ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 12ης Δεκεμβρίου 2024 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Έκτακτοι υπάλληλοι – Πειθαρχική διαδικασία – Διοικητική έρευνα – Έννοια του όρου “λογοκλοπή” – Διορισμός, από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, διενεργούντος την έρευνα με τον οποίο διατηρεί επαγγελματική σχέση – Σύγκρουση συμφερόντων – Άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αντικειμενική αμεροληψία – Άρθρο 17α – Ελευθερία έκφρασης του υπαλλήλου – Άρθρα 11, 12 και 21 – Τήρηση των αρχών της πίστης και της αμεροληψίας»

Στην υπόθεση C‑680/22 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2022,

DD, εκπροσωπούμενος από την N. Lorenz, Rechtsanwältin,

αναιρεσείων,

όπου ο έτερος διάδικος είναι:

Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), εκπροσωπούμενος αρχικώς από τον M. O’Flaherty, στη συνέχεια από την S. Rautio, επικουρούμενους από τον B. Wägenbaur, Rechtsanwalt,

καθού-εναγόμενος πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Jarukaitis, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, E. Regan και Z. Csehi (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Pikamäe

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Δεκεμβρίου 2023,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ο DD ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, DD κατά FRA (T‑470/20, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2022:511), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή-αγωγή του αναιρεσείοντος με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της απόφασης του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: FRA), της 12ης Νοεμβρίου 2019, με την οποία του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της παύσης (στο εξής: απόφαση παύσης), και της απόφασης της 15ης Απριλίου 2020 με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που υπέβαλε κατά της απόφασης παύσης (στο εξής: απόφαση περί απόρριψης της ένστασης) και, αφετέρου, την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη.

Το νομικό πλαίσιο

2

Το άρθρο 11, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) ορίζει τα εξής:

«Ο υπάλληλος οφείλει να ασκεί τα καθήκοντά του και να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του λαμβάνοντας αποκλειστικά υπόψη του τα συμφέροντα της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης. Δεν ζητεί ή δέχεται οδηγίες από κυβέρνηση, αρχή, οργάνωση ή πρόσωπο ξένο προς το όργανο στο οποίο ανήκει. Εκτελεί τις εργασίες που του ανατίθενται κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο, τηρώντας το καθήκον πίστεως που υπέχει έναντι της Ένωσης.»

3

Το άρθρο 12 του ΚΥΚ προβλέπει τα ακόλουθα:

«Ο υπάλληλος απέχει από κάθε πράξη ή συμπεριφορά που μπορούν να θίξουν την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός του.»

4

Το άρθρο 17α του ΚΥΚ ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Ο υπάλληλος έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, τηρουμένων δεόντως των αρχών πίστης και αμεροληψίας.»

5

Κατά το άρθρο 21 του ΚΥΚ:

«Ο υπάλληλος, ανεξάρτητα από τη θέση του στην ιεραρχία, έχει την υποχρέωση να επικουρεί και να συμβουλεύει τους ανωτέρους του. Είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί.

Ο υπάλληλος ο επιφορτισμένος με τη λειτουργία μιας υπηρεσίας είναι υπεύθυνος έναντι των προϊσταμένων του για την εξουσία η οποία του έχει παρασχεθεί και για την εκτέλεση των διαταγών που δίδει. Η προσωπική ευθύνη των υφισταμένων του δεν τον απαλλάσσει από τις ευθύνες που τον βαρύνουν.»

6

Ο τίτλος VI του ΚΥΚ επιγράφεται «Πειθαρχικό καθεστώς». Στον εν λόγω τίτλο VI περιλαμβάνεται το άρθρο 86 του ΚΥΚ, κατά το οποίο:

«1.   Κάθε παράλειψη των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει υπάλληλος ή τέως υπάλληλος δυνάμει του παρόντος κανονισμού η οποία γίνεται εκουσίως ή εξ αμελείας, αποτελεί λόγο πειθαρχικής κυρώσεως.

2.   Όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή [στο εξής: ΑΔΑ] ή η [Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης, στο εξής: OLAF] λαμβάνουν γνώση αποδεικτικών στοιχείων για παράλειψη υποχρεώσεων κατά την έννοια της παραγράφου 1, μπορούν να κινούν διαδικασία διοικητικής έρευνας με σκοπό να εξακριβωθεί η ύπαρξη της παράληψης αυτής.

3.   Οι πειθαρχικοί κανόνες, διαδικασίες και μέτρα, καθώς και οι κανόνες και διαδικασίες που αφορούν τις διοικητικές έρευνες, καθορίζονται στο Παράρτημα IX.»

7

Το παράρτημα IX του ΚΥΚ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πειθαρχική διαδικασία», ορίζει στο άρθρο του 1 τα εξής:

«1.   Όταν μια έρευνα της OLAF αποκαλύπτει το ενδεχόμενο προσωπικής εμπλοκής υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου ενός οργάνου, ο υπάλληλος αυτός ενημερώνεται ταχέως, εφόσον αυτό δεν βλάπτει την έρευνα. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούν να συντάσσονται πορίσματα αναφερόμενα ονομαστικά σε υπάλληλο κατά την περάτωση της έρευνας, χωρίς να έχει δοθεί η δυνατότητα στον εν λόγω υπάλληλο να διατυπώσει παρατηρήσεις για τα γεγονότα που τον αφορούν. Τα πορίσματα κάνουν μνεία των εν λόγω παρατηρήσεων.

2.   Στις περιπτώσεις που απαιτούν την απόλυτη τήρηση του απορρήτου για τους σκοπούς της έρευνας και συνεπάγονται προσφυγή σε ανακριτικές διαδικασίες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικής δικαστικής αρχής, η εκτέλεση της υποχρέωσης να καλείται ο υπάλληλος να διατυπώσει παρατηρήσεις, μπορεί να αναβληθεί, σε συμφωνία με την [ΑΔΑ]. Στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να κινείται η πειθαρχική διαδικασία, πριν να δοθεί στον υπάλληλο η δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις.

3.   Εάν, κατόπιν έρευνας της OLAF, δεν μπορεί να στηριχθεί καμία κατηγορία κατά υπαλλήλου εις βάρος του οποίου προβλήθηκαν ισχυρισμοί, η έρευνα που τον αφορά περατούται, χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση με απόφαση του διευθυντή της OLAF, ο οποίος ενημερώνει τον υπάλληλο και το οικείο όργανο γραπτώς. Ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συμπεριληφθεί η απόφαση αυτή στον ατομικό του φάκελο.»

8

Το άρθρο 2 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«1.   Οι κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 1 του παρόντος Παραρτήματος εφαρμόζονται, με τις απαραίτητες τροποποιήσεις, και σε άλλες διοικητικές έρευνες που διενεργούνται από την [ΑΔΑ].

2.   Η [ΑΔΑ] ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο κατά το πέρας της έρευνας και του γνωστοποιεί τα πορίσματα της αναφοράς που συντάχθηκε για την έρευνα και, κατόπιν αιτήσεώς του και με την επιφύλαξη της προστασίας των νομίμων συμφερόντων τρίτων, όλα τα έγγραφα που έχουν άμεση σχέση με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν εις βάρος του.

[…]»

9

Το άρθρο 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«Με βάση την αναφορά που συντάχθηκε για την έρευνα, αφού κοινοποιηθούν στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο όλα τα στοιχεία του φακέλου και μετά από ακρόαση του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί:

α)

να αποφασίζει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή καμία κατηγορία κατά του υπαλλήλου· τότε, ο τελευταίος ενημερώνεται σχετικά γραπτώς· ή

β)

να αποφασίζει ότι, ακόμη και αν υπάρχει ή φαίνεται να υπάρχει παράβαση συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις, δεν πρέπει να ληφθούν πειθαρχικά μέτρα και, ενδεχομένως, να απευθύνει στον υπάλληλο προειδοποίηση· ή

γ)

σε περίπτωση παράβασης συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις, κατά την έννοια του άρθρου 86 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης:

i)

να αποφασίζει να κινήσει την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται στο τμήμα 4 του παρόντος Παραρτήματος, ή

ii)

να αποφασίζει να κινήσει πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου.»

10

Το άρθρο 22 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«1.   Μετά από ακρόαση του υπαλλήλου, η [ΑΔΑ] λαμβάνει απόφαση κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 9 και 10, του παρόντος Παραρτήματος, εντός δύο μηνών από τη λήψη της γνώμης του συμβουλίου. Η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται.

2.   Εάν η [ΑΔΑ] αποφασίσει να περατώσει την υπόθεση χωρίς να επιβάλλει πειθαρχική κύρωση, ενημερώνει αμελλητί τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο γραπτώς. Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συμπεριληφθεί η απόφαση αυτή στον ατομικό του φάκελο.»

Το ιστορικό της ένδικης διαφοράς

11

Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 36 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως εξής:

«2

Ο προσφεύγων-ενάγων προσελήφθη την 1η Αυγούστου 2000 από την αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων πρόσληψης αρχή (στο εξής: ΑΣΣΠΑ) οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας (EUMC), νυν [FRA], ως έκτακτος υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ). Ο προσφεύγων-ενάγων προσελήφθη αρχικά με σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου από τις 16 Δεκεμβρίου 2006.

3

Με έγγραφο της 13ης Ιουνίου 2013, ο διευθυντής του FRA ενημέρωσε τον προσφεύγοντα-ενάγοντα σχετικά με την απόφασή του να καταγγείλει τη σύμβασή του εργασίας.

4

Με την απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2015, DD κατά FRA (F‑106/13 και F‑25/14, [στο εξής: ακυρωτική απόφαση,] EU:F:2015:118), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ακύρωσε την απόφαση καταγγελίας με το σκεπτικό ότι ο διευθυντής του FRA δεν είχε ενημερώσει ρητώς τον προσφεύγοντα-ενάγοντα, πριν από την έκδοσή της, ότι, βασιζόμενος σε πλείονα περιστατικά, είχε την πρόθεση να καταγγείλει τη σύμβασή του και δεν τον είχε καλέσει να υποβάλει παρατηρήσεις συναφώς.

5

Στις 29 Φεβρουαρίου 2016 ο FRA, υπό τη διεύθυνση νέου διευθυντή, επανέφερε τον προσφεύγοντα-ενάγοντα στα καθήκοντά του, στο πλαίσιο της εκτέλεσης της [ακυρωτικής απόφασης].

6

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της ίδιας ημερομηνίας, ο προϊστάμενος του τμήματός του ζήτησε από τον προσφεύγοντα-ενάγοντα να συντάξει εσωτερική έκθεση 15 έως 20 σελίδων, το αργότερο έως τις 18 Μαρτίου 2016, με θέμα τους κανόνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη νομολογία σχετικά με την ελευθερία σκέψης, την ελευθερία συνείδησης και τη θρησκευτική ελευθερία, σε διεθνές επίπεδο και σε επίπεδο Ένωσης.

7

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 18ης Μαρτίου 2016, ο προσφεύγων-ενάγων απέστειλε στον προϊστάμενό του έγγραφο 31 σελίδων, το οποίο χαρακτήρισε ως «προσχέδιο έκθεσης σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία», με τίτλο «Note d’informations interne sur d’éventuels projets pertinents de la FRA concernant la liberté de pensée» (Εσωτερικό ενημερωτικό σημείωμα σχετικά με ενδεχόμενες σχετικές δράσεις του FRA όσον αφορά την ελευθερία σκέψης) (στο εξής: επίδικη έκθεση).

8

Στις αρχές του Απριλίου του 2016 η επίδικη έκθεση καταχωρίστηκε στο σύστημα διαχείρισης εγγράφων του FRA (στο εξής: ΣΔΕ) στο οποίο είχαν πρόσβαση όλοι οι συνάδελφοι του προσφεύγοντος-ενάγοντος.

9

Στις 7 Απριλίου 2016 ο προϊστάμενος του προσφεύγοντος-ενάγοντος τον ενημέρωσε ότι είχε κοινοποιήσει την επίδικη έκθεση στον διευθυντή του FRA και τον κάλεσε να αποστείλει σε συνάδελφό του τον σύνδεσμο προς το εν λόγω καταχωρισμένο στο ΣΔΕ έγγραφο, ώστε να μπορέσει να λάβει γνώση του εγγράφου και της ανάλυσης που περιείχε.

10

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 16ης Οκτωβρίου 2017, ο προϊστάμενος του προσφεύγοντος-ενάγοντος του ζήτησε να αναθεωρήσει την επίδικη έκθεση και να εμβαθύνει την ανάλυση σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία, σε επίπεδο Ένωσης, ενόψει ενδεχόμενης δημοσίευσης.

11

Εξάλλου, στις 7 Νοεμβρίου 2017 ο προσφεύγων-ενάγων άσκησε εσωτερική προσφυγή κατά της έκθεσης αξιολόγησής του για το έτος 2016 (στο εξής: έκθεση αξιολόγησης 2016), υποστηρίζοντας ότι η εκτίμηση όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, τις ικανότητες και τη διαγωγή του έπρεπε να είναι «λίαν καλή» και όχι «ικανοποιητική». Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά την επίδικη έκθεση, αφενός, ο προσφεύγων-ενάγων ισχυρίστηκε ότι ήταν λυπηρό το γεγονός ότι, μολονότι κατά τη συζήτηση σχετικά με την αξιολόγηση, ο προϊστάμενός του, ως αξιολογητής, είχε επιβεβαιώσει ότι η επίδικη έκθεση ήταν πολύ χρήσιμη και επιτύγχανε τον σκοπό της, εντούτοις, με τις μεταγενέστερες παρατηρήσεις του, την επέκρινε. Αφετέρου, ο προσφεύγων-ενάγων ισχυρίστηκε ότι οι παρατηρήσεις του αξιολογητή, σύμφωνα με τις οποίες η επίδικη έκθεση περιλάμβανε ως επί το πλείστον νομολογιακές παραπομπές, ήταν ανακριβείς, δεδομένου ότι η επίδικη έκθεση περιείχε επιπροσθέτως νομική, εννοιολογική και πολιτική ανάλυση.

12

Την 1η Δεκεμβρίου 2017 ο προσφεύγων-ενάγων διαβίβασε αναθεωρημένο κείμενο της επίδικης έκθεσης.

13

Στις 5 Δεκεμβρίου 2017 ο διευθυντής του FRA απέρριψε την εσωτερική προσφυγή κατά της έκθεσης αξιολόγησης του 2016. Συγχρόνως, ο διευθυντής του FRA επισήμανε ότι είχε πληροφορηθεί ότι η επίδικη έκθεση αποτελούσε, σε πολύ μεγάλο βαθμό, άμεση αντιγραφή πολλών πηγών, μεταξύ άλλων, εγγράφων του Συμβουλίου της Ευρώπης, χωρίς να περιλαμβάνονται στην έκθεση οι αντίστοιχες παραπομπές, και ότι ο προσφεύγων-ενάγων δεν είχε ενημερώσει τον προϊστάμενό του σχετικώς, αλλά του είχε δημιουργήσει την εντύπωση ότι η έκθεση ήταν προϊόν δικής του εργασίας.

14

Στις 9 Φεβρουαρίου 2018 ο διευθυντής του FRA ζήτησε τη γνώμη της [OLAF] όσον αφορά το ενδεχόμενο κίνησης διοικητικής έρευνας σχετικά με τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος-ενάγοντος.

15

Στις 20 Μαρτίου 2018 η OLAF αποφάσισε να μην κινήσει έρευνα, ελλείψει “επαρκών στοιχείων που να καταδεικνύουν την ύπαρξη απάτης, διαφθοράς ή άλλων παράνομων δραστηριοτήτων”.

16

Στις 23 Μαρτίου 2018 ο διευθυντής του FRA κίνησε διοικητική έρευνα σχετικά με τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος-ενάγοντος όσον αφορά την επίδικη έκθεση (στο εξής: απόφαση για την κίνηση της έρευνας). Ο ορισθείς διενεργών την έρευνα [(στο εξής: επικεφαλής της έρευνας)] δήλωσε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων. Αντικείμενο της εν λόγω έρευνας ήταν να εξακριβωθεί, πρώτον, επακριβώς σε ποιον βαθμό ο προσφεύγων-ενάγων είχε παρουσιάσει την επίδικη έκθεση ως προϊόν δικής του εργασίας και σε ποιον βαθμό η εν λόγω έκθεση περιείχε χωρία εγγράφων τα οποία δεν αποτελούσαν εσωτερικά έγγραφα του FRA και στα οποία δεν είχε γίνει μνεία ή παραπομπή· δεύτερον, ποια από τα εν λόγω έγγραφα προστατεύονταν ενδεχομένως από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας· τρίτον, αν υπήρχαν άλλα έγγραφα τα οποία είχε συντάξει ο προσφεύγων-ενάγων στο πλαίσιο της εργασίας του στον FRA, στον τομέα της ελευθερίας σκέψης, της ελευθερίας συνείδησης και της θρησκευτικής ελευθερίας, τα οποία πληρούσαν τις δύο προμνησθείσες προϋποθέσεις, και, τέταρτον, ενδεχομένως, αν συνέτρεχε παράβαση του [ΚΥΚ] ή παραβίαση του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας.

17

Στις 23 και 24 Απριλίου 2018 ο επικεφαλής της έρευνας εξέτασε επτά μάρτυρες και τον προσφεύγοντα-ενάγοντα, ο οποίος υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις στον επικεφαλής της έρευνας.

18

Στις 17 Ιουνίου 2018 ο επικεφαλής της έρευνας διαβίβασε στον προσφεύγοντα-ενάγοντα τα προκαταρκτικά συμπεράσματά του.

19

Στις 2 Ιουλίου 2018 ο προσφεύγων-ενάγων υπέβαλε παρατηρήσεις επί των προκαταρκτικών συμπερασμάτων του επικεφαλής της έρευνας.

20

Στις 23 Ιουλίου 2018 ο επικεφαλής της έρευνας υπέβαλε την τελική έκθεσή του (στο εξής: έκθεση έρευνας), με την οποία διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων-ενάγων είχε παραβεί τα άρθρα 11, 12 και 21 του ΚΥΚ καθώς και τα καθήκοντα πίστης και συνεργασίας. Ο επικεφαλής της έρευνας επισήμανε, κατ’ ουσίαν, πρώτον, ότι η αντιγραφή και η χρήση της εργασίας τρίτου χωρίς παραπομπή σε αυτήν, προκειμένου να δοθεί η εντύπωση ότι πρόκειται περί ιδίας εργασίας, συνιστά μορφή πλάνης, ανεντιμότητας και δόλιας οικειοποίησης που αντιβαίνει όχι μόνο στο άρθρο 12 του ΚΥΚ, αλλά και σχεδόν σε κάθε ηθικό κανόνα, δεύτερον, ότι ο προσφεύγων-ενάγων είχε σκοπίμως παραπλανήσει τους συναδέλφους του στη μονάδα όπου υπηρετούσε και είχε αποκρύψει σημαντική πληροφορία, στοιχείο το οποίο συνιστά παράβαση των άρθρων 11 και 12 του ΚΥΚ, τρίτον, ότι το γεγονός ότι ο προσφεύγων-ενάγων χρειάστηκε τρεις εβδομάδες για τη σύνταξη της επίδικης έκθεσης, η οποία συνίσταται ως επί το πλείστον σε αντιγραφή, συνιστούσε επίσης παράβαση, μολονότι ήσσονος σημασίας, του άρθρου 12 του ΚΥΚ, τέταρτον, ότι η μνεία της επίδικης έκθεσης ως επιτεύγματος, στο πλαίσιο της αξιολόγησής του για το έτος 2016, ήταν παραπλανητική και συνιστούσε επίσης παράβαση του άρθρου 12 του ΚΥΚ, πέμπτον, ότι η χρήση υλικού που προστατεύεται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας χωρίς σχετική ενημέρωση του δικαιούχου των εν λόγω δικαιωμάτων, ήτοι του Συμβουλίου της Ευρώπης, συνιστούσε επίσης παράβαση του άρθρου 12 του ΚΥΚ, έκτον, ότι ο προσφεύγων-ενάγων είχε ενεργήσει κατά τρόπο παραπλανητικό και/ή ανέντιμο και, ως εκ τούτου, δεν είχε ενεργήσει με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα της Ένωσης, κατά παράβαση του άρθρου 11 του ΚΥΚ και του καθήκοντος πίστης, και, έβδομον, ότι η χρήση της εργασίας τρίτου χωρίς παραπομπή σε αυτήν και χωρίς ενημέρωση των προϊσταμένων του συνιστούσε παράβαση του άρθρου 21 του ΚΥΚ και του καθήκοντος συνεργασίας που υπέχει ο προσφεύγων-ενάγων.

21

Στις 15 Οκτωβρίου 2018 ο προσφεύγων-ενάγων ακούσθηκε από τον διευθυντή του FRA σύμφωνα με το άρθρο 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ […] και, εν συνεχεία, υπέβαλε γραπτή δήλωση φέρουσα την ίδια ημερομηνία.

22

Με απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2018, ο διευθυντής του FRA κίνησε πειθαρχική διαδικασία κατά του προσφεύγοντος-ενάγοντος ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου (στο εξής: απόφαση για την κίνηση πειθαρχικής διαδικασίας). Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 7 Νοεμβρίου 2018.

23

Στις 26 Φεβρουαρίου 2019 συγκροτήθηκε το πειθαρχικό συμβούλιο με απόφαση του διευθυντή του FRA.

24

Στις 27 Φεβρουαρίου 2019 ο διευθυντής του FRA συνέταξε την έκθεση προς το πειθαρχικό συμβούλιο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 12 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ (στο εξής: έκθεση του διευθυντή του FRA).

25

Στις 21 Μαρτίου 2019 ο προσφεύγων-ενάγων υπέβαλε υπόμνημα αντίκρουσης στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου.

26

Στις 22 Μαρτίου 2019 διεξήχθη η ακρόαση του προσφεύγοντος-ενάγοντος από το πειθαρχικό συμβούλιο.

27

Στις 7 Μαΐου 2019 το πειθαρχικό συμβούλιο εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη (στο εξής: γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου), σύμφωνα με το άρθρο 18 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, με την οποία κρίθηκαν βάσιμες οι κατηγορίες για συμπεριφορά αντίθετη προς τις υποχρεώσεις που ο προσφεύγων-ενάγων υπέχει από τα άρθρα 11, 12 και 21 του ΚΥΚ, ήτοι για την παρουσίαση κειμένων τρίτων ως προϊόντος δικής του εργασίας χωρίς μνεία των πηγών. Το πειθαρχικό συμβούλιο πρότεινε τον υποβιβασμό του αναιρεσείοντος κατά δύο βαθμούς, ήτοι στον βαθμό AD 7. Το πειθαρχικό συμβούλιο διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεχαν ελαφρυντικές περιστάσεις.

28

Το πειθαρχικό συμβούλιο επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ότι ο προσφεύγων-ενάγων, πρώτον, είχε ενεργήσει με γνώμονα το ίδιον συμφέρον, και όχι με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα της Ένωσης, καθόσον προσέβλεψε στο να του αποδοθούν τα εύσημα για ένα κείμενο του οποίου δεν ήταν ο συντάκτης, δεύτερον, δεν είχε επιδείξει την υπεύθυνη συμπεριφορά που αναμένεται από υπάλληλο του FRA, τρίτον, μπορούσε να βλάψει με τις ενέργειές του τη φήμη του FRA και, τέταρτον, δεν είχε επικουρήσει τους ανωτέρους του, αλλά είχε μάλλον ενεργήσει εις βάρος τους, παρουσιάζοντας την εργασία τρίτου ως δική του εργασία.

29

Ως εκ τούτου, το πειθαρχικό συμβούλιο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων-ενάγων είχε παραβεί, πρώτον, το άρθρο 11 του ΚΥΚ, καθόσον παρουσίασε σκοπίμως εργασία που ήταν προϊόν αντιγραφής ως δική του εργασία, δεύτερον, το άρθρο 12 του ΚΥΚ, καθόσον η παρουσίαση της εργασίας τρίτου ως δικής του εργασίας θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην υπόληψη του προσφεύγοντος-ενάγοντος, και, τρίτον, το άρθρο 21 του ΚΥΚ, καθόσον ο προσφεύγων-ενάγων δεν είχε ασκήσει τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί, αλλά είχε παρουσιάσει την εργασία τρίτου ως δική του εργασία, και δεδομένου ότι υφίστατο κίνδυνος ενσωμάτωσης της επίδικης έκθεσης ή χωρίων της σε ένα ή περισσότερα έγγραφα που δημοσιεύει ο FRA, γεγονός που θα μπορούσε να θίξει τη φήμη του οργανισμού αυτού.

30

Στις 11 Ιουλίου 2019 ο προσφεύγων-ενάγων ακούσθηκε από τον διευθυντή του FRA, σύμφωνα με το άρθρο 22 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ (στο εξής: ακρόαση της 11ης Ιουλίου 2019), και υπέβαλε τη γραπτή δήλωσή του.

31

Στις 11 Οκτωβρίου 2019 ο προσφεύγων-ενάγων έλαβε το από 10 Οκτωβρίου 2019 υπηρεσιακό σημείωμα του διευθυντή, με το οποίο ο διευθυντής τον ενημέρωσε για την πρόθεσή του να του επιβάλει την κύρωση της παύσης και τον κάλεσε να υποβάλει γραπτώς τις παρατηρήσεις του συναφώς εντός δέκα εργάσιμων ημερών.

32

Στις 24 Οκτωβρίου 2019 ο προσφεύγων-ενάγων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στον διευθυντή του FRA.

33

Στις 12 Νοεμβρίου 2019 ο διευθυντής του FRA εξέδωσε, ως ΑΣΣΠΑ, την απόφαση παύσης, με ισχύ από 15 Νοεμβρίου 2019. Με την εν λόγω απόφαση, ο διευθυντής του FRA επικύρωσε τα συμπεράσματα του πειθαρχικού συμβουλίου, πλην της προταθείσας κύρωσης, καθότι εκτίμησε ότι ο υποβιβασμός δεν αντικατόπτριζε επαρκώς τη σοβαρότητα της παράβασης των επαγγελματικών υποχρεώσεων που προβλέπονται στα άρθρα 11, 12 και 21 του ΚΥΚ. Ο διευθυντής του FRA επισήμανε, ειδικότερα, αφενός, ότι το πειθαρχικό συμβούλιο δεν είχε διαπιστώσει τη συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων, αλλά είχε μνημονεύσει επιβαρυντικές περιστάσεις, ήτοι το γεγονός ότι ο προσφεύγων-ενάγων είχε ενεργήσει εκ προθέσεως, ότι είχε επιχειρήσει να αποδοθούν στον ίδιο τα εύσημα για εργασία που συνιστούσε λογοκλοπή, ότι δεν είχε αναγνωρίσει τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του και ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος προσβολής της φήμης του FRA και, αφετέρου, ότι η σχέση εμπιστοσύνης είχε κλονιστεί σοβαρά.

34

Επιπλέον, κατά τον διευθυντή του FRA, το πειθαρχικό συμβούλιο δεν είχε λάβει επαρκώς υπόψη τη σοβαρότητα των παραβάσεων του ΚΥΚ όσον αφορά, αφενός, τη συμπεριφορά του προσφεύγοντος-ενάγοντος, την οποία ο διευθυντής του FRA χαρακτήρισε ως “υψίστης σοβαρότητας παράβαση”, και, αφετέρου, τον αντίκτυπο της εν λόγω συμπεριφοράς στη φήμη του FRA, καθόσον, κατά τη γνώμη του, ο προσφεύγων-ενάγων, ενεργώντας μόνος του, είχε δημιουργήσει σκοπίμως σοβαρό κίνδυνο προσβολής της εν λόγω φήμης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο διευθυντής του FRA συμφώνησε με τη διαπίστωση του πειθαρχικού συμβουλίου ότι η σχέση εμπιστοσύνης είχε κλονιστεί σοβαρά, θεώρησε δε επιπλέον ότι η εν λόγω σχέση είχε διαρρηχθεί αμετάκλητα και ότι, κατά συνέπεια, ο υποβιβασμός δεν συνιστούσε επαρκή κύρωση.

35

Στις 16 Δεκεμβρίου 2019 ο προσφεύγων-ενάγων υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της απόφασης παύσης.

36

Στις 15 Απριλίου 2020 ο διευθυντής του FRA εξέδωσε την απόφαση απόρριψης της εν λόγω διοικητικής ένστασης.»

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

12

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Ιουλίου 2020, ο νυν αναιρεσείων άσκησε την προσφυγή-αγωγή για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 1 της παρούσας απόφασης.

13

Με την εν λόγω προσφυγή-αγωγή, ο νυν αναιρεσείων ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο, πρώτον, να ακυρώσει την απόφαση παύσης, δεύτερον, να ακυρώσει, εφόσον απαιτείται, την απόφαση απόρριψης της διοικητικής ένστασης, τρίτον, να αποκαταστήσει την υλική ζημία και να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη που υπέστη και, τέταρτον, να καταδικάσει τον FRA στα δικαστικά έξοδα. Προς στήριξη των δύο πρώτων αιτημάτων του, ο αναιρεσείων προέβαλε οκτώ κύριους και έναν επικουρικό λόγο ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν:

–

ο πρώτος, παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, πλείονες περιπτώσεις πλάνης περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, του Bundesgesetz über das Urheberrecht an Werken der Literatur und der Kunst und über verwandte Schutzrechte (Urheberrechtsgesetz) (νόμου περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων και περί συγγενικών δικαιωμάτων), της 9ης Απριλίου 1936 (BGBl. 1936, 111/1936), και παράβαση του άρθρου 11 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), καθόσον, πρώτον, η λογοκλοπή θεωρήθηκε ως παράβαση του ΚΥΚ, δεύτερον, τα αντιγραφέντα κείμενα δεν προστατεύονταν από τον ανωτέρω νόμο περί δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων και περί συγγενικών δικαιωμάτων και, τρίτον, εθίγη η ελευθερία του έκφρασης·

–

ο δεύτερος, παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας ή του καθήκοντος μέριμνας από τον επικεφαλής της έρευνας και τον διευθυντή του FRA κατά την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας, με την απόφαση παύσης και από το πειθαρχικό συμβούλιο, καθώς και προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας και παράβαση της απαίτησης για στοιχεία αυξημένης αποδεικτικής ισχύος στις διοικητικές έρευνες και στις πειθαρχικές διαδικασίες·

–

ο τρίτος, έλλειψη ουδετερότητας, αμεροληψίας και αντικειμενικότητας εκ μέρους του διευθυντή του FRA, ως ΑΣΣΠΑ, προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας και κατάχρηση εξουσίας·

–

ο τέταρτος, πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως όσον αφορά την παράβαση από τον αναιρεσείοντα των άρθρων 11, 12 και 21 του ΚΥΚ·

–

ο πέμπτος, παράτυπη κίνηση της διοικητικής έρευνας ελλείψει αρχής αποδείξεως και παράτυπη κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας·

–

ο έκτος, μη τήρηση του πλαισίου της έρευνας από τον επικεφαλής της έρευνας και παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, και του άρθρου 7, παράγραφος 6, της απόφασης 2013/01 του διοικητικού συμβουλίου του FRA, της 22ας Μαΐου 2013, σχετικά με τη διεξαγωγή των διοικητικών ερευνών και των πειθαρχικών διαδικασιών, του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως δʹ, και του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ 2018, L 295, σ. 39), και, πριν από την έναρξη εφαρμογής του κανονισμού 2018/1725, του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως δʹ, και του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 2001, L 8, σ. 1), και μη συμμόρφωση με τα αποτελέσματα ακυρωτικής απόφασης·

–

ο έβδομος, έλλειψη αμεροληψίας, ουδετερότητας και αντικειμενικότητας εκ μέρους του επικεφαλής της έρευνας·

–

ο όγδοος, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, και δη του δικαιώματος ακροάσεως, παράβαση των άρθρων 1, 2 και 12 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ και,

–

ο ένατος, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιβολή της κύρωσης της παύσης λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών που προσάπτονται στον αναιρεσείοντα.

14

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό τους τα ακυρωτικά και αποζημιωτικά αιτήματα του αναιρεσείοντος. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι δεν συνέτρεχε λόγος να απαντηθούν τα αιτήματα λήψης μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας.

Τα αιτήματα των διαδίκων στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας

15

Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

–

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

–

κατά συνέπεια, να ακυρώσει την απόφαση παύσης και, εν ανάγκη, να ακυρώσει την απόφαση περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης·

–

να αποκαταστήσει την υλική ζημία και να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη και

–

να καταδικάσει τον FRA στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

16

Ο FRA ζητεί από το Δικαστήριο:

–

να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

–

να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

17

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε, στις σκέψεις 179 έως 193 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο κατά τις εκτιμήσεις του σχετικά με την αντικειμενική αμεροληψία του επικεφαλής της έρευνας και ότι δεν παρέθεσε επαρκή αιτιολογία συναφώς. Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως διακρίνεται σε δύο σκέλη.

Επιχειρήματα των διαδίκων

18

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας, στις σκέψεις 179 έως 185 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε δεν αρκούσαν για να συναχθεί έλλειψη υποκειμενικής αμεροληψίας εκ μέρους του επικεφαλής της έρευνας, παρέλειψε να εξετάσει, υπό το πρίσμα των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, ενδεχόμενη έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας εκ μέρους του επικεφαλής. Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, αρκεί η εξέταση των πραγματικών περιστατικών υπό το πρίσμα της έλλειψης αντικειμενικής αμεροληψίας, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν στοιχεία ικανά να αποδείξουν την έλλειψη υποκειμενικής αμεροληψίας.

19

Δεύτερον, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 186 έως 192 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, για να διαπιστωθεί έλλειψη αντικειμενικής αμεροληψίας, αρκεί να υφίσταται συναφώς εύλογη αμφιβολία η οποία δεν δύναται να αρθεί. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει επιπλέον ότι, εν προκειμένω, οι αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του επικεφαλής της έρευνας είναι εύλογες από την άποψη τρίτων παρατηρητών. Φρονεί ότι κάθε αμφιβολία σχετική με την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία εξωτερικού συμβούλου, για τον οποίο αποδεικνύεται ότι παρέχει παράλληλα νομικές συμβουλές και λαμβάνει επανειλημμένες πληρωμές από τον εργοδότη, είναι εύλογη από την άποψη τρίτου παρατηρητή. Εξάλλου, οι διαπιστώσεις στις σκέψεις 189 έως 191 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επιβεβαιώνουν την ύπαρξη εύλογης αμφιβολίας, πλην όμως το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένο χαρακτηρισμό των πραγματικών αυτών περιστατικών. Επιπροσθέτως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε ακόμη μία πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 187 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι δεν απέκειτο στον αναιρεσείοντα, αλλά στον FRA, να άρει την αμφιβολία αυτή.

20

Τρίτον, υποστηρίζει ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 191 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν στον επικεφαλής της έρευνας δικαιολογούνταν από τον όγκο εργασίας που του είχε ανατεθεί, δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι δεν άρει την εύλογη αμφιβολία ως προς την ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων στο πρόσωπο του επικεφαλής της έρευνας για οικονομικούς λόγους. Πάντως, η σύγκρουση συμφερόντων αυτού του είδους συνιστά μία από τις σοβαρότερες περιπτώσεις παρανομίας και, ως τέτοια, κάθε σύγκρουση συμφερόντων για οικονομικούς λόγους πρέπει να θεωρείται κρίσιμη, ανεξαρτήτως του οικείου ποσού. Κατά συνέπεια, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 192 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2012, Allgeier κατά FRA (F‑58/10, EU:F:2012:130), είναι κρίσιμη εν προκειμένω.

21

Τέλος, τέταρτον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία και υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στη σκέψη 189 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Συναφώς, υποστηρίζει ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει ότι η υπηρεσία την οποία παρείχε ο επικεφαλής της έρευνας, για την οποία λάμβανε αμοιβή, συνίστατο στην πραγματικότητα σε παροχή νομικών συμβουλών.

22

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε επαρκώς κατά νόμο τα αποδεικτικά στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά που υποβλήθηκαν στην κρίση του και ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στις σκέψεις 187 έως 193 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης καθόσον απέρριψε, στις σκέψεις 292 έως 296 της απόφασης αυτής, το πρώτο και το δεύτερο αίτημα του αναιρεσείοντος για λήψη μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας.

23

Ο FRA υποστηρίζει, προκαταρκτικώς, ότι η αίτηση αναιρέσεως συνιστά, σε μεγάλο βαθμό, επανάληψη των απόψεων και των επιχειρημάτων που προέβαλε ο αναιρεσείων με το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής και με το υπόμνημα απαντήσεως πρωτοδίκως. Συνεπώς, κατά την άποψή του, πλείονα επιχειρήματα, τα οποία φέρεται ότι έχουν νομικό χαρακτήρα και προβάλλονται με την αίτηση αναιρέσεως, αποτελούν στην πραγματικότητα απόπειρες αμφισβήτησης των πραγματικών περιστατικών.

24

Ο FRA υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτος και, εν πάση περιπτώσει, προδήλως αβάσιμος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

25

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο πρέπει να αναλυθεί εκ προοιμίου, ο αναιρεσείων βάλλει κατά των σκέψεων 292 έως 296 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι, με τις σκέψεις αυτές, το Γενικό Δικαστήριο αρνήθηκε εσφαλμένως τη λήψη των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που είχε ζητήσει προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλόμενης έλλειψης αμεροληψίας εκ μέρους του επικεφαλής της έρευνας και, ως εκ τούτου, δεν εξέτασε προσηκόντως τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν στην εκτίμησή του. Επιπλέον, παραμόρφωσε τα στοιχεία αυτά στις σκέψεις 187 έως 193 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

26

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να κρίνει την ενδεχόμενη ανάγκη συμπλήρωσης των πληροφοριακών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του στις υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνεται (απόφαση της 4ης Μαρτίου 2021, Liaño Reig κατά ΕΣΕ,C‑947/19 P, EU:C:2021:172, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27

Ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων δεν μπορεί να αμφισβητήσει λυσιτελώς, στο στάδιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να μη λάβει τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας τη λήψη των οποίων πρότεινε πρωτοδίκως με τα δικόγραφά του.

28

Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο αποκλείοντας την ύπαρξη εύλογης αμφιβολίας ως προς την αντικειμενική αμεροληψία εκ μέρους του επικεφαλής της έρευνας, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης οφείλουν να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο δίκαιο της Ένωσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το δικαίωμα χρηστής διοίκησης, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη. Το άρθρο αυτό ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη εξέταση των υποθέσεών του από τα εν λόγω θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2024, Hamers κατά Cedefop, C‑111/22 P, EU:C:2024:5, σκέψεις 44 και 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

29

Συναφώς, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η υποχρέωση αμεροληψίας η οποία βαρύνει τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους αποσκοπεί στη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης, στην οποία στηρίζεται η Ένωση. Σκοπός της επιβολής της υποχρέωσης αυτής είναι ιδίως η αποφυγή καταστάσεων σύγκρουσης συμφερόντων στο πρόσωπο των μονίμων υπαλλήλων και των μελών του λοιπού προσωπικού που ενεργούν για λογαριασμό των θεσμικών και λοιπών οργάνων και των οργανισμών της Ένωσης. Λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους σημασίας της εγγύησης της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας τόσο για την εσωτερική λειτουργία των θεσμικών και λοιπών οργάνων και των οργανισμών της Ένωσης όσο και για την εικόνα τους προς τα έξω, η υποχρέωση αμεροληψίας καταλαμβάνει όλες τις περιστάσεις για τις οποίες ο μόνιμος υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού που καλείται να αποφανθεί επί μιας υπόθεσης οφείλει ευλόγως να αντιληφθεί ότι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν στους τρίτους την εντύπωση ότι είναι ικανές να επηρεάσουν την ανεξαρτησία του στο σχετικό ζήτημα (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2024, Hamers κατά Cedefop, C‑111/22 P, EU:C:2024:5, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

30

Η επιταγή αυτή αμεροληψίας εμπεριέχει μία υποκειμενική συνιστώσα, κατά την οποία κανένα μέλος του οικείου θεσμικού οργάνου δεν πρέπει να εκδηλώνει μεροληψία ή προσωπικές προκαταλήψεις, και μία αντικειμενική συνιστώσα. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή συνιστώσα, την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων, κάθε θεσμικό ή άλλο όργανο και οργανισμός της Ένωσης πρέπει να παρέχει επαρκή εχέγγυα για τον αποκλεισμό κάθε εύλογης αμφιβολίας σχετικά με ενδεχόμενη προκατάληψη (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2024, D & A Pharma κατά Επιτροπής και EMA, C‑291/22 P, EU:C:2024:228, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

31

Ειδικότερα, προκειμένου να καταδειχθεί ότι η οργάνωση της διοικητικής διαδικασίας δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα ώστε να αποκλειστεί κάθε εύλογη αμφιβολία σχετικά με ενδεχόμενη προκατάληψη, δεν απαιτείται να αποδειχθεί η έλλειψη αμεροληψίας. Αρκεί να υφίσταται επ’ αυτού εύλογη αμφιβολία, μη δυνάμενη να αρθεί (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2024, Hamers κατά Cedefop, C‑111/22 P, EU:C:2024:5, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32

Επομένως, δεν μπορεί να απαιτείται από τα πρόσωπα των οποίων οι υποθέσεις εξετάζονται από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης να παρέχουν, προς στήριξη της επιχειρηματολογίας τους ότι η απαίτηση αντικειμενικής αμεροληψίας δεν τηρήθηκε κατά τη διοικητική διαδικασία, απόδειξη συγκεκριμένων ενδείξεων μεροληψίας. Πράγματι, η αντικειμενική αμεροληψία εκτιμάται ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του οικείου προσώπου (απόφαση της 14ης Μαρτίου 2024, D & A Pharma κατά Επιτροπής, C‑291/22 P, EU:C:2024:228, σκέψη 80).

33

Αφού υπενθύμισε, κατ’ ουσίαν, την ανωτέρω νομολογία στη σκέψη 186 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 187 της ίδιας απόφασης, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποδείξει ότι η σχέση μεταξύ του FRA και του επικεφαλής της έρευνας ήταν ικανή να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες ως προς την αντικειμενική αμεροληψία του επικεφαλής της έρευνας. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στις σκέψεις 188 έως 191 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, πρώτον, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο αναιρεσείων προέκυπτε ότι ο επικεφαλής της έρευνας δεν είχε σχέση εργασίας με τον FRA, αλλά με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεύτερον, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο αναιρεσείων σχετικά με την ιδιότητα του επικεφαλής της έρευνας ως νομικού συμβούλου του FRA δεν αρκούν για να θεμελιώσουν εύλογη αμφιβολία ως προς την ύπαρξη ενδεχόμενης προκατάληψης, ιδίως λόγω του ότι ο ρόλος του επικεφαλής της έρευνας περιορίστηκε σε εκείνον του εξωτερικού συμβούλου και, τρίτον, όσον αφορά τα οικονομικά συμφέροντα μεταξύ του επικεφαλής της έρευνας και του FRA, το ύψος των συμβάσεων που συνήφθησαν μεταξύ τους ήταν εύλογο και δικαιολογημένο δεδομένου του όγκου της εργασίας που απαιτήθηκε για την εκπλήρωση των καθηκόντων αυτών.

34

Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και από το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, υπό την επιφύλαξη της περίπτωσης παραμόρφωσης των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NS κατά Κοινοβουλίου, C‑218/23 P, EU:C:2024:358, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35

Τέτοιου είδους παραμόρφωση υπάρχει όταν, χωρίς να εξεταστούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι η εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων είναι προδήλως εσφαλμένη ή προδήλως αντίθετη προς το γράμμα τους. Ωστόσο, η παραμόρφωση αυτή πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων. Εξάλλου, ο αναιρεσείων ο οποίος προβάλλει παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων υποχρεούται να προσδιορίζει επακριβώς τα στοιχεία που, κατ’ αυτόν, παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο και να καταδεικνύει τα σφάλματα ανάλυσης τα οποία, κατά την εκτίμησή του, οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο στην παραμόρφωση αυτή (αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2023, Fondazione Cassa di Risparmio di Pesaro κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑549/21 P, EU:C:2023:340, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Ιανουαρίου 2024, Foz κατά Συμβουλίου, C‑524/22 P, EU:C:2024:23, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

36

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων, με τα επιχειρήματά του, υποστηρίζει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ήταν ικανά να δημιουργήσουν εύλογη αμφιβολία ως προς την αντικειμενική αμεροληψία του επικεφαλής της έρευνας, δεδομένου ότι από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ο ρόλος του επικεφαλής της έρευνας ως νομικού συμβούλου του FRA και οι υψηλές αποδοχές που του κατέβαλε ο FRA στο πλαίσιο των μεταξύ τους συναφθεισών συμβάσεων παροχής υπηρεσιών εξωτερικού συμβούλου. Συγκεκριμένα, με την επιχειρηματολογία αυτή, ο αναιρεσείων επιδιώκει την εκ νέου εκτίμηση των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων. Μολονότι, βεβαίως, ο αναιρεσείων προσάπτει ρητώς στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε ορισμένα από τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία, ιδίως εκείνα που αφορούν την ιδιότητα του επικεφαλής της έρευνας ως νομικού συμβούλου του FRA, διαπιστώνεται ότι, υπό το πρόσχημα του ισχυρισμού περί παραμορφώσεως, ο αναιρεσείων επιδιώκει, στην πραγματικότητα, την επανεξέταση των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν συναφώς πρωτοδίκως, χωρίς ωστόσο να εκθέτει τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων.

37

Εξάλλου, καθόσον, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στη σκέψη 191 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον δεν έκρινε ότι το γεγονός και μόνον της ύπαρξης οικονομικής σχέσης μεταξύ του επικεφαλής της έρευνας και του FRA αρκούσε, ανεξαρτήτως του ύψους της καταβληθείσας αμοιβής, για τη δημιουργία εύλογης αμφιβολίας ως προς την αντικειμενική αμεροληψία του εν λόγω επικεφαλής της έρευνας, η επιχειρηματολογία του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Πράγματι, το γεγονός αυτό και μόνον δεν αρκεί για τη δημιουργία κατάστασης σύγκρουσης συμφερόντων στο πρόσωπο του επικεφαλής της έρευνας, ικανής να καταστήσει πλημμελή την πειθαρχική διαδικασία, ειδάλλως το οικείο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός της Ένωσης δε θα είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τον ίδιο επικεφαλής της έρευνας στο πλαίσιο διαφορετικών καθηκόντων. Εξάλλου, δεν μπορεί να δημιουργηθεί σύγκρουση συμφερόντων επειδή ο επικεφαλής της έρευνας έχει ήδη ασκήσει δραστηριότητες εξωτερικού συμβούλου για λογαριασμό του FRA, εκτός αν αυτές οι άλλες δραστηριότητες αφορούν το αντικείμενο της επίδικης έρευνας. Από τις σκέψεις 189 και 190 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, όμως, ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση.

38

Τέλος, στο μέτρο που ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε, στη σκέψη 192 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν είναι ανάλογη με εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2012, Allgeier κατά FRA (F‑58/10, EU:F:2012:130), η επιχειρηματολογία του πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι, αφενός, το γεγονός και μόνον ότι το Γενικό Δικαστήριο ενδεχομένως απέρριψε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τη λύση που δέχθηκε το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν συνιστά πλάνη περί το δίκαιο και, αφετέρου, η αιτιολογία αυτή έχει επάλληλο χαρακτήρα.

39

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

40

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 67 έως 98 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την εξέταση της συμπεριφοράς που προσάπτει στον αναιρεσείοντα ο FRA, ήτοι ότι προέβη σε «λογοκλοπή» για τη σύνταξη της επίδικης έκθεσης, και δεν παρέθεσε επαρκή αιτιολογία συναφώς.

41

Πρώτον, επικρίνει, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία της έννοιας «λογοκλοπή» στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 58 έως 61, 70, 72, 79 και 81 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Συναφώς, αφενός, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε στερούμενη νομικής σημασίας ερμηνεία ενός όρου ο οποίος δεν εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης, αλλά κατά βάση χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη, προκειμένου να τη χρησιμοποιήσει για την εκτίμηση και την αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, ενώ η συμπεριφορά αυτή θα έπρεπε να εκτιμηθεί αποκλειστικώς υπό το πρίσμα των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον ΚΥΚ.

42

Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο, με τη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παρέπεμψε εσφαλμένως στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Szpunar στην υπόθεση Pelham κ.λπ. (C‑476/17, EU:C:2018:1002), όσον αφορά την ερμηνεία του περιεχομένου της λεγόμενης εξαίρεσης της «παράθεσης αποσπασμάτων» την οποία προβλέπει η οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10), βάσει της οποίας μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ της νόμιμης παράθεσης αποσπασμάτων και της προσβολής του δικαιώματος του δημιουργού, εξαίρεση η οποία δεν είναι λυσιτελής εν προκειμένω. Ο αναιρεσείων προβάλλει, συναφώς, ότι η οδηγία 2001/29 αφορά την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού. Επιπλέον, από το γράμμα και το πλαίσιο των προτάσεων αυτών προκύπτει ότι ο μνημονευόμενος σε αυτές όρος «λογοκλοπή» αφορά προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού όταν υφίσταται υπέρβαση των ορίων της εξαίρεσης της παράθεσης αποσπασμάτων. Ωστόσο, ο ίδιος ο FRA θεωρεί ότι η νομοθεσία στον τομέα των δικαιωμάτων του δημιουργού δεν ασκεί ιδιαίτερη επιρροή στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης. Εξάλλου, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η άποψη που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των προαναφερθεισών προτάσεων είναι λυσιτελής μόνον αν τα κείμενα που αντιγράφηκαν προστατεύονται από τη νομοθεσία περί δικαιωμάτων του δημιουργού στην Αυστρία. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει και άλλη πλάνη περί το δίκαιο, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, στη σκέψη 81 της απόφασης αυτής, ότι το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο στον τομέα των δικαιωμάτων του δημιουργού δεν ασκούσε εν προκειμένω επιρροή.

43

Κατά τον αναιρεσείοντα, δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως απέρριψε τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 11 του Χάρτη. Παραπέμποντας όμως στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η ελευθερία έκφρασης εφαρμόζεται ως προς τη λήψη και τη μετάδοση όλων των πληροφοριών και ιδεών, ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους.

44

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, συναφώς, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, διότι παρέπεμψε στη διατύπωση της συμβουλευτικής γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου, ενώ μόνον η διατύπωση της απόφασης της ΑΔΑ είναι κρίσιμη για την εκτίμηση της νομιμότητας της τελευταίας αυτής απόφασης. Επιπλέον, οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 90, 91 και 97 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες, κατ’ ουσίαν, η υποχρέωση αναφοράς των πηγών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά υπερβολικό περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης, ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο, στο μέτρο που, κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προσβολή της ελευθερίας έκφρασης μπορεί επίσης να απορρέει από το γεγονός ότι επιβάλλονται στον ενδιαφερόμενο διατυπώσεις, προϋποθέσεις, περιορισμοί ή κυρώσεις. Η υποχρέωση κοινολόγησης των πηγών αποτελεί διατύπωση ή προϋπόθεση που συνδέεται με την άσκηση της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης. Επομένως, κατά τον αναιρεσείοντα, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, κατά την οποία τα δικαστήρια της Ένωσης πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά την ερμηνεία του Χάρτη.

45

Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 25ης Νοεμβρίου 1999, Hashman και Harrup κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:1999:1125JUD002559494), όσον αφορά την ερμηνεία της απαίτησης του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, κατά την οποία κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη πρέπει να «προβλέπεται από το νόμο». Το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε το συγκεκριμένο επιχείρημα του αναιρεσείοντος και, ως εκ τούτου, δεν απάντησε επαρκώς σε αυτό, οπότε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη κατά νόμο.

46

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι κατά τον χρόνο σύνταξης και κοινοποίησης της επίδικης έκθεσης καλυπτόταν από την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει, αφενός, ότι απόλυση για πειθαρχικούς λόγους ενδέχεται να παραβιάζει την ελευθερία αυτή και, αφετέρου, ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για την επιβολή έγκυρου περιορισμού της ελευθερίας αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν ερμήνευσε το άρθρο 11 του Χάρτη υπό το πρίσμα της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, καθόσον δεν διευκρίνισε τους λόγους για τους οποίους η προσαπτόμενη στον αναιρεσείοντα συμπεριφορά, η οποία θα έπρεπε να προστατεύεται από το άρθρο 11 του Χάρτη και η οποία δεν υπόκειται σε κανέναν έγκυρο νομικό περιορισμό, πρέπει να θεωρηθεί ανάρμοστη και κολάσιμη.

47

Τρίτον, όσον αφορά αυτή την απουσία έγκυρου νομικού περιορισμού, στο σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, στις σκέψεις 67 έως 69 και 95 έως 98 αυτής, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 11, 12 και 21 του ΚΥΚ. Ο αναιρεσείων προβάλλει επ’ αυτού ότι το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε το πλαίσιο που απορρέει από τη μεταρρύθμιση του ΚΥΚ του 2004 το οποίο λαμβάνει υπόψη την κατοχυρωμένη στο άρθρο 11 του Χάρτη ελευθερία της έκφρασης και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το άρθρο 52 του Χάρτη. Συγκεκριμένα, το άρθρο 11 του Χάρτη αιτιολόγησε τη μεταρρύθμιση του άρθρου 17 του ΚΥΚ και την προσθήκη του άρθρου 17α σε αυτόν, καθόσον οι γενικές διατάξεις των άρθρων 11, 12 και 21 του ΚΥΚ δεν ήταν αρκούντως σαφείς και ακριβείς όσον αφορά τους περιορισμούς που τίθενται στην ελευθερία της έκφρασης των μονίμων υπαλλήλων ή των μελών του λοιπού προσωπικού της Ένωσης.

48

Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία και αιτιολόγησε ανεπαρκώς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις σκέψεις της 72 και 218. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει συναφώς ότι, πράγματι, ο FRA διαθέτει εσωτερικούς κανόνες σχετικά με τη δημοσίευση και την παραγωγή αποτελεσμάτων έρευνας. Ωστόσο, οι κανόνες αυτοί διασφαλίζουν ένα ορθό σύστημα παραπομπών σε στάδιο μεταγενέστερο του πρώτου προσχεδίου μιας ερευνητικής εργασίας, όπως ήταν η επίδικη έκθεση. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς ό,τι απορρέει, κατ’ ουσίαν, από τις σκέψεις 73, 74 και 95 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το γεγονός ότι δεν περιελήφθησαν παραπομπές και υποσημειώσεις σε αυτό το «πρώτο προσχέδιο», το οποίο συνιστούσε η επίδικη έκθεση, η οποία υποβλήθηκε ως επισκόπηση της δομής και του περιεχομένου της ερευνητικής εργασίας που του είχε ζητηθεί να εκπονήσει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανάρμοστη συμπεριφορά ή ως αθέμιτη πράξη εκ μέρους του. Ο αναιρεσείων συμμορφώθηκε προς τους εσωτερικούς κανόνες του FRA, οπότε δεν είναι δυνατό να του επιβληθούν κυρώσεις για τον λόγο αυτόν.

49

Ο FRA προβάλλει, κατ’ ουσίαν, το απαράδεκτο των επιχειρημάτων που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και, εν πάση περιπτώσει, τα θεωρεί προδήλως αβάσιμα.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

50

Πρώτον, όσον αφορά τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος σχετικά με την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία της έννοιας της «λογοκλοπής», τα οποία κατ’ ουσίαν βάλλουν κατά των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 58 έως 61, 70, 72, 79 και 81 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνεται ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.

51

Βεβαίως, όπως ορθώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η έννοια της «λογοκλοπής» δεν αποτελεί έννοια του δικαίου της Ένωσης και τα ζητήματα που αφορούν τα δικαιώματα του δημιουργού εμπίπτουν, κατ’ αρχήν, στο δίκαιο των κρατών μελών.

52

Εντούτοις, εν προκειμένω, όπως προκύπτει ιδίως από τις σκέψεις 55 και 56 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά των οποίων δεν βάλλει ο αναιρεσείων στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής-αγωγής, κατά το οποίο η λογοκλοπή δεν συνιστούσε παράβαση του ΚΥΚ, έπρεπε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου επιτάσσει οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς, τα δε αποτελέσματά τους να μπορούν να προβλεφθούν, ιδίως όταν ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες για τους ιδιώτες. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν η προσαπτόμενη στον αναιρεσείοντα συμπεριφορά είχε ορθώς τιμωρηθεί ως παράβαση των άρθρων 11, 12 και 21 του ΚΥΚ, που εφαρμόζονται στους εκτάκτους υπαλλήλους δυνάμει του άρθρου 11, πρώτο εδάφιο, του ΚΛΠ, και αν ο αναιρεσείων ήταν σε θέση να γνωρίζει με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που του επέβαλλε ο ΚΥΚ σε σχέση με την προσαπτόμενη συμπεριφορά, ήταν αναγκαίο να προσδιοριστεί η φύση της συμπεριφοράς αυτής.

53

Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την εκ μέρους του αναιρεσείοντος επίκριση της σκέψης 57 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο απλώς διαπίστωσε στην εν λόγω σκέψη ότι υπήρχε διαφορά στη διατύπωση, αφενός, της απόφασης παύσης, με την οποία ο FRA διαπίστωσε ότι ο αναιρεσείων είχε διαπράξει λογοκλοπή, και, αφετέρου, της γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία η αντιβαίνουσα στα άρθρα 11, 12 και 21 του ΚΥΚ προσαπτόμενη στον αναιρεσείοντα συμπεριφορά συνίστατο, κατ’ ουσίαν, σε ηθελημένη παρουσίαση εγγράφου προκύπτοντος από αντιγραφή ως προϊόντος δικής του εργασίας. Αφού προσδιόρισε το αντικείμενο της ανάλυσής του με τον τρόπο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο στη συνέχεια προέβη, με τις σκέψεις 58 έως 76 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στην εκτίμηση του ζητήματος αν η προσαπτόμενη στον αναιρεσείοντα συμπεριφορά, ήτοι η ηθελημένη παρουσίαση εγγράφου προκύπτοντος κατά μεγάλο μέρος από αντιγραφή ως προϊόντος δικής του εργασίας, ενέπιπτε στην έννοια της «λογοκλοπής» στην οποία αναφερόταν η απόφαση παύσης και αν, ως εκ τούτου, μπορούσε να συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα άρθρα 11, 12 και 21 του ΚΥΚ.

54

Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, όταν ο υπάλληλος δεν συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον ΚΥΚ, το γεγονός ότι ενεργεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία δεν σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος βρίσκεται στο απυρόβλητο όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του ΚΥΚ. Επομένως, ορθώς και χωρίς να παραμορφώσει τα πραγματικά περιστατικά το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, υπό το πρίσμα των διατάξεων του ΚΥΚ, οι παραπομπές στο αυστριακό δίκαιο δεν ασκούσαν επιρροή εν προκειμένω, οπότε παρείλκε η εξέταση του περιεχομένου του δικαίου αυτού.

55

Δεύτερον, η αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς απέρριψε, στις σκέψεις 90 και 91 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι ο FRA τον εμπόδισε να ασκήσει, κατά τρόπο απόλυτο, το κατοχυρωμένο στο άρθρο 11 του Χάρτη δικαίωμά του στην ελευθερία έκφρασης και παρέλειψε να αναλύσει, στις σκέψεις 86 έως 98 της απόφασης αυτής, τα επιχειρήματα με τα οποία προβάλλεται παράβαση του άρθρου 52, παράγραφοι 1 και 3, του Χάρτη, στηρίζεται επίσης σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

56

Πράγματι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, το Γενικό Δικαστήριο δεν διαπίστωσε, σε καμία σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το περιεχόμενο της επίδικης έκθεσης δεν καλυπτόταν από την ελευθερία έκφρασης, οπότε έπρεπε να αποκλειστεί η εφαρμογή του άρθρου 11 του Χάρτη και, κατά μείζονα λόγο, δεν έκρινε ότι μια πειθαρχική κύρωση λόγω λογοκλοπής δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά περίπτωση, ως περιορισμός της ελευθερίας αυτής και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο, σύμφωνα με την προϋπόθεση του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

57

Αντιθέτως, όπως προκύπτει, ειδικότερα, από τις σκέψεις 86 έως 94 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι, δυνάμει του άρθρου 11, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη, το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς την ανάμειξη δημοσίων αρχών και αδιακρίτως συνόρων. Έκρινε επίσης ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, για να θεωρηθεί σύμφωνος με το δίκαιο της Ένωσης, ένας περιορισμός του δικαιώματος αυτού πρέπει να «προβλέπεται από τον νόμο», να επιδιώκει στόχο γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση, και να μην είναι υπέρμετρος. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι τα άρθρα 11, 12 και 21 του ΚΥΚ συνιστούν θεμιτό περιορισμό στην άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, και ότι ο περιορισμός αυτός δεν μπορεί να θεωρηθεί υπέρμετρος.

58

Εξάλλου, στο μέτρο που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να αναλύσει τις συνέπειες της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 25ης Νοεμβρίου 1999, Hashman και Harrup κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:1999:1125JUD002559494), υπενθυμίζεται ότι λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου να απαντήσει σε πρωτοδίκως προβληθέντα επιχειρήματα ισοδυναμεί, κατ’ ουσίαν, με επίκληση παράβασης της υποχρέωσης αιτιολόγησης που απορρέει από το άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει εφαρμογή στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού και του άρθρου 117 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, XC κατά Επιτροπής, C‑527/21 P, EU:C:2023:850, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

59

Ωστόσο, η υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει το Γενικό Δικαστήριο δεν του επιβάλλει να παραθέτει σκεπτικό το οποίο να εξετάζει αναλυτικά και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατυπώνουν οι διάδικοι, η δε αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί, επομένως, να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους δεν έγιναν δεκτά τα επιχειρήματά τους από το Γενικό Δικαστήριο, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, XC κατά Επιτροπής, C‑527/21 P, EU:C:2023:850, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

60

Εν προκειμένω, με το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής, ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι ένας περιορισμός του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης που «προβλέπεται από τον νόμο», κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, απαιτεί ορισμένο βαθμό σαφήνειας και προβλεψιμότητας του επίμαχου νόμου. Υποστήριξε, συναφώς, ότι από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 25ης Νοεμβρίου 1999, Hashman και Harrup κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:1999:1125JUD002559494), προκύπτει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «νόμος», κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης του Χάρτη, ένας ιδιαιτέρως ασαφής κανόνας δικαίου ο οποίος δεν παρέχει πληροφορίες στον ενδιαφερόμενο ως προς το είδος της συμπεριφοράς που αντιβαίνει στη διαταγή.

61

Το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά την οποία μια διάταξη δεν μπορεί να επιβάλλει νομίμως περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης, αν δεν είναι διατυπωμένη κατά τρόπο αρκούντως ακριβή, ώστε να είναι εφικτό για τον πολίτη να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του, πράγμα που επίσης επιτάσσει η αρχή της ασφάλειας δικαίου, έκρινε, στις σκέψεις 94 έως 98 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα άρθρα 11, 12 και 21 του ΚΥΚ συνιστούσαν αρκούντως ακριβείς νομικούς περιορισμούς του δικαιώματος στην ελευθερία έκφρασης. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης ως προς το ζήτημα αυτό.

62

Επομένως, καθόσον ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει, τα σχετικώς προβαλλόμενα επιχειρήματά του πρέπει να κριθούν αβάσιμα.

63

Τρίτον, όσον αφορά την επιχειρηματολογία κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 67 έως 69 και 95 έως 98 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 11, 12 και 21 του ΚΥΚ ως διατάξεων που εισάγουν περιορισμό του δικαιώματος στην ελευθερία έκφρασης, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 17α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ αναγνωρίζει ρητώς το δικαίωμα αυτό στον υπάλληλο ή το μέλος του λοιπού προσωπικού της Ένωσης, εντός των ορίων της αυστηρής τήρησης των αρχών της πίστης και της αμεροληψίας.

64

Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου απορρέει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι, οσάκις διακυβεύεται η ελευθερία έκφρασης των υπαλλήλων, τα καθήκοντα και οι ευθύνες τους ενέχουν ιδιαίτερη σημασία δικαιολογούσα ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως του οικείου θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης όταν πρόκειται να κριθεί αν η επέμβαση στην άσκηση της ελευθερίας αυτής είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, Connolly κατά Επιτροπής, C‑274/99 P, EU:C:2001:127, σκέψη 49).

65

Ειδικότερα, το καθήκον πίστης, το οποίο καθιερώνεται με το άρθρο 12 του ΚΥΚ, επιβάλλει στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο όχι μόνο να απέχει από συμπεριφορές που θίγουν την αξιοπρέπεια του λειτουργήματος και τον σεβασμό που οφείλεται στο θεσμικό όργανο και στις αρχές του, αλλά και να επιδεικνύει, κατά μείζονα λόγο αν είναι υψηλόβαθμος, συμπεριφορά υπεράνω πάσης υποψίας, ώστε να διαφυλάσσεται η υφιστάμενη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του εν λόγω θεσμικού οργάνου και του ιδίου (απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2020, Fleig κατά ΕΥΕΔ, C‑446/19 P, EU:C:2020:918, σκέψη 100).

66

Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 27, 33 και 60 έως 62 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στηριζόμενο στο αιτιολογικό της απόφασης παύσης και της γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου, ότι η συμπεριφορά που προσάπτεται στον αναιρεσείοντα συνίστατο σε εσκεμμένη παρουσίαση ενός εγγράφου ως προϊόντος δικής του εργασίας, ενώ ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα αντιγραφής, καθόσον, αντιθέτως προς την παράθεση αποσπασμάτων, αφενός, δεν υπήρχε καμία διεπαφή μεταξύ της επίδικης έκθεσης και των εγγράφων που αντιγράφηκαν και, αφετέρου, τα χωρία που αντιγράφηκαν δεν παρουσιάζονταν ευκρινώς, στην έκθεση αυτή, ως στοιχεία ξένα προς αυτήν.

67

Από τις εν λόγω εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι δεν επιβλήθηκαν κυρώσεις στον αναιρεσείοντα διότι είχε εκφράσει προσωπική ή αποκλίνουσα γνώμη στην επίδικη έκθεση, αλλά διότι παρουσίασε έγγραφα τρίτων ως προϊόν δικής του εργασίας, χωρίς να μνημονεύσει τις πηγές του. Βάσει αυτών των διαπιστώσεων περί τα πραγματικά περιστατικά, τις οποίες δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς συνήγαγε, στις σκέψεις 95 και 96 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η οικεία συμπεριφορά του αναιρεσείοντος ήταν δυνατό να αντιβαίνει στο καθήκον πίστης, νομική βάση του οποίου είναι τα άρθρα 11, 12 και 21 του ΚΥΚ, τα οποία συνιστούν θεμιτούς περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης καθόσον επιδιώκουν, μεταξύ άλλων, τον σκοπό της διαφύλαξης της σχέσης εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ ενός θεσμικού οργάνου και των υπαλλήλων του.

68

Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο περιορισμός αυτός του δικαιώματος της ελευθερίας έκφρασης δεν μπορεί να θεωρηθεί εν προκειμένω υπέρμετρος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων μπορούσε ακόμη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του στην επίδικη έκθεση, πλην όμως δεν είχε το δικαίωμα να παρουσιάζει την εργασία τρίτου ως προϊόν δικής του εργασίας, χωρίς να αναφέρει τις πηγές του.

69

Κρίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει ο αναιρεσείων, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

70

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

71

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι, κατά την περιγραφή της ένδικης διαφοράς στη σκέψη 9 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που του είχε υποβάλει, ιδίως ένα μήνυμα του προϊσταμένου του τμήματος προς τον αναιρεσείοντα με το οποίο τον καλούσε να αποστείλει σε έναν από τους συναδέλφους του τον σύνδεσμο για την παροχή πρόσβασης στην καταχωρισμένη στο ΣΔΕ επίδικη έκθεση. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν είχε απλώς «κληθεί» να αποστείλει τον σύνδεσμο, αλλά έλαβε σχετική διαταγή από τον προϊστάμενο του τμήματος. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως χαρακτήρισε ως απλή «πρόσκληση» μια διαταγή προερχόμενη από ιεραρχικώς προϊστάμενο, την οποία ο αναιρεσείων δεν ήταν σε θέση να αγνοήσει. Σύμφωνα δε με το άρθρο 21α του ΚΥΚ, δεν μπορεί να θεωρηθεί νομικά υπεύθυνος για τις συνέπειες της συμμόρφωσής του προς την εν λόγω διαταγή, καθόσον η διαταγή αυτή δεν ήταν προδήλως παράνομη ούτε αντέβαινε στους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας.

72

Ο FRA εγείρει ένσταση απαραδέκτου του τρίτου λόγου αναιρέσεως, υποστηρίζοντας ότι ο αναιρεσείων απλώς αμφισβητεί τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

73

Διαπιστώνεται ότι, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων απλώς και μόνον αμφισβητεί την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 9 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στο μέρος της οποίας εκτίθεται το ιστορικό της διαφοράς, χωρίς να διευκρινίζει για ποιον λόγο ο προβαλλόμενος εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός του μηνύματος που απηύθυνε στον αναιρεσείοντα ο προϊστάμενος του τμήματός του είναι ικανός να καταστήσει πλημμελείς τις νομικές εκτιμήσεις στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο με την απόφασή του. Εξ αυτού προκύπτει ότι, υπό το πρόσχημα ενός τέτοιου εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών, ο αναιρεσείων αμφισβητεί, στην πραγματικότητα, τις πραγματικές εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου, χωρίς, όμως, να εκθέτει τους λόγους για τους οποίους οι εκτιμήσεις αυτές είναι προδήλως εσφαλμένες ή αντίθετες προς το γράμμα τους.

74

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 31 και 32 της παρούσας απόφασης, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

75

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 101, 106, 107, 111 έως 113 και 122 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στο πλαίσιο της εκ μέρους του ανάλυσης της νομιμότητας της κίνησης της διοικητικής έρευνας και δεν παρέθεσε συναφώς επαρκή αιτιολογία.

76

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία και υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στη σκέψη 107 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, διότι η γνώμη της OLAF είχε προσαρτηθεί μόνο στην έκθεση του διευθυντή του FRA και ο αναιρεσείων έλαβε την εν λόγω έκθεση μετά τις 27 Φεβρουαρίου 2019. Ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων δεν είχε ενημερωθεί σχετικά με το περιεχόμενο της γνώμης της OLAF ούτε κατά την κίνηση της έρευνας στις 23 Μαρτίου 2018 ούτε, περαιτέρω, κατά την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας στις 23 Οκτωβρίου 2018. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι ο αναιρεσείων είχε ενημερωθεί επαρκώς κατά την κίνηση της έρευνας και εφάρμοσε κατ’ αναλογίαν τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2005, Rasmussen κατά Επιτροπής (T‑203/03, EU:T:2005:346).

77

Κατά δεύτερον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η κίνηση διοικητικής έρευνας. Κατ’ αυτόν, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το κριτήριο της «αρχής αποδείξεως», που προβλέπεται στο άρθρο 86, παράγραφοι 1 και 2, του ΚΥΚ, πληρούται κατά την κίνηση διοικητικής έρευνας, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γράμμα της διάταξης αυτής. Συναφώς, ο μόνος θεμιτός σκοπός μιας διοικητικής έρευνας είναι να διαπιστωθεί, βάσει αρχής αποδείξεως, ότι μπορεί ευλόγως να υφίσταται υπόνοια ότι υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού της Ένωσης παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον ΚΥΚ.

78

Εξάλλου, ο αναιρεσείων εκτιμά ότι η διοικητική έρευνα συνιστά, εξ ορισμού, επεξεργασία δεδομένων η οποία πρέπει, κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 45/2001, να έχει «καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς». Ο αναιρεσείων υποστηρίζει επιπλέον ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι τα άρθρα 1 και 2 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ δεν απαιτούν να διευκρινίζει η ΑΔΑ τις συγκεκριμένες διατάξεις του ΚΥΚ τις οποίες παρέβη ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό εμπίπτει μάλλον στο άρθρο 86, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και στον κανονισμό 45/2001. Τέλος, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το άρθρο 86, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ορίζει ότι διαδικασία διοικητικής έρευνας μπορεί να κινηθεί μόνο για να εξακριβωθεί παράβαση του ΚΥΚ από τον υπάλληλο ή το μέλος του λοιπού προσωπικού της Ένωσης και όχι προσβολή του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας.

79

Κατά τρίτον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης καθόσον απέκλεισε την εφαρμογή της νομολογίας που απορρέει από την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, Franchet και Byk κατά Επιτροπής (T‑48/05, EU:T:2008:257), η οποία επικυρώθηκε με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2012, Επιτροπή κατά Νανόπουλου (T‑308/10 P, EU:T:2012:370), σύμφωνα με την οποία η Διοίκηση πρέπει να διαθέτει αρκούντως ακριβή και συναφή στοιχεία προτού κινήσει πειθαρχική διαδικασία.

80

Ο FRA εγείρει ένσταση απαραδέκτου του τετάρτου λόγου αναιρέσεως και επισημαίνει επιπλέον ότι, εν πάση περιπτώσει, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

81

Παρατηρείται εκ προοιμίου ότι, δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, η ΑΔΑ μπορεί να κινήσει διοικητική έρευνα προκειμένου να εξακριβώσει την ύπαρξη παράβασης, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, όταν έχουν περιέλθει σε γνώση της αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία τεκμαίρεται η ύπαρξη τέτοιας παράβασης. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του εν λόγω άρθρου 86 προκύπτει ότι ο ΚΥΚ παρέχει στη Διοίκηση την εξουσία να κινεί έρευνα στηριζόμενη σε προβαλλόμενη παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον ΚΥΚ.

82

Μολονότι, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Διοίκηση διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την κίνηση διοικητικής έρευνας, εντούτοις, όπως κρίθηκε, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 104 της ίδιας απόφασης, πρέπει να είναι σε θέση να στηριχθεί, προς τούτο, στην ύπαρξη εύλογης υπόνοιας διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος. Επομένως, για την προστασία των δικαιωμάτων του οικείου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού της Ένωσης, η Διοίκηση πρέπει να βεβαιωθεί, πριν κινήσει έρευνα, ότι διαθέτει ενδείξεις από τις οποίες να προκύπτουν υπόνοιες ότι ο εν λόγω υπάλληλος ή το εν λόγω μέλος του λοιπού προσωπικού παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον ΚΥΚ και, πριν κινήσει πειθαρχική διαδικασία εις βάρος του, ότι διαθέτει στοιχεία αρκούντως συγκεκριμένα και ικανά να στηρίξουν τις υπόνοιές της.

83

Αφού ορθώς επισήμανε τις αρχές αυτές, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στη σκέψη 106 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι στην απόφαση για την κίνηση διοικητικής έρευνας δεν γινόταν μνεία του άρθρου 21 του ΚΥΚ και ότι η ΑΣΣΠΑ δεν γνώριζε επακριβώς, κατά τον χρόνο της κίνησης αυτής, ποιες διατάξεις του ΚΥΚ είχε ενδεχομένως παραβεί ο αναιρεσείων.

84

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στην ίδια σκέψη 106, ότι το άρθρο 1 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2 του ίδιου παραρτήματος όσον αφορά τις διοικητικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την ΑΔΑ, δεν απαιτεί από την αρχή αυτή, ή ενδεχομένως από την ΑΣΣΠΑ, να προσδιορίσει τις συγκεκριμένες διατάξεις του ΚΥΚ που φέρεται ότι παραβιάστηκαν, καθόσον, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 107 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στο πλαίσιο της κυριαρχικής εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο, ο αναιρεσείων είχε στη διάθεσή του επαρκή πληροφοριακά στοιχεία ώστε να κατανοήσει ότι του προσαπτόταν παράβαση των διατάξεων του ΚΥΚ που απαιτούν από τους υπαλλήλους συμπεριφορά συνάδουσα προς το καθήκον πίστης, τούτο δε, ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της απόφασης για την κίνηση της έρευνας, η οποία διευκρίνιζε, μεταξύ άλλων, ότι η προσαπτόμενη στον αναιρεσείοντα συμπεριφορά συνίστατο στο ότι συμπεριέλαβε στην επίδικη έκθεση χωρία τα οποία είχαν απλώς αντιγραφεί από άλλες πηγές, χωρίς να έχει μνημονεύσει παραπομπές ή να ενημερώσει σχετικώς τον προϊστάμενο του τμήματός του, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η έκθεση αυτή ήταν προϊόν δικής του εργασίας.

85

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο ή σε παραμόρφωση και κατόπιν παράθεσης επαρκούς αιτιολογίας, έκρινε, στις σκέψεις 108 και 111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η διαδικασία έναντι του αναιρεσείοντος είχε κινηθεί νομοτύπως, δεδομένου ότι η ΑΔΑ, κατά την κίνηση της διοικητικής έρευνας, διέθετε επαρκείς ενδείξεις από τις οποίες προέκυπταν υπόνοιες ότι ο αναιρεσείων παρέβη τις υποχρεώσεις που υπείχε από τον ΚΥΚ και, αφετέρου, κατά την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διέθετε στοιχεία αρκούντως συγκεκριμένα και συγκλίνοντα τα οποία επιβεβαίωναν τις υπόνοιες που είχαν δικαιολογήσει την κίνηση της έρευνας αυτής.

86

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

87

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 16, 114, 119 έως 131 καθώς και 135 και 136 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία, παρέθεσε ανεπαρκή αιτιολογία και προέβη σε ελλιπή εξέταση της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής-αγωγής του, στο πλαίσιο της εκ μέρους του εκτίμησης της «νομικής σημασίας» της απόφασης για την κίνηση της έρευνας.

88

Κατά τον αναιρεσείοντα, ο FRA δεν μεταβίβασε τις πειθαρχικές αρμοδιότητές του στον επικεφαλής της έρευνας, αντιθέτως προς όσα δέχεται το Γενικό Δικαστήριο, αλλά του ανέθεσε ειδική έρευνα με συγκεκριμένο σκοπό και περιεχόμενο. Το Γενικό Δικαστήριο προέβη επίσης σε εσφαλμένη εκτίμηση του νομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται η απόφαση αυτή. Ο αναιρεσείων υπενθυμίζει, συναφώς, ότι ο κανονισμός 45/2001 ορίζει ότι επεξεργασία δεδομένων, όπως μια διοικητική έρευνα, πρέπει να έχει «καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς» και ότι τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία πρέπει να είναι «πρόσφορα, συναφή προς το θέμα και όχι υπέρμετρα» σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υφίστανται επεξεργασία.

89

Ο FRA υποστηρίζει ότι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

90

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη σε εσφαλμένο χαρακτηρισμό της «νομικής σημασίας» της απόφασης για την κίνηση της έρευνας. Εντούτοις, υπό το πρόσχημα λόγου αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, και συγκεκριμένα φερόμενη παράβαση των κανόνων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων κατά τη διοικητική διαδικασία, παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων, ανεπαρκής αιτιολογία και ελλιπής εξέταση της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής-αγωγής του, ο αναιρεσείων ζητεί, στην πραγματικότητα, από το Δικαστήριο να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων εκείνη στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 16, 114, 119 έως 131 καθώς και 135 και 136 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπερ, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 31 και 32 της παρούσας απόφασης, εκφεύγει της αρμοδιότητάς του στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.

91

Επιπλέον, στο μέτρο που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το γράμμα της απόφασης για την κίνηση της διοικητικής έρευνας, απλώς και μόνον επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα που είχε ήδη προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 122 έως 135 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να αποσαφηνίζει τους λόγους για τους οποίους οι σκέψεις αυτές ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο.

92

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επί του έκτου, του εβδόμου και του ογδόου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

93

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε ελλιπή εξέταση της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής-αγωγής του, καθόσον δεν απάντησε στο επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι το πειθαρχικό συμβούλιο δεν περιορίστηκε στα πραγματικά περιστατικά που μνημονεύονται στην έκθεση του διευθυντή του FRA και ότι, ως εκ τούτου, παρέβη τον ΚΥΚ.

94

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, στις σκέψεις 194 και 200 έως 205 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι η ΑΔΑ είχε ήδη αποφασίσει να επιβάλει την ποινή της παύσης πριν από την ακρόαση της 11ης Ιουλίου 2019. Λόγω της μη εξέτασης των στοιχείων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε παραμόρφωσή τους, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, εξέτασε ελλιπώς τον πρωτοδίκως προβληθέντα λόγο ακυρώσεως και παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει.

95

Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι από το σύνολο της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 47 του Χάρτη μη παρέχοντάς του τη δυνατότητα άσκησης πραγματικής δικαστικής προσφυγής.

96

Ο FRA αντιτείνει ότι η θέση του αναιρεσείοντος όσον αφορά τον έκτο λόγο αναιρέσεως παραμένει ασαφής, δεν προσδιορίζονται δε οι σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις οποίες αναφέρεται.

97

Όσον αφορά τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος στη σκέψη 202 in fine της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και απάντησε σε αυτήν στις σκέψεις 203 και 204 της ίδιας απόφασης.

98

Τέλος, κατά τον FRA, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

99

Από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, από το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και από το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζει με ακρίβεια τις επίμαχες σκέψεις της απόφασης της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό, άλλως η αίτηση αναιρέσεως ή ο οικείος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτα (απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2024, Jenkinson κατά Συμβουλίου κ.λπ., C‑46/22 P, EU:C:2024:50, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

100

Μεταξύ άλλων, δεν πληροί τις ως άνω απαιτήσεις και πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτος λόγος με τον οποίο προβάλλονται επιχειρήματα τα οποία δεν είναι αρκούντως σαφή και ακριβή ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ασκήσει τον εκ μέρους του έλεγχο νομιμότητας, ιδίως διότι τα ουσιώδη στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο αρκούντως συνεπή και κατανοητό από το κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο είναι συναφώς διατυπωμένο κατά τρόπο ασαφή και διφορούμενο (απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2024, Jenkinson κατά Συμβουλίου κ.λπ., C‑46/22 P, EU:C:2024:50, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι έπρεπε να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως στερούμενη συνεπούς δομής, περιοριζόμενη σε γενικόλογες διαπιστώσεις μη περιέχουσες ακριβείς ενδείξεις σχετικά με τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης οι οποίες ενδεχομένως ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2022, Picard κατά Επιτροπής, C‑366/21 P, EU:C:2022:984, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

101

Εν προκειμένω, όσον αφορά τον έκτο και τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, αρκεί η επισήμανση ότι οι λόγοι αυτοί δεν προσδιορίζουν με ακρίβεια τις σκέψεις του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά των οποίων στρέφονται ούτε την πλάνη περί το δίκαιο την οποία ενέχουν. Επιπλέον, οι λόγοι αυτοί διατυπώνονται κατά τρόπο πολύ γενικό, χωρίς να αναπτύσσεται επαρκής επιχειρηματολογία ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να εκτιμήσει το βάσιμό τους.

102

Ομοίως, όσον αφορά τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, μολονότι ο αναιρεσείων διευκρινίζει ότι ο λόγος αυτός βάλλει κατά των σκέψεων 194 και 200 έως 205 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προσάπτοντας στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέλειψε να μνημονεύσει και να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν ότι η ΑΔΑ είχε ήδη αποφασίσει να επιβάλει την ποινή της παύσης πριν από την ακρόαση της 11ης Ιουλίου 2019, γεγονός παραμένει ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει νομικά επιχειρήματα τα οποία να θεμελιώνουν έλλειψη αιτιολογίας.

103

Κατά συνέπεια, ο έκτος, ο έβδομος και ο όγδοος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως προδήλως απαράδεκτοι.

104

Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους που προβλήθηκαν προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως δεν έγινε δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επί των δικαστικών εξόδων

105

Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

106

Δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του FRA, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο FRA.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

 

2)

Ο DD φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA).

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.