ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 9ης Μαρτίου 2023 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας – Οδηγία 2003/96/ΕΚ – Άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ – Άρθρο 21, παράγραφος 3, δεύτερη και τρίτη περίοδος – Ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας – Απαλλαγή – Περιεχόμενο – Υπαίθριες εξορυκτικές εγκαταστάσεις – Ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη λειτουργία δεξαμενών καυσίμου και μέσων μεταφοράς»
Στην υπόθεση C‑571/21,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Finanzgericht Ντίσελντορφ (δικαστήριο φορολογικών διαφορών Ντίσελντορφ, Γερμανία) με απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2021, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Σεπτεμβρίου 2021, στο πλαίσιο της δίκης
RWE Power Aktiengesellschaft
κατά
Hauptzollamt Duisburg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Regan, πρόεδρο τμήματος, Δ. Γρατσία, M. Ilešič, I. Jarukaitis και Z. Csehi (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Α. Ράντος
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
– |
η RWE Power Aktiengesellschaft, εκπροσωπούμενη από τους L. Freiherr von Rummel και R. Stein, Rechtsanwälte, |
|
– |
το Hauptzollamt Duisburg, εκπροσωπούμενο από την S. Imhof, |
|
– |
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την A. Armenia και τον R. Pethke, |
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Οκτωβρίου 2022,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 21, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ 2003, L 283, σ. 51). |
|
2 |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της RWE Power Aktiengesellschaft και του Hauptzollamt Duisburg (κεντρικού τελωνείου Duisburg, Γερμανία), με αντικείμενο την άρνηση του δεύτερου να απαλλάξει από τον φόρο την ηλεκτρική ενέργεια την οποία χρησιμοποιούσε η πρώτη, κατά τα έτη 2003 και 2004, στις υπαίθριες εξορυκτικές της εγκαταστάσεις και στους σταθμούς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. |
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
|
3 |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 5 και 24 της οδηγίας 2003/96 έχουν ως εξής:
[…]
|
|
4 |
Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής: «Τα κράτη μέλη επιβάλλουν φορολογία στα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.» |
|
5 |
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει ότι, για τους σκοπούς της, νοούνται ως «ενεργειακά προϊόντα» εκείνα που υπάγονται, μεταξύ άλλων, στον κωδικό 2702 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (ΣΟ), ο οποίος αντιστοιχεί σε «λιγνίτες, έστω και συσσωματωμένους, με εξαίρεση το γαγάτη». |
|
6 |
Το άρθρο 14 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής: «1. Εκτός από τις γενικές διατάξεις που προβλέπονται στην οδηγία 92/12/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (ΕΕ 1992, L 76, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2000/47/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2000 (ΕΕ 2000, L 193, σ. 73),] σχετικά με τις απαλλασσόμενες χρήσεις των φορολογητέων προϊόντων και με την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τα ακόλουθα προϊόντα από τη φορολογία, υπό τις προϋποθέσεις που θα ορίσουν προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή και απρόσκοπτη εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και να αποφευχθεί η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή ή η κατάχρηση:
[…]
[…] 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής των απαλλαγών που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στοιχεία βʹ και γʹ, στις διεθνείς και ενδοκοινοτικές μεταφορές. Επιπλέον, εάν ένα κράτος μέλος έχει συνάψει διμερή συμφωνία με άλλο κράτος μέλος, μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή των απαλλαγών που προβλέπονται από την παράγραφο 1, στοιχεία βʹ και γʹ. Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν επίπεδο φορολογίας χαμηλότερο από το ελάχιστο επίπεδο που καθορίζεται στην παρούσα οδηγία.» |
|
7 |
Κατά το άρθρο 21, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/96: «Η κατανάλωση ενεργειακών προϊόντων εντός μίας εγκατάστασης παραγωγής ενεργειακών προϊόντων δεν θεωρείται ως γενεσιουργός αιτία επιβολής φόρου, εάν η κατανάλωση συνίσταται σε ενεργειακά προϊόντα που παράγονται εντός της εγκατάστασης. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να θεωρήσουν την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και άλλων ενεργειακών προϊόντων που δεν παράγονται μέσα στην εγκατάσταση και την κατανάλωση ενεργειακών προϊόντων και ηλεκτρικής ενέργειας εντός μιας εγκατάστασης παραγωγής καυσίμων που θα χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ως μη γενεσιουργούς αιτίες επιβολής φόρου. Όταν η κατανάλωση γίνεται για λόγους άσχετους προς την παραγωγή ενεργειακών προϊόντων και ειδικότερα για την προώθηση οχημάτων, αυτό θεωρείται ως γενεσιουργός αιτία επιβολής φόρου.» |
|
8 |
Το άρθρο 21 παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής: «Μια οντότητα η οποία παράγει ηλεκτρική ενέργεια για δική της χρήση θεωρείται ως διανομέας. Παρά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν αυτούς τους μικρούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας εφόσον φορολογούν τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αυτής της ηλεκτρικής ενέργειας.» |
Το γερμανικό δίκαιο
|
9 |
Στη Γερμανία, ο φόρος ηλεκτρικής ενέργειας διέπεται, ειδικότερα, από τον Stromsteuergesetz (νόμο περί φορολογίας της ηλεκτρικής ενέργειας), της 24ης Μαρτίου 1999 (BGBl. 1999 I, σ. 378, και BGBl. 2000 I, σ. 147), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 23ης Δεκεμβρίου 2002 (BGBl. 2002 I, σ. 4602), και τον νόμο της 29ης Δεκεμβρίου 2003 (BGBl. 2003 I, σ. 3076), οι οποίοι είχαν εφαρμογή στις φορολογικές χρήσεις 2003 και 2004 (στο εξής: StromStG). |
|
10 |
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, σημείο 2, του StromStG προβλέπει ότι η ηλεκτρική ενέργεια που αντλείται από το δίκτυο με σκοπό την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας απαλλάσσεται από τον φόρο ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
11 |
Το άρθρο 11 του StromStG εξουσιοδοτεί το ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών να θεσπίσει με κανονιστική απόφαση, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις για την εφαρμογή των φορολογικών πλεονεκτημάτων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 9 του StromStG. |
|
12 |
Η σχετική κανονιστική απόφαση του ως άνω Υπουργείου, ήτοι η Verordnung zur Durchführung des Stromsteuergesetzes (κανονιστική απόφαση για την εφαρμογή του νόμου περί φορολογίας της ηλεκτρικής ενέργειας), της 31ης Μαΐου 2000 (BGBl. 2000 I, σ. 794), ορίζει στο άρθρο 12, παράγραφος 1, σημείο 1, ότι η φράση «ηλεκτρική ενέργεια που αντλείται από το δίκτυο με σκοπό την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας», κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, σημείο 2, του StromStG, καλύπτει το ηλεκτρικό ρεύμα που καταναλώνεται, υπό την τεχνική έννοια του όρου, στις συμπληρωματικές και βοηθητικές εγκαταστάσεις μιας μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ιδίως για την επεξεργασία των υδάτων, για την υδροδότηση με σκοπό την παραγωγή ατμού, για τον εξαερισμό, για τον εφοδιασμό σε καύσιμο και για τον καθαρισμό των καυσαερίων. |
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
13 |
Η RWE Power εκμεταλλευόταν, στη λιγνιτική περιοχή του Ρήνου, τρία ανεξάρτητα μεταξύ τους υπαίθρια ορυχεία λιγνίτη, στα οποία εξόρυσσε λιγνίτη προοριζόμενο κυρίως για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στους σταθμούς της και, κατά ποσοστό 10 %, για την παραγωγή λιγνιτοπλίνθων και σκόνης λιγνίτη στα εργοστάσιά της. |
|
14 |
Κατά τη διάρκεια του 2004, η RWE Power κατανάλωσε συνολικά 2847925,939 μεγαβατόρες (MWh) ηλεκτρικής ενέργειας για τα υπαίθρια ορυχεία, την οποία χρησιμοποίησε, πρώτον, για τη λειτουργία υδραυλικών αντλιών που προορίζονταν για τη μείωση της στάθμης των υπογείων υδάτων, δεύτερον, για τη λειτουργία βαρέων μηχανημάτων, όπως καδοφόρων εκσκαφέων, με τα οποία γινόταν η εκσκαφή του λιγνίτη και των στείρων υλικών, καθώς και μηχανημάτων επιχωμάτωσης, με τα οποία γινόταν επιχωματώσεις άλλων τμημάτων του υπαίθριου ορυχείου, τρίτον, για τον φωτισμό του υπαίθριου ορυχείου και, τέταρτον, για τη μεταφορά του λιγνίτη στους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με εμπορευματικές αμαξοστοιχίες ηλεκτρικά κινούμενες σε δικές τους γραμμές και με ηλεκτροκίνητους ταινιοδρόμους που μετέφεραν τόσο λιγνίτη όσο και στείρα υλικά. |
|
15 |
Η λειτουργία των σταθμών της RWE Power στηριζόταν σε αδιάλειπτη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Για να διασφαλίσει την αδιάλειπτη αυτή παραγωγή, η RWE Power διατηρούσε αποθήκες λιγνίτη, από τις οποίες ο άνθρακας μεταφερόταν σταδιακά προς τους λέβητες εντός των σταθμών. Αρχικώς, ο λιγνίτης αποθηκευόταν σε ειδικό χώρο στο καθένα από τα υπαίθρια ορυχεία. Εν συνεχεία, μεταφερόταν στις αποθήκες των σταθμών μέσω ταινιοδρόμου ή μέσω του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου της επιχείρησης. Από εκεί, ηλεκτρικοί εκσκαφείς φόρτωναν τον λιγνίτη σε ταινιόδρομο για να μεταφερθεί σε θρυμματιστές. Τέλος, ο θρυμματισμένος λιγνίτης τοποθετούνταν στη δεξαμενή του λέβητα. |
|
16 |
Στο πλαίσιο φορολογικού ελέγχου τον οποίο διέταξε το κεντρικό τελωνείο Duisburg, διαπιστώθηκε, με την έκθεση ελέγχου της 20ής Μαΐου 2009, ότι η επεξεργασία του λιγνίτη έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «παραγωγή καυσίμου» και ότι, κατά συνέπεια, ήταν υποκείμενη σε φορολογία. Το ίδιο συμπέρασμα ίσχυε και για το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλωνόταν για την εξόρυξη και τη μεταφορά του λιγνίτη, με συνέπεια να οφείλεται φόρος και για την ηλεκτρική ενέργεια η οποία χρησιμοποιούνταν για τους εκσκαφείς άνθρακα, τους ταινιοδρόμους και τους θρυμματιστές. |
|
17 |
Κατόπιν της απόρριψης της διοικητικής της προσφυγής κατά της πράξεως προσδιορισμού φόρου την οποία εξέδωσε στις 8 Οκτωβρίου 2009 το κεντρικό τελωνείο Duisburg σε συνέχεια του εν λόγω φορολογικού ελέγχου, η RWE Power προσέφυγε ενώπιον του Finanzgericht Düsseldorf (δικαστηρίου φορολογικών διαφορών Ντίσελντορφ, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. |
|
18 |
Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, η RWE Power επανέλαβε την άποψή της ότι, βάσει της οδηγίας 2003/96, η απαλλαγή από τη φορολογία πρέπει να καλύπτει το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας που είναι αναγκαία για τη δραστηριότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Όλες οι συμπληρωματικές και βοηθητικές εγκαταστάσεις χωρίς τις οποίες μια μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να λειτουργήσει πρέπει κατ’ αρχήν να καλύπτονται από την απαλλαγή από τον φόρο ηλεκτρικής ενέργειας. Ο λιγνίτης πρέπει να θεωρηθεί ως καύσιμο, οπότε η ηλεκτρική ενέργεια η οποία καταναλώνεται για την εξόρυξη και τη μεταφορά του στο υπαίθριο ορυχείο απαλλάσσεται επίσης από τον φόρο ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
19 |
Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το ακριβές περιεχόμενο της απαλλαγής την οποία προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/96. |
|
20 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Finanzgericht Düsseldorf (δικαστήριο φορολογικών διαφορών Ντίσελντορφ) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
|
21 |
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, σε συνδυασμό με το άρθρο 21, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/96, έχει την έννοια ότι η εκεί προβλεπόμενη απαλλαγή της «ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας» από τη φορολογία καλύπτει την ηλεκτρική ενέργεια η οποία χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της εξόρυξης ενεργειακού προϊόντος, όπως ο λιγνίτης, σε υπαίθριο ορυχείο και στη μεταγενέστερη μετατροπή και επεξεργασία του ενεργειακού αυτού προϊόντος στους σταθμούς με σκοπό την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
22 |
Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/96, τα κράτη μέλη απαλλάσσουν από τη φορολογία, υπό τις προϋποθέσεις τις οποίες ορίζουν ώστε να εξασφαλίζεται η ορθή και απρόσκοπτη εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και να αποτρέπεται η φοροδιαφυγή, η φοροαποφυγή ή η κατάχρηση, τα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και την ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
23 |
Το άρθρο 21, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/96 καθιστά σαφές ότι η κατανάλωση ενεργειακών προϊόντων εντός μιας εγκατάστασης παραγωγής ενεργειακών προϊόντων δεν θεωρείται ως γενεσιουργός αιτία του φόρου επί των ενεργειακών προϊόντων, εάν η κατανάλωση συνίσταται σε ενεργειακά προϊόντα που παράγονται εντός της εγκατάστασης. Η δεύτερη περίοδος της ίδιας παραγράφου διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να θεωρούν ότι δεν συνιστούν γενεσιουργό αιτία η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και άλλων ενεργειακών προϊόντων που δεν παράγονται εντός τέτοιας εγκατάστασης καθώς και η κατανάλωση ενεργειακών προϊόντων και ηλεκτρικής ενέργειας εντός εγκατάστασης παραγωγής καυσίμων προοριζόμενων να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
24 |
Εισαγωγικώς, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 2003/96 έχει ως αντικείμενο, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές της σκέψεις 3 έως 5 και από το άρθρο 1, τον καθορισμό εναρμονισμένου καθεστώτος φορολόγησης των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, στο πλαίσιο του οποίου η φορολόγηση αποτελεί τον κανόνα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οδηγία αυτή (απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Repsol Petróleo, C‑44/19, EU:C:2020:982, σκέψη 21). |
|
25 |
Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις οι οποίες διέπουν τις προβλεπόμενες από την οδηγία 2003/96 απαλλαγές πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς, βάσει του γράμματός τους, καθώς και της οικονομίας της οδηγίας αυτής και των σκοπών που επιδιώκει (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Cristal Union, C‑31/17, EU:C:2018:168, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
26 |
Πρώτον, όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/96, από τη φράση «ενεργειακά προϊόντα και ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας», η οποία περιλαμβάνεται στη εν λόγω διάταξη, συνάγεται ότι η συγκεκριμένη χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας έχει δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. |
|
27 |
Αφενός, η χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και να συμβάλλει άμεσα στην τεχνολογική διαδικασία της παραγωγής αυτής (πρβλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Repsol Petróleo, C‑44/19, EU:C:2020:982, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν και ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 53 έως 55 των προτάσεών του, η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας για εργασίες μετατροπής και επεξεργασίας ενεργειακού προϊόντος όπως ο λιγνίτης, παραδείγματος χάριν για τη θραύση, την απομάκρυνση ξένων σωμάτων, τον θρυμματισμό και την αποξήρανσή του, μπορούν να εμπίπτουν στην απαλλαγή του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/96 όταν είναι απαραίτητες και συμβάλλουν άμεσα στη διαδικασία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Αντιθέτως, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών του, η απαλλαγή από τη φορολογία βάσει της διατάξεως αυτής δεν καλύπτει τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας η οποία γίνεται απλώς επ’ ευκαιρία της δραστηριότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, όπως συμβαίνει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται στα γραφεία ενός σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
28 |
Αφετέρου, η απαλλαγή από τη φορολογία προϋποθέτει ότι η ηλεκτρική ενέργεια χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και όχι για την παραγωγή ενεργειακού προϊόντος, όπως είναι ο λιγνίτης. Συνεπώς, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 50 και 51 των προτάσεών του, στον βαθμό που η ηλεκτρική ενέργεια χρησιμοποιείται στο πλαίσιο οποιασδήποτε πράξεως σχετικής με την παραγωγή λιγνίτη, ειδικότερα δε της εξόρυξης και της μεταφοράς του με σκοπό την αποθήκευση, μια τέτοια κατανάλωση δεν καλύπτεται από την απαλλαγή του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/96. |
|
29 |
Δεν ασκεί συναφώς επιρροή το γεγονός ότι μια πρώτη ύλη, όπως ο λιγνίτης, εξορύσσεται προκειμένου να χρησιμοποιηθεί, στη συνέχεια, στο πλαίσιο ολοκληρωμένης διαδικασίας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας η οποία λαμβάνει χώρα στην ίδια μονάδα παραγωγής ή, τουλάχιστον, κοντά στον τόπο εξόρυξης, με αποτέλεσμα η εξόρυξη του λιγνίτη και η μεταφορά του να αποτελούν ενδιάμεσα στάδια, εγγενή στη μέθοδο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Πράγματι, το ίδιο το γεγονός ότι η χρησιμοποιούμενη ηλεκτρική ενέργεια καταλήγει στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μόνο μέσω ενός ενεργειακού προϊόντος το οποίο, κατ’ αρχήν, υπόκειται καθ’ εαυτό στον φόρο που προβλέπει η οδηγία 2003/96 καταδεικνύει ότι η ηλεκτρική αυτή ενέργεια δεν συμβάλλει «άμεσα» στην τεχνολογική διαδικασία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αντιθέτως προς την απαίτηση η οποία απορρέει από τη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως. |
|
30 |
Δεύτερον, όσον αφορά την οικονομία της οδηγίας 2003/96, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία δεν αποσκοπεί στη θέσπιση απαλλαγών γενικού χαρακτήρα. Επίσης, δεδομένου ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/96 απαριθμεί περιοριστικώς τις υποχρεωτικές απαλλαγές που επιβάλλονται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, οι διατάξεις του δεν είναι δυνατόν να ερμηνεύονται διασταλτικώς, διότι άλλως η εναρμονισμένη φορολογία την οποία θεσπίζει η οδηγία θα στερούνταν κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας (αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2018, Cristal Union, C‑31/17,EU:C:2018:168, σκέψεις 24 και 25, καθώς και της 7ης Νοεμβρίου 2019, Petrotel-Lukoil, C‑68/18, EU:C:2019:933, σκέψη 40). |
|
31 |
Ως εκ τούτου, μολονότι θεωρητικώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι κάθε κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, ανεξαρτήτως σε ποιο στάδιο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας γίνεται, έχει κάποια σύνδεση με την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται εν τέλει, παρά ταύτα προκειμένου να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του εξαιρετικού χαρακτήρα της απαλλαγής από τη φορολογία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μόνον η χρήση η οποία συμβάλλει άμεσα στην τεχνολογική διαδικασία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εμπίπτει στην απαλλαγή από τη φορολογία βάσει της διατάξεως αυτής, όπερ σημαίνει ότι αποκλείεται, ειδικότερα, κάθε κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που γίνεται σε προηγούμενο στάδιο με σκοπό την παρασκευή ενδιάμεσου ενεργειακού προϊόντος το οποίο χρησιμοποιείται με τη σειρά του για να παραχθεί κατόπιν ηλεκτρική ενέργεια. |
|
32 |
Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει, ως προς την απαλλαγή του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2003/96, το οποίο ορίζει ότι απαλλάσσονται από τη φορολογία τα ενεργειακά προϊόντα που διατίθενται για να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα για τη ναυσιπλοΐα (περιλαμβανομένης και της αλιείας) στα ενωσιακά ύδατα, εξαιρουμένης της χρήσης τους σε ιδιωτικά σκάφη αναψυχής, καθώς και η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται στα πλοία, ότι για την εφαρμογή της συγκεκριμένης απαλλαγής απαιτείται οι πράξεις ναυσιπλοΐας να εξυπηρετούν άμεσα την παροχή υπηρεσίας έναντι αμοιβής, και όχι απλώς οποιαδήποτε χρήση (πρβλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2017, Vakarų Baltijos laivų statykla, C‑151/16, EU:C:2017:537, σκέψεις 29 και 30). |
|
33 |
Η ως άνω ερμηνεία ενισχύεται από τις διατάξεις του άρθρου 21, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/96, κατά το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να θεωρούν, κατά παρέκκλιση, ότι η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που δεν παράγεται εντός εγκατάστασης παραγωγής ενεργειακών προϊόντων καθώς και η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας εντός εγκατάστασης παραγωγής καυσίμων προοριζόμενων να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας δεν συνιστούν γενεσιουργό αιτία του φόρου. |
|
34 |
Πράγματι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 59 των προτάσεών του, η προαιρετική αυτή απαλλαγή θα στερούνταν πρακτικής αποτελεσματικότητας αν η ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της παρασκευής ενεργειακού προϊόντος το οποίο χρησιμοποιείται, με τη σειρά του, για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ενέπιπτε ήδη στην υποχρεωτική απαλλαγή του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, της οδηγίας αυτής, απλώς και μόνο λόγω της εγγύτητας των δύο τόπων παραγωγής. Εντούτοις εν προκειμένω, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στην απόφαση περί παραπομπής, δεν έχει κάνει χρήση της δυνατότητας που παρέχεται με τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 3 του άρθρου 21. |
|
35 |
Τρίτον, όσον αφορά τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 2003/96, παρατηρείται κατ’ αρχάς ότι η οδηγία, προβλέποντας εναρμονισμένο φορολογικό καθεστώς των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, έχει ως σκοπό όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές της σκέψεις 2 έως 5 και 24, να προάγει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα της ενέργειας, αποτρέποντας, μεταξύ άλλων, τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Cristal Union, C‑31/17, EU:C:2018:168, σκέψη 29). |
|
36 |
Ως προς την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, για την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέλεξε, όπως συνάγεται, μεταξύ άλλων, από τη σελίδα 5 της αιτιολογικής έκθεσης της πρότασης οδηγίας του Συμβουλίου για την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων (ΕΕ 1997, C 139, σ. 14), να επιβάλει στα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας 2003/96, την υποχρέωση να φορολογούν την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια, όπερ σημαίνει ότι, συνακόλουθα, πρέπει να απαλλάσσονται από τη φορολογία τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή της, προς αποφυγή της διπλής φορολογίας της ηλεκτρικής ενέργειας (πρβλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Cristal Union, C‑31/17, EU:C:2018:168, σκέψη 30). |
|
37 |
Αν όμως η ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από μονάδα παραγωγής όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν απαλλασσόταν από τη φορολογία δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/96, θα προέκυπτε ακριβώς κίνδυνος διπλής φορολογίας, δεδομένου ότι η κατ’ αυτόν τον τρόπο παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια φορολογείται επίσης, όπως ορίζει το άρθρο 1 της οδηγίας. |
|
38 |
Ασφαλώς, η οδηγία 2003/96 δεν αποκλείει κάθε κίνδυνο διπλής φορολογίας, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη μπορούν, βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας αυτής, να φορολογούν, για λόγους περιβαλλοντικής πολιτικής, τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (πρβλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems, C‑5/14,EU:C:2015:354, σκέψη 51). |
|
39 |
Εντούτοις, όπως ορθώς υποστήριξαν το καθού της κύριας δίκης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αν η ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιείται για την εξόρυξη και τη μεταφορά του λιγνίτη δεν υπέκειτο σε φορολογία, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 21, παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/96, θα υπήρχε άνιση μεταχείριση λόγω διαφορετικής φορολογικής επιβάρυνσης, αφενός, των επιχειρήσεων οι οποίες, όπως η RWE Power, εκμεταλλεύονται σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και εξορύσσουν λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και, αφετέρου, των επιχειρήσεων που αγοράζουν από τρίτους τον λιγνίτη που χρειάζεται για την παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας, μια κατάσταση η οποία θα αποτελούσε πηγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού (πρβλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 2018, Turbogás, C‑90/17, EU:C:2018:498, σκέψη 42). |
|
40 |
Η RWE Power ισχυρίζεται βεβαίως ότι, εξαιτίας της έλλειψης εθνικής αλλά και διεθνούς αγοράς διανομής λιγνίτη, μια λιγνιτική μονάδα μπορεί να λειτουργήσει μόνον αν βρίσκεται κοντά σε υπαίθριο ορυχείο. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η παράδοση λιγνίτη δεν πραγματοποιείται σε μεγάλες αποστάσεις, οποιαδήποτε οικονομικώς αποτελεσματική εκμετάλλευση προϋποθέτει ένα μοντέλο στηριζόμενο σε ενιαίο σύνολο εργασιών, το οποίο να περιλαμβάνει, συγχρόνως, τόσο την εξόρυξη και τη μεταφορά του λιγνίτη ως πρώτης ύλης για τη θέρμανση των λεβήτων όσο και την επακόλουθη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
41 |
Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως, ακόμη και αν θεωρηθούν αποδεδειγμένοι, δεν αναιρούν το συμπέρασμα που προεκτέθηκε στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως, δεδομένου ότι η απαλλαγή της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για την παραγωγή λιγνίτη, ευνοώντας τις καθετοποιημένες επιχειρήσεις όπως η RWE Power, θα συνεπαγόταν, εν πάση περιπτώσει, στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
42 |
Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14 παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 παράγραφος 3, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2003/96, έχει την έννοια ότι η εκεί προβλεπόμενη απαλλαγή της «ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας» από τη φορολογία δεν καλύπτει την ηλεκτρική ενέργεια η οποία χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της εξόρυξης ενεργειακού προϊόντος, όπως ο λιγνίτης, σε υπαίθριο ορυχείο, δεδομένου ότι η ηλεκτρική ενέργεια αυτή δεν χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της τεχνολογικής διαδικασίας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά για την παρασκευή ενός ενεργειακού προϊόντος. Αντιθέτως, η εν λόγω απαλλαγή μπορεί να καλύπτει τη μεταγενέστερη μετατροπή και επεξεργασία του ενεργειακού αυτού προϊόντος σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με σκοπό την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον πρόκειται για πράξεις που είναι απολύτως αναγκαίες και συμβάλλουν άμεσα στην τεχνολογική διαδικασία της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. |
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
|
43 |
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, σε συνδυασμό με το άρθρο 21, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας 2003/96, έχει την έννοια ότι η εκεί προβλεπόμενη απαλλαγή της «ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας» από τη φορολογία καλύπτει την ηλεκτρική ενέργεια η οποία προορίζεται για τη λειτουργία εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενεργειακού προϊόντος, όπως ο λιγνίτης, και μέσων χρησιμοποιούμενων για τη μεταφορά του προϊόντος αυτού από υπαίθρια ορυχεία προς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. |
|
44 |
Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η φοροαπαλλαγή της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θεσπίζεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/96, όπως ακριβώς και η απαλλαγή η οποία αφορά τα ενεργειακά προϊόντα και την ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
45 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ως άνω διάταξη προβλέπει δύο περιπτώσεις των οποίων τα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής δεν πρέπει να συγχέονται, ειδάλλως η μία ή η άλλη περίπτωση θα στερούνταν κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας. |
|
46 |
Εξάλλου, όπως εξήγησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 67 των προτάσεών του, η συγκεκριμένη ερμηνεία επιβεβαιώνεται από το ιστορικό θέσπισης της οδηγίας 2003/96. Πράγματι, στην αρχική πρόταση της Επιτροπής προβλεπόταν μία μόνον απαλλαγή από τη φορολογία, η οποία αντιστοιχούσε κατ’ ουσίαν στην πρώτη από τις δύο περιπτώσεις [βλ. άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της πρότασης της Επιτροπής (ΕΕ 1997, C 139, σ. 14)]. Η δεύτερη περίπτωση προστέθηκε από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μεταγενέστερο μόνο στάδιο της νομοθετικής διαδικασίας. Επιβάλλεται συνεπώς το συμπέρασμα ότι, με την προσθήκη αυτή, ο ενωσιακός νομοθέτης θέλησε να δημιουργήσει μια πρόσθετη περίπτωση απαλλαγής από τη φορολογία, η οποία αφορά κατάσταση διαφορετική από εκείνη που καλύπτει η πρώτη περίπτωση. |
|
47 |
Επομένως, η φοροαπαλλαγή που προβλέπεται στη δεύτερη περίπτωση δεν αναφέρεται στις δραστηριότητες οι οποίες άπτονται της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας σε προηγούμενο ή επόμενο στάδιο από την παραγωγή, εφόσον χρησιμεύει στη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
48 |
Σε συμφωνία και κατ’ αναλογία προς τα κριθέντα με τις σκέψεις 26 έως 42 της παρούσας αποφάσεως σε σχέση με την πρώτη περίπτωση, πρέπει να γίνει δεκτό, όσον αφορά τη φοροαπαλλαγή της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ότι και αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενά, οπότε η εφαρμογή της απαιτεί να χρησιμοποιείται η ηλεκτρική ενέργεια για την άμεση διατήρηση της ικανότητας της τεχνολογικής διαδικασίας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. |
|
49 |
Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η λειτουργία των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής της RWE Power στηριζόταν σε αδιάλειπτη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Προς διασφάλιση μιας τέτοιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η RWE Power είχε προβλέψει αποθήκες τριών διαφορετικών μεγεθών και λειτουργιών, από τις οποίες ο λιγνίτης μεταφερόταν σταδιακά στους λέβητες των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής. Πιο συγκεκριμένα, ο λιγνίτης αρχικώς τοποθετούνταν, σε καθένα από τα υπαίθρια ορυχεία, σε ειδική αποθήκη χωρητικότητας αντίστοιχης προς έξι ημέρες λειτουργίας του σταθμού και, εν συνεχεία, μεταφερόταν στις αποθήκες των σταθμών οι οποίες είχαν χωρητικότητα που αντιστοιχούσε σε μία έως δύο ημέρες λειτουργίας του σταθμού. |
|
50 |
Βάσει της περιγραφής αυτής των πραγματικών περιστάσεων, προκύπτει, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου στον οποίο θα προβεί το αιτούν δικαστήριο, ότι μόνον οι πράξεις της αποθήκευσης και της μεταφοράς του λιγνίτη εντός του σταθμού ηλεκτροπαραγωγής θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως απολύτως αναγκαίες και να θεωρηθεί ότι συμβάλλουν άμεσα στη διατήρηση της ικανότητας της τεχνολογικής διαδικασίας παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας, διότι αυτές οι πράξεις απαιτούνται προς εξασφάλιση της διατήρησης της ικανότητας αδιάλειπτης παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας, με συνέπεια να μπορούν να τύχουν απαλλαγής, δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/96. |
|
51 |
Αντιθέτως, οι πράξεις της αποθήκευσης του λιγνίτη στα ορυχεία συνδέονται μάλλον με τη διαδικασία εξόρυξης του λιγνίτη παρά με την τεχνολογική διαδικασία παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας, ζήτημα του οποίου ο έλεγχος εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Εφόσον ισχύει κάτι τέτοιο, η ηλεκτρική ενέργεια η οποία χρησιμοποιείται για την αποθήκευση του λιγνίτη στα ορυχεία αυτά δεν εμπίπτει στην προαναφερθείσα απαλλαγή. |
|
52 |
Πρέπει ακόμη να διευκρινιστεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω το άρθρο 21, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας 2003/96, το οποίο μνημονεύεται από το αιτούν δικαστήριο και προβλέπει ότι η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για σκοπούς που δεν συνδέονται με την παρασκευή ενεργειακών προϊόντων, όπως, μεταξύ άλλων, για την κίνηση οχημάτων, θεωρείται ως γενεσιουργός αιτία επιβολής φόρου. Πράγματι, ως προς τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας για την οποία γίνεται λόγος στη δεύτερη περίοδο του άρθρου 21, παράγραφος 3, η τρίτη περίοδος της ίδιας παραγράφου αφορά ένα προαιρετικό καθεστώς που, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Επιπλέον, μοναδικός σκοπός της τρίτης αυτής περιόδου είναι να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής των απαλλαγών στις οποίες αναφέρονται η πρώτη και η δεύτερη περίοδος. |
|
53 |
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2003/96 έχει την έννοια ότι η εκεί προβλεπόμενη απαλλαγή της «ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της ικανότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας» από τη φορολογία μπορεί να καλύπτει την ηλεκτρική ενέργεια που προορίζεται για τη λειτουργία εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενεργειακού προϊόντος, όπως ο λιγνίτης, και μέσων χρησιμοποιούμενων για τη μεταφορά του προϊόντος αυτού, όταν οι σχετικές πράξεις πραγματοποιούνται εντός των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, εφόσον είναι απολύτως αναγκαίες και συμβάλλουν άμεσα στη διατήρηση της ικανότητας της τεχνολογικής διαδικασίας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, στον βαθμό που απαιτούνται προς εξασφάλιση της διατήρησης της ικανότητας αδιάλειπτης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
54 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται: |
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.