ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

JULIANE KOKOTT

της 17ης Οκτωβρίου 2019 ( 1 )

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑103/18 και C‑429/18

Domingo Sánchez Ruiz

κατά

Comunidad de Madrid (Servicio Madrileño de Salud) (C‑103/18)

και

Berta Fernández Álvarez,

BMM,

TGV,

Natalia Fernández Olmos,

Maria Claudia Téllez Barragán

κατά

Consejería de Sanidad de la Comunidad de Madrid (C‑429/18)

[αίτηση του Juzgado Contencioso-Administrativo de Madrid no 8 και no 14
(διοικητικού πρωτοδικείου Μαδρίτης υπ’ αριθ. 8 και υπ’ αριθ. 14, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 1999/70/ΕΚ – Συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP – Ρήτρα 5 – Διαδοχικές σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον τομέα της δημόσιας υγείας – Κατάχρηση – Έννοια των πάγιων και διαρκών αναγκών – Μέτρα επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου – Μετατροπή σε μόνιμη υπαλληλική σχέση – Αρμοδιότητες του εθνικού δικαστή»

I. Εισαγωγή

1.

Οι δύο συνεκδικαζόμενες υποθέσεις αφορούν αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που έχουν υποβάλει το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo de Madrid no 8 και no 14 (διοικητικό πρωτοδικείο Μαδρίτης υπ’ αριθ. 8 και υπ’ αριθ. 14, Ισπανία) και οι οποίες αποτελούν συνέχεια της αίτησης προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo de Madrid no 4 (διοικητικό πρωτοδικείο Μαδρίτης υπ’ αριθ. 4, Ισπανία) στην υπόθεση C‑16/15 ( 2 ).

2.

Η προδήλως συνεχιζόμενη ευρεία χρησιμοποίηση των σχέσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη των αναγκών σε προσωπικό στον τομέα της δημόσιας υγείας στην Comunidad de Madrid (Αυτόνομη Κοινότητα της Μαδρίτης, Ισπανία) επικρίνεται έντονα από τα αιτούντα δικαστήρια σε διάφορα σημεία των δύο αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως. Τα εν λόγω δικαστήρια απευθύνουν, εν προκειμένω, στο Δικαστήριο συνολικά δεκαέξι προδικαστικά ερωτήματα, προκειμένου να διευκρινισθούν οι αρμοδιότητές τους όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων, εάν κριθεί ότι συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, βάσει της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου της 18ης Μαρτίου 1999 για την εργασία ορισμένου χρόνου (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο) ( 3 ).

II. Το νομικό πλαίσιο

Α.   Το δίκαιο της Ένωσης

3.

Το νομικό πλαίσιο σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης καθορίζεται στην υπό κρίση υπόθεση από την οδηγία 1999/70. Όπως προκύπτει από το άρθρο της 1, η εν λόγω οδηγία αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου (στο εξής επίσης: συμφωνία-πλαίσιο), η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 μεταξύ τριών διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP) και προσαρτάται στην οδηγία ως παράρτημα.

4.

Η ρήτρα 1 της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπει τα εξής:

«Σκοπός της παρούσας συμφωνίας πλαισίου είναι:

α)

η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης·

β)

η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου.»

5.

Η ρήτρα 5 («Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης») της συμφωνίας-πλαισίου έχει ως εξής:

«1.

Για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα[…] για την πρόληψη των καταχρήσεων[,] λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/και κατηγοριών εργαζομένων[…] ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας·

β)

τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου·

γ)

τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

2.

Τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:

α)

θεωρούνται “διαδοχικές”,

β)

χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.»

Β.   Το ισπανικό δίκαιο

6.

Το άρθρο 9 του Ley 55/2003 del Estatuto Marco del personal estatutario de los servicios de salud (νόμου 55/2003 περί του γενικού κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των υπηρεσιών υγείας) της 16ης Δεκεμβρίου 2003 ( 4 ) (στο εξής: γενικός κανονισμός) επιτρέπει στους φορείς παροχής υπηρεσιών δημόσιας υγείας να διορίζουν υπαλληλικό προσωπικό με σχέσεις ορισμένου χρόνου για λόγους ανάγκης, επείγοντος ή για την υλοποίηση προγραμμάτων προσωρινού, συγκυριακού ή έκτακτου χαρακτήρα.

7.

Οι εν λόγω διορισμοί μπορούν να αφορούν θέσεις έκτακτων, μετακλητών ή αναπληρωτών υπαλλήλων. Οι διαφορετικές προϋποθέσεις διορισμού στις θέσεις των τριών αυτών κατηγοριών υπαλληλικού προσωπικού με σχέση ορισμένου χρόνου ρυθμίζονται στο άρθρο 9, παράγραφοι 2 έως 4, του γενικού κανονισμού ως εξής:

«2.   Διορισμός έκτακτου υπαλλήλου γίνεται για την προσωρινή κάλυψη μιας κενής θέσεως σε κέντρα πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης, όταν είναι αναγκαία η άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων.

Ο έκτακτος δημόσιος υπάλληλος απολύεται όταν διοριστεί μόνιμος δημόσιος υπάλληλος, μέσω νόμιμης ή καθοριζόμενης από κανονιστική πράξη διαδικασίας, στη θέση την οποία καλύπτει, καθώς και σε περίπτωση που η θέση αυτή καταργηθεί.

3.   Διορισμός μετακλητού υπαλλήλου γίνεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

a)

όταν αφορά την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών με προσωρινό, συγκυριακό ή έκτακτο χαρακτήρα·

b)

όταν είναι αναγκαίος ώστε να εξασφαλισθεί η μόνιμη και συνεχής λειτουργία των υπηρεσιών υγείας·

c)

για την παροχή εργασίας συμπληρωματικώς προς τους υπαλλήλους οι οποίοι εργάζονται με μειωμένο ωράριο.

Ο μετακλητός δημόσιος υπάλληλος απολύεται όταν επέλθει ο λόγος ή λήξει η προθεσμία που ρητώς καθορίζονται στην πράξη διορισμού, καθώς και σε περίπτωση καταργήσεως των καθηκόντων που είχαν προηγουμένως δικαιολογήσει τον διορισμό του.

Οσάκις πραγματοποιούνται περισσότεροι των δύο διορισμών για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών σε συνολικό διάστημα δώδεκα ή πλέον μηνών εντός διετούς περιόδου, απαιτείται εξέταση των λόγων για τους οποίους πραγματοποιήθηκαν οι διορισμοί αυτοί, προκειμένου να αξιολογηθεί, κατά περίπτωση, εάν προσήκει η δημιουργία οργανικής θέσεως στο νοσηλευτικό ίδρυμα.

4.   Διορισμός αναπληρωματικού προσωπικού γίνεται όταν είναι απαραίτητη η υποκατάσταση στα καθήκοντα των μόνιμων ή των εκτάκτων υπαλλήλων κατά τη διάρκεια των περιόδων διακοπών, αδειών και άλλων απουσιών με προσωρινό χαρακτήρα στο πλαίσιο των οποίων διατηρείται η θέση εργασίας.

Οι αναπληρωτές υπάλληλοι απολύονται όταν ο αναπληρούμενος επανέλθει στη θέση του ή απολέσει το δικαίωμά του για επάνοδο στην ίδια θέση ή στα ίδια καθήκοντα.»

8.

Το άρθρο 10 του Ley del Estatuto Básico del Empleado Público (νόμου περί του βασικού καθεστώτος των εργαζομένων του Δημοσίου), του οποίου το αναδιατυπωμένο κείμενο εγκρίθηκε με το Real Decreto Legislativo 5/2015, de 30 de octubre (βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 5/2015, της 30ής Οκτωβρίου 2015) ( 5 ) (στο εξής: νόμος περί του βασικού καθεστώτος), προβλέπει, όσον αφορά την πλήρωση των οργανικών θέσεων με τους λεγόμενους έκτακτους δημόσιους υπαλλήλους, τα εξής:

«1.   Έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι όσοι διορίζονται με αυτή την ιδιότητα, για λόγους επιτακτικών και επειγουσών αναγκών που αιτιολογούνται ρητώς, για να ασκήσουν καθήκοντα τακτικού υπαλλήλου, σε κάποια από τις παρακάτω περιπτώσεις:

α)

όταν υπάρχουν κενές θέσεις που δεν μπορούν να καλυφθούν από τακτικούς υπαλλήλους· […]».

Οι κενές θέσεις που πληρούνται σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, πρέπει κατά κανόνα, βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 4, του νόμου περί του βασικού καθεστώτος, να περιλαμβάνονται στις προκηρύξεις θέσεων εργασίας του οικείου έτους πρόσληψης ή του επόμενου έτους. Για την κάλυψη των προκηρυσσόμενων θέσεων εργασίας διεξάγονται διαγωνισμοί, εφόσον οι ανάγκες σε προσωπικό δεν μπορούν να καλυφθούν με άλλα παρόμοια μέσα. Το άρθρο 70, παράγραφος 1, του νόμου περί του βασικού καθεστώτος προβλέπει σχετικώς τριετή προθεσμία για τη δημοσίευση των κατά περίπτωση αναγκαίων διαγωνισμών, χωρίς δυνατότητα παράτασης.

9.

Η τέταρτη μεταβατική διάταξη του νόμου περί του βασικού καθεστώτος προβλέπει τη διεξαγωγή ανοικτών διαγωνισμών για τη μόνιμη πλήρωση των θέσεων εργασίας που καταλαμβάνονταν από έκτακτους ή άλλους συμβασιούχους υπαλλήλους. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να συνεκτιμώνται ο χρόνος προϋπηρεσίας και η πείρα σε αντίστοιχες θέσεις.

III. Τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών των κύριων δικών και τα προδικαστικά ερωτήματα

Α.   Η υπόθεση C‑103/18

10.

Ο D. Sánchez Ruiz προσελήφθη στις 2 Νοεμβρίου 1999 ως έκτακτος υπάλληλος (ήτοι ως μέλος του προσωρινού προσωπικού) από τη Servicio Madrileño de Salud (υπηρεσία δημόσιας υγείας) της Comunidad de Madrid (Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης), όπου εργάσθηκε ως τεχνικός πληροφορικής, υπαγόμενος στην κατηγορία «τεχνικό διοικητικό προσωπικό».

11.

Λόγω κατάργησης της εν λόγω κατηγορίας προσωπικού κατόπιν νομοθετικής μεταρρύθμισης, η υπηρεσιακή σχέση λύθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2011, ενώ την ίδια ημέρα διορίστηκε στην ίδια οργανική θέση ως έκτακτος υπάλληλος. Με τον νέο αυτόν διορισμό, ο D. Sánchez Ruiz υπήχθη στη νέα κατηγορία «υπαλληλικό προσωπικό στον τομέα των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών».

12.

Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο D. Sánchez Ruiz δεν έλαβε μέρος στον γενικό διαγωνισμό που προκηρύχθηκε στις 27 Μαΐου 2015 (διαδικασία επιλογής βάσει τίτλων και εξετάσεων), στην κατηγορία του, για τον διορισμό σε μόνιμη θέση –τον μοναδικό διαγωνισμό που προκηρύχθηκε στην ειδικότητά του από το 1999– ούτε προσέφυγε κατά της προκήρυξης αυτής.

13.

Κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης προδικαστικής αποφάσεως, ο D. Sánchez Ruiz εξακολουθούσε να εργάζεται υπό το ανωτέρω περιγραφέν καθεστώς. Ουδέποτε προσέβαλε την απόλυση ή τον εκ νέου από 28 Δεκεμβρίου 2011 διορισμό του.

14.

Στις 21 Δεκεμβρίου 2016 ζήτησε από την Comunidad de Madrid (Αυτόνομη Κοινότητα της Μαδρίτης) να αναγνωρισθεί ως μόνιμος υπάλληλος με σχέση αορίστου χρόνου ή ως υπάλληλος εξομοιούμενος με μόνιμο. Ο όρος «μονιμότητα» έχει εν προκειμένω την έννοια της ένταξης στο –για αόριστο χρόνο και σε μόνιμη βάση απασχολούμενο– υπαλληλικό προσωπικό των δημόσιων υπηρεσιών υγείας. Το καθεστώς αυτό διαφέρει από εκείνο των υπαλλήλων που απασχολούνται για αόριστο χρόνο αλλά δεν είναι μόνιμοι και δεν έχουν δικαίωμα συνέχισης της απασχόλησής τους σε περίπτωση κατάργησης ή μόνιμης πλήρωσης της οργανικής θέσης τους ( 6 ). Κατόπιν απόρριψης της αίτησης από τον Viceconsejero de Sanidad, ο D. Sánchez Ruiz άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.

15.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Juzgado de lo Contensioso-Administrativo no 8 de Madrid (διοικητικό πρωτοδικείο Μαδρίτης υπ’ αριθ. 8, Ισπανία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

1)

Μπορεί κατάσταση όπως η εκτιθέμενη στην υπό κρίση υπόθεση (στην οποία ο εργοδότης του δημόσιου τομέα δεν τηρεί τα προβλεπόμενα στον νόμο χρονικά όρια, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτή η διαδοχική σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ή διατηρεί τον προσωρινό χαρακτήρα της απασχολήσεως τροποποιώντας το είδος του διορισμού από διορισμό μετακλητού υπαλλήλου σε διορισμό έκτακτου ή αναπληρωτή υπαλλήλου) να θεωρηθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών διορισμών και, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτό ότι εμπίπτει στη ρήτρα 5 της προσαρτημένης στην οδηγία 1999/70/ΕΚ συμφωνίας-πλαισίου;

2)

Έχουν οι διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία προσαρτάται στην οδηγία 1999/70[/ΕΚ], σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικότητας, την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικούς δικονομικούς κανόνες σύμφωνα με τους οποίους αναγκαία προϋπόθεση, προκειμένου ο εργαζόμενος με σχέση ορισμένου χρόνου να υπαχθεί στην προστασία της κοινοτικής οδηγίας και να ασκήσει τα δικαιώματα τα οποία αναγνωρίζει η έννομη τάξη της Ένωσης, είναι η εκ μέρους του ενεργητική αμφισβήτηση (όλων των διαδοχικών διορισμών και των διαδοχικών παύσεων της απασχολήσεως) ή άσκηση ένδικου βοηθήματος (κατά αυτών);

3)

Λαμβανομένου υπόψη ότι, στον δημόσιο τομέα και όσον αφορά την παροχή βασικών υπηρεσιών, η ανάγκη κάλυψης κενών θέσεων ή απουσιών λόγω ασθένειας ή άδειας […] είναι κατ’ ουσίαν «πάγια» και δεδομένου ότι είναι αναγκαίο να οριοθετηθεί η έννοια του «αντικειμενικού λόγου» που δικαιολογεί την πρόσληψη με σχέση ορισμένου χρόνου:

α)

Μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει στην οδηγία 1999/70/ΕΚ (ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ), και ότι, επομένως, δεν υφίσταται αντικειμενικός λόγος, κατάσταση στην οποία ο έκτακτος υπάλληλος συνάπτει διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (interinidad), χωρίς διακοπή μεταξύ αυτών, παρέχοντας τις υπηρεσίες του κάθε ημέρα ή σχεδόν κάθε ημέρα του έτους, με αλλεπάλληλους/διαδοχικούς διορισμούς/κλήσεις για ανάληψη υπηρεσίας, που επεκτείνονται, με απόλυτη σταθερότητα, επί σειρά ετών, υφιστάμενου πάντοτε του λόγου για τον οποίο κλήθηκε ο υπάλληλος να αναλάβει υπηρεσία;

β)

Πρέπει να θεωρηθεί η ως άνω ανάγκη πάγια και όχι προσωρινή και, ως εκ τούτου, ότι δεν αποτελεί «αντικειμενικό λόγο» κατά τη ρήτρα 5, [σημείο] 1, [στοιχείο] αʹ, λαμβανομένων υπόψη τόσο των εκτιθέμενων παραμέτρων, ήτοι της υπάρξεως αναρίθμητων διορισμών και κλήσεων για ανάληψη υπηρεσίας, που επεκτείνονται επί σειρά ετών, όσο και της υπάρξεως διαρθρωτικού ελαττώματος, το οποίο συνίσταται στο ποσοστό μη μόνιμου προσωπικού στον οικείο τομέα, [ή/και] του γεγονότος ότι οι εν λόγω ανάγκες καλύπτονται πάντοτε και κατά κανόνα από εργαζομένους με σχέσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίοι αναδεικνύονται σταθερά σε βασικό στοιχείο της λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας;

γ)

Ή μπορεί να θεωρηθεί ότι, κατ’ ουσίαν, για να καθορισθεί το επιτρεπόμενο όριο σχέσεων ορισμένου χρόνου, πρέπει απλώς να εφαρμοσθεί το γράμμα της διάταξης που διέπει την απασχόληση των εν λόγω εργαζομένων με σχέση ορισμένου χρόνου και προβλέπει ότι μπορούν να διορίζονται για λόγους ανάγκης, επείγοντος ή για την ανάπτυξη προγραμμάτων προσωρινού, συγκυριακού ή έκτακτου χαρακτήρα και ότι, τελικώς, για να συντρέχει αντικειμενικός λόγος, η απασχόλησή τους πρέπει να ανταποκρίνεται σε έκτακτες περιστάσεις, ενώ παύει να υφίσταται αντικειμενικός λόγος και, επομένως, συντρέχει κατάχρηση όταν η απασχόλησή τους παύει να είναι μεμονωμένη, προσωρινή ή περιστασιακή;

4)

Συνάδει προς την προσαρτημένη στην οδηγία 1999/70/ΕΚ συμφωνία-πλαίσιο να θεωρούνται αντικειμενικοί λόγοι για τη διαδοχική σύναψη και ανανέωση των συμβάσεων των έκτακτων δημόσιων υπαλλήλων τεχνικών πληροφορικής λόγοι ανάγκης, επείγοντος [ή] αναπτύξεως προγραμμάτων προσωρινού, συγκυριακού ή έκτακτου χαρακτήρα, όταν οι εν λόγω δημόσιοι υπάλληλοι ασκούν κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό συνήθη καθήκοντα τακτικών δημόσιων υπαλλήλων, χωρίς η εργοδότρια Διοίκηση να θεσπίζει μέγιστα όρια στους εν λόγω διορισμούς και χωρίς να τηρεί τις νόμιμες υποχρεώσεις για την κάλυψη των εν λόγω θέσεων και αναγκών με τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους και χωρίς να θεσπίζεται κανένα ισοδύναμο μέτρο για την πρόληψη και την αποφυγή της καταχρήσεως των διαδοχικών σχέσεων ορισμένου χρόνου, παρατεινομένης κατά περιόδους της παροχής υπηρεσιών από έκτακτους δημόσιους υπαλλήλους τεχνικούς πληροφορικής, στην υπό κρίση υπόθεση δε επί 17 συναπτά έτη;

5)

Συνάδει προς τα προβλεπόμενα στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία προσαρτάται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70[/ΕΚ], καθώς και την ερμηνεία αυτής από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία), στο μέτρο που εξαρτά, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη άλλες παράμετροι, τη διαπίστωση περί συνδρομής αντικειμενικού λόγου από τον λόγο διορισμού και τη χρονική διάρκεια της σχέσης, ή κρίνει ότι οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι συγκρίσιμοι [με τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους], λαμβανομένου υπόψη του διαφορετικού νομικού καθεστώτος, συστήματος προσλήψεως ή του διαρκούς χαρακτήρα της υπηρεσιακής σχέσης των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων και του προσωρινού χαρακτήρα της υπηρεσιακής σχέσης των έκτακτων υπαλλήλων;

6)

Εάν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών σχέσεων για την απασχόληση εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων στην υπηρεσία της Servicio Madrileño de Salud (υπηρεσίας δημόσιας υγείας) της Comunidad de Madrid (Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης), με σκοπό την κάλυψη πάγιων και διαρθρωτικών αναγκών παροχής υπηρεσιών τακτικών δημόσιων υπαλλήλων, δεδομένου ότι η εθνική έννομη τάξη δεν προβλέπει κάποιο αποτελεσματικό ή αποτρεπτικό μέτρο για την επιβολή κυρώσεων κατά της εν λόγω καταχρήσεως και την εξάλειψη των επιπτώσεων της παραβάσεως της κοινοτικής νομοθεσίας, έχει η ρήτρα 5 της προσαρτημένης στην οδηγία 1999/70/ΕΚ συμφωνίας-πλαισίου την έννοια ότι επιβάλλει στον εθνικό δικαστή την υποχρέωση να λάβει αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα που να διασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου και, επομένως, να επιβάλει τις σχετικές κυρώσεις και να εξαλείψει τις επιπτώσεις της παραβάσεως της προμνησθείσας ευρωπαϊκής νομοθεσίας, αφήνοντας ανεφάρμοστη την εθνική νομοθεσία που θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, και όπως επισημαίνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σκέψη 41 της αποφάσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑184/15 και C‑197/15:

Συνάδει προς τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 1999/70/ΕΚ, ως μέτρο για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως διαδοχικών σχέσεων ορισμένου χρόνου, για την επιβολή των σχετικών κυρώσεων και για την εξάλειψη των επιπτώσεων της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, το να μετατραπεί η σχέση εργασίας έκτακτου/μετακλητού/αναπληρωτή υπαλλήλου σε μόνιμη υπηρεσιακή σχέση, τακτικού υπαλλήλου ή υπαλλήλου με σχέση αορίστου χρόνου, με την ίδια σταθερότητα στην απασχόληση με εκείνη που απολαύουν συγκρίσιμοι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι;

7)

Σε περίπτωση καταχρήσεως διαδοχικών σχέσεων ορισμένου χρόνου, μπορεί να θεωρηθεί ότι η μετατροπή της υπηρεσιακής σχέσης του έκτακτου υπαλλήλου σε μόνιμη ή αορίστου χρόνου σχέση εκπληρώνει τους σκοπούς της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της προσαρτημένης σε αυτήν συμφωνίας-πλαισίου μόνον όταν ο έκτακτος υπάλληλος θύμα της καταχρήσεως απολαύει των ιδίων και πανομοιότυπων όρων απασχολήσεως σε σχέση με τους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους (όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, την επαγγελματική ανέλιξη, την κάλυψη κενών θέσεων, την επαγγελματική κατάρτιση, τις άδειες απουσίας, διοικητικά ζητήματα, τις άδειες και εγκρίσεις, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και τη λύση της σχέσης εργασίας, καθώς και τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς που προκηρύσσονται για κάλυψη κενών θέσεων ή για επαγγελματική ανέλιξη) βάσει των αρχών της μονιμότητας και της ισοβιότητας, με όλα τα συναφή δικαιώματα και υποχρεώσεις, υπό συνθήκες ίσης μεταχείρισης με τους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους τεχνικούς πληροφορικής;

8)

Επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο την επανεξέταση αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων ή απρόσβλητων διοικητικών πράξεων υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, όταν συντρέχουν οι τέσσερις προϋποθέσεις που διατυπώνονται στην απόφαση Kühne & Heitz NV (C‑453/00, της 13ης Ιανουαρίου 2004): 1) στο εθνικό δίκαιο της Ισπανίας η Διοίκηση και τα δικαστήρια διαθέτουν εξουσία επανεξέτασης, αλλά υπό τους προεκτεθέντες περιορισμούς που καθιστούν πολύ δυσχερή ή αδύνατη μια τέτοια επανεξέταση· 2) οι επίμαχες αποφάσεις κατέστησαν απρόσβλητες κατόπιν αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου που αποφαίνεται σε τελευταίο/μοναδικό βαθμό· 3) η εν λόγω δικαστική απόφαση στηρίχθηκε σε ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου η οποία δεν συνάδει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκδόθηκε χωρίς την προηγούμενη υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης· και [4]) ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στο διοικητικό όργανο μόλις έλαβε γνώση της εν λόγω νομολογίας;

9)

Μπορούν και οφείλουν τα εθνικά δικαστήρια, ως ευρωπαϊκά δικαστήρια που υπέχουν υποχρέωση να διασφαλίζουν την πλήρη ισχύ του δικαίου της Ένωσης στα κράτη μέλη, να υποχρεώνουν και να διατάσσουν την εθνική διοικητική αρχή των κρατών μελών να λάβει –εντός των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της– τα κατάλληλα μέτρα για την κατάργηση των κανόνων του εσωτερικού δικαίου που δεν συνάδουν προς το δίκαιο της Ένωσης, γενικώς, και προς την οδηγία 1999/70/ΕΚ και την προσαρτημένη σε αυτή συμφωνία-πλαίσιο ειδικώς;

Β.   Η υπόθεση C‑429/18

16.

Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑429/18 ανήκουν στο έκτακτο υπαλληλικό προσωπικό με σχέση ορισμένου χρόνου και εργάζονται ως οδοντίατροι σε διάφορα κέντρα υγειονομικής περίθαλψης της Comunidad de Madrid (Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης) ως υπάλληλοι της υπηρεσίας δημόσιας υγείας της Μαδρίτης (SERMAS).

17.

Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι προσφεύγουσες είχαν απασχοληθεί επί πολλά έτη ( 7 ), συχνά στην ίδια θέση εργασίας, αλλά με διαφορετικές νομικές βάσεις, με την ιδιότητα του μετακλητού, έκτακτου ή αναπληρωτή υπαλλήλου με σχέσεις ορισμένου χρόνου. Εν τέλει, όλες οι προσφεύγουσες διορίστηκαν ως έκτακτες υπάλληλοι.

18.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους, οι προσφεύγουσες εκπλήρωναν σταθερά και αδιαλείπτως τα ίδια καθήκοντα με το μόνιμο υπαλληλικό προσωπικό. Δεν προσέφυγαν κατά των διαφόρων διαδοχικών διορισμών και απολύσεων.

19.

Στις 22 Ιουλίου 2016 οι ενδιαφερόμενες ζήτησαν από την Comunidad de Madrid (Αυτόνομη Κοινότητα της Μαδρίτης) να αναγνωρισθούν ως μόνιμοι υπάλληλοι με σχέση αορίστου χρόνου ή ως εξομοιούμενοι με τακτικό υπάλληλο. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε.

20.

Κατόπιν τούτου, προσέφυγαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας να εφαρμοσθεί στην περίπτωσή τους η οδηγία 1999/70, σε συνδυασμό με τη συμφωνία-πλαίσιο, να κριθούν αντίθετες προς την ως άνω οδηγία και να αρθούν όλες οι δυσμενείς διακρίσεις που υφίστανται σε σχέση με το μόνιμο υπαλληλικό προσωπικό και να τους αναγνωρισθεί καθεστώς τακτικού δημόσιου υπαλλήλου ή, επικουρικώς, καθεστώς υπαλληλικού προσωπικού εξομοιωμένου με τους τακτικούς υπαλλήλους.

21.

Προς στήριξη της προσφυγής τους, υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι οι θέσεις που κατέχουν δεν περιλήφθηκαν σε προκηρύξεις θέσεων εργασίας, κατά το έτος πρόσληψής τους ή το επόμενο έτος, με σκοπό την πλήρωσή τους από μόνιμους ιατρούς με ειδίκευση στην οδοντιατρική, ούτε προκηρύχθηκαν οι θέσεις εργασίας ή κινήθηκε παρόμοια διαδικασία πριν από τη λήξη της προβλεπόμενης από τους εθνικούς κανόνες τριετούς προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να παραταθεί.

22.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Juzgado de lo Contensioso-Administrativo no 14 de Madrid [διοικητικό πρωτοδικείο Μαδρίτης υπ’ αριθ. 14, Ισπανία] αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

1)

Είναι ορθή η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου ερμηνεία της προσαρτημένης στην οδηγία 1999/70/ΕΚ συμφωνίας-πλαισίου και η συνακόλουθη διαπίστωση ότι η πρόσληψη των προσφευγουσών με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνιστά κατάχρηση, καθόσον ο εργοδότης του δημόσιου τομέα χρησιμοποιεί διάφορες –ορισμένου πάντα χρόνου– μορφές προσλήψεως για την εκτέλεση, κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό, συνήθων καθηκόντων τακτικών δημόσιων υπαλλήλων και για την κάλυψη διαρθρωτικών ελλείψεων και αναγκών οι οποίες, ουσιαστικά, δεν είναι προσωρινές, αλλά πάγιες και διαρκείς; Πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ότι η πρόσληψη μέσω των ως άνω σχέσεων ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από αντικειμενικό λόγο, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου, στο μέτρο που η εν λόγω χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου αντιβαίνει ευθέως στο δεύτερο εδάφιο του προοιμίου της συμφωνίας-πλαισίου και στα σημεία 6 και 8 των γενικών παρατηρήσεων της εν λόγω συμφωνίας, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν τέτοιες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου;

2)

Είναι ορθή η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου ερμηνεία της προσαρτημένης στην οδηγία 1999/70/ΕΚ συμφωνίας-πλαισίου, κατά την οποία δεν συνιστά ισοδύναμο μέτρο και δεν μπορεί να θεωρηθεί κύρωση, καθόσον δεν είναι αναλογική προς τη διαπιστωθείσα κατάχρηση, η προκήρυξη τακτικού διαγωνισμού, με τα παρατιθέμενα χαρακτηριστικά, η οποία συνεπάγεται την απόλυση του εργαζομένου με σχέση ορισμένου χρόνου, κατά παράβαση των σκοπών της οδηγίας, και τη διαιώνιση μιας δυσμενούς καταστάσεως για τους δημόσιους υπαλλήλους με σχέσεις ορισμένου χρόνου και η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματικό μέτρο, δεδομένου ότι ο μεν εργοδότης ουδόλως θίγεται, το δε μέτρο δεν λειτουργεί αποτρεπτικά, και ως εκ τούτου δεν συνάδει προς το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/70, καθόσον δεν διασφαλίζει την εκ μέρους του ισπανικού κράτους επίτευξη των αποτελεσμάτων που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία;

3)

Είναι ορθή η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου ερμηνεία του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 στην υπόθεση C‑16/15, κατά την οποία η προκήρυξη ανοικτού διαγωνισμού δεν είναι κατάλληλο μέτρο για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως διαδοχικών σχέσεων ορισμένου χρόνου, καθόσον η ισπανική νομοθεσία δεν προβλέπει κάποιον αποτελεσματικό και αποτρεπτικό μηχανισμό επιβολής κυρώσεων που να θέτει τέρμα στον καταχρηστικό διορισμό δημόσιων υπαλλήλων με σχέσεις ορισμένου χρόνου και δεν επιτρέπει την κάλυψη των νέων οργανικών θέσεων από τους υπαλλήλους εκείνους που υπήρξαν θύματα της καταχρήσεως αυτής, με αποτέλεσμα να παραμένουν οι τελευταίοι σε καθεστώς ανασφάλειας;

4)

Είναι ορθή η ερμηνεία που δίδει το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία η μετατροπή της σχέσης ορισμένου χρόνου, του εργαζομένου που υπήρξε θύμα καταχρήσεως, σε «σχέση αορίστου χρόνου σε μη μόνιμη θέση» δεν συνιστά αποτελεσματική κύρωση, καθόσον ο εν λόγω εργαζόμενος μπορεί να απολυθεί, είτε λόγω καλύψεως της θέσεως κατόπιν διαγωνισμού είτε λόγω καταργήσεώς της, και ως εκ τούτου αντιβαίνει στη συμφωνία-πλαίσιο ως προς τους σκοπούς περί προλήψεως της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεδομένου ότι δεν συνάδει προς το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/70, καθόσον δεν διασφαλίζει την εκ μέρους του ισπανικού κράτους επίτευξη των αποτελεσμάτων που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία;

Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων, είναι αναγκαίο να επαναληφθούν εν προκειμένω τα ακόλουθα ερωτήματα, που περιέχονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε στις 30 Ιανουαρίου 2018, στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. 193/2017 διαδικασίας κατεπείγοντος, το Juzgado de lo Contencioso-Administrativo no 8 de Madrid (διοικητικό πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 8 της Μαδρίτης, Ισπανία) [υπόθεση C‑103/18]:

5)

Εάν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών σχέσεων για την απασχόληση εκτάκτων δημοσίων υπαλλήλων στην υπηρεσία της Servicio Madrileño de Salud (υπηρεσίας δημόσιας υγείας) της Comunidad de Madrid (Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης), με σκοπό την κάλυψη πάγιων και διαρθρωτικών αναγκών παροχής υπηρεσιών τακτικής δημόσιων υπαλλήλων, δεδομένου ότι η εθνική έννομη τάξη δεν προβλέπει κάποιο αποτελεσματικό ή αποτρεπτικό μέτρο για την επιβολή κυρώσεων κατά της εν λόγω καταχρήσεως και την εξάλειψη των επιπτώσεων της παραβάσεως της κοινοτικής νομοθεσίας, έχει η ρήτρα 5 της προσαρτημένης στην οδηγία 1999/70/ΕΚ συμφωνίας-πλαισίου την έννοια ότι επιβάλλει στον εθνικό δικαστή την υποχρέωση να λάβει αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα που να διασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου και, επομένως, να επιβάλει τις σχετικές κυρώσεις και να εξαλείψει τις επιπτώσεις της παραβάσεως της προμνησθείσας ευρωπαϊκής νομοθεσίας, αφήνοντας ανεφάρμοστη την εθνική νομοθεσία που θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου;

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, και όπως επισημαίνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σκέψη 41 της αποφάσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑184/15 και C‑197/15:

Συνάδει προς τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 1999/70/ΕΚ, ως μέτρο για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως διαδοχικών σχέσεων ορισμένου χρόνου, για την επιβολή των σχετικών κυρώσεων και για την εξάλειψη των επιπτώσεων της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, το να μετατραπεί η σχέση εργασίας έκτακτου/μετακλητού/αναπληρωτή υπαλλήλου σε μόνιμη σχέση εργασίας, τακτικού υπαλλήλου ή υπαλλήλου με σχέση αορίστου χρόνου, με την ίδια σταθερότητα στην απασχόληση με εκείνη που απολαύουν συγκρίσιμοι τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, δεδομένου ότι η εθνική νομοθεσία απαγορεύει απολύτως στον δημόσιο τομέα τη μετατροπή των διαδοχικών σχέσεων ορισμένου χρόνου σε σχέση αορίστου χρόνου, όταν δεν υφίσταται άλλο αποτελεσματικό μέτρο για την αποτροπή της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, ενδεχομένως, την επιβολή των σχετικών κυρώσεων;

6)

Σε περίπτωση καταχρήσεως διαδοχικών σχέσεων ορισμένου χρόνου, μπορεί να θεωρηθεί ότι η μετατροπή της υπηρεσιακής σχέσης του έκτακτου υπαλλήλου σε μόνιμη ή αορίστου χρόνου σχέση εκπληρώνει τους σκοπούς της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της προσαρτημένης σε αυτήν συμφωνίας-πλαισίου μόνον όταν ο έκτακτος υπάλληλος θύμα της καταχρήσεως απολαύει των ιδίων και πανομοιότυπων όρων απασχολήσεως σε σχέση με τους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους (όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, την επαγγελματική ανέλιξη, την κάλυψη κενών θέσεων, την επαγγελματική κατάρτιση, τις άδειες απουσίας, διοικητικά ζητήματα, τις άδειες και εγκρίσεις, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και τη λύση της σχέσης εργασίας, καθώς και τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς που προκηρύσσονται για κάλυψη κενών θέσεων ή για επαγγελματική ανέλιξη) βάσει των αρχών της μονιμότητας και της ισοβιότητας, με όλα τα συναφή δικαιώματα και υποχρεώσεις, υπό συνθήκες ίσης μεταχείρισης με τους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους;

7)

Λαμβάνοντας υπόψη την ύπαρξη, ενδεχομένως, καταχρηστικής πρακτικής συνιστάμενης στη χρησιμοποίηση σχέσεων ορισμένου χρόνου για την κάλυψη παγίων αναγκών άνευ αντικειμενικού λόγου συνδεόμενου με επείγουσες και επιτακτικές ανάγκες που να τη δικαιολογούν, καθώς και την απουσία, στο ισπανικό εθνικό δίκαιο, σχετικών κυρώσεων ή αποτελεσματικών περιορισμών, τίθεται το ακόλουθο ζήτημα: οσάκις ο εργοδότης δεν παρέχει μονιμότητα στον εργαζόμενο, συνάδει προς τους σκοπούς της οδηγίας 1999/70/ΕΚ η χορήγηση, ως μέσου για την πρόληψη τέτοιας καταχρηστικής πρακτικής και για την εξάλειψη των επιπτώσεων της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, αποζημιώσεως ισοδύναμης με την αποζημίωση λόγω καταχρηστικής απολύσεως, εν είδει προσήκουσας, αναλογικής, αποτελεσματικής και αποτρεπτικής κυρώσεως;

23.

Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Ιανουαρίου 2019, οι δύο υποθέσεις ενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής απόφασης. Οι προσφεύγοντες των κύριων δικών, η Comunidad de Madrid (Αυτόνομη Κοινότητα της Μαδρίτης), η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και μετείχαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 15ης Μαΐου 2019.

IV. Νομική εκτίμηση

Α.   Εισαγωγικές παρατηρήσεις και περίγραμμα της ανάλυσης

24.

Στις υποθέσεις των κύριων δικών, οι προσφεύγοντες προβάλλουν, προς στήριξη των αιτήσεών τους για αναγνώριση της αορίστου χρόνου σχέσης εργασίας τους, κυρίως τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής χρησιμοποίησης σχέσεων ορισμένου χρόνου και περί της συνεπακόλουθης δυσμενούς διάκρισης σε βάρος τους σε σχέση με τους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους. Το υψηλό ποσοστό υπαλλήλων που απασχολούνται με σχέσεις ορισμένου χρόνου στον οικείο τομέα δημόσιας υγείας, η σε ορισμένες περιπτώσεις μεγάλη διάρκεια των εν λόγω σχέσεων, καθώς και η μη διενέργεια, ή έστω η σπάνια διενέργεια, διαγωνισμών για τη μόνιμη πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων υποδηλώνουν την ύπαρξη τέτοιας καταχρηστικής πρακτικής.

25.

Η χρησιμοποίηση σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στη δημόσια διοίκηση των κρατών μελών έχει συχνά απασχολήσει το Δικαστήριο. Ειδικότερα, οι συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούν στον επίμαχο τομέα δημόσιας υγείας της Comunidad de Madrid (Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης) έχουν αποτελέσει ήδη αντικείμενο της υπόθεσης C‑16/15. Καθότι τα αιτούντα δικαστήρια εξακολουθούν να έχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την τήρηση των περιλαμβανόμενων στη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου κανόνων του δικαίου της Ένωσης στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της Comunidad de Madrid (Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης), κρίνουν ότι είναι αναγκαίο να επιληφθεί το Δικαστήριο εκ νέου του ζητήματος.

26.

Όπως είναι γνωστό, με τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου επιδιώκεται η επίτευξη ενός από τους σκοπούς της συμφωνίας-πλαισίου, ήτοι συγκεκριμένα ο περιορισμός της κατ’ επανάληψη διαδοχικής χρησιμοποίησης συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία λογίζεται ως πηγή ενδεχόμενων καταχρηστικών πρακτικών σε βάρος των εργαζομένων. Για τον σκοπό αυτό, η ρήτρα περιλαμβάνει ορισμένες διατάξεις ελάχιστης προστασίας, προκειμένου να αποφεύγεται η περιέλευση των εργαζομένων σε κατάσταση αβεβαιότητας ( 8 ).

27.

Αφενός, βάσει της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, τα κράτη μέλη οφείλουν, για να αποφεύγεται η καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, να λάβουν τουλάχιστον ένα από τα μέτρα που απαριθμούνται στη ρήτρα αυτή, εφόσον το εθνικό τους δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα ( 9 ). Τα τρία μέτρα που απαριθμούνται εκεί αφορούν τους αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση των ανωτέρω συμβάσεων ή σχέσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκεια των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων και τον επιτρεπόμενο αριθμό ανανεώσεών τους.

28.

Αφετέρου, σε περίπτωση που, παρά τα μέτρα αυτά, έχει γίνει καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, απόκειται στις εθνικές αρχές να διασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου, καθιστώντας δυνατή την εφαρμογή μέτρων που διασφαλίζουν την επιβολή των δεουσών κυρώσεων σε περίπτωση τέτοιων καταχρηστικών πρακτικών και την εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης ( 10 ).

29.

Η εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων θα επικεντρωθεί στις δύο αυτές πτυχές του ρυθμιστικού περιεχομένου της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου.

30.

Στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑103/18 το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει εκ προοιμίου τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις συνέχισης των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, στη δημόσια διοίκηση, μέχρι τη μόνιμη πλήρωση των οργανικών θέσεων (υπό B).

31.

Με τα υπόλοιπα προδικαστικά ερωτήματα που έχουν υποβληθεί στις δύο υποθέσεις, τα οποία εν μέρει επικαλύπτονται ( 11 ), ζητείται κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί κατά πόσον το ισπανικό δίκαιο προβλέπει κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη των καταχρηστικών πρακτικών κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, καθώς και κατά πόσον προβλέπει, σε περίπτωση κατάχρησης, ρυθμίσεις για την επιβολή κυρώσεων, οι οποίες πληρούν τις προεκτεθείσες απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, κατ’ αρχάς, πρέπει να εξεταστούν οι αντικειμενικοί λόγοι, κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου, οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ( 12 ) (υπό Γ). Σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι, υπό το πρίσμα των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, υπήρξε καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εγείρονται ζητήματα σχετικά με τα μέτρα που απαιτούνται βάσει του δικαίου της Ένωσης για την επιβολή κυρώσεων για την εν λόγω καταχρηστική πρακτική ( 13 ) (υπό Δ). Τέλος, πρέπει να εξετασθούν τα ζητήματα που αφορούν τη δικαστική προστασία των ενδιαφερόμενων εργαζομένων ( 14 ) (υπό Ε).

Β.   Επί της δυνατότητας εφαρμογής της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου (πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18)

32.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18 ζητείται να διευκρινισθεί αν έχει εφαρμογή η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου.

33.

Δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους της κύριας δίκης ότι ο προσφεύγων απασχολήθηκε περισσότερο από δεκαεπτά έτη ως έκτακτος υπάλληλος. Αντικείμενο αντιδικίας αποτελεί, αντιθέτως, το αν ο προσφεύγων απασχολήθηκε βάσει διαδοχικών σχέσεων ή συμβάσεων εργασίας.

34.

Από το ζήτημα αυτό εξαρτάται η δυνατότητα εφαρμογής της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, καθότι η διάταξη αυτή προβλέπει μέτρα για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η σημασία του χαρακτηριστικού αυτού υπογραμμίζεται από τη ρήτρα 1, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας-πλαισίου, κατά την οποία, «[σ]κοπός της παρούσας συμφωνίας πλαισίου είναι […] η καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου».

35.

Ως εκ τούτου, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου εφαρμόζεται επίσης όταν η μακροχρόνια απασχόληση ενός υπαλλήλου με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου στηρίζεται τυπικώς σε μία και μόνη σύμβαση ή σχέση εργασίας, αλλά η συνέχιση της απασχόλησής του εξηγείται από το γεγονός ότι, λόγω παραλείψεων του εργοδότη του δημόσιου τομέα όσον αφορά την επιλογή μόνιμου υπαλληλικού προσωπικού, δεν επετεύχθη η μόνιμη πλήρωση της οργανικής θέσης και η συνακόλουθη λύση της σύμβασης ή σχέσης ορισμένου χρόνου. Εν προκειμένω, το ζήτημα αυτό πρέπει να διακρίνεται από το τιθέμενο σε επόμενο στάδιο ερώτημα αν οι παραλείψεις αυτές μπορούν να δικαιολογήσουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ( 15 ).

36.

Η ρήτρα 5, σημείο 2, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου καταλείπει κατ’ αρχήν στα κράτη μέλη τον καθορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται «διαδοχικές». Η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου εμπίπτει επίσης στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων ( 16 ).

37.

Ωστόσο, το περιθώριο εκτίμησης που καταλείπεται έτσι στα κράτη μέλη περιορίζεται από την απαίτηση να μη διακυβεύεται ο σκοπός ή η πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου. Ειδικότερα, η εν λόγω εξουσία εκτίμησης δεν πρέπει να ασκείται από τις εθνικές αρχές κατά τρόπο που θα οδηγούσε σε κατάσταση δυνάμενη να δώσει λαβή σε καταχρήσεις και να παρακωλύσει έτσι την επίτευξη του εν λόγω σκοπού ( 17 ).

38.

Όσον αφορά τον προσδιορισμό του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου, ο εν λόγω περιορισμός της εθνικής ρυθμιστικής αυτονομίας έχει ιδιαίτερη σημασία. Συγκεκριμένα, η επιδιωκόμενη από τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου προστασία που συνίσταται στην αποτροπή της περιέλευσης των εργαζομένων σε κατάσταση αβεβαιότητας θα αποτελούσε ως επί το πλείστον κενό γράμμα, αν ο εθνικός νομοθέτης είχε την ευχέρεια να εξαιρεί, με συνοπτικές διαδικασίες, από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου ορισμένες μακροχρόνιες, αλλά από τυπικής απόψεως ορισμένου χρόνου σχέσεις εργασίας, επί παραδείγματι, με το να κηρύσσει τις σχέσεις αυτές ως ενιαία σχέση, ανεξαρτήτως των τυχόν μεταβολών, ή με το να ορίζει ότι αυτές συνάπτονται μεν ως ορισμένου χρόνου, αλλά εξ αρχής για αόριστη διάρκεια, μέχρι τη μη προβλεπόμενη μόνιμη πλήρωση της εκάστοτε οργανικής θέσης.

39.

Ο κίνδυνος αυτός καθίσταται σαφής υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης. Αφενός, η καθής αρχή αμφισβητεί τη δυνατότητα εφαρμογής της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, επισημαίνοντας ότι ο ενδιαφερόμενος απασχολείτο πάντοτε μόνο δυνάμει μίας και μόνης σχέσης εργασίας, καίτοι από την αποδεικτική διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προέκυψε ότι αμέσως μετά τη λύση της πρώτης σχέσης εργασίας ακολούθησε δεύτερος διορισμός. Επιπλέον, η καθής αρχή ισχυρίσθηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι θα ενέμενε στη νομική της άποψη ακόμη και αν, στο πλαίσιο της σχέσης εργασίας, τροποποιείτο απλώς και μόνο το είδος της –πάντοτε ορισμένου χρόνου– σύμβασης από σύμβαση μετακλητού υπαλλήλου σε σύμβαση έκτακτου ή αναπληρωτή υπαλλήλου. Εντούτοις, από τις εφαρμοστέες διατάξεις του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι, κατά κανόνα, η απασχόληση των έκτακτων υπαλλήλων συνεχίζεται μόνο μέχρι την κατάργηση ή τη μόνιμη πλήρωση της οικείας θέσης ( 18 ). Εν προκειμένω όμως, η μη τήρηση των νομοθετικών κανόνων σχετικά με την πλήρωση των κενών θέσεων ( 19 ) φαίνεται να μην έχει έννομες συνέπειες. Επομένως, βάσει των επίμαχων εθνικών διατάξεων, είναι δυνατόν ένας υπάλληλος ο οποίος έχει διορισθεί ως έκτακτος υπάλληλος (ήτοι ως μέλος του προσωρινού υπαλληλικού προσωπικού) να συνεχίσει να απασχολείται, ακόμη και χωρίς τυπική ανανέωση της υπηρεσιακής σχέσης ( 20 ), για αόριστο χρόνο, αλλά όχι μόνιμα, επειδή ο εργοδότης του δημόσιου τομέα, κατά παράβαση των νομοθετικών κανόνων, δεν μεριμνά για τη μόνιμη πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων μέσω διαγωνισμού.

40.

Κατά συνέπεια, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, προς εκπλήρωση της υποχρέωσης που υπέχουν να ερμηνεύουν τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις σύμφωνα με την οδηγία ( 21 ), να μεριμνούν ώστε η τυχόν ύπαρξη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, να κρίνεται αξιολογικά, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του σκοπού της διάταξης αυτής.

41.

Ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα η αμιγώς τυπική προσέγγιση, κατά την οποία η ύπαρξη διαφορετικών διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας εξαρτάται αποκλειστικά από την τυπική λύση και την εν συνεχεία εκ νέου σύναψη μιας έννομης σχέσης.

42.

Αντιθέτως, πρέπει να γίνεται πάντα δεκτό ότι πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας και στις περιπτώσεις που το περιεχόμενο της επίμαχης νομικής βάσης της απασχόλησης τροποποιείται κατά τρόπο που εκθέτει τον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο σε αυξημένη αβεβαιότητα, σε αντίθεση προς τον σκοπό της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου. Τέτοια περίπτωση συντρέχει ιδίως όταν η εν λόγω τροποποίηση αφορά τη διάρκεια της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας, τους όρους λύσης της ή τις απορρέουσες από την εκάστοτε μορφή απασχόλησης προοπτικές μονιμοποίησης. Εν προκειμένω, κρίσιμη προβάλλει ιδίως η προοπτική μονιμοποίησης.

43.

Συναφώς, από τη δικογραφία που έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η πρόσβαση σε μόνιμη σχέση εργασίας στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας είναι δυνατή, ακόμη και για τους μακροχρόνια απασχολούμενους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, μόνο μέσω της επιτυχούς συμμετοχής σε διαγωνιστική διαδικασία επιλογής βάσει τίτλων και εξετάσεων ( 22 ). Όπως όμως επιβεβαιώθηκε από τον εκπρόσωπο της Comunidad de Madrid (Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης) κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στους διαγωνισμούς αυτούς μπορούν κάθε φορά να συμμετέχουν μόνον ορισμένες κατηγορίες προσωπικού. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει αν για τη συμμετοχή στους διαγωνισμούς απαιτείται επιπλέον ελάχιστη περίοδος προϋπηρεσίας στην οικεία κατηγορία προσωπικού. Επομένως, απόκειται στον εθνικό δικαστή να εξετάσει αν η εκάστοτε νομική βάση της απασχόλησης έχει υποστεί σημαντική τροποποίηση, η οποία ισοδυναμεί με τη χρησιμοποίηση άλλης σύμβασης ή σχέσης εργασίας ( 23 ).

44.

Επιπλέον, η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις συνέχισης μίας και μόνης σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν η επ’ αόριστον συνέχιση αποτελεί επακόλουθο της μη τήρησης των νομοθετικών κανόνων σχετικά με την πλήρωση των κενών θέσεων. Τούτο διότι, η μη συμμόρφωση με τους εν λόγω νομοθετικούς κανόνες συνεπάγεται εν τοις πράγμασι την τροποποίηση της διάρκειας της σύμβασης λόγω της συνέχισής της για αόριστο χρόνο. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η παρεχόμενη διά νόμου δυνατότητα συνέχισης της απασχόλησης του έκτακτου προσωπικού μέχρι τη μόνιμη πλήρωση των αντίστοιχων οργανικών θέσεων καταλήγει στη επ’ αόριστον συνέχιση της απασχόλησης των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον δεν διασφαλίζεται κατά τα λοιπά η διενέργεια διαγωνισμών ανά τακτά χρονικά διαστήματα σύμφωνα με δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα. Στο πλαίσιο της σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας των κρίσιμων εθνικών διατάξεων, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει συναφώς να καθορίσει κατά πόσον πρέπει να θεωρηθεί ότι πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας από τη λήξη της προθεσμίας την οποία προβλέπει το εθνικό δίκαιο για την προκήρυξη διαγωνισμού και/ή για την κατάργηση της οικείας θέσης.

45.

Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18 ως εξής: Κατά την εκτίμηση, με βάση το εθνικό δίκαιο, του αν πληρούται η προϋπόθεση εφαρμογής της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου σύμφωνα με την οποία πρέπει να συντρέχει περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, καθοριστική σημασία έχει, υπό το πρίσμα των επιδιωκόμενων από την εν λόγω διάταξη σκοπών, το αν το περιεχόμενο της νομικής βάσης της απασχόλησης τροποποιήθηκε, κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου, όσον αφορά τη διάρκεια της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας, τους όρους λύσης της ή τη δυνατότητα συμμετοχής σε διαγωνισμό για την επιλογή μόνιμου υπαλληλικού προσωπικού, με αποτέλεσμα ο απασχολούμενος με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου να εκτέθηκε σε αυξημένη αβεβαιότητα.

Γ.   Επί της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (τρίτο έως πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18 και πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18)

46.

Με το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18 και με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18, τα εθνικά δικαστήρια ζητούν επίσης να διευκρινισθεί αν η υπό κρίση χρησιμοποίηση διαδοχικών σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου πρέπει να θωρηθεί ως καταχρηστική.

47.

Τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα υποβλήθηκαν σε συνέχεια όσων έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση Pérez López ( 24 ) όσον αφορά την ερμηνεία του όρου «αντικειμενικός λόγος», που περιλαμβάνεται στη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου. Η εν λόγω υπόθεση είχε κατ’ ουσίαν ως αντικείμενο το ζήτημα αν η απαίτηση της συνδρομής «αντικειμενικού λόγου» για τη χρησιμοποίηση διαδοχικών σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου πληρούται ακόμη και στην περίπτωση που εθνική ρύθμιση, όπως το εν προκειμένω επίσης κρίσιμο άρθρο 9 του γενικού κανονισμού, εξαρτά την πρόσληψη και τη συνέχιση της απασχόλησης των υπαλλήλων με σχέση ορισμένου χρόνου από την εκπλήρωση ορισμένων σκοπών.

48.

Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση δεν θεσπίζει γενική και αφηρημένη άδεια χρησιμοποιήσεως διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά περιορίζει τη σύναψη των συμβάσεων αυτών για την κάλυψη, κατ’ ουσίαν, προσωρινών αναγκών» ( 25 ). Επισημαίνοντας τις ιδιαίτερες ανάγκες του τομέα της δημόσιας υγείας και τη σημασία του, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, εν συνεχεία, ότι η προσωρινή αναπλήρωση εργαζομένων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του γενικού κανονισμού ως λόγος για τον διορισμό μετακλητού προσωπικού, αποτελεί αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου, ο οποίος δικαιολογεί τόσο την ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων που συνάπτονται με το αναπληρωματικό προσωπικό όσο και την ανανέωση των συμβάσεων αυτών αναλόγως των αναγκών που προκύπτουν ( 26 ).

49.

Με παρόμοιο σκεπτικό, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων σε δημόσια σχολεία μέχρι την ολοκλήρωση ενός διαγωνισμού μπορεί να δικαιολογείται από αντικειμενικό λόγο ( 27 ).

50.

Ωστόσο, η δικαιολόγηση αυτή δεν ισχύει στην περίπτωση που από τη συγκεκριμένη κατά περίπτωση εξέταση προκύπτει ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας δεν αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών, αλλά χρησιμοποιείται, στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό ( 28 ). Τέτοια περίπτωση συντρέχει ιδίως όταν η εθνική ρύθμιση τυπικώς ορίζει μεν ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων και σχέσεων εργασίας επιτρέπεται μόνο προσωρινά, έως την ολοκλήρωση των διαγωνισμών για την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, ωστόσο η ρύθμιση αυτή στην πραγματικότητα δεν διασφαλίζει τον περιορισμό του αριθμού των αναπληρώσεων που μπορεί να πραγματοποιήσει ο ίδιος εργαζόμενος, εν όψει της πλήρωσης της οικείας κενής θέσης, και την τήρηση δεσμευτικού χρονοδιαγράμματος για τη διενέργεια και την ολοκλήρωση των διαγωνισμών ( 29 ).

51.

Τέτοια όμως ρύθμιση ακριβώς αποτελεί το άρθρο 9 του γενικού κανονισμού. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ευθέως η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18, καθώς και στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18. Συγκεκριμένα, από τα εν λόγω ερωτήματα προκύπτει ότι οι επίμαχες σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου προορίζονται προδήλως να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε προσωπικό. Τα αιτούντα δικαστήρια στηρίζονται εν προκειμένω σε συγκεκριμένα δεδομένα, όπως τη μακροχρόνια και αδιάλειπτη απασχόληση των ενδιαφερομένων, την τυπική (μόνο) συνδρομή των απαιτούμενων από τη σχετική εθνική ρύθμιση λόγων πρόσληψης, χωρίς να διασφαλίζεται εν προκειμένω η διενέργεια διαγωνισμών ανά τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς και το υψηλό ποσοστό προσωπικού που απασχολείται με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου στις εκάστοτε υπηρεσίες.

52.

Κατά συνέπεια, η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή εθνικής ρύθμισης, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, βάσει της οποίας η ανανέωση διαδοχικών σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον τομέα της δημόσιας υγείας θεωρείται δικαιολογημένη για «αντικειμενικούς λόγους» κατά την έννοια της εν λόγω ρήτρας, επειδή οι συμβάσεις αυτές στηρίζονται σε κανόνες δικαίου που επιτρέπουν την ανανέωση των συμβάσεων προκειμένου να διασφαλισθεί η παροχή ορισμένων υπηρεσιών προσωρινού, συγκυριακού ή έκτακτου χαρακτήρα, ενώ, στην πραγματικότητα, οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και δεν διασφαλίζεται ότι η οικεία δημόσια αρχή εκπληρώνει τις νόμιμες υποχρεώσεις της για την κάλυψη των αναγκών αυτών και για τη μόνιμη πλήρωση των ως άνω θέσεων ή ότι λαμβάνει ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη και την αποφυγή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

53.

Όσον αφορά, ειδικότερα, το πρώτο σκέλος του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑103/18, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αρκεί, για τη διαπίστωση αντικειμενικού λόγου, το ότι συνέτρεχαν λόγοι τους οποίους προβλέπει το εθνικό δίκαιο για την πρόσληψη και τη συνέχιση της απασχόλησης των δημόσιων υπαλλήλων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ( 30 ), καθώς και το ότι τηρήθηκαν τα σχετικώς προβλεπόμενα χρονικά όρια, ήτοι μέχρι την ολοκλήρωση των τυχόν διαγωνισμών. Αντιθέτως, πρέπει να τονισθεί η σημασία της απαιτούμενης από το Δικαστήριο συγκεκριμένης εξέτασης του αν δικαιολογείται αντικειμενικά η ανανέωση μιας σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου.

54.

Συγκεκριμένα, η διάρκεια της απασχόλησης του προσφεύγοντος της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑103/18 καθιστά σαφές ότι η τήρηση τόσο αφηρημένων κανόνων ουδόλως συμβάλλει στην αποτροπή της περιέλευσης των ενδιαφερομένων σε κατάσταση αβεβαιότητας, εφόσον η κάλυψη των αναγκών σε προσωπικό, ιδίως για την πλήρωση μονίμως κενών θέσεων, δεν διασφαλίζεται επιπλέον με την πραγματική τήρηση των ισχυόντων χρονικών ορίων. Σε αντίθετη περίπτωση, η παρεχόμενη από το εθνικό δίκαιο δυνατότητα συνέχισης μέχρι τη μόνιμη πλήρωση της αντίστοιχης οργανικής θέσης –ως απλώς τυπικό χρονικό όριο ( 31 )–, καθίσταται «λευκή επιταγή» για ακαθόριστο αριθμό ανανεώσεων και/ή για ακαθόριστη χρονικά συνέχιση της ορισμένου χρόνου σχέσης εργασίας, πράγμα που στην πραγματικότητα διαιωνίζει την αβεβαιότητα η οποία διακατέχει τους υπαλλήλους ορισμένου χρόνου, σε αντίθεση με τον επιδιωκόμενο από τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου σκοπό ( 32 ).

55.

Επομένως, καθοριστική σημασία για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών των διαφορών των κύριων δικών έχει το αν έχει καθορισθεί δεσμευτικό και ακριβές χρονοδιάγραμμα για τη διενέργεια και την ολοκλήρωση των διαγωνισμών. Ωστόσο, βάσει όσων εκθέτουν τα αιτούντα δικαστήρια, ακριβώς αυτή η προϋπόθεση δεν πληρούται προδήλως στις υποθέσεις των κύριων δικών. Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του γενικού κανονισμού και στο άρθρο 70 του νόμου περί του βασικού καθεστώτος χρονικά όρια σχετικά με την πλήρωση των οργανικών θέσεων δεν τηρήθηκαν· επιπλέον, στο χρονικό διάστημα της απασχόλησης διεξήχθη μόνο ένας διαγωνισμός για την κάθε κατηγορία προσωπικού ( 33 ).

56.

Το δεύτερο σκέλος του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑103/18 αφορά τη συμβατότητα εθνικής νομολογίας με τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου, καθόσον κατά τη νομολογία αυτή κριτήριο για τη διαπίστωση της συνδρομής «αντικειμενικού λόγου» για την ανανέωση σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν αποτελεί μόνον η συνδρομή των προβλεπόμενων στο εθνικό δίκαιο λόγων πρόσληψης, αλλά επιπλέον και ο προσωρινός (χρονικά περιορισμένος) χαρακτήρας των προς εκτέλεση καθηκόντων. Η νομολογία αυτή στηρίζεται στην προβαλλόμενη μη συγκρισιμότητα μεταξύ των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων και του έκτακτου προσωπικού λόγω των διαφορετικών συστημάτων πρόσληψης, των διαφορετικών κανόνων που διέπουν τους όρους απασχόλησής τους και της διάρκειας της υπηρεσιακής σχέσης τους. Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι η νομολογία αυτή δεν απαιτεί συγκεκριμένη κατά περίπτωση εξέταση και δέουσα συνεκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων της οικείας δραστηριότητας και των όρων άσκησής της.

57.

Ως εκ τούτου, προτείνω να δοθεί στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18 η ακόλουθη απάντηση: Η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομολογία, όπως η επίμαχη, κατά την οποία μοναδικό κριτήριο για τη συνδρομή αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη άλλες παράμετροι, αποτελεί το αν συντρέχει ο λόγος πρόσληψης και αν τηρούνται τα σχετικώς προβλεπόμενα χρονικά όρια, ή η οποία αρκείται συναφώς στη διαπίστωση ότι τα προς εκτέλεση καθήκοντα είναι χρονικώς περιορισμένα, χωρίς να συνεκτιμά δεόντως τις ιδιαιτερότητες της οικείας δραστηριότητας και τους κατά περίπτωση όρους άσκησής της.

Δ.   Επί των απαιτούμενων εθνικών μέτρων για την επιβολή κυρώσεων στις περιπτώσεις καταχρηστικών πρακτικών (έκτο και έβδομο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18 και δεύτερο έως έβδομο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18)

58.

Με τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα ζητείται κατ’ ουσίαν να διευκρινισθούν τα μέτρα τα οποία μπορούν να θέσουν σε εφαρμογή τα αιτούντα δικαστήρια, αξιοποιώντας πλήρως τις δυνατότητες ερμηνείας και τις αρμοδιότητες που διαθέτουν ( 34 ), προκειμένου να επιβάλουν αποτελεσματικές κυρώσεις στις περιπτώσεις καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

59.

Το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει συγκεκριμένες κυρώσεις για την περίπτωση κατά την οποία, παρά την προβλεπόμενη στη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαίτηση λήψης προληπτικών μέτρων, πραγματοποιείται καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Ως εκ τούτου, απόκειται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα που πρέπει να είναι όχι μόνον αναλογικά, αλλά και αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά, για να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που έχουν θεσπισθεί κατ’ εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου ( 35 ).

60.

Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τα όρια της δικονομικής αυτονομίας που διαθέτουν. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις για την προστασία των εργαζομένων, ώστε να επιβάλλονται οι δέουσες κυρώσεις για την κατάχρηση αυτή και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης ( 36 ). Τα κράτη μέλη υπέχουν την υποχρέωση αυτή ανεξαρτήτως του περιθωρίου εκτίμησης που διαθέτουν κατά την επιλογή τέτοιων κατάλληλων μέτρων ( 37 ).

61.

Καθότι η ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου απόκειται αποκλειστικά στα αιτούντα δικαστήρια, αυτά οφείλουν επίσης να εξετάσουν αν οι κρίσιμες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας πληρούν τις προμνησθείσες προϋποθέσεις. Συναφώς, τα αιτούντα δικαστήρια δέχονται ότι το εθνικό δίκαιο δεν περιέχει αποτελεσματικά μέτρα κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, καθόσον οι οικείες σχέσεις εργασίας διέπονται από το διοικητικό δίκαιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο πρέπει, στο πλαίσιο των προδικαστικών ερωτημάτων, να παράσχει διευκρινίσεις προκειμένου να καθοδηγήσει τα εθνικά δικαστήρια όσον αφορά την ερμηνεία τους ( 38 ).

62.

Τα παρατιθέμενα στα προδικαστικά ερωτήματα μέτρα πρέπει, ακολούθως, να εξετασθούν υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών.

1. Επί της διενέργειας διαγωνισμών (δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18)

63.

Με τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα ζητείται κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί κατά πόσον η δυνατότητα συμμετοχής σε διαγωνισμούς, όπως στους εν προκειμένω επίμαχους, αποτελεί αρκούντως αποτελεσματικό μέτρο επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει περαιτέρω μέτρα επιβολής κυρώσεων.

64.

Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο δέχεται ότι, στο ισπανικό δίκαιο, η πρόσβαση σε μόνιμες θέσεις στον δημόσιο τομέα προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την επιτυχή συμμετοχή σε διαγωνισμό και ότι η μόνιμη πλήρωση των κενών οργανικών θέσεων μετά την ολοκλήρωση του εν λόγω διαγωνισμού συνεπάγεται την απόλυση των υπαλλήλων με σχέση ορισμένου χρόνου.

65.

Όπως καταδείχθηκε ήδη ( 39 ), η ανανέωση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας μέχρι την ολοκλήρωση των διαγωνισμών δεν δικαιολογείται, κατ’ αρχήν, από αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της ρήτρας 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου, παρά μόνον εάν η κρίσιμη εθνική νομοθεσία καθορίζει ταυτοχρόνως δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα για τη διενέργεια και την ολοκλήρωση των εν λόγω διαγωνισμών. Οι εκτιμήσεις αυτές σχετικά με την έλλειψη κατάλληλων εθνικών μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ισχύουν κατά μείζονα λόγο σε συνάρτηση με την επιτασσόμενη από το δίκαιο της Ένωσης αποτελεσματική επιβολή κυρώσεων σε ενδεχόμενη περίπτωση καταχρηστικών πρακτικών.

66.

Πρώτον, από τις υποθέσεις των κύριων δικών καθίσταται σαφές ότι τα προβλεπόμενα στην επίμαχη εθνική νομοθεσία χρονικά όρια για τη διενέργεια των διαγωνισμών παραβιάζονται χωρίς καμία προφανή συνέπεια. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η διενέργεια των διαγωνισμών εξαρτάται από τις οικονομικές δυνατότητες του κράτους και από την κρίση της Διοίκησης.

67.

Δεύτερον, ακόμη και σε περίπτωση επιτυχούς συμμετοχής σε διαγωνισμό, η ημερομηνία του διορισμού σε μόνιμη θέση παραμένει ακαθόριστη ( 40 ).

68.

Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται σε «ανοικτό γενικό διαγωνισμό», πράγμα που σημαίνει ότι δικαίωμα συμμετοχής στους διαγωνισμούς έχουν επίσης οι υποψήφιοι που δεν έχουν αποτελέσει θύματα καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών σχέσεων ορισμένου χρόνου, χωρίς να προκύπτει ότι συνεκτιμάται δεόντως η καταχρηστική πρακτική (επί παραδείγματι, με την κατά προτίμηση πρόσληψη σε περίπτωση επιτυχίας στον διαγωνισμό).

69.

Τέταρτον, η διενέργεια διαγωνισμών, σε κάθε περίπτωση, δεν εξαλείφει τις συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά τους μη επιτυχόντες υποψηφίους, οι οποίοι, εξάλλου, θα πρέπει να αναμένουν ότι θα απολυθούν χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς το πότε ( 41 ).

70.

Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18 ως εξής: Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αρκεί, για την επιβολή των δεουσών κυρώσεων κατά της καταχρηστικής αυτής πρακτικής και για την εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, η διενέργεια ανοικτών διαγωνισμών, εφόσον η πρόσβαση που αποκτούν, σε περίπτωση επιτυχούς συμμετοχής, οι καταχρηστικά απασχολούμενοι με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου σε μόνιμη σχέση εργασίας παραμένει απρόβλεπτη και αβέβαιη και εφόσον η σχετική εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει περαιτέρω κυρώσεις.

2. Επί της μετατροπής των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου σε μη μόνιμες θέσεις (τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18)

71.

Η ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου καταλείπει κατ’ αρχήν στα κράτη μέλη τον καθορισμό των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου χαρακτηρίζονται ως αορίστου χρόνου. Τούτο σημαίνει ότι από την ανωτέρω διάταξη δεν απορρέει γενική υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ( 42 ).

72.

Στην Ισπανία, απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόσβαση σε μόνιμες θέσεις στη δημόσια διοίκηση αποτελεί η επιτυχής συμμετοχή σε διαγωνισμό. Ως εκ τούτου, βάσει όσων εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, ακόμη και στις περιπτώσεις καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβάλλει ως δυνατή μόνον η μετατροπή της οικείας σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου σε λεγόμενη σχέση εργασίας αορίστου χρόνου σε μη μόνιμη θέση, με βάση τη νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία) ( 43 ). Ωστόσο, όπως διευκρινίζουν τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και η Ισπανική Κυβέρνηση, ακόμη και αυτή η σχέση εργασίας πρέπει να λυθεί σε περίπτωση μόνιμης πλήρωσης ή κατάργησης της αντίστοιχης οργανικής θέσης ( 44 ).

73.

Ωστόσο, από τη δικογραφία που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο προκύπτει ότι, εν τω μεταξύ, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) έχει αναπτύξει περαιτέρω τη νομολογία του. Ως εκ τούτου, βάσει των προεκτεθεισών παραδοχών του αιτούντος δικαστηρίου, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18.

74.

Μετά την έκδοση δύο αποφάσεων του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου) στις 26 Σεπτεμβρίου 2018 ( 45 ), η καταχρηστική απασχόληση υπαλληλικού προσωπικού με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας μέσω της συνέχισης της σχέσης εργασίας «μέχρι τη συμμόρφωση της υπηρεσίας πρόσληψης με τους περιλαμβανόμενους στο άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του γενικού κανονισμού κανόνες» ( 46 ) και, επομένως, ενδεχομένως μέχρι τη δημιουργία οργανικής θέσης σύμφωνα με τις διαπιστωθείσες ανάγκες, επισύρει κυρώσεις. Επιπλέον, στους ενδιαφερόμενους εργαζομένους παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης.

75.

Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν το αναγνωρισθέν σε επίπεδο ανωτάτου δικαστηρίου δικαίωμα συνέχισης της εργασιακής σχέσης, σε περίπτωση καταχρηστικής πρακτικής, μέχρι τη δημιουργία οργανικής θέσης σύμφωνα με τις υπάρχουσες ανάγκες, σε συνδυασμό με το δικαίωμα αποζημίωσης, μπορεί να θεωρηθεί ως αρκούντως αποτελεσματικό μέτρο επιβολής κυρώσεων στις περιπτώσεις καταχρηστικών πρακτικών.

76.

Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στις εκτιμήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση Santoro ( 47 ). Συγκεκριμένα, αν η εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει δυνατότητα μετατροπής, σε περίπτωση καταχρηστικής πρακτικής, όπως εν προκειμένω, απαιτείται, για τη συμμόρφωση με τις επιταγές της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου, ο ενδιαφερόμενος να έχει δικαίωμα αποζημίωσης, το οποίο θα καθιστά δυνατή τη δέουσα και ολοσχερή αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ( 48 ). Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει, ειδικότερα, να εξετασθεί μήπως οι απαιτήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία που πρέπει να προσκομίζονται όσον αφορά τις απολεσθείσες δυνατότητες απασχόλησης και την συνεπακόλουθη απώλεια εισοδήματος καθιστούν αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει στους εργαζομένους το δίκαιο της Ένωσης ( 49 ).

77.

Πέραν τούτου, το εθνικό καθεστώς αποζημίωσης πρέπει να «συνοδεύεται από μηχανισμό κυρώσεων αποτελεσματικού και αποτρεπτικού χαρακτήρα» ( 50 ). Ωστόσο, με την επιφύλαξη της οριστικής εξέτασης από το αιτούν δικαστήριο, η προμνησθείσα αξίωση συνέχισης της σχέσης εργασίας δεν αποτελεί τέτοιο μέτρο, καθότι η απασχόληση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου θα λυθεί, προδήλως, ούτως ή άλλως σε περίπτωση κατάργησης της αντίστοιχης οργανικής θέσης ή σε περίπτωση μόνιμης πλήρωσής της. Επιπλέον, η προμνησθείσα εθνική νομολογία αφορά, προδήλως, τους μετακλητούς υπαλλήλους, και όχι τους έκτακτους υπαλλήλους (ήτοι το προσωρινό υπαλληλικό προσωπικό), όπως στις υποθέσεις των κύριων δικών, με αποτέλεσμα, αν μη τι άλλο, να μην είναι σαφής η σημασία της για τις υποθέσεις αυτές. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει πάντως να επισημανθεί ότι η δημιουργία νέων οργανικών θέσεων με βάση τις διαπιστωθείσες ανάγκες δεν μπορεί να αποβεί χρήσιμη για τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, αν δεν διεξαχθούν οι απαιτούμενοι διαγωνισμοί για τη μόνιμη πλήρωση των θέσεων αυτών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιτασσόμενη σε επίπεδο ανωτάτου δικαστηρίου συνέχιση της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου καταλήγει παρομοίως απλώς στη διαιώνιση της κατάστασης αβεβαιότητας.

78.

Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18, λαμβανομένης υπόψη της προκύπτουσας από τη δικογραφία εξέλιξης του εθνικού δικαίου, ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου δεν αντιτίθεται σε νομολογία εθνικών δικαστηρίων η οποία, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου από εργοδότη του δημόσιου τομέα, δεν επιβάλλει αυτοδικαίως ως κύρωση τη μετατροπή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Η νομολογία αυτή μπορεί να παρέχει στον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο, αφενός, αξίωση συνέχισης της απασχόλησης μέχρι ο εργοδότης να εξετάσει, ως οφείλει, τις υπάρχουσες ανάγκες και να εκπληρώσει τις απορρέουσες από την εξέταση αυτή υποχρεώσεις, και, αφετέρου, δικαίωμα ολοσχερούς αποκατάστασης της ζημίας που του προκάλεσε η εν λόγω καταχρηστική πρακτική. Τα μέτρα αυτά πρέπει να συνοδεύονται από αποτελεσματικό και αποτρεπτικό μηχανισμό επιβολής κυρώσεων.

3. Επί της αναγνώρισης της μονιμότητας μέσω της εξομοίωσης με το τακτικό υπαλληλικό προσωπικό (έκτο, έβδομο και ένατο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18, καθώς και πέμπτο και έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18)

79.

Με τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα ζητείται κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί κατά πόσον –και ενδεχομένως με βάση ποιο κριτήριο– η ρήτρα 5, σημείο 2, της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσει τη μετατροπή μιας σχέσης ορισμένου χρόνου σε μόνιμη υπηρεσιακή σχέση παρόμοια με εκείνη των δημόσιων υπαλλήλων ( 51 ), εφόσον συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

80.

Τα αιτούντα δικαστήρια δέχονται ορθώς ότι προκειμένου εθνική νομοθεσία, η οποία απαγορεύει, μόνο στον δημόσιο τομέα, τη μετατροπή των διαδοχικών σχέσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, να είναι σύμφωνη με τη συμφωνία-πλαίσιο, η εθνική έννομη τάξη πρέπει να προβλέπει, στον συγκεκριμένο τομέα, άλλο αποτελεσματικό μέτρο προς αποφυγή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και, ενδεχομένως, την επιβολή κυρώσεων ( 52 ).

81.

Ως εκ τούτου, τα προδικαστικά ερωτήματα θα είναι κρίσιμα μόνον αν τα αιτούντα δικαστήρια έχουν προηγουμένως βεβαιωθεί ότι το ισπανικό δίκαιο δεν προβλέπει αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής πρακτικής και για την εξάλειψη των συνεπειών της. Λαμβανομένης υπόψη της προεκτεθείσας ( 53 ) εξέλιξης της νομολογίας του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου), η παραδοχή αυτή δεν είναι πλέον άνευ ετέρου δεδομένη.

82.

Σε περίπτωση όμως που το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να υπεισέλθει στην ουσία των προδικαστικών ερωτημάτων, οι ακόλουθες εκτιμήσεις συνηγορούν, κατά την άποψή μου, υπέρ της ερμηνείας της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου υπό την έννοια ότι δεν παρέχει σε εθνικό δικαστή τη δυνατότητα να ανατρέψει μια σαφή απαγόρευση του εθνικού δικαίου και, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, να επιβάλει ως κύρωση, κατά περίπτωση, την απευθείας αναγνώριση μονιμότητας.

83.

Δεν υπάρχει μεν αμφιβολία ότι η μετατροπή αυτή θα καθιστούσε δυνατή την επιβολή κυρώσεων, σε περίπτωση τέτοιας καταχρηστικής πρακτικής, και τη μόνιμη εξάλειψη των συνεπειών της ( 54 ). Εντούτοις, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα επιτασσόμενα από το δίκαιο της Ένωσης μέτρα ( 55 ) πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να είναι αναλογικά και επομένως δεν πρέπει να υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την εκπλήρωση του επιδιωκόμενου από τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου σκοπού.

84.

Ωστόσο, η παροχή αρμοδιότητας στα εθνικά δικαστήρια να αναγνωρίζουν κατά περίπτωση, ως κύρωση για καταχρηστική πρακτική, τη μονιμότητα υπαλλήλου με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου θα είχε σοβαρές συνέπειες όσον αφορά την πρόσβαση στη δημόσια διοίκηση εν γένει και θα διακύβευε σοβαρά τη λειτουργία των διαγωνιστικών διαδικασιών. Ειδικότερα, οι υπάλληλοι που έχουν επιτύχει σε διαγωνισμό, αλλά ενδεχομένως δεν έχουν ακόμα μονιμοποιηθεί, θα έχουν, υπό την ερμηνεία αυτή, την ίδια μεταχείριση όπως εκείνοι που δεν έχουν συμμετάσχει στον εν λόγω διαγωνισμό ή έχουν συμμετάσχει ανεπιτυχώς. Επίσης, θα είναι μάλλον αδύνατον να συνεκτιμηθούν δεόντως η διαφορετική διάρκεια της καταχρηστικής πρακτικής και οι δεξιότητες του ενδιαφερομένου.

85.

Επομένως, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι οι κανόνες που τίθενται με τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου επιτάσσουν, ελλείψει άλλων δυνατοτήτων για την επιβολή κυρώσεων, τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε μόνιμες υπηρεσιακές σχέσεις, φρονώ ότι είναι απαραίτητο να υπάρχει μια τυπική διαδικασία για την υλοποίηση της κύρωσης αυτής, ούτως ώστε η σειρά διορισμού να καθορίζεται ευλόγως, βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων. Το κατά πόσον ο εθνικός δικαστής μπορεί να διατάξει τη διεξαγωγή τέτοιας διαδικασίας, προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου, προκύπτει πρωτίστως από τις αρμοδιότητες που του ανατίθενται βάσει του εθνικού δικαίου ( 56 ).

86.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, παρέλκει η εξέταση του έβδομου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑103/18 και του πανομοιότυπου έκτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑429/18 όσον αφορά τον καθορισμό των όρων απασχόλησης μετά την πραγματοποίηση της μετατροπής ( 57 ).

4. Επί της καταβολής αποζημίωσης ίσης προς το ποσό της αποζημίωσης λόγω καταχρηστικής απόλυσης (έβδομο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18)

87.

Με το εν λόγω προδικαστικό ερώτημα ζητείται να διευκρινισθεί κατά πόσον η ρήτρα 5 επιτάσσει, ως κύρωση, την αναλογική εφαρμογή, στις περιπτώσεις των δημόσιων υπαλλήλων, της ρύθμισης του εθνικού ιδιωτικού δικαίου για την προστασία των εργαζομένων από την απόλυση.

88.

Από την απόφαση περί παραπομπής δεν προκύπτει, πέραν αμφιβολίας, υπό ποιες περιστάσεις θα πρέπει να εφαρμόζεται το μέτρο αυτό. Ενώ η Comunidad de Madrid (Αυτόνομη Κοινότητα της Μαδρίτης) επισημαίνει ότι αποκλείεται κατ’ αρχήν η απόλυση υπαλλήλου που απασχολείται με σχέση ορισμένου χρόνου ως μέλος του προσωρινού προσωπικού, μέχρι τη μόνιμη πλήρωση της αντίστοιχης θέσης, και ότι, σε κάθε περίπτωση, υπάρχει αξίωση εκ νέου διορισμού, το αιτούν δικαστήριο προδήλως εξετάζει τη λύση της καταβολής της επίμαχης αποζημίωσης σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης, εφόσον συντρέχει καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου.

89.

Καθόσον η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται επιπλέον του προμνησθέντος δικαιώματος αποζημίωσης ( 58 ), θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί κατάλληλο μέτρο επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, η εκτίμηση του ζητήματος αυτού απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των εφαρμοστέων κανόνων του εθνικού του δικαίου ( 59 ).

5. Προτεινόμενη απάντηση όσον αφορά τις προσφερόμενες δυνατότητες επιβολής κυρώσεων

90.

Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18 και στο δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, το πέμπτο, το έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18 ως εξής:

Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, με βάση το σύνολο των εφαρμοστέων κανόνων του εθνικού του δικαίου, αν μέτρα όπως τα παρατιθέμενα στα προδικαστικά ερωτήματα αποτελούν κατάλληλα μέτρα επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με την επιφύλαξη της οριστικής εκτίμησης από τα αιτούντα δικαστήρια, δεν αρκεί, για την επιβολή των κατάλληλων κυρώσεων σε περίπτωση τέτοιας καταχρηστικής πρακτικής και για την εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, η διενέργεια ανοικτών διαγωνισμών, εφόσον η ενδεχομένως κατ’ αυτόν τον τρόπο παρεχόμενη πρόσβαση σε μόνιμη σχέση εργασίας παραμένει, ως προς τους συγκεκριμένους όρους της, απρόβλεπτη και αβέβαιη και εφόσον η σχετική εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει περαιτέρω κυρώσεις (δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18).

Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου δεν αντιτίθεται σε νομολογία εθνικών δικαστηρίων η οποία, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου από εργοδότη του δημόσιου τομέα, δεν επιβάλλει αυτοδικαίως ως κύρωση τη μετατροπή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Η νομολογία αυτή μπορεί να παρέχει στον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο, αφενός, αξίωση συνέχισης της απασχόλησης μέχρι ο εργοδότης να εξετάσει, ως οφείλει, τις υπάρχουσες ανάγκες και να εκπληρώσει τις απορρέουσες από την εξέταση αυτή υποχρεώσεις, και, αφετέρου, δικαίωμα ολοσχερούς αποκατάστασης της ζημίας που του προκάλεσε η εν λόγω καταχρηστική πρακτική. Τα μέτρα αυτά πρέπει να συνοδεύονται από αποτελεσματικό και αποτρεπτικό μηχανισμό επιβολής κυρώσεων. Μια δυνατότητα θα μπορούσε να είναι, επί παραδείγματι, η συμπληρωματική υποχρέωση καταβολής κατ’ αποκοπή ποσού αποζημίωσης τέτοιου ύψους, ώστε να αρκεί για να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Στα αιτούντα δικαστήρια απόκειται να κρίνουν αν η αποζημίωση λόγω καταχρηστικής απόλυσης από τον εργοδότη πληροί τις απαιτήσεις αυτές (έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18, καθώς και τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18).

Ε.   Επί του δικονομικού καθεστώτος των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου (δεύτερο και όγδοο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18)

91.

Τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα έχουν ως αντικείμενο την εκτίμηση κανόνων της εθνικής δικονομίας βάσει των οποίων η παράλειψη του δημόσιου υπαλλήλου να προσβάλει, σε περίπτωση διαδοχικών σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κάθε διοικητική πράξη που αφορά τον (εκ νέου) διορισμό του, τη λύση της σχέσης εργασίας ή τη διενέργεια διαγωνισμού για την πλήρωση της αντίστοιχης οργανικής θέσης συνεπάγεται την απώλεια των δικαιωμάτων που αντλεί ο δημόσιος υπάλληλος από την οδηγία 1999/70.

92.

Εφόσον υφίσταται στο ισπανικό δίκαιο τέτοιος κανόνας, πράγμα που αμφισβητείται από την Ισπανική Κυβέρνηση και από την Comunidad de Madrid (Αυτόνομη Κοινότητα της Μαδρίτης), θα πρέπει να θεωρηθεί μάλλον αναμφίβολο ότι ο κανόνας αυτός καθιστά πρακτικά ανέφικτη ή υπέρμετρα δυσχερή, και, ως εκ τούτου, ασυμβίβαστη με την αρχή της αποτελεσματικότητας, την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης.

93.

Αφενός, ο κανόνας αυτός θα έχει ως αποτέλεσμα να εκλαμβάνεται η αδράνεια του υπαλλήλου ως συγκατάθεση για την καταχρηστική πρακτική, έστω και αν αυτή εξηγείται από προφανείς λόγους, όπως, επί παραδείγματι, την άγνοια των δικαιωμάτων του, το κόστος της διαδικασίας ή τον φόβο δυσμενών συνεπειών εις βάρος του. Η ύπαρξη τέτοιου δικονομικού μειονεκτήματος σε βάρος των ενδιαφερόμενων υπαλλήλων θα αντιβαίνει προδήλως στους σκοπούς της συμφωνίας-πλαισίου. Εξάλλου, από την ανάλυση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑103/18 (υπό Β) προκύπτει ότι η διαπίστωση της ύπαρξης πράξης που είναι δυνατόν να προσβληθεί ουδόλως ευχερής είναι. Η τυχόν παραίτηση του υπαλλήλου από την προσβολή της εν λόγω πράξης, λόγω εσφαλμένης εκτίμησης ή λόγω άγνοιας της ύπαρξής της, θα αποβαίνει πάντα σε βάρος του, λόγω του επίμαχου κανόνα.

94.

Αφετέρου, η εν λόγω απώλεια δικαιώματος θα παρέχει κίνητρο στις αρμόδιες υπηρεσίες να παραβαίνουν τη ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου. Είτε οι υπάλληλοι θα αντιμάχονται τις διαδοχικές σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οπότε η εν λόγω σχέση θα μπορεί να λυθεί, χωρίς να είναι πλέον δυνατόν να προβληθεί η αιτίαση της καταχρηστικής χρησιμοποίησης. Είτε δεν θα τις αντιμάχονται και τούτο θα συνεπάγεται την απώλεια της δικαστικής προστασίας τους από την παράβαση της ρήτρας 5.

95.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων σχετικά με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18, παρέλκει η απάντηση του όγδοου προδικαστικού ερωτήματος, καθότι αυτό στηρίζεται στην παραδοχή της ισχύος του οικείου δικονομικού κανόνα.

96.

Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18 ως εξής: Οι διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που προσαρτάται στην οδηγία 1999/70 ως παράρτημα, σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικότητας, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικούς δικονομικούς κανόνες οι οποίοι απαιτούν από τον εργαζόμενο με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου την εκ μέρους του ενεργητική αμφισβήτηση ή άσκηση ένδικου βοηθήματος σε σχέση με όλες τις διαδοχικές συμβάσεις και τις διαδοχικές απολύσεις, προκειμένου να μπορεί να τύχει της προστασίας της οδηγίας και να μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης.

V. Πρόταση

97.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:

1)

Κατά την εκτίμηση, με βάση το εθνικό δίκαιο, του αν πληρούται η προϋπόθεση εφαρμογής της ρήτρας 5 της συμφωνίας-πλαισίου σύμφωνα με την οποία πρέπει να συντρέχει περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, καθοριστική σημασία έχει, υπό το πρίσμα των επιδιωκόμενων από την εν λόγω διάταξη σκοπών, το αν το περιεχόμενο της νομικής βάσης της απασχόλησης τροποποιήθηκε, κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου, όσον αφορά τη διάρκεια της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας, τους όρους λύσης της ή τη δυνατότητα συμμετοχής σε διαγωνισμό για την επιλογή μόνιμου υπαλληλικού προσωπικού, με αποτέλεσμα ο απασχολούμενος με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου να εκτέθηκε σε αυξημένη αβεβαιότητα (πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18).

2)

Η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομολογία, όπως η επίμαχη, κατά την οποία μοναδικό κριτήριο για τη συνδρομή αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη άλλες παράμετροι, αποτελεί το αν συντρέχει ο λόγος πρόσληψης και αν τηρούνται τα σχετικώς προβλεπόμενα χρονικά όρια, ή η οποία αρκείται συναφώς στη διαπίστωση ότι τα προς εκτέλεση καθήκοντα είναι χρονικώς περιορισμένα, χωρίς να συνεκτιμά δεόντως τις ιδιαιτερότητες της οικείας δραστηριότητας και τους κατά περίπτωση όρους άσκησής της (πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18).

Η ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο αʹ, της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή εθνικής ρύθμισης, όπως της επίμαχης στην κύρια δίκη, βάσει της οποίας η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον τομέα της δημόσιας υγείας θεωρείται δικαιολογημένη για «αντικειμενικούς λόγους» κατά την έννοια της εν λόγω ρήτρας, επειδή οι συμβάσεις αυτές στηρίζονται σε κανόνες δικαίου που επιτρέπουν την ανανέωση των συμβάσεων προκειμένου να διασφαλισθούν ορισμένες υπηρεσίες προσωρινού, συγκυριακού ή έκτακτου χαρακτήρα, ενώ, στην πραγματικότητα, οι ανάγκες αυτές είναι πάγιες και διαρκείς και δεν διασφαλίζεται ότι η οικεία δημόσια αρχή εκπληρώνει τις νόμιμες υποχρεώσεις της για την κάλυψη των αναγκών αυτών και για τη μόνιμη πλήρωση των θέσεων αυτών ή ότι λαμβάνει ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη και την αποφυγή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (τρίτο και τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18, καθώς και πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18).

3)

Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου έχει την έννοια ότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, με βάση το σύνολο των εφαρμοστέων κανόνων του εθνικού του δικαίου, αν μέτρα όπως τα παρατιθέμενα στα προδικαστικά ερωτήματα αποτελούν κατάλληλα μέτρα επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με την επιφύλαξη της οριστικής εκτίμησης από τα αιτούντα δικαστήρια, δεν αρκεί, για την επιβολή των κατάλληλων κυρώσεων σε περίπτωση τέτοιας καταχρηστικής πρακτικής και για την εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, η διενέργεια ανοικτών διαγωνισμών, εφόσον η ενδεχομένως κατ’ αυτόν τον τρόπο παρεχόμενη πρόσβαση σε μόνιμη σχέση εργασίας παραμένει, ως προς τους συγκεκριμένους όρους της, απρόβλεπτη και αβέβαιη και εφόσον η σχετική εθνική νομοθεσία δεν προβλέπει περαιτέρω κυρώσεις (δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18).

Η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου δεν αντιτίθεται σε νομολογία εθνικών δικαστηρίων η οποία, σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου από εργοδότη του δημόσιου τομέα, δεν επιβάλλει αυτοδικαίως ως κύρωση τη μετατροπή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Η νομολογία αυτή μπορεί να παρέχει στον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο, αφενός, αξίωση συνέχισης της απασχόλησης μέχρι ο εργοδότης να εξετάσει, ως οφείλει, τις υπάρχουσες ανάγκες και να εκπληρώσει τις απορρέουσες από την εξέταση αυτή υποχρεώσεις, και, αφετέρου, δικαίωμα ολοσχερούς αποκατάστασης της ζημίας που του προκάλεσε η εν λόγω καταχρηστική πρακτική. Τα μέτρα αυτά πρέπει να συνοδεύονται από αποτελεσματικό και αποτρεπτικό μηχανισμό επιβολής κυρώσεων. Μια δυνατότητα θα μπορούσε να είναι, επί παραδείγματι, η συμπληρωματική υποχρέωση καταβολής κατ’ αποκοπή ποσού αποζημίωσης τέτοιου ύψους, ώστε να αρκεί για να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Στα αιτούντα δικαστήρια απόκειται να κρίνουν αν η αποζημίωση λόγω καταχρηστικής απόλυσης από τον εργοδότη πληροί τις απαιτήσεις αυτές (έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18, καθώς και τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18).

4)

Οι διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που προσαρτάται στην οδηγία 1999/70 ως παράρτημα, σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικότητας, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικούς δικονομικούς κανόνες οι οποίοι απαιτούν από τον εργαζόμενο με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου την εκ μέρους του ενεργητική αμφισβήτηση ή άσκηση ένδικου βοηθήματος (σε σχέση με όλες τις διαδοχικές συμβάσεις και τις διαδοχικές απολύσεις), προκειμένου να μπορεί να τύχει της προστασίας της οδηγίας και να μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18).


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.

( 2 ) Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679).

( 3 ) Η συμφωνία-πλαίσιο προσαρτάται ως παράρτημα στην οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43).

( 4 ) BOE αριθ. 301 της 17ης Δεκεμβρίου 2003, σ. 44742.

( 5 ) BOE αριθ. 261 της 31ης Οκτωβρίου 2015.

( 6 ) Βλ. σχετικώς σημεία 72 επ. των παρουσών προτάσεων.

( 7 ) Οι προσφεύγοντες προσελήφθησαν για πρώτη φορά το 1993, το 2003, το 2005 και το 2007, αντιστοίχως, και ακολούθησαν μέχρι και 226 περαιτέρω διορισμοί μέχρι την ημερομηνία άσκησης της προσφυγής.

( 8 ) Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 9 ) Απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Rossato και Conservatorio di Musica F.A. Bonporti (C‑494/17, EU:C:2019:387, σκέψη 24).

( 10 ) Βλ. εσχάτως απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Rossato και Conservatorio di Musica F.A. Bonporti (C‑494/17, EU:C:2019:387, σκέψεις 27 και 28).

( 11 ) Το πέμπτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18 αντιστοιχούν στο έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18.

( 12 ) Τρίτο έως πέμπτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18 και πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18.

( 13 ) Έκτο έως ένατο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18 και δεύτερο έως έβδομο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑429/18.

( 14 ) Δεύτερο και όγδοο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18.

( 15 ) Εφόσον θεωρηθεί ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαίσιο έχει εφαρμογή υπό τις συνθήκες της υπόθεσης της κύριας δίκης, το ζήτημα αυτό θα εξετασθεί ακολούθως υπό Γ.

( 16 ) Βλ. εσχάτως απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2018, de Diego Porras (C‑619/17, EU:C:2018:936, σκέψη 80).

( 17 ) Απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψη 82).

( 18 ) Άρθρο 9, παράγραφος 2, του γενικού κανονισμού.

( 19 ) Άρθρο 70 του νόμου περί του βασικού καθεστώτος.

( 20 ) Στην υπόθεση C‑760/18, το Δικαστήριο καλείται, μεταξύ άλλων, να διευκρινίσει αν διάταξη του εθνικού δικαίου μπορεί να ορίζει ότι δεν συντρέχει περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε περίπτωση αυτοδίκαιης ανανέωσης της σύμβασης.

( 21 ) Βλ. ιδίως απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C‑212/04, EU:C:2006:443, σκέψεις 108 και 109).

( 22 ) Βλ. σχετικώς την προμνησθείσα, στο σημείο 9 των παρουσών προτάσεων, τέταρτη μεταβατική διάταξη σχετικά με τον νόμο περί του βασικού καθεστώτος, καθώς και τα άρθρα 61, 62 και 70 του νόμου περί του βασικού καθεστώτος και τα άρθρα 20 και 31 του γενικού κανονισμού.

( 23 ) Ούτε η τυχόν –στην υπόθεση C‑103/18 μη κρίσιμη– τροποποίηση του είδους της σύμβασης κατά τη διάρκεια της απασχόλησης μπορεί να αναιρέσει την αποδοχή της ύπαρξης διαδοχικών σχέσεων εργασίας, καθότι η τροποποίηση αυτή συνεπάγεται, σε κάθε περίπτωση, τη μεταβολή του βασικού νομικού πλαισίου που διέπει τη σχέση εργασίας, στο οποίο ανήκουν ιδίως οι λόγοι απόλυσης που ρυθμίζονται με διαφορετικό τρόπο στον γενικό κανονισμό, συγκεκριμένα δε στο άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 3.

( 24 ) Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679, σκέψεις 37 επ.).

( 25 ) Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679, σκέψη 43).

( 26 ) Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679, σκέψη 45).

( 27 ) Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψεις 99 και 101 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 28 ) Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 29 ) Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψεις 108 και 109).

( 30 ) Πρόκειται συγκεκριμένα για τους λόγους ανάγκης ή επείγοντος και για την υλοποίηση προγραμμάτων προσωρινού, συγκυριακού ή έκτακτου χαρακτήρα (άρθρο 9, παράγραφος 1, του γενικού κανονισμού).

( 31 ) Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 108).

( 32 ) Βλ. ήδη απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Pérez López (C‑16/15, EU:C:2016:679, σκέψη 55).

( 33 ) Ωστόσο, στην υπόθεση C‑103/18, οι διάδικοι της κύριας δίκης διαφωνούν ως προς τον αριθμό των διαγωνισμών στους οποίους ο προσφεύγων θα μπορούσε να είχε συμμετάσχει, προκειμένου να διορισθεί σε μόνιμη θέση, και/ή αν όντως έχει συμμετάσχει σε διαγωνισμούς. Η διαπίστωση του αιτούντος δικαστηρίου ότι ο προσφεύγων δεν έχει συμμετάσχει σε διαγωνισμό αμφισβητείται από την Comunidad de Madrid (Αυτόνομη Κοινότητα της Μαδρίτης).

Στην υπόθεση C‑429/18, το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί, ότι, το 2015, για πρώτη φορά από το 2000, διεξήχθησαν διαγωνισμοί για την οικεία κατηγορία προσωπικού.

( 34 ) Όσον αφορά την έκταση εφαρμογής της απαίτησης ερμηνείας του εθνικού δικαίου σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, προκειμένου να επιβληθούν οι δέουσες κυρώσεις σε περίπτωση καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, βλ. ιδίως απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Deutsche Lufthansa (C‑109/09, EU:C:2011:129, σκέψη 56).

( 35 ) Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro (C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 36 ) Απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Rossato και Conservatorio di Musica F.A. Bonporti (C‑494/17, EU:C:2019:387, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 37 ) Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 2014, Mascolo κ.λπ. (C‑22/13, C‑61/13 έως C‑63/13 και C‑418/13, EU:C:2014:2401, σκέψη 118).

( 38 ) Απόφαση της 8ης Μαΐου 2019, Rossato και Conservatorio di Musica F.A. Bonporti (C‑494/17, EU:C:2019:387, σκέψη 29).

( 39 ) Βλ. σημεία 52 επ. των παρουσών προτάσεων.

( 40 ) Επομένως, η επισήμανση του εκπροσώπου της Comunidad de Madrid (Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης), κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι ορισμένοι από τους προσφεύγοντες της κύριας δίκης στην υπόθεση C‑429/18 έχουν συμμετάσχει επιτυχώς σε διαγωνισμούς δεν αναιρεί το γεγονός ότι δεν προβλέπεται συγκεκριμένη ημερομηνία ένταξής τους στο μόνιμο υπαλληλικό προσωπικό με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου.

( 41 ) Η Comunidad de Madrid (Αυτόνομη Κοινότητα της Μαδρίτης) επικαλείται μεν τη διενέργεια διαγωνισμών κατ’ εφαρμογήν της τέταρτης μεταβατικής διάταξης του νόμου περί του νόμου περί του βασικού καθεστώτος, καθώς και την επιτυχή συμμετοχή ορισμένων από τους προσφεύγοντες της κύριας δίκης, πλην όμως δεν είναι σαφής ο λόγος για τον οποίο, κατά τον χρόνο άσκησης της προσφυγής, οι επιτυχόντες δεν είχαν ακόμα ενταχθεί στο μόνιμο υπαλληλικό προσωπικό με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου και δεν είχε πραγματοποιηθεί η μόνιμη πλήρωση των θέσεων των μη επιτυχόντων.

( 42 ) Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro (C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 32), με παραπομπή στην απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Marrosu και Sardino (C‑53/04, EU:C:2006:517, σκέψη 47).

( 43 ) Βλ. συναφώς ήδη απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López (C‑184/15 και C‑197/15, EU:C:2016:680, σκέψη 27).

( 44 ) Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι οι μη μόνιμοι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου δεν βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση από το έκτακτο προσωπικό του άρθρου 9, παράγραφος 2, του γενικού κανονισμού.

( 45 ) Αποφάσεις στις υποθέσεις αριθ. 1425/2018 (ECLI:ES:TS:2018:3250) και αριθ. 1426/2018 (ECLI:ES:TS:2018:3251).

( 46 ) Η διάταξη αυτή του εθνικού δικαίου επιβάλλει στην αρμόδια αρχή πρόσληψης την υποχρέωση να πραγματοποιεί ανάλυση των αναγκών και, εν ανάγκη, να μεριμνά για τη δημιουργία οργανικής θέσης, αν, εντός περιόδου δύο ετών, έχει διορισθεί μετακλητό προσωπικό περισσότερες από δύο φορές, για τις ίδιες υπηρεσίες, και η συνολική διάρκεια απασχόλησης υπερέβη τους δώδεκα μήνες. Βλ. σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.

( 47 ) Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro (C‑494/16, EU:C:2018:166).

( 48 ) Όσον αφορά τις απαιτήσεις της αρχής της αποτελεσματικότητας σε συνάρτηση με την υποχρέωση προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση Santoro (C‑494/16, EU:C:2017:822, σημεία 55 επ.).

( 49 ) Διάταξη της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Papalia (C‑50/13, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:873, σκέψη 32).

( 50 ) Βλ. διατακτικό της απόφασης της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro (C‑494/16, EU:C:2018:166).

( 51 ) Επί της διάταξης αυτής και επί της έκτασης εφαρμογής της, βλ. ήδη σημείο 71 των παρουσών προτάσεων.

( 52 ) Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Santoro (C‑494/16, EU:C:2018:166, σκέψη 34), με παραπομπή στην απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Marrosu και Sardino (C‑53/04, EU:C:2006:517, σκέψη 49).

( 53 ) Βλ. σημείο 74 των παρουσών προτάσεων.

( 54 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση Santoro (C‑494/16, EU:C:2017:822, σημείο 62).

( 55 ) Βλ. συναφώς ήδη σημείο 60 των παρουσών προτάσεων.

( 56 ) Συνεπώς, υπό την έννοια αυτή πρέπει να απαντηθεί το ένατο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑103/18.

( 57 ) Όσον αφορά τα όρια της τροποποίησης του περιεχομένου της σύμβασης στο πλαίσιο της μετατροπής, βλ. απόφαση της 8ης Μαρτίου 2012, Huet (C‑251/11, EU:C:2012:133).

( 58 ) Βλ. σημεία 76 και 77 των παρουσών προτάσεων.

( 59 ) Πρβλ. επίσης απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2018, de Diego Porras (C‑619/17, EU:C:2018:936, σκέψη 96).