ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 15ης Σεπτεμβρίου 2022 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Παράρτημα VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ – Υπάλληλος της Ένωσης, υπήκοος του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, ο οποίος είχε τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος του κράτους του τόπου υπηρεσίας του εντός των δέκα ετών που προηγήθηκαν της ανάληψης υπηρεσίας – Αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση – Κτήση της ιθαγένειας του κράτους υπηρεσίας από τον εν λόγω υπάλληλο της Ένωσης – Αφαίρεση του δικαιώματος λήψης του επιδόματος αποδημίας – Προσφυγή ακυρώσεως»
Στην υπόθεση C‑675/20 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2020,
Colin Brown, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από την I. Van Damme, advocaat,
αναιρεσείων,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον T. S. Bohr και την D. Milanowska,
καθής πρωτοδίκως,
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τους M. Alver και M. Bauer,
παρεμβαίνον πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, S. Rodin, J.‑C. Bonichot, L. S. Rossi (εισηγήτρια) και O. Spineanu-Matei, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: M. Longar, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 2ας Φεβρουαρίου 2022,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 7ης Απριλίου 2022,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την αίτηση αναιρέσεως, ο Colin Brown, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 5ης Οκτωβρίου 2020, Brown κατά Επιτροπής (T‑18/19, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2020:465), η οποία απέρριψε την προσφυγή του με αίτημα να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής της 19ης Μαρτίου 2018, με την οποία προβλέφθηκε ότι, από 1ης Δεκεμβρίου 2017, αφότου ο ενδιαφερόμενος απέκτησε την ιθαγένεια του κράτους μέλους του τόπου υπηρεσίας του, του αφαιρείται το δικαίωμα λήψης του επιδόματος αποδημίας και, κατά συνέπεια, το δικαίωμα επιστροφής των εξόδων ταξιδίου μεταξύ του τόπου υπηρεσίας του και του τόπου καταγωγής του (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). |
Το νομικό πλαίσιο
|
2 |
Το άρθρο 1δ, παράγραφος 5, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς στο πλαίσιο της οποίας ασκήθηκε η προσφυγή (στο εξής: ΚΥΚ), ορίζει τα εξής: «Οσάκις πρόσωπα καλυπτόμενα από τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, τα οποία θεωρούν ότι βλάπτονται, επειδή η αρχή της ίσης μεταχείρισης, όπως προαναφέρθηκε, δεν εφαρμόσθηκε σε αυτά, αποδεικνύουν γεγονότα, από τα οποία τεκμαίρεται ότι υπήρξε άμεση ή έμμεση διάκριση, το όργανο φέρει το βάρος της απόδειξης ότι δεν υπήρξε παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. […]» |
|
3 |
Το άρθρο 4 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ ορίζει τα εξής: «1. Το επίδομα αποδημίας, ίσο με το 16 % του συνολικού ποσού του βασικού μισθού, καθώς και του επιδόματος στέγης και του επιδόματος συντηρούμενων τέκνων [που καταβάλλονται] στον υπάλληλο χορηγείται:
[…] 2. Ο υπάλληλος, ο οποίος, [καίτοι] δεν έχει και δεν είχε ποτέ την ιθαγένεια του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του, δεν πληροί τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1, δικαιούται επίδομα εκπατρισμού ίσο με το ένα τέταρτο του επιδόματος αποδημίας. 3. Για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, ο υπάλληλος, ο οποίος με το γάμο απέκτησε [αυτοδικαίως], και χωρίς δυνατότητα αποποιήσεως, την ιθαγένεια του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του, εξομοιώνεται με τον υπάλληλο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 α) πρώτη περίπτωση.» |
|
4 |
Το άρθρο 7, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ ορίζει τα εξής: «Ο τόπος καταγωγής του υπαλλήλου καθορίζεται κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, αφού ληφθεί καταρχήν υπόψη ο τόπος πρόσληψής του ή, κατόπιν ρητού και δεόντως αιτιολογημένου αιτήματός του, ο τόπος όπου ευρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του. Ο τόπος καταγωγής ο οποίος καθορίζεται κατά τον τρόπο αυτόν μπορεί, με ειδική απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, να μεταβληθεί ενόσω ο υπάλληλος βρίσκεται εν ενεργεία ή επ’ ευκαιρία της αποχώρησής του από την υπηρεσία. Ωστόσο, ενόσω βρίσκεται εν ενεργεία, η απόφαση αυτή λαμβάνεται μόνο κατ’ εξαίρεση και αφού ο υπάλληλος προσκομίσει τα κατάλληλα δικαιολογητικά στοιχεία.» |
|
5 |
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ ορίζει τα κατωτέρω: «Ο υπάλληλος που δικαιούται επίδομα αποδημίας ή εκπατρισμού δικαιούται, εντός των ορίων που καθορίζονται στην παράγραφο 2, κάθε ημερολογιακό έτος, κατ’ αποκοπή αποζημίωση η οποία αντιστοιχεί στα έξοδα ταξιδίου από τον τόπο υπηρεσίας στον τόπο καταγωγής, όπως ορίζεται στο άρθρο 7, για τον ίδιο και, εάν δικαιούται επίδομα στέγης, για τον ή τη σύζυγό του και τα συντηρούμενα από αυτόν πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 2.» |
|
6 |
Το άρθρο 20, πρώτη περίοδος, του ΚΥΚ προβλέπει τα ακόλουθα: «Ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση να διαμένει στον τόπο της υπηρεσίας του ή σε τόση απόσταση από τον τελευταίο, ώστε να μην παρεμποδίζεται στην άσκηση των καθηκόντων του. […]» |
|
7 |
Το άρθρο 85, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ ορίζει τα εξής: «Κάθε ποσό που ελήφθη αχρεωστήτως αναζητείται αν ο λαβών εγνώριζε την αντικανονικότητα της καταβολής ή αν η αντικανονικότητα αυτή ήταν τόσο εμφανής ώστε δεν ηδύνατο να την αγνοεί.» |
Το ιστορικό της διαφοράς
|
8 |
Το ιστορικό της διαφοράς συνοψίζεται από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 1 έως 8 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως εξής: «1 Ο προσφεύγων, Colin Brown, είχε αρχικά την ιδιότητα του υπηκόου του Ηνωμένου Βασιλείου και μόνον, έζησε δε στο Ηνωμένο Βασίλειο [της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας] μέχρι το 1996. Σπούδασε στην Ιταλία το 1996 και το 1997, και στη συνέχεια στο Βέλγιο, από τον Σεπτέμβριο του 1997 έως τον Ιούνιο του 1998. Κατόπιν τούτου, ο προσφεύγων πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στην […] Επιτροπή […] από την 1η Οκτωβρίου 1998 έως τις 28 Φεβρουαρίου 1999. Τέλος, εργάστηκε με καθεστώς πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα στο Βέλγιο από την 1η Μαρτίου 1999 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2000. 2 Ο προσφεύγων ανέλαβε καθήκοντα στην Επιτροπή την 1η Ιανουαρίου 2001. Το Γραφείο “Διαχείριση και Εκκαθάριση των Ατομικών Δικαιωμάτων” (PMO) της Επιτροπής του χορήγησε το επίδομα αποδημίας δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του [ΚΥΚ]. 3 […] [Η] πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου γνωστοποίησε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στις 29 Μαρτίου 2017, την πρόθεση του εν λόγω κράτους μέλους να αποχωρήσει από την Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ) κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50, παράγραφος 2, ΣΕΕ. 4 Στις 27 Ιουνίου 2017 ο προσφεύγων ζήτησε να αποκτήσει τη βελγική ιθαγένεια, η οποία του χορηγήθηκε στις 3 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Στις 19 Ιανουαρίου 2018 κοινοποίησε αυτή τη μεταβολή της κατάστασής του στο PMO. 5 Στις 23 Φεβρουαρίου 2018 ο προσφεύγων πληροφορήθηκε, αφενός, ότι το επίδομα αποδημίας τού είχε αφαιρεθεί από τις 31 Οκτωβρίου 2017, με την αιτιολογία ότι είχε αποκτήσει τη βελγική ιθαγένεια, και, αφετέρου, ότι έχανε κατά συνέπεια και το δικαίωμα επιστροφής των εξόδων ταξιδίου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. 6 Κατόπιν αιτήματος για παροχή διευκρινίσεων, ο προσφεύγων έλαβε, στις 5 Μαρτίου 2018, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από το οποίο προέκυπτε ότι η αφαίρεση του επιδόματος αποδημίας δικαιολογούνταν, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, από το γεγονός ότι κατοικούσε στο Βέλγιο από το 1997. 7 Στις 19 Μαρτίου 2018 το PMO αντικατέστησε την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2018 με [την προσβαλλόμενη απόφαση]. 8 Στις 17 Ιουνίου 2018 ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής […] της 15ης Οκτωβρίου 2018.» |
Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
|
9 |
Στο πλαίσιο της προσφυγής του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ο νυν αναιρεσείων (στο εξής: αναιρεσείων) ζήτησε, μεταξύ άλλων, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση καθώς και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να του χορηγήσει εκ νέου, από 1ης Δεκεμβρίου 2017, το δικαίωμα λήψης του επιδόματος αποδημίας, που προβλέπει το άρθρο 4 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ (στο εξής: επίδομα αποδημίας), και το δικαίωμα επιστροφής των εξόδων ταξιδίου μεταξύ του τόπου υπηρεσίας του και του τόπου καταγωγής του, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 του εν λόγω παραρτήματος VII. |
|
10 |
Προς στήριξη των ακυρωτικών αιτημάτων του, ο αναιρεσείων προέβαλε τέσσερις λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι απορρίφθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο. |
|
11 |
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε πρωτοδίκως, και ο οποίος αφορούσε παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, κατέληξε στο συμπέρασμα, με τη συλλογιστική που ανέπτυξε στις σκέψεις 35 έως 51 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το PMO δεν παρέβη την ως άνω διάταξη του ΚΥΚ «κρίνοντας ότι η κτήση της ιθαγένειας της χώρας υπηρεσίας κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας έπρεπε να οδηγήσει σε επανεξέταση του δικαιώματος για επίδομα αποδημίας» (σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης). Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος κατά την οποία ο κίνδυνος για τον ίδιο, ως υπήκοο του Ηνωμένου Βασιλείου, «να παυθεί από τα καθήκοντά του» κατόπιν της αποχώρησης του κράτους αυτού από την Ένωση συνιστούσε περίπτωση ανωτέρας βίας που απάλλασσε το PMO από την υποχρέωση επανεξέτασης της κατάστασής του υπό το πρίσμα της βελγικής ιθαγένειας την οποία είχε αποκτήσει (σκέψεις 55 έως 71 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης). |
|
12 |
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, ότι από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα του ιστορικού θέσπισης της διάταξης αυτής και του επιδιωκόμενου από αυτήν σκοπού, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Διοίκηση υποχρεούται να συνεχίσει να καταβάλλει μηνιαίως το επίδομα αποδημίας όταν επέρχεται γεγονός που μεταβάλλει ουσιωδώς την κατάσταση του δικαιούχου υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων χορήγησής του. H απόκτηση από τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο της ιθαγένειας του κράτους του τόπου υπηρεσίας του, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, συνιστούσε τέτοια ουσιώδη μεταβολή ικανή να οδηγήσει στην αφαίρεση του δικαιώματος λήψης του επίμαχου επιδόματος. |
|
13 |
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε πρωτοδίκως από τον αναιρεσείοντα, και ο οποίος αφορούσε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων συνεπεία της επανεξέτασης της κατάστασής του υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, ο λόγος αυτός απορρίφθηκε από το Γενικό Δικαστήριο κατόπιν της ανάλυσης που εκτέθηκε στις σκέψεις 75 έως 106 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. |
|
14 |
Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η τήρηση της εν λόγω αρχής επιβάλλεται όχι μόνον κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος ανέλαβε υπηρεσία, αλλά και επ’ ευκαιρία της επανεξέτασης της ύπαρξης του δικαιώματός του για λήψη του επιδόματος αποδημίας, κατόπιν μεταβολής της προσωπικής του κατάστασης. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, από την ημερομηνία κατά την οποία ο αναιρεσείων πολιτογραφήθηκε Βέλγος, έπρεπε να τύχει της ίδιας μεταχείρισης με κάθε άλλο Βέλγο υπήκοο ή πρώην υπήκοο, του οποίου η συνήθης διαμονή στο Βέλγιο, έστω και βραχείας διαρκείας, κατά τη «δεκαετή περίοδο αναφοράς» πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, αρκούσε για να αποκλειστεί το δικαίωμα λήψης του επιδόματος αυτού, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. |
|
15 |
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε πρωτοδίκως, και με τον οποίο ο αναιρεσείων προσήψε στην Επιτροπή ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων υιοθετώντας την ερμηνεία που προσέδωσε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε, στις σκέψεις 112 και 113 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η ερμηνεία που πρότεινε ο αναιρεσείων ήταν ασυμβίβαστη με το ίδιο το γράμμα της διάταξης αυτής καθώς και με το περιεχόμενό της, οπότε δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να γίνει δεκτή. |
|
16 |
Συνάγοντας τις συνέπειες των εκτιμήσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε και τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε, επικουρικώς, σε πρώτο βαθμό ο αναιρεσείων και ο οποίος αφορούσε ένσταση έλλειψης νομιμότητας του άρθρου 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, καθώς και τα λοιπά αιτήματα και, κατά συνέπεια, την προσφυγή στο σύνολό της (σκέψεις 123 έως 132 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης). |
Τα αιτήματα των διαδίκων και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
|
17 |
Με την αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
18 |
Η Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητούν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. |
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
|
19 |
Προς στήριξη των αιτημάτων του, ο αναιρεσείων προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται στην αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση που φέρεται ότι προκύπτει από την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. |
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
20 |
Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, καθόσον έκρινε ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει ή επιβάλλει την κατάργηση του δικαιώματος ενός υπαλλήλου για τη λήψη του επιδόματος αποδημίας εφόσον ο εν λόγω υπάλληλος έχει αποκτήσει την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας του, χωρίς να έχει μεταβληθεί το κράτος αυτό. |
|
21 |
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, κατ’ αρχάς, ότι συντάσσεται πλήρως με την εκτιθέμενη στις σκέψεις 47 έως 50 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης παραδοχή της συλλογιστικής του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τον σκοπό του επιδόματος αποδημίας, ο οποίος συνίσταται στην αντιστάθμιση των προβλημάτων και των επιβαρύνσεων που αντιμετωπίζει ένας υπάλληλος λόγω της απόστασης μεταξύ του κράτους του τόπου υπηρεσίας του και του κράτους καταγωγής του. |
|
22 |
Η ανάγκη παροχής αντιστάθμισης καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας ενός υπαλλήλου, στο κράτος όπου ανέλαβε τα καθήκοντά του, είναι προφανής, δεδομένου ότι τα έξοδα και τα προβλήματα δεν εξαλείφονται ακόμη και αν ο υπάλληλος αυτός παρέμεινε απόδημος καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του και δημιούργησε δεσμούς διαφόρων ειδών με το κράτος του τόπου υπηρεσίας του. Αντιθέτως, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τα εν λόγω έξοδα και προβλήματα θα μπορούσαν μάλιστα να αυξηθούν. |
|
23 |
Κατά τον αναιρεσείοντα, η σχέση μεταξύ του κράτους του τόπου καταγωγής του ενδιαφερομένου υπαλλήλου κατά την πρόσληψή του και του δικαιώματος για τη λήψη του επιδόματος αποδημίας εξηγεί γιατί το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, αφενός, εστιάζει αποκλειστικά στις περιόδους που προηγούνται της ανάληψης υπηρεσίας από τον εν λόγω υπάλληλο και όχι στα γεγονότα που δύνανται να επέλθουν μετά την εν λόγω ανάληψη υπηρεσίας και, αφετέρου, χρησιμοποιεί τον ενεστώτα της οριστικής στην έκφραση «δεν είναι και δεν υπήρξε […] υπήκοος» του κράτους υπηρεσίας, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιθαγένεια του εν λόγω υπαλλήλου κατά την ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας. |
|
24 |
Κατά τον αναιρεσείοντα, η πλάνη περί το δίκαιο την οποία ενέχει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οφείλεται στο γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, με τη συλλογιστική του, σε αποτέλεσμα ασυμβίβαστο με τον λόγο ύπαρξης του επιδόματος αποδημίας, όπως αυτός εκτέθηκε στις σκέψεις 47 έως 50 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συνίσταται στο ότι το επίδομα αυτό πρέπει να χορηγείται με γνώμονα τις περιστάσεις που υφίστανται κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο οικείος υπάλληλος αναλαμβάνει υπηρεσία και ότι το δικαίωμα λήψης του επιδόματος αυτού δεν μπορεί να αφαιρεθεί στη συνέχεια, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος αλλάξει τόπο υπηρεσίας. |
|
25 |
Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε, με τις σκέψεις 36 και 50 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η ένταξη του οικείου υπαλλήλου στο κράτος του τόπου υπηρεσίας του, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, δεν επηρεάζει το δικαίωμά του επί του επιδόματος αποδημίας. |
|
26 |
Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος και αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο νομοθέτης της Ένωσης εσκεμμένα δεν εξέτασε το ζήτημα της αλλαγής ιθαγένειας μετά την πρόσληψη του οικείου υπαλλήλου. Κατά τον αναιρεσείοντα, το μόνο συμπέρασμα που πρέπει να συναχθεί εξ αυτού, λαμβανομένου υπόψη του λόγου ύπαρξης του επιδόματος αποδημίας, είναι ότι η κτήση νέας ιθαγένειας μετά την ανάληψη υπηρεσίας του ενδιαφερομένου δεν μπορεί να συνιστά λόγο αφαίρεσης του δικαιώματος λήψης του επιδόματος αποδημίας εφόσον το πρόσωπο αυτό πληρούσε αρχικώς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. |
|
27 |
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου, που περιλαμβάνεται στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το επίδομα αποδημίας αποσκοπεί στην ενθάρρυνση προσλήψεων από την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση. Επομένως, το επίδομα αυτό δεν μπορεί να επανεξετασθεί μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ενδιαφερομένου. |
|
28 |
Με το υπόμνημα απάντησης o αναιρεσείων προσθέτει, επικαλούμενος τον όρο «πλάσμα δικαίου» ο οποίος χρησιμοποιείται στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται η εφαρμογή ενός τέτοιου «πλάσματος δικαίου», συνιστάμενου στο ότι η αλλαγή ιθαγένειας ενός υπαλλήλου λογίζεται ότι επέρχεται αναδρομικώς από την ημερομηνία κατά την οποία αυτός ανέλαβε υπηρεσία. Συγκεκριμένα, κατά την ημερομηνία θέσπισης του άρθρου 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, ο νομοθέτης της Ένωσης είχε πλήρη επίγνωση των περιπτώσεων διπλής ιθαγένειας ή απόκτησης νέας ιθαγένειας. Παρά ταύτα, δεν προέβλεψε ρητώς την αφαίρεση του δικαιώματος λήψης του επιδόματος αποδημίας στις περιπτώσεις αυτές. |
|
29 |
Επιπλέον, ο αναιρεσείων φρονεί ότι, αν τα κριτήρια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ εφαρμόζονταν μετά την ανάληψη υπηρεσίας του οικείου υπαλλήλου, τότε θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η διάρκεια διαμονής στο κράτος του τόπου υπηρεσίας. Στο μέτρο που η αλλαγή τόπου διαμονής του ενδιαφερομένου αφότου αυτός ανέλαβε υπηρεσία –εξυπακουομένου ότι η προϋπόθεση περί διαμονής είναι η σημαντικότερη από τις δύο προϋποθέσεις για την εκτίμηση της ανάγκης χορήγησης του επιδόματος, με την προϋπόθεση της ιθαγένειας να είναι δευτερεύουσα– δεν συνεπάγεται επανεκτίμηση της ανάγκης χορήγησης του επιδόματος, το ίδιο θα πρέπει να ισχύει και για την αλλαγή της ιθαγένειας του ενδιαφερομένου. Κατά τον αναιρεσείοντα, ένας υπάλληλος είτε χρειάστηκε να εγκαταλείψει το κράτος διαμονής του για να αναλάβει υπηρεσία είτε μπόρεσε να παραμείνει εκεί. Επομένως, οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση του δικαιώματος λήψης του επιδόματος αποδημίας στηρίζονται εξ ολοκλήρου στην κατάσταση του ενδιαφερομένου πριν από την ανάληψη της υπηρεσίας. |
|
30 |
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο, φρονεί ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
31 |
Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι ο αναιρεσείων δεν προέβαλε καμία αιτίαση κατά της συλλογιστικής που αναπτύχθηκε στις σκέψεις 55 έως 73 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, βάσει της οποίας το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία με την οποία ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι εξαναγκάστηκε να ζητήσει να πολιτογραφηθεί Βέλγος ενόψει ενδεχόμενης αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση. |
|
32 |
Επομένως, η εξέταση του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να στηριχθεί στην παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι είχε αποκλειστικά την ιθαγένεια του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων του στην Επιτροπή το 2001, απέκτησε οικειοθελώς την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας του κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, τον Νοέμβριο του 2017. |
|
33 |
Πρέπει να υπομνησθεί ότι το επίδομα αποδημίας που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, το οποίο υπολογίζεται, μεταξύ άλλων, με βάση το ποσό του βασικού μισθού του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, αποτελεί στοιχείο των αποδοχών του, οι οποίες καταβάλλονται σε μηνιαία βάση. |
|
34 |
Η χορήγηση, στο δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο της Ένωσης, ενός τέτοιου στοιχείου αμοιβής δεν μπορεί να δημιουργήσει κεκτημένα δικαιώματα δυνάμενα να εμποδίσουν ενδεχόμενη κατάργησή του (πρβλ. απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, Herpels κατά Επιτροπής, 54/77, EU:C:1978:45, σκέψη 39). Επομένως, με τη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Γενικό Δικαστήριο ορθώς αποφάνθηκε κατ’ ουσίαν, χωρίς εξάλλου να αμφισβητηθεί η κρίση του αυτή από τον αναιρεσείοντα, ότι από τις διατάξεις του ΚΥΚ, ειδικότερα δε από το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII, ουδόλως προκύπτει ότι η χορήγηση του δικαιώματος λήψης επιδόματος αποδημίας συνιστά κεκτημένο δικαίωμα. |
|
35 |
Με τη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς επίσης συνήγαγε από την απόφαση που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης ότι, εφόσον το επίδομα αποδημίας καταβάλλεται μηνιαίως, η Διοίκηση δεν μπορεί να συνεχίσει να το καταβάλλει όταν επέρχεται γεγονός το οποίο μεταβάλλει ουσιωδώς την κατάσταση του δικαιούχου του στο μέτρο που το γεγονός αυτό επηρεάζει τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση του επιδόματος. |
|
36 |
Χωρίς να επικρίνει ρητώς το βάσιμο της διαπίστωσης αυτής, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται πάντως ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι η εκ μέρους υπαλλήλου κτήση της ιθαγένειας του κράτους του τόπου υπηρεσίας του κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας επηρεάζει τις προϋποθέσεις χορήγησης του δικαιώματος λήψης του επιδόματος αποδημίας οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Κατά τον αναιρεσείοντα, οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει, με εξαίρεση την περίπτωση της αλλαγής του κράτους του τόπου υπηρεσίας του ενδιαφερομένου, να πληρούνται μόνον πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του. |
|
37 |
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, το επίδομα αποδημίας χορηγείται στον υπάλληλο ο οποίος, κατά την πρώτη περίπτωση της διάταξης αυτής, «δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί ο ενδιαφερόμενος» και ο οποίος, κατά τη δεύτερη περίπτωση της διάταξης, «δεν είχε μόνιμη διαμονή ή δεν άσκησε κατά συνήθη τρόπο, επί πέντε έτη λήγοντα έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του στο ευρωπαϊκό έδαφος του εν λόγω κράτους». |
|
38 |
Λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, το επίδομα αποδημίας χορηγείται μόνο στον υπάλληλο που πληροί τις δύο αρνητικές σωρευτικές προϋποθέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή (διάταξη της 6ης Ιουλίου 2021, Karpeta-Kovalyova κατά Επιτροπής, C‑717/20 P, μη δημοσιευθείσα,EU:C:2021:542, σκέψη 11), εκ των οποίων η πρώτη, που περιλαμβάνεται στην πρώτη περίπτωση του άρθρου αυτού, απαιτεί ο εν λόγω υπάλληλος να μην είναι και να μην έχει υπάρξει ποτέ υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του. |
|
39 |
Αν, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, η προϋπόθεση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος «δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ υπήκοος» του κράτους του τόπου υπηρεσίας του έπρεπε να εκτιμάται αποκλειστικά και μόνον κατά την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων του ενδιαφερομένου και όχι ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, η διάταξη αυτή, στην οποία χρησιμοποιείται η οριστική ενεστώτα και η οποία αφορά ένα στοιχείο των αποδοχών του υπαλλήλου αυτού που καταβάλλονται μηνιαίως, θα είχε κατ’ ανάγκην διαφορετική διατύπωση, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. |
|
40 |
Έτσι, στο γράμμα της εν λόγω διάταξης δεν θα γινόταν μνεία της ημερομηνίας της «ανάληψης των καθηκόντων» του ενδιαφερομένου μόνο για να εκτιμηθεί αν πληρούται η δεύτερη, επίσης αρνητική, προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, ήτοι η έλλειψη συνήθους διαμονής ή η μη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας στο έδαφος του κράτους του τόπου υπηρεσίας του ενδιαφερομένου κατά τη διάρκεια της «πενταετούς περιόδου αναφοράς» που λήγει έξι μήνες πριν από την ημερομηνία αυτή. Αντιθέτως, θα γινόταν δίχως άλλο μνεία της ίδιας αυτής ημερομηνίας προκειμένου να εξεταστεί αν πληρούται και η πρώτη προϋπόθεση, κατά την οποία ο υπάλληλος δεν πρέπει να έχει την ιθαγένεια του κράτους αυτού. |
|
41 |
Η διατύπωση των λοιπών διατάξεων του άρθρου 4 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ καθώς και η οικονομία του ίδιου άρθρου επιρρωννύουν την ανάλυση κατά την οποία η πρώτη αυτή προϋπόθεση, η οποία αφορά τη μη κατοχή της ιθαγένειας του κράτους του τόπου υπηρεσίας, δεν περιορίζεται στην ιθαγένεια την οποία είχε ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του. |
|
42 |
Πράγματι, αφενός, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος αυτού, το δικαίωμα λήψης του επιδόματος αποδημίας μπορεί επίσης να χορηγηθεί στον υπάλληλο «που είναι ή υπήρξε υπήκοος» του κράτους του τόπου υπηρεσίας του και ο οποίος πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις της διάταξης αυτής. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το επίδομα εκπατρισμού του άρθρου 4, παράγραφος 2, του εν λόγω παραρτήματος χορηγείται μόνο στον υπάλληλο ο οποίος «δεν έχει και δεν είχε ποτέ την ιθαγένεια του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του» και δεν πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση του επιδόματος αποδημίας. Επομένως, καμία από τις ως άνω διατάξεις δεν υποδηλώνει ότι η προϋπόθεση σχετικά με την κατοχή ή μη της ιθαγένειας του κράτους του τόπου υπηρεσίας του οικείου υπαλλήλου αφορά αποκλειστικά την ιθαγένεια του εν λόγω υπαλλήλου κατά την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων του στα όργανα της Ένωσης. |
|
43 |
Αφετέρου, όσον αφορά την οικονομία του άρθρου 4 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, πρέπει να επισημανθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του παραρτήματος αυτού, ο υπάλληλος ο οποίος με τον γάμο απέκτησε αυτοδικαίως, και χωρίς δυνατότητα αποποίησης, την ιθαγένεια του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του, «εξομοιώνεται» με τον υπάλληλο που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του εν λόγω παραρτήματος. Το εν λόγω άρθρο 4, παράγραφος 3, το οποίο προστέθηκε στον ΚΥΚ κατόπιν των αποφάσεων της 20ής Φεβρουαρίου 1975, Airola κατά Επιτροπής (21/74, EU:C:1975:24), και Van den Broeck κατά Επιτροπής (37/74, EU:C:1975:25), εξουδετερώνει με τον τρόπο αυτό τα αποτελέσματα της αυτοδίκαιης κτήσης, με τον γάμο, της ιθαγένειας του κράτους του τόπου υπηρεσίας του οικείου υπαλλήλου όταν αυτός δεν μπορεί να αποποιηθεί την ιθαγένεια αυτή. |
|
44 |
Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ θα στερούνταν πρακτικής αποτελεσματικότητας αν η διάταξη στην οποία παραπέμπει αφορούσε αποκλειστικά την κτήση της ιθαγένειας του κράτους του τόπου υπηρεσίας του οικείου υπαλλήλου πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του. Πράγματι, δεδομένου ότι σκοπός του άρθρου 4, παράγραφος 3, του παραρτήματος αυτού είναι, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων, να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αφαιρέσει η Διοίκηση από τον υπάλληλο το δικαίωμα λήψης του επιδόματος αποδημίας κατόπιν της εκ μέρους του κτήσης, με τον γάμο, της ιθαγένειας του κράτους του τόπου υπηρεσίας του χωρίς δυνατότητα αποποίησης, η διάταξη αυτή, όπως ακριβώς και το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ στο οποίο παραπέμπει, πρέπει να έχει εφαρμογή ακόμη και όταν η κρίσιμη ιθαγένεια αποκτήθηκε μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ενδιαφερομένου. |
|
45 |
Εξάλλου, αν γίνονταν δεκτές οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά της ερμηνείας του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ η οποία προκρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τούτο θα ισοδυναμούσε, σε περίπτωση κτήσης από τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο της ιθαγένειας του κράτους του τόπου υπηρεσίας του μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, με το να θεωρηθεί η αρχική του ιθαγένεια ως η μόνη «ενεργός ιθαγένειά» του, πράγμα το οποίο ρητώς απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1979, Devred κατά Επιτροπής (257/78, EU:C:1979:294, σκέψη 14). |
|
46 |
Ασφαλώς, η ένταξη του οικείου υπαλλήλου στο κράτος του τόπου υπηρεσίας του, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, είναι αδιάφορη όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίπτωση, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. Είναι επίσης αληθές ότι, όπως έχει επανειλημμένως κρίνει το Δικαστήριο, σκοπός του επιδόματος αποδημίας είναι να αντισταθμίσει τα ιδιαίτερα βάρη και μειονεκτήματα που είναι απότοκα της ανάληψης καθηκόντων σε θεσμικό όργανο της Ένωσης για τους υπαλλήλους οι οποίοι υποχρεώνονται για τον λόγο αυτό να αλλάξουν τόπο διαμονής (πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1994, Magdalena Fernández κατά Επιτροπής,C‑452/93 P, EU:C:1994:332, σκέψη 20, και διάταξη της 6ης Ιουλίου 2021, Karpeta-Kovalyova κατά Επιτροπής, C‑717/20 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2021:542, σκέψη 4). |
|
47 |
Ωστόσο, οι εκτιμήσεις αυτές δεν σημαίνουν ότι, ακόμη και αν η προϋπόθεση που αφορά την ιθαγένεια του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου εξετάζεται μόνο δευτερευόντως (πρβλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1981, Vutera κατά Επιτροπής, 1322/79, EU:C:1981:6, σκέψη 6), η εφαρμογή της προϋπόθεσης αυτής πρέπει κατ’ ανάγκην να μη συνεκτιμά γεγονότα, όπως μια αλλαγή ιθαγένειας, τα οποία λαμβάνουν χώρα μετά την ανάληψη καθηκόντων του οικείου υπαλλήλου. |
|
48 |
Είναι επίσης ακριβές, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 47 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι τα εν λόγω βάρη και μειονεκτήματα που είναι απότοκα της ανάληψης καθηκόντων σε θεσμικό όργανο της Ένωσης μπορούν να διατηρηθούν για τους υπαλλήλους οι οποίοι, όπως ακριβώς ο αναιρεσείων, απέκτησαν οικειοθελώς την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας τους κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους. |
|
49 |
Γεγονός παραμένει ότι ο ΚΥΚ δεν αγνοεί μια τέτοια κατάσταση, δεδομένου ότι το επίδομα αποδημίας δεν χάνεται αυτομάτως για το μέλλον σε μια τέτοια περίπτωση. Πράγματι, παρά την ουσιώδη μεταβολή της προσωπικής κατάστασης του οικείου υπαλλήλου λόγω της κτήσης της ιθαγένειας του κράτους του τόπου υπηρεσίας του, ο ΚΥΚ επιτρέπει στον εν λόγω υπάλληλο να διατηρήσει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το ευεργέτημα του επιδόματος αυτού, όχι πλέον βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII, αλλά κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, αυτού. |
|
50 |
Μολονότι είναι αληθές, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων και όπως εξάλλου υπογράμμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ ερμηνεύονται από τον δικαστή της Ένωσης στενότερα απ’ ό,τι οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεύτερη περίπτωση, του παραρτήματος VII, επισημαίνεται ότι, παρά ταύτα, ο αναιρεσείων δεν διατυπώνει καμία επίκριση σχετικά με τη διαφορετική αυτή προσέγγιση, αλλά ούτε και προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι κακώς απέρριψε, με τις σκέψεις 125 έως 127 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την ένσταση έλλειψης νομιμότητας κατά του άρθρου 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ την οποία αυτός είχε προβάλει επικουρικώς σε πρώτο βαθμό. |
|
51 |
Ως εκ τούτου, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ υπό την έννοια ότι ένας υπάλληλος ο οποίος, μετά την ανάληψη υπηρεσίας, αποκτά την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας του χάνει για το μέλλον το δικαίωμα λήψης του επιδόματος αποδημίας που του είχε χορηγηθεί βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, όπερ συνεπάγεται ότι το δικαίωμα του οικείου υπαλλήλου επί του εν λόγω επιδόματος επανεξετάζεται από τη Διοίκηση, όπως διαπίστωσε κατ’ ουσίαν το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. |
|
52 |
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. |
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, που στηρίζεται στην αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση που φέρεται ότι προκύπτει από την εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
53 |
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε ορθώς την επιχειρηματολογία που αυτός είχε προβάλει πρωτοδίκως, και σύμφωνα με την οποία η εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ στους υπαλλήλους που απέκτησαν, μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους, την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας τους συνιστά δυσμενή διάκριση. |
|
54 |
Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, το Γενικό Δικαστήριο δεν ανέλυσε ορθώς, αφενός, τις διάφορες υπό εξέταση καταστάσεις και, αφετέρου, το ζήτημα αν η διάκριση την οποία όφειλε να διαπιστώσει μπορούσε να δικαιολογηθεί αντικειμενικώς. |
|
55 |
Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του επιδόματος αποδημίας, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι οι υπάλληλοι που αποκτούν την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας τους κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους και οι υπάλληλοι που είχαν την ιθαγένεια αυτή κατά την ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας, όπως προσδιορίζονται στις σκέψεις 87 και 89 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αποτελούν δύο κατηγορίες υπαλλήλων σαφώς διακριτές. Συγκεκριμένα, οι δύο αυτές κατηγορίες υπαλλήλων επηρεάζονται διαφορετικά από την απομάκρυνση από τον τόπο καταγωγής τους. |
|
56 |
Το Γενικό Δικαστήριο, όμως, σε κανένα στάδιο της ανάλυσής του δεν έθιξε το ζήτημα της ύπαρξης των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων ούτε εξέτασε τις συνέπειες της πανομοιότυπης μεταχείρισής τους. Το Γενικό Δικαστήριο απλώς εξομοίωσε εσφαλμένα, στις σκέψεις 87 έως 89 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την κατηγορία των υπαλλήλων που κατέστησαν υπήκοοι του κράτους του τόπου υπηρεσίας τους μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους με εκείνη των υπαλλήλων που ήταν ή είχαν υπάρξει υπήκοοι του εν λόγω κράτους πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους. |
|
57 |
Αν το Γενικό Δικαστήριο είχε κάνει τη διάκριση μεταξύ των ως άνω δύο κατηγοριών υπαλλήλων, θα είχε διαπιστώσει ότι, βάσει του «πλάσματος δικαίου» που υιοθετήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι συγκεκριμένες κατηγορίες αντιμετωπίζονταν κατά τον ίδιο τρόπο και υπέκειντο στο ίδιο «αυστηρό τεκμήριο» ύπαρξης στενών δεσμών με τον τόπο υπηρεσίας κατά τη διάρκεια των δέκα ετών που προηγήθηκαν της ανάληψης των καθηκόντων των υπαλλήλων, τεκμήριο το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνον εφόσον αποδειχθεί η απουσία οποιασδήποτε περιόδου συνήθους διαμονής στο κράτος του τόπου υπηρεσίας του οικείου υπαλλήλου κατά τη διάρκεια των δέκα αυτών ετών. |
|
58 |
Επομένως, κατά τον αναιρεσείοντα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, καθόσον η κατηγορία των υπαλλήλων που δεν έχουν αποκτήσει την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας τους πριν ή κατά τη διάρκεια των δέκα αυτών ετών υπόκειται αδικαιολόγητα σε αυτό το «αυστηρό τεκμήριο». |
|
59 |
Ο αναιρεσείων προσθέτει, με το υπόμνημα απάντησης, ότι η ερμηνεία και η εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ δεν πρέπει να στηρίζεται σε «πλάσμα δικαίου» συνιστάμενο στο ότι η αλλαγή ιθαγένειας του οικείου υπαλλήλου λογίζεται ότι επέρχεται αναδρομικώς από την ημερομηνία ανάληψης υπηρεσίας εκ μέρους του ενδιαφερομένου. Μια τέτοια προσέγγιση δεν θα είχε κανένα νόημα, διότι θα συνεπαγόταν ότι εξακριβώνεται, για τη χορήγηση του δικαιώματος λήψης του επιδόματος αποδημίας, αν ο υπάλληλος αυτός διέρρηξε, κατά τη διάρκεια των ίδιων αυτών δέκα ετών, κάθε δεσμό με το κράτος του οποίου δεν είχε την ιθαγένεια. Πλην όμως, εξ ορισμού, ένας σύνδεσμος που δεν έχει υπάρξει δεν μπορεί να διαρραγεί. |
|
60 |
Επιπλέον, αυτό το «πλάσμα δικαίου» συνεπάγεται «μετάθεση από κατηγορία σε κατηγορία». Με άλλα λόγια, απαντώντας στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος σχετικά με την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, το Γενικό Δικαστήριο, όπως και η Επιτροπή, «μετέθεσε τον αναιρεσείοντα από μια κατηγορία σε άλλη». Κατά τον αναιρεσείοντα, θα ήταν αδύνατο να ευδοκιμήσει οποιαδήποτε αιτίαση περί δυσμενούς διάκρισης αν ήταν δυνατόν, όπως έπραξε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να τροποποιηθεί πλασματικά μια κατηγοριοποίηση προκειμένου να εξαλειφθεί η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των οικείων κατηγοριών. |
|
61 |
Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, η ως άνω περιγραφείσα διαφορετική μεταχείριση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον σκοπό που διαπνέει τη χορήγηση του δικαιώματος λήψης του επιδόματος αποδημίας, ο οποίος κατά τα λοιπά ορθώς υπομνήσθηκε στις σκέψεις 47 έως 50 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. |
|
62 |
Συναφώς, το γεγονός ότι, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το επίδομα αποδημίας καταβάλλεται καθ’ όλη τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων δεν ασκεί επιρροή. Χωρίς να αμφισβητεί την ακρίβεια του ισχυρισμού αυτού, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η απόλαυση ενός προβλεπόμενου από τον ΚΥΚ πλεονεκτήματος πρέπει να διακρίνεται από τη νομική βάση από την οποία αυτό προκύπτει. Δεδομένου ότι το δικαίωμα για τη λήψη του επιδόματος αποδημίας θεμελιώθηκε βάσει των περιστάσεων που επικρατούσαν κατά την περίοδο που προηγήθηκε της ανάληψης των καθηκόντων του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, η δυσμενής διάκριση οφείλεται ακριβώς στην αξιολόγηση της συγκεκριμένης περιόδου καθώς και στην απόφαση περί μη χορήγησης του δικαιώματος λήψης του επιδόματος αυτού. Εξάλλου, η σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης είναι ανακόλουθη προς τη διαπίστωση στην οποία καταλήγει, μεταξύ άλλων, η σκέψη 47 της απόφασης αυτής, ότι το εν λόγω επίδομα καταβάλλεται προς αντιστάθμιση της απομάκρυνσης του ενδιαφερομένου από τον τόπο καταγωγής του, η οποία διατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του οικείου υπαλλήλου. |
|
63 |
Παραλείποντας να αναλύσει τον σκοπό του επιδόματος αποδημίας όταν εξέτασε την αιτίαση σχετικά με την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Κατά τα λοιπά, η εξέταση των κοινοποιηθέντων από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης στατιστικών στοιχείων, η οποία πραγματοποιήθηκε στις σκέψεις 93 έως 97 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν ασκεί συναφώς επιρροή από νομικής απόψεως. |
|
64 |
Κακώς επίσης δεν εφάρμοσε το Γενικό Δικαστήριο το άρθρο 1δ, παράγραφος 5, του ΚΥΚ και έκρινε, κατά συνέπεια, ότι δεν απέκειτο στην Επιτροπή να εκπληρώσει την υποχρέωσή της να δικαιολογήσει οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση. |
|
65 |
Η Επιτροπή και το Συμβούλιο υποστηρίζουν ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
66 |
Επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχείρισης επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (απόφαση της 25ης Μαρτίου 2021, Alvarez y Bejarano κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑517/19 P και C‑518/19 P, EU:C:2021:240, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
67 |
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, το επίδομα αποδημίας καταβάλλεται σε «υπάλληλο ο οποίος, παρόλο που είναι ή υπήρξε υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί, είχε τη μόνιμη διαμονή του, κατά συνήθη τρόπο, επί δέκα έτη λήγοντα κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, εκτός του ευρωπαϊκού εδάφους του κράτους αυτού για άλλους λόγους εκτός από την άσκηση καθηκόντων στην υπηρεσία κράτους ή σε διεθνή οργανισμό». |
|
68 |
Κατά συνέπεια, εφόσον ένας υπάλληλος «είναι ή υπήρξε» υπήκοος του κράτους του τόπου υπηρεσίας του, πρέπει, για να λάβει το επίδομα αποδημίας, να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. |
|
69 |
Βεβαίως, στην περίπτωση υπαλλήλου ο οποίος, όπως ο αναιρεσείων, απέκτησε οικειοθελώς την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας του κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, η εφαρμογή των προϋποθέσεων αυτών ισοδυναμεί με εξακρίβωση, όπως ορθώς επισημαίνει ο αναιρεσείων, του κατά πόσον, κατά τη δεκαετή περίοδο που προηγήθηκε της ανάληψης υπηρεσίας από τον ενδιαφερόμενο, αυτός είχε τη συνήθη διαμονή του εκτός του ευρωπαϊκού εδάφους του κράτους αυτού. |
|
70 |
Πράγματι, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ δεν προβλέπει καμία άλλη περίπτωση στην οποία υπάλληλος ο οποίος είναι ή υπήρξε υπήκοος του κράτους του τόπου υπηρεσίας του, κατά την έννοια του στοιχείου βʹ της διάταξης αυτής, δικαιούται να λάβει το επίδομα αποδημίας. |
|
71 |
Τούτου δοθέντος, αφενός, όπως διευκρινίζεται στη σκέψη 50 της παρούσας απόφασης, ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί την εκτίμηση, που περιλαμβάνεται στη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία, όσον αφορά τους υπαλλήλους που έχουν την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας τους, το γεγονός ότι διατήρησαν ή εγκατέστησαν εκεί τη συνήθη διαμονή τους, έστω και για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια της «δεκαετούς περιόδου αναφοράς», αρκεί για να δικαιολογήσει την άρνηση χορήγησης ή την απώλεια του επιδόματος αποδημίας. |
|
72 |
Αφετέρου, διευκρινίζεται ότι, για την εκτίμηση του δικαιώματός του να λάβει το επίδομα αυτό, ο αναιρεσείων εξομοιώθηκε με τους υπαλλήλους που έχουν την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας τους μόνον από την ημερομηνία κατά την οποία ο ίδιος απέκτησε οικειοθελώς την ιθαγένεια αυτή και όχι πριν από την ημερομηνία αυτή. |
|
73 |
Εντούτοις, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, ακόμη και από την εν λόγω ημερομηνία, βρίσκεται σε κατάσταση αντικειμενικώς διαφορετική από εκείνη ενός υπαλλήλου ο οποίος έχει, πριν καν ακόμη αναλάβει υπηρεσία, την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας του, στο μέτρο που ο τόπος καταγωγής του παραμένει στη Σκωτία. |
|
74 |
Η επιχειρηματολογία αυτή παραβλέπει το γεγονός ότι, ενώ, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, ο τόπος καταγωγής του οικείου υπαλλήλου καθορίζεται κατά την ημερομηνία πρόσληψης του ενδιαφερομένου και η μεταβολή του τόπου αυτού δεν μπορεί να επέλθει, ενόσω αυτός βρίσκεται εν ενεργεία, παρά μόνον κατ’ εξαίρεση, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αίτησής του, η χορήγηση του δικαιώματος για τη λήψη του επιδόματος αποδημίας εξαρτάται από διαφορετικά κριτήρια και ότι το δικαίωμα αυτό πρέπει, σε περίπτωση ουσιαστικής μεταβολής των περιστάσεων μετά την ανάληψη των καθηκόντων από τον ενδιαφερόμενο, να επανεξετάζεται από τη Διοίκηση, ανεξάρτητα από αίτηση του ιδίου. |
|
75 |
Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του ΚΥΚ σχετικά με τον καθορισμό και τη μεταβολή του τόπου καταγωγής δεν ασκούν επιρροή για την αντικειμενική διάκριση της κατάστασης του αναιρεσείοντος από εκείνη ενός άλλου υπαλλήλου που είναι ή υπήρξε υπήκοος του κράτους του τόπου υπηρεσίας του πριν από την ανάληψη υπηρεσίας, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ. |
|
76 |
Ως εκ τούτου, προκειμένου να εκτιμηθεί το δικαίωμά του να τύχει του επιδόματος αποδημίας και όπως διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η μόνη κατηγορία υπαλλήλων με την οποία μπορεί αντικειμενικά να συγκριθεί ο αναιρεσείων, μετά την πολιτογράφησή του στο Βέλγιο, είναι αυτή των υπαλλήλων που έχουν τη βελγική ιθαγένεια. |
|
77 |
Πράγματι, το να εξακολουθεί, μετά την πολιτογράφησή του στο κράτος του τόπου υπηρεσίας του, να εξομοιώνεται ο αναιρεσείων, όπως ισχυρίζεται, με τους υπαλλήλους που δεν είναι και δεν υπήρξαν ποτέ υπήκοοι του κράτους αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, θα είχε ως αποτέλεσμα να μη λαμβάνονται υπόψη οι συγκεκριμένες κατηγορίες του άρθρου 4 του εν λόγω παραρτήματος VII, μεταξύ των οποίων και η προβλεπόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του ίδιου παραρτήματος. |
|
78 |
Η κατάσταση του αναιρεσείοντος είναι, εν τέλει, συγκρίσιμη με εκείνη ενός υπαλλήλου ο οποίος, μολονότι μπορούσε να κάνει χρήση της δυνατότητας αποποίησης της ιθαγένειας του κράτους του τόπου υπηρεσίας του, την οποία απέκτησε αυτοδικαίως κατόπιν του γάμου του με υπήκοο του κράτους αυτού, αποφάσισε οικειοθελώς να διατηρήσει την ιθαγένεια αυτή, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή στον εν λόγω υπάλληλο των προϋποθέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ (πρβλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1979, Devred κατά Επιτροπής, 257/78, EU:C:1979:294, σκέψεις 12 και 14). |
|
79 |
Επομένως, η μη εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ στην περίπτωση του αναιρεσείοντος από την ημερομηνία κατά την οποία αυτός απέκτησε τη βελγική ιθαγένεια θα είχε ως αποτέλεσμα, χωρίς αντικειμενική δικαιολόγηση, την ευνοϊκότερη μεταχείρισή του σε σχέση με τους υπαλλήλους οι οποίοι, μολονότι μπορούσαν να αποποιηθούν την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας τους, την οποία απέκτησαν αυτοδικαίως με τον γάμο, εντούτοις επέλεξαν να διατηρήσουν την ιθαγένεια αυτή και μάλιστα, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την ευνοϊκότερη μεταχείρισή του σε σχέση με τους εκ γενετής Βέλγους υπηκόους που ανέλαβαν καθήκοντα σε θεσμικό όργανο της Ένωσης με έδρα το Βέλγιο και οι οποίοι έπρεπε να πληρούν τις αυστηρές προϋποθέσεις που επιβάλλει η διάταξη αυτή προκειμένου να τύχουν του επιδόματος αποδημίας καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους. |
|
80 |
Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι η επανεξέταση της προσωπικής κατάστασης ενός υπαλλήλου, όπως είναι αυτή του αναιρεσείοντος, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος απέκτησε την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας του δεν συνεπάγεται αυτομάτως την αφαίρεση του δικαιώματός του για λήψη του επιδόματος αποδημίας για το μέλλον. Πράγματι, κατόπιν μιας τέτοιας επανεξέτασης, ο εν λόγω υπάλληλος παύει να λαμβάνει το συγκεκριμένο επίδομα μόνον αν διαπιστωθεί ότι είχε τη συνήθη διαμονή του στο ευρωπαϊκό έδαφος του κράτους αυτού εντός της δεκαετίας που προηγήθηκε της ανάληψης των καθηκόντων του. |
|
81 |
Πάντως, αν και ο αναιρεσείων ουδέποτε ισχυρίστηκε, καθ’ όλη τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, ότι δεν είχε πράγματι τη συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο, τουλάχιστον για μέρος της «δεκαετούς περιόδου αναφοράς», προκύπτει ότι, γενικώς, η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ θα ικανοποιηθεί ευκολότερα από υπάλληλο που πολιτογραφήθηκε κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του παρά από υπάλληλο ο οποίος έχει εκ γενετής την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας του ή την απέκτησε πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του και ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί κατά τεκμήριο ότι είχε πολλαπλούς στενούς δεσμούς με το κράτος αυτό. |
|
82 |
Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης καθόσον κατέληξε, κατ’ ουσίαν, με τη σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσείων έπρεπε, προκειμένου να συνεχίσει να λαμβάνει το επίδομα αποδημίας από την ημερομηνία κατά την οποία απέκτησε οικειοθελώς την ιθαγένεια του κράτους του τόπου υπηρεσίας του, να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, όπως ακριβώς ισχύει για κάθε υπάλληλο που έχει την ιθαγένεια αυτή. |
|
83 |
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. |
|
84 |
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους αναιρέσεως δεν έγινε δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
85 |
Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. |
|
86 |
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. |
|
87 |
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας. |
|
88 |
Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 4, του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αναίρεση δεν ασκήθηκε από παρεμβαίνοντα πρωτοδίκως, αυτός μπορεί να καταδικαστεί στα έξοδα της αναιρετικής δίκης μόνον αν έλαβε μέρος στην ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη ή προφορική διαδικασία. Όταν ο εν λόγω διάδικος μετέχει στη δίκη, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι αυτός θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα. |
|
89 |
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Συμβούλιο, παρεμβαίνον πρωτοδίκως, μετέσχε, χωρίς να είναι ο αναιρεσείων διάδικος, στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.