ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 11ης Σεπτεμβρίου 2008 ( *1 )

«Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγία 2002/22/EΚ — Καθολική υπηρεσία και δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών — Άρθρο 26, παράγραφος 3 — Ενιαίος ευρωπαϊκός αριθμός κλήσης έκτακτης ανάγκης — Παροχή πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος»

Στην υπόθεση C-274/07,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 7 Ιουνίου 2007,

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Braun και την A. Steiblytė, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

κατά

Δημοκρατίας της Λιθουανίας, εκπροσωπούμενης από τον D. Kriaučiūnas,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen, K. Schiemann, P. Kūris και C. Toader (εισηγήτρια), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer

γραμματέας: R. Grass

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Λιθουανίας παραλείποντας να διασφαλίσει, στην πράξη, ότι οι αρμόδιες για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης αρχές λαμβάνουν, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικώς εφικτό, πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, για όλες τις κλήσεις προς τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης «112», όταν χρησιμοποιούνται τα δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) (ΕΕ L 108, σ. 51).

Το νομικό πλαίσιο

Το κοινοτικό δίκαιο

2

Η τριακοστή έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία προβλέπει:

«Είναι σημαντικό οι χρήστες να έχουν τη δυνατότητα να καλούν ατελώς τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης “112”, καθώς και κάθε εθνικό αριθμό έκτακτης ανάγκης, από οποιοδήποτε τηλέφωνο, συμπεριλαμβανομένων των κοινόχρηστων τηλεφώνων, χωρίς χρήση μέσου πληρωμής. […] Οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, οι οποίες πρόκειται να διατίθενται στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, στο μέτρο του τεχνικώς εφικτού, βελτιώνουν το επίπεδο της προστασίας και της ασφάλειας των χρηστών του “112” και βοηθούν τις υπηρεσίες [αντιμετώπισης καταστάσεων] έκτακτης ανάγκης κατά τη διεκπεραίωση των καθηκόντων τους, υπό τον όρο ότι εξασφαλίζεται η μεταφορά κλήσεων και συναφών δεδομένων στις αρμόδιες υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. […]»

3

Το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία ορίζει:

«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, οι επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα, διαθέτουν πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος στις αρμόδιες για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης αρχές, στο μέτρο του τεχνικώς εφικτού, για όλες τις κλήσεις [προς] τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης “112”.»

4

Σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 1, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες για τη συμμόρφωση προς την εν λόγω οδηγία νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, το αργότερο στις 24 Ιουλίου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 25 Ιουλίου 2003.

5

Σύμφωνα με το άρθρο 2 της πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας και περί των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2003, L 236, σ. 33, στο εξής: πράξη προσχωρήσεως), σε συνδυασμό με το άρθρο 54 της ιδίας πράξεως, η Δημοκρατία της Λιθουανίας ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία κατά την ημερομηνία προσχωρήσεώς της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ήτοι την 1η Μαΐου 2004.

6

Η οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ L 108, σ. 33), ορίζει στο άρθρο της 19, παράγραφος 1:

«Στις περιπτώσεις που η Επιτροπή, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 22, παράγραφος 2, εκδίδει συστάσεις προς τα κράτη μέλη σχετικά με την εναρμόνιση της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και των ειδικών οδηγιών για να επισπευσθεί η επίτευξη των στόχων του άρθρου 8, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εθνικές κανονιστικές αρχές λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις εν λόγω συστάσεις κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Εφόσον μια εθνική κανονιστική αρχή επιλέγει να μην ακολουθήσει μία σύσταση, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, αιτιολογώντας τη θέση της.»

7

Η δέκατη αιτιολογική σκέψη της συστάσεως 2003/558/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 2003, για την επεξεργασία πληροφοριών εντοπισμού θέσης καλούντος σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών με σκοπό τον ακριβέστερο εντοπισμό της προέλευσης κλήσεων έκτακτης ανάγκης (ΕΕ L 189, σ. 49), έχει ως εξής:

«Η αποτελεσματική λειτουργία βελτιωμένων υπηρεσιών εντοπισμού κλήσεων έκτακτης ανάγκης απαιτεί όπως η θέση καλούντος όπως προσδιορίζεται από τον φορέα παροχής δημόσιου τηλεφωνικού δικτύου ή υπηρεσιών προωθείται αυτόματα σε οιοδήποτε ενδεδειγμένο κέντρο κλήσεων δημόσιας ασφάλειας το οποίο είναι σε θέση να λαμβάνει και να χρησιμοποιεί τα δεδομένα θέσης.»

8

Τα σημεία 4 και 13 της συστάσεως 2003/558 ορίζουν:

«4.

Για κάθε κλήση έκτακτης ανάγκης που πραγματοποιείται στον ευρωπαϊκό αριθμό έκτακτης ανάγκης 112, οι φορείς εκμετάλλευσης δημοσίων τηλεφωνικών δικτύων πρέπει να προωθούν (“push”) από το δίκτυο τους προς τα κέντρα κλήσεων δημόσιας ασφάλειας, τις καλύτερες δυνατές διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη θέση του καλούντος, κατά το μέτρο που αυτό είναι τεχνικά εφικτό. Για την περίοδο μέχρι την ολοκλήρωση της επανεξέτασης που αναφέρεται στο σημείο 13 κατωτέρω, οι φορείς εκμετάλλευσης είναι δυνατόν να παρέχουν πληροφορίες θέσης μόνον κατόπιν αιτήσεως (“pull”).

[…]

13.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ζητούν από τις εθνικές τους αρχές να υποβάλουν έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο εφαρμογής της υπηρεσίας Ε112 μέχρι το τέλος του 2004, έτσι ώστε η Επιτροπή να είναι σε θέση να προβεί σε επανεξέταση με την οποία να λαμβάνονται υπόψη οι νέες απαιτήσεις στον τομέα των [κέντρων κλήσεως] δημόσιας ασφάλειας και των υπηρεσιών [αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης] καθώς και οι εξελίξεις και τα τεχνολογικά επιτεύγματα όσον αφορά τον εντοπισμό θέσης.»

Το εθνικό δίκαιο

9

Το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία μεταφέρθηκε στη λιθουανική εθνική έννομη τάξη με το άρθρο 65, παράγραφος 4, του νόμου IX-2135 περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Elektroninių ryšių įstatymas υπ’ αριθ. IX-2135), της 15ης Απριλίου 2004 (Žin., 2004, αριθ. 69-2382, στο εξής: νόμος περί των ηλεκτρονικών επικοινωνιών), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2004, το οποίο προβλέπει:

«Οι φορείς παροχής δημοσίων δικτύων επικοινωνιών και διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών παρέχουν, χωρίς τη συγκατάθεση των συνδρομητών ή των χρηστών υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος (καθώς και για τα στοιχεία ροών) στους οργανισμούς που ασχολούνται με κλήσεις έκτακτης ανάγκης, ιδίως, στις δικαστικές αρχές, στα ασθενοφόρα, στην πυροσβεστική, καθώς και στις λοιπές υπηρεσίες αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, έτσι ώστε οι οργανισμοί αυτοί να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις κλήσεις των συνδρομητών ή των χρηστών και να ενεργήσουν δεόντως. […]»

10

Την 1η Σεπτεμβρίου 2007 τέθηκε σε ισχύ ο νόμος X-1092, της 12ης Απριλίου 2007 (Žin., 2007, αριθ. 46-1723), με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 65 του νόμου περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Το ως άνω άρθρο 65, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει, στην παράγραφό του 4, ότι οι φορείς παροχής δημοσίων δικτύων επικοινωνιών και διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών υποχρεούνται να παρέχουν ατελώς τις πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος στο κοινό κέντρο των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και ότι οι δαπάνες αγοράς, εγκαταστάσεως (προσαρμογής), ανανεώσεως και λειτουργίας του αναγκαίου προς τούτο εξοπλισμού καλύπτονται από δημόσιους πόρους.

11

Εκτός του νόμου περί των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η Δημοκρατία της Λιθουανίας εξέδωσε και διάφορες άλλες πράξεις για την εφαρμογή του άρθρου 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:

ο νόμος IX-2246 σχετικά με το κοινό κέντρο των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης (Bendrojo pagalbos centro įstatymas υπ’ αριθ. IX-2246), της 25ης Μαΐου 2004 (Žin., 2004, αριθ. 90-3306),

η απόφαση 1500 της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Λιθουανίας σχετικά με την ίδρυση του κοινού κέντρου των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και με τη στρατηγική εισαγωγής του ενιαίου ευρωπαϊκού αριθμού κλήσης έκτακτης ανάγκης 112, καθώς και με την έγκριση του σχεδίου περί εφαρμογής της (Lietuvos Respublikos Vyriausybės nutarimas αριθ. 1500 dėl Bendrojo pagalbos centro įsteigimo ir vieno skubaus iškvietimo telefono numerio 112 įvedimo strategijos, jos įgyvendinimo plano patvirtinimo), της 25ης Σεπτεμβρίου 2002 (Žin., 2002, αριθ. 95-4114), και

το διάταγμα 1V-389 του προϊσταμένου της ρυθμιστικής αρχής επικοινωνιών περί εγκρίσεως της διαδικασίας και των λεπτομερειών διαβίβασης των κλήσεων των συνδρομητών ή των χρηστών υπηρεσιών επικοινωνιών στους αριθμούς κλήσης του κοινού κέντρου των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης [Ryšių reguliavimo tarnybos direktoriaus įsakymas αριθ. 1V-389 dėl abonentų ir(ar) paslaugų gavėjų skambučių siuntimo į Bendrojo pagalbos centro ir(ar) pagalbos tarnybų numerius tvarkos ir sąlygų aprašo patvirtinimo], της 21ης Απριλίου 2005 (Žin., 2005, αριθ. 55-1918).

Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

12

Με το από 10 Απριλίου 2006 έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή εξέφρασε προς τη Δημοκρατία της Λιθουανίας τον προβληματισμό της όσον αφορά την εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία. Τον προβληματισμό αυτό προκάλεσε το γεγονός ότι, όταν οι κλήσεις έκτακτης ανάγκης προς τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης «112» προέρχονται από κινητό τηλέφωνο, οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος δεν παρέχονται στις υπηρεσίες αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.

13

Με την απάντηση που απέστειλαν στις 11 Ιουλίου 2006, οι λιθουανικές αρχές επιβεβαίωσαν το γεγονός αυτό, εξηγώντας, συγχρόνως, ότι δεν διέθεταν όλοι οι φορείς εκμετάλλευσης δημοσίων δικτύων επικοινωνιών και διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών τις αναγκαίες προς τούτο τεχνικές εγκαταστάσεις και ότι οι αρχές δεν κατέληξαν σε συμφωνία με τους εν λόγω φορείς όσον αφορά την ανάληψη των συνδεομένων με τον εντοπισμό του καλούντος δαπανών. Στις 25 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, η Λιθουανική Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή νεώτερα στοιχεία, αναφέροντας και τα μέτρα τα οποία προτίθετο να θεσπίσει προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή του άρθρου 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία.

14

Στις 18 Οκτωβρίου 2006, η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία διαπίστωνε ότι η Δημοκρατία της Λιθουανίας δεν ήταν σε θέση να διασφαλίσει, στην πράξη, την παροχή πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος όταν οι κλήσεις έκτακτης ανάγκης προς τον αριθμό κλήσης «112» προέρχονται από κινητό τηλέφωνο, παραβαίνοντας με τον τρόπο αυτό τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία. Συγχρόνως, η Επιτροπή κάλεσε το οικείο κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της λήψεώς της.

15

Με το έγγραφο απαντήσεως της 12ης Ιανουαρίου 2007, η Δημοκρατία της Λιθουανίας επισήμανε ότι ενώπιον του λιθουανικού κοινοβουλίου είχε κατατεθεί ένα νομοσχέδιο για την τροποποίηση του άρθρου 65 του νόμου περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο προέβλεπε την επιβολή των σχετικών με τη διαβίβαση των πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος δαπανών, οι οποίες βαρύνουν τους φορείς παροχής υπηρεσιών δημοσίων δικτύων κινητής τηλεφωνίας, σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού. Στο εν λόγω έγγραφο είχε επισυναφθεί συμφωνία, συναφθείσα στις 4 Δεκεμβρίου 2006, μεταξύ του κοινού κέντρου των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και των φορέων παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, σχετική με τις υπηρεσίες για τον εντοπισμό του καλούντος.

16

Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η κατάσταση εξακολουθούσε να μην είναι ικανοποιητική, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

Επί της προσφυγής

Επί του παραδεκτού

Επιχειρήματα των διαδίκων

17

Η Δημοκρατία της Λιθουανίας ισχυρίζεται ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, για τον λόγο ότι οι προβαλλόμενες με αυτήν αιτιάσεις διαφέρουν, κατά το περιεχόμενό τους, από τις διατυπωθείσες με την αιτιολογημένη γνώμη. Συγκεκριμένα, ενώ η αιτιολογημένη γνώμη στηρίχθηκε στο γεγονός ότι στη Λιθουανία, στην περίπτωση κλήσεων από κινητό τηλέφωνο προς τον αριθμό κλήσης «112», οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος δεν παρέχονται κατά τη μέθοδο «pull», η προσφυγή λαμβάνει ως δεδομένο ότι υφίσταται υποχρέωση εφαρμογής της μεθόδου «push».

18

Η Επιτροπή απαντά ότι η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή αναφέρουν και τις δύο μεθόδους —«push» και «pull»— που περιγράφονται στη σύσταση 2003/558, η οποία παρέχει στη Δημοκρατία της Λιθουανίας τη δυνατότητα να επιλέξει την κατάλληλη για την εφαρμογή του άρθρου 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία μέθοδο.

19

Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Δημοκρατία της Λιθουανίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή μόλις στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως διευκρίνισε τη νέα άποψή της, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη όχι απλώς δύνανται, αλλά και υποχρεούνται να λαμβάνουν τα πλέον απλά τεχνικά μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ο εντοπισμός του καλούντος, ήτοι να εφαρμόζουν τη μέθοδο «pull». Επομένως, καθόσον η θέση της Επιτροπής δεν ήταν σαφής μέχρι το στάδιο αυτό, οι αιτιάσεις που αυτή προέβαλε δεν ανταποκρίνονται στην απαίτηση για ακριβή διατύπωση του αντικειμένου της προσφυγής περί παραβάσεως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

20

Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας συνίσταται στο να παρασχεθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C-484/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2006, σ. I-7471, σκέψη 24 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

21

Το νομότυπο της διαδικασίας αυτής συνιστά ουσιώδη εγγύηση που παρέχει η Συνθήκη ΕΚ όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του οικείου κράτους μέλους, αλλά και για να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία που θα κινηθεί ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου θα έχει ως αντικείμενο μια σαφώς καθορισμένη διαφορά (βλ. απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2007, C-34/04, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 2007, σ. I-1387, σκέψη 49 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

22

Από τα ανωτέρω συνάγεται, πρώτον, ότι το αντικείμενο προσφυγής που ασκείται κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 226 ΕΚ οριοθετείται από τη διαδικασία που διεξάγεται πριν από την άσκηση της προσφυγής. Επομένως, η προσφυγή πρέπει να στηρίζεται στους ίδιους με την αιτιολογημένη γνώμη λόγους και ισχυρισμούς (βλ. αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 2002, C-287/00, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2002, σ. I-5811, σκέψη 18, και της 9ης Φεβρουαρίου 2006, C-305/03, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2006, σ. I-1213, σκέψη 22).

23

Δεύτερον, η αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να εκθέτει με λογική πληρότητα και λεπτομερώς τους λόγους που οδήγησαν την Επιτροπή να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το οικείο κράτος μέλος παρέβη υποχρέωση που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 19, και της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 26).

24

Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η αιτίαση που διατυπώνεται κατά της Δημοκρατίας της Λιθουανίας παρέμεινε αμετάβλητη καθ’ όλη τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας καθώς και μετά την άσκηση αυτής. Συγκεκριμένα, τόσο στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή προσήψε στο εν λόγω κράτος μέλος ότι παραλείποντας να διασφαλίσει, στην πράξη, ότι οι αρμόδιες για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης αρχές λαμβάνουν, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικώς εφικτό, πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, για όλες τις κλήσεις προς τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης «112», παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία.

25

Όσον αφορά το συγκεκριμένο περιεχόμενο και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η αιτίαση αυτή, η Επιτροπή, με το έγγραφο οχλήσεως και με την αιτιολογημένη γνώμη, υποστήριξε ότι η παροχή των ως άνω πληροφοριών, τουλάχιστον σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τη σύσταση 2003/558 μέθοδο «pull», ήταν τεχνικώς εφικτή για τους φορείς παροχής υπηρεσιών σταθερής και κινητής τηλεφωνίας οι οποίοι αναπτύσσουν δραστηριότητα στη Λιθουανία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πάντως, η Επιτροπή ουδόλως επέβαλε στη Δημοκρατία της Λιθουανίας την εν λόγω μέθοδο, αλλά περιορίστηκε να διευκρινίσει ότι, κατά την άποψή της, η υποχρέωση την οποία επιβάλλει το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία έχει, ουσιαστικά, εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προϋπόθεση του τεχνικώς εφικτού, από την οποία εξαρτάται η εν λόγω υποχρέωση, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, πληρούται.

26

Αντίθετα προς όσα ισχυρίζεται η Δημοκρατία της Λιθουανίας, η Επιτροπή δεν ισχυρίστηκε επίσης, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εφαρμόσουν μια συγκεκριμένη μέθοδο προκειμένου να συμμορφωθούν προς το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία. Πράγματι, το δικόγραφο της προσφυγής και το υπόμνημα απαντήσεως, όπως προηγουμένως το έγγραφο οχλήσεως και η αιτιολογημένη γνώμη, αναφέρουν απλώς το σημείο 4 της συστάσεως 2003/558, χωρίς, ωστόσο, να απαιτούν την εφαρμογή της μιας ή της άλλης μεθόδου.

27

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή, με το υπόμνημα απαντήσεως, δεν υποστήριξε ότι η Δημοκρατία της Λιθουανίας οφείλει να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο «pull», αλλά ισχυρίστηκε ότι το οικείο κράτος μέλος υποχρεούται να εφαρμόσει στην πράξη τουλάχιστον τα στοιχειώδη τεχνικά μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι, από της ημερομηνίας που καθορίζεται με την πράξη προσχωρήσεως, οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος διαβιβάζονται πράγματι. Η θέση αυτή αντιστοιχεί πλήρως στη θέση που εξέφρασε η Επιτροπή κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία.

28

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προβληθείσα από τη Δημοκρατία της Λιθουανίας ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.

Επί της ουσίας

Επιχειρήματα των διαδίκων

29

Η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι τεχνικώς εφικτό για τους λιθουανικούς φορείς εκμετάλλευσης δημοσίων δικτύων κινητής τηλεφωνίας να παρέχουν πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, στην περίπτωση κατά την οποία αυτός καλεί τον αριθμό «112» από κινητό τηλέφωνο. Από τα στοιχεία που κοινοποίησε η καθής προκύπτει ότι τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας στη Λιθουανία δεν παρουσιάζουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία να εμποδίζουν, από τεχνικής απόψεως, τη διαβίβαση των πληροφοριών αυτών.

30

Ειδικότερα, η σύμβαση περί των υπηρεσιών για τον εντοπισμό του καλούντος που συνήφθη, στις 4 Δεκεμβρίου 2006, μεταξύ του κοινού κέντρου των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και των φορέων παροχής υπηρεσιών δημοσίων δικτύων κινητής τηλεφωνίας αποδεικνύει ότι η διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών είναι τεχνικώς δυνατή, αλλά ότι προς τούτο ενδέχεται να απαιτηθούν πρόσθετες επενδύσεις. Επομένως, η έλλειψη επενδύσεων και οι καθυστερήσεις όσον αφορά την απόκτηση των αναγκαίων προς τούτο εγκαταστάσεων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τεχνική αδυναμία κατά την έννοια του άρθρου 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία.

31

Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το σημείο 4 της συστάσεως 2003/558, στο οποίο αναφέρθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής της, δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη, ενόψει του μη δεσμευτικού χαρακτήρα της ως άνω συστάσεως, να εφαρμόσουν τη μέθοδο «push» αντί της μεθόδου «pull» για την παροχή των σχετικών με τον εντοπισμό του καλούντος πληροφοριών. Επομένως, μολονότι η Δημοκρατία της Λιθουανίας είναι ελεύθερη ως προς την επιλογή της μεθόδου, εντούτοις, υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, να εφαρμόσει στην πράξη τουλάχιστον τα στοιχειώδη τεχνικά μέτρα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι, από της ημερομηνίας που καθορίζεται με την πράξη προσχωρήσεως, οι φορείς εκμετάλλευσης δημοσίων τηλεφωνικών δικτύων, σταθερών και κινητών, παρέχουν τις πληροφορίες αυτές.

32

Η Δημοκρατία της Λιθουανίας ισχυρίζεται ότι η αιτίαση που προβάλλει η Επιτροπή είναι αβάσιμη για τον λόγο και μόνον ότι δεν διατυπώνεται επακριβώς. Δεδομένου ότι το οικείο κράτος μέλος έλαβε όλα τα δυνάμενα να ληφθούν νομοθετικά, τεχνικά και οργανωτικά μέτρα, προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, η αιτίαση της Επιτροπής θα έπρεπε να έχει ως περιεχόμενο τη διαπίστωση παραβάσεως συνισταμένης στην παράλειψη του κράτους να μεριμνήσει ώστε οι εκμεταλλευόμενες δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα επιχειρήσεις να θέτουν τις πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος στη διάθεση των αρχών που επεμβαίνουν σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης.

33

Όσον αφορά το τεχνικώς εφικτό, η Δημοκρατία της Λιθουανίας αναφέρει ότι το κοινό κέντρο των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης διαθέτει τεχνικά μέσα για τη λήψη των σχετικών με τον εντοπισμό του προσώπου που καλεί τον αριθμό «112» πληροφοριών. Εντούτοις, οι φορείς εκμετάλλευσης δημοσίων δικτύων κινητής τηλεφωνίας, οι οποίοι αναπτύσσουν δραστηριότητα στη Λιθουανία, δεν διαθέτουν πάντοτε τεχνικά μέσα για την παροχή των ως άνω πληροφοριών.

34

Το οικείο κράτος μέλος διευκρινίζει ότι η προσαρμογή της μεθόδου «pull», την οποία χρησιμοποιούν ορισμένοι φορείς για εμπορικούς σκοπούς, θα ήταν σαφώς απλούστερη συγκρινόμενη με τη μετάβαση σε ένα σύστημα βασιζόμενο στη μέθοδο «push». Εντούτοις, η απόφαση περί χρησιμοποιήσεως της εν λόγω μεθόδου σήμανε, ταυτόχρονα, την απόρριψη της πραγματοποιήσεως πρόσθετων επενδύσεων για την προσαρμογή της μεθόδου «pull» στις ανάγκες εντοπισμού του τόπου από τον οποίο πραγματοποιήθηκε η κλήση προς τον αριθμό «112».

35

Στο πλαίσιο αυτό, η Δημοκρατία της Λιθουανίας υπογραμμίζει ότι τα αναγκαία για τη διαβίβαση των επίμαχων πληροφοριών τεχνικά μέσα διαφέρουν ριζικά ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο, «pull» ή «push», και ότι και τα δύο συστήματα προϋποθέτουν επενδύσεις και έναν ορισμένο χρόνο προετοιμασίας. Το στοιχείο αυτό, το οποίο συνδέεται με το τεχνικώς εφικτό, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση των λόγων για τους οποίους οι λιθουανικοί φορείς παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας δεν είναι σε θέση να διαβιβάσουν τις σχετικές πληροφορίες στις υπηρεσίες αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.

36

Επιπλέον, θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η αβεβαιότητα που δημιουργεί η σύσταση 2003/558 όσον αφορά τον τρόπο συμμορφώσεως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία και τη σχετική προς τούτο προθεσμία. Συγκεκριμένα, λόγος για παράβαση θα μπορούσε να γίνει μόνον εφόσον ήταν, εξαρχής, γνωστό ποια μέθοδος μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί και από ποια ημερομηνία. Η Δημοκρατία της Λιθουανίας αναφέρει ότι, αν είχε καταστεί εξαρχής σαφές ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να εφαρμόσουν την απλούστερη από τεχνικής απόψεως μέθοδο «pull», θα είχε κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, γεγονός που θα επέτρεπε να εξοικονομηθεί πολύτιμος χρόνος.

37

Εξάλλου, κατά τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, τα σημεία 4 και 13 της συστάσεως 2003/558 θα έπρεπε να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι σκοποί της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία δεν υλοποιούνται αποτελεσματικά όταν γίνεται χρήση της μεθόδου «pull» και ότι, επομένως, απαιτείται η εισαγωγή της μεθόδου «push» στην ευρύτερη δυνατή έκταση. Δεδομένου ότι για την εφαρμογή της δεύτερης αυτής μεθόδου θα απαιτείτο επιπλέον χρόνος, η Επιτροπή θα είχε προβλέψει, με την εν λόγω σύσταση, πρόσθετη προθεσμία.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

38

Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, στα κράτη μέλη εναπόκειται να εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα διαθέτουν πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος στις αρμόδιες για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης αρχές, στο μέτρο του τεχνικώς εφικτού, για όλες τις κλήσεις προς τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης «112».

39

Όπως προκύπτει από την τριακοστή έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, το άρθρο 26, παράγραφος 3, αποσκοπεί στη βελτίωση του επιπέδου προστασίας και ασφάλειας των χρηστών του αριθμού «112» και στην παροχή βοήθειας προς τις υπηρεσίες αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους.

40

Από το γράμμα και τον σκοπό της ως άνω διατάξεως προκύπτει ότι αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση του τεχνικώς εφικτού, μια υποχρέωση αποτελέσματος, η οποία δεν περιορίζεται στη θέσπιση κατάλληλου κανονιστικού πλαισίου, αλλά απαιτεί οι πληροφορίες για τον εντοπισμό των καλούντων τον αριθμό κλήσης «112» να διαβιβάζονται πράγματι στις υπηρεσίες αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.

41

Εν προκειμένω, η Δημοκρατία της Λιθουανίας δεν αμφισβητεί ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, οι ως άνω πληροφορίες δεν διαβιβάζονταν στην περίπτωση κλήσεως από κινητό τηλέφωνο.

42

Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα του οικείου κράτους μέλους ότι η προβαλλόμενη από την Επιτροπή αιτίαση δεν διατυπώνεται επακριβώς, δεδομένου ότι η Δημοκρατία της Λιθουανίας θέσπισε όλα τα αναγκαία νομοθετικά, τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για τη μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη του άρθρου 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, αυτό δεν δύναται να ευδοκιμήσει. Συγκεκριμένα, από τη διατύπωση και την αιτιολόγηση της αιτιάσεως αυτής προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή δεν προσάπτει στη Δημοκρατία της Λιθουανίας ότι μετέφερε πλημμελώς ή ελλιπώς στην εθνική έννομη τάξη την εν λόγω διάταξη, αλλά ότι παρέλειψε να διασφαλίσει, στην πράξη, ότι οι επίμαχες πληροφορίες τίθενται πράγματι στη διάθεση των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.

43

Δεύτερον, όσον αφορά την προϋπόθεση του τεχνικώς εφικτού, από την οποία εξαρτάται η υποχρέωση που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με όσα εκθέτει η Δημοκρατία της Λιθουανίας, η μη διαβίβαση πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος, στην περίπτωση κλήσεων προερχομένων από τα δημόσια δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, οφείλεται στο γεγονός ότι οι φορείς εκμετάλλευσης αυτών των δικτύων δεν διαθέτουν τις αναγκαίες τεχνικές εγκαταστάσεις, για τις οποίες απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις.

44

Όπως εκτέθηκε συναφώς, μετά την αρχική διαφωνία των ως άνω φορέων εκμετάλλευσης και των λιθουανικών αρχών όσον αφορά την ανάληψη του κόστους των εν λόγω επενδύσεων, ο νομοθέτης τροποποίησε, από 1ης Σεπτεμβρίου 2007, το άρθρο 65, παράγραφος 4, του νόμου περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών, το οποίο προβλέπει πλέον ότι οι φορείς εκμετάλλευσης παρέχουν δωρεάν τις επίμαχες πληροφορίες στο κοινό κέντρο των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων εκτάκτου ανάγκης και ότι οι δαπάνες αγοράς, εγκαταστάσεως ή προσαρμογής, ανανεώσεως και λειτουργίας του αναγκαίου προς τούτο εξοπλισμού καλύπτονται από δημόσιους πόρους.

45

Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η συμφωνία περί των υπηρεσιών για τον εντοπισμό του καλούντος που συνήφθη, στις 4 Δεκεμβρίου 2006, μεταξύ του κοινού κέντρου των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και των φορέων παροχής υπηρεσιών δημοσίων δικτύων κινητής τηλεφωνίας και ως προς της οποίας την ερμηνεία τα μέρη διαφωνούν, ότι η μη διαβίβαση πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος, όταν οι κλήσεις προέρχονται από τα ανωτέρω δίκτυα, οφείλεται όχι στα τεχνικά χαρακτηριστικά των δικτύων αυτών, τα οποία εμποδίζουν αντικειμενικά τη διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών, αλλά στην έλλειψη των αναγκαίων επενδύσεων για την αγορά ή την προσαρμογή των εγκαταστάσεων που καθιστούν δυνατή τη διαβίβαση.

46

Πάντως, όπως ορθά επισήμανε η Επιτροπή, η μη αγορά ή η μη προσαρμογή των αναγκαίων εγκαταστάσεων δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τεχνικής φύσεως κώλυμα, κατά την έννοια του άρθρου 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία.

47

Τέλος, όσον αφορά τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Δημοκρατία της Λιθουανίας ως προς τη μέθοδο η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται για τη διαβίβαση των σχετικών με τον εντοπισμό του καλούντος τον αριθμό «112» πληροφοριών, παρατηρείται ότι το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία δεν περιέχει συναφώς καμία ένδειξη και, επομένως, παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιλέξουν τον τρόπο με τον οποίο αυτά προτίθενται να διασφαλίσουν συγκεκριμένα τη διαβίβαση των ως άνω πληροφοριών.

48

Η σύσταση 2003/558 αναφέρει, στο σημείο της 4, δύο μεθόδους. Η πρώτη, η οποία καλείται μέθοδος «push», συνίσταται στην αυτόματη προώθηση των εν λόγω πληροφοριών εκ μέρους των φορέων εκμετάλλευσης δημοσίων τηλεφωνικών δικτύων, ενώ, σύμφωνα με τη δεύτερη, η οποία καλείται μέθοδος «pull», οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται μόνον κατόπιν αιτήσεως των κέντρων που λαμβάνουν κλήσεις επείγουσας ανάγκης.

49

Μολονότι από το γράμμα του σημείου 4 και της δέκατης αιτιολογικής σκέψεως της συστάσεως 2003/558 προκύπτει ότι η Επιτροπή θεωρεί περισσότερο αποτελεσματική την εφαρμογή της πρώτης μεθόδου και συνιστά στα κράτη μέλη να επιβάλουν τη μέθοδο αυτή, τουλάχιστον μετά από μια μεταβατική περίοδο, στους φορείς εκμετάλλευσης δημόσιων τηλεφωνικών δικτύων οι οποίοι αναπτύσσουν δραστηριότητα στην επικράτειά τους, εντούτοις, είναι προφανές ότι η εν λόγω σύσταση, λαμβανομένου υπόψη του μη δεσμευτικού της χαρακτήρα, δεν μπορεί να επιβάλει στα κράτη μέλη υποχρέωση χρησιμοποιήσεως συγκεκριμένης μεθόδου για την εφαρμογή του άρθρου 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία.

50

Η έλλειψη αυτή δεσμευτικού χαρακτήρα της συστάσεως 2003/558 όχι μόνον απορρέει από το άρθρο 249, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ, αλλά επιβεβαιώνεται ρητώς και από το άρθρο 19 της οδηγίας-πλαισίου, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για τη θέσπιση της εν λόγω συστάσεως. Συγκεκριμένα, από την πρώτη παράγραφο του ως άνω άρθρου 19 προκύπτει σαφώς ότι μια εθνική κανονιστική αρχή δύναται να επιλέξει να μην ακολουθήσει σύσταση εκδοθείσα από την Επιτροπή βάσει της διατάξεως αυτής, υποχρεούται, ωστόσο, να ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή και να αιτιολογήσει τη θέση της.

51

Μολονότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα ως προς την επιλογή της μεθόδου την οποία οι φορείς εκμετάλλευσης δημόσιων τηλεφωνικών δικτύων πρέπει να εφαρμόζουν για τη διαβίβαση των σχετικών με τον εντοπισμό των καλούντων τον αριθμό «112» πληροφοριών, εντούτοις, δεσμεύονται από την προβλεπόμενη από το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία σαφή και ρητή υποχρέωση αποτελέσματος, η οποία τους επιβάλλει να διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες αυτές τίθενται πράγματι στη διάθεση των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.

52

Ειδικότερα, ένα κράτος μέλος δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ενδεχόμενη καθυστέρηση εκπληρώσεως της ως άνω υποχρεώσεως για μόνο τον λόγο ότι αποφάσισε να εφαρμόσει τη μέθοδο «push», η οποία βασίζεται στην αυτόματη διαβίβαση των πληροφοριών για τον εντοπισμό του καλούντος.

53

Συναφώς, διαπιστώνεται ότι αντίθετα προς όσα ισχυρίζεται η Δημοκρατία της Λιθουανίας, η σύσταση 2003/558 δεν χορηγεί πρόσθετη προθεσμία στα κράτη μέλη που επέλεξαν τη μέθοδο «push». Όχι μόνον η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να παρατείνει νομίμως την αποκλειστική προθεσμία που τάσσεται στα κράτη μέλη για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, αλλά, επιπλέον, όπως προκύπτει από το γράμμα του σημείου 4 της ως άνω συστάσεως, η σύσταση αυτή σε καμία περίπτωση δεν αποσκοπεί στο να απαλλάξει τα κράτη μέλη από την τήρηση της εν λόγω προθεσμίας. Συγκεκριμένα, μολονότι το σημείο 4 προβλέπει τη δυνατότητα εφαρμογής της μεθόδου «push» μόνον κατόπιν μεταβατικής περιόδου, αναφέρει, συγχρόνως, ότι, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος πρέπει, τουλάχιστον, να παρέχονται κατόπιν αιτήσεως των υπηρεσιών αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, ήτοι σύμφωνα με τη μέθοδο «pull».

54

Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αβεβαιότητα σχετικά με τη μέθοδο και την προθεσμία για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως που επιβάλλει το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή καθώς και η σύσταση 2003/558 δεν δικαιολογούν συναφώς καμία αντικειμενική αμφιβολία. Υπό τις περιστάσεις αυτές και λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι η Δημοκρατία της Λιθουανίας επισήμανε η ίδια, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι η σύσταση 2003/558 δεν είναι δεσμευτική για τα κράτη μέλη, το οικείο κράτος μέλος δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλείται ότι η καθυστερημένη εφαρμογή στην πράξη του άρθρου 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία δικαιολογείται λόγω εσφαλμένης κατανόησης των υποχρεώσεών του.

55

Κατόπιν των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Λιθουανίας παραλείποντας να διασφαλίσει, στην πράξη, ότι οι αρμόδιες για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης αρχές λαμβάνουν, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικώς εφικτό, πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, για όλες τις κλήσεις προς τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης «112», όταν χρησιμοποιούνται τα δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία.

Επί των δικαστικών εξόδων

56

Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Δημοκρατία της Λιθουανίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι ηττήθηκε και η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Η Δημοκρατία της Λιθουανίας παραλείποντας να διασφαλίσει, στην πράξη, ότι οι αρμόδιες για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης αρχές λαμβάνουν, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικώς εφικτό, πληροφορίες για τον εντοπισμό του καλούντος, για όλες τις κλήσεις προς τον ενιαίο ευρωπαϊκό αριθμό κλήσης έκτακτης ανάγκης «112», όταν χρησιμοποιούνται τα δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 26, παράγραφος 3, της οδηγίας 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία).

 

2)

Καταδικάζει τη Δημοκρατία της Λιθουανίας στα δικαστικά έξοδα.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η λιθουανική.