ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

PRIIT PIKAMÄE

της 2ας Ιουλίου 2020 ( 1 )

Υπόθεση C‑441/19

TQ

κατά

Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid

[αίτηση του rechtbank Den Haag, zittingsplaats ‘s-Hertogenbosch
(περιφερειακού δικαστηρίου Χάγης, μεταβατική έδρα ’s Hertogenbosch, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης – Οδηγία 2008/115/ΕΚ – Άρθρο 5, στοιχείο αʹ – Άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 4 – Άρθρο 8, παράγραφος 1 – Άρθρο 10 – Επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών – Απόφαση επιστροφής – Απομάκρυνση ασυνόδευτων ανηλίκων – Εξακρίβωση της υπάρξεως κατάλληλων δομών υποδοχής στο κράτος επιστροφής – Διάκριση ανάλογα με την ηλικία του ανηλίκου – Απόφαση επιστροφής η οποία δεν συνοδεύεται από μέτρα απομακρύνσεως – Συνέπειες»

I. Εισαγωγή

1.

Στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το rechtbank Den Haag, zittingsplaats ‘s-Hertogenbosch (περιφερειακό δικαστήριο Χάγης, μεταβατική έδρα ’s‑Hertogenbosch, Κάτω Χώρες) υποβάλλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 4, 21 και 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), του άρθρου 5, στοιχείο αʹ, του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 4, του άρθρου 8, παράγραφος 1, και του άρθρου 10 της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών ( 2 ), καθώς και του άρθρου 15 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας ( 3 ).

2.

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του TQ, παρανόμως διαμένοντος ασυνόδευτου ανηλίκου υπηκόου τρίτης χώρας, και του Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Υφυπουργού Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, Κάτω Χώρες, στο εξής: υφυπουργός) σχετικά με απόφαση επιστροφής εκδοθείσα σε βάρος του ανηλίκου αυτού. Με την αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης η διοικητική πρακτική που εφαρμόζεται τώρα στις Κάτω Χώρες σχετικά με τη μεταχείριση των ασυνόδευτων ανηλίκων που δεν έχουν δικαίωμα διεθνούς προστασίας.

3.

Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να διευκρινίσει την έκταση των υποχρεώσεων των κρατών μελών έναντι αυτής της κατηγορίας ευάλωτων ατόμων, και ειδικότερα την υποχρέωσή τους να διασφαλίζουν ότι κάθε ασυνόδευτος ανήλικος παραδίδεται σε μέλος της οικογένειάς του, σε ορισθέντα κηδεμόνα ή σε κατάλληλες δομές υποδοχής στο κράτος επιστροφής. Με την ευκαιρία αυτή, το Δικαστήριο καλείται να υπενθυμίσει τη σημασία του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου στο πλαίσιο της λήψεως διοικητικών αποφάσεων οι οποίες επηρεάζουν το καθεστώς διαμονής του. Το Δικαστήριο καλείται επίσης να μεριμνήσει ώστε να μη θιγεί, ιδίως σε περίοδο αισθητής αυξήσεως των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη, η αποτελεσματικότητα της πολιτικής που η Ένωση έχει καθιερώσει για την απομάκρυνση και τον επαναπατρισμό των παρανόμως διαμενόντων στο έδαφος των κρατών μελών υπηκόων τρίτων χωρών. Στο μέτρο που η αποτελεσματικότητα μιας άλλης σημαντικής πολιτικής της Ένωσης, δηλαδή της πολιτικής ασύλου, κρίνεται με γνώμονα την επιτυχία της προστασίας που παρέχεται στα άτομα που την έχουν περισσότερο ανάγκη, η ερμηνεία την οποία το Δικαστήριο θα δώσει όσον αφορά τις σχετικές διατάξεις θα πρέπει να παράσχει στην Ένωση και στα κράτη μέλη της τη δυνατότητα να διαθέσουν τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους που είναι απαραίτητοι για την κάλυψη των αναγκών των ατόμων αυτών.

II. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το δίκαιο της Ένωσης

1. Ο Χάρτης

4.

Το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη ορίζει τα εξής:

«Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.»

5.

Κατά το άρθρο 24 του Χάρτη:

«1.   Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους. Τα παιδιά μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους. Η γνώμη τους σχετικά με ζητήματα που τα αφορούν λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με την ηλικία και την ωριμότητά τους.

2.   Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.»

2. Η οδηγία 2008/115

6.

Η αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 2008/115 έχει ως εξής:

«Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (1989), τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν πρωτίστως υπόψη το “συμφέρον του παιδιού” κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν πρωτίστως υπόψη το σεβασμό της οικογενειακής ζωής κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.»

7.

Το άρθρο 1 της οδηγίας αυτής, το οποίο τιτλοφορείται «Αντικείμενο», ορίζει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα, ως γενικές αρχές του κοινοτικού και του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων προστασίας των προσφύγων και των υποχρεώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα.»

8.

Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει στην παράγραφό του 1 τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους παρανόμως διαμένοντες στο έδαφος κράτους μέλους υπηκόους τρίτης χώρας.»

9.

Το άρθρο 3, σημείο 9, της ίδιας οδηγίας περιλαμβάνει τον ακόλουθο ορισμό:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

9)

“ευάλωτα άτομα”: ανήλικοι, μη συνοδευόμενοι ανήλικοι, μειονεκτούντα άτομα, ηλικιωμένοι, έγκυοι, μόνοι γονείς που συνοδεύουν ανήλικα τέκνα και θύματα βασανιστηρίων, βιασμών ή άλλης σοβαρής μορφής ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας.»

10.

Το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115, το οποίο επιγράφεται «Μη επαναπροώθηση, βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, οικογενειακή ζωή και κατάσταση της υγείας», ορίζει:

«Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη:

α)

τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού,

β)

την οικογενειακή ζωή,

γ)

την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας,

και τηρούν την αρχή της μη επαναπροώθησης.»

11.

Το άρθρο 6 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απόφαση επιστροφής», ορίζει στις παραγράφους του 1 και 4 τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη εκδίδουν απόφαση επιστροφής για υπηκόους τρίτης χώρας που διαμένουν παράνομα στο έδαφός τους, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5.

[…]

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν, ανά πάσα στιγμή, να χορηγήσουν αυτόνομη άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα παραμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας, ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους, σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παράνομα στο έδαφός τους. Στην περίπτωση αυτή, δεν εκδίδεται απόφαση επιστροφής. Εφόσον η απόφαση επιστροφής έχει ήδη εκδοθεί, τότε αυτή ανακαλείται ή αναστέλλεται για τη διάρκεια ισχύος του τίτλου διαμονής ή άλλης άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής.»

12.

Το άρθρο 8 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απομάκρυνση», ορίζει στην παράγραφό του 1 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εκτελέσουν την απόφαση επιστροφής, εάν δεν έχει χορηγηθεί χρονικό διάστημα οικειοθελούς αναχώρησης σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4 ή εάν ο συγκεκριμένος υπήκοος δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση επιστροφής εντός της προθεσμίας οικειοθελούς αναχώρησης που έχει χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 7.»

13.

Το άρθρο 9 της ίδιας οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Αναβολή της απομάκρυνσης», ορίζει στην παράγραφό του 1 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη αναβάλλουν την απομάκρυνση:

[…]

β)

ενόσω παρέχεται ανασταλτικό αποτέλεσμα σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 2.»

14.

Το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/115, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επιστροφή και απομάκρυνση ασυνόδευτων ανηλίκων», ορίζει τα εξής:

«1.   Πριν αποφασισθεί η έκδοση απόφαση[ς] επιστροφής έναντι ασυνόδευτου ανηλίκου, παρέχεται βοήθεια από κατάλληλους φορείς άλλους από τις αρχές που διενεργούν την επιστροφή, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού.

2.   Πριν απομακρυνθεί ασυνόδευτος ανήλικος από το έδαφος κράτους μέλους, οι αρχές του κράτους μέλους αυτού εξακριβώνουν ότι ο ασυνόδευτος ανήλικος θα επιστραφεί σε μέλος της οικογένειάς του/της, ορισθέντα κηδεμόνα ή κατάλληλες εγκαταστάσεις υποδοχής στο κράτος επιστροφής.»

3. Η οδηγία 2011/95

15.

Το άρθρο 1 της οδηγίας 2011/95, το οποίο φέρει τον τίτλο «Σκοπός», έχει ως εξής:

«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση απαιτήσεων για την αναγνώριση υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας.»

16.

Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο τιτλοφορείται «Ορισμοί», ορίζει στο στοιχείο του στʹ τα εξής:

«στ)

[Ως] “πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία” [νοείται] ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως ορίζεται στο άρθρο 15, και στον οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2, και που δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας».

17.

Το άρθρο 15 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο αφορά τις προϋποθέσεις της επικουρικής προστασίας και τιτλοφορείται «Σοβαρή βλάβη», ορίζει τα εξής:

«Η σοβαρή βλάβη συνίσταται σε:

α)

θανατική ποινή ή εκτέλεση· ή

β)

βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του· ή

γ)

σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.»

4. Η οδηγία 2013/33/ΕΕ

18.

Η οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία ( 4 ), περιλαμβάνει διατάξεις στον τομέα του ασύλου.

19.

Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

[…]

δ)

“ανήλικος”: υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ηλικίας κάτω των 18 ετών·

ε)

“ασυνόδευτος ανήλικος”: ανήλικος που φτάνει στο έδαφος των κρατών μελών χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικο υπεύθυνο για αυτόν σύμφωνα με τον νόμο ή την πρακτική του οικείου κράτους μέλους και εφόσον κανένας ενήλικος δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλειά του. Ο ορισμός καλύπτει και τον ανήλικο που παύει να συνοδεύεται μετά την είσοδό του στο έδαφος των κρατών μελών·

[…]».

20.

Το άρθρο 24 της οδηγίας αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ασυνόδευτοι ανήλικοι», ορίζει στην παράγραφό του 3 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη αρχίζουν να αναζητούν τα μέλη της οικογένειας του ασυνόδευτου ανηλίκου, εν ανάγκη με τη βοήθεια διεθνών ή άλλων σχετικών οργανώσεων, το συντομότερο δυνατόν αφότου ασκηθεί αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, προστατεύοντας παράλληλα το μείζον συμφέρον του. […]»

Β.   Το ολλανδικό δίκαιο

21.

Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του wet tot algehele herziening van de Vreemdelingenwet (νόμου περί γενικής αναθεωρήσεως του νόμου περί αλλοδαπών), της 23ης Νοεμβρίου 2000 (Stb. 2000, αριθ. 495, στο εξής: νόμος του 2000 περί αλλοδαπών), ορίζει τα εξής:

«Ο υπουργός έχει τις εξής αρμοδιότητες:

a)

δέχεται, απορρίπτει ή θέτει χωρίς εξέταση στο αρχείο αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου·

[…]

e)

χορηγεί αυτεπαγγέλτως άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου ή παρατείνει τη διάρκεια της ισχύος της·

[…]».

22.

Το άρθρο 64 του νόμου αυτού ορίζει τα εξής:

«Η απομάκρυνση αναβάλλεται για όσο χρόνο η κατάσταση της υγείας του αλλοδαπού ή μέλους της οικογένειάς του δεν επιτρέπει το ταξίδι.»

23.

Το άρθρο 3.6a του Vreemdelingenbesluit 2000 (διατάγματος του 2000 περί αλλοδαπών) προβλέπει τα εξής:

«1   Σε περίπτωση απορρίψεως της πρώτης αιτήσεως για τη χορήγηση ορισμένου χρόνου άδειας διαμονής λόγω ασύλου, άδεια νόμιμης διαμονής μπορεί εντούτοις να χορηγηθεί αυτεπαγγέλτως για περιορισμένο χρονικό διάστημα:

a)

στον αλλοδαπό η απομάκρυνση του οποίου θα αντέβαινε προς το άρθρο 8 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών· ή

b)

βάσει περιορισμού σχετικού με προσωρινούς ανθρωπιστικούς λόγους, στον αλλοδαπό που είναι το θύμα-καταγγέλλων εμπορία ανθρώπων, το θύμα εμπορίας ανθρώπων ή ο μάρτυρας-καταγγέλλων εμπορία ανθρώπων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3.48, παράγραφος 1, στοιχείο a, b ή c.

[…]

4   Η άδεια διαμονής χορηγείται βάσει του πρώτου λόγου που έχει εφαρμογή μεταξύ των λόγων που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

[…]»

24.

Κατά την παράγραφο B8/6.2.1. της Vreemdelingencirculaire 2000 (εγκυκλίου του 2000 περί αλλοδαπών):

«Η άδεια νόμιμης διαμονής ορισμένου χρόνου μπορεί να χορηγηθεί αυτεπαγγέλτως, χωρίς περαιτέρω εξέταση, αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

ο αλλοδαπός είναι κάτω των 15 ετών κατά τον χρόνο υποβολής της πρώτης αιτήσεως διαμονής·

ο αλλοδαπός έχει προβεί σε αξιόπιστες δηλώσεις σχετικά με την ταυτότητά του, την ιθαγένειά του, τους γονείς του και άλλα μέλη της οικογένειάς του·

από τις δηλώσεις του αλλοδαπού προκύπτει ότι δεν υπάρχει μέλος της οικογένειάς του ούτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να του παράσχει κατάλληλη υποδοχή και πλησίον του οποίου θα ήταν δυνατή η επιστροφή του·

κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο αλλοδαπός δεν παρεμπόδισε την έρευνα σχετικά με τις δυνατότητες υποδοχής στη χώρα καταγωγής ή σε άλλη χώρα·

είναι εν γένει γνωστό ότι δεν είναι διαθέσιμη κατάλληλη υποδοχή και μπορεί να υποτεθεί ότι κατάλληλη υποδοχή δεν θα είναι διαθέσιμη στο εγγύς μέλλον στη χώρα καταγωγής ή σε άλλη χώρα στην οποία ο αλλοδαπός εύλογα θα μπορούσε να επιστρέψει. Σε μια τέτοια περίπτωση, τεκμαίρεται ότι η Dienst Terugkeer en Vertrek (υπηρεσία επιστροφής και αναχωρήσεως, Υπουργείο Δικαιοσύνης, Κάτω Χώρες) δεν θα είναι σε θέση να βρει κατάλληλη μορφή υποδοχής εντός της προθεσμίας των τριών ετών.»

III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

25.

Ο TQ δήλωσε ότι γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2002 στη Γουινέα.

26.

Κατά τα εκτιθέμενα στην αίτησή του για χορήγηση ασύλου, μετέβη από πολύ μικρή ηλικία στη Σιέρα Λεόνε προκειμένου να ζήσει εκεί με τη θεία του. Μετά τον θάνατο της θείας του, ο TQ ήρθε σε επαφή με άνδρα ερχόμενο από τη Νιγηρία, ο οποίος τον έφερε στην Ευρώπη. Στο Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες) υπήρξε θύμα εμπορίας ανθρώπων και σεξουαλικής εκμετάλλευσης, εξαιτίας των οποίων πάσχει σήμερα από σοβαρές ψυχικές διαταραχές.

27.

Ο TQ, ασυνόδευτος ανήλικος, υπέβαλε αίτηση χορηγήσεως άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου για αιτούντα άσυλο με βάση τον νόμο του 2000 περί αλλοδαπών.

28.

Με απόφαση της 23ης Μαρτίου 2018, ο υφυπουργός απέρριψε την αίτηση αυτή ως αβάσιμη, κρίνοντας αυτεπαγγέλτως ότι ο TQ δεν δικαιούται άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 1, του νόμου του 2000 περί αλλοδαπών, σε συνδυασμό με το άρθρο 3.6a του διατάγματος του 2000 περί αλλοδαπών. Η απόφαση αυτή επέτρεψε την προσωρινή αναβολή της απελάσεως του TQ, σύμφωνα με το άρθρο 64 του νόμου του 2000 περί αλλοδαπών, για μέγιστο χρονικό διάστημα έξι μηνών ή, σε περίπτωση αυτεπάγγελτης αποφάσεως, για μικρότερο χρονικό διάστημα εν αναμονή της εξετάσεως την οποία διενεργεί το Bureau Medische Advisering (υπηρεσία ιατρικών συμβούλων του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, Κάτω Χώρες) προκειμένου να εξακριβωθεί αν η κατάσταση της υγείας του TQ επέτρεπε την απομάκρυνσή του.

29.

Στις 16 Απριλίου 2018, ο TQ άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του rechtbank Den Haag, zittingsplaats ‘s-Hertogenbosch (περιφερειακού δικαστηρίου Χάγης, μεταβατική έδρα ’s‑Hertogenbosch), δηλαδή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

30.

Με απόφαση της 18ης Ιουνίου 2018, ο υφυπουργός δήλωσε ότι δεν χορηγήθηκε στον TQ αναβολή της απελάσεως για ιατρικούς λόγους και επέβαλε σε αυτόν υποχρέωση αναχωρήσεως εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων. Ο TQ άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, επί της οποίας ο υφυπουργός δεν είχε ακόμη αποφανθεί κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως περί παραπομπής.

31.

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ο νόμος του 2000 περί αλλοδαπών προβλέπει ότι, κατά την εξέταση της πρώτης αιτήσεως ασύλου, σε περίπτωση που ο αλλοδαπός δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στο καθεστώς πρόσφυγα ούτε στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν πρέπει να του χορηγηθεί κανονικός τίτλος διαμονής. Ο ίδιος νόμος ορίζει επίσης ότι η απόφαση με την οποία απορρίπτεται αίτηση ασύλου ισοδυναμεί με απόφαση επιστροφής.

32.

Για τους ασυνόδευτους ανηλίκους κάτω των 15 ετών, η εγκύκλιος του 2000 περί αλλοδαπών προβλέπει υποχρέωση διεξαγωγής έρευνας σχετικά με την ύπαρξη κατάλληλης υποδοχής σε χώρα επιστροφής. Αν δεν υφίσταται κατάλληλη υποδοχή, χορηγείται στον ασυνόδευτο ανήλικο κανονικός τίτλος διαμονής (πολιτική αποκαλούμενη «buitenschuld-beleid»).

33.

Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι ο TQ δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στο καθεστώς πρόσφυγα ούτε στο καθεστώς επικουρικής προστασίας. Όσον αφορά τον κανονικό τίτλο διαμονής, το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι ο TQ, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του για χορήγηση ασύλου, ήταν 15 ετών και τεσσάρων μηνών. Σε μια τέτοια περίπτωση, το ολλανδικό δίκαιο επιβάλλει νομική υποχρέωση εγκαταλείψεως του εδάφους των κρατών μελών χωρίς να βεβαιώνεται ότι στη χώρα καταγωγής ή σε άλλη χώρα εκτός της Ένωσης υπάρχει κατάλληλη υποδοχή.

34.

Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες σχετικά με την καταλληλότητα της εν λόγω διακρίσεως μεταξύ των ανηλίκων κάτω των 15 ετών και των ανηλίκων άνω των 15 ετών. Λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 3 της οδηγίας 2008/115, το οποίο χαρακτηρίζει τους ασυνόδευτους ανηλίκους ως «ευάλωτα άτομα», το εν λόγω δικαστήριο εκτιμά ότι η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης δεν μπορεί να ήταν να μην απαιτείται πλέον η παροχή συνδρομής λαμβανομένου δεόντως υπόψη του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού όταν εκδίδεται η απόφαση επιστροφής.

35.

Εν προκειμένω, ο TQ υποστηρίζει ότι δεν γνωρίζει ούτε πού κατοικούν οι γονείς του ούτε αν θα μπορούσε να τους αναγνωρίσει κατά την επιστροφή του. Δεν γνωρίζει κανένα άλλο μέλος της οικογένειάς του και δεν γνωρίζει ούτε καν αν υπάρχει άλλο μέλος της οικογένειάς του. Δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του διότι ούτε μεγάλωσε εκεί ούτε γνωρίζει κανέναν εκεί ούτε ομιλεί τη γλώσσα της χώρας αυτής. Ο TQ δήλωσε ότι θεωρεί ως οικογένειά του την ανάδοχη οικογένεια με την οποία ζει στις Κάτω Χώρες.

36.

Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, σε περίπτωση αποφάσεως περί απορρίψεως της αιτήσεως ασύλου, η διαμονή του αιτούντος στο έδαφος των Κάτω Χωρών είναι παράνομη. Η υπηρεσία επιστροφής και αναχωρήσεως, η οποία έχει την ευθύνη της επιστροφής των ατόμων που βρίσκονται στην κατάσταση αυτή, είχε τακτικές συναντήσεις με τον TQ προκειμένου να τον προετοιμάσει για την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του, πράγμα που ενέτεινε τις ψυχικές διαταραχές του τελευταίου.

37.

Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι, όσο δεν έχει διεξαχθεί έρευνα σχετικά με την ύπαρξη δομών υποδοχής, ο υφυπουργός δεν προβαίνει στην απομάκρυνση αιτούντος άσυλο αν αυτός είναι ανήλικος. Επομένως, φαίνεται ότι, στην πράξη, ο υφυπουργός περιμένει να συμπληρώσει ο αιτών άσυλο το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του και άρα να ενηλικιωθεί νομίμως, ούτως ώστε να μην απαιτείται πλέον η έρευνα του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115.

38.

Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο υφυπουργός δεν μπορεί να επιβάλει υποχρέωση επιστροφής, και συνεπώς να αποφασίσει ότι η παράταση της διαμονής είναι παράνομη, χωρίς στη συνέχεια να λάβει κανένα μέτρο απομακρύνσεως αλλά απλώς να περιμένει να ενηλικιωθεί ο αιτών.

39.

Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Κάτω Χώρες) ουδέποτε έχει απαντήσει στα νομικά ζητήματα τα οποία εγείρονται στην υπό κρίση υπόθεση ούτε έχει απευθύνει σχετικά αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο.

40.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το rechtbank Den Haag, zittingsplaats ‘s-Hertogenbosch (περιφερειακό δικαστήριο Χάγης, μεταβατική έδρα ’s‑Hertogenbosch), αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Πρέπει το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με τα άρθρα 4 και 24 του Χάρτη, την αιτιολογική σκέψη 22, το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/115 και το άρθρο 15 της οδηγίας 2011/95, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κράτος μέλος, πριν επιβάλει σε ασυνόδευτο ανήλικο υποχρέωση επιστροφής, πρέπει να εξακριβώσει, προβαίνοντας σε σχετικές έρευνες, ότι, εν πάση περιπτώσει, υπάρχει και είναι διαθέσιμη, κατ’ αρχήν, κατάλληλη υποδοχή στη χώρα καταγωγής;

2)

Πρέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κράτος μέλος δεν επιτρέπεται να κάνει διάκριση ανάλογα με την ηλικία κατά την αναγνώριση δικαιώματος νόμιμης διαμονής στο έδαφός του, όταν διαπιστώνεται ότι ασυνόδευτος ανήλικος δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στο καθεστώς πρόσφυγα ούτε στο καθεστώς επικουρικής προστασίας;

3)

α)

Πρέπει το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η υποχρέωση επιστροφής πρέπει να αναστέλλεται και επομένως να αναγνωρίζεται δικαίωμα νόμιμης διαμονής όταν ασυνόδευτος ανήλικος δεν συμμορφώνεται προς την υποχρέωση επιστροφής και το κράτος μέλος δεν προβαίνει ούτε προτίθεται να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες για την υλοποίηση της απομάκρυνσης;

β)

Πρέπει το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συντρέχει παραβίαση των αρχών της καλόπιστης συνεργασίας και της ενωσιακής πίστεως όταν εκδίδεται απόφαση επιστροφής εις βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου, χωρίς να ακολουθήσουν ενέργειες για την απομάκρυνσή του μέχρις ότου ο ασυνόδευτος ανήλικος συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών;»

IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

41.

Η από 12 Ιουνίου 2019 απόφαση περί παραπομπής περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυθημερόν.

42.

Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να εφαρμόσει στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την επείγουσα διαδικασία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 107, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

43.

Με απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιουνίου 2019, κατόπιν ακροάσεως του γενικού εισαγγελέα το αίτημα αυτό απορρίφθηκε.

44.

Ο TQ, η Ολλανδική και η Βελγική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις εντός της προθεσμίας του άρθρου 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

45.

Στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας της 17ης Μαρτίου 2020, το Δικαστήριο έθεσε στην Ολλανδική Κυβέρνηση ερωτήσεις για γραπτή απάντηση. Οι γραπτές παρατηρήσεις επί των ερωτήσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο του εν λόγω μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας κατατέθηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.

V. Νομική ανάλυση

Α.   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

46.

Το φαινόμενο των ασυνόδευτων ανηλίκων που φθάνουν στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης παρουσιάζει αυξητική τάση ( 5 ). Σημαντικός αριθμός ανηλίκων φθάνει ετησίως στο έδαφος των κρατών μελών χωρίς τους γονείς τους ή ορισθέντα κηδεμόνα, ζητώντας διεθνή προστασία ( 6 ). Λόγω της ευάλωτης θέσεώς τους, η οποία συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τη δικαιοπρακτική ανικανότητα, την απουσία προσώπων αναφοράς και την έλλειψη ωριμότητας και μέσων διαβιώσεως, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής εκ μέρους των αρμόδιων αρχών στα κράτη μέλη υποδοχής ( 7 ). Έχοντας επίγνωση της καταστάσεως αυτής, ο νομοθέτης της Ένωσης έχει εκδώσει διάφορες νομοθετικές πράξεις στους τομείς του ασύλου και της μεταναστεύσεως, οι οποίες περιέχουν διατάξεις που λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες της εν λόγω κατηγορίας ατόμων ( 8 ). Στις πράξεις αυτές προστίθενται διάφορες ερμηνευτικές πράξεις που έχουν εκδοθεί από την Επιτροπή καθώς και από εξειδικευμένους ευρωπαϊκούς οργανισμούς ( 9 ), οι οποίες επιδιώκουν να δώσουν στις εθνικές αρχές πρακτικές κατευθύνσεις όσον αφορά την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών νομικών πράξεων στο εκάστοτε πλαίσιο.

47.

Μολονότι η οδηγία 2008/115 έχει εφαρμογή σε όλους τους παρανόμως διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών –συμπεριλαμβανομένων των ασυνόδευτων ανηλίκων–, υπάρχουν νομικές διατάξεις οι οποίες επιβάλλουν στις εθνικές αρχές επιτακτικού χαρακτήρα υποχρεώσεις, όπως η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, κατά την οποία, «[π]ριν απομακρυνθεί ασυνόδευτος ανήλικος από το έδαφος κράτους μέλους, οι αρχές του κράτους μέλους αυτού εξακριβώνουν ότι ο ασυνόδευτος ανήλικος θα επιστραφεί σε μέλος της οικογένειάς του/της, ορισθέντα κηδεμόνα ή κατάλληλες εγκαταστάσεις υποδοχής στο κράτος επιστροφής». Λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα και της πολυπλοκότητας, από απόψεως πραγματικών περιστατικών, των υποθέσεων που αφορούν τα δικαιώματα των ανήλικων προσφύγων, μπορεί μερικές φορές να είναι δύσκολο για τις εθνικές αρχές να αποδείξουν ότι έχουν δεόντως εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης. Τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία σχετικά με την έκταση της ως άνω επιβαλλόμενης από το δίκαιο της Ένωσης υποχρεώσεως ενδέχεται να οδηγήσει στην καθιέρωση, σε εθνικό επίπεδο, διοικητικής πρακτικής ασύμβατης με το δίκαιο της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, στο Δικαστήριο εναπόκειται να αποσαφηνίσει το περιεχόμενο της εν λόγω υποχρεώσεως ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να παράσχει στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα να διορθώσουν τη διοικητική πρακτική τους.

48.

Θεωρώ ότι, εν προκειμένω, το Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια τέτοια περίπτωση, καθόσον το αιτούν δικαστήριο θέτει διάφορα βασικά ζητήματα σχετικά με την υποχρέωση την οποία επιβάλλει το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115. Δεν αποκρύπτει τις αμφιβολίες του σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι ολλανδικές αρχές εκπληρώνουν την υποχρέωση αυτή, και για τον λόγο αυτόν ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την εν λόγω διάταξη. Όπως επισημάνθηκε ήδη στην εισαγωγή των παρουσών προτάσεων, με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει σε ποιο στάδιο της διαδικασίας ενώπιον των εθνικών αρχών είναι αναγκαία η διεξαγωγή ερευνών προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη κατάλληλων συνθηκών υποδοχής στο κράτος επιστροφής. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν κράτος μέλος μπορεί να διακρίνει ανάλογα με την ηλικία, περιορίζοντας την υποχρέωση διεξαγωγής των εν λόγω ερευνών μόνο στις περιπτώσεις των ανηλίκων κάτω των 15 ετών. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της συμβατότητας και επί των εννόμων συνεπειών εθνικής διοικητικής πρακτικής στο πλαίσιο της οποίας φαίνεται να μην λαμβάνονται συγκεκριμένα μέτρα απομακρύνσεως σε βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου παρά το γεγονός ότι έχει εκδοθεί για αυτόν απόφαση επιστροφής. Θα εξετάσω τα ερωτήματα αυτά κατά τη σειρά με την οποία τέθηκαν από το αιτούν δικαστήριο.

Β.   Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

49.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν κράτος μέλος, πριν επιβάλει υποχρέωση επιστροφής σε βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου, οφείλει να εξακριβώσει ότι η χώρα καταγωγής παρέχει κατ’ αρχήν κατάλληλη υποδοχή.

50.

Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/115 πρέπει να εξεταστεί με βάση τις ερμηνευτικές μεθόδους που αναγνωρίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου, και ειδικά τη γραμματική, τη συστηματική και την τελολογική ερμηνεία ( 10 ).

51.

Ευθύς εξαρχής, επισημαίνω ότι, βάσει μιας απλώς και μόνον γραμματικής και μεμονωμένης ερμηνείας του άρθρου 10 της οδηγίας 2008/115, θα μπορούσε κατ’ αρχήν να γίνει δεκτό ότι η επιβαλλόμενη από την εν λόγω οδηγία υποχρέωση των αρχών του κράτους μέλους να βεβαιώνονται ότι ο ασυνόδευτος ανήλικος «θα επιστραφεί σε μέλος της οικογένειάς του/της, ορισθέντα κηδεμόνα ή κατάλληλες εγκαταστάσεις στο κράτος επιστροφής» έχει εφαρμογή μόνον όταν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση επιστροφής και οι εθνικές αρχές προβαίνουν στην απομάκρυνση του ανηλίκου.

52.

Ειδικότερα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/115 διακρίνει δύο διαφορετικές κατηγορίες υποχρεώσεων, που είναι εφαρμοστέες στα διάφορα στάδια της διαδικασίας, δηλαδή στο στάδιο της εκδόσεως της αποφάσεως επιστροφής και στο στάδιο της απομακρύνσεως, κάθε ένα εκ των οποίων ρυθμίζεται, αντιστοίχως, στις παραγράφους 1 και 2. Βάσει της ερμηνείας αυτής, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η υποχρέωση των εθνικών αρχών να βεβαιώνονται ότι το κράτος επιστροφής παρέχει κατάλληλη υποδοχή μνημονεύεται μόνο στην παράγραφο 2, διάταξη η οποία αφορά μόνο το στάδιο της απομακρύνσεως.

53.

Εντούτοις, είμαι πεπεισμένος ότι η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 10 της οδηγίας 2008/115 είναι εσφαλμένη, διότι δεν λαμβάνει υπόψη άλλα απαραίτητα ερμηνευτικά στοιχεία, τα οποία θα εκθέσω αμέσως πιο κάτω στο πλαίσιο της αναλύσεώς μου.

54.

Από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 προκύπτει σαφώς ότι η προαναφερθείσα υποχρέωση γεννάται πριν απομακρυνθεί ο ανήλικος, πράγμα από το οποίο συνάγεται ότι το κράτος μέλος οφείλει, κατά περίπτωση, να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή σε προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας ή ακόμη και στο χρονικό σημείο στο οποίο καλείται να αποφασίσει αν πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του ανηλίκου. Με άλλα λόγια, από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής ουδόλως δύναται να συναχθεί ότι αρκεί οι εθνικές αρχές να εξακριβώσουν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας απομακρύνσεως ότι υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες υποδοχής στο κράτος επιστροφής.

55.

Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί, κατά τη γνώμη μου, η ίδια η λογική, δεδομένου μάλιστα ότι δεν υπάρχει προφανής λόγος ώστε το κράτος μέλος να μπορεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως επιστροφής να αγνοήσει μια τόσο σημαντική πραγματική πτυχή όπως η έλλειψη κατάλληλης υποδοχής στη χώρα καταγωγής, μεταθέτοντας το καθήκον της σχετικής έρευνας στο τελευταίο στάδιο της διαδικασίας. Η έκδοση αποφάσεως επιστροφής μολονότι είναι γνωστό ότι δεν υπάρχει κατάλληλη υποδοχή στη χώρα καταγωγής θα ισοδυναμούσε με έκδοση αποφάσεως για την οποία είναι εξαρχής γνωστό ότι αυτή δεν θα μπορέσει να εφαρμοστεί αμέσως μετά, κατά παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, και ειδικότερα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται υπέρ κάθε ατόμου το οποίο αποτελεί αντικείμενο διαδικασίας απομακρύνσεως και επαναπατρισμού.

56.

Τούτου λεχθέντος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η διάταξη του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 αποσκοπεί στην προστασία του ασυνόδευτου ανηλίκου, εφόσον αποτρέπει την έκθεση του τελευταίου σε αβέβαιη τύχη στη χώρα καταγωγής του. Η ανάγκη προστασίας του ασυνόδευτου ανηλίκου, κατά προτίμηση σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, προκύπτει από τον χαρακτηρισμό του ανηλίκου αυτού ως «ευάλωτου ατόμου», ο οποίος περιλαμβάνεται ρητώς στο άρθρο 3, σημείο 9, της οδηγίας 2008/115 και τον οποίο μνημόνευσα στις προκαταρκτικές παρατηρήσεις μου ( 11 ).

57.

Η υποχρέωση προστασίας την οποία έχουν τα κράτη μέλη έχει ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ανήλικος, αφότου υπέβαλε ανεπιτυχώς αίτηση ασύλου, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση στη χώρα καταγωγής του, κατά την έννοια του άρθρου 15 της οδηγίας 2011/95. Υπενθυμίζω ότι διάφορες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του ασύλου και της μεταναστεύσεως αποτυπώνουν τη δέσμευση τηρήσεως της αρχής της μη επαναπροωθήσεως, όπως για να αναφέρω μόνο μερικές από αυτές, το άρθρο 19, παράγραφος 2, του Χάρτη, το άρθρο 78, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115.

58.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά την αιτιολογική της σκέψη 2, η οδηγία 2008/115 αποσκοπεί στην καθιέρωση μιας αποτελεσματικής πολιτικής απομακρύνσεως και επαναπατρισμού με βάση κοινούς κανόνες, «ώστε οι ενδιαφερόμενοι να επιστρέφουν με ανθρώπινους όρους και με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειάς τους» ( 12 ). Ο σκοπός αυτός επαναλαμβάνεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 2008/115, στο μέτρο που η διάταξη αυτή ορίζει ότι οι κοινοί κανόνες και διαδικασίες που θεσπίζει η οδηγία αυτή πρέπει να εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών «σύμφωνα με τα θεμελιώδη δικαιώματα [όπως αυτά αναγνωρίζονται στο δίκαιο της Ένωσης] και [σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο], συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων προστασίας των προσφύγων και των υποχρεώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα» ( 13 ).

59.

Κατ’ εμέ, είναι προφανές ότι δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/115 χωρίς να ληφθούν υπόψη άλλες εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις που αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων του ασυνόδευτου ανηλίκου, όπως η διάταξη του άρθρου 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/115. Η διάταξη αυτή, η οποία ανήκει στο κεφάλαιο I της οδηγίας 2008/115, το οποίο περιέχει «γενικές διατάξεις» που έχουν εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις, ορίζει ότι, κατά την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού ( 14 ). Όπως θα εξηγήσω διεξοδικότερα στις παρούσες προτάσεις ( 15 ), ο καθορισμός του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού βασίζεται σε εξατομικευμένη εκτίμηση στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες σχετικοί με την κατάσταση του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών υποδοχής που επικρατούν στη χώρα επιστροφής.

60.

Το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/115 μεταφέρει στον τομέα του μεταναστευτικού δικαίου της Ένωσης την υποχρέωση που καθιερώνεται στο άρθρο 24 του Χάρτη, η οποία συνίσταται στην παροχή της προστασίας και της φροντίδας που απαιτούνται για την καλή διαβίωση των παιδιών ( 16 ), καθώς και στη μέριμνα να δίνεται πρωταρχική σημασία στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε αυτές επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς. Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 3, ΣΕΕ, η Ένωση προάγει την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού. Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας την οποία το δίκαιο της Ένωσης προδήλως δίνει στην προστασία του παιδιού, κατοχυρώνοντάς την μάλιστα στο πρωτογενές δίκαιο, το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/115 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των προαναφερθεισών διατάξεων υπέρτερης ισχύος.

61.

Σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της Διεθνούς Συμβάσεως για τα δικαιώματα του παιδιού ( 17 ), η οποία άλλωστε έχει κυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης, προβλέπει ότι, «[σ]ε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, είτε αυτές λαμβάνονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς κοινωνικής προστασίας, είτε από τα δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νομοθετικά όργανα, πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού» ( 18 ). Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, της εν λόγω Συμβάσεως, «θα πρέπει […] να δίνεται στο παιδί η δυνατότητα να ακούγεται σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που το αφορά» ( 19 ), πράγμα που περιλαμβάνει οποιαδήποτε διαδικασία επιστροφής ασυνόδευτου ανηλίκου. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι η ίδια η Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση αυτή, το δίκαιό της αντικατοπτρίζει πιστά τις διατάξεις της εν λόγω Συμβάσεως ( 20 ), με αποτέλεσμα τα κράτη μέλη να μπορούν να τηρούν τις αναληφθείσες δεσμεύσεις τους όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης και, πράγμα ιδιαιτέρως σημαντικό για την υπό κρίση υπόθεση, την οδηγία 2008/115, την οποία το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει.

62.

Η σημασία της προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού στον τομέα της μεταναστεύσεως αναγνωρίζεται επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου ( 21 ). Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο στην απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου ( 22 ), η οποία αφορούσε την ερμηνεία της οδηγίας 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης ( 23 ), τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε «να λαμβάνουν δεόντως υπόψη το μείζον συμφέρον του ανήλικου τέκνου» κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Η υπόμνηση ότι ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων επιβάλλεται ακόμη και όταν το δίκαιο της Ένωσης παρέχει στα κράτη μέλη ορισμένη εξουσία εκτιμήσεως είναι κατ’ εμέ κρίσιμη στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι επίσης η οδηγία 2008/115 επιτρέπει τη λήψη των μέτρων μεταφοράς της διά της νομοθετικής και της διοικητικής οδού χωρίς να εξειδικεύει λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη οφείλουν να εκπληρώσουν την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.

63.

Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας την οποία το δίκαιο της Ένωσης δίνει στην προστασία του ασυνόδευτου ανηλίκου, θεωρώ ότι είναι αδιανόητο ο νομοθέτης να είχε την πρόθεση να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να εξακριβώνουν μόνον κατά το στάδιο της απομακρύνσεως αν υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες υποδοχής στο κράτος επιστροφής. Προκειμένου να διασφαλίζεται αποτελεσματικά η προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, θεωρώ ότι η εξακρίβωση αυτή είναι απαραίτητο να πραγματοποιείται σε κάθε κρίσιμο στάδιο της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένου του χρονικού σημείου στο οποίο εξετάζεται η έκδοση αποφάσεως επιστροφής.

64.

Η διάταξη του άρθρου 24, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/33 θεωρώ ότι επιβεβαιώνει την ερμηνεία αυτή, στο μέτρο που ορίζει ότι «[τ]α κράτη μέλη αρχίζουν να αναζητούν τα μέλη της οικογένειας του ασυνόδευτου ανηλίκου, εν ανάγκη με τη βοήθεια διεθνών ή άλλων σχετικών οργανώσεων, το συντομότερο δυνατόν αφότου ασκηθεί αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, προστατεύοντας παράλληλα το μείζον συμφέρον του» ( 24 ). Κατά τη γνώμη μου, τα κύρια συμπεράσματα που μπορούν να συναχθούν από την ανάλυση της διατάξεως αυτής είναι τα ακόλουθα.

65.

Πρώτον, το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου υπηρετείται καλύτερα όταν διασφαλίζεται η οικογενειακή ενότητα ( 25 ), όπως προκύπτει εξάλλου από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, το οποίο ρητώς μνημονεύει τη δυνατότητα επιστροφής σε «μέλος της οικογένειας». Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται επίσης από τις εκτιμήσεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, όπου το Δικαστήριο υπογράμμισε τη σημασία της οικογενειακής επανενώσεως για το παιδί μετανάστη, για τον λόγο ότι αυτή παρέχει στο παιδί μετανάστη τη δυνατότητα να έχει «οικογενειακό βίο» ( 26 ). Το Δικαστήριο στηρίχθηκε συναφώς στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής κατά την έννοια του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ) ( 27 ). Χάριν πληρότητας, θα ήθελα να συμπληρώσω τις εκτιμήσεις του Δικαστηρίου παραπέμποντας στην απόφαση Mubilanzila Mayeka και Kaniki Mitunga κατά Βελγίου ( 28 ), η οποία εκδόθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου λίγους μήνες μετά την απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και στην οποία το δικαστήριο αυτό διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής, για τον λόγο ότι το Βασίλειο το Βελγίου δεν είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει την επανένωση ανηλίκου με την οικογένειά του στη χώρα καταγωγής του, πράγμα που, κατ’ εμέ, έχει ιδιαίτερη σημασία στην υπό εξέταση υπόθεση. Τέλος, όσον αφορά την απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να αναφερθεί στο άρθρο 7 του Χάρτη, μολονότι μη δεσμευτικό την εποχή εκείνη, στο οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα κάθε προσώπου στον σεβασμό της οικογενειακής ζωής του ( 29 ).

66.

Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ασυνόδευτος ανήλικος δεν έχει οικογένεια ή δεν μπορεί να βρεθεί κανένα μέλος της οικογένειάς του στη χώρα καταγωγής του, το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 προβλέπει εναλλακτικές λύσεις, δηλαδή την παράδοση σε «ορισθέντα κηδεμόνα» ή σε «κατάλληλες εγκαταστάσεις υποδοχής». Είναι προφανές ότι οι εναλλακτικές αυτές λύσεις αποσκοπούν, σε τελική ανάλυση, στη διασφάλιση της προστασίας του ασυνόδευτου ανηλίκου, αντισταθμίζοντας την τυχόν έλλειψη οικογενειακών δεσμών. Εκπρόσωποι που ορίζονται ειδικά κατά τον νόμο και εξειδικευμένοι κοινωνικοί φορείς αναλαμβάνουν την ευθύνη να μεριμνούν για την καλή διαβίωση του παιδιού, πράγμα το οποίο εν γένει επαφίεται στην οικογένεια.

67.

Δεύτερον, επισημαίνεται ότι οι εθνικές αρχές οφείλουν να παρέμβουν ήδη στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας ασύλου, δηλαδή κατά τον χρόνο «υποβολής αιτήσεως διεθνούς προστασίας», πράγμα που έχει ως λογική συνέπεια ότι, σχεδόν ταυτόχρονα, γεννάται η υποχρέωσή τους να εξακριβώσουν ότι υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες υποδοχής στο κράτος επιστροφής.

68.

Η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει διάφορα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ ερμηνείας η οποία προκρίνει την κατά το δυνατόν νωρίτερη εκτίμηση των κατάλληλων συνθηκών υποδοχής στη χώρα καταγωγής βάσει αντίστοιχων ερευνών. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση Boudjlida ( 30 ), ο παρανόμως διαμένων υπήκοος τρίτης χώρας έχει «το δικαίωμα […] να εκφράσει, πριν από την έκδοση αποφάσεως επιστροφής που τον αφορά, την άποψή του σχετικά με […] την τυχόν εφαρμογή των άρθρων 5 και 6, παράγραφοι 2 έως 5, της [οδηγίας 2008/115], καθώς και τις λεπτομέρειες του τρόπου επιστροφής του» ( 31 ). Κατά το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη, όταν εφαρμόζουν την οδηγία 2008/115, οφείλουν να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και την οικογενειακή ζωή ( 32 ), πράγμα το οποίο, λαμβανομένου υπόψη του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας αυτής, περιλαμβάνει επίσης τα στάδια που προηγούνται της απομακρύνσεως, συμπεριλαμβανομένης της εκδόσεως αποφάσεως επιστροφής. Επομένως, «όταν η αρμόδια εθνική αρχή προτίθεται να εκδώσει απόφαση επιστροφής, οφείλει υποχρεωτικά να τηρεί τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 και να ακούει ως προς το ζήτημα αυτό την άποψη του ενδιαφερομένου» ( 33 ). Συναφώς, «στον ενδιαφερόμενο εναπόκειται να συνεργαστεί με την αρμόδια εθνική αρχή κατά την ακρόασή του ώστε να της παράσχει όλες τις κρίσιμες πληροφορίες σχετικά με την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση και, ειδικότερα, τις πληροφορίες που μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη έκδοση αποφάσεως επιστροφής» ( 34 ). Από την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι εκτιμήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού ενδέχεται να οδηγήσουν «[σ]τη μη έκδοση αποφάσεως επιστροφής» εκ μέρους της εθνικής αρχής ( 35 ). Συνεπώς, το Δικαστήριο φαίνεται να έχει ως προκείμενη ότι η εκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού πρέπει να λαμβάνει χώρα πριν από την ίδια την έκδοση αποφάσεως επιστροφής. Η ύπαρξη κατάλληλων συνθηκών υποδοχής στη χώρα καταγωγής, εφόσον επηρεάζει αποφασιστικά την εκτίμηση αυτή, πρέπει να θεωρηθεί ως ένας εκ των παραγόντων οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τις εθνικές αρχές κατά τον χρόνο στον οποίο αποφασίζουν αν πρέπει να διατάξουν την επιστροφή του ανηλίκου.

69.

Τούτου λεχθέντος, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/115 συνεπάγεται ότι οι εθνικές αρχές, όταν λαμβάνουν απόφαση σχετικά με την επιστροφή, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη σειρά παραγόντων ( 36 ), όπως η ηλικία του ανηλίκου, η ιδιαίτερα ευάλωτη θέση του, τόσο ως ασυνόδευτου ανηλίκου όσο και ως θύματος εμπορίας ανθρώπων, η τοποθέτησή του σε ανάδοχη οικογένεια κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως επιστροφής, το κοινωνικό περιβάλλον του και η κατάσταση της διανοητικής υγείας του, η τυχόν παρουσία μελών της οικογένειάς του στη χώρα επιστροφής και, γενικότερα, η ύπαρξη διαθέσιμων δομών υποδοχής στη χώρα επιστροφής ( 37 ). Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να εκτιμούν τους παράγοντες αυτούς όπως αυτοί έχουν κατά τον χρόνο κατά τον οποίο οι ίδιες σχεδιάζουν να εκδώσουν απόφαση επιστροφής. Μόνον συνολική εκτίμηση βάσει των παραγόντων αυτών καθιστά δυνατό τον καθορισμό του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και τη λήψη αποφάσεως σύμφωνης με τις επιταγές της οδηγίας 2008/115.

70.

Φρονώ ότι ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 κατά την οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προβαίνουν στην ως άνω εκτίμηση σε κάθε κρίσιμο στάδιο της διαδικασίας, και όχι μόνο κατά τον χρόνο υλοποιήσεως της απομακρύνσεως, ανταποκρίνεται καλύτερα στο βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, κατά μείζονα λόγο διότι το συμφέρον αυτό ενδέχεται να ποικίλλει αναλόγως των περιστάσεων ( 38 ). Για παράδειγμα, επισημαίνω ότι έρευνα που διεξάγεται πριν από την έκδοση αποφάσεως σχετικά με ενδεχόμενο δικαίωμα διαμονής, και από την οποία προκύπτει η ύπαρξη κατάλληλων συνθηκών για την επιστροφή, δικαιολογεί κατά κανόνα την έκδοση αποφάσεως επιστροφής. Ωστόσο, οι συνθήκες αυτές μπορεί να μεταβληθούν σημαντικά, και μάλιστα δυσμενώς, με την πάροδο του χρόνου, εμποδίζοντας την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο επιδεινώσεως των συνθηκών υποδοχής, είναι ουσιώδες η διαδικασία να είναι αρκούντως ευέλικτη, ώστε να παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να προβαίνουν στην αναγκαία εξακρίβωση στα κρίσιμα χρονικά σημεία. Τούτου λεχθέντος, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή στο γεγονός ότι το ίδιο το Δικαστήριο, στην απόφαση Gnandi ( 39 ), υπενθύμισε ότι «τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να επικαλούνται οποιαδήποτε μεταβολή των περιστάσεων η οποία επήλθε κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως […] περί επιστροφής και δύναται να έχει ουσιώδη σημασία για την εκτίμηση της καταστάσεως του ενδιαφερομένου βάσει της οδηγίας 2008/115, ιδίως δε του άρθρου της 5» ( 40 ). Από την απόφαση αυτή συνάγω ότι το Δικαστήριο έχει επίγνωση ότι μόνον η ευέλικτη διαχείριση της διαδικασίας, η οποία καθιστά δυνατή την πραγματοποίηση εξακριβώσεων σε κάθε κρίσιμο στάδιο, εγγυάται ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού λαμβάνεται δεόντως υπόψη.

71.

Σε περίπτωση δυσμενούς μεταβολής των περιστάσεων, θεωρώ εύλογο να αναστέλλονται τα αποτελέσματα της αποφάσεως επιστροφής ή να αναβάλλεται η εκτέλεσή της, προκειμένου να αποτρέπεται η δημιουργία καταστάσεων ικανών να θίξουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του ασυνόδευτου ανηλίκου. Αντιστρόφως, η έλλειψη κατάλληλων συνθηκών για την επιστροφή του ανηλίκου ενδέχεται να επιβάλλει την μη λήψη αποφάσεως επιστροφής, τουλάχιστον για όσο χρόνο δεν έχουν ακόμη βρεθεί κατάλληλες δομές υποδοχής. Ωστόσο, και δεν αποκλείεται να υπάρξει τέτοια περίπτωση, αν το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου δικαιολογεί την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής και δεν υπάρχει εμπόδιο για την επιλογή αυτή, είναι αναγκαίο να απομακρυνθεί ο ανήλικος. Τα διάφορα ενδεχόμενα που μπορεί να ανακύψουν κατά τη διάρκεια διαδικασίας ασύλου θα εξεταστούν στο πλαίσιο της αναλύσεως του τρίτου ερωτήματος.

72.

Βάσει της προηγηθείσας αναλύσεως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής και υπό το πρίσμα του άρθρου 24 του Χάρτη, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι αρχές του κράτους μέλους, πριν επιβάλουν υποχρέωση επιστροφής σε ασυνόδευτο ανήλικο, οφείλουν να εξακριβώσουν ότι στο κράτος επιστροφής είναι διαθέσιμη κατάλληλη υποδοχή για τον εν λόγω ασυνόδευτο ανήλικο.

Γ.   Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

73.

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν κράτος μέλος δύναται να διακρίνει ανάλογα με την ηλικία του ασυνόδευτου ανηλίκου προκειμένου να του επιτρέψει τη διαμονή στο έδαφός του, όταν διαπιστώνεται ότι ο εν λόγω ανήλικος δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στο καθεστώς πρόσφυγα ούτε στο καθεστώς επικουρικής προστασίας.

74.

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ευθύς εξαρχής ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από τις επιταγές τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι το γράμμα διατάξεως του δικαίου αυτού η οποία δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει συνήθως να ερμηνεύεται, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο ( 41 ). Τούτου λεχθέντος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το ίδιο το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα του ασύλου και της μεταναστεύσεως παρέχει ορισμό της έννοιας «ανήλικος», πράγμα που κατ’ εμέ αποκλείει οποιαδήποτε παραπομπή στο εθνικό δίκαιο.

75.

Πράγματι, επισημαίνω ότι, κατά το άρθρο 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2013/33, ως ανήλικος ορίζεται κάθε υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής ηλικίας κάτω των 18 ετών. Συνεπώς, στην οδηγία 2013/33 δεν προβλέπεται διάκριση μεταξύ των ανηλίκων ανάλογα με την ηλικία. Το ίδιο ισχύει για την οδηγία 2008/115, την οποία το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει. Επιπλέον, παρατηρώ ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 21 της οδηγίας 2008/115, «[τ]α κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν την [εν λόγω] οδηγία χωρίς να εισάγουν διακρίσεις λόγω […] ηλικίας» ( 42 ). Η απαίτηση αυτή συγκεκριμενοποιεί, σε επίπεδο παράγωγου δικαίου, την απαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω ηλικίας την οποία προβλέπει το άρθρο 21 του Χάρτη, ο οποίος, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην απόφαση Kücükdeveci, αναφερόμενο στο άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες ( 43 ).

76.

Λαμβάνοντας υπόψη το αρκετά σαφές νομικό πλαίσιο, θεωρώ ότι διοικητική πρακτική που έχει ως αποτέλεσμα τη μεταχείριση ορισμένης κατηγορίας ανηλίκων, η οποία ορίζεται με βάση την ηλικία, κατά τρόπο λιγότερο ευνοϊκό σε σχέση με μια άλλη είναι αδιανόητο να θεωρηθεί σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης ( 44 ), εκτός αν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Η επίμαχη διοικητική πρακτική, και ιδίως ο τρόπος λειτουργίας της καθώς και οι δικαιολογητικοί λόγοι της, πρέπει να εξεταστούν βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία.

77.

Όσον αφορά την επίμαχη διοικητική πρακτική, επισημαίνω ότι η φερόμενη παράλειψη των εθνικών αρχών να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους για διεξαγωγή των αναγκαίων εξακριβώσεων σχετικά με την ύπαρξη κατάλληλης υποδοχής στη χώρα καταγωγής συνιστά λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση των ασυνόδευτων ανηλίκων 15 ετών και άνω, στο μέτρο που δεν καταβάλλεται καμία προσπάθεια προκειμένου οι εθνικές αρχές να εξακριβώσουν ότι οι ανήλικοι αυτοί θα μεγαλώσουν σε περιβάλλον που εγγυάται την ασφάλειά τους κατά την επιστροφή τους. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην προσωπική ανάπτυξη των εν λόγω ανηλίκων. Προκειμένου να γίνουν κατανοητές οι συνέπειες της παραλείψεως αυτής, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι εθνικές αρχές είναι επιφορτισμένες με ένα καθήκον το οποίο ο ασυνόδευτος ανήλικος, λόγω της ευάλωτης καταστάσεώς του, αδυνατεί να εκπληρώσει, όπως ορθώς επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο.

78.

Ο ασυνόδευτος ανήλικος κάτω των 15 ετών απολαύει της στηρίξεως των αρμόδιων αρχών για την αναζήτηση της οικογένειάς του ή τουλάχιστον κατάλληλων δομών υποδοχής, πράγμα που συμβάλλει στην ενσωμάτωσή του στη χώρα καταγωγής. Αντιθέτως, ο ανήλικος 15 ετών και άνω πρέπει να αναμένει ότι θα υποχρεωθεί να επιστρέψει χωρίς να έχει παρόμοια προοπτική. Ειδικότερα, ακόμη και αν η επίμαχη διοικητική πρακτική δεν προβλέπει την άμεση επιστροφή του ατόμου, στο μέτρο που η διαμονή του τελευταίου στο έδαφος του κράτους μέλους γίνεται ανεκτή μέχρι την ενηλικίωσή του, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η κατάσταση του ανηλίκου αυτού θα είναι λιγότερο ευνοϊκή, δεδομένου ότι, κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής, δεν θα έχει πρόσωπο αναφοράς ή δομή υποδοχής ικανά να του παράσχουν πραγματική δυνατότητα ενσωματώσεως.

79.

Όσον αφορά τους λόγους που δικαιολογούν την ως άνω διαφορετική μεταχείριση, οφείλω να διαπιστώσω ότι, με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέσχε η Ολλανδική Κυβέρνηση, η διάκριση στηρίζεται στο γεγονός ότι η διαδικασία ασύλου στις Κάτω Χώρες διαρκεί συνήθως τρία έτη. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι στις Κάτω Χώρες θεσπίστηκε ειδικό καθεστώς διαμονής προκειμένου οι ανήλικοι να μην περιέρχονται επί τρία και πλέον έτη σε αβεβαιότητα ως προς την κατάσταση της διαμονής τους και να τους παρέχεται προοπτική για το μέλλον. Κατά το ειδικό αυτό καθεστώς, παρέχεται δικαίωμα νόμιμης διαμονής στον αιτούντα άσυλο ο οποίος, μετά την παρέλευση των τριών ετών, είναι ακόμη ανήλικος. Συνεπώς, μόνον τα παιδιά κάτω των 15 ετών μπορούν να ληφθούν υπόψη για το εν λόγω δικαίωμα διαμονής. Ακριβώς από αυτό απορρέει η προϋπόθεση ότι ο ανήλικος πρέπει να είναι κάτω των 15 ετών κατά τον χρόνο υποβολής της πρώτης αιτήσεως διαμονής.

80.

Όπως εξηγεί η Ολλανδική Κυβέρνηση, οι εθνικές αρχές εκτιμούν την κατάσταση του ανηλίκου υπό το πρίσμα αυτού του ειδικού καθεστώτος διαμονής, άπαξ αποφασιστεί ότι ο εν λόγω ανήλικος δεν δικαιούται άδεια διαμονής λόγω ασύλου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και τούτο λόγω του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, μπορεί ήδη σε αυτό το χρονικό σημείο να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορηγήσεως τίτλου διαμονής σε ασυνόδευτο ανήλικο, με αποτέλεσμα να αποτρέπεται η παράνομη διαμονή. Επομένως, στο χρονικό αυτό σημείο πρέπει να είναι ήδη σαφές ότι κατά τη διάρκεια περιόδου τριών ετών δεν θα μπορέσει να εκδοθεί απόφαση επιστροφής σε βάρος του ασυνόδευτου ανηλίκου. Όσον αφορά τους ασυνόδευτους ανηλίκους που είναι άνω των 15 ετών κατά τον χρόνο υποβολής της πρώτης αιτήσεως διαμονής, εξακολουθεί να έχει εφαρμογή το κοινό καθεστώς. Εντούτοις, κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορηγήσεως στους εν λόγω ανηλίκους άλλου καθεστώτος που τους παρέχει δικαίωμα διαμονής, το οποίο έχει εφαρμογή στους παρανόμως διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών που, χωρίς ευθύνη τους, δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τις Κάτω Χώρες.

81.

Συμμερίζομαι τις αμφιβολίες τις οποίες εκφράζει το αιτούν δικαστήριο ως προς τη συμβατότητα με την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 εθνικής διοικητικής πρακτικής η οποία στηρίζεται σε ένα απλό τεκμήριο σχετικό με τη φερόμενη μέγιστη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου για να διακρίνει λόγω ηλικίας μεταξύ των μελών ορισμένης ομάδας ατόμων, παρά το γεγονός ότι τα άτομα αυτά βρίσκονται όλα στην ίδια κατάσταση. Τα εν λόγω άτομα φαίνεται ότι τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως μολονότι δεν υφίσταται εύλογος λόγος για τη διάκριση αυτή πέραν της προθέσεως να απλουστευθεί το έργο των εθνικών αρχών. Πράγματι, φαίνεται ότι σκοπός της διακρίσεως αυτής είναι κατ’ ουσίαν να ρυθμιστεί με προβλέψιμο τρόπο το καθεστώς διαμονής των ασυνόδευτων ανηλίκων στο πλαίσιο του ολλανδικού δικαίου, με ευνοϊκότερη μεταχείριση όσων είναι κάτω των 15 ετών σε σχέση με τους μεγαλύτερους. Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, στους ανηλίκους κάτω των 15 ετών παρέχεται δικαίωμα διαμονής αν δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους ή αν δεν μπορούν να εγκαταλείψουν το έδαφος των Κάτω Χωρών. Οι ανήλικοι αυτοί αποκτούν δικαιώματα διαμονής κατά τη διάρκεια της ανηλικότητάς τους, δεν επιστρέφουν και δεν μπορούν να απελαθούν όταν η έρευνα που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 δεν διεξήχθη ή απέβη άκαρπη. Αντιθέτως, όσον αφορά τους ασυνόδευτους ανηλίκους άνω των 15 ετών, η επίμαχη διοικητική πρακτική μάλλον ενθαρρύνει τις εθνικές αρχές να παραιτούνται από τη διεξαγωγή των αναγκαίων ερευνών, επιτρέποντάς τους μάλιστα να απέχουν από την απομάκρυνση του ανηλίκου όσο αυτός δεν έχει ενηλικιωθεί. Θεωρώ ότι το όριο ηλικίας των 15 ετών καθορίστηκε εσκεμμένως από τις εθνικές αρχές ως υποτιθέμενο σαφές και αξιόπιστο κριτήριο προκειμένου να μπορούν να καθορίζουν με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ενεργούν σε κάθε ατομική περίπτωση.

82.

Πάντως, πέραν του γεγονότος ότι η προσέγγιση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στην οδηγία 2008/115, εκτιμώ ότι στο πλαίσιο της ορθής εφαρμογής της συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους, τους οποίους θα εξετάσω αμέσως πιο κάτω.

83.

Πρώτον, η προσέγγιση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της προστασίας την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν βάσει του διεθνούς δικαίου και του δικαίου της Ένωσης να παρέχουν στους ασυνόδευτους ανηλίκους. Οι εθνικές αρχές, στο μέτρο που χάριν αυξημένης διοικητικής προβλεψιμότητας απεμπολούν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, ενεργούν σε αντίθεση με τον στόχο που ορίζεται στις Συνθήκες και συνίσταται στη μέριμνα για την καλή διαβίωση του παιδιού. Αν οι εθνικές αρχές παραλείπουν να εξακριβώσουν οι ίδιες την ύπαρξη κατάλληλων συνθηκών υποδοχής στο κράτος επιστροφής, τούτο σημαίνει ότι τελικά μετακυλίουν τη σχετική ευθύνη στον ασυνόδευτο ανήλικο, αντιθέτως προς τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα διάταξη.

84.

Δεύτερον, η προσέγγιση αυτή υπονομεύει τον σκοπό καθιερώσεως «αποτελεσματικής πολιτικής απομάκρυνσης και επαναπατρισμού» με βάση κοινούς κανόνες, όπως εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις 2 και 4 της οδηγίας 2008/115. Η οδηγία αυτή, βάσει των άρθρων της 6 και 8, επιτάσσει στα κράτη μέλη να εκδίδουν απόφαση επιστροφής «για υπηκόους τρίτης χώρας που διαμένουν παράνομα στο έδαφός τους» και να λαμβάνουν «όλα τα αναγκαία μέτρα για να εκτελέσουν την απόφαση επιστροφής» ( 45 ). Όπως θα εξηγήσω διεξοδικότερα στο πλαίσιο της αναλύσεώς μου επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, εθνική πολιτική αυτοαποκαλούμενης «ανοχής» έναντι των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, η οποία στηρίζεται σε επιεική, αν όχι αδιάφορη, διοικητική πρακτική των εθνικών αρχών, ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει την εύρυθμη λειτουργία του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του ασύλου και της μεταναστεύσεως. Έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας «γκρίζας ζώνης» παρανομίας, επιτρέποντας την παρατεταμένη διαμονή ανήλικων μεταναστών στο έδαφος του κράτους μέλους παρά την ύπαρξη αποφάσεως επιστροφής. Θεωρώ ότι μια τέτοια προσέγγιση θίγει την ασφάλεια δικαίου και είναι αντίθετη προς τον σκοπό της οδηγίας 2008/115 ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση ότι το καθεστώς διαμονής των μεταναστών αποσαφηνίζεται το συντομότερο δυνατόν μέσω διοικητικής ή δικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 3, σημείο 4, της εν λόγω οδηγίας και, κατά περίπτωση, ότι οι εθνικές αρχές λαμβάνουν αμελλητί συγκεκριμένα μέτρα εκτελέσεως. Κατά συνέπεια, μια τέτοια προσέγγιση πρέπει να θεωρηθεί ασύμβατη με τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης, στο μέτρο που εμποδίζει την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας 2008/115.

85.

Επομένως, διοικητική πρακτική όπως η επίμαχη, η οποία επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση στους ασυνόδευτους ανηλίκους ανάλογα με την ηλικία τους, ιδίως όσον αφορά την υποχρέωση των εθνικών αρχών να εξακριβώσουν ότι η χώρα καταγωγής κατ’ αρχήν προσφέρει σε αυτούς κατάλληλη υποδοχή, δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Συνεπώς, συνιστά δυσμενή διάκριση απαγορευόμενη από το δίκαιο της Ένωσης.

86.

Λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που προεκτέθηκαν, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να διακρίνουν ανάλογα με την ηλικία του ασυνόδευτου ανηλίκου προκειμένου να του επιτρέψουν τη διαμονή στο έδαφός τους, όταν διαπιστώνεται ότι ο εν λόγω ανήλικος δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στο καθεστώς πρόσφυγα ούτε στο καθεστώς επικουρικής προστασίας.

Δ.   Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος

87.

Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα περιλαμβάνει δύο ερωτήματα, τα οποία θα εξετάσω χωριστά. Με το τρίτο ερώτημα, υπό αʹ, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν τα κράτη μέλη μπορούν να εκδώσουν απόφαση επιστροφής σε βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου χωρίς να λάβουν στη συνέχεια μέτρα απομακρύνσεως. Το τρίτο ερώτημα, υπό βʹ, αφορά το ζήτημα αν το κράτος μέλος που δεν λαμβάνει κανένα συγκεκριμένο μέτρο απομακρύνσεως οφείλει να αναστείλει την υποχρέωση επιστροφής και, ως εκ τούτου, να επιτρέψει τη διαμονή ασυνόδευτου ανηλίκου ο οποίος δεν συμμορφώνεται οικειοθελώς προς την υποχρέωση επιστροφής.

1. Τρίτο ερώτημα, υπό αʹ

88.

Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, υπό αʹ, πρέπει να υπομνησθεί ευθύς εξαρχής ότι ο σκοπός της οδηγίας 2008/115, όπως αυτός προκύπτει από τις αιτιολογικές της σκέψεις 2 και 4, είναι να καθιερώσει αποτελεσματική πολιτική απομακρύνσεως και επαναπατρισμού. Η οδηγία αυτή θεσπίζει, δυνάμει του άρθρου της 1, «κοινούς κανόνες και διαδικασίες» που κάθε κράτος μέλος πρέπει να εφαρμόζει για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών ( 46 ).

89.

Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 προβλέπει, κατά κύριο λόγο, υποχρέωση των κρατών μελών να εκδίδουν «απόφαση επιστροφής για υπηκόους τρίτης χώρας που διαμένουν παράνομα στο έδαφός τους» ( 47 ). Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «εφόσον διαπιστώνουν το παράνομο της διαμονής, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν, δυνάμει του άρθρου αυτού και υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 5 του ίδιου άρθρου, να εκδίδουν απόφαση περί επιστροφής» ( 48 ).

90.

Όπως απορρέει από το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας ( 49 ), το προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή δικαίωμα παραμονής παύει να υφίσταται με την έκδοση αποφάσεως σε πρώτο βαθμό περί απορρίψεως, από την υπεύθυνη αρχή, της αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Ελλείψει δικαιώματος ή τίτλου διαμονής έχοντος χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο βάσει άλλου νομικού ερείσματος, μεταξύ άλλων βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, και παρέχοντος στον αιτούντα του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε τη δυνατότητα να πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου, διαμονής ή παραμονής στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, η απορριπτική αυτή απόφαση έχει ως συνέπεια ότι, ήδη από τον χρόνο εκδόσεώς της, ο εν λόγω αιτών δεν πληροί πλέον τις εν λόγω προϋποθέσεις, οπότε η διαμονή του καθίσταται παράνομη ( 50 ).

91.

Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όταν έχει εκδοθεί απόφαση επιστροφής σε βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, αλλά ο τελευταίος δεν έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση επιστροφής, είτε εντός της προθεσμίας που χορηγήθηκε για οικειοθελή αναχώρηση είτε όταν δεν χορηγήθηκε καμία προθεσμία προς τούτο, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 επιβάλλει στα κράτη μέλη, «προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών επιστροφής», να «λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να προβούν στην απομάκρυνση» του ενδιαφερομένου, ήτοι, δυνάμει του άρθρου 3, σημείο 5, της εν λόγω οδηγίας, στην πραγματική μεταφορά του εκτός του εν λόγω κράτους μέλους ( 51 ).

92.

Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, τόσο από το «καθήκον πίστεως» που έχουν τα κράτη μέλη όσο και από τις «επιταγές αποτελεσματικότητας» που υπενθυμίζονται, μεταξύ άλλων, στην αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2008/115 προκύπτει ότι η υποχρέωση την οποία επιβάλλει το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής στα κράτη μέλη να προβαίνουν, στις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού περιπτώσεις, στην απομάκρυνση του εν λόγω υπηκόου πρέπει να εκπληρώνεται «το συντομότερο δυνατό» ( 52 ). Με βάση πιο πρόσφατη νομολογία, τα κράτη μέλη νομιμοποιούνται μάλιστα να προβούν σε «άμεση» απομάκρυνση εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις ( 53 ).

93.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι, με βάση το άρθρο 8, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν –ως έσχατη λύση– «αναγκαστικά μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης απομάκρυνσης» υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος ανθίσταται σε αυτήν ( 54 ), εφόσον τα μέτρα αυτά είναι αναλογικά και ο χρησιμοποιούμενος καταναγκασμός δεν υπερβαίνει τα εύλογα όρια ( 55 ).

94.

Τέλος, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει υπενθυμίσει στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν ρύθμιση ικανή να διακυβεύσει την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει μια οδηγία και, συνεπώς, να την καταστήσει άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας ( 56 ). Ακριβώς για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία 2008/115 απαγορεύει εθνική ρύθμιση ικανή να «εμποδίσει την εφαρμογή των κοινών κανόνων και διαδικασιών» που θεσπίζει η οδηγία αυτή, για παράδειγμα καθυστερώντας ή εμποδίζοντας με άλλον τρόπο την επιστροφή ( 57 ).

95.

Δεδομένου ότι το Δικαστήριο δίνει έμφαση στην υποχρέωση λήψεως όλων των αναγκαίων μέτρων για την εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής, υπενθυμίζοντας την επιταγή αποτελεσματικότητας καθώς και το καθήκον πίστεως, είναι προφανές, κατά τη γνώμη μου, ότι κράτος μέλος δεν μπορεί να αρκείται να περιμένει απλώς την ενηλικίωση του ανηλίκου προκειμένου να προβεί στην απομάκρυνση.

96.

Όπως ήδη εξήγησα με τις παρατηρήσεις μου σχετικά με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ( 58 ), εκτιμώ ότι διοικητική πρακτική στο πλαίσιο της οποίας κράτος μέλος αποφεύγει να εκπληρώσει την υποχρέωσή του να εξακριβώσει αν υπάρχει κατάλληλη υποδοχή στη χώρα καταγωγής του ασυνόδευτου ανηλίκου, επιλέγοντας αντιθέτως να ανεχθεί την παράνομη διαμονή του ανηλίκου έως ότου αυτός ενηλικιωθεί, παρά την ύπαρξη αποφάσεως επιστροφής, έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας γκρίζας ζώνης παρανομίας, τουλάχιστον για παρατεταμένο χρονικό διάστημα. Κατά την άποψή μου, αυτή η προσέγγιση θίγει την ασφάλεια δικαίου και είναι ασύμβατη με τον σκοπό της οδηγίας 2008/115, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση ότι το καθεστώς διαμονής των μεταναστών αποσαφηνίζεται το συντομότερο δυνατόν με διοικητική ή δικαστική απόφαση κατά το άρθρο 3, σημείο 4, της εν λόγω οδηγίας και, κατά περίπτωση, ότι οι εθνικές αρχές λαμβάνουν μέτρα εκτελέσεως το συντομότερο δυνατόν.

97.

Τούτου λεχθέντος, θεωρώ ότι παρά ταύτα μπορεί να υπάρξουν περιστάσεις που δικαιολογούν την αναστολή ή τουλάχιστον την αναβολή της εκτελέσεως της αποφάσεως επιστροφής, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, με βάση το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/115, να «λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του [ανηλίκου]» κατά την εφαρμογή της οδηγίας αυτής. Ωστόσο, αναστολή ή αναβολή της εκτελέσεως της αποφάσεως επιστροφής δικαιολογείται, κατά την άποψή μου, μόνον αν η κατάσταση στο κράτος επιστροφής μεταβλήθηκε μετά την έκδοση της αποφάσεως επιστροφής, με αποτέλεσμα το κράτος μέλος να μην είναι πλέον σε θέση να διασφαλίσει ότι ο ανήλικος θα παραδοθεί σε μέλος της οικογένειάς του, σε ορισθέντα κηδεμόνα ή σε κατάλληλες δομές υποδοχής, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115. Θα εξετάσω αυτή την πτυχή στο πλαίσιο της αναλύσεως του τρίτου ερωτήματος, υπό βʹ.

98.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εκδώσουν απόφαση επιστροφής σε βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου χωρίς να λάβουν στη συνέχεια μέτρα απομακρύνσεως.

2. Τρίτο ερώτημα, υπό βʹ

99.

Με το τρίτο ερώτημα, υπό βʹ, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το κράτος μέλος που δεν λαμβάνει κανένα συγκεκριμένο μέτρο απομακρύνσεως οφείλει να αναστείλει την υποχρέωση επιστροφής και, συνεπώς, να επιτρέψει τη διαμονή ασυνόδευτου ανηλίκου ο οποίος δεν συμμορφώνεται οικειοθελώς προς την υποχρέωση επιστροφής.

α) Γενικός κανόνας που επιτάσσει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως επιστροφής

100.

Όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 προβλέπει ως γενικό κανόνα ότι «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εκτελέσουν την απόφαση επιστροφής». Κατά τη γνώμη μου, το γράμμα της διατάξεως αυτής καθώς και η ερμηνεία της εκ μέρους του Δικαστηρίου, η οποία υπομνήσθηκε στις παρούσες προτάσεις, είναι τόσο σαφείς, ώστε δεν καταλείπουν καμία εύλογη αμφιβολία. Από την άποψη αυτή, είναι αδιανόητο να επιτραπεί στα κράτη μέλη να απέχουν από τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων απομακρύνσεως, κατά παράβαση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης.

101.

Χάριν πληρότητας, επισημαίνω στο πλαίσιο αυτό ότι το γεγονός ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν προβαίνουν σε όλες τις περιπτώσεις σε άμεση απομάκρυνση των παρανόμως διαμενόντων στο έδαφός τους υπηκόων τρίτων χωρών μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους, και ειδικότερα σε δυσχέρειες σχετικές με τις διαδικασίες απομακρύνσεως, όπως είναι, για παράδειγμα, η έλλειψη αναγκαίου προσωπικού, η έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους των αιτούντων άσυλο ή των χωρών καταγωγής για την εξακρίβωση της ταυτότητας των ενδιαφερομένων, η έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων ( 59 ), ο καθορισμός των κατάλληλων συνθηκών υποδοχής, καθώς και σε δυσχέρειες σύμφυτες με τις έρευνες σε μακρινές χώρες. Επομένως, είναι προφανές ότι ορισμένοι από τους προαναφερθέντες παράγοντες εκφεύγουν του αποκλειστικού ελέγχου των κρατών μελών. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν είναι δικαιολογημένο να τεκμαίρεται ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση όσον αφορά την εκτέλεση αποφάσεως επιστροφής οφείλεται οπωσδήποτε στην αδράνεια των κρατών μελών.

102.

Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει, κατ’ εξαίρεση, εναλλακτικές σε σχέση με την απομάκρυνση λύσεις –ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση– οι οποίες θα εκτεθούν κατωτέρω. Οι εναλλακτικές αυτές λύσεις έχουν το πλεονέκτημα ότι συμβάλλουν στην ασφάλεια δικαίου και παρέχουν στον ασυνόδευτο ανήλικο κάποια προοπτική, με συνέπεια να διαφέρουν σημαντικά από τη διοικητική πρακτική που εξετάστηκε στις παρούσες προτάσεις από την άποψη της συμβατότητάς της με το δίκαιο της Ένωσης.

β) Υποχρέωση αναστολής της εκτελέσεως αποφάσεως επιστροφής όταν δεν υφίσταται κατάλληλη υποδοχή στη χώρα καταγωγής

103.

Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής και με το άρθρο 24 του Χάρτη, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να αναστείλουν την εκτέλεση αποφάσεως επιστροφής όταν δεν υπάρχει κατάλληλη υποδοχή στη χώρα καταγωγής. Όπως διαπιστώθηκε κατά την ανάλυση του πρώτου ερωτήματος, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη σε κάθε κρίσιμο στάδιο της διαδικασίας ( 60 ). Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι εκτιμήσεις σχετικές με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού ενδέχεται ενίοτε να οδηγήσουν τις εθνικές αρχές στην «αποχή» από την έκδοση αποφάσεως επιστροφής ( 61 ). Κατά την άποψή μου, το συμπέρασμα αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για την απόφαση λήψεως μέτρων εκτελέσεως, δεδομένου ότι η απομάκρυνση, η οποία στο άρθρο 3, σημείο 5, της οδηγίας 2008/115 ορίζεται ως η πραγματική μεταφορά εκτός του κράτους μέλους, συνιστά το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας που ρυθμίζεται με την οδηγία αυτή.

104.

Είναι προφανές ότι οι δυνατότητες των κρατών μελών να επηρεάσουν την κατάσταση ατόμου που έχει απομακρυνθεί είναι πολύ περιορισμένες όταν το άτομο αυτό ήδη βρίσκεται στη χώρα καταγωγής του. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η διαδικασία επιστροφής να φθάσει σε σημείο σχεδόν μη αναστρέψιμο, όπως για παράδειγμα αν οι αρμόδιες αρχές χάσουν την επαφή με το άτομο που απομακρύνθηκε. Επομένως, ο κίνδυνος προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του παιδιού είναι μεγαλύτερος στο στάδιο της απομακρύνσεως, ιδίως εφόσον πρόκειται για ευάλωτο άτομο. Τούτου λεχθέντος, κατά τη γνώμη μου ο νομοθέτης της Ένωσης έχει πλήρη επίγνωση του κινδύνου αυτού, δεδομένου ότι η υποχρέωση του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115 είναι διατυπωμένη κατά τρόπο που υποδηλώνει την ύπαρξη μιας απαραίτητης προϋποθέσεως (πριν απομακρυνθεί· εξακριβώνουν ότι θα παραδοθεί) την οποία οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να τηρήσουν προκειμένου να μπορέσουν να προχωρήσουν στο τελευταίο στάδιο της διαδικασίας. Με άλλα λόγια, η μη τήρηση της προϋποθέσεως αυτής πρέπει, από νομικής απόψεως, να θεωρηθεί παράγων που εμποδίζει την απομάκρυνση. Επομένως, όσο οι εθνικές αρχές δεν είναι βέβαιες ότι υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες στο κράτος επιστροφής, απαγορεύεται να εκτελέσουν την απόφαση επιστροφής. Θεωρώ ότι σε περίπτωση τέτοιας νομικής αδυναμίας η ορθότερη επιλογή για τις εθνικές αρχές είναι η αναστολή της αποφάσεως επιστροφής.

γ) Δυνατότητα χορηγήσεως αυτοτελούς άδειας διαμονής ή άλλης άδειας που παρέχει δικαίωμα διαμονής

105.

Το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115 επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν αυτοτελή άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα διαμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας, ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφός τους. Με βάση τη διάταξη αυτή, η παροχή τέτοιου δικαιώματος διαμονής έχει ως αποτέλεσμα να μην εκδίδεται απόφαση επιστροφής. Αν η απόφαση επιστροφής έχει ήδη εκδοθεί, τότε αυτή ανακαλείται ή αναστέλλεται για τη διάρκεια ισχύος του τίτλου διαμονής ή άλλης άδειας που παρέχει δικαίωμα παραμονής. Επισημαίνεται ότι η διάταξη αυτή παρέχει στα κράτη μέλη διακριτική ευχέρεια και δεν επιβάλλει σε αυτά καμία υποχρέωση ( 62 ).

106.

Δεδομένου ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 υποχρεώνει το κράτος μέλος να επιλέξει να χορηγήσει άδεια ή δικαίωμα διαμονής ή να κινήσει τη διαδικασία επιστροφής, είναι σκόπιμο –όπως εξάλλου συνιστά το εγχειρίδιο περί επιστροφής ( 63 ) που συνέταξε η Επιτροπή– να θεσπιστούν σαφείς κανόνες σχετικά με το νομικό καθεστώς των ασυνόδευτων ανηλίκων, οι οποίοι να επιτρέπουν είτε την έκδοση αποφάσεως επιστροφής και την εκτέλεσή της είτε τη παροχή δικαιώματος διαμονής με βάση την εθνική νομοθεσία. Τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνήσουν να θεσπίσουν διαδικασίες καθορισμού του καθεστώτος εφαρμοστέες στους ασυνόδευτους ανηλίκους που δεν αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας επιστροφής. Η προσέγγιση αυτή είναι ικανή να περιορίσει τις γκρίζες ζώνες και να ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου για όλους τους ενδιαφερομένους. Επιπλέον, η προτεινόμενη προσέγγιση αποτελεί λύση με διάρκεια, η οποία λύση σκοπεί να προσφέρει, μακροπρόθεσμα, ορισμένη κανονικότητα και σταθερότητα στους ανηλίκους.

107.

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής όταν δεν υπάρχει κατάλληλη υποδοχή στη χώρα καταγωγής. Μπορούν να χορηγήσουν αυτοτελή άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα διαμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας, ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφός τους.

108.

Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων που προεκτέθηκαν, προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κράτος μέλος το οποίο εξέδωσε απόφαση επιστροφής σε βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου οφείλει, μετά τη λήξη της προθεσμίας οικειοθελούς αναχωρήσεως, να λάβει όλα τα αναγκαία για την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής μέτρα απομακρύνσεως και δεν αρκεί απλώς να περιμένει την ενηλικίωση του ασυνόδευτου ανηλίκου. Αναστολή ή αναβολή της εκτελέσεως της αποφάσεως επιστροφής από το κράτος μέλος δικαιολογείται μόνον αν η κατάσταση στο κράτος επιστροφής μεταβλήθηκε μετά την έκδοση της αποφάσεως επιστροφής, με αποτέλεσμα το κράτος μέλος να μην είναι πλέον σε θέση να διασφαλίσει ότι ο ανήλικος θα παραδοθεί σε μέλος της οικογένειάς του, σε ορισθέντα κηδεμόνα ή σε κατάλληλη δομή υποδοχής σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115. Με βάση το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν αυτοτελή άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα διαμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας, ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφός τους.

VI. Πρόταση

109.

Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων που προαναφέρθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του rechtbank Den Haag, zittingsplaats ‘s-Hertogenbosch (περιφερειακού δικαστηρίου Χάγης, μεταβατική έδρα ’s‑Hertogenbosch, Κάτω Χώρες) ως εξής:

1)

Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής και υπό το πρίσμα του άρθρου 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι αρχές του κράτους μέλους, πριν επιβάλουν υποχρέωση επιστροφής σε ασυνόδευτο ανήλικο, οφείλουν να εξακριβώσουν ότι στο κράτος επιστροφής είναι διαθέσιμη κατάλληλη υποδοχή για τον εν λόγω ασυνόδευτο ανήλικο.

2)

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να διακρίνουν ανάλογα με την ηλικία του ασυνόδευτου ανηλίκου προκειμένου να του επιτρέψουν τη διαμονή στο έδαφός τους, όταν διαπιστώνεται ότι ο εν λόγω ανήλικος δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στο καθεστώς πρόσφυγα ούτε στο καθεστώς επικουρικής προστασίας.

3)

Το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/115 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κράτος μέλος το οποίο εξέδωσε απόφαση επιστροφής σε βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου οφείλει, μετά τη λήξη της προθεσμίας οικειοθελούς αναχωρήσεως, να λάβει όλα τα αναγκαία για την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής μέτρα απομακρύνσεως και δεν αρκεί απλώς να περιμένει την ενηλικίωση του ασυνόδευτου ανηλίκου. Αναστολή ή αναβολή της εκτελέσεως της αποφάσεως επιστροφής από το κράτος μέλος δικαιολογείται μόνον αν η κατάσταση στο κράτος επιστροφής μεταβλήθηκε μετά την έκδοση της αποφάσεως επιστροφής, με αποτέλεσμα το κράτος μέλος να μην είναι πλέον σε θέση να διασφαλίσει ότι ο ανήλικος θα παραδοθεί σε μέλος της οικογένειάς του, σε ορισθέντα κηδεμόνα ή σε κατάλληλη δομή υποδοχής σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115. Με βάση το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 2008/115, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν αυτοτελή άδεια διαμονής ή άλλη άδεια που παρέχει δικαίωμα διαμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας, ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους σε υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφός τους.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) ΕΕ 2008, L 348, σ. 98.

( 3 ) ΕΕ 2011, L 337, σ. 9.

( 4 ) ΕΕ 2013, L 180, σ. 96.

( 5 ) Βλ. «Unaccompanied Minors in the Migration Process», Οργανισμός Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex), Βαρσοβία, 2010, σ. 3, και «VEGA Handbook: Children at aiports», Οργανισμός Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex), Βαρσοβία, 2017, σ. 7.

( 6 ) Βλ. «Returning unaccompanied children: fundamental rights considerations», Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA), 2019, σ. 3.

( 7 ) Βλ. «Guidance on reception conditions for unaccompanied children: operational standards and indicators», Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης του Ασύλου (EASO), 2018, σ. 7.

( 8 ) Για σύντομη επισκόπηση των σχετικών νομικών πράξεων, βλ. Requejo Isidro, M., «The protection of unaccompanied minors asylum-seekers: between competent state and responsible state», αριθ. 2, Οκτώβριος 2017, σ. 485 επ.

( 9 ) Δηλαδή την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης του Ασύλου (EASO), τον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex) και τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FRA).

( 10 ) Αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Baumgartner (C-513/17, EU:C:2018:772, σκέψη 23), και της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Vaditrans (C-102/16, EU:C:2017:1012, σκέψη 20).

( 11 ) Βλ. σημείο 46 των παρουσών προτάσεων.

( 12 ) Η υπογράμμιση δική μου. Βλ., επίσης, αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi (C-146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψη 38), και της 28ης Απριλίου 2011, El Dridi (C-61/11 PPU, EU:C:2011:268, σκέψη 31).

( 13 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 14 ) Βλ. «Returning unaccompanied children: fundamental rights considerations», όπ.π., σ. 7 και 23, κατά το οποίο το άρθρο 10, παράγραφος 2, πρέπει να ερμηνεύεται σε αρμονία με το άρθρο 5 και με την αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 2008/115, δηλαδή υπό την έννοια ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να δίνουν πρωταρχική σημασία στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας επιστροφής. Κατά τον FRA, αυτή η γενική αρχή πρέπει να κατευθύνει όλες τις ενέργειες που οδηγούν στην απομάκρυνση ασυνόδευτου ανηλίκου.

( 15 ) Βλ. σημείο 68 των παρουσών προτάσεων.

( 16 ) Η Lemke, S., Europäisches Unionsrecht (von der Groeben, Schwarze, Hatje), 7η έκδ., Baden‑Baden 2015, άρθρο 24, σημείο 11, σ. 664, εκτιμά ότι το θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 24, παράγραφος 1, του Χάρτη προσβάλλεται αν οι αρχές που υπόκεινται στις επιβαλλόμενες από τη διάταξη αυτή υποχρεώσεις δεν δραστηριοποιούνται ενεργά και δεν παρέχουν κατάλληλη προστασία και φροντίδα στο μέτρο που αυτό απαιτείται για την καλή διαβίωση του παιδιού.

( 17 ) Υιοθετηθείσα από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 20 Νοεμβρίου 1989 (Recueil des traités des Nations unies, τόμος 1577, σ. 43).

( 18 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 19 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 20 ) Όπως επισήμανα στο σημείο 35 των προτάσεών μου στην υπόθεση Transportes Aéreos Portugueses (C-74/19, EU:C:2020:135), ορισμένες κανονιστικές ομοιότητες μεταξύ, αφενός, του διεθνούς δικαίου και, αφετέρου, του δικαίου της Ένωσης μπορούν να θεωρηθούν ενδεικτικές κοινής νομικής αντίληψης.

( 21 ) Βλ., σχετικά με τη σημασία των δικαιωμάτων του παιδιού εν γένει στη νομολογία του Δικαστηρίου, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2008, Dynamic Medien (C-244/06, EU:C:2008:85, σκέψη 39).

( 22 ) Απόφαση της 27ης Ιουνίου 2006, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (C-540/03, στο εξής: απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, EU:C:2006:429, σκέψεις 10, 37 και 57).

( 23 ) ΕΕ 2003, L 251, σ. 12.

( 24 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 25 ) Το έγγραφο «Returning unaccompanied children: fundamental rights considerations», όπ.π., σ. 23, καθώς και η σύσταση (ΕΕ) 2017/2338 της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2017, για την καθιέρωση κοινού «εγχειριδίου περί επιστροφής» προς χρήση από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κατά την εκτέλεση σχετικών με την επιστροφή καθηκόντων (ΕΕ 2017, L 339, σ. 83, στο εξής: εγχειρίδιο περί επιστροφής), συνιστούν να προτιμάται η επιστροφή σε μέλη της οικογένειας, εκτός αν είναι πρόδηλο ότι αυτό δεν υπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.

( 26 ) Απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (σκέψη 69)· βλ., σχετικά με τη σημασία της οικογενειακής επανενώσεως για την καλή διαβίωση του παιδιού μετανάστη, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Hogan στην υπόθεση B. M. M. και B. S. (Οικογενειακή επανένωση – ανήλικο τέκνο) (C-133/19, EU:C:2020:222, σημεία 1, 2 και 43).

( 27 ) Απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (σκέψεις 52 επ. και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 28 ) Απόφαση του ΕΔΔΑ της 12ης Οκτωβρίου 2006, Mubilanzila Mayeka και Kaniki Mitunga κατά Βελγίου (CE:ECHR:2006:0126DEC001317803).

( 29 ) Απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (σκέψη 58).

( 30 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C-249/13, EU:C:2014:2431).

( 31 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C-249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 68). Η υπογράμμιση δική μου.

( 32 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C-249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 48).

( 33 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C-249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 49). Η υπογράμμιση δική μου.

( 34 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C-249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 50). Η υπογράμμιση δική μου.

( 35 ) Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Boudjlida (C-249/13, EU:C:2014:2431, σκέψη 55). Η υπογράμμιση δική μου.

( 36 ) Το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού καθορίζεται μέσω εξατομικευμένης εκτιμήσεως η οποία βασίζεται σε διεπιστημονική προσέγγιση και στην οποία μετέχει ο ορισθείς κηδεμόνας του ανηλίκου ή η αρμόδια αρχή προστασίας της παιδικής ηλικίας. Διάφοροι διεθνείς φορείς, όπως η Υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού και το Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για την Παιδική Ηλικία, έχουν χαράξει ερμηνευτικές και επιχειρησιακές κατευθυντήριες γραμμές. Διάφορα έγγραφα που έχουν δημοσιευθεί από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς, και τα οποία μνημονεύονται στις παρούσες προτάσεις, παραθέτουν χρήσιμη επισκόπηση των κριτηρίων τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τις εθνικές αρχές στο πλαίσιο της εν λόγω εκτιμήσεως.

( 37 ) Βλ. εγχειρίδιο περί επιστροφής, σ. 121 και 122.

( 38 ) Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τη σύσταση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για περιοδική επανεκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην ατομική του περίπτωση (βλ. «Returning unaccompanied children: fundamental rights considerations», όπ.π., σ. 12).

( 39 ) Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2018, Gnandi (C-181/16, EU:C:2018:465).

( 40 ) Απόφαση της 19ης Ιουνίου 2018, Gnandi (C-181/16, EU:C:2018:465, σκέψη 64). Η υπογράμμιση δική μου.

( 41 ) Αποφάσεις της 7ης Αυγούστου 2018, Bichat κ.λπ. (C-61/17, C-62/17 και C-72/17, EU:C:2018:653, σκέψη 29), και της 11ης Απριλίου 2019, Tarola (C-483/17, EU:C:2019:309, σκέψη 36).

( 42 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 43 ) Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2010, Kücükdeveci (C-555/07, EU:C:2010:21, σκέψη 22).

( 44 ) Όπως επισημαίνει ο Lamont, R., «Article 24 of the Charter of Fundamental Rights of the European Union», σε The EU Charter of Fundamental Rights, Οξφόρδη 2014, άρθρο 24, σημείο 24.23, σ. 672, ο Χάρτης, πέραν των δικαιωμάτων του παιδιού στο άρθρο 24, προβλέπει στο άρθρο 21 απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, πράγμα το οποίο σημαίνει, κατά τον συγγραφέα, ότι οποιαδήποτε διάκριση σε βάρος ανηλίκων (εν γένει) απαγορεύεται. Κατά τη γνώμη μου, η διαπίστωση αυτή δεν αποκλείει ότι ορισμένη ειδική κατηγορία ανηλίκων καθοριζόμενη με βάση την ηλικία (δηλαδή των ανηλίκων 15 ετών και άνω) μπορεί να επικαλεστεί την απαγόρευση αυτή προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα εθνικής διατάξεως (θεσπισθείσας για την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης) η οποία, όπως εν προκειμένω, έχει ως αποτέλεσμα τη μεταχείριση των ανηλίκων της εν λόγω κατηγορίας κατ’ ουσίαν ως ενηλίκων, στο μέτρο που τους στερεί την προστασία την οποία εγγυάται το άρθρο 24 του Χάρτη, όπως αυτή συγκεκριμενοποιείται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής.

( 45 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 46 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 2015, Zaizoune (C-38/14, EU:C:2015:260, σκέψη 30).

( 47 ) Αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2015, Zaizoune (C-38/14, EU:C:2015:260, σκέψη 31), και της 28ης Απριλίου 2011, El Dridi (C-61/11 PPU, EU:C:2011:268, σκέψη 35). Η υπογράμμιση δική μου.

( 48 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 2015, Zaizoune (C-38/14, EU:C:2015:260, σκέψη 32). Η υπογράμμιση δική μου.

( 49 ) ΕΕ 2013, L 180, σ. 60.

( 50 ) Βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2018, Gnandi (C-181/16, EU:C:2018:465, σκέψη 41).

( 51 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 2015, Zaizoune (C-38/14, EU:C:2015:260, σκέψη 33). Η υπογράμμιση δική μου.

( 52 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 2015, Zaizoune (C-38/14, EU:C:2015:260, σκέψη 34).

( 53 ) Απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2018, E (C-240/17, EU:C:2018:8, σκέψη 50).

( 54 ) Ωστόσο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπάρχουν θεμιτοί λόγοι για τη μη εφαρμογή μέτρων καταναγκασμού σε βάρος παιδιού. Ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που ορισμένα κράτη μέλη απαγορεύουν οποιαδήποτε αναγκαστική επιστροφή ασυνόδευτου ανηλίκου (πρβλ. Dumas, P., «L’accès des mineurs non accompagnés à la protection dans les États membres de l’Union européenne», Revue trimestrielle de droit européen, 2013, αριθ. 1, σ. 35 επ.).

( 55 ) Απόφαση της 28ης Απριλίου 2011, El Dridi (C-61/11 PPU, EU:C:2011:268, σκέψεις 38 και 57).

( 56 ) Αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2015, Zaizoune (C-38/14, EU:C:2015:260, σκέψη 39), της 6ης Δεκεμβρίου 2011, Achughbabian (C-329/11, EU:C:2011:807, σκέψη 32), και της 28ης Απριλίου 2011, El Dridi (C-61/11 PPU, EU:C:2011:268, σκέψη 39).

( 57 ) Αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2015, Zaizoune (C-38/14, EU:C:2015:260, σκέψη 40), της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Sagor (C-430/11, EU:C:2012:777, σκέψη 35), και της 28ης Απριλίου 2011, El Dridi (C-61/11 PPU, EU:C:2011:268, σκέψη 59).

( 58 ) Βλ. σημεία 83 επ. των παρουσών προτάσεων.

( 59 ) Βλ. «European Centre for Returns in brief», Οργανισμός Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής (Frontex), Βαρσοβία, 2019, σ. 2 και 5, από το οποίο προκύπτει ότι η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών επιστροφής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνεργασία με τις χώρες καταγωγής των μεταναστών, ούτως ώστε να ταυτοποιούνται τα άτομα που υπόκεινται στις αποφάσεις επιστροφής, να εκδίδονται ταξιδιωτικά έγγραφα και να γίνονται δεκτοί οι επαναπατριζόμενοι στη χώρα τους. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη, η Επιτροπή και η Frontex συνεργάζονται με τις χώρες επιστροφής.

( 60 ) Βλ. σημεία 63 και 69 των παρουσών προτάσεων.

( 61 ) Βλ. σημείο 67 των παρουσών προτάσεων.

( 62 ) Βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi (C-146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψη 88).

( 63 ) Βλ. εγχειρίδιο περί επιστροφής, σ. 121.