ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 13ης Οκτωβρίου 2022 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή – Σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1001 – Άρθρο 124, στοιχεία αʹ και δʹ – Άρθρο 128 – Αρμοδιότητα των δικαστηρίων σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αγωγή λόγω προσβολής – Ανταγωγή για την κήρυξη της ακυρότητας – Παραίτηση από την αγωγή λόγω προσβολής – Έκβαση της δίκης επί της ανταγωγής – Αυτοτελής χαρακτήρας της ανταγωγής»

Στην υπόθεση C‑256/21,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberlandesgericht München (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Μονάχου, Γερμανία) με απόφαση της 15ης Απριλίου 2021, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Απριλίου 2021, στο πλαίσιο της δίκης

KP

κατά

TV,

Gemeinde Bodman-Ludwigshafen,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan, πρόεδρο τμήματος, Δ. Γρατσία (εισηγητή), M. Ilešič, I. Jarukaitis, και Z. Csehi, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: Α. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

ο Gemeinde Bodman-Ludwigshafen, εκπροσωπούμενος από τον E. Stolz, Rechtsanwalt,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. Braun, É. Gippini Fournier και G. Wilms,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 2022,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 124, στοιχεία αʹ και δʹ, καθώς και του άρθρου 128 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, του KP και, αφετέρου, του TV και του Gemeinde Bodman-Ludwigshafen (Δήμου Bodman-Ludwigshafen), με αντικείμενο αγωγή λόγω προσβολής λεκτικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ανταγωγή για την κήρυξη της ακυρότητας του εν λόγω σήματος.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3

Οι αιτιολογικές σκέψεις 4 και 32 του κανονισμού 2017/1001 έχουν ως εξής:

«(4)

[…] [E]μφανίζεται ως αναγκαίο να προβλεφθεί ενωσιακό καθεστώς σημάτων το οποίο θα παρέχει στις επιχειρήσεις το δικαίωμα να αποκτούν, σύμφωνα με ενιαία διαδικασία, σήματα της ΕΕ τα οποία θα προστατεύονται κατά τρόπο ενιαίο και θα παράγουν τα αποτελέσματά τους σε όλο το έδαφος της Ένωσης. Η αρχή του ενιαίου χαρακτήρα του σήματος της ΕΕ θα πρέπει να ισχύει εφόσον ο παρών κανονισμός δεν προβλέπει άλλως.

[…]

(32)

Είναι σημαντικό οι αποφάσεις περί εγκυρότητας και παραποίησης/απομίμησης των σημάτων της ΕΕ να ισχύουν και να καλύπτουν το σύνολο της Ένωσης, δεδομένου ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αποφεύγονται αντιφατικές αποφάσεις των δικαστηρίων και του Γραφείου [Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO)] και να μην προσβάλλεται ο ενιαίος χαρακτήρας των σημάτων της ΕΕ. Οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1)], θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις δικαστικές υποθέσεις που αφορούν σήματα της ΕΕ, εκτός εάν προβλέπεται παρέκκλιση από τον παρόντα κανονισμό.»

4

Το άρθρο 1 του κανονισμού 2017/1001, το οποίο επιγράφεται «Σήμα της ΕΕ», ορίζει, στην παράγραφό του 2, τα εξής:

«Το σήμα της ΕΕ έχει ενιαίο χαρακτήρα. Παράγει τα αυτά αποτελέσματα σε ολόκληρη την Ένωση: δεν δύναται να καταχωρισθεί, να μεταβιβασθεί, να γίνει αντικείμενο παραίτησης, ή απόφασης περί έκπτωσης του δικαιούχου εκ των δικαιωμάτων του ή περί ακυρότητος, ούτε να απαγορευθεί η χρήση του, παρά μόνο για ολόκληρη την Ένωση. Η αρχή αυτή ισχύει, εκτός αντιθέτου διατάξεως του παρόντος κανονισμού.»

5

Κατά το άρθρο 6 του κανονισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Τρόπος κτήσεως του σήματος της ΕΕ», το σήμα της ΕΕ αποκτάται με την καταχώριση.

6

Το άρθρο 7 του κανονισμού, με τίτλο «Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου», απαριθμεί, στην παράγραφό του 1, τα είδη σημείων και σημάτων τα οποία δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση. Στην ανωτέρω διάταξη διευκρινίζεται ειδικότερα ότι:

«Δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση:

[…]

β)

τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·

γ)

τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στο εμπόριο, προς δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας·

δ)

τα σήματα που συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις τα οποία έχουν καταστεί συνήθη στην καθημερινή γλώσσα ή στη θεμιτή και πάγια πρακτική του εμπορίου·

[…]».

7

Το άρθρο 59 του κανονισμού 2017/1001, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απόλυτοι λόγοι ακυρότητας», προβλέπει, στην παράγραφό του 1, στοιχείο αʹ, τα ακόλουθα:

«Ένα σήμα της ΕΕ κηρύσσεται άκυρο, μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο [EUIPO] ή μετά από άσκηση ανταγωγής στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση:

α)

εάν το σήμα της ΕΕ δεν καταχωρίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7».

8

Το άρθρο 63 του κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Αίτηση έκπτωσης ή κήρυξης της ακυρότητας», ορίζει, στις παραγράφους του 1 και 3, τα εξής:

«1.   Αίτηση έκπτωσης ή κήρυξης της ακυρότητας του σήματος της ΕΕ μπορεί να υποβάλει στο [EUIPO]:

α)

στις περιπτώσεις που καθορίζονται στα άρθρα 58 και 59, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο καθώς και κάθε οργάνωση που έχει συσταθεί για την εκπροσώπηση των συμφερόντων κατασκευαστών, παραγωγών, παρεχόντων υπηρεσίες, εμπόρων ή καταναλωτών, και οι οποίοι σύμφωνα με το δίκαιο στο οποίο υπάγονται, μπορούν να παρίστανται ενώπιον δικαστηρίου·

[…]

3.   Η αίτηση έκπτωσης ή κήρυξης της ακυρότητας είναι απαράδεκτη όταν αίτηση μεταξύ των αυτών διαδίκων με το αυτό αντικείμενο και την αυτή αιτία έχει κριθεί επί της ουσίας, είτε από το [EUIPO] είτε από δικαστήριο σημάτων της ΕΕ όπως αναφέρεται στο άρθρο 123, και η απόφαση του [EUIPO] ή του εν λόγω δικαστηρίου επί της συγκεκριμένης αίτησης έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου.»

9

Κατά το άρθρο 122, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις»:

«1.   Εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, στις διαδικασίες που αφορούν τα σήματα της ΕΕ και τις αιτήσεις σήματος της ΕΕ καθώς και στις δίκες που αφορούν τις ταυτόχρονες ή διαδοχικές αγωγές που ασκούνται με βάση σήματα της ΕΕ και εθνικά σήματα, εφαρμόζονται οι κανόνες της Ένωσης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

2.   Όσον αφορά τις διαδικασίες επί αγωγών και ανταγωγών που προβλέπονται στο άρθρο 124:

α)

δεν εφαρμόζονται το άρθρο 4, το άρθρο 6, το άρθρο 7 σημεία 1, 2, 3 και 5, και το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012·

β)

εφαρμόζονται, εντός των ορίων του άρθρου 125 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, τα άρθρα 25 και 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012·

γ)

οι διατάξεις του κεφαλαίου II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 που εφαρμόζονται στα πρόσωπα που έχουν κατοικία σε ένα κράτος μέλος, εφαρμόζονται επίσης και στα πρόσωπα που δεν έχουν μεν κατοικία σε ένα κράτος μέλος, αλλά έχουν εγκατάσταση σ’ αυτό.»

10

Το άρθρο 123 του κανονισμού 2017/1001, με τίτλο «Δικαστήρια σημάτων της ΕΕ», ορίζει στην παράγραφo 1 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη ορίζουν στο έδαφός τους τον μικρότερο δυνατό αριθμό πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων εθνικών δικαστηρίων, τα οποία ασκούν τα καθήκοντα που τους ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό.»

11

Το άρθρο 124 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρμοδιότητα σε θέματα παραποίησης/απομίμησης και εγκυρότητας», έχει ως εξής:

«Τα δικαστήρια σημάτων της ΕΕ έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για την εκδίκαση:

α)

όλων των αγωγών για παραποίηση/απομίμηση και, εάν επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο, για επαπειλούμενη παραποίηση/απομίμηση σήματος της ΕΕ·

[…]

δ)

των ανταγωγών για έκπτωση ή ακυρότητα του σήματος της ΕΕ που προβλέπονται στο άρθρο 128.»

12

Το άρθρο 127 του κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Τεκμήριο εγκυρότητας – Άμυνα επί της ουσίας», προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα ακόλουθα:

«Τα δικαστήρια σημάτων της ΕΕ θεωρούν το σήμα της ΕΕ έγκυρο, εκτός εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την εγκυρότητα με ανταγωγή έκπτωσης ή ακυρότητας».

13

Το άρθρο 128 του κανονισμού 2017/1001, το οποίο τιτλοφορείται «Ανταγωγή», ορίζει τα εξής:

«1.   Η ανταγωγή με αίτημα την έκπτωση ή την ακυρότητα μπορεί να βασίζεται μόνο στους λόγους έκπτωσης ή ακυρότητας που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

2.   Το δικαστήριο σημάτων της ΕΕ απορρίπτει ανταγωγή έκπτωσης ή ακυρότητας, αν το [EUIPO] έχει ήδη εκδώσει τελεσίδικη απόφαση, επί υποθέσεως με το αυτό αντικείμενο, για τους αυτούς λόγους και μεταξύ των αυτών διαδίκων.

[…]

4.   Το δικαστήριο σημάτων της ΕΕ ενώπιον του οποίου έχει ασκηθεί ανταγωγή έκπτωσης του δικαιούχου ή κήρυξης της ακυρότητας σήματος της ΕΕ δεν προχωρεί στην εξέταση της ανταγωγής έως ότου είτε το ενδιαφερόμενο μέρος είτε το δικαστήριο ενημερώσει το [EUIPO] περί της ημερομηνίας άσκησης της ανταγωγής. Το [EUIPO] σημειώνει την πληροφορία στο μητρώο. Εάν είχε ήδη κατατεθεί αίτηση έκπτωσης του δικαιούχου ή κήρυξης της ακυρότητας του σήματος της ΕΕ ενώπιον του [EUIPO] πριν από την άσκηση ανταγωγής, το δικαστήριο ενημερώνεται σχετικά από το [EUIPO] και αναστέλλει τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 132 παράγραφος 1 μέχρις ότου καταστεί τελεσίδικη η απόφαση επί της αίτησης ή αποσυρθεί η αίτηση.

[…]

6.   Όταν καταστεί τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ επί ανταγωγής με αίτημα την έκπτωση του δικαιούχου ή την ακυρότητα σήματος της ΕΕ, αντίγραφό της διαβιβάζεται χωρίς καθυστέρηση στο [EUIPO], είτε από το δικαστήριο είτε από οποιονδήποτε από τους διαδίκους στην εθνική διαδικασία. Το [EUIPO] ή οποιοσδήποτε άλλος ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει πληροφορίες για τη διαβίβαση αυτή. Το [EUIPO] καταχωρίζει μνεία της απόφασης στο μητρώο και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με το διατακτικό της.

7.   Το δικαστήριο σημάτων της ΕΕ το οποίο έχει επιληφθεί ανταγωγής έκπτωσης ή ακυρότητας, μπορεί να αναστείλει την έκδοση της αποφάσεως με αίτηση του δικαιούχου του σήματος της ΕΕ και κατόπιν ακροάσεως των άλλων διαδίκων και να καλέσει τον εναγόμενο να υποβάλει στο [EUIPO], μέσα σε προθεσμία που του τάσσει, αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας. Αν η αίτηση αυτή δεν υποβληθεί μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, τότε η διαδικασία συνεχίζεται· η ανταγωγή θεωρείται ότι έχει αποσυρθεί. Εφαρμόζεται το άρθρο 132 παράγραφος 3.»

14

Κατά το άρθρο 129 του κανονισμού 2017/1001, με τίτλο «Εφαρμοστέο δίκαιο»:

«1.   Τα δικαστήρια σημάτων της ΕΕ εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Για όλα τα θέματα σημάτων που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, το αρμόδιο δικαστήριο σημάτων της ΕΕ εφαρμόζει το ισχύον εθνικό δίκαιο.

3.   Εφόσον δεν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό, το δικαστήριο σημάτων της ΕΕ εφαρμόζει τους δικονομικούς κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται στις αντίστοιχες αγωγές που αφορούν εθνικό σήμα στο κράτος μέλος στο οποίο εδρεύει το δικαστήριο αυτό.»

15

Το άρθρο 132 του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ειδικοί κανόνες συνάφειας», προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνέχισης της δίκης, ένα δικαστήριο σημάτων της ΕΕ που έχει επιληφθεί αγωγής, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 124, εκτός της αναγνωριστικής αγωγής μη παραποίησης/απομίμησης, αναστέλλει τη διαδικασία, είτε με δική του πρωτοβουλία και αφού ακούσει τους διαδίκους, είτε με αίτηση ενός διαδίκου και αφού ακούσει τους λοιπούς διαδίκους, εάν το κύρος του σήματος της ΕΕ έχει ήδη αμφισβητηθεί με ανταγωγή ενώπιον άλλου δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ ή εάν έχει ήδη υποβληθεί ενώπιον του [EUIPO] αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας.

2.   Εφόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνέχισης της δίκης, το [EUIPO], όταν έχει επιληφθεί αίτησης έκπτωσης ή ακυρότητας, αναστέλλει τη διαδικασία είτε με δική του πρωτοβουλία και αφού ακούσει τους διαδίκους, είτε με αίτηση ενός διαδίκου και αφού ακούσει τους λοιπούς διαδίκους, εάν το κύρος του σήματος της ΕΕ έχει ήδη αμφισβητηθεί με ανταγωγή ενώπιον δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ. Ωστόσο, αν το ζητήσει ένας από τους διαδίκους στη δίκη ενώπιον του δικαστηρίου σημάτων της ΕΕ, το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία, αφού ακούσει τη γνώμη και των άλλων διαδίκων. Στην περίπτωση αυτή, το [EUIPO] συνεχίζει τη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιόν του.

3.   Το δικαστήριο σημάτων της ΕΕ που αναστέλλει τη διαδικασία, μπορεί να διατάσσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για όλη τη διάρκεια της αναστολής.»

Το γερμανικό δίκαιο

16

Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 1, του Zivilprozessordnung (κώδικα πολιτικής δικονομίας, στο εξής: ZPO), ανταγωγή μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της αγωγής όταν υφίσταται νομική συνάφεια μεταξύ του αντικειμένου της ανταγωγής και του αντικειμένου της κύριας αγωγής ή των μέσων άμυνας που προβάλλονται κατά της κύριας αγωγής.

17

Το άρθρο 261 του ZPO, με τίτλο «Εκκρεμοδικία», προβλέπει στην παράγραφό του 3, σημείο 2, ότι η αρμοδιότητα του επιληφθέντος δικαστηρίου δεν επηρεάζεται από τυχόν μεταβολή των συνθηκών που τη θεμελιώνουν.

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

18

Ο KP είναι δικαιούχος του λεκτικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Apfelzügle (στο εξής: επίμαχο σήμα), το οποίο καταχωρίστηκε στις 19 Οκτωβρίου 2017 για υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 35, 41 και 43 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί. Δεν αμφισβητείται ότι ο όρος «Apfelzügle» προσδιορίζει διάταξη ζεύξης που προορίζεται για τη συγκομιδή μήλων, αποτελούμενη από πλείονα ρυμουλκούμενα που έλκονται από ελκυστήρα.

19

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2018, ο TV, ο οποίος εκμεταλλεύεται οπωρώνα, και ο Δήμος Bodman-Ludwigshafen δημοσίευσαν, για λόγους προώθησης, πληροφορίες σχετικές με δραστηριότητα συγκομιδής και γευσιγνωσίας μήλων στο πλαίσιο περιοδείας με Apfelzügle.

20

Ο KP άσκησε αγωγή λόγω προσβολής του επίμαχου σήματος ενώπιον του Landgericht München (πρωτοδικείου Μονάχου, Γερμανία) με αίτημα να απαγορευθεί στον TV και στον Δήμο Bodman-Ludwigshafen η χρήση του όρου «Apfelzügle» σε σχέση με τις υπηρεσίες που καλύπτονται από το σήμα. Ο TV και ο Δήμος Bodman-Ludwigshafen άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 59, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2017/1001, σε συνδυασμό με το άρθρο του 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ, γʹ και δʹ, ανταγωγές για την κήρυξη της ακυρότητας του επίμαχου σήματος ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου.

21

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Landgericht München (πρωτοδικείου Μονάχου), ο KP παραιτήθηκε από την αγωγή λόγω προσβολής.

22

Δεδομένου ότι, παρά την παραίτηση, ο TV και ο Δήμος Bodman-Ludwigshafen ενέμειναν στις ανταγωγές τους, το Landgericht München (πρωτοδικείο Μονάχου) έκρινε, με απόφαση της 10ης Μαρτίου 2020, ότι οι ανταγωγές ήταν παραδεκτές, κήρυξε την ακυρότητα του επίμαχου σήματος όσον αφορά τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στην κλάση 41 και απέρριψε τις ανταγωγές κατά τα λοιπά.

23

Ο Δήμος Bodman-Ludwigshafen άσκησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης ενώπιον του Oberlandesgericht München (ανώτερου περιφερειακού δικαστηρίου Μονάχου, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, προκειμένου το επίμαχο σήμα να κηρυχθεί άκυρο και όσον αφορά τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 35 και 43.

24

Στην απόφασή του, το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι, λαμβανομένης υπόψη της παραίτησης του KP, σ’ αυτό εναπόκειται να εκτιμήσει, ως προκαταρκτικό ζήτημα, το παραδεκτό των ανταγωγών που άσκησαν οι εναγόμενοι, επισημαίνοντας ότι δεν δεσμεύεται συναφώς από την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

25

Επ’ αυτού, επικαλούμενο την έννοια και τον σκοπό της προβλεπόμενης από τον κανονισμό 2017/1001 ανταγωγής, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα ενός δικαστηρίου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποφανθεί επί τέτοιας ανταγωγής σε περίπτωση παραίτησης από την αγωγή λόγω προσβολής κατόπιν της οποίας ασκήθηκε η ανταγωγή.

26

Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η καταχώριση σήματος της Ένωσης αποτελεί πράξη οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να ακυρώνουν τις εν λόγω πράξεις, παρά μόνον κατ’ εξαίρεση σε ρητώς προβλεπόμενες περιπτώσεις, όπως είναι η περίπτωση άσκησης ανταγωγής, όπερ επιβεβαιώνεται επιπλέον από την παράγραφο 7 του άρθρου 128 του κανονισμού 2017/1001. Συγκεκριμένα, κατά το αιτούν δικαστήριο, το EUIPO διαθέτει, στον τομέα αυτόν, «κατ’ αρχήν αρμοδιότητα» η οποία του έχει απονεμηθεί «κατά προτεραιότητα». Τούτο προκύπτει ιδίως από το άρθρο 63 παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001.

27

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά την κρατούσα γερμανική θεωρία, περίπτωση όπως η προκείμενη δεν εμπίπτει στον κανονισμό 2017/1001, αλλά, δυνάμει του άρθρου του 129, παράγραφος 3, στους κανόνες της γερμανικής πολιτικής δικονομίας και, ειδικότερα, στο άρθρο 261, παράγραφος 3, σημείο 2, του ZPO, κατά το οποίο η αρμοδιότητα του δικαστηρίου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία θεμελιώνεται λόγω της άσκησης ανταγωγής δεν εξαρτάται από την έκβαση της δίκης επί της αγωγής λόγω προσβολής και, επομένως, δεν εκλείπει σε περίπτωση παραίτησης από την αγωγή.

28

Ωστόσο, κατά το αιτούν δικαστήριο, η ανάγκη να εξασφαλιστεί δυνατότητα του εναγομένου να αμυνθεί παύει να υφίσταται όταν το δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν χρειάζεται πλέον, λόγω παραίτησης, να αποφανθεί επί της αγωγής λόγω προσβολής. Η ανωτέρω ερμηνεία επιρρωννύεται εξάλλου από την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Raimund (C‑425/16, EU:C:2017:776). Επομένως, το εθνικό δικονομικό δίκαιο πρέπει να εφαρμόζεται μόνον ενόσω εκκρεμεί ένδικο βοήθημα προβλεπόμενο από το δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, τέτοια ερμηνεία δεν είναι υπέρμετρα και δυσανάλογα επαχθής για τον εναγόμενο, διότι αυτός διαθέτει σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να προσφύγει στο EUIPO δυνάμει του άρθρου 63 του κανονισμού 2017/1001.

29

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberlandesgericht München (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Μονάχου) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχουν το άρθρο 124, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 128 [του κανονισμού 2017/1001] την έννοια ότι δικαστήριο σημάτων της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης εξακολουθεί να είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί αιτήματος για την κήρυξη της ακυρότητας σήματος της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης, το οποίο προβάλλεται στο πλαίσιο ανταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 128 [του κανονισμού 2017/1001], ακόμη και μετά την έγκυρη παραίτηση από την αγωγή λόγω προσβολής του επίμαχου σήματος της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 124, στοιχείο αʹ [του κανονισμού];»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

30

Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 124, στοιχεία αʹ και δʹ, και το άρθρο 128 του κανονισμού 2017/1001 έχουν την έννοια ότι δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο επιλαμβάνεται αγωγής λόγω προσβολής σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης του οποίου το κύρος αμφισβητείται με ανταγωγή για την κήρυξη της ακυρότητας παραμένει αρμόδιο να αποφανθεί επί του κύρους του σήματος παρά την παραίτηση από την κύρια αγωγή.

31

Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα, χρειάζεται να διευκρινιστεί η έννοια και το περιεχόμενο που πρέπει να προσδοθεί στον όρο «ανταγωγή» κατά τον κανονισμό.

32

Κατά πάγια νομολογία, από τις επιταγές τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι το γράμμα διάταξης του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κανονικά να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο. Επιπλέον, ο προσδιορισμός της σημασίας και του περιεχομένου φράσεων για τις οποίες το δίκαιο της Ένωσης δεν παρέχει κανέναν ορισμό πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με το σύνηθες νόημα των εν λόγω φράσεων, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτές χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση της οποίας αποτελούν μέρος (απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2022, Zinātnes parks, C‑347/20, EU:C:2022:59, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

33

Ο κανονισμός 2017/1001 δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών όσον αφορά την έννοια και το περιεχόμενο που πρέπει να προσδοθεί στον ανωτέρω όρο. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω όρος πρέπει να θεωρείται αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης και να ερμηνεύεται ομοιόμορφα εντός της Ένωσης [αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2014, Deckmyn και Vrijheidsfonds, C‑201/13, EU:C:2014:2132, σκέψη 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 25ης Νοεμβρίου 2021, État luxembourgeois (Πληροφορίες για μια ομάδα φορολογουμένων), C‑437/19, EU:C:2021:953, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

34

Η παραπομπή του άρθρου 129, παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001 στους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, υπό την επιφύλαξη ότι «δεν ορίζεται άλλως» στον κανονισμό, δεν αναιρεί την ανωτέρω διαπίστωση.

35

Πράγματι, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός δεν ρυθμίζει το ζήτημα αν η δίκη επί της ανταγωγής συνεχίζεται παρά την παραίτηση από την αγωγή λόγω προσβολής κατόπιν της οποίας ασκήθηκε η ανταγωγή. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται ακριβώς από το περιεχόμενο το οποίο ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να προσδώσει στο εν λόγω ένδικο βοήθημα.

36

Επομένως, ελλείψει ορισμού της έννοιας της «ανταγωγής» στον κανονισμό 2017/1001, επισημαίνεται, πρώτον, ότι, όπως σημείωσε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 37 των προτάσεών του και όπως επιβεβαιώνεται από τους όρους που χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, στις αποδόσεις των επίμαχων διατάξεων του κανονισμού στη δανική (Modkrav), στη γερμανική (Widerklage), στην ελληνική (ανταγωγή) και στην αγγλική γλώσσα (counterclaim), ο όρος αυτός προσδιορίζει συνήθως την αντίθετη αγωγή την οποία ασκεί ο εναγόμενος σε διαδικασία κινηθείσα από τον ενάγοντα εναντίον του ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.

37

Όσον αφορά, δεύτερον, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι διατάξεις αυτές, επισημαίνεται, κατά πρώτον, ότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 32 του κανονισμού 2017/1001, το άρθρο του 122 καθιστά τους κανόνες της Ένωσης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμοστέους στις διαδικασίες που αφορούν τα σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 50 και 51 των προτάσεών του, η έννοια της «ανταγωγής», κατά τον κανονισμό 2017/1001, πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο που συνάδει προς τους ανωτέρω κανόνες και προς τη σχετική νομολογία.

38

Συναφώς, από τη νομολογία σχετικά με το σύστημα που θεσπίστηκε με τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε και εν συνεχεία επαναλήφθηκε διαδοχικώς με τον κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1) και με τον κανονισμό 1215/2012, προκύπτει ότι η ανταγωγή δεν ταυτίζεται με απλό μέσο άμυνας. Μολονότι ασκείται στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας μέσω άλλου ενδίκου βοηθήματος, συνιστά αγωγή διακριτή και αυτοτελή, της οποίας η δικονομική μεταχείριση δεν εξαρτάται από την κύρια αγωγή και η εκδίκασή της μπορεί επομένως να συνεχιστεί ακόμη και αν η αγωγή απορριφθεί (πρβλ. απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2016, Kostanjevec, C‑185/15, EU:C:2016:763, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39

Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η «ανταγωγή» κατά την έννοια του κανονισμού 2017/1001 πρέπει να νοηθεί ως ένδικο βοήθημα το οποίο εξακολουθεί βεβαίως να προϋποθέτει την άσκηση αγωγής λόγω προσβολής και το οποίο συνδέεται κατά συνέπεια με την αγωγή. Εντούτοις, το ένδικο αυτό βοήθημα αποσκοπεί στη διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς και στην αναγνώριση αξίωσης διακριτής και αυτοτελούς σε σχέση με την κύρια αγωγή, προκειμένου ιδίως να κηρυχθεί άκυρο το επίμαχο σήμα.

40

Επομένως, καθόσον συνεπάγεται τη διεύρυνση του αντικειμένου της διαφοράς, η ανταγωγή καθίσταται, παρά τον σύνδεσμο μεταξύ της κύριας αγωγής και της ανταγωγής, αυτοτελής και η επ’ αυτής δίκη δεν καταργείται σε περίπτωση παραίτησης από την κύρια αγωγή. Ως εκ τούτου, η ανταγωγή διακρίνεται από ένα απλό μέσο άμυνας και η τύχη της δεν εξαρτάται από την τύχη της αγωγής λόγω προσβολής επ’ ευκαιρία της οποίας ασκήθηκε.

41

Κατά δεύτερον, από την όλη οικονομία του κανονισμού 2017/1001 συνάγεται ότι, χρησιμοποιώντας τον όρο «ανταγωγή» στο πλαίσιο του κανονισμού, ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να προσδώσει σε αυτόν την ίδια έννοια και το ίδιο περιεχόμενο με εκείνα που προσδιορίστηκαν στις σκέψεις 36 έως 39 της παρούσας απόφασης.

42

Βεβαίως, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, ο κανονισμός επιφυλάσσει στο EUIPO αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά την καταχώριση των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ανακοπή κατά της καταχώρισης (απόφαση της 21ης Ιουλίου 2016, Apple and Pear Australia και Star Fruits Diffusion κατά EUIPO, C‑226/15 P, EU:C:2016:582, σκέψη 50). Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο όσον αφορά το κύρος των σημάτων. Μολονότι ο κανονισμός επιλέγει, κατ’ αρχήν, το συγκεντρωτικό σύστημα επεξεργασίας από το EUIPO των αιτήσεων για την κήρυξη της ακυρότητας του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την έκπτωση από το δικαίωμα επ’ αυτού, εντούτοις η αρχή αυτή μετριάζεται και η αρμοδιότητα για την κήρυξη της ακυρότητας του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή την έκπτωση από το δικαίωμα επ’ αυτού απονέμεται, βάσει των άρθρων 63 και 124 του κανονισμού 2017/1001, από κοινού στα δικαστήρια σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία προσδιορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 123, παράγραφος 1, του κανονισμού, και στο EUIPO (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2012, Celaya Emparanza y Galdos International, C‑488/10, EU:C:2012:88, σκέψη 48).

43

Συναφώς, λαμβανομένων υπόψη των αμφιβολιών που εξέφρασε το αιτούν δικαστήριο ως προς το ακριβές περιεχόμενο της κατανομής των αρμοδιοτήτων, υπογραμμίζεται επίσης ότι η αρμοδιότητα που απονέμεται στα δικαστήρια σημάτων συνιστά την άμεση εφαρμογή ενός κανόνα απονομής αρμοδιοτήτων που προβλέπεται από τον κανονισμό 2017/1001 και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά «εξαίρεση» από την αρμοδιότητα του EUIPO στον εν λόγω τομέα.

44

Επιπλέον, οι επίμαχες αρμοδιότητες ασκούνται σύμφωνα με την αρχή ότι προτεραιότητα έχει το επιληφθέν δικαστήριο. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 132, παράγραφοι 1 και 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2017/1001 και «[ε]φόσον δεν υπάρχουν ειδικοί λόγοι συνέχισης της δίκης», αρμόδιο συναφώς είναι το δικαιοδοτικό όργανο που επιλαμβάνεται πρώτο διαφοράς σχετικής με το κύρος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

45

Το γεγονός ότι, δυνάμει του άρθρου 128, παράγραφος 7, του κανονισμού 2017/1001, ο δικαιούχος σήματος του οποίου το κύρος αμφισβητείται ενώπιον δικαστηρίου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ανταγωγή μπορεί να επιτύχει να εκδοθεί η απόφαση επί του κύρους του σήματος μετά το πέρας διαδικασίας ενώπιον του EUIPO, δεν θέτει εν αμφιβόλω την αρχή της προτεραιότητας. Όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της εν λόγω διάταξης, αυτή αναγνωρίζει απλώς δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας, δεδομένου ότι το δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί επίσης κάλλιστα να αποφασίσει να αποφανθεί επί της ανταγωγής.

46

Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση της παραγράφου 2, δεύτερη περίοδος, του άρθρου 132, του κανονισμού. Πράγματι, το δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι υποχρεωμένο να αναστείλει τη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιόν του μόνον αν έχει υποβληθεί ενώπιον του EUIPO αίτηση έκπτωσης από το δικαίωμα επί του επίμαχου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αίτηση για την κήρυξη της ακυρότητας του εν λόγω σήματος πριν από την άσκηση της ανταγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 128, παράγραφος 4, του κανονισμού.

47

Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του συστήματος κατανομής των αρμοδιοτήτων που περιγράφεται στις σκέψεις 42 έως 46 της παρούσας απόφασης, παρατηρείται ότι, στο πλαίσιο του συστήματος που θεσπίζει ο κανονισμός 2017/1001, ο οποίος, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη του 4 και το άρθρο του 1, παράγραφος 2, καθιερώνει τον ενιαίο χαρακτήρα του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να απονείμει αρμοδιότητα για την εξέταση του κύρους των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης τόσο στο EUIPO όσο και στα δικαστήρια σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο των αποφάσεών τους επί ανταγωγών.

48

Συναφώς, όπως συνάγεται από την αιτιολογική σκέψη 32 του κανονισμού, οι αποφάσεις σχετικά με το κύρος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ισχύ erga omnes στο σύνολο της Ένωσης, τόσο όταν προέρχονται από το EUIPO όσο και όταν εκδίδονται επί ανταγωγής ασκηθείσας ενώπιον δικαστηρίου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Raimund, C‑425/16, EU:C:2017:776, σκέψεις 28 και 29).

49

Η erga omnes ισχύς επιβεβαιώνεται από το άρθρο 128, παράγραφος 6, του κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι ένα δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να διαβιβάζει αντίγραφο της έχουσας αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου απόφασης επί ανταγωγής για την έκπτωση από το δικαίωμα επί του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή για την κήρυξη της ακυρότητας του σήματος στο EUIPO, το οποίο οφείλει να καταχωρίσει την απόφαση στο μητρώο και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς το διατακτικό της (πρβλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Raimund, C‑425/16, EU:C:2017:776, σκέψη 30).

50

Αντιθέτως, η απόφαση ενός δικαστηρίου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί αγωγής λόγω προσβολής ισχύει μόνον inter partes, οπότε εφόσον καταστεί τελεσίδικη, η απόφαση δεν δεσμεύει παρά μόνον αυτούς που ενεπλάκησαν στο πλαίσιο της αγωγής (πρβλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Raimund, C‑425/16, EU:C:2017:776, σκέψη 31).

51

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι υποχρεωμένο να αποφανθεί επί της ανταγωγής για την κήρυξη της ακυρότητας σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 128, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, στο πλαίσιο αγωγής λόγω προσβολής του σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 124, στοιχείο αʹ, του κανονισμού, πριν αποφανθεί επί της εν λόγω αγωγής κατά της οποίας προβάλλεται ο ίδιος απόλυτος λόγος ακυρότητας (πρβλ. απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Raimund, C‑425/16, EU:C:2017:776, σκέψεις 33 και 34).

52

Υπό το πρίσμα των ιδιαιτεροτήτων του καθεστώτος που διέπει την ανταγωγή, η ερμηνεία του αυτοτελούς αυτού ενδίκου βοηθήματος, το οποίο έχει ως αντικείμενο την εκτίμηση του κύρους των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό την έννοια ότι, με την παραίτηση από την αγωγή του λόγω προσβολής, ο δικαιούχος του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να στερήσει από ένα δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη δυνατότητα να αποφανθεί επί της ασκηθείσας στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής ανταγωγής για την κήρυξη της ακυρότητας θα παρέβλεπε την έκταση της αρμοδιότητας την οποία ο νομοθέτης θέλησε να απονείμει στα δικαστήρια σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, από τη γενική οικονομία του κανονισμού 2017/1001 προκύπτει ότι σε περίπτωση παραίτησης από την κύρια αγωγή η δίκη επί της ανταγωγής δεν καταργείται.

53

Τέλος, τρίτον, η έννοια και το περιεχόμενο του όρου «ανταγωγή» κατά τον κανονισμό 2017/1001, όπως διευκρινίστηκαν στις σκέψεις 39 και 52 της παρούσας απόφασης, επιβεβαιώνονται από τους επιδιωκόμενους από τον κανονισμό 2017/1001 σκοπούς.

54

Αφενός, από τη νομολογία σχετικά με το σύστημα που θεσπίστηκε με τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, όπως τροποποιήθηκε και εν συνεχεία επαναλήφθηκε διαδοχικώς με τους κανονισμούς 44/2001 και 1215/2012, συνάγεται ότι, χάριν της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, η δυνατότητα άσκησης ανταγωγής καθιστά δυνατή για τους διαδίκους την επίλυση, με την ίδια διαδικασία και από το ίδιο δικαστήριο, όλων των μεταξύ τους διαφορών από κοινή αιτία και, με τον τρόπο αυτόν, σκοπεί ιδίως στην αποτροπή πολλαπλών και περιττών δικών, όπερ θα ενείχε τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων (πρβλ. αποφάσεις της 31ης Μαΐου 2018, Nothartová, C‑306/17, EU:C:2018:360, σκέψεις 21 και 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 21ης Ιουνίου 2018, Petronas Lubricants Italy, C‑1/17, EU:C:2018:478, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 32 του κανονισμού 2017/1001, τέτοιοι σκοποί επιδιώκονται από το καθεστώς που προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό στο σύνολό του και, ειδικότερα, στα άρθρα του 124 και 128.

55

Επομένως, η επίτευξη των ανωτέρω σκοπών προϋποθέτει ότι ένα δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει, παρά την παραίτηση από την κύρια αγωγή, να μπορεί να αποφανθεί επί της αξίωσης που προβάλλει ο εναγόμενος της αγωγής λόγω προσβολής με ανταγωγή για την κήρυξη της ακυρότητας του επίμαχου σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

56

Αντιθέτως, θα αντέβαινε προς την αρχή της οικονομίας της δίκης το να υποχρεώνεται ο διάδικος που άσκησε ανταγωγή να κινήσει διαδικασία ενώπιον του EUIPO σε περίπτωση παραίτησης του κύριου ενάγοντος προκειμένου να διασφαλίσει ότι δεν θα είναι πλέον υποχρεωμένος να αμυνθεί στο μέλλον έναντι του κύριου ενάγοντος.

57

Αφετέρου, η ερμηνεία του όρου «ανταγωγή» υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση παραίτησης από την κύρια αγωγή, ένα δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα μπορούσε πλέον να αποφανθεί επί ανταγωγής για την κήρυξη της ακυρότητας θα παρείχε στον δικαιούχο σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης τη δυνατότητα, με την παραίτησή του από διαδικασία λόγω προσβολής την οποία ο ίδιος θα είχε κινήσει, να συνεχίσει να εκμεταλλεύεται, ενδεχομένως κακόπιστα, σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο μπόρεσε να καταχωριστεί κατά παράβαση των προβλεπόμενων στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001 απόλυτων λόγων απαραδέκτου. Τέτοια κατάσταση θα διακύβευε όμως την αποτελεσματική υλοποίηση των επιδιωκόμενων από τον κανονισμό σκοπών (πρβλ. διάταξη της 30ής Απριλίου 2015, Castel Frères κατά EUIPO, C‑622/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:297, σκέψεις 46 και 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

58

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 124, στοιχεία αʹ και δʹ, και το άρθρο 128 του κανονισμού 2017/1001 έχουν την έννοια ότι δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο επιλαμβάνεται αγωγής λόγω προσβολής σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης του οποίου το κύρος αμφισβητείται με ανταγωγή για την κήρυξη της ακυρότητας παραμένει αρμόδιο να αποφανθεί επί του κύρους του σήματος παρά την παραίτηση από την κύρια αγωγή.

Επί των δικαστικών εξόδων

59

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το άρθρο 124, στοιχεία αʹ και δʹ, και το άρθρο 128 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

 

έχουν την έννοια ότι:

 

δικαστήριο σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο επιλαμβάνεται αγωγής λόγω προσβολής σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης του οποίου το κύρος αμφισβητείται με ανταγωγή για την κήρυξη της ακυρότητας παραμένει αρμόδιο να αποφανθεί επί του κύρους του σήματος παρά την παραίτηση από την κύρια αγωγή.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.