Υπόθεση C-300/06
Ursula Voß
κατά
Land Berlin
(αίτηση του Bundesverwaltungsgericht
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Άρθρο 141 ΕΚ — Αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και εργαζομένων γυναικών — Δημόσιοι υπάλληλοι — Παροχή υπερωριακής εργασίας — Έμμεση δυσμενής διάκριση των εργαζομένων κατά μερική απασχόληση γυναικών»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer της 10ης Ιουλίου 2007
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 6ης Δεκεμβρίου 2007
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινωνική πολιτική — Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι — Ισότητα αμοιβών
(Άρθρο 141 ΕΚ)
Το άρθρο 141 ΕΚ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνική ρύθμιση περί της αμοιβής των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία, αφενός, ορίζει τις ώρες υπερωριακής εργασίας που παρέχουν τόσον οι υπάλληλοι που εργάζονται κατά πλήρη απασχόληση όσο και αυτοί που εργάζονται κατά μερική απασχόληση ως τις ώρες εργασίας τις οποίες παρέχουν πέραν του ατομικού τους ωραρίου εργασίας και, αφετέρου, προβλέπει για τις ώρες αυτές αμοιβή κατώτερη από την ωριαία αμοιβή που καταβάλλεται για τις ώρες εργασίας που παρέχονται εντός των ορίων του ατομικού ωραρίου εργασίας, οπότε οι δημόσιοι υπάλληλοι που εργάζονται κατά μερική απασχόληση αμείβονται λιγότερο απ’ ό,τι οι δημόσιοι υπάλληλοι που εργάζονται κατά πλήρη απασχόληση, όσον αφορά τις ώρες εργασίας που παρέχουν πέραν του ατομικού τους ωραρίου εργασίας και μέχρι συμπληρώσεως του αριθμού των ωρών εργασίας που οφείλει να παράσχει ένας δημόσιος υπάλληλος εργαζόμενος κατά πλήρη απασχόληση στο πλαίσιο του ωραρίου του, στην περίπτωση κατά την οποία:
– μεταξύ του συνόλου των εργαζομένων που υπόκεινται στην εν λόγω ρύθμιση θίγεται σημαντικά υψηλότερο ποσοστό εργαζομένων γυναικών απ’ ό,τι εργαζομένων ανδρών,
– η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.
(βλ. σκέψη 44 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 6ης Δεκεμβρίου 2007 (*)
«Άρθρο 141 ΕΚ – Αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και εργαζομένων γυναικών – Δημόσιοι υπάλληλοι – Παροχή υπερωριακής εργασίας – Έμμεση δυσμενής διάκριση των εργαζομένων κατά μερική απασχόληση γυναικών»
Στην υπόθεση C‑300/06,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) με απόφαση της 11ης Μαΐου 2006, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Ιουλίου 2006, στο πλαίσιο της δίκης
Ursula Voß
κατά
Land Berlin,
παρισταμένης της:
Vertreterin des Bundesinteresses beim Bundesverwaltungsgericht,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano, A. Borg Barthet (εισηγητή), M. Ilešič και E. Levits, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η U. Voß, εκπροσωπούμενη από τον E. Ribet Buse, Rechtsanwalt,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και C. Blaschke,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους V. Kreuschitz και M. van Beek,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 141 ΕΚ.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της U. Voß και του ομοσπόνδου κράτους του Βερολίνου σχετικά με την αμοιβή των ωρών υπερωριακής εργασίας που παρέσχε αυτή, η οποία εργάζεται κατά μερική απασχόληση.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Το άρθρο 141, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας.
2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “αμοιβή” νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.
Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου, συνεπάγεται:
α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ’ αποκοπή καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως·
β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.»
Η εθνική νομοθεσία
4 Το άρθρο 35, παράγραφος 2, του νόμου περί των δημοσίων υπαλλήλων του ομοσπόνδου κράτους (Landesbeamtengesetz), όπως τροποποιήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1979 (GVBI BE, σ. 368), έχει ως εξής:
«Ο υπάλληλος υποχρεούται να ασκεί τα καθήκοντά του, χωρίς αμοιβή, πέραν του κανονικού εβδομαδιαίου ωραρίου, όταν επιτακτικές υπηρεσιακές ανάγκες το επιβάλλουν και η υπερεργασία περιορίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στον υπάλληλο ο οποίος υποχρεούται να παράσχει υπερεργασία, η οποία έχει υπηρεσιακώς διαταχθεί ή επιτραπεί, πλέον των πέντε ωρών μηνιαίως, πρέπει να χορηγείται αντισταθμιστική άδεια ανάπαυσης εντός τριών μηνών. Όταν η χορήγηση της αντισταθμιστικής αυτής αδείας δεν συνάδει προς το συμφέρον της υπηρεσίας, οι υπάλληλοι που έχουν καταταγεί σε βαθμούς που περιλαμβάνουν αύξηση αποδοχών μπορούν να λάβουν αντί της αδείας αμοιβή για τις αντίστοιχες ώρες υπερωριακής εργασίας μέχρι του ορίου των 480 ωρών ετησίως.»
5 Ο ομοσπονδιακός νόμος περί των αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων (Bundesbesoldungsgesetz, στο εξής: BBesG), ο οποίος, δυνάμει του άρθρου του 1, παράγραφος 1, σημείο 1, ρυθμίζει επίσης τις αποδοχές των υπαλλήλων των ομοσπόνδων κρατών, προβλέπει στο άρθρο του 6, παράγραφος 1, τα εξής:
«Σε περίπτωση μερικής απασχολήσεως, η αμοιβή και ο χρόνος εργασίας μειώνονται αναλόγως.»
6 Το άρθρο 48 του BBesG εξουσιοδοτεί την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να ρυθμίσει με κανονιστική πράξη το ζήτημα της αμοιβής των ωρών υπερωριακής εργασίας στον βαθμό που δεν αντισταθμίζονται από αντισταθμιστική άδεια ανάπαυσης.
7 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της κανονιστικής πράξεως περί της αμοιβής των ωρών υπερωριακής εργασίας που παρέχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι (Verordnung über die Gewährung von Mehrarbeitsvergütung für Beamte), της 13ης Μαρτίου 1992 (BGBl. 1992 I, σ. 528), όπως αναθεωρήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 1998 (BGBl. 1998 I, σ. 3494, στο εξής: MVergV), η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 48, παράγραφος 1, του BBesG:
«Οι δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν καταταγεί σε βαθμούς που περιλαμβάνουν αύξηση αποδοχών μπορούν να λάβουν αμοιβή για τις ώρες υπερωριακής εργασίας στους ακόλουθους τομείς:
[...]
6. στην εκπαίδευση για το διδακτικό προσωπικό.»
8 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της MVergV ορίζει τα εξής:
«Η αμοιβή παρέχεται μόνον όταν η υπερωριακή εργασία παρασχέθηκε από υπάλληλο υπαγόμενο στο καθεστώς του χρόνου εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων και για τον οποίο οι ώρες αυτές υπερωριακής εργασίας:
1) επιβλήθηκαν ή επιτράπηκαν εγγράφως,
2) υπερβαίνουν πλέον των πέντε ωρών ανά ημερολογιακό μήνα τον κανονικό μηνιαίο χρόνο εργασίας ή, στον βαθμό που ο υπάλληλος δεν εργάστηκε παρά κατά τη διάρκεια μέρους ημερολογιακού μήνα, το ανάλογο ποσοστό του μηνιαίου χρόνου εργασίας, και
3) δεν μπορούν να αντισταθμιστούν, λόγω επιτακτικών υπηρεσιακών αναγκών, από αντισταθμιστική άδεια ανάπαυσης χορηγούμενη εντός τριών μηνών.»
9 Σύμφωνα με το άρθρο 4 της MVergV, το ποσό της αμοιβής που χορηγείται ανά ώρα υπερωριακής εργασίας ποικίλλει ανάλογα με τον βαθμό του υπαλλήλου.
10 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, της MVergV ορίζει τα εξής:
«Στην περίπτωση κατά την οποία η υπερωριακή εργασία παρέχεται στην εκπαίδευση,
1) τρεις διδακτικές ώρες ισοδυναμούν με πέντε ώρες για την εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος l, σημείο 2, [της εν λόγω κανονιστικής πράξεως]·
[...]»
11 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι σύμφωνα με την MVergV η αμοιβή των ωρών υπερωριακής εργασίας είναι κατώτερη από την αμοιβή των ωρών εργασίας που παρέχεται στο πλαίσιο του ατομικού ωραρίου εργασίας.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
12 Η U. Voß είναι δημόσιος υπάλληλος και εργάζεται ως εκπαιδευτικός για το ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου. Κατά το χρονικό διάστημα από 15 Ιουλίου 1999 έως 29 Μαΐου 2000, άσκησε την επαγγελματική της δραστηριότητα κατά μερική απασχόληση, ήτοι 23 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως. Ο αριθμός των διδακτικών ωρών που οφείλει να συμπληρώσει ένας εκπαιδευτικός που εργάζεται κατά πλήρη απασχόληση ανερχόταν την περίοδο εκείνη στις 26,5 ώρες.
13 Μεταξύ της 11ης Ιανουαρίου και της 23ης Μαΐου 2000, η U. Voß παρέσχε, κάθε μήνα, υπερωριακή εργασία μεταξύ 4 και 6 διδακτικών ωρών πέραν του ατομικού της ωραρίου εργασίας.
14 Η αμοιβή που έλαβε η U. Voß για το χρονικό αυτό διάστημα ανήλθε στα 1075,14 γερμανικά μάρκα (DEM). Κατά το αιτούν δικαστήριο, η αμοιβή που έλαβε για τον ίδιο αριθμό ωρών εργασίας ένας εκπαιδευτικός εργαζόμενος κατά πλήρη απασχόληση ανερχόταν στα 1616,15 DEM για το ίδιο χρονικό διάστημα.
15 Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί το αποτέλεσμα αυτό από το γεγονός ότι για τις ώρες εργασίας που παρέσχε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης πλέον του ατομικού της ωραρίου εργασίας και μέχρι συμπληρώσεως του κανονικού χρόνου εργασίας πλήρους απασχολήσεως, που αποτελούν ώρες υπερωριακής εργασίας, καταβλήθηκε μικρότερη ωριαία αμοιβή απ’ ό,τι για τις αντίστοιχες ώρες εργασίας που παρέσχε ένας εκπαιδευτικός πλήρους απασχολήσεως, οι οποίες περιλαμβάνονται στο ατομικό ωράριο εργασίας αυτού.
16 Το αιτούν δικαστήριο διαπίστωσε έτσι ότι, κατά την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου και Μαΐου 2000, για ίδιο χρόνο εργασίας, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης αμείφθηκε λιγότερο απ’ ό,τι ένας εκπαιδευτικός εργαζόμενος κατά πλήρη απασχόληση.
17 Η U. Voß ζήτησε, για τον υπολογισμό της αμοιβής των ωρών της υπερωριακής εργασίας που παρέσχε εντός των ορίων των 26,5 διδακτικών ωρών εβδομαδιαίως, την εφαρμογή της ίδιας ωριαίας αμοιβής με αυτήν που καταβάλλεται για τις ώρες εργασίας που παρέχουν οι εκπαιδευτικοί πλήρους απασχολήσεως στο πλαίσιο του κανονικού ωραρίου εργασίας τους, αντί για την ωριαία αμοιβή που προβλέπει η MVergV για τις ώρες υπερωριακής εργασίας.
18 Δεδομένου ότι το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου, η U. Voß άσκησε προσφυγή κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως ενώπιον του Verwaltungsgericht, το οποίο δέχθηκε την προσφυγή. Το ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου άσκησε «Revision», ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht, κατά της αποφάσεως που δέχθηκε την ως άνω προσφυγή.
19 Κατά το Bundesverwaltungsgericht, το ζήτημα που ανακύπτει από τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί έγκειται στο αν η χαμηλότερη αμοιβή των ωρών διδακτικού έργου που παρέχουν οι εκπαιδευτικοί μερικής απασχολήσεως ως υπερωριακή εργασία συνιστά, σε σχέση με το τμήμα των αποδοχών που λαμβάνουν οι εκπαιδευτικοί πλήρους απασχολήσεως για τον ίδιο αριθμό ωρών στο πλαίσιο του κανονικού τους χρόνου εργασίας, δυσμενή διάκριση των θηλέων εκπαιδευτικών απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από το αν το άρθρο 141, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ επιβάλλει οι ώρες υπερωριακής εργασίας που παρέχει ένας υπάλληλος μερικής απασχολήσεως μέχρι του ορίου των ωρών εργασίας που οφείλει να παράσχει ένας εκπαιδευτικός εργαζόμενος κατά πλήρη απασχόληση να μην αμείβονται λιγότερο απ’ ό,τι η υπηρεσία του αυτού χρόνου ενός υπαλλήλου που εργάζεται κατά πλήρη απασχόληση στο πλαίσιο του κανονικού χρόνου εργασίας του.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesverwaltungsgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αντίκειται το άρθρο 141 ΕΚ σε εθνική ρύθμιση, κατά την οποία το επίπεδο αμοιβής για υπερωρίες είναι το ίδιο για τους δημοσίους υπαλλήλους που εργάζονται κατά πλήρη απασχόληση και για εκείνους που εργάζονται κατά μερική απασχόληση, η δε αμοιβή αυτή είναι κατώτερη από το τμήμα των αποδοχών ενός πλήρως απασχολούμενου δημοσίου υπαλλήλου που αντιστοιχεί σε ίδιας διάρκειας εργασία παρασχεθείσα στο πλαίσιο του κανονικού ωραρίου του, όταν οι μερικώς απασχολούμενοι υπάλληλοι είναι κατά πλειονότητα γυναίκες;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
21 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 141 ΕΚ έχει την έννοια ότι απαγορεύει εθνική ρύθμιση που αφορά την αμοιβή των δημοσίων υπαλλήλων, ως η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης, και η οποία, αφενός, ορίζει τις ώρες υπερωριακής εργασίας που παρέχουν τόσο οι υπάλληλοι που εργάζονται κατά πλήρη απασχόληση όσο και οι υπάλληλοι που εργάζονται κατά μερική απασχόληση ως τις ώρες που εργάζονται πέραν του ατομικού ωραρίου εργασίας τους και, αφετέρου, αμείβει τις ώρες αυτές βάσει ωριαίας αμοιβής μικρότερης αυτής που ισχύει για τις ώρες εργασίας που παρέχονται εντός των ορίων του ατομικού ωραρίου εργασίας, οπότε οι υπάλληλοι μερικής απασχολήσεως αμείβονται λιγότερο απ’ ό,τι οι υπάλληλοι πλήρους απασχολήσεως για τις ώρες εργασίας που παρέχουν πέραν του ατομικού ωραρίου τους και μέχρι συμπληρώσεως του αριθμού των ωρών εργασίας που οφείλει να παράσχει ένας υπάλληλος πλήρους απασχολήσεως στο πλαίσιο του ωραρίου του, όταν οι υπάλληλοι που εργάζονται κατά μερική απασχόληση είναι κατά πλειονότητα γυναίκες.
22 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ισχυρίζονται ότι η αμοιβή αυτών των ωρών υπερωριακής εργασίας, δεδομένου ότι είναι κατώτερη από αυτήν των ωρών εργασίας που παρέχεται στο πλαίσιο του ατομικού ωραρίου εργασίας, συνεπάγεται έμμεση δυσμενή διάκριση, καθόσον έχει ως συνέπεια οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται κατά μερική απασχόληση, οι οποίοι είναι στην πλειονότητά τους γυναίκες, να λαμβάνουν, όταν παρέχουν υπερωριακή εργασία πέραν του ατομικού τους ωραρίου και μέχρι συμπληρώσεως του αριθμού των ωρών της οφειλομένης να παρασχεθεί εργασίας στο πλαίσιο πλήρους απασχολήσεως, χαμηλότερη αμοιβή, για τον ίδιο αριθμό ωρών παρασχεθείσας εργασίας, από αυτή που λαμβάνουν οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται κατά πλήρη απασχόληση.
23 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν υφίσταται άνιση μεταχείριση όσον αφορά τις ώρες υπερωριακής εργασίας, δεδομένου ότι για τους εκπαιδευτικούς που εργάζονται κατά πλήρη απασχόληση και γι’ αυτούς που εργάζονται κατά μερική απασχόληση ισχύει η ίδια ωριαία αμοιβή, που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, της MVergV, ως αντίτιμο για την παροχή ωρών υπερωριακής εργασίας.
24 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 141 ΕΚ θέτει την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ των εργαζομένων ανδρών και των εργαζομένων γυναικών για την ίδια εργασία. Η αρχή αυτή αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (βλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne, Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψη 12).
25 Η αρχή της ισότητας των αμοιβών αποκλείει όχι μόνον την εφαρμογή διατάξεων που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις στηριζόμενες ευθέως στο φύλο, αλλά και την εφαρμογή διατάξεων που διατηρούν τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των ανδρών εργαζομένων και των γυναικών εργαζομένων κατ’ εφαρμογήν κριτηρίων μη στηριζομένων στο φύλο, εφόσον η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν μπορεί να εξηγηθεί από παράγοντες αντικειμενικά δικαιολογημένους και ξένους προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου (αποφάσεις της 13ης Μαΐου 1986, 170/84, Bilka-Kaufhaus, Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψεις 29 και 30, της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-399/92, C-409/92, C‑425/92, C-34/93, C-50/93 και C-78/93, Helmig κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. I‑5727, σκέψη 20, καθώς και της 27ης Μαΐου 2004, C‑285/02, Elsner-Lakeberg, Συλλογή 2004, σ. I‑5861, σκέψη 12).
26 Δεν αμφισβητείται ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση ουδεμία δυσμενή διάκριση εισάγει στηριζόμενη ευθέως στο φύλο. Πρέπει ωστόσο να εξεταστεί αν μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να συνεπάγεται έμμεση δυσμενή διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 141 ΕΚ.
27 Προς τούτο, πρέπει, κατ’ αρχάς, να καθοριστεί, αφενός, αν η εν λόγω ρύθμιση εισάγει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων πλήρως απασχολήσεως και των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως και, αφετέρου, αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση επηρεάζει πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ’ ό,τι ανδρών.
28 Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα δύο αυτά ερωτήματα, ανακύπτει, εν συνεχεία, το ερώτημα της υπάρξεως παραγόντων αντικειμενικών και ξένων προς κάθε δυσμενή διάκριση στηριζόμενη στο φύλο που να μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαπιστωθείσα διαφορετική μεταχείριση.
29 Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει διαφορετική μεταχείριση όταν η αμοιβή που καταβάλλεται στους εργαζομένους κατά πλήρη απασχόληση είναι υψηλότερη από αυτή που καταβάλλεται στους εργαζομένους κατά μερική απασχόληση, για ίδιο αριθμό ωρών της ίδιας εργασίας που παρασχέθηκε λόγω της υπάρξεως σχέσεως έμμισθης εργασίας (προπαρατεθείσα απόφαση Helmig κ.λπ., σκέψη 26).
30 Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί σε δύο περιπτώσεις επί του ζητήματος της υπάρξεως διαφορετικής μεταχείρισης μεταξύ των εργαζομένων κατά πλήρη απασχόληση και των εργαζομένων κατά μερική απασχόληση όσον αφορά την αμοιβή των υπερωριών.
31 Με τις σκέψεις 26 έως 30 της προπαρατεθείσας απόφασης Helmig κ.λπ., το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπάρχει διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων κατά μερική απασχόληση και των εργαζομένων κατά πλήρη απασχόληση όταν οι εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις προβλέπουν την καταβολή προσαυξήσεων μισθού για τις ώρες υπερωριακής εργασίας μόνο σε περίπτωση υπερβάσεως του κανονικού χρόνου εργασίας, όπως αυτός ορίζεται από συλλογική σύμβαση, και όχι σε περίπτωση υπερβάσεως του ατομικού ωραρίου εργασίας. Το Δικαστήριο διαπίστωσε, υπό τις περιστάσεις αυτές, ότι οι εργαζόμενοι κατά μερική απασχόληση λαμβάνουν πράγματι, για τις ίδιες ώρες εργασίας, την ίδια αμοιβή με εκείνη που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι κατά πλήρη απασχόληση, τούτο δε τόσο όταν δεν υπάρχει υπέρβαση του κανονικού χρόνου εργασίας, όπως αυτός ορίζεται από τις συλλογικές συμβάσεις, όσο και όταν παρέχεται εργασία πέραν του χρόνου αυτού, καθόσον των προσαυξήσεων λόγω υπερωριών τυγχάνουν, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, αμφότερες οι κατηγορίες εργαζομένων.
32 Αντιθέτως, με τη σκέψη 17 της προπαρατεθείσας απόφασης Elsner-Lakeberg, το Δικαστήριο έκρινε ότι υφίσταται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων κατά μερική απασχόληση και των εργαζομένων κατά πλήρη απασχόληση όταν οι εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις προβλέπουν ότι όλοι οι εργαζόμενοι οφείλουν να παράσχουν εργασία τουλάχιστον τριών διδακτικών ωρών μηνιαίως πέραν του ατομικού ωραρίου εργασίας τους για να αποκτήσουν δικαίωμα λήψεως αμοιβής για τις ώρες υπερωριακής εργασίας.
33 Στην υπόθεση αυτή, η E. Elsner-Lakeberg, η οποία ήταν εκπαιδευτικός, παρείχε εργασία 15 διδακτικών ωρών εβδομαδιαίως, ενώ οι εκπαιδευτικοί πλήρους απασχολήσεως συμπλήρωναν 24,5 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως. Η E. Elsner-Lakeberg είχε συμπληρώσει 2,5 διδακτικές ώρες υπερωριακής εργασίας κατά τη διάρκεια ενός μηνός. Κατά συνέπεια, δεν είχε δικαίωμα λήψεως αμοιβής για την υπερωριακή αυτή εργασία. Επομένως, είχε αμειφθεί για 15 διδακτικές ώρες, ενώ είχε συμπληρώσει 17,5 ώρες. Αντιθέτως, ένας εκπαιδευτικός πλήρους απασχολήσεως ο οποίος θα είχε παράσχει εργασία 17,5 διδακτικών ωρών θα είχε αμειφθεί για 17,5 διδακτικές ώρες, δεδομένου ότι δεν θα είχε υπερβεί το ατομικό του ωράριο εβδομαδιαίας εργασίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι από τα ανωτέρω προέκυπτε διαφορετική μεταχείριση όσον αφορά την αμοιβή, δεδομένου ότι, για παροχή εργασίας ίσου αριθμού διδακτικών ωρών, οι εργαζόμενοι κατά μερική απασχόληση αμείβονταν λιγότερο απ’ ό,τι οι εργαζόμενοι κατά πλήρη απασχόληση.
34 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η U. Voß, η οποία εργάζεται κατά μερική απασχόληση, λαμβάνει αμοιβή η οποία, για παροχή εργασίας ίσου αριθμού ωρών, είναι κατώτερη από αυτή που καταβάλλεται σε εκπαιδευτικό ο οποίος ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα κατά πλήρη απασχόληση, όσον αφορά τις ώρες εργασίας που παρέσχε πέραν του ατομικού της ωραρίου εργασίας και μέχρι συμπληρώσεως του κανονικού χρόνου εργασίας πλήρους απασχολήσεως.
35 Έτσι, ένας εκπαιδευτικός μερικής απασχολήσεως, του οποίου το ατομικό ωράριο εργασίας είναι 23 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως, λαμβάνει, παρέχοντας 3,5 διδακτικές ώρες εργασίας πέραν του ωραρίου αυτού, αμοιβή κατώτερη από αυτήν που λαμβάνει ένας εκπαιδευτικός πλήρους απασχολήσεως για την παροχή εργασίας 26,5 διδακτικών ωρών.
36 Από την εξέταση των στοιχείων της αμοιβής προκύπτει ότι η κατάσταση αυτή απορρέει από το γεγονός ότι οι ώρες υπερωριακής εργασίας, οι οποίες αμείβονται λιγότερο απ’ ό,τι οι λεγόμενες «κανονικές» ώρες, ορίζονται ως οι ώρες εργασίας οι οποίες παρέχονται πέραν του κανονικού χρόνου εργασίας, όπως αυτός ορίζεται από το ατομικό ωράριο του εκπαιδευτικού, το οποίο είναι προφανώς διαφορετικό ανάλογα με το αν ο μισθωτός εργάζεται κατά πλήρη ή κατά μερική απασχόληση. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η κατώτερη ωριαία αμοιβή για τις υπερωρίες εφαρμόζεται στους εκπαιδευτικούς πλήρους απασχολήσεως μόνον πέραν των 26,5 διδακτικών ωρών εβδομαδιαίως, ενώ, όσον αφορά τους εργαζομένους κατά μερική απασχόληση, η αμοιβή αυτή εφαρμόζεται όταν οι τελευταίοι αυτοί υπερβαίνουν το ατομικό ωράριο εργασίας τους, το οποίο είναι, εξ ορισμού, κατώτερο των 26,5 ωρών. Στην περίπτωση της U. Voß, η κατώτερη ωριαία αμοιβή εφαρμόζεται για τις ώρες εργασίας οι οποίες παρέχονται πέραν των 23 διδακτικών ωρών εβδομαδιαίως.
37 Επομένως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία η αμοιβή των ωρών υπερωριακής εργασίας που παρέχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι που εργάζονται κατά μερική απασχόληση πέραν του ατομικού τους ωραρίου εργασίας και μέχρι συμπληρώσεως του κανονικού χρόνου εργασίας πλήρους απασχολήσεως είναι κατώτερη από αυτή των ωρών εργασίας που παρέχουν οι δημόσιοι υπάλληλοι πλήρους απασχολήσεως, συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων εις βάρος των εργαζομένων κατά μερική απασχόληση.
38 Στην περίπτωση κατά την οποία η διαφορετική αυτή μεταχείριση θα έθιγε σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ’ ό,τι ανδρών και στον βαθμό που δεν θα υπήρχαν αντικειμενικοί παράγοντες ξένοι προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου που να μπορούν να δικαιολογήσουν μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση, το άρθρο 141 ΕΚ δεν θα επέτρεπε την εν λόγω εθνική ρύθμιση.
39 Κατά το αιτούν δικαστήριο, το 88 % περίπου των εκπαιδευτικών που απασχολούνταν από το ομόσπονδο κράτος του Βερολίνου κατά μερική απασχόληση την άνοιξη του 2000 ήσαν γυναίκες.
40 Ωστόσο, για να ελεγχθεί αν η διαπιστωθείσα διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων κατά πλήρη απασχόληση και των εργαζομένων κατά μερική απασχόληση θίγει σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό γυναικών απ’ ό,τι ανδρών, πρέπει το αιτούν δικαστήριο να λάβει υπόψη το σύνολο των εργαζομένων που υπόκεινται στην εθνική ρύθμιση στην οποία οφείλεται η διαφορετική μεταχείριση η οποία διαπιστώθηκε στη σκέψη 37 της παρούσας αποφάσεως. Προς τούτο, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν η εν λόγω διαφορετική μεταχείριση οφείλεται στον BBesG και/ή στην MVergV, καθόσον, κατ’ αρχήν, ο κύκλος των ατόμων που μπορούν να περιληφθούν στη σύγκριση καθορίζεται από το πεδίο εφαρμογής της επίμαχης ρυθμίσεως (απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2004, C‑256/01, Allonby, Συλλογή 2004, σ. I-873, σκέψη 73).
41 Πρέπει επίσης να υπομνησθεί, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 59 της απόφασής του της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-167/97, Seymour-Smith και Perez (Συλλογή 1999, σ. I-623), ότι η καλύτερη μέθοδος συγκρίσεως των στατιστικών στοιχείων συνίσταται στη σύγκριση των ποσοστών των εργαζομένων που θίγονται από την εν λόγω διαφορετική μεταχείριση, αφενός, στο πλαίσιο του ανδρικού εργατικού δυναμικού και, αφετέρου, των ίδιων ποσοστών στο πλαίσιο του γυναικείου εργατικού δυναμικού.
42 Αν από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία προκύψει ότι το ποσοστό των εργαζομένων κατά μερική απασχόληση στο πλαίσιο της ομάδας των εργαζομένων γυναικών είναι αισθητά υψηλότερο απ’ ό,τι το ποσοστό των εργαζομένων κατά μερική απασχόληση στο πλαίσιο της ομάδας των εργαζομένων ανδρών, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι από μια τέτοια κατάσταση προκύπτει, κατά τα φαινόμενα, δυσμενής διάκριση λόγω φύλου, εκτός αν η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Seymour-Smith και Perez, σκέψη 60 έως 63).
43 Δεν προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης, η κατώτερη αμοιβή των ωρών υπερωριακής εργασίας που παρέχουν οι εργαζόμενοι κατά μερική απασχόληση στηρίζεται σε παράγοντες που δικαιολογούνται αντικειμενικά από λόγους ξένους προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου. Ωστόσο, τούτο πρέπει να εξακριβωθεί από το αιτούν δικαστήριο.
44 Κατά συνέπεια, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 141 ΕΚ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνική ρύθμιση περί της αμοιβής των δημοσίων υπαλλήλων, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία, αφενός, ορίζει τις ώρες υπερωριακής εργασίας που παρέχουν τόσον οι υπάλληλοι που εργάζονται κατά πλήρη απασχόληση όσο και αυτοί που εργάζονται κατά μερική απασχόληση ως τις ώρες εργασίας τις οποίες παρέχουν πέραν του ατομικού τους ωραρίου εργασίας και, αφετέρου, προβλέπει για τις ώρες αυτές αμοιβή κατώτερη από την ωριαία αμοιβή που καταβάλλεται για τις ώρες εργασίας που παρέχονται εντός των ορίων του ατομικού ωραρίου εργασίας, οπότε οι δημόσιοι υπάλληλοι που εργάζονται κατά μερική απασχόληση αμείβονται λιγότερο απ’ ό,τι οι δημόσιοι υπάλληλοι που εργάζονται κατά πλήρη απασχόληση, όσον αφορά τις ώρες εργασίας που παρέχουν πέραν του ατομικού τους ωραρίου εργασίας και μέχρι συμπληρώσεως του αριθμού των ωρών εργασίας που οφείλει να παράσχει ένας δημόσιος υπάλληλος εργαζόμενος κατά πλήρη απασχόληση στο πλαίσιο του ωραρίου του, στην περίπτωση κατά την οποία:
– μεταξύ του συνόλου των εργαζομένων που υπόκεινται στην εν λόγω ρύθμιση θίγεται σημαντικά υψηλότερο ποσοστό εργαζομένων γυναικών απ’ ό,τι εργαζομένων ανδρών,
και
– η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 141 ΕΚ έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει εθνική ρύθμιση περί της αμοιβής των δημοσίων υπαλλήλων, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη η οποία, αφενός, ορίζει τις ώρες υπερωριακής εργασίας που παρέχουν τόσον οι υπάλληλοι που εργάζονται κατά πλήρη απασχόληση όσο και αυτοί που εργάζονται κατά μερική απασχόληση ως τις ώρες εργασίας τις οποίες παρέχουν πέραν του ατομικού τους ωραρίου εργασίας και, αφετέρου, προβλέπει για τις ώρες αυτές αμοιβή κατώτερη από την ωριαία αμοιβή που καταβάλλεται για τις ώρες εργασίας που παρέχονται εντός των ορίων του ατομικού ωραρίου εργασίας, οπότε οι δημόσιοι υπάλληλοι που εργάζονται κατά μερική απασχόληση αμείβονται λιγότερο απ’ ό,τι οι δημόσιοι υπάλληλοι που εργάζονται κατά πλήρη απασχόληση, όσον αφορά τις ώρες εργασίας που παρέχουν πέραν του ατομικού τους ωραρίου εργασίας και μέχρι συμπληρώσεως του αριθμού των ωρών εργασίας που οφείλει να παράσχει ένας δημόσιος υπάλληλος εργαζόμενος κατά πλήρη απασχόληση στο πλαίσιο του ωραρίου του, στην περίπτωση κατά την οποία:
– μεταξύ του συνόλου των εργαζομένων που υπόκεινται στην εν λόγω ρύθμιση θίγεται σημαντικά υψηλότερο ποσοστό εργαζομένων γυναικών απ’ ό,τι εργαζομένων ανδρών,
και
– η διαφορετική μεταχείριση δεν δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς κάθε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.