ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 3ης Φεβρουαρίου 2021 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 97/7/ΕΚ – Άρθρο 9 – Οδηγία 2011/83/ΕΕ – Άρθρο 27 – Οδηγία 2005/29/ΕΚ – Άρθρο 5, παράγραφος 5 – Παράρτημα I, σημείο 29 – Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές – Έννοια της “παροχής μη παραγγελθέντων” – Παροχή πόσιμου νερού»
Στην υπόθεση C‑922/19,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2019, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Δεκεμβρίου 2019, στο πλαίσιο της δίκης
Stichting Waternet
κατά
MG,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, C. Toader (εισηγήτρια) και M. Safjan, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella
γραμματέας: Α. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
|
– |
η Stichting Waternet, εκπροσωπούμενη από τον F. E. Vermeulen και την F. H. Oosterloo, advocaten, |
|
– |
ο MG, εκπροσωπούμενος από τον R. K. van der Brugge, advocaat, |
|
– |
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. K. Bulterman και C. S. Schillemans, |
|
– |
η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και J. Vláčil και την S. Šindelková, |
|
– |
η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch, |
|
– |
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους N. Ruiz García και M. van Beek και την C. Valero, |
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9 της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 1997, για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις (ΕΕ 1997, L 144, σ. 19), του άρθρου 27 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 304, σ. 64), καθώς και του άρθρου 5, παράγραφος 5, και του σημείου 29 του παραρτήματος I της οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου («Οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές») (ΕΕ 2005, L 149, σ. 22). |
|
2 |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Stichting Waternet, εταιρίας ύδρευσης, και του MG, καταναλωτή, όσον αφορά αγωγή με αίτημα την εξόφληση τιμολογίων σχετικών με την κατανάλωση πόσιμου νερού παρεχόμενου από την εταιρία αυτή. |
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 97/7
|
3 |
Η αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας 97/7 προβλέπει τα εξής: «[Εκτιμώντας] ότι η τεχνική προώθησης που συνίσταται στην αποστολή ενός προϊόντος ή στην παροχή υπηρεσίας επί πληρωμή στον καταναλωτή χωρίς προηγούμενη αίτησή του ή ρητή συμφωνία εκ μέρους του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, εκτός αν [προορίζεται για την αντικατάσταση προϊόντος ή υπηρεσίας]·». |
|
4 |
Κατά το άρθρο 9 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Παροχή μη παραγγελθέντων»: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου:
|
Η οδηγία 2011/83
|
5 |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 14 και 60 της οδηγίας 2011/83 έχουν ως εξής:
[…]
|
|
6 |
Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, που φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει στην παράγραφο 5 τα εξής: «Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το εθνικό γενικό δίκαιο περί συμβάσεων, όπως τους κανόνες εγκυρότητας, διαμόρφωσης ή αποτελέσματος μιας σύμβασης, στον βαθμό που στην παρούσα οδηγία δεν ρυθμίζονται γενικές έννοιες του δικαίου των συμβάσεων.» |
|
7 |
Το άρθρο 27 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Παροχή μη παραγγελθέντων», ορίζει τα εξής: «Ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση να [καταβάλει οποιαδήποτε αντιπαροχή σε περίπτωση παροχής] μη παραγγελθέντων αγαθών, νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης ή ψηφιακού περιεχομένου ή μη ζητηθείσης παροχής υπηρεσιών, που απαγορεύεται από το άρθρο 5 παράγραφος 5 και το παράρτημα I σημείο 29 της οδηγίας [2005/29]. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απουσία απάντησης από τον καταναλωτή ύστερα από περίπτωση παροχής μη παραγγελθέντων δεν ισοδυναμεί με συναίνεση.» |
|
8 |
Το άρθρο 31 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Καταργήσεις», προβλέπει στο πρώτο εδάφιό του τα εξής: «[…] η οδηγία [97/7 καταργείται] από τις 13 Ιουνίου 2014.» |
Η οδηγία 2005/29
|
9 |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 6, 16 έως 18 και 23 της οδηγίας 2005/29 αναφέρουν τα εξής:
[…]
[…]
|
|
10 |
Το άρθρο 3 της ως άνω οδηγίας, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει τα εξής: «1. Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές, όπως αυτές θεσπίζονται στο άρθρο 5, πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από εμπορική συναλλαγή σχετιζομένη με ένα συγκεκριμένο προϊόν. 2. Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη του δικαίου των συμβάσεων και, ιδίως, των κανόνων εγκυρότητας, διαμόρφωσης ή αποτελέσματος μιας σύμβασης. […]» |
|
11 |
Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 5, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής: «1. Απαγορεύονται οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. […] 5. Το παράρτημα Ι περιέχει τον κατάλογο των εμπορικών πρακτικών που θεωρούνται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις. Ο ίδιος ενιαίος κατάλογος ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη και μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με αναθεώρηση της παρούσας οδηγίας.» |
|
12 |
Το άρθρο 8 της οδηγίας 2005/29, με τίτλο «Επιθετικές εμπορικές πρακτικές», έχει ως εξής: «Μια εμπορική πρακτική θεωρείται επιθετική εάν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, χρησιμοποιεί παρενόχληση, καταναγκασμό, συμπεριλαμβανομένης και της άσκησης σωματικής βίας, ή κατάχρηση επιρροής και, ως εκ τούτου, παρεμποδίζει σημαντικά ή ενδέχεται να παρεμποδίσει σημαντικά την ελευθερία επιλογής ή συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή ως προς το προϊόν, με αποτέλεσμα να τον οδηγεί ή να είναι πιθανόν να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα ελάμβανε.» |
|
13 |
Το άρθρο 9 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής: «Για να προσδιοριστεί κατά πόσον μια εμπορική πρακτική κάνει χρήση παρενόχλησης, καταναγκασμού, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης σωματικής βίας, ή κατάχρησης επιρροής πρέπει να συνεκτιμώνται τα ακόλουθα:
|
|
14 |
Το σημείο 29, το οποίο περιλαμβάνεται στο τιτλοφορούμενο «Επιθετικές εμπορικές πρακτικές» μέρος του παραρτήματος I της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Εμπορικές πρακτικές οι οποίες, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, κρίνονται αθέμιτες», έχει ως εξής: «Απαίτηση άμεσης ή μεταγενέστερης πληρωμής ή επιστροφής ή φύλαξης για προϊόντα που έχει προμηθεύσει ο εμπορευόμενος αλλά δεν έχουν παραγγελθεί από τον καταναλωτή, εκτός αν το προϊόν [παρέχεται προς αντικατάσταση άλλου] σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 της οδηγίας [97/7] (παροχή μη παραγγελθέντων).» |
Το ολλανδικό δίκαιο
Ο BW
|
15 |
Ο Burgerlijk Wetboek (αστικός κώδικας, στο εξής: BW), όπως ίσχυε μέχρι τις 12 Ιουνίου 2014, προβλέπει, στο άρθρο 7:7, παράγραφος 2, ότι απαγορεύεται να αποστέλλεται σε φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν ενεργεί στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής ή εμπορικής δραστηριότητας αγαθό το οποίο δεν είχε παραγγείλει και να απαιτείται η καταβολή αντιτίμου, η επιστροφή του αγαθού αυτού ή η φύλαξή του. Όταν, παρά ταύτα, το αγαθό αυτό έχει αποσταλεί, εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν το άρθρο 7:7, παράγραφος 1, του BW, όπως ίσχυε έως τις 12 Ιουνίου 2014, σχετικά με το δικαίωμα του προσώπου να κρατήσει το αγαθό χωρίς επιβάρυνση. |
|
16 |
Το άρθρο 7:7, παράγραφος 2, του BW, όπως ισχύει από τις 13 Ιουνίου 2014, προβλέπει ότι δεν γεννάται υποχρέωση πληρωμής σε βάρος φυσικού προσώπου ενεργούντος για σκοπούς οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητάς του, σε περίπτωση μη παραγγελθείσας παράδοσης αγαθού, χρηματοπιστωτικού προϊόντος, νερού, φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης ή ψηφιακού περιεχομένου μη παρεχόμενου σε υλικό μέσο, ανεξαρτήτως του αν το ψηφιακό περιεχόμενο δύναται να προσδιοριστεί και αν μπορεί να ασκηθεί πραγματικός έλεγχος επί του εν λόγω περιεχομένου, ή σε περίπτωση μη παραγγελθείσας παροχής υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 193i, στοιχείο f, του βιβλίου 6 του BW, όπως ισχύει από τις 13 Ιουνίου 2014. Η έλλειψη απάντησης φυσικού προσώπου το οποίο ενεργεί για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας σε μια τέτοια περίπτωση μη παραγγελθείσας παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών δεν ισοδυναμεί με συναίνεση. Όταν, παρά ταύτα, το αγαθό αυτό έχει αποσταλεί, εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν το άρθρο 7:7, παράγραφος 1, του BW, όπως ισχύει από τις 13 Ιουνίου 2014, σχετικά με το δικαίωμα του προσώπου να κρατήσει το αγαθό χωρίς επιβάρυνση. Η τελευταία αυτή διάταξη εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του αν ο αποστολέας εκπροσωπείται. |
Ο νόμος για το νερό
|
17 |
Το άρθρο 3 του Wet houdende nieuwe bepalingen met betrekking tot de productie en distributie van Drinkwater en organisatie van de openbare drinkwatervoorziening (Drinkwaterwet) [νόμου για τη θέσπιση νέων διατάξεων σχετικά με την παραγωγή και την παροχή πόσιμου νερού, καθώς και σχετικά με την οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών ύδρευσης (νόμος για το πόσιμο νερό)], της 18ης Ιουλίου 2009 (Stb. 2009, σ. 370, στο εξής: νόμος για το νερό), ορίζει ότι, η προσήκουσα και βιώσιμη εκτέλεση της δημόσιας υπηρεσίας ύδρευσης εντός μιας ζώνης ύδρευσης εναπόκειται στον ιδιοκτήτη επιχείρησης ύδρευσης που έχει εξουσιοδοτηθεί και, σύμφωνα με το άρθρο 8 του νόμου αυτού, υποχρεούται να διανέμει νερό στην εν λόγω ζώνη ύδρευσης. |
|
18 |
Κατά το άρθρο 5 του εν λόγω νόμου, ο αρμόδιος υπουργός ορίζει, για κάθε επιχείρηση ύδρευσης, μια ζώνη ύδρευσης εντός της οποίας ο ιδιοκτήτης της οικείας επιχείρησης ύδρευσης έχει αποκλειστική εξουσιοδότηση και, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ίδιου νόμου, υποχρέωση να διανέμει νερό. |
|
19 |
Το άρθρο 8 του νόμου για το νερό έχει ως εξής: «1. Ο ιδιοκτήτης επιχείρησης ύδρευσης υποχρεούται, εντός της ζώνης ύδρευσης που του έχει ανατεθεί, να συνδέσει οποιονδήποτε υποβάλει σχετική αίτηση με το δίκτυο διανομής που διαχειρίζεται ο ίδιος. 2. Ο ιδιοκτήτης επιχείρησης ύδρευσης υποχρεούται επίσης, εντός της ζώνης ύδρευσης που του έχει ανατεθεί, να απευθύνει προσφορά ύδρευσης μέσω του δικτύου που διαχειρίζεται σε οποιονδήποτε υποβάλει σχετική αίτηση. 3. Οι όροι που εφαρμόζει ο ιδιοκτήτης επιχείρησης ύδρευσης είναι εύλογοι, διαφανείς και δεν εισάγουν διακρίσεις. […]» |
|
20 |
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του νόμου αυτού προβλέπει ότι ο ιδιοκτήτης επιχείρησης ύδρευσης ακολουθεί πολιτική που αποσκοπεί στην αποφυγή της διακοπής υδροδότησης των οικιακών καταναλωτών. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου, ο αρμόδιος υπουργός καθορίζει τις λεπτομέρειες σχετικά με τη διακοπή υδροδότησης ενός οικιακού καταναλωτή, καθώς και τα προληπτικά μέτρα που αποσκοπούν στην αποφυγή, κατά το μέτρο του δυνατού, της διακοπής υδροδότησης των οικιακών καταναλωτών. |
|
21 |
Κατά το άρθρο 11 του νόμου για το νερό, ο ιδιοκτήτης επιχείρησης ύδρευσης εφαρμόζει τιμολόγια τα οποία είναι κοστοστρεφή και διαφανή και δεν εισάγουν διακρίσεις. |
|
22 |
Κατά το άρθρο 12 του νόμου αυτού: «1. Από τον προϋπολογισμό της επιχείρησης ύδρευσης προκύπτει επακριβώς ο τρόπος κατά τον οποίο μετακυλίονται στα τιμολόγια οι διάφορες δαπάνες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ανώτατο κόστος κεφαλαίου που μπορεί να χρεωθεί. 2. Πριν από την 1η Οκτωβρίου κάθε έτους, ο ιδιοκτήτης επιχείρησης ύδρευσης υποβάλλει στον [αρμόδιο] υπουργό έκθεση σχετικά με τις δαπάνες –ιδίως το κόστος κεφαλαίου– οι οποίες μετακυλίσθηκαν κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους στα τιμολόγια ύδρευσης καθώς και σχετικά με τα αποτελέσματα εκμετάλλευσης για το οικείο έτος. Η έκθεση πρέπει να συνοδεύεται από ανεπιφύλακτη γνώμη ορκωτού λογιστή. Ο υπουργός διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στα δύο σώματα του [Staten-Generaal (Κοινοβουλίου των Κάτω Χωρών)] πριν από το τέλος του ημερολογιακού έτους. 3. Εάν από την έκθεση της παραγράφου 2 προκύπτει ότι τα αποτελέσματα εκμετάλλευσης υπερβαίνουν το κόστος κεφαλαίου που καθορίστηκε για το εν λόγω έτος βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, ο ιδιοκτήτης επιχείρησης ύδρευσης μεριμνά ώστε η υπέρβαση να αντισταθμιστεί με την τιμολόγηση για το επόμενο ημερολογιακό έτος.» |
|
23 |
Το άρθρο 13 του εν λόγω νόμου ορίζει τα εξής: «1. Προς το συμφέρον της δημόσιας υπηρεσίας ύδρευσης, θεσπίζονται με κανονιστική πράξη της διοίκησης ή βάσει τέτοιας πράξης λεπτομερέστεροι κανόνες όσον αφορά:
2. Αν δεν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 11 ή του άρθρου 12 ή οι λεπτομερέστεροι κανόνες περί των οποίων γίνεται λόγος στην παράγραφο 1, ο [αρμόδιος] υπουργός μπορεί να απευθύνει σύσταση στον ιδιοκτήτη επιχείρησης ύδρευσης. Η σύσταση αναφέρει τους λόγους για τους οποίους κρίνεται ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 11 ή του άρθρου 12 ή οι ως άνω κανόνες, καθώς και τις τιμολογιακές τροποποιήσεις που απαιτούνται για την τήρησή τους. Η σύσταση καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να υπάρξει συμμόρφωση προς αυτήν.» |
Η κανονιστική απόφαση σχετικά με την πολιτική της διακοπής υδροδότησης των οικιακών καταναλωτών
|
24 |
Το άρθρο 2 της Regeling van de Staatssecretaris van Infrastructuur en Milieu, nr. IENM/BSK‑2012/14677, houdende regels met betrekking tot het afsluiten van kleinverbruikers van drinkwater (Regeling afsluitbeleid voor kleinverbruikers van drinkwater) [κανονιστικής απόφασης αριθ. IENM/BSK‑2012/14677 του Υφυπουργού Υποδομών και Περιβάλλοντος, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη διακοπή υδροδότησης των οικιακών καταναλωτών (κανονιστική απόφαση για την πολιτική σχετικά με τη διακοπή υδροδότησης των οικιακών καταναλωτών)], της 17ης Απριλίου 2012 (Stcrt. 2012, αριθ. 7964), έχει ως ακολούθως: «Πριν ακολουθηθεί η διαδικασία που περιγράφεται στα άρθρα 3 και 4, ο ιδιοκτήτης επιχείρησης ύδρευσης δεν μπορεί να διακόψει την υδροδότηση οικιακού καταναλωτή λόγω μη πληρωμής.» |
|
25 |
Το άρθρο 3 της ως άνω κανονιστικής απόφασης επιγράφεται «Έγγραφη όχληση» και έχει ως εξής: «1. Αν ένας οικιακός καταναλωτής δεν ανταποκριθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας στην πρώτη ειδοποίηση πληρωμής του ιδιοκτήτη επιχείρησης ύδρευσης, ο εν λόγω ιδιοκτήτης υποχρεούται να απευθύνει τουλάχιστον μία σχετική έγγραφη όχληση στον ενδιαφερόμενο οικιακό καταναλωτή. 2. Στην προαναφερθείσα έγγραφη όχληση, ο ιδιοκτήτης επιχείρησης ύδρευσης:
|
|
26 |
Το άρθρο 4 της ίδιας κανονιστικής απόφασης προβλέπει τα εξής: «Ο ιδιοκτήτης επιχείρησης ύδρευσης καταβάλλει προσπάθειες προκειμένου να έρθει σε επαφή με τον οικιακό καταναλωτή ώστε να του επιστήσει την προσοχή στις δυνατότητες αποφυγής και παύσης της υπερημερίας, καθώς και να λάβει τελειωτική απάντηση επί της χορήγησης ή μη της συναίνεσης του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο b.» |
Η απόφαση για το νερό και η κανονιστική απόφαση για το νερό
|
27 |
Η besluit houdende bepalingen inzake de productie en distributie van drinkwater en de organisatie van de openbare drinkwatervoorziening (Drinkwaterbesluit) [απόφαση για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με την παραγωγή και τη διανομή νερού, καθώς και σχετικά με την οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών ύδρευσης (απόφαση για το νερό)], της 23ης Μαΐου 2011 (Stb. 2011, σ. 293), η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του νόμου για το νερό, καθώς και η Regeling van de Staatssecretaris van Infrastructuur en Milieu, nr. BJZ2011046947, houdende nadere regels met betrekking tot enige onderwerpen inzake de voorziening van Drinkwater, warm tapwater en huishoudwater (Drinkwaterregeling) [κανονιστική απόφαση αριθ. BJZ2011046947 του Υφυπουργού Υποδομών και Περιβάλλοντος, για τη θέσπιση λεπτομερέστερων διατάξεων σχετικά με ορισμένα ζητήματα προμήθειας πόσιμου νερού, ζεστού νερού βρύσης και νερού οικιακής χρήσης (κανονιστική απόφαση για το πόσιμο νερό)], της 14ης Ιουνίου 2011 (Stcrt. 2011, σ. 10842), περιέχουν λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των δαπανών και προσδιορίζουν ποιες δαπάνες μπορούν να μετακυλίονται στα τιμολόγια και με ποιον τρόπο μπορεί να γίνεται αυτό. Ο αρμόδιος υπουργός μεριμνά για την τήρηση των κανόνων αυτών. Η επιχείρηση ύδρευσης δημοσιεύει ετησίως μια κλίμακα τιμών που θα ισχύουν για την ύδρευση κατά το επόμενο ημερολογιακό έτος και διευκρινίζει συγχρόνως τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται οι τιμές αυτές βάσει των δαπανών. |
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
|
28 |
Η Stichting Waternet είναι εταιρία ύδρευσης επιφορτισμένη, κατ’ αποκλειστικότητα, με την παροχή πόσιμου νερού στον Δήμο του Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες), στον οποίο βρίσκεται η οικία όπου κατοικεί ο MG από τον Σεπτέμβριο του 2012. |
|
29 |
Ο MG δεν ενημέρωσε τη Stichting Waternet ότι είναι ο νέος ένοικος της οικίας αυτής. Επιπλέον, ούτε ο προηγούμενος ένοικος δήλωσε τη αποχώρησή του από την εν λόγω οικία, ενώ συνέχισε να πληρώνει τους σχετικούς λογαριασμούς ύδρευσης μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2014. Στις 12 Νοεμβρίου 2014, η Stichting Waternet απέστειλε στον MG επιστολή καλωσορίσματος και, από τις 18 Νοεμβρίου 2014, άρχισε να του αποστέλλει λογαριασμούς ύδρευσης για το χρονικό διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2014. Ο MG δεν εξόφλησε κανέναν λογαριασμό για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως τις 18 Νοεμβρίου 2016. |
|
30 |
Κατόπιν τούτου, η Stichting Waternet άσκησε αγωγή ενώπιον του kantonrechter (ειρηνοδίκη, Κάτω Χώρες), ζητώντας να υποχρεωθεί ο MG να καταβάλει το ποσό των 283,79 ευρώ, πλέον νόμιμων τόκων και εξόδων, καθώς και, επικουρικώς, να της χορηγηθεί άδεια για τη διακοπή της σύνδεσης της εν λόγω οικίας με το δίκτυο ύδρευσης. Το δικαστήριο αυτό απέρριψε το αίτημα της Stichting Waternet περί καταβολής των ως άνω ποσών, με το σκεπτικό ότι η παροχή πόσιμου νερού αποτελούσε «μη παραγγελθείσα παροχή», κατά την έννοια του άρθρου 7:7, παράγραφος 2, του BW, όπως ισχύει από τις 13 Ιουνίου 2014. Αντιθέτως, δέχθηκε το επικουρικό αίτημά της, υπό τον όρο ότι ο MG δεν θα εκδηλώσει ρητώς, εντός δεκατεσσάρων ημερών από την επίδοση της δικαστικής απόφασης, την πρόθεσή του να προμηθεύεται νερό. Ο MG συνήψε με τη Stichting Waternet σύμβαση ύδρευσης στις 18 Νοεμβρίου 2016. |
|
31 |
Η Stichting Waternet άσκησε, ως εκ τούτου, έφεση κατά της απόφασης του kantonrechter (ειρηνοδίκη) ενώπιον του Gerechtshof Amsterdam (εφετείου Άμστερνταμ, Κάτω Χώρες), το οποίο την απέρριψε, με το σκεπτικό ότι δεν είχε συναφθεί καμία σύμβαση ύδρευσης μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως τις 18 Νοεμβρίου 2016, ότι η ύδρευση κατά το διάστημα εκείνο συνιστούσε «μη παραγγελθείσα παροχή», κατά την έννοια του άρθρου 7:7, παράγραφος 2, του BW, όπως ισχύει από τις 13 Ιουνίου 2014, και ότι το γεγονός ότι ο MG κατανάλωσε το νερό δεν συνεπαγόταν διαφορετική εκτίμηση. |
|
32 |
Κατόπιν τούτου, η Stichting Waternet άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Hoge Raad der Nederlanden (Ανωτάτου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών). Το δικαστήριο αυτό διερωτάται αν μπορεί να γίνει δεκτό, λαμβανομένης υπόψη της τρέχουσας πρακτικής στις Κάτω Χώρες και της ολλανδικής νομοθεσίας σχετικά με τη δημόσια υπηρεσία ύδρευσης, ότι η εμπορική πρακτική της Stichting Waternet δεν συνιστά «παροχή μη παραγγελθέντος» πόσιμου νερού, απαγορευόμενη από το άρθρο 5, παράγραφος 5, και από το παράρτημα I, σημείο 29, της οδηγίας 2005/29, καθώς και από το άρθρο 9 της οδηγίας 97/7 και το άρθρο 29 της οδηγίας 2011/83. |
|
33 |
Κατ’ αρχάς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, δεδομένου ότι η εκτέλεση της δημόσιας υπηρεσία ύδρευσης θεωρείται στις Κάτω Χώρες ως βασική αποστολή των δημόσιων αρχών, δεν υφίσταται ανταγωνιστική αγορά στον τομέα αυτόν, οπότε κάθε εταιρία ύδρευσης έχει, αφενός, εξουσιοδοτηθεί κατ’ αποκλειστικότητα να παρέχει νερό εντός ορισμένης ζώνης ύδρευσης που της έχει ανατεθεί και, αφετέρου, υποχρεούται να απευθύνει προσφορά σύνδεσης με το δίκτυο σε οποιονδήποτε υποβάλει σχετική αίτηση καθώς και να μη διακόπτει την υδροδότηση της κατοικίας καταναλωτή λόγω της εκ μέρους του μη πληρωμής. Επιπλέον, το εν λόγω δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι εταιρίες αυτές οφείλουν, υπό τον έλεγχο των δημοσίων αρχών, να εφαρμόζουν τιμολόγια τα οποία να είναι κοστοστρεφή και διαφανή και να μην εισάγουν διακρίσεις. |
|
34 |
Εν συνεχεία, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο μέσος καταναλωτής στις Κάτω Χώρες θεωρείται ότι γνωρίζει ότι η οικία στην οποία εγκαθίσταται είναι συνδεδεμένη με το δημόσιο δίκτυο παροχής πόσιμου νερού και ότι η παροχή πόσιμου νερού δεν είναι δωρεάν. |
|
35 |
Τέλος, το δικαστήριο αυτό είναι της γνώμης ότι η υπόθεση της κύριας δίκης διαφέρει από τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Wind Tre και Vodafone Italia (C‑54/17 και C‑55/17, EU:C:2018:710), δεδομένου ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο καταναλωτής δεν μπορεί να επιλέξει την εταιρία ύδρευσης που θα του προμηθεύσει πόσιμο νερό, ότι οι τιμολογιακές χρεώσεις πραγματοποιούνται αφότου ο καταναλωτής έχει πράγματι καταναλώσει νερό, είναι κοστοστρεφείς και διαφανείς και δεν εισάγουν διακρίσεις, διαμορφώνονται δε υπό τον έλεγχο των δημοσίων αρχών. |
|
36 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
|
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
|
37 |
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 9 της οδηγίας 97/7 και το άρθρο 27 της οδηγίας 2011/83, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 5, και το παράρτημα I, σημείο 29, της οδηγίας 2005/29, διέπουν την κατάρτιση των συμβάσεων και αν, ειδικότερα, έχουν την έννοια ότι μια σύμβαση μεταξύ εταιρίας ύδρευσης και καταναλωτή μπορεί να θεωρηθεί ως συναφθείσα όταν ο καταναλωτής δεν έχει δώσει τη ρητή συναίνεσή του. |
|
38 |
Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι η οδηγία 97/7 όντως καταργήθηκε στις 13 Ιουνίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο 31 της οδηγίας 2011/83. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου επέλευσης των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στις σκέψεις 28 και 29 της παρούσας απόφασης, για την απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο οι διατάξεις της οδηγίας 97/7 όσο και αυτές της οδηγίας 2011/83. |
|
39 |
Αφετέρου, το ερώτημα αυτό είναι κρίσιμο μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η έννομη σχέση μεταξύ της Stichting Waternet και του MG δεν διέπεται εξ ολοκλήρου από την εθνική νομοθεσία, τόσο ως προς την παροχή νερού από τον επαγγελματία όσο και ως προς τις σχετικές με την παροχή αυτή χρεώσεις οι οποίες βαρύνουν τον καταναλωτή. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει κατά πόσον πληρούται η προϋπόθεση αυτή στην υπόθεση της κύριας δίκης. |
|
40 |
Πρώτον, επισημαίνεται ότι η οδηγία 97/7 έχει ως αντικείμενο την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις που συνάπτονται εξ αποστάσεως και, ιδίως, τον καθορισμό του περιεχομένου των υποχρεώσεων τις οποίες οφείλουν να εκπληρώνουν οι επαγγελματίες όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιούν στους καταναλωτές και το δικαίωμα υπαναχώρησής τους. Αντιθέτως, η οδηγία αυτή δεν καλύπτει τους κανόνες σχετικά με την κατάρτιση των συμβάσεων εξ αποστάσεως. |
|
41 |
Δεύτερον, επισημαίνεται ότι η οδηγία 2011/83, όπως προκύπτει από το σαφές γράμμα του άρθρου της 3, παράγραφος 5, δεν θίγει τις γενικές διατάξεις του εθνικού δικαίου περί συμβάσεων, όπως τους κανόνες που αφορούν το κύρος, την κατάρτιση ή το αποτέλεσμα μιας σύμβασης, στον βαθμό που η εν λόγω οδηγία δεν ρυθμίζει τις γενικές έννοιες του δικαίου των συμβάσεων. Από την αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 2011/83 προκύπτει επίσης ότι αυτή δεν θίγει την εθνική νομοθεσία που ρυθμίζει, για παράδειγμα, τη σύναψη ή το κύρος μιας σύμβασης, όπως σε περίπτωση έλλειψης συγκατάθεσης. |
|
42 |
Τρίτον, όσον αφορά την οδηγία 2005/29, το άρθρο της 3, παράγραφος 2, προβλέπει ότι η οδηγία αυτή ισχύει υπό την επιφύλαξη του δικαίου των συμβάσεων και, ιδίως, των κανόνων που αφορούν το κύρος, την κατάρτιση ή το αποτέλεσμα μιας σύμβασης. |
|
43 |
Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 9 της οδηγίας 97/7 και το άρθρο 27 της οδηγίας 2011/83, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 5, και το παράρτημα I, σημείο 29, της οδηγίας 2005/29, διέπουν τη σύναψη των συμβάσεων. |
|
44 |
Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν τις συνέπειες της ενδεχόμενης διαπίστωσης ότι υπήρξε «παροχή μη παραγγελθέντων», καθόσον σκοπούν, αφενός, στην απαγόρευση της εμπορικής πρακτικής που συνίσταται σε τέτοια παροχή, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 5, και το παράρτημα I, σημείο 29, της οδηγίας 2005/29, και, αφετέρου, στην πρόβλεψη της απαλλαγής του καταναλωτή από την υποχρέωση καταβολής κάθε είδους αντιπαροχής σε περίπτωση «παροχής μη παραγγελθέντων». |
|
45 |
Επομένως, από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στις σκέψεις 40 έως 42 και 44 της παρούσας απόφασης προκύπτει ότι, ελλείψει εναρμόνισης σε επίπεδο Ένωσης των γενικών πτυχών του δικαίου των συμβάσεων, η κατάρτιση, η σύναψη και το κύρος των συμβάσεων διέπονται από το εθνικό δίκαιο. Επομένως, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει, βάσει του ολλανδικού δικαίου, αν μια σύμβαση μεταξύ εταιρίας ύδρευσης και καταναλωτή μπορεί να θεωρηθεί ως συναφθείσα όταν ο καταναλωτής δεν έχει δώσει τη ρητή συναίνεσή του. |
|
46 |
Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9 της οδηγίας 97/7 και το άρθρο 27 της οδηγίας 2011/83, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 5, και το σημείο 29 του παραρτήματος I της οδηγίας 2005/29, δεν διέπουν την κατάρτιση των συμβάσεων και, επομένως, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, σύμφωνα με την εθνική κανονιστική ρύθμιση, αν μια σύμβαση μεταξύ εταιρίας ύδρευσης και καταναλωτή μπορεί να θεωρηθεί ως συναφθείσα όταν ο καταναλωτής δεν έχει δώσει τη ρητή συναίνεσή του. |
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
|
47 |
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν ο όρος «παροχή μη παραγγελθέντων» κατά το παράρτημα I, σημείο 29, της οδηγίας 2005/29 έχει την έννοια ότι καλύπτει εμπορική πρακτική συνιστάμενη στη διατήρηση της σύνδεσης με το δημόσιο δίκτυο διανομής πόσιμου νερού κατά την εγκατάσταση καταναλωτή σε οικία η οποία κατοικούνταν προηγουμένως, όταν δεν έχει υποβληθεί σχετική αίτηση του εν λόγω καταναλωτή. |
|
48 |
Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 39 της παρούσας απόφασης, η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι κρίσιμη μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η έννομη σχέση μεταξύ της Stichting Waternet και του MG δεν διέπεται εξ ολοκλήρου από την εθνική νομοθεσία, τόσο ως προς την παροχή νερού από τον επαγγελματία όσο και ως προς τις σχετικές με την παροχή αυτή χρεώσεις οι οποίες βαρύνουν τον καταναλωτή, κάτι που εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. |
|
49 |
Εφόσον κριθεί αναγκαίο, πρέπει να εξεταστεί αν μια εμπορική πρακτική, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη πρακτική σχετικά με την προμήθεια πόσιμου νερού, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2005/29. |
|
50 |
Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 23 της ίδιας οδηγίας, προβλέπει μεταξύ άλλων ότι σκοπός της εν λόγω οδηγίας είναι να συμβάλει στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών. |
|
51 |
Κατά συνέπεια, μια εθνική νομοθεσία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας μόνον εφόσον επιδιώκει σκοπούς σχετικούς με την προστασία των καταναλωτών (πρβλ. διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 2012, Pelckmans Turnhout, C‑559/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:615, σκέψη 20). |
|
52 |
Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι σκοποί της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής νομοθεσίας δεν προκύπτουν σαφώς ούτε από την απόφαση περί παραπομπής ούτε από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο. Υπό τις συνθήκες αυτές, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν η πρακτική της Stichting Waternet απορρέει από την εφαρμογή εθνικών διατάξεων που επιδιώκουν σκοπούς σχετικούς με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών και εμπίπτει, επομένως, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2005/29, ή αν, αντιθέτως, αποσκοπεί απλώς στην προστασία άλλων δημοσίων συμφερόντων, όπως η δημόσια υγεία. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το αιτούν δικαστήριο κρίνει, υπό το πρίσμα της προηγούμενης σκέψης της παρούσας απόφασης, ότι η πρακτική της Stichting Waternet εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2005/29, εναπόκειται στο εν λόγω δικαστήριο να εξακριβώσει αν η πρακτική αυτή συνιστά «παροχή μη παραγγελθέντων». |
|
53 |
Όσον αφορά την έννοια της «παροχής μη παραγγελθέντων», το παράρτημα Ι, σημείο 29, της οδηγίας 2005/29 προβλέπει ότι στην κατηγορία των εμπορικών πρακτικών που κρίνονται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις εμπίπτει, μεταξύ άλλων, η «[α]παίτηση άμεσης ή μεταγενέστερης πληρωμής […] για προϊόντα που έχει προμηθεύσει ο εμπορευόμενος αλλά δεν έχουν παραγγελθεί από τον καταναλωτή […] (παροχή μη παραγγελθέντων)». |
|
54 |
Επομένως, «παροχή μη παραγγελθέντων», κατά την έννοια του ως άνω σημείου 29, αποτελεί, μεταξύ άλλων, η εκ μέρους του εμπορευομένου συμπεριφορά η οποία συνίσταται στην απαίτηση από τον καταναλωτή να καταβάλει πληρωμή για υπηρεσία που του παρασχέθηκε χωρίς ο καταναλωτής να την έχει ζητήσει (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Wind Tre και Vodafone Italia, C‑54/17 και C‑55/17, EU:C:2018:710, σκέψη 43, και της 5ης Δεκεμβρίου 2019, EVN Bulgaria Toplofikatsia και Toplofikatsia Sofia, C‑708/17 και C‑725/17, EU:C:2019:1049, σκέψη 64). |
|
55 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ένα από τα στοιχεία του ορισμού της «επιθετικής εμπορικής πρακτικής» κατά το άρθρο 8 της οδηγίας 2005/29 είναι ότι μια τέτοια πρακτική παρεμποδίζει σημαντικά ή ενδέχεται να παρεμποδίσει σημαντικά την ελευθερία επιλογής ή συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή ως προς ορισμένο προϊόν. Κατά συνέπεια, η ζήτηση ορισμένης υπηρεσίας πρέπει να αποτελεί ελεύθερη επιλογή εκ μέρους του καταναλωτή. Προς τούτο, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, οι πληροφορίες που παρέχει ο εμπορευόμενος στον καταναλωτή να είναι σαφείς και κατάλληλες (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Wind Tre και Vodafone Italia, C‑54/17 και C‑55/17, EU:C:2018:710, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
56 |
Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι, δεδομένου ότι η τιμή αποτελεί, κατ’ αρχήν, καθοριστικό στοιχείο για τον καταναλωτή, όταν αυτός λαμβάνει απόφαση συναλλαγής, πρέπει να θεωρείται ως πληροφορία αναγκαία προκειμένου να παρασχεθεί στον καταναλωτή η δυνατότητα να λάβει μετά λόγου γνώσεως μια τέτοια απόφαση (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Wind Tre και Vodafone Italia, C‑54/17 και C‑55/17, EU:C:2018:710, σκέψη 47). |
|
57 |
Εκτός αυτού, για την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2005/29 έχει πρωταρχική σημασία το περιεχόμενο της έννοιας «καταναλωτής». Σύμφωνα με την αιτιολογική της σκέψη 18, η οδηγία αυτή θέτει ως κριτήριο αξιολόγησης τον μέσο καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, λαμβανομένων υπόψη των κοινωνικών, πολιτιστικών και γλωσσικών παραγόντων (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Wind Tre και Vodafone Italia, C‑54/17 και C‑55/17, EU:C:2018:710, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική σκέψη 18, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προσδιορίσει την τυπική αντίδραση του μέσου καταναλωτή σε δεδομένη περίπτωση. |
|
58 |
Εν προκειμένω, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εταιρία ύδρευσης υποχρεούται να παρέχει την υπηρεσία ύδρευσης, η οποία δεν μπορεί να διακοπεί λόγω μη πληρωμής εκ μέρους του καταναλωτή πριν αποσταλεί έγγραφη όχληση στον τελευταίο και πριν η εταιρία αυτή καταβάλει προσπάθεια να έλθει σε προσωπική επαφή με αυτόν. |
|
59 |
Όσον αφορά την τιμολόγηση νερού, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, για να δημιουργηθούν χρεώσεις, απαιτείται ενσυνείδητη ενέργεια εκ μέρους του καταναλωτή, μέσω της κατανάλωσης νερού. Επιπλέον, κάθε εταιρία ύδρευσης οφείλει να εφαρμόζει, υπό τον έλεγχο των δημοσίων αρχών, τιμολόγια τα οποία να είναι κοστοστρεφή και διαφανή, να μην εισάγουν διακρίσεις και να είναι ανάλογα προς την κατανάλωση νερού. |
|
60 |
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι ο μέσος καταναλωτής στις Κάτω Χώρες, ο οποίος εγκαθίσταται σε οικία η οποία κατοικούνταν προηγουμένως, γνωρίζει ότι η οικία αυτή εξακολουθεί να είναι συνδεδεμένη με το δημόσιο δίκτυο διανομής πόσιμου νερού και ότι η παροχή νερού γίνεται έναντι πληρωμής. |
|
61 |
Οι περιστάσεις αυτές διαφοροποιούν την υπόθεση της κύριας δίκης από τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Wind Tre και Vodafone Italia (C‑54/17 και C‑55/17, EU:C:2018:710, σκέψεις 49 και 56). Πράγματι, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η χρήση των επίμαχων υπηρεσιών απαιτούσε ενσυνείδητη ενέργεια εκ μέρους του καταναλωτή και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υφίσταται «παροχή μη παραγγελθέντων», κατά την έννοια του σημείου 29 του παραρτήματος I της οδηγίας 2005/29, δεδομένου ότι, στις υποθέσεις αυτές, οι καταναλωτές δεν έλαβαν τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με ορισμένες παρεχόμενες υπηρεσίες και με το κόστος τους. |
|
62 |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος «παροχή μη παραγγελθέντων», κατά το σημείο 29 του παραρτήματος I της οδηγίας 2005/29, έχει την έννοια ότι, υπό την επιφύλαξη των εξακριβώσεων στις οποίες πρέπει να προβεί το αιτούν δικαστήριο, δεν καλύπτει την εμπορική πρακτική εταιρίας διανομής πόσιμου ύδατος η οποία συνίσταται στη διατήρηση της σύνδεσης με το δημόσιο δίκτυο ύδρευσης κατά την εγκατάσταση καταναλωτή σε οικία η οποία κατοικούνταν προηγουμένως, εφόσον ο καταναλωτής αυτός δεν διαθέτει ελευθερία επιλογής του παρόχου της οικείας υπηρεσίας, ο τελευταίος εφαρμόζει τιμολόγια τα οποία είναι κοστοστρεφή και διαφανή, δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι ανάλογα προς την κατανάλωση νερού, ο δε καταναλωτής γνωρίζει ότι η οικία αυτή είναι συνδεδεμένη με το δημόσιο δίκτυο ύδρευσης και ότι η προμήθεια νερού γίνεται έναντι πληρωμής. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
63 |
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται: |
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.