ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 25ης Νοεμβρίου 2020 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Συμπράξεις – Ευρωπαϊκές αγορές σταθεροποιητών θερμότητας με βάση τον κασσίτερο, το εποξειδωμένο σογιέλαιο και τους εστέρες – Καθορισμός των τιμών, κατανομή των αγορών και ανταλλαγή ευαίσθητων εμπορικών πληροφοριών – Εφαρμογή του ανώτατου ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών σε μία από τις οντότητες που απαρτίζουν την επιχείρηση – Ακύρωση της απόφασης περί τροποποίησης του προστίμου που επιβλήθηκε με την αρχική απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε η παράβαση – Πρόστιμα – Έννοια της “επιχείρησης” – Αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή του προστίμου – Αρχή της ίσης μεταχείρισης – Ημερομηνία κατά την οποία το πρόστιμο καθίσταται απαιτητό σε περίπτωση τροποποίησης»
Στην υπόθεση C‑823/18 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 2018,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους Θ. Χριστοφόρου, P. Rossi και V. Bottka και, στη συνέχεια, από τους P. Rossi και V. Bottka,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
GEA Group AG, με έδρα το Ντύσσελντορφ (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους C. Wagner και I. du Mont, Rechtsanwälte,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Arabadjiev (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του δευτέρου τμήματος, A. Kumin, T. von Danwitz και P. G. Xuereb, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella
γραμματέας: M. Longar, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Φεβρουαρίου 2020,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου 2020,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την αίτηση αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 18ης Οκτωβρίου 2018, GEA Group κατά Επιτροπής (T‑640/16, EU:T:2018:700) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση C(2016) 3920 τελικό της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2016, για την τροποποίηση της αποφάσεως C(2009) 8682 τελικό της Επιτροπής, της 11ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση COMP/38589 – Σταθεροποιητές θερμότητας) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). |
I. Το νομικό πλαίσιο
|
2 |
Το άρθρο 23, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), ορίζει τα εξής: «2. Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
Για καθεμία από τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση, το πρόστιμο δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Όταν η παράβαση που διέπραξε η ένωση επιχειρήσεων συνδέεται με τις δραστηριότητες των μελών της, το πρόστιμο δεν υπερβαίνει το 10 % του αθροίσματος του συνολικού κύκλου εργασιών κάθε μέλους που συμμετέχει ενεργά στην αγορά που έχει επηρεασθεί από την παράβαση που διέπραξε η ένωση. 3. Ο καθορισμός του ύψους του προστίμου γίνεται με βάση τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης.» |
|
3 |
Κατά το άρθρο 25, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού: «Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου μετά από κάθε διακοπή. Ωστόσο, η παραγραφή επέρχεται το αργότερο την ημέρα παρέλευσης προθεσμίας ίσης με το διπλάσιο της προθεσμίας παραγραφής, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή δεν έχει επιβάλει πρόστιμο ή χρηματική ποινή. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά χρονικό διάστημα ίσο με το χρόνο αναστολής της παραγραφής κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 6.» |
II. Το ιστορικό της διαφοράς και η προσβαλλόμενη απόφαση
|
4 |
Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 1 έως 23 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. |
|
5 |
Η GEA Group AG (στο εξής: GEA) προήλθε από τη συγχώνευση, κατά τη διάρκεια του 2005, της Μetallgesellschaft AG (στο εξής: MG) και μιας άλλης εταιρίας. Η MG ήταν η επικεφαλής εταιρία στην οποία ανήκαν, πριν από το 2000, άμεσα ή μέσω θυγατρικών, η Chemson Gesellschaft für Polymer-Additive mbH (στο εξής: OCG) και η Polymer-Additive Produktions- und Vertriebs GmbH (στο εξής: OCA). |
|
6 |
Στις 17 Μαΐου 2000, η MG μεταβίβασε την OCG, η οποία μετονομάστηκε σε Aachener Chemische Werke Gesellschaft für glastechnische Produkte und Verfahren mbH (στο εξής: ACW). |
|
7 |
Μετά τη λύση της OCA τον Μάιο του 2000, τις δραστηριότητες της τελευταίας ανέλαβε μια εταιρία η οποία, από τις 30 Αυγούστου 2000, φέρει την επωνυμία Chemson Polymer-Additive AG (στο εξής: CPA) και η οποία, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν ανήκε πλέον στον όμιλο του οποίου η επικεφαλής εταιρία ήταν η GEA. |
Α. Η απόφαση του 2009
|
8 |
Με την απόφασή της C(2009) 8682 τελικό, της 11ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση COMP/38589 – Σταθεροποιητές θερμότητας) (στο εξής: απόφαση του 2009), η Επιτροπή έκρινε ότι ορισμένες επιχειρήσεις είχαν παραβεί το άρθρο 81 ΕΚ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3) (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΧ), καθόσον συμμετείχαν σε δύο αντίθετες προς τον ανταγωνισμό συνολικές συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές, οι οποίες κάλυπταν το σύνολο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και αφορούσαν, αφενός, τον τομέα των σταθεροποιητών θερμότητας με βάση τον κασσίτερο και, αφετέρου, τον τομέα των σταθεροποιητών θερμότητας με βάση το εποξειδωμένο σογιέλαιο και τους εστέρες (στο εξής: τομέας ESBO/εστέρων). |
|
9 |
Με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο ιαʹ, της απόφασης του 2009, η Επιτροπή έκρινε την GEA υπεύθυνη για τις παραβάσεις που διαπράχθηκαν στην αγορά του τομέα ESBO/εστέρων από τις 11 Σεπτεμβρίου 1991 έως τις 17 Μαΐου 2000. |
|
10 |
Έγινε δεκτό ότι η GEA ευθυνόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της παράβασης, υπό την ιδιότητά της ως διαδόχου της MG, για τις παραβάσεις που διαπράχθηκαν από τις 11 Σεπτεμβρίου 1991 έως τις 17 Μαΐου 2000 από την OCG, και από τις 13 Μαρτίου 1997 έως τις 17 Μαΐου 2000 από την OCA. |
|
11 |
Εκτός αυτού, επιβλήθηκαν κυρώσεις στην ACW, υπό την ιδιότητά της ως διαδόχου της OCG, αφενός, για την παράβαση που είχε διαπράξει η OCG καθ’ όλη τη διάρκεια της παράβασης, ήτοι από τις 11 Σεπτεμβρίου 1991 έως τις 17 Μαΐου 2000, και, αφετέρου, για την παράβαση που είχε διαπράξει η OCA από τις 30 Σεπτεμβρίου 1999 έως τις 17 Μαΐου 2000, ενόσω τα μερίδια της τελευταίας ανήκαν κατά 100 % στην OGC. |
|
12 |
Στη CPA επιβλήθηκαν κυρώσεις, υπό την ιδιότητά της ως διαδόχου της OCA, αφενός, για την παράβαση που είχε διαπράξει η OCA από τις 13 Μαρτίου 1997 έως τις 17 Μαΐου 2000 και, αφετέρου, για την παράβαση που είχε διαπράξει η OCG από τις 30 Σεπτεμβρίου 1995 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1999, ενόσω τα μερίδια της τελευταίας ανήκαν κατά 100 % στην OCA. |
|
13 |
Κατά το άρθρο 2 της απόφασης του 2009: «[…] 2) Για την/(τις) παράβαση/-εις στον τομέα ESBO/εστέρων […] επιβάλλονται τα εξής πρόστιμα: […] 31) η GEA, η ACW και η CPA ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για το ποσό των 1913971 ευρώ· 32) η GEA και η ACW ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για το ποσό των 1432229 ευρώ· Τα ποσά των προστίμων πρέπει να καταβληθούν σε ευρώ εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της παρούσας αποφάσεως […]». |
|
14 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 Ιανουαρίου 2010, η GEA άσκησε προσφυγή ακύρωσης κατά της απόφασης του 2009. |
|
15 |
Με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 2015, GEA Group κατά Επιτροπής (T‑45/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:507), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή αυτή. Κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως. |
Β. Η απόφαση του 2010
|
16 |
Στις 15 Δεκεμβρίου 2019, η ACW επέστησε την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι το πρόστιμο που της είχε επιβληθεί με την απόφαση του 2009 υπερέβαινε το κατά το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 ανώτατο προβλεπόμενο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών της. |
|
17 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή εξέδωσε στις 8 Φεβρουαρίου 2010 την απόφαση C(2010) 727 τελικό, για την τροποποίηση της απόφασης του 2009 (στο εξής: απόφαση του 2010). |
|
18 |
Με την απόφαση του 2010, η Επιτροπή έκρινε ότι το πρόστιμο στην καταβολή του οποίου είχε υποχρεωθεί η ACW, ευθυνόμενη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, αφενός, με την GEA και τη CPA και, αφετέρου, με την GEA, υπερέβαινε το ανώτατο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών της και, επομένως, ήταν επιβεβλημένη η τροποποίηση της απόφασης του 2009. |
|
19 |
Η Επιτροπή διευκρίνισε, επίσης, ότι το ποσό του προστίμου που είχε επιβληθεί στην GEA και στη CPA παρέμενε αμετάβλητο, αλλά ότι το ποσό του προστίμου που είχε επιβληθεί στην ACW έπρεπε να μειωθεί και ότι η απόφαση του 2010 δεν είχε καμία συνέπεια για τους λοιπούς αποδέκτες της απόφασης του 2009. |
|
20 |
Το άρθρο 1 της απόφασης του 2010 τροποποίησε το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, της απόφασης του 2009 ως εξής: «Το άρθρο 2, [δεύτερο εδάφιο, σημείο] 31 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: “31.α) [η GEA], η [ACW] και η [CPA] ευθύνονται [αλληλεγγύως και εις ολόκληρον] για το ποσό των 1086129 ευρώ· 31.β) [η GEA] και η [CPA] ευθύνονται [αλληλεγγύως και εις ολόκληρον] για το ποσό των 827842 [ευρώ].” Το άρθρο 2, [δεύτερο εδάφιο, σημείο] 32, αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: “32. [η GEA] υπέχει ευθύνη για το ποσό των 1432229 [ευρώ].”» |
|
21 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Απριλίου 2010, η GEA άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης του 2010 και ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο, επικουρικώς, τη μεταρρύθμιση του ποσού του προστίμου που της επιβλήθηκε. |
|
22 |
Με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 2015, GEA Group κατά Επιτροπής (T‑189/10, EU:T:2015:504), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του 2010, στο μέτρο που αφορούσε την GEA. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της εταιρίας αυτής, καθόσον εξέδωσε την εν λόγω απόφαση χωρίς να της έχει προηγουμένως δώσει τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή της. Κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως. |
Γ. Η προσβαλλόμενη απόφαση
|
23 |
Στις 29 Ιουνίου 2016, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. |
|
24 |
Το άρθρο 1 της απόφασης αυτής επανέλαβε αυτολεξεί το μνημονευθέν στη σκέψη 20 της παρούσας απόφασης κείμενο του άρθρου 1 της απόφασης του 2010, το οποίο τροποποίησε το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, της απόφασης του 2009. |
|
25 |
Το άρθρο 2 της προσβαλλόμενης απόφασης όρισε τη 10η Μαΐου 2010 ως την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν απαιτητά τα πρόστιμα. |
III. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
|
26 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Σεπτεμβρίου 2016, η GEA άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της προσβαλλόμενης απόφασης. |
|
27 |
Προς στήριξη της προσφυγής αυτής, η GEA προέβαλε πέντε λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος στηριζόταν σε παράβαση των κανόνων περί παραγραφής, ο δεύτερος σε παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ και σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, ο τρίτος σε παράβαση του άρθρου 23, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1/2003, ο τέταρτος σε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, και ο πέμπτος, ο οποίος περιλάμβανε δύο σκέλη, σε υπέρβαση εξουσίας και σε έλλειψη αιτιολογίας. |
|
28 |
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, καθώς και το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως και, κρίνοντας ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της προσφυγής, ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. |
IV. Αιτήματα των διαδίκων
|
29 |
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
30 |
Η GEA ζητεί από το Δικαστήριο:
|
V. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
|
31 |
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους, εκ των οποίων ο πρώτος στηρίζεται σε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, της έννοιας της επιχείρησης και των κανόνων της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης, καθώς και σε παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης και, ο δεύτερος, σε παράβαση των κανόνων περί καθορισμού της ημερομηνίας κατά την οποία καθίστανται απαιτητά τα πρόστιμα στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, καθώς και σε παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης. |
Α. Επί του παραδεκτού
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
|
32 |
Η GEA εκτιμά ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι απαράδεκτη. |
|
33 |
Συναφώς, η GEA υποστηρίζει, πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν έχει κανένα έννομο συμφέρον για την άσκηση αναιρέσεως, διότι η απόφαση του 2009 δεν αποτελεί πλέον νομική βάση ώστε να μπορεί να ζητηθεί η καταβολή του προστίμου. |
|
34 |
Δεύτερον, η GEA φρονεί ότι η Επιτροπή δεν έχει κανένα έννομο συμφέρον για την άσκηση αναιρέσεως, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι έγκυρη. Συγκεκριμένα, η προθεσμία παραγραφής για τον καθορισμό προστίμου έληξε πριν από την έκδοση της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι παρήλθαν δέκα και πλέον έτη, κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 5, του κανονισμού 1/2003, ανεξαρτήτως του αν η προθεσμία αυτή διακόπηκε ή όχι. |
|
35 |
Η Επιτροπή αντιτείνει ότι έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου, πρώτον, ότι ηττήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, δεύτερον, ότι η GEA, υποστηρίζοντας ότι το θεσμικό αυτό όργανο δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει την υπό κρίση αναίρεση λόγω φερόμενης υπέρβασης της προθεσμίας παραγραφής για την επιβολή προστίμου, αμφισβητεί το κύρος της προσβαλλόμενης απόφασης. Όμως, κατά την Επιτροπή, ο λόγος αυτός ούτε προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ούτε εξετάσθηκε από αυτό. Επομένως, παρέλκει η εξέτασή του. |
2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
36 |
Δυνάμει του άρθρου 56, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εξαίρεση τις περιπτώσεις δικών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της, αναίρεση μπορούν να ασκήσουν και τα κράτη μέλη και τα όργανα της Ένωσης που δεν παρενέβησαν στη δίκη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Επομένως, τα όργανα της Ένωσης, είτε ήσαν διάδικοι στην πρωτοβάθμια δίκη είτε όχι, δεν υποχρεούνται να θεμελιώνουν έννομο συμφέρον για να μπορούν να ασκήσουν αναίρεση κατ’ αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου (απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψη 171). |
|
37 |
Πράγματι, η Επιτροπή είναι ελεύθερη να εκτιμά τη σκοπιμότητα της άσκησης αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να ελέγχει την επιλογή την οποία πραγματοποιεί σχετικώς το θεσμικό αυτό όργανο (πρβλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψη 172). |
|
38 |
Επομένως, αρκεί η διαπίστωση ότι οι ενστάσεις της GEA περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της Επιτροπής στερούνται παντός ερείσματος, οπότε η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κριθεί παραδεκτή. |
Β. Επί της ουσίας
1. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
|
39 |
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη κατά την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, της έννοιας της επιχείρησης και των κανόνων της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης, καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να έχει καθορίσει διαφορετικά το μέρος του προστίμου για την καταβολή του οποίου η GEA και η ACW εξακολουθούσαν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον. Το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο, στηρίζεται σε παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης. |
α) Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
|
40 |
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η διαπίστωση, στη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το θεσμικό αυτό όργανο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης στηρίζεται σε αντιφατική αιτιολογία που αναπτύχθηκε στις σκέψεις 108 έως 110 της εν λόγω απόφασης και, ιδίως, στην αόριστη εκτίμηση, στη σκέψη 108 της ίδιας απόφασης, ότι «η Επιτροπή θα μπορούσε ασφαλώς να έχει καθορίσει διαφορετικά το μέρος του προστίμου για την καταβολή του οποίου εξακολουθούσαν να ευθύνονται, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, η ACW και η [GEA]». |
|
41 |
Η GEA αμφισβητεί την ανωτέρω επιχειρηματολογία. |
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
42 |
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση αιτιολόγησης των αποφάσεων, την οποία υπέχει το Γενικό Δικαστήριο βάσει του άρθρου 36 και του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν του επιβάλλει να παραθέτει αιτιολογία η οποία να ακολουθεί σε όλη τους την έκταση και έναν προς έναν όλους τους συλλογισμούς που διατύπωσαν οι διάδικοι. Συνεπώς, η αιτιολογία μπορεί να συνάγεται εμμέσως, υπό τον όρο να παρέχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να αντιληφθούν το σκεπτικό στο οποίο στηρίχθηκε το Γενικό Δικαστήριο και στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για την εκ μέρους του άσκηση του αναιρετικού ελέγχου (απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Trafilerie Meridionali κατά Επιτροπής, C‑519/15 P, EU:C:2016:682, σκέψη 41). |
|
43 |
Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι η συλλογιστική που ανέπτυξε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 106 έως 111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης παρέχει τόσο στην Επιτροπή τη δυνατότητα να λάβει γνώση των λόγων για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε πρωτοδίκως η GEA όσο και στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον δικαστικό έλεγχό του. |
|
44 |
Πράγματι, από τις σκέψεις αυτές προκύπτει αναμφισβήτητα ότι, κατά το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή όφειλε, κατ’ αρχάς, να προσδιορίσει τον λόγο του μέρους του προστίμου που βάρυνε την ACW αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την GEA και τη CPA από κοινού προς το μέρος που τη βάρυνε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον μόνο με την GEA και, στη συνέχεια, να κατανείμει τη μείωση του ποσού του προστίμου της ACW μεταξύ των δύο σχέσεων αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης, εφαρμόζοντας τον ίδιο λόγο. |
|
45 |
Κατόπιν των προεκτεθέντων, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. |
β) Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
|
46 |
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή εκτιμά ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε, στη σκέψη 108 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή μπορούσε να έχει καθορίσει διαφορετικά το μέρος του προστίμου για την καταβολή του οποίου η GEA και η ACW εξακολουθούσαν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, προκειμένου να μειωθεί το μέρος του προστίμου για την καταβολή του οποίου η GEA μπορούσε να είναι η μόνη ευθυνόμενη. Κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο, με τις σκέψεις 106 έως 111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, υπέπεσε σε πλάνη κατά την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια της επιχείρησης και την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη καθώς και τη νομολογία σχετικά με τις συνέπειες μιας μείωσης του προστίμου χορηγούμενης σε θυγατρική στο πλαίσιο ενιαίας οικονομικής οντότητας. |
|
47 |
Κατά την Επιτροπή, η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη απορρέει αυτοδικαίως από την έννοια της επιχείρησης και δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από αυτήν. |
|
48 |
Συναφώς, το θεσμικό αυτό όργανο υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς ό,τι διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι GEA, ACW και CPA αποτελούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της επίμαχης παράβασης μία ενιαία επιχείρηση, στην οποία επιβλήθηκε ένα μόνον πρόστιμο και ότι, στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, σημεία 31 και 32, της απόφασης του 2009, αφενός, και το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, σημεία 31.α, 31.β, και 32, της απόφασης του 2009, όπως τροποποιήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφετέρου, αποτελούν έκφραση των διαφορετικών ανώτατων ποσών του προστίμου για την καταβολή του οποίου θα ευθυνόταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον καθεμία από τις νομικές οντότητες που απάρτιζαν την εν λόγω επιχείρηση. |
|
49 |
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, εφόσον οι GEA, ACW και CPA αποτελούσαν μία ενιαία επιχείρηση, δεν συνέτρεχε λόγος να εκτιμηθεί η ίση μεταχείριση μεταξύ των τριών αυτών εταιριών. |
|
50 |
Η Επιτροπή φρονεί ότι, παρά το γεγονός ότι οι οικείες εταιρίες απάρτιζαν μία ενιαία επιχείρηση, το Γενικό Δικαστήριο προέβη, με τις σκέψεις 106 έως 111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε τεχνητό διαχωρισμό μεταξύ δύο ομάδων αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενων οντοτήτων, με συνέπεια να εφαρμόσει θεωρία ανάλογη προς τη θεωρία περί εσωτερικής κατανομής της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης, προσέγγιση η οποία απαγορεύεται, κατά την Επιτροπή, σύμφωνα με τα διδάγματα της απόφασης της 10ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κ.λπ. κατά Siemens Österreich κ.λπ. (C‑231/11 P έως C‑233/11 P, EU:C:2014:256). |
|
51 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή φρονεί ότι τίποτε δεν δικαιολογεί την εξαίρεση της μιας ή της άλλης από τις εταιρίες που ανήκουν σε μία ενιαία επιχείρηση από την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη για την καταβολή οποιουδήποτε μέρους του προστίμου που τους επιβάλλεται και ότι οι εταιρίες αυτές ευθύνονται συνήθως για την καταβολή κοινών μεριδίων του επιβαλλόμενου προστίμου μέχρι του ατομικού ορίου που ισχύει για καθεμία από αυτές. |
|
52 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ανώτατο ποσό του προστίμου για την καταβολή του οποίου ευθυνόταν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον καθεμία από τις εταιρίες που συναποτελούσε την επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ δεν αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη περίοδο συμμετοχής στην επίμαχη παράβαση. |
|
53 |
Τέλος, όσον αφορά το γεγονός ότι το επιβληθέν στην ACW πρόστιμο μειώθηκε στο ποσό που αντιστοιχεί στο ανώτατο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών της, το οποίο εφαρμόστηκε για την εταιρία αυτή, από την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Kendrion κατά Επιτροπής (C‑50/12 P, EU:C:2013:771), προκύπτει ότι η ευθύνη της GEA δεν πρέπει να επηρεάζεται από τη μείωση που χορηγήθηκε στην πρώην θυγατρική της ACW, καθόσον, κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του 2009, η τελευταία αυτή εταιρία και η GEA δεν αποτελούσαν πλέον μία ενιαία επιχείρηση. |
|
54 |
Η GEA αντιτείνει, κατ’ αρχάς, ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι η Επιτροπή παραβίασε, χωρίς αντικειμενικό δικαιολογητικό λόγο, την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η εν λόγω αρχή έχει εφαρμογή όχι μόνο σε διαφορετικές επιχειρήσεις, αλλά και στις σχέσεις μεταξύ εταιριών που απαρτίζουν μία ενιαία επιχείρηση. |
|
55 |
Εν συνεχεία, η GEA φρονεί ότι η Επιτροπή δεν καθόρισε μόνον ένα, αλλά δύο χωριστά πρόστιμα για δύο διαφορετικές ομάδες οντοτήτων, που ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον μεταξύ τους εντός κάθε ομάδας, και για δύο διαφορετικές περιόδους παράβασης. Αφενός, το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, σημείο 31, της απόφασης του 2009 αφορά την περίοδο από τις 30 Σεπτεμβρίου 1995 έως τις 17 Μαΐου 2000 και, αφετέρου, το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, σημείο 32, της απόφασης αυτής παραπέμπει στην περίοδο από τις 11 Σεπτεμβρίου 1991 έως τις 29 Σεπτεμβρίου 1995. Η εν λόγω κατανομή είναι το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η CPA δεν μετείχε στην παράβαση κατά την τελευταία αυτή περίοδο. |
|
56 |
Επιπλέον, η GEA φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε κατ’ αναλογίαν τη θεωρία περί εσωτερικής κατανομής της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά την ευθύνη από εσωτερικής απόψεως, αλλά τον βαθμό στον οποίο οι εταιρίες του «ομίλου GEA» υπέχουν «εξωτερική» ευθύνη έναντι της Επιτροπής. |
|
57 |
Τέλος, όσον αφορά τα αποτελέσματα της εφαρμογής του ανώτατου ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών υπέρ της ACW, η GEA υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, η απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Kendrion κατά Επιτροπής (C‑50/12 P, EU:C:2013:771), δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια πρώην μητρική εταιρία δεν πρέπει να επηρεάζεται από την εφαρμογή στην πρώην θυγατρική της του ανώτατου ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών της. |
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
58 |
Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, που κατοχυρώνεται στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αρχή αυτή επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς (απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2020, Prysmian και Prysmian Cavi e Sistemi κατά Επιτροπής, C‑601/18 P, EU:C:2020:751, σκέψη 101 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η Επιτροπή υποχρεούται να τηρεί την αρχή αυτή όταν ασκεί την εξουσία που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 να επιβάλλει πρόστιμο σε επιχειρήσεις που έχουν παραβεί τους κανόνες του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης και καθορίζει το ύψος του προστίμου αυτού (πρβλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Kendrion κατά Επιτροπής, C‑50/12 P, EU:C:2013:771, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
59 |
Παρά ταύτα, σε περίπτωση κατά την οποία μπορεί να γίνει δεκτό ότι πλείονα νομικά πρόσωπα ευθύνονται προσωπικώς για τη συμμετοχή σε παράβαση των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης, λόγω του ότι συναποτελούν μία ενιαία επιχείρηση στην οποία μπορεί να προσαφθεί η παράβαση αυτή, η Επιτροπή, βάσει της διάταξης αυτής, έχει την εξουσία να τους επιβάλει πρόστιμο αλληλεγγύως και εις ολόκληρον (απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψη 120). |
|
60 |
Εντούτοις, οσάκις αποφασίζει να ασκήσει την εξουσία αυτή επιβολής κυρώσεων, η Επιτροπή δεν δύναται να καθορίσει ελεύθερα τις εξωτερικές σχέσεις μεταξύ αλληλεγγύως και εις ολόκληρον οφειλετών, ιδίως δε το ποσό του προστίμου τη συνολική εξόφληση του οποίου μπορεί να απαιτήσει από έκαστον των αλληλέγγυων και εις ολόκληρον οφειλετών (απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψη 121). |
|
61 |
Πράγματι, δεδομένου ότι η έννοια του δικαίου της Ένωσης περί αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης για την καταβολή προστίμου συνιστά απλώς αυτοδίκαιη συνέπεια της έννοιας της επιχείρησης, ο καθορισμός του ποσού του προστίμου το οποίο θα οφείλει έναντι της Επιτροπής εις ολόκληρον καθένας από τους αλληλέγγυους συνοφειλέτες απορρέει από την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της έννοιας αυτής της επιχείρησης (απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψη 122). |
|
62 |
Συναφώς, η επιλογή των συντακτών των Συνθηκών ήταν η χρήση της έννοιας της επιχείρησης για τον προσδιορισμό του αυτουργού παράβασης του δικαίου του ανταγωνισμού, κολάσιμης κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 81 και 82 ΕΚ, και όχι η χρήση άλλων εννοιών, όπως είναι αυτή της εταιρίας ή του νομικού προσώπου (απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψη 123). |
|
63 |
Εξάλλου, ο νομοθέτης της Ένωσης επέλεξε ακριβώς την ίδια έννοια της επιχείρησης στην περίπτωση του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, προκειμένου να ορίσει την οντότητα στην οποία η Επιτροπή δύναται να επιβάλει πρόστιμο για να επιβάλει κύρωση λόγω παράβασης των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης (απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψη 124). |
|
64 |
Κατά πάγια νομολογία, η έννοια της «επιχείρησης» κατά το δίκαιο του ανταγωνισμού της Ένωσης περιλαμβάνει κάθε οντότητα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος στο οποίο υπάγεται και του τρόπου χρηματοδότησής της. Η έννοια αυτή πρέπει να νοείται ως οικονομική ενότητα, έστω και αν από νομική άποψη η ενότητα αυτή αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2014, Areva κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑247/11 P και C‑253/11 P, EU:C:2014:257, σκέψη 125, και της 27ης Απριλίου 2017, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑516/15 P, EU:C:2017:314, σκέψεις 47 και 48). |
|
65 |
Οσάκις η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα, βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003, να υποχρεώσει στην καταβολή προστίμου αλληλεγγύως και εις ολόκληρον διάφορα νομικά πρόσωπα τα οποία αποτελούν μέρος της ίδιας επιχείρησης που ευθύνεται για την παράβαση, ο εκ μέρους της Επιτροπής καθορισμός του ποσού του προστίμου αυτού, καθόσον απορρέει από την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της έννοιας της επιχείρησης, η οποία είναι έννοια του δικαίου της Ένωσης, υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, οι οποίοι επιβάλλουν να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικείας επιχείρησης, όπως ήταν διαρθρωμένη κατά τα χρονικό διάστημα διάπραξης της παράβασης (απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κ.λπ. κατά Siemens Österreich κ.λπ., C‑231/11 P έως C‑233/11 P, EU:C:2014:256, σκέψη 51). |
|
66 |
Συναφώς, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 49 των προτάσεών του, η σύνθεση της οικείας επιχείρησης μπορεί να λάβει διάφορες μορφές κατά τη διάρκεια της συμμετοχής της επιχείρησης αυτής σε παράβαση. Οι μεταβολές αυτές ενδέχεται να επέλθουν, μεταξύ άλλων, όταν, όπως εν προκειμένω, η παράβαση διαρκεί επί μακρό χρονικό διάστημα. |
|
67 |
Στον βαθμό που οι μεταβολές αυτές δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση τον ενιαίο χαρακτήρα της επιχείρησης ως προσώπου στο οποίο δύναται να καταλογισθεί η παράβαση, δεν θίγουν την υπομνησθείσα στη σκέψη 59 της παρούσας απόφασης εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει αλληλεγγύως και εις ολόκληρον πρόστιμο σε περισσότερα νομικά πρόσωπα ανήκοντα σε μία ενιαία επιχείρηση. |
|
68 |
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 1 έως 3 και 6 έως 8 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η δομή του ομίλου GEA, κατά την περίοδο κατά την οποία διαπράχθηκε η παράβαση, ήταν η ακόλουθη. Μεταξύ του 1991 και της 17ης Μαΐου 2000, η OCG, η οποία, μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία, έφερε την επωνυμία ACW, ήταν θυγατρική κατά 100 % της MG, η οποία, με τη σειρά της, μετονομάστηκε σε GEA από το 2005. Κατά την ίδια αυτή περίοδο, η OCA, η οποία από τις 30 Αυγούστου 2000 φέρει την επωνυμία CPA, ανήκε κατά 100 % στην MG και, κατά τη διάρκεια διαφόρων περιόδων, ήταν είτε η θυγατρική είτε η άμεση μητρική εταιρία της OCG. Η OCA ήταν η μητρική εταιρία με άμεσο έλεγχο 100 % επί της OCG από τις 30 Σεπτεμβρίου 1995 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1999. Από τις 30 Σεπτεμβρίου 1999 έως τις 17 Μαΐου 2000, η OCG ήταν η μητρική εταιρία με άμεσο έλεγχο 100 % επί της OCA και άσκησε άμεσο έλεγχο επί της τελευταίας αυτής εταιρίας. |
|
69 |
Λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της απόφασης της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑97/08 P, EU:C:2009:536), η Επιτροπή ορθώς διαπίστωσε, με την απόφαση του 2009, ότι, δεδομένων των οικονομικών, οργανωτικών και νομικών δεσμών που συνέδεαν τις οικείες εταιρίες, η MG (νυν GEA), ασκώντας αποφασιστική επιρροή επί των θυγατρικών της, συναποτελούσε, μαζί με τις OCG και OCA, οι οποίες μετονομάστηκαν, αντιστοίχως, ACW και CPA, μία ενιαία επιχείρηση, κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης. |
|
70 |
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορούσε βασίμως να θεωρήσει ότι οι GEA, ACW και CPA αποτελούσαν μία ενιαία επιχείρηση, η οποία, υπό τις διάφορες διαδοχικές της μορφές, διέπραξε την επίμαχη παράβαση. |
|
71 |
Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κρίνοντας, με τη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι υπήρχε, αφενός, μια επιχείρηση, κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης, αποτελούμενη από την GEA, την ACW και τη CPA από τις 30 Σεπτεμβρίου 1995 έως τις 17 Μαΐου 2000, και, αφετέρου, μια επιχείρηση, κατά την έννοια του δικαίου αυτού, αποτελούμενη από την GEA και την ACW από τις 11 Σεπτεμβρίου 1991 έως τις 29 Σεπτεμβρίου 1995, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη δύο επιχειρήσεων, κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης, και επομένως υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, ερμηνεύοντας εσφαλμένως την έννοια της «επιχείρησης», κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ. |
|
72 |
Στο μέτρο που η αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη συνιστά απλώς αυτοδίκαιη συνέπεια της έννοιας της επιχείρησης και εφόσον, εν προκειμένω, υπήρχε μία ενιαία επιχείρηση, η Επιτροπή μπορούσε κατά νόμον να καθορίσει, αρχικώς με το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, σημεία 31 και 32, της απόφασης του 2009, και, εν συνεχεία, με το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, σημεία 31.α, 31.β και 32, της απόφασης του 2009, όπως τροποποιήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ανώτατα ποσά του προστίμου ως προς τα οποία οι GEA, ACW και CPA μπορούσαν να θεωρηθούν από κοινού και εις ολόκληρον υπεύθυνες για την καταβολή ενός και μόνου προστίμου, ως οντότητες που συναπαρτίζουν μία ενιαία επιχείρηση στην οποία μπορεί να καταλογιστεί η επίμαχη παράβαση. Πράγματι, όπως επισήμανε η Επιτροπή, σε μια κατάσταση όπως η επίμαχη, ο καθορισμός τέτοιων ανώτατων ποσών δεν αντανακλά συγκεκριμένες περιόδους συμμετοχής των οντοτήτων που απαρτίζουν την ενιαία επιχείρηση στην επίμαχη παράβαση. |
|
73 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας, με τις σκέψεις 106 και 109 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι, εν προκειμένω, υπήρχαν δύο σχέσεις αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης μεταξύ των GEA, ACW και CPA, μολονότι οι εταιρίες αυτές αποτελούσαν μέρος μίας και της αυτής επιχείρησης, και δύο πρόστιμα, επιβαλλόμενα για δύο συγκεκριμένες περιόδους, που αντικατόπτριζαν τη συμμετοχή των τριών αυτών εταιριών στην επίμαχη παράβαση και, επομένως, παρέβη τους κανόνες περί καθορισμού της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης, όπως αυτοί απορρέουν από το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. |
|
74 |
Όσον αφορά το γεγονός ότι, δυνάμει της προσβαλλόμενης απόφασης, η GEA εξακολουθεί να είναι η μόνη ευθυνόμενη για το ποσό των 1432229 ευρώ, το γεγονός αυτό αποτελεί, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 53 των προτάσεών του, απλώς αυτόματη συνέπεια της μείωσης που εφαρμόστηκε στο πρόστιμο που επιβλήθηκε στην ACW. |
|
75 |
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όταν δύο χωριστά νομικά πρόσωπα, όπως η μητρική εταιρία και η θυγατρική της, δεν αποτελούν πλέον μία επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ, κατά τον χρόνο έκδοσης απόφασης με την οποία τους επιβάλλεται πρόστιμο, έχουν δικαίωμα να εφαρμοστεί ατομικώς ως προς αυτά το ανώτατο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών (πρβλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Kendrion κατά Επιτροπής, C‑50/12 P, EU:C:2013:771, σκέψη 57). |
|
76 |
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 2 και 3 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν αμφισβητείται ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του 2009, η GEA δεν αποτελούσε πλέον ενιαία οικονομική οντότητα με τις ACW και CPA, κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ. |
|
77 |
Η ιδιαιτερότητα αυτή οδήγησε την Επιτροπή να υπολογίσει χωριστά το εν λόγω ανώτατο όριο βάσει του κύκλου εργασιών που είχε πραγματοποιηθεί κατά το οικονομικό έτος που προηγήθηκε της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Kendrion κατά Επιτροπής, C‑50/12 P, EU:C:2013:771, σκέψη 67). |
|
78 |
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη σκέψη 8 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το ποσό που η Επιτροπή επέλεξε αρχικώς ως πρόσφορο στο πλαίσιο της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης της ACW λόγω της συμμετοχής της στη σύμπραξη αντιστοιχούσε σε 3346200 ευρώ, ήτοι στο ίδιο ακριβώς ποσό με εκείνο που επελέγη για την GEA. |
|
79 |
Πάντως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το γεγονός ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε, αφενός, ότι η GEA ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την καταβολή του συνολικού ποσού του προστίμου, το οποίο ανέρχεται σε 3346200 ευρώ, και, αφετέρου, ότι η ACW ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την καταβολή ποσού 1086129 ευρώ προκύπτει από την εφαρμογή στην ACW του ανώτατου ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. |
|
80 |
Επομένως, το γεγονός ότι η GEA εξακολουθεί να είναι η μόνη ευθυνόμενη για το ποσό των 1432229 ευρώ προκύπτει από την ειδική περίσταση ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του 2009, η εταιρία αυτή δεν αποτελούσε πλέον μία ενιαία επιχείρηση με την ACW και τη CPA κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ. |
|
81 |
Στο πλαίσιο αυτό, η GEA δεν μπορεί να ισχυρίζεται βασίμως ότι διαπράχθηκε εις βάρος της παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί παραβίαση της αρχής αυτής σε περίπτωση όπως η επίμαχη, όπου μια θυγατρική εταιρία, η οποία, κατά τον χρόνο έκδοσης απόφασης περί επιβολής προστίμου στην ενιαία επιχείρηση στην οποία υπαγόταν, δεν αποτελεί πλέον μέρος της ενιαίας αυτής επιχείρησης, δικαιούται να εφαρμοστεί ατομικώς ως προς αυτήν το ανώτατο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών. Από την ειδική αυτή περίσταση δεν μπορεί να συναχθεί ότι οι οικείες εταιρίες βρίσκονταν σε συγκρίσιμη κατάσταση (πρβλ. απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2013, Kendrion κατά Επιτροπής, C‑50/12 P, EU:C:2013:771, σκέψη 68). |
|
82 |
Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να προβληθεί λυσιτελώς παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης δεδομένου ότι, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη σκέψη 73 της παρούσας απόφασης, δεν υφίστανται δύο σχέσεις αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης που να αντικατοπτρίζουν συγκεκριμένες περιόδους και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί κατανομή της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης. |
|
83 |
Επομένως, το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, σημείο 32, της απόφασης του 2009, όπως τροποποιήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο επιβάλλει πρόστιμο ύψους 1432229 ευρώ στην GEA, δεν απευθύνεται στη CPA όχι επειδή το σημείο αυτό αφορά συγκεκριμένη παραβατική περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας η τελευταία δεν μετέσχε στην ενιαία παράβαση που διαπίστωσε η Επιτροπή, όπερ δεν ισχύει, αλλά απλώς επειδή το ποσό του προστίμου το οποίο οφείλει η CPA –λόγω του ότι ανήκε στην επιχείρηση που τη διέπραξε– καλύπτεται πλήρως από τα ποσά του προστίμου που αναφέρονται στα σημεία 31.α και 31.β του εν λόγω άρθρου 2, δεύτερο εδάφιο. |
|
84 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, με τη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από την αρχή της ίσης μεταχείρισης. |
|
85 |
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό. |
2. Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
|
86 |
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιλαμβάνει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, η Επιτροπή προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη καθόσον έκρινε ότι αφετηρία για τον καθορισμό της προθεσμίας κατά την οποία τα πρόστιμα αυτά καθίστανται απαιτητά μπορούσε να αποτελέσει μόνον η ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης της εν λόγω απόφασης. Το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο, στηρίζεται σε παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης. |
α) Επί του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
|
87 |
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς τη διαπίστωση στην οποία προέβη με τη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και σύμφωνα με την οποία η υποχρέωση καταβολής των προστίμων πρέπει να γίνει δεκτό ότι προκύπτει αποκλειστικά από το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι αφετηρία για τον καθορισμό της προθεσμίας κατά την οποία τα πρόστιμα αυτά κατέστησαν απαιτητά μπορούσε να αποτελέσει μόνον η ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης της εν λόγω απόφασης. |
|
88 |
Η GEA αντιτείνει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη. |
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
89 |
Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 42 της παρούσας απόφασης, η υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει το Γενικό Δικαστήριο επιβάλλει σε αυτό να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική που ακολούθησε, ούτως ώστε οι ενδιαφερόμενοι να λάβουν γνώση των λόγων για τους οποίους λήφθηκε η απόφαση αυτή και το Δικαστήριο να είναι σε θέση να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο. |
|
90 |
Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι η συλλογιστική που εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 122 έως 125 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης παρέχει τόσο στην Επιτροπή τη δυνατότητα να λάβει γνώση των λόγων για τους οποίους το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε πρωτοδίκως η GEA όσο και στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο. |
|
91 |
Πράγματι, από τις σκέψεις αυτές προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι, λόγω του ότι το αρχικό κείμενο του άρθρου 2, δεύτερο εδάφιο, σημεία 31 και 32, της απόφασης του 2009 αντικαταστάθηκε από το κείμενο του άρθρου 1 της προσβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, με τη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η υποχρέωση καταβολής των προστίμων προκύπτει αποκλειστικά από το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι αφετηρία για τον καθορισμό της προθεσμίας κατά την οποία τα πρόστιμα αυτά καθίστανται απαιτητά μπορούσε να αποτελέσει μόνον η ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης της εν λόγω απόφασης. |
|
92 |
Ως εκ τούτου, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. |
β) Επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
|
93 |
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, με τη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι αφετηρία για τον καθορισμό της προθεσμίας κατά την οποία τα πρόστιμα αυτά καθίστανται απαιτητά μπορούσε να αποτελέσει μόνον η ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης. |
|
94 |
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η ακύρωση της απόφασης του 2010 είχε ως αποτέλεσμα την αναβίωση όχι μόνον του άρθρου 2, δεύτερο εδάφιο, σημεία 31 και 32, της απόφασης του 2009, αλλά και της αρχικής ημερομηνίας που ορίστηκε με το άρθρο 2, τελευταίο εδάφιο, της απόφασης αυτής ως ημερομηνία κατά την οποία τα πρόστιμα καθίστανται απαιτητά. |
|
95 |
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μπορούσε κατά νόμο να τροποποιήσει το ποσό του επιβληθέντος προστίμου και την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη, χωρίς να χρειάζεται να καθορίσει κατ’ ανάγκην νέα ημερομηνία κατά την οποία θα καθίστατο απαιτητό το πρόστιμο αυτό. Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι, έστω και αν τροποποίησε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα τμήματα του διατακτικού της απόφασης του 2009 που καθόριζαν το ύψος του προστίμου και την αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη, δεν ήταν υποχρεωμένη να ορίσει ως ημερομηνία κατά την οποία θα καθίστατο απαιτητό το επιβληθέν πρόστιμο ημερομηνία μεταγενέστερη αυτής της κοινοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης. |
|
96 |
Κατά το εν λόγω θεσμικό όργανο, αν το Δικαστήριο επιβεβαιώσει ότι η Επιτροπή οφείλει να ορίζει ως ημερομηνία κατά την οποία καθίστανται απαιτητά τα πρόστιμα ημερομηνία μεταγενέστερη αυτής της κοινοποίησης ενδεχόμενης τροποποιητικής απόφασης, όπως είναι η προσβαλλόμενη απόφαση, τούτο θα έχει ως συνέπεια την απώλεια των δεδουλευμένων τόκων –επί του εναπομένοντος μέρους του προστίμου– από την αρχικώς ορισθείσα ημερομηνία κατά την οποία κατέστη απαιτητό το πρόστιμο αυτό, με αποτέλεσμα τον περιορισμό του περιθωρίου εκτίμησης της Επιτροπής και τη μείωση της αποτελεσματικότητας των προστίμων που αυτή επιβάλλει. |
|
97 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή φρονεί ότι, εν προκειμένω, προκειμένου να μην περιαγάγει την GEA σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με την ACW και τη CPA, είχε το δικαίωμα να ορίσει ως ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν απαιτητά τα πρόστιμα τη 10η Μαΐου 2010. |
|
98 |
Η GEA αντιτείνει ότι, μολονότι είναι αληθές ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία καθίστανται απαιτητά τα πρόστιμα και την ημερομηνία από την οποία αρχίζουν να τρέχουν οι τόκοι υπερημερίας, εντούτοις η εξουσία της δεν εκτείνεται μέχρι του σημείου η καθοριζόμενη από το θεσμικό αυτό όργανο ημερομηνία κατά την οποία καθίστανται απαιτητοί οι τόκοι υπερημερίας να προηγείται της ημερομηνίας καθορισμού των προστίμων. Ο καθορισμός ως ημερομηνίας κατά την οποία καθίσταται απαιτητό το πρόστιμο ημερομηνίας προγενέστερης της κοινοποίησης της απόφασης στην οποία στηρίζεται το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον σκοπό της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης. |
|
99 |
Συνεπώς, κατά την GEA, στο μέτρο που ως ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται απαιτητό το πρόστιμο δεν μπορεί να οριστεί ημερομηνία προγενέστερη της κοινοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης, οι τόκοι σχετικά με την καταβολή του προστίμου μπορούν να αρχίσουν να τρέχουν μόνον από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης αυτής, σύμφωνα με την αρχή ότι το παρεπόμενο ακολουθεί την τύχη του κυρίου. |
2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
100 |
Οι αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμα για παραβιάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης καθορίζουν, μεταξύ άλλων, το ύψος των επίμαχων προστίμων και τους τόκους υπερημερίας, καθώς και τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού της Επιτροπής στον οποίο οι οικείες επιχειρήσεις οφείλουν να καταβάλουν τα πρόστιμα αυτά. Οι αποφάσεις αυτές καθορίζουν επίσης την προθεσμία καταβολής των επιβαλλόμενων προστίμων. Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αναγκαστικής είσπραξης, η καταβολή πρέπει να πραγματοποιηθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής. |
|
101 |
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 299 ΣΛΕΕ, οι αποφάσεις της Επιτροπής που επιβάλλουν χρηματική υποχρέωση εις βάρος προσώπων, εκτός των κρατών, είναι τίτλοι εκτελεστοί. |
|
102 |
Επισημαίνεται επίσης ότι, δυνάμει του άρθρου 278 ΣΛΕΕ, οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τέτοιων αποφάσεων δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. |
|
103 |
Επομένως, οι αποφάσεις της Επιτροπής είναι εκτελεστές, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 299 ΣΛΕΕ, τα δε πρόστιμα που προβλέπουν είναι, κατ’ αρχήν, απαιτητά κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάσσεται με τις εν λόγω αποφάσεις. |
|
104 |
Υπό τις συνθήκες αυτές και λαμβανομένου υπόψη του σκοπού διασφάλισης της αποτελεσματικής τήρησης των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατ’ αρχήν, ο οφειλέτης πρέπει να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό πριν από την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται απαιτητή η καταβολή αυτή, και την οποία καθορίζει η Επιτροπή με την απόφασή της. |
|
105 |
Εν προκειμένω, η Επιτροπή προέβλεψε αρχικώς, στο άρθρο 2, τελευταίο εδάφιο, της απόφασης του 2009, ότι ως ημερομηνία κατά την οποία καθίστανται απαιτητά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα ορίζεται η ημερομηνία κατά την οποία λήγει προθεσμία τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης αυτής, τούτο δε για όλες τις αποδέκτριες της εν λόγω απόφασης επιχειρήσεις. |
|
106 |
Όπως προκύπτει από τη σκέψη 124 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η απόφαση του 2010, με την οποία η Επιτροπή αποφάσισε ότι έπρεπε να τροποποιηθεί η απόφαση του 2009 διότι, αφενός, το επιβληθέν στην ACW πρόστιμο υπερέβαινε το ανώτατο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών και, αφετέρου, το ποσό του προστίμου για το οποίο η ACW κρίθηκε αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνη με τις GEA και CPA έπρεπε να μειωθεί, ακυρώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 2015, GEA Group κατά Επιτροπής (T‑189/10, EU:T:2015:504), στο μέτρο που αφορούσε την GEA. Η ακύρωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αναβίωση του αρχικού κειμένου του άρθρου 2 της απόφασης του 2009, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 125 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. |
|
107 |
Ωστόσο, το κείμενο αυτό αντικαταστάθηκε εκ νέου από το κείμενο που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Το άρθρο 2 της προσβαλλόμενης απόφασης όρισε τη 10η Μαΐου 2010 ως νέα ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν απαιτητά τα πρόστιμα. |
|
108 |
Η ημερομηνία αυτή είναι, αφενός, προγενέστερη της ημερομηνίας παραλαβής της κοινοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης και, αφετέρου, μεταγενέστερη της ημερομηνίας που καθορίστηκε με την απόφαση του 2009 ως ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν απαιτητά τα πρόστιμα. Αντιστοιχεί δε στην ημερομηνία που ορίζεται σε έγγραφο της Επιτροπής της 9ης Φεβρουαρίου 2010, που συνοδεύει την απόφαση του 2010, ως ημερομηνία κατά την οποία καθίστανται απαιτητά τα πρόστιμα. |
|
109 |
Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή διαθέτει εξουσία που περιλαμβάνει την ευχέρειά της να ορίζει την ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται απαιτητό το πρόστιμο που επιβάλλει, καθώς και την ημερομηνία μετά την οποία οφείλονται τόκοι υπερημερίας, να καθορίζει το εφαρμοστέο επιτόκιο και τις λεπτομέρειες σχετικά με την εκτέλεση της απόφασής της, απαιτώντας, ενδεχομένως, τη σύσταση τραπεζικής εγγύησης καλύπτουσας το κεφάλαιο και τους τόκους του επιβληθέντος προστίμου. Ελλείψει τέτοιας εξουσίας, το πλεονέκτημα που θα ήταν δυνατόν να αντλούν οι επιχειρήσεις από την εκπρόθεσμη πληρωμή προστίμων θα είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των κυρώσεων που επιβάλλονται από την Επιτροπή στο πλαίσιο του καθήκοντος που υπέχει να μεριμνά για την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού της Ένωσης. |
|
110 |
Εν προκειμένω, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 62 των προτάσεών του, η τροποποίηση που επήλθε στο άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, σημεία 31 και 32, της απόφασης του 2009, αρχικώς με την απόφαση του 2010, η οποία ακυρώθηκε εντωμεταξύ, και στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφορούσε αποκλειστικά το ποσό του επιβληθέντος στην ACW προστίμου και τον νέο καθορισμό των σχέσεων αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης, όχι όμως την επιβολή του προστίμου αυτή καθεαυτήν, ούτε το συνολικό ύψος του. Επομένως, πρέπει να επισημανθεί ότι, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, νομική βάση της υποχρέωσης των GEA, ACW και CPA να καταβάλουν το πρόστιμο συνιστά το άρθρο 2 της απόφασης του 2009 και όχι το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης. |
|
111 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, με τη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι αφετηρία για τον καθορισμό της προθεσμίας κατά την οποία τα πρόστιμα καθίστανται απαιτητά μπορούσε να αποτελέσει μόνον η ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης της εν λόγω απόφασης. |
|
112 |
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό. |
|
113 |
Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί. |
Επί της αναπομπής της υποθέσεως στο Γενικό Δικαστήριο
|
114 |
Κατά το άρθρο 61, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, αν η αίτηση αναιρέσεως κριθεί βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει. |
|
115 |
Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να αποφανθεί οριστικά επί του συνόλου των λόγων που προβλήθηκαν πρωτοδίκως. |
|
116 |
Οι πτυχές της διαφοράς που θίγονται με τους λόγους αυτούς συνεπάγονται την εξέταση πραγματικών ζητημάτων βάσει στοιχείων τα οποία, αφενός, δεν εκτιμήθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το οποίο έκρινε, στη σκέψη 128 της απόφασης αυτής, ότι η εν λόγω εξέταση ήταν περιττή, καθόσον δέχθηκε τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως και το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η GEA, και, αφετέρου, δεν συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι η υπόθεση δεν είναι επί του παρόντος ώριμη προς εκδίκαση. |
|
117 |
Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
118 |
Δεδομένου ότι η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.