Υπόθεση C-3/04
Poseidon Chartering BV
κατά
Marianne Zeeschip VOF κ.λπ.
(αίτηση του Rechtbank Utrecht
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 86/653/ΕΟΚ — Ανεξάρτητοι εμπορικοί αντιπρόσωποι — Έννοια εμπορικού αντιπροσώπου — Σύναψη και διαδοχικές ανανεώσεις μιας μόνο συμβάσεως επί πολλά έτη»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 28ης Απριλίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 16ης Μαρτίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προδικαστικά ερωτήματα — Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου — Όρια
(Άρθρο 234 EΚ)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Ανεξάρτητοι εμπορικοί αντιπρόσωποι — Οδηγία 86/653
(Οδηγία 86/653 του Συμβουλίου, άρθρο 1 § 2)
1. Ούτε από το γράμμα του άρθρου 234 ΕΚ ούτε από το αντικείμενο της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό διαδικασίας προκύπτει ότι πρόθεση των συντακτών της Συνθήκης ήταν να αποκλείσουν από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που αφορούν διάταξη του κοινοτικού δικαίου στην ειδική περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους παραπέμπει στο περιεχόμενο της διατάξεως αυτής προκειμένου να προσδιοριστούν οι κανόνες που θα εφαρμοστούν σε αμιγώς εσωτερικής φύσεως κατάσταση του κράτους αυτού.
Συγκεκριμένα, όταν μια εθνική νομοθεσία εναρμονίζει τις λύσεις που προβλέπει για τις αμιγώς εσωτερικής φύσεως καταστάσεις με τις λύσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο, προκειμένου ιδίως να αποφευχθούν διακρίσεις ή ενδεχόμενες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, υφίσταται οπωσδήποτε κοινοτικό συμφέρον για ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων ή των εννοιών που αντιστοιχούν σε διατάξεις ή έννοιες του κοινοτικού δικαίου, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες αυτές τυγχάνουν εφαρμογής, προκειμένου να αποφεύγονται στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις.
(βλ. σκέψεις 15-16)
2. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 86/653, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν σε έναν ανεξάρτητο μεσολαβητή ανατέθηκε η σύναψη μίας μόνο συμβάσεως, η οποία ανανεώθηκε εν συνεχεία επί πολλά έτη, ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη όρος περί μόνιμης αναθέσεως επιτάσσει να έχει αναθέσει ο αντιπροσωπευόμενος στον μεσολαβητή αυτόν τη διαπραγμάτευση των διαδοχικών ανανεώσεων της εν λόγω συμβάσεως, εκτός εάν συντρέχουν άλλοι παράγοντες ικανοί να θεμελιώσουν την ύπαρξη πάγιας εντολής προς διαπραγμάτευση.
(βλ. σκέψεις 26-27 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 16ης Μαρτίου 2006 (*)
«Οδηγία 86/653/ΕΟΚ – Ανεξάρτητοι εμπορικοί αντιπρόσωποι – Έννοια εμπορικού αντιπροσώπου – Σύναψη και διαδοχικές ανανεώσεις μίας μόνο συμβάσεως επί πολλά έτη»
Στην υπόθεση C-3/04,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Rechtbank Utrecht (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2003, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Ιανουαρίου 2004, στο πλαίσιο της δίκης
Poseidon Chartering BV
κατά
Marianne Zeeschip VOF,
Albert Mooij,
Sjoerdtje Sijswerda,
Gerrit Schram,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann, K. Lenaerts, E. Juhász και M. Ilešič, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Poseidon Chartering BV, εκπροσωπούμενη από τον H. Boonk, advocaat,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους H. Støvlbæk και W. Wils,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 1, παράγραφος 2, 7, παράγραφος 1, και 17 της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) (ΕΕ L 382, σ. 17, στο εξής: οδηγία).
2 Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας την οποία κίνησε η Poseidon Chartering BV (στο εξής: Poseidon) κατά της εταιρίας Marianne Zeeschip VOF, καθώς και κατά των Α. Mooij, G. Schram και S. Sijswerda (στο εξής, ομού: Marianne Zeeschip), για αποζημίωση, καθώς και για την καταβολή οφειλόμενων προμηθειών και αποζημιώσεως λόγω λύσεως συμβάσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει ότι «εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής “αντιπροσωπευόμενος”, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου».
4 Όσον αφορά την αμοιβή του αντιπροσώπου, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει:
«1. Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια:
α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβασή του,
ή
β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ίδιου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη.»
5 Ως προς τις οικονομικές συνέπειες που έχει για τον αντιπρόσωπο η λύση της συμβάσεως, το άρθρο 17 της οδηγίας ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίζεται στον εμπορικό αντιπρόσωπο, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας, κατ’ αποκοπήν αποζημίωση, σύμφωνα με την παράγραφο 2, ή ανόρθωση της ζημίας, σύμφωνα με την παράγραφο 3.
2. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται κατ’ αποκοπήν αποζημίωση εάν και εφόσον:
– έφερε νέους πελάτες στον εντολέα ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς
και
– η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ή μη ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 20.
β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με μια ετήσια αποζημίωση υπολογιζόμενη με βάση τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
γ) Η χορήγηση αυτής της κατ’ αποκοπήν αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της ζημίας την οποία υπέστη.
[…]»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
6 H οδηγία μεταφέρθηκε στην ολλανδική έννομη τάξη με τα άρθρα 428 έως 445 του ολλανδικού αστικού κώδικα (Burgerlijk Wetboek). Τα άρθρα αυτά είναι κατά βάση αντίστοιχα προς τις διατάξεις της οδηγίας, με την εξαίρεση ότι, ενώ το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε πράξεις σχετικές με «την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων», οι ολλανδικές διατάξεις εφαρμόζονται και σε πράξεις σχετικές με την παροχή υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, το άρθρο 7:428, παράγραφος 1, του ολλανδικού αστικού κώδικα, με το οποίο μεταφέρεται στην ολλανδική νομοθεσία το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, ορίζει:
«Σύμβαση αντιπροσωπίας είναι η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος –που καλείται αντιπροσωπευόμενος– αναθέτει στον αντισυμβαλλόμενο –που καλείται εμπορικός αντιπρόσωπος– να ενεργεί ως μεσολαβητής, για ορισμένο ή μη χρόνο και έναντι αμοιβής, στη διαπραγμάτευση συμβάσεων, τις οποίες θα δύναται να συνάπτει επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, χωρίς, ωστόσο, να εξαρτάται από αυτόν.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
7 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η Poseidon ενήργησε ως μεσολαβητής στο πλαίσιο συμβάσεως ναυλώσεως πλοίου, η οποία συνήφθη μεταξύ της Marianne Zeeschip και της εταιρίας Maritramp. Η σύμβαση αυτή ανανεωνόταν σε ετήσια βάση από το 1994 έως το 2000. Κατά το διάστημα αυτό, η Pοseidοn κατέγραψε, μεταξύ άλλων, το αποτέλεσμα των ετήσιων διαπραγματεύσεων για την παράταση της ναυλώσεως σε προσθήκη της συμβάσεως. Από το 1994 έως το 2000 η Pοseidοn εισέπραττε προμήθεια ανερχόμενη στο 2,5 % του ποσού της ναυλώσεως.
8 Μετά τη λύση της συμβάσεως μεταξύ της Marianne Zeeschip και της Poseidon, η Poseidon ζήτησε από την Marianne Zeeschip αποζημίωση λόγω μη τηρήσεως της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως, την καταβολή του ποσού των 14 229,89 ευρώ για οφειλόμενες προμήθειες και του ποσού των 14 471,29 ευρώ ως αποζημίωση για απώλεια πελατείας.
9 Η Marianne Zeeschip αρνήθηκε να προβεί στις ως άνω καταβολές για τον λόγο ότι η Poseidon δεν μπορούσε να θεωρηθεί εμπορικός αντιπρόσωπος, καθόσον είχε διαπραγματευθεί τη σύναψη μίας μόνο συμβάσεως. Κατά την Marianne Zeeschip, χαρακτηριστικό της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπίας είναι το γεγονός ότι ο αντιπρόσωπος ενεργεί για τη σύναψη πολλών συμβάσεων.
10 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Rechtbank αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Μπορεί να θεωρηθεί εμπορικός αντιπρόσωπος υπό την έννοια της οδηγίας 86/653 ο ανεξάρτητος μεσολαβητής ο οποίος μεσολάβησε για τη σύναψη (όχι πολλών, αλλά) μίας συμβάσεως (ναυλώσεως πλοίου), η οποία ανανεωνόταν κάθε έτος κατόπιν διαπραγματεύσεων οι οποίες διεξάγονταν (από το 1994 έως το 2000, πλην του 1999) μεταξύ του πλοιοκτήτη και τρίτου και των οποίων η έκβαση καταγραφόταν από τον μεσολαβητή σε προσθήκη της συμβάσεως;
2. Καθόσον επιβάλλεται να διαπιστωθεί αν η υπό κρίση υπόθεση αφορά σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπίας, ασκεί επιρροή στην απάντηση του πρώτου ερωτήματος το γεγονός ότι, επί πολλά έτη, καταβαλλόταν αποζημίωση (προμήθεια) ίση προς το 2,5 % του ναύλου και/ή το γεγονός ότι στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας γίνεται λόγος για “εμπορική πράξη που έχει συναφθεί” και για την ύπαρξη δικαιώματος εισπράξεως προμήθειας “αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο [μεσολαβητής] έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ίδιου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη”;
3. Επηρεάζει την απάντηση στο πρώτο ερώτημα το γεγονός ότι στο άρθρο 17 της οδηγίας γίνεται λόγος για “πελάτες” και όχι για “πελάτη”»;
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
11 Με έγγραφο της 2ας Σεπτεμβρίου 2004, η Γραμματεία του Δικαστηρίου επισήμανε στο αιτούν δικαστήριο ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο της 1, παράγραφος 2, η οδηγία αφορά αποκλειστικά τους ανεξάρτητους μεσολαβητές στους οποίους έχει ανατεθεί η διαπραγμάτευση της συνάψεως συμβάσεων αγοραπωλησίας εμπορευμάτων και όχι τους ανεξάρτητους μεσολαβητές στους οποίους έχει ανατεθεί η διαπραγμάτευση της συνάψεως συμβάσεων παροχής υπηρεσιών (βλ. διάταξη της 6ης Μαρτίου 2003, C-449/01, Abbey Life, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή). Η Γραμματεία του Δικαστηρίου ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να επιβεβαιώσει αν, υπό τις συνθήκες αυτές, επιθυμούσε να εμμείνει στο προδικαστικό ερώτημά του.
12 Με την απάντησή του, το αιτούν δικαστήριο επιβεβαίωσε την αίτησή του για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Το εν λόγω δικαστήριο διευκρίνισε συναφώς ότι, κατά τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη, ο ολλανδός νομοθέτης διηύρυνε το περιεχόμενο της έννοιας «εμπορικός αντιπρόσωπος», περιλαμβάνοντας σε αυτό και τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Το Rechtbank επισήμανε ότι η αίτησή του αφορούσε ιδίως την ερμηνεία ορισμένων εννοιών της οδηγίας, όπως της αναθέσεως «σε μόνιμη βάση» του άρθρου 1, παράγραφος 2, και της «αποζημιώσεως λόγω απώλειας πελατείας» του άρθρου 17 της ίδιας οδηγίας. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το γεγονός ότι η οδηγία αποτέλεσε το πρότυπο της ολλανδικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία διηύρυνε το περιεχόμενο της έννοιας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπίας, δεν σημαίνει ότι, προκειμένου να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία ορισμένων εννοιών της οδηγίας, πρέπει η εκκρεμής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υπόθεση να αφορά την λιγότερο ευρεία έννοια του εμπορικού αντιπροσώπου/της συμβάσεως αντιπροσωπίας.
13 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Poseidon και η Επιτροπή ζήτησαν από το Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα.
14 Συναφώς, πρέπει, εκ προοιμίου, να επισημανθεί ότι, στο πλαίσιο της προβλεπομένης από το άρθρο 234 ΕΚ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες κάθε υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα, για τη διαμόρφωση της δικής του κρίσεως, εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Η εκ μέρους του Δικαστηρίου απόρριψη αιτήσεως εθνικού δικαστηρίου είναι δυνατή μόνον εφόσον προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που ζητείται ουδόλως σχετίζεται με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή όταν το ερώτημα είναι αορίστου ή υποθετικού χαρακτήρα (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψεις 59 έως 61· της 27ης Νοεμβρίου 1997, C-369/95, Somalfruit και Camar, Συλλογή 1997, σ. I-6619, σκέψεις 40 έως 41· της 13ης Ιουλίου 2000, C-36/99, Idéal tourisme, Συλλογή 2000, σ. I-6049, σκέψη 20· της 7ης Ιανουαρίου 2003, C‑306/99, BIAO, Συλλογή 2003, σ. I-1, σκέψη 88, και της 7ης Ιουνίου 2005, C-17/03, VEMW κ.λπ., Συλλογή 2005, σ. Ι-4983, σκέψη 34).
15 Επομένως, όταν τα εθνικά δικαστήρια υποβάλλουν ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο οφείλει καταρχήν να αποφαίνεται. Πράγματι, ούτε από το γράμμα του άρθρου 234 ΕΚ ούτε από το αντικείμενο της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό διαδικασίας προκύπτει ότι πρόθεση των συντακτών της Συνθήκης ήταν να αποκλείσουν από την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που αφορούν διάταξη του κοινοτικού δικαίου στην ειδική περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δίκαιο κράτους μέλους παραπέμπει στο περιεχόμενο της διατάξεως αυτής προκειμένου να προσδιοριστούν οι κανόνες που θα εφαρμοστούν σε αμιγώς εσωτερικής φύσεως κατάσταση του κράτους αυτού (αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C‑130/95, Giloy, Συλλογή 1997, σ. I-4291, σκέψη 21, και της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-1/99, Kofisa Italia,Συλλογή 2001, σ. I-207, σκέψη 21).
16 Συγκεκριμένα, όταν μια εθνική νομοθεσία εναρμονίζει τις λύσεις που προβλέπει για τις αμιγώς εσωτερικής φύσεως καταστάσεις με τις λύσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο, προκειμένου ιδίως να αποφευχθούν διακρίσεις ή ενδεχόμενες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, υφίσταται οπωσδήποτε κοινοτικό συμφέρον για ομοιόμορφη ερμηνεία των διατάξεων ή των εννοιών που αντιστοιχούν σε διατάξεις ή έννοιες του κοινοτικού δικαίου, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες αυτές τυγχάνουν εφαρμογής, προκειμένου να αποφεύγονται στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις (βλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95, Leur‑Bloem, Συλλογή 1997, σ. I-4161, σκέψη 32, και προμνημονευθείσες αποφάσεις Giloy, σκέψη 28, και Kofisa Italia, σκέψη 32).
17 Εν προκειμένω, μολονότι τα ερωτήματα αφορούν σύμβαση συναφθείσα με μεσολαβητή στον οποίο ανατέθηκε η διαπραγμάτευση συμβάσεως παροχής υπηρεσιών και όχι συμβάσεως αγοράς ή πωλήσεως εμπορευμάτων και μολονότι, ως εκ τούτου, η οδηγία δεν εφαρμόζεται άμεσα στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι γεγονός ότι, κατά τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, ο εθνικός νομοθέτης αποφάσισε να ρυθμίσει κατά τρόπο ενιαίο τις δύο περιπτώσεις.
18 Επιπλέον, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι το αιτούν δικαστήριο έχει την ευχέρεια να αποστεί από την ερμηνεία που δίδει το Δικαστήριο στις διατάξεις της οδηγίας.
19 Υπό αυτές τις συνθήκες και όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 13 έως 16 των προτάσεών του, πρέπει να δοθεί απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
20 Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν ο ανεξάρτητος μεσολαβητής στον οποίο ανατέθηκε η σύναψη μίας μόνο συμβάσεως ναυλώσεως πλοίου, η οποία ανανεώθηκε εν συνεχεία επί πολλά έτη, εμπίπτει στην έννοια του εμπορικού αντιπροσώπου, όπως αυτή ορίζεται στην οδηγία.
21 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το γεγονός ότι πρόκειται για μία μόνο σύμβαση δεν είναι καθοριστικό όταν ο μεσολαβητής ασκεί τη δραστηριότητά του κατά τρόπο μόνιμο. Εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της ανανεώσεως της συμβάσεως επί πολλά έτη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δραστηριότητα του μεσολαβητή έχει μόνιμο χαρακτήρα.
22 Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι στον ορισμό του εμπορικού αντιπροσώπου που διατυπώνεται στο άρθρο 2 της προτάσεως που υπέβαλε στις 17 Δεκεμβρίου 1976, για οδηγία του Συμβουλίου περί συντονισμού των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ελεύθεροι επαγγελματίες) (ΡΒ 1977, C 13, σ. 2), γίνεται ρητή αναφορά σε «αόριστο αριθμό» εμπορικών πράξεων, όρος που δεν περιελήφθη στην τελική διατύπωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας.
23 Η Επιτροπή προσθέτει ότι το άρθρο 3 της ίδιας προτάσεως όριζε ότι η οδηγία δεν θα εφαρμοζόταν «στους μεσολαβητές στους οποίους έχει ανατεθεί μόνον η σύναψη ή η διαπραγμάτευση μίας ή περισσότερων προκαθορισμένων πράξεων επ’ ονόματι του εντολέα». Η διάταξη, όμως, αυτή δεν περιελήφθη στο τελικό κείμενο της οδηγίας, γεγονός που, κατά την Επιτροπή, σημαίνει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης σκοπίμως δεν εισήγαγε τον προτεινόμενο περιορισμό.
24 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το στοιχείο που προσδίδει σε μια σύμβαση τον χαρακτήρα της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπίας είναι, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, κυρίως το γεγονός ότι ο αντιπροσωπευόμενος έχει δώσει στον αντιπρόσωπο, ο οποίος ορίζεται ως ανεξάρτητος μεσολαβητής, πάγια εντολή προς διαπραγμάτευση. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από διάφορες διατάξεις της εν λόγω οδηγίας, ιδίως δε από τα άρθρα 3 και 4, περί της υποχρεώσεως των συμβαλλομένων για έντιμη και καλόπιστη συμπεριφορά, από τα άρθρα 6 επ., περί της αμοιβής του αντιπροσώπου κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως, καθώς και από τα άρθρα 17 επ., περί των δικαιωμάτων του αντιπροσώπου μετά τη λύση της συμβάσεως.
25 Ο αριθμός των πράξεων που συνήψε ο μεσολαβητής για λογαριασμό ή επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου αποτελεί κατά κανόνα ένδειξη του μόνιμου αυτού χαρακτήρα. Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, στο άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας ο όρος «πελάτης» χρησιμοποιείται στον πληθυντικό αριθμό. Εντούτοις, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 24 των προτάσεών του, ο αριθμός των πράξεων δεν αποτελεί το μοναδικό καθοριστικό κριτήριο για την εκτίμηση του μόνιμου χαρακτήρα της εντολής που παρέχει ο αντιπροσωπευόμενος στον μεσολαβητή.
26 Όταν ένας μεσολαβητής έχει αναλάβει τη σύναψη, για λογαριασμό ή επ’ ονόματι και λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, μίας μόνο συμβάσεως, η οποία ανανεώθηκε εν συνεχεία επί πολλά έτη, θα πρέπει, όπως επιτάσσει ο όρος περί μόνιμης αναθέσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, να έχει αναθέσει ο αντιπροσωπευόμενος στον μεσολαβητή αυτόν, κατά τρόπο μόνιμο, τη διαπραγμάτευση των διαδοχικών ανανεώσεων της συμβάσεως αυτής, εκτός εάν συντρέχουν άλλοι παράγοντες ικανοί να θεμελιώσουν την ύπαρξη πάγιας εντολής προς διαπραγμάτευση. Απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να προβεί συναφώς στις αναγκαίες διαπιστώσεις. Το γεγονός και μόνον ότι ο μεσολαβητής διατήρησε σχέσεις με τον αντιπροσωπευόμενο καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως δεν αρκεί, καθαυτό, για να αποδειχθεί η ύπαρξη μιας τέτοιας εντολής.
27 Επομένως, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν σε έναν ανεξάρτητο μεσολαβητή ανατέθηκε η σύναψη μίας μόνο συμβάσεως, η οποία ανανεώθηκε εν συνεχεία επί πολλά έτη, ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη όρος περί μόνιμης αναθέσεως επιτάσσει να έχει αναθέσει ο αντιπροσωπευόμενος στον μεσολαβητή αυτόν τη διαπραγμάτευση των διαδοχικών ανανεώσεων της συμβάσεως αυτής.
Επί των δικαστικών εξόδων
28 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν σε έναν ανεξάρτητο μεσολαβητή ανατέθηκε η σύναψη μίας μόνο συμβάσεως, η οποία ανανεώθηκε εν συνεχεία επί πολλά έτη, ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη όρος περί μόνιμης αναθέσεως επιτάσσει να έχει αναθέσει ο αντιπροσωπευόμενος στον μεσολαβητή αυτόν τη διαπραγμάτευση των διαδοχικών ανανεώσεων της συμβάσεως αυτής.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.