ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NIILO JÄÄSKINEN

της 8ης Σεπτεμβρίου 2011 (1)

Υπόθεση C‑81/10 P

France Télécom SA

«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις υπέρ της France Télécom – Έννοια των όρων «κρατική ενίσχυση»και «πλεονέκτημα»που συνδέονται με το καθεστώς επιβολής φόρου επιτηδεύματος στη France Télécom για τα έτη 1994 έως 2002 – Αντιστάθμιση – Αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Προθεσμία παραγραφής – Υποχρέωση αιτιολογήσεως και αρχή της ασφάλειας δικαίου»





I –    Εισαγωγή

1.        Με την αίτησή της αναιρέσεως, η εταιρία France Télécom SA (στο εξής: France Télécom) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του τότε Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικού Δικαστηρίου] της 30ής Νοεμβρίου 2009, T‑427/04 και T‑17/05, Γαλλία και France Télécom κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I‑4315, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) (2) με την οποία το τότε Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας (υπόθεση T‑427/04) και της France Télécom (υπόθεση T‑17/05) κατά της αποφάσεως 2005/709/ΕΚ της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 2004, σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία έθεσε σε εφαρμογή η Γαλλία υπέρ της France Télécom [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2004) 3061] (στο εξής: επίδικη απόφαση) (3).

2.        Η παρούσα υπόθεση συνδέεται με την εξέλιξη του καθεστώτος της France Télécom στο πλαίσιο της απελευθερώσεως του τομέα των τηλεπικοινωνιών και θέτει ζητήματα σχετικά με τον ορισμό του πλεονεκτήματος στο πλαίσιο φορολογικών μέτρων, καθώς και σχετικά με τη νομική προστασία της οποίας απολαύουν οι δικαιούχοι φορολογικού μέτρου που αποδεικνύεται ότι συνιστά παράνομη κρατική ενίσχυση.

3.        Έως το 1990, οι δραστηριότητες τις οποίες ασκούσε η France Télécom υπάγονταν σε διεύθυνση του γαλλικού Υπουργείου Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών. Η France Télécom συστάθηκε, υπό τη μορφή sui generis νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, την 1η Ιανουαρίου 1991, με τον νόμο 90-568, της 2ας Ιουλίου 1990, σχετικά με την οργάνωση της δημόσιας υπηρεσίας των ταχυδρομείων και των τηλεπικοινωνιών (4). Δυνάμει του νόμου 96-600, της 26ης Ιουλίου 1996, σχετικά με την εθνική επιχείρηση France Télécom (5), από τις 31 Δεκεμβρίου 1998, η France Télécom μετατράπηκε σε εθνική επιχείρηση, της οποίας το μισό εταιρικό κεφάλαιο και πλέον ανήκε, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, άμεσα ή έμμεσα, στο κράτος. Επομένως, η France Télécom διεπόταν από τον νόμο 90-568 και, επιπλέον, υπαγόταν στη ρύθμιση περί ανωνύμων εταιριών, στο μέτρο που η ρύθμιση αυτή δεν ήταν αντίθετη προς τον νόμο.

II – Το νομικό πλαίσιο

4.        Ο κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 (6) εκδόθηκε με σκοπό να κωδικοποιηθεί η πάγια πρακτική την οποία είχε αναπτύξει και ακολουθούσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά την εφαρμογή του άρθρου 88 ΕΚ, προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια και η ασφάλεια δικαίου. Τέθηκε σε ισχύ στις 16 Απριλίου 1999.

5.        Κατά τη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 659/1999, «για λόγους ασφάλειας του δικαίου, είναι σκόπιμο να καθοριστεί δεκαετής προθεσμία παραγραφής για τις παράνομες ενισχύσεις, μετά την εκπνοή της οποίας δεν μπορεί να διαταχθεί ανάκτηση».

6.        Το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 ορίζει τα εξής:

«1.      Οι εξουσίες της Επιτροπής για ανάκτηση της ενίσχυσης υπόκεινται σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής.

2.      Η προθεσμία αυτή αρχίζει να προσμετράται από την ημέρα κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση χορηγείται στον δικαιούχο είτε ως ατομική ενίσχυση είτε ως ενίσχυση βάσει ενός καθεστώτος ενισχύσεων. Κάθε ενέργεια της Επιτροπής ή κράτους μέλους που ενεργεί κατόπιν αίτησης της Επιτροπής, σε σχέση με την παράνομη ενίσχυση, διακόπτει την περίοδο παραγραφής. Έπειτα από κάθε διακοπή, η προθεσμία αρχίζει να προσμετράται από την αρχή. Η προθεσμία παραγραφής αναστέλλεται για όσο διάστημα η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο διαδικασίας εκκρεμούσης ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

3.      Κάθε ενίσχυση της οποίας η περίοδος παραγραφής έχει εκπνεύσει, θεωρείται ως υφιστάμενη ενίσχυση.»

III – Το ιστορικό της διαφοράς

 Α –      Οι εθνικές διατάξεις που διέπουν το φορολογικό καθεστώς που είναι εφαρμοστέο στη France Télécom

1.      Η υπαγωγή της France Télécom στον φόρο επιτηδεύματος. Γενικό καθεστώς του φόρου επιτηδεύματος (7)

7.        Όπως εκτίθεται συνοπτικά με τις σκέψεις 16 έως 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο φόρος επιτηδεύματος αποτελεί φόρο επιβαλλόμενο βάσει τοπικών κριτηρίων, οι δε κανόνες του καθορίζονται από τον νόμο και είναι κωδικοποιημένοι στον γενικό φορολογικό κώδικα. Φόρος επιτηδεύματος οφείλεται ετησίως από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν συνήθως μη μισθωτή επαγγελματική δραστηριότητα την 1η Ιανουαρίου. Ο φόρος επιτηδεύματος καθορίζεται αναλόγως της φοροδοτικής ικανότητας των υποκειμένων στον φόρο αυτό, ικανότητας η οποία εκτιμάται σύμφωνα με οικονομικά κριτήρια βάσει των δραστηριοτήτων που οι υποκείμενοι ασκούν στην περιφέρεια του δικαιούχου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως.

8.        Συνεπώς, ο φόρος επιτηδεύματος αποτελεί φόρο του οποίου η βάση δεν συνίσταται στο όφελος που αντλείται από την επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση διαφοράς, σε τμήμα της αξίας των συντελεστών παραγωγής –κεφαλαίου και εργασίας– που χρησιμοποιεί ο υποκείμενος στον φόρο σε κάθε δήμο όπου επιβάλλεται η καταβολή του εν λόγω φόρου.

9.        Για τα έτη 1994 έως 2002, στην περίπτωση των νομικών προσώπων των υπαγομένων στον φόρο εισοδήματος εταιριών, η φορολογική βάση του φόρου επιτηδεύματος περιλάμβανε, αφενός, τη μισθωτική αξία των ενσώματων πάγιων στοιχείων του ενεργητικού τα οποία χρησιμοποίησε ο υποκείμενος στον φόρο για τις ανάγκες της επαγγελματικής του δραστηριότητας κατά την περίοδο αναφοράς και, αφετέρου, τμήμα των μισθών που αυτός κατέβαλε κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου αναφοράς. Η προαναφερθείσα περίοδος αναφοράς είναι το προτελευταίο έτος που προηγείται του έτους επιβολής του φόρου, όταν το οικονομικό έτος συμπίπτει με το ημερολογιακό έτος, ή, όταν τούτο δεν συμβαίνει, το οικονομικό έτος που έληξε κατά τη διάρκεια του προτελευταίου έτους που προηγείται του έτους επιβολής του φόρου.

10.      Ο υποκείμενος στον φόρο υποχρεούται να καταβάλει φόρο επιτηδεύματος στην περιφέρεια κάθε δήμου όπου διαθέτει εγκαταστάσεις και χώρους, ανάλογα με τη μισθωτική αξία των στοιχείων ενεργητικού που βρίσκονται στους χώρους αυτούς ή αποτελούν παραρτήματα αυτών και τους μισθούς που καταβάλλονται στο προσωπικό.

2.      Οι εφαρμοστέοι στη France Télécom κανόνες

 α)     Επί της αρχής της υπαγωγής στους φόρους του κοινού δικαίου

11.      Ο νόμος 90-568, με τον οποίο συστάθηκε η France Télécom, περιέχει ειδικές διατάξεις σχετικές με τη φορολογία. Με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, η France Télécom υπόκειται, καταρχήν, στους πάσης φύσεως φόρους και δασμούς στους οποίους υπάγονται ιδιωτικές επιχειρήσεις επιδιδόμενες στις ίδιες δραστηριότητες

 β)     Επί της κατ’ αποκοπή εισφοράς

12.      Μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1994, η France Télécom υπαγόταν μόνο στους φόρους και δασμούς που επιβάρυναν στην πραγματικότητα το Δημόσιο. Κατά συνέπεια, η France Télécom δεν όφειλε να καταβάλει, μεταξύ άλλων, ούτε φόρο εισοδήματος εταιριών ούτε τοπικούς φόρους, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο φόρος επιτηδεύματος. Αντιθέτως, για τα έτη 1991 έως 1993, η France Télécom έπρεπε να καταβάλει εισφορά καθοριζόμενη ετησίως από τον δημοσιονομικό νόμο, με ανώτατο όριο ένα ποσό του οποίου η βάση, προ αναπροσαρμογής, ισοδυναμούσε με το υπόλοιπο που προέκυπτε από τον προϋπολογισμό των τηλεπικοινωνιών που ήταν συνημμένος στον γενικό κρατικό προϋπολογισμό του έτους 1989.

 γ)     Επί του ειδικού καθεστώτος φορολογήσεως από το 1994

13.      Ο φόρος, η βάση επιβολής του οποίου υπολογιζόταν βάσει των προβλεπόμενων στον γενικό φορολογικό κώδικα γενικών κανόνων, καθοριζόταν μέσω της εφαρμογής ενός εθνικού σταθμισμένου μέσου συντελεστή ο οποίος προέκυπτε από τους συντελεστές που είχαν ψηφιστεί το προηγούμενο έτος από το σύνολο των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως. Επιπλέον, στη France Télécom επιβαλλόταν συντελεστής 1,9 % αντί 8 % για τον υπολογισμό των εξόδων διαχείρισης.

14.      Συναφώς επισημαίνω, κατ’ αρχάς, ότι τον φόρο επιτηδεύματος εισέπρατταν οι φορολογικές αρχές του κράτους και όχι οι οικείοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως. Τα ποσά τα οποία εισέπραττε το κράτος ως έξοδα διαχειρίσεως κατά τα ανωτέρω καταβάλλονταν έναντι των δαπανών που συνεπάγονταν για τις φορολογικές αρχές η κατάρτιση πινάκων και η είσπραξη του φόρου επιτηδεύματος υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

15.      Τα έσοδα από τον φόρο έπρεπε να καταβάλλονται στο Δημόσιο ή, για το τμήμα που υπερέβαινε το ποσό της καταβληθείσας για το έτος 1994 εισφοράς, αναπροσαρμοζόμενης ετησίως αναλόγως της διακυμάνσεως του δείκτη τιμών καταναλωτή, στο Fonds national de péréquation de la taxe professionnelle (Εθνικό ταμείο εξισώσεως του φόρου επιτηδεύματος).

16.      Το ειδικό καθεστώς επιβολής του φόρου επιτηδεύματος, το οποίο δεν προέβλεπε λήξη της διαρκείας του, καταργήθηκε με τον δημοσιονομικό νόμο του 2003 (8).

 Β –      Η διοικητική διαδικασία που προηγήθηκε της εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως

17.      Στις 13 Μαρτίου 2001, η Association des collectivités territoriales pour le retour de la taxe professionnelle de France Télécom et de La Poste dans le droit commun (Ένωση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως για την εκ νέου επιβολή φόρου επιτηδεύματος στη France Télécom και στη La Poste κατά το κοινό δίκαιο) υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία το ειδικό καθεστώς φορολογήσεως συνιστούσε κρατική ενίσχυση ασύμβατη με την κοινή αγορά. Η καταγγέλλουσα επισήμανε, μεταξύ άλλων, την απώλεια εσόδων που συνεπαγόταν για ορισμένους δήμους η εφαρμογή εθνικού σταθμισμένου μέσου συντελεστή.

18.      Κατόπιν της καταγγελίας αυτής, στις 28 Ιουνίου 2001, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία προκαταρκτικής εξετάσεως του ειδικού καθεστώτος φορολογήσεως και απηύθυνε στη Γαλλική Δημοκρατία αίτηση παροχής πληροφοριών σχετικά με το θέμα αυτό.

19.      Στις 30 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας την οποία προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής φόρου επιτηδεύματος που είχε χορηγηθεί στη France Télécom κατά τα έτη 1991 έως 1993 και το ειδικό καθεστώς φορολογήσεως. Με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας, η Επιτροπή αποτίμησε το όφελος το οποίο προέκυψε για τη France Télécom περίπου στο 1 εκατομμύριο γαλλικά φράγκα (FRF) ετησίως από το 1994 (αιτιολογικές σκέψεις 73 και 74). Η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας δημοσιεύθηκε στις 12 Μαρτίου 2003 (9).

20.      Με τα έγγραφα που αντηλλάγησαν μεταξύ των γαλλικών αρχών και της Επιτροπής, η Γαλλική Δημοκρατία υπέβαλε με τηλεομοιοτυπία της 5ης Ιουλίου 2004, υπογραμμίζοντας ότι οι αξιολογήσεις της ήταν αποτέλεσμα κατά προσέγγιση υπολογισμών, νέα προσομοίωση των δημοσιονομικών συνεπειών της εφαρμογής του καθεστώτος επιβολής του φόρου επιτηδεύματος στη France Télécom για τα έτη 1991 έως 2002. Από τη νέα αυτή εκτίμηση, που πραγματοποιήθηκε βάσει της εισφοράς φόρου επιτηδεύματος την οποία η France Télécom πράγματι κατέβαλε για το έτος 2003, προέκυπτε ότι η France Télécom είχε υπερφορολογηθεί κατά ποσό άνω του 1,7 δισεκατομμυρίων ευρώ, προ αναπροσαρμογής, για την εν λόγω περίοδο.

 Γ –      Η επίδικη απόφαση

21.      Στις 19 και 20 Ιουλίου 2004, κατά την 1667η σύσκεψή της, η ολομέλεια της Επιτροπής ενέκρινε σχέδιο αποφάσεως με την οποία διαπίστωνε ότι στη France Télécom χορηγήθηκε κρατική ενίσχυση λόγω της εφαρμογής του ειδικού καθεστώτος φορολογήσεως κατά την περίοδο 1994-2002, και εξουσιοδότησε το αρμόδιο για τον ανταγωνισμό μέλος της Επιτροπής να εκδώσει, σε συμφωνία με τον Πρόεδρο, το τελικό κείμενο της αποφάσεως στη γαλλική γλώσσα, γλώσσα στην οποία το κείμενο είναι αυθεντικό.

22.      Στις 2 Αυγούστου 2004, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε στη Γαλλική Δημοκρατία στις 3 Αυγούστου 2004.

23.      Με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή έκρινε, καταρχάς, ότι η κατ’ αποκοπή εισφορά για την περίοδο από το 1991 έως το 1993 μπορεί να θεωρηθεί ότι υποκαθιστά τον υπό κανονικές συνθήκες οφειλόμενο φόρο επιτηδεύματος για τα ίδια αυτά έτη. Συνεπώς, η απαλλαγή από τον φόρο επιτηδεύματος κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής δεν συνιστά κρατική ενίσχυση (αιτιολογικές σκέψεις 22 έως 33 και 53 της επίδικης αποφάσεως).

24.      Αντιθέτως, η Επιτροπή έκρινε ότι το ειδικό καθεστώς φορολογήσεως που εφαρμόστηκε από το 1994 έως το 2002 αποτελεί κρατική ενίσχυση που συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του ποσού του φόρου που θα έπρεπε να επιβληθεί στη France Télécom υπό τους όρους του κοινού δικαίου και του ποσού των εισφορών φόρου επιτηδεύματος που πραγματικά επιβλήθηκαν στην εταιρία αυτή (στο εξής: διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο). Η νέα αυτή ενίσχυση, που παρανόμως τέθηκε σε εφαρμογή […] δεν συμβιβάζεται, επιπλέον, με την κοινή αγορά. Κατά συνέπεια, η ενίσχυση αυτή πρέπει να ανακτηθεί (αιτιολογικές σκέψεις 34 έως 53 της επίδικης αποφάσεως).

25.      Η συλλογιστική που ακολούθησε η Επιτροπή για να χαρακτηρίσει το ειδικό καθεστώς φορολογήσεως ως κρατική ενίσχυση είναι η ακόλουθη.

26.      Πρώτον, η Επιτροπή παρέθεσε τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη της, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των γαλλικών αρχών ότι το διαπιστωμένο όφελος κατά τη διάρκεια της περιόδου 1994-2002 υπερκαλύφθηκε από το ποσό της κατ’ αποκοπή εισφοράς η οποία επιβλήθηκε στη France Télécom κατά τη διάρκεια της περιόδου 1991-1993 (αιτιολογικές σκέψεις 35 έως 41 της επίδικης αποφάσεως).

27.      Δεύτερον, η Επιτροπή έκρινε ότι η διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο συνιστά όφελος για τη France Télécom, το οποίο παρέχεται μέσω πόρων που θα έπρεπε να εισρεύσουν στο κρατικό ταμείο και, ως εκ τούτου, αποτελεί κρατική ενίσχυση (αιτιολογική σκέψη 42 της επίδικης αποφάσεως).

28.      Τρίτον, με τις αιτιολογικές σκέψεις 43 και 44 της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν μπορεί, κατά το στάδιο εκδόσεως της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται η ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως, να λάβει υπόψη το επιχείρημα της Γαλλικής Δημοκρατίας ότι, προκειμένου να καθοριστεί το καθαρό όφελος που χορηγήθηκε στη France Télécom, πρέπει να συνεκτιμηθεί η μείωση της βάσεως επιβολής φόρου εισοδήματος εταιριών την οποία θα συνεπαγόταν η καταβολή υψηλότερων ποσών λόγω φόρου επιτηδεύματος.

29.      Τέταρτον, η Επιτροπή, αφού απέρριψε τα επιχειρήματα που προέβαλε η Γαλλική Δημοκρατία ότι η επίμαχη ενίσχυση δεν μπορεί να ανακτηθεί λόγω της εφαρμογής των κανόνων περί παραγραφής του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999, έκρινε ότι η επίμαχη ενίσχυση συνιστά νέα και όχι υφιστάμενη ενίσχυση (αιτιολογική σκέψη 45 της επίδικης αποφάσεως). Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, εφόσον η πρώτη ενίσχυση χορηγήθηκε για το έτος 1994, ήτοι πριν συμπληρωθούν δέκα έτη από την 28η Ιουνίου 2001, η επίμαχη ενίσχυση πρέπει να ανακτηθεί στο σύνολό της (αιτιολογική σκέψη 51 της επίδικης αποφάσεως).

30.      Πέμπτον, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι γαλλικές αρχές δεν προέβαλαν κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα προς απόδειξη της συμβατότητας της επίμαχης ενισχύσεως με την κοινή αγορά και ότι δεν διακρίνει καμία νομική βάση στην οποία να μπορεί να στηριχθεί η κήρυξη της εν λόγω ενισχύσεως ως συμβατής με την κοινή αγορά (αιτιολογική σκέψη 52 της επίδικης αποφάσεως).

31.      Ως εκ τούτου, με την αιτιολογική σκέψη 53 της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε ότι, πρώτον, το καθεστώς φόρου επιτηδεύματος που εφαρμόστηκε στη France Télécom κατά τη διάρκεια της περιόδου 1991-1993 δεν συνιστά κρατική ενίσχυση και ότι, δεύτερον, η διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο από την οποία ωφελήθηκε η France Télécom για τα έτη 1994 έως 2002, συνεπεία της εφαρμογής του ειδικού καθεστώτος φορολογήσεως, συνιστά κρατική ενίσχυση ασύμβατη με την κοινή αγορά που τέθηκε παρανόμως σε εφαρμογή και η οποία πρέπει, επομένως, να ανακτηθεί.

32.      Όσον αφορά το προς ανάκτηση ποσό, η Επιτροπή έκρινε ότι η ενίσχυση κυμαινόταν μεταξύ 798 εκατομμυρίων ευρώ και 1,14 δισεκατομμυρίων ευρώ πλέον τόκων (αιτιολογικές σκέψεις 54 έως 59 της επίδικης αποφάσεως). Κατά την Επιτροπή, το ακριβές προς ανάκτηση ποσό πρέπει να καθοριστεί από τις γαλλικές αρχές, σύμφωνα με το καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας, κατά το στάδιο εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως (αιτιολογικές σκέψεις 59 και 60 της επίδικης αποφάσεως).

33.      Το άρθρο 1 του διατακτικού της επίδικης αποφάσεως έχει ως εξής:

34.      «Η κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε παράνομα από τη [Γαλλική Δημοκρατία], κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 88, παράγραφος 3, […] ΕΚ, υπέρ της France Télécom για το καθεστώς του φόρου επιτηδεύματος που εφαρμόστηκε στην εν λόγω επιχείρηση κατά τη διάρκεια της περιόδου από 1ης Ιανουαρίου 1994 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2002 […] είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά».

35.      Στις 25 Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως ζητώντας από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, καθόσον δεν εκτέλεσε την επίδικη απόφαση εντός της ταχθείσας προθεσμίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 3 της αποφάσεως αυτής, από το άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ καθώς και από το άρθρο 10 ΕΚ. Με την απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, C‑441/06, Επιτροπή κατά Γαλλίας (10), το Δικαστήριο έκρινε βάσιμη την προσφυγή της Επιτροπής.

IV – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

36.      Στο πλαίσιο των προσφυγών ακυρώσεως που άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, η Γαλλική Δημοκρατία και η France Télécom υποστήριξαν ουσιαστικά ότι η Επιτροπή έσφαλε κρίνοντας, αφενός, ότι η France Télécom είχε λάβει παράνομη κρατική ενίσχυση και, αφετέρου, ότι η ενίσχυση αυτή έπρεπε να ανακτηθεί (11).

37.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε εν όλω τους λόγους προσφυγής της Γαλλικής Δημοκρατίας και της France Télécom και, κατά συνέπεια, επικύρωσε τη νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως.

V –    Επί της αιτήσεως και των λόγων αναιρέσεως

38.      Με την αίτηση αναιρέσεώς της η France Télécom επικαλείται πέντε λόγους, από τους οποίους ο δεύτερος διαιρείται σε τρία σκέλη και ο τρίτος σε δύο σκέλη. Η France Télécom ουσιαστικά προσάπτει στο Πρωτοδικείο παράβαση των εννοιών της κρατικής ενισχύσεως και του πλεονεκτήματος, καθώς και παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Προβάλλει επίσης έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με τα επιχειρήματα που αφορούσαν την αρχή της παραγραφής. Τέλος, στο πλαίσιο του λόγου αναιρέσεως που αφορά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω νομικού σφάλματος και ελλείψεως αιτιολογίας.

39.      Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι, ανεξαρτήτως του αριθμού των λόγων αναιρέσεως που προβάλλει, η France Télécom βάλλει κυρίως κατά τριών πτυχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

40.      Η πρώτη πτυχή, η οποία αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, αφορά την έννοια της κρατικής ενισχύσεως, καθώς και την έννοια του πλεονεκτήματος, το οποίο αποτελεί ένα από τα στοιχεία της. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η France Télécom προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρερμήνευσε την έννοια του πλεονεκτήματος καθόσον αρνήθηκε να εξετάσει το κατά παρέκκλιση καθεστώς στο σύνολό του. Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, ο οποίος αντλείται από παράβαση της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως, η France Télécom στην πραγματικότητα απλώς προσάπτει στο Πρωτοδικείο πλάνη περί το δίκαιο καθόσον το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η ύπαρξη πλεονεκτήματος δεν εξαρτάται από τα ίδια χαρακτηριστικά του καθεστώτος, αλλά από εξωτερικούς παράγοντες που μπόρεσαν να διαπιστωθούν μόνον εκ των υστέρων. Συνεπώς, εφόσον τα επιχειρήματα που προβάλλονται στο πλαίσιο των δύο αυτών λόγων συνδέονται άρρηκτα, προτίθεμαι να τα εξετάσω από κοινού κάτω από έναν κοινό τίτλο σχετικό με την προβληματική της υπάρξεως πλεονεκτήματος.

41.      Η δεύτερη πτυχή αφορά τον υπολογισμό της προθεσμίας παραγραφής, ο οποίος εξετάζεται με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως της France Télécom, κυρίως από την άποψη της ελλείψεως αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

42.      Η τρίτη πτυχή, η οποία προβάλλεται με τον τρίτο και τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αφορά την παραβίαση γενικών αρχών του δικαίου, όπως η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και η αρχή της ασφάλειας δικαίου.

43.      Κατά συνέπεια, προτίθεμαι να αναλύσω την αίτηση αναιρέσεως ομαδοποιώντας τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλει η France Télécom κατά τα προεκτεθέντα.

VI – Επί των εννοιών της κρατικής ενισχύσεως και του πλεονεκτήματος (12)

 Α –      Επί του προσδιορισμού του πλεονεκτήματος

44.      Το ζήτημα του προσδιορισμού του πλεονεκτήματος, τόσο στο ουσιαστικό όσο και στο χρονικό επίπεδο, συνιστά κεντρικό στοιχείο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

45.      Υπενθυμίζεται καταρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία, ο χαρακτηρισμός ενός μέτρου ως ενισχύσεως κατά την έννοια της Συνθήκης προϋποθέτει ότι πληρούνται σωρευτικώς τα τέσσερα κριτήρια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (13). Επομένως, το άρθρο αυτό αφορά τις ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Η έννοια της ενισχύσεως, κατά τη διάταξη αυτή, είναι ευρύτερη από την έννοια της επιδοτήσεως, διότι δεν περιλαμβάνει μόνο τις θετικές παροχές, όπως οι καθαυτό επιδοτήσεις, αλλά και τις παρεμβάσεις εκείνες οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως σε σχέση με άλλη επιχείρηση η οποία τελεί σε συγκρίσιμη κατάσταση (14).

46.      Εντεύθεν προκύπτει ότι μέτρο με το οποίο οι δημόσιες αρχές παρέχουν σε ορισμένες επιχειρήσεις φορολογική απαλλαγή, το οποίο, μολονότι δεν συνεπάγεται μεταβίβαση κρατικών πόρων, περιάγει τους δικαιούχους σε ευνοϊκότερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με τους λοιπούς φορολογουμένους, συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (15). Ομοίως, μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση μέτρο που χορηγεί σε ορισμένες επιχειρήσεις μείωση φόρου ή μετάθεση του χρόνου καταβολής του κανονικώς οφειλόμενου φόρου.

47.      Για να εκτιμηθεί εάν το εν λόγω πλεονέκτημα αποτελεί ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 EΚ, πρέπει να προσδιορισθεί εάν η ωφελούμενη επιχείρηση αντλεί οικονομικό όφελος το οποίο δεν θα είχε αποκομίσει υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς (16).

48.      Όπως έχω διευκρινίσει με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή και Ισπανία κατά Κυβερνήσεως του Γιβραλτάρ και Ηνωμένου Βασιλείου (C‑106/09 P και C‑107/09 P) (17), η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκειμένου ορισμένο μέτρο να θεωρηθεί ότι αποτελεί φορολογική ενίσχυση πρέπει να αντιστοιχεί σε ορισμένο φορολογικό κόστος. Η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να προσδιορίσει την αξία του πραγματικού ή εν δυνάμει «διαφεύγοντος» φόρου η οποία αντιπροσωπεύει το ποσό της εικαζομένης ενισχύσεως. Το μοναδικό μέσο που διαθέτει η Επιτροπή για τον υπολογισμό της «διαφεύγουσας» αξίας είναι να προσφύγει στο γενικό καθεστώς που έχει εφαρμογή στο εξεταζόμενο πλαίσιο αναφοράς.

49.      Με την αίτησή της αναιρέσεως, η France Télécom υπογραμμίζει ότι ήταν αδύνατον να προσδιοριστεί, κατά τον χρόνο θεσπίσεως του κατά παρέκκλιση καθεστώτος, αν το επίδικο καθεστώς θα μετατρεπόταν σε πλεονέκτημα που θα μπορούσε να αποτελέσει κρατική ενίσχυση.

50.      Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι το επιχείρημα αυτό είναι υποθετικό, δεδομένου ότι οι εθνικές αρχές δεν κοινοποίησαν το καθεστώς που θεσπίστηκε με τον νόμο 90‑568. Συνεπώς δεν είναι δυνατόν, στο παρόν στάδιο, να γνωρίζει κανείς ποιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να προκύψει αν η Επιτροπή είχε εξετάσει το καθεστώς τότε.

51.      Εξάλλου, επισημαίνεται, από γενική άποψη, ότι ο προσδιορισμός της ακριβούς αξίας της χορηγούμενης ενισχύσεως, σε περίπτωση μέτρων που διαρκούν πολλά έτη, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά δυσχερής για την Επιτροπή.

52.      Συναφώς, χωρίς να επιθυμώ να ελαχιστοποιήσω τις δυσχέρειες τις οποίες συνεπάγεται μια εκτίμηση ex ante, και εν πάση περιπτώσει πριν την έναρξη ισχύος των εν λόγω μέτρων, φρονώ ότι θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της δυνατότητας να ποσοτικοποιηθεί το ακριβές ποσό της ενισχύσεως και της δυνατότητας να εξεταστεί το σχέδιο των επίδικων μέτρων από την άποψη του άρθρου 87 ΕΚ.

53.      Είναι αυτονόητο ότι, αντιθέτως προς ατομική ενίσχυση που χορηγείται σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση, στην περίπτωση φορολογικού καθεστώτος που έχει τη μορφή ρυθμίσεως αφορώσας ένα ορισμένο είδος φόρου που επιβάλλεται σε απροσδιόριστο αριθμό δικαιούχων, η Επιτροπή ή το κράτος μέλος δεν είναι σε θέση να ποσοτικοποιήσουν επακριβώς την ενίσχυση ex ante.

54.      Εντούτοις, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των επιπτώσεων, έστω και δυνητικών, του επίδικου καθεστώτος για τον ανταγωνισμό, μια τέτοια περίσταση δεν απαλλάσσει το κράτος μέλος από την υποχρέωση κοινοποιήσεως, ενώ παράλληλα, στη συνέχεια, δεν αποστερεί την Επιτροπή από τη δυνατότητα να το εξετάσει και να το χαρακτηρίσει υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων.

55.      Κατά συνέπεια, εφόσον η Επιτροπή είναι σε θέση να αποδείξει, παραπέμποντας σε ένα γενικό καθεστώς εφαρμοστέο στο πλαίσιο αναφοράς το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της εξετάσεως, την ύπαρξη πραγματικής ή δυνητικής απώλειας φορολογικών εσόδων, η οποία αντιπροσωπεύει το ποσό της εικαζόμενης ενισχύσεως που χορηγείται στις φερόμενες ως δικαιούχους επιχειρήσεις, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετείται η ύπαρξη πλεονεκτήματος. Κατόπιν αυτού, ο ακριβής προσδιορισμός της αξίας του πλεονεκτήματος έχει, σε πρώτη φάση, δευτερεύουσα απλώς σημασία η οποία θα εκδηλωθεί κατά τον χρόνο της ενδεχόμενης ανακτήσεως, αν τα υπό εξέταση μέτρα αποδειχθούν παράνομα.

56.      Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι το φορολογικό μοντέλο το οποίο είχε επιβληθεί στη France Télécom κατά την κρίσιμη περίοδο αντιπροσωπεύει εξαίρεση από το καθεστώς του κοινού δικαίου.

57.      Συγκεκριμένα, η France Télécom είχε υποβληθεί σε ειδικό φορολογικό καθεστώς σκοπός του οποίου ήταν να εξασφαλιστεί ότι οι πόροι που προέρχονται από τον φόρο επιτηδεύματος (ο οποίος εισπραττόταν κατ’ αρχήν σε τοπικό επίπεδο, με συντελεστή τον οποίο όριζε κάθε οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως) θα συνέχιζε να τροφοδοτεί τον γενικό προϋπολογισμό του κράτους. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, ο νόμος 90‑568 θέσπισε «εθνικό» φόρο επιτηδεύματος εφαρμοστέο στη France Télécom, ο οποίος υπολογιζόταν βάσει σταθμισμένου μέσου συντελεστή ο οποίος προέκυπτε από τους συντελεστές που εφάρμοζαν οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως και εισπραττόταν στον τόπο της κύριας εγκαταστάσεως της εν λόγω εταιρίας.

58.      Κατά την περίοδο 1991-1993, δυνάμει του μεταβατικού καθεστώτος, η France Télécom είχε απαλλαγεί από τον φόρο εισοδήματος των εταιριών και από τους τοπικούς φόρους, αλλά κατέβαλλε νομοθετικά καθοριζόμενη εισφορά. Βάσει του οριστικού καθεστώτος που ίσχυε από το 1994 έως το 2002, η France Télécom υποβλήθηκε στο κοινό καθεστώς του φόρου εισοδήματος των εταιριών, καθώς και σε ειδικό καθεστώς για τους τοπικούς φόρους, στους οποίους περιλαμβανόταν ο φόρος επιτηδεύματος. Συναφώς προστίθεται ότι, σε σχέση με τον φόρο επιτηδεύματος, προβλέφθηκε μια επιπλέον απαλλαγή, η οποία αφορούσε μείωση των εξόδων διαχειρίσεως που εισέπραττε το κράτος κατά τα τρία τέταρτα σε σχέση με τα έξοδα που ίσχυαν κανονικά.

59.      Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, αυτές δεν είναι οι μόνες ειδικές φορολογικές διατάξεις, εφαρμοστέες στη France Télécom, που συνιστούσαν πλεονέκτημα. Πράγματι, η Επιτροπή έκρινε ότι η ενίσχυση συνίστατο στη διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο την οποία αντιπροσώπευε η διαφορά μεταξύ του ποσού των εισφορών φόρου επιτηδεύματος που θα έπρεπε να επιβληθεί στη France Télécom υπό τους όρους του κοινού δικαίου και του ποσού των εισφορών φόρου επιτηδεύματος που πραγματικά επιβλήθηκαν στην εταιρία αυτή δυνάμει των ειδικών φορολογικών διατάξεων. Αυτό συνεπώς ήταν το σύστημα που οδήγησε σε τρόπο φορολογήσεως που είχε ως αποτέλεσμα την υποφορολόγηση.

60.      Πρόκειται, κατά συνέπεια, για μικτό σύστημα στο οποίο η ύπαρξη πλεονεκτήματος αντλείται, αφενός, από ένα σταθερό στοιχείο συνδεόμενο με το ειδικό φορολογικό καθεστώς που εφαρμοζόταν στη France Télécom σε σχέση με το καθεστώς του κοινού δικαίου και, αφετέρου, από ένα κυμαινόμενο στοιχείο συναρτώμενο προς πραγματικά περιστατικά, και συγκεκριμένα προς την ύπαρξη εγκαταστάσεων ή γηπέδων σε διάφορους δήμους και προς τον φορολογικό συντελεστή που ήταν εφαρμοστέος στους οικείους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως.

61.      Η ιδιόμορφη αυτή μέθοδος προσδιορισμού του πλεονεκτήματος, η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω, έχει σημαντικές συνέπειες από την άποψη του ενιαύσιου χαρακτήρα του πλεονεκτήματος, της δυνατότητας αποσυνδέσεως των δύο φορολογικών καθεστώτων στα οποία υποβλήθηκε διαδοχικά η France Télécom, καθώς και του υπολογισμού της προθεσμίας παραγραφής.

62.      Τέλος, είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι η ιδιομορφία του καθεστώτος που ίσχυε για τη France Télécom μεταξύ 1994 και 2003 δεν μπορεί να αποκλείσει άνευ ετέρου τον χαρακτηρισμό του ως κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ.

63.      Συναφώς υπογραμμίζω ότι οι λόγοι που θα έπρεπε να οδηγήσουν τις γαλλικές αρχές να κοινοποιήσουν το φορολογικό καθεστώς που ήταν εφαρμοστέο στη France Télécom συναρτώνται, κατ’ αρχάς, με το ποσοστό της μειώσεως των εξόδων διαχειρίσεως από 8 % σε 1,9 %. Εξάλλου, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο νόμος 90‑568 δεν προέβλεπε διορθωτικό μηχανισμό που θα επέτρεπε να εξετάζονται κατ’ έτος οι επιπτώσεις του ειδικού καθεστώτος στην ανταγωνιστική θέση της France Télécom, εφόσον ο νομοθέτης θα μπορούσε απλώς να μεταφέρει στο Δημόσιο το δικαίωμα επί των εσόδων που προέρχονταν από τον φόρο επιτηδεύματος της France Télécom, χωρίς να θεσπίσει άλλες μεταβολές σε σχέση με το καθεστώς του κοινού δικαίου (18).

 Β –      Επί της προσβολής της έννοιας του πλεονεκτήματος η οποία προσάπτεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως της France Télécom – προκαταρκτικές παρατηρήσεις

64.      Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η France Télécom προσάπτει ουσιαστικά στο Πρωτοδικείο πλάνη περί το δίκαιο λόγω της παρερμηνείας της έννοιας του πλεονεκτήματος, καθόσον έκρινε ότι το πλεονέκτημα έγκειται στη διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο, πράγμα που το οδήγησε να απορρίψει την αντιστάθμιση μεταξύ των δύο περιόδων φορολογήσεως. Κατά την άποψη της France Télécom, το Πρωτοδικείο παρέβη την υποχρέωσή του να εξετάσει σφαιρικά το σύνολο των διατάξεων τις οποίες προβλέπει ένα κατά παρέκκλιση καθεστώς και, με τον τρόπο αυτό, παρέβη την έννοια του πλεονεκτήματος.

65.      Προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάλυση των διαφόρων νομικών στοιχείων τα οποία προβάλλει η France Télécom για τη θεμελίωση της αιτήσεως αναιρέσεώς της, θα εξετάσω τα σκέλη του παρόντος λόγου κατά σειρά αντίστροφη από εκείνη της αιτήσεως αναιρέσεως, αρχίζοντας από την προβαλλόμενη πλάνη περί το δίκαιο που επηρέασε την ερμηνεία του πλεονεκτήματος με την επίδικη απόφαση και, στη συνέχεια, θα αναλύσω τα συναφή ζητήματα σχετικά με τη σφαιρική εξέταση του καθεστώτος και το ζήτημα της αντισταθμίσεως.

 Γ –      Επί του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως που αφορά πλάνη περί το δίκαιο του Πρωτοδικείου κατά την ερμηνεία της επίδικης αποφάσεως και υποκατάσταση αιτιολογιών

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

66.      Η France Télécom υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα την επίδικη απόφαση κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε θεωρήσει ότι η επίδικη ενίσχυση συνίστατο στις ειδικές φορολογικές διατάξεις που ήταν εφαρμοστέες στη France Télécom, αλλά στη διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο που διαπιστωνόταν κατ’ έτος, υποκαθιστώντας την αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως με τη δική του.

67.      Η France Télécom επισημαίνει ότι με την αιτιολογική σκέψη 42 της επίδικης αποφάσεως απλώς εκτίθεται το συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατός ο συμψηφισμός μεταξύ των δύο περιόδων φορολογήσεως. Από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν έκρινε ότι η επίδικη ενίσχυση συνίστατο στις ειδικές φορολογικές διατάξεις που ίσχυαν για τη France Télécom, αλλά στη διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο που διαπιστωνόταν κάθε έτος για το οποίο οφειλόταν φόρος επιτηδεύματος.

68.      Η France Télécom υποστηρίζει επίσης ότι μια τέτοια ερμηνεία είναι προδήλως αντίθετη προς το διατακτικό της επίδικης αποφάσεως, σύμφωνα με το οποίο η επίδικη ενίσχυση έγκειται στο καθεστώς φόρου επιτηδεύματος που ίσχυε για την εν λόγω επιχείρηση από την 1η Ιανουαρίου 1994 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002.

69.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αλυσιτελής και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμος. Πράγματι, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Πρωτοδικείο δεν απέρρεαν από τον ενιαύσιο χαρακτήρα του φόρου επιτηδεύματος ούτε από τη διαπίστωση ότι η ενίσχυση έγκειται στη διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο που διαπιστωνόταν κάθε έτος. Υπογραμμίζει ότι δεν μπορούσε να γίνει επίκληση του ενιαύσιου χαρακτήρα του φόρου επιτηδεύματος, εφόσον προκύπτει ότι η άρνηση αντισταθμίσεως μεταξύ του καθεστώτος κατ’ αποκοπήν εισφοράς και της προβαλλόμενης υποφορολογήσεως λόγω φόρου επιτηδεύματος για τα έτη 1994-2002 δικαιολογείται από άλλα στοιχεία των αιτιολογιών τις οποίες δέχθηκε το Πρωτοδικείο.

2.      Εκτίμηση

70.      Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα που προβάλλει η Επιτροπή ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, αρκεί να επισημανθεί ότι, εφόσον η France Télécom στρέφεται με τον λόγο αυτό εναντίον στοιχείου συστατικού του συλλογισμού τον οποίο ακολούθησε το Πρωτοδικείο, το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής είναι έωλο.

71.      Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου, η France Télécom στρέφεται κατά των συμπερασμάτων του Πρωτοδικείου που εκτίθενται, κυρίως, με τις σκέψεις 201 και 202 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

72.      Στην εν λόγω σκέψη 201, το Πρωτοδικείο παραπέμπει στην αιτιολογική σκέψη 42 της επίδικης αποφάσεως σχετικά με την ανάλυση του καθεστώτος που ίσχυε τα έτη 1994‑2003, από την οποία προκύπτει ότι «[…] η διαφορά μεταξύ του επαγγελματικού φόρου που πράγματι καταβλήθηκε από τη France Télécom και εκείνου που θα έπρεπε να είχε καταβληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου από της 1ης Ιανουαρίου 1994 μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 2003 αποτελεί κρατική ενίσχυση διότι αντιπροσωπεύει ένα πλεονέκτημα για τη France Télécom που χορηγήθηκε μέσω πόρων που άλλως θα είχαν εισρεύσει στο κρατικό ταμείο».

73.      Η Επιτροπή, αφού απέρριψε, με τις προηγούμενες αιτιολογικές σκέψεις της επίδικης αποφάσεως, την αντιστάθμιση μεταξύ των δύο φορολογικών καθεστώτων, την οποία υποστήριζαν οι γαλλικές αρχές, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο την οποία διαπίστωσε συνιστούσε κρατική ενίσχυση.

74.      Συναφώς αρκεί να επισημανθεί ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία, με τη σκέψη 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, της επίδικης αποφάσεως σύμφωνα με την οποία η κρατική ενίσχυση απορρέει από τη διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο. Το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 219 έως 225 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διαπίστωσε ότι πράγματι υπήρξε διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο, συλλογισμός τον οποίο ουδόλως επικρίνει η France Télécom στο πλαίσιο αυτό.

75.      Εξάλλου, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει France Télécom, η ερμηνεία την οποία ακολούθησε το Πρωτοδικείο, ότι δηλαδή η ενίσχυση έγκειται στη διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο που προκύπτει από την εφαρμογή νομοθετικών διατάξεων με τις οποίες θεσπίστηκε κατά παρέκκλιση καθεστώς, είναι σύμφωνη με το διατακτικό της επίδικης αποφάσεως, από το οποίο προκύπτει ότι μόνο το καθεστώς που εφαρμόστηκε στη France Télécom μεταξύ 1994 και 2002 συνιστά κρατική ενίσχυση που δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά και είναι παράνομη. Πράγματι, δυνάμει του εν λόγω κατά παρέκκλιση καθεστώτος, η France Télécom δεν κατέβαλε στον κρατικό προϋπολογισμό τα ποσά που θα έπρεπε να είχε καταβάλει βάσει του καθεστώτος του κοινού δικαίου.

76.      Ενόψει των προεκτεθέντων, αξίζει να επισημανθεί ότι η διαπίστωση του Πρωτοδικείου στη σκέψη 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αντικατοπτρίζει πιστά τη λογική στην οποία θεμελιώνονται οι διατάξεις του άρθρου 87 ΕΚ καθόσον πρέπει να γίνεται διάκριση, στο πλαίσιο της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως, μεταξύ, αφενός, της μορφής που λαμβάνει η κρατική ενίσχυση, η οποία υλοποιείται με τη συστατική πράξη που αποτελεί το αντικείμενο της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως, και, αφετέρου, των αντικειμενικών επιπτώσεων του μέτρου, η ανάλυση των οποίων επιτρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη πλεονεκτήματος.

77.      Έχει, συνεπώς, πρωταρχική σημασία να επισημανθεί, στο πλαίσιο της έννοιας της ενισχύσεως, αφενός, το επίπεδο που αντιστοιχεί στην κανονιστική πράξη από την οποία απορρέει το επίδικο μέτρο –για παράδειγμα, νομοθετική πράξη, διοικητική απόφαση ή οποιαδήποτε άλλη πράξη ή πρακτική που μπορεί να αποδοθεί στο κράτος μέλος– και, αφετέρου, το οικονομικό επίπεδο υπό το πρίσμα του οποίου εξετάζονται οι επιπτώσεις της εν λόγω πράξεως προκειμένου να κριθεί αν πρόκειται για επιλεκτικό πλεονέκτημα.

78.      Κατόπιν τούτου, θα ήταν ανακριβές να θεωρηθεί ότι μόνον οι φορολογικές διατάξεις συνιστούν κρατική ενίσχυση. Πράγματι, το επιλεκτικό πλεονέκτημα δεν μπορεί παρά να αντιστοιχεί στις επιπτώσεις της εφαρμογής των διατάξεων αυτών στις οικείες επιχειρήσεις. Στην περίπτωση κατά την οποία το επίδικο μέτρο έγκειται σε ειδικό παράγοντα εφαρμοστέο στον υπολογισμό του φόρου, χωρίς να συνιστά άμεση φορολογική ελάφρυνση (ανοικτή/διαφανή), οι εν λόγω επιπτώσεις μπορούν να στοιχειοθετηθούν μόνο σε ετήσια βάση, εφόσον το φορολογικό έτος έχει ανάλογη διάρκεια.

79.      Εξάλλου, η επίδικη απόφαση στο σύνολό της θεμελιώνεται στην παραδοχή ότι το καθεστώς φόρου επιτηδεύματος το οποίο προβλέπει ο νόμος 90‑568 είναι εκείνο που οδήγησε, μέσω της εφαρμογής ενός εθνικού σταθμισμένου μέσου συντελεστή ο οποίος προέκυπτε από τους συντελεστές που είχαν ψηφιστεί το προηγούμενο έτος από το σύνολο των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, στην υποφορολόγηση της France Télécom σε σύγκριση με το ποσό που θα οφειλόταν αν είχε εφαρμοστεί το καθεστώς του κοινού δικαίου. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί, εξάλλου, η διατύπωση του διατακτικού της επίδικης αποφάσεως.

80.      Όσον αφορά τη σκέψη 202 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τη φερόμενη υποκατάσταση αιτιολογίας, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Πρωτοδικείο δεν προχώρησε πέραν του απαιτούμενου επιπέδου δικαστικού ελέγχου υποκαθιστώντας με τη δική του οικονομική εκτίμηση την εκτίμηση της Επιτροπής, δεδομένου ότι ο ενιαύσιος χαρακτήρας της επίδικης ρυθμίσεως αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συλλογιστικής την οποία ακολουθεί η Επιτροπή στην επίδικη απόφαση. Εξάλλου, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο αντιφατικότητα αιτιολογιών, καθόσον αναφέρει, στην εν λόγω σκέψη 202 της αποφάσεως, τον ενιαύσιο χαρακτήρα του φόρου επιτηδεύματος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του γενικού φορολογικού κώδικα. Είναι συνεπώς σαφές ότι η πτυχή που αφορά τις φορολογικές διατάξεις αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εξετάσεως της υπάρξεως πλεονεκτήματος.

81.      Ενόψει των προεκτεθέντων, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως της France Télécom πρέπει να απορριφθεί.

 Δ –      Επί του τρίτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αντλείται από την έλλειψη σφαιρικής αναλύσεως του κατά παρέκκλιση φορολογικού καθεστώτος

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

82.      Η France Télécom θεωρεί ότι ούτε ο ενιαύσιος χαρακτήρας του φόρου ούτε οι διαφορές μεταξύ των δύο περιόδων φορολογήσεως δικαιολογούν μερική ανάλυση του επίδικου κατά παρέκκλιση φορολογικού καθεστώτος. Φρονεί ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε αρνούμενο να λάβει υπόψη, στο πλαίσιο της αναλύσεως των επιπτώσεων του κατά παρέκκλιση φορολογικού καθεστώτος, την υπερφορολόγηση την οποία αντιπροσώπευε για την επιχείρηση η εν λόγω κατ’ αποκοπήν εισφορά σε σχέση με το επίπεδο φορολογήσεως που θα έπρεπε να υποστεί αν είχε υποβληθεί στο κοινό δίκαιο από το 1991 έως το 1993.

83.      Κατά τη France Télécom, ακόμα και αν υποτεθεί ότι ο ενιαύσιος χαρακτήρας του φόρου μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της αναλύσεως, το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να αναγνωρίσει ότι, για τα πρώτα οικονομικά έτη εφαρμογής του κατά παρέκκλιση φορολογικού καθεστώτος, η France Télécom είχε υπερφορολογηθεί σε σχέση με τους ανταγωνιστές της.

84.      Η France Télécom καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να απαιτήσει η σύγκριση του κατά παρέκκλιση φορολογικού καθεστώτος που της είχε επιβληθεί με το καθεστώς του κοινού δικαίου να περιλάβει το σύνολο των επιπτώσεων του κατά παρέκκλιση καθεστώτος, δηλαδή όχι μόνο τα ενδεχόμενα πλεονεκτήματα των οποίων έτυχε η επιχείρηση κατά την περίοδο 1994-2002, αλλά και την εξαιρετική υπερφορολόγηση η οποία επιβλήθηκε στη France Télécom κατά το διάστημα 1991-1993.

2.      Εκτίμηση

85.      Αφού υπενθύμισε ευστόχως τη νομολογία κατά την οποία η Επιτροπή υπέχει την υποχρέωση να συνεκτιμά σφαιρικά τα σύνθετα μέτρα, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 200 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο νόμος 90‑568 θέσπισε κατά παρέκκλιση φορολογικό καθεστώς, εφαρμοζόμενο, μεταξύ άλλων, στη France Télécom, και χαρακτηριζόμενο από τη διαίρεσή του σε δύο στάδια.

86.      Με τη σκέψη 203 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ορθώς υπενθύμισε ότι η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση ασχολήθηκε με τις διαφορές μεταξύ των δύο περιόδων φορολογήσεως, οι οποίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, το ότι η κατ’ αποκοπήν εισφορά κατά την περίοδο 1991-1993 αντικατέστησε πλήρως την εισφορά του φόρου επιτηδεύματος, ενώ η υπαγωγή στο ειδικό καθεστώς κατά την περίοδο 1994-2002 είχε ως συνέπεια να προκύπτει κάθε χρόνο διαφορά στον επιβαλλόμενο φόρο. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση είχε μεν αναλύσει σφαιρικά το σύνολο των οικείων διατάξεων, αλλά, λόγω των διαφορών που διαπιστώθηκαν μεταξύ των δύο περιόδων φορολογήσεως, απέρριψε το ενδεχόμενο αντισταθμίσεως.

87.      Συναφώς θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ανάγκη σφαιρικής αναλύσεως, στην οποία πράγματι προέβη η Επιτροπή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με υποχρέωση να ληφθούν υπόψη όλες οι φορολογικές περίοδοι προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη πλεονεκτήματος. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνο το φορολογικό καθεστώς που εφαρμόστηκε κατά τη δεύτερη περίοδο ισοδυναμούσε με κρατική ενίσχυση υπέρ της France Télécom, μετά από ανάλυση ολόκληρου του καθεστώτος.

88.      Συνεπώς, το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

 Ε –      Επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναιρέσεως – επί της αντισταθμίσεως

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

89.      Η France Télécom υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, παραλείποντας τη σύγκριση με το καθεστώς του κοινού δικαίου και το σύνολο των διατάξεων του νόμου 90‑568, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. Υποστηρίζει ότι, για να προσδιορίσει την ύπαρξη πλεονεκτήματος, το Πρωτοδικείο συνέκρινε τις επιβαρύνσεις που προέκυψαν για τη France Télécom από την εφαρμογή του κατά παρέκκλιση καθεστώτος με το επίπεδο φορολογίας που θα της είχε επιβληθεί, αν είχε υπαχθεί στο φορολογικό καθεστώς του κοινού δικαίου. Κατά συνέπεια, περιόρισε τη σύγκριση στην περίοδο 1994-2002, χωρίς να λάβει υπόψη τη φορολογική επιβάρυνση που επιβλήθηκε στη France Télécom κατά την περίοδο 1991-1993.

90.      Η France Télécom φρονεί ότι το Πρωτοδικείο, βασιζόμενο στην απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Ιταλία κατά Επιτροπής (19), υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον απέρριψε τη δυνατότητα συμψηφισμού μεταξύ των διαφόρων περιόδων φορολογίας. Το Πρωτοδικείο εσφαλμένα εξήγαγε από την εν λόγω απόφαση το συμπέρασμα ότι μια φοροαπαλλαγή δεν μπορεί να αντισταθμιστεί από ειδική επιβάρυνση διαφορετικής φύσεως που δεν συνδέεται εγγενώς με το πλεονέκτημα.

2.      Εκτίμηση

91.      Με το παρόν σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η France Télécom στρέφεται κατά των σκέψεων 207 και 214 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, το Πρωτοδικείο, αφού επικύρωσε τον συλλογισμό της Επιτροπής, η οποία έκανε διάκριση μεταξύ της κατ’ αποκοπήν εισφοράς που ίσχυε το διάστημα 1991-1993 και του κατά παρέκκλιση καθεστώτος φορολογήσεως που ίσχυε το διάστημα 1994-2002, απέρριψε την ύπαρξη εν προκειμένω υποχρεώσεως αντισταθμίσεως μεταξύ των δύο περιόδων φορολογίας.

92.      Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, η Επιτροπή, οσάκις εξετάζει μέτρο που ενδέχεται να συνιστά κρατική ενίσχυση, οφείλει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των αποτελεσμάτων της ενισχύσεως αυτής για τον δυνητικό αποδέκτη της και, μεταξύ άλλων, να αφαιρεί από το ποσό της εν λόγω ενισχύσεως, εφόσον παρίσταται ανάγκη, τα ποσά των ειδικών επιβαρύνσεων που επιβάλλονται σε ένα πλεονέκτημα (20).

93.      Κατ’ αρχάς, είναι αλήθεια ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε παραπέμποντας στη σκέψη 34 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Ιταλία κατά Επιτροπής. Πράγματι, η αρχή την οποία διακηρύσσει το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 207 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει από την εν λόγω σκέψη 34.

94.      Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο επιθυμούσε κατά πάσα πιθανότητα να παραπέμψει στη σκέψη 34 μιας άλλης αποφάσεως Ιταλία κατά Επιτροπής (21). Με τη σκέψη αυτή της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα των ιταλικών αρχών ότι η επίδικη φοροαπαλλαγή δεν ήταν «κρατική ενίσχυση», διότι η απώλεια εσόδων την οποία συνεπαγόταν αντισταθμιζόταν από πόρους προερχόμενους από εισφορές λόγω ασφαλίσεως ανεργίας.

95.      Εντούτοις, το Δικαστήριο θα πρέπει απλώς να επισημάνει αυτό το σφάλμα παραπομπής το οποίο δεν συνιστά πλάνη περί το δίκαιο ικανή να οδηγήσει στην αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.

96.      Παρά αυτό το σφάλμα παραπομπής στη νομολογία, είναι σαφές ότι το Πρωτοδικείο εξέθεσε εμπεριστατωμένα και εξαντλητικά τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η Επιτροπή εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να προβεί σε σφαιρική ανάλυση του καθεστώτος που θεσπίστηκε με τον νόμο 90‑568 και ότι βασίμως απέρριψε την αντιστάθμιση που προέβαλλε η France Télécom.

97.      Πράγματι, υπό το πρίσμα της αποφάσεως Enirisorse (22), είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η υποχρέωση σφαιρικής αναλύσεως, η οποία επιτρέπει να επισημανθεί ορθώς η ύπαρξη πλεονεκτήματος στο πλαίσιο κατά παρέκκλιση φορολογικών μέτρων, πρέπει να θεμελιώνεται στο ουσιαστικό επίπεδο.

98.      Θεωρώ προφανές ότι το απλό γεγονός ότι οι δύο φορολογικές περίοδοι υπάγονται στον ίδιο νόμο δεν αρκεί για να δικαιολογήσει υποχρέωση αντισταθμίσεως μεταξύ των μέτρων που εφαρμόζονται στον ίδιο δικαιούχο. Πράγματι, τα εν λόγω μέτρα θεμελιώνονται σε διαφορετικά νομικά πρότυπα και συνεπώς πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του μέτρου που συνιστά ενίσχυση και του μέτρου που δεν πληροί τα κριτήρια του άρθρου 87 ΕΚ.

99.      Συναφώς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η εισφορά που επιβλήθηκε το διάστημα 1991-1993 προσδιοριζόταν από παραμέτρους διαφορετικές από εκείνες που ίσχυαν από το 1994 και εξής στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος φόρου επιτηδεύματος.

100. Επισημαίνω ότι, από τις συζητήσεις στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση, προκύπτει ότι το έτος 1994 επελέγη προκειμένου να υπάρχει επαρκής χρόνος για να υπολογιστούν οι βάσεις επιβολής του φόρου επιτηδεύματος, δεδομένου ότι η κυβέρνηση δεν διέθετε λεπτομερή εκτίμηση των ακινήτων ή των βάσεων φορολογίας (23).

101. Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, ακόμα και αν ήταν ορθή η άποψη ότι το καθεστώς που είχε επιβληθεί στη France Télécom αποτελούνταν από δύο αρρήκτως συνδεόμενες περιόδους, εκ των οποίων η πρώτη θα προκαλούσε υπερφορολόγηση και η δεύτερη υποφορολόγηση της επιχειρήσεως, δεν αμφισβητείται ότι η επίδικη νομοθεσία δεν περιλάμβανε κάποιο μηχανισμό που να επιτρέπει, αφενός, να πραγματοποιηθεί συμψηφιστικός υπολογισμός μεταξύ των ποσών του φόρου επιτηδεύματος και, αφετέρου, να προσδιοριστεί ο χρόνος κατά τον οποίο αντισταθμίστηκε η φερόμενη υπερφορολόγηση του διαστήματος 1990-1993. Πράγματι, ακόμα και αν γίνει δεκτή η άποψη την οποία υποστηρίζει συναφώς η France Télécom, τα αποτελέσματα της επίδικης υπερφορολογήσεως εξαντλήθηκαν κάποια στιγμή, πράγμα που σημαίνει ότι για το μέλλον, κατά την περίοδο μετά το 1994, χορηγήθηκε πλεονέκτημα στη France Télécom. Εντούτοις, ελλείψει ενός τέτοιου μηχανισμού, το επιχείρημα περί της ανάγκης αντισταθμίσεως δεν ευσταθεί.

102. Τέλος, είναι αλυσιτελής εν προκειμένω η νομολογία σχετικά με τον χαρακτηρισμό της αντισταθμίσεως των διαρθρωτικών μειονεκτημάτων στο πλαίσιο του άρθρου 87 ΕΚ, η οποία αποκλείει τον χαρακτηρισμό ως κρατικής ενισχύσεως, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, του πλεονεκτήματος που παρέχεται σε μια επιχείρηση προκειμένου να διορθωθεί μια δυσμενής από άποψη ανταγωνισμού κατάσταση (24). Πράγματι, εν προκειμένω δεν μπορεί να υποστηριχθεί βασίμως ότι το μοντέλο φορολογίας που ίσχυσε από το 1994 χρησίμευσε για να αντισταθμίσει το γεγονός ότι η France Télécom εκτέθηκε σε συμπληρωματικές επιβαρύνσεις απορρέουσες από ειδικό καθεστώς που δεν εφαρμοζόταν στις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις οι οποίες υπήγοντο στο κοινό δίκαιο υπό τις κανονικές συνθήκες της αγοράς. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τις συζητήσεις που διεξήχθησαν στη γαλλική Γερουσία και Εθνοσυνέλευση, σκοπός του κατά παρέκκλιση καθεστώτος που ίσχυσε από το 1994 ήταν να επιτρέψει στο Δημόσιο, και όχι στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, να εισπράττει τον φόρο επιτηδεύματος που κατέβαλλε η France Télécom (25). Εν πάση περιπτώσει, επιθυμώ να υπογραμμίσω ότι, όσον αφορά τη διαπίστωση της υπάρξεως πλεονεκτήματος, μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι το προϊόν του φόρου επιτηδεύματος προορίζεται για το Δημόσιο ή για τον προϋπολογισμό των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως.

103. Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η France Télécom ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει στο Εθνικό ταμείο εξισώσεως του φόρου επιτηδεύματος ποσό ίσο με αυτό που εισέπραττε το Δημόσιο από την πρώην υπηρεσία ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών (PTT) ως πλεόνασμα εκμεταλλεύσεως, πριν τη σύσταση της France Télécom. Αυτός, εξάλλου, ήταν ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εισφορά υπέρ του γενικού προϋπολογισμού, η οποία είχε επιβληθεί στη France Télécom το διάστημα 1991-1993 ήταν μεικτού χαρακτήρα, εν μέρει φορολογική και εν μέρει συμμετοχή του Δημοσίου – ως κυρίου – στα αποτελέσματα διαχειρίσεως (26).

104. Αφού εξέτασε τα χαρακτηριστικά, τους σκοπούς και τον προσωρινό χαρακτήρα του καθεστώτος που επιβλήθηκε στη France Télécom, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 231 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η κατ’ αποκοπήν εισφορά συνιστούσε ειδικό καθεστώς φορολογήσεως της France Télécom που δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη για την αντιστάθμιση των επιπτώσεων του συστήματος φορολογήσεως που εφαρμόστηκε από το 1994.

105. Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.

 ΣΤ –      Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως της France Télécom που αφορά παρερμηνεία της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

106. Αφού επισήμανε ότι το Πρωτοδικείο θα είχε κρίνει ότι θα ήταν «αδύνατον» να προσδιοριστεί αν το κατά παρέκκλιση καθεστώς θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, η France Télécom εκθέτει ότι το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι η ύπαρξη πλεονεκτήματος έπρεπε να διαπιστώνεται κάθε έτος και εξηρτάτο από εξωτερικές παραμέτρους.

107. Εντούτοις, η France Télécom προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρερμήνευσε την έννοια της κρατικής ενισχύσεως, δεχόμενο τον χαρακτηρισμό αυτό, ενώ είχε αναγνωρίσει ότι η ύπαρξη (ή όχι) ενδεχομένου πλεονεκτήματος δεν εξηρτάτο από τα χαρακτηριστικά του καθεστώτος που είχε επιβληθεί στη France Télécom, αλλά από εξωτερικές παραμέτρους οι επιπτώσεις των οποίων μπορούσαν να διαπιστωθούν μόνον a posteriori. Σύμφωνα με τη France Télécom, οι ευνοϊκές ή δυσμενείς επιπτώσεις που απορρέουν από εξωτερικούς και απρόβλεπτους παράγοντες δεν μπορούν να προσδώσουν χαρακτήρα ενισχύσεως σε μέτρο που δεν συνιστούσε ενίσχυση κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του.

108. Επίσης, η France Télécom βάλλει, παραπέμποντας στη νομολογία Γαλλία κατά Επιτροπής η οποία αφορούσε την εταιρία Stardust Marine (27), κατά της δυνατότητας να αποδοθεί το επίδικο μέτρο στο κράτος μέλος, εφόσον, όπως αναγνώρισε το Πρωτοδικείο, οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη του πλεονεκτήματος ήταν «αποκλειστικά» ανεξάρτητες από το συγκεκριμένο καθεστώς φορολογήσεως.

109. Η Γαλλική Κυβέρνηση, από την πλευρά της, υπογραμμίζει ότι το καθεστώς κατά παρέκκλιση φορολογήσεως δεν μπορεί να συνιστά καθεαυτό κρατική ενίσχυση. Πράγματι, ένα τέτοιο καθεστώς δεν δημιουργεί αναγκαστικά επιλεκτικό πλεονέκτημα υπέρ των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά.

110. Η Επιτροπή φρονεί ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως. Προσθέτει ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα στοιχεία κατά των οποίων βάλλει η France Télécom περιέχονταν στην επίδικη απόφαση.

111. Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Πράγματι, το συγκεκριμένο επίπεδο φορολογήσεως που προκύπτει από το επίδικο κατά παρέκκλιση καθεστώς δεν μπορούσε να προσδιοριστεί εκ των προτέρων για κάθε έτος. Εντούτοις, το καθεστώς ήταν ικανό να οδηγήσει σε φορολόγηση χαμηλότερη από ό,τι θα προέκυπτε από την εφαρμογή του κανονικού καθεστώτος φόρου επιτηδεύματος.

2.      Εκτίμηση του παραδεκτού του λόγου αναιρέσεως

112. Όσον αφορά την προβληθείσα από την Επιτροπή ένσταση απαραδέκτου η οποία αντλείται από το ότι ο προβληθείς λόγος είναι νέος, διαπιστώνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αναιρετική αρμοδιότητα είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από τη διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο. Όταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται συνεπώς στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου (28).

113. Εντούτοις, θα πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι η αναιρεσείουσα, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, δεν προβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου νέο λόγο, αλλά επιχείρημα προς στήριξη του λόγου αναιρέσεως που αντλείται από την ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως, το οποίο έχει συζητηθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, και συγκεκριμένα στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως που προβλήθηκαν ενώπιόν του. Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

3.      Εκτίμηση επί της ουσίας

114. Με τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, η France Télécom βάλλει κατά της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου που εκτίθεται, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 323 και 324 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Προκειμένου να σχολιαστεί πλήρως ο λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει να εκτεθεί ο συλλογισμός που ανέπτυξε προηγουμένως το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 199 έως 241 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχολιάζοντας τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο προσφυγής.

115. Κατ’ αρχάς, φρονώ ότι η παραπομπή από τη France Télécom στη σκέψη 324 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκειμένου να θεμελιώσει την άποψή της ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι το πλεονέκτημα ήταν αδύνατον να προσδιοριστεί κατά τον χρόνο θεσπίσεως του ειδικού καθεστώτος, οφείλεται σε εσφαλμένη κατανόηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

116. Πράγματι, με τη σκέψη 324 της εν λόγω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απλώς απέρριψε, στο πλαίσιο της απαντήσεως που έδωσε στην επιχειρηματολογία της πρωτοδίκως προσφεύγουσας σχετικά με την παραγραφή, ένα σχετικό νομικό επιχείρημα. Συνεπώς, από ένα τμήμα του συλλογισμού του Πρωτοδικείου, αποκομμένο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, δεν μπορεί να εξαχθεί νομικό επιχείρημα υπαγόμενο στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου και σχετικό με προβληματική διαφορετική από εκείνη την οποία αφορούσε η απάντηση την οποία έδωσε το Πρωτοδικείο.

117. Δεύτερον, όσον αφορά την εξέταση της ιδιομορφίας του καθεστώτος που επιβλήθηκε στη France Télécom, συμπεριλαμβανομένου του ενιαύσιου χαρακτήρα του φόρου επιτηδεύματος, καθώς και της υπάρξεως πλεονεκτήματος συνδεόμενου με τις εξωτερικές περιστάσεις του ιδιόμορφου καθεστώτος φορολογήσεως, θα πρέπει να διαπιστωθεί, εν πρώτοις, ότι το Πρωτοδικείο όχι μόνο δεν παρέβη την έννοια της κρατικής ενισχύσεως, αλλά εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις του άρθρου 87 ΕΚ. Πράγματι, το Πρωτοδικείο προσπάθησε, ορθώς, να εξαγάγει όλες τις έννομες συνέπειες του ειδικού φορολογικού μοντέλου που επιβλήθηκε στη France Télécom, συμπεριλαμβανομένου του ενιαύσιου χαρακτήρα του επίδικου πλεονεκτήματος.

118. Αφού παρουσίασε επακριβώς την οικεία νομολογία σχετικά με την εκτίμηση της υπάρξεως κρατικής ενισχύσεως, και ιδίως με την ύπαρξη πλεονεκτήματος υπέρ της France Télécom, το Πρωτοδικείο εξέτασε, πρώτον, αν η Επιτροπή μπορούσε να αναλύσει το ιδιόμορφο καθεστώς φορολογήσεως ανεξαρτήτως της κατ’ αποκοπήν εισφοράς, δεύτερον, αν η Επιτροπή βασίμως αρνήθηκε να προβεί σε αντιστάθμιση, τέλος δε, το βάσιμο της υπάρξεως διαφοράς στον επιβαλλόμενο φόρο.

119. Το Πρωτοδικείο απάντησε εμπεριστατωμένα και εξαντλητικά στις αιτιάσεις σχετικά με την ύπαρξη εν προκειμένω κρατικής ενισχύσεως με τις σκέψεις 199 έως 241 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Τα χωρία της εν λόγω αποφάσεως κατά των οποίων στρέφεται η France Télécom με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποτελούν απλώς ανάπτυξη του συλλογισμού που εκτίθεται στο προαναφερθέν τμήμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

120. Σε συνάρτηση με τον εν λόγω συλλογισμό, από τη σκέψη 323 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι «[α]πό το γεγονός όμως της ενιαύσιας καταβολής του φόρου επιτηδεύματος (βλ. σκέψη 202 ανωτέρω) προκύπτει ότι η ύπαρξη πλεονεκτήματος υπέρ της France Télécom αποτελούσε συνάρτηση του ζητήματος αν το ειδικό καθεστώς φορολογήσεως κατέληγε στην επιβολή στη France Télécom χαμηλότερης εισφοράς φόρου επιτηδεύματος από εκείνη την οποία θα όφειλε δυνάμει του κοινού δικαίου. Διαπιστώνεται ότι το ίδιο το ζήτημα αυτό αποτελούσε συνάρτηση περιστάσεων ανεξάρτητων από το ειδικό καθεστώς φορολογήσεως και, μεταξύ άλλων, του ύψους των φορολογικών συντελεστών που ψήφιζαν ετησίως οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης στην περιφέρεια των οποίων η France Télécom διέθετε εγκαταστάσεις».

121. Οι επικρίσεις που προβάλλει η France Télécom θεμελιώνονται συνεπώς σε εσφαλμένη κατανόηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται, το Πρωτοδικείο ουδόλως δέχθηκε ότι η ύπαρξη του πλεονεκτήματος δεν εξηρτάτο από τα ίδια χαρακτηριστικά του επίδικου καθεστώτος.

122. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο, αναλύοντας την πολυπλοκότητα του φορολογικού καθεστώτος που επιβλήθηκε στη France Télécom, έκρινε, ορθώς, ότι η διαπίστωση της υπάρξεως ενισχύσεως εν προκειμένω θεμελιώνεται στις «ανεξάρτητες περιστάσεις» οι οποίες, όπως προσδιορίζει σαφώς το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 323 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αποτελούσαν συνάρτηση του ύψους των φορολογικών συντελεστών που ψήφιζαν ετησίως οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως στην περιφέρεια των οποίων η France Télécom διέθετε εγκαταστάσεις.

123. Συναφώς, κανένα στοιχείο από τα χωρία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά των οποίων στρέφεται η France Télécom δεν επιτρέπει να διαπιστωθεί ότι το Πρωτοδικείο υπέθεσε την ύπαρξη επιλεκτικού πλεονεκτήματος υπέρ της France Télécom υποπίπτοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε πλάνη περί το δίκαιο.

124. Τέλος, όσον αφορά τη δυνατότητα καταλογισμού του συγκεκριμένου μέτρου στο κράτος, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, για να μπορέσουν πλεονεκτήματα να χαρακτηριστούν ως ενισχύσεις υπό την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πρέπει, αφενός, να χορηγήθηκαν άμεσα ή έμμεσα με κρατικούς πόρους, και, αφετέρου, να μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος (29). Εξάλλου, παρέμβαση που πραγματοποιείται από το κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν πρέπει αναγκαστικά να αποτελεί μέτρο θεσπιζόμενο από την κεντρική κυβέρνηση του οικείου κράτους, αλλά μπορεί κάλλιστα να προέρχεται από περιφερειακή αρχή (30). Επιβάλλεται συνεπώς το συμπέρασμα ότι, λαμβανομένου υπόψη του προαναφερθέντος χαρακτηρισμού των «ανεξάρτητων περιστάσεων» από το Πρωτοδικείο, το στοιχείο αυτό ουδόλως αποστερεί το φορολογικό καθεστώς που επιβλήθηκε στη France Télécom από τον κρατικό χαρακτήρα.

125. Εφόσον η France Télécom δεν απέδειξε την ύπαρξη πλάνης περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή από το Πρωτοδικείο της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

VII – Επί της αρχής της παραγραφής (31)

 Α –      Επιχειρήματα των διαδίκων

126. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η France Télécom υπενθυμίζει ότι το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 ορίζει ότι οι εξουσίες της Επιτροπής για ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως υπόκεινται σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής. Υποστηρίζει ότι οι γαλλικές αρχές είχαν εξηγήσει, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, ότι η ενδεχόμενη υποφορολόγηση της επιχειρήσεως κατά το διάστημα 1994-2002 δεν μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να αποτελέσει αντικείμενο ανακτήσεως, διότι το καθεστώς είχε τεθεί σε εφαρμογή πριν πλέον των δέκα ετών. Η France Télécom φρονεί ότι ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου ως προς το σημείο αυτό είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένος, διότι η απόφαση δεν διευκρινίζει ποια δεσμευτική νομική πράξη αποτελεί το σημείο από το οποίο αρχίζει να προσμετράται η προθεσμία παραγραφής. Κατά τη France Télécom, η πράξη αυτή δεν μπορεί παρά να είναι ο νόμος 90-568.

127. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι κανόνες περί παραγραφής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων αφορούν την ανάκτηση των ενισχύσεων αυτών. Μια ενίσχυση όμως είναι δυνατόν να ανακτηθεί μόνον αν το ποσό της μπορεί να προσδιοριστεί. Για τα επίδικα φορολογικά καθεστώτα, το πλεονέκτημα μπορεί να προσδιοριστεί μόνο σε ενιαύσια βάση. Το σημείο από το οποίο αρχίζει να προσμετράται η προθεσμία παραγραφής του δικαιώματος να διαταχθεί η ανάκτηση των ενισχύσεων δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε χρόνο κατά τον οποίο δεν μπορεί ακόμα να διαταχθεί η ανάκτηση.

128. Από την πλευρά της, η Γαλλική Δημοκρατία αναφέρει, στο υπόμνημά της απαντήσεως, ότι υποστηρίζει τέσσερις από τους πέντε λόγους που επικαλέστηκε η France Télécom με την αίτησή της αναιρέσεως. Όσον αφορά την προθεσμία παραγραφής, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Πράγματι, το Πρωτοδικείο, αφενός, έκρινε, με τη σκέψη 324 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 άρχισε να προσμετράται το 1994, ενώ, αφετέρου, με τη σκέψη 276, έκρινε ότι η υποχρέωση κοινοποιήσεως γεννήθηκε κατά τον χρόνο εκδόσεως του νόμου 90‑568.

 Β –      Επί της λειτουργίας της παραγραφής

129. Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, οι εξουσίες της Επιτροπής για ανάκτηση της ενισχύσεως υπόκεινται σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής. Από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να προσμετράται από την ημέρα κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση χορηγείται στον δικαιούχο.

130. Υπογραμμίζω, κατ’ αρχάς, ότι το αντικείμενο της παραγραφής περιορίζεται στις παράνομες ενισχύσεις, δηλαδή στις μη κοινοποιηθείσες ενισχύσεις. Κατά συνέπεια, ως αποτέλεσμα της παραγραφής, μια παράνομη ενίσχυση καθίσταται υφιστάμενη ενίσχυση.

131. Το αποφασιστικό στοιχείο για την ερμηνεία της προθεσμίας παραγραφής την οποία προβλέπει το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 έγκειται στην έννοια της χορηγήσεως ενισχύσεως.

132. Συναφώς, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι ο προσδιορισμός της ημερομηνίας χορηγήσεως μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το είδος της ενισχύσεως.

133. Πράγματι, στην περίπτωση καθεστώτος ενισχύσεως, αν η χορήγηση της ενισχύσεως εξαρτάται από την έκδοση δεσμευτικών νομικών πράξεων, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι, κατ’ αρχήν, η ενίσχυση χορηγείται κατά την ημερομηνία εκδόσεως της πράξεως.

134. Εντούτοις, λόγω της ποικιλομορφίας και της πολυπλοκότητας των μέτρων που ενδέχεται να συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, ιδίως στον τομέα της άμεσης φορολογίας, η προεκτεθείσα διαπίστωση δεν εξαντλεί το φάσμα των πιθανοτήτων τις οποίες ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Επιτροπή κατά την εξέταση των κοινοποιηθέντων και μη κοινοποιηθέντων μέτρων.

135. Στην περίπτωση πολυετούς καθεστώτος που μεταφράζεται σε καταβολές ή σε περιοδική χορήγηση πλεονεκτημάτων, η ημερομηνία εκδόσεως της νομικής πράξεως που αποτελεί τη βάση για τη χορήγηση της ενισχύσεως και η ημερομηνία κατά την οποία θα χορηγηθεί πράγματι στους δικαιούχους το πλεονέκτημα (ή καλύτερα θα γίνουν αισθητές οι επιπτώσεις του, όπως στην περίπτωση φοροαπαλλαγής), ενδέχεται να απέχουν πολύ χρονικά.

136. Σε μια τέτοια περίπτωση, είμαι της γνώμης ότι η φορολογική ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί ότι χορηγείται στον δικαιούχο μόνον όταν επωφελείται από τις επιπτώσεις της κατά νομικά οριστικό τρόπο υπό ουσιαστική έννοια. Πράγματι, μόνον η οριστική ωφέλεια από το μέτρο, η οποία ισοδυναμεί με τη γένεση του πλεονεκτήματος υπό στενή έννοια, είναι καθοριστική για τον υπολογισμό της προθεσμίας παραγραφής.

137. Συναφώς, φρονώ ότι η προθεσμία παραγραφής όσον αφορά τα φορολογικά πλεονεκτήματα αρχίζει να προσμετράται με κάθε πραγματική χορήγηση, ενδεχομένως και ενιαύσια, του πλεονεκτήματος, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία παγιώσεως των καταστάσεων βάσει των οποίων προσδιορίζεται η έκταση της φορολογικής επιβαρύνσεως. Στην περίπτωση του φόρου εισοδήματος, το σημείο αυτό αντιστοιχεί στο τέλος του φορολογικού έτους κατά το οποίο αποκτήθηκαν τα εισοδήματα που περιλαμβάνονται στη βάση επιβολής του φόρου (32).

138. Επιπλέον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο υπολογισμός της προθεσμίας παραγραφής μπορεί να εξαρτάται από τον τρόπο κατά τον οποίο ορίζεται το πλεονέκτημα και, κατά συνέπεια, η ίδια η κρατική ενίσχυση. Ο υπολογισμός της προθεσμίας απορρέει συνεπώς από τη διαπίστωση της υπάρξεως πλεονεκτήματος.

139. Αυτό νομίζω ότι ισχύει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η διαπίστωση της υπάρξεως πλεονεκτήματος πρέπει να πραγματοποιηθεί όχι μόνο βάσει του εθνικού δικαίου, αλλά και σε συνάρτηση με τους συντελεστές που είναι εφαρμοστέοι σε κάθε δήμο όπου υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία της France Télécom.

140. Όπως προανέφερα, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο ανέλυσε επακριβώς τον ενιαύσιο χαρακτήρα του φόρου επιτηδεύματος και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτόν.

141. Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 324 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι λόγω της ενιαύσιας καταβολής του φόρου επιτηδεύματος, η επίμαχη ενίσχυση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως «χορηγηθείσα» πριν το 1994, δεδομένου ότι μόνον τότε εκδόθηκαν οι δεσμευτικές νομικές πράξεις που παρείχαν για πρώτη φορά τη δυνατότητα να διαπιστωθεί η ύπαρξη διαφοράς στον επιβαλλόμενο φόρο.

142. Όσον αφορά, συνεπώς, την αιτίαση που αντλείται από το ότι το Πρωτοδικείο δεν προσδιόρισε τις επίδικες πράξεις, είμαι της γνώμης ότι πρόκειται για νομικό πρόβλημα που έχει τεθεί με εσφαλμένους όρους. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη σφαιρική ανάλυση του κατά παρέκκλιση καθεστώτος, το καθεστώς θεσπίζει σε εθνικό επίπεδο τον φόρο επιτηδεύματος, το ποσό του οποίου καθοριζόταν μέσω της εφαρμογής ενός εθνικού σταθμισμένου μέσου συντελεστή ο οποίος προέκυπτε από τους συντελεστές που είχαν ψηφιστεί το προηγούμενο έτος από το σύνολο των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως.

143. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι συντελεστές που εφαρμόζονται στις φορολογικές βάσεις ψηφίζονται ετησίως από τα όργανα διαβουλεύσεως των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως που εισπράττουν τον φόρο. Για τον υπολογισμό του οφειλόμενου φόρου επιτηδεύματος, πρέπει να καθοριστεί ένας ατομικός συντελεστής σε εθνικό επίπεδο για τη France Télécom. Κατά συνέπεια, οι αποφάσεις των οικείων οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, με τις οποίες καθορίζεται ατομικός συντελεστής πρέπει να θεωρηθούν στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των «νομικών γεγονότων» στα οποία αναφέρεται ο νόμος 90‑568 και τα οποία είναι απαραίτητα για να εκτιμηθεί η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της France Télécom, καθώς και η επιβάρυνση που απέρρεε από το καθεστώς του κοινού δικαίου και, κατά συνέπεια, για την υλοποίηση του πλεονεκτήματος.

144. Επισημαίνω, επίσης, ότι το σχετικό χωρίο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τη σκέψη 323, με την οποία του Πρωτοδικείο παραπέμπει στη σκέψη 202 και στη σκέψη 17 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία εκτίθενται οι σχετικές διατάξεις του γενικού φορολογικού κώδικα. Πράγματι, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη η εννοιολογική διαφορά μεταξύ, αφενός, του νομικού κανόνα, και συγκεκριμένα του νόμου 90‑568, και, αφετέρου, του νομικού γεγονότος, δηλαδή του εθνικού σταθμισμένου μέσου συντελεστή ο οποίος προέκυπτε από τους συντελεστές που είχαν ψηφιστεί το προηγούμενο έτος από το σύνολο των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως. Οι αποφάσεις αυτές δεν αφορούν την αρχή της επιβολής φόρου επιτηδεύματος στη France Télécom, αλλά συμβάλλουν στον προσδιορισμό του εθνικού μέσου όρου θεσπίζοντας τους ατομικούς συντελεστές με βάση τους οποίους υπολογίζεται ο εν λόγω μέσος όρος.

145. Εξάλλου, η προσέγγιση την οποία ακολούθησε το Πρωτοδικείο επιβεβαιώνεται από το γράμμα του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999, από το οποίο προκύπτει ότι σε προθεσμία παραγραφής υπόκεινται οι εξουσίες της Επιτροπής σχετικά με την ανάκτηση της ενισχύσεως. Αν η ενίσχυση δεν χορηγείται αληθινά, υπό την έννοια πραγματικής και ουσιαστικής χορηγήσεως, η Επιτροπή δεν μπορεί να ζητήσει ανάκτηση. Δεν μπορεί επίσης να ζητήσει ανάκτηση όταν δεν είναι βέβαιο ότι το επίδικο μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση.

146. Σχετικά, τέλος, με το επιχείρημα της Γαλλικής Κυβερνήσεως που αντλείται από αντιφατικές αιτιολογίες οι οποίες υποτίθεται ότι αφορούν τις σκέψεις 276, αφενός, καθώς και 323 και 324, αφετέρου, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αρκεί να επισημανθεί ότι το Πρωτοδικείο ανέλυσε το κατά παρέκκλιση καθεστώς υπό το πρίσμα, αφενός, της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως και, αφετέρου, των επιπτώσεων του βασικού κανόνα για τη διαπίστωση της υπάρξεως πλεονεκτήματος υπέρ των δικαιούχων του εν λόγω μέτρου.

147. Ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου που εκτίθεται με την εν λόγω σκέψη 276 αποτελεί μέρος της απαντήσεως που δόθηκε στα επιχειρήματα σχετικά με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στο πλαίσιο της συζητήσεως του τρίτου λόγου προσφυγής. Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ορθώς την υποχρέωση κοινοποιήσεως την οποία υπέχει, δυνάμει του άρθρου 87 ΕΚ, το κράτος μέλος που επιθυμεί να θεσπίσει κατά παρέκκλιση φορολογικό καθεστώς, όπως το επίδικο. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε σχετικά με τις επιπτώσεις του εν λόγω κανόνα, μεταξύ άλλων, με τις σκέψεις 323 και 324 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες αφορούν την ενιαύσια καταβολή του φόρου επιτηδεύματος. Εφόσον οι δύο αυτές πτυχές συνιστούν τις δύο όψεις της απαιτούμενης αναλύσεως της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει αντιφατικότητα αιτιολογιών.

148. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

VIII – Επί της παραβιάσεως γενικών αρχών του δικαίου (33)

 Α –      Επί του τρίτου λόγου ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

149. Μολονότι η France Télécom διαιρεί τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, σε τρία σκέλη, προτείνω να εξεταστούν τα τρία αυτά σκέλη από κοινού, λόγω του κοινού αντικειμένου τους.

150. Το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Πρωτοδικείο σχετικά με τις περιστάσεις οι οποίες επιτρέπουν την επίκληση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

151. Πρώτον, η France Télécom διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο περιόρισε τη δυνατότητα επικλήσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες η ενίσχυση έχει κοινοποιηθεί. Άφησε, εντούτοις, να εννοηθεί ότι μπορεί να ισχύει και το αντίθετο, αν δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις. Ανάλογες περιστάσεις όμως συντρέχουν εν προκειμένω.

152. Δεύτερον, η France Télécom υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω αντιφατικών αιτιολογιών και θεμελιώνεται στην εσφαλμένη προκείμενη ότι κάθε φορολογική παρέκκλιση συνιστά πλεονέκτημα. Εν προκειμένω, οι εξαιρετικές περιστάσεις τις οποίες επικαλείται η επιχείρηση προβάλλοντας την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αφορούν το γεγονός ότι η ύπαρξη πλεονεκτήματος δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ex ante, αλλά μόνον ex post, ανάλογα με την εξέλιξη περιστάσεων ανεξάρτητων από το συγκεκριμένο καθεστώς φορολογήσεως.

153. Τρίτον, η France Télécom υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν προσδιόρισε τη νομική πράξη που θα έπρεπε να κοινοποιηθεί ούτε τον χρόνο κατά τον οποίο θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί η κοινοποίηση. Πράγματι, αν το πλεονέκτημα συνίσταται σε διαφορά φορολογίας διαπιστούμενη στο τέλος κάθε οικονομικού έτους, είναι αδύνατον να στοιχειοθετηθεί προηγούμενη υποχρέωση κοινοποιήσεως του επίδικου καθεστώτος.

154. Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου, η France Télécom προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από την απόφαση η οποία αφορούσε τη La Poste (34). Υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει θέση όσον αφορά το κατά παρέκκλιση καθεστώς που ίσχυε από το 1994. Κατά την άποψη της France Télécom, η απόφαση της Επιτροπής για τη La Poste συνιστούσε θετική πράξη ικανή να παραγάγει έννομες συνέπειες και να προκαλέσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά τη συμβατότητα του επίδικου καθεστώτος προς τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.

2.      Εκτίμηση

 α)     Γενικές παρατηρήσεις

155. Θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή εξέτασε το επίδικο καθεστώς κατόπιν καταγγελίας τρίτου, και συγκεκριμένα της ενώσεως Association des collectivités territoriales pour le retour de la taxe professionnelle de France Télécom et de La Poste dans le droit commun.

156. Η υποχρέωση κοινοποιήσεως αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ex ante ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, το οποίο προβλέπει η Συνθήκη. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού επιβάλλεται στα κράτη μέλη, αφενός, υποχρέωση κοινοποιήσεως κάθε μέτρου που ενδέχεται να υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 ΕΚ, εφόσον ενδέχεται να συνιστά νέα ενίσχυση, και, αφετέρου, η καλούμενη υποχρέωση «standstill», την οποία προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Το εν λόγω σύστημα παρέχει διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις τόσο στα κράτη μέλη όσο και στους υποθετικούς δικαιούχους (35).

157. Σε περίπτωση παραβάσεως κανόνα που προβλέπει προηγούμενη κοινοποίηση, τα κράτη μέλη φέρουν τις συνέπειες τόσο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του επίμαχου μέτρου ως παράνομης ενισχύσεως όσο και όσον αφορά τη δυνατότητα επικλήσεως των γενικών αρχών του δικαίου.

158. Εξάλλου, στον βαθμό κατά τον οποίο η France Télécom υποστηρίζει ότι ήταν αδύνατον να προσδιοριστεί, κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του κατά παρέκκλιση καθεστώτος, αν συνιστούσε πλεονέκτημα ικανό να αποτελέσει κρατική ενίσχυση, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι το κράτος μέλος δεν απαλλάσσεται της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως λόγω της ιδιαίτερης πολυπλοκότητας του επίδικου καθεστώτος ούτε λόγω του περιοδικού χαρακτήρα του μέτρου που ενδέχεται να συνιστά κρατική ενίσχυση. Αντιθέτως, οι προσπάθειες που καταβάλλονται με πνεύμα ειλικρινούς συνεργασίας από το κράτος μέλος και από την Επιτροπή μπορούν να καταλήξουν σε λύσεις προσαρμοσμένες στις ιδιομορφίες της επίδικης περιπτώσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου που κινεί η Επιτροπή.

159. Πράγματι, κράτος μέλος που ζητεί να εγκριθεί η χορήγηση ενισχύσεως κατά παρέκκλιση των διατάξεων της Συνθήκης υπέχει καθήκον συνεργασίας με την Επιτροπή. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για κράτος μέλος που παρέλειψε να κοινοποιήσει στην Επιτροπή καθεστώς ενισχύσεων κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ (36).

160. Εξάλλου, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης περιλαμβάνεται στις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης (37).

161. Από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι έχει δικαίωμα να ζητήσει την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του κάθε πρόσωπο στο οποίο η διοίκηση της Ένωσης έχει παράσχει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ικανές να δημιουργήσουν βάσιμες ελπίδες και σύμφωνες με τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες ρυθμίσεις (38).

162. Κράτος μέλος οι αρχές του οποίου χορήγησαν ενίσχυση κατά παράβαση των κανόνων διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 88 ΕΚ δεν μπορεί να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των δικαιούχων για να αποφύγει την υποχρέωση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση αποφάσεως της Επιτροπής που το διατάσσει να αναζητήσει την ενίσχυση (39).

163. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το ίδιο ισχύει, a fortiori, για κράτος μέλος που επικαλείται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη έναντι αυτού του ίδιου, τη στιγμή που δεν έχει τηρήσει την υποχρέωση κοινοποιήσεως (40).

164. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα του αποδέκτη της παράνομης ενισχύσεως να επικαλεστεί τις εξαιρετικές περιστάσεις που στήριξαν δικαιολογημένα την εμπιστοσύνη του στον νόμιμο χαρακτήρα της ενισχύσεως αυτής και, κατά συνέπεια, να αντιταχθεί στην επιστροφή της. Σε μια τέτοια περίπτωση, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο στην κρίση του οποίου έχει υποβληθεί η υπόθεση να εκτιμήσει τις εν λόγω περιστάσεις (41).

165. Επισημαίνω, τέλος, ότι η επιστροφή κρατικής ενισχύσεως φορολογικού χαρακτήρα μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, για τον ιδιώτη, την καταβολή στο κράτος ποσών που αντιστοιχούν σε φορολογική επιβάρυνση η οποία δεν του είχε επιβληθεί. Στην περίπτωση αυτή, η επιστροφή έρχεται σε σύγκρουση με το θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο αναγνωρίζεται με το άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων) (42), σχετικά με το δικαίωμα ιδιοκτησίας, καθώς και με το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (43) σχετικά με την προστασία της ιδιοκτησίας.

 β)     Επί της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως

166. Με τις σκέψεις 259 και 262 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε ορθώς τους κανόνες που διέπουν τη δυνατότητα επικλήσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (44), έκρινε ότι, δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού 659/1999, η επίκληση της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του αποδέκτη της ενισχύσεως είναι δυνατή (45) υπό τον όρο ότι ο εν λόγω αποδέκτης διαθέτει αρκούντως σαφείς διαβεβαιώσεις, απορρέουσες από θετική ενέργεια της Επιτροπής, που του παρέχουν τη δυνατότητα να εκτιμήσει ότι ένα μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.

167. Το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς ότι, στην περίπτωση που η Επιτροπή δεν εκφράσει ρητώς της άποψή της επί μέτρου που της έχει κοινοποιηθεί, η σιωπή του θεσμικού αυτού οργάνου δεν μπορεί, βάσει της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μιας επιχειρήσεως στην οποία έχει χορηγηθεί κρατική ενίσχυση, να απαγορεύει την ανάκτηση της ενισχύσεως αυτής (46). Εντούτοις, δέχθηκε, ορθώς, ότι είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη εξαιρετικές περιστάσεις.

168. Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο πλάνη όσον αφορά την επισήμανση των εν λόγω περιστάσεων, εφόσον το Πρωτοδικείο εξέτασε εξαντλητικά, με τις σκέψεις 263 έως 268 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όλα τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιόν του και ενδέχεται να συνιστούν ανάλογες περιστάσεις.

169. Μεταξύ των εξαιρετικών περιστάσεων περιλαμβανόταν η εξέταση από την Επιτροπή του άρθρου 21 του νόμου 90‑568, κατόπιν της οποίας η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, με την απόφαση που αφορούσε τη La Poste, ότι η μείωση της φορολογικής βάσεως που εφαρμόστηκε για τη La Poste δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση.

170. Όσον αφορά τη σιωπή της Επιτροπής στην απόφαση που αφορούσε τη La Poste και τις έννομες συνέπειές της για την εξέταση του καθεστώτος που ίσχυε για τη France Télécom, αρκεί να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από το σύστημα προληπτικού ελέγχου στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, το οποίο εφαρμόζει η Επιτροπή, και ιδίως από την απαγόρευση χορηγήσεως νέων ενισχύσεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση, είναι αδιαμφισβήτητο ότι υφίσταται απόφαση της Επιτροπής σχετικά με το συμβατό της ενισχύσεως. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο όταν, όπως εν προκειμένω, η ενίσχυση δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, διότι στην περίπτωση αυτή τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια δικαίου στην οποία αποβλέπει η εν λόγω διάταξη.

171. Κατά συνέπεια, ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι κανένα από τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλε η France Télécom δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά την έκφραση αποφάσεως της Επιτροπής. A fortiori, δεν μπορεί να συναχθεί από την απλή σιωπή της Επιτροπής έγκριση του επίδικου φορολογικού καθεστώτος.

172. Όσον αφορά το επιχείρημα που ανέπτυξε η France Télécom με το σημείο 99 της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ήταν αδύνατον να προσδιοριστεί, κατά τον χρόνο θεσπίσεως του επίδικου καθεστώτος, αν θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση, αρκεί να επισημανθεί ότι το επιχείρημα αυτό σχολιάστηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

173. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Β –      Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αφορά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου

1.      Επιχειρήματα των διαδίκων

174. Το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και πλάνη περί το δίκαιο λόγω της αδυναμίας προσδιορισμού του προς ανάκτηση ποσού.

175. Η France Télécom υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι το ποσό αυτό μπορούσε να προσδιοριστεί σύμφωνα με μια «κλίμακα», βάσει κατά προσέγγιση εκτιμήσεων, δεν απάντησε στο επιχείρημα ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υποθέσεως, η υποχρέωση ανακτήσεως παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

176. Το δεύτερο σκέλος αντλείται από φερόμενη πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την εκτίμηση των μεθόδων υπολογισμού του ποσού της ενισχύσεως. Πράγματι, η France Télécom υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ορθώς η Επιτροπή προσδιόρισε μια κλίμακα βάσει των προσομοιώσεων τις οποίες προσκόμισαν οι γαλλικές αρχές στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας και ότι, κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Κατά την άποψη της France Télécom, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη ως προς το σημείο αυτό.

177. Η France Télécom υποστηρίζει ότι οι εν λόγω εκτιμήσεις διαβιβάστηκαν από τις γαλλικές αρχές προκειμένου να προσδιοριστεί η πραγματική έκταση της διαφοράς στον επιβαλλόμενο φόρο κατά την περίοδο 1994-2002. Οι εκτιμήσεις αυτές παρουσιάστηκαν προκειμένου να αποδειχθεί ότι η ενδεχόμενη υποφορολόγηση της επιχειρήσεως αντισταθμίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγησή της κατά τα πρώτα έτη ισχύος του κατά παρέκκλιση φορολογικού καθεστώτος το οποίο προέβλεπε ο νόμος 90-568. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η France Télécom φρονεί ότι αυτές οι κατά προσέγγιση εκτιμήσεις δεν αντικατοπτρίζουν το επίπεδο φορολογίας που θα είχε επιβληθεί στην επιχείρηση αν υπαγόταν στις διατάξεις του κοινού δικαίου και, στη βάση αυτή, η Επιτροπή δεν έπρεπε να διατάξει την ανάκτηση της ενισχύσεως.

178. Επομένως, κατά τη France Télécom, το Πρωτοδικείο δέχθηκε, εσφαλμένα και χωρίς να αιτιολογήσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το σημείο αυτό, ότι η Επιτροπή ορθώς βασίστηκε σε αβέβαιες και υποθετικές εκτιμήσεις για να υπολογίσει το ύψος του πλεονεκτήματος που υποτίθεται ότι είχε χορηγηθεί στην επιχείρηση.

2.      Εκτίμηση

179. Κατά παγία νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη προς τη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. Δεν απαιτείται εξειδικευμένη αιτιολογία για κάθε κρίσιμο πραγματικό και νομικό στοιχείο, καθόσον το αν η αιτιολογία μιας πράξεως πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 253 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του γράμματος της διατάξεως αυτής, αλλά και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κρίσιμων για το ζήτημα αυτό κανόνων δικαίου (47).

180. Συναφώς, αρκεί να διαπιστωθεί ότι, με τις σκέψεις 296 έως 300 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο, αφού παρέπεμψε ορθώς στη νομολογία περί ανακτήσεως των παράνομων ενισχύσεων, προσπάθησε, με τις σκέψεις 301 έως 305 της εν λόγω αποφάσεως, να εφαρμόσει την εν λόγω νομολογία στην κρινόμενη υπόθεση, χωρίς να παραβιάσει την υποχρέωση αιτιολογήσεως της αποφάσεώς του.

181. Επιπλέον, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι η κατάσταση της France Télécom έχει αποτελέσει αντικείμενο και άλλης αποφάσεως του Δικαστηρίου (48), με την οποία καταδικάστηκε η Γαλλική Δημοκρατία όχι μόνο διότι δεν ανέκτησε παράνομη ενίσχυση, αλλά και διότι δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας που υπείχε δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ.

182. Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι καμία διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν απαιτεί από την Επιτροπή, όταν διατάσσει την ανάκτηση ενισχύσεως κηρυχθείσας ασύμβατης προς την κοινή αγορά, να καθορίζει το ακριβές ύψος της ενισχύσεως που πρέπει να ανακτηθεί. Συγκεκριμένα, αρκεί η απόφαση της Επιτροπής να περιέχει στοιχεία βάσει των οποίων ο αποδέκτης της να μπορεί να καθορίσει ο ίδιος, χωρίς υπερβολικές δυσχέρειες, το ύψος αυτό (49).

183. Βάσει των προεκτεθέντων, ορθώς το Πρωτοδικείο επικύρωσε τη νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως καθόσον προσδιόρισε απλώς μια «κλίμακα» για τον υπολογισμό του προς ανάκτηση ποσού, με τήρηση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.

184. Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

IX – Συμπληρωματικές παρατηρήσεις σχετικά με την ιδιότητα του δικαιούχου στο πλαίσιο της ανακτήσεως των παράνομων ενισχύσεων σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης

185. Ολοκληρώνοντας, επιθυμώ να υπογραμμίσω ότι τα σχόλια που ακολουθούν δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αναλύσεως που περιέχεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον προτείνω να επικυρωθεί η νομιμότητα της ερμηνείας την οποία ακολούθησε το Πρωτοδικείο.

186. Κατά πάγια νομολογία, η κατάργηση μιας παράνομης ενισχύσεως μέσω της αναζητήσεώς της αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της (50). Κατά συνέπεια, το κράτος μέλος που είναι ο αποδέκτης μιας αποφάσεως που το υποχρεώνει να ανακτήσει τις παράνομες ενισχύσεις οφείλει, δυνάμει του άρθρου 249 ΕΚ, να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως (51). Επίσης, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση του κράτους να καταργήσει την ενίσχυση την οποία η Επιτροπή έχει κρίνει ασύμβατη με την κοινή αγορά σκοπό έχει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που προϋπήρχε της χορηγήσεως της ενισχύσεως στην αγορά της Ένωσης (52).

187. Εν προκειμένω, εφόσον η απόφαση της Επιτροπής με την οποία κρίθηκε παράνομη κρατική ενίσχυση και διατάχθηκε η ανάκτησή της επικυρωθεί με απόφαση του Δικαστηρίου, τίθεται το ερώτημα ποια ένδικα βοηθήματα διαθέτουν οι τυχόν δικαιούχοι της ενισχύσεως σε αυτό το στάδιο.

188. Φρονώ ότι η κύρια δυσκολία την οποία αντιμετωπίζει η France Télécom έγκειται στον δυνητικό χαρακτήρα της υποχρεώσεως επιστροφής που υπέχει, λαμβανομένου υπόψη ότι η επίδικη απόφαση θεμελιώνεται σε μάλλον κυμαινόμενες εκτιμήσεις και όχι σε προσομοίωση φορολογίας βασισμένη στην αναδρομική εφαρμογή του φόρου επιτηδεύματος σύμφωνα με τις φορολογικές βάσεις που ήταν πράγματι εφαρμοστέες στη France Télécom (53).

189. Πράγματι, ένα κράτος μέλος που είναι υποχρεωμένο να ανακτήσει τις παράνομες ενισχύσεις είναι ελεύθερο να επιλέξει τα μέσα για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι τα επιλεγέντα μέτρα δεν θίγουν το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (54).

190. Δεν αμφισβητείται ότι η έννοια του δικαίου της Ένωσης περιλαμβάνει τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία παρέχει στους ιδιώτες ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια, η ύπαρξη απόλυτης υποχρεώσεως ανακτήσεως εκ μέρους κράτους μέλους δεν μπορεί να θίγει τα θεμελιώδη δικαιώματα των προσώπων που ενδέχεται να επωφελήθηκαν από μέτρα τα οποία έλαβαν οι εθνικές αρχές κατά παράβαση της Συνθήκης.

191. Συναφώς επισημαίνω ότι, για την ανάκτηση κρατικής ενισχύσεως, ο δικαιούχος απαιτείται να επιστρέψει το πλεονέκτημα που αποκόμισε από τη χορηγηθείσα ενίσχυση. Πρόκειται συνεπώς για μεταφορά πόρων από τον δικαιούχο προς το κράτος μέλος (55). Μια τέτοια πράξη, αν ο δικαιούχος δεν την αποδεχθεί, δεν μπορεί παρά μόνο να οδηγήσει σε προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου το οποίο θα εκδώσει απόφαση, μετά από δίκαιη δίκη, κατά του δικαιούχου.

192. Κατά συνέπεια, εφόσον το ζήτημα άπτεται των δικαιωμάτων τα οποία εγγυάται ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, όπως η προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας (56), η άνευ αιρέσεων υποχρέωση ανακτήσεως την οποία υπέχει το κράτος μέλος δεν μπορεί να συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη υποχρέωση επιστροφής εκ μέρους των ιδιωτών.

193. Αντιθέτως, θεωρώ αδιαμφισβήτητο ότι η υποχρέωση επιστροφής πρέπει να μπορεί να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο δίκαιης δίκης από τον δικαιούχο, ο οποίος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να τύχει όλων των δικονομικών και ουσιαστικών εγγυήσεων που απορρέουν από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και από την ΕΣΔΑ (57).

194. Ασφαλώς, ο δικαιούχος δεν μπορεί, στο στάδιο αυτό, να αμφισβητήσει την ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως ή τον παράνομο χαρακτήρα της. Εντούτοις, μολονότι το κύρος της επίδικης αποφάσεως έχει επικυρωθεί με απόφαση του Πρωτοδικείου, ο δικαιούχος μπορεί, κατά την άποψή μου, να αμφισβητήσει την υποχρέωση ανακτήσεως, καθώς και την έκτασή της (58).

195. Οι προεκτεθείσες σκέψεις δεν προσκρούουν στη νομολογία σύμφωνα με την οποία ο δικαιούχος δύναται να επικαλεστεί, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, τις εξαιρετικές περιστάσεις που στήριξαν δικαιολογημένα την εμπιστοσύνη του στον νόμιμο χαρακτήρα της ενισχύσεως αυτής, διότι η εν λόγω εμπιστοσύνη δεν επιτρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, να διατάξει η Επιτροπή την ανάκτηση των οικείων ενισχύσεων (59).

196. Πράγματι, η διοικητική διαδικασία την οποία προβλέπει το άρθρο 88 ΕΚ ολοκληρώνεται με την έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής που απευθύνεται στο οικείο κράτος μέλος. Η δικαιούχος επιχείρηση δεν συμμετέχει στη διαδικασία αυτή ούτε είναι αποδέκτης της αποφάσεως της Επιτροπής, μολονότι μπορεί να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατ’ αυτής (60). Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι οι ενδιαφερόμενοι (61), με εξαίρεση το κράτος μέλος το οποίο ευθύνεται για τη χορήγηση της ενισχύσεως, δεν έχουν, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως κρατικών ενισχύσεων, δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση των εγγράφων του διοικητικού φακέλου που τηρεί η Επιτροπή (62).

197. Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν εμποδίζει τη δικαιούχο να αμφισβητήσει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το προς ανάκτηση ποσό ή ακόμα και την ύπαρξη υποχρεώσεως επιστροφής. Στην περίπτωση αυτή εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, στο οποίο θα αχθεί ενδεχομένως η υπόθεση, να εκτιμήσει τις εν λόγω περιστάσεις, αφού υποβάλει στο Δικαστήριο, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, ερμηνευτικά προδικαστικά ερωτήματα.

X –    Πρόταση

198. Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της France Télécom SA,

–        να καταδικάσει τη France Télécom SA στα δικαστικά έξοδα,

–        να κρίνει ότι η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα έξοδά της.


1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 –      Λαμβανομένου υπόψη ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 30 Νοεμβρίου 2009, οι παραπομπές στις διατάξεις της Συνθήκης ακολουθούν την αρίθμηση που ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


3 – ΕΕ L 269, σ. 30.


4 –      JORF της 8ης Ιουλίου 1990, σ. 8069.


5 –      JORF της 27ης Ιουλίου 1996, σ. 11398.


6 –      Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1).


7 –      Ο φόρος επιτηδεύματος θεσπίστηκε με τον νόμο 75‑678 της 29ης Ιουλίου 1975 σχετικά με την κατάργηση του επαγγελματικού φόρου (patente) και τη θέσπιση φόρου επιτηδεύματος (taxe professionnelle) (JORF της 31ης Ιουλίου 1975, σ. 7763).


8 –      Βλ. άρθρο 29 του νόμου 2002-1575, της 30ής Δεκεμβρίου 2002, περί του δημοσιονομικού νόμου 2003 (JORF της 31ης Δεκεμβρίου 2002).


9 –      ΕΕ C 57, σ. 5.


10 –      Συλλογή 2007, σ. I‑8887.


11 –      Οι προσφυγές ενώπιον του Πρωτοδικείου ασκήθηκαν από τη Γαλλική Δημοκρατία και τη France Télécom. Η Γαλλική Δημοκρατία προέβαλε τέσσερις λόγους προσφυγής που απορρίφθηκαν από το Πρωτοδικείο ως αβάσιμοι. Οι τέσσερις λόγοι αντλούνταν, αντιστοίχως, από το γεγονός ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και σε νομικό σφάλμα εκτιμώντας ότι το ειδικό καθεστώς φορολογήσεως που ίσχυσε από το 1994 έως το 2002 χορήγησε πλεονέκτημα στη France Télécom (βλ. ανάλυση του Πρωτοδικείου με τις σκέψεις 191 έως 241 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας (βλ. ανάλυση του Πρωτοδικείου με τις σκέψεις 136 έως 142 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), από παράβαση του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999 περί της προθεσμίας παραγραφής (βλ. ανάλυση του Πρωτοδικείου με τις σκέψεις 318 έως 327 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, τέλος, από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ. ανάλυση του Πρωτοδικείου με τις σκέψεις 259 έως 279 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Η France Télécom επικαλέστηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου πέντε λόγους, οι οποίοι απορρίφθηκαν επίσης και οι οποίοι αντλούνταν από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας (βλ. ανάλυση του Πρωτοδικείου με τις σκέψεις 146 έως 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), από τρία πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως και ένα νομικό σφάλμα στο μέτρο που η Επιτροπή εκτίμησε ότι χορηγήθηκε πλεονέκτημα στη France Télécom (βλ. ανάλυση του Πρωτοδικείου με τις σκέψεις 191 έως 241 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), από παράβαση του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999 περί της προθεσμίας παραγραφής (βλ. ανάλυση του Πρωτοδικείου με τις σκέψεις 318 έως 327 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), από προσβολή της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της ασφάλειας δικαίου (βλ. ανάλυση του Πρωτοδικείου με τις σκέψεις 259 έως 305 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, τέλος, από παράβαση των κανόνων σχετικά με την έκδοση των αποφάσεων της Επιτροπής (βλ. ανάλυση του Πρωτοδικείου με τις σκέψεις 114 έως 130 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).


12 –      Πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως της France Télécom.


13 –      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 2006, C‑237/04, Enirisorse (Συλλογή 2006, σ. I‑2843, σκέψεις 38 και 39 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 17ης Νοεμβρίου 2009, C‑169/08, Presidente del Consiglio dei Ministri (Συλλογή 2009, σ. I‑10821, σκέψη 52).


14 –      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2001, C‑143/99, Adria‑Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke (Συλλογή 2001, σ. I‑8365, σκέψη 38), της 15ης Ιουλίου 2004, C‑501/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑6717, σκέψη 90), καθώς και της 15ης Ιουνίου 2006, C‑393/04 και C‑41/05, Air Liquide Industries Belgium (Συλλογή 2006, σ. I‑5293, σκέψη 29).


15 –      Βλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 1994, C‑387/92, Banco Exterior de España (Συλλογή 1994, σ. I‑877, σκέψη 14).


16 –      Όσον αφορά την επίδραση που έχει η διαπίστωση της υπάρξεως πλεονεκτήματος στην εξέταση της έννοιας της επιλεκτικότητας: βλ. αποφάσεις Adria‑Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke, προαναφερθείσα (σκέψη 41), της 13ης Φεβρουαρίου 2003, C‑409/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I‑1487, σκέψη 47), της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑428/06 έως C‑434/06, UGT‑Rioja κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I‑6747, σκέψη 46), καθώς και της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑487/06 P, British Aggregates κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑10515, σκέψη 82).


17 –      Σημεία 160 επ. των προτάσεων.


18 –      Στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο νομοθέτης να μην έκρινε δικαιολογημένη τη μείωση των εξόδων διαχειρίσεως, ελλείψει οποιασδήποτε διοικητικής απλουστεύσεως στο επίπεδο της εισπράξεως του φόρου επιτηδεύματος σε σχέση με το καθεστώς του κοινού δικαίου.


19 –      Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑66/02 (Συλλογή 2005, σ. I-10901).


20 –      Απόφαση της 25ης Ιουνίου 1970, 47/69, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969‑1971, σ. 341, σκέψη 7).


21 –      Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 351).


22 –      Προπαρατεθείσα (σκέψη 43), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro στην ίδια υπόθεση (σημείο 32).


23 –      Βλ. Εθνοσυνέλευση, Πλήρη πρακτικά, 3η συνεδρίαση της 11ης Μαΐου 1990, που δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο: http://archives.assemblee-nationale.fr/9/cri/1989-1990-ordinaire2/042.pdf


24 –      Βλ., με ανάλογη επιχειρηματολογία, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Kwekerij van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψη 30), και προαναφερθείσα απόφαση Enirisorse (σκέψη 32).


25 –      Βλ. πρακτικά της συνεδριάσεως της 7ης Ιουνίου 1990 της Γερουσίας (JORF της 8ης Ιουνίου 1990, σ. 1361) και της συνεδριάσεως της 19ης Ιουνίου 1990 της Εθνοσυνελεύσεως (JORF της 20ής Ιουνίου 1990, σ. 2604).


26 –      Βλ. σημεία 25 έως 31 της επίδικης αποφάσεως.


27 –      Απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, C‑482/99 (Συλλογή 2002, σ. I‑4397, σκέψεις 71, 77 και 81).


28 –      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 2004, C‑186/02 P και C‑188/02 P, Ramondín κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑10653, σκέψη 60), καθώς και της 26ης Οκτωβρίου 2006, C‑68/05 P, Koninklijke Coöperatie Cosun κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑10367, σκέψη 96).


29 –      Βλ. απόφαση της 15ης Ιουλίου 2004, C‑345/02, Pearle κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑7139, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


30 –      Βλ., αντί πολλών, αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 1987, 248/84, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4013, σκέψη 17), και της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑88/03, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑7115, σκέψη 55).


31 –      Τέταρτος λόγος αναιρέσεως της France Télécom.


32 –      Είναι αυτονόητο ότι οι προϋποθέσεις διαπιστώσεως του οριστικού χαρακτήρα του πλεονεκτήματος το οποίο οφείλεται σε φορολογική κρατική ενίσχυση ποικίλλουν ανάλογα με τις λύσεις τις οποίες υιοθετούν οι διάφορες έννομες τάξεις. Φρονώ ότι ανάλογες τεχνικές λεπτομέρειες φορολογικού χαρακτήρα δεν μπορούν να επηρεάσουν τον υπολογισμό της προθεσμίας παραγραφής.


33 –      Τρίτος και πέμπτος λόγος αναιρέσεως της France Télécom.


34 –      Απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1995 (ΕΕ C 262, σ. 11).


35 –      Βλ., με ανάλογη επιχειρηματολογία, απόφαση της 9ης Ιουνίου 2011, C‑465/09 P έως C‑470/09 P, Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 93 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


36 –      Απόφαση Diputación Foral de Vizcaya κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα (σκέψη 152).


37 –      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 5ης Μαΐου 1981, 112/80, Dürbeck (Συλλογή 1981, σ. 1095, σκέψη 48).


38 –      Απόφαση της 25ης Μαρτίου 2010, C‑414/08 P, Sviluppo Italia Basilicata κατά Επιτροπής (σκέψη 107) και της 24ης Μαρτίου 2011, C‑369/09 P, ISD Polska κ.λπ. κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 123 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


39 –      Απόφαση Diputación Foral de Vizcaya κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα (σκέψη 150).


40 –      Απόφαση Diputación Foral de Vizcaya κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα (σκέψη 151).


41 –      Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑372/97, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑3679, σκέψη 111 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


42 –      ΕΕ 2010, C 83, σ. 389.


43 –      Υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).


44 –      Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαρτίου 1987, 265/85, Van den Bergh en Jurgens και Van Dijk Food Products (Lopik) κατά ΕΟΚ (Συλλογή 1987, σ. 1155, σκέψη 44), και απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουλίου 1998, T‑66/96 και T‑221/97, Mellett κατά Δικαστηρίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑449 και II‑1305, σκέψη 104 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


45 –      Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1990, σ. I-3437, σκέψη 16).


46 –      Βλ., με ανάλογη επιχειρηματολογία, απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 2004, C-183/02 P και C-187/02 P, Demesa και Territorio Histórico de Álava κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I-10609, σκέψη 44).


47 –      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (Συλλογή 1998, σ. I-1719, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 10ης Ιουλίου 2008, C‑413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala (Συλλογή 2008, σ. I‑4951, σκέψη 166 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


48 –      Απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, προαναφερθείσα.


49 –      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Οκτωβρίου 2000, C‑480/98, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑8717, σκέψη 25), και της 12ης Μαΐου 2005, C‑415/03, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2005, σ. I‑3875, σκέψη 39).


50 –      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Ιουνίου 1993, C‑183/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1993, σ. I‑3131, σκέψη 16), της 27ης Ιουνίου 2000, C‑404/97, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2000, σ. I‑4897, σκέψη 38) και της 2ας Δεκεμβρίου 2010, C‑507/08, Επιτροπή κατά Σλοβακίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 42).


51 –      Βλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C‑209/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2002, σ. I‑11695, σκέψη 31), της 26ης Ιουνίου 2003, C‑404/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I‑6695, σκέψη 21), και Επιτροπή κατά Γαλλίας, προαναφερθείσα (σκέψη 42). Το κράτος μέλος πρέπει να επιτύχει την πραγματική ανάκτηση των οφειλομένων (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδας, προπαρατεθείσα, σκέψη 44).


52 –      Αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1995, C‑350/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. I‑699, σκέψη 21), και της 17ης Ιουνίου 1999, C‑75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑3671, σκέψη 64).


53 –      Προστίθεται ότι η προβληματική του υπολογισμού της εκτάσεως της υποχρεώσεως ανακτήσεως συνιστά πραγματικό στοιχείο που δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης.


54 –      Αποφάσεις της 20ής Μαΐου 2010, C‑210/09, Scott και Kimberly Clark (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 21), καθώς και Επιτροπή κατά Σλοβακίας, προπαρατεθείσα (σκέψη 51).


55 –      Η πτυχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περίπτωση ανακτήσεως φορολογικών ενισχύσεων, όταν επιβάλλεται στον δικαιούχο μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων αντίστοιχων με το πλεονέκτημα που του είχε χορηγηθεί όταν η φορολογική επιβάρυνση ήταν χαμηλότερη.


56 –      Βλ. άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.


57 –      Το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου» εμπνέεται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, το οποίο προβλέπει ότι «[π]αν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως».


58 –      Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, η ανάκτηση παράνομης ενισχύσεως που επιβάλλεται με απόφαση της Επιτροπής πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής.


59 –      Προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 111 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ. και απόφαση της 7ης Μαρτίου 2002, C-310/99, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-2289, σκέψη 103).


60 –      Όπως προκύπτει από τη νομολογία, οι ενδιαφερόμενοι, εκτός του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για τη χορήγηση της ενισχύσεως, δεν μπορούν να ζητήσουν κατ’ αντιπαράθεση συζήτηση με την Επιτροπή, όπως γίνεται με το εν λόγω κράτος μέλος. Βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, προαναφερθείσα (σκέψη 59), της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑7869, σκέψη 82), καθώς και του Πρωτοδικείου της 1ης Ιουλίου 2010, T‑62/08, ThyssenKrupp Acciai Speciali Terni κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 162). Επισημαίνω επίσης ότι η δυνατότητα προσβολής των αποφάσεων της Επιτροπής ενώπιον του Πρωτοδικείου, η οποία αναγνωρίζεται ενδεχομένως σε δικαιούχο, δεν σημαίνει ότι ο εν λόγω δικαιούχος είναι ο αποδέκτης της επίδικης αποφάσεως.


61 –      Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 659/1999, ο δικαιούχος της ενισχύσεως υπάγεται στην κατηγορία των «ενδιαφερομένων μερών» τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, μπορούν, μετά την έκδοση αποφάσεως για την κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας, να υποβάλουν παρατηρήσεις εντός ορισμένης προθεσμίας, η οποία συνήθως δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα.


62 –      Βλ. απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, C‑139/07 P, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή).