ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)

της 26ης Φεβρουαρίου 2020 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Μόνιμοι υπάλληλοι και μέλη του λοιπού προσωπικού – Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) – Αποδοχές – ΚΥΚ – Άρθρο 110 – Προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης τοποθετημένο σε τρίτη χώρα – Παράρτημα X – Άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, και άρθρο 10 – Αποζημίωση συνθηκών διαβιώσεως – Ετήσια αξιολόγηση και αναπροσαρμογή – Μείωση για το προσωπικό το οποίο είναι τοποθετημένο στην Αιθιοπία – Αναγκαιότητα προηγούμενης θεσπίσεως γενικών εκτελεστικών διατάξεων – Περιεχόμενο»

Στην υπόθεση C-427/18 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 26 Ιουνίου 2018,

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), εκπροσωπούμενη από τους S. Marquardt και R. Spac, επικουρούμενους από τους M. Troncoso Ferrer και S. Moya Izquierdo, abogados, καθώς και από τον F.-M. Hislaire, avocat,

αναιρεσείουσα,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι οι:

Ruben Alba Aguilera, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα (Αιθιοπία),

Simone Barenghi, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Massimo Bonannini, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Antonio Capone, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Λομέ (Τόγκο),

Stéphanie Carette, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Alejo Carrasco Garcia, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Francisco Carreras Sequeros, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Carl Daspect, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Nathalie Devos, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο),

Jean-Baptiste Fauvel, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Paula Cristina Fernandes, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Ραμπάτ (Μαρόκο),

Stephan Fox, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Gesves (Βέλγιο),

Birgitte Hagelund, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Chantal Hebberecht, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Λουξεμβούργου (Λουξεμβούργο),

Karin Kaup-Lapõnin, έκτακτος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Terhi Lehtinen, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Λάχτι (Φινλανδία),

Sandrine Marot, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Saint-Lary (Γαλλία),

David Mogollon, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Clara Molera Gui, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Daniele Morbin, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Charlotte Onraet, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Ντακάρ (Σενεγάλη),

Augusto Piccagli, υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Woluwé-Saint-Pierre (Βέλγιο),

Gary Quince, συνταξιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Woking (Ηνωμένο Βασίλειο),

Pierre-Luc Vanhaeverbeke, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Tamara Vleminckx, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Birgit Vleugels, συμβασιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

Robert Wade, έκτακτος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Frome (Ηνωμένο Βασίλειο),

Luca Zampetti, έκτακτος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, κάτοικος Αντίς-Αμπέμπα,

εκπροσωπούμενοι από τους T. Martin και S. Orlandi, avocats,

προσφεύγοντες-ενάγοντες πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),

συγκείμενο από τους I. Jarukaitis (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, M. Ilešič και Κ. Λυκούργο, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: V. Giacobbo-Peyronnel, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Ιουνίου 2019,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Οκτωβρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (στο εξής: ΕΥΕΔ) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Απριλίου 2018, Alba Aguilera κ.λπ. κατά ΕΥΕΔ (T-119/17, EU:T:2018:183, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του αρμόδιου για τον προϋπολογισμό και τη διοίκηση γενικού διευθυντή της ΕΥΕΔ, της 19ης Απριλίου 2016 (στο εξής: επίδικη απόφαση), περί καθορισμού του ποσού της αποζημιώσεως συνθηκών διαβιώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ – οικονομικό έτος 2016 [ADMIN(2016) 7], καθόσον με αυτή μειώθηκε, από 1ης Ιανουαρίου 2016, η αποζημίωση συνθηκών διαβιώσεως (στο εξής: ΑΣΔ) η οποία καταβάλλεται στο προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο έχει τοποθετηθεί στην Αιθιοπία από το 30 στο 25 % του ποσού αναφοράς.

Το νομικό πλαίσιο

Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως

2

Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως (στο εξής: ΚΥΚ), διευκρινίζει στο άρθρο του 1β, στοιχείο αʹ, ότι, εκτός αν προβλέπεται άλλως στον ΚΥΚ, η ΕΥΕΔ εξομοιώνεται, για την εφαρμογή του ΚΥΚ, με τα όργανα της Ένωσης.

3

Το άρθρο 101α του ΚΥΚ αποτελεί το μοναδικό άρθρο του τίτλου VIIIβ. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι, με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του ΚΥΚ, το παράρτημα Χ θεσπίζει τις ειδικές και κατά παρέκκλιση διατάξεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους που είναι τοποθετημένοι σε τρίτη χώρα.

4

Το άρθρο 110 του ΚΥΚ, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο IX, σχετικά με τις μεταβατικές και τελικές διατάξεις, προβλέπει τα εξής:

«1.   Οι γενικές διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εκδίδονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου κατόπιν διαβουλεύσεων με την επιτροπή προσωπικού και την επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

2.   Οι κανόνες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που θεσπίζει η Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των γενικών εκτελεστικών διατάξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στους οργανισμούς. […]

[…]

3.   Για τους σκοπούς της θέσπισης των κανόνων με συμφωνία μεταξύ των θεσμικών οργάνων, οι οργανισμοί δεν εξομοιώνονται με τα θεσμικά όργανα.

[…]

4.   Οι κανόνες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των γενικών διατάξεων εφαρμογής που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και οι κανόνες που θεσπίζονται με συμφωνία μεταξύ των αρμοδίων για τους διορισμούς αρχών των θεσμικών οργάνων, τίθενται υπόψη του προσωπικού.

[…]»

5

Το παράρτημα X του ΚΥΚ, με τίτλο «Ειδικές και κατά παρέκκλιση διατάξεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους οι οποίοι είναι τοποθετημένοι σε τρίτη χώρα», περιλαμβάνει, στο κεφάλαιο 1, με τίτλο «Γενικές διατάξεις», τα άρθρα 1 έως 3.

6

Το άρθρο 1 του εν λόγω παραρτήματος προβλέπει τα εξής:

«Το παρόν παράρτημα θεσπίζει τις ειδικές και κατά παρέκκλιση διατάξεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι είναι τοποθετημένοι σε τρίτη χώρα.

[…]

Οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.»

7

Το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω παραρτήματος προβλέπει τα εξής:

«Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή προχωρεί στις εν λόγω μεταθέσεις ακολουθώντας ειδική διαδικασία, καλούμενη “διαδικασία κινητικότητας”, της οποίας τις λεπτομέρειες καθορίζει η ίδια, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού.»

8

Το άρθρο 3 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής:

«Στο πλαίσιο της διαδικασίας κινητικότητας, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει να τοποθετήσει προσωρινά μαζί με τη θέση του, υπάλληλο τοποθετημένο σε τρίτη χώρα, στην έδρα του οργάνου ή σε οποιοδήποτε άλλο τόπο υπηρεσίας στην Ένωση· […]. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 1 πρώτο εδάφιο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει, βάσει των γενικών εκτελεστικών διατάξεων, ότι ο υπάλληλος εξακολουθεί, κατά τη διάρκεια αυτής της προσωρινής τοποθέτησης, να υπάγεται σε ορισμένες διατάξεις του παρόντος παραρτήματος, πλην των άρθρων 5, 10 και 12.»

9

Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του εν λόγω παραρτήματος προβλέπει τα εξής:

«Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου 1 καθορίζονται, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού, από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή […]».

10

Το άρθρο 10 του εν λόγω παραρτήματος προβλέπει τα εξής:

«1.   Καθορίζεται [ΑΣΔ], ανάλογα με τον τόπο υπηρεσίας του υπαλλήλου, ως ποσοστό ενός ποσού αναφοράς. Αυτό το ποσό αναφοράς συνίσταται στο άθροισμα του βασικού μισθού, του επιδόματος αποδημίας, του επιδόματος στέγης και του επιδόματος για τα συντηρούμενα τέκνα, αφού αφαιρεθούν οι υποχρεωτικές κρατήσεις που προβλέπονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ή στους κανονισμούς που εκδίδονται για την εκτέλεση του.

Εφόσον ο υπάλληλος είναι τοποθετημένος σε χώρα όπου οι συνθήκες διαβίωσης μπορούν να θεωρηθούν αντίστοιχες με εκείνες που υπάρχουν συνήθως μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν καταβάλλεται καμία αποζημίωση τέτοιου είδους.

Για τους άλλους τόπους υπηρεσίας, η [ΑΣΔ] ορίζεται στη βάση, μεταξύ άλλων, των ακόλουθων παραμέτρων:

υγειονομικές συνθήκες και συνθήκες νοσοκομειακής περίθαλψης,

ασφάλεια,

κλιματολογικές συνθήκες,

βαθμός απομόνωσης,

άλλες τοπικές συνθήκες διαβίωσης.

Η [ΑΣΔ] που ισχύει για κάθε τόπο υπηρεσίας αξιολογείται σε ετήσια βάση και, αν είναι σκόπιμο, αναπροσαρμόζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού ζητηθεί η γνώμη της Επιτροπής Προσωπικού.

[…]

3.   Οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος άρθρου αποφασίζονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.»

11

Το άρθρο 15 του εν λόγω παραρτήματος προβλέπει τα εξής:

«Υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, χορηγείται στον υπάλληλο σχολικό επίδομα […]».

12

Το άρθρο 21 του παραρτήματος X του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής:

«Οσάκις ο υπάλληλος είναι υποχρεωμένος να αλλάξει τόπο κατοικίας για να συμμορφωθεί προς το άρθρο 20 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης […] το όργανο βαρύνεται, υπό τους όρους που καθορίζει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και ανάλογα με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να του εξασφαλισθεί στέγη στον τόπο υπηρεσίας: [με ορισμένες δαπάνες].»

13

Το άρθρο 23, τέταρτο εδάφιο, του εν λόγω παραρτήματος προβλέπει τα εξής:

«Οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του παρόντος άρθρου καθορίζονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Η αποζημίωση κατοικίας δεν υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το κόστος που βαρύνει τον υπάλληλο.»

Το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού

14

Το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως (στο εξής: ΚΛΠ), προβλέπει στο άρθρο 10, παράγραφος 5, ότι ο τίτλος VIIIβ του ΚΥΚ εφαρμόζεται, κατ’ αναλογίαν, στους έκτακτους υπαλλήλους που υπηρετούν σε τρίτες χώρες.

15

Το άρθρο 118 του ΚΛΠ προβλέπει ότι το παράρτημα X του ΚΥΚ εφαρμόζεται, κατ’ αναλογίαν, στους συμβασιούχους υπαλλήλους οι οποίοι είναι τοποθετημένοι σε τρίτες χώρες, εξαιρουμένου, σε ορισμένες περιπτώσεις, του άρθρου 21 του παραρτήματος αυτού.

Οι αποφάσεις της ΕΥΕΔ

16

Η απόφαση του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για τις εξωτερικές υποθέσεις και την πολιτική ασφαλείας, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την αποζημίωση συνθηκών διαβίωσης και τη συμπληρωματική αποζημίωση που προβλέπονται στο άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ [HR DEC(2013) 013] (στο εξής: απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2013), αφορά τον ΚΥΚ και το ΚΛΠ, και ιδίως το άρθρο 10, επισημαίνεται δε σε αυτήν ότι εκδόθηκε κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού. Κατά τη μοναδική αιτιολογική σκέψη της, σκοπός της εν λόγω αποφάσεως είναι η χάραξη εσωτερικών κατευθυντηρίων γραμμών, ιδίως σχετικά με την ΑΣΔ.

17

Το άρθρο 1 της ως άνω αποφάσεως προβλέπει τα εξής:

«Οι παράμετροι που αναφέρονται στην παράγραφο 1, του άρθρου 10, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ αξιολογούνται από την [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή], η οποία μπορεί να βασιστεί, μεταξύ άλλων, σε πληροφορίες προερχόμενες από αξιόπιστες πηγές διεθνούς χαρακτήρα, δημόσιες ή ιδιωτικές, από τα κράτη μέλη, καθώς και από τις αντιπροσωπείες της Ένωσης και τις υπηρεσίες των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.»

18

Κατά το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως:

«Αφού ζητηθεί η γνώμη των επιτροπών προσωπικού της ΕΥΕΔ και της Επιτροπής, η [αρμόδια για τους διορισμούς αρχή] καθορίζει τα ποσοστά της [ΑΣΔ] όσον αφορά τους διαφόρους τόπους υπηρεσίας. Τα ποσοστά αυτά κατανέμονται σε οκτώ κατηγορίες […], ανάλογα με τις παραμέτρους, […]».

19

Το άρθρο 7 της ίδιας αποφάσεως απαριθμεί ενδεικτικώς τις παραμέτρους οι οποίες λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, υπόψη για τον καθορισμό της ΑΣΔ και αντιστοιχούν στις παραμέτρους του άρθρου 10, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ. Προβλέπει επίσης, κατ’ ουσίαν, ότι, προκειμένου να διασαφηνίσει την εφαρμοζόμενη μεθοδολογία, η ΕΥΕΔ θα εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σε συμφωνία με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με ad hoc τεχνική ομάδα που θα περιλαμβάνει μέλη της διοικήσεως, καθώς και εκπροσώπους της ΕΥΕΔ και της Επιτροπής, που θα διορισθούν από την επιτροπή προσωπικού του θεσμικού οργάνου τους.

20

Το άρθρο 12 της αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2013 προβλέπει ότι οι διατάξεις της εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν στους εκτάκτους υπαλλήλους και στους συμβασιούχους υπαλλήλους και ότι η έναρξη ισχύος της ορίζεται την 1η Ιανουαρίου 2014.

21

Βάσει της αποφάσεως αυτής, και ιδίως των άρθρων της 2 και 7, καθώς και βάσει του παραρτήματος X του ΚΥΚ, ιδίως των άρθρων του 8 και 10, και κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού της ΕΥΕΔ και με την επιτροπή προσωπικού της Επιτροπής, εκδόθηκε η απόφαση EEAS DEC(2014) 049 του εκτελούντος χρέη διοικητικού γενικού διευθυντή της ΕΥΕΔ, της 3ης Δεκεμβρίου 2014, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζουν τη μεθοδολογία για τον προσδιορισμό, μεταξύ άλλων, των ΑΣΔ (στο εξής: απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2014).

22

Η επίδικη απόφαση μνημονεύει, ειδικότερα, τις αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2013 και της 3ης Δεκεμβρίου 2014 και επισημαίνει ότι εκδόθηκε κατόπιν γνώμης της επιτροπής προσωπικού της ΕΥΕΔ και της κεντρικής επιτροπής προσωπικού (τμήμα για το εκτός Ένωσης προσωπικό) της Επιτροπής. Στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως αυτής επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι «[η] επανεξέταση και, εφόσον είναι αναγκαίο, η ετήσια αναπροσαρμογή της [ΑΣΔ] είναι διαδικασία επαναλαμβανόμενη σε ετήσια βάση η οποία καλύπτει όλους τους τόπους υπηρεσίας προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη του γενικότερου πλαισίου» και ότι η εν λόγω διαδικασία «περιλαμβάνει ανάλυση των συνθηκών διαβιώσεως που επικρατούν στους τόπους υπηρεσίας, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσον οι εν λόγω συνθήκες διαβίωσης είναι ή παραμένουν ισοδύναμες με εκείνες που συνήθως επικρατούν στην Ένωση».

23

Με την εν λόγω απόφαση, η αρμόδια για τους διορισμούς και για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή προέβη σε ετήσια επανεξέταση της ΑΣΔ για το έτος 2016. Λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της τεχνικής ομάδας, η εν λόγω αρχή μείωσε, μεταξύ άλλων, από 1ης Ιανουαρίου 2016, το ποσοστό της ΑΣΔ που καταβάλλεται στο προσωπικό που είναι τοποθετημένο στην Αιθιοπία από 30 σε 25 %.

Το ιστορικό της διαφοράς

24

Οι προσφεύγοντες-ενάγοντες πρωτοδίκως, ήτοι οι R. Alba Aguilera κ.λπ., είναι μόνιμοι, έκτακτοι ή συμβασιούχοι υπάλληλοι της Ένωσης τοποθετημένοι στην Αιθιοπία κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως. Δεδομένου ότι, με την απόφαση αυτή, μειώθηκε ο συντελεστής της ΑΣΔ που καταβαλλόταν στο προσωπικό της Ένωσης που είναι τοποθετημένο στη χώρα αυτή, οι R. Alba Aguilera κ.λπ. υπέβαλαν έκαστος, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, μεταξύ της 13ης Ιουλίου και της 18ης Ιουλίου 2016, ενώπιον της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) ή της αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχής, διοικητική ένσταση κατά της επίδικης αποφάσεως, βάλλοντας κατά της μειώσεως αυτής.

25

Με μία και μόνη απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, οι εν λόγω διοικητικές ενστάσεις απορρίφθηκαν.

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

26

Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 2017, οι R. Alba Aguilera κ.λπ. άσκησαν προσφυγή‑αγωγή με αίτημα πρώτον, να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση κατά το μέρος που με αυτή μειώθηκε, από 1ης Ιανουαρίου 2016, η ΑΣΔ που καταβάλλεται στο προσωπικό της Ένωσης το οποίο είναι τοποθετημένο στην Αιθιοπία από 30 σε 25 % του ποσού αναφοράς, δεύτερον, να υποχρεωθεί η ΕΥΕΔ να καταβάλει κατ’ αποκοπήν ποσό, το οποίο θα καθοριζόταν ex aequo et bono από το Γενικό Δικαστήριο, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι προσφεύγοντες-ενάγοντες και, τρίτον, να καταδικαστεί η ΕΥΕΔ στα δικαστικά έξοδα.

27

Προς στήριξη του αιτήματός τους περί ακυρώσεως, οι R. Alba Aguilera κ.λπ. προέβαλαν τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορούσε παράβαση της υποχρεώσεως θεσπίσεως γενικών εκτελεστικών διατάξεων (στο εξής: ΓΕΔ) του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, ο δεύτερος λόγος αφορούσε παράβαση του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, καθόσον η μέθοδος που χρησιμοποίησε η ΕΥΕΔ στην απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2014 για τον καθορισμό του ποσού της ΑΣΔ σε τόπο υπηρεσίας λαμβάνει υπόψη την «περιφερειακή συνοχή», και ο τρίτος λόγος αφορούσε πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως των κριτηρίων του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ κατά τον καθορισμό του ποσού της επίμαχης ΑΣΔ.

28

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ακύρωσε την επίδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε ζητηθεί, απέρριψε το υποβληθέν αίτημα αποζημιώσεως και καταδίκασε την ΕΥΕΔ στα δικαστικά έξοδα.

Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου

29

Η ΕΥΕΔ ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

να κάνει δεκτά τα αιτήματα που είχε υποβάλει πρωτοδίκως, και,

να καταδικάσει τους R. Alba Aguilera κ.λπ. στα δικαστικά έξοδα.

30

Οι R. Alba Aguilera κ.λπ. ζητούν από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την ΕΥΕΔ στα δικαστικά έξοδα, και

επικουρικώς, αν η αίτηση αναιρέσεως γίνει δεκτή, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

31

Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η ΕΥΕΔ προβάλλει δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία του άρθρου 1 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, καθόσον κρίθηκε ότι η υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ σύμφωνα με το άρθρο 110 του ΚΥΚ, την οποία αυτό επιβάλλει, ισοδυναμεί με υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ για το σύνολο του παραρτήματος αυτού. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία του άρθρου 10 του εν λόγω παραρτήματος, καθόσον κρίθηκε ότι το άρθρο αυτό αποτελεί διάταξη στερούμενη σαφήνειας και ακρίβειας σε τέτοιο βαθμό ώστε να ελλοχεύει ο κίνδυνος αυθαίρετης εφαρμογής της, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η θέσπιση ΓΕΔ.

32

Συναφώς, επισημαίνεται, προκαταρκτικώς, ότι, με τους λόγους αυτούς, η ΕΥΕΔ βάλλει μόνον κατά του τμήματος του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως βάσει του οποίου το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα μερικής ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως, χωρίς ωστόσο να βάλλει κατά του τμήματος του σκεπτικού της εν λόγω αποφάσεως με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τα αιτήματα αποζημιώσεως που είχαν υποβληθεί ενώπιόν του. Υπό τις συνθήκες αυτές, με την αίτησή της αναιρέσεως, η ΕΥΕΔ ζητεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όχι στο σύνολό της, αλλά μόνον καθόσον με αυτήν το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση κατά το μέτρο που του είχε ζητηθεί και, κατά συνέπεια, καταδίκασε την ΕΥΕΔ στα δικαστικά έξοδα.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

33

Η ΕΥΕΔ υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 30 και 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ σύμφωνα με το άρθρο 110 του ΚΥΚ ισοδυναμεί με υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ για το σύνολο του παραρτήματος αυτού, για τον λόγο ότι το άρθρο 1 περιλαμβάνεται μεταξύ των γενικών διατάξεων του εν λόγω παραρτήματος, υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία του άρθρου 1.

34

Κατά την αναιρεσείουσα, το περιεχόμενο του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ συναρτάται προς το κατά πόσον προβλέπονται από τις διατάξεις του παραρτήματος αυτού ειδικές διαδικασίες εφαρμογής των διατάξεών του και, ελλείψει τέτοιων προβλέψεων, από τον βαθμό ακρίβειας των διατάξεων αυτών ή από την ανάγκη αυτές να συνοδεύονται από ΓΕΔ και να συγκεκριμενοποιούνται μέσω αυτών. Η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου συνεπάγεται αλλοίωση των διαδικασιών που προβλέπει το εν λόγω παράρτημα για τη θέσπιση ορισμένων συγκεκριμένων εκτελεστικών διατάξεων, καθιστά κενό γράμμα τις διατάξεις του παραρτήματος αυτού οι οποίες δεν χρήζουν εκτελεστικών διατάξεων και τους προσδίδει διά της δικαστικής οδού ατελή χαρακτήρα, τον οποίον δεν έχουν κατ’ ανάγκη.

35

Όπως προβάλλει η αναιρεσείουσα, από την εξέταση του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ προκύπτει ότι μόνον το άρθρο 3 αυτού προβλέπει ρητώς ότι η ΑΔΑ δύναται να αποφασίσει «βάσει [ΓΕΔ]». Το άρθρο 10 του παραρτήματος αυτού χρησιμοποιεί διαφορετική ορολογία, στοιχείο από το οποίο προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν είχε την πρόθεση να απαιτείται η τήρηση ίδιας διαδικασίας. Στην παράγραφο 1, τέταρτο εδάφιο, προβλέπεται ότι η ΑΣΔ αξιολογείται σε ετήσια βάση και, αν είναι σκόπιμο, αναπροσαρμόζεται «από την [ΑΔΑ], αφού ζητηθεί η γνώμη της Επιτροπής Προσωπικού» και στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι η ΑΔΑ καθορίζει «τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής» του άρθρου 10. Επ’ αυτής της βάσεως εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2013 και της 3ης Δεκεμβρίου 2014, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού, στην πρώτη περίπτωση, και με τις επιτροπές προσωπικού της ΕΥΕΔ και της Επιτροπής, στη δεύτερη.

36

Από τη συνολική ανάλυση του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ προκύπτει ότι αυτό προβλέπει διάφορα είδη αποφάσεων και διάφορες διαδικασίες θεσπίσεως μέτρων εφαρμογής, ήτοι εκείνων που συνιστούν ΓΕΔ, για τις οποίες απαιτείται διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού και γνώμη της επιτροπής ΚΥΚ, εκείνων που συνιστούν λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής, οι οποίοι πρέπει να θεσπιστούν από την ΑΔΑ αφού ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής προσωπικού, και εκείνων που συνιστούν λεπτομέρειες ή όρους, που πρέπει να καθοριστούν από την ΑΔΑ χωρίς υποχρέωση διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού. Αν πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να καταστήσει τη θέσπιση ΓΕΔ υποχρεωτική για το σύνολο των διατάξεων του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, θα το είχε δηλώσει ρητώς, θα είχε υιοθετήσει ομοιόμορφη ορολογία στο σύνολο του παραρτήματος αυτού και δεν θα είχε προβλέψει ειδικές και διαφορετικές διαδικασίες για ορισμένες από τις διατάξεις του.

37

Κατά την αναιρεσείουσα, η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου έχει την παράλογη συνέπεια η εφαρμογή των άρθρων 2, 5 και 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ να προϋποθέτει, καταρχάς, τη θέσπιση ΓΕΔ, για τις οποίες απαιτείται διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού, και, στη συνέχεια, να πρέπει να ζητηθεί εκ νέου η γνώμη της επιτροπής προσωπικού για τη θέσπιση ορισμένων ειδικών μέτρων εφαρμογής. Έτσι, η επιτροπή αυτή καλείται να γνωμοδοτήσει δύο φορές επί του ίδιου ζητήματος. Κατά την αναιρεσείουσα, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι αυτή ήταν η πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης. Επιπροσθέτως, η ερμηνεία αυτή θα στερούσε από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα τις λοιπές διατάξεις του οικείου παραρτήματος, στις οποίες ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε σαφώς μηχανισμούς διαφορετικούς από εκείνον της θεσπίσεως ΓΕΔ.

38

Κατά την αναιρεσείουσα, η μόνη δυνατή ερμηνεία του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ είναι ότι, οσάκις μια σχετική διάταξη του παραρτήματος αυτού επιτάσσει τη θέσπιση ΓΕΔ, οι ΓΕΔ αυτές πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 110 του ΚΥΚ.

39

Εξάλλου, η ΕΥΕΔ υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ούτε μεταβάλλει το αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ούτε συνιστά νέο ισχυρισμό. Επομένως, είναι παραδεκτός. Το περιεχόμενο της υποχρεώσεως θεσπίσεως ΓΕΔ αποτέλεσε ζήτημα επί του οποίου διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλαν πρωτοδίκως οι προσφεύγοντες‑ενάγοντες, οι οποίοι, εξάλλου, υπό την ιδιότητά τους αυτή, προσδιόρισαν το αντικείμενο της διαφοράς. Η ΕΥΕΔ προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί νέος ισχυρισμός, η ίδια δεν είναι δυνατόν να στερηθεί του δικαιώματός της να αμφισβητήσει τη συλλογιστική βάσει της οποίας το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η θέσπιση ΓΕΔ είναι επιβεβλημένη για το σύνολο του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, δεδομένου ότι η συλλογιστική αυτή διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

40

Οι R. Alba Aguilera κ.λπ. προβάλλουν, κατά κύριο λόγο, ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Η υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, την οποία υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 30 έως 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ερείδεται σε πάγια νομολογία η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την ΕΥΕΔ πρωτοδίκως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και από το σημείο 16 του υπομνήματος αντικρούσεως που κατέθεσε η ΕΥΕΔ ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Από τη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η ΕΥΕΔ είχε απλώς υποστηρίξει ότι οι αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2013 και της 3ης Δεκεμβρίου 2014 αποτελούσαν ΓΕΔ του άρθρου 10 του παραρτήματος αυτού ή ότι, τουλάχιστον, μπορούσαν να εξομοιωθούν με ΓΕΔ. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιου είδους εξομοίωση δεν ήταν δυνατή, δεδομένου ότι η ΕΥΕΔ δεν έλαβε τη γνώμη της επιτροπής ΚΥΚ κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 110 του ΚΥΚ, στοιχείο το οποίο δεν αμφισβητεί η ΕΥΕΔ στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Επιπροσθέτως, η ΕΥΕΔ δεν προβάλλει, κατά τους αντιδίκους κατ’ αναίρεση, ότι, στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε την επιχειρηματολογία της.

41

Επομένως, όπως προβάλλουν οι αντίδικοι κατ’ αναίρεση, η ΕΥΕΔ αμφισβήτησε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ήταν υποχρεωμένη να θεσπίσει ΓΕΔ του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του ίδιου παραρτήματος. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται η ΕΥΕΔ να μεταβάλει το αντικείμενο της διαφοράς, διότι άλλως θα υποβαλλόταν στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από εκείνη της οποίας επιλήφθηκε το Γενικό Δικαστήριο. Επιπροσθέτως, δεν πρόκειται για στοιχείο που ανέκυψε για πρώτη φορά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η υποχρέωση αυτή έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης με την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Osorio κ.λπ. κατά ΕΥΕΔ (F-101/13, EU:F:2014:223), και επιβεβαιωθεί με την απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Vanhalewyn κατά ΕΥΕΔ (T-792/14 P, EU:T:2016:156). Επιπλέον, κατά το στάδιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, είχε σαφώς επισημανθεί το γεγονός ότι η ΕΥΕΔ δεν είχε εκτελέσει τις αποφάσεις αυτές θεσπίζοντας ΓΕΔ πριν από την έκδοση αποφάσεως περί καθορισμού του ποσού της επίμαχης ΑΣΔ. Επομένως, κανένα στοιχείο δεν «ανέκυψε» από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

42

Εν πάση περιπτώσει, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι, κατά τους αντιδίκους κατ’ αναίρεση, αβάσιμος. Το άρθρο 1 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο του παραρτήματος Χ που αφορά τις γενικές διατάξεις και το τρίτο εδάφιο του άρθρου αυτού είναι διατυπωμένο κατά τρόπο γενικό. Εξ αυτού συνάγεται ότι ο νομοθέτης της Ένωσης επιβάλλει τη θέσπιση ΓΕΔ για το σύνολο του παραρτήματος αυτού. Κατά συνέπεια, το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, δεν επιτρέπει στην ΕΥΕΔ να μειώσει το ποσό της ΑΣΔ που λαμβάνουν οι προσφεύγοντες-ενάγοντες πρωτοδίκως χωρίς να έχει προηγουμένως θεσπίσει ΓΕΔ για την εφαρμογή του άρθρου 10 του εν λόγω παραρτήματος, όπως ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

43

Το επιχείρημα της ΕΥΕΔ ότι ο νομοθέτης της Ένωσης επισημαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις ότι απαιτείται η θέσπιση ΓΕΔ για συγκεκριμένη διάταξη δεν ενισχύει τη θέση της. Ειδικότερα, αν ο νομοθέτης της Ένωσης είχε πράγματι την πρόθεση να περιορίσει την υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ σε ορισμένες μόνο διατάξεις του παραρτήματος αυτού, θα το είχε διευκρινίσει.

44

Κατά τους αντιδίκους κατ’ αναίρεση, ούτε τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε η ΕΥΕΔ μπορούν να γίνουν δεκτά. Πρώτον, το ότι το άρθρο 3 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ προβλέπει ειδικώς τη θέσπιση ΓΕΔ του άρθρου αυτού δεν ασκεί επιρροή, όπως έχει ήδη διαπιστώσει το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στις σκέψεις 24 και 25 της αποφάσεως της 25ης Σεπτεμβρίου 2014, Osorio κ.λπ. κατά ΕΥΕΔ (F‑101/13, EU:F:2014:223). Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι το άρθρο 3 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ προβλέπεται ως παρέκκλιση από το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος αυτού, το οποίο αφορά τις διατάξεις του εν λόγω παραρτήματος, οι ΓΕΔ τις οποίες μνημονεύει το άρθρο 3 δεν μπορούν να παραπέμπουν στις ΓΕΔ που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, ούτε, κατά συνέπεια, να αποκλείουν την υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ για ολόκληρο το παράρτημα Χ του ΚΥΚ, η οποία απορρέει από το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο. Δεύτερον, το γεγονός ότι το άρθρο 10 του παραρτήματος αυτού επιβάλλει τη θέσπιση «λεπτομερών κανόνων εφαρμογής» της διατάξεως αυτής ουδόλως αποκλείει να λάβουν οι εν λόγω κανόνες τη μορφή ΓΕΔ υπό την έννοια του άρθρου 110 του ΚΥΚ, όπως έχει επίσης κρίνει το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στη σκέψη 26 της προαναφερθείσας αποφάσεως. Τρίτον, δεν είναι παράλογο να προβλέπεται συγχρόνως η θέσπιση ΓΕΔ για το σύνολο του εν λόγω παραρτήματος και, επιπλέον, να ζητείται η γνώμη της επιτροπής προσωπικού πριν από την ετήσια αναπροσαρμογή του ύψους της ΑΣΔ σε κάθε τόπο υπηρεσίας.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

– Επί του παραδεκτού

45

Δεδομένου ότι οι R. Alba Aguilera κ.λπ. αμφισβητούν το παραδεκτό του πρώτου λόγου αναιρέσεως διατεινόμενοι ότι είναι νέος ισχυρισμός και μεταβάλλει το αντικείμενο της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαφοράς, η οποία δεν αφορούσε το ζήτημα αν η ΕΥΕΔ όφειλε να θεσπίσει ΓΕΔ του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, αλλά μόνον το ζήτημα αν η ΕΥΕΔ συμμορφώθηκε με την υποχρέωση αυτή και αν οι αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2013 και της 3ης Δεκεμβρίου 2014 συνιστούσαν τέτοιες ΓΕΔ ή αν μπορούσαν να εξομοιωθούν με ΓΕΔ, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στον έλεγχο της νομικής λύσης που δόθηκε σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν πρωτοδίκως. Επομένως, ένας διάδικος δεν επιτρέπεται να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ενώ θα μπορούσε να το πράξει, καθόσον τούτο θα σήμαινε ότι ο εν λόγω διάδικος θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αναιρετική αρμοδιότητα είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από τη διαφορά που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο (πρβλ. αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ.,C‑136/92 P, EU:C:1994:211, σκέψη 59, και της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Συμβούλιο κατά Bank Mellat,C‑176/13 P, EU:C:2016:96, σκέψη 116 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46

Αληθεύει, βεβαίως, ότι εν προκειμένω, στη σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι «[η] ΕΥΕΔ δεν αμφισβητεί ότι από την απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Vanhalewyn κατά ΕΥΕΔ (T-792/14 P, EU:T:2016:156), προκύπτει ότι η ίδια υποχρεούτο να θεσπίσει ΓΕΔ για την εφαρμογή του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, δεδομένου ότι η υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω παραρτήματος καλύπτει επίσης τις διατάξεις που διέπουν την ΑΣΔ». Επιπροσθέτως, όπως επισημαίνουν οι R. Alba Aguilera κ.λπ., η ΕΥΕΔ δεν προβάλλει ότι, στη σκέψη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα επιχειρήματά της.

47

Εντούτοις, αφενός, από τις σκέψεις 26 και 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η ΕΥΕΔ αμφισβήτησε, κατ’ ουσίαν, ότι η απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Vanhalewyn κατά ΕΥΕΔ (T-792/14 P, EU:T:2016:156), έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση. Τούτο, όμως, δεν μπορεί να εμποδίσει την ΕΥΕΔ να αμφισβητήσει, στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βάσει, μεταξύ άλλων, της αποφάσεως αυτής.

48

Αφετέρου, στο σημείο 26 του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, οι R. Alba Aguilera κ.λπ. προέβαλαν, προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ότι «το άρθρο [1], τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ προβλέπει ρητώς την υποχρέωση του οικείου θεσμικού οργάνου να θεσπίσει ΓΕΔ για το σύνολο του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ», ενώ, επιπλέον, υπογραμμίστηκε η φράση «το σύνολο του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ». Οι R. Alba Aguilera κ.λπ. επανέλαβαν την επιχειρηματολογία αυτή στο σημείο 33 του δικογράφου της προσφυγής-αγωγής, κατά το οποίο «τίποτε δεν μπορεί να δικαιολογήσει την καθυστέρηση της ΕΥΕΔ να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή της να θεσπίσει ΓΕΔ για το σύνολο του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ».

49

Το Γενικό Δικαστήριο επανέλαβε την επιχειρηματολογία αυτή στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία εξέθεσε ότι «οι [προσφεύγοντες-ενάγοντες πρωτοδίκως] προβάλλουν ότι η ΕΥΕΔ δεν δύναται να επικαλεστεί το γεγονός ότι η απόφαση της 17ης Μαρτίου 2016, Vanhalewyn κατά ΕΥΕΔ (T‑792/14 P, EU:T:2016:156), εκδόθηκε μόλις […] [λίγο περισσότερο] από ένα μήνα πριν από την έκδοση της [επίδικης] αποφάσεως, δεδομένου ότι […], εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ προβλέπεται στο άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω παραρτήματος.»

50

Στο πλαίσιο, όμως, του συστήματος των ένδικων διαδικασιών που έχουν ως αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, οι διάδικοι έχουν την πρωτοβουλία της δίκης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2017, British Airways κατά Επιτροπής, C-122/16 P, EU:C:2017:861, σκέψη 87). Επομένως, οι R. Alba Aguilera κ.λπ. δεν μπορούν λυσιτελώς να υποστηρίξουν ότι, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η ΕΥΕΔ υποβάλλει στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από εκείνη που οι ίδιοι είχαν υποβάλει στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου.

51

Επιπροσθέτως, στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία μνημονεύεται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι «ναι μεν το άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, το οποίο συνιστά το νομικό έρεισμα της [επίδικης] αποφάσεως, δεν περιλαμβάνει ρητή πρόβλεψη περί θεσπίσεως ΓΕΔ, πλην όμως το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, το οποίο υπάγεται στο πρώτο κεφάλαιο του εν λόγω παραρτήματος, που είναι αφιερωμένο στις “Γενικές Διατάξεις” των ειδικών και κατά παρέκκλιση διατάξεων που ισχύουν για τους υπαλλήλους που είναι τοποθετημένοι σε τρίτη χώρα, προβλέπει ρητώς τέτοια υποχρέωση».

52

Εκ των ανωτέρω το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε, στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία επίσης μνημονεύεται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ότι «οι διατάξεις του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ είναι γενικού χαρακτήρα και οι ΓΕΔ των οποίων τη θέσπιση προβλέπει αφορούν το σύνολο του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ που διέπουν την καταβολή της ΑΣΔ». Στην ίδια σκέψη, το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι, «[κ]ατά συνέπεια, θεσμικό όργανο της Ένωσης που καλείται να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές υποχρεούται να θεσπίσει ΓΕΔ του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, σύμφωνα με το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του [εν λόγω] παραρτήματος», ενώ η «υποχρέωση της θεσπίσεως ΓΕΔ για το σύνολο του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ» υπενθυμίζεται από το Γενικό Δικαστήριο και στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

53

Επιπλέον, από την ανάγνωση του συνόλου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε ενώπιόν του στηριζόμενο κυρίως στη συγκεκριμένη ερμηνεία του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ.

54

Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ’ επανάληψη ότι ο αναιρεσείων μπορεί παραδεκτώς να ασκήσει αναίρεση προβάλλοντας, ενώπιόν του, λόγους αντλούμενους από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τους οποίους αμφισβητείται η νομική της ορθότητα (αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 2007, Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-176/06 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2007:730, σκέψη 17, και της 6ης Σεπτεμβρίου 2018, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής,C-4/17 P, EU:C:2018:678, σκέψη 24).

55

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.

– Επί της ουσίας

56

Σύμφωνα με το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, «[ο]ι [ΓΕΔ] θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης». Το άρθρο 110 προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι «[ο]ι [ΓΕΔ] για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εκδίδονται από την [ΑΔΑ] κάθε θεσμικού οργάνου κατόπιν διαβουλεύσεων με την επιτροπή προσωπικού και την επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης».

57

Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία υπενθύμισε, κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο όρος «[ΓΕΔ]» του άρθρου 110, παράγραφος 1, του ΚΥΚ αφορά πρωτίστως τις ΓΕΔ που προβλέπονται ρητώς από ορισμένες ειδικές διατάξεις του ΚΥΚ. Ελλείψει ρητής διατάξεως, η υποχρέωση θεσπίσεως εκτελεστικών κανόνων υποκείμενων στις τυπικές προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής μπορεί να γίνει δεκτή μόνον κατ’ εξαίρεση, ήτοι όταν οι διατάξεις του ΚΥΚ στερούνται σαφήνειας και ακρίβειας σε τέτοιο βαθμό ώστε να ελλοχεύει ο κίνδυνος αυθαίρετης εφαρμογής τους (απόφαση της 8ης Ιουλίου 1965, Willame κατά Επιτροπής, 110/63, EU:C:1965:71, σ. 147).

58

Εν προκειμένω, όπως ήδη εκτέθηκε στις σκέψεις 51 και 52 της παρούσας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 30 και 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ συνιστά διάταξη προβλέπουσα ρητή υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ για το σύνολο των διατάξεων του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 10 αυτού, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, και ότι, συνεπώς, το εν λόγω άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, επιβάλλει, πριν από την έκδοση αποφάσεως με την οποία αναπροσαρμόζεται το ύψος της ΑΣΔ που καταβάλλεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης που είναι τοποθετημένο σε τρίτες χώρες, όπως είναι η επίδικη απόφαση, τη θέσπιση ΓΕΔ του άρθρου 10 σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 110 του ΚΥΚ.

59

Όπως επισήμανε η ΕΥΕΔ και προκύπτει από τις ανωτέρω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε, συναφώς, στο γεγονός ότι το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ αποτελεί μέρος των γενικών διατάξεων του παραρτήματος αυτού.

60

Εντούτοις, από το γεγονός αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ότι η συγκεκριμένη διάταξη έχει το περιεχόμενο που της προσέδωσε το Γενικό Δικαστήριο.

61

Πράγματι, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 3 του εν λόγω παραρτήματος αναφέρεται επίσης ειδικώς στη θέσπιση ΓΕΔ, ενώ το άρθρο 10, παράγραφος 3, αυτού προβλέπει απλώς ότι οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του άρθρου 10 αποφασίζονται από την ΑΔΑ, η δε παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του άρθρου 10 προβλέπει ότι η ΑΣΔ που ισχύει για κάθε τόπο υπηρεσίας αξιολογείται σε ετήσια βάση και, αν είναι σκόπιμο, αναπροσαρμόζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής προσωπικού. Ομοίως, το άρθρο 2 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ προβλέπει ότι οι λεπτομέρειες της διαδικασίας κινητικότητας καθορίζονται από την ΑΔΑ κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του παραρτήματος αυτού προβλέπει ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραγράφου 1 αυτού καθορίζονται από την ΑΔΑ κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού, το δε άρθρο 23, τέταρτο εδάφιο, του εν λόγω παραρτήματος προβλέπει ότι οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του συγκεκριμένου άρθρου καθορίζονται από την ΑΔΑ. Τα άρθρα 15 και 21 του οικείου παραρτήματος προβλέπουν ότι οι παροχές που αφορούν χορηγούνται στο οικείο προσωπικό υπό τους όρους που καθορίζει η ΑΔΑ.

62

Επομένως, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το παράρτημα Χ του ΚΥΚ αναφέρεται στη θέσπιση όχι μόνο ΓΕΔ, αλλά και «λεπτομερών κανόνων εφαρμογής», ή και άλλων τύπων πράξεων, για τις οποίες ενίοτε διευκρινίζεται ότι μπορούν να θεσπιστούν μόνον κατόπιν γνώμης της επιτροπής προσωπικού. Από το γράμμα, όμως, του άρθρου 110 του ΚΥΚ, και ιδίως της παραγράφου 2, πρώτο εδάφιο, καθώς και των παραγράφων 3 και 4 αυτού, προκύπτει ότι οι «ΓΕΔ» στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού και των οποίων η θέσπιση προϋποθέτει διαβούλευση της ΑΔΑ κάθε θεσμικού οργάνου με την επιτροπή προσωπικού και γνώμη της επιτροπής ΚΥΚ συνιστούν ειδική κατηγορία εκτελεστικών κανόνων του ΚΥΚ, η οποία διακρίνεται σαφώς από τους κανόνες που θεσπίζονται κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων, καθώς και από τους λοιπούς κανόνες ή τις λεπτομέρειες εφαρμογής του.

63

Επομένως, το σύστημα που καθιερώνουν οι διάφορες διατάξεις του ΚΥΚ και του παραρτήματος Χ αυτού προβλέπει ότι οι ΓΕΔ πρέπει να διακρίνονται από άλλους εκτελεστικούς κανόνες του ΚΥΚ, όπως είναι οι λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής που προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφος 3, του παραρτήματος αυτού.

64

Επιπροσθέτως, διαπιστώνεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της επιταγής του άρθρου 110, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, κατά την οποία οι ΓΕΔ μπορούν να θεσπιστούν μόνον κατόπιν διαβουλεύσεων με την επιτροπή προσωπικού και την επιτροπή ΚΥΚ, η ερμηνεία του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο έχει ως συνέπεια τη διπλή επιβολή διαδικαστικών απαιτήσεων που επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό.

65

Επομένως, η ερμηνεία αυτή στερεί το άρθρο 10, παράγραφος 3, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ τουλάχιστον εν μέρει από την πρακτική αποτελεσματικότητά του, καθόσον η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει λιγότερο αυστηρές διαδικαστικές απαιτήσεις για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του συγκεκριμένου άρθρου από εκείνες που απορρέουν από το άρθρο 110, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, και ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 41 και 42 των προτάσεών του.

66

Ομοίως, η ερμηνεία του Γενικού Δικαστηρίου υπονομεύει την πρακτική αποτελεσματικότητα άλλων διατάξεων του εν λόγω παραρτήματος για τις οποίες ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ότι ακολουθείται ειδική διαδικασία θεσπίσεως εκτελεστικών κανόνων, διαφορετική από την προβλεπόμενη στο άρθρο 110, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.

67

Αντιθέτως, τα στοιχεία που επισημάνθηκαν στις σκέψεις 61 έως 66 της παρούσας αποφάσεως αποδεικνύουν ότι το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ έχει την έννοια ότι, οσάκις η θέσπιση ΓΕΔ διατάξεως του παραρτήματος αυτού είναι επιβεβλημένη σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, το εν λόγω άρθρο προσδιορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί για τη θέσπισή τους, ήτοι την προβλεπόμενη στο άρθρο 110 του ΚΥΚ.

68

Υπό την έννοια αυτή, πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι το άρθρο 3 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ προβλέπει ότι, «βάσει των [ΓΕΔ]», η ΑΔΑ δύναται να αποφασίσει ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος αυτού, ο υπάλληλος που είναι τοποθετημένος σε τρίτη χώρα και τοποθετείται προσωρινά μαζί με τη θέση του στην έδρα του οργάνου ή σε οποιονδήποτε άλλο τόπο υπηρεσίας στην Ένωση εξακολουθεί, κατά τη διάρκεια της προσωρινής αυτής τοποθετήσεως, να υπάγεται σε ορισμένες διατάξεις του εν λόγω παραρτήματος.

69

Αν, όμως, όπως έκρινε το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ για το σύνολο των διατάξεων του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ απέρρεε ήδη από το άρθρο 1, παράγραφος 3, του παραρτήματος αυτού, θα ήταν περιττό να προστεθεί αυτή η ρητή διευκρίνιση στο άρθρο 3. Συναφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η προτεινόμενη από τους R. Alba Aguilera κ.λπ. ερμηνεία του άρθρου 3, η οποία εκτίθεται στη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως. Αληθεύει, βεβαίως, ότι η τελευταία περίοδος του άρθρου 3 εισάγει παρέκκλιση από το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος αυτού. Εντούτοις, το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, προβλέπει ότι το εν λόγω παράρτημα θεσπίζει τις ειδικές και κατά παρέκκλιση διατάξεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους της Ένωσης που είναι τοποθετημένοι σε τρίτη χώρα. Επομένως, καθορίζει το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του εν λόγω παραρτήματος.

70

Συνεπώς, η παρέκκλιση αυτή δεν αφορά παρέκκλιση από τις «διατάξεις» του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, συμπεριλαμβανομένου του τρίτου εδαφίου του άρθρου 1 αυτού, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να εκφεύγει το άρθρο 3 του παραρτήματος αυτού του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω παραρτήματος, όπως προβάλλουν οι R. Alba Aguilera κ.λπ., αλλά απλώς παρέχει στην ΑΔΑ τη δυνατότητα να διευρύνει, υπό ορισμένες περιστάσεις, το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του εν λόγω παραρτήματος πέραν του πεδίου εφαρμογής που προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτού και μόνον.

71

Εν συνεχεία, διαπιστώνεται, όπως ακριβώς διαπίστωσε και ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 48 έως 54 των προτάσεών του, ότι το γεγονός ότι το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ έχει απλώς το περιεχόμενο διαδικαστικής παραπομπής δεν καθιστά τη διάταξη αυτή άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας. Συγκεκριμένα, αφενός, η παραπομπή αυτή παραμένει εν πάση περιπτώσει χρήσιμη όσον αφορά το άρθρο 3 του παραρτήματος αυτού. Αφετέρου, η εν λόγω παραπομπή είναι λυσιτελής και στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται ότι μία από τις διατάξεις του εν λόγω παραρτήματος στερείται σαφήνειας και ακρίβειας σε τέτοιο βαθμό ώστε να ελλοχεύει ο κίνδυνος αυθαίρετης εφαρμογής της και, ως εκ τούτου, είναι επιβεβλημένη η θέσπιση ΓΕΔ της διατάξεως αυτής.

72

Τέλος, το γεγονός ότι το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ αποτελεί απλώς διαδικαστική παραπομπή προς διασαφήνιση της μεθοδολογίας βάσει της οποίας θα πρέπει να θεσπιστούν ενδεχόμενες ΓΕΔ επιβεβαιώνεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες που οδήγησαν στην προσθήκη του εν λόγω παραρτήματος στον ΚΥΚ.

73

Αρχικώς, η πρόταση κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου περί θεσπίσεως ειδικών και κατά παρέκκλιση διατάξεων που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι οποίοι είναι τοποθετημένοι σε κράτος που δεν είναι μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [COM(86) 83 τελικό] (ΕΕ 1986, C 74, σ. 11), την οποία υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 6 Μαρτίου 1986, περιελάμβανε στο άρθρο 1 ένα και μόνο εδάφιο, το οποίο αντιστοιχεί πλέον, κατ’ ουσίαν, στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, και διάφορες διατάξεις της προτάσεως αυτής προέβλεπαν ρητώς τη θέσπιση ΓΕΔ. Τούτο ίσχυε, μεταξύ άλλων, για το άρθρο 3 της προτάσεως αυτής, το οποίο αντιστοιχεί, κατ’ ουσίαν, στο άρθρο 3 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, αλλά και για το άρθρο 10, το οποίο αφορούσε, όπως και το άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, την ΑΣΔ. Έτσι, η εν λόγω πρόταση του άρθρου 10 προέβλεπε ότι «[ο]ι [ΓΕΔ] που προβλέπονται [στο άρθρο αυτό και σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να προσδιορίζεται η ΑΣΔ], καθορίζουν τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του ποσοστού της αποζημιώσεως, καθώς και τον κατάλογο των τόπων για τους οποίους χορηγείται η εν λόγω αποζημίωση και τους αντίστοιχους συντελεστές».

74

Εντούτοις, το ψήφισμα το οποίο περάτωσε τη διαδικασία διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τη μνημονευθείσα στην προηγούμενη σκέψη πρόταση κανονισμού, της 12ης Σεπτεμβρίου 1986 (έγγραφο A2-83/86), που επισυνάπτεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως της Παρασκευής, 12 Σεπτεμβρίου 1986 (ΕΕ 1986, C 255, σ. 213 και 245), και το τροποποιημένο κείμενο που πρότεινε στο πλαίσιο αυτό το Κοινοβούλιο αποδεικνύουν ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο πρότεινε να προστεθεί η διευκρίνιση που αποτελεί πλέον το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, καθόσον μια τέτοια τροποποίηση ήταν, κατ’ αυτό, αναγκαία «για να καθοριστεί ο τρόπος θεσπίσεως των διατάξεων εφαρμογής».

75

Η Επιτροπή, υποβάλλοντας στο Συμβούλιο, στις 23 Οκτωβρίου 1986, τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί θεσπίσεως ειδικών και κατά παρέκκλιση διατάξεων που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι οποίοι είναι τοποθετημένοι σε κράτος που δεν είναι μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [COM(86) 565 τελικό] (ΕΕ 1986, C 284, σ. 8), η οποία επαναλάμβανε, κατ’ ουσίαν, την ως άνω πρόταση του Κοινοβουλίου, υιοθέτησε τις τροποποιήσεις που είχε προτείνει το Κοινοβούλιο.

76

Στη μορφή, όμως, του κανονισμού αυτού που τελικώς εγκρίθηκε από το Συμβούλιο, ήτοι στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) 3019/87 του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 1987, για τη θέσπιση ειδικών και κατά παρέκκλιση διατάξεων που ισχύουν για τους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι οποίοι είναι τοποθετημένοι σε τρίτη χώρα (ΕΕ 1987, L 286, σ. 3), με τον οποίο προστέθηκε στον ΚΥΚ το παράρτημα Χ, όπως προβλεπόταν στον κανονισμό αυτό, αφενός, η πρόταση του Κοινοβουλίου που περιλαμβάνεται πλέον στο άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος αυτού διατηρήθηκε με τη διατύπωση που είχε προτείνει το εν λόγω θεσμικό όργανο. Αφετέρου, κάθε αναφορά στη θέσπιση ΓΕΔ στο άρθρο 10 του εν λόγω παραρτήματος απαλείφθηκε, δεδομένου ότι το άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, όπως τροποποιήθηκε με την προαναφερθείσα στην προηγούμενη σκέψη τροποποιημένη πρόταση κανονισμού, αναδιατυπώθηκε και διασαφηνίστηκε προκειμένου να συμπεριληφθούν τόσο ο κατάλογος των παραμέτρων που λαμβάνονταν υπόψη για τον καθορισμό της ΑΣΔ όσο και οι συντελεστές από τους οποίους οι παράμετροι αυτές επηρεάζονταν, η τιμή τους καθώς και η κλίμακα κατά την οποία καθοριζόταν η αποζημίωση, σε ποσοστό επί του ποσού αναφοράς, ήτοι από 10 % σε περίπτωση που η συνολική τιμή των διαφόρων παραμέτρων ήταν μηδενική, έως 35 %, όταν η τιμή αυτή ήταν μεγαλύτερη του οκτώ. Προβλεπόταν επίσης, όπως και στη μορφή της διατάξεως που είναι σήμερα σε ισχύ, ότι η ΑΣΔ που ισχύει για κάθε τόπο υπηρεσίας αξιολογείται κάθε χρόνο και, ενδεχομένως, αναθεωρείται από την ΑΔΑ, αφού ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής προσωπικού.

77

Επομένως, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες που οδήγησαν στην προσθήκη του παραρτήματος Χ στον ΚΥΚ προκύπτει σαφώς ότι, αφενός, η διάταξη η οποία περιέχεται πλέον στο άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος αυτού και η οποία δεν τροποποιήθηκε μετά τον κανονισμό 3019/87, προστέθηκε με μοναδικό σκοπό να διευκρινιστεί η ακολουθητέα διαδικασία οσάκις επιβάλλεται η θέσπιση ΓΕΔ του παραρτήματος αυτού και ότι, αφετέρου, ο νομοθέτης της Ένωσης επιδίωξε σαφώς να αποκλείσει το ενδεχόμενο να είναι αναγκαία η θέσπιση ΓΕΔ όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το άρθρο 10 του εν λόγω παραρτήματος.

78

Συναφώς, πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι, μέχρι την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του ΚΥΚ καθώς και του ΚΛΠ (ΕΕ 2013, L 287, σ. 15), το άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, όπως προβλεπόταν με τον κανονισμό 3019/87, παρέμεινε, κατ’ ουσίαν, αμετάβλητο. Ωστόσο, από 1ης Ιανουαρίου 2014, αντικαταστάθηκε από τη νυν ισχύουσα εκδοχή του, δυνάμει του άρθρου 1, σημείο 70, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1023/2013, τούτο δε, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 27 του κανονισμού αυτού, προκειμένου «να εκσυγχρονιστούν οι συνθήκες εργασίας του προσωπικού που εργάζεται σε τρίτες χώρες και να καταστούν οικονομικά αποδοτικότερες με ταυτόχρονες εξοικονομήσεις […] και […] να προβλεφθεί η δυνατότητα εφαρμογής ευρύτερου φάσματος παραμέτρων στον καθορισμό της [ΑΣΔ], χωρίς να επηρεαστεί ο γενικός στόχος για επίτευξη εξοικονομήσεων».

79

Προς τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, όπως προβλεπόταν με τον κανονισμό 3019/87, απλοποιήθηκε. Κατ’ ουσίαν, ο κατάλογος των παραμέτρων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ΑΣΔ κατέστη ενδεικτικός, απαλείφθηκαν οι διευκρινίσεις σχετικά με τους συντελεστές, τις τιμές των παραμέτρων αυτών και τα ποσοστά του ποσού αναφοράς, και προστέθηκε η παράγραφος 3, κατά την οποία η ΑΔΑ καθορίζει τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του άρθρου αυτού.

80

Επιπροσθέτως, η εν λόγω αντικατάσταση του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ τέθηκε σε ισχύ την ίδια ημέρα με την πραγματοποιηθείσα με το άρθρο 1, σημείο 59, του κανονισμού 1023/2013 αντικατάσταση του άρθρου 110 του ΚΥΚ, το νέο κείμενο του οποίου προβλέπει τα διάφορα είδη εκτελεστικών κανόνων του ΚΥΚ που μπορούν να θεσπιστούν.

81

Επομένως, από την τελευταία αυτή νομοθετική εξέλιξη επίσης προκύπτει σαφώς ότι, αν ο νομοθέτης της Ένωσης είχε την πρόθεση να επιβάλει τη θέσπιση ΓΕΔ, και όχι λεπτομερών κανόνων εφαρμογής, του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ όταν απλοποίησε το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, θα το είχε επισημάνει ρητώς.

82

Επομένως, η εκτιθέμενη στις σκέψεις 42 έως 44 της παρούσας αποφάσεως επιχειρηματολογία των R. Alba Aguilera κ.λπ. προς στήριξη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί, διότι έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης.

83

Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 30 και 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ συνιστά διάταξη προβλέπουσα ρητή υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ για το σύνολο του παραρτήματος αυτού και καθόσον συνήγαγε εξ αυτού ότι η ΕΥΕΔ όφειλε να θεσπίσει ΓΕΔ του άρθρου 10 του εν λόγω παραρτήματος προκειμένου να μπορέσει να εκδώσει νομίμως την επίδικη απόφαση.

84

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Εντούτοις, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, η υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ κατά το άρθρο 110 του ΚΥΚ δύναται, παρά την έλλειψη σχετικής ρητής διατάξεως, να γίνει δεκτή όταν η οικεία διάταξη του ΚΥΚ στερείται σαφήνειας και ακρίβειας σε τέτοιο βαθμό ώστε να ελλοχεύει ο κίνδυνος αυθαίρετης εφαρμογής της, και στο μέτρο που, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η ΕΥΕΔ διατείνεται ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το άρθρο 10 του παραρτήματος Χ πληροί αυτήν την προϋπόθεση, υποπίπτοντας, έτσι, σε δεύτερο νομικό σφάλμα, πρέπει, πριν κριθεί αν πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα, να εξετασθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

85

Η ΕΥΕΔ, παραπέμποντας στις σκέψεις 28, 29 και 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, καθόσον έκρινε ότι το άρθρο 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ είναι διάταξη για την οποία είναι επιβεβλημένη η θέσπιση ΓΕΔ, υπό την έννοια ότι στερείται σαφήνειας και ακρίβειας σε τέτοιο βαθμό ώστε να ελλοχεύει ο κίνδυνος αυθαίρετης εφαρμογής της. Κατά την ΕΥΕΔ, στο πλαίσιο της θεσπίσεως των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής σχετικά με την ΑΣΔ, το άρθρο 10, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του παραρτήματος X του ΚΥΚ επιβάλλει ρητώς και αποκλειστικώς να ζητείται η γνώμη της επιτροπής προσωπικού, όπως συνέβη κατά την έκδοση των αποφάσεων της 17ης Δεκεμβρίου 2013 και της 3ης Δεκεμβρίου 2014. Η ύπαρξη αυτού του σταδίου θα απέκλειε αφεαυτής κάθε ενδεχόμενο η διοίκηση να επιβάλει τα κριτήρια για τον καθορισμό του συντελεστή της ΑΣΔ με σκοπό την επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος το οποίο επιδιώκει. Ο βαθμός λεπτομέρειας του άρθρου 10, το οποίο καθορίζει τις παραμέτρους που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ΑΣΔ και προβλέπει την ετήσια αξιολόγησή τους, αποδεικνύει, εξάλλου, αφεαυτού, ότι δεν καταλείπεται κανένα περιθώριο αυθαίρετης εφαρμογής.

86

Κατά την ΕΥΕΔ, εξάλλου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αναμφίβολα λυσιτελής. Δεδομένου ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν προβλέπει ρητώς την υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ και δεδομένου ότι η φύση της διατάξεως αυτής δεν επιβάλλει τη θέσπιση ΓΕΔ, αποδεικνύεται ότι δεν υφίσταται υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ του άρθρου 10 του παραρτήματος αυτού όπως υποστηρίζουν οι R. Alba Aguilera κ.λπ.. Κατά την ΕΥΕΔ, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως δεν αφορά το ζήτημα της σκοπιμότητας διαβουλεύσεως με την επιτροπή ΚΥΚ, ή το κατά πόσον ασκεί επιρροή η γνωμοδότησή της, ούτε ισοδυναμεί με απαίτηση να αποδείξουν οι R. Alba Aguilera κ.λπ. αρνητικό γεγονός.

87

Οι R. Alba Aguilera κ.λπ. προβάλλουν, κατά κύριο λόγο, ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής. Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε ότι το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος X του ΚΥΚ ρητώς επιβάλλει στην ΕΥΕΔ υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ του άρθρου 10 του παραρτήματος αυτού, το ζήτημα της προβαλλόμενης σαφήνειας του εν λόγω άρθρου 10 δεν ασκεί επιρροή.

88

Εν πάση περιπτώσει, ο λόγος αυτός είναι, κατά τους R. Alba Aguilera κ.λπ., αβάσιμος. Κατ’ αυτούς, η θέσπιση ΓΕΔ συνεπάγεται ότι η γνωμοδότηση της επιτροπής ΚΥΚ δύναται να επηρεάσει την απόφαση της ΑΔΑ. Η απαίτηση αρνητικής αποδείξεως, ήτοι της αποδείξεως ότι η επίδικη απόφαση ενδεχομένως να είχε διαφορετικό περιεχόμενο αν είχαν θεσπιστεί ΓΕΔ, δεν μπορεί να γίνει δεκτή και θα καθιστούσε άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας την υποχρέωση διαβουλεύσεως με την επιτροπή ΚΥΚ.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

89

Δεδομένου ότι οι R. Alba Aguilera κ.λπ. αμφισβητούν, κατά κύριο λόγο, τη λυσιτέλεια του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, σημειώνεται ότι η σχετική επιχειρηματολογία τους στηρίζεται στην παραδοχή ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ συνιστά διάταξη που επιβάλλει ρητή υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ για το σύνολο των διατάξεων του παραρτήματος αυτού, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 10, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως. Εντούτοις, από την ανάλυση του πρώτου λόγου αναιρέσεως προκύπτει ότι η παραδοχή αυτή είναι εσφαλμένη.

90

Τούτου δοθέντος, διαπιστώνεται ότι, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η ΕΥΕΔ προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, καθόσον έκρινε ότι, ανεξαρτήτως της υποχρεώσεως θεσπίσεως ΓΕΔ του άρθρου 10 του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ η οποία απορρέει, κατ’ αυτό, από το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του εν λόγω παραρτήματος, η φύση του άρθρου 10 απαιτεί επίσης να έχουν θεσπιστεί οι ΓΕΔ του εν λόγω άρθρου πριν καταστεί δυνατόν να ληφθεί νομίμως απόφαση περί αναπροσαρμογής του ύψους της ΑΣΔ.

91

Αληθεύει, βεβαίως, ότι στην πρώτη περίοδο της εν λόγω σκέψεως 38, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «η γνωμοδότηση ενός εξωτερικού και διοργανικού οργάνου, όπως είναι η επιτροπή του ΚΥΚ, είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των συνθηκών διαβιώσεως που επικρατούν σε τρίτες χώρες θεσπίζονται κατά τρόπο αφηρημένο και ανεξάρτητο από κάθε άλλη διαδικασία που έχει ως αντικείμενο την αναθεώρηση του ύψους της ΑΣΔ, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος τα κριτήρια αυτά να επηρεαστούν από συγκεκριμένο αποτέλεσμα το οποίο ενδεχομένως επιθυμεί η Διοίκηση».

92

Εντούτοις, από την ανάγνωση του συνόλου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και ειδικότερα των σκέψεων 30, 31, 33 και 40 αυτής, προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν στήριξε την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως στη δεύτερη από τις περιπτώσεις που μνημονεύει η νομολογία η οποία υπομνήσθηκε στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως, αλλά στο ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία που αυτό προέκρινε, το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ επιβάλλει ρητή υποχρέωση θεσπίσεως ΓΕΔ για το σύνολο των διατάξεων του παραρτήματος αυτού, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 10 αυτού.

93

Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 34, τη σκέψη 35, τη δεύτερη περίοδο της σκέψεως 38 και τη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι εκτιμήσεις του Γενικού Δικαστηρίου που εκτίθενται στην πρώτη περίοδο της σκέψεως 38 αφορούν το ζήτημα αν δύναται να θεωρηθεί ότι οι αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2013 και της 3ης Δεκεμβρίου 2014 συνιστούν ΓΕΔ υπό την έννοια του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ. Επομένως, δεν συνδέονται με τη φύση του άρθρου 10 του παραρτήματος αυτού, αλλά με τον τρόπο κατά τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο. Κατά τα λοιπά, όπως ήδη διαπιστώθηκε, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αφορούσε μόνον την πρώτη από τις δύο περιπτώσεις που μνημονεύει η νομολογία η οποία υπομνήσθηκε στη σκέψη 57 της παρούσας αποφάσεως.

94

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

95

Εντούτοις, δεδομένου ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, της οποίας ο εσφαλμένος χαρακτήρας προβάλλεται με τον συγκεκριμένο λόγο, συνιστά, όπως επισημάνθηκε ιδίως στη σκέψη 92 της παρούσας αποφάσεως, τη βάση για την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, πρέπει να αναιρεθούν τα σημεία 1 και 3 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

96

Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, είτε να αποφανθεί το ίδιο οριστικώς επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει.

97

Εν προκειμένω, από την εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που είχαν προβάλει οι R. Alba Aguilera κ.λπ. πρωτοδίκως, κατά τον οποίο η ΕΥΕΔ όφειλε, βάσει του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος Χ του ΚΥΚ, να θεσπίσει ΓΕΔ του άρθρου 10 του παραρτήματος αυτού πριν εκδώσει την επίδικη απόφαση, δεν είναι βάσιμος.

98

Εντούτοις, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό αυτόν τον λόγο ακυρώσεως και ακύρωσε την επίδικη απόφαση κατά το μέτρο που του είχε ζητηθεί χωρίς να εξετάσει τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκαν ενώπιόν του, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση. Επομένως, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

Επί των δικαστικών εξόδων

99

Δεδομένου ότι η υπόθεση αναπέμπεται στο Γενικό Δικαστήριο, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Αναιρεί τα σημεία 1 και 3 του διατακτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης Απριλίου 2018, Alba Aguilera κ.λπ. κατά ΕΥΕΔ (T-119/17, EU:T:2018:183).

 

2)

Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

3)

Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.