ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 12ης Δεκεμβρίου 2024 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Έκτακτοι υπάλληλοι – Καταγγελία σύμβασης αορίστου χρόνου – Περίοδος προειδοποίησης – Διατήρηση της υποχρέωσης πίστης και εμπιστευτικότητας – Πειθαρχική διαδικασία – Κίνηση διοικητικής έρευνας – Θέση στο αρχείο χωρίς να δοθεί συνέχεια – Παράνομες συμπεριφορές καταλογιστέες στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή – Ηθική βλάβη – Απόδειξη – Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης»

Στην υπόθεση C‑130/22 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2022,

DD, εκπροσωπούμενος από την N. Lorenz, Rechtsanwältin,

αναιρεσείων,

όπου ο έτερος διάδικος είναι:

Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), εκπροσωπούμενος αρχικώς από τον M. O’Flaherty, στη συνέχεια από την S. Rautio, επικουρούμενους από τον B. Wägenbaur, Rechtsanwalt,

εναγόμενος πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Jarukaitis, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, E. Regan και Z. Csehi (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Pikamäe

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ο DD ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 21ης Δεκεμβρίου 2021, DD κατά FRA (T‑703/19, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2021:923), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή που άσκησε βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με αίτημα, κατ’ ουσίαν, την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη ο αναιρεσείων, εκτιμώμενης ex æquo et bono σε 50000 ευρώ, λόγω της κίνησης και της διεξαγωγής διοικητικής διαδικασίας εντός του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA).

Το νομικό πλαίσιο

Ο ΚΥΚ

2

Το άρθρο 11, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) ορίζει τα εξής:

«Ο υπάλληλος οφείλει να ασκεί τα καθήκοντά του και να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του λαμβάνοντας αποκλειστικά υπόψη του τα συμφέροντα της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης. Δεν ζητεί ή δέχεται οδηγίες από κυβέρνηση, αρχή, οργάνωση ή πρόσωπο ξένο προς το όργανο στο οποίο ανήκει. Εκτελεί τις εργασίες που του ανατίθενται κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο, τηρώντας το καθήκον πίστεως που υπέχει έναντι της Ένωσης.»

3

Το άρθρο 12α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής:

«Ο υπάλληλος απέχει από κάθε μορφή ηθικής ή σεξουαλικής παρενόχλησης.»

4

Κατά το άρθρο 17 του ΚΥΚ:

«1.   Ο υπάλληλος απέχει από την χωρίς άδεια κοινολόγηση των πληροφοριών που περιέρχονται στην αντίληψή του εξαιτίας των καθηκόντων του, εκτός εάν οι πληροφορίες αυτές έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί ή γίνει προσιτές στο κοινό.

2.   Ο υπάλληλος υπόκειται στην υποχρέωση αυτή ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων του.»

5

Το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής:

«Κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να κοινοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο. Κάθε απόφαση σε βάρος υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη».»

6

Κατά το άρθρο 86 του ΚΥΚ:

«1.   Κάθε παράλειψη των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει υπάλληλος ή τέως υπάλληλος δυνάμει του παρόντος κανονισμού η οποία γίνεται εκουσίως ή εξ αμελείας, αποτελεί λόγο πειθαρχικής κυρώσεως.

2.   Όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή [(στο εξής: ΑΔΑ)] ή η [Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης, (OLAF)] λαμβάνουν γνώση αποδεικτικών στοιχείων για παράλειψη υποχρεώσεων κατά την έννοια της παραγράφου 1, μπορούν να κινούν διαδικασία διοικητικής έρευνας με σκοπό να εξακριβωθεί η ύπαρξη της παράλειψης αυτής.

3.   Οι πειθαρχικοί κανόνες, διαδικασίες και μέτρα, καθώς και οι κανόνες και διαδικασίες που αφορούν τις διοικητικές έρευνες, καθορίζονται στο Παράρτημα IX.»

7

Το άρθρο 1 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«1.   Όταν μια έρευνα της OLAF αποκαλύπτει το ενδεχόμενο προσωπικής εμπλοκής υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου ενός οργάνου, ο υπάλληλος αυτός ενημερώνεται ταχέως, εφόσον αυτό δεν βλάπτει την έρευνα. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούν να συντάσσονται πορίσματα αναφερόμενα ονομαστικά σε υπάλληλο κατά την περάτωση της έρευνας, χωρίς να έχει δοθεί η δυνατότητα στον εν λόγω υπάλληλο να διατυπώσει παρατηρήσεις για τα γεγονότα που τον αφορούν. Τα πορίσματα κάνουν μνεία των εν λόγω παρατηρήσεων.

[…]

3.   Εάν, κατόπιν έρευνας της OLAF, δεν μπορεί να στηριχθεί καμία κατηγορία κατά υπαλλήλου εις βάρος του οποίου προβλήθηκαν ισχυρισμοί, η έρευνα που τον αφορά περατούται, χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση με απόφαση του διευθυντή της OLAF, ο οποίος ενημερώνει τον υπάλληλο και το οικείο όργανο γραπτώς. Ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συμπεριληφθεί η απόφαση αυτή στον ατομικό του φάκελο.»

8

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος IX του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«Οι κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 1 του παρόντος Παραρτήματος εφαρμόζονται, με τις απαραίτητες τροποποιήσεις, και σε άλλες διοικητικές έρευνες που διενεργούνται από την [ΑΔΑ].»

9

Το άρθρο 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«Με βάση την αναφορά που συντάχθηκε για την έρευνα, αφού κοινοποιηθούν στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο όλα τα στοιχεία του φακέλου και μετά από ακρόαση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου, η [ΑΔΑ] μπορεί:

α)

να αποφασίζει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή καμία κατηγορία κατά του υπαλλήλου· τότε, ο τελευταίος ενημερώνεται σχετικά γραπτώς· ή

β)

να αποφασίζει ότι, ακόμη και αν υπάρχει ή φαίνεται να υπάρχει παράβαση συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις, δεν πρέπει να ληφθούν πειθαρχικά μέτρα και, ενδεχομένως, να απευθύνει στον υπάλληλο προειδοποίηση· ή

γ)

σε περίπτωση παράβασης συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις, κατά την έννοια του άρθρου 86 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης:

i)

να αποφασίζει να κινήσει την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται στο τμήμα 4 του παρόντος Παραρτήματος, ή

ii)

να αποφασίζει να κινήσει πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου.»

10

Το άρθρο 29 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«Εάν δεν γίνει δεκτή καμία κατηγορία κατά του υπαλλήλου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 3, και του άρθρου 22, παράγραφος 2, του παρόντος Παραρτήματος, ο υπάλληλος έχει δικαίωμα, με αίτησή του, στην ανόρθωση της ζημίας που υπέστη μέσω της κατάλληλης δημοσιότητας της απόφασης της [ΑΔΑ].»

Το ΚΛΠ

11

Το άρθρο 47 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ) ορίζει τα εξής:

«Εκτός από την περίπτωση θανάτου, η υπαλληλική σχέση του εκτάκτου υπαλλήλου λύεται:

[…]

γ) όταν υφίσταται σύμβαση αορίστου χρόνου:

[…]

i)

στο τέλος της περιόδου προειδοποίησης που προβλέπεται στη σύμβαση· η περίοδος προειδοποίησης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από έναν μήνα για κάθε πλήρες έτος υπηρεσίας, με ελάχιστο όριο τους τρεις μήνες και ανώτατο όριο τους δέκα μήνες. […]

[…]»

Ο κανονισμός (ΕΚ) 45/2001

12

Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 2001, L 8, σ. 1), προέβλεπε τα εξής:

«Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει:

α)

να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία,

[…]».

Το ιστορικό της διαφοράς

13

Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 1 έως 26 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως εξής:

«1

Ο ενάγων, DD, προσελήφθη την 1η Αυγούστου 2000 από το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας (EUMC), νυν Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), ως έκτακτος υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, του [ΚΛΠ]. Ο ενάγων προσελήφθη αρχικά με σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία μετατράπηκε σε σύμβαση αορίστου χρόνου από τις 16 Δεκεμβρίου 2006.

2

Με έγγραφο της 13ης Ιουνίου 2013, ο διευθυντής του FRA ενημέρωσε τον ενάγοντα σχετικά με την απόφασή του να καταγγείλει τη σύμβασή του εργασίας αορίστου χρόνου και του ζήτησε να μην μεταβεί στον τόπο εργασίας του κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης “με έναρξη [την ίδια ημέρα] και λήξη στις 12 Απριλίου 2014”.

3

Η δεκάμηνη περίοδος προειδοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 47, στοιχείο γʹ, σημείο i, του ΚΛΠ έληξε στις 13 Απριλίου 2014. Κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης, ο ενάγων απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή του να παρέχει τις υπηρεσίες του και να μεταβαίνει στα γραφεία του FRA.

4

Με ηλεκτρονικά μηνύματα της 5ης Μαρτίου και της 9ης Οκτωβρίου 2014 (στο εξής, από κοινού: επίδικα ηλεκτρονικά μηνύματα), ο ενάγων διαβίβασε στον A, πρώην υπάλληλο του FRA, από την ιδιωτική του διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ορισμένες εσωτερικές πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα του FRA. Επρόκειτο για έγγραφα που περιείχαν, μεταξύ άλλων, κατάλογο πληρωμών στις οποίες προέβη ο FRA προς τον B, πρώην νομικό του σύμβουλο.

5

Στις 20 Μαρτίου 2015 ο διευθυντής του FRA κίνησε διοικητική έρευνα, δυνάμει του άρθρου 2 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ […], η οποία αφορούσε, κατ’ ουσίαν, τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαβιβάστηκαν προς τα έξω εσωτερικά έγγραφα του FRA (στο εξής: διοικητική έρευνα).

6

Η [διοικητική] έρευνα διεξήχθη βάσει τριών αποφάσεων (στο εξής, από κοινού: αποφάσεις για την κίνηση διοικητικής έρευνας), ήτοι, πρώτον, την απόφαση DIR/003/2015, της 20ής Μαρτίου 2015, για την κίνηση διοικητικής έρευνας (στο εξής: απόφαση για την κίνηση της διοικητικής έρευνας), δεύτερον, την απόφαση DIR/004/2016, της 3ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τη διεύρυνση του πεδίου της διοικητικής έρευνας (στο εξής: απόφαση για τη διεύρυνση της διοικητικής έρευνας […]) και, τρίτον, την απόφαση DIR/005/2016, της 18ης Μαρτίου 2016, για τον διορισμό επιτροπής έρευνας.

7

Με απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2015, DD κατά FRA (F‑106/13 και F‑25/14, EU:F:2015:118), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ακύρωσε την απόφαση περί καταγγελίας που μνημονεύεται στη σκέψη 2 ανωτέρω. Απέρριψε, ωστόσο, το αίτημα αποζημίωσης του ενάγοντος για την ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.

8

Ο ενάγων άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση της 19ης Ιουλίου 2017, DD κατά FRA (T‑742/15 P, […], EU:T:2017:528).

9

Στις 29 Φεβρουαρίου 2016 ο FRA επανέφερε τον ενάγοντα στα καθήκοντά του σε εκτέλεση της απόφασης της 8ης Οκτωβρίου 2015, DD κατά FRA (F‑106/13 και F‑25/14, EU:F:2015:118).

10

Στις 30 Μαρτίου 2016 ο FRA απηύθυνε στον ενάγοντα υπηρεσιακό σημείωμα με το οποίο τον ενημέρωσε, αφενός, για την κίνηση της διοικητικής έρευνας και, αφετέρου, για τη διεξαγωγή ακροάσεως η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 5 Απριλίου 2016.

11

Με ηλεκτρονικά μηνύματα της ίδιας ημέρας, ο ενάγων ζήτησε από τον FRA να του προσκομίσει τα εις βάρος του αποδεικτικά στοιχεία. Απαντώντας στο αίτημά του, οι διενεργούντες την έρευνα του κοινοποίησαν, αυθημερόν, ορισμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων αντίγραφο του από 9 Οκτωβρίου 2014 ηλεκτρονικού μηνύματός του.

12

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 4ης Απριλίου 2016, σε συμπλήρωση του ηλεκτρονικού μηνύματος που μνημονεύεται στη σκέψη 11 ανωτέρω, ο FRA διαβίβασε στον ενάγοντα συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και το από 5 Μαρτίου 2014 ηλεκτρονικό του μήνυμα.

13

Στις 5 Απριλίου 2016 οι διενεργούντες την έρευνα για λογαριασμό του FRA εξέτασαν τον ενάγοντα καθώς και επτά ακόμη μάρτυρες.

14

Στις 10 Οκτωβρίου 2016, ο ενάγων ενημερώθηκε ότι είχε ολοκληρωθεί η έκθεση έρευνας [(στο εξής: έκθεση έρευνας)].

15

Στις 12 Οκτωβρίου 2016 ο ενάγων ζήτησε από τον FRA να του διαβιβάσει τα πορίσματα της έκθεσης έρευνας, τα πορίσματα της έρευνας καθώς και κάθε άλλο έγγραφο ευθέως συνδεόμενο με τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν εις βάρος του.

16

Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 20ής Οκτωβρίου 2016, σε απάντηση [του] ηλεκτρονικού μηνύματος που μνημονεύεται στη σκέψη 15 ανωτέρω, ο FRA διαβίβασε στον ενάγοντα τα πορίσματα της έκθεσης έρευνας.

17

Στις 17 Νοεμβρίου 2016 ο ενάγων κλήθηκε σε ακρόαση, κατά την έννοια του άρθρου 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 6 Δεκεμβρίου 2016. Με την ευκαιρία αυτή, ο ενάγων έλαβε επίσης αντίγραφο της έκθεσης έρευνας με τα παραρτήματά της.

18

Στις 5 Δεκεμβρίου 2016 ο FRA ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι η ακρόαση για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 17 ανωτέρω είχε αναβληθεί για μεταγενέστερη ημερομηνία.

19

Η ακρόαση πραγματοποιήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2017. Κατά την ακρόαση αυτή, ο ενάγων προσκόμισε γραπτή δήλωση με την οποία υποστήριξε ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα της 9ης Οκτωβρίου 2014 είχε διαρρεύσει εντός του FRA και ζήτησε τη διεξαγωγή εσωτερικής έρευνας επί του θέματος αυτού.

20

Στις 13 Ιανουαρίου 2017 ο ενάγων έλαβε τα πρακτικά της ακροάσεως για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 19 ανωτέρω.

21

Στις 20 Ιανουαρίου 2017 ο ενάγων διαβίβασε στον διευθυντή του FRA τις τελικές παρατηρήσεις του επί της έκθεσης έρευνας.

22

Στις 28 Απριλίου 2017 ο διευθυντής του FRA αποφάσισε να περατώσει τη διοικητική έρευνα χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 4 Μαΐου 2017.

23

Στις 27 Αυγούστου 2018 ο ενάγων υπέβαλε αίτηση […] δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, με την οποία ζητούσε, πρώτον, την παροχή πρόσβασης σε ορισμένα έγγραφα, ήτοι στις αποφάσεις σχετικά με την κίνηση της διοικητικής έρευνας, καθώς και στο από 20 Μαρτίου 2015 υπηρεσιακό σημείωμα που απηύθυνε ο προϊστάμενος της μονάδας ανθρωπίνου δυναμικού του FRA προς τον διευθυντή […], δεύτερον, την κίνηση έρευνας σχετικά με παραβίαση του εμπιστευτικού χαρακτήρα της διοικητικής έρευνας και, τρίτον, την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη λόγω της παράνομης συμπεριφοράς του FRA κατά τη διάρκεια της διοικητικής έρευνας.

24

Στις 21 Δεκεμβρίου 2018 ο διευθυντής του FRA δέχθηκε εν μέρει την από 27 Αυγούστου 2018 αίτηση, παρέχοντας στον ενάγοντα πρόσβαση σε ορισμένα από τα έγγραφα που είχε ζητήσει και τα οποία μνημονεύονται στη σκέψη 23 ανωτέρω (στο εξής: απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2018). Μεταξύ των εγγράφων που διαβιβάστηκαν στον ενάγοντα περιλαμβάνονταν οι αποφάσεις σχετικά με την κίνηση της διοικητικής έρευνας. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε κατά τα λοιπά.

25

Στις 5 Μαρτίου 2019 ο ενάγων υπέβαλε διοικητική ένσταση, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της απόφασης της 21ης Δεκεμβρίου 2018 […]

26

Με απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, ο διευθυντής του FRA κοινοποίησε στον ενάγοντα το υπηρεσιακό σημείωμα της 20ής Μαρτίου 2015 και απέρριψε κατά τα λοιπά τη διοικητική ένσταση που μνημονεύεται στη σκέψη 25 ανωτέρω (στο εξής: απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019).»

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

14

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Οκτωβρίου 2019, ο νυν αναιρεσείων άσκησε την αγωγή για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 1 της παρούσας απόφασης.

15

Προς στήριξη του πρώτου αιτήματός του, με το οποίο ζητούσε από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει τον FRA σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης την οποία ισχυριζόταν ότι υπέστη λόγω των παρανομιών που διέπραξε ο οργανισμός αυτός τόσο κατά την κίνηση της διοικητικής έρευνας όσο και κατά τη διάρκειά της, ο ενάγων προέβαλε εννέα λόγους ελλείψεως νομιμότητας οι οποίοι αφορούσαν παράνομες συμπεριφορές του FRA (στο εξής, από κοινού: παράνομες συμπεριφορές) και αντλούνταν:

–

ο πρώτος, από το ότι οι διενεργούντες την έρευνα δεν διέθεταν αρκούντως ευρεία εντολή ώστε να διερευνήσουν, αφενός, εκ μέρους του παράβαση των άρθρων 11 και 17 του ΚΥΚ και, αφετέρου, σχετικά με το ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Μαρτίου 2014, με αποτέλεσμα η διοικητική έρευνα να στερείται νομικής βάσεως και να συνιστά παράβαση του άρθρου 86, παράγραφος 2, του ΚΥΚ καθώς και του άρθρου 2 της απόφασης 2013/01 του διοικητικού συμβουλίου του FRA, της 22ας Μαΐου 2013, σχετικά με τη διεξαγωγή των διοικητικών ερευνών και των πειθαρχικών διαδικασιών (στο εξής: πρώτος λόγος ελλείψεως νομιμότητας)·

–

ο δεύτερος, από το ότι η απόφαση για την κίνηση της διοικητικής έρευνας δεν στηριζόταν στην ύπαρξη εύλογης υπόνοιας (στο εξής: δεύτερος λόγος ελλείψεως νομιμότητας)·

–

ο τρίτος, από το ότι ο FRA δεν τον είχε ενημερώσει εγκαίρως για την κίνηση της διοικητικής έρευνας και δεν του είχε κοινοποιήσει τις σχετικές αποφάσεις (στο εξής: τρίτος λόγος ελλείψεως νομιμότητας)·

–

ο τέταρτος λόγος, από τον υπερβολικό και μη εύλογο χαρακτήρα της διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας (στο εξής: τέταρτος λόγος ελλείψεως νομιμότητας)·

–

ο πέμπτος, από το ότι η απόφαση με την οποία περατώθηκε η έρευνα στερούνταν αιτιολογίας (στο εξής: πέμπτος λόγος ελλείψεως νομιμότητας)·

–

ο έκτος, από το ότι η έκθεση έρευνας ενείχε πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως·

–

ο έβδομος, από παραβίαση του εμπιστευτικού χαρακτήρα της διοικητικής έρευνας από τον FRA·

–

ο όγδοος, από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 45/2001 (στο εξής: όγδοος λόγος ελλείψεως νομιμότητας) και,

–

ο ένατος, από παράβαση του καθήκοντος μέριμνας, έλλειψη αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, καθώς και από κατάχρηση εξουσίας.

16

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ελλείψεως νομιμότητας ήταν βάσιμοι. Εκτίμησε, ωστόσο, ότι δεν πληρούνταν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ευθύνης θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι ο νυν αναιρεσείων δεν απέδειξε ούτε το υποστατό της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω των παράνομων συμπεριφορών ούτε την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των συμπεριφορών αυτών και της προβαλλόμενης βλάβης.

Τα αιτήματα των διαδίκων στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας

17

Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:

–

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,

–

να του επιδικάσει, ως εκ τούτου, χρηματική ικανοποίηση για τη μη υλική ζημία την οποία υπέστη, εκτιμώμενη ex æquo et bono σε 50000 ευρώ, και, εν ανάγκη, να ακυρώσει την απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2018 καθώς και την απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, και

–

να καταδικάσει τον FRA στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

18

Ο FRA ζητεί από το Δικαστήριο:

–

να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

–

να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

19

Προς στήριξη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει οκτώ λόγους, με τους οποίους προβάλλονται σφάλματα στα οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, αντιστοίχως, σε καθένα από τα οκτώ τμήματα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ήτοι κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, κατά την εξέταση του πρώτου, του δευτέρου, του πέμπτου, του έκτου, του εβδόμου, του ογδόου και του ενάτου λόγου ελλείψεως νομιμότητας, καθώς και κατά την εξέταση της ύπαρξης ενεστώσας ζημίας και αιτιώδους συνάφειας.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως και του πέμπτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

20

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως και με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι, εν προκειμένω, η δεκάμηνη περίοδος προειδοποίησης έπρεπε να θεωρηθεί ως κανονικός χρόνος εργασίας και για τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις πίστης και εμπιστευτικότητας που του επέβαλαν, αντιστοίχως, τα άρθρα 11 και 17 του ΚΥΚ.

21

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι, στις σκέψεις 3 και 78 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων προβαίνοντας σε εσφαλμένο χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, κρίνοντας ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης, ο αναιρεσείων δεν «απαλλάχθηκε [απλώς] από την υποχρέωσή του να παρέχει τις υπηρεσίες του», αλλά ότι του ζητήθηκε, πέραν του να μην εκτελέσει τα επαγγελματικά του καθήκοντα, και να μη μεταβεί στα γραφεία του FRA. Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 77 και 78 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η περίοδος προειδοποίησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κανονικός χρόνος εργασίας. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η περίοδος αυτή δεν ήταν ικανή να απαλλάξει τον αναιρεσείοντα από τις υποχρεώσεις πίστης και εμπιστευτικότητας που του επέβαλαν, αντιστοίχως, τα άρθρα 11 και 17 του ΚΥΚ. Ο αναιρεσείων προσθέτει, με το υπόμνημά του απαντήσεως, ότι αυτή η παραμόρφωση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων αποτελεί τη βάση επί της οποίας στηρίζονται τα συμπεράσματα του Γενικού Δικαστηρίου στις σκέψεις 58, 63, 86, 155, 174, 229, 243 και 245 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

22

Ο αναιρεσείων εκτιμά επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στις σκέψεις 77 έως 80 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κρίνοντας ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις πίστης και εμπιστευτικότητας ίσχυαν κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης. Αφενός, η περίοδος προειδοποίησης κατά τη διάρκεια της οποίας ο αναιρεσείων, αντιθέτως προς οποιοδήποτε άλλο μέλος του προσωπικού, δεν είχε πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του FRA δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «κανονικός χρόνος εργασίας». Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε ευρέως το άρθρο 17 του ΚΥΚ, υπό την έννοια ότι ο ενδιαφερόμενος είναι, κατά την περίοδο αυτή, μέλος του προσωπικού καθόσον υφίσταται συμβατική σχέση. Επιπλέον, κατά τον αναιρεσείοντα, από τη γερμανική και τη γαλλική έκδοση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 17 του ΚΥΚ, απλώς και μόνον η ύπαρξη τέτοιας σχέσης κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης δεν αρκεί. Ομοίως, όλες οι γλωσσικές εκδόσεις του άρθρου 11 του ΚΥΚ αναφέρουν, ως απαίτηση για την εφαρμογή του, την ύπαρξη ενεργού καθεστώτος υπαλλήλου.

23

Τέλος, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 154 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κρίνοντας ότι στις 5 Μαρτίου 2014, κατά τον χρόνο αποστολής του ενός εκ των επίδικων ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ο αναιρεσείων εξακολουθούσε να είναι υπάλληλος υπαγόμενος στον ΚΥΚ.

24

Κατά τον FRA, αφενός, ο αναιρεσείων, με το επιχείρημα ότι η δεκάμηνη περίοδος προειδοποίησης δεν συνιστούσε, εν προκειμένω, «κανονική περίοδο μισθωτής δραστηριότητας», επιδιώκει να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, κρίση ανέλεγκτη αναιρετικά. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης, ο αναιρεσείων εξακολουθούσε να απολαύει όλων των οικονομικών του δικαιωμάτων, παραμένοντας συγχρόνως δεσμευόμενος από τις υποχρεώσεις του ως μέλους του προσωπικού, με εξαίρεση την υποχρέωση παροχής της εργασίας του κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης.

25

Αφετέρου, ο FRA προβάλλει ότι ο αναιρεσείων, με το επιχείρημα ότι οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 17 του ΚΥΚ δεν είχαν εφαρμογή κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης, απλώς επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα που προέβαλε με το δικόγραφο της αγωγής του και με το υπόμνημα απαντήσεώς του πρωτοδίκως, τα οποία απορρίφθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, από τη νομολογία προκύπτει ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον ΚΥΚ επιβάλλονται κατά τη διάρκεια της άδειας για προσωπικούς λόγους, οπότε το ίδιο ισχύει και ως προς την περίοδο προειδοποίησης.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

26

Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα του αναιρεσείοντος με το οποίο προβάλλεται παραμόρφωση στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 3 και 78 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και από το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του έχουν υποβληθεί, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, υπό την επιφύλαξη της περίπτωσης παραμόρφωσης των προσκομισθέντων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου (απόφαση της 25ης Απριλίου 2024, NS κατά Κοινοβουλίου, C‑218/23 P, EU:C:2024:358, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27

Τέτοιου είδους παραμόρφωση υπάρχει όταν, χωρίς να εξεταστούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι η εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων είναι προδήλως εσφαλμένη ή προδήλως αντίθετη προς το γράμμα τους. Ωστόσο, η παραμόρφωση αυτή πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων. Εξάλλου, όταν ο αναιρεσείων προβάλλει παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων, πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα στοιχεία τα οποία, κατ’ αυτόν, παραμόρφωσε το Γενικό Δικαστήριο και να αποδεικνύει τα σφάλματα ανάλυσης τα οποία, κατά την εκτίμησή του, οδήγησαν το Γενικό Δικαστήριο στην παραμόρφωση αυτή (αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2023, Fondazione Cassa di Risparmio di Pesaro κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑549/21 P, EU:C:2023:340, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Ιανουαρίου 2024, Foz κατά Συμβουλίου, C‑524/22 P, EU:C:2024:23, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28

Εν προκειμένω, υπογραμμίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 3 και 78 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 13ης Ιουνίου 2013 με το οποίο ο FRA ενημέρωσε τον αναιρεσείοντα σχετικά με την απόφασή του να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του. Όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 2 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και όπως αναγνωρίζει και ο ίδιος ο αναιρεσείων, από το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα προκύπτει ρητώς ότι ο διευθυντής του FRA του ζήτησε να μη μεταβεί στον τόπο εργασίας του κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης.

29

Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να καταδείξει ανακρίβεια των διαπιστώσεων κατά την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων δεν εξηγεί, με την απαιτούμενη σαφήνεια και ακρίβεια, με ποιον τρόπο το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος διαπιστώνοντας, στις σκέψεις 3 και 78 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, κατά την περίοδο προειδοποίησης, ο αναιρεσείων απαλλάχθηκε από την υποχρέωσή του να παρέχει τις υπηρεσίες του και να μεταβαίνει στα γραφεία του FRA. Επομένως, το υπό εξέταση επιχείρημα είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.

30

Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο αντλούμενη από το ότι κακώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η περίοδος προειδοποίησης έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «κανονικός χρόνος εργασίας», το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 77 έως 80 και 154 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων, κατά τη διάρκεια της δεκάμηνης περιόδου προειδοποίησης την οποία όφειλε να τηρήσει, ακόμη και αν είχε απαλλαγεί από την υποχρέωση παροχής των υπηρεσιών που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας του και από την υποχρέωση μετάβασης στις εγκαταστάσεις του FRA, εξακολουθούσε, εντούτοις, να υπόκειται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον ΚΥΚ, και δη στις υποχρεώσεις πίστης και εμπιστευτικότητας.

31

Συναφώς, από το άρθρο 47, στοιχείο γʹ, σημείο i, του ΚΛΠ προκύπτει ότι, εκτός από την περίπτωση θανάτου του εκτάκτου υπαλλήλου, η σύμβασή του εργασίας λύεται, για τις συμβάσεις αορίστου χρόνου, στο τέλος της περιόδου προειδοποίησης που προβλέπεται στη σύμβαση, η δε περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός μηνός για κάθε πλήρες έτος υπηρεσίας, με ελάχιστο όριο τους τρεις μήνες και ανώτατο όριο τους δέκα μήνες.

32

Εξ αυτών απορρέει ότι ο έκτακτος υπάλληλος δεν αποβάλλει την ιδιότητα του υπαλλήλου της Ένωσης κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης και, ως εκ τούτου, εξακολουθεί να υπόκειται στις υποχρεώσεις που υπέχουν όλοι οι μόνιμοι υπάλληλοι της Ένωσης, πλην ρητών περί του αντιθέτου διατάξεων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, Connolly κατά Επιτροπής, C‑274/99 P, EU:C:2001:127, σκέψη 69).

33

Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στις σκέψεις 77, 79 και 154 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης που προηγήθηκε της λήξης της σύμβασής του εργασίας με τον FRA, ο αναιρεσείων διατηρούσε την ιδιότητα του υπαλλήλου της Ένωσης και υπέκειτο στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον ΚΥΚ.

34

Ειδικότερα, όσον αφορά την επιχειρηματολογία κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο κακώς έκρινε ότι οι υποχρεώσεις πίστης και εμπιστευτικότητας που απορρέουν, αντιστοίχως, από τα άρθρα 11 και 17 του ΚΥΚ ίσχυαν κατά την περίοδο προειδοποίησης, υπογραμμίζεται ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, από κανένα στοιχείο της όλης οικονομίας, του πλαισίου και του σκοπού των άρθρων αυτών δεν μπορεί να συναχθεί ότι, ελλείψει ειδικών διατάξεων, τα άρθρα αυτά απαιτούν, για την εφαρμογή τους, το οικείο μέλος του λοιπού προσωπικού ή ο οικείος υπάλληλος της Ένωσης να βρίσκεται σε «ενεργό» θέση, στην οποία υποχρεούται να ασκεί τα επαγγελματικά του καθήκοντα, με αποτέλεσμα τα εν λόγω άρθρα να παύουν να εφαρμόζονται από τη στιγμή που αρχίζει να τρέχει η εν λόγω περίοδος προειδοποίησης.

35

Αφενός, όσον αφορά το άρθρο 11 του ΚΥΚ, η υποχρέωση πίστης που προβλέπεται στο άρθρο αυτό επιβάλλεται τουλάχιστον κατά την περίοδο κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έχει την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου ή του μέλους του λοιπού προσωπικού, καθόσον η υποχρέωση αυτή αποσκοπεί κυρίως στη διαφύλαξη της σχέσης εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ αυτών και του θεσμικού οργάνου (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 6ης Μαρτίου 2001, Connolly κατά Επιτροπής, C‑274/99 P, EU:C:2001:127, σκέψη 44).

36

Αφετέρου, όσον αφορά την υποχρέωση τήρησης της εμπιστευτικότητας η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, επιβάλλει σε κάθε υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού της Ένωσης να απέχει από κάθε άνευ αδείας κοινολόγηση πληροφοριών που περιέρχονται στην αντίληψή του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εκτός αν οι πληροφορίες αυτές έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί ή γίνει προσιτές στο κοινό, αρκεί να επισημανθεί ότι από τη δεύτερη παράγραφο της διάταξης αυτής προκύπτει ότι ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού εξακολουθεί να υπόκειται στην ως άνω υποχρέωση μετά τη λήξη των καθηκόντων του.

37

Επομένως, η αρχή αυτή εφαρμόζεται, κατά μείζονα λόγο, στην περίοδο προειδοποίησης που προηγείται, ενδεχομένως, της λήξης των καθηκόντων υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού της Ένωσης.

38

Οι εκτιμήσεις αυτές δεν αναιρούνται από τα επιχειρήματα που προέβαλε ο αναιρεσείων με τα οποία υποστηρίζεται ότι, εν προκειμένω, κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης, ο διευθυντής του FRA τον διέταξε να μην εκτελέσει τα επαγγελματικά του καθήκοντα και του απαγόρευσε την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του οργανισμού αυτού, όπερ σημαίνει ότι ο εργοδότης του δεν τον αντιμετώπισε, κατά την περίοδο αυτή, ως μέλος του προσωπικού.

39

Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, μολονότι το άρθρο 47, στοιχείο γʹ, σημείο i, του ΚΛΠ δεν προβλέπει ρητώς ότι οι όροι εργασίας του υπαλλήλου του οποίου η σύμβαση καταγγέλλεται μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσαρμογών κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης, ούτως ώστε η περίοδος αυτή να τεκμαίρεται ότι συνιστά κανονικό χρόνο εργασίας, εντούτοις τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την οργάνωση των υπηρεσιών τους και την τοποθέτηση των μελών του προσωπικού τους, εφόσον η τοποθέτηση αυτή γίνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και τηρείται η ισοτιμία των θέσεων, ακόμη και όσον αφορά τα μέλη του προσωπικού που βρίσκονται σε περίοδο προειδοποίησης.

40

Επομένως, η απόφαση περί απαλλαγής του εκτάκτου υπαλλήλου, του οποίου καταγγέλλεται η σύμβαση εργασίας, από την υποχρέωσή του να παράσχει τις υπηρεσίες που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή και περί απαγόρευσης της μετάβασής του στις εγκαταστάσεις του θεσμικού οργάνου ή του οργανισμού της Ένωσης στον οποίο υπηρετεί κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης μπορεί, κατ’ αρχήν, να συνιστά μέτρο λαμβανόμενο προς το συμφέρον της υπηρεσίας και δεν μπορεί κατ’ ανάγκην να αποκλείσει, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ο αναιρεσείων, τον χαρακτηρισμό της εν λόγω περιόδου προειδοποίησης ως «κανονικού χρόνου εργασίας».

41

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 80 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου προειδοποίησης, ο αναιρεσείων είχε απαλλαγεί από την υποχρέωση παροχής των επαγγελματικών του υπηρεσιών και δεν μπορούσε να μεταβεί στα γραφεία του FRA δεν σήμαινε, εν προκειμένω, ότι είχε απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις πίστης και εμπιστευτικότητας που του επέβαλαν, αντιστοίχως, τα άρθρα 11 και 17 του ΚΥΚ, οπότε η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος επί του ζητήματος αυτού πρέπει να κριθεί αβάσιμη.

42

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως καθώς και επί του πρώτου και του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

43

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, καθώς και με το πρώτο και το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 49 έως 84 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο και σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, καθώς και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του πρώτου και του δεύτερου λόγου ελλείψεως νομιμότητας, όσον αφορά την κίνηση της διοικητικής έρευνας και τη διεύρυνση του περιεχομένου της, καθώς και ότι δεν παρέθεσε επαρκή αιτιολογία συναφώς.

44

Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων και υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας ότι η απόφαση για την κίνηση της διοικητικής έρευνας περιλάμβανε τα επίδικα ηλεκτρονικά μηνύματα, δηλαδή και το ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Μαρτίου 2014, ενώ η απόφαση αυτή αφορούσε μόνον το ηλεκτρονικό μήνυμα της 9ης Οκτωβρίου 2014. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε την επιχειρηματολογία του με την οποία υποστήριξε ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε τη διαρροή ενός μόνον εγγράφου, ήτοι του συνημμένου στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 9ης Οκτωβρίου 2014 εγγράφου, και όχι το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος της 5ης Μαρτίου 2014. Συναφώς, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, αφενός, το γράμμα της ίδιας απόφασης και, αφετέρου, το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντασσόταν. Ομοίως, στις σκέψεις 52 έως 61 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του περιεχομένου της απόφασης για τη διεύρυνση του πεδίου της διοικητικής έρευνας, αγνοώντας τόσο τη ρητή διατύπωσή της όσο και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντασσόταν, ιδίως δε τις απαιτήσεις που απορρέουν από τον κανονισμό 45/2001, και το γράμμα του διατακτικού της απόφασης για τον διορισμό επιτροπής έρευνας.

45

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ανάλυσής του, δεν προέβη σε επαρκή διάκριση μεταξύ της κίνησης της διοικητικής έρευνας και της διεύρυνσης του πεδίου αυτής. Μολονότι ο αναιρεσείων αναγνωρίζει ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο δεύτερος λόγος ελλείψεως νομιμότητας συνδέεται στενά με τον πρώτο, εκτιμά εντούτοις ότι, όσον αφορά τον τελευταίο, η απόφαση για την κίνηση της διοικητικής έρευνας αφορούσε τη διαρροή ενός μόνον εγγράφου, ενώ το νομικό ζήτημα που ετίθετο στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ελλείψεως νομιμότητας ήταν αν τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε στη διάθεσή του ο FRA κατά τον χρόνο κίνησης της διοικητικής έρευνας πληρούσαν τις προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθούν ως αναγκαία αρχή απόδειξης για την κίνηση διοικητικής έρευνας. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε επαρκή διάκριση μεταξύ των επίδικων ηλεκτρονικών μηνυμάτων ούτε επισήμανε ότι το ηλεκτρονικό μήνυμα της 9ης Οκτωβρίου 2014, το οποίο ήταν το μόνο για το οποίο είχε αρχικώς γίνει λόγος κατά την κίνηση της διοικητικής έρευνας, μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοια αρχή απόδειξης.

46

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων, παρέθεσε ανεπαρκή αιτιολογία και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας, αντιθέτως προς ό,τι προκύπτει από την ιδιαιτέρως ευρεία διατύπωση της απόφασης για τη διεύρυνση του πεδίου της διοικητικής έρευνας, η οποία εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2016, ότι το επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι ο FRA είχε ξεκινήσει εις βάρος του «έρευνα στην τύχη» ή προέβη σε «αλίευση πληροφοριών» συνιστούσε απλό ισχυρισμό, ο οποίος δεν επιβεβαιωνόταν από κανένα συγκεκριμένο στοιχείο.

47

Ο FRA εγείρει ένσταση απαραδέκτου του δευτέρου λόγου αναιρέσεως καθώς και του πρώτου και του τρίτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, υποστηρίζοντας ότι ο αναιρεσείων απλώς αμφισβητεί τις διαπιστώσεις περί τα πραγματικά περιστατικά στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο και προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος είναι προδήλως αβάσιμη.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

48

Πρώτον, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων καθόσον προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία ορισμένων αποφάσεων σχετικών με την κίνηση της διοικητικής έρευνας, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι ερμηνεία εγγράφου αντιβαίνουσα στο περιεχόμενό του μπορεί να στοιχειοθετεί παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων, εντούτοις δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση αυτής της παραμόρφωσης η απόδειξη ότι το έγγραφο θα μπορούσε να τύχει διαφορετικής ερμηνείας από εκείνη που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο. Είναι αναγκαίο για τον σκοπό αυτό να αποδειχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη προδήλως τα όρια μιας εύλογης εκτίμησης του εγγράφου αυτού, ιδίως επειδή προέβη σε ερμηνεία του εν λόγω εγγράφου αντιβαίνουσα στο γράμμα του (απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, PV κατά Επιτροπής,C‑640/20 P, EU:C:2023:232, σκέψη 134).

49

Εν προκειμένω, παρατηρείται, αφενός, ότι από το ίδιο το γράμμα του διατακτικού της απόφασης για την κίνηση της διοικητικής έρευνας, όπως αυτό παρατίθεται στη σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το οποίο δεν αμφισβητείται στο πλαίσιο της υπό κρίση αναιρέσεως, προκύπτει ότι αντικείμενο της έρευνας ήταν να εξακριβωθούν τα πραγματικά περιστατικά και οι περιστάσεις υπό τις οποίες περιήλθαν στην κατοχή του αναιρεσείοντος εσωτερικά έγγραφα του FRA, ενώ δεν είχε πλέον πρόσβαση στα έγγραφα αυτά από τις 14 Ιουνίου 2013. Αφετέρου, με την απόφαση για διεύρυνση της διοικητικής έρευνας, ο FRA αποφάσισε, σύμφωνα με τη διατύπωση της απόφασης αυτής όπως παρατίθεται στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η οποία επίσης δεν αμφισβητείται στο πλαίσιο της υπό κρίση αναιρέσεως, να διευρύνει το πεδίο της έρευνας αυτής τόσο από χρονική όσο και από προσωπική άποψη, ώστε να καταλαμβάνει και τους εξωτερικούς συνεργάτες και τους πρώην υπαλλήλους του FRA, προκειμένου να προσδιοριστούν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και να εξακριβωθούν οι πηγές της διαρροής.

50

Επομένως, η διαπίστωση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 51, 55 και 58 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι αποφάσεις σχετικά με την κίνηση της διοικητικής έρευνας διατυπώθηκαν με αρκούντως ευρεία διατύπωση ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι καταλαμβάνουν το σύνολο των στοιχείων που σχετίζονται με την επίδικη διαρροή, οπότε ήταν σε κάθε περίπτωση δυνατό στο πλαίσιο της έρευνας αυτής να εξεταστεί και κάθε άλλο έγγραφο που ενδεχομένως είχε αποτελέσει αντικείμενο μη επιτρεπόμενης κοινολόγησης συνδεόμενης με τα επίδικα ηλεκτρονικά μηνύματα, ήτοι τόσο με το ηλεκτρονικό μήνυμα της 9ης Οκτωβρίου 2014 όσο και με εκείνο της 5ης Μαρτίου 2014, δεν προκύπτει ότι είναι προδήλως ανακριβής λαμβανομένου υπόψη του γράμματος και του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται τα έγγραφα αυτά.

51

Επομένως, η επιχειρηματολογία που αντλείται από παραμόρφωση του περιεχομένου των αποφάσεων σχετικά με την κίνηση της διοικητικής έρευνας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

52

Όσον αφορά, δεύτερον, την επιχειρηματολογία κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη, στις σκέψεις 64 έως 85 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε επαρκή διάκριση μεταξύ της κίνησης της διοικητικής έρευνας και της διεύρυνσης του πεδίου της, καθόσον το ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Μαρτίου 2014 δεν μπορούσε να αποτελέσει αρχή απόδειξης επιτρέπουσα την κίνηση της διοικητικής έρευνας, υπενθυμίζεται, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 26 της παρούσας απόφασης, ότι, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, κατ’ αρχήν, να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο προς στήριξη των πραγματικών αυτών περιστατικών.

53

Πράγματι, εφόσον η προσκόμιση των αποδεικτικών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων και το βάρος αποδείξεως, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να δοθεί στα στοιχεία τα οποία του έχουν υποβληθεί, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραμορφώσεώς τους (απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2024, Foz κατά Συμβουλίου, C‑524/22 P, EU:C:2024:23, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

54

Με την επιχειρηματολογία του, όπως αυτή συνοψίζεται στη σκέψη 45 της παρούσας απόφασης, ο αναιρεσείων επιδιώκει, στην πραγματικότητα, την επανεξέταση από το Δικαστήριο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν πρωτοδίκως και αναλύθηκαν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να επικαλείται παραμόρφωση των στοιχείων αυτών από το Γενικό Δικαστήριο, πράγμα το οποίο, για τους λόγους που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.

55

Επομένως, η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

56

Τέλος, τρίτον, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εσφαλμένως έκρινε ότι το επιχείρημα κατά το οποίο ο FRA είχε δρομολογήσει τον Μάρτιο του 2016 «έρευνα στην τύχη» ή είχε προβεί σε «αλίευση πληροφοριών» αποτελούσε απλό ισχυρισμό, ο οποίος δεν επιβεβαιωνόταν από κανένα συγκεκριμένο στοιχείο.

57

Συναφώς, διαπιστώνεται ότι από την επιχειρηματολογία που προβάλλεται προς στήριξη της αιτίασης αυτής δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι οι διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στην εν λόγω σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζονται σε παραμόρφωση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν πρωτοδίκως, δεδομένου ότι με την επιχειρηματολογία αυτή επιδιώκεται, στην πραγματικότητα, να τεθεί υπό αμφισβήτηση η κυριαρχική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη συναφώς το Γενικό Δικαστήριο.

58

Επομένως, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 26 της παρούσας απόφασης, η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

59

Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως καθώς και το πρώτο και το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως εν μέρει απαράδεκτα και εν μέρει αβάσιμα.

Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

60

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 145 έως 149 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, παρέθεσε ανεπαρκή αιτιολογία και προέβη σε ελλιπή εξέταση της πρωτοδίκως ασκηθείσας αγωγής.

61

Ο αναιρεσείων εκτιμά, κατ’ αρχάς, ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, στη σκέψη 146 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ αφορά την υποχρέωση αιτιολόγησης, και δη τις βλαπτικές για υπάλληλο της Ένωσης αποφάσεις. Εν συνεχεία, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι δεν μπορούσε νομίμως να επικαλεστεί παράβαση του άρθρου 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ για τον λόγο ότι η απόφαση για την περάτωση της διοικητικής έρευνας δεν ήταν αιτιολογημένη. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

62

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε μόνον εν μέρει τον πέμπτο λόγο ελλείψεως νομιμότητας και, στη σκέψη 149 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο την κρίση του ότι παρείλκε η εξέταση των λοιπών επιχειρημάτων που προέβαλε συναφώς ο αναιρεσείων, ιδίως όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

63

Κατά τον αναιρεσείοντα, ο FRA παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου καθόσον περάτωσε τη διοικητική έρευνα χωρίς να προβεί σε συγκεκριμένη επιλογή. Συγκεκριμένα, η άσκηση του δικαιώματος ανόρθωσης της ζημίας που υπέστη υπάλληλος ή μέλος του λοιπού προσωπικού της Ένωσης έναντι του οποίου δεν έγινε δεκτή καμία κατηγορία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, εξαρτάται από το γεγονός ότι η ΑΔΑ αποφάσισε να προβεί στην επιλογή που προβλέπεται στο άρθρο 3, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος IX του ΚΥΚ. Εν προκειμένω, ο FRA, καθόσον δεν προέβη σε μία από τις επιλογές που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 3, καταστρατήγησε τη διάταξη αυτή καθώς και το άρθρο 29 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ και κατέστησε, σε σημαντικό βαθμό, άνευ ουσίας και αποτελεσματικότητας τις εν λόγω διατάξεις. Ως εκ τούτου, ο FRA παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων είχε έννομο συμφέρον να απολαύει των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζει το άρθρο 29 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 αυτού.

64

Ο FRA εγείρει ένσταση απαραδέκτου του τετάρτου λόγου αναιρέσεως και επισημαίνει επιπλέον ότι, εν πάση περιπτώσει, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμος.

65

Ο οργανισμός αυτός υποστηρίζει, πρώτον, ότι, σύμφωνα με το στοιχείο αʹ του άρθρου 41, παράγραφος 2, του Χάρτη, το στοιχείο γʹ της ίδιας διάταξης εφαρμόζεται μόνο στις βλαπτικές για τον αποδέκτη αποφάσεις. Ωστόσο, κατά τον FRA, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 145 και 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι απόφαση για την περάτωση πειθαρχικής διαδικασίας χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση δεν συνιστά βλαπτική για τον ενδιαφερόμενο πράξη και ότι παρέσχε συναφώς επαρκή αιτιολογία.

66

Δεύτερον, κατά τον FRA, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, η απόφαση για την περάτωση διοικητικής έρευνας χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση δεν παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

67

Τρίτον, ο οργανισμός αυτός υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας ότι η απόφαση για την περάτωση της έρευνας χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση έπρεπε να είναι αιτιολογημένη, ο αναιρεσείων δεν θα αποκόμιζε κανένα όφελος. Ως εκ τούτου, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να επικρίνει, για έλλειψη αιτιολογίας, απόφαση με την οποία περατώθηκε διοικητική έρευνα που τον αφορούσε χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

68

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του ΚΥΚ, κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή του ΚΥΚ «σε βάρος» του ενδιαφερομένου υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Αυτή η υποχρέωση αιτιολόγησης βλαπτικής πράξης έχει ως σκοπό, αφενός, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις προκειμένου να εκτιμήσει αν η πράξη είναι όντως βάσιμη ή αν είναι ενδεχομένως πλημμελής, οπότε θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η νομιμότητά της και, αφετέρου, να παράσχει στον δικαστή τη δυνατότητα να ασκήσει συναφώς τον έλεγχό του [διάταξη της 23ης Ιουλίου 2019, UC κατά Κοινοβουλίου, C‑196/19 P, EU:C:2019:653, σκέψη 5 (γνώμη του γενικού εισαγγελέα Η. Saugmandsgaard Øe, σημείο 6 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)].

69

Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα, με τις σκέψεις 147 και 148 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να αποφανθεί επί των λοιπών επιχειρημάτων που προέβαλε συναφώς ο αναιρεσείων, ότι ο αναιρεσείων δεν μπορούσε βασίμως να επικαλεστεί παράβαση του άρθρου 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ λόγω έλλειψης αιτιολογίας της απόφασης για την περάτωση της διοικητικής έρευνας χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση, με το σκεπτικό ότι η απόφαση αυτή δεν συνιστούσε βλαπτική πράξη κατά την έννοια των άρθρων 90 και 91 του ΚΥΚ.

70

Επομένως, πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί αν η εν λόγω απόφαση για την περάτωση της διοικητικής έρευνας συνιστά βλαπτική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

71

Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον ΚΥΚ δύναται να υποβάλει στην ΑΔΑ διοικητική ένσταση κατά οιασδήποτε πράξης η οποία θίγει τα συμφέροντά του. Το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ διευκρινίζει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να αποφαίνεται για κάθε διαφορά μεταξύ της Ένωσης και ενός προσώπου που υπόκειται στον ΚΥΚ, περί της νομιμότητας ενός μέτρου που θίγει το πρόσωπο αυτό κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2. Οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στις προσφυγές του λοιπού προσωπικού δυνάμει του άρθρου 117 του ΚΛΠ (πρβλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2022, Picard κατά Επιτροπής, C‑366/21 P, EU:C:2022:984, σκέψη 94).

72

Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, βλαπτικές είναι, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, μόνον οι πράξεις ή τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν ευθέως και αμέσως τα συμφέροντα του προσφεύγοντος μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2022, Picard κατά Επιτροπής, C‑366/21 P, EU:C:2022:984, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

73

Για να διαπιστωθεί αν η μία πράξη παράγει τέτοια αποτελέσματα, πρέπει να εξετάζεται η ουσία της και να εκτιμώνται τα αποτελέσματά της με γνώμονα αντικειμενικά κριτήρια, όπως το περιεχόμενο της ίδιας της πράξης, λαμβανομένων ενδεχομένως υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε και των εξουσιών του θεσμικού οργάνου που την εξέδωσε (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2022, Picard κατά Επιτροπής, C‑366/21 P, EU:C:2022:984, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

74

Πράγματι, η έννοια της βλαπτικής πράξης, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως και να νοείται ως κάθε πράξη δυνάμενη να επηρεάσει ευθέως συγκεκριμένη νομική κατάσταση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Scuola europea di Varese, C‑431/22, EU:C:2023:1021, σκέψη 64).

75

Το άρθρο 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, το οποίο ρυθμίζει τις ενέργειες της ΑΔΑ κατά το πέρας του σταδίου της διοικητικής έρευνας, το οποίο στην υπό κρίση υπόθεση περατώθηκε χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση, απαριθμεί περιοριστικώς τις τρεις επιλογές τις οποίες διαθέτει η αρχή αυτή με βάση την έκθεση διοικητικής έρευνας. Πράγματι, από το σαφές και μη διφορούμενο γράμμα του άρθρου αυτού προκύπτει ότι, αφού κοινοποιήσει στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο της Ένωσης όλα τα έγγραφα του φακέλου και αφού ακούσει την άποψή του, η ΑΔΑ μπορεί, πρώτον, να αποφασίσει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή καμία κατηγορία εις βάρος του υπαλλήλου αυτού, οπότε πρέπει να τον ενημερώσει εγγράφως. Δεύτερον, ακόμη και αν υπάρχει ή φαίνεται να υπάρχει παράβαση συμμόρφωσης προς τις σχετικές υποχρεώσεις, η ΑΔΑ μπορεί να αποφασίσει ότι δεν πρέπει να ληφθούν πειθαρχικά μέτρα και, ενδεχομένως, μπορεί να απευθύνει στον υπάλληλο μόνον προειδοποίηση. Τρίτον, σε περίπτωση παράβασης συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που υπέχει ο υπάλληλος ή ο πρώην υπάλληλος, δυνάμει του ΚΥΚ, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, η ΑΔΑ μπορεί να αποφασίσει να κινήσει πειθαρχική διαδικασία, ενδεχομένως, και ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου (σημερινή απόφαση, C‑587/21 P, DD κατά FRA, σκέψη 36).

76

Πάντως, εφόσον μία απόφαση περί θέσης της υπόθεσης στο αρχείο μπορεί να συνιστά απόφαση με την οποία η ΑΔΑ θεωρεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή καμία κατηγορία κατά του ενδιαφερομένου, κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, τονίζεται ότι μια τέτοια απόφαση συνεπάγεται μεταβολή της νομικής κατάστασης του ενδιαφερομένου καθόσον του απονέμονται ορισμένα δικαιώματα.

77

Αφενός, όπως προκύπτει από το άρθρο 29 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 3, και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος αυτού, αν δεν γίνει δεκτή καμία κατηγορία κατά του ενδιαφερομένου, ο τελευταίος θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει δικαίωμα στην ανόρθωση της ζημίας που υπέστη μέσω της κατάλληλης δημοσιότητας της απόφασης της ΑΔΑ.

78

Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, του παραρτήματος IX του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος αυτού, εάν δεν μπορεί να στηριχθεί καμία κατηγορία κατά υπαλλήλου εις βάρος του οποίου προβλήθηκαν ισχυρισμοί, η έρευνα που τον αφορά περατούται, χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση με απόφαση της ΑΔΑ, κοινοποιούμενη γραπτώς στον υπάλληλο, ο οποίος δικαιούται να ζητήσει να περιληφθεί η απόφαση αυτή στον ατομικό του φάκελο.

79

Επομένως, απόφαση για την περάτωση διοικητικής έρευνας χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση η οποία είχε κινηθεί εις βάρος υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού της Ένωσης πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη ικανή να επηρεάσει άμεσα τη νομική του κατάσταση και, ως εκ τούτου, ως πράξη «η οποία θίγει τα συμφέροντά του», κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά μείζονα λόγο όταν από τη διατύπωση της πράξης αυτής και από το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται δεν μπορεί να συναχθεί, όπως εν προκειμένω, με επαρκή βεβαιότητα, ότι δεν μπορούσε να γίνει δεκτή καμία κατηγορία κατά του εν λόγω υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού, κατά την έννοια του άρθρου 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ. Ο προσφεύγων, όμως, πρέπει να μπορεί να γνωρίζει επακριβώς τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους περατώνεται η διοικητική διαδικασία που τον αφορά, άλλως στερείται την αποτελεσματική δικαστική προστασία που του παρέχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί τα δικαιώματα που αντλεί από τον ΚΥΚ.

80

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στις σκέψεις 147 και 148 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η απόφαση του FRA να περατώσει τη διοικητική διαδικασία έναντι του αναιρεσείοντα χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση δεν συνιστούσε βλαπτική για αυτόν πράξη, οπότε ο τελευταίος δεν μπορούσε νομίμως να επικαλεστεί παράβαση του άρθρου 3 του παραρτήματος IX του ΚΥΚ για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή στερούνταν αιτιολογίας.

81

Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθ’ ο μέρος το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον πέμπτο λόγο ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλε ο αναιρεσείων.

Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

82

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι, με τις σκέψεις 169 έως 173 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο και προέβη σε ελλιπή εξέταση των επιχειρημάτων του προς στήριξη του ογδόου λόγου ελλείψεως νομιμότητας. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δεν τήρησε την υποχρέωση αιτιολόγησης την οποία υπέχει συναφώς.

83

Με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του πρώτου και του δευτέρου λόγου ελλείψεως νομιμότητας έχουν επιπτώσεις επί της εκτιμήσεως του ογδόου λόγου ελλείψεως νομιμότητας, με αποτέλεσμα η επιχειρηματολογία του να συμπίπτει εν μέρει με την προβληθείσα προς στήριξη των δύο πρώτων λόγων αναιρέσεως. Στο πλαίσιο αυτό, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο την κρίση του ότι δεν υπήρξε εν προκειμένω παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 45/2001. Κατά τον αναιρεσείοντα, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε επίσης να εξετάσει αν η διοικητική έρευνα πληρούσε τις απαιτήσεις από άποψη της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

84

Με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς έκρινε ότι, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η διοικητική έρευνα είχε κινηθεί βάσει επαρκών ενδείξεων, ο αναιρεσείων δεν μπορούσε βασίμως να προβάλει παράβαση του κανονισμού 45/2001. Κατά τον αναιρεσείοντα, όμως, η κίνηση και η διεξαγωγή της διοικητικής έρευνας καθώς και όλες οι μεταγενέστερες πράξεις που προέκυψαν από τη διοικητική έρευνα αντιβαίνουν στον κανονισμό 45/2001. Συγκεκριμένα, ο FRA είχε στην κατοχή του δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούσαν τον αναιρεσείοντα, περιλαμβανόμενα στα επίδικα ηλεκτρονικά μηνύματα, ως συνημμένα σε αίτηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφα τρίτου προσώπου, και αποφάσισε να επεξεργαστεί μεταγενέστερα τα δεδομένα αυτά κατά τρόπο ασύμβατο προς τον ως άνω σκοπό. Προσάπτει, συναφώς, στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέλειψε να αποφανθεί επί των επιχειρημάτων αυτών, τα οποία προέβαλε στο πλαίσιο των από 15 Φεβρουαρίου 2021 παρατηρήσεών του επί των απαντήσεων του FRA στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου.

85

Ο FRA υποστηρίζει ότι ο έκτος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτος. Εν πάση περιπτώσει, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επισημαίνει, κατ’ ουσίαν, ότι ο αναιρεσείων απλώς επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που προέβαλε πρωτοδίκως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

86

Σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 26 της παρούσας απόφασης, πρέπει εκ προοιμίου να απορριφθούν ως απαράδεκτα τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του έκτου λόγου αναιρέσεως με τα οποία, κατ’ ουσίαν, ο αναιρεσείων, υποστηρίζοντας ότι καμία νομική βάση δεν δικαιολογούσε τη συμπερίληψη του ηλεκτρονικού μηνύματος της 9ης Οκτωβρίου 2014 στη διοικητική έρευνα και, ως εκ τούτου, την ύπαρξη «αρχής αποδείξεως» για την κίνηση της έρευνας αυτής, αμφισβητεί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς να προβάλλει την παραμικρή παραμόρφωσή τους.

87

Όσον αφορά τη φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει το Γενικό Δικαστήριο δεν του επιβάλλει να παραθέτει σκεπτικό το οποίο να ακολουθεί αναλυτικά και έναν προς έναν όλους τους λόγους που προβάλλουν οι διάδικοι, η δε αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί, επομένως, να συνάγεται εμμέσως, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει τη δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δεν δέχτηκε τα επιχειρήματά τους, στο δε Δικαστήριο να διαθέτει επαρκή στοιχεία ώστε να ασκήσει τον έλεγχό του (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, XC κατά Επιτροπής, C‑527/21 P, EU:C:2023:850, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

88

Εν προκειμένω, αφού διαπίστωσε, στη σκέψη 170 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος σχετικά με την προβαλλόμενη παράβαση από τον FRA του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 45/2001 κατά την κίνηση της διοικητικής έρευνας, συνδέονταν στενά με τα επιχειρήματα που προέβαλε ο αναιρεσείων προς στήριξη του δευτέρου λόγου ελλείψεως νομιμότητας, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 171 έως 173 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ελλείψεως νομιμότητας προέκυπτε ότι η διοικητική έρευνα εις βάρος του αναιρεσείοντος είχε κινηθεί βάσει επαρκών ενδείξεων για την ύπαρξη παράβασης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον ΚΥΚ, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος με τα οποία προσήπτε στον FRA ότι παρέβη τις διατάξεις του κανονισμού 45/2001 έπρεπε να απορριφθούν για τον λόγο ότι στηρίζονταν σε εσφαλμένη παραδοχή.

89

Η αιτιολογία αυτή επαρκεί για να μπορέσουν ο μεν αναιρεσείων να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε η επιχειρηματολογία του, το δε Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ανεπαρκούς αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

90

Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

91

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως, αρκεί να επισημανθεί, πρώτον, ότι, στο μέτρο που τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη του εν λόγω σκέλους πρέπει να νοηθούν ως αντλούμενα από το ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε την επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος η οποία αποτελεί ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας του προς στήριξη του ογδόου λόγου ελλείψεως νομιμότητας, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 45/2001, την οποία εξέθεσε ο αναιρεσείων με τις από 15 Φεβρουαρίου 2021 παρατηρήσεις του, από τη σκέψη 88 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας, στις σκέψεις 172 και 173 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο FRA είχε κινήσει τη διοικητική έρευνα νομοτύπως, έκρινε εμμέσως πλην σαφώς ότι τα περιλαμβανόμενα στα επίδικα ηλεκτρονικά μηνύματα προσωπικά δεδομένα του αναιρεσείοντος είχαν τύχει σύννομης επεξεργασίας, σε συμμόρφωση προς τη διάταξη αυτή. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.

92

Δεύτερον, όσον αφορά την προβαλλόμενη πλάνη περί το δίκαιο η οποία αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 45/2001 διότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα επίδικα ηλεκτρονικά μηνύματα που περιείχαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούσαν τον αναιρεσείοντα είχαν παραληφθεί από τον FRA εκ παραδρομής και, ως εκ τούτου, δεν είχαν αποκτηθεί νομίμως, αρκεί η υπόμνηση ότι κρατούσα στο δίκαιο της Ένωσης αρχή είναι αυτή της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων, οπότε οι διάδικοι έχουν, κατ’ αρχήν, τη δυνατότητα να επικαλεστούν, προς απόδειξη συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού, αποδεικτικά μέσα οποιασδήποτε φύσεως (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2020, Hamas κατά Συμβουλίου, C‑386/19 P, EU:C:2020:691, σκέψη 73).

93

Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 45/2001 ορίζει ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι θεμιτή και νόμιμη. Ωστόσο, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη αυτή ότι τούτη αποτελεί έκφραση ενός γενικότερου κανόνα, δυνάμει του οποίου ο FRA δεν μπορούσε, εν προκειμένω, να χρησιμοποιήσει, στο πλαίσιο της διοικητικής έρευνας, πληροφορίες διαβιβασθείσες στον οργανισμό αυτόν από τρίτον, απλώς και μόνον επειδή οι πληροφορίες αυτές είχαν συλλεγεί για άλλους σκοπούς και η διαβίβασή τους στον εν λόγω οργανισμό έγινε εκ παραδρομής.

94

Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

95

Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

Επί του εβδόμου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

96

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο κατά την ανάλυσή του στις σκέψεις 223 έως 229 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον απέρριψε τους σχετικούς με την προβαλλόμενη ψυχολογική παρενόχληση ισχυρισμούς του ως αορίστως διατυπωμένους. Υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ελλείψεως νομιμότητας, τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο έκρινε αποδεδειγμένους όσον αφορά τον FRA στις σκέψεις 98, 111 και 139 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σχετίζονται με τη διοικητική έρευνα και πληρούν τα απορρέοντα από τη νομολογία κριτήρια τα οποία πρέπει να παρουσιάζει μια ανάρμοστη συμπεριφορά για να χαρακτηρισθεί ως παρενόχληση. Επομένως, αντιθέτως προς ό,τι προκύπτει από τη σκέψη 227 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσονται στη συνήθη διεξαγωγή διοικητικής έρευνας.

97

Ο FRA αντικρούει την επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος. Υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ο έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτος και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων απλώς αμφισβητεί την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προβλήθηκαν πρωτοδίκως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

98

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 223 έως 229 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι, παρά το γεγονός ότι έκρινε, στις σκέψεις 98, 111 και 139 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ελλείψεως νομιμότητας μπορούσαν πράγματι να προσαφθούν στον FRA, τούτο δεν αρκούσε για να αποδειχθεί η ύπαρξη ηθικής παρενόχλησης, θύμα της οποίας υπήρξε ο αναιρεσείων στο πλαίσιο της διοικητικής έρευνας.

99

Συναφώς, επισημαίνεται ότι η κρίση αυτή του Γενικού Δικαστηρίου στηρίζεται στην εκ μέρους του κυριαρχική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, σχετικά με τη σοβαρότητα του τρίτου και του τέταρτου λόγου ελλείψεως νομιμότητας, οι οποίοι κρίθηκαν ως αποδεδειγμένοι όσον αφορά τον FRA. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 227 έως 229 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι συγκεκριμένοι λόγοι ελλείψεως νομιμότητας δεν μπορούσαν, ούτε καν λαμβανόμενοι στο σύνολό τους, και ελλείψει άλλων στοιχείων προσκομιζόμενων από τον αναιρεσείοντα, να στοιχειοθετήσουν ηθική παρενόχληση κατά την έννοια του άρθρου 12α του ΚΥΚ.

100

Ο αναιρεσείων δεν προβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία ειδική νομική επιχειρηματολογία ικανή να αποδείξει με ποιον τρόπο, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 228 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο, μη λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 223 έως 225 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την έννοια της «ηθικής παρενόχλησης» κατά το άρθρο 12α του ΚΥΚ, προέβη σε εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών.

101

Επομένως, προκύπτει ότι, υπό το πρόσχημα φερόμενης πλάνης περί το δίκαιο, ο αναιρεσείων επιδιώκει, στην πραγματικότητα, απλώς την επανεξέταση από το Δικαστήριο των πραγματικών στοιχείων που προέβαλε προς στήριξη της πρωτοδίκως ασκηθείσας αγωγής του, χωρίς να επικαλείται παραμόρφωση των στοιχείων αυτών από το Γενικό Δικαστήριο, όπερ, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 26 της παρούσας απόφασης, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

102

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επί του ογδόου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

103

Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, στις σκέψεις 237 και 240 έως 242 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της σχετικής με την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης νομολογίας, όσον αφορά, ειδικότερα, τα αποδεικτικά στοιχεία που πρέπει να προσκομίζονται προς απόδειξη της ύπαρξης ηθικής βλάβης. Υποστηρίζει, παραπέμποντας στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, ότι η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων δεν θεωρείται κατ’ ανάγκην προϋπόθεση για την αναγνώριση μη υλικής ζημίας και ότι αρκεί ο ενάγων να αποδείξει ότι η συμπεριφορά που προσάπτεται στο οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό της Ένωσης ήταν ικανή να του προκαλέσει τέτοια ζημία. Επιπλέον, ο ενάγων υποστηρίζει ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η ύπαρξη ζημίας και αιτιώδους συνάφειας δεν απαιτείται να αποδεικνύεται με ακρίβεια σε περίπτωση μη υλικής ζημίας, καθώς τούτες μπορούν να συναχθούν και από τη φύση του πταίσματος και από τις περιστάσεις.

104

Επιπροσθέτως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία αιτιολογία ως προς τους λόγους για τους οποίους η μη κοινοποίηση, από τον FRA, όλων των ζητηθέντων εγγράφων και η άρνησή του να αναγνωρίσει τις παράνομες συμπεριφορές του κατά την προ της ασκήσεως της αγωγής διαδικασία δεν ήταν ικανές να του προκαλέσουν στρες, άγχος και αίσθημα αδικίας.

105

Τέλος, ο αναιρεσείων προβάλλει παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής διότι το Γενικό Δικαστήριο δεν του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που ισχυρίζεται ότι υπέστη, παρότι αναγνώρισε ότι ο FRA διέπραξε παρανομίες κατά τη διοικητική έρευνα. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου του στερεί τη δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικής προσφυγής με την οποία καθίσταται δυνατή η επιδίωξη της ανόρθωσης της ζημίας που συνδέεται με αυτό το είδος παρανομιών.

106

Ο FRA εκτιμά ότι τα επιχειρήματα με τα οποία ο αναιρεσείων βάλλει κατά της σκέψης 242 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι, αφενός, προδήλως αβάσιμα, στο μέτρο που ο αναιρεσείων περιορίζεται έτσι στην επανάληψη των επιχειρημάτων που ανέπτυξε στο σημείο 134 του δικογράφου της πρωτοδίκως ασκηθείσας αγωγής του και, αφετέρου, προδήλως απαράδεκτα, στο μέτρο που ισχυρίζεται ότι υπέστη μη οικονομική ζημία.

107

Όσον αφορά το επιχείρημα του αναιρεσείοντος με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη, ο οργανισμός αυτός υποστηρίζει ότι το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής αφορά την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, χωρίς να παρέχει καμία εγγύηση επιτυχίας. Επιπλέον, ο FRA υποστηρίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν απαλλάσσει τον αναιρεσείοντα από την υποχρέωσή του αποδείξεως και δεν επιτρέπει να γίνει δεκτό αίτημα ανόρθωσης φερόμενης μη οικονομικής ζημίας όταν το αίτημα στηρίζεται σε απλή εικασία.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

108

Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε θεσμικό όργανο ή οργανισμός της Ένωσης μπορεί να θεμελιώσει την ευθύνη του λόγω της συμπεριφοράς του, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς αυτής, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2020, Schokker κατά EASA, C‑310/19 P, EU:C:2020:435, σκέψη 54, και της 2ας Ιουνίου 2022, EM κατά Κοινοβουλίου, C‑299/21 P, EU:C:2022:429, σκέψη 122).

109

Όσον αφορά τις προϋποθέσεις που αφορούν το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, η ευθύνη αυτή στοιχειοθετείται μόνον εφόσον ο ενάγων έχει πράγματι υποστεί πραγματική και βεβαία ζημία, η δε ζημία απορρέει κατά τρόπο αρκούντως άμεσο από τον προβαλλόμενο παράνομο χαρακτήρα της οικείας συμπεριφοράς. Επομένως, εναπόκειται στον ενάγοντα να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία στον δικαστή της Ένωσης προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη και την έκταση της προβαλλόμενης ζημίας, καθώς και την ύπαρξη αρκούντως άμεσης σχέσης αιτίου προς αιτιατό μεταξύ της παράβασης αυτής και της προβαλλόμενης ζημίας (πρβλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Europol, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψη 135 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

110

Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η προσκόμιση αποδείξεων δεν θεωρείται κατ’ ανάγκην προϋπόθεση για την αναγνώριση ηθικής βλάβης. Εναπόκειται, ωστόσο, στον ενάγοντα να αποδείξει, τουλάχιστον, ότι η συμπεριφορά που προσάπτεται στο οικείο θεσμικό όργανο ήταν ικανή να του προκαλέσει τέτοια ζημία (πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, SELEX Sistemi Integrati κατά Επιτροπής, C‑481/07 P, EU:C:2009:461, σκέψη 38).

111

Συνάγεται εξ αυτού ότι, ακόμη και ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων ικανών να αποδείξουν την ύπαρξη και την έκταση ηθικής βλάβης, η σχετική με την ύπαρξη τέτοιας βλάβης προϋπόθεση μπορεί να πληρούται αν ο ενάγων αποδείξει ότι από την προσαπτόμενη συμπεριφορά απέρρεε κατ’ ανάγκην ηθική βλάβη.

112

Εν προκειμένω, όσον αφορά την ύπαρξη ηθικής βλάβης στηριζόμενης στον τέταρτο λόγο ελλείψεως νομιμότητας, ο οποίος αντλείται από την υπερβολική διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, διαπιστώνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον έκρινε στο πλαίσιο της κυριαρχικής εκτιμήσεώς του των πραγματικών περιστατικών ότι δεν ήταν δυνατό να τεκμαρθεί η ύπαρξη τέτοιας βλάβης, διότι ο αναιρεσείων, προτού ενημερωθεί για την έρευνα αυτή, δεν μπορούσε να εκτεθεί σε κίνδυνο στρες ή άγχους, ενώ, αφού ενημερώθηκε σχετικά, η διαδικασία διεξήχθη εντός εύλογης προθεσμίας, ορθώς διαπίστωσε, στις σκέψεις 234 έως 236 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 110 της παρούσας αποφάσεως, εναπέκειτο στον αναιρεσείοντα να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει επίπεδο στρες και άγχους πέραν αυτού που θα μπορούσε να θεωρηθεί αποδεκτό στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας, όπερ δεν έπραξε.

113

Αντιθέτως, όσον αφορά τις δύο άλλες παράνομες συμπεριφορές, τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 89 έως 111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ως αποδειχθείσες στο πλαίσιο της εξέτασης του τρίτου λόγου ελλείψεως νομιμότητας, ήτοι, αφενός, την παράβαση της υποχρέωσης έγκαιρης ενημέρωσης του αναιρεσείοντος για την ύπαρξη διοικητικής έρευνας έναντί του και, αφετέρου, τη μη κοινοποίηση εγγράφων που είχαν άμεση σχέση με τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν κατ’ αυτού, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 237 και 238 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι απλώς και μόνον το ότι ο αναιρεσείων επικαλείται παράνομες συμπεριφορές δυνάμενες να προσαφθούν στον FRA κατά τη διάρκεια της διοικητικής έρευνας οι οποίες θίγουν την αξιοπρέπεια και την ακεραιότητά του, όπως επίσης και τον ιδιαιτέρως επιβλαβή χαρακτήρα των συμπεριφορών αυτών διότι τον έπληξαν σοβαρά σε ψυχολογικό επίπεδο, δεν αρκεί για να αποδειχθεί ο πραγματικός και βέβαιος χαρακτήρας της ηθικής βλάβης που ισχυριζόταν ότι υπέστη εκ του γεγονότος αυτού, στο μέτρο που δεν προσκόμισε το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη των ισχυρισμών του.

114

Παρά ταύτα, με το ανωτέρω σκεπτικό, το Γενικό Δικαστήριο δεν απέδειξε, παραβλέποντας τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 110 της παρούσας απόφασης, ότι η παράβαση της υποχρέωσης έγκαιρης ενημέρωσης σχετικά με την ύπαρξη διοικητικής έρευνας και η μη κοινοποίηση των εγγράφων που είχαν άμεση σχέση με τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν εις βάρος του αναιρεσείοντος δεν μπορούσαν, αφ’ εαυτών, να του προκαλέσουν την προβαλλόμενη βλάβη, ήτοι το στρες, το άγχος και το αίσθημα αδικίας.

115

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στις σκέψεις 237 και 238 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κρίνοντας ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο αναιρεσείων απέδειξε τον πραγματικό και βέβαιο χαρακτήρα της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω παράβασης της υποχρέωσης έγκαιρης ενημέρωσης σχετικά με την ύπαρξη διοικητικής έρευνας και λόγω μη κοινοποίησης εγγράφων που είχαν άμεση σχέση με τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν εις βάρος του, απλώς και μόνο με το σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε τα αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του αιτήματός του αποζημιώσεως.

116

Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός ο όγδοος λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα αποζημιωτικά αιτήματα της αγωγής κατά το μέρος που αφορούσαν την αποκατάσταση της ζημίας την οποία ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω των παράνομων συμπεριφορών που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ελλείψεως νομιμότητας.

Επί της αναπομπής της υπόθεσης στο Γενικό Δικαστήριο

117

Σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν η αναίρεση κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει.

118

Εν προκειμένω, από τις σκέψεις 230 και 231 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τους λόγους της πρωτοδίκως ασκηθείσας αγωγής που αφορούσαν τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο ελλείψεως νομιμότητας, αποφάνθηκε, στις σκέψεις 232 έως 243 της απόφασης αυτής, μόνον επί των προβαλλόμενων ζημιών λόγω των παράνομων συμπεριφορών τις οποίες αφορούσαν οι συγκεκριμένοι λόγοι ελλείψεως νομιμότητας, ήτοι, αφενός, επί του μη ευλόγου χαρακτήρα της διάρκειας της διοικητικής διαδικασίας καθώς και επί της παράβασης της υποχρέωσης έγκαιρης ενημέρωσης σχετικά με την ύπαρξη διοικητικής έρευνας και, αφετέρου, επί της μη κοινοποίησης των εγγράφων που είχαν άμεση σχέση με τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν εις βάρος του αναιρεσείοντος.

119

Όπως, όμως, διαπιστώθηκε στη σκέψη 80 της παρούσας απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στις σκέψεις 147 έως 148 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι η απόφαση του FRA να περατώσει τη διοικητική διαδικασία έναντι του αναιρεσείοντος χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση δεν ήταν πράξη ικανή να τον βλάψει, οπότε δεν συνέτρεχε λόγος να εξεταστεί επί της ουσίας η επιχειρηματολογία του σχετικά με τον πέμπτο λόγο ελλείψεως νομιμότητας περί ελλείψεως αιτιολογίας της απόφασης αυτής ούτε να εξακριβωθεί αν πληρούνταν εν προκειμένω οι λοιπές προϋποθέσεις που απαιτούνται σωρευτικώς για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης.

120

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υπό εξέταση διαφορά σχετικά με το αίτημα ικανοποίησης της ηθικής βλάβης την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη ο αναιρεσείων λόγω της παράνομης συμπεριφοράς που προέβαλε προς στήριξη του πέμπτου λόγου ελλείψεως νομιμότητας της πρωτοδίκως ασκηθείσας αγωγής του δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση και ότι η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να προβεί σε επί της ουσίας εξέταση του συγκεκριμένου λόγου ελλείψεως νομιμότητας.

121

Ομοίως, εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να εξετάσει αν οι παράνομες συμπεριφορές τις οποίες δέχθηκε ως αποδεδειγμένες στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ελλείψεως νομιμότητας της πρωτοδίκως ασκηθείσας αγωγής ήταν ικανές να προκαλέσουν την προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα ηθική βλάβη.

Επί των δικαστικών εξόδων

122

Δεδομένου ότι η υπόθεση αναπέμπεται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα σχετικά με την παρούσα αναιρετική διαδικασία δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 21ης Δεκεμβρίου 2021, DD κατά FRA (T‑703/19, EU:T:2021:923), καθ’ ο μέρος με την απόφαση αυτή, αφενός, απορρίφθηκε ο πέμπτος λόγος ελλείψεως νομιμότητας τον οποίο προέβαλε ο DD και, αφετέρου, απορρίφθηκαν ως αβάσιμα τα αποζημιωτικά αιτήματα της αγωγής σχετικά με τον τρίτο λόγο ελλείψεως νομιμότητας, καθόσον με τα αιτήματα αυτά ζητείτο η αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη ο αναιρεσείων λόγω της παράβασης, από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), της υποχρέωσης έγκαιρης ενημέρωσης του αναιρεσείοντος σχετικά με την ύπαρξη διοικητικής έρευνας έναντί του και λόγω της μη κοινοποίησης εγγράφων που είχαν άμεση σχέση με τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν εις βάρος του.

 

2)

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.

 

3)

Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της πρωτοδίκως ασκηθείσας αγωγής καθόσον αφορά, αφενός, τον πέμπτο λόγο ελλείψεως νομιμότητας τον οποίο προέβαλε ο DD προς στήριξη της αγωγής αυτής και, αφετέρου, την ύπαρξη της ηθικής βλάβης την οποία επικαλέστηκε ο DD στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ελλείψεως νομιμότητας λόγω της παράβασης, από τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), της υποχρέωσης έγκαιρης ενημέρωσης του αναιρεσείοντος σχετικά με την ύπαρξη διοικητικής έρευνας έναντί του καθώς και λόγω της μη κοινοποίησης εγγράφων που είχαν άμεση σχέση με τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν εις βάρος του.

 

4)

Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.