ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)

της 2ας Σεπτεμβρίου 2021 ( *1 )

«Προσφυγή ακυρώσεως – Αποφάσεις (ΕΕ) 2020/245 και 2020/246 – Θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του συμβουλίου εταιρικής σχέσης που συστάθηκε δυνάμει της συνολικής και ενισχυμένης συμφωνίας εταιρικής σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Αρμενίας, αφετέρου – Συμφωνία της οποίας ορισμένες διατάξεις μπορεί να εμπίπτουν στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) – Θέσπιση των εσωτερικών κανονισμών του συμβουλίου εταιρικής σχέσης, της επιτροπής εταιρικής σχέσης, των υποεπιτροπών και άλλων οργάνων – Έκδοση δύο χωριστών αποφάσεων – Επιλογή της νομικής βάσεως – Άρθρο 37 ΣΕΕ – Άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ – Κανόνας ψηφοφορίας»

Στην υπόθεση C‑180/20,

με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η οποία ασκήθηκε στις 24 Απριλίου 2020,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Kellerbauer και Θ. Ραμόπουλο,

προσφεύγουσα,

υποστηριζόμενη από την:

Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την K. Najmanová καθώς και από τους M. Švarc, J. Vláčil και M. Smolek,

παρεμβαίνουσα,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τις P. Mahnič και Μ. Μπαλτά καθώς και από τον M. Bishop,

καθού,

υποστηριζόμενου από τη:

Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους T. Stehelin και J.-L. Carré καθώς και από την A.-L. Desjonquères,

παρεμβαίνουσα,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, Αντιπρόεδρο, J.-C. Bonichot, A. Arabadjiev, A. Prechal, N. Piçarra και A. Kumin, προέδρους τμήματος, C. Toader (εισηγήτρια), M. Safjan, D. Šváby, S. Rodin, F. Biltgen, P. G. Xuereb, L. S. Rossi και I. Jarukaitis, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιουνίου 2021,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως (ΕΕ) 2020/245 του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2020, σχετικά με τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του συμβουλίου εταιρικής σχέσης που συγκροτείται βάσει της συνολικής και ενισχυμένης συμφωνίας εταιρικής σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Αρμενίας, αφετέρου, όσον αφορά τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού του συμβουλίου εταιρικής σχέσης και των εσωτερικών κανονισμών της επιτροπής εταιρικής σχέσης, των υποεπιτροπών και άλλων οργάνων που έχουν συσταθεί από το συμβούλιο εταιρικής σχέσης και τη συγκρότηση καταλόγου των υποεπιτροπών, για την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας με την εξαίρεση του τίτλου ΙΙ (ΕΕ 2020, L 52, σ. 3), και της αποφάσεως (ΕΕ) 2020/246 του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2020, σχετικά με τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του συμβουλίου εταιρικής σχέσης που συγκροτείται βάσει της συνολικής και ενισχυμένης συμφωνίας εταιρικής σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Αρμενίας, αφετέρου, όσον αφορά τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού του συμβουλίου εταιρικής σχέσης και των εσωτερικών κανονισμών της επιτροπής εταιρικής σχέσης, των υποεπιτροπών και άλλων οργάνων που έχουν συσταθεί από το συμβούλιο εταιρικής σχέσης και τη συγκρότηση καταλόγου των υποεπιτροπών, για την εφαρμογή του τίτλου ΙΙ της εν λόγω συμφωνίας (ΕΕ 2020, L 52, σ. 5) (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενες αποφάσεις).

Η συνολική και ενισχυμένη συμφωνία εταιρικής σχέσης και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις

2

Στις 20 Νοεμβρίου 2017, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΕΕ) 2018/104 για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ένωσης, και την προσωρινή εφαρμογή της συνολικής και ενισχυμένης συμφωνίας εταιρικής σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Αρμενίας, αφετέρου (ΕΕ 2018, L 23, σ. 1). Η απόφαση αυτή στηριζόταν στο άρθρο 37 ΣΕΕ καθώς και στο άρθρο 91, στο άρθρο 100, παράγραφος 2, και στα άρθρα 207 και 209 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφοι 5, 7 και 8, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

3

Η εν λόγω συμφωνία εταιρικής σχέσης (στο εξής: συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Αρμενία) υπογράφηκε στις 24 Νοεμβρίου 2017 και εφαρμόσθηκε προσωρινώς από την 1η Ιουνίου 2018. Η συμφωνία αυτή άρχισε να ισχύει την 1η Μαρτίου 2021.

4

Τα άρθρα 362 και 363 της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία προβλέπουν, αντιστοίχως, τη συγκρότηση ενός συμβουλίου εταιρικής σχέσης και μιας επιτροπής εταιρικής σχέσης, ενώ το άρθρο 364 της συμφωνίας προβλέπει τη δυνατότητα συστάσεως, εφόσον παρίσταται ανάγκη, υποεπιτροπών και άλλων οργάνων. Εξάλλου, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 362, παράγραφος 4, και του άρθρου 363, παράγραφος 4, της εν λόγω συμφωνίας, εναπόκειται στο συμβούλιο εταιρικής σχέσης να καταρτίσει τον εσωτερικό κανονισμό του και να καθορίσει με αυτόν την αποστολή και τη λειτουργία της επιτροπής εταιρικής σχέσης, η οποία είναι επιφορτισμένη, μεταξύ άλλων, με την προετοιμασία των συνεδριάσεων του συμβουλίου εταιρικής σχέσης.

5

Για την εφαρμογή των άρθρων 362 έως 364 της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία, η Επιτροπή και η Ύπατη Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας υπέβαλαν από κοινού, στις 29 Νοεμβρίου 2018, πρόταση αποφάσεως του Συμβουλίου σχετικά με τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης στο πλαίσιο του συμβουλίου εταιρικής σχέσης που συστάθηκε με τη συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Αρμενία, όσον αφορά την έκδοση αποφάσεων σχετικά με τους εσωτερικούς κανονισμούς του συμβουλίου εταιρικής σχέσης, της επιτροπής εταιρικής σχέσης και των ειδικών υποεπιτροπών ή οποιουδήποτε άλλου οργάνου. Η πρόταση αυτή στηριζόταν στο άρθρο 37 ΣΕΕ καθώς και στο άρθρο 91, στο άρθρο 100, παράγραφος 2, και στα άρθρα 207 και 209 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ.

6

Εντούτοις, με την τροποποιημένη πρότασή της της 19ης Ιουλίου 2019, η Επιτροπή κατήργησε την αναφορά στο άρθρο 37 ΣΕΕ ως ουσιαστική νομική βάση. Η εν λόγω τροποποιημένη πρόταση ανταποκρινόταν στις διευκρινίσεις τις οποίες παρέσχε το Δικαστήριο με την απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν) (C‑244/17, EU:C:2018:662), με την οποία ακύρωσε την απόφαση (ΕΕ) 2017/477 του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 2017, για τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του Συμβουλίου Συνεργασίας που συγκροτήθηκε βάσει της ενισχυμένης συμφωνίας εταιρικής σχέσης και συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της, αφενός, και της Δημοκρατίας του Καζαχστάν, αφετέρου, όσον αφορά τις εργασιακές ρυθμίσεις του Συμβουλίου Συνεργασίας, της Επιτροπής Συνεργασίας, ειδικών υποεπιτροπών ή οποιωνδήποτε άλλων οργάνων (ΕΕ 2017, L 73, σ. 15), για τον λόγο ότι το Συμβούλιο στηρίχθηκε εσφαλμένως, για να εκδώσει την απόφαση αυτή, στο άρθρο 31, παράγραφος 1, ΣΕΕ.

7

Κατά τη συνεδρίαση της 4ης Δεκεμβρίου 2019, η Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων (ΕΜΑ) αποφάσισε να διαχωρίσει την πράξη σχετικά με τη θέση που θα πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης σε δύο αποφάσεις του Συμβουλίου, ήτοι, αφενός, στην απόφαση 2020/245, με σκοπό τη διασφάλιση της εφαρμογής της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία, εξαιρουμένου του τίτλου II αυτής, η οποία στηρίζεται σε ουσιαστική νομική βάση αποτελούμενη από το άρθρο 91 και τα άρθρα 207 και 209 ΣΛΕΕ, και, αφετέρου, στην απόφαση 2020/246, με σκοπό τη διασφάλιση της εφαρμογής του τίτλου II της εν λόγω συμφωνίας, στηριζόμενη σε ουσιαστική νομική βάση αποτελούμενη μόνον από το άρθρο 37 ΣΕΕ. Στις 17 Φεβρουαρίου 2020, το Συμβούλιο εξέδωσε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις στηριζόμενο στις ίδιες ουσιαστικές νομικές βάσεις. Ενώ η απόφαση 2020/245 εκδόθηκε με ειδική πλειοψηφία, δεδομένου ότι η διαδικαστική νομική βάση της συνίστατο ειδικότερα στο άρθρο 218, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και στο άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, η απόφαση 2020/246 εκδόθηκε ομοφώνως. Πράγματι, η διαδικαστική νομική βάση της αποφάσεως αυτής περιλαμβάνει, πέραν του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, και το άρθρο 218, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κατά το οποίο το Συμβούλιο αποφασίζει, μεταξύ άλλων, ομοφώνως όταν η συμφωνία αφορά τομέα για τον οποίο απαιτείται ομοφωνία για τη θέσπιση πράξεως της Ένωσης.

8

Ως εκ τούτου, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2020/245 ορίζει ότι η θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης στο πλαίσιο του συμβουλίου εταιρικής σχέσης που συγκροτείται βάσει της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία, όσον αφορά τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού του συμβουλίου εταιρικής σχέσης και των εσωτερικών κανονισμών της επιτροπής εταιρικής σχέσης, των υποεπιτροπών και άλλων οργάνων που έχουν συσταθεί από το συμβούλιο εταιρικής σχέσης και τη συγκρότηση καταλόγου των υποεπιτροπών, για την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας με την εξαίρεση του τίτλου της ΙΙ, βασίζεται στο σχέδιο αποφάσεως του συμβουλίου εταιρικής σχέσης. Ομοίως, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2020/246 έχει πανομοιότυπο περιεχόμενο όσον αφορά την εφαρμογή του τίτλου II της συμφωνίας.

9

Η Επιτροπή διατύπωσε αντιρρήσεις με δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά της συνεδριάσεως του Συμβουλίου, υποστηρίζοντας ότι η προσθήκη του άρθρου 37 ΣΕΕ ως νομικής βάσεως της αποφάσεως 2020/246 και ο διαχωρισμός της πράξεως του Συμβουλίου σε δύο αποφάσεις στερούντο νομιμότητας. Η Τσεχική Δημοκρατία καταχώρισε επίσης δήλωση στα πρακτικά των συνεδριάσεων της ΕΜΑ και του Συμβουλίου, κατά την οποία η εν λόγω προσθήκη ήταν εσφαλμένη υπό το πρίσμα της αποφάσεως της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν) (C-244/17, EU:C:2018:662). Ομοίως, η Ουγγαρία εξέφρασε επιφυλάξεις ως προς την έκδοση δύο χωριστών αποφάσεων. Τα δύο αυτά κράτη μέλη απείχαν από την ψηφοφορία για την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων.

Αιτήματα των διαδίκων

10

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματά τους και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

11

Το Συμβούλιο ζητεί την απόρριψη της προσφυγής και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα. Επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρώσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων, ζητεί από το Δικαστήριο να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματά τους.

12

Με αποφάσεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 25ης Αυγούστου 2020 και της 25ης Σεπτεμβρίου 2020, επετράπη, αντιστοίχως, στην Τσεχική Δημοκρατία και στη Γαλλική Δημοκρατία να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής και του Συμβουλίου.

Επί της προσφυγής

13

Η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως που αντλούνται, ο πρώτος, από εσφαλμένη χρήση του άρθρου 37 ΣΕΕ ως ουσιαστικής νομικής βάσεως της αποφάσεως 2020/246 και, ο δεύτερος, από τον παράνομο διαχωρισμό, με την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων, της πράξεως που αφορά τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης στο πλαίσιο του συμβουλίου εταιρικής σχέσης που συγκροτείται βάσει της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία σε δύο χωριστές αποφάσεις.

Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

14

Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Τσεχική Δημοκρατία, προσάπτει στο Συμβούλιο ότι περιέλαβε το άρθρο 37 ΣΕΕ και το άρθρο 218, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ στη νομική βάση της αποφάσεως 2020/246, με αποτέλεσμα την εφαρμογή του κανόνα της ομοφωνίας από το Συμβούλιο. Κατά την Επιτροπή, η σύνδεση με την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) που παρουσιάζει ο τίτλος II της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη συμπερίληψη του άρθρου 37 ΣΕΕ στην ως άνω νομική βάση.

15

Προς στήριξη του λόγου αυτού ακυρώσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι απόφαση του Συμβουλίου, δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, σχετικά με την εφαρμογή διεθνούς συμφωνίας στο σύνολό της, πρέπει να λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία όταν το κέντρο βάρους της εν λόγω συμφωνίας κείται σε τομέα για τον οποίο οι ουσιαστικές νομικές βάσεις απαιτούν τέτοια πλειοψηφία. Ως εκ τούτου, η επιλογή της νομικής βάσεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, στα οποία περιλαμβάνονται, ιδίως, ο σκοπός και το περιεχόμενο της εν λόγω πράξεως.

16

Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι στο προοίμιο ή στα αρχικά άρθρα της επίμαχης πράξεως μπορούν να αναφερθούν γενικοί σκοποί, καθοριστικής σημασίας για τον καθορισμό του τομέα στον οποίο εμπίπτει η πράξη είναι η έκταση των υποχρεώσεων που πράγματι προβλέπονται για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών και από το ποια είναι τα σημαντικότερα από τα καλυπτόμενα θέματα. Όταν η πράξη της οποίας σχεδιάζεται η έκδοση αφορά, γενικώς, τη λειτουργία οργάνων συσταθέντων βάσει διεθνούς συμφωνίας, ο τομέας στον οποίο εμπίπτει η εν λόγω πράξη πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα της συμφωνίας στο σύνολό της. Η αντίθετη προς τους κανόνες αυτούς πρακτική ενός θεσμικού οργάνου δεν μπορεί να τροποποιήσει τους κανόνες αυτούς ή να δικαιολογήσει παρεκκλίσεις.

17

Εν προκειμένω, πάντως, κατά την Επιτροπή, η συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Αρμενία αφορά κυρίως το εμπόριο και τη συνεργασία για την ανάπτυξη καθώς και το εμπόριο των υπηρεσιών μεταφορών, τομείς τους οποίους αφορά η πλειονότητα των διατάξεων της εν λόγω συμφωνίας. Η σύνδεση με την ΚΕΠΠΑ που παρουσιάζουν τα εννέα άρθρα που απαρτίζουν τον τίτλο II της συμφωνίας αυτής είναι όλως παρεπόμενη σε σχέση με τα συστατικά αυτά στοιχεία και όχι αρκούντως σημαντική για να δικαιολογήσει τη χρησιμοποίηση διαφορετικής ουσιαστικής νομικής βάσεως.

18

Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή φρονεί ότι τα εννέα αυτά άρθρα είναι, από απόψεως περιεχομένου και αριθμού, συγκρίσιμα με τις διατάξεις της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με τη Δημοκρατία του Καζαχστάν, οι οποίες εξετάσθηκαν στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν) (C-244/17, EU:C:2018:662), για τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήσαν επαρκείς προκειμένου να δικαιολογήσουν την προσθήκη ειδικής ουσιαστικής νομικής βάσεως σχετικής με την ΚΕΠΠΑ, από δε τους τίτλους των δύο συμφωνιών που μπορούν να υπαχθούν στην ΚΕΠΠΑ προκύπτει, εν πάση περιπτώσει, ότι το επίπεδο δεσμεύσεως είναι εξίσου περιορισμένο.

19

Επιπλέον, το γεγονός και μόνον ότι η συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Αρμενία συνήφθη σε ένα περίπλοκο γεωπολιτικό πλαίσιο, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, δεν δικαιολογεί να προσδοθεί στη συμφωνία αυτή διάσταση σχετική με την ΚΕΠΠΑ η οποία δεν προκύπτει από το περιεχόμενό της.

20

Η Τσεχική Δημοκρατία συντάσσεται με τα αιτήματα της Επιτροπής. Κατά το κράτος μέλος αυτό, οι σκοποί που συνδέονται με την ΚΕΠΠΑ στο πλαίσιο της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία μπορούν επίσης να ενταχθούν στο πλαίσιο της πολιτικής της συνεργασίας για την ανάπτυξη και του εμπορίου. Επιπλέον, η σώρευση πλειόνων διατάξεων σε ουσιαστική νομική βάση θα πρέπει να παραμένει η εξαίρεση. Λαμβανομένης υπόψη της μικρής ποιοτικής και ποσοτικής σημασίας των στοιχείων του τίτλου II της εν λόγω συμφωνίας που μπορούν να υπαχθούν στην ΚΕΠΠΑ, μια τέτοια εξαίρεση δεν δικαιολογείται εν προκειμένω.

21

Αμυνόμενο, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι οι σκοποί μιας διεθνούς συμφωνίας είναι ουσιώδεις για να αποδειχθεί η σχέση μεταξύ των διατάξεων που αφορούν διαφορετικές πολιτικές, το δε περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας πρέπει να εξετάζεται σε δεύτερο μόνο στάδιο. Εν προκειμένω, όμως, τα επιχειρήματα της Επιτροπής δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τους σκοπούς της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία. Συγκεκριμένα, η ανάλυση των σκοπών της συμφωνίας αυτής και το περιεχόμενο του τίτλου της II καταδεικνύουν ότι οι διατάξεις που συνδέονται με την ΚΕΠΠΑ δεν είναι παρεπόμενες σε σχέση με τους τομείς του εμπορίου και της συνεργασίας για την ανάπτυξη, αλλά αποτελούν αυτοτελές συστατικό στοιχείο της συμφωνίας.

22

Συναφώς, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με τη συμφωνία εταιρικής σχέσης την οποία αφορούσε η απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν) (C-244/17, EU:C:2018:662), η συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Αρμενία περιλαμβάνει τουλάχιστον έναν επιπλέον ουσιαστικό σκοπό, ήτοι την ενίσχυση της συνολικής πολιτικής εταιρικής σχέσης (άρθρο 1, στοιχείο αʹ) και την ενθάρρυνση της δημιουργίας στενών πολιτικών σχέσεων μεταξύ των μερών (άρθρο 1, στοιχείο βʹ).

23

Το Συμβούλιο συνάγει εξ αυτού ότι η συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Αρμενία δεν αποτελεί απλό μέσο στον τομέα της συνεργασίας για την ανάπτυξη και το εμπόριο. Συγκεκριμένα, το άρθρο της 3 απηχεί ορισμένους από τους γενικούς σκοπούς οι οποίοι εξαγγέλλονται στο άρθρο 1 σε ένα σύνολο πιο συγκεκριμένων σκοπών τους οποίους επιδιώκουν ειδικώς οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ σχετικά με τον πολιτικό διάλογο, τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις και τη συνεργασία στον τομέα της ΚΕΠΠΑ. Πάντως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι διατάξεις προβλέπουσες συνεργασία υπό τη μορφή πολιτικού διαλόγου δεν μπορούν να συνιστούν τοιαύτη εφαρμογή των σκοπών της ΚΕΠΠΑ.

24

Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το σύνολο σχεδόν των διατάξεων της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία εμπίπτει σε τομείς μη συνδεόμενους με την ΚΕΠΠΑ, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι το κριτήριο που αφορά το μέγεθος του τίτλου ΙΙ δεν έχει σχέση με τον σκοπό ή το περιεχόμενο των λαμβανόμενων μέτρων, οπότε δεν μπορεί να είναι καθοριστικό για την επιλογή της νομικής βάσεως της δράσεως της Ένωσης. Ειδικότερα, το κριτήριο αυτό δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της σχέσης μεταξύ των οικείων διατάξεων και των λοιπών μερών της συμφωνίας.

25

Η Γαλλική Δημοκρατία, η οποία παρεμβαίνει προς στήριξη των επιχειρημάτων του Συμβουλίου, παρατηρεί ότι ο προσδιορισμός των σκοπών που επιδιώκει μια πράξη πρέπει να πραγματοποιείται με την ανάλυση του περιεχομένου της και ότι, συγχρόνως, η εξέταση του περιεχομένου της πρέπει να γίνεται υπό το πρίσμα του σκοπού της εν λόγω πράξεως. Η προσέγγιση αυτή είναι ακόμη πιο σημαντική όταν η πράξη εμπίπτει εν μέρει στην ΚΕΠΠΑ, δεδομένου ότι αυτή υπόκειται σε ειδικούς κανόνες και διαδικασίες δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Επομένως, το γεγονός ότι είναι ολιγάριθμες οι διατάξεις που αφορούν την ΚΕΠΠΑ δεν μπορεί, ενόψει των σκοπών που εμπίπτουν σαφώς στην ΚΕΠΠΑ, να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ΚΕΠΠΑ έχει απλώς παρεπόμενη σημασία σε σχέση με τις λοιπές προωθούμενες πολιτικές. Συγκεκριμένα, η οικονομική συνεργασία απαιτεί, ως εκ της φύσεώς της, περισσότερες διευκρινίσεις για την εφαρμογή της απ’ ό, τι η εμπέδωση του πολιτικού διαλόγου.

26

Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το πλαίσιο της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία το οποίο και αυτό αποδεικνύει ότι η συμφωνία αυτή εμπίπτει στην ΚΕΠΠΑ, δεδομένου ότι συνήφθη εντός ενός ιδιαίτερου πολιτικού πλαισίου και πλαισίου ασφάλειας χαρακτηριζόμενου από περιφερειακές κρίσεις, όπως η σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

27

Εισαγωγικώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 218 ΣΛΕΕ, για επιτακτικούς λόγους σαφήνειας, συνέπειας και εξορθολογισμού, προβλέπει μια ομοιόμορφη και γενικής ισχύος διαδικασία όσον αφορά, ιδίως, τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη διεθνών συμφωνιών τις οποίες είναι αρμόδια να συνάπτει η Ένωση στους τομείς δράσεώς της, περιλαμβανομένης της ΚΕΠΠΑ, εκτός αν οι Συνθήκες προβλέπουν ειδικές διαδικασίες [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν), C-244/17, EU:C:2018:662, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

28

Το δε άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ προβλέπει απλοποιημένη διαδικασία, μεταξύ άλλων, για τον καθορισμό της θέσεως που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης λόγω της συμμετοχής της στη διαδικασία θεσπίσεως, στο πλαίσιο του οργάνου λήψεως αποφάσεων που δημιουργείται με την οικεία διεθνή συμφωνία, πράξεων που αφορούν την εφαρμογή ή την εκτέλεσή της. Εντούτοις, από τον συνδυασμό των παραγράφων 6, 9 και 10 του άρθρου 218 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η ως άνω απλοποίηση, η οποία έχει εφαρμογή μόνο σε πράξεις που δεν συμπληρώνουν ούτε τροποποιούν το θεσμικό πλαίσιο της συμφωνίας, έγκειται αποκλειστικά στον περιορισμό της συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν), C-244/17, EU:C:2018:662, σκέψεις 25 και 26].

29

Δεδομένου ότι, αντιθέτως, το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ δεν προβλέπει κανέναν κανόνα ψηφοφορίας για τη λήψη από το Συμβούλιο των αποφάσεων οι οποίες εμπίπτουν στις κατηγορίες τις οποίες απαριθμεί το άρθρο αυτό, ο εφαρμοστέος κανόνας ψηφοφορίας πρέπει να καθορίζεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το άρθρο 218, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ. Λαμβανομένης υπόψη της χρήσεως, αφενός, της φράσεως «[κ]αθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας», στο πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, και, αφετέρου, της λέξεως «[ω]στόσο», στην αρχή του δευτέρου εδαφίου της εν λόγω διατάξεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι, κατά γενικό κανόνα, το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία και ότι μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο αποφασίζει με ομοφωνία. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο εφαρμοστέος κανόνας ψηφοφορίας πρέπει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να καθορίζεται αναλόγως της εκάστοτε προκειμένης περιπτώσεως.

30

Ως εκ τούτου, όσον αφορά απόφαση με την οποία το Συμβούλιο καθορίζει τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης στο πλαίσιο οργάνου συσταθέντος με διεθνή συμφωνία, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι, σε περίπτωση που μια τέτοια απόφαση δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις στις οποίες το άρθρο 218, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ απαιτεί λήψη αποφάσεως με ομοφωνία, το Συμβούλιο πρέπει να εκδίδει την εν λόγω απόφαση, κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 218, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, και του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν), C-244/17, EU:C:2018:662, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

31

Στην πρώτη από τις περιπτώσεις αυτές, το άρθρο 218, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ απαιτεί να εκδίδεται με ομοφωνία απόφαση δυνάμει της παραγράφου 9 του άρθρου αυτού όταν η απόφαση αυτή εμπίπτει σε τομέα στον οποίο απαιτείται ομοφωνία για την έκδοση πράξεως της Ένωσης. Προκειμένου να καθορισθεί, στη συνάφεια αυτή, αν απόφαση εκδοθείσα στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής παραγράφου αφορά τομέα για τον οποίο απαιτείται ομοφωνία, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ουσιαστική νομική βάση της [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν), C-244/17, EU:C:2018:662, σκέψη 35].

32

Πάντως, κατά πάγια νομολογία, η επιλογή της νομικής βάσεως πράξεως της Ένωσης πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, στα οποία περιλαμβάνονται ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως αυτής [απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν), C-244/17, EU:C:2018:662, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

33

Συναφώς, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν το Συμβούλιο και όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 28 και 29 των προτάσεών του, ουδόλως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι το ένα από τα κριτήρια αυτά υπερισχύει του άλλου. Συγκεκριμένα, ο τομέας στον οποίο εμπίπτει μια πράξη πρέπει να προσδιορίζεται βάσει όλων των δυνάμενων να προσδιορισθούν αντικειμενικών στοιχείων που αφορούν κάποιο από τα εν λόγω κριτήρια.

34

Αν από την εξέταση της πράξεως της Ένωσης προκύπτει ότι αυτή επιδιώκει διττό σκοπό ή ότι απαρτίζεται από δύο συστατικά στοιχεία και αν ο ένας από τους σκοπούς ή τα συστατικά στοιχεία αυτά μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κύριου ή πρωτεύοντος χαρακτήρα, ενώ ο άλλος έχει παρεπόμενο απλώς χαρακτήρα, η πράξη πρέπει να στηρίζεται σε μία και μόνη νομική βάση, ήτοι σε εκείνη που επιβάλλεται από τον κύριο ή τον πρωτεύοντα σκοπό ή το κύριο ή το πρωτεύον συστατικό στοιχείο. Κατ’ εξαίρεση μόνον, αν αποδεικνύεται ότι η πράξη επιδιώκει πλείονες σκοπούς ή έχει πλείονα συστατικά στοιχεία που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, χωρίς ο ένας σκοπός να είναι παρεπόμενος σε σχέση με τον άλλο, μια τέτοια πράξη πρέπει να στηρίζεται στις αντίστοιχες διαφορετικές νομικές βάσεις [πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν), C-244/17, EU:C:2018:662, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Πάντως, η σωρευτική χρήση δύο νομικών βάσεων αποκλείεται στην περίπτωση που οι διαδικασίες που προβλέπει καθεμία από τις νομικές βάσεις αυτές είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους (πρβλ. απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2008, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C‑155/07, EU:C:2008:605, σκέψη 37).

35

Επομένως, όπως ακριβώς και οι αποφάσεις που αφορούν τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας από την Ένωση, απόφαση με την οποία το Συμβούλιο καθορίζει τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης εντός οργάνου συσταθέντος με συμφωνία, δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, η οποία αφορά αποκλειστικώς τομέα για τον οποίο απαιτείται ομοφωνία, πρέπει, κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα της ειδικής πλειοψηφίας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 218, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ, να εκδίδεται κατ’ αρχήν ομόφωνα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της ως άνω διατάξεως. Τούτο συμβαίνει όσον αφορά την ΚΕΠΠΑ, καθόσον το άρθρο 31, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ προβλέπει μεταξύ άλλων ότι οι αποφάσεις που εμπίπτουν στον τίτλο V, κεφάλαιο 2, της Συνθήκης ΕΕ λαμβάνονται ομόφωνα, πλην των περιπτώσεων στις οποίες το κεφάλαιο 2 ορίζει άλλως. Αντιθέτως, εάν μια τέτοια απόφαση περιλαμβάνει πλείονα συστατικά στοιχεία ή επιδιώκει πλείονες σκοπούς, εκ των οποίων ορισμένοι εμπίπτουν στην ΚΕΠΠΑ, ο εφαρμοστέος για την έκδοσή της κανόνας ψηφοφορίας πρέπει να καθορίζεται υπό το πρίσμα του κύριου ή πρωτεύοντος σκοπού ή συστατικού στοιχείου της. Αν ο κύριος ή πρωτεύων σκοπός ή το κύριο ή πρωτεύον συστατικό στοιχείο της αποφάσεως εμπίπτει σε τομέα για τον οποίο δεν απαιτείται ομοφωνία για την έκδοση πράξεως της Ένωσης, η εν λόγω απόφαση πρέπει να εκδίδεται με ειδική πλειοψηφία, σύμφωνα με το άρθρο 218, παράγραφος 8, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ [πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν), C-244/17, EU:C:2018:662, σκέψη 38].

36

Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 27 έως 35 της παρούσας αποφάσεως πρέπει να εξετασθεί αν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εμπίπτουν σε τομέα, όπως η ΚΕΠΠΑ, για τον οποίο απαιτείται ομοφωνία ή αν αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο των πολιτικών της Ένωσης για τις οποίες πρέπει κατ’ αρχήν να λαμβάνεται απόφαση με ειδική πλειοψηφία, ιδίως στους τομείς των μεταφορών, της κοινής εμπορικής πολιτικής και της συνεργασίας για την ανάπτυξη, κατά την έννοια των άρθρων 91, 207 και 209 ΣΛΕΕ.

37

Συναφώς, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εκδόθηκαν προκειμένου να καθορισθεί η θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης στο πλαίσιο του συμβουλίου εταιρικής σχέσης που συστάθηκε με τη συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Αρμενία όσον αφορά την έκδοση των εσωτερικών κανονισμών του συμβουλίου εταιρικής σχέσης, της επιτροπής εταιρικής σχέσης, των υποεπιτροπών και άλλων οργάνων που έχουν συσταθεί από το συμβούλιο εταιρικής σχέσης, και τη συγκρότηση καταλόγου των υποεπιτροπών, για την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας. Ειδικότερα, η απόφαση 2020/245 αφορά το σύνολο της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία, εξαιρουμένου του τίτλου II αυτής, ενώ η απόφαση 2020/246 αφορά μόνον τον εν λόγω τίτλο II.

38

Πρέπει, ωστόσο, να διευκρινισθεί ότι, μολονότι οι αποφάσεις αυτές αφορούν τυπικώς διαφορετικούς τίτλους της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία, ο τομέας στον οποίο εμπίπτουν και, ως εκ τούτου, η ουσιαστική νομική βάση της επίμαχης εξωτερικής δράσεως της Ένωσης πρέπει να εκτιμηθούν υπό το πρίσμα της συμφωνίας αυτής στο σύνολό της.

39

Πράγματι, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αφορούν, γενικώς, τη λειτουργία των διεθνών οργάνων που συστάθηκαν βάσει της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία.

40

Όπως όμως παρατήρησε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 43 των προτάσεών του, η έκδοση δύο χωριστών αποφάσεων του Συμβουλίου, στηριζόμενων σε διαφορετικές νομικές βάσεις, οι οποίες όμως σκοπούν στον καθορισμό της ενιαίας θέσεως που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης όσον αφορά τη λειτουργία των οργάνων που συστάθηκαν με τη συμφωνία αυτή, δικαιολογείται μόνον αν η συμφωνία, εξεταζόμενη στο σύνολό της, περιλαμβάνει διαφορετικά συστατικά στοιχεία τα οποία αντιστοιχούν στις διαφορετικές νομικές βάσεις που χρησιμοποιήθηκαν για την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων.

41

Όσον αφορά, πρώτον, το περιεχόμενο της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία, είναι αληθές ότι ο τίτλος της II, που επιγράφεται «Πολιτικός διάλογος και μεταρρύθμιση· συνεργασία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας» και περιλαμβάνει τα άρθρα 3 έως 11 της εν λόγω συμφωνίας, περιέχει διατάξεις για την προαγωγή του πολιτικού διαλόγου στον τομέα της ασφάλειας και, εν συνεχεία, πραγματεύεται ζητήματα τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ότι συνδέονται με την ΚΕΠΠΑ.

42

Ως εκ τούτου, το άρθρο 3 της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία υπενθυμίζει τους σκοπούς του πολιτικού διαλόγου και απαριθμεί, στην παράγραφο 2, τους ένδεκα σκοπούς που επιδιώκονται στο πλαίσιο του διαλόγου αυτού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η βελτίωση της πολιτικής εταιρικής σχέσης, η προώθηση της διεθνούς ειρήνης, σταθερότητας και ασφάλειας, η ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της διαχειρίσεως κρίσεων, η ενίσχυση της συνεργασίας για την καταπολέμηση της διαδόσεως όπλων, η ενίσχυση του σεβασμού των δημοκρατικών αρχών, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, η ανάπτυξη του διαλόγου και η εμβάθυνση της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, καθώς και η ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας.

43

Εξάλλου, το άρθρο 4 της συμφωνίας, με τίτλο «Εσωτερική μεταρρύθμιση», απαριθμεί μια σειρά γενικών σκοπών που επιδιώκονται με τη συνεργασία των μερών της συμφωνίας αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ανάπτυξη, η εδραίωση και η αύξηση της σταθερότητας και της αποτελεσματικότητας των δημοκρατικών θεσμών και του κράτους δικαίου, καθώς και η διασφάλιση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών.

44

Το δε άρθρο 5 της εν λόγω συμφωνίας, με τίτλο «Εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας», προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι «[τ]α μέρη εντείνουν τον διάλογο και τη συνεργασία τους στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της [ΚΕΠΠΑ], αναγνωρίζοντας τη σημασία που αποδίδει η Δημοκρατία της Αρμενίας στη συμμετοχή της σε διεθνείς οργανισμούς και μορφές συνεργασίας, καθώς και στις υφιστάμενες υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή, και εξετάζουν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν την πρόληψη συγκρούσεων και τη διαχείριση κρίσεων, τη μείωση των κινδύνων, την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, τη μεταρρύθμιση του τομέα της ασφάλειας, την περιφερειακή σταθερότητα, τον αφοπλισμό, τη μη διάδοση, τον έλεγχο των όπλων και τον έλεγχο των εξαγωγών». Το αυτό άρθρο 5 διευκρινίζει, στην παράγραφο 2, ότι «[τ]α μέρη επιβεβαιώνουν την προσήλωσή τους στις αρχές και στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των αρχών που περιλαμβάνονται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και στην Τελική Πράξη του Ελσίνκι του [Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ)], καθώς και τη δέσμευσή τους για την προώθηση των εν λόγω αρχών στο πλαίσιο των διμερών και πολυμερών σχέσεών τους». Τα δε άρθρα 6 έως 11 της εν λόγω συμφωνίας επιβεβαιώνουν την προσήλωση των μερών στην πρόληψη σοβαρών εγκλημάτων που προκαλούν ανησυχία στη διεθνή κοινότητα, στην πρόληψη των συγκρούσεων και στη διαχείριση κρίσεων, στην περιφερειακή σταθερότητα και στην ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων, στον αφοπλισμό, στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου φορητών όπλων και ελαφρού οπλισμού και στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας, καθώς και τη βούλησή τους για συνεργασία και διάλογο στους τομείς αυτούς.

45

Εντούτοις, ο χαρακτηρισμός μιας συμφωνίας ως συμφωνίας συνεργασίας για την ανάπτυξη πρέπει να πραγματοποιείται με γνώμονα το βασικό αντικείμενό της και όχι σε συνάρτηση με τις ειδικές ρήτρες της, υπό την προϋπόθεση ότι οι ρήτρες αυτές δεν συνεπάγονται, ως προς τους ρυθμιζόμενους επιμέρους τομείς, υποχρεώσεις με τόσο ευρύ περιεχόμενο ώστε να συνιστούν στην πραγματικότητα διαφορετικούς σκοπούς από εκείνους της συνεργασίας για την ανάπτυξη (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C-377/12, EU:C:2014:1903, σκέψη 39, και της 14ης Ιουνίου 2016, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C-263/14, EU:C:2016:435, σκέψη 47).

46

Πάντως, μολονότι είναι αληθές ότι οι διατάξεις του τίτλου II της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία αφορούν θέματα δυνάμενα να υπαχθούν στην ΚΕΠΠΑ και επιβεβαιώνουν τη βούληση των μερών να συνεργασθούν μεταξύ τους στον συγκεκριμένο τομέα, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 65 και 70 των προτάσεών του, ότι οι ίδιες αυτές διατάξεις, ελάχιστες έναντι του συνόλου των 386 άρθρων της εν λόγω συμφωνίας, των οποίων η πλειονότητα αφορά τους τομείς του εμπορίου και της συνεργασίας για την ανάπτυξη, περιορίζονται κατά τα ουσιώδη σε προγραμματικής φύσεως δηλώσεις των συμβαλλομένων μερών, περιγράφοντας απλώς τις μεταξύ τους σχέσεις και τις κοινές προθέσεις τους για το μέλλον, χωρίς να καταρτίζουν ένα πρόγραμμα δράσεως ή να προσδιορίζουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες υλοποιήσεως της συνεργασίας τους.

47

Όσον αφορά, δεύτερον, τους σκοπούς της συμφωνίας αυτής, από τη συνολική ανάλυση του προοιμίου της, από τους σκοπούς που απαριθμούνται στο άρθρο 1 καθώς και από την πλειονότητα των διατάξεών της προκύπτει ότι η εν λόγω συμφωνία αποσκοπεί κυρίως στη θέσπιση του πλαισίου της συνεργασίας στον τομέα των μεταφορών, του εμπορίου και της ανάπτυξης μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της, αφενός, και της Δημοκρατίας της Αρμενίας, αφετέρου.

48

Ειδικότερα, οι στόχοι της εν λόγω συμφωνίας αναλύονται στο άρθρο 1 σε πλείονες επιμέρους σκοπούς, μεταξύ των οποίων είναι η ενίσχυση της συνολικής πολιτικής και οικονομικής εταιρικής σχέσης και της συνεργασίας μεταξύ των μερών, η ενίσχυση του πλαισίου για τη διεξαγωγή πολιτικού διαλόγου σε όλους τους τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος, πλαισίου το οποίο προάγει την ανάπτυξη στενών πολιτικών σχέσεων μεταξύ των μερών, η συμβολή στην ενίσχυση της δημοκρατίας και της πολιτικής, οικονομικής και θεσμικής σταθερότητας στην Αρμενία, η προαγωγή, η διατήρηση και η ενίσχυση της ειρήνης και της σταθερότητας τόσο σε περιφερειακό όσο και σε διεθνές επίπεδο, η ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης, η ενίσχυση της κινητικότητας και των διαπροσωπικών επαφών, η στήριξη των προσπαθειών της Δημοκρατίας της Αρμενίας για την ανάπτυξη των οικονομικών δυνατοτήτων της μέσω της διεθνούς συνεργασίας, η εδραίωση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του εμπορίου και η δημιουργία των συνθηκών για όλο και πιο στενή συνεργασία σε άλλους τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος.

49

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η πολιτική της Ένωσης στον τομέα της συνεργασίας για την ανάπτυξη κατά την έννοια του άρθρου 208 ΣΛΕΕ, η οποία αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά στοιχεία της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία, δεν περιορίζεται στα μέτρα που αποσκοπούν ευθέως στην εξάλειψη της φτώχειας, αλλά επιδιώκει επίσης τους γενικούς στόχους της εξωτερικής δράσεως της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 21 ΣΕΕ, όπως είναι ο προβλεπόμενος στην παράγραφό του 2, στοιχείο γʹ, ο οποίος συνίσταται στη διατήρηση της ειρήνης, στην πρόληψη των συγκρούσεων και στην ενίσχυση της διεθνούς ασφάλειας, όπως είναι και ο προβλεπόμενος στην παράγραφό του 2, στοιχείο δʹ, ο οποίος συνίσταται στην προώθηση της βιώσιμης οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής αναπτύξεως των αναπτυσσόμενων χωρών (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C-377/12, EU:C:2014:1903, σκέψη 37). Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει, ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, ότι η καταπολέμηση της διαδόσεως φορητών όπλων και ελαφρού οπλισμού μπορεί να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί τους σκοπούς της πολιτικής της συνεργασίας για την ανάπτυξη, καθόσον μπορεί να συμβάλει στην εξάλειψη ή στη μείωση των εμποδίων στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της οικείας χώρας (πρβλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2008, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C‑91/05, EU:C:2008:288, σκέψη 68).

50

Επιπλέον, οι σκοποί τους οποίους επιδιώκει η συνεργασία για την ανάπτυξη είναι ευρείς, υπό την έννοια ότι τα αναγκαία για την επίτευξή τους μέτρα πρέπει να αφορούν διάφορους επιμέρους τομείς. Τούτο δε συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση συμφωνίας η οποία καθορίζει το πλαίσιο της συνεργασίας αυτής (απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1996, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, C-268/94, EU:C:1996:461, σκέψη 37).

51

Στη συνάφεια αυτή, αν μια συμφωνία συνεργασίας για την ανάπτυξη, σε περίπτωση που επηρεάζει κάποιον επιμέρους τομέα, στηριζόταν όχι μόνο στη διάταξη που διέπει την προαναφερθείσα πολιτική αλλά και σε κάποια άλλη διάταξη, η αρμοδιότητα και η διαδικασία που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη θα καθίσταντο στην πράξη άνευ αντικειμένου (πρβλ. αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1996, Πορτογαλία κατά Συμβουλίου, C-268/94, EU:C:1996:461, σκέψη 38, και της 11ης Ιουνίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C-377/12, EU:C:2014:1903, σκέψη 38).

52

Εν προκειμένω, το άρθρο 1 της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία εκφράζει τη βούληση των μερών να «ενισχυθεί το πλαίσιο για τη διεξαγωγή πολιτικού διαλόγου» το οποίο προτίθενται να διατηρήσουν, ενώ το άρθρο 3, παράγραφος 2, της συμφωνίας διευκρινίζει τους σκοπούς του διαλόγου αυτού απαριθμώντας μια σειρά ειδικότερων σκοπών. Όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, ορισμένοι από τους ειδικούς αυτούς σκοπούς, ιδίως δε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της εν λόγω συμφωνίας, ο οποίος συνίσταται στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της συνεργασίας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας, μπορούν να υπαχθούν στην ΚΕΠΠΑ. Εντούτοις, η απαρίθμηση των ειδικών αυτών σκοπών δεν συνοδεύεται, όπως υπογραμμίσθηκε κατ’ ουσίαν στη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως, από κανένα πρόγραμμα δράσεως ή συγκεκριμένες λεπτομέρειες συνεργασίας στον τομέα αυτόν, στοιχεία που θα ήταν ικανά να αποδείξουν ότι η ΚΕΠΠΑ αποτελεί ένα από τα διακριτά συστατικά στοιχεία της συμφωνίας, πέραν των πτυχών που συνδέονται με το εμπόριο και τη συνεργασία για την ανάπτυξη.

53

Λαμβανομένης υπόψη της ευρείας αντιλήψεως των σκοπών της συνεργασίας για την ανάπτυξη στο πλαίσιο των πολιτικών της Ένωσης, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 49 και 50 της παρούσας αποφάσεως, και του γεγονότος ότι η συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Αρμενία στο σύνολό της επιδιώκει κυρίως σκοπούς συνδεόμενους με το εμπόριο και τη συνεργασία για την ανάπτυξη στη σχέση με το κράτος αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα βασικά συστατικά στοιχεία της εν λόγω συμφωνίας που είναι η κοινή εμπορική πολιτική, οι συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών μεταφοράς και η συνεργασία για την ανάπτυξη περιλαμβάνουν τα συνδεόμενα με την ΚΕΠΠΑ στοιχεία του πολιτικού διαλόγου τα οποία ο διάλογος αυτός περιέχει, με αποτέλεσμα να μην μπορεί η ΚΕΠΠΑ να θεωρηθεί ως διακριτό συστατικό στοιχείο της συγκεκριμένης συμφωνίας, αλλά, αντιθέτως, ως παρεπόμενο στοιχείο των εν λόγω βασικών συστατικών στοιχείων [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν)C‑244/17, EU:C:2018:662, σκέψη 46].

54

Περαιτέρω, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται μια πράξη μπορεί βεβαίως επίσης να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να προσδιορισθεί η νομική της βάση (πρβλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, C‑81/13, EU:C:2014:2449, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Συναφώς, η Γαλλική Δημοκρατία επισημαίνει ειδικότερα, ως στοιχείο του ευρύτερου πλαισίου, τη σύγκρουση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Αρμενία δεν προβλέπει κανένα συγκεκριμένο ή ειδικό μέτρο για την αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής η οποία θέτει σε κίνδυνο τη διεθνή ασφάλεια.

55

Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 38 έως 40 της παρούσας αποφάσεως, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έχουν ως αντικείμενο τη λειτουργία των διεθνών οργανισμών που δημιουργούνται βάσει της συμφωνίας αυτής, οπότε οι αποφάσεις αυτές ουδόλως μπορούν να θεωρηθούν ότι αφορούν τα συγκεκριμένα μέτρα τα οποία μπορούν ενδεχομένως να ληφθούν επί τη βάσει της εν λόγω συμφωνίας.

56

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι τα στοιχεία ή οι δηλώσεις προθέσεως της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία που συνδέονται με την ΚΕΠΠΑ δεν αρκούν προκειμένου να αποτελέσουν αυτοτελές συστατικό στοιχείο της εν λόγω συμφωνίας. Ως εκ τούτου, κακώς το Συμβούλιο επέλεξε το άρθρο 37 ΣΕΕ ως ουσιαστική νομική βάση και το άρθρο 218, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ως διαδικαστική νομική βάση της αποφάσεως 2020/246.

57

Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Επιτροπής και να ακυρωθεί η απόφαση 2020/246.

58

Όσον αφορά την απόφαση 2020/245, διαπιστώνεται ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη της 10 και από το άρθρο της 1, η ως άνω απόφαση δεν αφορά τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης στο πλαίσιο του συμβουλίου εταιρικής σχέσης που συγκροτήθηκε με τη συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Αρμενία, καθόσον η θέση αυτή αφορά την εφαρμογή του τίτλου II της εν λόγω συμφωνίας. Πάντως, από την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι οι διατάξεις που περιλαμβάνει ο τίτλος αυτός δεν αποτελούν διακριτό συστατικό στοιχείο της εν λόγω συμφωνίας, το οποίο επέβαλε στο Συμβούλιο να στηριχθεί, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 37 ΣΕΕ και στο άρθρο 218, παράγραφος 8, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ προκειμένου να καθορίσει την ίδια αυτή θέση. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη σκέψη 40 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι τίποτε δεν δικαιολογούσε την επιλογή του Συμβουλίου να αποκλείσει την επίμαχη θέση από το αντικείμενο της αποφάσεως 2020/245, καθόσον η συγκεκριμένη θέση αφορά την εφαρμογή του τίτλου II της συμφωνίας, και να εκδώσει χωριστή απόφαση βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, με αντικείμενο τον καθορισμό της εν λόγω θέσεως καθόσον αφορά την εφαρμογή του ως άνω τίτλου της συμφωνίας. Επομένως, η απόφαση 2020/245 πρέπει επίσης να ακυρωθεί.

Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως

59

Δεδομένου ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως έγινε δεκτός και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις ακυρώθηκαν, παρέλκει η εξέταση του δευτέρου λόγου ακυρώσεως.

Επί της διατηρήσεως σε ισχύ των αποτελεσμάτων των προσβαλλομένων αποφάσεων

60

Η Επιτροπή, το Συμβούλιο και η Τσεχική Δημοκρατία συμφωνούν ως προς το αίτημα να διατηρηθούν, σε περίπτωση ακυρώσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων, τα αποτελέσματά τους, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια για την εφαρμογή της συμφωνίας εταιρικής σχέσης με την Αρμενία.

61

Κατά το άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, μπορεί να προσδιορίσει εκείνα τα έννομα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξεως που θεωρείται ότι διατηρούν την ισχύ τους.

62

Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, για λόγους που άπτονται της ασφάλειας δικαίου, τα αποτελέσματα τέτοιου είδους πράξεως πρέπει να διατηρούνται ιδίως σε περίπτωση που η ακύρωση θα συνεπαγόταν κατά τρόπο άμεσο σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τα πρόσωπα που αφορά η πράξη (πρβλ. απόφαση της 28ης Ιουλίου 2016, Συμβούλιο κατά Επιτροπής, C-660/13, EU:C:2016:616, σκέψη 51).

63

Επομένως, η ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων χωρίς διατήρηση σε ισχύ των αποτελεσμάτων τους θα ήταν ικανή να διαταράξει τη λειτουργία των οργάνων που συστάθηκαν με τη συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Αρμενία, να θέσει υπό αμφισβήτηση τη δέσμευση της Ένωσης σχετικά με τις νομικές πράξεις που έχουν εκδοθεί από τα όργανα αυτά και να παρεμβάλει προσκόμματα με τον τρόπο αυτόν στην ορθή εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συμφωνία με το Καζαχστάν)C‑244/17, EU:C:2018:662, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

64

Κατά συνέπεια, για λόγους ασφαλείας δικαίου, πρέπει να διατηρηθούν σε ισχύ τα αποτελέσματα των προσβαλλομένων αποφάσεων, οι οποίες ακυρώνονται με την παρούσα απόφαση εν αναμονή λήψεως από το Συμβούλιο νέας αποφάσεως συμμορφούμενης με την παρούσα απόφαση.

Επί των δικαστικών εξόδων

65

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Συμβουλίου και αυτό ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.

66

Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Πρέπει, επομένως, να κριθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία και η Τσεχική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:

 

1)

Ακυρώνει την απόφαση (ΕΕ) 2020/245 του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2020, σχετικά με τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του συμβουλίου εταιρικής σχέσης που συγκροτείται βάσει της συνολικής και ενισχυμένης συμφωνίας εταιρικής σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Αρμενίας, αφετέρου, όσον αφορά τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού του συμβουλίου εταιρικής σχέσης και των εσωτερικών κανονισμών της επιτροπής εταιρικής σχέσης, των υποεπιτροπών και άλλων οργάνων που έχουν συσταθεί από το συμβούλιο εταιρικής σχέσης και τη συγκρότηση καταλόγου των υποεπιτροπών, για την εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας με την εξαίρεση του τίτλου ΙΙ, και την απόφαση (ΕΕ) 2020/246 του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2020, σχετικά με τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο του συμβουλίου εταιρικής σχέσης που συγκροτείται βάσει της συνολικής και ενισχυμένης συμφωνίας εταιρικής σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Αρμενίας, αφετέρου, όσον αφορά τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού του συμβουλίου εταιρικής σχέσης και των εσωτερικών κανονισμών της επιτροπής εταιρικής σχέσης, των υποεπιτροπών και άλλων οργάνων που έχουν συσταθεί από το συμβούλιο εταιρικής σχέσης και τη συγκρότηση καταλόγου των υποεπιτροπών, για την εφαρμογή του τίτλου ΙΙ της εν λόγω συμφωνίας.

 

2)

Διατηρεί σε ισχύ τα αποτελέσματα των αποφάσεων 2020/245 και 2020/246.

 

3)

Καταδικάζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα.

 

4)

Η Γαλλική Δημοκρατία και η Τσεχική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.