ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 22ας Νοεμβρίου 2022 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως – Ασφαλιστικά μέτρα – Δημόσια σύμβαση – Διαδικασία διαγωνισμού – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Επείγον – Κριτήρια εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος – Προσυμβατική περίοδος – Περίοδος αναμονής»

Στην υπόθεση C‑478/22 P(R),

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 57, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 17 Ιουλίου 2022,

Telefónica de España SA, με έδρα τη Μαδρίτη (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τους J. Blanco Carol, F. E. González-Díaz, abogados, και τον M. P. Stuart, barrister,

αναιρεσείουσα,

όπου ο έτερος διάδικος είναι η:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις L. André και M. Ilkova,

καθής πρωτοδίκως,

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα M. Szpunar,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1

Με την αίτησή της αναιρέσεως η Telefónica de España SA ζητεί την αναίρεση της διάταξης του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 14ης Ιουλίου 2022, Telefónica de España κατά Επιτροπής (T-170/22 R, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2022:460), με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της, αφενός, να διαταχθεί η αναστολή εκτελέσεως της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 21ης Ιανουαρίου 2022, σχετικά με τον διαγωνισμό DIGIT/A 3/PR/2019/010 με τίτλο «Διευρωπαϊκές Υπηρεσίες Τηλεματικής μεταξύ Διοικήσεων (TESTA)», με την οποία η αναιρεσείουσα ενημερώθηκε ότι η προσφορά της δεν έγινε δεκτή στο πλαίσιο της διαδικασίας σύναψης δημόσιας σύμβασης και με την οποία ανακοινώθηκε η επικείμενη υπογραφή της σύμβασης με τον επιλεγέντα προσφέροντα (στο εξής: επίδικη απόφαση), και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αναστείλει την υπογραφή της εν λόγω σύμβασης.

Το νομικό πλαίσιο

Η οδηγία 89/665/ΕΟΚ

2

Το άρθρο 2, παράγραφος 7, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ 1989, L 395, σ. 33), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 94, σ. 1) (στο εξής: οδηγία 89/665), έχει ως εξής:

«Με εξαίρεση τις περιπτώσεις των άρθρων 2δ έως 2στ, τα αποτελέσματα της άσκησης των εξουσιών που προβλέπει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου σε σύμβαση που συνάπτεται μετά την ανάθεσή της, καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.

Επιπλέον, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία μια απόφαση πρέπει να ακυρωθεί προτού χορηγηθεί αποζημίωση, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, αφού συναφθεί σύμβαση σύμφωνα με […] τα άρθρα 2α έως 2στ, οι εξουσίες του υπεύθυνου για τις διαδικασίες προσφυγής οργάνου περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης σε οιονδήποτε υπέστη ζημία λόγω παράβασης.»

3

Το άρθρο 2α, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:

«Δεν επιτρέπεται να συναφθεί σύμβαση κατόπιν αποφάσεως για την ανάθεση σύμβασης […] πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψηφίους, εφόσον χρησιμοποιούνται φαξ ή ηλεκτρονικά μέσα ή, εφόσον χρησιμοποιούνται άλλα μέσα επικοινωνίας, πριν από την εκπνοή προθεσμίας τουλάχιστον 15 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία απεστάλη η απόφαση ανάθεσης στους ενδιαφερόμενους προσφέροντες και υποψηφίους ή τουλάχιστον 10 ημερολογιακών ημερών από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της απόφασης ανάθεσης.

[…]»

Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046

4

Το άρθρο 175, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1), προβλέπει τα εξής:

«2.   Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων και των όρων που προσδιορίζονται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού […], η αναθέτουσα αρχή δεν υπογράφει τη σύμβαση ή τη σύμβαση-πλαίσιο με τον επιτυχόντα προσφέροντα πριν από την παρέλευση περιόδου αναμονής.

3.   Η περίοδος αναμονής έχει διάρκεια 10 ημερών εάν χρησιμοποιούνται ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, και 15 ημερών εάν χρησιμοποιούνται άλλα μέσα.»

Το ιστορικό της διαφοράς

5

Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 9 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης. Για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως.

6

Στις 23 Μαΐου 2019 η Επιτροπή δημοσίευσε στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2019/S, 099-238502) προκήρυξη σχετικά με τη διαδικασία διαγωνισμού DIGIT/A 3/PR/2019/010.

7

Στις 22 Ιουλίου 2020 κοινοπραξία αποτελούμενη από την αναιρεσείουσα και δύο άλλους φορείς υπέβαλε προσφορά στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας διαγωνισμού.

8

Στις 18 Ιανουαρίου 2022 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση ανάθεσης σύμφωνα με τις συστάσεις της επιτροπής αξιολόγησης.

9

Με έγγραφο της 21ης Ιανουαρίου 2022 η Επιτροπή κοινοποίησε την επίδικη απόφαση στην αναιρεσείουσα. Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή ενημέρωσε την αναιρεσείουσα, μεταξύ άλλων, ότι η περίοδος αναμονής των 10 ημερών που προβλέπεται στο άρθρο 175 του κανονισμού 2018/1046, κατά τη διάρκεια της οποίας η αναθέτουσα αρχή οφείλει να απέχει από τη σύναψη της σύμβασης με τον επιλεγέντα προσφέροντα (στο εξής: περίοδος αναμονής), θα άρχιζε από την επομένη της ημερομηνίας αποστολής του εν λόγω εγγράφου και ότι, αν τούτο δικαιολογούνταν από την υποβολή αιτήσεων αναστολής ή παρατηρήσεων επί της απόφασης αυτής, η αναθέτουσα αρχή μπορούσε να αναστείλει την υπογραφή της σύμβασης-πλαισίου με σκοπό τη διεξοδικότερη εξέτασή τους. Η Επιτροπή διευκρίνισε επίσης στην ίδια απόφαση ότι η υποβολή παρατηρήσεων σχετικά με τη διαδικασία ανάθεσης δεν μπορούσε να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την αναστολή ή την παράταση της περιόδου αναμονής.

10

Στις 31 Ιανουαρίου 2022 η αναιρεσείουσα υπέβαλε παρατηρήσεις στην Επιτροπή, στις οποίες παρέθεσε ορισμένα σφάλματα τα οποία διέπραξε κατ’ αυτήν η Επιτροπή στο πλαίσιο της αξιολόγησης των προσφορών.

11

Την 1η Φεβρουαρίου 2022 η Επιτροπή ενημέρωσε όλους τους προσφέροντες ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις της αναιρεσείουσας, ανέστειλε την υπογραφή της σύμβασης-πλαισίου, μέχρι να διενεργηθεί πρόσθετη εξέταση. Στις 21 Μαρτίου 2022 η Επιτροπή ενημέρωσε την αναιρεσείουσα ότι είχε ολοκληρώσει αυτή την πρόσθετη εξέταση, ότι είχε εντοπίσει δύο σφάλματα στην τεχνική αξιολόγηση της προσφοράς της κοινοπραξίας στην οποία ανήκει η Telefónica de España και ότι ο διατάκτης είχε επιβεβαιώσει την αρχική απόφαση ανάθεσης.

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη

12

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 31 Μαρτίου 2022 η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης απόφασης.

13

Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την ίδια ημερομηνία, η αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας, αφενός, την αναστολή εκτελέσεως της επίδικης απόφασης και, αφετέρου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αναστείλει την υπογραφή σύμβασης με τον επιλεγέντα προσφέροντα στη διαδικασία διαγωνισμού DIGIT/A 3/PR/2019/010.

14

Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.

15

Με τη διάταξη αυτή ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου εξέτασε κατ’ αρχάς αν πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος.

16

Πρώτον, καθόρισε τα κριτήρια βάσει των οποίων έπρεπε να εκτιμηθεί η προϋπόθεση του επείγοντος.

17

Συναφώς, υπενθύμισε αρχικώς, με τη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, εφόσον υφίσταται αρκετά σοβαρό fumus boni juris, μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή και μόνη η απόδειξη της σοβαρότητας της ζημίας την οποία θα συνεπαγόταν η απόρριψη της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της επίδικης απόφασης αρκεί για τη συνδρομή της προϋπόθεσης του επείγοντος. Επισήμανε, ωστόσο, με τη σκέψη 28 της διάταξης αυτής ότι τα κριτήρια εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος μπορούν να αμβλυνθούν μόνο κατά την προσυμβατική περίοδο, εφόσον έχει τηρηθεί η περίοδος αναμονής.

18

Στη συνέχεια διαπίστωσε, στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, ότι εν προκειμένω η αναιρεσείουσα είχε υποβάλει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μετά την παρέλευση της περιόδου αναμονής και συνήγαγε εξ αυτού, στη σκέψη 30 της διάταξης, ότι δεν συνέτρεχε λόγος άμβλυνσης των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος.

19

Τέλος, αφού ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου έκρινε, στις σκέψεις 31 έως 38 της εν λόγω διάταξης, ότι η αναιρεσείουσα διέθετε ήδη από την αρχή της περιόδου αναμονής επαρκή στοιχεία για την υποβολή αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ελλείψει των οποίων στοιχείων συνέτρεχε λόγος να μη γίνει αμιγώς αυτόματη εφαρμογή της περιόδου αναμονής, επιβεβαίωσε ότι δεν μπορούσαν να αμβλυνθούν τα κριτήρια εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος.

20

Δεύτερον, στις σκέψεις 39 έως 81 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου εξέτασε τις ζημίες που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα και εκτίμησε ότι, μολονότι η αναιρεσείουσα απέδειξε τον κίνδυνο επέλευσης σοβαρής ζημίας, δεν απέδειξε εντούτοις ότι η ζημία αυτή θα ήταν ανεπανόρθωτη.

21

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου έκρινε στη σκέψη 82 της διάταξης αυτής ότι, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε τη συνδρομή της προϋπόθεσης του επείγοντος, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων έπρεπε να απορριφθεί, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο σχετικά με το κατά πόσον υφίσταται fumus boni juris ή να γίνει στάθμιση συμφερόντων.

Αιτήματα των διαδίκων

22

Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη·

να αποφανθεί οριστικά επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, και

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.

23

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

να αποφανθεί οριστικά επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, και

να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

24

Με τη διάταξη της 22ας Ιουλίου 2022, Telefónica de España κατά Επιτροπής [C‑478/22 P(R)–R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2022:598], η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 160, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε την Επιτροπή να μην υπογράψει σύμβαση που αποτελεί αντικείμενο του διαγωνισμού DIGIT/A 3/PR/2019/010, μέχρι την έκδοση είτε της διάταξης που περατώνει τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων είτε της διάταξης επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αναλόγως του ποια διάταξη θα εκδοθεί συντομότερα.

25

Επιπλέον, με τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, Telefónica de España κατά Επιτροπής [C‑478/22 P(R)‑R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2022:676], επετράπη στην BT Global Services Belgium BV να παρέμβει στην υπόθεση C‑478/22 P(R)‑R υπέρ της Επιτροπής.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

Επιχειρήματα

26

Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους, με τους οποίους επικαλείται, αφενός, πλάνη περί το δίκαιο και παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την εκτίμηση της προϋπόθεσης του επείγοντος στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων και, αφετέρου, πλάνη περί το δίκαιο στο πλαίσιο της εκτίμησης του ανεπανόρθωτου χαρακτήρα της ζημίας.

27

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου εσφαλμένως έκρινε στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης ότι τα κριτήρια εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος τα οποία διατυπώθηκαν στη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits [C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275], πρέπει να αμβλύνονται μόνο για τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων που ασκούνται πριν την παρέλευση της περιόδου αναμονής.

28

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, προκειμένου να συμβιβασθεί η διασφάλιση αποτελεσματικής ένδικης προστασίας με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, τα κριτήρια εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος πρέπει να αμβλυνθούν για όλο το χρονικό διάστημα πριν τη σύναψη της σύμβασης με τον ανάδοχο. Η λύση αυτή προκύπτει σαφώς, κατά την αναιρεσείουσα, από τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits [C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275], η οποία αναφέρεται στην «προσυμβατική περίοδο» και διευκρινίζει ότι η άμβλυνση των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος παύει να εφαρμόζεται, αφότου η αναθέτουσα αρχή συνάψει τη σύμβαση με τον ανάδοχο.

29

Επομένως, η παρέλευση της περιόδου αναμονής δεν εμποδίζει την άμβλυνση των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος. Μόνο μετά τη σύναψη της σύμβασης και εφόσον έχει τηρηθεί η περίοδος αναμονής, παύει να εφαρμόζεται ως προς τον μη επιλεγέντα προσφέροντα η άμβλυνση των προϋποθέσεων στο πλαίσιο της εκτίμησης της ύπαρξης επείγοντος. Συνεπώς, η υποχρέωση τήρησης περιόδου αναμονής δεν συνιστά μηχανισμό που αποσκοπεί να περιορίσει την ένδικη προστασία των μη επιλεγέντων προσφερόντων, αλλά αποτελεί μία επιπλέον διαδικαστική απαίτηση προς το συμφέρον τους.

30

Πρέπει, επομένως, να αμβλυνθούν τα κριτήρια εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος, όταν, όπως εν προκειμένω, η αναθέτουσα αρχή έχει αποφασίσει να καθυστερήσει τη σύναψη της σύμβασης, ιδίως διότι επιθυμεί να επανεξετάσει την ανάθεση δημόσιας σύμβασης υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων που διατύπωσε κάποιος μη επιλεγείς προσφέρων.

31

Απαντώντας, η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο, καθόσον στηρίζεται σε επιχειρήματα που δεν προβλήθηκαν πρωτοδίκως. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, αρκέστηκε δε να παραθέσει τη νομολογία σχετικά με την άμβλυνση των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, χωρίς να ζητήσει την εφαρμογή της. Επιπλέον, παρέλειψε να ισχυριστεί ότι η σοβαρότητα της ζημίας αρκεί για να αποδειχθεί η ύπαρξη του επείγοντος, καθώς και να αναφέρει ότι υφίσταται ιδιαιτέρως σοβαρό fumus boni juris.

32

Δεύτερον, η Επιτροπή διατείνεται ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αλυσιτελές. Υποστηρίζει ότι η άμβλυνση των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος που προβλέπει η διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits [C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275], εξαρτάται από την ύπαρξη ιδιαιτέρως σοβαρού fumus boni juris και ότι η απαίτηση αυτή δεν πληρούται εν προκειμένω. Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα κριτήρια εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος μπορούν να αμβλυνθούν για όλη τη διάρκεια της προσυμβατικής περιόδου, αυτό δε σημαίνει ότι η προϋπόθεση του επείγοντος πληρούται εν προκειμένω.

33

Τρίτον, κατά την Επιτροπή, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμο.

34

Ειδικότερα, με τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits [C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275], το Δικαστήριο δεν είχε την πρόθεση να θεσπίσει ευρεία εξαίρεση από την προϋπόθεση του επείγοντος, αλλά να περιορίσει το περιεχόμενο της εξαίρεσης που έχει καθιερωθεί από το Γενικό Δικαστήριο στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων.

35

Υπό το πρίσμα αυτό, η στάθμιση των συμφερόντων όλων των ενδιαφερομένων δικαιολογεί την εφαρμογή της εξαίρεσης αυτής μόνο στις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων που ασκούνται κατά τη διάρκεια της περιόδου αναμονής, δεδομένου ότι η αναθέτουσα αρχή και ο ανάδοχος έχουν δικαίωμα στην ασφάλεια δικαίου και στην προστασία του έννομου συμφέροντός τους για ταχεία σύναψη της σύμβασης, όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία τόσο του Δικαστηρίου όσο και του Γενικού Δικαστηρίου. Εξάλλου, από την απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Fastweb (C‑19/13, EU:C:2014:2194), καθώς και από τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 1ης Δεκεμβρίου 2021, Inivos και Inivos κατά Επιτροπής [C‑471/21 P(R), EU:C:2021:984], προκύπτει ότι σκοπός της περιόδου αναμονής είναι να καταστεί δυνατό να προσβληθεί ενώπιον των δικαστηρίων η απόφαση περί ανάθεσης δημόσιας σύμβασης πριν από τη σύναψη της σύμβασης.

36

Εξάλλου, η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας συνεπάγεται ότι η προθεσμία εντός της οποίας μπορούν να ζητηθούν προσωρινά μέτρα υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του ενός μέρους, δηλαδή της αναθέτουσας αρχής, όπερ παραγνωρίζει τον δημοσίας τάξεως χαρακτήρα των προθεσμιών προσφυγής. Η λύση αυτή αντιβαίνει επίσης στην αρχή της ασφάλειας δικαίου, καθόσον εμποδίζει την αναθέτουσα αρχή και τον ανάδοχο να καθορίσουν την ημερομηνία κατά την οποία παύει η άμβλυνση των κριτηρίων εκτίμησης της εν λόγω προϋπόθεσης του επείγοντος.

37

Ως εκ τούτου, κατά την Επιτροπή, δεδομένου ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων υποβλήθηκε μετά την παρέλευση της περιόδου αναμονής, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου ορθώς έκρινε ότι η Telefónica de España όφειλε να αποδείξει την ύπαρξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.

Εκτίμηση

Επί του παραδεκτού του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως

38

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται στην αξιολόγηση της νομικής λύσεως που δόθηκε βάσει των ισχυρισμών και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο διάδικος δεν μπορεί να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμούς ή επιχειρήματα που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου [διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Μαΐου 2022, Puigdemont i Casamajó κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Ισπανίας, C‑629/21 P(R), EU:C:2022:413, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Εντούτοις, ο αναιρεσείων μπορεί παραδεκτώς να ασκήσει αναίρεση προβάλλοντας, ενώπιον του Δικαστηρίου, λόγους αντλούμενους από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, με τους οποίους αμφισβητείται η νομική της ορθότητα (πρβλ. απόφαση της 4ης Μαρτίου 2021, Επιτροπή κατά Fútbol Club Barcelona, C‑362/19 P, EU:C:2021:169, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39

Εν προκειμένω, πρέπει βεβαίως να επισημανθεί ότι η Telefónica de España επιδίωξε να αποδείξει με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ότι η προβαλλόμενη ζημία είχε όχι μόνο σοβαρό, αλλά και ανεπανόρθωτο χαρακτήρα, μολονότι αυτό δεν είναι αναγκαίο, για την απόδειξη της συνδρομής της προϋπόθεσης του επείγοντος, στην περίπτωση που τα κριτήρια εκτίμησης της εν λόγω προϋπόθεσης πρέπει να αμβλυνθούν σύμφωνα με τη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits [C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275].

40

Εντούτοις, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, προκειμένου να εκτιμήσει τη συνδρομή της εν λόγω προϋπόθεσης, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου όφειλε κατ’ ανάγκη να καθορίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να γίνει η εκτίμηση αυτή.

41

Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων αφορούσε απόφαση εκδοθείσα στον τομέα της σύναψης δημοσίων συμβάσεων, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου όφειλε να καθορίσει, όπως άλλωστε έπραξε στις σκέψεις 25 έως 38 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, αν έπρεπε να εκτιμήσει την προϋπόθεση του επείγοντος βάσει μόνο των κριτηρίων τα οποία εφαρμόζονται γενικώς στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων και τα οποία αφορούν τον κίνδυνο επέλευσης σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, ή αν, αντιθέτως, όφειλε να εφαρμόσει τα εναλλακτικά κριτήρια που προβλέπονται στη διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits [C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275], δηλαδή την ύπαρξη ιδιαιτέρως σοβαρού fumus boni juris και κινδύνου επέλευσης σοβαρής ζημίας.

42

Υπό τις συνθήκες αυτές, χωρίς να χρειάζεται να διαπιστωθεί αν η μνεία των εναλλακτικών αυτών κριτηρίων στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να ερμηνευθεί ως έκφραση της πρόθεσης της Telefónica de España να τα επικαλεστεί, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να υποστηρίξει βασίμως προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως ότι ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τα κριτήρια βάσει των οποίων έπρεπε να διενεργηθεί η εκτίμηση της προϋπόθεσης του επείγοντος.

43

Κατά συνέπεια, η προβληθείσα από την Επιτροπή ένσταση περί απαραδέκτου του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί του βασίμου του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως

44

Πρέπει να υπομνησθεί, εισαγωγικά, ότι. κατά το άρθρο 156, παράγραφος 4, του Κανονισμού διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Συνεπώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αναστολή εκτελέσεως και τα άλλα ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να διαταχθούν από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων εφόσον αποδεικνύεται ότι η λήψη τους δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris) βάσει των προβαλλομένων πραγματικών και νομικών ισχυρισμών και ότι τα μέτρα αυτά είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της κυρίας προσφυγής. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές και, επομένως, οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορρίπτονται όταν δεν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, αν το κρίνει αναγκαίο, στη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων [διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2022, OT κατά Συμβουλίου, C‑526/22 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2022:701, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

45

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου και όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της οριστικής απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στην έννομη προστασία που διασφαλίζει ο δικαστής της Ένωσης. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού, ο επείγων χαρακτήρας πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη έκδοσης προσωρινής απόφασης, προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί την προσωρινή προστασία. Στον διάδικο αυτόν απόκειται να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί ζημία τέτοιας φύσεως. Καίτοι, για τη διαπίστωση της ύπαρξης της εν λόγω ζημίας, δεν απαιτείται να διαπιστώνεται με απόλυτη ακρίβεια η επέλευση και ο επικείμενος χαρακτήρας της και αρκεί αυτή να πιθανολογείται επαρκώς, γεγονός παραμένει ότι ο αιτών τη λήψη προσωρινού μέτρου οφείλει πάντοτε να αποδεικνύει τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων θεωρεί ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος επέλευσης μιας τέτοιας σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας [διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2022, OT κατά Συμβουλίου, C‑526/22 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2022:701, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

46

Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει κάνει δεκτό ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί της προϋπόθεσης του επείγοντος σε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων η οποία αφορά σύμβαση που αναθέτει η Ένωση, πρέπει να λάβει υπόψη την έκφανση της γενικής αρχής του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, η οποία περιλαμβάνεται στις διατάξεις της οδηγίας 89/665 [πρβλ. διατάξεις του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψη 28, καθώς και της 1ης Δεκεμβρίου 2021, Inivos και Inivos κατά Επιτροπής, C‑471/21 P(R), EU:C:2021:984, σκέψη 69].

47

Δεδομένου δε ότι από τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι η αποτελεσματική ένδικη προστασία απαιτεί να έχουν πράγματι οι μη επιλεγέντες προσφέροντες τη δυνατότητα να ασκήσουν προσφυγή, ζητώντας, μεταξύ άλλων, τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, προκύπτει από την συνεκτίμηση της γενικής αρχής του δικαιώματος αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής, όπως εξειδικεύεται στην εν λόγω οδηγία, ότι, όπως επισήμανε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, στην περίπτωση που ο μη επιλεγείς προσφέρων αποδείξει την ύπαρξη ιδιαιτέρως σοβαρού fumus boni juris, δεν μπορεί να απαιτείται από αυτόν, προς απόδειξη της συνδρομής της προϋπόθεσης του επείγοντος, να αποδείξει ότι η απόρριψη της αιτήσεώς του ασφαλιστικών μέτρων ενδέχεται να του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία [πρβλ. διατάξεις του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψεις 29 και 41, και της 1ης Δεκεμβρίου 2021, Inivos και Inivos κατά Επιτροπής, C‑471/21 P(R), EU:C:2021:984, σκέψεις 65 και 70].

48

Ωστόσο, ο δικαστής της Ένωσης, εφόσον λαμβάνει υπόψη διατάξεις μιας οδηγίας που εξειδικεύουν γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, δεν δύναται να αγνοήσει το περιεχόμενό τους, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν καθαυτές εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικότερα, στον βαθμό που προκύπτει από τις διατάξεις μιας τέτοιας οδηγίας ότι βούληση του νομοθέτη της Ένωσης είναι η εξισορρόπηση διαφόρων συμφερόντων, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να λάβει υπόψη την ισορροπία αυτή κατά την εφαρμογή της γενικής αρχής που εξειδικεύεται κατά τα άνω [πρβλ. διατάξεις του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψη 31, και της 1ης Δεκεμβρίου 2021, Inivos και Inivos κατά Επιτροπής, C‑471/21 P(R), EU:C:2021:984, σκέψη 71].

49

Συναφώς, το άρθρο 2, παράγραφος 7, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 89/665 αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τον καθορισμό του περιεχομένου της άμβλυνσης των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος που μνημονεύεται στη σκέψη 47 της παρούσας διάταξης [πρβλ. διατάξεις του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψη 33, και της 1ης Δεκεμβρίου 2021, Inivos και Inivos κατά Επιτροπής, C‑471/21 P(R), EU:C:2021:984, σκέψη 72].

50

Το άρθρο αυτό ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, αφού συναφθεί σύμβαση σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 2α της οδηγίας αυτής, οι εξουσίες του αρμόδιου για τις διαδικασίες προσφυγής οργάνου περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης σε οιονδήποτε υπέστη ζημία από παράβαση.

51

Η εν λόγω διάταξη έχει δύο συνέπειες για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων σχετικά με σύμβαση που αναθέτει η Ένωση.

52

Αφενός, πέραν του γεγονότος ότι από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου απορρέει γενικώς ότι, εντός του πλαισίου που ορίζεται από το άρθρο 2, της οδηγίας 89/665, πρέπει να παρέχεται στον μη επιλεγέντα προσφέροντα η πραγματική δυνατότητα να ζητήσει τη λήψη προσωρινών μέτρων μέχρι τη σύναψη της σύμβασης (πρβλ. αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2004, Επιτροπή κατά Αυστρίας, C‑212/02, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2004:386, σκέψη 23, και της 3ης Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Ισπανίας,C‑444/06, EU:C:2008:190, σκέψη 39), με το άρθρο 2, παράγραφος 7, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας αυτής, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβη σε διάκριση μεταξύ του προ της σύναψης της σύμβασης σταδίου, κατά τη διάρκεια του οποίου πρέπει να παρέχεται στον μη επιλεγέντα προσφέροντα η πραγματική δυνατότητα, μεταξύ άλλων, να ζητήσει τη λήψη προσωρινών μέτρων, και του μεταγενέστερου της σύναψης της σύμβασης σταδίου, στο πλαίσιο του οποίου οι εξουσίες του αρμόδιου για τις διαδικασίες προσφυγής οργάνου είναι δυνατόν να περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης (πρβλ. απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, Alcatel Austria κ.λπ.,C‑81/98, EU:C:1999:534, σκέψη 37).

53

Η συνεκτίμηση, από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, του άρθρου 2, παράγραφος 7, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας συνεπάγεται, επομένως, ότι η άμβλυνση των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος εφαρμόζεται μόνο για τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων που υποβάλλονται κατά την προσυμβατική περίοδο [πρβλ. διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψη 38].

54

Συνεπώς, καθ’ όλη τη χρονική περίοδο πριν τη σύναψη της σύμβασης πρέπει να αμβλύνονται τα κριτήρια εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι δεν θα καταστεί πρακτικώς αδύνατη η λήψη προσωρινών μέτρων [πρβλ. διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψη 30], ενώ, κατά τη χρονική περίοδο μετά τη σύναψη της σύμβασης, οι περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στην ένδικη προστασία του μη επιλεγέντος προσφέροντος συνεπάγονται, κατ’ αρχήν, ότι δεν εφαρμόζεται πλέον υπέρ του η άμβλυνση των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος.

55

Αυτός ο χρονικός περιορισμός της άμβλυνσης των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος καθιστά δυνατό τον συμβιβασμό των συμφερόντων του μη επιλεγέντος προσφέροντος με τα συμφέροντα της αναθέτουσας αρχής και του αναδόχου [πρβλ. διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψη 34], στο μέτρο που η σύναψη της σύμβασης γεννά αμοιβαίες υποχρεώσεις μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και του αναδόχου, οι οποίες δικαιολογούν, σύμφωνα με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, την ενίσχυση της προστασίας αμφοτέρων των μερών από αμφισβητήσεις εκ μέρους μη συμβαλλομένων τρίτων.

56

Αφετέρου, από το άρθρο 2, παράγραφος 7, της οδηγίας 89/665 προκύπτει ότι, αφού συναφθεί σύμβαση, οι εξουσίες του αρμόδιου για τις διαδικασίες προσφυγής οργάνου, στο οποίο αναφέρεται η διάταξη αυτή, μπορούν να περιοριστούν, υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση συνήφθη σύμφωνα με το άρθρο 2α της οδηγίας αυτής, δηλαδή μετά την εκπνοή ανασταλτικής προθεσμίας.

57

Όπως, όμως, και η ανασταλτική προθεσμία του άρθρου 2α της οδηγίας 89/665, η περίοδος αναμονής του άρθρου 175 του κανονισμού 2018/1046 αποσκοπεί στο να αποτρέψει την αναθέτουσα αρχή και τον ανάδοχο που επιθυμούν να καταστήσουν μη αναστρέψιμες τις συνέπειες της απόφασης για ανάθεση από το να επισπεύσουν τη σύναψη της σύμβασης και από το να υπονομεύσουν σοβαρά την έννομη προστασία του μη επιλεγέντος προσφέροντος (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Ιουλίου 2022, EPIC Financial Consulting,C‑274/21 και C‑275/21, EU:C:2022:565, σκέψη 63).

58

Επομένως, η περίοδος αναμονής αποβλέπει όχι στο να περιορίσει την ένδικη προστασία του μη επιτυχόντος προσφέροντος για να εξασφαλισθούν τα συμφέροντα της αναθέτουσας αρχής και του αναδόχου, αλλά, αντιθέτως, στο να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της προστασίας αυτής.

59

Υπό το πρίσμα αυτό, η παρέλευση της περιόδου αναμονής έχει σημασία για τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων αποκλειστικώς και μόνο στο μέτρο που ο περιορισμός της εφαρμογής της άμβλυνσης των κριτηρίων για την εκτίμηση της επίμαχης προϋπόθεσης του επείγοντος μόνο στην προσυμβατική περίοδο επιβάλλεται στην περίπτωση και μόνο που η σύμβαση συνήφθη μετά την παρέλευση της περιόδου αναμονής [πρβλ. διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψεις 42, 57 και 62].

60

Ως εκ τούτου, με την παρέλευση της περιόδου αναμονής δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τελειώνει η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας πρέπει να διασφαλίζεται ευρεία ένδικη προστασία στον μη επιλεγέντα προσφέροντα και τη διάρκεια της οποίας, επομένως, πρέπει να αμβλυνθούν τα κριτήρια εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος.

61

Αντιθέτως με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, η λύση αυτή δεν εμποδίζει την αναθέτουσα αρχή και τον ανάδοχο να συνάψουν σύντομα σύμβαση, δεδομένου ότι στην πράξη ο μη επιλεγείς προσφέρων έχει τη δυνατότητα να υποβάλει, κατά τη διάρκεια της περιόδου που μεσολαβεί μεταξύ της παρέλευσης της περιόδου αναμονής και της σύναψης της σύμβασης, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων η οποία θα εξεταστεί βάσει ελαστικότερων κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος μόνο σε περιπτώσεις όπου η αναθέτουσα αρχή και ο ανάδοχος έχουν επιλέξει να μη συνάψουν τη σύμβαση σύντομα, καίτοι είχαν τη δυνατότητα να το πράξουν.

62

Επιπλέον, η εν λόγω λύση δεν επηρεάζει τις προθεσμίες άσκησης προσφυγής και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει τον δημοσίας τάξεως χαρακτήρα τους. Δεν δημιουργεί περαιτέρω αβεβαιότητα στην αναθέτουσα αρχή ή στον ανάδοχο σχετικά με τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία θα εκτιμηθεί η προϋπόθεση του επείγοντος βάσει ελαστικότερων κριτηρίων, δεδομένου ότι η περίοδος αυτή λήγει την ημερομηνία κατά την οποία αυτοί θα έχουν επιλέξει να συνάψουν τη σύμβαση.

63

Συνεπώς, όπως επισήμανε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, η άμβλυνση των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων έχει εφαρμογή μόνον κατά την προσυμβατική περίοδο, υπό την προϋπόθεση ότι έχει τηρηθεί η περίοδος αναμονής [πρβλ. διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 1ης Δεκεμβρίου 2021, Inivos και Inivos κατά Επιτροπής, C‑471/21 P(R), EU:C:2021:984, σκέψη 66].

64

Εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι η Telefónica de España υπέβαλε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πριν τη σύναψη της σύμβασης, η ημερομηνία παρέλευσης της περιόδου αναμονής ήταν, ως εκ τούτου, άνευ σημασίας για τον καθορισμό των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος.

65

Επομένως, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και δεν συνήγαγε τις συνέπειες των δικών του εκτιμήσεων κρίνοντας στις σκέψεις 29 και 30 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης ότι, δεδομένου ότι η εν λόγω αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είχε υποβληθεί μετά την παρέλευση της περιόδου αναμονής, τα κριτήρια εκτίμησης της επίμαχης προϋπόθεσης του επείγοντος δεν έπρεπε να αμβλυνθούν κατά την εξέταση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.

66

Η διαπίστωση του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου, στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, σχετικά με το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα διέθετε ήδη από την αρχή της περιόδου αναμονής επαρκή στοιχεία για την υποβολή αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, δεν ήταν ούτε αυτή ικανή να δικαιολογήσει τη μη άμβλυνση εν προκειμένω των εν λόγω κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος, δεδομένου ότι το γεγονός αυτό έχει σημασία για τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων μόνο στην περίπτωση που η σύμβαση έχει ήδη συναφθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, μετά την παρέλευση της περιόδου αναμονής [πρβλ. διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψεις 49, 50 και 57].

67

Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμο.

68

Η πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου κατά τον καθορισμό των κριτηρίων εκτίμησης της προϋπόθεσης του επείγοντος καθιστά αβάσιμη την εκτίμηση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης, σύμφωνα με την οποία η Telefónica de España δεν απέδειξε τη συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής.

69

Πράγματι, από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 47 της παρούσας διάταξης προκύπτει ότι, στην περίπτωση που πρέπει να αμβλυνθούν τα κριτήρια εκτίμησης της επίμαχης προϋπόθεσης του επείγοντος, η προϋπόθεση αυτή πληρούται, όταν ο μη επιλεγείς προσφέρων αποδείξει την ύπαρξη ιδιαιτέρως σοβαρού fumus boni juris και τον κίνδυνο επέλευσης σοβαρής ζημίας.

70

Ωστόσο, από τη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλόμενης διάταξης προκύπτει ότι η Telefónica de España απέδειξε την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου.

71

Ως εκ τούτου, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου εσφαλμένως έκρινε ότι δεν πληρούνταν η προϋπόθεση του επείγοντος, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν το fumus boni juris που επικαλέστηκε η Telefónica de España ήταν ιδιαιτέρως σοβαρό.

72

Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί, χωρίς να είναι ανάγκη να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως και επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.

Επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

73

Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει. Η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται επίσης στις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται σύμφωνα με το άρθρο 57, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης [διάταξη του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου της 24ης Μαΐου 2022, Puigdemont i Casamajó κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Ισπανίας, C‑629/21 P(R), EU:C:2022:413, σκέψη 172 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

74

Εν προκειμένω, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να εξετάσει τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Telefónica de España προς απόδειξη της ύπαρξης fumus boni juris.

75

Δεδομένου ότι από τη σκέψη 71 της παρούσας διάταξης προκύπτει ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, να εξετασθούν οι ισχυρισμοί αυτοί, οι οποίοι αφορούν διάφορες πτυχές της διαδικασίας διαγωνισμού DIGIT/A 3/PR/2019/01, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν αποδεικνύεται ιδιαιτέρως σοβαρό fumus boni juris.

Επί των δικαστικών εξόδων

76

Δεδομένου ότι η υπόθεση αναπέμπεται στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς, ο Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου διατάσσει:

 

1)

Αναιρεί τη διάταξη του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 14ης Ιουλίου 2022, Telefónica de España κατά Επιτροπής (T‑170/22 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:460).

 

2)

Αναπέμπει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

3)

Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.