ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 8ης Δεκεμβρίου 2022 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Επείγουσα προδικαστική διαδικασία – Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Άρθρο 6, παράγραφος 2 – Προσδιορισμός των αρμόδιων δικαστικών αρχών – Απόφαση περί αναβολής της παραδόσεως εκδοθείσα από όργανο το οποίο δεν έχει την ιδιότητα δικαστικής αρχής εκτελέσεως – Άρθρο 23 – Παρέλευση των προβλεπόμενων προθεσμιών παραδόσεως – Συνέπειες – Άρθρο 12 και άρθρο 24, παράγραφος 1 – Συνέχιση της κρατήσεως του εκζητουμένου, με σκοπό την ποινική δίωξη στο κράτος μέλος εκτελέσεως – Άρθρα 6, 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα αυτοπρόσωπης παραστάσεως του κατηγορουμένου στη δίκη του»

Στην υπόθεση C‑492/22 PPU,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες) με απόφαση της 22ας Ιουλίου 2022, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Ιουλίου 2022, στο πλαίσιο διαδικασίας για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος εις βάρος του

CJ

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Arabadjiev (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του πρώτου τμήματος, P. G. Xuereb, A. Kumin και I. Ziemele, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: M. Ferreira, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Σεπτεμβρίου 2022,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

ο CJ, εκπροσωπούμενος από τους A. V. Bandhoe, A. G. P. de Boon, J. S. Dobosz και P. M. Langereis, advocaten,

η Openbaar Ministerie, εκπροσωπούμενη από τις M. Diependaal, C. McGivern και τον K. van der Schaft,

η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. K. Bulterman, Μ. H. S. Gijzen και τον J. M. Hoogveld,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους S. Noë και M. Wasmeier,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2022,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, του άρθρου 12 και του άρθρου 24, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009 (ΕΕ 2009, L 81, σ. 24) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2002/584), καθώς και τα άρθρα 6, 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

2

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκτελέσεως, στις Κάτω Χώρες, ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος στις 31 Αυγούστου 2021 από το Sąd Okręgowy w Krakowie Wydział III Karny (τρίτο τμήμα του πλημμελειοδικείου Κρακοβίας, Πολωνία), με σκοπό την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής επιβληθείσας στον CJ.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Οι αιτιολογικές σκέψεις 8, 9 και 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχουν ως εξής:

«(8)

Οι αποφάσεις για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να υπόκεινται σε επαρκή έλεγχο, πράγμα που σημαίνει ότι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο συνελήφθη το καταζητούμενο πρόσωπο θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με την παράδοσή του.

(9)

Ο ρόλος των κεντρικών αρχών κατά την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης πρέπει να περιορίζεται σε πρακτική και διοικητική στήριξη.

[…]

(12)

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 [ΕΕ] και εκφράζονται στο [Χάρτη], ιδίως δε στο κεφάλαιο VI αυτού. Καμία από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να απαγορεύει την άρνηση παράδοσης προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εφόσον αντικειμενικά στοιχεία δείχνουν ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους ή ότι η θέση του προσώπου αυτού μπορεί να επιδεινωθεί για οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους λόγους.»

4

Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται από κράτος μέλος προς το σκοπό της σύλληψης και της παράδοσης από άλλο κράτος μέλος προσώπου που καταζητείται για την άσκηση ποινικής δίωξης ή για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.

[…]

3.   H παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως διατυπώνονται στο άρθρο 6 [ΕΕ].»

5

Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει τα ακόλουθα:

«Η παράδοση βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης υπό τις προϋποθέσεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο και χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου της πράξης, χωρεί για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών και όπως ορίζονται από το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος:

[…]

οργανωμένες ή ένοπλες κλοπές

[…]».

6

Το άρθρο 5 της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου προβλέπει τα ακόλουθα:

«Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τη δικαστική αρχή εκτέλεσης μπορεί να εξαρτηθεί κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης από μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

[…]

3)

όταν το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης είναι υπήκοος ή κάτοικος του κράτους μέλους εκτέλεσης, η παράδοση μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ώστε να εκτίσει εκεί τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος.»

7

Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προβλέπει τα εξής:

«Η δικαστική αρχή εκτέλεσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης που είναι αρμόδια να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.»

8

Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου ορίζει τα εξής:

«Κάθε κράτος μέλος μπορεί να ορίσει μια κεντρική αρχή ή, εφόσον η έννομη τάξη του το προβλέπει, κεντρικές αρχές για να επικουρούν τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.»

9

Το άρθρο 12 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου έχει ως εξής:

«Όταν ένα πρόσωπο συλλαμβάνεται βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η δικαστική αρχή εκτέλεσης αποφασίζει κατά πόσον είναι σκόπιμο να τηρηθεί υπό κράτηση σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης. Η προσωρινή απόλυση είναι δυνατή οποτεδήποτε σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους λαμβάνει κάθε μέτρο που κρίνει αναγκαίο ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή του καταζητουμένου.»

10

Το άρθρο 23 της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου έχει ως εξής:

«1.   Ο καταζητούμενος παραδίδεται το ταχύτερο δυνατόν σε ημερομηνία που συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρχών.

2.   Παραδίδεται το αργότερο δέκα ημέρες αφότου εκδόθηκε η οριστική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

3.   Εάν η παράδοση του καταζητουμένου, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2, αποδεικνύεται αδύνατη λόγω ανωτέρας βίας σε ένα από τα κράτη μέλη, η δικαστική αρχή εκτέλεσης και η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος επικοινωνούν αμέσως μεταξύ τους και συμφωνούν νέα ημερομηνία παράδοσης. Στην περίπτωση αυτή, η παράδοση διενεργείται εντός δέκα ημερών μετά τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία.

4.   Η παράδοση μπορεί κατ’ εξαίρεση να αναστέλλεται προσωρινά για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους, εφόσον λ.χ. ευλόγως πιστεύεται ότι θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία του καταζητουμένου. Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης γίνεται μόλις παύσουν να υφίστανται οι λόγοι αυτοί. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης ενημερώνει αμέσως σχετικά τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος και συμφωνεί νέα ημερομηνία παράδοσης. Στην περίπτωση αυτή, η παράδοση διενεργείται εντός δέκα ημερών μετά τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία.

5.   Κατά την παρέλευση των προθεσμιών που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 4, εάν το πρόσωπο εξακολουθεί να κρατείται, απολύεται.»

11

Το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προβλέπει:

«Η δικαστική αρχή εκτέλεσης δύναται, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, να αναβάλει την παράδοση του καταζητουμένου ούτως ώστε να μπορέσει να διωχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης ή, εάν έχει ήδη καταδικασθεί, να μπορέσει να εκτίσει στο έδαφος του κράτους αυτού καταγνωσθείσα ποινή για πράξη διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.»

12

Το άρθρο 26, παράγραφος 1, της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου έχει ως εξής:

«Το κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος αφαιρεί τυχόν περίοδο κράτησης που απορρέει από την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από τη συνολική διάρκεια στέρησης της ελευθερίας στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος λόγω καταδίκης σε στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας.»

Το ολλανδικό δίκαιο

13

Η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 μεταφέρθηκε στην ολλανδική έννομη τάξη με τον Wet tot implementatie van het kaderbesluit van de Raad van de Europese Unie betreffende het Europees aanhoudingsbevel en de procedures van overlevering tussen de lidstaten van de Europese Unie (Overleveringswet) [νόμο περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της αποφάσεως-πλαισίου του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τις διαδικασίες παραδόσεως μεταξύ των κρατών μελών (νόμος περί παραδόσεως)], της 29ης Απριλίου 2004 (Stb. 2004, αριθ. 195) (στο εξής: νόμος περί παραδόσεως).

14

Κατά το άρθρο 1 του νόμου περί παραδόσεως:

«Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, νοούνται ως:

[…]

e.

εισαγγελέας: εφόσον τούτο διευκρινίζεται, κάθε εισαγγελέας και, άλλως, ο [officier van justitie bij het arrondissementsparket Amsterdam (εισαγγελέας της περιφερειακής εισαγγελικής αρχής του Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες)]·

[…]».

15

Το άρθρο 27, παράγραφος 2, του ως άνω νόμου προβλέπει τα εξής:

«Πριν από την περάτωση της διαδικασίας ακρόασης των ενδιαφερομένων, το δικαστήριο αποφαίνεται αυτεπαγγέλτως επί της συνέχισης της κράτησης του εκζητουμένου, προκειμένου ο εκζητούμενος να τεθεί υπό διοικητική κράτηση ή αστυνομική κράτηση.»

16

Το άρθρο 33 του εν λόγω νόμου ορίζει τα εξής:

«Η στέρηση της ελευθερίας που διατάσσεται δυνάμει του άρθρου 27 τερματίζεται –πλην περιπτώσεων συνέχισης της στέρησης της ελευθερίας για άλλους λόγους– όταν:

a.

το δικαστήριο ή ο εισαγγελέας διατάξει τον τερματισμό της, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του εκζητουμένου ή του δικηγόρου του·

b.

παρέλθουν δέκα ημέρες από την ημέρα της απόφασης, εκτός εάν το δικαστήριο, αποφαινόμενο επί του κατηγορητηρίου του εισαγγελέα, παρέτεινε εν τω μεταξύ την κράτηση.»

17

Το άρθρο 34 του εν λόγω νόμου έχει ως εξής:

«1.   Η στέρηση της ελευθερίας που μνημονεύεται στο άρθρο 33, στοιχείο b, μπορεί να παραταθεί για διάρκεια που δεν υπερβαίνει τις δέκα ημέρες.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η στέρηση της ελευθερίας μπορεί να παραταθεί για διάρκεια που δεν υπερβαίνει τις 30 ημέρες όταν:

[…]

b.

η παράδοση επιτρέπεται, πλην όμως η πραγματική παράδοση δεν κατέστη δυνατό να διενεργηθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

[…]»

18

Το άρθρο 35 του νόμου περί παραδόσεως έχει ως εξής:

«1.   Η πραγματική παράδοση του εκζητουμένου διενεργείται το ταχύτερο δυνατόν μετά την απόφαση με την οποία επιτρέπεται εν όλω ή εν μέρει η παράδοση, και το αργότερο δέκα ημέρες μετά την εν λόγω απόφαση. Ο εισαγγελέας καθορίζει τον τόπο και τον χρόνο [της πραγματικής παράδοσης], κατόπιν διαβούλευσης με τη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος.

2.   Όταν, λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων, η πραγματική παράδοση δεν μπορεί να διενεργηθεί εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην παράγραφο 1, καθορίζεται με κοινή συμφωνία νέα ημερομηνία. Στην περίπτωση αυτή, η πραγματική παράδοση διενεργείται εντός δέκα ημερών από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία.

3.   Κατ’ εξαίρεση, η πραγματική παράδοση μπορεί να αναβληθεί για όσο χρονικό διάστημα σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι αντιτίθενται σε αυτήν, και ειδικότερα για όσο διάστημα η κατάσταση της υγείας του εκζητουμένου δεν καθιστά δυνατή τη μετακίνησή του. Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος ενημερώνεται πάραυτα. Ο εισαγγελέας καθορίζει τον τόπο και τον χρόνο στον οποίο μπορεί να διενεργηθεί η πραγματική παράδοση, κατόπιν διαβούλευσης με τη δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος. Στην περίπτωση αυτή, η πραγματική παράδοση διενεργείται εντός δέκα ημερών από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία.

4.   Ο εκζητούμενος απολύεται κατά την παρέλευση των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3.»

19

Το άρθρο 36 του νόμου αυτού προβλέπει τα εξής:

«1.   Η απόφαση σχετικά με την ημερομηνία και τον τόπο πραγματικής παραδόσεως μπορεί να μη ληφθεί όταν, και για όσο χρονικό διάστημα, ο εκζητούμενος διώκεται ποινικά στις Κάτω Χώρες ή όταν ποινική απόφαση εκδοθείσα εις βάρος του από ολλανδικό δικαστήριο μπορεί ακόμη να εκτελεστεί, εν όλω ή εν μέρει.

2.   Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, ο Υπουργός δύναται, αφού ζητήσει τη γνώμη της εισαγγελικής αρχής, να αποφασίσει ότι ο εκζητούμενος μπορεί να τεθεί προσωρινά στη διάθεση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος ενόψει της δίκης του ή της εκτέλεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής καταγνωσθείσας εις βάρος του με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, καθώς και να καθορίσει τους όρους της εν λόγω προσωρινής θέσης στη διάθεση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος.

3.   Οι όροι που καθορίζει ο Υπουργός περιλαμβάνουν, σε περίπτωση:

a.

εκκρεμούς ποινικής διώξης, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1: εν πάση περιπτώσει, ότι το δικαίωμα του εκζητουμένου να παραστεί στην ποινική διαδικασία στις Κάτω Χώρες θα γίνει σεβαστό και ότι θα εκτίσει στις Κάτω Χώρες την ποινή που του επιβάλλεται στις Κάτω Χώρες.

[…]»

Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

20

Στις 31 Αυγούστου 2021 το Sąd Okręgowy w Krakowie Wydział III karny (τρίτο τμήμα του πλημμελειοδικείου Κρακοβίας, Πολωνία) εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κατά του CJ, Πολωνού υπηκόου, με σκοπό την εκτέλεση στην Πολωνία στερητικής της ελευθερίας ποινής δύο ετών η οποία επιβλήθηκε για την τέλεση δεκατριών αδικημάτων που εμπίπτουν στην κατηγορία των οργανωμένων ή ένοπλων κλοπών, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584. Από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, το Rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), προκύπτει ότι ο CJ οφείλει να εκτίσει ακόμη το σύνολο σχεδόν της ποινής που του επιβλήθηκε για τα εν λόγω αδικήματα.

21

Στο πλαίσιο της εκτελέσεως του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, το αιτούν δικαστήριο έθεσε τον CJ υπό κράτηση με απόφαση της 2ας Ιουνίου 2022. Με απόφαση της 16ης Ιουνίου 2022, η οποία κατέστη αμετάκλητη, το αιτούν δικαστήριο επέτρεψε την παράδοση του ενδιαφερομένου για τα αδικήματα που αναγράφονταν στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.

22

Ταυτόχρονα με τη διαδικασία αυτή, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του CJ στις Κάτω Χώρες για πράξη διαφορετική από εκείνες για τις οποίες εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως. Συγκεκριμένα, στις 15 Δεκεμβρίου 2021 το Kantonrechter in de rechtbank Den Haag (μονομελές πλημμελειοδικείο Χάγης, Κάτω Χώρες) καταδίκασε τον CJ σε χρηματική ποινή ύψους 360 ευρώ ή, εναλλακτικώς, σε στερητική της ελευθερίας ποινή επτά ημερών, για την οδήγηση αυτοκινήτου χωρίς άδεια οδηγήσεως. Εντούτοις, η συγκεκριμένη καταδικαστική απόφαση δεν έχει τελεσιδικήσει, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος άσκησε έφεση. Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είχε ορισθεί για τον Νοέμβριο του 2022, χωρεί δε αναίρεση κατά της εφετειακής αποφάσεως. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει επίσης ότι ο CJ δεν έχει παραιτηθεί από το δικαίωμά του αυτοπρόσωπης παραστάσεως στις συνεδριάσεις οι οποίες θα διεξαχθούν στο πλαίσιο της ποινικής αυτής διαδικασίας.

23

Υπό τις συνθήκες αυτές, στις 17 Ιουνίου 2022 ο officier van justitie bij het le arrondistsparket Amsterdam (εισαγγελέας της περιφερειακής εισαγγελικής αρχής του Άμστερνταμ, στο εξής: εισαγγελέας του Άμστερνταμ) ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να παρατείνει την κράτηση του CJ για χρονικό διάστημα τριάντα ημερών, καθόσον η παράδοσή του δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας των δέκα ημερών λόγω «ιδιαίτερων περιστάσεων».

24

Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, αφενός, ότι απόκειται στον εισαγγελέα να αποφασίσει την αναβολή της παραδόσεως, δυνάμει του άρθρου 36, παράγραφος 1, του νόμου περί παραδόσεως, σε συνδυασμό με το άρθρο 35, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει τη νομιμότητα της αποφάσεως του εισαγγελέα.

25

Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι, στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί, ο μόνος λόγος που δικαιολογεί, κατά το ολλανδικό δίκαιο, την παράταση της κρατήσεως είναι η αναβολή της παραδόσεως. Επομένως, η αίτηση παρατάσεως της κρατήσεως του CJ οφείλεται κατ’ ανάγκην στο γεγονός ότι ο εισαγγελέας του Άμστερνταμ είχε αποφασίσει να αναβάλει την παράδοση λόγω της εκκρεμούς στις Κάτω Χώρες ποινικής διαδικασίας.

26

Πράγματι, κατόπιν αιτήματος του εισαγγελέα του Άμστερνταμ, το rechtbank te Amsterdam (πλημμελειοδικείο Άμστερνταμ) μπορεί να αποφασίσει τη συνέχιση της κρατήσεως του εκζητουμένου, κάθε φορά για χρονικό διάστημα το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 30 ημέρες, εφόσον εκκρεμεί στις Κάτω Χώρες ποινική διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι η διαδικασία παραδόσεως διεξήχθη με επαρκή επιμέλεια και ότι, κατά συνέπεια, η διάρκεια της κρατήσεως δεν είναι υπερβολική.

27

Στις 22 Ιουνίου 2022 το αιτούν δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα του εισαγγελέα του Άμστερνταμ για τη συνέχιση της κρατήσεως του CJ και, ως εκ τούτου, παρέτεινε την κράτηση για τριάντα ημέρες.

28

Στις 6 Ιουλίου 2022 ο εισαγγελέας του Άμστερνταμ ζήτησε εκ νέου την παράταση της κρατήσεως του ενδιαφερομένου για διάστημα 30 ακόμη ημερών, με την αιτιολογία ότι, «λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων, η πραγματική παράδοση δεν μπορεί να διενεργηθεί εντός της προθεσμίας των δέκα ημερών». Ο εισαγγελέας επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ότι οι εν λόγω «ιδιαίτερες περιστάσεις» συνίσταντο στο γεγονός ότι ο CJ δεν είχε παραιτηθεί από το δικαίωμά του να παραστεί στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της κατ’ έφεση δίκης.

29

Εξάλλου, ο εισαγγελέας του Άμστερνταμ διευκρίνισε ότι θα διατάσσει την αναβολή της παραδόσεως και θα ζητεί περιοδικά την παράταση της κρατήσεως του CJ για όσο διάστημα θα εκκρεμεί η ποινική διαδικασία στις Κάτω Χώρες. Στις 6 Ιουλίου 2022 το αιτούν δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα του εισαγγελέα του Άμστερνταμ και παρέτεινε εκ νέου την κράτηση του CJ για περίοδο τριάντα ημερών.

30

Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατά πρώτον, ως προς τη δυνατότητα συνεχίσεως της κρατήσεως CJ όταν η παράδοση στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος αναβάλλεται για τον λόγο ότι κατά του ενδιαφερομένου έχει κινηθεί ποινική διαδικασία στο κράτος μέλος εκτελέσεως.

31

Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι τα άρθρα 12 και 24 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν αντιτίθενται στη συνέχιση της κρατήσεως προσώπου ευρισκόμενου στην κατάσταση του CJ μέχρι την περάτωση των ποινικών διαδικασιών που τον αφορούν στις Κάτω Χώρες. Επομένως, οι διατάξεις αυτές συνιστούν, σε συνδυασμό με τα άρθρα 33 έως 36 του νόμου περί παραδόσεως, σαφή και πραγματική νομική βάση παρέχουσα στις εθνικές αρχές την εξουσία να συνεχίσουν να τηρούν υπό κράτηση πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, σε περίπτωση που έχει αναβληθεί η παράδοσή του.

32

Επομένως, κατά το αιτούν δικαστήριο, το μόνο ζήτημα που εξακολουθεί να υφίσταται είναι αν η διάρκεια της κρατήσεως του προσώπου αυτού επιμηκύνεται υπερβολικά, όπερ αντιβαίνει στις απαιτήσεις του άρθρου 6 του Χάρτη.

33

Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, εναπόκειται στη «δικαστική αρχή εκτελέσεως» να εκδώσει την απόφαση περί αναβολής της παραδόσεως προκειμένου να καταστεί δυνατή η ποινική δίωξη στο κράτος μέλος εκτελέσεως. Όπως, όμως, προκύπτει από τη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως, εν προκειμένω αρμόδια αρχή για να αποφανθεί επί της ενδεχόμενης αναβολής της παραδόσεως είναι ο εισαγγελέας του Άμστερνταμ.

34

Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει, συναφώς, ότι το Δικαστήριο, αφενός, έχει ήδη κρίνει, στη σκέψη 67 της αποφάσεως της 24ης Νοεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Πλαστογραφία) (C‑510/19, EU:C:2020:953), ότι ένας τέτοιος εισαγγελέας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «δικαστική αρχή εκτελέσεως» λόγω της επιρροής που θα μπορούσε να ασκήσει η εκτελεστική εξουσία επί του οργάνου αυτού. Αφετέρου, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, με την απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, C και CD (Νομικά εμπόδια στην εκτέλεση αποφάσεως περί παραδόσεως) (C‑804/21 PPU, EU:C:2022:307), το Δικαστήριο έκρινε ότι η εκτίμηση περί συνδρομής λόγου ανωτέρας βίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καθώς και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, ο καθορισμός νέας ημερομηνίας παραδόσεως, αποτελούν αποφάσεις σχετικά με την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και, κατά συνέπεια, εμπίπτουν, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, σε συνδυασμό με την αιτιολογική της σκέψη 8, στην αποκλειστική αρμοδιότητα της δικαστικής αρχής εκτελέσεως.

35

Υπό τις συνθήκες αυτές, ανακύπτει το ζήτημα αν η απόφαση να διαταχθεί η αναβολή της παραδόσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, συνιστά απόφαση περί της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως η οποία πρέπει να ληφθεί από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου.

36

Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι, πέραν των περιπτώσεων αναβολής της παραδόσεως που προβλέπονται στο άρθρο 23, παράγραφοι 3 και 4, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η παράδοση πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός προθεσμίας δέκα ημερών, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφοι 2 και 5. Δεδομένου όμως ότι εν προκειμένω οι προθεσμίες αυτές δεν τηρήθηκαν, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ο CJ μπορεί να παραμείνει υπό κράτηση, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατ’ ουσίαν, η απόφαση περί αναβολής της παραδόσεως συνιστά τη βάση που δικαιολογεί τη διατήρηση της κρατήσεως.

37

Αν τυχόν το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εισαγγελέας του Άμστερνταμ δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί «δικαστική αρχή εκτέλεσης» και ότι, ως εκ τούτου, δεν έχει την εξουσία να εκδώσει απόφαση περί αναβολής της παραδόσεως, κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ποιες θα είναι οι συνέπειες εκ των ανωτέρω περιστάσεων στην κατάσταση του CJ.

38

Κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, αφενός, ότι η πραγματική παράδοση του CJ θα μπορούσε να αναβληθεί για διάστημα πολλών μηνών, λαμβανομένων υπόψη, πρώτον, της προθέσεως του εισαγγελέα του Άμστερνταμ να ζητήσει την αναβολή της παραδόσεως έως την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας που εκκρεμεί στις Κάτω Χώρες και, δεύτερον, του ότι η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου μπορεί ακόμη να προσβληθεί με αίτηση αναιρέσεως.

39

Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο CJ οφείλει να εκτίσει στερητική της ελευθερίας ποινή στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος ενώ, στο κράτος μέλος εκτελέσεως, διώκεται για πολύ λιγότερο σοβαρό αδίκημα, το οποίο, ως εκ τούτου, επισύρει λιγότερο αυστηρή ποινή. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη, αφενός, της ενδεχόμενης παρατάσεως της κρατήσεώς του στις Κάτω Χώρες και, αφετέρου, της υποχρεώσεως αφαιρέσεως από τον χρόνο της ποινής που πρέπει να εκτίσει στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος της συνολικής διάρκειας κρατήσεως στο κράτος μέλος εκτελέσεως η οποία απορρέει από την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, σύμφωνα με το άρθρο 26, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ο CJ θα εκτίσει de facto στο κράτος μέλος εκτελέσεως, ήτοι στις Κάτω Χώρες, σημαντικό μέρος της στερητικής της ελευθερίας ποινής στην οποία καταδικάσθηκε στην Πολωνία. Μια τέτοια συνέπεια δεν θα συνέβαλε στην αύξηση των πιθανοτήτων κοινωνικής επανεντάξεως του ενδιαφερομένου στο κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος.

40

Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται μήπως οφείλει να προβαίνει σε στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων όταν καλείται να αποφανθεί επί αιτήματος παρατάσεως της κρατήσεως του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως. Ειδικότερα, διερωτάται αν οφείλει να προβεί σε στάθμιση συγκρίσιμη με εκείνη στην οποία προβαίνει η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος, δυνάμει του άρθρου 5, σημείο 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όταν αποφασίζει για τον χρόνο επιστροφής του παραδιδόμενου στο κράτος μέλος εκτελέσεως προσώπου προκειμένου να εκτίσει σε αυτό τη στερητική της ελευθερίας ποινή του. Το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει συγκεκριμένα ότι το Δικαστήριο, στην απόφαση της 11ης Μαρτίου 2020, SF (Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως – Εγγύηση διαμεταγωγής στο κράτος μέλος εκτελέσεως) (C‑314/18, EU:C:2020:191), ερμήνευσε τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται στη δικαστική αρχή εκδόσεως εντάλματος να αναβάλλει συστηματικά και άνευ ετέρου τινός τη διαμεταγωγή του οικείου προσώπου στο κράτος μέλος εκτελέσεως μέχρις οριστικής περατώσεως των λοιπών διαδικασιών που εντάσσονται στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας σχετικά με την αξιόποινη πράξη λόγω της οποίας εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.

41

Κατά το αιτούν δικαστήριο, τυχόν αναλογική εφαρμογή της ανωτέρω νομολογίας στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί θα είχε ως συνέπεια να μην μπορεί η αρχή εκτελέσεως να αναβάλει την παράδοση για τον λόγο και μόνον ότι ο εκζητούμενος δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμά του αυτοπρόσωπης παραστάσεως ενώπιον των δικαστηρίων που έχουν επιληφθεί της εις βάρος του ποινικής διώξεως στο κράτος μέλος εκτελέσεως του εντάλματος.

42

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Rechtbank Amsterdam (πλημμελειοδικείο του Άμστερνταμ) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Αντιβαίνει στο άρθρο 12 και στο άρθρο 24, παράγραφος 1, της απόφασης πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του [Χάρτη], το γεγονός ότι εκζητούμενος του οποίου η παράδοση με σκοπό την εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής εγκρίθηκε οριστικά, αλλά αναβλήθηκε “ούτως ώστε να μπορέσει να διωχθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης […] για πράξη διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης”, κρατείται κατά τη διάρκεια της ποινικής αυτής δίωξης με σκοπό την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης;

2)

α)

Αποτελεί η απόφαση άσκησης της εξουσίας αναβολής της παράδοσης, η οποία ρυθμίζεται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου [2002/584], απόφαση σχετική με την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, η οποία, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου [2002/584], ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 8 της ίδιας απόφασης, εμπίπτει στην αρμοδιότητα της δικαστικής αρχής εκτέλεσης;

β)

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη συμμετοχή δικαστικής αρχής εκτέλεσης κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου [2002/584], συνεπάγεται ότι δεν είναι νόμιμη η συνέχιση της κράτησης εκζητουμένου με σκοπό την εκτέλεση του εις βάρος του εκδοθέντος ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης;

3)

α)

Αντιβαίνει στο άρθρο 24, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου [2002/584], σε συνδυασμό με τα άρθρα 47 και 48 του [Χάρτη], η αναβολή της παράδοσης εκζητουμένου με σκοπό την ποινική δίωξη στο κράτος μέλος εκτέλεσης για τον λόγο και μόνον ότι ο εκζητούμενος, όταν ρωτήθηκε, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να είναι παρών στο πλαίσιο της εν λόγω ποινικής δίωξης;

β)

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, ποιους παράγοντες πρέπει τότε να λαμβάνει υπόψη της η δικαστική αρχή εκτέλεσης όταν αποφαίνεται σχετικά με την αναβολή της πραγματικής παράδοσης;»

Επί του αιτήματος εφαρμογής της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας

43

Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εξετασθεί η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 23α, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

44

Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, αφενός, ότι ο CJ έχει τεθεί υπό κράτηση με σκοπό την έκδοσή του από τις 2 Ιουνίου 2022. Αφετέρου, η απάντηση του Δικαστηρίου στα προδικαστικά ερωτήματα θα έχει άμεση και καθοριστική επίπτωση στη διάρκεια της κρατήσεως του ενδιαφερομένου.

45

Ως προς το ζήτημα αυτό, διαπιστώνεται, κατά πρώτον, ότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η οποία εμπίπτει στους τομείς που μνημονεύονται στον τίτλο V του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ, σχετικά με τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Συνεπώς, είναι δυνατή η εκδίκασή της με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία.

46

Όσον αφορά, κατά δεύτερον, την προϋπόθεση του επείγοντος, υπογραμμίζεται ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται ιδίως όταν ο ενδιαφερόμενος στην υπόθεση της κύριας δίκης στερείται επί του παρόντος την ελευθερία του και η συνέχιση της κρατήσεώς του εξαρτάται από την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, διευκρινιζομένου ότι η κατάσταση του προσώπου αυτού πρέπει να εκτιμάται ως έχει κατά τον χρόνο εξετάσεως του αιτήματος περί υπαγωγής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην επείγουσα διαδικασία (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2022, Valstybės sisautaros κ.λπ., C‑72/22 PPU, EU:C:2022:505, σκέψη 37).

47

Εν προκειμένω, από την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών την οποία παραθέτει το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι ο CJ, πρόσωπο το οποίο αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, στερείται πράγματι της ελευθερίας του κατά τον χρόνο εξετάσεως του αιτήματος υπαγωγής της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην επείγουσα διαδικασία.

48

Επιπλέον, με τα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο ερωτήματα ζητείται να προσδιορισθούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να παραμείνει υπό κράτηση πρόσωπο ευρισκόμενο στην κατάσταση του CJ, του οποίου η παράδοση στις αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος, σε εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, αναβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διώξεως που ασκήθηκε εναντίον του στο κράτος μέλος εκτελέσεως.

49

Υπό τις συνθήκες αυτές, το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε στις 3 Αυγούστου 2022, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να δεχθεί το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου περί υπαγωγής της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία.

Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

50

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξετασθεί πρώτο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι η απόφαση περί αναβολής της παραδόσεως την οποία αφορά η διάταξη αυτή συνιστά απόφαση περί της εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως η οποία, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, πρέπει να λαμβάνεται από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, στην περίπτωση που μια τέτοια απόφαση έχει εκδοθεί από άλλη οντότητα και όχι από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως, το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως μπορεί να παραμείνει υπό κράτηση με σκοπό την εκτέλεση του εντάλματος.

51

Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ερωτήματος αυτού, διαπιστώνεται, κατά πρώτον, ότι από το γράμμα του άρθρου 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προκύπτει σαφώς ότι εναπόκειται στη δικαστική αρχή εκτελέσεως να αναβάλει την παράδοση του εκζητουμένου. Επομένως, εφόσον η έννοια διατάξεως του δικαίου της Ένωσης προκύπτει χωρίς αμφισημία από το ίδιο το γράμμα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλίνει από την ερμηνεία αυτή [απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2022, VYSOČINA WIND, C‑181/20, EU:C:2022:51, σκέψη 39].

52

Βεβαίως, από το άρθρο 7 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 9, προκύπτει ότι η παρέμβαση διαφορετικής αρχής από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως, όπως είναι η «κεντρική αρχή» περί της οποίας κάνει λόγο η ανωτέρω διάταξη, πρέπει να περιορίζεται στην πρακτική και διοικητική επικουρία των αρμόδιων δικαστικών αρχών [πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, C και CD (Νομικά εμπόδια στην εκτέλεση αποφάσεως περί παραδόσεως), C‑804/21 PPU, EU:C:2022:307, σκέψη 65].

53

Εντούτοις, η άσκηση της ευχέρειας που προβλέπεται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 βαίνει πέραν του πλαισίου της απλής «πρακτικής και διοικητικής επικουρίας» που μπορεί να ανατεθεί σε κεντρικές αρχές. Πράγματι, η απόφαση περί αναβολής της παραδόσεως, καθόσον συνεπάγεται αναστολή της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως για ισόχρονο τουλάχιστον διάστημα με εκείνο της αναβολής αυτής, άπτεται της ίδιας της ουσίας των μηχανισμών συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών αρχών των κρατών μελών που θεσπίσθηκαν με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584.

54

Κατά συνέπεια, απόφαση περί αναβολής της παραδόσεως, καθόσον συνιστά απόφαση που αφορά την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της δικαστικής αρχής εκτελέσεως, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584.

55

Όσον αφορά, εν προκειμένω, τη δυνατότητα χαρακτηρισμού του εισαγγελέα του Άμστερνταμ ως «δικαστικής αρχής εκτέλεσης», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, στη σκέψη 67 της αποφάσεως της 24ης Νοεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Πλαστογραφία) (C‑510/19, EU:C:2020:953), έχει κρίνει ότι η συγκεκριμένη αρχή δεν εμπίπτει στην εν λόγω έννοια, δεδομένου ότι μπορεί να λαμβάνει οδηγίες για συγκεκριμένη υπόθεση από τον Ολλανδό Υπουργό Δικαιοσύνης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η απόφαση περί αναβολής της επίμαχης στην κύρια δίκη παραδόσεως, καθόσον ελήφθη από τον εισαγγελέα του Άμστερνταμ, δεν εκδόθηκε από μια τέτοια «δικαστική αρχή εκτέλεσης», όπερ εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

56

Όσον αφορά, κατά δεύτερον, τις συνέπειες που η ενδεχόμενη διαπίστωση περί ελλείψεως νομιμότητας της αποφάσεως περί αναβολής μπορεί να έχει επί της συνεχίσεως της κρατήσεως του εκζητουμένου, συνέπειες οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο του δευτέρου σκέλους του δευτέρου ερωτήματος, το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν παρέχει διευκρινίσεις συναφώς.

57

Επισημαίνεται όμως ότι, ελλείψει παρεμβάσεως «δικαστικής αρχής εκτέλεσης», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, κατά την έκδοση αποφάσεως περί αναβολής της παραδόσεως του εκζητουμένου, η εν λόγω απόφαση δεν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει το άρθρο 24, παράγραφος 1, της ανωτέρω αποφάσεως-πλαισίου [βλ. κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, C και CD (Νομικά εμπόδια στην εκτέλεση αποφάσεως περί παραδόσεως), C‑804/21 PPU, EU:C:2022:307, σκέψεις 67 έως 69].

58

Ως εκ τούτου, στο μέτρο που η απόφαση περί εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 15 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, την παρέμβαση της δικαστικής αρχής εκτελέσεως, διαπιστώνεται ότι η περίπτωση αυτή εμπίπτει στο άρθρο 23 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το οποίο ορίζει τις προθεσμίες για την παράδοση.

59

Συναφώς, το άρθρο 23, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προβλέπει ότι, εφόσον έχει ληφθεί η τελική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει, το ταχύτερο δυνατόν, να παραδώσει τον εκζητούμενο ή τον καταδικασθέντα σε ημερομηνία που συμφωνείται μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρχών. Η μεν παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ορίζει ότι το εν λόγω πρόσωπο παραδίδεται το αργότερο δέκα ημέρες μετά την τελική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, οι δε παράγραφοι 3 και 4 του εν λόγω άρθρου καθορίζουν τις προθεσμίες παραδόσεως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η παράδοση δεν είναι εφικτή λόγω ανωτέρας βίας ή για σοβαρούς ανθρωπιστικούς λόγους. Μετά την πάροδο των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 4 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 5, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, εάν ο εκζητούμενος εξακολουθεί να κρατείται, απολύεται.

60

Υπό τις συνθήκες αυτές, στην περίπτωση κατά την οποία η απόφαση περί αναβολής της παραδόσεως δεν έχει ληφθεί από «δικαστική αρχή εκτέλεσης», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, άπαξ η τελική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως έχει εκδοθεί εγκύρως, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτελέσεως υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 5, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, να απολύσει τον εκζητούμενο, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των μέτρων που η αρχή αυτή θεωρεί αναγκαίο να λάβει, δυνάμει του άρθρου 12 της αποφάσεως-πλαισίου, ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή του εκζητουμένου.

61

Εν προκειμένω, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 40 και 41 των προτάσεών της, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η δυνατότητα του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει τις διατάξεις του νόμου περί παραδόσεως κατά τρόπο σύμφωνο προς τις απαιτήσεις του άρθρου 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και να υποκαταστήσει με τη δική του απόφαση περί αναβολής την απόφαση που εξέδωσε ο εισαγγελέας του Άμστερνταμ, αφού προηγουμένως έχει διαπιστώσει την έλλειψη νομιμότητάς της, ενδεχομένως προβλέποντας τη συνέχιση της κρατήσεως του CJ.

62

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, μολονότι η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 στερείται άμεσου αποτελέσματος, καθότι εκδοθείσα βάσει του πρώην τρίτου πυλώνα της Ένωσης, κατ’ εφαρμογήν ειδικότερα του άρθρου 34, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, ΕΕ (πρβλ. απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski, C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψη 69), εντούτοις ο δεσμευτικός χαρακτήρας της συνεπάγεται ότι οι εθνικές αρχές, και ιδίως τα εθνικά δικαστήρια, υπέχουν υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου (πρβλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2016, Ognyanov, C‑554/14, EU:C:2016:835, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63

Επομένως, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να το ερμηνεύουν κατά το μέτρο του δυνατού με γνώμονα το γράμμα και τον σκοπό της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, προκειμένου να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με αυτήν. Η εν λόγω υποχρέωση σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας του εθνικού δικαίου είναι συμφυής προς το σύστημα της Συνθήκης ΛΕΕ, καθόσον, βάσει αυτής, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας τους, την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης οσάκις αποφαίνονται επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί (απόφαση της 8 Νοεμβρίου 2016, Ognyanov, C‑554/14, EU:C:2016:835, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

64

Εάν αδυνατεί να ερμηνεύσει τον νόμο περί παραδόσεως σύμφωνα προς τις απαιτήσεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, το αιτούν δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, όπως προκύπτει από το άρθρο 23, παράγραφος 5, της ως άνω αποφάσεως-πλαισίου, να διατάξει την απόλυση του προσώπου το οποίο ευρίσκεται στη θέση του CJ, εάν τυχόν διαπιστώσει υπέρβαση των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 4 του εν λόγω άρθρου 23.

65

Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 έχει την έννοια ότι η απόφαση περί αναβολής της παραδόσεως περί της οποίας κάνει λόγο η εν λόγω διάταξη συνιστά απόφαση για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως η οποία, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της ανωτέρω αποφάσεως-πλαισίου, πρέπει να λαμβάνεται από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως. Σε περίπτωση που η απόφαση αυτή δεν έχει ληφθεί από τη συγκεκριμένη αρχή και έχουν παρέλθει οι προθεσμίες του άρθρου 23, παράγραφοι 2 έως 4, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως πρέπει να απολύεται, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 5, της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου.

Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

66

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξετασθεί δεύτερο, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 12 και το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και του οποίου η παράδοση στις αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως αναβλήθηκε λόγω της ασκήσεως ποινικής διώξεως εναντίον του στο κράτος μέλος εκτελέσεως δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι υπό κράτηση στο κράτος μέλος αυτό, επί τη βάσει του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της σχετικής ποινικής διαδικασίας.

67

Κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 2020, Kaplan International colleges UK, C‑77/19, EU:C:2020:934, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

68

Κατά πρώτον, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 12 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όταν ένα πρόσωπο συλλαμβάνεται βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, η δικαστική αρχή εκτελέσεως αποφασίζει κατά πόσον είναι σκόπιμο να τηρηθεί υπό κράτηση σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως. Η προσωρινή απόλυση είναι δυνατή οποτεδήποτε σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους λαμβάνει κάθε μέτρο που κρίνει αναγκαίο ώστε να αποφευχθεί η διαφυγή του εκζητουμένου.

69

Εξάλλου, κατά το άρθρο 24, παράγραφος 1, της ανωτέρω αποφάσεως-πλαισίου, η δικαστική αρχή εκτελέσεως δύναται, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, να αναβάλει την παράδοση του εκζητουμένου ούτως ώστε να μπορέσει να διωχθεί στο κράτος μέλος εκτελέσεως ή, εάν έχει ήδη καταδικασθεί, να μπορέσει να εκτίσει στο έδαφος του κράτους αυτού καταγνωσθείσα ποινή για πράξη διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.

70

Από το γράμμα των διατάξεων αυτών δεν προκύπτει ότι απαγορεύουν τη συνέχιση της κρατήσεως του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως, όταν κατά του προσώπου αυτού έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στο εν λόγω κράτος μέλος για αξιόποινη πράξη διαπραχθείσα στο έδαφός του διαφορετική από εκείνη την οποία αφορά το εν λόγω ένταλμα.

71

Κατά δεύτερον, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι ανωτέρω διατάξεις, από το άρθρο 23 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προκύπτει, βεβαίως, ότι κατά τη λήξη των προθεσμιών των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου αυτού ο εκζητούμενος πρέπει, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, να απολύεται, ήτοι το αργότερο δέκα ημέρες μετά την τελική απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως ή, κατά περίπτωση, τη νέα συμφωνηθείσα ημερομηνία.

72

Εντούτοις, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 66 των προτάσεών της, η αναβολή της παραδόσεως για τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 συνιστά ειδικό και διακριτό κανόνα σε σχέση με τους κανόνες εκτελέσεως της παραδόσεως που προβλέπονται στο άρθρο 23.

73

Κατά συνέπεια, οι προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 23, παράγραφος 5, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της αναβολής της παραδόσεως περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 24 της αποφάσεως-πλαισίου και, ως εκ τούτου, βάσει του άρθρου 12 η δικαστική αρχή εκτελέσεως μπορεί να αποφασίσει τη συνέχιση της κρατήσεως του προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.

74

Κατά τρίτον, η ερμηνεία των άρθρων 12 και 24 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 η οποία γίνεται δεκτή στη σκέψη 70 της παρούσας αποφάσεως συμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου οι οποίοι έγκεινται, μεταξύ άλλων, στην καταπολέμηση της ατιμωρησίας [πρβλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος),C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψη 62].

75

Πράγματι, αν δεν ήταν δυνατή η συνέχιση της κρατήσεως του ενδιαφερομένου για το χρονικό διάστημα μέχρι και την ημερομηνία για την οποία αναβλήθηκε η παράδοσή του δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, ο κίνδυνος να διαφύγει το προσώπου αυτό και, ως εκ τούτου, να θιγεί η ορθή εκτέλεση του εις βάρος του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως αναμφισβήτητα θα αυξανόταν.

76

Κατά τέταρτον, η ανωτέρω ερμηνεία των άρθρων 12 και 24 της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 δεν αναιρείται ούτε από την ανάγκη ερμηνείας των διατάξεων αυτών συμφώνως προς το άρθρο 6 του Χάρτη το οποίο προβλέπει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια.

77

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προβλέπει ρητώς ότι η απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση της υποχρεώσεως σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως αυτά κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 ΕΕ και αντανακλώνται στον Χάρτη, υποχρέωση η οποία, επιπροσθέτως, αφορά όλα τα κράτη μέλη, και δη τόσο το κράτος μέλος εκδόσεως του εντάλματος όσο και εκείνο της εκτελέσεως (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2019, TC, C‑492/18 PPU, EU:C:2019:108, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

78

Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη επιτρέπει την επιβολή περιορισμών στην άσκηση δικαιωμάτων όπως είναι αυτά τα οποία καθιερώνει το άρθρο του 6, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί προβλέπονται από τον νόμο, σέβονται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών και ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2019, TC, C‑492/18 PPU, EU:C:2019:108, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

79

Περαιτέρω, από το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη προκύπτει ότι, στον βαθμό που ο Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα τα οποία αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία εγγυάται η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Το άρθρο 53 του Χάρτη προσθέτει συναφώς ότι καμία διάταξή του δεν πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι περιορίζει ή θίγει τα αναγνωριζόμενα, μεταξύ άλλων, από την ΕΣΔΑ δικαιώματα (απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, Lanigan, C‑237/15 PPU, EU:C:2015:474, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

80

Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι ο μηχανισμός του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως τον οποίον καθιέρωσε η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 αντιστοιχεί στην κατάσταση για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της ΕΣΔΑ [απόφαση της 30ής Ιουνίου 2022, Spetsializirana prokuratura (Πληροφορίες σχετικά με την εθνική απόφαση σύλληψης), C‑105/21, EU:C:2022:511, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

81

Όσον αφορά το άρθρο 12 της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εναπόκειται στη δικαστική αρχή εκτελέσεως να αποφασίσει αν πρέπει να συνεχισθεί η κράτηση του εκζητουμένου ή καταδικασθέντος σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους εκτελέσεως και ότι η προσωρινή απόλυσή του είναι δυνατή οποτεδήποτε, σύμφωνα με το δίκαιο αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι η αρμόδια αρχή λαμβάνει κάθε μέτρο που κρίνει αναγκαίο προκειμένου να αποφευχθεί η διαφυγή του εν λόγω προσώπου.

82

Επιπλέον, όταν η δικαστική αρχή εκτελέσεως αποφασίζει να αναβάλει την παράδοση, δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, η αρχή αυτή μπορεί να αποφασίσει τη συνέχιση της κρατήσεως του εκζητουμένου ή καταδικασθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Χάρτη, μόνον εφόσον η διαδικασία παραδόσεως διεξήχθη με επαρκή επιμέλεια και, ως εκ τούτου, η διάρκεια της κρατήσεως δεν είναι υπερβολική. Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι ούτως έχουν τα πράγματα, η εν λόγω αρχή πρέπει να ελέγξει in concreto την επίμαχη κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2017, Vilkas, C‑640/15, EU:C:2017:39, σκέψη 43).

83

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 12 και το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και του οποίου η παράδοση στις αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως αναβλήθηκε λόγω της ασκήσεως ποινικής διώξεως εναντίον του στο κράτος μέλος εκτελέσεως μπορεί να συνεχίσει να είναι υπό κράτηση στο κράτος μέλος αυτό, επί τη βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της σχετικής ποινικής διαδικασίας.

Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

84

Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 και το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην αναβολή της παραδόσεως προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, όταν η αναβολή αποφασίζεται λόγω ασκήσεως ποινικής διώξεως εναντίον του στο κράτος μέλος εκτελέσεως για τον λόγο και μόνον ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει παραιτηθεί από το δικαίωμά του αυτοπρόσωπης παραστάσεως ενώπιον των δικαστηρίων που έχουν επιληφθεί της ασκηθείσας ποινικής διώξεως. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά ποια στοιχεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη η δικαστική αρχή εκτελέσεως όταν αποφαίνεται επί της αναβολής της παραδόσεως.

85

Το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προβλέπει ότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως δύναται, αφού αποφασίσει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, να αναβάλει την παράδοση του εκζητουμένου ούτως ώστε να μπορέσει να διωχθεί στο κράτος μέλος εκτελέσεως ή, εάν έχει ήδη καταδικασθεί, να μπορέσει να εκτίσει στο έδαφος του κράτους αυτού καταγνωσθείσα ποινή για πράξη διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.

86

Από το γράμμα της ανωτέρω διατάξεως προκύπτει σαφώς ότι αυτή παρέχει στη δικαστική αρχή εκτελέσεως διακριτική εξουσία κατά την έκδοση της αποφάσεως περί αναβολής της παραδόσεως, η άσκηση της οποίας εξαρτάται μόνον από την προϋπόθεση ότι η απόφαση εκδίδεται ενόψει της ασκήσεως ποινικής διώξεως στο κράτος μέλος εκτελέσεως ή ενόψει της εκτελέσεως ποινής καταγνωσθείσας για πράξη διαφορετική από εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως.

87

Συναφώς, επισημαίνεται ότι, μολονότι, κατά το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, η άσκηση της ευχέρειας που προβλέπει δεν υπόκειται σε καμία επιπλέον προϋπόθεση, η απόφαση-πλαίσιο 2002/584 πρέπει, όπως προκύπτει από το άρθρο της 1, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη της 12, να ερμηνεύεται κατά τρόπο συνάδοντα προς τις απαιτήσεις του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

88

Το δε δικαίωμα αυτοπρόσωπης παραστάσεως του κατηγορουμένου στη δίκη στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, το οποίο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, και στο άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να είναι παρών στην αίθουσα του δικαστηρίου όπου διεξάγεται η δίκη του [πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2022, HN (Δίκη κατηγορουμένου ο οποίος έχει απομακρυνθεί από την επικράτεια), C‑420/20, EU:C:2022:679, σκέψεις 54 έως 56].

89

Επομένως, σε περίπτωση που η δικαστική αρχή εκτελέσεως κράτους μέλους αποφασίσει να μην αναβάλει την παράδοση του εκζητουμένου εις βάρος του οποίου έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε αυτό το κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος υποχρεούται να αντλήσει όλες τις συνέπειες που απορρέουν από τον σεβασμό του δικαιώματος αυτοπρόσωπης παραστάσεως στο πλαίσιο της οργανώσεως της δίκης του συγκεκριμένου προσώπου, προκειμένου να του παράσχει πράγματι τη δυνατότητα να παραστεί στη δίκη [πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2022, HN (Δίκη κατηγορουμένου ο οποίος έχει απομακρυνθεί από την επικράτεια), C‑420/20, EU:C:2022:679, σκέψη 61].

90

Αντιθέτως, δεδομένου ότι η έκδοση αποφάσεως περί αναβολής της παραδόσεως από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως δεν έχει ως αποτέλεσμα τη διεξαγωγή της δίκης του εκζητουμένου στο κράτος μέλος εκτελέσεως ερήμην του, δεν μπορεί, αυτή καθ’ εαυτήν, να θίξει το δικαίωμα παραστάσεως του προσώπου αυτού στη δίκη του.

91

Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι, μολονότι η δικαστική αρχή εκτελέσεως ουδόλως υποχρεούται να αποφασίσει την αναβολή της παραδόσεως βάσει του δικαιώματος του κατηγορουμένου να παρίσταται αυτοπροσώπως στη δίκη του, ουδέν την εμποδίζει, λαμβανομένης υπόψη της διακριτικής εξουσίας που διαθέτει συναφώς, να αναβάλει την παράδοση προκειμένου να διασφαλίσει τον σεβασμό του δικαιώματος αυτού στο πλαίσιο της εκκρεμούς στο κράτος μέλος εκτελέσεως ποινικής διαδικασίας.

92

Στην ανωτέρω συνάφεια, μεταξύ των λόγων που ενδέχεται να ασκούν επιρροή στο πλαίσιο της αποφάσεως περί αναβολής της παραδόσεως του εκζητουμένου συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, το συμφέρον του κράτους μέλους εκτελέσεως να φέρει εις πέρας την ποινική διαδικασία η οποία εκκρεμεί κατά του εκζητουμένου, το συμφέρον του κράτους μέλους εκδόσεως να του παραδοθεί το εν λόγω πρόσωπο το ταχύτερο δυνατόν προς άσκηση ποινικής διώξεως ή προς εκτέλεση ποινής σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποτελεί το αντικείμενο του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, καθώς και η σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν τελεσθεί στα εν λόγω κράτη μέλη.

93

Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 24, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, η δικαστική αρχή εκτελέσεως έχει τη δυνατότητα, αντί να αναβάλει την παράδοση, να παραδώσει προσωρινώς στο κράτος μέλος εκδόσεως τον εκζητούμενο, υπό όρους που καθορίζονται με κοινή συμφωνία μεταξύ της δικαστικής αρχής εκτελέσεως και της δικαστικής αρχής εκδόσεως. Συναφώς, θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να συμφωνηθεί η διαμεταγωγή του εκζητουμένου στο κράτος μέλος εκτελέσεως προς άσκηση ποινικής διώξεως σε αυτό.

94

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω λόγων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, σε συνδυασμό με το άρθρο 47, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, και το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην αναβολή της παραδόσεως προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, όταν η αναβολή αποφασίζεται στο πλαίσιο ποινικής διώξεως ασκηθείσας εναντίον του στο κράτος μέλος εκτελέσεως για τον λόγο και μόνον ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει παραιτηθεί από το δικαίωμά του αυτοπρόσωπης παραστάσεως ενώπιον των δικαστηρίων που έχουν επιληφθεί της υποθέσεως.

Επί των δικαστικών εξόδων

95

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

1)

Το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009,

έχει την έννοια ότι:

η απόφαση περί αναβολής της παραδόσεως περί της οποίας κάνει λόγο η εν λόγω διάταξη συνιστά απόφαση για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως η οποία, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της ανωτέρω αποφάσεως-πλαισίου, πρέπει να λαμβάνεται από τη δικαστική αρχή εκτελέσεως. Σε περίπτωση που η απόφαση αυτή δεν έχει ληφθεί από τη συγκεκριμένη αρχή και έχουν παρέλθει οι προθεσμίες του άρθρου 23, παράγραφοι 2 έως 4, της εν λόγω αποφάσεως-πλαισίου, το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως πρέπει να απολύεται, σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 5, της ίδιας αποφάσεως-πλαισίου.

 

2)

Το άρθρο 12 και το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχουν την έννοια ότι:

πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και του οποίου η παράδοση στις αρχές του κράτους μέλους εκδόσεως αναβλήθηκε λόγω της ασκήσεως ποινικής διώξεως εναντίον του στο κράτος μέλος εκτελέσεως μπορεί να συνεχίσει να είναι υπό κράτηση στο κράτος μέλος αυτό, επί τη βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της σχετικής ποινικής διαδικασίας.

 

3)

Το άρθρο 24, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299, σε συνδυασμό με το άρθρο 47, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, και το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,

έχει την έννοια ότι:

δεν αντιτίθεται στην αναβολή της παραδόσεως προσώπου εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, όταν η αναβολή αποφασίζεται στο πλαίσιο ποινικής διώξεως ασκηθείσας εναντίον του στο κράτος μέλος εκτελέσεως για τον λόγο και μόνον ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει παραιτηθεί από το δικαίωμά του αυτοπρόσωπης παραστάσεως ενώπιον των δικαστηρίων που έχουν επιληφθεί της υποθέσεως.

 

(υπογραφές)


( *1 ) : Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.