Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Στην υπόθεση C-252/05,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) (Ηνωμένο Βασίλειο) με απόφαση της 20ής Μαΐου 2005, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Ιουνίου 2005, στο πλαίσιο της διαδικασίας
Regina, εξ ονόματος της:
Thames Water Utilities Ltd,
κατά
South East London Division, Bromley Magistrates’ Court (District Judge Carr),
παρισταμένης της:
Environment Agency,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, P. Kūris, J. Makarczyk, L. Bay Larsen και J.‑C. Bonichot (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Ιανουαρίου 2007,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Thames Water Utilities Ltd, εκπροσωπούμενη από τους R. McCracken, QC, και G. Jones,
– η Environment Agency, εκπροσωπούμενη από τους D. Hart, QC, και M. Harris, barrister,
– η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την E. O’Neill, επικουρούμενη από τον J. Maurici, barrister,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Wimmer,
– η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από την H. Sevenster,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον M. Κωνσταντινίδη και την D. Lawunmi,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 8ης Φεβρουαρίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 78, σ. 32, στο εξής: οδηγία 75/442), και της οδηγίας 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (ΕΕ L 135, σ. 40). Το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να καθοριστεί αν τα λύματα που διαρρέουν από αποχετευτικό δίκτυο συνιστούν απόβλητα υπό την έννοια της οδηγίας 75/442 και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής της τελευταίας δυνάμει του άρθρου της 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημείο iv, ή του άρθρου της 2, παράγραφος 2.
Νομικό πλαίσιο
Κοινοτικό δίκαιο
Περί των αποβλήτων
2. Το άρθρο 1 της οδηγίας 75/442 ορίζει τα εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας νοείται ως:
α) απόβλητο: κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει.
[…]
β) παραγωγός: κάθε πρόσωπο του οποίου η δραστηριότητα παρήγαγε απόβλητα (αρχικός παραγωγός) ή/και κάθε πρόσωπο που έχει πραγματοποιήσει εργασίες προεπεξεργασίας, ανάμειξης ή άλλες οι οποίες οδηγούν σε μεταβολή της φύσης ή της σύνθεσης των αποβλήτων αυτών·
γ) κάτοχος: ο παραγωγός των αποβλήτων ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τα απόβλητα·
[…]»
3. Το άρθρο 2 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας:
[…]
β) εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία:
[…]
iv) τα λύματα, εξαιρέσει των αποβλήτων σε υγρή κατάσταση·
[…]
2. Ειδικές επιμέρους ή συμπληρωματικές της παρούσας οδηγίας διατάξεις οι οποίες αποβλέπουν στη ρύθμιση της διαχείρισης ορισμένων κατηγοριών αποβλήτων είναι δυνατόν να θεσπιστούν από χωριστές οδηγίες.»
Περί των λυμάτων
4. Το άρθρο 1 της οδηγίας 91/271 ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία αφορά τη συλλογή, την επεξεργασία και την απόρριψη αστικών λυμάτων και την επεξεργασία και την απόρριψη λυμάτων από ορισμένους βιομηχανικούς τομείς.
Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η προστασία του περιβάλλοντος από τις αρνητικές επιπτώσεις της απόρριψης αυτών των λυμάτων.»
5. Το άρθρο 3 της ιδίας οδηγίας προβλέπει, στην παράγραφό του 1, πρώτο εδάφιο, ότι «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλοι οι οικισμοί να διαθέτουν δίκτυα αποχέτευσης αστικών λυμάτων» και, στην παράγραφό του 2, ότι «τα περιγραφόμενα στην παράγραφο 1 αποχετευτικά δίκτυα πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις του παραρτήματος I, σημείο A».
6. Το παράρτημα I, σημείο A, της οδηγίας 91/271 επιβάλλει τις ακόλουθες υποχρεώσεις:
«[...]
Ο σχεδιασμός, η κατασκευή και η συντήρηση των αποχετευτικών δικτύων πρέπει να διενεργούνται σύμφωνα με τις καλύτερες τεχνικές γνώσεις, που δεν συνεπάγονται υπερβολικό κόστος, ιδίως όσον αφορά:
[…]
– την πρόληψη διαρροών,
[…]»
Εθνικό δίκαιο
Περί των αποβλήτων
7. Το άρθρο 33, παράγραφος 1, του Environmental Protection Act 1990 ορίζει τα εξής:
«[…] απαγορεύεται στους πάντες a) να διαθέτουν ελεγχόμενα απόβλητα […] εντός του εδάφους ή επί του εδάφους, οιοσδήποτε και αν είναι ο τόπος, εκτός εάν ισχύει άδεια διαχείρισης των αποβλήτων και η διάθεση πραγματοποιείται σύμφωνα με την άδεια αυτή.»
8. Στο άρθρο 75, παράγραφος 4, του Environmental Protection Act 1990 ορίζονται τα «ελεγχόμενα απόβλητα» ως «οικιακά απορρίμματα, βιομηχανικά και εμπορικά απόβλητα ή άλλα απόβλητα αυτού του είδους».
9. Το άρθρο 75, παράγραφος 8, του Environmental Protection Act 1990 ορίζει ότι «τα απόβλητα στα οποία αναφέρονται η παράγραφος 7 και η παρούσα παράγραφος δεν περιλαμβάνουν λύματα (περιλαμβάνοντα το περιεχόμενο αποχωρητηρίου ή προερχόμενα από αποχωρητήριο), εκτός εάν, συναφώς, οι κανονιστικές πράξεις ορίζουν άλλως».
10. Οι Controlled Waste Regulations 1992 (κανονιστικές πράξεις 1992 περί ελεγχομένων αποβλήτων) εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογήν του Environmental Protection Act 1990.
11. Δυνάμει του κανόνα 5, παράγραφος 1, των Controlled Waste Regulations 1992, «[…] τα περιγραφόμενα στο παράρτημα 3 απόβλητα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως βιομηχανικά απόβλητα για τους σκοπούς του μέρους II του νόμου».
12. Η παράγραφος 7, στοιχείο a, του παραρτήματος 3 αναφέρεται στα «λύματα που δεν εμπίπτουν σε περιγραφή του κανόνα 7 […] τα οποία διατίθενται εντός ή επί του εδάφους». Εντούτοις, ο κανόνας 7, παράγραφος 1, στοιχείο a, αποκλείει «τα λύματα, τις λάσπες ή τις λάσπες των βιολογικών βόθρων που τυγχάνουν επεξεργασίας, διατηρούνται ή διατίθενται (κατ’ άλλον τρόπον εκτός της χρησιμοποιήσεως κινητής εγκαταστάσεως) εντός της ζώνης εγκατάστασης (curtilage) των σταθμών επεξεργασίας των λυμάτων» από τον τομέα των ελεγχομένων αποβλήτων, εκτός εάν οι πράξεις επεξεργασίας, διατηρήσεως και διαθέσεως αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δραστηριότητας των σταθμών.
13. Δυνάμει του κανόνα 7 A των Controlled Waste Regulations 1992, «για τους σκοπούς του μέρους II του Environmental Protection Act 1990, τα απόβλητα που δεν αποτελούν απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας δεν πρέπει να τυγχάνουν επεξεργασίας ως οικιακά, βιομηχανικά ή εμπορικά απόβλητα».
14. Τέλος, οι Controlled Waste Regulations 1992 ορίζουν τα «απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας» ως «οιαδήποτε ουσία ή αντικείμενο των κατηγοριών που απαριθμούνται στο μέρος II του παραρτήματος 4, που ο παραγωγός ή ο κάτοχός τους απορρίπτει, έχει την πρόθεση να απορρίψει ή υποχρεούται να απορρίψει, εξαιρέσει πάντως οιουδήποτε αποκλειομένου από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δυνάμει του άρθρου της 2»· ο όρος «απορρίπτει» έχει την αυτή έννοια όπως στην οδηγία και ο όρος «παραγωγός» σημαίνει «οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου η δραστηριότητα παράγει απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας ή το οποίο προβαίνει σε προπαρασκευαστικές πράξεις επεξεργασίας, μίξεως ή άλλες που έχουν ως αποτέλεσμα μεταβολή της φύσεως ή της συνθέσεως των εν λόγω αποβλήτων».
Περί των λυμάτων
15. Κατά τον χρόνο διαπράξεως των προβαλλομένων παραβάσεων, το άρθρο 94, παράγραφος 1, του Water Industry Act 1991 όριζε τα εξής:
«Η επιχείρηση επεξεργασίας λυμάτων υποχρεούται: a) να παρέχει, να ελέγχει και να επεκτείνει δίκτυο δημοσίων υπονόμων (εντός της ζώνης της ή αλλού), το οποίο διασφαλίζει τον καθαρισμό τους και τη συντήρησή τους κατά τρόπο ώστε η ζώνη αυτή να είναι πράγματι αποστραγγισμένη και να εξακολουθεί να βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση· b) να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την κένωση των υπονόμων αυτών και οποιοδήποτε άλλο μέτρο […] αναγκαίο, επανειλημμένως, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση, εντός των σταθμών κενώσεως ή κατ’ άλλον τρόπον, του περιεχομένου των υπονόμων αυτών.»
16. Εξάλλου, σε περίπτωση παραβάσεως υποχρεώσεως εκ μέρους επιχειρηματία ασχολούμενου με την επεξεργασία των λυμάτων κατά την έννοια του άρθρου 94, παράγραφος 1, του Water Industry Act 1991, ο υφυπουργός ή ο γενικός διευθυντής των υπηρεσιών υδάτων υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 18 του εν λόγω νόμου, να εκδώσει ορισ τική (εκτελεστή κατόπιν διαδικασίας κατ’ αντιμωλία) ή προσωρινή (αμέσως εκτελεστή) διαταγή εκτελέσεως, απαιτώντας τη λήψη μέτρων για τη διασφάλιση της τηρήσεως της εν λόγω υποχρεώσεως.
17. Οι Urban Waste Water Treatment (England and Wales) Regulations 1994 εκδόθηκαν για τους σκοπούς της θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας 91/271 και συμπληρώνουν τις διατάξεις του άρθρου 94 του Water Industry Act 1991.
18. Ο κανόνας 4, παράγραφος 1, των Urban Waste Water Treatment (England and Wales) Regulations 1994 ορίζει τα εξής:
«Οι παρούσες διατάξεις συμπληρώνουν αυτές που αφορούν την υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 94 του Water Industry Act 1991 […] και οποιαδήποτε παράβαση των επιταγών των διατάξεων αυτών πρέπει να θεωρείται, για τους σκοπούς αυτού του νόμου, ως παράβαση της εν λόγω υποχρεώσεως.»
19. Ο κανόνας 4, παράγραφος 4, προβλέπει ότι οι υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 94, παράγραφος 1, στοιχείο b, εμπεριέχουν υποχρέωση «να ληφθούν μέτρα ώστε τα αστικά λύματα που εισέρχονται στα δίκτυα αποχέτευσης, πριν από την απόρριψή τους, να υπόκεινται σε επεξεργασία σύμφωνα με τον κανόνα 5».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
20. Η Thames Water Utilities Ltd είναι δημόσια επιχείρηση επεξεργασίας λυμάτων. Κατ’ αυτής ασκήθηκαν ποινικές διώξεις από την Environment Agency, ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο του οποίου οι αρμοδιότητες περιλαμβάνουν ορισμένες πτυχές του ελέγχου της ρυπάνσεως στην Αγγλία και την Ουαλία. Η Thames Water Utilities Ltd κατηγορείται ότι απέρριψε μη επεξεργασμένα λύματα αποτελούντα «ελεγχόμενα απόβλητα» στο έδαφος της κομητείας του Kent καθώς και εντός των ελεγχομένων υδάτων της ίδιας κομητείας. Αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο είναι το South East London Division, Bromley Magistrates’ Court (District Judge Carr). Τούτο αρνήθηκε να αποφανθεί επί προκαταρκτικού ερωτήματος προκειμένου να καθοριστεί αν τα λύματα που διαρρέουν από αποχετευτικό δίκτυο συντηρούμενο από εταιρία όπως η Thames Water Utilities Ltd συνιστούν «ελεγχόμενο απόβλητο κατά την έννοια της αγγλικής νομοθεσίας».
21. Η Thames Water Utilities Ltd προσέφυγε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αιτουμένη τον δικαστικό έλεγχο (judicial review) της αρνητικής αυτής αποφάσεως.
22. Αφού παρατήρησε ότι ελεγχόμενο απόβλητο κατά την έννοια του εθνικού δικαίου πρέπει να αποτελεί απόβλητο υπό την έννοια της οδηγίας 75/442, το High Court of Justice (England and Wales), Queen’s Bench Division (Administrative Court) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Αποτελούν “απόβλητα” κατά την έννοια της οδηγίας [75/442] τα λύματα που διαρρέουν από αποχετευτικό δίκτυο συντηρούμενο από δημόσια επιχείρηση επεξεργασίας λυμάτων κατά την έννοια της οδηγίας [91/271] και/ή του Water Industry Act 1991 […];
2. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1:
α) δεν εμπίπτουν τα ως άνω λύματα στην έννοια του “αποβλήτου” κατά την έννοια της [οδηγίας 75/442], δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημείο iv, της [οδηγίας 75/442] και, ειδικότερα, δυνάμει της [οδηγίας 91/271] και/ή του [Water Industry Act 1991], ή
β) εμπίπτουν τα ως άνω λύματα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, της [οδηγίας 75/442] και εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της έννοιας του “αποβλήτου” κατά την έννοια της [οδηγίας 75/442] και, ειδικότερα, λόγω της εφαρμογής της [οδηγίας 91/271];»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
23. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τα λύματα αποτελούν απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας 75/442 οσάκις διαρρέουν από αποχετευτικό δίκτυο που συντηρεί δημόσια επιχείρηση κατ’ εφαρμογήν της νομοθεσίας που εκδόθηκε για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 91/271.
24. Το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442 ορίζει το απόβλητο ως «κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται […] να απορρίψει». Το παράρτημα αυτό διευκρινίζει και καθιστά σαφή τον ορισμό αυτόν προτείνοντας ένα κατάλογο ουσιών και αντικειμένων που μπορούν να χαρακτηριστούν ως απόβλητα. Πάντως, ο κατάλογος αυτός έχει ενδεικτικό μόνο χαρακτήρα, καθόσον ο χαρακτηρισμός μιας ουσίας ή αντικειμένου ως αποβλήτου προκύπτει κυρίως από τη συμπεριφορά του κατόχου τους και από τη σημασία του όρου «απορρίπτω» (βλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C-1/03, Van de Walle κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. I-7613, σκέψη 42 και παρατιθέμενη νομολογία).
25. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442 αναφέρει εξάλλου τα είδη αποβλήτων που μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας αυτής, παρόλον ότι πρόκειται για απόβλητα που ανταποκρίνονται στον ορισμό του άρθρου της 1, στοιχείο α΄.
26. Αυτό συμβαίνει, κατά το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημείο iv, της οδηγίας 75/442, για «τα λύματα, εξαιρέσει των αποβλήτων σε υγρή κατάσταση». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να χαρακτηρίσει ρητώς τα λύματα ως «απόβλητα», κατά την έννοια της οδηγίας 75/442, προβλέποντας ταυτόχρονα ότι τα απόβλητα αυτά δύνανται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να μην εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής και, συνεπώς, στο γενικό νομικό καθεστώς των αποβλήτων που αυτή θεσπίζει.
27. Συναφώς, ο όρος «απορρίπτω» δεν πρέπει να ερμηνεύεται μόνον υπό το πρίσμα του σκοπού που επιδιώκει η οδηγία 75/442, ήτοι της προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεντρώσεως, της μεταφοράς, της επεξεργασίας και της αποθηκεύσεως των αποβλήτων, αλλά και υπό το πρίσμα του άρθρου 174, παράγραφος 2, ΕΚ. Τούτο ορίζει ότι «[η] πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας. Στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης […]». Ο όρος «απορρίπτω» δεν πρέπει επομένως να ερμηνευθεί κατά τρόπο συσταλτικό (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, C-418/97 και C-419/97, ARCO Chemie Nederland κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. I-4475, σκέψεις 36 έως 40).
28. Το γεγονός ότι τα λύματα διαρρέουν από αποχετευτικό δίκτυο δεν επιδρά στη φύση τους ως «αποβλήτων» υπό την έννοια της οδηγίας 75/442. Συγκεκριμένα, αν διαρρέουν λύματα εκτός αποχετευτικού δικτύου, αυτά στην πραγματικότητα «απορρίπτονται» από την επιχείρηση επεξεργασίας λυμάτων, κάτοχο των λυμάτων αυτών. Ο τυχαίος χαρακτήρας της διαρροής αυτής δεν επιτρέπει να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα. Το Δικαστήριο έκρινε, πράγματι, ότι μια τυχαία διαρροή υγρών καυσίμων επί του εδάφους μπορεί να ερμηνευθεί ως πράξη «απόρριψης» εκ μέρους του κατόχου των υγρών αυτών καυσίμων (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Van de Walle κ.λπ., σκέψη 47). Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η οδηγία 75/442 θα καθίστατο εν μέρει άνευ αντικειμένου, αν τα υγρά καύσιμα που προκάλεσαν μια μόλυνση δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν απόβλητα, απλώς και μόνον επειδή διέρρευσαν τυχαίως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Van de Walle κ.λπ., σκέψη 48). Η ίδια συλλογιστική πρέπει να γίνει δεκτή ως προς τα λύματα που διαρρέουν τυχαίως.
29. Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα λύματα που διαρρέουν από αποχετευτικό δίκτυο το οποίο συντηρεί δημόσια επιχείρηση επεξεργασίας λυμάτων κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 91/271 και της νομοθεσίας που εκδόθηκε για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο συνιστούν απόβλητα υπό την έννοια της οδηγίας 75/442.
Επί του δευτέρου ερωτήματος, υπό στοιχείο α΄
30. Με το δεύτερο ερώτημά του, υπό στοιχείο α΄, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν τα λύματα που διαρρέουν από αποχετευτικό δίκτυο αποτελούν απόβλητα που εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 75/442 δυνάμει του άρθρου της 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημείο iv, και, ειδικότερα, δυνάμει της οδηγίας 91/271 ή του Water Industry Act 1991, ή αμφοτέρων των νομικών αυτών πράξεων μαζί.
31. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σημείο iv, της οδηγίας 75/442 εξαιρεί του πεδίου εφαρμογής της τα λύματα, εξαιρέσει των αποβλήτων σε υγρή κατάσταση, υπό τον όρον πάντως ότι τα λύματα αυτά καλύπτονται από «άλλη νομοθεσία».
32. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 49 της αποφάσεως της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-114/01, AvestaPolarit Chrome (Συλλογή 2003, σ. I-8725), οι όροι «άλλη νομοθεσία» που χρησιμοποιούνται από την οδηγία 75/442 στο άρθρο της 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, μπορούν να αφορούν επίσης εθνική νομοθεσία.
33. Ωστόσο, για να μπορούν να θεωρηθούν ως «άλλη νομοθεσία», υπό την έννοια του εν λόγω άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, οι επίμαχες διατάξεις δεν πρέπει απλώς να αφορούν μια ειδική ουσία, αλλά πρέπει να περιλαμβάνουν συγκεκριμένες διατάξεις περί οργανώσεως της διαχειρίσεώς τους ως αποβλήτων, υπό την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο δ΄, της εν λόγω οδηγίας. Όταν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, η διαχείριση των ως άνω αποβλήτων δεν οργανώνεται ούτε βάσει αυτής της οδηγίας ούτε βάσει άλλης οδηγίας ή βάσει εθνικής νομοθεσίας, πράγμα το οποίο αντιβαίνει τόσο προς το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 75/442 όσο και προς τον σκοπό αυτόν καθεαυτόν της κοινοτικής νομοθεσίας περί αποβλήτων (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση AvestaPolarit Chrome, σκέψη 52).
34. Επομένως, για να μπορούν να θεωρηθούν οι επίμαχοι κοινοτικοί ή εθνικοί κανόνες ως «άλλη νομοθεσία», πρέπει να περιλαμβάνουν συγκεκριμένες διατάξεις περί οργανώσεως της διαχειρίσεως των αποβλήτων και να διασφαλίζουν ένα επίπεδο προστασίας τουλάχιστον ισοδύναμο με εκείνο που προκύπτει από την οδηγία 75/442 και, ειδικότερα, από τα άρθρα της 4, 8 και 15.
35. Η οδηγία 91/271 δεν διασφαλίζει αυτό το επίπεδο προστασίας. Διέπει μεν τη συλλογή, την επεξεργασία και την απόρριψη των λυμάτων, πλην όμως, ως προς τις διαρροές λυμάτων, προβλέπει μόνον την υποχρέωση πρόληψης του κινδύνου αυτών των διαρροών κατά τον σχεδιασμό, την κατασκευή και τη συντήρηση των αποχετευτικών δικτύων. Η οδηγία 91/271 δεν θέτει κανένα στόχο σε σχέση με τη διάθεση των αποβλήτων ή την απορρύπανση των μολυσμένων εδαφών. Δεν μπορεί επομένως να θεωρείται ότι αφορά τη διαχείριση των λυμάτων που διαρρέουν από αποχετευτικά δίκτυα και διασφαλίζει επίπεδο προστασίας τουλάχιστον ισοδύναμο με αυτό που προκύπτει από την οδηγία 75/442.
36. Ως προς την εθνική νομοθεσία που έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης, ούτε από τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο έγγραφα ούτε από τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν κατά τη συνεδρίαση κατέστη δυνατό να καθοριστεί η ακριβής έκταση των δικαιοδοσιών των αρμοδίων διοικητικών αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να καθορίσει, ενόψει των κριτηρίων που καθορίζονται στις σκέψεις 34 και 35 της παρούσας αποφάσεως, αν ο Water Industry Act 1991 ή οι Urban Waste Water (England and Wales) Regulations 1994 περιέχουν ακριβείς διατάξεις περί οργανώσεως της διαχειρίσεως των επίδικων αποβλήτων και αν μπορούν να διασφαλίζουν προστασία του περιβάλλοντος ισοδύναμη με αυτήν που εγγυάται η οδηγία 75/442 και, ειδικότερα, τα άρθρα της 4, 8 και 15.
37. Αν αυτό δεν συμβαίνει, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να μη λάβει υπόψη τις εθνικές διατάξεις και να εφαρμόσει στη διαφορά της κύριας δίκης αυτές της οδηγίας 75/442 καθώς και τις εθνικές διατάξεις με τις οποίες διασφαλίστηκε η μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
38. Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα, υπό στοιχείο α΄, πρέπει να δοθεί ως απάντηση, αφενός, ότι η οδηγία 91/271 δεν συνιστά «άλλη νομοθεσία» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 75/442 και, αφετέρου, ότι απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση, αν η εθνική νομοθεσία μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί «άλλη νομοθεσία» κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Αυτό συμβαίνει αν η εν λόγω εθνική νομοθεσία περιέχει ακριβείς διατάξεις περί οργανώσεως της διαχειρίσεως των επίδικων αποβλήτων και μπορεί να διασφαλίζει προστασία του περιβάλλοντος ισοδύναμη με αυτήν που εγγυάται η οδηγία 75/442 και, ειδικότερα, τα άρθρα της 4, 8 και 15.
Επί του δευτέρου ερωτήματος, υπό στοιχείο β΄
39. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, αποτελεί νομοθεσία πλαίσιο, δεδομένου ότι το άρθρο της 2, παράγραφος 2, προβλέπει ότι ειδικές επιμέρους ή συμπληρωματικές διατάξεις είναι δυνατόν να θεσπιστούν από χωριστές οδηγίες για να ρυθμιστεί η διαχείριση ορισμένων κατηγοριών αποβλήτων. Τέτοια χωριστή οδηγία μπορεί να θεωρηθεί ως lex specialis σε σχέση προς την οδηγία 75/442, οπότε οι διατάξεις της υπερέχουν έναντι αυτών της τελευταίας στο πλαίσιο των καταστάσεων που αυτή αποσκοπεί να ρυθμίσει ειδικώς (βλ., κατά την έννοια αυτή, απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-444/00, Mayer Parry Recycling, Συλλογή 2003, σ. I-6163, σκέψεις 51 και 57).
40. Πάντως, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 35 της παρούσας αποφάσεως, η οδηγία 91/271 δεν περιέχει διάταξη αφορώσα, αυτά καθεαυτά, τα λύματα που διαρρέουν από αποχετευτικό δίκτυο. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχει ειδικές επιμέρους ή συμπληρωματικές της οδηγίας 75/442 διατάξεις, οι οποίες αποβλέπουν στη ρύθμιση της διαχειρίσεως των λυμάτων που διαρρέουν από αποχετευτικό δίκτυο.
41. Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα, υπό στοιχείο β΄, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 91/271 δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως προς τη διαχείριση των λυμάτων που διαρρέουν από αποχετευτικό δίκτυο, ότι αποτελεί lex sp ecialis σε σχέση με την οδηγία 75/442 και δεν μπορεί, επομένως, να τύχει εφαρμογής δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της τελευταίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
42. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Τα λύματα που διαρρέουν από δίκτυο επεξεργασίας λυμάτων το οποίο συντηρεί δημόσια επιχείρηση επεξεργασίας λυμάτων κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, και της νομοθεσίας που θεσπίστηκε για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο, αποτελούν απόβλητα υπό την έννοια της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991.
2) Η οδηγία 91/271 δεν αποτελεί «άλλη νομοθεσία» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να ελέγξει, σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση, αν η εθνική νομοθεσία μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί «άλλη νομοθεσία» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής. Αυτό συμβαίνει αν η εν λόγω εθνική νομοθεσία περιέχει ακριβείς διατάξεις περί οργανώσεως της διαχειρίσεως των επίδικων αποβλήτων και μπορεί να διασφαλίζει προστασία του περιβάλλοντος ισοδύναμη με αυτήν που εγγυάται η οδηγία 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, και, ειδικότερα, τα άρθρα της 4, 8 και 15.
3) Η οδηγία 91/271 δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως προς τη διαχείριση των λυμάτων που διαρρέουν από αποχετευτικό δίκτυο, ότι αποτελεί lex specialis σε σχέση με την οδηγία 75/442, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156, και δεν μπορεί, επομένως, να τύχει εφαρμογής δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας.