ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)

της 17ης Νοεμβρίου 2022 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία – Άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Οδηγία 2000/78/ΕΚ – Άρθρο 2, παράγραφος 2, άρθρο 4, παράγραφος 1, και άρθρο 6, παράγραφος 1 – Απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας – Εθνική κανονιστική ρύθμιση με την οποία το τριακοστό έτος καθορίζεται ως ανώτατο όριο ηλικίας για την πρόσληψη αστυνομικών διοικητών – Δικαιολογητικοί λόγοι»

Στην υπόθεση C‑304/21,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας, Ιταλία) με απόφαση της 23ης Απριλίου 2021, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Μαΐου 2021, στο πλαίσιο της δίκης

VT

κατά

Ministero dell’Interno,

Ministero dell’Interno – Dipartimento della Pubblica Sicurezza – Direzione centrale per le risorse umane,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sahún (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, N. Wahl και J. Passer, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: J. Richard de la Tour

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

ο VT, εκπροσωπούμενος από τους A. Bonanni και P. Piselli, avvocati,

η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον E. De Bonis και την G. M. De Socio, avvocati dello Stato,

η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Möller και την A. Hoesch,

η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Τασσοπούλου,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον D. Martin και την D. Recchia,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16), του άρθρου 3 ΣΕΕ, του άρθρου 10 ΣΛΕΕ, καθώς και του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του VT και, αφετέρου, του Ministero dell’Interno (Υπουργείου Εσωτερικών, Ιταλία) και του Ministero dell’Interno – Dipartimento della Pubblica Sicurezza – Direzione centrale per le risorse umane (Υπουργείου Εσωτερικών – Τμήμα Δημόσιας Ασφάλειας – Κεντρική Διεύθυνση Ανθρωπίνων Πόρων, Ιταλία), με αντικείμενο την απόφαση να αποκλειστεί ο VT από διαγωνισμό ο οποίος διοργανώθηκε για την πλήρωση θέσεων διοικητών της Polizia di Stato (Κρατικής Αστυνομίας, Ιταλία) για τον λόγο ότι είχε συμπληρώσει το προβλεπόμενο συναφώς ανώτατο όριο ηλικίας.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Οι αιτιολογικές σκέψεις 18 και 23 της οδηγίας 2000/78 έχουν ως εξής:

«(18)

Η οδηγία αυτή, ιδίως, δεν έχει ως αποτέλεσμα να επιβάλλει στις ένοπλες δυνάμεις καθώς και στις αστυνομικές και σωφρονιστικές υπηρεσίες ή τις υπηρεσίες εκτάκτων αναγκών να προσλαμβάνουν ή να διατηρούν σε θέση απασχόλησης, πρόσωπα χωρίς την απαιτούμενη επαγγελματική επάρκεια, για την άσκηση όλων των καθηκόντων στα οποία ενδέχεται να κληθούν, λαμβάνοντας υπόψη το θεμιτό στόχο να διατηρηθεί η επιχειρησιακή ετοιμότης των υπηρεσιών αυτών.

[…]

(23)

Σε πολύ περιορισμένες περιπτώσεις, η διαφορετική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογείται όταν ένα γνώρισμα που συνδέεται με […] την ηλικία […] συνιστά ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο σκοπός είναι νόμιμος και η επαγγελματική προϋπόθεση ανάλογη. […]»

4

Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, σκοπός της είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη.

5

Το άρθρο 2 της οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Η έννοια των διακρίσεων», ορίζει τα εξής:

«1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1:

α)

συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο·

[…]».

6

Το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο τιτλοφορείται «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην [Ευρωπαϊκή Ένωση], η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων, όσον αφορά:

α)

τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση, την αυτοαπασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και των όρων πρόσληψης, ανεξάρτητα από τον κλάδο δραστηριότητας και σε όλα τα επίπεδα της επαγγελματικής ιεραρχίας, συμπεριλαμβανομένων των προαγωγών,

[…]».

7

Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Επαγγελματικές απαιτήσεις», ορίζει, στην παράγραφό του 1, τα εξής:

«Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση είναι ανάλογη.»

8

Το άρθρο 6 της οδηγίας 2000/78, το οποίο τιτλοφορείται «Δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας», προβλέπει, στην παράγραφό του 1, τα ακόλουθα:

«Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά από έναν θεμιτό στόχο, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης, και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία.

Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει:

[…]

γ)

τον καθορισμό ανώτατου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή την ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση.»

Το ιταλικό δίκαιο

Το νομοθετικό διάταγμα 165/1997

9

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του decreto legislativo n. 165 –Attuazione delle deleghe conferite dall’articolo 2, comma 23, della legge 8 agosto 1995, n. 335, e dall’articolo 1, commi 97, lettera g), e 99, della legge 23 dicembre 1996, n. 662, in materia di armonizzazione al regime previdenziale generale dei trattamenti pensionistici del personale militare, delle Forze di polizia e del Corpo nazionale dei vigili del fuoco, nonchè del personale non contrattualizzato del pubblico impiego [νομοθετικού διατάγματος 165 σχετικά με την εφαρμογή των εξουσιοδοτήσεων που παρέχονται με το άρθρο 2, παράγραφος 23, του νόμου 335, της 8ης Αυγούστου 1995, και το άρθρο 1, παράγραφος 97, στοιχείο g, και παράγραφος 99, του νόμου 662, της 23ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την εναρμόνιση των συντάξεων των στρατιωτικών, των δυνάμεων της αστυνομίας και των πυροσβεστών σε εθνικό επίπεδο καθώς και των συντάξεων των μη συμβασιούχων δημόσιων υπαλλήλων με το γενικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης], της 30ής Απριλίου 1997 (GURI αριθ. 139, της 17ης Ιουνίου 1997), το όριο ηλικίας μετά τη συμπλήρωση του οποίου συνταξιοδοτείται το προσωπικό της Κρατικής Αστυνομίας είναι το 61ο έτος.

Ο νόμος 127/1997

10

Οι γενικοί ηλικιακοί κανόνες όσον αφορά τη συμμετοχή στους δημόσιους διαγωνισμούς προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 6, του legge n. 127 – Misure urgenti per lo snellimento dell’attività amministrativa e dei procedimenti di decisione e di controllo (νόμου 127 περί επειγόντων μέτρων εξορθολογισμού της διοικητικής δραστηριότητας και των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων και ελέγχου), της 15ης Μαΐου 1997 (GURI αριθ. 113, της 17ης Μαΐου 1997 – τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 98), δυνάμει του οποίου «[η] συμμετοχή στους διαγωνισμούς που διοργανώνονται από τη Δημόσια Διοίκηση δεν μπορεί να υπόκειται σε όριο ηλικίας, εξαιρουμένων των παρεκκλίσεων που προβλέπονται σε κανονιστική πράξη την οποία θεσπίζει κάθε διοικητική αρχή βάσει της φύσης της υπηρεσίας ή των αντικειμενικών αναγκών της οικείας διοικητικής αρχής».

Το νομοθετικό διάταγμα 334/2000

11

Τα καθήκοντα του αστυνομικού διοικητή ρυθμίζονται στο decreto legislativo n. 334 – Riordino dei ruoli del personale direttivo e dirigente della Polizia di Stato, a norma dell’articolo 5, comma 1, della legge 31 marzo 2000, n. 78 (νομοθετικό διάταγμα 334 – Αναδιοργάνωση των καθηκόντων του εκτελεστικού προσωπικού και της διεύθυνσης της Κρατικής Αστυνομίας, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του νόμου 78 της 31ης Μαρτίου 2000), της 5ης Οκτωβρίου 2000 (GURI αριθ. 271, της 20ής Νοεμβρίου 2000 – τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 190, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 334/2000).

12

Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νομοθετικού αυτού διατάγματος περιγράφει τα καθήκοντα του αστυνομικού διοικητή ως εξής:

«Όσοι ακολουθούν υπαλληλική σταδιοδρομία και φέρουν βαθμό αντίστοιχο ή κατώτερο του επικεφαλής διοικητή έχουν το καθεστώς αξιωματικού της Δημόσιας Ασφάλειας και αξιωματικού της Δικαστικής Αστυνομίας. Ασκούν, ανάλογα με τον βαθμό που φέρουν, καθήκοντα συμφυή με τις θεσμικές αποστολές της Κρατικής Αστυνομίας και της Υπηρεσίας Δημόσιας Ασφάλειας, με αυτόνομη αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων και αντίστοιχη επαγγελματική συνεισφορά. Αναλαμβάνουν επίσης την κατάρτιση των υπαλλήλων και ασκούν, ανάλογα με την επαγγελματική τους επάρκεια, καθήκοντα εκπαίδευσης και κατάρτισης του προσωπικού της Κρατικής Αστυνομίας. Τα εν λόγω μέλη του προσωπικού συνεργάζονται απευθείας με τους φέροντες υψηλότερο βαθμό στο πλαίσιο της ίδιας σταδιοδρομίας και τους αντικαθιστούν στην άσκηση των καθηκόντων διεύθυνσης των γραφείων και των υπηρεσιών σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος. Εάν είναι επιφορτισμένοι με την αντίστοιχη αρμοδιότητα και όταν καλούνται να αντικαταστήσουν τον υπεύθυνο των αποκεντρωμένων αστυνομικών τμημάτων Δημόσιας Ασφάλειας, οι επικεφαλής διοικητές ασκούν επίσης τα καθήκοντα Τοπικής Αρχής Δημόσιας Ασφάλειας. Τα εν λόγω μέλη του προσωπικού ασκούν επιπλέον, με πλήρη ευθύνη για τις οδηγίες που παρέχονται και τα αποτελέσματα που προκύπτουν, καθήκοντα διαχείρισης των γραφείων και των υπηρεσιών τα οποία δεν έχουν ανατεθεί στο πιο υψηλόβαθμο προσωπικό, καθώς και καθήκοντα παροχής κατευθύνσεων και συντονισμού διάφορων οργανικών μονάδων του γραφείου στο οποίο υπηρετούν. […]»

13

Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, «[τ]ο όριο ηλικίας για τη συμμετοχή στον οικείο διαγωνισμό, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30ό έτος, καθορίζεται με την κανονιστική πράξη που θεσπίζεται βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 6, του νόμου 127 της 15ης Μαΐου 1997, με την επιφύλαξη των προβλεπόμενων στην ανωτέρω κανονιστική πράξη παρεκκλίσεων».

14

Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του ίδιου νομοθετικού διατάγματος προβλέπει ότι με κανονιστική πράξη του Υπουργού Εσωτερικών καθορίζονται «οι λεπτομέρειες διεξαγωγής των δοκιμασιών φυσικής κατάστασης, οι απαιτήσεις περί σωματικής και ψυχικής ικανότητας και περί καταλληλότητας καθώς και οι λεπτομέρειες όσον αφορά την αξιολόγησή τους».

15

Δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000, «το 20 % των διαθέσιμων θέσεων για την πρόσβαση στον βαθμό του διοικητή καταλαμβάνεται από υπαλλήλους της Κρατικής Αστυνομίας οι οποίοι κατέχουν το απαιτούμενο πτυχίο νομικής και δεν έχουν υπερβεί το 40ό έτος της ηλικίας τους».

Η υπουργική απόφαση 103/2018

16

Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000 κανονιστική πράξη είναι η εκδοθείσα από το Υπουργείο Εσωτερικών decreto ministeriale n. 103 – Regolamento recante norme per l’individuazione dei limiti di età per la partecipazione ai concorsi pubblici per l’accesso a ruoli e carriere del personale della Polizia di Stato (υπουργική απόφαση 103 – Κανονιστική πράξη σχετικά με τους κανόνες περί καθορισμού των ορίων ηλικίας που προβλέπονται για τη συμμετοχή στους δημόσιους διαγωνισμούς για την ανάληψη καθηκόντων και την πρόσβαση στη σταδιοδρομία του προσωπικού της Κρατικής Αστυνομίας), της 13ης Ιουλίου 2018 (GURI αριθ. 208, της 7ης Σεπτεμβρίου 2018, στο εξής: υπουργική απόφαση 103/2018), της οποίας το άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει τα εξής:

«Για τη συμμετοχή στον δημόσιο διαγωνισμό για την ανάληψη καθηκόντων διοικητή και τεχνικού διευθυντή της Κρατικής Αστυνομίας προβλέπεται ανώτατο όριο ηλικίας το οποίο καθορίζεται στο 30ό έτος.»

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

17

Στις 2 Δεκεμβρίου 2019, το Υπουργείο Εσωτερικών διοργάνωσε διαγωνισμό βάσει τίτλων και εξετάσεων για την πλήρωση 120 θέσεων διοικητών της Κρατικής Αστυνομίας. Μεταξύ των γενικών προϋποθέσεων συμμετοχής στον διαγωνισμό, στην πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων οριζόταν, κατ’ εφαρμογήν της υπουργικής απόφασης 103/2018, ότι, με την επιφύλαξη ορισμένων ειδικών περιπτώσεων, οι υποψήφιοι έπρεπε να έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους και να μην έχουν υπερβεί το 30ό έτος της ηλικίας τους.

18

Ο VT επιχείρησε να υποβάλει την υποψηφιότητά του στον εν λόγω διαγωνισμό ακολουθώντας την εφαρμοζόμενη άυλη διαδικασία. Εντούτοις, η προβλεπόμενη προς τούτο ηλεκτρονική εφαρμογή τον εμπόδισε να υποβάλει την υποψηφιότητά του λόγω του ότι δεν πληρούσε τη μνημονευόμενη στην προηγούμενη σκέψη ηλικιακή προϋπόθεση. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι γεννήθηκε το 1988, είχε ήδη συμπληρώσει το 30ό έτος της ηλικίας του και δεν ενέπιπτε σε καμία από τις ειδικές περιπτώσεις για τις οποίες ισχύει μεγαλύτερο όριο ηλικίας.

19

Ως εκ τούτου, ο VT άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (περιφερειακού διοικητικού πρωτοδικείου Λατίου, Ιταλία) κατά της πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων, της υπουργικής απόφασης 103/2018 και της σιωπηρής απόφασης περί αποκλεισμού του από τον ίδιο διαγωνισμό.

20

Δυνάμει προσωρινού μέτρου διαταχθέντος από το ανωτέρω δικαστήριο, έγινε με επιφύλαξη δεκτή η συμμετοχή στον διαγωνισμό του VT, ο οποίος στη συνέχεια πέτυχε στις δοκιμασίες προεπιλογής του διαγωνισμού.

21

Εντούτοις, με την από 2 Μαρτίου 2020 απόφασή του, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του VT, με το σκεπτικό ότι το μνημονευόμενο στη σκέψη 17 της παρούσας απόφασης όριο ηλικίας συνιστούσε «εύλογο περιορισμό» και ότι δεν αντέβαινε συναφώς ούτε προς το Costituzione della Repubblica Italiana (Σύνταγμα της Ιταλικής Δημοκρατίας) ούτε προς τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που απαγορεύουν τις διακρίσεις, μεταξύ άλλων λόγω ηλικίας, και ειδικότερα προς την οδηγία 2000/78.

22

Ο VT άσκησε ένδικο μέσο κατά της ανωτέρω απόφασης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία), προβάλλοντας ότι οι κανόνες περί καθορισμού του σχετικού ορίου ηλικίας αντιβαίνουν τόσο προς το δίκαιο της Ένωσης όσο και προς το Σύνταγμα της Ιταλικής Δημοκρατίας και προς άλλες διατάξεις του ιταλικού δικαίου.

23

Όσον αφορά το δίκαιο της Ένωσης, ο VT επικαλέστηκε την εφαρμογή της οδηγίας 2000/78, του άρθρου 21 του Χάρτη καθώς και του άρθρου 10 ΣΛΕΕ. Υποστήριξε ότι ο καθορισμός του 30ού έτους ως ανώτατου ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή στον επίμαχο στην κύρια δίκη διαγωνισμό συνιστά μη εύλογη διάκριση. Το γεγονός ότι ορισμένες διατάξεις της επίμαχης πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων προβλέπουν υψηλότερο όριο ηλικίας για ορισμένες κατηγορίες υποψηφίων είναι κατά μείζονα λόγο μη εύλογο. Συγκεκριμένα, η πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων προβλέπει ότι το ανώτατο όριο ηλικίας «αυξάνεται κατά τρία το πολύ έτη, ανάλογα με τη στρατιωτική θητεία την οποία έχει πράγματι εκτίσει ο υποψήφιος», ότι «[δ]εν ισχύει το όριο ηλικίας για το προσωπικό της Κρατικής Αστυνομίας» και ότι, «[ό]σον αφορά όσους υπηρετούν στην Πολιτική Διοίκηση του Υπουργείου Εσωτερικών, το όριο ηλικίας για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό καθορίζεται στο 35ο έτος».

24

Το Υπουργείο Εσωτερικών ζήτησε την απόρριψη του ενδίκου μέσου που άσκησε ο VT.

25

Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, εν προκειμένω, πρόκειται για διάκριση λόγω ηλικίας, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 2000/78, η οποία δεν δικαιολογείται υπό το πρίσμα των άρθρων της 4 και 6.

26

Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι από την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000 προκύπτει προδήλως ότι τα καθήκοντα του αστυνομικού διοικητή είναι κυρίως διευθυντικά και διοικητικά. Συγκεκριμένα, οι εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις δεν προβλέπουν, ως ουσιώδη, επιχειρησιακά εκτελεστικά καθήκοντα που να προϋποθέτουν, αυτά καθεαυτά, ιδιαιτέρως αυξημένες σωματικές ικανότητες, παρόμοιες προς εκείνες που απαιτούνται για τον απλό αστυνομικό υπάλληλο των σωμάτων της εθνικής αστυνομίας, κατά την έννοια της απόφασης της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo (C‑258/15, EU:C:2016:873).

27

Εξάλλου, το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι η υπό κρίση υπόθεση πρέπει επίσης να συγκριθεί προς εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Vital Pérez (C‑416/13, EU:C:2014:2371), στην οποία κρίθηκε ως μη σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας το καθορισθέν στο 30ό έτος όριο ηλικίας για την πρόσληψη σε θέση απλού αστυνομικού υπαλλήλου σε περίπτωση στην οποία τα αντίστοιχα καθήκοντα ήταν κυρίως διοικητικά, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται παρεμβάσεις που απαιτούν τη χρήση σωματικής δύναμης. Επομένως, δεδομένου ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις δεν εμπίπτουν στα τυπικά καθήκοντα των αστυνομικών διοικητών, στην υπό κρίση υπόθεση το εν λόγω όριο ηλικίας πρέπει κατά μείζονα λόγο να θεωρηθεί απρόσφορο.

28

Και άλλα επιχειρήματα συνηγορούν υπέρ του δυσανάλογου χαρακτήρα του εν λόγω ορίου ηλικίας.

29

Κατά πρώτον, το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι ο επίμαχος διαγωνισμός περιλαμβάνει την προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000 δοκιμασία φυσικής κατάστασης και ότι η αποτυχία στη δοκιμασία αυτή συνεπάγεται τον αποκλεισμό του υποψηφίου από τον διαγωνισμό. Δεδομένου ότι, όσον αφορά τους αστυνομικούς διοικητές, δεν προβλέπονται απαιτήσεις για ιδιαιτέρως αυξημένες σωματικές ικανότητες, όπως αυτές οι οποίες προβλέπονταν στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo (C‑258/15, EU:C:2016:873), η ύπαρξη προκριματικής δοκιμασίας φυσικής κατάστασης πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί επαρκής για να διασφαλιστεί ότι τα αντίστοιχα καθήκοντα θα μπορούν να ασκηθούν με τον απαιτούμενο τρόπο.

30

Κατά δεύτερον, το άρθρο 3, παράγραφος 4, του νομοθετικού αυτού διατάγματος, το οποίο προβλέπει ποσόστωση για τους ήδη υπηρετούντες υπαλλήλους που δεν έχουν συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας τους, επιβεβαιώνει ότι η συμπλήρωση της ανωτέρω ηλικίας κατά την ημερομηνία εγγραφής στον επίμαχο διαγωνισμό δεν είναι ασύμβατη προς την άσκηση των καθηκόντων του αστυνομικού διοικητή.

31

Κατά τρίτον, η ηλικία συνταξιοδότησης, η οποία καθορίζεται στα 61 έτη, διασφαλίζει εν πάση περιπτώσει επαρκή διάρκεια υπηρεσίας, ακόμη και για εκείνον που αρχίζει τη σταδιοδρομία του μετά τη συμπλήρωση του 30ού έτους της ηλικίας του.

32

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχουν η οδηγία [2000/78], το άρθρο 3 ΣΕΕ, το άρθρο 10 ΣΛΕΕ και το άρθρο 21 του [Χάρτη] την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικές διατάξεις όπως οι περιεχόμενες στο νομοθετικό διάταγμα 334/2000, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, καθώς και στις πηγές δευτερογενούς δικαίου που θεσπίζει το Ministero dell’Interno (Υπουργείο Εσωτερικών, Ιταλία), οι οποίες προβλέπουν ως όριο ηλικίας το [30ό] έτος όσον αφορά τη συμμετοχή σε διαδικασία επιλογής για θέσεις διοικητή στο πλαίσιο υπαλληλικής σταδιοδρομίας στην Polizia di Stato (Κρατική Αστυνομία);»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

33

Προκαταρκτικώς, σημειώνεται ότι, στο πλαίσιο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 2000/78, του άρθρου 3 ΣΕΕ, του άρθρου 10 ΣΛΕΕ και του άρθρου 21 του Χάρτη.

34

Όσον αφορά το άρθρο 3 ΣΕΕ και το άρθρο 10 ΣΛΕΕ, αρκεί η διαπίστωση, αφενός, ότι το άρθρο 3 ΣΕΕ απλώς εξαγγέλλει τους στόχους της Ένωσης, οι οποίοι εξειδικεύονται με άλλες διατάξεις των Συνθηκών, και, αφετέρου, ότι το άρθρο 10 ΣΛΕΕ θεσπίζει υποχρεώσεις όχι των κρατών μελών, αλλά της Ένωσης. Ως εκ τούτου, τα δύο αυτά άρθρα δεν ασκούν επιρροή για την εξέταση του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος στην υπό κρίση υπόθεση.

35

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 21 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αποκλείουν εθνική κανονιστική ρύθμιση με την οποία καθορίζεται ως ανώτατο όριο ηλικίας για τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την πρόσληψη αστυνομικών διοικητών το 30ό έτος.

36

Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής ότι η απαγόρευση κάθε διάκρισης λόγω, μεταξύ άλλων, ηλικίας κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη και συγκεκριμενοποιήθηκε με την οδηγία 2000/78 στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας (απόφαση της 3ης Ιουνίου 2021, Ministero della Giustizia (Συμβολαιογράφοι), C‑914/19, EU:C:2021:430, σκέψη 19 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

37

Επομένως, πρέπει κατ’ αρχάς να εξακριβωθεί αν η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78.

38

Συναφώς, προβλέποντας ότι τα πρόσωπα που έχουν συμπληρώσει το 30ό έτος της ηλικίας τους δεν μπορούν να συμμετέχουν σε διαγωνισμό για την πρόσληψη διοικητών της Κρατικής Αστυνομίας, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000 επηρεάζει τους όρους πρόσληψης των εν λόγω εργαζομένων. Ως εκ τούτου, κανονιστική ρύθμιση της φύσεως αυτής πρέπει να θεωρηθεί ως εισάγουσα κανόνες σχετικούς με την πρόσβαση στην απασχόληση στον δημόσιο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78 (πρβλ. αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2014, Vital Pérez, C‑416/13, EU:C:2014:2371, σκέψη 30, και της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo, C‑258/15, EU:C:2016:873, σκέψη 25).

39

Επομένως, η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78.

40

Όσον αφορά, περαιτέρω, το ζήτημα αν η εν λόγω ρύθμιση εισάγει διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη διάταξη αυτή, «η αρχή της ίσης μεταχείρισης» σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας διευκρινίζει ότι, για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 της οδηγίας, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή σε σχέση με ένα άλλο πρόσωπο το οποίο βρίσκεται σε ανάλογη κατάσταση (απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo, C‑258/15, EU:C:2016:873, σκέψη 28).

41

Εν προκειμένω, η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000 προϋπόθεση περί ηλικίας έχει ως αποτέλεσμα να επιφυλάσσεται δυσμενέστερη μεταχείριση σε ορισμένα πρόσωπα σε σχέση με τη μεταχείριση που επιφυλάσσεται σε άλλα πρόσωπα τα οποία βρίσκονται σε ανάλογη κατάσταση για τον λόγο και μόνον ότι τα πρώτα έχουν συμπληρώσει το 30ό έτος της ηλικίας τους.

42

Ως εκ τούτου, όπως συμφωνούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις, η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση εισάγει διαφορετική μεταχείριση βασιζόμενη ευθέως στην ηλικία, κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 1 και του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/78 (πρβλ. αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2014, Vital Pérez, C‑416/13, EU:C:2014:2371, σκέψη 33, και της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo, C‑258/15, EU:C:2016:873, σκέψη 30).

43

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει τέλος να εξακριβωθεί αν τέτοια διαφορετική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, ή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.

Επί του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78

44

Πρώτον, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 προβλέπει ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο της 1 δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου αυτές διεξάγονται, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο σκοπός είναι θεμιτός και η προϋπόθεση σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.

45

Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση δεν πρέπει να συνιστά ο λόγος επί του οποίου βασίζεται η διαφορετική μεταχείριση, αλλά χαρακτηριστικό συναρτώμενο με τον λόγο αυτόν (απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo, C‑258/15, EU:C:2016:873, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46

Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες συνιστούν χαρακτηριστικό που συνδέεται με την ηλικία και ότι τα καθήκοντα που σχετίζονται με την προστασία των ατόμων και των αγαθών, με τη σύλληψη και την επιτήρηση των δραστών εγκληματικών πράξεων καθώς και με τις προληπτικές περιπολίες ενδέχεται να απαιτούν τη χρήση σωματικής δύναμης. Η φύση των καθηκόντων αυτών απαιτεί ιδιαίτερη φυσική κατάσταση, καθόσον ενδεχόμενη ανεπάρκεια σωματικών δυνάμεων κατά την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνον επί των ίδιων των αστυνομικών υπαλλήλων και επί των τρίτων, αλλά και επί της διατήρησης της δημόσιας τάξης (πρβλ. αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2014, Vital Pérez, C‑416/13, EU:C:2014:2371, σκέψεις 37, 39 και 40, και της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo, C‑258/15, EU:C:2016:873, σκέψεις 34 και 35).

47

Επομένως, το να διαθέτει ο ενδιαφερόμενος ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες, αναγκαίες για την εκπλήρωση των αποστολών της Αστυνομίας, όπως είναι η προστασία των ατόμων και των αγαθών, η εξασφάλιση της απρόσκοπτης άσκησης των δικαιωμάτων και των ελευθεριών κάθε ατόμου και η μέριμνα για την ασφάλεια των πολιτών, δύναται να θεωρηθεί ως ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, για την άσκηση του επαγγέλματος του αστυνομικού υπαλλήλου (πρβλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo, C‑258/15, EU:C:2016:873, σκέψη 36).

48

Στην υπό κρίση όμως υπόθεση το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι από το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000 συνάγεται ότι τα καθήκοντα του αστυνομικού διοικητή είναι κυρίως διευθυντικά και διοικητικά. Τα επιχειρησιακά και εκτελεστικά καθήκοντα τα οποία απαιτούν ιδιαιτέρως αυξημένες σωματικές ικανότητες δεν είναι ουσιώδη για την άσκηση του επαγγέλματος του αστυνομικού διοικητή και οι παρεμβάσεις που απαιτούν τη χρήση σωματικής δύναμης δεν συγκαταλέγονται στα τυπικά καθήκοντα των αστυνομικών διοικητών.

49

Εντούτοις, η Ιταλική Κυβέρνηση αμφισβητεί την ανωτέρω διαπίστωση με τις γραπτές παρατηρήσεις της.

50

Κατά την ανωτέρω Κυβέρνηση, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000 προβλέπει ότι υπάλληλοι, όπως οι αστυνομικοί διοικητές, είναι αξιωματικοί της Δικαστικής Αστυνομίας οι οποίοι ασκούν καθήκοντα συμφυή με το σύνολο των υπηρεσιών της Κρατικής Αστυνομίας, περιλαμβανομένων των σχετικών με την προστασία των ατόμων και των αγαθών επιχειρησιακών καθηκόντων, τα οποία μπορούν να συνεπάγονται τη χρήση μέσων φυσικού καταναγκασμού. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός ως αξιωματικών της Δημόσιας Ασφάλειας συνεπάγεται την απασχόληση σε υπηρεσίες δημόσιας τάξης, ιδίως δε σε εξωτερικές υπηρεσίες οι οποίες έχουν ως σκοπό τη διασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής εκδηλώσεων και είναι δυνατόν να απαιτούν τη μέγιστη σωματική απόδοση. Η απλή πιθανότητα να βρεθεί ένας αστυνομικός διοικητής σε καταστάσεις που ενέχουν κινδύνους αρκεί για να δικαιολογήσει την επιβολή απαίτησης περί σωματικής δύναμης, συνδεόμενης με την ηλικία.

51

Στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να ερμηνεύσει την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, απόκειται να καθορίσει ποια είναι τα καθήκοντα τα οποία πράγματι ασκούν οι διοικητές της Κρατικής Αστυνομίας και να διαπιστώσει, υπό το πρίσμα των εν λόγω καθηκόντων, αν το να διαθέτουν ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78.

52

Συναφώς, το ανωτέρω δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα καθήκοντα τα οποία πράγματι ασκούν συνήθως οι διοικητές στο πλαίσιο της άσκησης των τακτικών δραστηριοτήτων τους. Το γεγονός ότι, μετά την επιτυχή συμμετοχή σε διαγωνισμό, από ορισμένους διοικητές ενδέχεται να απαιτείται, ανάλογα με τα ειδικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης θέσης στην οποία πρόκειται να τοποθετηθούν, να διαθέτουν ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες μπορεί ασφαλώς να ληφθεί υπόψη για την επιλογή του προσώπου το οποίο προορίζεται να καταλάβει τη θέση αυτή. Εντούτοις, τούτο δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον καθορισμό ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή σε γενικό διαγωνισμό, όπως είναι ο επίμαχος στην κύρια δίκη.

53

Αν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι, λαμβανομένων υπόψη των καθηκόντων τα οποία πράγματι ασκούν συνήθως οι διοικητές της Κρατικής Αστυνομίας, το να διαθέτουν ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες δεν αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, θα πρέπει να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, αποκλείει την επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση.

54

Αντιθέτως, αν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι, λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω καθηκόντων, οι ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες αποτελούν ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, θα πρέπει επιπλέον να εξακριβώσει αν το επίμαχο όριο ηλικίας εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό και αν είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης.

55

Όσον αφορά, αφενός, τον σκοπό τον οποίο εξυπηρετεί η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, καθορίζοντας το 30ό έτος ως όριο ηλικίας για τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την πρόσληψη αστυνομικών διοικητών, η κανονιστική αυτή ρύθμιση αποσκοπεί στη διασφάλιση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των αστυνομικών υπηρεσιών.

56

Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η μέριμνα για την εξασφάλιση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και της εύρυθμης λειτουργίας των αστυνομικών υπηρεσιών συνιστά θεμιτό σκοπό, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 (αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 2014, Vital Pérez, C‑416/13, EU:C:2014:2371, σκέψη 44, και της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo, C‑258/15, EU:C:2016:873, σκέψη 38).

57

Όσον αφορά, αφετέρου, τον αναλογικό χαρακτήρα της κανονιστικής ρύθμισης, υπενθυμίζεται ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 23 της οδηγίας 2000/78, η διαφορετική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογείται σε «πολύ περιορισμένες περιπτώσεις», όταν ένα γνώρισμα που συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την ηλικία συνιστά ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση. Εξάλλου, στο μέτρο που επιτρέπει παρέκκλιση από την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει να ερμηνεύεται στενά (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Vital Pérez, C‑416/13, EU:C:2014:2371, σκέψεις 46 και 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

58

Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, με την απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo (C‑258/15, EU:C:2016:873, σκέψεις 41, 48 και 50), ότι κανονιστική ρύθμιση με την οποία το 35ο έτος καθορίζεται ως ανώτατο όριο ηλικίας όσον αφορά τους υποψηφίους για θέσεις υπαλλήλων εισαγωγικού βαθμού αστυνομικού σώματος οι οποίοι ασκούν το σύνολο των επιχειρησιακών ή εκτελεστικών καθηκόντων του εν λόγω σώματος μπορεί κατ’ αρχήν να θεωρηθεί ότι δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του μνημονευόμενου στη σκέψη 56 της παρούσας απόφασης σκοπού. Ειδικότερα, το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα εν λόγω καθήκοντα ενδέχεται να συνεπάγονται τη χρήση σωματικής δύναμης καθώς και την εκπλήρωση αποστολών υπό δυσχερείς ή ακόμη και υπό ακραίες επιχειρησιακές συνθήκες.

59

Ομοίως, με την απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2010, Wolf (C‑229/08, EU:C:2010:3, σκέψεις 41 έως 44), το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας μέτρο με το οποίο το 30ό έτος καθορίζεται ως ανώτατο όριο ηλικίας για την πρόσληψη σε θέσεις μέσης βαθμίδας των τεχνικών υπηρεσιών του πυροσβεστικού σώματος, αφού διαπίστωσε, βάσει των επιστημονικών δεδομένων που διέθετε, ότι ορισμένα καθήκοντα που ανατίθενται στα μέλη της υπηρεσίας αυτής, όπως η πυρόσβεση, προϋποθέτουν ιδιαίτερα υψηλών προδιαγραφών σωματικές ικανότητες και ότι ελάχιστοι υπάλληλοι άνω των 45 ετών θα είχαν τις σωματικές ικανότητες για την άσκηση τέτοιας δραστηριότητας.

60

Αντιθέτως, στην απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Vital Pérez (C‑416/13, EU:C:2014:2371, σκέψεις 54 και 57), το Δικαστήριο έκρινε ότι εθνική κανονιστική πράξη με την οποία το 30ό έτος καθορίζεται ως το ανώτατο όριο ηλικίας για την πρόσληψη σε θέσεις αστυνομικών της τοπικής αστυνομίας επιβάλλει προϋπόθεση η οποία δεν είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, αφού σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι, λαμβανομένων υπόψη των καθηκόντων των εν λόγω αστυνομικών, τα οποία περιλαμβάνουν, ιδίως, τη συνδρομή προς τους πολίτες, την προστασία των ατόμων και των αγαθών, τη σύλληψη και την επιτήρηση των αυτουργών εγκληματικών πράξεων, τις προληπτικές περιπολίες και τη ρύθμιση της κυκλοφορίας, οι ικανότητες που πρέπει να διαθέτουν οι αστυνομικοί δεν είναι πάντοτε συγκρίσιμες προς τις ιδιαίτερα υψηλών προδιαγραφών σωματικές ικανότητες οι οποίες απαιτούνται συστηματικά από τους πυροσβέστες.

61

Επομένως, προκειμένου να κρίνει αν η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση, καθόσον καθόρισε το 30ό έτος ως ανώτατο όριο ηλικίας για τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την πρόσληψη αστυνομικών διοικητών, επέβαλε απαίτηση σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει, κατά πρώτον, να εξακριβώσει αν τα καθήκοντα τα οποία πράγματι ασκούν οι αστυνομικοί διοικητές είναι κυρίως επιχειρησιακά ή εκτελεστικά καθήκοντα τα οποία απαιτούν ιδιαίτερα υψηλών προδιαγραφών σωματικές ικανότητες. Πράγματι, μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ηλικίας είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας. Πάντως, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως φαίνεται να προκύπτει ότι οι διοικητές της Κρατικής Αστυνομίας δεν ασκούν τέτοια καθήκοντα.

62

Εξάλλου, για την ανάλυση του κατά πόσον η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, ασκεί επίσης επιρροή το γεγονός, το οποίο επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, ότι η προκριματική δοκιμασία φυσικής κατάστασης που προβλέπεται στο πλαίσιο του επίμαχου διαγωνισμού θα μπορούσε να αποτελέσει πρόσφορο και λιγότερο περιοριστικό μέτρο από τον καθορισμό του 30ού έτους ως ανώτατου ορίου ηλικίας.

63

Η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται την ανάγκη να μειωθεί μακροπρόθεσμα ο μέσος όρος ηλικίας στους κόλπους της αστυνομίας, με σκοπό τη γενική αναμόρφωση της συνολικής δομής όσον αφορά την πρόσβαση στην Κρατική Αστυνομία.

64

Συναφώς, στην απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo (C‑258/15, EU:C:2016:873, σκέψεις 44 και 47), βάσει συγκεκριμένων στοιχείων τα οποία του είχαν παρασχεθεί και ήταν δυνατόν να προμηνύουν μαζική γήρανση του ανθρωπίνου δυναμικού του επίμαχου αστυνομικού σώματος, το Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να αποκατασταθεί η ηλικιακή πυραμίδα του εν λόγω σώματος, η ύπαρξη ιδιαίτερων σωματικών ικανοτήτων δεν έπρεπε να αντιμετωπίζεται κατά τρόπο στατικό στο πλαίσιο των δοκιμασιών του διαγωνισμού πρόσληψης, αλλά κατά τρόπο δυναμικό, με συνεκτίμηση των ετών τα οποία ο υπάλληλος επρόκειτο να διανύσει στην υπηρεσία μετά την πρόσληψή του.

65

Επιπλέον, υπογραμμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 58 της παρούσας απόφασης, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, επρόκειτο περί διαγωνισμού για την πρόσληψη αστυνομικών υπαλλήλων εισαγωγικού βαθμού οι οποίοι δεν ασκούσαν διοικητικά, αλλά κυρίως επιχειρησιακά ή εκτελεστικά καθήκοντα.

66

Επομένως, κατά δεύτερον, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει, βάσει της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του ή των τυχόν πληροφοριών που θα μπορούσε να λάβει από τις εθνικές αρχές, αν ενδεχόμενη αποκατάσταση της ηλικιακής πυραμίδας στους κόλπους της Κρατικής Αστυνομίας θα μπορούσε να δικαιολογήσει το επίμαχο στην κύρια δίκη όριο ηλικίας. Πάντως, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει, αφενός, να λάβει υπόψη τον μέσο όρο ηλικίας του προσωπικού το οποίο αφορά ο συγκεκριμένος διαγωνισμός, ήτοι των διοικητών της Κρατικής Αστυνομίας, και όχι τον μέσο όρο ηλικίας του συνόλου του προσωπικού της Κρατικής Αστυνομίας. Αφετέρου, η εξακρίβωση αυτή θα είναι λυσιτελής μόνον εφόσον το εν λόγω δικαστήριο διαπιστώσει ότι τα καθήκοντα τα οποία πράγματι ασκούν συνήθως οι αστυνομικοί αυτοί διοικητές απαιτούν ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες, οι οποίες δικαιολογούν την ανάγκη για τέτοια αναμόρφωση της ηλικιακής πυραμίδας.

67

Ελλείψει τέτοιας ανάγκης, η ύπαρξη προκριματικής δοκιμασίας φυσικής κατάστασης στο πλαίσιο του επίμαχου διαγωνισμού θα συνιστούσε πράγματι πρόσφορο και λιγότερο περιοριστικό μέτρο από τον καθορισμό του 30ού έτους ως ανώτατου ορίου ηλικίας, όπως προβλέπει η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση.

68

Επιπλέον, κατά το ίδιο δικαστήριο, από το γεγονός ότι το άρθρο 3, παράγραφος 4, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000 προβλέπει ποσόστωση για τους ήδη υπηρετούντες υπαλλήλους που δεν έχουν συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας τους μπορεί να συναχθεί ότι η συμπλήρωση της εν λόγω ηλικίας κατά την ημερομηνία εγγραφής στον διαγωνισμό δεν είναι ασυμβίβαστη προς την άσκηση των καθηκόντων του αστυνομικού διοικητή και, κατά συνέπεια, ότι το επίμαχο στην κύρια δίκη όριο ηλικίας δεν είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας. Στο ίδιο πνεύμα, ο VT υπογραμμίζει ότι το όριο ηλικίας αυξάνεται κατά έως και τρία έτη για τους υποψηφίους που έχουν εκτίσει τη στρατιωτική θητεία, αίρεται για το προσωπικό της Κρατικής Αστυνομίας και καθορίζεται στα 35 έτη για το προσωπικό της Πολιτικής Διοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών.

69

Η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι η μνημονευόμενη στην προηγούμενη σκέψη ποσόστωση αποσκοπεί στη διατήρηση των δεξιοτήτων που έχουν αποκτήσει πρόσωπα τα οποία έχουν ήδη λάβει κατάρτιση για την αστυνομική υπηρεσία ή για υπηρεσίες χρήσιμες για την αποστολή του αστυνομικού διοικητή.

70

Πάντως, η ύπαρξη της εν λόγω παρέκκλισης καθώς και των παρεκκλίσεων που επικαλείται o VT επιβεβαιώνει τον δυσανάλογο χαρακτήρα του επίμαχου στην κύρια δίκη ορίου ηλικίας. Πράγματι, κανονιστική ρύθμιση είναι κατάλληλη να εξασφαλίσει την επίτευξη του προβαλλόμενου σκοπού μόνον εάν εξυπηρετεί πράγματι την επίτευξή του κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό (απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, Tartu Vangla, C‑795/19, EU:C:2021:606, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

71

Επομένως, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες οφείλει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, προκύπτει ότι, στο μέτρο που τα καθήκοντα τα οποία πράγματι ασκούν οι διοικητές της Κρατικής Αστυνομίας απαιτούν ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000 καθορισμός του 30ού έτους ως ανώτατου ορίου ηλικίας συνιστά, υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, απαίτηση η οποία δεν είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.

Επί του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78

72

Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα αν η διαφορετική μεταχείριση που εισάγει η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, επισημαίνεται ότι το εν λόγω ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί μόνον αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας (πρβλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo, C‑258/15, EU:C:2016:873, σκέψη 49).

73

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2000/78 προβλέπει ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και εύλογα από θεμιτό σκοπό σχετικό ιδίως με την πολιτική στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης και εφόσον τα μέσα επίτευξης του σκοπού αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας ορίζει ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει «τον καθορισμό ανώτατου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή την ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση».

74

Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν η προϋπόθεση περί μη συμπληρώσεως του 30ού έτους ως ανώτατου ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την πρόσληψη αστυνομικών διοικητών, όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000, δικαιολογείται από θεμιτό σκοπό, υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, και αν τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξή του είναι πρόσφορα και αναγκαία.

75

Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση αναφέρει τον σκοπό που επιδιώκει. Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78 δεν μπορεί να συναχθεί ότι η μη διευκρίνιση στην οικεία κανονιστική ρύθμιση του επιδιωκόμενου σκοπού συνεπάγεται ότι η δικαιολόγησή της βάσει της διάταξης αυτής αποκλείεται αυτομάτως. Αν δεν υπάρχει τέτοια διευκρίνιση, ο προσδιορισμός του σκοπού στον οποίο στηρίζεται το οικείο μέτρο πρέπει να προκύπτει από άλλα στοιχεία του γενικού πλαισίου του συγκεκριμένου μέτρου, ούτως ώστε να μπορεί να ασκηθεί δικαστικός έλεγχος ως προς τη νομιμότητά του και ως προς τον πρόσφορο και αναγκαίο χαρακτήρα των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού (απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Vital Pérez, C‑416/13, EU:C:2014:2371, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

76

Επιπλέον, οι σκοποί που μπορούν να θεωρηθούν ως «θεμιτοί», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, και, ως εκ τούτου, ικανοί να δικαιολογήσουν την παρέκκλιση από την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας είναι σκοποί που εμπίπτουν στην κοινωνική πολιτική (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2011, Prigge κ.λπ., C‑447/09, EU:C:2011:573, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

77

Το όριο ηλικίας το οποίο θεσπίζει η επίμαχη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση, στο μέτρο που μπορεί να θεωρηθεί ότι στηρίζεται στην απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση εργασίας ή στην ανάγκη εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της εν λόγω οδηγίας, θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επίμαχη στην κύρια δίκη διαφορετική μεταχείριση αν αυτή «δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου αντικειμενικά και λογικά», κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης (πρβλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Vital Pérez, C‑416/13, EU:C:2014:2371, σκέψεις 64 και 65).

78

Ακόμη όμως και σε τέτοια περίπτωση, θα έπρεπε να εξεταστεί αν τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη των ανωτέρω σκοπών είναι πρόσφορα και αναγκαία.

79

Συναφώς, το Δικαστήριο δεν διαθέτει, αφενός, στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι, υπό το πρίσμα του σκοπού περί διασφάλισης της κατάρτισης των αστυνομικών διοικητών, το επίμαχο στην κύρια δίκη όριο ηλικίας είναι πρόσφορο και αναγκαίο.

80

Αφετέρου, όσον αφορά τον σκοπό περί διασφάλισης εύλογης περιόδου απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση, από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι η ηλικία συνταξιοδότησης του προσωπικού της Κρατικής Αστυνομίας καθορίζεται στο 61ο έτος.

81

Επομένως, εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία καθορίζει το 30ό έτος ως ανώτατο όριο ηλικίας για τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την πρόσληψη αστυνομικών διοικητών δεν μπορεί κατ’ αρχήν να θεωρηθεί αναγκαία προκειμένου να διασφαλίσει στους οικείους διοικητές εύλογη περίοδο απασχόλησης πριν από τη συνταξιοδότηση, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2000/78 (πρβλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2014, Vital Pérez, C‑416/13, EU:C:2014:2371, σκέψη 72), ιδίως δε αν το αιτούν δικαστήριο επιβεβαιώσει, κατόπιν εξέτασης του συνόλου των σχετικών στοιχείων, ότι τα καθήκοντα των αστυνομικών διοικητών δεν περιλαμβάνουν κατά κύριο λόγο απαιτητικά, από απόψεως σωματικών δυνάμεων, καθήκοντα τα οποία αστυνομικοί διοικητές οι οποίοι προσλαμβάνονται σε μεγαλύτερη ηλικία δεν θα είναι σε θέση να ασκήσουν για αρκούντως μεγάλο χρονικό διάστημα (πρβλ. αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2010, Wolf, C‑229/08, EU:C:2010:3, σκέψη 43, και της 15ης Νοεμβρίου 2016, Salaberria Sorondo, C‑258/15, EU:C:2016:873, σκέψη 46).

82

Υπό τις συνθήκες αυτές, και με την επιφύλαξη επιβεβαίωσης από το αιτούν δικαστήριο, η απορρέουσα από διάταξη όπως το άρθρο 3, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 334/2000 διαφορετική μεταχείριση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2000/78.

83

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 21 του Χάρτη, έχουν την έννοια ότι αποκλείουν εθνική κανονιστική ρύθμιση με την οποία καθορίζεται ως ανώτατο όριο ηλικίας για τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την πρόσληψη αστυνομικών διοικητών το 30ό έτος, εφόσον τα καθήκοντα τα οποία πράγματι ασκούν οι αστυνομικοί διοικητές δεν απαιτούν ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες ή, αν απαιτούνται τέτοιες ικανότητες, εφόσον αποδεικνύεται ότι μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση, μολονότι εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό, επιβάλλει απαίτηση η οποία δεν είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, όπερ απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

Επί των δικαστικών εξόδων

84

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 2, παράγραφος 2, το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, ερμηνευόμενα υπό το πρίσμα του άρθρου 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν την έννοια ότι αποκλείουν εθνική κανονιστική ρύθμιση με την οποία καθορίζεται ως ανώτατο όριο ηλικίας για τη συμμετοχή σε διαγωνισμό για την πρόσληψη αστυνομικών διοικητών το 30ό έτος, εφόσον τα καθήκοντα τα οποία πράγματι ασκούν οι αστυνομικοί διοικητές δεν απαιτούν ιδιαίτερες σωματικές ικανότητες ή, αν απαιτούνται τέτοιες ικανότητες, εφόσον αποδεικνύεται ότι μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση, μολονότι εξυπηρετεί θεμιτό σκοπό, επιβάλλει απαίτηση η οποία δεν είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, όπερ απόκεται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.