Υπόθεση C-374/03

Gaye Gürol

κατά

Bezirksregierung Köln

[αίτηση του Verwaltungsgericht Sigmaringen (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Συμφωνία συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας — Άρθρο 9 της απόφασης 1/80 του Συμβουλίου συνδέσεως — Άμεσο αποτέλεσμα — Πρόσβαση στην εκπαίδευση των τέκνων Τούρκου εργαζομένου που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας — Τέκνα που διαμένουν με τους γονείς τους — Σπουδαστικό επίδομα»

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 2ας Δεκεμβρίου 2004 

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 7ης Ιουλίου 2005 

Περίληψη της αποφάσεως

1.     Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνία συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας — Συμβούλιο συνδέσεως που συστάθηκε με τη Συμφωνία συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας — Απόφαση 1/80 — Πρόσβαση των τέκνων τουρκικής ιθαγένειας στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση και δικαίωμα για εθνικά πλεονεκτήματα (άρθρο 9) — Άμεσο αποτέλεσμα — Επίδομα για τις σπουδές που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό — Σπουδές στην Τουρκία — Δεν ασκούν επιρροή

(Απόφαση 1/80 του Συμβουλίου συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, άρθρο 9)

2.     Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνία συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας — Συμβούλιο συνδέσεως που συστάθηκε με τη Συμφωνία συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας — Απόφαση 1/80 — Πρόσβαση των τέκνων τουρκικής ιθαγένειας στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση (άρθρο 9, πρώτη φράση) — Προϋπόθεση διαμονής «με τους γονείς» — Έννοια — Τέκνο που έχει την κύρια κατοικία του στην πόλη του πανεπιστημίου και απλώς δευτερεύουσα κατοικία με τους γονείς — Εμπίπτει

(Απόφαση 1/80 του Συμβουλίου συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, άρθρο 9)

1.     Το άρθρο 9 της απόφασης 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας που κατοχυρώνει το δικαίωμα των τέκνων τουρκικής ιθαγενείας που κατοικούν νομίμως σε κράτος μέλος της Κοινότητας με τους γονείς τους, οι οποίοι απασχολούνται ή έχουν απασχοληθεί νομίμως στο κράτος αυτό, να γίνονται δεκτά σε αυτό το κράτος στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως βάσει των ίδιων κριτηρίων αποδοχής ως προς την απαιτουμένη κατάρτιση που ισχύουν για τα τέκνα των υπηκόων αυτού του κράτους μέλους και να απολαύουν στον τομέα αυτόν τα πλεονεκτήματα που προβλέπει η εθνική νομοθεσία έχει άμεσο αποτέλεσμα εντός των κρατών μελών.

Πράγματι η διάταξη αυτή θεσπίζει υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά την πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση βάσει των ίδιων κριτηρίων και όσον αφορά την πρόσβαση στα πλεονεκτήματα που χορηγούνται στον τομέα αυτό, υποχρέωση την οποία το άτομο μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και να ζητήσει να μην εφαρμοστούν οι εισάγουσες διακρίσεις διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους, που εξαρτούν τη χορήγηση του δικαιώματος αυτού από μια προϋπόθεση που δεν ισχύει για τους ημεδαπούς, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η λήψη συμπληρωματικών μέτρων εφαρμογής.

Από τη στιγμή που εξασφαλίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, υπέρ των τέκνων Τούρκων υπηκόων η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στα σπουδαστικά επιδόματα και εφόσον το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει στους ιδίους υπηκόους τη δυνατότητα να λάβουν σπουδαστικό επίδομα για σπουδές στο εξωτερικό, τα τέκνα Τούρκων υπηκόων πρέπει, βάσει του γράμματος του άρθρου 9, δεύτερη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 και προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότητα ευκαιριών μεταξύ των σπουδαστών, να έχουν το ίδιο πλεονέκτημα αν προτίθενται να πραγματοποιήσουν σπουδές εκτός αυτού του κράτους μέλους. Συναφώς τίποτα δεν δικαιολογεί τον αποκλεισμό από το πλεονέκτημα της ίσης μεταχείρισης των τέκνων Τούρκων υπηκόων με μόνη αιτιολογία ότι αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν την εκπαίδευση αυτή στο κράτος προελεύσεως της οικογενείας τους.

(βλ. σκέψεις 22-23, 26, 42-45, διατακτ. 1 και 3)

2.     Η προϋπόθεση της κατοικίας με τους γονείς, κατά την έννοια του άρθρου 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80, του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, πληρούται στην περίπτωση του τέκνου τουρκικής ιθαγένειας το οποίο, αφού διέμεινε νομίμως με τους γονείς του στο κράτος μέλος υποδοχής, δημιουργεί την κύρια κατοικία του στον τόπο, εντός του ίδιου κράτους, όπου ακολουθεί επαγγελματική εκπαίδευση, ενώ δηλώνει την κατοικία των γονέων του μόνον ως δευτερεύουσα κατοικία.

Πράγματι, η διάταξη αυτή δεν εξαρτά το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης όσον αφορά την πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση ούτε από ιδιαίτερες διατυπώσεις κατοικίας με τους γονείς κατά την περίοδο εκπαιδεύσεως όπως είναι η ύπαρξη κοινής εστίας μεταξύ τέκνων και γονέων ούτε από ιδιαίτερο τύπο κατοικίας κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής όπως είναι η κυρία κατοικία αντί της δευτερεύουσας κατοικίας. Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης επίτευξη του στόχου που επιδιώκει η διάταξη αυτή που είναι να δώσει τη δυνατότητα στα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας να πραγματοποιήσουν εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση στη χώρα υποδοχής των γονέων τους χωρίς να περιορίζεται η επιλογή των ενδιαφερομένων όσον αφορά τον τύπο εκπαιδεύσεως ή επαγγελματικής καταρτίσεως.

(βλ. σκέψεις 30-31, 33, διατακτ. 2)




ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)

της 7ης Ιουλίου 2005 (*)

«Συμφωνία συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας – Άρθρο 9 της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως – Άμεσο αποτέλεσμα – Πρόσβαση στην εκπαίδευση των τέκνων Τούρκου εργαζομένου που είναι ενταγμένος στη νόμιμη αγορά εργασίας – Τέκνα που διαμένουν με τους γονείς τους – Σπουδαστικό επίδομα»

Στην υπόθεση C-374/03,

με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Sigmaringen (Γερμανία) με απόφαση της 31ης Ιουλίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Σεπτεμβρίου 2003, στο πλαίσιο της δίκης

Gaye Gürol

κατά

Bezirksregierung Köln,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. P. Jann, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), E. Juhász και M. Ilešič, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed

γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της συνεδριάσεως της 21ης Οκτωβρίου 2004,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–      η G. Gürol, εκπροσωπούμενη από τον I. Baysu, Rechtsanwältin,

–      το Bezirksregierung Köln, εκπροσωπούμενο από τον R. Bongs και την E. Frings‑Schäfer,

–      η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον C.-D. Quassowski και την A. Tiemann,

–      η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον E. Riedl,

–      η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους B. Martenczuk και D. Martin,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Δεκεμβρίου 2004,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1       Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 9 της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την ανάπτυξη της συνδέσεως (στο εξής: απόφαση 1/80). Το Συμβούλιο Συνδέσεως συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας που υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα από τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αφενός, καθώς και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου, και συνήφθη, εγκρίθηκε και επιβεβαιώθηκε στο όνομα της τελευταίας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. εκδ. 11/001, σ. 48, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως).

2       Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της G. Gürol, που έχει την τουρκική ιθαγένεια και του Bezirksregierung Köln και αφορά αίτηση χορηγήσεως σπουδαστικού επιδόματος βάσει του ομοσπονδιακού νόμου περί προωθήσεως της εκπαιδεύσεως (Bundesausbildungsförderungsgesetz, στο εξής: BAföG).

 Το νομικό πλαίσιο

 Η σύνδεση ΕΟΚ-Τουρκίας

3       Το άρθρο 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως ορίζει:

«Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας για τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ τους.»

4       Κατά το άρθρο 36 του προσθέτου πρωτοκόλλου που υπογράφηκε στις 23 Νοεμβρίου 1970 στις Βρυξέλλες και συνήφθη, εγκρίθηκε και επιβεβαιώθηκε στο όνομα της Κοινότητας με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2760/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972 (ΕΕ ειδ. εκδ. 11/02, σ. 149, στο εξής: πρόσθετο πρωτόκολλο):

«H ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και της Τουρκίας θα πραγματοποιηθεί σταδιακώς σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 12 της συμφωνίας μεταξύ του τέλους του δωδεκάτου και του εικοστού δευτέρου έτους από την έναρξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας.

Το Συμβούλιο Συνδέσεως θα αποφασίζει ως προς τις αναγκαίες προς τούτο διαδικασίες .»

5       Το άρθρο 9 της αποφάσεως 1/80 είναι το ακόλουθο:

«Τα τoυρκικής ιθαγένειας τέκνα, τα oπoία κατoικoύν νoμίμως εντός κράτoυς μέλoυς της Κoινότητας με τoυς γoνείς τoυς, oι oπoίoι απασχoλoύνται ή έχoυν απασχoληθεί νoμίμως στo κράτoς αυτό, γίνoνται δεκτά εντός αυτoύ τoυ κράτoυς μέλoυς στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως βάσει των ίδιων κριτηρίων απoδoχής ως πρoς την κατάρτιση πoυ ισχύoυν για τα τέκνα των υπηκόων αυτoύ τoυ κράτoυς μέλoυς. Δικαιoύνται να απoλαύoυν, εντός αυτoύ τoυ κράτoυς μέλoυς, των ωφελημάτων πoυ πρoβλέπoνται στoν τoμέα αυτόν από την εθνική νoμoθεσία.»

 Η εθνική ρύθμιση

6       Κατά το άρθρο 1 του BAföG:

«Με τον παρόντα νόμο θεσπίζεται δικαίωμα ατομικού σπουδαστικού επιδόματος για εκπαίδευση που αντιστοιχεί στα συμφέροντα, στις ικανότητες και στα αποτελέσματα αν ο σπουδαστής δεν διαθέτει από άλλες πηγές τα αναγκαία για τη συντήρηση και την εκπαίδευσή του μέσα.»

7       Το άρθρο 5 του BAföG, που φέρει τον τίτλο «Εκπαίδευση στο εξωτερικό», προβλέπει στην παράγραφο 2:

«στους σπουδαστές που διαμένουν μονίμως στο εθνικό έδαφος και σπουδάζουν σε εκπαιδευτικό ίδρυμα του εξωτερικού χορηγείται σπουδαστικό επίδομα:

–       αν οι σπουδές είναι χρήσιμες για την εκπαίδευση του ενδιαφερομένου στο τρέχον στάδιο εξέλιξής της ή και αν τουλάχιστον μέρος της εκπαίδευσης αυτής μπορεί να συνυπολογιστεί για την απαιτούμενη συνήθη διάρκεια της εκπαίδευσης, ή

–       αν στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ ενός γερμανικού και ενός αλλοδαπού εκπαιδευτικού ιδρύματος, ο σπουδαστής μπορεί να παρακολουθήσει τα μαθήματα ενιαίας εκπαίδευσης που συνδυάζονται μεταξύ τους, εναλλακτικά στο γερμανικό ή στο αλλοδαπό ίδρυμα, ή

–       αν ο σπουδαστής πραγματοποιεί σπουδές, αφού φοίτησε σε γερμανικό εκπαιδευτικό ίδρυμα, επί ένα έτος τουλάχιστον, σε εκπαιδευτικό ίδρυμα κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως,

και αν ο ενδιαφερόμενος έχει επαρκείς γλωσσικές γνώσεις. Για τα ιδρύματα επαγγελματικής κατάρτισης το σημείο 1 εφαρμόζεται μόνον οσάκις το πρόγραμμα σπουδών απαιτεί τη διαμονή αυτή στη χώρα για την απόκτηση γλωσσικών γνώσεων. Η εκπαίδευση πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον έξι μήνες ή ένα εξάμηνο. Αν πραγματοποιείται στο πλαίσιο συνεργασίας με το αλλοδαπό ίδρυμα πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον δώδεκα εβδομάδες. Το σημείο 1 δεν εφαρμόζεται στους σπουδαστές που μνημονεύει το άρθρο 8, παράγραφος 2, του BAföG παρά μόνον αν η διαμονή στο εξωτερικό επιβάλλεται από τις διατάξεις περί εκπαιδεύσεως ως μέρος της εκπαίδευσης που πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό.»

8       Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του BAföG ορίζει:

«Το σπουδαστικό επίδομα χορηγείται:

1.      στους Γερμανούς υπό την έννοια του θεμελιώδους νόμου,

2.      στους απάτριδες αλλοδαπούς υπό την έννοια του νόμου περί της νομικής καταστάσεως απάτριδων αλλοδαπών στο έδαφος της Ομοσπονδίας·

3.      στους αλλοδαπούς οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία και αναγνωρίζονται ως δικαιούχοι ασύλου σύμφωνα με τον νόμο περί της διαδικασίας χορηγήσεως ασύλου·

4.      στους αλλοδαπούς οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία και είναι πρόσφυγες σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου περί των μέτρων για τους πρόσφυγες που έγιναν δεκτοί στο πλαίσιο ανθρωπιστικής βοήθειας·

5.      στους αλλοδαπούς οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία και αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες και δεν δικαιούνται προσωρινής μόνο διαμονής στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,

6.      στους αλλοδαπούς οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία και ως προς τους οποίους διαπιστώνεται ότι προστατεύονται από την απέλαση σύμφωνα με το άρθρο 51 I του Ausländergesetz (νόμου περί αλλοδαπών)·

7.      στους αλλοδαπούς οι οποίοι έχουν τη μόνιμη κατοικία τους εντός του πεδίου εφαρμογής του νόμου, εφόσον ένας από τους γονείς είναι Γερμανός υπό την έννοια του θεμελιώδους νόμου·

8.      στους καταρτιζόμενους οι οποίοι σύμφωνα με τον νόμο περί διαμονής των υπηκόων της Κοινότητας (Aufenthaltsgesetz/EWG) δικαιούνται την ελεύθερη κυκλοφορία υπό την ιδιότητά τους των τέκνων, οι οποίοι στη συνέχεια ως τέκνα έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως ή στους οποίους στη συνέχεια δεν επιτρέπεται η ελεύθερη κυκλοφορία ή το δικαίωμα εγκαταστάσεως υπό την ιδιότητά τους των τέκνων για τον λόγο και μόνον ότι είναι 21 ετών ή μεγαλύτεροι ή δεν συντηρούνται από τους γονείς τους ή τον σύζυγό τους·

9.      στους καταρτιζόμενους οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους της ΕΚ ή ενός άλλου συμβαλλομένου κράτους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και είχαν σχέση απασχολήσεως, εντός της ημεδαπής, πριν από την έναρξη της εκπαιδεύσεως· η ασκηθείσα εκεί δραστηριότητα και το αντικείμενο της εκπαιδεύσεως πρέπει κατ’ αρχήν να είναι συναφή».

9       Κατά την παράγραφο 2, σημείο 2, της ίδιας διατάξεως:

«Το σπουδαστικό επίδομα χορηγείται στους λοιπούς αλλοδαπούς μόνον αν ένας τουλάχιστον από τους γονείς τους διέμεινε και απασχολήθηκε νομίμως στη Γερμανία επί τρία έτη συνολικά κατά τη διάρκεια των έξι τελευταίων ετών που προηγούνται της ενάρξεως του τμήματος εκπαιδεύσεως για την οποία μπορεί να χορηγηθεί επίδομα.»

 Η κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα

10     Η G. Gürol, προσφεύγουσα στη κύρια δίκη έχει την τουρκική ιθαγένεια και γεννήθηκε στη Γερμανία από γονείς επίσης Τούρκους που κατοικούν στον εν λόγω κράτος μέλος όπως και η κόρη τους, όπου και απασχολούνται νομίμως.

11     Από την έναρξη του πανεπιστημιακού έτους 1995, η G. Gürol πραγματοποιεί σπουδές πολιτικής οικονομίας στο τμήμα περιφερειακών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Tübingen (Γερμανία). Για την ολοκλήρωση αυτού του κύκλου σπουδών έλαβε σπουδαστικό επίδομα κατ’ εφαρμογήν του BAföG.

12     Με την έναρξη των πανεπιστημιακών της σπουδών, η G. Gürol είχε ως κύρια κατοικία το Tübingen, δήλωσε όμως ότι η δευτερεύουσα κατοικία της ήταν η κατοικία των γονέων της στο Philippsburg (Γερμανία). Στον ίδιο κύκλο σπουδών, η ενδιαφερόμενη παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο Bogazici στην Κωνσταντινούπολη (Τουρκία), από τον Οκτώβριο 1999 μέχρι τον Σεπτέμβριο 2000. Κατά την περίοδο αυτή, δήλωσε ως κύρια κατοικία της την κατοικία των γονέων της. Μετά την επιστροφή της στη Γερμανία είχε και πάλι ως κύρια κατοικία το Tübingen και δήλωσε ως δευτερεύουσα την κατοικία των γονέων της.

13     Στις 13 Αυγούστου 1999, η G. Gürol ζήτησε σπουδαστικό επίδομα για τις σπουδές της στην Κωνσταντινούπολη από το Landesamt für Ausbildungsförderung Nordrhein-Westfalen (υπηρεσία υποτροφιών του Land Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας), που αντικαστάθηκε στο μεταξύ από το Bezirksregierung Köln.

14     Με απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 1999, η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από την καθής στην κύρια δίκη βάσει του άρθρου 5, παράγραφο 2, του BAföG. Η υπηρεσία αυτή έκρινε συγκεκριμένα ότι η G. Gürol πρέπει να θεωρηθεί ως αλλοδαπή κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, σημείο 2, του νόμου αυτού, οπότε, αντίθετα με τους Γερμανούς υπηκόους, δεν έχει δικαίωμα βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του BAföG, για επίδομα σπουδών στο εξωτερικό «παρά μόνον αν η διαμονή στο εξωτερικό επιβάλλεται από τις διατάξεις περί εκπαιδεύσεως ως μέρος της εκπαίδευσης που πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό». Αυτό όμως δεν συμβαίνει με τον κύριο κύκλο σπουδών που επέλεξε η G. Gürol.

15     Συγκεκριμένα, το πρόγραμμα σπουδών αυτού του κύκλου φανερώνει μόνον ότι η διαμονή εκτός Γερμανίας για λόγους σπουδών σε πανεπιστήμιο επί ένα ή δύο εξάμηνα αποτελεί καλή ευκαιρία για τους σπουδαστές που έχουν επιλέξει το τμήμα περιφερειακών σπουδών να εμβαθύνουν τις γλωσσικές και πολιτισμικές γνώσεις τους για τη συγκεκριμένη περιοχή και να αποκτήσουν πείρα για μελλοντικές επαγγελματικές ευκαιρίες. Πρόκειται για απλή σύσταση και δεν γίνεται λόγος για αναγκαία παραμονή σε αλλοδαπό πανεπιστήμιο για την ολοκλήρωση της εν λόγω εκπαίδευσης, καίτοι, με επιστολή της 9ης Αυγούστου 1999, το Πανεπιστήμιο του Tübingen βεβαίωσε ότι τη διαμονή στο εξωτερικό ζήτησε με επιμονή η σχολή οικονομικών επιστημών του πανεπιστημίου. Επιπλέον ο κανονισμός εξετάσεων που διέπει την εκπαίδευση αυτή δεν μνημονεύει τη διαμονή στο εξωτερικό για λόγους σπουδών ως προϋπόθεση για τη χορήγηση του οικείου διπλώματος.

16     Η ένσταση που υπέβαλε στις 29 Σεπτεμβρίου 1999 η G. Gürol κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1999.

17     Το αιτούν δικαστήριο που επελήφθη της διαφοράς κατόπιν προσφυγής που ασκήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2000, παρατηρεί ότι ναι μεν από τον BAföG δεν προκύπτει δικαίωμα για το ζητούμενο επίδομα πλην όμως το δικαίωμα αυτό μπορεί ενδεχομένως να στηριχθεί στο άρθρο 9 της αποφάσεως 1/80.

18     Υπό τις συνθήκες αυτές το Verwaltungsgericht Sigmaringen ανέβαλε τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχει το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 […] άμεσο αποτέλεσμα στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ώστε τα τουρκικής ιθαγένειας τέκνα, τα οποία κατοικούν νομίμως εντός κράτους μέλους της Κοινότητας με τους γονείς τους, οι οποίοι απασχολούνται ή έχουν απασχοληθεί νομίμως στο κράτος αυτό, να γίνονται δεκτά εντός αυτού του κράτους μέλους στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως βάσει των ίδιων κριτηρίων αποδοχής ως προς την κατάρτιση που ισχύουν για τα τέκνα των υπηκόων αυτού του κράτους μέλους;

2)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:

         Πληρούν και εκείνα τα τουρκικής ιθαγένειας τέκνα το κριτήριο της “νόμιμης κατοικίας με τους γονείς τους”, τα οποία στον τόπο της πανεπιστημιακής επαγγελματικής καταρτίσεως ιδρύουν και διατηρούν δική τους κύρια κατοικία, δηλώνουν δε την κατοικία των γονέων τους μόνον ως δευτερεύουσα κατοικία;

3)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:

Περιλαμβάνει το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 […], εκτός από την αξίωση του προστατευομένου κύκλου προσώπων για ισότιμη πρόσβαση στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, και την ισότιμη διεκδίκηση κρατικών παροχών, οι οποίες χορηγούνται από το κράτος μέλος με σκοπό τη διευκόλυνση της συμμετοχής στην εκπαίδευση, ή έχει την έννοια το άρθρο 9 πρώτη περίοδος, σε συνδυασμό με τη δεύτερη πρόταση, της αποφάσεως 1/80 […] ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εξαρτούν τη χορήγηση κοινωνικών παροχών στον τομέα της εκπαιδεύσεως στα προστατευόμενα πρόσωπα της πρώτης προτάσεως από άλλες προϋποθέσεις ή να περιορίζουν τις εν λόγω παροχές;

4)      Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο και τρίτο ερώτημα:

Ισχύει αυτό και για την εκπαίδευση των προαναφερθέντων προσώπων σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην πατρίδα τους την Τουρκία;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του πρώτου ερωτήματος

19     Με το ερώτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 έχει άμεσο αποτέλεσμα στο έδαφος των κρατών μελών.

20     Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου μια διάταξη αποφάσεως του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει άμεσο αποτέλεσμα οσάκις ενόψει του γράμματός της καθώς και του αντικειμένου και της φύσεως της αποφάσεως στην οποία ανήκει και της συμφωνίας στην οποία ανάγεται, η διάταξη αυτή συνεπάγεται σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση που δεν εξαρτάται ως προς την εφαρμογή και τα αποτελέσματά της από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξης (βλ. κατά αυτήν την έννοια, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C‑192/89, Sevince, Συλλογή 1990, σ. I‑3461, σκέψη 15, και της 8ης Μαΐου 2003, C‑171/01, Wählergruppe Gemeinsam, Συλλογή 2003, σ. I-4301, σκέψεις 54 και 55).

21     Όπως δέχονται όλοι οι παρεμβαίνοντες στην παρούσα δίκη, το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 ανταποκρίνεται σε αυτούς τους όρους.

22     Όσον αφορά το γράμμα της, διαπιστώνεται ότι η διάταξη αυτή θεσπίζει το δικαίωμα υπέρ των τέκνων Τούρκων υπηκόων που κατοικούν νομίμως σε κράτος μέλος της Κοινότητας με τους γονείς τους οι οποίοι απασχολούνται ή έχουν απασχοληθεί νομίμως στο κράτος αυτό να γίνονται δεκτά σε αυτό το κράτος στα μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως βάσει των ίδιων κριτηρίων αποδοχής ως προς την απαιτουμένη κατάρτιση που ισχύουν για τα τέκνα των υπηκόων αυτού του κράτους μέλους.

23     Το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 θεσπίζει υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά την πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση βάσει των ίδιων κριτηρίων, υποχρέωση την οποία το άτομο μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και να ζητήσει να μην εφαρμοστούν οι εισάγουσες διακρίσεις διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους, που εξαρτούν τη χορήγηση του δικαιώματος αυτού από μια προϋπόθεση που δεν ισχύει για τους ημεδαπούς, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η λήψη συμπληρωματικών μέτρων εφαρμογής (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 4ης Μαΐου 1999, C‑262/96, Sürül, Συλλογή 1999, σ. I-2685, σκέψη 63).

24     Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι το άρθρο 9 της αποφάσεως 1/80 αποτελεί την εφαρμογή και την εξειδίκευση στον τομέα της προσβάσεως στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση στο κράτος μέλος υποδοχής (βλ., κατά αυτήν την έννοια, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, C‑210/97, Akman, Συλλογή 1998, σ. I-7519, σκέψη 41), της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας που διατυπώνει το άρθρο 9 της Συμφωνίας Συνδέσεως, διάταξη η οποία παραπέμπει στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ (άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως άρθρο 12 ΕΚ) (βλ., κατ’ αναλογία απόφαση Wählergruppe Gemeinsam, προπαρατεθείσα σκέψη 59).

25     Εξάλλου η διαπίστωση ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που διατυπώνει το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 μπορεί να ρυθμίσει άμεσα την κατάσταση των ιδιωτών δεν αναιρείται από το αντικείμενο και τη φύση της αποφάσεως αυτής και της Συμφωνίας Συνδέσεως στην οποία ανάγεται αυτή (βλ. απόφαση Wählergruppe Gemeinsam, όπ.π., σκέψεις 60 έως 64).

26     Υπό τις συνθήκες αυτές, το πρώτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 έχει άμεσο αποτέλεσμα εντός των κρατών μελών.

 Επί του δευτέρου ερωτήματος

27     Από το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής προκύπτει ότι, με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά τα ουσιώδη αν η προϋπόθεση της διαμονής με τους γονείς, κατά την έννοια του άρθρου 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80, συντρέχει στην περίπτωση του τέκνου Τούρκου το οποίο, αφού διέμεινε νομίμως με τους γονείς του στο κράτος μέλος υποδοχής, δημιουργεί εκεί την κυρία κατοικία του, ευρισκομένη στο ίδιο κράτος στο οποίο παρακολουθεί πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ενώ δηλώνει ότι έχει την κατοικία των γονέων του μόνον ως δευτερεύουσα κατοικία.

28     Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ειδικότερα αν ο όρος της κατοικίας που διατυπώνει το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 προϋποθέτει την ύπαρξη κοινής οικογενειακής εστίας ή αν αρκεί η ύπαρξη απλώς κατοικίας και αν στην περίπτωση αυτή πληρούται η προϋπόθεση με τη διατήρηση δευτερεύουσας κατοικίας στους γονείς.

29     Το τέκνο τουρκικής ιθαγενείας το οποίο, όπως στην κύρια δίκη, κατοικεί νομίμως στο κράτος μέλος υποδοχής με τους γονείς του και μεταφέρει, κατά τον χρόνο ενάρξεως των σπουδών του, την κυρία κατοικία από τον τόπο όπου κατοικούν αυτοί προς τον τόπο όπου βρίσκεται το εκπαιδευτικό ίδρυμα ή το ίδρυμα επαγγελματικής εκπαίδευσης, εντός του ίδιου κράτους, και παράλληλα δηλώνει την κατοικία των γονέων του ως δευτερεύουσα κατοικία πληροί την προϋπόθεση κατοικίας του άρθρου 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80.

30     Αφενός η διάταξη αυτή δεν εξαρτά το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης όσον αφορά την πρόσβαση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση ούτε από ιδιαίτερες διατυπώσεις κατοικίας με τους γονείς κατά την περίοδο εκπαιδεύσεως όπως είναι η ύπαρξη κοινής εστίας μεταξύ τέκνων και γονέων ούτε από ιδιαίτερο τύπο κατοικίας κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής όπως είναι η κυρία κατοικία αντί της δευτερεύουσας κατοικίας.

31     Αφετέρου, η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης επίτευξη του στόχου που επιδιώκει η διάταξη αυτή που είναι να δώσει τη δυνατότητα στα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας να πραγματοποιήσουν εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση στη χώρα υποδοχής των γονέων τους χωρίς να περιορίζεται η επιλογή των ενδιαφερομένων όσον αφορά τον τύπο εκπαιδεύσεως ή επαγγελματικής καταρτίσεως.

32     Πράγματι, όλα τα είδη εκπαιδεύσεως και καταρτίσεως δεν παρέχονται οπωσδήποτε πλησίον της κατοικίας των γονέων του ενδιαφερομένου, οπότε μόνον το δικαίωμα του τελευταίου να εγκατασταθεί σε διαφορετικό τόπο από τον τόπο κατοικίας των γονέων μπορεί ενδεχομένως να εξασφαλίσει στα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας το πραγματικό πλεονέκτημα, που έχουν και τα τέκνα των υπηκόων του κράτους μέλους υποδοχής, της επιλογής δηλαδή της εκπαιδεύσεως ή της καταρτίσεως που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν.

33     Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι η προϋπόθεση της κατοικίας με τους γονείς, κατά την έννοια του άρθρου 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80, πληρούται στην περίπτωση του τέκνου τουρκικής ιθαγένειας το οποίο, αφού διέμεινε νομίμως με τους γονείς του στο κράτος μέλος υποδοχής, δημιουργεί την κύρια κατοικία του στον τόπο, εντός του ίδιου κράτους, όπου ακολουθεί επαγγελματική εκπαίδευση, ενώ δηλώνει την κατοικία των γονέων του μόνον ως δευτερεύουσα κατοικία.

 Επί του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος

34     Με τα ερωτήματα αυτά, που πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά τα ουσιώδη αν το άρθρο 9, πρώτη και δεύτερη περίοδος της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι εξασφαλίζει υπέρ των προσώπων που καλύπτει η διάταξη αυτή δικαίωμα χορηγήσεως χωρίς διακρίσεις σπουδαστικού επιδόματος όπως αυτό που προβλέπει η επίδικη στην κύρια δίκη ρύθμιση και αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το δικαίωμα αυτό ισχύει και στην περίπτωση που πρόκειται για ανώτατες σπουδές στην Τουρκία.

35     Διαπιστώνεται ότι το σπουδαστικό επίδομα που χορηγείται βάσει του BAföG, το οποίο, κατά το άρθρο 1 του νόμου αυτού, χορηγείται στους σπουδαστές που δεν διαθέτουν από άλλες πηγές τα αναγκαία μέσα για τη συντήρηση και την εκπαίδευσή τους, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2 του νόμου αυτού, χορηγείται στους Τούρκους σπουδαστές που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν σπουδές στο εξωτερικό μόνον οσάκις οι σπουδές αυτές επιβάλλονται από τις «οικείες διατάξεις ως τμήμα της κατάρτισης που πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό». Εξάλλου οι Γερμανοί υπήκοοι δικαιούνται το εν λόγω επίδομα εφόσον οι σπουδές στο εξωτερικό είναι «χρήσιμες» για την εκπαίδευσή τους στο τρέχον στάδιο αυτής και αν τουλάχιστον ένα μέρος αυτής της εκπαίδευσης μπορεί να συνυπολογιστεί στην απαιτούμενη συνήθη διάρκεια της εκπαίδευσης.

36     Το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 αναγνωρίζει υπέρ των τέκνων τουρκικής ιθαγένειας το δικαίωμα να παρακολουθούν χωρίς διακρίσεις μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής καταρτίσεως στο κράτος μέλος υποδοχής. Η ίση πρόσβαση στην εκπαίδευση κατά την έννοια της διάταξης αυτής καλύπτει δηλαδή κάθε μορφή εκπαιδεύσεως περιλαμβανομένων και των μαθημάτων οικονομικών επιστημών που παραδίδονται στο πανεπιστήμιο όπως είναι τα επίδικα στην κύρια δίκη (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 15ης Μαρτίου 1989, 389/87 και 390/87, Echternach και Moritz, Συλλογή 1989, σ. 723, σκέψεις 29 και 30).

37     Η δεύτερη περίοδος του ίδιου άρθρου ορίζει ότι τα τέκνα τουρκικής ιθαγένειας «δικαιούνται να απολαύουν, εντός [του κράτους μέλους υποδοχής], των ωφελημάτων που προβλέπονται στον τομέα αυτό από την εθνική νομοθεσία».

38     Η διευκρίνιση αυτή έχει την έννοια ότι άπαξ η νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής προβλέπει ωφελήματα στον τομέα της εκπαίδευσης, όπως είναι η επίδικη ενίσχυση, που προορίζεται να καλύψει τα έξοδα εκπαιδεύσεως και συντηρήσεως του σπουδαστή, οι Τούρκοι υπήκοοι μπορούν να απολαύουν αυτών των ωφελημάτων όπως και οι υπήκοοι αυτού του κράτους μέλους.

39     Πράγματι, η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση των τέκνων τουρκικής ιθαγένειας σε μαθήματα εκπαιδεύσεως και καταρτίσεως τα οποία, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, παραδίδονται στο εξωτερικό θα μπορούσε να παραμείνει σε μεγάλο βαθμό κενό γράμμα αν οι υπήκοοι αυτοί δεν είχαν ισοδύναμο δικαίωμα στα σχετικά ωφελήματα όπως είναι και η επίδικη ενίσχυση.

40     Η ερμηνεία αυτή είναι εξάλλου η μόνη που δίνει τη δυνατότητα πλήρους επιτεύξεως του στόχου που επιδιώκει το άρθρο 9 της αποφάσεως 1/80, που είναι να εξασφαλίσει ίσες ευκαιρίες μεταξύ των τέκνων Τούρκων υπηκόων και των τέκνων των υπηκόων του κράτους μέλους υποδοχής στον τομέα της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής καταρτίσεως. Πράγματι, αν δεν εφαρμοζόταν η αρχή της ίσης μεταχείρισης στις σπουδές που πραγματοποιούνται στο εξωτερικό, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε μαθήματα που είναι χρήσιμα για την εκπαίδευσή τους ενώ τα τέκνα Τούρκων υπηκόων δεν θα είχαν ίσως τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν τέτοια μαθήματα που είναι όμως εξίσου χρήσιμα για την εκπαίδευσή τους, με μόνη αιτιολογία ότι τα μαθήματα αυτά δεν είναι απαραίτητα για την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης που έχουν επιλέξει.

41     Εξάλλου, η δεύτερη περίοδος του εν λόγω άρθρου 9 δεν θα είχε πρακτική αποτελεσματικότητα αν, όπως υποστηρίζουν το Bezirksregierung Köln καθώς και η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση σκοπούσε απλώς να επιτρέψει στο κράτος μέλος υποδοχής να χορηγεί πλεονεκτήματα που προβλέπει η εθνική νομοθεσία του κράτους αυτού στα τέκνα Τούρκων υπηκόων δεδομένου ότι το εν λόγω κράτος ουδόλως έχει ανάγκη τέτοια έγκριση.

42     Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δηλαδή, όπως και η πρώτη περίοδος του άρθρου 9 της αποφάσεως 1/80, υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τα ωφελήματα που χορηγούνται στον τομέα της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής καταρτίσεως την οποία μπορούν να επικαλούνται τα άτομα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και να ζητούν να μην εφαρμοστούν οι εισάγουσες διακρίσεις διατάξεις της νομοθεσίας κράτους μέλους που εξαρτά τη χορήγηση ωφελήματος από προϋπόθεση που δεν επιβάλλεται στους ημεδαπούς, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η λήψη πρόσθετων μέτρων εφαρμογής.

43     Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένων υπόψη των σκέψεων 24 και 25 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 9, δεύτερη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 έχει άμεσο αποτέλεσμα εντός των κρατών μελών.

44     Από τη στιγμή που εξασφαλίζεται κατά τα προεκτεθέντα υπέρ των τέκνων Τούρκων υπηκόων η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση στα σπουδαστικά επιδόματα και εφόσον το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει στους ιδίους υπηκόους τη δυνατότητα να λάβουν σπουδαστικό επίδομα για σπουδές στο εξωτερικό, τα τέκνα Τούρκων υπηκόων πρέπει, βάσει του γράμματος του άρθρου 9, δεύτερη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 και προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότητα ευκαιριών μεταξύ των σπουδαστών, να έχουν το ίδιο πλεονέκτημα αν προτίθενται να πραγματοποιήσουν σπουδές εκτός αυτού του κράτους μέλους. Συναφώς τίποτα δεν δικαιολογεί τον αποκλεισμό από το πλεονέκτημα της ίσης μεταχείρισης των τέκνων Τούρκων υπηκόων με μόνη αιτιολογία ότι αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν την εκπαίδευση αυτή στο κράτος προελεύσεως της οικογενείας τους.

45     Υπό το φως των προεκτεθέντων, στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι το άρθρο 9, δεύτερη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 έχει άμεσο αποτέλεσμα εντός των κρατών μελών. Η διάταξη αυτή εξασφαλίζει υπέρ των τέκνων Τούρκων υπηκόων το δικαίωμα να λαμβάνουν χωρίς διακρίσεις σπουδαστικό επίδομα όπως αυτό που προβλέπει η επίδικη στην κύρια δίκη ρύθμιση ακόμη και αν πραγματοποιούν σπουδές ανωτάτης εκπαίδευσης στην Τουρκία.

 Επί των δικαστικών εξόδων

46     Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν για την υποβολή παρατηρήσεων στο Δικαστήριο, εκτός των παρατηρήσεων των εν λόγω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, σχετικά με την ανάπτυξη της συνδέσεως, που εξέδωσε το Συμβούλιο Συνδέσεως το οποίο συστάθηκε με τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας έχει άμεσο αποτέλεσμα εντός των κρατών μελών.

2)      Η προϋπόθεση της κατοικίας με τους γονείς, κατά την έννοια του άρθρου 9, πρώτη περίοδος, της αποφάσεως 1/80, πληρούται στην περίπτωση του τέκνου τουρκικής ιθαγένειας το οποίο, αφού διέμεινε νομίμως με τους γονείς του στο κράτος μέλος υποδοχής, δημιουργεί την κύρια κατοικία του στον τόπο, εντός του ίδιου κράτους, όπου ακολουθεί επαγγελματική εκπαίδευση, ενώ δηλώνει την κατοικία των γονέων του μόνον ως δευτερεύουσα κατοικία.

3)      Το άρθρο 9, δεύτερη περίοδος, της αποφάσεως 1/80 έχει άμεσο αποτέλεσμα εντός των κρατών μελών. Η διάταξη αυτή εξασφαλίζει υπέρ των τέκνων Τούρκων υπηκόων το δικαίωμα να λαμβάνουν χωρίς διακρίσεις σπουδαστικό επίδομα όπως αυτό που προβλέπει η επίδικη στην κύρια δίκη ρύθμιση ακόμη και αν πραγματοποιούν σπουδές ανωτάτης εκπαίδευσης στην Τουρκία

(υπογραφές)


* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.