ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤOY ΓΕΝΙΚOY ΕΙΣΑΓΓΕΛΕA

NILS WAHL

της 8ης Ιουνίου 2017 ( 1 )

Υπόθεση C‑322/16

Global Starnet Ltd

κατά

Ministero dell’Economia e delle Finanze

Amministrazione Autonoma Monopoli di Stato

[αίτηση του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής από εθνικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας – Απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου – Περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών – Περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως – Ανάθεση νέων συμβάσεων παραχωρήσεως για την παροχή υπηρεσιών νόμιμων τυχηρών παιγνίων μέσω διαδικτύου – Νέες απαιτήσεις για τους παραχωρησιούχους – Δικαιολογητικός λόγος – Αναλογικότητα»

1.

Με την παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο καλείται για άλλη μια φορά να εκτιμήσει αν ορισμένες πτυχές της ιταλικής νομοθεσίας στον τομέα των στοιχημάτων και τυχηρών παιγνίων είναι συμβατές με τους σχετικούς με την εσωτερική αγορά κανόνες της Συνθήκης, καθώς και με ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης ( 2 ).

2.

Τα ζητήματα που ανακύπτουν στην παρούσα διαδικασία αφορούν ιδίως το αν οι σχετικοί με την εσωτερική αγορά κανόνες της Συνθήκης, το άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) ή η γενική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία θέτει νέες οικονομικές, τεχνικές και επαγγελματικές απαιτήσεις που ισχύουν τόσο για τους υπάρχοντες όσο και για τους νέους παραχωρησιούχους υπηρεσιών τυχηρών παιγνίων.

I. Νομικό πλαίσιο

A.  Το εθνικό δίκαιο

3.

Το άρθρο 1, παράγραφος 77, του Legge del 13 dicembre 2010 n. 220, Disposizioni per la formazione del bilancio annuale e pluriennale dello Stato (legge di stabilità 2011) (νόμου της 13ης Δεκεμβρίου 2010, αριθ. 220, διατάξεις σχετικές με την κατάρτιση του ετήσιου και του πολυετούς κρατικού προϋπολογισμού, στο εξής: νόμος 220/2010) ( 3 ), ορίζει:

«Προκειμένου να εξασφαλίσει ορθή ισορροπία μεταξύ των δημοσίων και ιδιωτικών συμφερόντων στο πλαίσιο της διοργανώσεως και διαχειρίσεως των δημοσίων παιγνίων, λαμβανομένου υπόψη του κρατικού μονοπωλίου στον τομέα των δημοσίων παιγνίων […], καθώς και των αρχών –περιλαμβανομένων εκείνων που έχει διατυπώσει η Ευρωπαϊκής Ένωση– επιλογής κατόπιν ανταγωνισμού οι οποίες έχουν εφαρμογή στον τομέα αυτόν, και προκειμένου να συμβάλει επίσης στη θεμελίωση μιας πιο αποδοτικής και αποτελεσματικής δράσεως για την καταπολέμηση της διαδόσεως του παράτυπου ή παράνομου παιγνίου στην Ιταλία, για την προστασία των καταναλωτών, και ιδίως των ανηλίκων, για την τήρηση της δημoσίας τάξεως και για την καταπολέμηση της συμμετοχής ανηλίκων σε τυχηρά παίγνια και της διεισδύσεως του οργανωμένου εγκλήματος στον τομέα των τυχηρών παιγνίων […]. Η Agenzia delle Dogane e dei Monopoli [υπηρεσία τελωνείων και μονοπωλίων, στο εξής: ADM] προβαίνει αμελλητί σε επικαιροποίηση του προτύπου των συμβάσεων παραχωρήσεως για τη διενέργεια και συλλογή, όχι μέσω διαδικτύου, δημοσίων τυχηρών παιγνίων.»

4.

Το άρθρο 1, παράγραφος 78, του νόμου 220/2010 προβλέπει νέες υποχρεώσεις για τους παραχωρησιούχους που δραστηριοποιούνται όσον αφορά τη διενέργεια και συλλογή δημοσίων τυχηρών παιγνίων όχι μέσω διαδικτύου, απαιτώντας ειδικότερα:

τη διατήρηση του δείκτη χρέους κάτω από ένα όριο (άρθρο 1, παράγραφος 78, στοιχείο b, σημείο 4)·

την υπαγωγή σε προηγούμενη άδεια για τις πράξεις που συνεπάγονται μεταβολές της ταυτότητας του παραχωρησιούχου· για τις πράξεις μεταβιβάσεως των συμμετοχών που κατέχει ο παραχωρησιούχος οι οποίες μπορεί να συνεπάγονται μείωση του δείκτη ευρωστίας· για τις πράξεις της διαθέσεως πλεοναζόντων κερδών για σκοπούς ξένους προς τις επενδύσεις που σχετίζονται με τη δραστηριότητα η οποία αποτελεί αντικείμενο της παραχωρήσεως (άρθρο 1, παράγραφος 78, στοιχείο b, σημεία 8, 9 και 17)·

την υποχρέωση του παραχωρησιούχου να συνεχίσει τη συνήθη διαχείριση της δραστηριότητας μέχρις ότου η εν λόγω δραστηριότητα μεταβιβαστεί στον νέο παραχωρησιούχο (άρθρο 1, παράγραφος 78, στοιχείο b, σημείο 25).

5.

Με το άρθρο 1, παράγραφος 78, στοιχείο b, σημείο 23, προβλέφθηκαν κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμορφώσεως με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στη σύμβαση παραχωρήσεως.

6.

Οι απαιτήσεις για τους παραχωρησιούχους οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 78, του νόμου 220/2010 τέθηκαν σε εφαρμογή με διυπηρεσιακή απόφαση που εξέδωσε στις 28 Ιουνίου 2011 ο διευθυντής της ADM (στο εξής: απόφαση της ADM) ( 4 ). Οι απαιτήσεις αυτές, που αποσκοπούσαν στη αύξηση της κερδοφορίας και της οικονομικής ευρωστίας των παραχωρησιούχων και στην ενίσχυση του κύρους και της αξιοπιστίας τους, επιβλήθηκαν τόσο στους υπάρχοντες όσο και στους νέους παραχωρησιούχους.

II. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα

7.

Η εταιρία B Plus Giocolegale Ltd, νυν Global Starnet Ltd (στο εξής: Global Starnet), είναι ο δικαιούχος παραχωρήσεως από την ADM για την υλοποίηση και λειτουργία του δικτύου για τη διεξαγωγή νόμιμων τυχηρών παιγνίων μέσω διαδικτύου. Η ως άνω εταιρία συμμετείχε στο πρόγραμμα που θεσπίστηκε με την πράξη νομοθετικού περιεχομένου) 39/2009, η οποία επέτρεπε στους παραχωρησιούχους να διεξαγάγουν δοκιμές και, στη συνέχεια, να εφαρμόσουν στην αγορά συγκεκριμένα συστήματα τυχηρών παιγνίων. Η συμμετοχή στο εν λόγω δοκιμαστικό πρόγραμμα παρείχε στους παραχωρησιούχους δικαίωμα ανανεώσεως των παραχωρήσεων.

8.

Μετά την έναρξη ισχύος του νόμου 220/2010 και της αποφάσεως της ADM, η Global Starnet άσκησε προσφυγή ενώπιον του Tribunale Amministrativo Regionale Lazio (περιφερειακού διοικητικού πρωτοδικείου του Λάτσιο, στο εξής: TAR Lazio) με αίτημα την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως, με την αιτιολογία ότι τα δικαιώματά της ως παραχωρησιούχου θίχτηκαν παρανόμως. Επίσης, υπέβαλε αίτημα αποζημιώσεως και ακυρώσεως της προσκλήσεως υποβολής προσφορών που δημοσίευσε η ADM για την παραχώρηση υπηρεσιών σχετικά με την εγκατάσταση και εκμετάλλευση του δικτύου νόμιμων τυχηρών παιγνίων μέσω διαδικτύου. Οι ισχυρισμοί της Global Starnet ερείδονταν τόσο στο εθνικό δίκαιο όσο και στο δίκαιο της Ένωσης.

9.

Το TAR Lazio δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή, στο μέτρο που αφορούσε το εθνικό δίκαιο, αλλά έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση ούτε του Ιταλικού Συντάγματος ούτε του δικαίου της Ένωσης. Η Global Starnet κατέθεσε κατά της αποφάσεως αυτής αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία).

10.

Με την απόφασή του 4371 της 2ας Σεπτεμβρίου 2013, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) δέχθηκε εν μέρει την αίτηση αναιρέσεως που είχε καταθέσει η Global Starnet. Επιπλέον, θεωρώντας ότι χωρούν αμφιβολίες ως προς τη συνταγματικότητα του άρθρου 1, παράγραφος 79, του νόμου 220/2010, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) παρέπεμψε το ζήτημα στο Corte Costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ιταλία).

11.

Με την απόφασή του 56 της 31ης Μαρτίου 2015, το Corte Costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο) έκρινε ότι η επίμαχη εθνική διάταξη δεν παραβιάζει το Ιταλικό Σύνταγμα και ανέπεμψε την υπόθεση στο Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας).

12.

Έχοντας αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως με το δίκαιο της Ένωσης, το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Πρέπει το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν υφίσταται άνευ όρων υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής, από δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, ζητήματος ερμηνείας του ευρωπαϊκού δικαίου, αν, στο πλαίσιο της ίδιας υποθέσεως, το Corte Costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο) εκτίμησε τη συνταγματικότητα της εθνικής ρυθμίσεως, στην ουσία χρησιμοποιώντας τις ίδιες κανονιστικές παραμέτρους των οποίων η ερμηνεία ζητείται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καίτοι είναι τυπικά διαφορετικές δεδομένου ότι περιέχονται σε διατάξεις του Συντάγματος και όχι σε διατάξεις των Συνθηκών;

2)

Επικουρικώς, εαν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήθελε αποφανθεί, ως προς το ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ότι η προδικαστική παραπομπή είναι υποχρεωτική: αντιτίθενται οι διατάξεις και οι αρχές του άρθρου 26 ΣΛΕΕ (εσωτερική αγορά), του άρθρου 49 ΣΛΕΕ (δικαίωμα εγκαταστάσεως), του άρθρου 56 ΣΛΕΕ (ελεύθερη παροχή υπηρεσιών), του άρθρου 63 ΣΛΕΕ (ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων) και του άρθρου 16 (επιχειρηματική ελευθερία) του Χάρτη […], καθώς και η γενική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (η οποία συγκαταλέγεται στις “θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης”, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Agrargenossenschaft, C‑545/11) στη θέσπιση και στην εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως (άρθρο 1, παράγραφος 78, στοιχείο b, σημεία 4, 8, 9, 17, 23, 25 του νόμου 220/2010) η οποία επιβάλλει, ακόμη και για τους ήδη παραχωρησιούχους […] νέες απαιτήσεις και υποχρεώσεις μέσω πράξεως συμπληρωματικής της ήδη υφιστάμενης συμβάσεως (και χωρίς οποιαδήποτε προθεσμία σταδιακής προσαρμογής);»

III. Ανάλυση

A.   Το πρώτο ερώτημα

13.

Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο κατ’ ουσίαν ερωτά αν το γεγονός ότι συνταγματικό δικαστήριο κράτους μέλους έχει αποφανθεί υπέρ της συνταγματικότητας εθνικού μέτρου ασκεί επιρροή όσον αφορά την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να θέσουν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, όταν οι εθνικοί κανόνες που αποτελούν τη βάση της εκτιμήσεως του συνταγματικού δικαστηρίου είναι παρεμφερείς με τους σχετικούς κανόνες του δικαίου της Ένωσης.

14.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ξεκάθαρη.

15.

Σε συμφωνία με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν η Τσεχική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή, φρονώ ότι το γεγονός ότι συνταγματικό δικαστήριο έχει αποφανθεί υπέρ της συνταγματικότητας εθνικού μέτρου δεν μπορεί να ασκεί επίδραση στα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 267 ΣΛΕΕ. Τούτο ισχύει ανεξάρτητα από το αν οι διατάξεις ή οι αρχές του εθνικού συντάγματος, όπως ερμηνεύονται από το συνταγματικό δικαστήριο, έχουν ομοιότητες με ορισμένες διατάξεις ή αρχές της Ένωσης.

16.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι δικαστήριο κράτους μέλους δύναται να υποβάλει στο συνταγματικό δικαστήριο ερώτημα ως προς τη συνταγματικότητα εθνικού μέτρου, ή το γεγονός ότι έχει υποβληθεί τέτοιο ερώτημα, ουδεμία επίδραση ασκεί στο δικαίωμα ή, κατά περίπτωση, στην υποχρέωση του εν λόγω δικαστηρίου να προβεί σε προδικαστική παραπομπή βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Πράγματι, τα εθνικά δικαστήρια έχουν ευρύτατη εξουσία εκτιμήσεως ως προς την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο, αν κρίνουν ότι υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν τους θέτει ζητήματα ερμηνείας ή κύρους των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να επιλυθούν από το Δικαστήριο ( 5 ).

17.

Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι εθνικό δικαστήριο, στο οποίο έχει υποβληθεί διαφορά σχετική με το δίκαιο της Ένωσης και το οποίο θεωρεί ότι διάταξη του εθνικού δικαίου είναι όχι μόνον αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης, αλλά και αντισυνταγματική, ούτε στερείται της κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ ευχέρειας ούτε απαλλάσσεται από την κατά το ίδιο άρθρο υποχρέωσή του να θέσει ερωτήματα στο Δικαστήριο, λόγω του ότι η αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας διατάξεως του εσωτερικού δικαίου προϋποθέτει υποχρεωτικά την προσφυγή στο συνταγματικό δικαστήριο ( 6 ). Επομένως, εθνική ρύθμιση που εμποδίζει τα εθνικά τακτικά δικαστήρια, πριν και/ή μετά την παραπομπή του ζητήματος αντισυνταγματικότητας, να ασκούν την ευχέρειά τους ή να εκπληρώνουν την υποχρέωσή τους κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ να θέτουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, δεν είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης ( 7 ). Συνεπώς, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να είναι ελεύθερα, όταν κρίνουν ότι η νομική εκτίμηση που διατυπώθηκε από ανώτερο δικαστήριο μπορεί να τα οδηγήσει στην έκδοση αποφάσεως αντίθετης προς το δίκαιο της Ένωσης, να θέσουν στο Δικαστήριο τα σχετικά ερωτήματα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης ( 8 ).

18.

Οι αρχές αυτές ισχύουν κατά μείζονα λόγο όταν το συνταγματικό δικαστήριο δεν προβαίνει σε ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης αλλά περιορίζει την απόφασή του σε θέματα ερμηνείας του εθνικού δικαίου. Σύμφωνα με τη απόφαση Cilfit ( 9 ), εθνικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας δύναται να μην προβεί σε προδικαστική παραπομπή μόνον όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του acte clair ή του acte éclairé. Τούτο επειδή, υπό τις περιστάσεις αυτές, το εθνικό δικαστήριο θεμιτά δύναται να κρίνει ότι η ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης είναι τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τον τρόπο επιλύσεως του εγερθέντος ζητήματος ( 10 ).

19.

Πάντως, δεν είναι εύκολα αντιληπτό το πώς η ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου ενός κράτους μέλους από το εθνικό συνταγματικό δικαστήριο μπορεί να συμβάλει στην άρση τυχόν αμφιβολιών ως προς την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Παρά τη στενή τους σύνδεση σε διάφορα επίπεδα, τα νομικά συστήματα των κρατών μελών και το νομικό σύστημα της Ένωσης εξακολουθούν να είναι κατά βάση χωριστά. Ειδικότερα, όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Cilfit ( 11 ), ακόμη και όταν χρησιμοποιούν τις ίδιες (ή παρόμοιες) έννοιες, αυτές μπορεί να μην έχουν το ίδιο περιεχόμενο.

20.

Η προτεινόμενη με τις παρούσες προτάσεις ερμηνεία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ δεν κλονίζεται από το γεγονός –το οποίο αναφέρει η διάταξη περί παραπομπής– ότι ιδιώτες μπορούν να έχουν, σύμφωνα με τη νομολογία Francovich ( 12 ) και Köbler ( 13 ), δικαίωμα αποζημιώσεως για παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης από τα εθνικά δικαστήρια. Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, η δυνατότητα, υπό ορισμένες περιστάσεις, λυσιτελούς επικλήσεως της ευθύνης των κρατών μελών σε περίπτωση δικαστικής πλάνης δεν μπορεί παρά να είναι το έσχατο μέσο. Η άσκηση αγωγής λόγω ευθύνης των κρατών μελών αποσκοπεί μόνο στην αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, αλλά δεν υπηρετεί τον σκοπό της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.

21.

Όπως το Δικαστήριο υπογράμμισε με τη γνώμη του 2/13, ο ακρογωνιαίος λίθος του διαμορφωθέντος από τις Συνθήκες δικαιοδοτικού συστήματος είναι η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ η οποία, καθιερώνοντας διάλογο σε επίπεδο δικαιοδοτικών οργάνων –ακριβώς μεταξύ του Δικαστηρίου και των δικαστηρίων των κρατών μελών– αποσκοπεί στη διασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης ( 14 ). Συνεπώς, τυχόν διαφορετική ερμηνεία από την εδώ προτεινόμενη θα μείωνε την αποτελεσματικότητα του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

22.

Εξάλλου, δεν συμμερίζομαι τους φόβους του αιτούντος δικαστηρίου ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος καταχρήσεων εκ μέρους των διαδίκων. Η προδικαστική παραπομπή είναι μια διαδικασία στην οποία οι διάδικοι δεν αναλαμβάνουν καμία πρωτοβουλία ( 15 ). Μολονότι οι διάδικοι μπορούν να προτείνουν στο εθνικό δικαστήριο να θέσει ένα ή περισσότερα ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το περιεχόμενο των ερωτημάτων αυτών, εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν πρέπει να τεθούν ερωτήματα στο Δικαστήριο και ποια θα είναι αυτά. Σύμφωνα με το σύστημα που θεσπίστηκε από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για το «φιλτράρισμα» των προτάσεων των διαδίκων να γίνει προδικαστική παραπομπή και, κατά περίπτωση, των ζητημάτων ερμηνείας ή κύρους του δικαίου της Ένωσης που πρέπει να τεθούν στο Δικαστήριο.

23.

Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το γεγονός ότι συνταγματικό δικαστήριο κράτους μέλους έχει αποφανθεί υπέρ της συνταγματικότητας εθνικού μέτρου δεν ασκεί καμία επιρροή όσον αφορά την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να θέσουν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, ακόμη και αν οι εθνικοί κανόνες που αποτελούν τη βάση της εκτιμήσεως του συνταγματικού δικαστηρίου είναι παρεμφερείς με τους σχετικούς κανόνες του δικαίου της Ένωσης.

B.   Το δεύτερο ερώτημα

24.

Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν οι σχετικοί με την εσωτερική αγορά κανόνες της Συνθήκης, το άρθρο 16 του Χάρτη ή η γενική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αντιτίθενται σε εθνικές διατάξεις, όπως οι επίμαχες, οι οποίες θέτουν νέες οικονομικές, τεχνικές και επαγγελματικές απαιτήσεις που ισχύουν τόσο για τους υπάρχοντες όσο και για τους νέους παραχωρησιούχους υπηρεσιών τυχηρών παιγνίων.

25.

Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.

1. Άρθρα 26, 49, 56 και 63 ΣΛΕΕ

α) Ύπαρξη αμιγώς εσωτερικής καταστάσεως

26.

Στο επίκεντρο των επικρίσεων της Global Starnet είναι το γεγονός ότι ο νόμος 220/2010 εισήγαγε νέες απαιτήσεις για τους παραχωρησιούχους οι οποίες ισχύουν επίσης για τις υπάρχουσες παραχωρήσεις. Η Global Starnet δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές δύνανται να θέσουν τις απαιτήσεις αυτές για τους παραχωρησιούχους εν γένει, αλλά μόνο το γεγονός ότι μπορούν να τις εφαρμόσουν επίσης στους παραχωρησιούχους που ήδη δραστηριοποιούνται στην αγορά.

27.

Έτσι, η Global Starnet κατ’ ουσίαν καταγγέλλει τη δημιουργία ενός δυνητικού εμποδίου –ειδικά με τη μορφή αυξήσεως του κόστους– για την άσκηση των δραστηριοτήτων των παρόχων που είναι ήδη εγκατεστημένοι στην Ιταλία και παρέχουν υπηρεσίες σε Ιταλούς πελάτες. Η εταιρία δεν ισχυρίζεται ότι οι εν λόγω απαιτήσεις μπορούν να αποτρέψουν αλλοδαπές επιχειρήσεις να εγκατασταθούν στην Ιταλία ή να παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες τυχηρών παιγνίων.

28.

Στο πλαίσιο αυτό, δημιουργούνται ευλόγως ερωτηματικά ως προς το αν η καταγγελλόμενη κατάσταση είναι αμιγώς εσωτερική για την Ιταλία και επομένως δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων για την εσωτερική αγορά. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, οι διατάξεις της ΣΛΕΕ που αφορούν την ελευθερία εγκαταστάσεως, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων δεν έχουν εφαρμογή σε καταστάσεις όπου όλα τα σχετικά στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους ( 16 ). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι εθνικά μέτρα, των οποίων το μόνο αποτέλεσμα είναι να καθιστούν οικονομικώς επαχθέστερη τη συγκεκριμένη παροχή υπηρεσιών και τα οποία πλήττουν εξίσου την παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών και την παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό ενός μόνο κράτους μέλους, κανονικά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56 ΣΛΕΕ ( 17 ). Κατά τη γνώμη μου, η ίδια αρχή πρέπει να ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, επίσης όσον αφορά τα άρθρα 49 και 63 ΣΛΕΕ.

29.

Κατά συνέπεια, ο οποιοσδήποτε αντίκτυπος που τα επίμαχα μέτρα θα μπορούσαν να έχουν στο ενδοενωσιακό εμπόριο υπηρεσιών είναι υπερβολικά αβέβαιος και έμμεσος για να θεωρηθεί ότι τα εν λόγω μέτρα είναι ικανά να εμποδίσουν οποιαδήποτε θεμελιώδη ελευθερία ( 18 ). Στο πλαίσιο αυτό, τα άρθρα 26, 49, 56 και 63 ΣΛΕΕ δεν φαίνεται να έχουν εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.

30.

Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή τάχθηκε υπέρ μιας πολύ ευρείας ερμηνείας του άρθρου 49 ΣΛΕΕ, υποστηρίζοντας ότι απλώς και μόνον το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα της κύριας δίκης είναι μη ιταλική εταιρία αρκεί για να ενεργοποιήσει την εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή διατείνεται ότι, δεδομένου ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις ενδέχεται να έχουν περιοριστικά αποτελέσματα στην άσκηση της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας στην Ιταλία, οι διατάξεις αυτές συνιστούν επίσης εμπόδια για την ελευθερία εγκαταστάσεως. Προς στήριξη των επιχειρημάτων της, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση στην υπόθεση CaixaBank France ( 19 ).

31.

Πάντως, η υπόθεση αυτή, πόρρω απέχουσα από το να επιρρωννύει τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, στηρίζει την αντίθετη άποψη.

32.

Πράγματι, στην υπόθεση CaixaBank France, ο γενικός εισαγγελέας A. Tizzano εξήγησε λεπτομερώς γιατί δεν είναι ορθή η ερμηνεία που υποστηρίζει η Επιτροπή. Ειδικότερα, μετά από λεπτομερή ανάλυση της νομολογίας, εξέθεσε ότι «είναι […] δύσκολο να χαρακτηρισθούν ως αντίθετοι προς τη Συνθήκη περιορισμοί εθνικές διατάξεις οι οποίες διέπουν την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας χωρίς να επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση σ’ αυτήν και χωρίς να εισάγουν την παραμικρή διάκριση de facto ή de jure μεταξύ ημεδαπών και αλλοδαπών επιχειρηματιών, με μόνη αιτιολογία ότι περιορίζουν το οικονομικό ενδιαφέρον ασκήσεως της εν λόγω δραστηριότητας». Ο εισαγγελέας θεώρησε ότι «όταν τηρείται η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων […] ένα εθνικό μέτρο δεν μπορεί να θεωρείται ως περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας […] παρά μόνον αν επηρεάζει άμεσα την πρόσβαση στην αγορά, λόγω του σκοπού ή των αποτελεσμάτων του» ( 20 ).

33.

Στο πλαίσιο αυτό, αφότου εξέτασε τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα επίμαχα μέτρα ήσαν ικανά να θέσουν τις θυγατρικές αλλοδαπών τραπεζών σε δυσμενέστερη πραγματική κατάσταση σε σχέση με τις γαλλικές τράπεζες και, επομένως, αποτελούσαν περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως απαγορευόμενο από τη Συνθήκη ( 21 ). Η απόφαση του Δικαστηρίου φαίνεται να συμμερίζεται πλήρως την ανάλυση αυτή. Το Δικαστήριο επισήμανε τις πτυχές των εν λόγω μέτρων οι οποίες εισάγουν de facto δυσμενείς διακρίσεις και εξήγησε κατά ποιον τρόπο αυτές θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την πρόσβαση στη γαλλική αγορά από θυγατρικές αλλοδαπών τραπεζών ( 22 ).

34.

Αντιθέτως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις μπορούν να επηρεάσουν με οποιονδήποτε τρόπο το ενδοενωσιακό εμπόριο. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει, παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως φαίνονται να περιορίζονται σε ένα κράτος μέλος, ότι δεν μπορεί να αποκλειστούν ορισμένες διασυνοριακές συνέπειες των επίμαχων διατάξεων ( 23 ), οι εν λόγω διατάξεις παραμένουν συμβατές με τους σχετικούς με την εσωτερική αγορά κανόνες της Ένωσης, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω.

β) Ύπαρξη περιορισμού της ελευθερίας εγκαταστάσεως

35.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να προσδιοριστεί ποιες από τις αφορώσες την εσωτερική αγορά διατάξεις της ΣΛΕΕ που αναφέρει το Consiglio di Stato (Συμβούλιο της Επικρατείας) έχουν εφαρμογή εν προκειμένω. Το εν λόγω δικαστήριο παραπέμπει αδιακρίτως σε ορισμένες από αυτές: άρθρα 26, 49, 56 και 63 ΣΛΕΕ.

36.

Φρονώ ότι, αν θεωρηθεί ότι η παρούσα υπόθεση δεν περιορίζεται στην ιταλική επικράτεια, η υπόθεση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του άρθρου 49 ΣΛΕΕ. Οι επίμαχες εθνικές διατάξεις περιορίζουν πράγματι τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να παρέχουν υπηρεσίες τυχηρών παιγνίων εντός της Ιταλίας.

37.

Αντιθέτως, τα άρθρα 26, 56 και 63 ΣΛΕΕ δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω. Πράγματι, το άρθρο 26 ΣΛΕΕ, τουλάχιστον όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υποθέσεως, δεν φαίνεται να έχει κανονιστικό περιεχόμενο επιπλέον εκείνου των άρθρων 49, 56 και 63 ΣΛΕΕ. Με τη σειρά του, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ δεν έχει εφαρμογή, στο μέτρο που οι ρυθμιζόμενες δραστηριότητες απαιτούν εγκατάσταση στην Ιταλία. Τέλος, δεν φαίνεται να δικαιολογείται χωριστή ανάλυση των επίμαχων εθνικών διατάξεων βάσει του άρθρου 63 ΣΛΕΕ: εν πάση περιπτώσει, οι ενδεχόμενες συνέπειες στη διασυνοριακή κυκλοφορία κεφαλαίων είναι παρεπόμενες και δεν μπορούν να διαχωριστούν από τις περιοριστικές συνέπειες που τα εν λόγω μέτρα μπορεί να έχουν στην παροχή υπηρεσιών για τις οποίες χρησιμοποιούνται τα εν λόγω κεφάλαια ( 24 ).

38.

Τούτου λεχθέντος, όσον αφορά την ύπαρξη περιορισμού βάσει του άρθρου 49 ΣΛΕΕ, θα σημειώσω ότι όλα τα μέτρα που απαγορεύουν, εμποδίζουν ή καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των ελευθεριών που εγγυάται η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρούνται περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως ( 25 ).

39.

Επομένως, αν το Δικαστήριο δεν διαπιστώσει ότι οι συνέπειές τους περιορίζονται στην Ιταλία, θα πρέπει να συναγάγει ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις συνιστούν περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 49 ΣΛΕΕ. Πράγματι, η εισαγωγή επαχθέστερων απαιτήσεων για την απόκτηση παραχωρήσεων για υπηρεσίες τυχηρών παιγνίων μπορεί να αποτρέψει αλλοδαπές επιχειρήσεις να εγκατασταθούν στην Ιταλία προκειμένου να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες.

γ) Ύπαρξη κατάλληλου και αναλογικού δικαιολογητικού λόγου

40.

Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί αν μπορεί να δικαιολογηθεί ο περιορισμός της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, η νομοθεσία περί στοιχημάτων και τυχηρών παιγνίων είναι ένας από τους τομείς στους οποίους υπάρχουν σημαντικές διαφορές ηθικής, θρησκευτικής και πολιτισμικής φύσεως μεταξύ των κρατών μελών. Εφόσον ο τομέας αυτός δεν έχει εναρμονιστεί σε επίπεδο Ένωσης, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επιλογή του πιο ενδεδειγμένου, κατά την εκτίμησή τους, επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και της δημόσιας τάξεως ( 26 ).

41.

Τα κράτη μέλη είναι, συνεπώς, ελεύθερα να καθορίζουν τους σκοπούς της πολιτικής τους στον τομέα των στοιχημάτων και τυχηρών παιγνίων και, όπου χρειάζεται, να ορίζουν με ακρίβεια το επίπεδο της επιδιωκόμενης προστασίας ( 27 ). Ειδικότερα, τα κράτη μέλη δικαιούνται να επιδιώκουν ιδιαιτέρως υψηλό επίπεδο προστασίας στον τομέα αυτόν ( 28 ). Πάντως, τα περιοριστικά μέτρα που επιβάλλονται από τα κράτη μέλη πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις που η νομολογία του Δικαστηρίου θέτει όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη δικαιολόγησή τους από υπέρτερους λόγους γενικού συμφέροντος και την αναλογικότητά τους ( 29 ).

42.

Επομένως, προκειμένου να εξακριβωθεί αν οι περιορισμοί μπορούν να δικαιολογηθούν, είναι αναγκαίο, αφενός, να προσδιοριστούν οι σκοποί που επιδιώκονται με τις επίμαχες εθνικές διατάξεις και, αφετέρου, να καθοριστεί αν οι εν λόγω διατάξεις συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας.

43.

Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, όπως προκύπτει από το γράμμα των επίμαχων εθνικών διατάξεων και από τη διάταξη περί παραπομπής, ο σκοπός των εν λόγω διατάξεων ήταν ειδικά η αύξηση της κερδοφορίας και της οικονομικής ευρωστίας των παραχωρησιούχων, η ενίσχυση του κύρους και της αξιοπιστίας τους και η καταπολέμηση της εγκληματικότητας.

44.

Δεδομένης της ιδιαίτερης καταστάσεως εντός της οποίας λειτουργούν οι παραχωρησιούχοι, οι στόχοι αυτοί είναι –δίχως αμφιβολία– θεμιτοί στόχοι που επιτρέπουν έναν περιορισμό βάσει του άρθρου 49 ΣΛΕΕ. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο σκοπός να εξασφαλιστεί ότι οι πάροχοι υπηρεσιών στοιχημάτων και τυχηρών παιγνίων διαθέτουν χρηματοοικονομική επάρκεια για να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους έναντι όσων κερδίζουν στοιχήματα και τυχηρά παίγνια μπορεί να συνιστά υπέρτερο λόγο δημοσίου συμφέροντος ικανό να δικαιολογήσει περιορισμό των θεμελιωδών ελευθεριών ( 30 ). Σε παρόμοιο συμπέρασμα κατέληξε το Δικαστήριο όσον αφορά τον σκοπό καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας που συνδέεται με τα στοιχήματα και τα τυχηρά παίγνια ( 31 ).

45.

Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, πρέπει να καθοριστεί, πρώτα, αν οι επίμαχες διατάξεις είναι κατάλληλες να συμβάλουν στην επίτευξη των σκοπών αυτών και, στη συνέχεια, αν υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο όριο.

46.

Όσον αφορά την πρώτη από τις πτυχές αυτές, φρονώ ότι απαιτήσεις όπως η υποχρέωση διατηρήσεως του δείκτη χρέους κάτω από ένα ορισμένο όριο και η υποχρέωση να ζητείται προηγούμενη άδεια για τη διάθεση κερδών για σκοπούς ξένους προς τις επενδύσεις στις δραστηριότητες που αποτελούν αντικείμενο της παραχωρήσεως, σαφώς και ευθέως συνδέονται με τον σκοπό αυξήσεως της κερδοφορίας και της οικονομικής ευρωστίας των παραχωρησιούχων. Επίσης η απαίτηση όσον αφορά τη χρήση των κερδών νομίζω ότι συνδέεται, τουλάχιστον σε κάποια έκταση, με τον σκοπό καταπολεμήσεως της εγκληματικότητας που έχει σχέση με τα στοιχήματα και τα τυχηρά παίγνια. Πράγματι, το μέτρο είναι ικανό να εξασφαλίσει ότι τα κεφάλαια που προέρχονται από δραστηριότητες στοιχημάτων και τυχηρών παιγνίων δεν διοχετεύονται σε άλλες δραστηριότητες αλλότριας φύσεως.

47.

Η απαίτηση προηγούμενης άδειας για τις πράξεις που συνεπάγονται μεταβολές της ταυτότητας του παραχωρησιούχου και για τις πράξεις μεταβιβάσεως των συμμετοχών που κατέχει ο παραχωρησιούχος, οι οποίες μπορεί να συνεπάγονται μείωση του δείκτη ευρωστίας, υπηρετούν επίσης τον προαναφερθέντα σκοπό διασφαλίσεως της βιωσιμότητας των παραχωρησιούχων. Πράγματι, τα μέτρα αυτά προδήλως έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν ότι η αναγκαία τεχνική και χρηματοοικονομική επάρκεια των παραχωρησιούχων υπάρχει όχι μόνο κατά την ανάθεση των συμβάσεων παραχωρήσεως, αλλά και ότι μένει ανεπηρέαστη καθ’ όλη τη διάρκεια της παραχωρήσεως. Και πάλι, ούτε οι στόχοι δημόσιας τάξεως και ασφάλειας είναι ξένοι με τις απαιτήσεις αυτές. Πράγματι, σκοπό έχουν επίσης να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οι επιχειρήσεις που ενδεχομένως δεν πληρούν τα ηθικά και επαγγελματικά πρότυπα να μπορέσουν άμεσα ή έμμεσα να αποκτήσουν παραχωρήσεις μέσω της εξαγοράς ενός παραχωρησιούχου.

48.

Στη συνέχεια, όσον αφορά την πτυχή της αναλογικότητας υπό στενή έννοια, πρέπει να υπομνησθεί ότι γενικώς στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν, υπό το πρίσμα όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν, οι επίμαχες εθνικές διατάξεις δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού ( 32 ).

49.

Προκειμένου όμως να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η κατά το δυνατόν πλέον χρήσιμη απάντηση, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να παράσχει καθοδήγηση ως προς τους παράγοντες που πρέπει να προσανατολίσουν την ανάλυση του εν λόγω δικαστηρίου. Λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας εκτιμήσεως που οι ιταλικές αρχές διαθέτουν στον τομέα αυτόν, οι κατωτέρω παράγοντες φαίνεται να μπορούν να ασκήσουν επιρροή.

50.

Πρώτον, η υποχρέωση διατηρήσεως του δείκτη χρέους κάτω από ένα προβλεπόμενο όριο –εφόσον το όριο αυτό είναι εύλογο και όχι δυσανάλογο με τις πιθανές υποχρεώσεις της εν λόγω επιχειρήσεως έναντι των πελατών της– δεν συνιστά ανυπέρβλητη απαίτηση για έναν αξιόπιστο φορέα εκμεταλλεύσεως που επιθυμεί να ασκήσει δραστηριότητα συλλογής στοιχημάτων. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι λιγότερο περιοριστικά μέτρα θα μπορούσαν να είναι εξίσου αποτελεσματικά για την επίτευξη των δηλωθέντων σκοπών.

51.

Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι επίμαχες εθνικές διατάξεις δεν προβλέπουν πλήρη απαγόρευση των πράξεων που αναφέρει το άρθρο 1, παράγραφος 78, στοιχείο b, σημεία 8, 9 και 17, του νόμου 220/10, αλλά απλώς τις υποβάλλουν σε σύστημα προηγούμενης άδειας. Κατά συνέπεια, το περιοριστικό αποτέλεσμα των εν λόγω διατάξεων, οι οποίες εισάγουν απλώς μια μορφή δημόσιας εποπτείας ορισμένων πράξεων, είναι περιορισμένο. Τούτου λεχθέντος, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα σύστημα προηγούμενης διοικητικής άδειας πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια τα οποία δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις και είναι γνωστά εκ των προτέρων, ώστε να οριοθετείται η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως των εθνικών αρχών, προκειμένου αυτή να μην είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο αυθαίρετο ( 33 ).

52.

Η Επιτροπή, ωστόσο, υποστηρίζει ότι ένα σύστημα απλής κοινοποιήσεως θα μπορούσε εν προκειμένω να είναι λιγότερο περιοριστικό. Παρά ταύτα, δεν αντιλαμβάνομαι πώς ένα τέτοιο σύστημα θα καθιστούσε δυνατή την επίτευξη των σκοπών του Ιταλού νομοθέτη εξίσου αποτελεσματικά όπως οι επίμαχες διατάξεις. Είναι σαφές ότι ένα σύστημα προηγούμενης άδειας παρέχει στην αρχή την εξουσία να αντιδρά αμέσως σε συναλλαγές που κρίνει προβληματικές, μην επιτρέποντας τη διενέργειά τους ή ζητώντας περισσότερες πληροφορίες πριν αποφασίσει σχετικώς. Αντιθέτως, ένα σύστημα κοινοποιήσεως υπηρετεί μόνο τον σκοπό πληροφορήσεως των αρχών ότι έχουν διενεργηθεί ή πρόκειται να διενεργηθούν ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να παρέχει συγκεκριμένη εξουσία παρεμβάσεως στις εν λόγω αρχές.

53.

Τέλος, όσον αφορά την πρόβλεψη κυρώσεων σε περίπτωση παραβάσεως των νέων απαιτήσεων από τους παραχωρησιούχους, φρονώ ότι οι κυρώσεις είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα όσον αφορά τις νέες απαιτήσεις που εισήχθησαν με τις επίμαχες διατάξεις. Πράγματι, σκοπός τους είναι να διασφαλίσουν ότι οι φορείς εκμεταλλεύσεως θα συμμορφώνονται με τις εν λόγω απαιτήσεις. Επομένως, το αν οι κυρώσεις που προβλέπουν οι επίμαχες εθνικές διατάξεις είναι συμβατές με τους κανόνες της Ένωσης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία εξαρτάται κυρίως από δύο παράγοντες. Πρώτον, αν οι απαιτήσεις στις οποίες βασίζονται οι κυρώσεις παραβιάζουν το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, τότε και οι ίδιες οι κυρώσεις θα είναι ασύμβατες με το δίκαιο της Ένωσης ( 34 ). Δεύτερον, ακόμη και αν οι απαιτήσεις είναι συμβατές με το δίκαιο της Ένωσης, οι κυρώσεις ενδέχεται πάλι να είναι ασύμβατες με αυτό, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας. Τούτο σε περίπτωση που η κύρωση είναι τόσο δυσανάλογη με τη σοβαρότητα της παραβάσεως ώστε να συνιστά εμπόδιο για τις ελευθερίες που κατοχυρώνουν οι Συνθήκες ( 35 ).

54.

Συμπερασματικά, όσον αφορά τον πρώτο από τους παράγοντες αυτούς, έχω ήδη αναφέρει ότι, κατά τη γνώμη μου, οι νέες απαιτήσεις δεν παραβιάζουν το άρθρο 49 ΣΛΕΕ. Όσον αφορά τον δεύτερο παράγοντα, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει τη συνδρομή του, λαμβανομένου δε υπόψη ότι η διάταξη περί παραπομπής δεν περιέχει λεπτομερή στοιχεία ως προς τη φύση και το ύψος των εν λόγω κυρώσεων.

δ) Ύπαρξη επαρκούς μεταβατικής περιόδου

55.

Επίσης, το αιτούν δικαστήριο δίνει έμφαση στο γεγονός ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση δεν προβλέπει, υπέρ των υπαρχόντων παραχωρησιούχων, καμία περίοδο «σταδιακής συμμορφώσεως» προς τις νέες απαιτήσεις.

56.

Οφείλω να αναφέρω ότι η δήλωση αυτή μου προκαλεί κάποια απορία. Πράγματι, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 79, του νόμου 220/2010 προκύπτει ότι οι υπάρχοντες παραχωρησιούχοι έχουν 180 ημέρες για να υπογράψουν τη συμπληρωματική της υφιστάμενης συμβάσεως πράξη, που περιλαμβάνει τις νέες απαιτήσεις. Η Global Starnet το επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

57.

Κατά τη γνώμη μου, μια εξάμηνη προθεσμία δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί σύντομη ή αμελητέα.

58.

Εν πάση περιπτώσει, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει την καταλληλότητα της εν λόγω προθεσμίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου το αν –σε μια περίπτωση όπως αυτή στην υπόθεση της κύριας δίκης– είναι αναγκαία μια μεταβατική περίοδος πριν από την έναρξη της ισχύος νέων περιορισμών, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση όλων των σχετικών περιστάσεων. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν έχει κρίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης απαιτεί από τον εθνικό νομοθέτη πάντοτε να προβλέπει μεταβατική περίοδο προκειμένου να επιτρέπει στους οικονομικούς φορείς να προσαρμοστούν σε μια αλλαγή πολιτικής σε δεδομένο νομικό τομέα ( 36 ). Τούτο ισχύει επίσης για τις υπηρεσίες στοιχημάτων και τυχηρών παιγνίων ( 37 ).

2. Άρθρο 16 του Χάρτη

59.

Κατά τη γνώμη μου, παρέλκει η χωριστή εξέταση των επίμαχων εθνικών μέτρων από τη σκοπιά του άρθρου 16 του Χάρτη.

60.

Πρώτον, στη διάταξη περί παραπομπής δεν υπάρχει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ή επιχείρημα, το οποίο να αφορά ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 16 του Χάρτη. Η διάταξη περί παραπομπής επικεντρώνεται στην ενδεχόμενη παραβίαση των κανόνων της Ένωσης που αφορούν την εσωτερική αγορά.

61.

Δεύτερον, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, η εξέταση των περιοριστικών συνεπειών της εθνικής νομοθεσίας στην παροχή υπηρεσιών τυχηρών παιγνίων, π.χ. υπό το πρίσμα του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, καλύπτει επίσης τους ενδεχόμενους περιορισμούς στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 15 έως 17 του Χάρτη. Συνεπώς, περιττεύει χωριστή εξέταση ( 38 ).

3. Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

62.

Τέλος, δεν αντιλαμβάνομαι πώς ένας ισχυρισμός ερειδόμενος στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη θα μπορούσε να θεωρηθεί βάσιμος, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

63.

Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το δικαίωμα προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απορρέει από το ότι στον ενδιαφερόμενο έχουν δοθεί συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές ( 39 ). Τούτο προϋποθέτει, αφενός, ότι η εμπιστοσύνη που σχετίζεται με συγκεκριμένη κατάσταση, η οποία χρήζει προστασίας βάσει του δικαίου της Ένωσης, δημιουργήθηκε από θεσμικό όργανο της Ένωσης ( 40 ) ή από άλλο όργανο που ενεργεί ως «εκπρόσωπος» της Ένωσης (π.χ., από τις εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με τη μεταφορά ή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης) ( 41 ) και, αφετέρου, ότι αυτή η εμπιστοσύνη διαψεύστηκε επίσης από θεσμικό όργανο της Ένωσης ή από άλλο όργανο που ενεργεί ως «εκπρόσωπός» της ( 42 ).

64.

Πάντως, εν προκειμένω, ουδεμία από τις προϋποθέσεις αυτές πληρούται. Αφενός, δεν έχει δοθεί καμία διαβεβαίωση από θεσμικό ή άλλο όργανο της Ένωσης ή από εθνικές αρχές που ενεργούν ως εκπρόσωποί της. Αφετέρου, δεν υπήρξε κανένα μέτρο της Ένωσης το οποίο επηρέασε την κατάσταση της αναιρεσείουσας στην κύρια δίκη. Πράγματι, ερωτηθείσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Global Starnet επιβεβαίωσε ότι: i) οι φερόμενες διαβεβαιώσεις απορρέουν απλώς από την ύπαρξη δεδομένης εθνικής ρυθμίσεως (η οποία προϋπήρχε της θεσπίσεως των επίμαχων εθνικών διατάξεων) και ii) η φερόμενη παραβίαση απορρέει απλώς από τη θέσπιση των επίμαχων εθνικών διατάξεων.

65.

Κατά συνέπεια, η επίμαχη κατάσταση στην κύρια δίκη, περιλαμβανομένου του συγκεκριμένου ζητήματος, δεν έχει κάποια πτυχή που να είναι σημαντική εξ απόψεως δικαίου της Ένωσης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, αξίωση ερειδόμενη στη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη –αν υποθέσουμε ότι υπάρχει τέτοια εμπιστοσύνη– δεν θα μπορούσε παρά να βασίζεται στο εθνικό δίκαιο και μόνο. Εν πάση περιπτώσει, είναι πρόδηλο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που το δίκαιο της Ένωσης θέτει για την λυσιτελή προβολή μιας τέτοιας αξιώσεως.

66.

Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ελλείψει σαφούς και ρητής δεσμεύσεως της αρμόδιας αρχής, ένας συνετός και επιμελής επενδυτής δεν μπορεί να έχει καμία προσδοκία ότι θα διατηρηθεί μια υφιστάμενη κατάσταση, η οποία μπορεί να τροποποιηθεί από τις αρμόδιες αρχές κατά την άσκηση της εξουσίας τους εκτιμήσεως ( 43 ). Πάντως, όπως προαναφέρθηκε, εν προκειμένω δεν συνάγεται καμία τέτοια σαφής και ρητή δέσμευση.

67.

Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι η Global Starnet συμφώνησε να συμμετάσχει σε δοκιμαστικό πρόγραμμα, με αντάλλαγμα το δικαίωμα αυτόματης ανανεώσεως των παραχωρήσεών της. Κατά τη γνώμη μου, ο λόγος υπάρξεως δοκιμαστικής περιόδου είναι ακριβώς η δοκιμή, κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου, της λειτουργίας νέων υπηρεσιών, καθώς και της αποτελεσματικότητας και καταλληλότητας των κανόνων που τις διέπουν. Επομένως, είναι αναμενόμενο –και ένας συνετός επιχειρηματίας οφείλει να το γνωρίζει– ότι οι εν λόγω κανόνες μπορεί να τροποποιηθούν μετά το δοκιμαστικό στάδιο.

68.

Σημειωτέον, τέλος, ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, τουλάχιστον υπό ορισμένες περιστάσεις, οι ιταλικές αρχές έπρεπε να μεριμνούν ώστε τόσο οι παλαιοί όσο και οι νέοι παραχωρησιούχοι να υπόκεινται στους ίδιους όρους, προκειμένου να έχουν ίσες ευκαιρίες στην αγορά ( 44 ). Υπό το πρίσμα αυτό, και λαμβανομένου υπόψη του ευαίσθητου χαρακτήρα των υπηρεσιών στοιχημάτων και τυχηρών παιγνίων, ο μέσος επιχειρηματίας δεν μπορεί να τεκμαίρει ότι δεν πρόκειται να γίνει καμία τροποποίηση των κανόνων που διέπουν τις εν λόγω δραστηριότητες όσο διαρκούν οι παραχωρήσεις του (και κατά μείζονα λόγο όταν αυτές ανανεώνονται). Με άλλα λόγια, απλώς και μόνον από το γεγονός ότι ορισμένες διατάξεις (ειδικά τεχνικού χαρακτήρα, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη) τροποποιούνται –επίσης έναντι των υπαρχόντων παραχωρησιούχων– δεν μπορεί να συναχθεί αυτομάτως διάψευση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

4. Συμπέρασμα επί του δευτέρου ερωτήματος

69.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατά ορθή ερμηνεία, τα άρθρα 49, 56 και 63 ΣΛΕΕ, το άρθρο 16 του Χάρτη και η γενική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη, η οποία θέτει νέες οικονομικές, τεχνικές και επαγγελματικές απαιτήσεις που ισχύουν τόσο για τους υπάρχοντες όσο και για τους νέους παραχωρησιούχους στον τομέα των υπηρεσιών τυχηρών παιγνίων.

70.

Συμπερασματικά, ως προς το ζήτημα αυτό, είναι χρήσιμο να υπογραμμιστεί πάλι ότι, εν πάση περιπτώσει, η θέσπιση των επίμαχων μέτρων μπορεί να εγείρει ζητήματα βάσει του ιταλικού διοικητικού ή ενοχικού δικαίου –πράγμα για το οποίο αρμόδια να αποφανθούν είναι τα ιταλικά δικαστήρια. Βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, και υπό το πρίσμα των ισχυρισμών της Global Starnet, δεν βλέπω κανένα ζήτημα ασυμβατότητας των εν λόγω μέτρων με το δίκαιο της Ένωσης.

IV. Πρόταση

71.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Consiglio di Stato (Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιταλία) ως εξής:

το γεγονός ότι συνταγματικό δικαστήριο κράτους μέλους έχει αποφανθεί υπέρ της συνταγματικότητας εθνικού μέτρου δεν ασκεί καμία επιρροή όσον αφορά την υποχρέωση των εθνικών δικαστηρίων τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να θέσουν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, ακόμη και αν οι εθνικοί κανόνες που αποτελούν τη βάση της εκτιμήσεως του συνταγματικού δικαστηρίου είναι παρεμφερείς με τους σχετικούς κανόνες του δικαίου της Ένωσης·

κατά ορθή ερμηνεία, τα άρθρα 49, 56 και 63 ΣΛΕΕ, το άρθρο 16 του Χάρτη και η γενική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη, η οποία θέτει ορισμένες νέες οικονομικές, τεχνικές και επαγγελματικές απαιτήσεις που ισχύουν τόσο για τους υπάρχοντες όσο και για τους νέους παραχωρησιούχους στον τομέα των υπηρεσιών τυχηρών παιγνίων.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

( 2 ) Για σύνοψη της νομολογίας του Δικαστηρίου στον εν λόγω τομέα, βλ. προτάσεις μου στις υποθέσεις Laezza (C‑375/14, EU:C:2015:788, σημείο 2) και Politanò (C‑225/15, EU:C:2016:456, σημεία 1 έως 3).

( 3 ) GURI αριθ. 297, της 21ης Δεκεμβρίου 2010.

( 4 ) Το άρθρο 1, παράγραφος 78, στοιχείο b, σημεία 4, 8, 9, 17, 23 και 25, του νόμου 220/2010 και η απόφαση της ADM θα αποκαλούνται στο εξής: επίμαχες εθνικές διατάξεις.

( 5 ) Βλ. αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Cartesio (C‑210/06, EU:C:2008:723, σκέψη 88), και της 22ας Ιουνίου 2010, Melki και Abdeli (C‑188/10 και C‑189/10, EU:C:2010:363, σκέψη 41).

( 6 ) Βλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1991, Mecanarte (C‑348/89, EU:C:1991:278, σκέψεις 39, 45 και 46), και της 22ας Ιουνίου 2010, Melki και Abdeli (C‑188/10 και C‑189/10, EU:C:2010:363, σκέψη 45).

( 7 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 22ας Ιουνίου 2010, Melki και Abdeli (C‑188/10 και C‑189/10, EU:C:2010:363, σκέψη 47).

( 8 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2010, Elchinov (C‑173/09, EU:C:2010:581, σκέψη 27), και της 15ης Ιανουαρίου 2013, Križan κ.λπ. (C‑416/10, EU:C:2013:8, σκέψη 68).

( 9 ) Βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit κ.λπ. (283/81, EU:C:1982:335, στο εξής: απόφαση Cilfit).

( 10 ) Όπ.π., σκέψη 16.

( 11 ) Όπ.π., σκέψη 19.

( 12 ) Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, Francovich κ.λπ. (C‑6/90 και C‑9/90, EU:C:1991:428). Βλ., επίσης, απόφαση της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame (C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79).

( 13 ) Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler (C‑224/01, EU:C:2003:513). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 28ης Ιουλίου 2016, Tomášová (C‑168/15, EU:C:2016:602), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Ferreira da Silva e Brito κ.λπ. (C‑160/14, EU:C:2015:565).

( 14 ) Γνώμη 2/13 (προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ΕΣΔΑ) της 18ης Δεκεμβρίου 2014 (EU:C:2014:2454, σκέψη 176).

( 15 ) Βλ. απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Consiglio Nazionale dei Geologi και Autorità garante della concorrenza e del mercato (C‑136/12, EU:C:2013:489, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 16 ) Βλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2016, Ullens de Schooten (C‑268/15, EU:C:2016:874, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Venturini (C‑159/12 έως C‑161/12, EU:C:2013:529, σημεία 26 επ.), και στην υπόθεση Gullotta και Farmacia di Gullotta Davide & C. (C‑497/12, EU:C:2015:168, σημεία 30 επ.).

( 17 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, Mobistar και Belgacom Mobile (C‑544/03 και C‑545/03, EU:C:2005:518, σκέψη 31), και της 11ης Ιουνίου 2015, Berlington Hungary κ.λπ. (C‑98/14, EU:C:2015:386, σκέψη 36).

( 18 ) Βλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2014, Pelckmans Turnhout (C‑483/12, EU:C:2014:304, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 19 ) Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, CaixaBank France (C‑442/02, EU:C:2004:586).

( 20 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano στην υπόθεση CaixaBank France (C‑442/02, EU:C:2004:187, σημεία 23 έως 76, υπογράμμιση στο πρωτότυπο).

( 21 ) Όπ.π., σημεία 77 έως 89.

( 22 ) Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, CaixaBank France (C‑442/02, EU:C:2004:586, σκέψεις 8 έως 16).

( 23 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1997, Pistre κ.λπ. (C‑321/94 έως C‑324/94, EU:C:1997:229, σκέψη 45), και της 14ης Ιουλίου 1988, Smanor (298/87, EU:C:1988:415, σκέψεις 8 έως 10).

( 24 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1999, X και Y (C‑200/98, EU:C:1999:566, σκέψη 30).

( 25 ) Βλ. απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2015, Stanley International Betting και Stanleybet Malta (C‑463/13, EU:C:2015:25, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 26 ) Βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Politanò (C‑225/15, EU:C:2016:645, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 27 ) Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2009, Liga Portuguesa de Futebol Profissional και Baw International (C‑42/07, EU:C:2009:519, σκέψη 59).

( 28 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, Dickinger και Ömer (C‑347/09, EU:C:2011:582, σκέψη 48).

( 29 ) Βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, Politanò (C‑225/15, EU:C:2016:645, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 30 ) Όπ.π., σκέψη 46.

( 31 ) Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, Laezza (C‑375/14, EU:C:2016:60, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 32 ) Όπ.π., σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

( 33 ) Βλ. απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016, Ince (C‑336/14, EU:C:2016:72, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 34 ) Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 6ης Μαρτίου 2007, Placanica κ.λπ. (C‑338/04, C‑359/04 και C‑360/04, EU:C:2007:133, σκέψεις 68 έως 71).

( 35 ) Βλ. απόφαση της 5ης Ιουλίου 2007, Ντιόνικ και Πίκουλας (C‑430/05, EU:C:2007:410, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 36 ) Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, Affish (C‑183/95, EU:C:1997:373, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και προτάσεις μου στην υπόθεση Kotnik κ.λπ. (C‑526/14, EU:C:2016:102, σημεία 69 και 70).

( 37 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Berlington Hungary κ.λπ. (C‑98/14, EU:C:2015:386, σκέψεις 76 επ.).

( 38 ) Βλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Pfleger κ.λπ. (C‑390/12, EU:C:2014:281, σκέψεις 57 έως 60).

( 39 ) Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 13ης Ιουνίου 2013, HGA κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑630/11 P έως C‑633/11 P, EU:C:2013:387, σκέψη 132 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 40 ) Βλ. απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, AJD Tuna (C‑221/09, EU:C:2011:153, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 41 ) Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 2002, Mulligan κ.λπ. (C‑313/99, EU:C:2002:386, σκέψη 48), και της 11ης Ιουλίου 2002, Marks & Spencer (C‑62/00, EU:C:2002:435, σκέψεις 43 έως 47).

( 42 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 28ης Μαρτίου 1996, Anglo Irish Beef Processors International κ.λπ. (C‑299/94, EU:C:1996:148, σκέψεις 34 και 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 43 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Plantanol (C‑201/08, ΕΕ:C:2009:539, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 44 ) Βλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2012, Costa και Cifone (C‑72/10 και C‑77/10, EU:C:2012:80, σκέψεις 50 επ.).