ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 23ης Μαρτίου 2023 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Ηθική παρενόχληση – Ιατρικές γνωματεύσεις – Αδικαιολόγητες απουσίες – Αποδοχές – Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 11α – Σύγκρουση συμφερόντων – Άρθρο 21α – Προδήλως παράνομη διαταγή – Άρθρο 23 – Τήρηση των νόμων και των αστυνομικών διατάξεων – Πειθαρχική διαδικασία – Παύση των καθηκόντων – Ανάκληση της παύσης των καθηκόντων – Νέα πειθαρχική διαδικασία – Νέα παύση των καθηκόντων»

Στην υπόθεση C‑640/20 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 2020,

PV, εκπροσωπούμενος από τον D. Birkenmaier, Rechtsanwalt,

αναιρεσείων,

όπου ο έτερος διάδικος είναι:

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον T. S. Bohr, τον B. Mongin και την A.‑C. Simon, και στη συνέχεια από τον T. S. Bohr και την A.‑C. Simon,

καθής πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Arabadjiev, πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen (εισηγητή), Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, P. G. Xuereb, A. Kumin και I. Ziemele, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Pikamäe

γραμματέας: Α. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2022,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την αίτηση αναιρέσεως, ο PV ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 30ής Ιανουαρίου 2020, PV κατά Επιτροπής (T‑786/16 και T‑224/18, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2020:17), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές-αγωγές του PV με αίτημα

–

στην υπόθεση T‑786/16, κυρίως, να ακυρωθούν οι εκθέσεις αξιολόγησης του PV για τα έτη 2014 έως 2016, οι από 31 Μαΐου, 5 Ιουλίου, 31 Ιουλίου και 15 Σεπτεμβρίου 2016 αποφάσεις του γενικού διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης (ΓΔ) «Διερμηνεία» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί μειώσεων στον μισθό του PV, η από 28 Νοεμβρίου 2016 απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) με την οποία απορρίφθηκαν οι διοικητικές ενστάσεις κατά των από 31 Μαΐου και 5 Ιουλίου 2016 αποφάσεων περί μειώσεων στον μισθό του PV, η από 21 Ιουνίου 2016 επιστολή προκαταρκτικής ενημέρωσης του Γραφείου «Διαχείριση και Εκκαθάριση των Ατομικών Δικαιωμάτων» (PMO) με την οποία ο PV ενημερώθηκε για την οφειλή του ύψους 33593,88 ευρώ, η από 11 Ιουλίου 2016 απόφαση του PMO για την αναστολή της καταβολής του μισθού του PV από 1ης Ιουλίου 2016, το από 31 Ιουλίου 2016 υπηρεσιακό σημείωμα του γενικού διευθυντή της ΓΔ «Διερμηνεία» με το οποίο ανακοινώθηκε η πρόθεση να θεωρηθούν παράτυπες οι απουσίες του PV για το χρονικό διάστημα από 2 Ιουνίου έως 31 Ιουλίου 2016 και να πραγματοποιηθούν αντίστοιχες μειώσεις στον μισθό του, η από 21 Σεπτεμβρίου 2016 επιστολή προκαταρκτικής ενημέρωσης του PMO με την οποία ο PV ενημερώθηκε για την οφειλή του ύψους 42704,74 ευρώ, η από 17 Ιανουαρίου 2017 απόφαση της ΑΔΑ περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης κατά των πράξεων αυτών, η από 26 Ιουλίου 2016 απόφαση της ΑΔΑ περί παύσης των καθηκόντων του PV, η από 2 Φεβρουαρίου 2017 απόφαση της ΑΔΑ περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης κατά της απόφασης παύσης των καθηκόντων, το από 20 Ιουλίου 2017 χρεωστικό σημείωμα, η από 29 Νοεμβρίου 2017 απόφαση της ΑΔΑ περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης κατά του χρεωστικού σημειώματος και η πειθαρχική διαδικασία CMS 13/087, και

–

επικουρικώς, να ακυρωθούν οι από 27 Ιουνίου και 10 Οκτωβρίου 2014 ιατρικές γνωματεύσεις, τα από 16 Ιουλίου, 18 Ιουλίου, 8 Αυγούστου, 4 Σεπτεμβρίου και 4 Δεκεμβρίου 2014, 4 Φεβρουαρίου, 13 Απριλίου, 4 Ιουνίου, 11 Αυγούστου, 14 Οκτωβρίου και 4 Δεκεμβρίου 2015, 5 Φεβρουαρίου, 22 Μαρτίου, 18 Απριλίου, 3 Ιουνίου, 30 Ιουνίου και 25 Ιουλίου 2016 σημειώματα του ιατρού-συμβούλου, οι από 23 Οκτωβρίου 2014, 20 Ιανουαρίου, 20 Μαρτίου και 30 Ιουλίου 2015 καθώς και 15 Μαρτίου και 18 Μαΐου 2016 αποφάσεις περί απόρριψης των αιτήσεων αρωγής, οι από 9 Φεβρουαρίου, 30 Μαρτίου, 5 Μαΐου, 24 Ιουνίου, 1 Οκτωβρίου και 12 Νοεμβρίου 2015, 15 Ιανουαρίου και 22 Απριλίου 2016 αποφάσεις του γενικού διευθυντή της ΓΔ «Διερμηνεία» περί μειώσεων στον μισθό του PV, οι αποφάσεις της ΑΔΑ περί απόρριψης των διοικητικών ενστάσεων κατά των αποφάσεων περί μειώσεων στον μισθό, οι από 10 Μαρτίου, 11 Μαΐου, 10 Ιουνίου, 11 Αυγούστου, 13 Νοεμβρίου και 9 Δεκεμβρίου 2015, καθώς και 18 Ιουλίου 2016 βεβαιώσεις οφειλής, οι από 12 Μαρτίου, 11 Αυγούστου και 13 Οκτωβρίου 2015, καθώς και 7 Ιουνίου και 21 Σεπτεμβρίου 2016 αποφάσεις της ΑΔΑ περί απόρριψης των διοικητικών ενστάσεων σχετικά με τις διαδικασίες αξιολόγησης για τα έτη 2013 έως 2015, καθώς και η από 14 Ιουλίου 2016 απόφαση της ΑΔΑ περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης σχετικά με τις αδικαιολόγητες απουσίες του PV στις 16 και 17 Μαρτίου 2016·

–

στην υπόθεση T‑224/18, να διαπιστωθεί ότι ο PV υπήρξε θύμα ηθικής παρενόχλησης, και

–

να ακυρωθούν η πειθαρχική διαδικασία CMS 17/025, η από 2 Μαΐου 2018 απόφαση της ΑΔΑ περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης κατά της απόφασης για την κίνηση της ως άνω πειθαρχικής διαδικασίας, τα από 23 Οκτωβρίου 2017 και 16 Μαρτίου 2018 μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι και ασφάλεια» με τα οποία ο PV κλήθηκε να συντάξει την αυτοαξιολόγησή του σχετικά με τις περιόδους δραστηριότητας 2016 και 2017, οι από 16 Μαρτίου και 1 Ιουνίου 2018 αποφάσεις της ΑΔΑ περί απόρριψης των διοικητικών ενστάσεων κατά των μηνυμάτων αυτών, η από 24 Ιουλίου 2017 απόφαση της ΑΔΑ περί ανάκλησης της παύσης καθηκόντων του PV, η από 15 Ιανουαρίου 2018 απόφαση της ΑΔΑ περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης κατά της απόφασης για την ανάκληση της παύσης καθηκόντων του PV, η από 12 Σεπτεμβρίου 2017 απόφαση του PMO περί συμψηφισμού των αντίστοιχων οφειλών του PV και της Επιτροπής, η από 9 Μαρτίου 2018 απόφαση της ΑΔΑ περί απόρριψης της διοικητικής ένστασης κατά της απόφασης συμψηφισμού των οφειλών και η από 13 Οκτωβρίου 2017 απόφαση του γενικού διευθυντή της ΓΔ «Διερμηνεία» περί αναστολής της καταβολής του μισθού του PV από 1ης Οκτωβρίου 2017·

–

στις υποθέσεις T‑786/16 και T‑224/18, να αποκατασταθεί η υλική ζημία και να ικανοποιηθεί η ηθική βλάβη που ο PV ισχυρίζεται ότι υπέστη.

Το νομικό πλαίσιο

2

Το άρθρο 1ε, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση διαφοράς (στο εξής: ΚΥΚ), προβλέπει τα εξής:

«Στους εν ενεργεία υπαλλήλους παρέχονται συνθήκες εργασίας, οι οποίες πληρούν κατάλληλα πρότυπα υγείας και ασφάλειας, ισοδύναμα τουλάχιστον με τις ελάχιστες απαιτήσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο μέτρων που έχουν θεσπισθεί στους τομείς αυτούς σύμφωνα με τις Συνθήκες.»

3

Το άρθρο 11α, παράγραφοι 1 και 2, του ΚΥΚ ορίζει:

«1.   Κατά την άσκηση των καθηκόντων του και εκτός αντιθέτου διατάξεως, ο υπάλληλος δεν απασχολείται σε καμία υπόθεση στην οποία έχει, άμεσα ή έμμεσα, προσωπικό συμφέρον, ιδίως οικογενειακό ή οικονομικό, φύσεως ικανής να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του.

2.   Ο υπάλληλος ο οποίος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, συμβαίνει να απασχοληθεί με υπόθεση όπως η προαναφερόμενη, ενημερώνει αμέσως σχετικά την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα και δύναται, ιδίως, να απαλλάσσει τον υπάλληλο από τον χειρισμό της υποθέσεως αυτής.»

4

Το άρθρο 12α, παράγραφοι 1 έως 3, του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής:

«1.   Ο υπάλληλος απέχει από κάθε μορφή ηθικής ή σεξουαλικής παρενόχλησης.

2.   Ο υπάλληλος που υπήρξε θύμα ηθικής ή σεξουαλικής παρενόχλησης δεν υφίσταται καμία επιβλαβή συνέπεια εκ μέρους του οργάνου. Ο υπάλληλος που έχει δώσει αποδείξεις για ηθική ή σεξουαλική παρενόχληση δεν υφίσταται καμία επιβλαβή συνέπεια εκ μέρους του οργάνου, υπό τον όρο ότι έχει ενεργήσει εντίμως.

3.   Ως “ηθική παρενόχληση”, νοείται η καταχρηστική επί ορισμένο χρονικό διάστημα διαγωγή που εκδηλώνεται κατά τρόπο επαναληπτικό ή συστηματικό με είδη συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις που γίνονται με πρόθεση και θίγουν την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου.»

5

Το άρθρο 21α, παράγραφοι 1 και 2, του ΚΥΚ, ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Στην περίπτωση που ο υπάλληλος λάβει διαταγή την οποία θεωρεί ως αντικανονική ή εάν εκτιμά ότι από την εκτέλεσή της είναι δυνατόν να προκύψουν σοβαρές δυσχέρειες, ειδοποιεί σχετικά τον αμέσως ιεραρχικά ανώτερό του, ο οποίος, εάν η ειδοποίηση έχει διαβιβασθεί εγγράφως, απαντά επίσης εγγράφως. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, εάν ο αμέσως ιεραρχικά ανώτερος επιβεβαιώσει τη διαταγή, αλλά ο υπάλληλος κρίνει ότι η επιβεβαίωση αυτή δεν είναι ευλόγως καθησυχαστική ενόψει των λόγων του να ανησυχεί, αναφέρει εγγράφως το θέμα στην αμέσως ανώτερη ιεραρχικά αρχή. Εάν η αμέσως ανώτερη ιεραρχικά αρχή επιβεβαιώσει τη διαταγή εγγράφως, ο υπάλληλος υποχρεούται να την εκτελέσει, εκτός εάν η διαταγή είναι προδήλως παράνομη ή αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας.

2.   Εάν ο αμέσως ιεραρχικά ανώτερος κρίνει ότι η διαταγή πρέπει να εκτελεσθεί αμέσως, ο υπάλληλος πρέπει να την εκτελέσει, εκτός εάν αυτή είναι προδήλως παράνομη ή αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας. Ο αμέσως ιεραρχικά ανώτερός του υποχρεούται, εφόσον το ζητήσει ο υπάλληλος, να δίδει τέτοιες διαταγές εγγράφως.»

6

Το άρθρο 23, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:

«Τα προνόμια και οι ασυλίες, των οποίων απολαύουν οι υπάλληλοι, απονέμονται αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών, οι ενδιαφερόμενοι δεν απαλλάσσονται ούτε από την εκπλήρωση των ατομικών τους υποχρεώσεων, ούτε από την τήρηση των νόμων και των αστυνομικών διατάξεων που ισχύουν.»

7

Το άρθρο 24 του ΚΥΚ έχει ως εξής:

«Η Ένωση παρέχει βοήθεια στον υπάλληλο, ιδίως σε περίπτωση διώξεως των δραστών απειλών, προσβολών, εξυβρίσεων ή αποπειρών εναντίον του προσώπου και της περιουσίας είτε του ιδίου είτε των μελών της οικογενείας του, λόγω της ιδιότητάς του ή των καθηκόντων του.

Η Ένωση επανορθώνει αλληλεγγύως τις ζημίες που έχουν προκληθεί στην περίπτωση αυτή στον υπάλληλο στο μέτρο που ο τελευταίος δεν είναι, εκ δόλου ή βαρείας αμελείας, υπαίτιος των ζημιών αυτών και εφόσον δεν έχει δυνηθεί να επιτύχει επανόρθωση από το δράστη.»

8

Το άρθρο 25, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ προβλέπει τα ακόλουθα:

«Ο υπάλληλος δύναται να προσφεύγει, για ζητήματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του οργάνου στο οποίο ανήκει.

Κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να κοινοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο. Κάθε απόφαση σε βάρος υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη.»

9

Το άρθρο 59, παράγραφοι 1 έως 3, του ΚΥΚ προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Ο υπάλληλος που αποδεικνύει ότι κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του λόγω ασθενείας ή ατυχήματος απολαύει αναρρωτικής αδείας.

Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος πρέπει, το συντομότερο δυνατόν, να απευθύνει κοινοποίηση στο όργανο στο οποίο ανήκει για την αδυναμία παροχής υπηρεσιών, προσδιορίζοντας συγχρόνως τον τόπο όπου ευρίσκεται. Προσκομίζει, από την τέταρτη ημέρα της απουσίας του, ιατρικό πιστοποιητικό. […] Άλλως, η απουσία θεωρείται αδικαιολόγητη, εκτός εάν το πιστοποιητικό δεν εστάλη για λόγους πέραν της βουλήσεως του υπαλλήλου.

Ο υπάλληλος δύναται, ανά πάσα στιγμή, να υποχρεωθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση που διοργανώνεται από το όργανο. Εάν, εξ υπαιτιότητος του υπαλλήλου, η εξέταση αυτή δεν μπορέσει να πραγματοποιηθεί, η απουσία του θεωρείται αδικαιολόγητη από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να έχει λάβει χώρα η εξέταση.

Εάν το πόρισμα της εξέτασης είναι ότι ο υπάλληλος είναι ικανός να εκτελέσει τα καθήκοντά του, η απουσία του, με την επιφύλαξη του επομένου εδαφίου, θεωρείται αδικαιολόγητη από την ημερομηνία της εξέτασης.

Εάν ο υπάλληλος θεωρεί ότι τα πορίσματα της ιατρικής εξέτασης που διοργανώθηκε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι ιατρικώς αδικαιολόγητα, μπορεί, είτε ο ίδιος είτε ένας ιατρός που ενεργεί για λογαριασμό του, να υποβάλει, εντός δύο ημερών, στο όργανο αίτηση παραπομπής του θέματος σε ανεξάρτητο ιατρό για γνωμάτευση.

[…]

3.   Με την επιφύλαξη της εφαρμογής, ενδεχομένως, των κανόνων σχετικά με τις πειθαρχικές διαδικασίες, κάθε απουσία που κρίνεται αδικαιολόγητη σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 αφαιρείται από την ετήσια άδεια του ενδιαφερομένου υπαλλήλου. Στην περίπτωση που ο υπάλληλος έχει εξαντλήσει την άδειά του, στερείται των αποδοχών του για το αντίστοιχο διάστημα.»

10

Το άρθρο 6, παράγραφος 5, του παραρτήματος IX του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής:

«Εντός πέντε ημερών από τη συγκρότηση του συμβουλίου, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δικαιούται μία φορά να ζητήσει την εξαίρεση ενός από τα μέλη του συμβουλίου. Το όργανο επίσης δικαιούται να ζητήσει την εξαίρεση ενός από τα μέλη του συμβουλίου.

Εντός της ίδιας προθεσμίας, τα μέλη του συμβουλίου μπορούν να προβάλλουν νόμιμους λόγους αυτοεξαίρεσής τους και πρέπει να απέχουν, εάν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.

[…]»

Το ιστορικό της διαφοράς

11

Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 1 έως 33 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως.

12

Ο PV, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις 16 Ιουλίου 2007, τοποθετήθηκε στη ΓΔ «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις και ένταξη» της Επιτροπής μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

13

Στις 5 Αυγούστου 2009 ο PV υπέβαλε αίτηση αρωγής βάσει του άρθρου 24 του ΚΥΚ, καθόσον θεώρησε ότι υπήρξε θύμα παρενόχλησης. Η διαδικασία αυτή περατώθηκε στις 9 Ιουνίου 2010, κατόπιν έρευνας που διεξήγαγε η Υπηρεσία Ερευνών και Πειθαρχικών Κυρώσεων της Επιτροπής, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 12α, παράγραφος 3, του ΚΥΚ για τον χαρακτηρισμό της συγκεκριμένης συμπεριφοράς ως ηθικής παρενόχλησης. Ο PV μετατέθηκε στη ΓΔ «Προϋπολογισμός» της Επιτροπής την 1η Οκτωβρίου 2009.

14

Την 1η Απριλίου 2013 ο PV τοποθετήθηκε στη μονάδα «Προϋπολογισμός και χρηματοοικονομική διαχείριση» της ΓΔ «Διερμηνεία» της Επιτροπής.

15

Στις 12 Νοεμβρίου 2013 ο προϊστάμενος της εν λόγω μονάδας υπέβαλε πειθαρχική καταγγελία κατά του PV λόγω προβλημάτων συμπεριφοράς, μη εφαρμογής των ισχυουσών διαδικασιών και έλλειψης απόδοσης.

16

Μεταξύ 8 Μαΐου 2014 και 31 Ιουλίου 2016 ο PV δεν προσήλθε στην εργασία του, καθόσον θεώρησε ότι υπήρξε θύμα ηθικής παρενόχλησης.

17

Στις 27 Ιουνίου και στις 10 Οκτωβρίου 2014 ο ιατρός-σύμβουλος της Επιτροπής εξέδωσε ιατρικές γνωματεύσεις σύμφωνα με τις οποίες ο PV ήταν ικανός να επιστρέψει στην εργασία του. Εν συνεχεία, ο PV κλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις, στις οποίες όμως δεν προσήλθε.

18

Εκτιμώντας ότι οι απουσίες του PV ήταν αδικαιολόγητες, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Διερμηνεία» εξέδωσε σειρά αποφάσεων περί παρακρατήσεων από τον μισθό του PV.

19

Στις 23 Δεκεμβρίου 2014 ο PV υπέβαλε δεύτερη αίτηση αρωγής βάσει του άρθρου 24 του ΚΥΚ. Με απόφαση της 12ης Μαρτίου 2015, η ΑΔΑ αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις περί ηθικής παρενόχλησης εις βάρος του PV και ότι δεν ήταν, ως εκ τούτου, δικαιολογημένη η εφαρμογή έκτακτων μέτρων απομάκρυνσης.

20

Στις 10 Ιουλίου 2015 η Επιτροπή κίνησε την πειθαρχική διαδικασία CMS 13/087 κατά του PV λόγω επαναλαμβανόμενης απείθειας κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ανάρμοστης συμπεριφοράς και αδικαιολόγητων απουσιών.

21

Με αποφάσεις της 31ης Μαΐου και της 5ης Ιουλίου 2016 ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Διερμηνεία» έκρινε ότι οι απουσίες του PV για τα χρονικά διαστήματα από 5 Φεβρουαρίου έως 31 Μαρτίου 2016 και από 4 Απριλίου έως 31 Μαΐου 2016 ήταν παράτυπες και αποφάσισε να προβεί σε παρακρατήσεις από τον μισθό του PV. Οι διοικητικές ενστάσεις του PV κατά των προαναφερθεισών αποφάσεων απορρίφθηκαν με απόφαση της ΑΔΑ της 28ης Νοεμβρίου 2016.

22

Με απόφαση της 11ης Ιουλίου 2016, το PMO αποφάσισε να αναστείλει την καταβολή του μισθού του PV από 1ης Ιουλίου 2016. Η διοικητική ένσταση που υπέβαλε ο PV κατά της εν λόγω απόφασης απορρίφθηκε με απόφαση της ΑΔΑ της 17ης Ιανουαρίου 2017.

23

Με απόφαση της ΑΔΑ της 26ης Ιουλίου 2016, η οποία εκδόθηκε κατόπιν του πορίσματος της πειθαρχικής διαδικασίας CMS 13/087, ο PV παύθηκε από τα καθήκοντά του με ισχύ από 1ης Αυγούστου 2016 (στο εξής: από 26 Ιουλίου 2016 απόφαση παύσης των καθηκόντων). Η διοικητική ένσταση του PV κατά της εν λόγω απόφασης απορρίφθηκε με απόφαση της ΑΔΑ της 2ας Φεβρουαρίου 2017.

24

Με υπηρεσιακό σημείωμα της 31ης Ιουλίου 2016, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Διερμηνεία» ανακοίνωσε στον PV την πρόθεσή του να θεωρήσει παράτυπες τις απουσίες του για το χρονικό διάστημα από 2 Ιουνίου έως 31 Ιουλίου 2016 και να προβεί σε παρακρατήσεις από τον μισθό του. Η διοικητική ένσταση του PV κατά του υπηρεσιακού σημειώματος απορρίφθηκε με απόφαση της ΑΔΑ της 17ης Ιανουαρίου 2017.

25

Με επιστολή προκαταρκτικής ενημέρωσης της 21ης Σεπτεμβρίου 2016, το PMO ενημέρωσε τον PV ότι όφειλε στην Επιτροπή ποσό ύψους 42704,74 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στις αδικαιολόγητες απουσίες του. Η διοικητική ένσταση του PV κατά της εν λόγω απόφασης απορρίφθηκε με απόφαση της ΑΔΑ της 17ης Ιανουαρίου 2017.

26

Στις 24 Ιουλίου 2017 η ΑΔΑ ανακάλεσε την από 26 Ιουλίου 2016 απόφαση παύσης των καθηκόντων και ο PV ενημερώθηκε, με υπηρεσιακό σημείωμα του γενικού διευθυντή της ΓΔ «Ανθρώπινοι Πόροι και Ασφάλεια», ότι επρόκειτο να επανενταχθεί στη μονάδα «Συστήματα πληροφορικής και συνεδριακά συστήματα» της ΓΔ «Διερμηνεία» από τη 16η Σεπτεμβρίου 2017. Η διοικητική ένσταση του PV κατά της απόφασης ανάκλησης της παύσης των καθηκόντων του απορρίφθηκε με απόφαση της ΑΔΑ της 15ης Ιανουαρίου 2018.

27

Με υπηρεσιακό σημείωμα της 12ης Σεπτεμβρίου 2017, ο διευθυντής του PMO προέβη σε συμψηφισμό των ποσών που οφείλονταν στον PV για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχε παυθεί από τα καθήκοντά του και των οφειλών του προς την Επιτροπή, κατόπιν του οποίου καταβλήθηκε στον PV το ποσό των 9550 ευρώ. Η διοικητική ένσταση του PV κατά του υπηρεσιακού σημειώματος συμψηφισμού απορρίφθηκε με απόφαση της ΑΔΑ της 9ης Μαρτίου 2018.

28

Στις 20 Σεπτεμβρίου 2017 ο PV ενημερώθηκε ότι οι απουσίες του από τις 16 Σεπτεμβρίου 2017 θεωρούνταν παράτυπες.

29

Στις 6 Οκτωβρίου 2017 η Επιτροπή κίνησε την πειθαρχική διαδικασία CMS 17/025, για λόγους πανομοιότυπους με εκείνους της πειθαρχικής διαδικασίας CMS 13/087. Η διοικητική ένσταση του PV κατά της κίνησης της νέας πειθαρχικής διαδικασίας απορρίφθηκε με απόφαση της ΑΔΑ της 2ας Μαΐου 2018.

30

Στις 13 Οκτωβρίου 2017 ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Διερμηνεία» εξέδωσε απόφαση περί αναστολής της καταβολής του μισθού του PV από 1ης Οκτωβρίου 2017.

31

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Νοεμβρίου 2017, ο PV κλήθηκε να συμμετάσχει στη διαδικασία αξιολόγησης FP 2016. Η διοικητική ένσταση του PV κατά της κλήσης αυτής απορρίφθηκε με απόφαση της ΑΔΑ της 16ης Μαρτίου 2018.

32

Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 22ας Φεβρουαρίου 2018, ο PV κλήθηκε να συμμετάσχει στη διαδικασία αξιολόγησης FP 2017. Η διοικητική ένσταση του PV κατά της κλήσης αυτής απορρίφθηκε με απόφαση της ΑΔΑ της 20ής Ιουνίου 2018.

33

Με απόφαση της Επιτροπής της 21ης Οκτωβρίου 2019, η οποία εκδόθηκε κατόπιν του πορίσματος της πειθαρχικής διαδικασίας CMS 17/025, ο PV παύθηκε από τα καθήκοντά του (στο εξής: από 21 Οκτωβρίου 2019 απόφαση παύσης των καθηκόντων). Η εν λόγω παύση των καθηκόντων τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2019.

Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

34

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Δεκεμβρίου 2017, ο PV, αφού του χορηγήθηκε δικαστική αρωγή από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου, άσκησε ενώπιον του τελευταίου προσφυγή-αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε με αριθμό πρωτοκόλλου T‑786/16, με αίτημα, πρώτον, να ακυρωθούν οι επίδικες πράξεις που μνημονεύονται στη σκέψη 1, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, της παρούσας απόφασης. Δεύτερον, ο PV ζήτησε να υποχρεωθεί η Επιτροπή σε καταβολή 889000 ευρώ και 132828,67 ευρώ προς ικανοποίηση της φερόμενης ηθικής βλάβης και προς αποκατάσταση της φερόμενης υλικής ζημίας, αντιστοίχως.

35

Προς στήριξη της προσφυγής-αγωγής ο PV προέβαλε πέντε λόγους, οι οποίοι, κατ’ ουσίαν, αφορούν, πρώτον, παράβαση του άρθρου 12α του ΚΥΚ, δεύτερον, παράβαση των άρθρων 21α και 23 του ΚΥΚ, τρίτον, παραβίαση της αρχής μέριμνας και παράβαση του άρθρου 24 του ΚΥΚ, τέταρτον, παράβαση των άρθρων 59 και 60 του ΚΥΚ καθώς και, πέμπτον, παράβαση του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

36

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Απριλίου 2018, ο PV άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή-αγωγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T‑224/18, ζητώντας από το Γενικό Δικαστήριο, πρώτον, να διαπιστώσει ότι υπήρξε θύμα ηθικής παρενόχλησης, δεύτερον, να ακυρώσει τις επίδικες πράξεις που μνημονεύονται στη σκέψη 1, τέταρτη περίπτωση, της παρούσας απόφασης, καθώς και, τρίτον, να υποχρεωθεί η Επιτροπή σε καταβολή, κυρίως, 98000 ευρώ και 23190,44 ευρώ προς ικανοποίηση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης και προς αποκατάσταση της προβαλλόμενης υλικής ζημίας, αντιστοίχως, και, επικουρικώς, να υποχρεωθεί η Επιτροπή σε καταβολή 7612,87 ευρώ προς αποκατάσταση της προβαλλόμενης υλικής ζημίας.

37

Προς στήριξη της προσφυγής-αγωγής ο PV προέβαλε επτά λόγους, οι οποίοι αφορούν, κατ’ ουσίαν, πρώτον, παράβαση του άρθρου 12α του ΚΥΚ, δεύτερον, παράβαση των άρθρων 21α και 23 του ΚΥΚ, τρίτον, παράβαση του άρθρου 11α του ΚΥΚ και του άρθρου 41 του Χάρτη, τέταρτον, παραβίαση της αρχής μέριμνας, πέμπτον, παραβίαση της αρχής της ένστασης μη εκπλήρωσης και της αρχής της νομιμότητας, έκτον, παραβίαση της αρχής ne bis in idem και, έβδομον, παράβαση του άρθρου 41 του Χάρτη.

38

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις δύο προσφυγές-αγωγές που άσκησε ο PV.

39

Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 67 έως 130 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε ως απαράδεκτα τα αιτήματα του PV με τα οποία ζητούσε από το Γενικό Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι υπήρξε θύμα ηθικής παρενόχλησης, καθώς και τα αιτήματα για την ακύρωση, μεταξύ άλλων, της από 26 Ιουλίου 2016 απόφασης περί παύσης των καθηκόντων, των πειθαρχικών διαδικασιών CMS 13/087 και CMS 17/025 και των αποφάσεων των οποίων ζητεί την ακύρωση, επικουρικώς, στην υπόθεση T‑786/16.

40

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 131 και 132 της ίδιας απόφασης, ότι παρείλκε η εξέταση του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε στην υπόθεση T‑786/16 καθώς και του έκτου και του έβδομου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκαν στην υπόθεση T‑224/18, καθόσον οι λόγοι αυτοί, οι οποίοι προβλήθηκαν προς στήριξη των αιτημάτων ακύρωσης της πρώτης και της δεύτερης πειθαρχικής διαδικασίας, αντιστοίχως, κρίθηκαν απαράδεκτοι.

41

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στις σκέψεις 135 έως 248 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τους λοιπούς λόγους ακυρώσεως της προσφυγής.

42

Προς τούτο, αφενός, διαπίστωσε, στη σκέψη 173 της απόφασης αυτής, ότι τα προβαλλόμενα από τον PV περιστατικά της ηθικής παρενόχλησης δεν είχαν αποδειχθεί επαρκώς κατά νόμον.

43

Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στις σκέψεις 177 έως 241 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τους λόγους που προέβαλε ο PV περί παράβασης των άρθρων 11α, 21α, 23, 24, 59 και 60 του ΚΥΚ, καθώς και περί παραβίασης των αρχών της νομιμότητας, της μέριμνας και της ένστασης μη εκπλήρωσης.

44

Τέταρτον, στις σκέψεις 249 έως 255 της ίδιας απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τις αξιώσεις αποζημίωσης του PV, με το σκεπτικό ότι οι αξιώσεις αυτές στηρίζονται, κατ’ ουσίαν, στον φερόμενο ως παράνομο χαρακτήρα των αποφάσεων που προσέβαλε ο PV με προσφυγές ακυρώσεως, χωρίς όμως να αποδείξει τον παράνομο χαρακτήρα τους.

Τα αιτήματα των διαδίκων

45

Με την αίτηση αναιρέσεως ο PV ζητεί από το Δικαστήριο:

–

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,

–

να αποφανθεί επί της διαφοράς και

–

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

46

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–

να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

–

να καταδικάσει τον PV στα δικαστικά έξοδα.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

47

Ο PV προβάλλει δέκα λόγους αναιρέσεως προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν, πρώτον, παράβαση των άρθρων 72 και 270 ΣΛΕΕ και του άρθρου 23 του ΚΥΚ, δεύτερον, παράβαση του άρθρου 4 ΣΕΕ, του άρθρου 41 του Χάρτη και του άρθρου 11α του ΚΥΚ, τρίτον, παραβίαση της αρχής fraus omnia corrumpit [η διάπραξη απάτης καθιστά άκυρη κάθε πράξη που στηρίζεται σε αυτή] και παράβαση του άρθρου 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τέταρτον, παράβαση των άρθρων 1, 3, 4, 31 και 41 του Χάρτη, καθώς και παράβαση των άρθρων 1ε και 12α του ΚΥΚ, πέμπτον, εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 59 του ΚΥΚ και παράβαση εσωτερικής απόφασης της Επιτροπής, έκτον, παραβίαση της αρχής της ένστασης μη εκπλήρωσης, έβδομον, παράβαση του άρθρου 41 του Χάρτη και του άρθρου 25 του ΚΥΚ, όγδοον, παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, ένατον, παράβαση του άρθρου 15 του Χάρτη και, δέκατον, παραβίαση της απαγόρευσης αποφάνσεως ultra petita.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

48

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο PV βάλλει κατά της εκτίμησης του Γενικού Δικαστηρίου, στις σκέψεις 184 και 185 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επί της επιχειρηματολογίας του περί παράβασης των άρθρων 21α και 23 του ΚΥΚ.

49

Πρώτον, κατά τον αναιρεσείοντα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 184 της απόφασης αυτής, ότι τα περιστατικά ηθικής παρενόχλησης ή ψευδούς βεβαίωσης αποδεικνύονται μόνο με καταδικαστικές αποφάσεις, ενώ η παραγγελία για τη διεξαγωγή ανάκρισης στερείται παντελώς σημασίας στο πλαίσιο της εξέτασης της ακρίβειας των εν λόγω περιστατικών.

50

Δεύτερον, ο PV υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 270 ΣΛΕΕ, καθόσον έκρινε, στη σκέψη 185 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η σχέση εργασίας μεταξύ υπαλλήλου και του θεσμικού οργάνου στο οποίο αυτός υπηρετεί διέπεται αποκλειστικά από τον ΚΥΚ, παρά το γεγονός ότι κρίσιμες είναι και άλλες πηγές δικαίου, και δη το ποινικό δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου εργάζεται ο υπάλληλος. Επομένως, κάθε τελούμενο από υπάλληλο ποινικό αδίκημα, όπως η ηθική παρενόχληση, η πλαστογραφία δημοσίων εγγράφων ή η δωροδοκία, το οποίο τιμωρείται από τον βελγικό ποινικό κώδικα, συνιστά επίσης παράβαση του άρθρου 23 του ΚΥΚ. Οι παραγγελίες του Βέλγου ανακριτή για διεξαγωγή ανάκρισης κατόπιν των εγκλήσεων του PV κατά αρκετών υπαλλήλων αποδεικνύουν την τέλεση τέτοιων ποινικών αδικημάτων. Το Γενικό Δικαστήριο, στο μέτρο που δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζονται οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις, ενήργησε επίσης κατά παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ και του άρθρου 67, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.

51

Τρίτον, ο PV υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών καθόσον δεν έλαβε υπόψη μεγάλο αριθμό καθοριστικών στοιχείων. Κατ’ αρχάς, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις εκδοθείσες κατά το βελγικό δίκαιο παραγγελίες Βέλγου ανακριτή για τη διενέργεια ακρόασης υπαλλήλων της Επιτροπής που εμπλέκονταν στην έκδοση ορισμένων από τις επίδικες πράξεις, παρότι οι παραγγελίες αυτές εκδόθηκαν δυνάμει δικονομικού πλαισίου που αποδεικνύει ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα θεωρήθηκαν ύποπτα για την τέλεση των προβαλλόμενων αδικημάτων. Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη την από 19 Σεπτεμβρίου 2018 κατάσχεση, από Βέλγο ανακριτή, του πειθαρχικού φακέλου CMS 17/025 ως τεκμηρίου για την τέλεση του αδικήματος της πλαστογραφίας δημοσίων εγγράφων. Τέλος, το ότι η από 15 Σεπτεμβρίου 2016 απόφαση περί παρακρατήσεων από τον μισθό έφερε μη γνήσια υπογραφή θα έπρεπε να οδηγήσει το Γενικό Δικαστήριο στην εφαρμογή της αρχής fraus omnia corrumpit.

52

Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών καθόσον διαπίστωσε, στη σκέψη 184 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί από τον PV, ότι τα βελγικά δικαστήρια τον είχαν καταδικάσει να καταβάλει στον ιατρό-σύμβουλο της Επιτροπής ποσό 25000 ευρώ ως αποζημίωση. Στην πραγματικότητα, ο PV δεν είχε καταδικαστεί σε τέτοια καταβολή αποζημίωσης. Αντιθέτως, το tribunal correctionnel de Bruxelles (πλημμελειοδικείο Βρυξελλών, Βέλγιο) διαπίστωσε το απαράδεκτο της απευθείας κλήσης ενός ιατρού-συμβούλου της Επιτροπής και καταδίκασε τον PV σε καταβολή ποσού ύψους 440 ευρώ ως αποζημίωση για τη διαδικασία.

53

Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

54

Πρώτον, όσον αφορά την πλάνη περί το δίκαιο την οποία επικαλείται ο PV σχετικά με τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 184 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνεται ότι ο PV προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε, αφενός, ότι τα περιστατικά ηθικής παρενόχλησης ή ψευδούς βεβαίωσης αποδεικνύονται μόνον με καταδικαστική απόφαση και, αφετέρου, ότι η παραγγελία για τη διεξαγωγή ανάκρισης στερείται παντελώς σημασίας στο πλαίσιο της εξέτασης της ακρίβειας των εν λόγω περιστατικών.

55

Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται συναφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, στην εν λόγω σκέψη 184, ότι τα περιστατικά που στοιχειοθετούν τα αδικήματα της ψευδούς βεβαίωσης ή της παρενόχλησης δεν αποδεικνύονται με πράξεις οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους, δεν συνεπάγονται οριστική διαπίστωση των περιστατικών αυτών.

56

Εν συνεχεία, ο ισχυρισμός του PV ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 184 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η παραγγελία για διεξαγωγή ανάκρισης στερείται παντελώς σημασίας για την απόδειξη των περιστατικών ηθικής παρενόχλησης ή ψευδούς βεβαίωσης, απορρέει από εσφαλμένη ερμηνεία της εν λόγω σκέψης 184.

57

Συγκεκριμένα, διαπιστώνοντας, στην εν λόγω σκέψη 184, ότι ως προς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά τον PV, στοιχειοθετούσαν ηθική παρενόχληση ή ψευδή βεβαίωση, δεν υπήρξε σχετικός χαρακτηρισμός τους ή ποινική καταδίκη από βελγικό δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε μεν ότι οι εκδοθείσες στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας παραγγελίες, τις οποίες επικαλέστηκε ο PV, δεν καθιστούσαν, αφ’ εαυτών, δυνατή την απόδειξη των περιστατικών αυτών, με αποτέλεσμα να μην είναι κρίσιμα στο πλαίσιο της εκτίμησης αυτής, πλην όμως δεν θεώρησε ότι τα περιστατικά αυτά στερούνταν παντελώς σημασίας.

58

Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία του PV ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στην ίδια σκέψη 184 είναι αβάσιμη.

59

Δεύτερον, όσον αφορά την παρατιθέμενη στη σκέψη 185 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ερμηνεία του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στηριζόμενο στη διάταξη αυτή, κάθε λυσιτέλεια του εθνικού δικαίου κατά την εξέταση των επιχειρημάτων του PV περί παράβασης των άρθρων 21α και 23 του ΚΥΚ, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 270 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων της εντός των ορίων και υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον ΚΥΚ και το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ένωσης.

60

Από τη διάταξη αυτή απορρέει ότι διαφορά μεταξύ μονίμου υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού της Ένωσης και του θεσμικού οργάνου στο οποίο αυτός ανήκει εμπίπτει, εφόσον πηγάζει από τη σχέση εργασίας που συνδέει τον ενδιαφερόμενο με το όργανο, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου [πρβλ. απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, OH (Ετεροδικία), C‑758/19, EU:C:2021:603, σκέψεις 24 και 34].

61

Τουναντίον, ουδόλως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 270 ΣΛΕΕ ότι η σχέση εργασίας μεταξύ του υπαλλήλου και του θεσμικού οργάνου διέπεται αποκλειστικά από τον ΚΥΚ.

62

Πράγματι, αφενός, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 62 έως 71 των προτάσεών του, και άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, τόσο του πρωτογενούς όσο και του παράγωγου δικαίου, εφαρμόζονται στη σχέση εργασίας μεταξύ του υπαλλήλου και του θεσμικού οργάνου.

63

Αφετέρου, ορισμένες διατάξεις του ΚΥΚ περιλαμβάνουν παραπομπές στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.

64

Τούτο ισχύει, ειδικότερα, όσον αφορά τα άρθρα 21α και 23 του ΚΥΚ, τα οποία επικαλέστηκε ο PV προς στήριξη των προσφυγών ακυρώσεως.

65

Συγκεκριμένα, το άρθρο 23 του ΚΥΚ, σχετικά με τα προνόμια και τις ασυλίες των οποίων απολαύουν οι υπάλληλοι, διευκρινίζει, στο πρώτο εδάφιο, ότι οι ενδιαφερόμενοι δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση τήρησης των νόμων και των αστυνομικών διατάξεων που ισχύουν. Ως εκ τούτου, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι υπάλληλοι υποχρεούνται να τηρούν τους νόμους που έχουν θεσπιστεί από το κράτος μέλος του τόπου υπηρεσίας τους, των οποίων η τήρηση επιβάλλεται σε κάθε πρόσωπο που βρίσκεται στο έδαφός του, περιλαμβανομένου του ποινικού δικαίου του εν λόγω κράτους μέλους.

66

Ομοίως, το άρθρο 21α, παράγραφος 1, του ΚΥΚ προβλέπει ότι ο υπάλληλος δεν υποχρεούται να εκτελέσει διαταγή προδήλως παράνομη ή αντιβαίνουσα στους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας. Επομένως, η διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με το άρθρο 23, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ, επιτρέπει στον υπάλληλο να αρνηθεί να εκτελέσει διαταγή την οποία έλαβε επικαλούμενος παραβίαση του ποινικού δικαίου του κράτους μέλους του τόπου υπηρεσίας του την οποία θα συνεπαγόταν η εκτέλεση της διαταγής αυτής.

67

Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 185 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η σχέση εργασίας μεταξύ υπαλλήλου και του θεσμικού οργάνου στο οποίο αυτός ανήκει διέπεται αποκλειστικά από τον ΚΥΚ, μη δεχόμενο, επομένως, βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, ότι το εθνικό ποινικό δίκαιο ασκεί επιρροή.

68

Ωστόσο, ακόμη και αν το σκεπτικό απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου ενέχει παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, πλην όμως το διατακτικό της είναι ορθό για άλλους νομικούς λόγους, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί (απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Dalli κατά Επιτροπής, C‑615/19 P, EU:C:2021:133, σκέψη 165 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

69

Συναφώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 21α του ΚΥΚ επιτρέπει στον υπάλληλο να αρνηθεί να εκτελέσει μια διαταγή όταν αυτή είναι προδήλως παράνομη ή αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας.

70

Επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της εν λόγω διάταξης προς στήριξη προσφυγής με την οποία ζητείται η ακύρωση αποφάσεων οι οποίες δεν εκδόθηκαν σε συνέχεια της άρνησης υπαλλήλου να συμμορφωθεί προς διαταγή που έχει λάβει.

71

Εν προκειμένω διαπιστώνεται ότι καμία από τις επίδικες αποφάσεις στο πλαίσιο των υποθέσεων T‑786/16 και T‑224/18 δεν εκδόθηκε κατόπιν άρνησης του PV να εκτελέσει διαταγή.

72

Όσον αφορά την αιτίαση περί παράβασης του άρθρου 23 του ΚΥΚ, διαπιστώνεται ότι απλώς και μόνον ο ισχυρισμός ότι υπάλληλοι που μετείχαν στην έκδοση των επίδικων αποφάσεων τέλεσαν ποινικά αδικήματα και ότι κινήθηκαν σχετικές με τα αδικήματα αυτά ανακριτικές διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων παρασχέθηκε στους συγκεκριμένους υπαλλήλους η δυνατότητα ακρόασης, δεν αρκεί για την απόδειξη της τέλεσης τέτοιων αδικημάτων κατά την έκδοση των επίδικων αποφάσεων. Στον βαθμό που η εξεταζόμενη στη σκέψη 185 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επιχειρηματολογία του PV στηρίζεται σε τέτοιους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί ως αβάσιμη.

73

Ως εκ τούτου, η επιχειρηματολογία η οποία αφορά πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 185 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.

74

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του PV ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 2 ΣΕΕ και το άρθρο 67, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζονται οι εκδοθείσες από Βέλγο ανακριτή παραγγελίες, τις οποίες επικαλείται ο PV, αρκεί η επισήμανση ότι οι διατάξεις αυτές δεν έχουν ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα τον καθορισμό των κανόνων σχετικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων από τον δικαστή της Ένωσης.

75

Τρίτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό του PV ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε «παραμορφώσεις λόγω παράλειψης», επισημαίνεται ότι, μολονότι η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο PV στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως βάλλει κατά των σκέψεων 184 και 185 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εντούτοις το Γενικό Δικαστήριο δεν προέβη σε πραγματικές διαπιστώσεις στην εν λόγω σκέψη 185, οπότε πρέπει να θεωρηθεί ότι ο PV με την επιχειρηματολογία του περί παραμόρφωσης των πραγματικών περιστατικών κατατείνει στην αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στη σκέψη 184 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

76

Με την εν λόγω σκέψη 184, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τον PV, στοιχειοθετούσαν ηθική παρενόχληση ή ψευδή βεβαίωση, δεν υπήρξε σχετικός χαρακτηρισμός τους ή ποινική καταδίκη από βελγικό δικαστήριο. Επισήμανε επίσης ότι οι εγκλήσεις που υπέβαλε ο PV ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων οδήγησαν στην έκδοση παραγγελιών για διενέργεια ανάκρισης.

77

Υπενθυμίζεται συναφώς ότι από το άρθρο 256 ΣΛΕΕ καθώς και από το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι η αναίρεση περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώνει και να εκτιμά τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά καθώς και τα αποδεικτικά στοιχεία. Συνεπώς, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων δεν αποτελεί, ως εκ της φύσεώς της, νομικό ζήτημα υποκείμενο στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παραμόρφωσής τους (απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2021, Κοινοβούλιο και UZ, C‑894/19 P, EU:C:2021:863, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

78

Τέτοιου είδους παραμόρφωση υπάρχει όταν, χωρίς να εξετασθούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι η εκτίμηση των παρασχεθέντων αποδεικτικών στοιχείων είναι προδήλως εσφαλμένη. Ωστόσο, η παραμόρφωση αυτή πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να χρειάζεται εκ νέου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδείξεων. Εξάλλου, ο αναιρεσείων που προβάλλει παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου οφείλει να προσδιορίσει επακριβώς ποια στοιχεία παραμορφώθηκαν και να καταδείξει τα σφάλματα ανάλυσης στα οποία υπέπεσε, κατά την εκτίμησή του, το Γενικό Δικαστήριο με αποτέλεσμα την παραμόρφωση αυτή (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2020, Λιθουανία κατά Επιτροπής, C‑79/19 P, EU:C:2020:129, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

79

Λαμβανομένης υπόψη της προεκτεθείσας νομολογίας, οι πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 184 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν μόνον αν αποδεικνυόταν ότι από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Γενικό Δικαστήριο προκύπτει προδήλως ότι οι διαπιστώσεις αυτές είναι ανακριβείς.

80

Κατ’ αρχάς, ο PV επικαλείται συναφώς διάφορα προσκομισθέντα πρωτοδίκως έγγραφα τα οποία, όμως, όπως υποστηρίζει, δεν λήφθηκαν υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο.

81

Είναι αληθές ότι οι πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 184 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζονται στο ότι οι εγκλήσεις που υπέβαλε ο PV ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων οδήγησαν στην κίνηση ανακριτικών διαδικασιών, σε δύο αποφάσεις του chambre des mises en accusation de la cour d’appel de Bruxelles (δικαστικού συμβουλίου του εφετείου Βρυξελλών, Βέλγιο) και σε ακόμη μία απόφαση βελγικού δικαστηρίου.

82

Παρά ταύτα, περιοριζόμενος στην απαρίθμηση των στοιχείων της δικογραφίας που δεν εξέτασε το Γενικό Δικαστήριο, ο PV δεν αποδεικνύει ότι τα στοιχεία αυτά είναι ικανά να ανατρέψουν την περιλαμβανόμενη στη σκέψη 184 της απόφασης αυτής εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ότι, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τον PV, στοιχειοθετούν ψευδή βεβαίωση ή ηθική παρενόχληση, δεν υπήρξε σχετικός χαρακτηρισμός τους ή ποινική καταδίκη από βελγικό δικαστήριο.

83

Στη συνέχεια, όσον αφορά την προβαλλόμενη παραμόρφωση των όσων υποστήριξε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, επισημαίνεται ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως ανέφερε ότι η Επιτροπή είχε υποστηρίξει, κατά την εν λόγω επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι τα βελγικά δικαστήρια είχαν καταδικάσει τον PV σε καταβολή αποζημίωσης στον ιατρό-σύμβουλο της Επιτροπής ύψους 25000 ευρώ, μολονότι, στην πραγματικότητα, ο PV υποχρεώθηκε να καταβάλει μόλις 440 ευρώ, το σφάλμα αυτό δεν είναι ικανό, εν πάση περιπτώσει, να ανατρέψει την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 184 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που μνημονεύεται στη σκέψη 76 της παρούσας απόφασης. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές.

84

Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό του PV ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αν λόγω της φερόμενης μη γνήσιας υπογραφής επί της από 15 Σεπτεμβρίου 2016 απόφασης για την παρακράτηση από τον μισθό έπρεπε να εφαρμοστεί η αρχή fraus omnia corrumpit, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εκτίμηση της νομικής λύσης που δόθηκε στους λόγους και στα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Επομένως, ένας διάδικος δεν μπορεί να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου λόγους ή επιχειρήματα που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (απόφαση της 18ης Μαρτίου 2021, Pometon κατά Επιτροπής, C‑440/19 P, EU:C:2021:214, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

85

Εν προκειμένω, ο PV επικαλέστηκε πρωτοδίκως την αρχή fraus omnia corrumpit αποκλειστικώς προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως της πειθαρχικής διαδικασίας CMS 17/025, οπότε η αιτίαση περί παραβίασης της αρχής αυτής πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη κατά το μέρος που αφορά τις λοιπές επίδικες πράξεις κατά των οποίων στρέφεται ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, όπως είναι η από 15 Σεπτεμβρίου 2016 απόφαση παρακράτησης από τον μισθό.

86

Όσον αφορά την πειθαρχική διαδικασία CMS 17/025, δεδομένου ότι τα αιτήματα ακύρωσης της πειθαρχικής αυτής διαδικασίας κρίθηκαν απαράδεκτα από το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να αμφισβητηθεί η εκτίμηση αυτή με την αίτηση αναιρέσεως, ο PV δεν μπορεί βασίμως να προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εξέτασε, κατά την εκτίμηση των αιτημάτων αυτών, την επιχειρηματολογία περί παραβίασης της αρχής fraus omnia corrumpit, οπότε η επιχειρηματολογία του PV περί μη τήρησης της αρχής αυτής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

87

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

88

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο PV υποστηρίζει, αφενός, ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 184 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που κατά τον PV στοιχειοθετούν ηθική παρενόχληση ή ψευδή βεβαίωση, δεν υπήρξε σχετικός χαρακτηρισμός τους ή ποινική καταδίκη από βελγικό δικαστήριο, είναι απόρροια της συστηματικής «υπονόμευσης» των ανακριτικών διαδικασιών από την Επιτροπή, κατά παράβαση του δικαιώματος του PV σε δίκαιη δίκη. Το θεσμικό αυτό όργανο καταχράστηκε τη λειτουργική ασυλία αρνούμενο συστηματικά να επιτρέψει την ακρόαση των υπαλλήλων από ανακριτή δικαστή, κατά παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, παρά το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για πράξεις δημόσιας εξουσίας. Επιπλέον, η Επιτροπή και ορισμένοι από τους υπαλλήλους της παρενέβησαν σε ανακριτικές διαδικασίες διεξαχθείσες από τις βελγικές αρχές κατά παράβαση του άρθρου 72 ΣΛΕΕ, του άρθρου 23 του ΚΥΚ, καθώς και των δικαιωμάτων τα οποία το άρθρο 41 του Χάρτη απονέμει στον PV, υπό την ιδιότητα του πολιτικώς ενάγοντος στο πλαίσιο των ποινικών αυτών διαδικασιών.

89

Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα στοιχεία της δικογραφίας απορρίπτοντας, στη σκέψη 192 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την αιτίαση που αφορά παράβαση του άρθρου 11α του ΚΥΚ, με το σκεπτικό ότι απλώς και μόνον η έγκληση που υπέβαλε ο PV κατά των μελών της ΑΔΑ που ήταν επιφορτισμένα να λάβουν τις σχετικές με αυτόν αποφάσεις δεν αρκεί για να θέσει τα πρόσωπα αυτά σε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων, παρά την κίνηση ανακριτικών διαδικασιών κατόπιν της υποβολής από τον PV διαφόρων εγκλήσεων. Κατά τον PV, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε κατόπιν τούτων να διαπιστώσει ότι τα συγκεκριμένα μέλη της ΑΔΑ τελούσαν σε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας CMS 17/025 καθώς και κατά την έκδοση της από 21 Οκτωβρίου 2019 απόφασης παύσης των καθηκόντων. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να διαπιστώσει παράβαση του άρθρου 41 του Χάρτη, του άρθρου 11α του ΚΥΚ και του άρθρου 6, παράγραφος 5, του παραρτήματος IX του ΚΥΚ.

90

Κατά την Επιτροπή, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

91

Πρώτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή καταχράστηκε, κατά τρόπο συστηματικό, τη λειτουργική ασυλία και επενέβη στη διεξαγωγή ανακρίσεων στο Βέλγιο, επισημαίνεται ότι ο PV υποστήριξε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, απλώς και μόνον ότι η εναντίωση του πρώην γενικού γραμματέα της Επιτροπής στην ακρόαση προσώπου που μετέσχε στην έκδοση ορισμένων επίδικων πράξεων θα μπορούσε να συνιστά παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας.

92

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου που παρατίθεται στη σκέψη 84 της παρούσας απόφασης, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται σε άλλες φερόμενες αρνήσεις ακρόασης και σε φερόμενες επεμβάσεις στη διεξαγωγή ανακρίσεων στο Βέλγιο.

93

Όσον αφορά την επιχειρηματολογία περί παραβίασης της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας λόγω της εναντίωσης του πρώην γενικού γραμματέα της Επιτροπής στην ακρόαση προσώπου που μετέσχε στην έκδοση ορισμένων επίδικων πράξεων, επισημαίνεται ότι η πρώτη περίοδος της σκέψης 184 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περιορίζεται στη διαπίστωση ότι, ως προς τα πραγματικά περιστατικά που κατά τον PV στοιχειοθετούσαν ηθική παρενόχληση ή ψευδή βεβαίωση, δεν υπήρξε σχετικός χαρακτηρισμός τους ή ποινική καταδίκη από βελγικό δικαστήριο. Δεδομένου ότι η διαπίστωση αυτή δεν περιέχει εκτίμηση ως προς τη νομιμότητα της εν λόγω εναντίωσης, γίνεται δεκτό ότι η επιχειρηματολογία του PV εκκινεί από εσφαλμένη ερμηνεία της εν λόγω περιόδου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί ως αβάσιμη.

94

Δεύτερον, όσον αφορά τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 192 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνεται ότι η επιχειρηματολογία του PV περί παράβασης του άρθρου 11α του ΚΥΚ αφορά την πειθαρχική διαδικασία CMS 17/025 και την από 21 Οκτωβρίου 2019 απόφαση παύσης των καθηκόντων.

95

Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 86 της παρούσας απόφασης, τα αιτήματα για την ακύρωση της πειθαρχικής αυτής διαδικασίας κρίθηκαν απαράδεκτα από το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς ο PV να αμφισβητήσει την εκτίμηση αυτή με την αίτησή του αναιρέσεως. Επιπλέον, τα αιτήματα του PV στο πλαίσιο των προσφυγών του στις υποθέσεις T‑786/16 και T‑224/18 δεν αφορούν την από 21 Οκτωβρίου 2019 απόφαση παύσης των καθηκόντων.

96

Ως εκ τούτου, το επιχείρημα που αφορά πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 192 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφαση είναι αλυσιτελές.

97

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

98

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο PV υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο «παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά διά παραλείψεως» και παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που απορρέει από το άρθρο 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον δεν εξέτασε κατά πόσον έχει εφαρμογή η αρχή fraus omnia corrumpit στην πειθαρχική διαδικασία CMS 17/025 λόγω της χρησιμοποίησης στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής απόφασης η οποία φέρει μη γνήσια υπογραφή.

99

Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η εξέταση της αρχής αυτής θα έπρεπε να οδηγήσει το Γενικό Δικαστήριο στην ακύρωση της διοικητικής έρευνας, της πειθαρχικής διαδικασίας CMS 17/025 και διαφόρων αποφάσεων σχετικών με τον μισθό του.

100

Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

101

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου που παρατίθεται στη σκέψη 84 της παρούσας απόφασης, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως ένας διάδικος δεν μπορεί να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου λόγους ή επιχειρήματα που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

102

Εν προκειμένω, ο PV επικαλέστηκε, πρωτοδίκως, την αρχή fraus omnia corrumpit μόνον όσον αφορά την πειθαρχική διαδικασία CMS 17/025. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτος κατά το μέρος που προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εφάρμοσε την εν λόγω αρχή όσον αφορά τις αποφάσεις σχετικά με τον μισθό του PV.

103

Όσον αφορά την πειθαρχική διαδικασία CMS 17/025, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 86 της παρούσας απόφασης, τα αιτήματα για την ακύρωση της διαδικασίας αυτής κρίθηκαν απαράδεκτα από το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, χωρίς η εκτίμηση αυτή να τεθεί υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί βασίμως να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής fraus omnia corrumpit. Επομένως, η αιτίαση του PV η οποία αφορά παράλειψη αποφάνσεως επί της εφαρμογής της αρχής fraus omnia corrumpit πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

104

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως

105

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος διακρίνεται, κατ’ ουσίαν, σε τρία σκέλη και o οποίος πρέπει να εξεταστεί τέταρτος κατά σειρά, ο PV υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε πολλαπλώς σε πλάνη απορρίπτοντας την επιχειρηματολογία που προέβαλε σχετικά με την παράβαση του άρθρου 59 του ΚΥΚ και τη χρήση, από την Επιτροπή, ψευδών βεβαιώσεων.

Επί του δεύτερου σκέλους του πέμπτου λόγου αναιρέσεως

– Επιχειρήματα των διαδίκων

106

Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο κατά σειρά, ο PV υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά και υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση, στις σκέψεις 112 έως 116 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, του επιχειρήματος ότι η χρήση, από την Επιτροπή, ψευδών βεβαιώσεων υπό τη μορφή ιατρικών γνωματεύσεων που εξέδωσε ο ιατρός-σύμβουλος του θεσμικού οργάνου συνεπάγεται το ανυπόστατο των επίδικων πράξεων.

107

Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν μπορούσε βασίμως να αποδώσει σε συντακτικό λάθος λόγω αμέλειας το ότι ορισμένα σημειώματα περί μη εμφάνισης σε ιατρική εξέταση τιτλοφορούνταν «ιατρικές γνωματεύσεις». Ο PV υποστηρίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των ιατρικών γνωματεύσεων που εκδίδει ο ιατρός-σύμβουλος της Επιτροπής, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αμέλεια. Αντιθέτως, η συμπεριφορά του ιατρού αυτού θα έπρεπε να θεωρηθεί εσκεμμένη.

108

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας, σε αυτή τη σκέψη 114, ότι το εν λόγω συντακτικό σφάλμα αποσαφηνίστηκε και διορθώθηκε μεταγενέστερα. Ο PV ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες ιατρικές γνωματεύσεις δεν διορθώθηκαν, οπότε εξακολουθούσαν να είναι μη σύννομες. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο δεν διευκρίνισε με ποιον τρόπο διορθώθηκαν οι εν λόγω ιατρικές γνωματεύσεις.

109

Κατά τον PV, εξαιτίας της ως άνω πλάνης περί το δίκαιο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένως, στις σκέψεις 115 και 116 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι προβαλλόμενες παρανομίες δεν είναι αρκούντως πρόδηλες και σοβαρές ώστε να καταστήσουν ανυπόστατες τις επίδικες πράξεις.

110

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το σημείωμα του ιατρού-συμβούλου περί μη εμφάνισης σε ιατρική εξέταση δεν συνιστά βλαπτική πράξη και ότι το σημείωμα αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 59, παράγραφος 1, πέμπτο εδάφιο, του ΚΥΚ με παραπομπή του θέματος σε ανεξάρτητο ιατρό για γνωμάτευση. Ο PV υποστηρίζει ειδικότερα ότι οι δύο προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη αυτή, ήτοι η ύπαρξη πορίσματος ιατρικής εξέτασης και ο ιατρικώς αδικαιολόγητος χαρακτήρας του πορίσματος αυτού, πληρούνται όσον αφορά τόσο τις επίδικες γνωματεύσεις όσο και τα επίδικα σημειώματα του ιατρού-συμβούλου. Επομένως, οι πράξεις αυτές έπρεπε να ακυρωθούν, διότι ο ιατρός-σύμβουλος απέρριψε τις αιτήσεις του PV για παραπομπή του θέματος σε ανεξάρτητο ιατρό για γνωμάτευση χωρίς να παράσχει σχετική αιτιολογία.

111

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

– Εκτίμηση του Δικαστηρίου

112

Όσον αφορά την πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο στην οποία προβάλλεται ότι υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ως «πράξεις δεκτικές προσφυγής» κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ θεωρούνται όλα τα μέτρα που λαμβάνουν τα θεσμικά όργανα, τα οποία, ανεξαρτήτως της μορφής τους, αποσκοπούν στην παραγωγή δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων (απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Tognoli κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, C‑431/20 P, EU:C:2021:807, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

113

Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι τα ενδιάμεσα μέτρα που κατατείνουν, στο πλαίσιο διαδικασίας που περιλαμβάνει πολλά στάδια, στην προετοιμασία της τελικής απόφασης δεν συνιστούν κατ’ αρχήν πράξεις δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως (απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Tognoli κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, C‑431/20 P, EU:C:2021:807, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

114

Εν προκειμένω, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα σημειώματα του ιατρού-συμβούλου περί μη εμφάνισης σε ιατρική εξέταση συνιστούν ενδιάμεσα μέτρα τα οποία δεν παράγουν αυτοτελή έννομα αποτελέσματα και τα οποία μπορούν, ενδεχομένως, να προσβληθούν στο πλαίσιο προσφυγών που ασκούνται κατά των λαμβανόμενων με βάση τα σημειώματα αυτά αποφάσεων.

115

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του PV ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επειδή έκρινε, στη σκέψη 114, ότι το σημείωμα περί μη εμφάνισης σε ιατρική εξέταση δεν συνιστά βλαπτική πράξη.

116

Επιπλέον, καθόσον από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι τα σημειώματα περί μη εμφάνισης σε ιατρική εξέταση δεν συνιστούν πράξεις δεκτικές προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το επιχείρημα του PV περί παράβασης του άρθρου 59, παράγραφος 1, πέμπτο εδάφιο, του ΚΥΚ πρέπει να απορριφθεί ως, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελές.

117

Το ίδιο ισχύει και για τις λοιπές πλάνες περί το δίκαιο τις οποίες προβάλλει ο PV στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του πέμπτου λόγου αναιρέσεως.

118

Συγκεκριμένα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επειδή έκρινε ότι το συντακτικό σφάλμα που αφορούσε ορισμένα σημειώματα μη εμφάνισης σε ιατρική εξέταση είχε αποσαφηνιστεί και διορθωθεί, επισημαίνεται, αφενός, ότι τα εν λόγω σημειώματα δεν συνιστούν, αυτά καθεαυτά, πράξεις δεκτικές προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, ότι, όσον αφορά τις σχετικές με τα εν λόγω σημειώματα επίδικες πράξεις, η πλάνη αυτή δεν είναι ικανή να ανατρέψει τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 115 της ίδιας απόφασης, ότι οι προβαλλόμενες παρανομίες δεν ήταν αρκούντως πρόδηλες και σοβαρές ώστε να καταστήσουν τις πράξεις αυτές ανυπόστατες.

119

Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

Επί του τρίτου σκέλους του πέμπτου λόγου αναιρέσεως

– Επιχειρήματα των διαδίκων

120

Με το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ο PV βάλλει κατά των σκέψεων 112 και 113 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο PV δεν προσκόμισε κατάλογο των διοικητικών αποφάσεων οι οποίες συνιστούσαν, κατ’ αυτόν, ψευδείς βεβαιώσεις. Ο PV ισχυρίζεται, αφενός, ότι προσκόμισε στο Γενικό Δικαστήριο κατάλογο των αποφάσεων των οποίων ζητεί την ακύρωση. Αφετέρου, κατά την άποψή του, έπρεπε να θεωρηθεί ότι όλες οι απορριπτικές ή βλαπτικές διοικητικές αποφάσεις που στηρίζονταν σε διαπίστωση αδικαιολόγητης απουσίας συνιστούσαν ψευδείς βεβαιώσεις, διότι όλες οι απουσίες του ήταν δικαιολογημένες με βάση πιστοποιητικά ανικανότητας προς εργασία.

121

Η Επιτροπή εκτιμά ότι το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

– Εκτίμηση του Δικαστηρίου

122

Πρώτον, το επιχείρημα του PV ότι κακώς του προσήψε το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 112 και 113 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν προσκόμισε κατάλογο των πράξεων που θεωρούσε ότι συνιστούν ψευδείς βεβαιώσεις πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των σκέψεων αυτών.

123

Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 112 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο PV όφειλε να αποδείξει, για κάθε επίδικη πράξη, με ποιον τρόπο η προβαλλόμενη χρήση ψευδών βεβαιώσεων από την Επιτροπή κατέστησε την πράξη πλημμελή σε τόσο πρόδηλο και σοβαρό βαθμό ώστε να μην μπορεί να γίνει ανεκτή από την έννομη τάξη της Ένωσης. Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 113 της απόφασης αυτής, ότι καθόσον ο PV περιορίστηκε συναφώς στην προβολή γενικών και αφηρημένων ισχυρισμών, ήταν επόμενο να αποφανθεί, στη σκέψη 115 της εν λόγω απόφασης, ότι ο πρόδηλος και σοβαρός βαθμός πλημμέλειας που καθιστά μια πράξη ανυπόστατη δεν είχε επιτευχθεί.

124

Αποφαινόμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι από την επιχειρηματολογία του PV δεν προέκυπτε ότι είχε επιτευχθεί ο πρόδηλος και σοβαρός βαθμός πλημμέλειας, χωρίς, ωστόσο, να στηριχθεί στη μη προσκόμιση από τον PV καταλόγου των πράξεων τις οποίες ο διάδικος αυτός χαρακτήριζε ως ψευδείς βεβαιώσεις.

125

Δεύτερον, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 77 της παρούσας απόφασης, η επιχειρηματολογία του PV που αντλείται από το περιεχόμενο των πιστοποιητικών ανικανότητας προς εργασία είναι απαράδεκτη, καθόσον αφορά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς ο PV να επικαλείται παραμόρφωση του περιεχομένου τους.

126

Επομένως, το τρίτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμο και εν μέρει απαράδεκτο.

Επί του πρώτου σκέλους του πέμπτου λόγου αναιρέσεως

– Επιχειρήματα των διαδίκων

127

Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο πρέπει να εξεταστεί τρίτο κατά σειρά, ο PV υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά στη σκέψη 226 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

128

Αφενός, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η μη εμφάνιση του PV σε ιατρικές εξετάσεις δεν ήταν ιατρικώς δικαιολογημένη, παρότι οι απουσίες του PV ήταν δικαιολογημένες με βάση πιστοποιητικά του θεράποντος ιατρού του που συνταγογραφούσαν την αποφυγή κάθε επαφής με το εργασιακό περιβάλλον, περιλαμβανομένης της ιατρικής υπηρεσίας της Επιτροπής. Επιπλέον, το εν λόγω θεσμικό όργανο μπορούσε, κατά τον PV, να διοργανώσει κατ’ οίκον ιατρική εξέταση, πράγμα το οποίο δεν έπραξε.

129

Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά διότι παρέλειψε να επισημάνει ότι οκτώ κλήσεις σε ιατρική εξέταση είχαν αποσταλεί καθυστερημένα και παραλήφθηκαν από τον PV μετά την προγραμματισθείσα ημερομηνία για την οικεία εξέταση. Επομένως, η περιλαμβανόμενη στη σκέψη 220 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης εκτίμηση, ότι ο PV φέρει την ευθύνη για τη μη εμφάνιση σε ιατρικές εξετάσεις κατόπιν σχετικής κλήσης, είναι εσφαλμένη κατά το μέρος που αφορά τις συγκεκριμένες οκτώ κλήσεις.

130

Δεύτερον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι οι από 27 Ιουνίου και 10 Οκτωβρίου 2014 ιατρικές γνωματεύσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο PV μπορούσε να επανέλθει στην εργασία του, ήταν πιθανώς απόρροια των οδηγιών της ΓΔ «Διερμηνεία» και, επομένως, στοιχειοθετούν ενεργό συμμετοχή στην ηθική παρενόχληση της οποίας θύμα είναι ο PV, καθώς και παράβαση των κανόνων δεοντολογίας και της αρχής της προφύλαξης.

131

Επιπλέον, κατά τον PV, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει τις παρατυπίες που ενέχουν οι γνωματεύσεις του ιατρού-συμβούλου της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω ιατρικές γνωματεύσεις στοιχειοθετούν ψευδή βεβαίωση. Αφενός, σύμφωνα με τις γνωματεύσεις αυτές, οι απουσίες του PV ήταν αδικαιολόγητες, παρότι είχε προσκομίσει πιστοποιητικά ανικανότητας προς εργασία εκδοθέντα από τον θεράποντα ιατρό του. Αφετέρου, δεν στηρίζονται σε ιατρική εξέταση. Εξάλλου, η απουσία ιατρικής εξέτασης καθιστά άνευ σημασίας τη διαπίστωση περί παράτυπης απουσίας στο μέλλον, διότι μια τέτοια διαπίστωση δεν στηρίζεται σε εκτίμηση της ικανότητας προς εργασία.

132

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά καθόσον παρέλειψε να διαπιστώσει ότι δεν είχε καταρτιστεί κατάλογος των ανεξάρτητων ιατρών, παρά τη σχετική υποχρέωση βάσει του άρθρου 59, παράγραφος 6, του ΚΥΚ.

133

Η Επιτροπή εκτιμά ότι το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

– Εκτίμηση του Δικαστηρίου

134

Πρώτον, δεδομένου ότι ο PV υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε αποδεικτικά στοιχεία καθόσον προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία ορισμένων πιστοποιητικών εκδοθέντων από τον θεράποντα ιατρό του, επισημαίνεται ότι, μολονότι ερμηνεία εγγράφου αντιβαίνουσα στο περιεχόμενό του μπορεί να στοιχειοθετεί παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων, εντούτοις δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση αυτής της παραμόρφωσης η απόδειξη ότι το έγγραφο θα μπορούσε να τύχει διαφορετικής ερμηνείας από εκείνη που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο. Είναι αναγκαίο για τον σκοπό αυτό να αποδειχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη προδήλως τα όρια μιας εύλογης εκτίμησης του εγγράφου αυτού, ιδίως επειδή προέβη σε ερμηνεία του εν λόγω εγγράφου αντιβαίνουσα στο γράμμα του (απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Dalli κατά Επιτροπής, C‑615/19 P, EU:C:2021:133, σκέψη 139 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

135

Πάντως, μολονότι δεν αποκλείεται διαφορετική ερμηνεία των ιατρικών πιστοποιητικών που προσκόμισε ο PV, τα οποία, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 219 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ανέφεραν ότι ο PV όφειλε να αποφεύγει «κάθε επαφή με το εργασιακό περιβάλλον […] προκειμένου να αποφευχθεί μια δεύτερη εργασιακή εξουθένωση (burnout)», δηλαδή ότι ο θεράπων ιατρός εκτίμησε ότι ο PV δεν έπρεπε να υποβληθεί στην ιατρική εξέταση που διοργάνωσε η Επιτροπή, εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν υπερέβη προδήλως τα όρια μιας εύλογης εκτίμησης των εγγράφων αυτών κρίνοντας, με αυτή την σκέψη 219, ότι η ιατρική υπηρεσία δεν αποτελεί εργασιακό περιβάλλον του PV και ότι, ως εκ τούτου, τα ιατρικά πιστοποιητικά δεν δικαιολογούσαν τη μη υποβολή του PV στις ιατρικές εξετάσεις που διοργάνωσε η Επιτροπή.

136

Επομένως, το επιχείρημα περί παραμόρφωσης του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

137

Όσον αφορά, δεύτερον, τις αιτιάσεις με τις οποίες ο PV, αφενός, προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν διοργάνωσε κατ’ οίκον ιατρική εξέταση, ότι απέστειλε καθυστερημένα ορισμένες κλήσεις για ιατρική εξέταση και ότι φέρεται να απηύθυνε οδηγίες στον ιατρό-σύμβουλο της Επιτροπής για τη σύνταξη ορισμένων ιατρικών γνωματεύσεων και, αφετέρου, υποστηρίζει ότι δεν καταρτίστηκε κατάλογος ανεξάρτητων ιατρών, σύμφωνα με τη μνημονευόμενη στη σκέψη 84 της παρούσας απόφασης νομολογία του Δικαστηρίου, οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον ο PV δεν τις προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

138

Τρίτον, δεδομένου ότι η αιτίαση που βάλλει κατά της σκέψης 114 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία το σημείωμα του ιατρού-συμβούλου περί μη εμφάνισης σε ιατρική εξέταση δεν συνιστά βλαπτική πράξη, απορρίφθηκε στη σκέψη 115 της παρούσας απόφασης ως αβάσιμη, οι αιτιάσεις που στρέφονται κατά των σημειωμάτων περί μη εμφάνισης σε ιατρική εξέταση πρέπει να απορριφθούν ως, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελείς.

139

Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμο και εν μέρει απαράδεκτο.

140

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

141

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ο PV υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα στοιχεία της δικογραφίας καθόσον διαπίστωσε, στη σκέψη 237 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν είχε τηρηθεί ο κανόνας της αντιστοιχίας μεταξύ της διοικητικής ένστασης και της επακόλουθης ένδικης προσφυγής όσον αφορά τον λόγο που αντλείται από παραβίαση της κατά το βελγικό δίκαιο αρχής της ένστασης μη εκπλήρωσης, ενώ ο λόγος αυτός είχε προβληθεί με τη διοικητική ένσταση R/413/17.

142

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 239 της απόφασης αυτής, ότι η κατά το βελγικό δίκαιο αρχή της ένστασης μη εκπλήρωσης δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Ο PV ισχυρίζεται ότι η αρχή αυτή έχει εν γένει εφαρμογή στις αμφοτεροβαρείς σχέσεις.

143

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στη σκέψη 241 της εν λόγω απόφασης, την επιχειρηματολογία προς στήριξη της οποίας ο PV είχε επικαλεστεί την εν λόγω αρχή, «διαστρεβλώνοντας» τη χρονολογική αλληλουχία των γεγονότων. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 240 της ίδιας απόφασης, ότι ο PV είχε επικαλεστεί απόφαση μεταγενέστερη της άρνησής του να επιστρέψει στη ΓΔ «Διερμηνεία» προκειμένου να δικαιολογήσει την άρνηση αυτή, ενώ, αντιθέτως, το περιστατικό που επικαλέστηκε προς τούτο ο PV ήταν προγενέστερο της εν λόγω άρνησης.

144

Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

145

Όσον αφορά, πρώτον, την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 239 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, διαπιστώνεται ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, σε αυτή τη σκέψη 239, ότι η κατά το βελγικό δίκαιο αρχή της ένστασης μη εκπλήρωσης δεν έχει εφαρμογή στις σχέσεις μεταξύ υπαλλήλου και του θεσμικού οργάνου στο οποίο ανήκει.

146

Πράγματι, η σχέση εργασίας μεταξύ του υπαλλήλου και του θεσμικού του οργάνου είναι καταστατικής φύσης. Κατά συνέπεια, διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης. Η κατά το βελγικό δίκαιο αρχή της ένστασης μη εκπλήρωσης είναι, εντούτοις, αρχή του βελγικού αστικού δικαίου, η οποία, κατά τον PV, έχει εφαρμογή στις συμβατικές σχέσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, καθόσον οι εφαρμοστέες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν περιέχουν σχετική ρητή παραπομπή, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αρχή αυτή έχει εφαρμογή στη σχέση εργασίας μεταξύ υπαλλήλου και του θεσμικού οργάνου στο οποίο αυτός ανήκει.

147

Επομένως, το υπό εξέταση επιχείρημα είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.

148

Δεύτερον, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, παραμόρφωσε τα στοιχεία της δικογραφίας με τη διαπίστωση ότι ο λόγος ακυρώσεως που αφορά παραβίαση της κατά το βελγικό δίκαιο αρχής της ένστασης μη εκπλήρωσης δεν είχε προβληθεί από τον PV με τη διοικητική του ένσταση R/413/17 και, αφετέρου, «διαστρέβλωσε» τη χρονολογική αλληλουχία των γεγονότων, τα σφάλματα αυτά είναι άνευ σημασίας όσον αφορά την απόρριψη, στη σκέψη 241 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, του αντλούμενου από παραβίαση της εν λόγω αρχής λόγου.

149

Ως εκ τούτου, η επιχειρηματολογία του PV περί παραμόρφωσης των στοιχείων της δικογραφίας και διαστρέβλωσης της χρονολογικής αλληλουχίας των γεγονότων είναι, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής.

150

Εξ αυτού συνάγεται ότι ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του έβδομου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

151

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, ο PV υποστηρίζει, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2016 επιστολή προκαταρκτικής ενημέρωσης του PMO καθόσον διαπίστωσε, στη σκέψη 20 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το αναγραφόμενο στην επιστολή αυτή ποσό της οφειλής ανερχόταν σε 42704,74 ευρώ, ενώ, αντιθέτως, από πίνακα προσαρτημένο στο δικόγραφο της προσφυγής στην υπόθεση T‑786/16 προέκυπτε ότι το ποσό της οφειλής αυτής ανερχόταν σε 58837,20 ευρώ.

152

Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά διότι παρέλειψε να εξετάσει τον δόλιο χαρακτήρα του πίνακα αυτού, ο οποίος περιλάμβανε ανύπαρκτες οφειλές. Ο PV υποστηρίζει, συναφώς, ότι το PMO παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει από το άρθρο 41 του Χάρτη και από το άρθρο 25 του ΚΥΚ, διότι δεν προσκόμισε δικαιολογητικά προς στήριξη των παρακρατήσεων από τον μισθό που πραγματοποιήθηκαν για την εξόφληση των οφειλών αυτών. Εξάλλου, το ότι η από 15 Σεπτεμβρίου 2016 απόφαση παρακράτησης από τον μισθό έφερε μη γνήσια υπογραφή, θα έπρεπε να οδηγήσει το Γενικό Δικαστήριο στην εφαρμογή της αρχής fraus omnia corrumpit. Συνεπεία των παραμορφώσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στις σκέψεις 165 και 206 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον έκρινε ότι οι οφειλές διαπιστώθηκαν κανονικά παρότι, κατά τον PV, η συνολική οφειλή των 58837,20 ευρώ στηριζόταν σε πλημμέλειες.

153

Περαιτέρω, ο PV προβάλλει συναφώς προσβολή των δικαιωμάτων του άμυνας, διότι δεν κατέστη δυνατό να αμφισβητήσει τις οφειλές αυτές λόγω της παράβασης, από το PMO, της υποχρέωσης αιτιολόγησης που υπείχε.

154

Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο έβδομος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

155

Πρώτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη παραμόρφωση της από 21 Σεπτεμβρίου 2016 επιστολής προκαταρτικής ενημέρωσης του PMO, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στη σκέψη 134 της παρούσας απόφασης νομολογία, μολονότι ερμηνεία εγγράφου αντιβαίνουσα στο περιεχόμενό του μπορεί να στοιχειοθετεί παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων, εντούτοις δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση αυτής της παραμόρφωσης η απόδειξη ότι το έγγραφο θα μπορούσε να τύχει διαφορετικής ερμηνείας από εκείνη που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο. Είναι αναγκαίο για τον σκοπό αυτό να αποδειχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπερέβη προδήλως τα όρια μιας εύλογης εκτίμησης του εγγράφου αυτού, ιδίως επειδή προέβη σε ερμηνεία του εν λόγω εγγράφου αντιβαίνουσα στο γράμμα του.

156

Εν προκειμένω, η από 21 Σεπτεμβρίου 2016 επιστολή προκαταρκτικής ενημέρωσης του PMO, η οποία επισυνάφθηκε στο δικόγραφο της προσφυγής στην υπόθεση T‑786/16 και στην οποία παραπέμπει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 20 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναγράφει οφειλή ύψους 42704,74 ευρώ. Επιπλέον, το ίδιο ποσό περιλαμβάνεται στον συνημμένο στο εν λόγω έγγραφο πίνακα, ο οποίος έχει επίσης επισυναφθεί στο δικόγραφο της προσφυγής, στη στήλη με τίτλο «ανεξόφλητο υπόλοιπο».

157

Επομένως, η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 20 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το αναγραφόμενο στο έγγραφο αυτό ποσό της οφειλής ανερχόταν σε 42704,74 ευρώ, δεν είναι προδήλως ανακριβής σε σχέση με τον πίνακα που προσκόμισε ο PV.

158

Επομένως, το επιχείρημα του PV περί παραμόρφωσης του περιεχομένου του πίνακα αυτού πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

159

Δεύτερον, τα επιχειρήματα σχετικά με τον δόλιο χαρακτήρα του εν λόγω πίνακα και την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του PV είναι απαράδεκτα, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου που υπομνήσθηκε στη σκέψη 84 της παρούσας απόφασης, διότι τα επιχειρήματα αυτά δεν προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

160

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του PV ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εφαρμόσει την αρχή fraus omnia corrumpit λόγω της μη γνήσιας υπογραφής που φέρεται ότι περιλαμβάνεται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2016 απόφαση περί παρακράτησης από τον μισθό, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το μέρος που αφορά την πειθαρχική διαδικασία CMS 17/025 και ως απαράδεκτος κατά το μέρος που αφορά τις λοιπές επίδικες πράξεις κατά των οποίων στρέφεται ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 84 έως 86 της παρούσας απόφασης

161

Ως εκ τούτου, η επιχειρηματολογία του PV που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 165 και 206 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης λόγω των παραμορφώσεων που προβάλλει ο PV στο πλαίσιο του εβδόμου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

162

Συνεπώς, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

163

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να εξεταστεί έβδομος κατά σειρά, ο PV υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 6, 8, 17, 20, 54, 147, 162, 163, 164, 166, 173, 205, 206, 242 και 246 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παραμόρφωσε και «διαστρέβλωσε» πλήθος στοιχείων, βάσει των οποίων έκρινε εσφαλμένως ότι δεν είχε αποδειχθεί ηθική παρενόχληση.

164

Πρώτον, ο PV προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αναφέρθηκε στην ηθική παρενόχληση της οποίας υπήρξε θύμα κατά το διάστημα που υπηρετούσε στη ΓΔ «Προϋπολογισμός» μεταξύ Ιουλίου 2010 και Δεκεμβρίου 2011, η οποία είχε τεκμηριωθεί με τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου του.

165

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη τόσο το ότι η ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι και ασφάλεια» ενέκρινε και συνέστησε τα μέτρα απομάκρυνσης που πρότεινε πρόσωπο εμπιστοσύνης στο οποίο είχε απευθυνθεί ο PV κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής του στη ΓΔ «Διερμηνεία» όσο και το ότι η εν λόγω ΓΔ αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στα μέτρα αυτά.

166

Τρίτον, ο PV υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά κρίνοντας, στη σκέψη 242 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα αφορώντα την ηθική παρενόχληση που υπέστη πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά εκτίθενται στα δικόγραφά του, δεν επιβεβαιώθηκαν από μάρτυρες, παρότι ο PV προσκόμισε τις μαρτυρίες δύο πρώην συναδέλφων οι οποίες επιβεβαιώνουν τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.

167

Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο «διαστρέβλωσε» τις δηλώσεις του PV, χρησιμοποιώντας, ιδίως στις σκέψεις 6, 17, 20 και 54 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τους όρους «φερόμενος» ή «φέρεται» σε σχέση με τους ισχυρισμούς του, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι εσφαλμένοι ή κακόπιστοι.

168

Το ίδιο ισχύει και για την εκτίμηση, στη σκέψη 166 της εν λόγω απόφασης, ότι δεν είχε αποδειχθεί κανένα περιστατικό ηθικής παρενόχλησης εντός της ΓΔ «Διερμηνεία».

169

Πέμπτον, το Γενικό Δικαστήριο «διαστρέβλωσε» το περιεχόμενο των ιατρικών εκθέσεων που προσκόμισε ο PV, καθόσον έκρινε, στη σκέψη 164 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί, με βάση τις εν λόγω ιατρικές εκθέσεις, ότι οι διαταραχές του PV είναι απόρροια ηθικής παρενόχλησης.

170

Το ίδιο ισχύει και για την εκτίμηση, στη σκέψη 205 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο PV δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με την προβαλλόμενη ηθική παρενόχληση εντός της ΓΔ «Διερμηνεία».

171

Έκτον, το Γενικό Δικαστήριο σκοπίμως αγνόησε τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία της ηθικής παρενόχλησης που φέρεται ότι υπέστη ο PV εντός της ΓΔ «Διερμηνεία», ιδίως τις ομολογίες ενός εκ των ενδιαφερομένων και την απόφαση Βέλγου ανακριτή να θεωρήσει το πρόσωπο αυτό ύποπτο, με αποτέλεσμα να κρίνει εσφαλμένως, στη σκέψη 173 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα προβληθέντα από τον PV πραγματικά περιστατικά της ηθικής παρενόχλησης δεν αποδείχθηκαν επαρκώς κατά νόμον.

172

Η σκέψη 163 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι ιατρικές εκθέσεις του θεράποντος ιατρού του PV δεν ήταν ικανές να αποδείξουν, αφ’ εαυτών, την ύπαρξη ηθικής παρενόχλησης, και η σκέψη 206 της ίδιας απόφασης, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο PV δεν είχε προσκομίσει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι υπέστη οποιαδήποτε ηθική παρενόχληση εντός της ΓΔ «Διερμηνεία» ή ότι οι αδικαιολόγητες απουσίες που οδήγησαν στην έκδοση των επίδικων αποφάσεων αποτελούσαν τη συνέπεια μιας τέτοιας παρενόχλησης, είναι και αυτές πλημμελείς λόγω παραμόρφωσης των πραγματικών περιστατικών.

173

Έβδομον, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη, στις σκέψεις 8 και 162 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το ότι η απορριπτική απόφαση της διοικητικής ένστασης του PV κατά της άρνησης λήψης των ζητηθέντων μέτρων απομάκρυνσης στηρίζεται σε δόλια κωλυσιεργία εκ μέρους της ΓΔ «Διερμηνεία», διότι η άρνηση της εν λόγω ΓΔ να εφαρμόσει τα μέτρα απομάκρυνσης εκδόθηκε πριν από τη σύνταξη της έκθεσης εσωτερικής έρευνας η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι δεν διαπιστώθηκαν περιστατικά παρενόχλησης.

174

Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης καθόσον διαπίστωσε, στη σκέψη 162 της απόφασης αυτής, ότι η απορριπτική απόφαση της υποβληθείσας στις 23 Δεκεμβρίου 2014 αίτησης αρωγής είχε καταστεί απρόσβλητη. Συγκεκριμένα, η παρενόχληση συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά εκδηλούμενη κατά τρόπο διαρκή και, επομένως, δεν παύει κατ’ ανάγκην κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης με την οποία απορρίπτεται αίτηση αρωγής.

175

Όγδοον, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά καθόσον διαπίστωσε, στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο PV δεν είχε προσκομίσει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η ΑΔΑ είχε απαιτήσει την απόδειξη κακόβουλης πρόθεσης εκ μέρους των φερόμενων ως παρενοχλούντων, ενώ το γεγονός αυτό πιστοποιήθηκε με έγγραφο που παρέλαβε ο PV στις 12 Δεκεμβρίου 2019.

176

Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο διαστρέβλωσε την πραγματικότητα κρίνοντας, στη σκέψη 246 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ορισμένες συμπεριφορές, ακόμη και αν θεωρηθούν ακατάλληλες, δεν φθάνουν στο σημείο να χαρακτηριστούν ως παρενόχληση.

177

Κατά δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δεν αναγνώρισε, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που προσκόμισε ο PV προκειμένου να αποδείξει την ηθική παρενόχληση, ότι η απόρριψη των επίδικων αιτημάτων μετάθεσης και αιτήσεων αρωγής συνιστά παράβαση των άρθρων 1, 3, 4 και 31 του Χάρτη, καθώς και των άρθρων 1ε και 12α του ΚΥΚ.

178

Κατά τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να ακυρώσει τις απορριπτικές αποφάσεις των αιτήσεων αρωγής που είχε υποβάλει ο PV, λόγω προσβολής του δικαιώματός του ακρόασης το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη. Συγκεκριμένα, αν είχε ακουστεί ο PV, θα μπορούσε να προσκομίσει τα πορίσματα των ποινικών ερευνών σχετικά με την ηθική παρενόχληση που ισχυρίζεται ότι υπέστη στη ΓΔ «Διερμηνεία», πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει την ΑΔΑ στη λήψη μέτρων απομάκρυνσης.

179

Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

180

Πρέπει, κατά πρώτον, να εξεταστούν οι παραμορφώσεις και οι «διαστρεβλώσεις» τις οποίες επικαλείται ο PV στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου αναιρέσεως.

181

Συναφώς, πρώτον, όσον αφορά την επιχειρηματολογία του PV ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στην ηθική παρενόχληση που προβάλλεται ότι υπέστη ο PV ενόσω υπηρετούσε στη ΓΔ «Προϋπολογισμός», επισημαίνεται, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 150 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο PV υποστηρίζει ότι ήταν θύμα διαρκούς ηθικής παρενόχλησης από την 1η Σεπτεμβρίου 2008 και ότι υποβλήθηκε σε διάφορα επεισόδια ηθικής παρενόχλησης κατά την υπηρεσία του σε τρεις διαφορετικές γενικές διευθύνσεις, μεταξύ των οποίων και η ΓΔ «Προϋπολογισμός», όπως προκύπτει από τις σκέψεις 3 και 4 της απόφασης αυτής, όπου ο PV είχε τοποθετηθεί κατά το διάστημα από 1ης Οκτωβρίου 2009 έως 31 Μαρτίου 2013.

182

Αφετέρου, από τη σκέψη 155 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν επικρίνεται με την αίτηση αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός του PV περί ηθικής παρενόχλησης εκ μέρους των ιεραρχικώς ανωτέρων του δεν αρκεί για την απόδειξη του παράνομου χαρακτήρα όλων των πράξεων που εκδόθηκαν από τα πρόσωπα αυτά καθώς και ότι, για την απόδειξη αυτού του παράνομου χαρακτήρα, ο PV έπρεπε να αποδείξει τις επιπτώσεις των ενεργειών που στοιχειοθετούν ηθική παρενόχληση επί του περιεχομένου κάθε επίδικης απόφασης.

183

Καμία όμως από τις επίδικες πράξεις που μνημονεύονται στις σκέψεις 129 και 130 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν εκδόθηκε κατά την περίοδο κατά την οποία ο PV είχε τοποθετηθεί στη ΓΔ «Προϋπολογισμός».

184

Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο PV δεν είχε αποδείξει τις επιπτώσεις της προβαλλόμενης παρενόχλησης ενόσω ήταν τοποθετημένος στη ΓΔ «Προϋπολογισμός» επί της εξέτασης των προσφυγών ακυρώσεως που άσκησε ο PV. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν δέχθηκε την ύπαρξη ηθικής παρενόχλησης στην εν λόγω ΓΔ.

185

Δεύτερον, όσον αφορά τη θέση της ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι και ασφάλεια» σχετικά με τα μέτρα απομάκρυνσης που προτάθηκαν από πρόσωπο εμπιστοσύνης στο οποίο είχε απευθυνθεί ο PV κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής του στη ΓΔ «Διερμηνεία», υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στη σκέψη 78 της παρούσας απόφασης νομολογία του Δικαστηρίου, όταν ο αναιρεσείων προβάλλει παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων από το Γενικό Δικαστήριο, οφείλει να προσδιορίσει επακριβώς ποια στοιχεία παραμορφώθηκαν και να καταδείξει τα σφάλματα ανάλυσης στα οποία υπέπεσε, κατά την εκτίμησή του, το Γενικό Δικαστήριο, με αποτέλεσμα την παραμόρφωση αυτή.

186

Επισημαίνεται ότι ο PV δεν προσδιορίζει, με την επιχειρηματολογία του, συγκεκριμένη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχουσα παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων με βάση το στοιχείο της δικογραφίας που επικαλείται, οπότε η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

187

Τρίτον, όσον αφορά τη φερόμενη ηθική παρενόχληση εντός της ΓΔ «Διερμηνεία», ο PV επικαλείται πλήθος εγγράφων που προσκομίστηκαν πρωτοδίκως.

188

Παρά ταύτα, ο PV, με την επίκληση των εν λόγω εγγράφων, που, όπως υποστηρίζει, αγνοήθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν επιχειρεί να αποδείξει παραμόρφωση ή πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 173 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά ζητεί από το Δικαστήριο να προβεί σε νέα εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων, η οποία, όμως, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του.

189

Τέταρτον, προς στήριξη της αιτίασης ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά καθόσον απέρριψε, στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τον ισχυρισμό ότι η ΑΔΑ απαίτησε την απόδειξη κακόβουλης πρόθεσης των φερόμενων ως παρενοχλούντων, ο PV επικαλείται έγγραφο το οποίο δηλώνει ότι παρέλαβε στις 12 Δεκεμβρίου 2019. Ωστόσο, δεδομένου ότι το έγγραφο αυτό δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η υπό εξέταση αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

190

Πέμπτον, όσον αφορά την επιχειρηματολογία περί παραμόρφωσης των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 242 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί ως, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής.

191

Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι αιτιάσεις που στρέφονται κατά επάλληλης αιτιολογίας περιλαμβανόμενης σε απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου δεν επισύρουν την αναίρεση της απόφασης αυτής και είναι, ως εκ τούτου, αλυσιτελείς (απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2019, Crédit mutuel Arkéa κατά ΕΚΤ, C‑152/18 P και C‑153/18 P, EU:C:2019:810, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

192

Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στις σκέψεις 135 έως 241 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το σύνολο των λόγων που προέβαλε ο PV προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως, οι εκτιθέμενες στη σκέψη 242 της απόφασης αυτής διαπιστώσεις δεν είναι ικανές να ανατρέψουν την απόρριψη αυτή. Ως εκ τούτου, οι διαπιστώσεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως αιτιολογίες που παρατίθενται επαλλήλως.

193

Έκτον, το επιχείρημα του PV σχετικά με τη χρήση, από το Γενικό Δικαστήριο, των όρων «φερόμενος» και «φέρεται» σε σχέση με τους ισχυρισμούς του στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της εν λόγω απόφασης, καθόσον οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για να καταστεί σαφές ότι τα προσδιοριζόμενα με τους όρους αυτούς στοιχεία αποτελούν ισχυρισμούς και δεν ενέχουν εκτίμηση ως προς το βάσιμο ή την καλή πίστη του προβάλλοντος τους ισχυρισμούς. Ως εκ τούτου, το υπό εξέταση επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

194

Όσον αφορά τα επιχειρήματα του PV σχετικά με τη φερόμενη δόλια κωλυσιεργία της ΓΔ «Διερμηνεία» καθώς και την προσβολή του δικαιώματός του ακρόασης, δεδομένου ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν προβλήθηκαν πρωτοδίκως, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα, σύμφωνα με τη μνημονευόμενη στη σκέψη 84 της παρούσας απόφασης νομολογία του Δικαστηρίου.

195

Έβδομον, όσον αφορά τις προβαλλόμενες παραμορφώσεις στις σκέψεις 163, 164, 166, 205, 206 και 246 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αρκεί η διαπίστωση ότι ο PV δεν απέδειξε ότι η περιεχόμενη στις σκέψεις αυτές εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου είναι προδήλως εσφαλμένη.

196

Όγδοον, όσον αφορά το επιχείρημα περί πρόδηλης πλάνης εκτίμησης στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 162 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνεται ότι το παρατιθέμενο στις σκέψεις 163 έως 165 της εν λόγω απόφασης σκεπτικό, το οποίο, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 161 και 195 της παρούσας απόφασης, δεν αμφισβητήθηκε λυσιτελώς από τον PV στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, αρκεί για να δικαιολογήσει την περιεχόμενη στη σκέψη 173 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης εκτίμηση ότι ο PV δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν ηθική παρενόχληση κατά τον χρόνο που είχε τοποθετηθεί στη ΓΔ «Διερμηνεία».

197

Επομένως, η παρατιθέμενη στη σκέψη 162 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αιτιολογία, με την οποία επιχειρείται να στηριχθεί η ίδια αυτή εκτίμηση, είναι επάλληλη σε σχέση με τις σκέψεις 163 έως 165 της εν λόγω απόφασης.

198

Ως εκ τούτου, η σχετική με τη σκέψη 162 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επιχειρηματολογία του PV προβάλλεται αλυσιτελώς, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 191 της παρούσας απόφασης.

199

Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι από το άρθρο 256 ΣΛΕΕ, από το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το άρθρο 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 169 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της απόφασης της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό, επί ποινή απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως ή του οικείου λόγου αναιρέσεως (απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2022, ABLV Bank κατά ΕΣΕ, C‑202/21 P, EU:C:2022:734, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

200

Επομένως, δεν πληροί τις ανωτέρω απαιτήσεις και πρέπει να κηρύσσεται απαράδεκτος λόγος με τον οποίο προβάλλονται επιχειρήματα τα οποία δεν είναι αρκούντως σαφή και ακριβή ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ασκήσει τον εκ μέρους του έλεγχο νομιμότητας, μεταξύ άλλων διότι τα ουσιώδη στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο αρκούντως συνεπή και κατανοητό από το κείμενο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο είναι συναφώς διατυπωμένο κατά τρόπο ασαφή και διφορούμενο (απόφαση της 3ης Μαρτίου 2022, WV κατά ΕΥΕΔ, C‑162/20 P, EU:C:2022:153, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

201

Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η επιχειρηματολογία του PV ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η απόρριψη των αιτημάτων μετάθεσης και των αιτήσεων αρωγής δεν συνιστούσε παράβαση των άρθρων 1, 3, 4 και 31 του Χάρτη και των άρθρων 1ε και 12α του ΚΥΚ, δεν προσδιορίζει επακριβώς τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης οι οποίες ενδεχομένως πάσχουν τέτοια πλάνη περί το δίκαιο. Επιπλέον, ο PV δεν εκθέτει τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο την επιχειρηματολογία αυτή, η οποία, ως εκ τούτου, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.

202

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

Επί του όγδοου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

203

Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, ο PV υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στηριζόμενο, στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στον συμψηφισμό στον οποίο προέβη η ΑΔΑ μεταξύ των αντίστοιχων οφειλών του PV και της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, κατά τον PV, η ανάκληση της από 26 Ιουλίου 2016 απόφασης παύσης των καθηκόντων εξαφάνισε αναδρομικά όλες τις συνέπειες της εν λόγω απόφασης, και δη τις διαπιστώσεις περί αδικαιολόγητων απουσιών. Επομένως, κατόπιν της ανάκλησης αυτής, οι βεβαιώσεις οφειλής και οι παρακρατήσεις από τον μισθό του στερούνταν πλέον νομικής βάσης, οπότε δεν ήταν δυνατός ο συμψηφισμός.

204

Δεύτερον, υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στη σκέψη 82 της απόφασης αυτής, ότι, δεδομένου ότι η από 26 Ιουλίου 2016 απόφαση παύσης των καθηκόντων ανακλήθηκε και τα οικονομικά αποτελέσματά της εξαλείφθηκαν πριν από την άσκηση της προσφυγής στην υπόθεση T‑786/16, το αίτημα ακύρωσης της απόφασης αυτής στερούνταν αντικειμένου.

205

Συγκεκριμένα, η ΑΔΑ δεν αντιστάθμισε τις οικονομικές συνέπειες της εν λόγω απόφασης, διότι θα έπρεπε, προς τούτο, να καταβάλει στον PV αποζημίωση για υλική ζημία και ηθική βλάβη.

206

Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο όγδοος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

207

Όσον αφορά, πρώτον, την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνεται ότι ο μη κανονικός χαρακτήρας των απουσιών που προσάπτονται στον PV δεν ήταν αποτέλεσμα της από 26 Ιουλίου 2016 απόφασης παύσης των καθηκόντων. Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει ο PV, η ανάκληση της απόφασης αυτής δεν επισύρει τη δικαιολόγηση των απουσιών. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμο.

208

Δεύτερον, όσον αφορά την επιχειρηματολογία του PV σχετικά με την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης, στην ίδια σκέψη, ότι, δεδομένου ότι η από 26 Ιουλίου 2016 απόφαση παύσης των καθηκόντων είχε ανακληθεί, ο PV δεν είχε πλέον έννομο συμφέρον να στραφεί κατά της απόφασης αυτής. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, στην εν λόγω σκέψη 82, ότι τα οικονομικά αποτελέσματα της από 26 Ιουλίου 2016 απόφασης παύσης των καθηκόντων είχαν εξαλειφθεί πριν από την άσκηση της προσφυγής στην υπόθεση T‑786/16, η πλάνη αυτή δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι το αίτημα ακύρωσης της απόφασης αυτής είναι απαράδεκτο. Επομένως, η υπό εξέταση επιχειρηματολογία πρέπει να απορριφθεί ως, εν πάση περιπτώσει, αλυσιτελής.

209

Εξ αυτού συνάγεται ότι ο όγδοος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του ένατου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

210

Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, ο PV υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά διαπιστώνοντας, στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η εργασιακή σχέση του PV με ιδιώτη εργοδότη είχε αρχίσει τον Ιούλιο του 2017, ενώ, αντιθέτως, η εν λόγω σχέση εργασίας είχε αρχίσει στις 26 Ιουνίου 2017. Εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι η εν λόγω σχέση εργασίας είχε αρχίσει πριν από την ανάκληση της από 26 Ιουλίου 2016 απόφασης παύσης των καθηκόντων.

211

Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας, στη σκέψη 170 της απόφασης αυτής, ότι ο PV όφειλε να επανενταχθεί στη ΓΔ «Διερμηνεία» κατόπιν της ανάκλησης της από 26 Ιουλίου 2016 απόφασης παύσης των καθηκόντων. Συγκεκριμένα, η επανένταξή του προϋπέθετε τη σύναψη νέας σχέσης εργασίας, διότι ο PV είχε προσληφθεί σε άλλον εργοδότη πριν από την ανάκληση της απόφασης αυτής, πράγμα που σημαίνει ότι η συγκατάθεσή του έπρεπε να ληφθεί πριν από την επανένταξή του στην εν λόγω ΓΔ. Εντούτοις, δεν συναίνεσε στην εν λόγω επανένταξη.

212

Εξάλλου, η Επιτροπή δεν κατέβαλε αποζημίωση για την απώλεια μισθού κατά το διάστημα που ο PV ήταν άνεργος κατόπιν της παύσης των καθηκόντων του, όπερ θα του επέτρεπε να εφαρμόσει την κατά το βελγικό δίκαιο αρχή της ένστασης μη εκπλήρωσης. Επιπλέον, ο PV δεν διέθετε τις αναγκαίες τεχνικές γνώσεις για να ασκήσει τα νέα καθήκοντα της θέσης στην οποία είχε τοποθετηθεί. Επομένως, η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι ο PV όφειλε να επανενταχθεί στη ΓΔ «Διερμηνεία» κατόπιν της ανάκλησης της απόφασης παύσης των καθηκόντων αντιβαίνει επίσης στο άρθρο 15 του Χάρτη.

213

Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά καθόσον παρέλειψε να αναφερθεί στη διοικητική ένσταση που υπέβαλε ο PV κατά της από 21 Οκτωβρίου 2019 απόφασης παύσης των καθηκόντων.

214

Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο ένατος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

215

Όσον αφορά, πρώτον, την αιτίαση περί παραμόρφωσης του περιεχομένου των δικογράφων των προσφυγών στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, διαπιστώνεται ότι ο PV διευκρίνισε, στο σημείο 131 του δικογράφου της προσφυγής στην υπόθεση T‑786/16 και στο σημείο 23 του δικογράφου της προσφυγής στην υπόθεση T‑224/18, ότι δεν μπορούσε να επανενταχθεί στη ΓΔ «Διερμηνεία» διότι υφίστατο άλλη εργασιακή σχέση από τον μήνα Ιούλιο 2017. Επομένως, ο PV δεν μπορεί βασίμως να προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι επανέλαβε στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης την ως άνω δήλωση. Κατά συνέπεια, η υπό εξέταση αιτίαση περί παραμόρφωσης είναι αβάσιμη.

216

Δεύτερον, όσον αφορά την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία προβάλλεται ότι υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 170 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η ανάκληση πράξης συνεπάγεται την εξαφάνιση των αποτελεσμάτων της πράξης αυτής, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στην εν λόγω σκέψη 170, ότι, κατόπιν της ανάκλησης της από 26 Ιουλίου 2016 απόφασης παύσης των καθηκόντων, ο PV είχε την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου, με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που είναι σύμφυτα με την ιδιότητα αυτή.

217

Ως εκ τούτου, η επιχειρηματολογία του PV που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο στην εν λόγω σκέψη 170 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

218

Τρίτον, η επιχειρηματολογία του PV σχετικά με την παράλειψη αναφοράς στη διοικητική ένσταση που υποβλήθηκε κατά της από 21 Οκτωβρίου 2019 απόφασης παύσης των καθηκόντων είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 199 και 200 της παρούσας απόφασης, διότι δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο η παράλειψη αυτή συνιστά παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών.

219

Συνεπώς, ο ένατος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

Επί του δέκατου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

220

Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως, ο PV υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την απαγόρευση αποφάνσεως ultra petita, αποφαινόμενο, στην τελευταία περίοδο της σκέψης 246 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επί ζητήματος που δεν είχε τεθεί υπόψη του.

221

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο δέκατος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

222

Όπως προκύπτει από τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, και ιδίως από το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το άρθρο 76 και το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, η ένδικη διαφορά κατ’ αρχήν προσδιορίζεται και οριοθετείται από τους διαδίκους, τα δε δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δεν δύναται να αποφαίνονται πέραν των αιτηθέντων (ultra petita). Επομένως, εφόσον ο δικαστής του ελέγχου της νομιμότητας δεν μπορεί να αποφανθεί ultra petita, η ακυρότητα την οποία κηρύσσει δεν μπορεί να υπερβεί τη ζητηθείσα από τον προσφεύγοντα (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Κοινοβούλιο κατά Moi, C‑246/21 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2022:1026, σκέψεις 55 και 56).

223

Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, οπότε δεν προέβη σε ακύρωση πράξης, με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα αποφάνσεως ultra petita.

224

Επιπλέον, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, στις σκέψεις 135 έως 241 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το σύνολο των λόγων που προέβαλε ο PV προς στήριξη των προσφυγών του ακυρώσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι κρίσεις που περιλαμβάνονται στην τελευταία περίοδο της σκέψης 246 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης συνιστούν επάλληλες αιτιολογίες.

225

Συνεπώς, ο δέκατος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί των δικαστικών εξόδων

226

Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.

227

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

228

Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του PV στα δικαστικά έξοδα και αυτός ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

 

2)

Ο PV φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.