ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)

της 13ης Φεβρουαρίου 2014 ( *1 )

«Προδικαστική παραπομπή — Άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ — Υπηρεσίες εκμίσθωσης οχημάτων με οδηγό — Κατάσταση αμιγώς εσωτερικής φύσης — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Προϋποθέσεις παραδεκτού»

Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑419/12 και C‑420/12,

με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, τις οποίες υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (Ιταλία) με αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 2012, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 14 Σεπτεμβρίου 2012, στο πλαίσιο των δικών

Crono Service scarl κ.λπ. (C‑419/12),

Anitrav — Associazione Nazionale Imprese Trasporto Viaggiatori (C‑420/12)

κατά

Roma Capitale,

Regione Lazio (C‑420/12),

παρεμβαίνοντες:

UGL Taxi — Unione Generale del Lavoro Taxi κ.λπ.,

Codacons — Coordinamento delle associazioni per la tutela dell’ambiente e dei diritti degli utenti e consumatori (C‑420/12),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, C. G. Fernlund, A. Ó Caoimh (εισηγητή), C. Toader και E. Jarašiūnas, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: J. Kokott

γραμματέας: A. Impellizzeri, υπάλληλος διοίκησης,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 19ης Ιουνίου 2013,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

η Crono Service scarl κ.λπ., εκπροσωπούμενη από τον P. Troianiello, avvocato,

η Anitrav — Associazione Nazionale Imprese Trasporto Viaggiatori, εκπροσωπούμενη από τους M. Piancatelli και V. Porro, avvocati,

ο Roma Capitale (Δήμος Ρώμης), εκπροσωπούμενος από τους R. Rocchi και A. Rizzo, avvocati,

οι UGL Taxi — Unione Generale del Lavoro Taxi κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τους N. Moravia και M. Giustiniani, avvocati,

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις F. Moro και J. Hottiaux,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Οι αιτήσεις προδικαστικής απόφασης αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 3 ΣΕΕ, 3 ΣΛΕΕ έως 6 ΣΛΕΕ, 49 ΣΛΕΕ, 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ.

2

Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ, πρώτον, της Crono Service scarl και εκατόν έντεκα άλλων προσφευγόντων αφενός και του Roma Capitale (Δήμου Ρώμης) αφετέρου και, δεύτερον, της Anitrav — Associazione Nazionale Imprese Trasporto Viaggiatori αφενός και του Roma Capitale και της Regione Lazio αφετέρου και αντικείμενο των διαφορών αυτών είναι η νομοθεσία που ρυθμίζει την άσκηση της δραστηριότητας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό («noleggio con conducente», στο εξής: εκμίσθωση οχήματος με οδηγό).

Το ιταλικό δίκαιο

Η εθνική νομοθεσία

3

Το άρθρο 1 του νόμου αριθ. 21, της 15ης Ιανουαρίου 1992, ο οποίος επιγράφεται «Νόμος-πλαίσιο για τη μεταφορά προσώπων με οχήματα δημόσιας χρήσης που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές» (GURI αριθ. 18, της 23ης Ιανουαρίου 1992), όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 207, της 30ής Δεκεμβρίου 2008 (GURI αριθ. 304, της 31ης Δεκεμβρίου 2008), το οποίο μετατράπηκε σε νόμο, κατόπιν τροποποίησής του, με τον νόμο αριθ. 14, της 27ης Φεβρουαρίου 2009 (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 49, της 28ης Φεβρουαρίου 2009, στο εξής: νόμος 21/1992), ορίζει τις «δημόσιες υπηρεσίες μεταφορών που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές» ως τις «υπηρεσίες μαζικής ή ατομικής μεταφοράς προσώπων που επιτελούν συμπληρωματική λειτουργία έναντι των δημόσιων μέσων μεταφοράς που εξυπηρετούν τις τακτικές γραμμές».

4

Το άρθρο 3 του νόμου 21/1992 προβλέπει τα εξής:

«1.   Η υπηρεσία εκμίσθωσης [...] με οδηγό απευθύνεται στους πελάτες εκείνους που ζητούν ειδικά από τον μεταφορέα την παροχή της υπηρεσίας για συγκεκριμένο χρόνο ή/και για συγκεκριμένο ταξίδι.

2.   Τα οχήματα με τα οποία παρέχεται η υπηρεσία αυτή πρέπει να σταθμεύουν εντός του χώρου στάθμευσης του μεταφορέα [...].

3.   Η έδρα του μεταφορέα και ο χώρος στάθμευσης των οχημάτων πρέπει να βρίσκονται οπωσδήποτε εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια.»

5

Το άρθρο 4 του νόμου αυτού προβλέπει ότι «οι περιφέρειες, αφού ορίσουν τα κριτήρια που πρέπει να τηρούνται από τους δήμους κατά την κατάρτιση των κανονιστικών πράξεων για την παροχή των δημόσιων υπηρεσιών μεταφορών που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές, μεταβιβάζουν στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης την εξουσία άσκησης των εκτελεστικών διοικητικών καθηκόντων [...] για να αποκτούν, στο πλαίσιο του οικονομικού και εδαφικού προγραμματισμού, μια συνολική εικόνα των δημόσιων μεταφορών που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές και συμπληρώνουν τους άλλους τρόπους μεταφοράς» και ότι «οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης στους οποίους έχει μεταβιβαστεί η άσκηση των διοικητικών καθηκόντων [...] ρυθμίζουν, τηρώντας τη νομοθεσία της Περιφέρειας, την παροχή της δημόσιας υπηρεσίας μεταφορών που δεν εξυπηρετεί τακτικές γραμμές εκδίδοντας ειδικές κανονιστικές πράξεις, οι οποίες πρέπει, μεταξύ άλλων, να εναρμονίζονται σε επίπεδο περιφέρειας, ενόψει ορθολογικότερης και αποτελεσματικότερης παροχής της υπηρεσίας αυτής.»

6

Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου ορίζει τα εξής:

«Οι δήμοι, κατά την έκδοση των κανονιστικών πράξεων για την παροχή της δημόσιας υπηρεσίας μεταφορών που δεν εξυπηρετεί τακτικές γραμμές, ορίζουν:

a)

τον αριθμό και το είδος των οχημάτων [...] που θα χρησιμοποιούνται για κάθε υπηρεσία,

[...]

d)

τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας για την παροχή υπηρεσιών ταξί και της άδειας για την παροχή της υπηρεσίας [...] εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό.»

7

Το άρθρο 5bis του νόμου 21/1992 επιγράφεται «Πρόσβαση σε σημεία ευρισκόμενα εντός των ορίων άλλου δήμου» και επιτρέπει στους δήμους να παρέχουν στους κατόχους αδειών που έχουν χορηγηθεί από άλλους δήμους πρόσβαση στο έδαφός τους ή ειδικότερα στις ζώνες περιορισμένης οδικής κυκλοφορίας εντός του εδάφους τους («Zone a traffico limitato», στο εξής: ΖΠΚ), «εφόσον οι κάτοχοι των αδειών αυτών προβαίνουν προηγουμένως σε ανακοίνωση και σε δήλωση, υπ’ ευθύνη τους, ότι πληρούν τυπικά και ουσιαστικά τις αναγκαίες προϋποθέσεις λειτουργίας που προβλέπει ο παρών νόμος και εφόσον υποβάλλουν τα στοιχεία σχετικά με την υπηρεσία την οποία αφορά η ανακοίνωση και/ή καταβάλλουν τέλος πρόσβασης».

8

Κατά το άρθρο 8 του νόμου 21/1992:

«1.   Η άδεια παροχής υπηρεσιών ταξί και η άδεια παροχής της υπηρεσίας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό [...] χορηγούνται από τις δημοτικές αρχές, κατόπιν διαγωνισμού, σε πρόσωπα που έχουν την κυριότητα οχήματος [...] ή την κατοχή οχήματος βάσει σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης: τα πρόσωπα αυτά μπορούν να εκμεταλλεύονται την άδεια είτε ανεξάρτητα από άλλους κατόχους άδειας είτε με συνεταιριστική μορφή.

2.   Κάθε άδεια χορηγείται για ένα όχημα [...]. Επιτρέπεται η χορήγηση [...] περισσότερων της μιας αδειών στο ίδιο πρόσωπο ενόψει της παροχής της υπηρεσίας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό. [...]

3.   Για την απόκτηση και διατήρηση άδειας παροχής της υπηρεσίας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει, βάσει έγκυρου νομικού τίτλου, έδρα και χώρο στάθμευσης […] εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια.»

9

Το άρθρο 11, παράγραφος 4, του νόμου 21/1992 προβλέπει τα εξής:

«Οι κρατήσεις για μεταφορά με μισθωμένο όχημα με οδηγό πραγματοποιούνται στον χώρο στάθμευσης οχημάτων του οικείου μεταφορέα. Η παροχή κάθε συγκεκριμένης υπηρεσίας εκμίσθωσης με οδηγό πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει στον χώρο στάθμευσης που βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια, όπου πρέπει να επιστρέφει το όχημα, ενώ η παραλαβή του πελάτη και η άφιξή του στον προορισμό του μπορούν να γίνονται και σε σημείο που βρίσκεται εντός των ορίων άλλου δήμου.»

Η νομοθεσία της Περιφέρειας του Λατίου

10

Το άρθρο 5 του περιφερειακού νόμου του Λατίου αριθ. 58, της 26ης Οκτωβρίου 1993, που περιλαμβάνει τις διατάξεις για την άσκηση της δραστηριότητας δημόσιων μεταφορών που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές και τους κανόνες για τον ρόλο των οδηγών στις δημόσιες υπηρεσίες μεταφορών που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές, διατάξεις προβλεπόμενες από το άρθρο 6 του νόμου 21/1992 (Bollettino ufficiale della Regione Lazio αριθ. 31, της 10ης Νοεμβρίου 1993), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 58 του περιφερειακού νόμου του Λατίου αριθ. 27, της 28ης Δεκεμβρίου 2006 (τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 5 στο Bollettino ufficiale della Regione Lazio αριθ. 36, της 30ής Δεκεμβρίου 2006, στο εξής: περιφερειακός νόμος 58/1993), ορίζει τα εξής:

«Η υπηρεσία εκμίσθωσης με οδηγό απευθύνεται στους πελάτες εκείνους που ζητούν ειδικά από τον μεταφορέα, και μάλιστα στην έδρα του, την παροχή της υπηρεσίας για συγκεκριμένο χρόνο ή/και για συγκεκριμένο ταξίδι. Το σημείο παραλαβής του πελάτη ή το σημείο από το οποίο αρχίζει η παροχή της υπηρεσίας πρέπει να βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια. Η υπηρεσία παρέχεται για οποιονδήποτε προορισμό. Η στάθμευση των οχημάτων πραγματοποιείται εντός των ειδικών χώρων στάθμευσης.»

11

Το άρθρο 10 του περιφερειακού νόμου 58/1993 επιγράφεται «Υποχρεώσεις των κατόχων άδειας παροχής υπηρεσιών ταξί και άδειας παροχής της υπηρεσίας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό» και προβλέπει στην παράγραφό του 2 τα εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων […], το σημείο παραλαβής του πελάτη και το σημείο από το οποίο αρχίζει η παροχή της υπηρεσίας πρέπει οπωσδήποτε να βρίσκονται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια και η υπηρεσία παρέχεται για οποιονδήποτε προορισμό, εφόσον ο οδηγός έχει συναινέσει για τους προορισμούς που βρίσκονται εκτός των ορίων του εν λόγω δήμου.»

12

Το άρθρο 13 bis του εν λόγω περιφερειακού νόμου καθόρισε τα κριτήρια για τον υπολογισμό του αριθμού των αδειών ταξί και των αδειών παροχής της υπηρεσίας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό εντός κάθε συγκεκριμένης εδαφικής έκτασης. Κατά τη διάταξη αυτή:

«1.   Οι επαρχιακές αρχές καθορίζουν τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζουν οι δήμοι για να προσδιορίζουν τις τοπικές ανάγκες σε υπηρεσίες ταξί ή εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό και για να καθορίζουν, με πράξη προβλεπόμενη στο άρθρο 14, τον αριθμό των οχημάτων [...] που είναι αναγκαία για την παροχή των καθαυτό υπηρεσιών αυτών.

2.   Τα κατά την προηγούμενη παράγραφο κριτήρια λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων: a) τον αριθμό των κατοίκων, b) την εδαφική έκταση, c) το μέγεθος της τουριστικής κίνησης, d) την ύπαρξη οίκων ευγηρίας ή ιατρικής αποκατάστασης ή κέντρων που δημιουργούν κινητικότητα, e) την προσφορά άλλων δημόσιων υπηρεσιών μεταφορών, f) τον αριθμό των αδειών που ήδη έχουν χορηγηθεί.

3.   Οι επαρχιακές αρχές εκπληρώνουν τα καθήκοντα που τους αναθέτει κατά τα ανωτέρω η παράγραφος 1, αφού πραγματοποιήσουν διαβουλεύσεις, στο πλαίσιο μιας προκαταρκτικής ειδικής έρευνας, με τους δήμους και με τους εκπροσώπους των ενδιαφερόμενων επαγγελματικών κατηγοριών.

[...]»

13

Το άρθρο 17 του περιφερειακού νόμου 58/1993 ορίζει τις προϋποθέσεις εγγραφής των οδηγών στο επαρχιακό μητρώο οδηγών. Κατά την παράγραφο 1, στοιχείο a, του άρθρου αυτού, προϋπόθεση για την εγγραφή αυτή είναι να έχει ο ενδιαφερόμενος «την ιταλική ιθαγένεια ή την ιθαγένεια χώρας της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας».

Η ρύθμιση που έχει θεσπίσει ο Δήμος Ρώμης

14

Με την απόφαση αριθ. 68 του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Ρώμης, της 8ης και της 9ης Νοεμβρίου 2011, με την οποία τροποποιήθηκε η κανονιστική απόφαση για τη ρύθμιση της μεταφοράς με οχήματα δημόσιας χρήσης που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές, ο Δήμος Ρώμης θέσπισε την κανονιστική απόφαση για τη ρύθμιση της μεταφοράς με οχήματα δημόσιας χρήσης που δεν εξυπηρετούν τακτικές γραμμές (στο εξής: Regolamento capitolino).

15

Το άρθρο 8, παράγραφος 3, της κανονιστικής απόφασης αυτής προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι για την υπηρεσία εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό «το σημείο εκκίνησης για την παραλαβή του πελάτη ή το σημείο από το οποίο αρχίζει η παροχή της υπηρεσίας πρέπει να βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια, όποιος και αν είναι ο προορισμός, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11, παράγραφοι 3 και 4, του νόμου [21/1992] [...]».

16

Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της εν λόγω κανονιστικής απόφασης προβλέπει ότι για την παροχή της υπηρεσίας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό απαιτείται να υπάρχει εντός των ορίων του δήμου κατάλληλος χώρος στάθμευσης για τα σχετικά οχήματα.

17

Το άρθρο 29, παράγραφος 1, του Regolamento capitolino προβλέπει ότι «η στάθμευση των αυτοκινήτων οχημάτων [που χρησιμοποιούνται για εκμίσθωση με οδηγό] και για τα οποία η άδεια έχει χορηγηθεί από τον Δήμο Ρώμης πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνο εντός των χώρων στάθμευσης που αναφέρει η άδεια και στους οποίους πρέπει να είναι σταθμευμένα τα οχήματα και να βρίσκονται στη διάθεση του πελάτη». Το άρθρο 29, παράγραφος 2, της ίδιας κανονιστικής απόφασης προβλέπει ότι οι κάτοχοι αδειών εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό οι οποίες έχουν χορηγηθεί από άλλους δήμους έχουν «πρόσβαση στο έδαφος του Δήμου Ρώμης και στις ΖΠΚ», εφόσον δηλώνουν υπ’ ευθύνη τους ότι «πληρούν τυπικά και ουσιαστικά τις αναγκαίες προϋποθέσεις λειτουργίας» που θέτει ο νόμος 21/1992.

18

Συναφώς η απόφαση αριθ. 403 της εκτελεστικής επιτροπής του Δήμου Ρώμης, της 14ης Δεκεμβρίου 2011, ρυθμίζει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες υπό τις οποίες λαμβάνουν άδεια πρόσβασης στο έδαφος του Δήμου της Ρώμης και στις ΖΠΚ του κέντρου του εν λόγω δήμου τα οχήματα που μπορούν να εκμισθώνονται με οδηγό στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια από άλλους δήμους.

19

Δυνάμει δύο αποφάσεων, οι οποίες δημοσιοποιήθηκαν στις 12 και στις 22 Μαρτίου 2012 στους διαδικτυακούς τόπους του Δήμου Ρώμης και της Agenzia Roma Servizi per la Mobilità srl και άρχισαν να ισχύουν στις 2 Απριλίου 2012, οι κάτοχοι άδειας οχήματος προς εκμίσθωση με οδηγό που έχει εκδοθεί από άλλο δήμο και όχι τον Δήμο Ρώμης οφείλουν να καταβάλλουν ετησίως 90 περίπου ευρώ για την άδεια πρόσβασης στις ΖΠΚ του Δήμου Ρώμης.

Οι διαφορές στις κύριες δίκες και το προδικαστικό ερώτημα

20

Οι υποθέσεις στις κύριες δίκες αφορούν δύο προσφυγές με τις οποίες ζητείται η ακύρωση του Regolamento capitolino, της απόφασης αριθ. 403 της εκτελεστικής επιτροπής του Δήμου Ρώμης, της 14ης Δεκεμβρίου 2011, και των αποφάσεων της 12ης και της 22ας Μαρτίου 2012, για τις οποίες έγινε λόγος ανωτέρω στη σκέψη 19.

21

Οι προσφεύγοντες στις κύριες δίκες προβάλλουν διάφορους λόγους έλλειψης νομιμότητας των ανωτέρω πράξεων, οι οποίοι στηρίζονται τόσο στο ιταλικό δίκαιο όσο και στο δίκαιο της Ένωσης και συνάγονται από τον νόμο 21/1992, όπως έχει τεθεί σε εφαρμογή από τον Δήμο Ρώμης με τα άρθρα 8, παράγραφος 3, 9, παράγραφος 2, και 29 του Regolamento capitolino.

22

Μολονότι οι προσφυγές στις κύριες δίκες αφορούν, εκ πρώτης όψεως, το σύνολο της νομοθεσίας για την οποία γίνεται λόγος ανωτέρω στη σκέψη 20, από τα στοιχεία της δικογραφίας που διαθέτει το Δικαστήριο προκύπτει ότι, ενόψει της απάντησης στις αιτήσεις προδικαστικής απόφασης, ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio τίθεται κυρίως ζήτημα κύρους των διατάξεων των άρθρων 8, παράγραφος 3, 9, παράγραφος 2, και 29, παράγραφοι 1 και 2, του Regolamento capitolino «καθόσον αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 4, του νόμου [21/1992]».

23

Κατά το αιτούν δικαστήριο, η επίμαχη στις κύριες δίκες εθνική νομοθεσία, η οποία προβλέπει ότι η έδρα του μεταφορέα και ο χώρος στάθμευσης των οχημάτων πρέπει να βρίσκονται οπωσδήποτε εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια, ότι οι κρατήσεις για μεταφορά με μισθωμένο όχημα με οδηγό πραγματοποιούνται στον χώρο στάθμευσης οχημάτων του οικείου μεταφορέα και ότι η παροχή κάθε συγκεκριμένης υπηρεσίας εκμίσθωσης πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει στον χώρο στάθμευσης που βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια, όπου πρέπει να επιστρέφει το όχημα, ενώ η παραλαβή του πελάτη και η άφιξή του στον προορισμό του μπορούν να γίνονται και σε σημείο που βρίσκεται εντός των ορίων άλλου δήμου, φαίνεται να αντιβαίνει στο άρθρο 49 ΣΛΕΕ και στις «κοινοτικές αρχές στον τομέα του ανταγωνισμού».

24

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο έχει διατυπωθεί με τον ίδιο τρόπο σε αμφότερες τις υποθέσεις C‑419/12 και C‑420/12:

«Απαγορεύουν τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ, 3 ΣΕΕ, [3 ΣΛΕΕ έως 6 ΣΛΕΕ], 101 [ΣΛΕΕ] και 102 ΣΛΕΕ την εφαρμογή των άρθρων 3, παράγραφος 3, 8, παράγραφος 3, και 11 του νόμου [21/1992], τα οποία προβλέπουν ότι “η έδρα του μεταφορέα και ο χώρος στάθμευσης των οχημάτων πρέπει να βρίσκονται οπωσδήποτε εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια”, ότι “για τη χορήγηση και τη διατήρηση της άδειας παροχής υπηρεσιών εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό είναι αναγκαίο ο ενδιαφερόμενος να έχει, βάσει έγκυρου νομικού τίτλου, έδρα, χώρο στάθμευσης ή σημείο πρόσδεσης σκαφών εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια” και ότι “[…] οι κρατήσεις για μεταφορά με χρήση υπηρεσιών μισθωμένου οχήματος με οδηγό πραγματοποιούνται στον χώρο στάθμευσης οχημάτων του οικείου μεταφορέα. Η παροχή κάθε συγκεκριμένης υπηρεσίας εκμίσθωσης με οδηγό πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει στον χώρο στάθμευσης που βρίσκεται εντός των ορίων του δήμου που έχει χορηγήσει την άδεια, όπου πρέπει να επιστρέφει το όχημα, ενώ η παραλαβή του πελάτη και η άφιξή του στον προορισμό του μπορούν να γίνονται και σε σημείο που βρίσκεται εντός των ορίων άλλου δήμου”;»

25

Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 5ης Νοεμβρίου 2012, οι υποθέσεις C‑419/12 και C‑420/12 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής απόφασης.

Επί των αιτήσεων προδικαστικής απόφασης

26

Το αιτούν δικαστήριο θέτει με το ερώτημά του το ζήτημα αν ορισμένες προϋποθέσεις τις οποίες θέτουν η εθνική, η περιφερειακή και η δημοτική νομοθεσία για τη χορήγηση άδειας άσκησης της δραστηριότητας εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό και για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής εντός των ορίων του Δήμου Ρώμης αντιβαίνουν σε διάφορες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.

27

Υπενθυμίζεται ευθύς εξαρχής, λαμβανομένης υπόψη της διατύπωσης του υποβληθέντος ερωτήματος, ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται ούτε επί της ερμηνείας εθνικών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων ούτε επί της συμφωνίας αυτών των διατάξεων με το δίκαιο της Ένωσης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-107/98, Teckal, Συλλογή 1999, σ. I-8121, σκέψη 33, και της 23ης Μαρτίου 2006, C-237/04, Enirisorse, Συλλογή 2006, σ. I-2843, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

28

Από πάγια νομολογία προκύπτει πάντως ότι, όταν τα υποβαλλόμενα ερωτήματα έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο αδόκιμο ή υπερβαίνουν το πλαίσιο των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στο Δικαστήριο από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, σ’ αυτό εναπόκειται να συναγάγει από το σύνολο των στοιχείων που του παρέχει το εθνικό δικαστήριο, και κυρίως από την αιτιολογία της απόφασης περί παραπομπής, τα στοιχεία του δικαίου της Ένωσης που θα πρέπει να ερμηνευθούν λόγω του αντικειμένου της διαφοράς (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2010, C-384/08, Attanasio Group, Συλλογή 2010, σ. I-2055, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Προς τον σκοπό αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Attanasio Group, σκέψη 19, και αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2010, C-243/09, Fuß, Συλλογή 2010, σ. I-9849, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και της 4ης Οκτωβρίου 2012, C‑249/11, Byankov, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

29

Κατ’ εφαρμογή της νομολογίας αυτής, μπορεί να γίνει δεκτό ότι το αιτούν δικαστήριο, ακόμη και αν με το προδικαστικό ερώτημα φαίνεται να ζητεί, λόγω της διατύπωσης του ερωτήματος αυτού, την απευθείας εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στις ένδικες διαφορές που εκκρεμούν ενώπιόν του, ζητεί στην πραγματικότητα την ερμηνεία του δικαίου αυτού προς επίλυση των εν λόγω διαφορών.

30

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το υποβαλλόμενο ερώτημα ζητείται κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 49 ΣΛΕΕ ή οι κανόνες της Ένωσης στον τομέα του ανταγωνισμού έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν ρυθμίσεις που, όπως οι επίμαχες στις κύριες δίκες, επιβάλλουν, σε σχέση με τη δραστηριότητα της εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό, τις λεπτομερείς υποχρεώσεις που παρατίθενται στο ερώτημα αυτό.

31

Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, τους κανόνες της Ένωσης στον τομέα του ανταγωνισμού, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο, λόγω της ανάγκης να δοθεί ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που να του είναι χρήσιμη, πρέπει να προσδιορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να διευκρινίζει τις πραγματικές περιστάσεις τις οποίες αφορούν τα ερωτήματα αυτά. Οι απαιτήσεις αυτές ισχύουν κατά μείζονα λόγο στον τομέα του ανταγωνισμού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Attanasio Group, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και απόφαση της 10ης Μαΐου 2012, C‑357/10 έως C‑359/10, Duomo Gpa κ.λπ., σκέψη 22).

32

Εν προκειμένω, οι αποφάσεις περί παραπομπής δεν παρέχουν στο Δικαστήριο τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που θα του επέτρεπαν να καθορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένες ρυθμίσεις όπως οι επίμαχες στις κύριες δίκες είναι δυνατό να εμπίπτουν στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης περί ανταγωνισμού. Ειδικότερα, οι αποφάσεις αυτές δεν παρέχουν καμία διευκρίνιση όσον αφορά τη σχέση που διαπιστώνουν μεταξύ των άρθρων αυτών και των διαφορών στις κύριες δίκες ή του αντικειμένου τους.

33

Υπό τις συνθήκες αυτές, το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να κριθεί απαράδεκτο, στο μέτρο που αφορά την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου της Ένωσης στον τομέα του ανταγωνισμού (βλ. κατ’ αναλογία, μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Duomo Gpa κ.λπ., σκέψη 24, καθώς και τη σημερινή απόφαση C‑162/12 και C‑163/12, Airport Shuttle Express κ.λπ., σκέψεις 37 έως 42).

34

Όσον αφορά, δεύτερον, το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, δεν αμφισβητείται ότι όλα τα στοιχεία των διαφορών στις κύριες δίκες περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνο κράτους μέλους. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξακριβωθεί αν, στις υπό κρίση υποθέσεις, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της εν λόγω διάταξης (βλ. κατ’ αναλογία, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2008, C-380/05, Centro Europa 7, Συλλογή 2008, σ. I-349, σκέψη 64, της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-245/09, Omalet, Συλλογή 2010, σ. I-13771, σκέψεις 9 και 10, καθώς και την προπαρατεθείσα απόφαση Duomo Gpa κ.λπ., σκέψη 25).

35

Συγκεκριμένα, οι ρυθμίσεις που, όπως οι επίμαχες στις κύριες δίκες, εφαρμόζονται, σύμφωνα με το γράμμα τους, αδιακρίτως τόσο στους επιχειρηματίες που είναι εγκατεστημένοι στην ιταλική επικράτεια όσο και στους επιχειρηματίες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη δεν εμπίπτουν, κατά κανόνα, στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων για τις θεμελιώδεις ελευθερίες που έχουν κατοχυρωθεί με τη Συνθήκη ΛΕΕ παρά μόνον αν εφαρμόζονται σε καταστάσεις που έχουν σχέση με το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών (βλ. επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1997, C-321/94 έως C-324/94, Pistre κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. I-2343, σκέψη 45, και της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C-448/98, Guimont, Συλλογή 2000, σ. I-10663, σκέψη 21, καθώς και την προπαρατεθείσα απόφαση Duomo Gpa κ.λπ., σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

36

Όσον αφορά ειδικότερα το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή σε δραστηριότητες οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στο δίκαιο της Ένωσης καταστάσεις και των οποίων όλα τα κρίσιμα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνο κράτους μέλους (βλ. επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 1987, 20/87, Gauchard, Συλλογή 1987, σ. 4879, σκέψη 12, της 20ής Απριλίου 1988, 204/87, Bekaert, Συλλογή 1988, σ. 2029, σκέψη 12, της 1ης Απριλίου 2008, C-212/06, Gouvernement de la Communauté française και gouvernement wallon, Συλλογή 2008, σ. I-1683, σκέψη 33, και της 21ης Ιουνίου 2012, C‑84/11, Susisalo κ.λπ., σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

37

Εν προκειμένω, δεδομένου ότι οι διαφορές των κύριων δικών έχουν τοπικό χαρακτήρα και ότι όλα τα πραγματικά περιστατικά περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνο κράτους μέλους, δεν μπορεί να τεκμαίρεται η ύπαρξη διασυνοριακών αποτελεσμάτων των επίμαχων στις κύριες δίκες ρυθμίσεων. Οι αποφάσεις περί παραπομπής όμως δεν περιλαμβάνουν κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι οι διαφορές των κύριων δικών παρουσιάζουν κάποιο διασυνοριακό ενδιαφέρον ή έχουν σχέση με κάποια από τις προβλεπόμενες στο δίκαιο της Ένωσης καταστάσεις. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρίνισε πώς οι επίμαχες στις κύριες δίκες ρυθμίσεις θα μπορούσαν να εμποδίζουν τους επιχειρηματίες με ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους και όχι της Ιταλικής Δημοκρατίας να ασκούν την ελευθερία εγκατάστασης που προβλέπεται στο άρθρο 49 ΣΛΕΕ.

38

Όπως προκύπτει βέβαια από τη νομολογία που διαμορφώθηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση Guimont, ακόμη και όταν πρόκειται για κατάσταση αμιγώς εσωτερικής φύσης, η απάντηση σε ερωτήματα που αφορούν τις θεμελιώδεις ελευθερίες του δικαίου της Ένωσης μπορεί εντούτοις να είναι χρήσιμη για το αιτούν δικαστήριο, ιδίως στην περίπτωση που το εθνικό δίκαιο του επιβάλλει να αναγνωρίζει στους ημεδαπούς τα ίδια δικαιώματα με αυτά που θα παρείχε το δίκαιο της Ένωσης στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που θα τελούσαν στην ίδια κατάσταση (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, C-393/08, Sbarigia, Συλλογή 2010, σ. I-6337, σκέψη 23, και προπαρατεθείσα απόφαση Susisalo κ.λπ., σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

39

Εν προκειμένω, το ενδεχόμενο για το οποίο κάνει λόγο η νομολογία που παρατίθεται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη αφορά, στο πλαίσιο των διαφορών των κύριων δικών, τα δικαιώματα που θα μπορούσε να αντλήσει από το δίκαιο της Ένωσης ένας υπήκοος άλλου κράτους μέλους εκτός της Ιταλικής Δημοκρατίας, αν βρισκόταν στην ίδια κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι προσφεύγοντες των κύριων δικών.

40

Οι εν λόγω προσφεύγοντες, με τις προσφυγές που έχουν ασκήσει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, επιδιώκουν προφανώς να επιτύχουν να τους επιτρέπεται η πρόσβαση στο έδαφος του Δήμου Ρώμης, και ειδικότερα στις ΖΠΚ εντός των ορίων του εν λόγω δήμου, υπό προϋποθέσεις διαφορετικές από τις εφαρμοζόμενες επί του παρόντος, ή μάλιστα χωρίς να επιβάλλεται καμία προϋπόθεση, ώστε να μπορούν να ασκούν εκεί τη δραστηριότητα της εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό. Από τις αποφάσεις περί παραπομπής προκύπτει πάντως ότι ζητούν την πρόσβαση αυτή όχι με σκοπό τη μόνιμη και συνεχή άσκηση της δραστηριότητας αυτής από κάποιο σημείο του εδάφους του εν λόγω δήμου και βάσει σχετικής άδειας, αλλά με σκοπό την ευκαιριακή άσκηση της δραστηριότητας αυτής από σημεία του εδάφους άλλων δήμων και βάσει αδειών που έχουν χορηγηθεί από άλλους δήμους, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένοι να τηρούν όλες τις προϋποθέσεις που τίθενται με τις άδειες αυτές.

41

Επομένως, αντίθετα από ό,τι συνέβαινε στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν ορισμένες αποφάσεις, όπως η προπαρατεθείσα απόφαση Attanasio Group ή η απόφαση της 1ης Ιουνίου 2010, C-570/07 και C-571/07, Blanco Pérez και Chao Gómez (Συλλογή 2010, σ. I-4629), ή η απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, C‑539/11, Ottica New Line Di Vincenzo, η κατάσταση λόγω της οποίας ασκήθηκαν οι προσφυγές ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου δεν έχει σχέση με την ελευθερία εγκατάστασης, αλλά, εκ πρώτης όψεως, με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

42

Δυνάμει όμως του άρθρου 58 ΣΛΕΕ, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών δεν διέπεται από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, αλλά από τον τίτλο VI του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ, ο οποίος αφορά την κοινή πολιτική μεταφορών (βλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, C-338/09, Yellow Cab Verkehrsbetrieb, Συλλογή 2010, σ. I-13927, σκέψεις 29 και 30). Επιπλέον, όπως υπενθυμίζει το αιτούν δικαστήριο, οι δραστηριότητες εκμίσθωσης οχήματος με οδηγό, όπως είναι οι επίμαχες στις κύριες δίκες, δεν εμπίπτουν κατ’ ουσία στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ με στόχο την ελευθέρωση των υπηρεσιών μεταφορών.

43

Κατά συνέπεια, αν ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις των διαφορών στις κύριες δίκες, η ενδεχόμενη ερμηνεία του άρθρου 49 ΣΛΕΕ δεν θα είχε καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο των διαφορών αυτών (βλ., κατ’ αναλογία, προπαρατεθείσα απόφαση Sbarigia, σκέψεις 23, 24, 27 και 28). Όπως όμως προκύπτει από πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, υπό τέτοιες περιστάσεις, να απαντά στα προδικαστικά ερωτήματα (βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 61, της 1ης Οκτωβρίου 2009, C-567/07, Woningstichting Sint Servatius, Συλλογή 2009, σ. I-9021, σκέψη 43, Omalet, προπαρατεθείσα, σκέψη 11, και της 7ης Ιουνίου 2012, C‑27/11, Vinkov, σκέψη 44).

44

Με βάση όλες τις παραπάνω σκέψεις, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στις υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής απόφασης, τις οποίες του έχει υποβάλει το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio, κατά το μέτρο κατά το οποίο οι αιτήσεις αυτές αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 49 ΣΛΕΕ. Οι εν λόγω αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες κατά το μέτρο κατά το οποίο αφορούν την ερμηνεία άλλων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης.

Επί των δικαστικών εξόδων

45

Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

 

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι αρμόδιο, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑419/12 και C‑420/12, να απαντήσει στις αιτήσεις προδικαστικής απόφασης που υπέβαλε με αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 2012 το Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (Ιταλία), κατά το μέτρο κατά το οποίο οι αιτήσεις αυτές αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 49 ΣΛΕΕ. Οι εν λόγω αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες κατά το μέτρο κατά το οποίο αφορούν την ερμηνεία άλλων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.