ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

της 21ης Μαΐου 2021 ( *1 )

«Ασφαλιστικά μέτρα – Άρθρο 279 ΣΛΕΕ – Αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων – Περιβάλλον – Οδηγία 2011/92/ΕΕ – Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων έργων στο περιβάλλον – Δραστηριότητες εξόρυξης λιγνίτη σε υπαίθριο ορυχείο – Λιγνιτωρυχείο του Turów (Πολωνία)»

Στην υπόθεση C‑121/21 R,

με αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων δυνάμει του άρθρου 279 ΣΛΕΕ, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Φεβρουαρίου 2021,

Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και J. Vláčil και την L. Dvořáková,

αιτούσα,

κατά

Δημοκρατίας της Πολωνίας, εκπροσωπούμενης από τον B. Majczyna,

καθής,

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα P. Pikamäe,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

1

Με την αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων, η Τσεχική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας, εν αναμονή της απόφασης του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως, να παύσει αμέσως τις δραστηριότητες εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów (Πολωνία).

2

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο προσφυγής του άρθρου 259 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, την οποία άσκησε η Τσεχική Δημοκρατία στις 26 Φεβρουαρίου 2021, ζητώντας να διαπιστωθεί ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει:

του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2011/92/ΕΕ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ 2012, L 26, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2014/52/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014 (ΕΕ 2014, L 124, σ. 1) (στο εξής: οδηγία ΕΠΕ), σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφοι 4 έως 6, το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και τα άρθρα 6 έως 9 της οδηγίας αυτής, καθόσον ενέκρινε την παράταση της άδειας για εξόρυξη λιγνίτη κατά έξι χρόνια, χωρίς να διενεργήσει προηγουμένως εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων·

του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 7, του άρθρου 7, παράγραφος 5, των άρθρων 8 και 9, καθώς και του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον επέτρεψε τον αποκλεισμό του ενδιαφερόμενου κοινού από τη διαδικασία της χορήγησης της σχετικής άδειας για εκμετάλλευση·

του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον κήρυξε άμεσα εκτελεστή την απόφαση του περιφερειακού διευθυντή περιβαλλοντικής προστασίας του Wrocław (Πολωνία), της 21ης Ιανουαρίου 2020, σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους για το σχέδιο συνέχισης της εκμετάλλευσης του κοιτάσματος λιγνίτη του Turów έως το 2044 (στο εξής: απόφαση ΕΠΕ)·

του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο ii, και στοιχείο βʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ 2000, L 327, σ. 1), καθόσον δεν συμπεριέλαβε στην απόφαση ΕΠΕ προβλεπόμενη διαδικασία για την περίπτωση μη χορήγησης αδειών για τα οικεία υδατικά συστήματα, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 5, της οδηγίας αυτής·

του άρθρου 6, παράγραφοι 2 έως 7, του άρθρου 7, παράγραφοι 1, 2 και 5, και του άρθρου 8 της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον δεν επέτρεψε τη συμμετοχή του ενδιαφερόμενου κοινού και της Τσεχικής Δημοκρατίας στη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας ελήφθη η απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της 20ής Μαρτίου 2020, περί τροποποίησης της υπ’ αριθ. 65/94 άδειας για την εξόρυξη του κοιτάσματος λιγνίτη του Turów, με την οποία παρατάθηκε κατά έξι έτη η άδεια εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów (στο εξής: άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026)·

του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον η πράξη αδειοδότησης για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 δεν δημοσιεύθηκε και δεν γνωστοποιήθηκε στην Τσεχική Δημοκρατία με εύληπτο τρόπο·

του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον δεν επέτρεψε τον δικαστικό έλεγχο της πράξης αδειοδότησης για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026·

του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2003, L 41, σ. 26), καθόσον η άδεια για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026 δεν δημοσιεύθηκε·

της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, καθόσον η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν παρέσχε όλες τις πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία της αδειοδότησης για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026·

του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, καθόσον δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την απόφαση ΕΠΕ κατά τη χορήγηση της άδειας για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026, και

του άρθρου 8α, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, καθόσον δεν προσδιόρισε επαρκώς το σύνολο των περιβαλλοντικών κριτηρίων στην πράξη αδειοδότησης για την εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026.

3

Στις 6 Απριλίου 2021 η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων.

4

Με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας της 19ης Απριλίου 2021, η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου απηύθυνε στη Δημοκρατία της Πολωνίας ερωτήσεις προς γραπτή απάντηση, στις οποίες το εν λόγω κράτος μέλος απάντησε με έγγραφο της 26ης Απριλίου 2021.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

5

Το άρθρο 1 της οδηγίας ΕΠΕ προβλέπει τα εξής:

«1.   Η παρούσα οδηγία αφορά την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον των δημόσιων και ιδιωτικών έργων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.

2.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

“έργο”:

η υλοποίηση κατασκευαστικών εργασιών ή άλλων εγκαταστάσεων ή τεχνικών κατασκευών,

άλλες επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον ή το τοπίο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επεμβάσεις που αφορούν την εκμετάλλευση των πόρων του εδάφους·

[…]

γ)

“άδεια”: απόφαση της ή των αρμόδιων αρχών που δίνει το δικαίωμα στον κύριο του έργου να πραγματοποιήσει το έργο·

[…]»

6

Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλισθεί ότι, πριν χορηγηθεί άδεια, τα έργα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους υπόκεινται σε υποχρέωση αδειοδότησης και εκτίμησης των επιπτώσεών τους. Αυτά τα έργα ορίζονται στο άρθρο 4.»

7

Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 έως 3, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 4, τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα I υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 4, για τα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα II, τα κράτη μέλη αποφασίζουν κατά πόσο το έργο θα υποβληθεί σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10. Τα κράτη μέλη αποφασίζουν βάσει:

α)

κατά περίπτωση εξέτασης·

ή

β)

κατωτάτων ορίων ή κριτηρίων που καθορίζει το κράτος μέλος.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν και τις δύο διαδικασίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

3.   Όταν διενεργείται κατά περίπτωση εξέταση ή καθορίζονται κατώτατα όρια ή κριτήρια για τους σκοπούς της παραγράφου 2, λαμβάνονται υπόψη τα σχετικά κριτήρια επιλογής που ορίζονται στο παράρτημα III. […]»

8

Το παράρτημα I της οδηγίας ΕΠΕ, το οποίο επιγράφεται «Έργα που μνημονεύονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1», κάνει αναφορά στο σημείο 19 σε «[λ]ατομεία και υπαίθρια ορυχεία εκτάσεως άνω των 25 εκταρίων, ή, όταν πρόκειται για εξόρυξη τύρφης, άνω των 150 εκταρίων», ενώ το σημείο 24 του εν λόγω παραρτήματος κάνει αναφορά σε «[κ]άθε μεταβολή ή επέκταση των σχεδίων που απαριθμούνται στο παρόν παράρτημα, όταν η εν λόγω μεταβολή ή επέκταση καθ’ εαυτή εμπίπτει στα κατώτατα όρια, αν υπάρχουν, τα οποία καθορίζονται στο παρόν παράρτημα».

9

Το παράρτημα II της οδηγίας ΕΠΕ, το οποίο τιτλοφορείται «Έργα που μνημονεύονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2», κάνει αναφορά στο σημείο 2, στοιχείο αʹ, σε «[λ]ατομεία, υπαίθρια ορυχεία και εξόρυξη τύρφης (εφόσον δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I)», το σημείο 2, στοιχείο εʹ, του εν λόγω παραρτήματος της οδηγίας αυτής, αναφέρεται σε «[ε]γκαταστάσεις επιφανείας της βιομηχανίας εξόρυξης άνθρακα, πετρελαίου, φυσικού αερίου και μεταλλευμάτων, καθώς και ασφαλτούχων σχιστόλιθων», και το σημείο 13, στοιχείο αʹ, του ίδιου παραρτήματος της οδηγίας αυτής αναφέρεται σε «[ο]ποιαδήποτε τροποποίηση ή επέκταση έργων που απαριθμούνται στο παράρτημα I ή στο παρόν παράρτημα τα οποία έχουν ήδη εγκριθεί, εκτελεστεί ή εκτελούνται και τα οποία μπορεί να έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον (μεταβολή ή επέκταση που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I)».

Το πολωνικό δίκαιο

10

Το άρθρο 72, παράγραφος 2, του ustawa o udostępnianiu informacji o środowisku i jego ochronie, udziale społeczeństwa w ochronie środowiska oraz o ocenach oddziaływania na środowisko (νόμου για τη διάθεση πληροφοριών σχετικά με το περιβάλλον και την προστασία του, με τη συμμετοχή του κοινού στην προστασία του περιβάλλοντος και με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων), της 3ης Οκτωβρίου 2008 (Dz. U. αριθ. 199, σημείο 1227, στο εξής: νόμος για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον), ορίζει τα εξής:

«Η απαίτηση για τη λήψη απόφασης σχετικά με τους περιβαλλοντικούς όρους δεν ισχύει επί τροποποιήσεων:

[…]

2) άδειας ή απόφασης που προβλέπεται στο τμήμα 1, σημεία 4 και 5, όπως, μεταξύ άλλων:

[…]

k)

απόφασης για την εφάπαξ παράταση έως 6 έτη της ισχύος άδειας για εξόρυξη λιγνίτη, εφόσον η παράταση της άδειας αυτής δικαιολογείται από την ορθολογική διαχείριση του κοιτάσματος και εφόσον δεν διευρύνεται το πεδίο ισχύος της άδειας·

[…]».

Το ιστορικό της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

11

Το υπαίθριο λιγνιτωρυχείο του Turów βρίσκεται σε πολωνικό έδαφος κοντά στα σύνορα με την Τσεχική Δημοκρατία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

12

Στις 27 Απριλίου 1994 οι αρμόδιες πολωνικές αρχές χορήγησαν στην PGE Elektrownia Bełchatów S.A., μεταγενεστέρως PGE Górnictwo i Energetyka Konwencjonalna S.A. (στο εξής: εταιρία εκμετάλλευσης), άδεια για την εκμετάλλευση του εν λόγω ορυχείου για 26 έτη, ήτοι έως τις 30 Απριλίου 2020.

13

Στις 24 Οκτωβρίου 2019 η εταιρία εκμετάλλευσης υπέβαλε αίτηση παράτασης της άδειας αυτής κατά έξι έτη, βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 2, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον.

14

Στις 21 Ιανουαρίου 2020 ο περιφερειακός διευθυντής περιβαλλοντικής προστασίας του Wrocław εξέδωσε την απόφαση ΕΠΕ και, στις 23 Ιανουαρίου 2020, κήρυξε την απόφαση αυτή άμεσα εκτελεστή. Στις 24 Ιανουαρίου 2020 η εταιρία εκμετάλλευσης επισύναψε την απόφαση ΕΠΕ στην αίτηση παράτασης της άδειας για την εκμετάλλευση του ορυχείου την οποία υπέβαλε στις 24 Οκτωβρίου 2019.

15

Με απόφαση της 20ής Μαρτίου 2020, ο Υπουργός Περιβάλλοντος της Δημοκρατίας της Πολωνίας χορήγησε την άδεια για εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026, βάσει του άρθρου 72, παράγραφος 2, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον.

16

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2020 η Τσεχική Δημοκρατία υπέβαλε καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 259 ΣΛΕΕ, επειδή θεώρησε ότι, με τη χορήγηση της ως άνω άδειας, η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέπεσε σε πλείονες παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης.

17

Στις 30 Οκτωβρίου 2020 η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέβαλε τις παρατηρήσεις της. Στις 13 Νοεμβρίου 2020 αμφότερα τα κράτη μέλη ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους στο πλαίσιο της ακροάσεως ενώπιον της Επιτροπής.

18

Στις 17 Δεκεμβρίου 2020 η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη στην οποία προσήψε στη Δημοκρατία της Πολωνίας διάφορες παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, η Επιτροπή έκρινε ότι το κράτος μέλος αυτό, θεσπίζοντας διάταξη που επιτρέπει την παράταση έως έξι έτη της άδειας για εξόρυξη λιγνίτη χωρίς τη διενέργεια προηγούμενης εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων είχε παραβεί το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ.

19

Στις 26 Φεβρουαρίου 2021 η Τσεχική Δημοκρατία άσκησε την προσφυγή λόγω παραβάσεως στην οποία γίνεται αναφορά στη σκέψη 2 της παρούσας διάταξης.

Αιτήματα των διαδίκων

20

Η Τσεχική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:

να υποχρεώσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας να παύσει αμέσως τις δραστηριότητες εξόρυξης στο ορυχείο του Turów και

να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα.

21

Η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ως προδήλως απαράδεκτη·

επικουρικώς, να απορρίψει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ως αβάσιμη και

να καταδικάσει την Τσεχική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

Επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων

Επί του παραδεκτού

22

Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων την οποία υπέβαλε η Τσεχική Δημοκρατία είναι προδήλως απαράδεκτη, επειδή η τελευταία δεν απέδειξε την ύπαρξη άμεσου και στενού συνδέσμου μεταξύ των ζητούμενων προσωρινών μέτρων και των παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης που προβάλλονται με την κύρια προσφυγή της.

23

Συναφώς, η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η κύρια προσφυγή, τούτο δεν θα συνεπαγόταν κατ’ ανάγκη την παύση των δραστηριοτήτων εξόρυξης στο ορυχείο του Turów. Συγκεκριμένα, η ίδια θα όφειλε μόνον, στο πλαίσιο μέτρων εκτέλεσης της απόφασης, να θεραπεύσει τα ελαττώματα και τις ελλείψεις της απόφασης ΕΠΕ, καθώς και της άδειας για εξόρυξη λιγνίτη έως το 2026.

24

Η Δημοκρατία της Πολωνίας υπενθυμίζει ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Inter‑Environnement Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen (C‑411/17, EU:C:2019:622, σκέψεις 173 έως 175), το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι αντίθετοι προς το δίκαιο της Ένωσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, εθνικοί κανόνες που επιτρέπουν τη νομιμοποίηση δραστηριοτήτων ή πράξεων οι οποίες είναι παράτυπες κατά το δίκαιο της Ένωσης σχετικά με την υποχρέωση διενέργειας εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η Δημοκρατία της Πολωνίας ισχυρίζεται ότι θα μπορούσε, επομένως, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που απορρέει από την απόφαση εκείνη, να τροποποιήσει τις διοικητικές αποφάσεις που προσβάλλονται από την Τσεχική Δημοκρατία χωρίς να χρειάζεται να αναστείλει τις δραστηριότητες εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów.

25

Κατά συνέπεια, η Δημοκρατία της Πολωνίας διατείνεται ότι τα ζητούμενα από την Τσεχική Δημοκρατία προσωρινά μέτρα δεν αποσκοπούν στη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της απόφασης επί της ουσίας και ότι η λήψη των μέτρων αυτών θα έβαινε πέραν των υποχρεώσεων που θα απορρέουν από την απόφαση εκείνη.

26

Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

27

Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι η εν λόγω επιχειρηματολογία οφείλεται σε σύγχυση μεταξύ του σκοπού της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων και του περιεχομένου των μέτρων που συνεπάγεται η εκτέλεση απόφασης η οποία διαπιστώνει παράβαση δυνάμει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ.

28

Συναφώς, επισημαίνεται, αφενός, ότι σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της απόφασης που πρόκειται να εκδοθεί στην κύρια δίκη με την οποία συνδέεται η διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, δηλαδή, εν προκειμένω, αυτής που θα εκδοθεί επί της προσφυγής του άρθρου 259 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως με αίτημα να διαπιστωθεί ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης.

29

Αφετέρου, είναι μεν αληθές ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι κράτος μέλος παρέβη κάποια από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις Συνθήκες, το κράτος αυτό υποχρεούται, βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται προς εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου. Ωστόσο, το ζήτημα του ποια είναι τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση απόφασης διαπιστώνουσας παράβαση δεν έχει σχέση με το αντικείμενο αποφάσεως εκδιδόμενης βάσει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, C‑288/12, EU:C:2014:237, σκέψη 33).

30

Αν η επιχειρηματολογία της Δημοκρατίας της Πολωνίας γινόταν δεκτή, θα καθιστούσε κενή περιεχομένου τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 259 ΣΛΕΕ, καθόσον το Δικαστήριο δεν μπορεί, με την απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η παράβαση, να διατάξει το οικείο κράτος μέλος να λάβει συγκεκριμένα μέτρα προς εκτέλεση της απόφασης αυτής. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η προσφυγή επί της ουσίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας να υποχρεωθεί να λάβει μέτρα εκτέλεσης της απόφασης που να συνεπάγονται την αναστολή των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów.

31

Δεύτερον, αρκεί η διαπίστωση ότι, μολονότι είναι αλήθεια ότι το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 173 της απόφασης της 29ης Ιουλίου 2019, Inter-Environnement Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen (C‑411/17, EU:C:2019:622), ότι δεν είναι αντίθετοι προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικοί κανόνες που επιτρέπουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη νομιμοποίηση παράτυπων, κατά το δίκαιο της Ένωσης, δραστηριοτήτων ή πράξεων, γεγονός παραμένει ότι μια τέτοια δυνατότητα παρέχεται υπό εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις και ότι το κράτος μέλος οφείλει κατ’ αρχήν να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να ανασταλεί η εκτέλεση ή να ακυρωθεί η άδεια έργου η οποία εκδόθηκε κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης [πρβλ. αποφάσεις της 29ης Ιουλίου 2019, Inter-Environnement Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen, C‑411/17, EU:C:2019:622, σκέψεις 172 και 174, και της 12ης Νοεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Αιολικό πάρκο Derrybrien), C‑261/18, EU:C:2019:955, σκέψεις 75 και 76].

32

Υπό τις συνθήκες αυτές, η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων κρίνεται παραδεκτή.

Επί της ουσίας

33

Το άρθρο 160, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ορίζει ότι οι αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν «το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται».

34

Επομένως, προσωρινό μέτρο μπορεί να διαταχθεί από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι η λήψη του δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως βάσει των προβαλλομένων πραγματικών και νομικών ισχυρισμών (fumus boni juris) και ότι το μέτρο αυτό είναι επείγον, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποτραπεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθεί και να παραγάγει τα αποτελέσματά του πριν από την έκδοση της απόφασης επί της κυρίας δίκης. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, κατά περίπτωση, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς, οπότε η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων απορρίπτεται σε περίπτωση κατά την οποία δεν πληρούται μία εκ των προϋποθέσεων αυτών (διάταξη της 8ης Απριλίου 2020, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑791/19 R, EU:C:2020:277, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

Επί του fumus boni juris

35

Κατά πάγια νομολογία, η προϋπόθεση περί fumus boni juris πληρούται εφόσον ένας τουλάχιστον από τους λόγους που προβάλλει ο αιτών τη λήψη προσωρινών μέτρων διάδικος προς στήριξη της κύριας προσφυγής του δεν στερείται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρού ερείσματος. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, οσάκις ένας από τους προβληθέντες λόγους καταδεικνύει την ύπαρξη σύνθετων νομικών ζητημάτων των οποίων η επίλυση δεν είναι προφανής και απαιτεί, ως εκ τούτου, ενδελεχή εξέταση στην οποία δεν μπορεί να προβεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά η οποία πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο της επί της ουσίας κύριας διαδικασίας, ή οσάκις η μεταξύ των διαδίκων κατ’ αντιμωλία διαδικασία αναδεικνύει την ύπαρξη σοβαρής νομικής διαμάχης της οποίας η επίλυση δεν είναι προφανής (διατάξεις της 17ης Δεκεμβρίου 2018, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑619/18 R, EU:C:2018:1021, σκέψη 30, και της 8ης Απριλίου 2020, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑791/19 R, EU:C:2020:277, σκέψη 52).

36

Εν προκειμένω, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη fumus boni juris, η Τσεχική Δημοκρατία προβάλλει, μεταξύ άλλων, ισχυρισμό που αντιστοιχεί στην πρώτη αιτίαση του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε στο πλαίσιο της προσφυγής της επί της ουσίας και με τον οποίον προβάλλεται ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας, θεσπίζοντας το άρθρο 72, παράγραφος 2, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον, κατά το οποίο η άδεια εξόρυξης λιγνίτη μπορεί να παραταθεί έως έξι έτη εφάπαξ χωρίς καμιά εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων, παρέβη, μεταξύ άλλων, το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ.

37

Κατά την Τσεχική Δημοκρατία, τα έργα εκμετάλλευσης υπαίθριων ορυχείων με επιφάνεια άνω των 25 εκταρίων πρέπει να υποβάλλονται σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ και το σημείο 19 του παραρτήματος I, της οδηγίας αυτής. Επιπλέον, βάσει του σημείου 24 του παραρτήματος αυτού, κάθε μεταβολή ή επέκταση τέτοιων έργων θα πρέπει επίσης να υποβάλλεται σε εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

38

Εξάλλου, η Τσεχική Δημοκρατία υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ και το σημείο 2, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος II της οδηγίας αυτής, τα έργα εκμετάλλευσης υπαίθριων ορυχείων χωρίς περιορισμό διαστάσεων υποβάλλονται σε εκτίμηση των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον.

39

Στο μέτρο, όμως, που μια «άδεια», κατά την έννοια του άρθρου 72, παράγραφος 2, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον, συνιστά «άδεια», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας ΕΠΕ, η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας χορηγείται πρέπει να τηρεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία αυτή και, ιδίως, εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας. Κατά την άποψη της Τσεχικής Δημοκρατίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας παρέβη τις υποχρεώσεις αυτές καθόσον προέβλεψε στο άρθρο 72, παράγραφος 2, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον ότι η ισχύς μιας άδειας για εξόρυξη λιγνίτη μπορεί να παραταθεί εφάπαξ έως έξι έτη χωρίς τη διενέργεια προηγούμενης εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

40

Η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν αμφισβήτησε εν προκειμένω τα επιχειρήματα της Τσεχικής Δημοκρατίας σχετικά με την ύπαρξη fumus boni juris.

41

Συναφώς, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, η έννοια του «έργου» κατά την οδηγία αυτή καλύπτει όλες τις επεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον ή στο τοπίο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι επεμβάσεις που αφορούν την εκμετάλλευση των πόρων του εδάφους. Το δε άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής ορίζει την «άδεια» ως απόφαση της ή των αρμόδιων αρχών που δίνει το δικαίωμα στον κύριο του έργου να πραγματοποιήσει το έργο.

42

Πριν χορηγηθεί άδεια για τα έργα, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας ΕΠΕ, πρέπει αυτά να υποβληθούν σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, εφόσον ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, λόγω, μεταξύ άλλων, της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους (απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Inter-Environment Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen, C‑411/17, EU:C:2019:622, σκέψη 73).

43

Εξάλλου, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ΕΠΕ δεν απαιτεί να υποβάλλεται στη διαδικασία εκτίμησης που προβλέπει η οδηγία αυτή κάθε έργο ικανό να έχει σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά μόνον εκείνα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής, το οποίο, αναλόγως του αν έχει εφαρμογή η παράγραφος 1 ή η παράγραφος 2, παραπέμπει στα έργα που απαριθμούνται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της ίδιας οδηγίας (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Inter-Environment Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen, C‑411/17, EU:C:2019:622, σκέψη 74).

44

Τα έργα που εμπίπτουν στο παράρτημα Ι της οδηγίας ΕΠΕ, στα οποία παραπέμπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, ενέχουν ως εκ της φύσεώς τους τον κίνδυνο σημαντικών επιπτώσεων στο περιβάλλον και επιβάλλεται να υπόκεινται σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων (πρβλ. απόφαση της 29ης Ιουλίου 2019, Inter-Environnement Wallonie και Bond Beter Leefmilieu Vlaanderen, C‑411/17, EU:C:2019:622, σκέψη 75).

45

Στα έργα αυτά περιλαμβάνονται, σύμφωνα με το σημείο 19 του παραρτήματος I της οδηγίας ΕΠΕ, τα υπαίθρια ορυχεία εκτάσεως άνω των 25 εκταρίων, καθώς και, σύμφωνα με το σημείο 24 του παραρτήματος αυτού, κάθε μεταβολή ή επέκταση τέτοιων σχεδίων, όταν εμπίπτει καθεαυτήν σε αυτά τα κατώτατα όρια.

46

Δεύτερον, στην περίπτωση των έργων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας ΕΠΕ, στα οποία παραπέμπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη καθορίζουν, είτε βάσει κατά περίπτωση εξέτασης είτε βάσει των κατώτατων ορίων ή κριτηρίων που καθορίζουν τα ίδια, ή και βάσει αμφοτέρων των διαδικασιών, αν τα εν λόγω έργα πρέπει να υποβληθούν σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων.

47

Στα έργα που απαριθμούνται στο παράρτημα II της οδηγίας ΕΠΕ συγκαταλέγονται, σύμφωνα με το σημείο 2, στοιχείο αʹ, του παραρτήματος αυτού, τα υπαίθρια ορυχεία, εφόσον δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της οδηγίας αυτής, καθώς και, σύμφωνα με το σημείο 13, στοιχείο αʹ, οποιαδήποτε τροποποίηση ή επέκταση τέτοιων έργων που μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.

48

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές, επιλαμβανόμενες αιτήσεως εγκρίσεως έργου που εμπίπτει στο παράρτημα II της οδηγίας ΕΠΕ, οφείλουν να εξετάζουν ειδικώς αν, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων του παραρτήματος III της εν λόγω οδηγίας, πρέπει να διενεργηθεί εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2016, Επιτροπή κατά Βουλγαρίας, C‑141/14, EU:C:2016:8, σκέψη 94 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

49

Εν προκειμένω, από το άρθρο 72, παράγραφος 2, του νόμου για τις περιβαλλοντικές πληροφορίες προκύπτει ότι η εφάπαξ παράταση έως έξι έτη της ισχύος άδειας για εξόρυξη λιγνίτη δεν εξαρτάται από προηγούμενη εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, εφόσον η παράταση αυτή έχει ως αιτιολογία την ορθολογική διαχείριση του κοιτάσματος και δεν διευρύνεται η ισχύς της άδειας. Επιπλέον, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η άδεια εξόρυξης λιγνίτη έως το 2026 εκδόθηκε βάσει της διάταξης αυτής.

50

Υπό τις ως άνω συνθήκες, δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ πρώτης όψεως ότι το άρθρο 72, παράγραφος 2, του νόμου για τις πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον αγνοεί τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ, οι οποίες, κατ’ ουσίαν, προβλέπουν ότι, πριν την επέκταση ενός έργου εκμετάλλευσης υπαίθριου ορυχείου, πρέπει να διενεργείται εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων της επέκτασης αυτής ή, τουλάχιστον, έλεγχος ώστε να διαπιστωθεί αν είναι αναγκαία τέτοια εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

51

Κατά συνέπεια, και χωρίς να κριθεί στο παρόν στάδιο το βάσιμο των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι διάδικοι στο πλαίσιο της κύριας προσφυγής, καθώς για τη σχετική κρίση είναι αρμόδιος ο δικαστής της ουσίας, διαπιστώνεται ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η Τσεχική Δημοκρατία προς στήριξη της πρώτης αιτίασης του πρώτου λόγου της προσφυγής της επί της ουσίας, στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και τα οποία αντλούνται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας ΕΠΕ, δεν στερούνται, εκ πρώτης όψεως, σοβαρού ερείσματος, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατέθηκε στη σκέψη 35 της παρούσας διάταξης.

52

Επομένως, πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση του fumus boni juris.

Επί του επείγοντος

53

Υπενθυμίζεται ότι σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μελλοντικής οριστικής απόφασης, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στην έννομη προστασία που παρέχει το Δικαστήριο. Προς επίτευξη του σκοπού αυτού, ο επείγων χαρακτήρας πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής απόφασης, προκειμένου να αποτραπεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί την προσωρινή προστασία. Στον διάδικο αυτόν απόκειται να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί ζημία τέτοιου χαρακτήρα. Για να αποδειχθεί η ύπαρξη τέτοιας σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας δεν απαιτείται να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα η επέλευση της ζημίας. Αρκεί η επέλευση αυτή να πιθανολογηθεί επαρκώς (διάταξη της 8ης Απριλίου 2020, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑791/19 R, EU:C:2020:277, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

54

Εν προκειμένω, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης στο ορυχείο του Turów, εν αναμονή της απόφασης του Δικαστηρίου επί της ουσίας (στο εξής: οριστική απόφαση), θα είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική πτώση της στάθμης των υπογείων υδάτων στο τσεχικό έδαφος κοντά στα σύνορα με τη Δημοκρατία της Πολωνίας, όπερ θα είχε, επίσης, ως συνέπεια να απειλείται η δυνατότητα παροχής πόσιμου νερού σε περίπου 10000 άτομα στο τσεχικό έδαφος, καθώς και να δημιουργηθούν καθιζήσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ζημίες σε κτίσματα.

55

Ειδικότερα, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, πρώτον, οι εν λόγω δραστηριότητες εξόρυξης προκαλούν ήδη, λόγω του συστήματος αποστράγγισης του ορυχείου αυτού, μαζική και συνεχή εκροή των υπογείων υδάτων από το έδαφος της Τσεχικής Δημοκρατίας προς το πολωνικό έδαφος κατά 3,10 m3 ανά λεπτό. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο συνεχίζεται επί δεκαετίες, έχει ως αποτέλεσμα την ταχεία πτώση της στάθμης των υπογείων υδάτων, ιδίως στο τρίτο και στο τέταρτο εδαφικό υπόστρωμα, καθώς και την αποξήρανση των επιφανειακών εδαφικών στρωμάτων. Η Τσεχική Δημοκρατία προσθέτει ότι, από τη χορήγηση της άδειας για εξόρυξη λιγνίτη μέχρι το 2026, παρατηρήθηκε σημαντική επιτάχυνση της πτώσης της στάθμης των υπογείων υδάτων, η οποία έφθασε τα 9,45 m σε διάστημα δεκαμήνου. Βάσει των στοιχείων αυτών, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η συνέχιση της εκμετάλλευσης του ορυχείου του Turów μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης δεν μπορεί παρά να επιφέρει ακόμη ταχύτερη πτώση της στάθμης των υπογείων υδάτων, επηρεάζοντας, ιδίως, το τρίτο και το τέταρτο εδαφικό υπόστρωμα.

56

Δεύτερον, το κράτος μέλος αυτό υπογραμμίζει ότι η πτώση της στάθμης των υπογείων υδάτων έχει άμεσες επιπτώσεις στη δυνατότητα εφοδιασμού της πληγείσας περιοχής με πόσιμο νερό, στο μέτρο που το φαινόμενο αυτό επηρεάζει, αφενός, την πηγή της πόλης Uhelná (Τσεχική Δημοκρατία), η οποία δεν μπορεί πλέον να αξιοποιηθεί πλήρως για την επιτρεπόμενη άντληση ύδατος, και, αφετέρου, τα φρεάτια τα οποία κινδυνεύουν με αποξήρανση. Κατά την Τσεχική Δημοκρατία, η συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης στο ορυχείο του Turów μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης θα επιδείνωνε την υδρολογική κατάσταση της πηγής της πόλης Uhelná και θα καθιστούσε αδύνατη την εκμετάλλευση των εν λόγω φρεατίων, με αποτέλεσμα να απειληθεί η δυνατότητα παροχής πόσιμου νερού σε περίπου 10000 άτομα στην οικεία περιοχή.

57

Τρίτον, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η πτώση της στάθμης των υπογείων υδάτων στη θιγόμενη σήμερα περιοχή μπορεί επίσης να προκαλέσει την εκροή υπογείων υδάτων από έδαφος το οποίο δεν είχε επηρεαστεί κατά το παρελθόν.

58

Τέταρτον και τελευταίον, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης θα προκαλούσε καθιζήσεις τουλάχιστον 5 έως 10 mm στις γειτνιάζουσες με το εν λόγω ορυχείο περιοχές, με συνέπεια την επιδείνωση των επιπτώσεων επί της σταθερότητας των δομών των κτηρίων, καθώς και την πρόκληση ζημιών σε αυτά.

59

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δεν ενδείκνυται για την εξακρίβωση του υποστατού περίπλοκων και άκρως αμφιλεγόμενων πραγματικών περιστατικών. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν διαθέτει τα αναγκαία μέσα για να προβεί σε τέτοια εξέταση και, σε πολλές περιπτώσεις, δυσχερώς θα μπορούσε να την πραγματοποιήσει εγκαίρως (διάταξη της 20ής Νοεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑441/17 R, EU:C:2017:877, σκέψη 54).

60

Εξάλλου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εξετάσει, αποκλειστικώς και μόνον προς εκτίμηση του επείγοντος χαρακτήρα και χωρίς τούτο να συνεπάγεται οποιαδήποτε εκ μέρους του λήψη θέσεως ως προς το βάσιμο των αιτιάσεων που προβάλλει επί της ουσίας ο αιτών τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αν οι αιτιάσεις αυτές είναι δυνατόν να γίνουν δεκτές. Πράγματι, η σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία της οποίας πρέπει να αποδεικνύεται η ιδιαιτέρως πιθανή επέλευση είναι η ζημία που θα οφείλεται στην ενδεχόμενη απόρριψη του αιτήματος λήψεως των προσωρινών μέτρων σε περίπτωση κατά την οποία ευδοκιμήσει εν συνεχεία η κύρια προσφυγή (διάταξη της 8ης Απριλίου 2020, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑791/19 R, EU:C:2020:277, σκέψη 83 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

61

Προκειμένου να αποδείξει τον επείγοντα χαρακτήρα, η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης θα μπορούσε να επιφέρει σημαντική πτώση της στάθμης των υπογείων υδάτων στο έδαφος της επικράτειάς της, όπερ θα έθετε σε κίνδυνο τη δυνατότητα παροχής πόσιμου νερού σε περίπου 10000 ατόμα και θα οδηγούσε σε καθιζήσεις που θα προκαλούσαν ζημίες σε ακίνητα.

62

Επομένως, τα συμφέροντα που επικαλείται η Τσεχική Δημοκρατία συνδέονται με εκτιμήσεις που στηρίζονται στην προστασία του περιβάλλοντος, της ανθρώπινης υγείας και της ιδιοκτησίας.

63

Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται, κατ’ αρχάς, ότι η προβαλλόμενη από την Τσεχική Δημοκρατία ζημία η οποία απορρέει από την επέλευση ζημιών σε ακίνητα λόγω καθιζήσεων συνιστά, κατ’ ουσίαν, χρηματική ζημία. Μια τέτοια ζημία, όμως, δεν μπορεί να θεωρείται ανεπανόρθωτη, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, δεδομένου ότι ένα χρηματικό αντιστάθμισμα μπορεί, κατά κανόνα, να επαναφέρει τον ζημιωθέντα στην προ της επελεύσεως της ζημίας κατάσταση (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Απριλίου 2012, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, C‑656/11 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:211, σκέψη 42).

64

Δεδομένου ότι η Τσεχική Δημοκρατία δεν επικαλέστηκε τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν απέδειξε την ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημίας που να συνδέεται με την πρόκληση ζημιών σε ακίνητα συνεπεία των καθιζήσεων λόγω της συνέχισης των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów.

65

Αντιθέτως, η ζημία που συνδέεται με την πτώση της στάθμης των υπογείων υδάτων, καθώς και η ζημία που σχετίζεται με την απειλή για τη δυνατότητα παροχής πόσιμου νερού στους πληθυσμούς που εξαρτώνται από τα εν λόγω υδατικά συστήματα ενδέχεται να επιφέρουν σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη στο περιβάλλον και στην ανθρώπινη υγεία.

66

Είναι αρκούντως πιθανό, λαμβανομένης υπόψη της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, η συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης να επιφέρει αρνητικές συνέπειες στη στάθμη των υπογείων υδάτων στο τσεχικό έδαφος. Πράγματι, από τη δικογραφία αυτή προκύπτει ότι οι εν λόγω δραστηριότητες συνεπάγονται συνεχή εκροή μεγάλου όγκου υδάτων από το τσεχικό προς το πολωνικό έδαφος, γεγονός που προκαλεί σημαντική πτώση της στάθμης των υπογείων υδάτων στο τσεχικό έδαφος, ικανή να απειλήσει τη δυνατότητα παροχής πόσιμου νερού στους πληθυσμούς που εξαρτώνται από τα θιγόμενα υδατικά συστήματα.

67

Ο κίνδυνος υπερεκμετάλλευσης των υπογείων υδάτων του τσεχικού εδάφους λόγω της συνέχισης των εν λόγω δραστηριοτήτων επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το γεγονός ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας έλαβε ένα μεγάλης έκτασης διορθωτικό μέτρο, ήτοι την κατασκευή τείχους που εμποδίζει τη διήθηση των υδάτων, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την άμβλυνση των επιπτώσεων των δραστηριοτήτων αυτών στο περιβάλλον. Εντούτοις, από τις γραπτές παρατηρήσεις της Δημοκρατίας της Πολωνίας επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων προκύπτει ότι η κατασκευή του εν λόγω τείχους θα ολοκληρωθεί το 2023.

68

Υπενθυμίζεται συναφώς, πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 191, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος συμβάλλει, μεταξύ άλλων, στη διατήρηση, την προστασία και τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, καθώς και στην προστασία της υγείας του ανθρώπου. Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 2006/118/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την προστασία των υπόγειων υδάτων από τη ρύπανση και την υποβάθμιση (ΕΕ 2006, L 372, σ. 19), προκύπτει ότι τα υπόγεια ύδατα της Ένωσης αποτελούν πολύτιμους φυσικούς πόρους οι οποίοι θα πρέπει να προστατεύονται από την υποβάθμιση, ιδίως όταν από αυτά εξαρτώνται οικοσυστήματα και η παροχή νερού για ανθρώπινη κατανάλωση.

69

Όπως, όμως, προκύπτει από τη σκέψη 66 της παρούσας διάταξης, η συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów θα μπορούσε να οδηγήσει, λόγω της συνεχούς εκροής μεγάλου όγκου υδάτων από το τσεχικό προς το πολωνικό έδαφος, σε ορισμένη πτώση της στάθμης των υπογείων υδάτων, καθώς και στην αδυναμία παροχής πόσιμου νερού σε πληθυσμούς που εξαρτώνται από τα θιγόμενα υδατικά συστήματα. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ζημίες αυτές είναι σοβαρές.

70

Δεύτερον, η βλάβη των σχετικών με το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία συμφερόντων έχει, κατ’ αρχήν, μη αναστρέψιμο χαρακτήρα, καθόσον τέτοιες βλάβες δεν μπορούν συνήθως, ως εκ της φύσεώς τους, να εξαλειφθούν αναδρομικά (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, Επιτροπή κατά Αυστρίας, C‑320/03 R, EU:C:2003:543, σκέψη 92). Τούτο φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω καθόσον, μετά την επέλευσή τους, η πτώση της στάθμης των θιγομένων υπογείων υδάτων και οι πολυάριθμες συνέπειες που απορρέουν από την αδυναμία παροχής πόσιμου νερού στους οικείους πληθυσμούς δεν θα μπορούσαν να αποκατασταθούν εκ των υστέρων, ακόμη και στην περίπτωση που γίνει δεκτή επί της ουσίας η προσφυγή της Τσεχικής Δημοκρατίας.

71

Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αρχή της προφυλάξεως, η οποία αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολιτικής με σκοπό την υψηλού επιπέδου προστασία στην οποία αποβλέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα του περιβάλλοντος, σύμφωνα με το άρθρο 191, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να ερμηνεύεται η σχετική με την προστασία του περιβάλλοντος νομοθεσία της Ένωσης (πρβλ. διάταξη της 20ής Νοεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά Πολωνίας, C‑441/17 R, EU:C:2017:877, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

72

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία.

73

Τα επιχειρήματα που προέβαλε η Δημοκρατία της Πολωνίας με τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι ικανά να κλονίσουν την εκτίμηση αυτή.

74

Συγκεκριμένα, όσον αφορά το επιχείρημα ότι η Τσεχική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι οι δραστηριότητες εξόρυξης στο ορυχείο του Turów συνιστούν την καθοριστική αιτία της πτώσης της στάθμης των υπογείων υδάτων, αρκεί η διαπίστωση ότι δεν αμφισβητείται ότι οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν πράγματι μία από τις αιτίες της πτώσης της εν λόγω στάθμης, δεδομένου ότι η ίδια η Δημοκρατία της Πολωνίας θεώρησε αναγκαία την κατασκευή τείχους που θα εμποδίζει τη διήθηση των υδάτων, προκειμένου να προληφθούν οι συνέπειες των εν λόγω δραστηριοτήτων. Επομένως, η προβαλλόμενη από την Τσεχική Δημοκρατία ζημία συνδέεται άμεσα με τις δραστηριότητες εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów και το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να ευδοκιμήσει.

75

Σχετικά με το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας κατά το οποίο οι συνέπειες του συστήματος αποστράγγισης του υπαίθριου ορυχείου του Turów επί του επιπέδου των υπογείων υδάτων στο τσεχικό έδαφος είναι προσωρινές και αναστρέψιμες λόγω της υπό εξέλιξη κατασκευής του τείχους που θα εμποδίζει τη διήθηση των υδάτων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το εν λόγω κράτος μέλος, οι εργασίες κατασκευής του τείχους αυτού δεν θα ολοκληρωθούν πριν από τον Φεβρουάριο του 2023. Επομένως, το μέτρο αυτό δεν μπορεί να ασκήσει επιρροή στις συνέπειες που απορρέουν από τη συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης.

76

Δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ακόμη, το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι η προβαλλόμενη από την Τσεχική Δημοκρατία ζημία οφείλεται σε κατάσταση προγενέστερη της έκδοσης των πράξεων αδειοδότησης για τη συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów. Πράγματι, ακόμη και αν φαίνεται ότι η πρόκληση των επιπτώσεων των δραστηριοτήτων εξόρυξης επί των υπογείων υδάτων άρχισε πριν από την έκδοση των αποφάσεων αυτών, γεγονός παραμένει ότι η συνεχής εκροή των υπογείων υδάτων που προκαλείται από τη συνέχιση των εν λόγω δραστηριοτήτων μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης είναι ικανή να οδηγήσει σε περαιτέρω υποβάθμιση της στάθμης των υπογείων υδάτων στο τσεχικό έδαφος και να προκαλέσει με τον τρόπο αυτό μη αναστρέψιμη βλάβη στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία.

77

Ομοίως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ότι η παύση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów έως την έκδοση της οριστικής απόφασης δεν είναι ικανή να εμποδίσει την υποβάθμιση της στάθμης των υπογείων υδάτων ούτε να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες της εν λόγω υποβάθμισης. Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν η παύση των δραστηριοτήτων αυτών δεν θα καθιστούσε δυνατή την επαναφορά της στάθμης αυτής σε ικανοποιητικό επίπεδο, η εν λόγω παύση θα μπορούσε να εμποδίσει μια κατά τρόπο μη αναστρέψιμο υποβάθμιση της στάθμης αυτής μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης.

78

Επιπλέον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Πολωνίας, όπως προκύπτει από τη σκέψη 70 της παρούσας διάταξης, οι ζημίες που προβάλλει η Τσεχική Δημοκρατία εξαιτίας της υποβάθμισης της στάθμης των υπογείων υδάτων και της αδυναμίας πρόσβασης σε πόσιμο νερό των οικείων πληθυσμών, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθούν και να αποκατασταθούν αργότερα.

79

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση περί επείγοντος χαρακτήρα.

Επί της στάθμισης των συμφερόντων

80

Πρέπει επίσης να εξεταστεί, συμφώνα με την υπομνησθείσα στη σκέψη 34 της παρούσας διάταξης νομολογία, αν η στάθμιση των συμφερόντων συνηγορεί υπέρ της λήψεως των ζητούμενων προσωρινών μέτρων ή συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεως.

81

Κατά την Τσεχική Δημοκρατία, το συμφέρον για την αποτροπή σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία που απορρέει από τη συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης στο ορυχείο του Turów κατισχύει των κοινωνικοοικονομικών και ενεργειακών συμφερόντων της Δημοκρατίας της Πολωνίας για τη διατήρηση των δραστηριοτήτων αυτών.

82

Συγκεκριμένα, οι κοινωνικοοικονομικές, κατ’ αρχάς, επιπτώσεις που προβάλλει η Δημοκρατία της Πολωνίας θα μπορούσαν να αποφευχθούν ή να αντισταθμιστούν με τη χρήση των υφιστάμενων μέσων, όπως των ταμείων της Ένωσης που θα καθιστούσαν δυνατή τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Εν συνεχεία, κατά την Τσεχική Δημοκρατία, η παύση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την παύση της λειτουργίας του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Turów, καθόσον άλλα λιγνιτωρυχεία ευρισκόμενα στο πολωνικό έδαφος θα μπορούσαν να εφοδιάζουν τον εν λόγω σταθμό. Τέλος, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της προφυλάξεως, το συμφέρον της Τσεχικής Δημοκρατίας από την προστασία της στάθμης των υπογείων υδάτων υπερισχύει του συμφέροντος της Δημοκρατίας της Πολωνίας από την αποφυγή των αμιγώς οικονομικών συνεπειών που θα επέρχονταν από την παύση των δραστηριοτήτων αυτών.

83

Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι η παύση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης θα επέφερε σοβαρές περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Εξάλλου, κατά την ίδια, η λήψη των προσωρινών μέτρων που ζήτησε η Τσεχική Δημοκρατία θα είχε ως αποτέλεσμα να απειληθεί η ενεργειακή ασφάλεια της Δημοκρατίας της Πολωνίας.

84

Όσον αφορά τις περιβαλλοντικές συνέπειες, η Δημοκρατία της Πολωνίας υπογραμμίζει ότι η αιφνίδια παύση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów θα διατάρασσε την υφιστάμενη περιβαλλοντική ισορροπία στο ορυχείο αυτό και θα παρακώλυε τις απαραίτητες εργασίες προκειμένου να πραγματοποιηθούν με ασφάλεια η διάλυση και η εξυγίανση των εγκαταστάσεων. Ειδικότερα, πρώτον, η μη αποστράγγιση του ορυχείου θα προκαλούσε ανεξέλεγκτη πλημμύρα, γεγονός που θα οδηγούσε στην πρόκληση φυσικοχημικών φαινομένων με αρνητικές συνέπειες. Δεύτερον, η διακοπή των εργασιών για την ασφάλεια του ορυχείου θα μπορούσε να προκαλέσει κατολισθήσεις. Τρίτον και τελευταίον, η αιφνίδια διακοπή των δραστηριοτήτων εξόρυξης θα συνεπαγόταν κίνδυνο ακαριαίας διάρρηξης του πετρώματος στον ορεινό όγκο, καθώς και αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιών και ανεξέλεγκτων εκπομπών αερίων στην ατμόσφαιρα.

85

Όσον αφορά την απειλή για την ενεργειακή ασφάλεια, η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει ότι η παύση των δραστηριοτήτων εξόρυξης στο ορυχείο του Turów θα συνεπαγόταν αναπόφευκτα την παύση της λειτουργίας του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Turów. Κατά το κράτος μέλος αυτό, η τεχνολογική διαμόρφωση του εν λόγω σταθμού δεν θα επέτρεπε την επαναλειτουργία του σταθμού αυτού μετά την παύση λειτουργίας όλων των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την έντονη διατάραξη της ενεργειακής ισορροπίας του πολωνικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία θα οδηγούσε σε απώλεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας δυνάμενης να ανέλθει σε 50 εκατομμύρια kWh ετησίως, καθώς και σοβαρή οικονομική ζημία. Η Δημοκρατία της Πολωνίας προβάλλει ότι, καθόσον είχε προβλεφθεί ότι ο σταθμός αυτός θα κάλυπτε, για το έτος 2021, περίπου το 4,5 % της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια στο πολωνικό έδαφος, η παύση λειτουργίας του θα απειλούσε την ασφαλή παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε περίπου 3,7 εκατομμύρια νοικοκυριά.

86

Εξάλλου, η Δημοκρατία της Πολωνίας ισχυρίζεται ότι η παύση λειτουργίας του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Turów θα εξέθετε μεγάλο μέρος της χώρας σε κίνδυνο γενικής αποδιοργάνωσης, όπερ θα συνεπαγόταν την αδυναμία παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στους Πολωνούς καταναλωτές. Υποστηρίζει δε ότι, χωρίς τον σταθμό αυτόν, μια διακοπή ρεύματος στη νοτιοδυτική Πολωνία θα απειλούσε τις διασυνοριακές διασυνδέσεις μεταξύ της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας. Κατά την ίδια, επίσης, η λειτουργία του εν λόγω σταθμού ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις για διατήρηση της ασφαλούς λειτουργίας του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αυτές ορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης. Τέλος, η παύση της λειτουργίας του σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας του Turów θα εμπόδιζε την υλοποίηση σημαντικών έργων και επενδύσεων στον τομέα της ενέργειας.

87

Όσον αφορά τις κοινωνικές επιπτώσεις, η Δημοκρατία της Πολωνίας επισημαίνει ότι η λήψη των ζητηθέντων προσωρινών μέτρων θα συνεπαγόταν την απόλυση των εργαζομένων στο ορυχείο του Turów και στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Turów. Επιπλέον, η διακοπή των δραστηριοτήτων εξόρυξης στο ορυχείο του Turów θα επηρέαζε και τους εργαζομένους των υπεργολάβων. Κατά συνέπεια, κατά τη Δημοκρατία της Πολωνίας, το κλείσιμο του εν λόγω ορυχείου και του σταθμού αυτού θα συνεπαγόταν την απόλυση περίπου 5000 εργαζομένων απασχολούμενων άμεσα στο ορυχείο του Turów και στον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Turów και 10000 εργαζομένων απασχολούμενων εμμέσως στο εν λόγω ορυχείο και στον σταθμό αυτόν. Τέλος, η Δημοκρατία της Πολωνίας προβάλλει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Τσεχική Δημοκρατία, οι εν λόγω κοινωνικές ζημίες δεν μπορούν να καλυφθούν από πόρους της Ένωσης.

88

Συναφώς, από τις εκτιμήσεις στο πλαίσιο της εξέτασης της προϋποθέσεως περί επείγοντος προκύπτει ότι η συνέχιση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία.

89

Αντιθέτως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, πρώτον, η Δημοκρατία της Πολωνίας περιορίζεται στον ισχυρισμό, τον οποίον προέβαλε κατά τρόπο γενικό, ότι η παύση των δραστηριοτήτων αυτών θα προκαλούσε ζημίες στην «περιβαλλοντική ισορροπία» του ορυχείου. Επιπλέον, και ενώ η προβαλλόμενη από το εν λόγω κράτος μέλος περιβαλλοντική ζημία θα είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας, αν παύσουν οι εν λόγω δραστηριότητες, να διαφυλαχθεί η ασφαλής συντήρηση του ορυχείου και να προετοιμαστούν οι εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης για την οριστική τους διάλυση, τονίζεται ότι η χορήγηση των ζητηθέντων προσωρινών μέτρων δεν θα συνεπαγόταν την οριστική διάλυση του ορυχείου του Turów ή την αναστολή των εργασιών για την ασφαλή συντήρηση, αλλά μόνον την προσωρινή παύση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο αυτό μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης. Κατά τα λοιπά, επισημαίνεται ότι ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε, με σημερινή απόφαση, να δεχθεί το αίτημα της Τσεχικής Δημοκρατίας περί εκδικάσεως της υποθέσεως C‑121/21 κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Κανονισμού Διαδικασίας.

90

Δεύτερον, όσον αφορά τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Πολωνίας με τα οποία προβάλλεται ότι τίθενται σε κίνδυνο η ενεργειακή της ασφάλεια, η δυνατότητα παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στους Πολωνούς καταναλωτές και οι διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας, επισημαίνεται, αφενός, ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν τεκμηρίωσε τον ισχυρισμό ότι η λήψη των ζητηθέντων προσωρινών μέτρων θα οδηγούσε σε μόνιμη παύση λειτουργίας του σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας του Turów λόγω της τεχνολογικής διαμόρφωσής του.

91

Αφετέρου, από τις γραπτές απαντήσεις της Δημοκρατίας της Πολωνίας στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που ευρίσκονται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους συνδέονται με το εθνικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας και ότι η ηλεκτρική ενέργεια που παράγει καθένας από τους σταθμούς αυτούς μεταφέρεται στο δίκτυο χαμηλής τάσεως και στη συνέχεια διανέμεται στους τελικούς καταναλωτές. Εξάλλου, από τις απαντήσεις αυτές προκύπτει, επίσης, ότι οι διαχειριστές του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας οφείλουν να διασφαλίζουν την ισορροπία μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στο πολωνικό έδαφος και υποχρεούνται, ως εκ τούτου, να απευθύνουν οδηγίες στους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, προκειμένου αυτοί να αυξάνουν ή να μειώνουν την ηλεκτρική ενέργεια που παράγουν αναλόγως των αναγκών εκάστου δικτύου.

92

Επομένως, ακόμη και αν η αιφνίδια διακοπή της λειτουργίας ενός σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να επιφέρει αρνητικές συνέπειες, οι διαχειριστές του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας είναι σε θέση να εξισορροπήσουν τη λειτουργία του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας προκειμένου να αντισταθμίσουν μια τέτοια διακοπή. Ως εκ τούτου, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν απέδειξε επαρκώς ότι η παύση των δραστηριοτήτων εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów θα συνιστούσε πραγματική απειλή για την ενεργειακή της ασφάλεια, τη δυνατότητα παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στους Πολωνούς καταναλωτές ή ακόμη τη διασυνοριακή ανταλλαγή ηλεκτρικής ενέργειας. Εξάλλου, η προβαλλόμενη από τη Δημοκρατία της Πολωνίας ζημία λόγω αδυναμίας υλοποίησης σημαντικών έργων και επενδύσεων στον τομέα της ενέργειας δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να υπερισχύσει των εκτιμήσεων σχετικά με το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία.

93

Τρίτον και τελευταίον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η κοινωνικοοικονομική ζημία την οποία προβάλλει η Δημοκρατία της Πολωνίας και η οποία συνδέεται με την απώλεια θέσεων εργασίας των εργαζομένων στο μεταλλείο και στον σταθμό ηλεκτρικής ενέργειας του Turów, καθώς και των εργαζομένων των υπεργολάβων, συνιστά, κατ’ ουσίαν, χρηματική ζημία, η οποία, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι μια χρηματική αποζημίωση είναι, κατά κανόνα, ικανή να επαναφέρει τον ζημιωθέντα στην προ της επελεύσεως της ζημίας αυτής κατάσταση (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Γαλλία κατά Συμβουλίου, C‑479/07 R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:137, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

94

Ενώ η Δημοκρατία της Πολωνίας υποστηρίζει ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι και μισθωτοί είναι υποχρεωμένοι, λόγω του μη αναστρέψιμου χαρακτήρα της παύσης των δραστηριοτήτων του ορυχείου και του σταθμού του Turów, να εγκαταλείψουν οριστικά την επαγγελματική τους δραστηριότητα, από τη σκέψη 90 της παρούσας διάταξης προκύπτει ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν απέδειξε ότι η λήψη των ζητούμενων προσωρινών μέτρων θα είχε ως αποτέλεσμα την οριστική παύση των δραστηριοτήτων του ορυχείου και του σταθμού αυτού.

95

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων συνηγορεί υπέρ της λήψεως των προσωρινών μέτρων που ζήτησε η Τσεχική Δημοκρατία.

96

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση προσωρινών μέτρων την οποία υπέβαλε η Τσεχική Δημοκρατία και η οποία διαλαμβάνεται στη σκέψη 1 της παρούσας διάταξης.

 

Για τους λόγους αυτούς, η Αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου διατάσσει:

 

1)

Η Δημοκρατία της Πολωνίας υποχρεούται να παύσει τις δραστηριότητες εξόρυξης λιγνίτη στο ορυχείο του Turów (Πολωνία) αμέσως και έως την έκδοση της απόφασης με την οποία θα περατωθεί η εκδίκαση της υποθέσεως C‑121/21.

 

2)

Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.