Υπόθεση C-490/04

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

«Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Παραδεκτό — Άρθρο 49 ΕΚ — Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Απόσπαση εργαζομένων — Περιορισμοί — Καταβολή εισφορών στο εθνικό ταμείο αδειών μετ’ αποδοχών — Μετάφραση εγγράφων — Δήλωση σχετικά με τον τόπο υπηρεσίας των αποσπασμένων εργαζομένων»

Περίληψη της αποφάσεως

1.        Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία — Αντικείμενο

(Άρθρο 226 ΕΚ)

2.        Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Δικαίωμα της Επιτροπής προς άσκηση προσφυγής — Προθεσμία ασκήσεως

(Άρθρο 226 ΕΚ)

3.        Προσφυγή λόγω παραβάσεως — Απόδειξη της παραβάσεως — Βαρύνει την Επιτροπή

(Άρθρο 226 ΕΚ)

4.        Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Περιορισμοί — Απόσπαση εργαζομένων

(Άρθρο 49 ΕΚ)

5.        Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Περιορισμοί — Απόσπαση εργαζομένων

(Άρθρο 49 ΕΚ)

1.        Ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, την οποία προβλέπει το άρθρο 226 ΕΚ, έγκειται στο να δοθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο ή να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή.

(βλ. σκέψη 25)

2.        Οι κανόνες που θεσπίζει το άρθρο 226 ΕΚ πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς η Επιτροπή να υποχρεούται να τηρήσει συγκεκριμένη προθεσμία, υπό την επιφύλαξη των περιπτώσεων στις οποίες η υπερβολική διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή, είναι δυνατό να καταστήσει δυσχερέστερη για το καθού κράτος την αντίκρουση των επιχειρημάτων της Επιτροπής και να προσβάλει έτσι τα δικαιώματα άμυνας. Στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει την επίπτωση αυτή.

(βλ. σκέψη 26)

3.        Στο πλαίσιο διαδικασίας προσφυγής λόγω παραβάσεως, η οποία κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη της φερόμενης ως παραβάσεως. Η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εκ μέρους του εξακρίβωση της υπάρξεως της ως άνω παραβάσεως, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να στηριχθεί σε κανένα τεκμήριο.

Επιπλέον, το περιεχόμενο των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας τους από τα εθνικά δικαστήρια.

(βλ. σκέψεις 48-49)

4.        Κράτος μέλος το οποίο επιβάλλει στους αλλοδαπούς εργοδότες που απασχολούν εργαζομένους εντός της εθνικής επικράτειας να μεταφράζουν στη γλώσσα του εν λόγω κράτους μέλους ορισμένα έγγραφα που πρέπει να φυλάσσονται στον χώρο εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια της πραγματικής απασχολήσεως των αποσπασμένων εργαζομένων δεν παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ.

Η κατ’ αυτόν τον τρόπο επιβληθείσα υποχρέωση συνιστά, βεβαίως, περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθόσον συνεπάγεται συμπληρωματικές δαπάνες, καθώς και συμπληρωματικές διοικητικές και χρηματοδοτικές επιβαρύνσεις, για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, οπότε οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν αποτελούν αντικείμενο ίσης μεταχειρίσεως, από την άποψη του ανταγωνισμού, σε σχέση με τους εργοδότες που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος υποδοχής και μπορούν, ως εκ τούτου, να αποθαρρυνθούν ως προς την παροχή υπηρεσιών στο εν λόγω κράτος μέλος.

Ωστόσο, η ως άνω υποχρέωση μπορεί να δικαιολογηθεί από σκοπό γενικού συμφέροντος που ανάγεται στην κοινωνική προστασία των εργαζομένων, εφόσον παρέχει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να διεξαγάγουν τους αναγκαίους ελέγχους προς διασφάλιση της τηρήσεως των διατάξεων του εθνικού δικαίου στον τομέα αυτό. Στον βαθμό που η υποχρέωση αυτή καθιστά επιβεβλημένη τη μετάφραση μόνον ορισμένων εγγράφων και δεν συνεπάγεται επαχθές διοικητικό ή οικονομικό βάρος για τον εργοδότη, η εν λόγω υποχρέωση δεν βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού της κοινωνικής προστασίας.

(βλ. σκέψεις 66, 68-72, 76)

5.        Κράτος μέλος το οποίο επιβάλλει στις αλλοδαπές επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως να γνωστοποιούν όχι μόνον τη διάθεση εργαζομένου σε επιχείρηση η οποία τον απασχολεί εντός του οικείου κράτους μέλους, αλλά και τον τόπο υπηρεσίας του ως άνω εργαζομένου καθώς και οποιαδήποτε μεταβολή σχετικά με τον τόπο αυτό, ενώ οι επιχειρήσεις του ιδίου είδους που είναι εγκατεστημένες στο εν λόγω κράτος μέλος δεν υπόκεινται στη συμπληρωματική αυτή υποχρέωση, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ.

(βλ. σκέψεις 85, 89 και διατακτ.)







ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 18ης Ιουλίου 2007 (*)

«Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Παραδεκτό – Άρθρο 49 ΕΚ – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Απόσπαση εργαζομένων – Περιορισμοί – Καταβολή εισφορών στο εθνικό ταμείο αδειών μετ’ αποδοχών – Μετάφραση εγγράφων – Δήλωση σχετικά με τον τόπο υπηρεσίας των αποσπασμένων εργαζομένων»

Στην υπόθεση C‑490/04,

με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2004,

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους E. Traversa, G. Braun και H. Kreppel, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,

προσφεύγουσα,

κατά

Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένης από τους W.-D. Plessing, M. Lumma και C. Schulze-Bahr, επικουρούμενους από τον T. Lübbig, Rechtsanwalt,

καθής,

υποστηριζομένης από:

τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την O. Christmann,

παρεμβαίνουσα,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen, A. Tizzano (εισηγητή), M. Ilešič και E. Levits, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer

γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 8ης Νοεμβρίου 2006,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας ρύθμιση δυνάμει της οποίας:

–        οι αλλοδαπές επιχειρήσεις υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορές στο γερμανικό ταμείο αδειών, έστω και αν οι εργαζόμενοι απολαύουν ουσιαστικώς ανάλογης προστασίας σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης τους [άρθρο 1, παράγραφος 3, του νόμου περί αποσπάσεως εργαζομένων (Arbeitnehmer-Entsendegesetz), της 26ης Φεβρουαρίου 1996 (BGBl. 1996 I, σ. 227, στο εξής: AEntG)]·

–        οι αλλοδαπές επιχειρήσεις υποχρεούνται να μεταφράζουν στη γερμανική γλώσσα τη σύμβαση εργασίας ή τα αναγκαία έγγραφα σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας καταγωγής του εργαζομένου στο πλαίσιο της οδηγίας 91/533/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Οκτωβρίου 1991, σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας (ΕΕ L 288, σ. 32), τις μισθολογικές καταστάσεις, τα έγγραφα που αποδεικνύουν το ωράριο εργασίας και την καταβολή των μισθών, καθώς και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο απαιτήσουν οι γερμανικές αρχές (άρθρο 2 του AEntG)·

–        οι αλλοδαπές επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως υποχρεούνται να γνωστοποιούν όχι μόνο κάθε διάθεση εργαζομένου σε επιχείρηση η οποία τον απασχολεί στη Γερμανία, αλλά και κάθε θέση εργασίας που του ανατίθεται από την τελευταία επιχείρηση σε εργοτάξιο (άρθρο 3, παράγραφος 2, του AEntG),

παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το κοινοτικό δίκαιο

Η Συνθήκη ΕΚ

2        Το άρθρο 49 ΕΚ ορίζει:

«Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος της Κοινότητας άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής.

[...]»

 Η οδηγία 96/71/ΕΚ

3        Δυνάμει του άρθρου της 1, παράγραφος 1, η οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ L 18, σ. 1), «εφαρμόζεται στις εγκατεστημένες σε κράτος μέλος επιχειρήσεις οι οποίες, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών, προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων [...] στο έδαφος κράτους μέλους».

4        Σύμφωνα με το άρθρο 3 της ως άνω οδηγίας που τιτλοφορείται «Όροι εργασίας και απασχόλησης»:

«1.      Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε, ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει τη σχέση εργασίας, οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, να εγγυώνται στους εργαζόμενους που είναι αποσπασμένοι στο έδαφός τους, τους όρους εργασίας και απασχόλησης σχετικά με τα θέματα που αναφέρονται κατωτέρω, οι οποίοι, στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εκτελείται η εργασία, καθορίζονται από:

–        νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις

και/ή

–        συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες έχουν αναγορευθεί σε κανόνες γενικής εφαρμογής κατά την έννοια της παραγράφου 8, εφόσον αφορούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα:

[...]

β)      ελάχιστη διάρκεια ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών·

[...]

δ)      όροι θέσης εργαζομένων στη διάθεση επιχειρήσεων, ιδίως από επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης·

[...]

[...]»

5        Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, που τιτλοφορείται «Συνεργασία σε θέματα ενημέρωσης», ορίζει:

«1.      Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή/και πρακτική, ορίζουν ένα ή περισσότερα γραφεία συνδέσμους ή έναν ή περισσότερους αρμόδιους εθνικούς φορείς.

2.      Τα κράτη μέλη προβλέπουν τη συνεργασία μεταξύ των δημόσιων διοικητικών υπηρεσιών οι οποίες, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, είναι αρμόδιες για την εποπτεία των όρων εργασίας και απασχόλησης που αναφέρονται στο άρθρο 3. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει, ειδικότερα, την απάντηση στις αιτιολογημένες αιτήσεις πληροφοριών που υποβάλλουν οι υπηρεσίες αυτές για παροχή πληροφοριών σχετικά με τη διεθνική διάθεση εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων προδήλου καταχρήσεως ή διασυνοριακών δραστηριοτήτων που εικάζονται παράνομες.

[...]».

 Το εθνικό δίκαιο

6        Κατά την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας που τάχθηκε με την κοινοποιηθείσα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αιτιολογημένη γνώμη, η απόσπαση των εργαζομένων διείπετο στο εν λόγω κράτος μέλος από τον AEntG.

7        Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του AEntG, οι συλλογικές συμβάσεις στον κλάδο των οικοδομικών εργασιών, οι οποίες έχουν γενική δεσμευτική ισχύ και αφορούν τη διάρκεια των αδειών, τις άδειες μετ’ αποδοχών και την καταβολή συμπληρωματικού επιδόματος διακοπών ισχύουν για τους εργοδότες που είναι εγκατεστημένοι στην αλλοδαπή και οι οποίοι προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων στη Γερμανία.

8        Το άρθρο 1, παράγραφος 3, του AEntG ορίζει:

«Αν μια συλλογική σύμβαση που έχει γενική δεσμευτική ισχύ προβλέπει την είσπραξη εισφορών ή την παροχή υπηρεσιών από οργανισμό που είναι κοινός για τους κοινωνικούς εταίρους στο πλαίσιο της χορηγήσεως των δικαιωμάτων αδείας που προβλέπονται στην παράγραφο 1, οι νομικοί κανόνες της εν λόγω συμβάσεως έχουν επίσης δεσμευτικό χαρακτήρα για τους αλλοδαπούς εργαζομένους και για εκείνους από τους μισθωτούς τους οι οποίοι υπάγονται στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της εν λόγω συμβάσεως, εφόσον η σύμβαση αυτή ή κάθε άλλη διάταξη διασφαλίζει ότι:

1.      ο αλλοδαπός εργοδότης δεν υποχρεούται να καταβάλλει ταυτοχρόνως εισφορές τόσο δυνάμει του παρόντος νόμου όσο και σε ανάλογο οργανισμό εντός του κράτους στο οποίο έχει την έδρα της η επιχείρησή του, και

2.      ότι η διαδικασία του οργανισμού που είναι κοινός για τους κοινωνικούς εταίρους προβλέπει τη συνεκτίμηση των παροχών που έχουν ήδη καταβληθεί από τον αλλοδαπό εργοδότη προς ικανοποίηση των νομίμων ή συμβατικών δικαιωμάτων αδείας των μισθωτών του.

[…]»

9        Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του AEntG προβλέπει τα εξής:

«Κάθε εργοδότης που είναι εγκατεστημένος στην αλλοδαπή υποχρεούται να φυλάσσει στη Γερμανία τα απαιτούμενα έγγραφα για τον έλεγχο της τηρήσεως των νομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, από το άρθρο 1, παράγραφος 2α, δεύτερη περίοδος, και από το άρθρο 1, παράγραφος 3α, πέμπτη περίοδος, στη γερμανική γλώσσα, καθ’ όλη τη διάρκεια της πραγματικής απασχολήσεως του εργαζομένου εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος νόμου και τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του πλήρους εργοταξίου, χωρίς, ωστόσο, η διάρκεια της υποχρεώσεως αυτής να υπερβαίνει τα δύο έτη, κατά τρόπον ώστε ο ως άνω εργοδότης να είναι σε θέση να επιδείξει τα εν λόγω έγγραφα εντός του εργοταξίου κατόπιν αιτήματος των ελεγκτικών αρχών.»

10      Τέλος, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του AEntG έχει ως εξής:

«Μια επιχείρηση προσωρινής απασχολήσεως εγκατεστημένη στην αλλοδαπή, η οποία θέτει έναν ή περισσότερους εργαζομένους στη διάθεση μιας επιχειρήσεως που απασχολεί τους εν λόγω εργαζομένους εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος νόμου οφείλει […] να υποβάλλει εγγράφως στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές, πριν από την έναρξη κάθε έργου, δήλωση συντεταγμένη στη γερμανική γλώσσα και περιλαμβάνουσα τις ακόλουθες ενδείξεις:

1.      το επώνυμο, το όνομα και την ημερομηνία γεννήσεως των εργαζομένων που τέθηκαν στη διάθεση μιας επιχειρήσεως εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος νόμου,

2.      την έναρξη και τη λήξη αυτής της διαθέσεως,

3.      τον τόπο εργασίας (εργοτάξιο),

[…]»

 Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

11      Κατόπιν της εξετάσεως πολλών καταγγελιών, η Επιτροπή, με έγγραφο οχλήσεως της 12ης Νοεμβρίου 1998 καθώς και με συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως της 17ης Αυγούστου 1999, επέσυρε την προσοχή των γερμανικών αρχών στην ασυμφωνία ορισμένων διατάξεων του AEntG προς το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ).

12      Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έμεινε ικανοποιημένη από τις εξηγήσεις που παρέσχε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με έγγραφα της 8ης Μαρτίου 1999, της 4ης Μαΐου 1999 και της 25ης Οκτωβρίου 1999, το εν λόγω θεσμικό όργανο απηύθυνε, στις 25 Ιουλίου 2001, στο ως άνω κράτος μέλος αιτιολογημένη γνώμη με την οποία το κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίησή της.

13      Με έγγραφα της 1ης Οκτωβρίου 2001, της 10ης Δεκεμβρίου 2001, της 3ης Φεβρουαρίου 2003 και της 4ης Δεκεμβρίου 2003, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας γνωστοποίησε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της επί της εν λόγω αιτιολογημένης γνώμης. Με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 2004, το εν λόγω κράτος μέλος κοινοποίησε στην Επιτροπή κείμενο του AEntG, όπως αυτός τροποποιήθηκε κατόπιν της θεσπίσεως του τρίτου νόμου για τη σύγχρονη παροχή υπηρεσιών στην αγορά εργασίας (Drittes Gesetz für moderne Dienstleistungen am Arbeitsmarkt), της 23ης Δεκεμβρίου 2003 (BGBl. 2003 I, σ. 2848).

14      Δεδομένου ότι η Επιτροπή διαπίστωσε ότι μόνον ένα μέρος των αρχικώς καταγγελθεισών παραβάσεων είχε εξαλειφθεί κατόπιν της τροποποιήσεως του AEntG, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.

 Επί της προσφυγής

 Επί του παραδεκτού

15      Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει τέσσερις ενστάσεις απαραδέκτου της προσφυγής, οι οποίες αντλούνται, αντιστοίχως, από την επιλογή του άρθρου 49 ΕΚ ως κρίσιμης διατάξεως για την εκτίμηση της συμφωνίας του AEntG προς το κοινοτικό δίκαιο, από την υπερβολική διάρκεια της διαδικασίας προ της ασκήσεως της προσφυγής, από την έλλειψη σαφήνειας του δικογράφου της προσφυγής και από την τροποποίηση του αντικειμένου της πρώτης αιτιάσεως που προέβαλε η Επιτροπή.

 Επί της επιλογής του άρθρου 49 ΕΚ ως κρίσιμης διατάξεως για την εκτίμηση της συμφωνίας του AEntG προς το κοινοτικό δίκαιο

16      Οι γερμανικές αρχές θεωρούν ότι οι επίμαχες διατάξεις του AEntG έπρεπε να εξετασθούν κυρίως υπό το πρίσμα της οδηγίας 96/71, η οποία αφορά ειδικώς την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών. Ειδικότερα, η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προέβη σε εσφαλμένη μεταφορά της ως άνω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη ή ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν εφαρμόζονται κατά τρόπο σύμφωνο με την οδηγία αυτή.

17      Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία 96/71 αποσκοπεί στον συντονισμό των νομοθεσιών των κρατών μελών θεσπίζοντας έναν κατάλογο εθνικών κανόνων τους οποίους ένα κράτος μέλος οφείλει να εφαρμόζει επί των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίες προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών.

18      Έτσι, το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ως άνω οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει τη σχέση εργασίας, οι εν λόγω επιχειρήσεις να εγγυώνται στους αποσπασμένους εργαζομένους τους όρους εργασίας και απασχόλησης, σχετικά με τα θέματα που αναφέρονται στο ίδιο άρθρο, οι οποίοι καθορίζονται εντός του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου εκτελείται η εργασία.

19      Ωστόσο, η οδηγία 96/71 δεν προέβη σε εναρμόνιση του ουσιαστικού περιεχομένου των ως άνω εθνικών κανόνων [βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, της 25ης Ιουλίου 2003, για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71 στα κράτη μέλη, COM(2003) 458 τελικό, σ. 7]. Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο αυτό μπορεί να ορισθεί ελεύθερα από τα κράτη μέλη, τηρουμένης της Συνθήκης και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου, ως εκ τούτου, όσον αφορά την προκειμένη υπόθεση, του άρθρου 49 ΕΚ.

20      Με την προσφυγή της, η Επιτροπή αμφισβητεί τη συμβατότητα του περιεχομένου των άρθρων 1, παράγραφος 3, 2 και 3, παράγραφος 2, του AEntG, με τη Συνθήκη, καθ’ ό μέτρο τα εν λόγω άρθρα περιέχουν μη επιτρεπόμενους περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας.

21      Δεν αμφισβητείται ότι οι περιορισμοί της ως άνω θεμελιώδους ελευθερίας απαγορεύονται από το άρθρο 49 ΕΚ. Επομένως, η Επιτροπή ορθώς επικαλέσθηκε το εν λόγω άρθρο προκειμένου να αμφισβητήσει τη συμβατότητα των επίδικων διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο.

22      Συνεπώς, η πρώτη ένσταση απαραδέκτου, την οποία προέβαλε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, πρέπει να απορριφθεί.

Επί της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας προ της ασκήσεως της προσφυγής

23      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω των καθυστερήσεων οι οποίες πρέπει να αποδοθούν στην Επιτροπή και οι οποίες επηρέασαν την παρούσα διαδικασία προσφυγής λόγω παραβάσεως. Ενώ το έγγραφο οχλήσεως που απηύθυνε η Επιτροπή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας χρονολογείται από τις 12 Νοεμβρίου 1998, η Επιτροπή άσκησε την προσφυγή της μόλις στις 29 Νοεμβρίου 2004, ήτοι περισσότερο από έξι έτη μετά την αποστολή του ως άνω εγγράφου. Η αμέλεια που προκύπτει από τις εν λόγω καθυστερήσεις είχε ως συνέπεια την παράβαση, αφενός, της υποχρεώσεως της Επιτροπής να τηρεί εύλογη προθεσμία και, αφετέρου, της απαιτήσεως ασφαλείας δικαίου την οποία μπορούν να επικαλεσθούν το εν λόγω κράτος μέλος και οι εργαζόμενοι που αποτελούν αντικείμενο προστασίας σύμφωνα με τον AEntG.

24      Κατά τις γερμανικές αρχές, η Επιτροπή, η οποία είχε σχετική εξουσία, όφειλε να επιταχύνει τη διεξαγωγή της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, μετά την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας, το Δικαστήριο εξέδωσε πολλές αποφάσεις που είναι αφιερωμένες στην απόσπαση εργαζομένων εν γένει, καθώς και μια απόφαση που αφορά ειδικώς τον AEntG (βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-49/98, C-50/98, C-52/98 έως C-54/98 και C-68/98 έως C‑71/98, Finalarte κ.λπ., Συλλογή 2001, σ. I-7831). Οι αποφάσεις αυτές θα έπρεπε να καταστήσουν δυνατή την ταχύτερη διεκπεραίωση της προκειμένης υποθέσεως.

25      Συναφώς, πρέπει, ωστόσο, να υπομνησθεί, αφενός, ότι ο σκοπός της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 226 ΕΚ, έγκειται στο να δοθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο ή να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή (απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2002, C-475/98, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Συλλογή 2002, σ. I‑9797, σκέψη 35).

26      Αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι κανόνες που θεσπίζει το άρθρο 226 ΕΚ πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς η Επιτροπή να υποχρεούται να τηρήσει συγκεκριμένη προθεσμία, υπό την επιφύλαξη των περιπτώσεων στις οποίες η υπερβολική διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή, είναι δυνατό να καταστήσει δυσχερέστερη για το καθού κράτος την αντίκρουση των επιχειρημάτων της Επιτροπής και να προσβάλει έτσι τα δικαιώματα άμυνας. Στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει την επίπτωση αυτή (βλ. αποφάσεις της 16ης Μαΐου 1991, C-96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1991, σ. I-2461, σκέψεις 15 και 16· της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-207/97, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1999, σ. I-275, σκέψη 25, και Επιτροπή κατά Αυστρίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 36).

27      Χωρίς να είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν, λαμβανομένων υπόψη των αποφάσεων που εξέδωσε το Δικαστήριο στον τομέα της αποσπάσεως εργαζομένων, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ του εγγράφου οχλήσεως που απευθυνόταν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και της ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής μπορεί να θεωρηθεί, εν προκειμένω, ως υπερβολικό, διαπιστώνεται ότι το εν λόγω κράτος μέλος ούτε επικαλέσθηκε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας απορρέουσα από τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας ούτε αναφέρθηκε σε άλλο στοιχείο ικανό να συνιστά τέτοια παράβαση.

28      Κατά συνέπεια, η δεύτερη ένσταση απαραδέκτου, την οποία προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση, πρέπει να απορριφθεί.

Επί της ελλείψεως σαφήνειας του δικογράφου της προσφυγής

29      Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθόσον δεν αναφέρει σαφώς τις αιτιάσεις επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί. Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν λαμβάνει θέση επί του ζητήματος αν προτίθεται να αμφισβητήσει μόνον τις διατάξεις του AEntG αυτές καθαυτές ή, επίσης, την εκ μέρους των γερμανικών διοικητικών και δικαστικών αρχών εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

30      Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι κάθε εισαγωγικό δικόγραφο πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, το αντικείμενο της διαφοράς και συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στην Επιτροπή να αναφέρει, σε κάθε δικόγραφο που καταθέτει δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, κατά τρόπο αρκούντως ακριβή και συνεπή τις αιτιάσεις των οποίων γίνεται επίκληση, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στο κράτος μέλος να προετοιμάσει την άμυνά του και στο Δικαστήριο να διαπιστώσει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1990, σ. I‑4747, σκέψη 28, και της 4ης Μαΐου 2006, C-98/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2006, σ. I-4003, σκέψη 18).

31      Πάντως, εν προκειμένω, από την αιτιολογία, καθώς και από τα αιτήματα της προσφυγής της Επιτροπής, προκύπτει κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή ότι η προσφυγή αφορά τη συμβατότητα του περιεχομένου των άρθρων 1, παράγραφος 3, 2 και 3, παράγραφος 2, του AEntG με το άρθρο 49 ΕΚ. Κατά συνέπεια, η εν λόγω προσφυγή στερείται αμφισημίας.

32      Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η τρίτη ένσταση απαραδέκτου την οποία προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση.

 Επί της τροποποιήσεως του αντικειμένου της πρώτης αιτιάσεως

33      Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η πρώτη αιτίαση είναι απαράδεκτη καθ’ ό μέτρο το αντικείμενο της εν λόγω αιτιάσεως δεν διατυπώνεται κατά πανομοιότυπο τρόπο εντός της αιτιολογημένης γνώμης και εντός του δικογράφου της προσφυγής.

34      Αφενός, η Επιτροπή τόνισε, με την αιτιολογημένη γνώμη, ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ ως εκ του ότι υποχρέωσε τις αλλοδαπές επιχειρήσεις να καταβάλλουν εισφορές στο γερμανικό ταμείο αδειών μετ’ αποδοχών του κλάδου των οικοδομικών εργασιών, «ενώ [οι επιχειρήσεις αυτές] εξακολουθούν να είναι υποχρεωμένες να καταβάλλουν απευθείας στους μισθωτούς τους τις αποδοχές αδείας στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένες». Αφετέρου, η Επιτροπή, με το δικόγραφο της προσφυγής, επικαλέσθηκε παράβαση της Συνθήκης απορρέουσα από την υποχρέωση των αλλοδαπών επιχειρήσεων να καταβάλλουν εισφορές στο εν λόγω ταμείο «έστω και αν οι εργαζόμενοι» των επιχειρήσεων αυτών «απολαύουν ουσιαστικώς ανάλογης προστασίας σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένες οι επιχειρήσεις». Έτσι, η Επιτροπή τροποποίησε και διεύρυνε το αντικείμενο της διαφοράς.

35      Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι οι διαφορές ως προς τη διατύπωση μεταξύ του διατακτικού της αιτιολογημένης γνώμης και των αιτημάτων της προσφυγής δεν είχαν ως συνέπεια καμία τροποποίηση του αντικειμένου της διαφοράς.

36      Συναφώς, είναι αληθές ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το αντικείμενο της προσφυγής η οποία ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ οριοθετείται από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που προβλέπει η διάταξη αυτή και, κατά συνέπεια, η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται σε πανομοιότυπες αιτιάσεις (βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1992, C-105/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1992, σ. I-5871, σκέψη 12, και της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-11/95, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1996, σ. I-4115, σκέψη 73).

37      Ωστόσο, η επιταγή αυτή δεν μπορεί να βαίνει μέχρι σημείου ώστε να απαιτείται εν πάση περιπτώσει απόλυτη σύμπτωση μεταξύ της παράθεσης των αιτιάσεων στο έγγραφο οχλήσεως, του διατακτικού της αιτιολογημένης γνώμης και των αιτημάτων της προσφυγής, υπό τον όρο ότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν διευρύνθηκε ή δεν τροποποιήθηκε (αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1998, σ. I-5449, σκέψη 56, και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-358/01, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2003, σ. I-13145, σκέψη 28).

38      Εν προκειμένω, από την αιτιολογημένη γνώμη προκύπτει ότι οι επικρίσεις που διατύπωσε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια του προ της ασκήσεως της προσφυγής σταδίου αφορούσαν το γεγονός ότι η υποχρέωση καταβολής εισφορών στο γερμανικό ταμείο αδειών μετ’ αποδοχών, η οποία επιβλήθηκε στις αλλοδαπές επιχειρήσεις βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 3, του AEntG, οδηγούσε σε μια διπλή καταβολή των αποζημιώσεων για τις άδειες μετ’ αποδοχών, εντός του κράτους μέλους στο οποίο ήσαν εγκατεστημένες οι επιχειρήσεις και εντός του κράτους μέλους στο οποίο είχαν αποσπασθεί οι εργαζόμενοι, και ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις απαλλάσσονταν από την ως άνω διπλή καταβολή μόνο στην περίπτωση που υπήρχε παρόμοιο ταμείο με το γερμανικό ταμείο εντός του κράτους μέλους στο οποίο ήσαν εγκατεστημένες οι επιχειρήσεις. Ομοίως, με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή αμφισβητεί τη διπλή οικονομική επιβάρυνση που φέρει ο εργοδότης ο οποίος προβαίνει σε απόσπαση εργαζομένων στη Γερμανία, καθώς και την πολύ περιοριστική διατύπωση της απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής εισφορών που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του AEntG.

39      Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν διεύρυνε ή δεν τροποποίησε το αντικείμενο της προσφυγής και, επομένως, δεν παρέβη το άρθρο 226 ΕΚ.

40      Επομένως, η τέταρτη ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση πρέπει, επίσης, να απορριφθεί και, κατά συνέπεια, η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

 Επί της ουσίας

 Επί της υποχρεώσεως καταβολής εισφορών στο γερμανικό ταμείο αδειών μετ’ αποδοχών (άρθρο 1, παράγραφος 3, του AEntG)

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

41      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής εισφορών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του AEntG, είναι πολύ περιοριστική, κατά τρόπον ώστε θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα, για τον εργοδότη που προβαίνει σε απόσπαση εργαζομένων στη Γερμανία, τη δημιουργία διπλής οικονομικής επιβαρύνσεως που είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 49 ΕΚ. Κατά την Επιτροπή, ο AEntG θα έπρεπε να απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής εισφορών τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίες προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων, όχι μόνο στην περίπτωση που έχει διασφαλισθεί ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις καταβάλλουν ήδη εισφορές σε ένα ανάλογο καθεστώς εντός του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένες, αλλά και όταν υπάρχουν στο εν λόγω κράτος κανονιστικές ρυθμίσεις οι οποίες, έστω και αν δεν στηρίζονται σε εισφορές καταβαλλόμενες από τον εργοδότη, παρέχουν στον εργαζόμενο προστασία των δικαιωμάτων αδείας μετ’ αποδοχών ισοδύναμη με εκείνη που προβλέπεται από τη γερμανική κανονιστική ρύθμιση.

42      Η Γερμανική Κυβέρνηση αντιτάσσει ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε συγκεκριμένα στοιχεία προκειμένου να αποδείξει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, του AEntG είναι αντίθετο προς τη Συνθήκη. Η ως άνω κυβέρνηση προσθέτει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται από τις εθνικές διοικητικές αρχές και από τα εθνικά δικαστήρια κατά τρόπο σύμφωνο προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.

43      Συγκεκριμένα, προκειμένου να αποφευχθεί μια διπλή οικονομική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έθεσε σε λειτουργία μια ρεαλιστική διασυνοριακή συνεργασία με τα άλλα κράτη μέλη, συνάπτοντας μάλιστα με ορισμένα από αυτά διμερείς συμφωνίες σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των εθνικών συστημάτων αδειών μετ’ αποδοχών.

44      Επιπλέον, τα γερμανικά δικαστήρια, και ιδίως το Bundesarbeitsgericht, σέβονταν πάντοτε τις αρχές που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο στον τομέα της αποσπάσεως εργαζομένων. Ειδικότερα, πέραν της εξακριβώσεως της υπάρξεως διμερούς συμφωνίας, τα ως άνω δικαστήρια μεριμνούσαν πάντοτε ώστε ο αποσπασμένος εργαζόμενος να αντλεί πλεονέκτημα από την εφαρμογή της γερμανικής κανονιστικής ρυθμίσεως επί των δικαιωμάτων αδείας μετ’ αποδοχών, εφαρμόζοντας την τελευταία μόνον αν αποφέρει στον εν λόγω εργαζόμενο πραγματικό πλεονέκτημα σε σχέση με την ενδεχόμενη εφαρμογή, επί του εργαζομένου αυτού, των ισχυουσών διατάξεων στο κράτος από το οποίο αυτός κατάγεται.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

45      Πρέπει να επισημανθεί, ευθύς εξ αρχής, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του AEntG επιβάλλει στους αλλοδαπούς εργοδότες να καταβάλλουν εισφορές στο γερμανικό ταμείο αδειών μετ’ αποδοχών, εφόσον δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορές ταυτοχρόνως στο εν λόγω ταμείο και σε έναν ανάλογο οργανισμό εντός του κράτους στο οποίο έχει την έδρα της η επιχείρησή τους (σημείο 1) και εφόσον λαμβάνονται υπόψη οι παροχές που έχουν ήδη καταβληθεί από τους ως άνω εργοδότες προς ικανοποίηση των νομίμων ή συμβατικών δικαιωμάτων αδείας των μισθωτών τους (σημείο 2).

46      Πρέπει, επίσης, να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επί της συμβατότητας της ως άνω διατάξεως του AEntG προς τη Συνθήκη με την προαναφερθείσα απόφαση Finalarte κ.λπ. Ειδικότερα, στις σκέψεις 45, 49 και 53 της εν λόγω αποφάσεως, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η συμβατότητα του άρθρου 1, παράγραφος 3, του AEntG προς το κοινοτικό δίκαιο εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις ως προς τις οποίες εναπέκειτο στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν αυτές επληρούντο. Έτσι, το εν λόγω δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αν η γερμανική κανονιστική ρύθμιση στον τομέα των αδειών μετ’ αποδοχών παρείχε πραγματική πρόσθετη προστασία στους εργαζομένους που έχουν αποσπασθεί εκ μέρους παρεχόντων υπηρεσίες εγκατεστημένων εκτός Γερμανίας και αν η εφαρμογή της εν λόγω ρυθμίσεως ήταν ανάλογη προς την υλοποίηση του σκοπού της κοινωνικής προστασίας των εν λόγω εργαζομένων.

47      Δεν αμφισβητείται ότι, στην παρούσα διαδικασία προσφυγής λόγω παραβάσεως, εναπέκειτο στην Επιτροπή να εξακριβώσει αν επληρούντο οι ως άνω προϋποθέσεις και να προσκομίσει στο Δικαστήριο κάθε στοιχείο που είναι αναγκαίο για την εξακρίβωση του αν η εν λόγω διάταξη είναι σύμφωνη προς το άρθρο 49 ΕΚ.

48      Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο διαδικασίας προσφυγής λόγω παραβάσεως, η οποία κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη της φερόμενης ως παραβάσεως. Η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εκ μέρους του εξακρίβωση της υπάρξεως της ως άνω παραβάσεως, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να στηριχθεί σε κανένα τεκμήριο (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 20ής, Μαρτίου 1990, C-62/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1990, σ. I-925, σκέψη 37, και της 14ης Απριλίου 2005, C-341/02, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2005, σ. I-2733, σκέψη 35).

49      Επιπλέον, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας τους από τα εθνικά δικαστήρια (βλ., ιδίως, απόφαση της 8ης Ιουνίου 1994, C-382/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1994, σ. Ι-2435, σκέψη 36, και της 29ης Μαΐου 1997, C-300/95, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1997, σ. I-2649, σκέψη 37).

50      Πάντως, διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν προσκόμισε τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εξακρίβωση της ασυμβατότητας του άρθρου 1, παράγραφος 3, του AEntG προς το άρθρο 49 ΕΚ. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή περιορίσθηκε σε μια κατά γράμμα ερμηνεία του σημείου 1 της εν λόγω διατάξεως του AEntG, χωρίς να λάβει θέση επί της τηρήσεως των δύο προϋποθέσεων που τέθηκαν με την απόφαση Finalarte κ.λπ., οι οποίες μνημονεύθηκαν στη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν προέβαλε, προς στήριξη της προσφυγής της, καμία επιχειρηματολογία ούτε επικαλέσθηκε αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, που να αποσκοπούν στο να αποδειχθεί ότι, σε αντίθεση με ό,τι ισχυρίζονται οι γερμανικές αρχές, το άρθρο 1, παράγραφος 3, του AEntG εφαρμόζεται στην πράξη ή ερμηνεύεται κατά τρόπο μη συνάδοντα προς το κοινοτικό δίκαιο.

51      Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, η εκ μέρους της κατά γράμμα ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, σημείο 1, του AEntG επιβεβαιώνεται από ένα παράδειγμα που αντλείται από τη δανική νομοθεσία. Στη Δανία, οι αποδοχές αδείας δεν καταβάλλονται στον εργαζόμενο από έναν οργανισμό ανάλογο προς το γερμανικό ταμείο αδειών μετ’ αποδοχών. Έτσι, αν δεν πραγματοποιηθεί καμία καταβολή στο πλαίσιο αυτό εκ μέρους του εργοδότη, ο εργαζόμενος μπορεί πάντοτε να απαιτήσει την καταβολή εκ μέρους της συνδικαλιστικής ενώσεως των εργαζομένων. Παρά την ύπαρξη της εγγυήσεως αυτής, ένας εργοδότης που είναι εγκατεστημένος στη Δανία και ο οποίος προβαίνει σε απόσπαση εργαζομένων στη Γερμανία υποχρεούται, εντούτοις, να καταβάλλει εισφορές στο εν λόγω ταμείο. Κατά την Επιτροπή, η ως άνω υποχρέωση καταβολής εισφορών αποφεύχθηκε μόνο χάρη σε μια διοικητική συμφωνία σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των εθνικών συστημάτων αδειών μετ’ αποδοχών, η οποία συνήφθη μεταξύ του Βασιλείου της Δανίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ωστόσο, η αρχή της ασφαλείας δικαίου απαγορεύει το να εξαρτώνται τα απορρέοντα εκ της Συνθήκης δικαιώματα από τη σύναψη συμφωνιών διοικητικής φύσεως.

52      Εντούτοις, η ως άνω επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι στη Δανία υφίσταται το Arbejdsmarkedets Feriefond (ταμείο αδειών μετ’ αποδοχών) που είναι παρόμοιο με το γερμανικό ταμείο αδειών μετ’ αποδοχών και ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του AEntG, όπως εφαρμόζεται δυνάμει της εν λόγω διοικητικής συμφωνίας, απαλλάσσει τις δανικές επιχειρήσεις που καταβάλλουν εισφορές στο ως άνω ταμείο στη Δανία από την υποχρέωση να καταβάλλουν εισφορές στο εν λόγω γερμανικό ταμείο.

53      Εξάλλου, ναι μεν είναι αληθές ότι η απαίτηση της ασφαλείας δικαίου αντιτίθεται στο να εξαρτώνται τα δικαιώματα που αντλούν οι ιδιώτες από το κοινοτικό δίκαιο, κατά την άσκησή τους, από προϋποθέσεις και όρια που καθορίζονται από εθνικούς διοικητικούς κανόνες (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1993, C-306/91, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1993, σ. I-2133, σκέψη 14, και της 8ης Ιουλίου 1999, C-354/98, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1999, σ. I-4927, σκέψη 11), πλην όμως διαπιστώνεται ότι, στο πλαίσιο της διεθνικής αποσπάσεως εργαζομένων, οι δυσχέρειες που μπορούν να ανακύψουν επ’ ευκαιρία της συγκρίσεως των εθνικών καθεστώτων των αδειών μετ’ αποδοχών δεν μπορούν να επιλυθούν –ελλείψει εναρμονίσεως στον τομέα αυτό– χωρίς αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, της 25ης Ιουλίου 2003). Η σύναψη διοικητικών συμφωνιών που αποσκοπούν στη διασφάλιση της αμοιβαίας αναγνωρίσεως τέτοιων καθεστώτων εμπίπτει στην ως άνω συνεργασία και, γενικότερα, στο καθήκον αγαστής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών στους τομείς που καλύπτονται από το κοινοτικό δίκαιο.

54      Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι αλλοδαπές επιχειρήσεις υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορές στο γερμανικό ταμείο αδειών μετ’ αποδοχών ακόμη και όταν οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στις εν λόγω επιχειρήσεις απολαύουν ουσιαστικώς ανάλογης προστασίας σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένες οι επιχειρήσεις αυτές.

55      Κατά συνέπεια, η πρώτη αιτίαση που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί της υποχρεώσεως φυλάξεως ορισμένων εγγράφων στη γερμανική γλώσσα εντός του εργοταξίου (άρθρο 2, παράγραφος 3, του AEntG)

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

56      Κατά την Επιτροπή, η υποχρέωση των αλλοδαπών επιχειρήσεων να μεταφράζουν, στη γερμανική γλώσσα, όλα τα έγγραφα που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του AEntG, ήτοι τη σύμβαση εργασίας (ή ένα ισοδύναμο έγγραφο κατά την έννοια της οδηγίας 91/533), τις μισθολογικές καταστάσεις, τα έγγραφα που αποδεικνύουν το ωράριο εργασίας και την καταβολή των μισθών, καθώς και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο απαιτήσουν οι γερμανικές αρχές, συνιστά αδικαιολόγητο και δυσανάλογο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, την οποία διασφαλίζει το άρθρο 49 ΕΚ.

57      Όσον αφορά τον αδικαιολόγητο χαρακτήρα της ως άνω διατάξεως του AEntG, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, με την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1999 (C-369/96 και C-376/96, Arblade κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-8453), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η υποχρέωση των αλλοδαπών επιχειρήσεων να φυλάσσουν έγγραφα στο έδαφος του κράτους υποδοχής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον σκοπό της εν γένει διευκολύνσεως της εκπλήρωσης της αποστολής ελέγχου την οποία έχουν οι αρχές του εν λόγω κράτους. Πάντως, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, αν η ως άνω υποχρέωση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον εν λόγω σκοπό, η υποχρέωση μεταφράσεως όλων των επίμαχων εγγράφων –η οποία είναι, τουλάχιστον, εξίσου δεσμευτική– είναι, επίσης, αδικαιολόγητη.

58      Όσον αφορά την αναλογικότητα της επίμαχης διατάξεως, η Επιτροπή, αναφερόμενη, επίσης, στην προαναφερθείσα απόφαση Arblade κ.λπ., ισχυρίζεται ότι η γενική υποχρέωση μεταφράσεως των εν λόγω εγγράφων κατέστη περιττή λόγω του συστήματος συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών που προβλέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 96/71.

59      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υποστηριζόμενη από τη Γαλλική Δημοκρατία, θεωρεί ότι η υποχρέωση μεταφράσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 3, του AEntG, είναι σύμφωνη προς το άρθρο 49 ΕΚ.

60      Συγκεκριμένα, κατά τις γερμανικές αρχές, η ως άνω υποχρέωση δικαιολογείται από την ανάγκη να καταστεί δυνατή η ύπαρξη αποτελεσματικού ελέγχου της τηρήσεως των νομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τον AEntG και, ως εκ τούτου, να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική προστασία των εργαζομένων. Οι ελεγκτικές αρχές πρέπει να είναι σε θέση να διαβάσουν και να κατανοήσουν τα επίμαχα έγγραφα, πράγμα που συνεπάγεται ότι τα έγγραφα αυτά πρέπει να έχουν μεταφρασθεί. Πράγματι, η αποτελεσματικότητα του ελέγχου δεν μπορεί να εξαρτάται από τις γλωσσικές γνώσεις των αρχών που διασφαλίζουν τον έλεγχο των σχετικών εργοταξίων.

61      Η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτουν ότι η προαναφερθείσα απόφαση Arblade κ.λπ. δεν παρέχει τη δυνατότητα να συναχθούν άμεσα συμπεράσματα όσον αφορά τη δικαιολόγηση καθώς και τον αναλογικό χαρακτήρα του άρθρου 2, παράγραφος 3, του AEntG.

62      Τέλος, οι εν λόγω κυβερνήσεις εκτιμούν ότι η συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 96/71, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την επιβληθείσα στους αλλοδαπούς εργοδότες υποχρέωση μεταφράσεως.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

63      Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 49 ΕΚ επιτάσσει όχι μόνον την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως που υφίσταται λόγω της ιθαγενείας του ο εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος παρέχων υπηρεσίες, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού, ακόμη και αν αυτός εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στους ημεδαπούς παρέχοντες υπηρεσίες όσο και σε αυτούς των άλλων κρατών μελών, οσάκις μπορεί να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-76/90, Säger, Συλλογή 1991, σ. I-4221, σκέψη 12· της 28ης Μαρτίου 1996, C-272/94, Guiot, Συλλογή 1996, σ. I-1905, σκέψη 10, και της 19ης Ιανουαρίου 2006, C-244/04, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2006, σ. I-885, σκέψη 30).

64      Ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται εναρμόνιση στον οικείο τομέα, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ως θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης, μπορεί να περιοριστεί μόνον από ρυθμίσεις δικαιολογούμενες από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και εφαρμοζόμενες σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον το συμφέρον αυτό δεν διασφαλίζεται από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος (βλ., ιδίως, αποφάσεις Arblade κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψεις 34 και 35· της 24ης Ιανουαρίου 2002, C-164/99, Portugaia Construções, Συλλογή 2002, σ. I-787, σκέψη 19, και της 21ης Οκτωβρίου 2004, C-445/03, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2004, σ. I-10191, σκέψη 21).

65      Τέλος, η εφαρμογή των εθνικών ρυθμίσεων ενός κράτους μέλους επί των παρεχόντων υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη πρέπει να είναι πρόσφορη προς εξασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού τον οποίο επιδιώκουν και να μην βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου (βλ., ιδίως, αποφάσεις Säger, προπαρατεθείσα, σκέψη 15· της 31ης Μαρτίου 1993, C-19/92, Kraus, Συλλογή 1993, σ. I-1663, σκέψη 32, και της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard, Συλλογή 1995, σ. I-4165, σκέψη 37).

66      Εν προκειμένω, από το άρθρο 2, παράγραφος 3, του AEntG προκύπτει ότι, όταν ένας εργοδότης που είναι εγκατεστημένος εκτός Γερμανίας απασχολεί εργαζομένους στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, υποχρεούται να φυλάσσει ορισμένα έγγραφα, στη γερμανική γλώσσα, καθ’ όλη τη διάρκεια της πραγματικής απασχολήσεως των αποσπασμένων εργαζομένων και τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του πλήρους εργοταξίου, χωρίς, ωστόσο, η υποχρέωση αυτή να επιβάλλεται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο έτη, κατά τρόπον ώστε ο ως άνω εργοδότης να είναι σε θέση να επιδείξει τα εν λόγω έγγραφα εντός του εργοταξίου κατόπιν αιτήματος των ελεγκτικών αρχών. Όπως διευκρίνισε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς να αντικρουσθεί από την Επιτροπή, τα σχετικά έγγραφα είναι η σύμβαση εργασίας, οι μισθολογικές καταστάσεις καθώς και τα δικαιολογητικά έγγραφα σχετικά με το ωράριο εργασίας και την καταβολή των μισθών.

67      Δεδομένου ότι δεν υφίστανται κοινοτικά μέτρα εναρμονίσεως στον οικείο τομέα, πρέπει, ως εκ τούτου, προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο της δεύτερης αιτιάσεως που προέβαλε η Επιτροπή, να εξετασθεί, ευθύς εξ αρχής, αν οι απαιτήσεις που θέτει η ως άνω διάταξη του AEntG ενέχουν περιοριστικά αποτελέσματα επί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και εν συνεχεία, ενδεχομένως, αν, στον οικείο τομέα δραστηριοτήτων, επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος δικαιολογούν τέτοιους περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει, εν τέλει, να εξακριβωθεί αν το ίδιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω λιγότερο δεσμευτικών κανόνων.

68      Πρώτον, διαπιστώνεται ότι η εν λόγω διάταξη, επιβάλλοντας τη μετάφραση των επίμαχων εγγράφων στη γερμανική γλώσσα, συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

69      Συγκεκριμένα, η κατ’ αυτόν τον τρόπο επιβληθείσα υποχρέωση συνεπάγεται συμπληρωματικές δαπάνες, καθώς και συμπληρωματικές διοικητικές και χρηματοδοτικές επιβαρύνσεις, για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, οπότε οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν αποτελούν αντικείμενο ίσης μεταχειρίσεως, από την άποψη του ανταγωνισμού, σε σχέση με τους εργοδότες που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος υποδοχής και μπορούν, ως εκ τούτου, να αποθαρρυνθούν ως προς την παροχή υπηρεσιών στο εν λόγω κράτος μέλος.

70      Δεύτερον, πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, του AEntG επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος που ανάγεται στην κοινωνική προστασία των εργαζομένων του κλάδου των οικοδομικών εργασιών και στον έλεγχο του σεβασμού της προστασίας αυτής. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει τον ως άνω σκοπό μεταξύ των επιτακτικών λόγων που δικαιολογούν τέτοιους περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (βλ. αποφάσεις της 3ης Φεβρουαρίου 1982, 62/81 και 63/81, Seco και Desquenne & Giral, Συλλογή 1982, σ. 223, σκέψη 14· της 27ης Μαρτίου 1990, C-113/89, Rush Portuguesa, Συλλογή 1990, σ. I-1417, σκέψη 18· Guiot, προπαρατεθείσα, σκέψη 16, και Arblade κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 51).

71      Συγκεκριμένα, το άρθρο 2, παράγραφος 3, του AEntG, επιβάλλοντας τη φύλαξη, εντός του εργοταξίου, των επίμαχων εγγράφων στη γλώσσα του κράτους μέλους υποδοχής, αποσκοπεί στο να παράσχει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους να διεξαγάγουν, στον χώρο εργασίας, τους αναγκαίους ελέγχους προς διασφάλιση της τηρήσεως των εθνικών διατάξεων στον τομέα της προστασίας των εργαζομένων, και ιδίως εκείνων που αφορούν τις αμοιβές και το ωράριο εργασίας. Οι επιτόπιοι έλεγχοι αυτού του είδους θα καθίσταντο, στην πράξη, υπερβολικά δυσχερείς, αν όχι αδύνατοι, στην περίπτωση που τα εν λόγω έγγραφα μπορούσαν να προσκομισθούν στη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης, δεδομένου ότι η γλώσσα αυτή δεν ομιλείται κατ’ ανάγκην από τους δημοσίους υπαλλήλους του κράτους μέλους υποδοχής.

72      Συνεπώς, η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του AEntG είναι δικαιολογημένη.

73      Το ως άνω συμπέρασμα δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω από την προαναφερθείσα απόφαση Arblade κ.λπ.

74      Βεβαίως, ναι μεν είναι αληθές ότι, στη σκέψη 76 της ως άνω αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αρκεί, προς δικαιολόγηση ενός περιορισμού της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που συνίσταται στην επιβολή της υποχρεώσεως στον αλλοδαπό εργοδότη να φυλάσσει ορισμένα έγγραφα στην κατοικία φυσικού προσώπου έχοντος την κατοικία του εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το να μπορεί η ύπαρξη των εγγράφων αυτών εντός του εν λόγω κράτους να διευκολύνει γενικώς την εκπλήρωση της αποστολής ελέγχου εκ μέρους των αρχών του κράτους αυτού, πλην όμως η ως άνω σκέψη της εν λόγω αποφάσεως αφορούσε την υποχρέωση του εργοδότη να διατηρεί στη διάθεση των αρμοδίων αρχών ορισμένα έγγραφα, ακόμη και αφού ο εργοδότης παύσει να απασχολεί εργαζομένους στο κράτος μέλος υποδοχής.

75      Πάντως, τούτο δεν ισχύει εν προκειμένω, εφόσον το άρθρο 2, παράγραφος 3, του AEntG επιβάλλει υποχρέωση φυλάξεως των εγγράφων στη γερμανική γλώσσα κατά τη διάρκεια της πραγματικής απασχολήσεως των αποσπασμένων εργαζομένων στη Γερμανία και κατά τη διάρκεια του εργοταξίου. Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 74 της παρούσας αποφάσεως, η ως άνω διάταξη δεν περιορίζεται να διευκολύνει γενικώς την εκπλήρωση της αποστολής ελέγχου εκ μέρους των αρμοδίων γερμανικών αρχών, αλλά αποσκοπεί στο να καταστήσει δυνατή, στην πράξη, τη διεξαγωγή των ελέγχων που πραγματοποιούνται από τις εν λόγω αρχές στα εργοτάξια.

76      Τρίτον, διαπιστώνεται ότι η εν λόγω διάταξη καθιστά υποχρεωτική τη μετάφραση μόνον τεσσάρων εγγράφων (της συμβάσεως εργασίας, των μισθολογικών καταστάσεων, καθώς και των δικαιολογητικών εγγράφων σχετικά με το ωράριο εργασίας και την καταβολή των μισθών), τα οποία δεν είναι υπερβολικά εκτεταμένα και για τη σύνταξη των οποίων χρησιμοποιούνται κατά κανόνα τυποποιημένα έντυπα. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, του AEntG δεν συνεπάγεται, για τον εργοδότη που προβαίνει σε απόσπαση εργαζομένων στη Γερμανία, επαχθές διοικητικό ή οικονομικό βάρος, η εν λόγω διάταξη δεν βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού της κοινωνικής προστασίας.

77      Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου, δεν υφίστανται λιγότερο δεσμευτικά μέτρα που να παρέχουν τη δυνατότητα να επιτευχθεί ο εν λόγω σκοπός.

78      Συγκεκριμένα, το οργανωμένο σύστημα συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των εθνικών διοικητικών αρχών, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 96/71, δεν καθιστά περιττή την υποχρέωση μεταφράσεως που έχει επιβληθεί στους εγκατεστημένους εκτός Γερμανίας εργοδότες. Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα έγγραφα που απαιτούνται από τους εργοδότες βάσει του AEntG δεν περιέρχονται στην κατοχή των ως άνω διοικητικών αρχών, οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να τα διαβιβάσουν, με τις μεταφράσεις τους, εντός ευλόγων χρονικών διαστημάτων στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.

79      Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 86 των προτάσεών του, δεν υπάρχει σήμερα καμία κοινοτική ρύθμιση που να επιβάλλει τη χρήση εγγράφων συντεταγμένων σε περισσότερες της μιας γλώσσες στην περίπτωση διεθνικής αποσπάσεως εργαζομένων.

80      Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η δεύτερη αιτίαση που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί.

 Επί της υποχρεώσεως των αλλοδαπών επιχειρήσεων προσωρινής απασχολήσεως να προβαίνουν σε δήλωση σχετικά με τον τόπο υπηρεσίας των αποσπασμένων εργαζομένων (άρθρο 3, παράγραφος 2, του AEntG)

 Επιχειρηματολογία των διαδίκων

81      Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η υποχρέωση των αλλοδαπών επιχειρήσεων προσωρινής απασχολήσεως να δηλώνουν στις αρμόδιες αρχές όχι μόνον τη διάθεση εργαζομένου σε επιχείρηση η οποία τον απασχολεί, αλλά και τις μεταβολές του τόπου υπηρεσίας του ως άνω εργαζομένου από εργοτάξιο σε εργοτάξιο, ενώ μια τέτοια συμπληρωματική υποχρέωση δεν επιβάλλεται στις επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως που είναι εγκατεστημένες στη Γερμανία, συνιστά μέτρο που καθιστά τη διεθνική παροχή υπηρεσιών δυσχερέστερη από την παροχή υπηρεσιών εντός του εν λόγω κράτους μέλους. Κατά την Επιτροπή, κανένας βάσιμος λόγος δεν δικαιολογεί την ως άνω διαφορετική μεταχείριση.

82      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αντιτάσσει ότι η υποχρέωση δηλώσεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του AEntG, συμβιβάζεται με το άρθρο 49 ΕΚ. Συγκεκριμένα, η εν λόγω υποχρέωση δικαιολογείται από την ανάγκη διεξαγωγής αποτελεσματικών ελέγχων, προς το συμφέρον της καλύτερης προστασίας των εργαζομένων. Επιπλέον, η υποχρέωση αυτή δεν συνεπάγεται υπερβολικό βάρος για την οικεία επιχείρηση προσωρινής απασχολήσεως.

 Εκτίμηση του Δικαστηρίου

83      Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών επιβάλλει, ιδίως, την κατάργηση οποιωνδήποτε διακρίσεων εις βάρος των παρεχόντων υπηρεσίες προσώπων, συνεπεία της ιθαγενείας τους ή του γεγονότος ότι είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο όπου πρέπει να παρασχεθεί η υπηρεσία (βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-288/89, Collectieve Antennevoorziening Gouda, Συλλογή 1991, σ. I-4007, σκέψη 10· C-353/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1991, σ. I-4069, σκέψη 14, και της 4ης Μαΐου 1993, C-17/92, Distribuidores Cinematográficos, Συλλογή 1993, σ. I-2239, σκέψη 13).

84      Συναφώς, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του AEntG έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διακρίσεως εις βάρος των παρεχόντων υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένοι εκτός Γερμανίας.

85      Συγκεκριμένα, η ως άνω διάταξη επιβάλλει στις επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη να γνωστοποιούν εγγράφως στις αρμόδιες γερμανικές αρχές όχι μόνον την έναρξη και τη λήξη της διαθέσεως εργαζομένου σε επιχείρηση η οποία τον απασχολεί στη Γερμανία, αλλά και τον τόπο υπηρεσίας του ως άνω εργαζομένου καθώς και οποιαδήποτε μεταβολή σχετικά με τον τόπο αυτό, ενώ οι επιχειρήσεις του ιδίου είδους που είναι εγκατεστημένες στη Γερμανία δεν υπόκεινται στη συμπληρωματική αυτή υποχρέωση, την οποία υπέχουν πάντοτε οι επιχειρήσεις οι οποίες απασχολούν τον εργαζόμενο.

86      Πάντως, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι εθνικές ρυθμίσεις που δεν έχουν αδιακρίτως εφαρμογή στις παροχές υπηρεσιών ανεξαρτήτως της προελεύσεώς τους συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο μόνον αν μπορούν να υπαχθούν σε ρητή διάταξη περί εξαιρέσεως, όπως το άρθρο 46 ΕΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 55 ΕΚ (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, ΕΡΤ, Συλλογή 1991, σ. I-2925, σκέψη 24· Collectieve Antennevoorziening Gouda, προπαρατεθείσα, σκέψη 11, και της 21ης Μαρτίου 2002, C-451/99, Cura Anlagen, Συλλογή 2002, σ. I-3193, σκέψη 31). Από το άρθρο 46 ΕΚ, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται στενά, προκύπτει ότι κανόνες εισάγοντες δυσμενείς διακρίσεις μπορούν να δικαιολογηθούν από λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφαλείας και δημόσιας υγείας.

87      Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι, εν προκειμένω, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν επικαλέσθηκε κανένα στοιχείο δυνάμενο να εμπίπτει σε έναν από τους ως άνω λόγους.

88      Επομένως, η τρίτη αιτίαση που προέβαλε η Επιτροπή είναι βάσιμη.

89      Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας διάταξη, όπως το άρθρο 3, παράγραφος 2, του AEntG, δυνάμει της οποίας οι αλλοδαπές επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως υποχρεούνται να γνωστοποιούν όχι μόνον τη διάθεση εργαζομένου σε επιχείρηση η οποία τον απασχολεί στη Γερμανία, αλλά και οποιαδήποτε μεταβολή σχετικά με τον τόπο υπηρεσίας του ως άνω εργαζομένου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ.

 Επί των δικαστικών εξόδων

90      Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.

91      Εν προκειμένω, η Επιτροπή, η οποία ηττήθηκε ως προς τις δύο από τις τρεις αιτιάσεις που προέβαλε, πρέπει να φέρει τα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να φέρει το ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων.

92      Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας διάταξη, όπως το άρθρο 3, παράγραφος 2, του νόμου περί αποσπάσεως εργαζομένων (Arbeitnehmer-Entsendegesetz), της 26ης Φεβρουαρίου 1996, δυνάμει της οποίας οι αλλοδαπές επιχειρήσεις προσωρινής απασχολήσεως υποχρεούνται να γνωστοποιούν όχι μόνον τη διάθεση εργαζομένου σε επιχείρηση η οποία τον απασχολεί στη Γερμανία, αλλά και οποιαδήποτε μεταβολή σχετικά με τον τόπο υπηρεσίας του ως άνω εργαζομένου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΕΚ.

2)      Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.

3)      Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρει τα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει το ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων.

4)      Η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά της έξοδα.

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.