61998J0155

Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 1ης Ιουλίου 1999. - Spyridoula Celia Alexopoulou κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. - Αίτηση αναιρέσεως - Προσφυγή προδήλως αßάσιμη ή προδήλως απαράδεκτη - Υπάλληλοι - Κατάταξη σε ßαθμό. - Υπόθεση C-155/98 P.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1999 σελίδα I-04069


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1 Διαδικασία - Απόφαση υπό τη μορφή αιτιολογημένης διατάξεως - Προϋποθέσεις - Προσφυγή προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως στερούμενη παντελώς νομικής βάσεως - Αντίθεση με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου

(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 111)

2 Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διορισμός σε βαθμό - Διορισμός στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας - Διακριτική εξουσία της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής - Δικαίωμα για διορισμό στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας - Έλλειψη

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 31 § 2)

3 Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διορισμός σε βαθμό - Διορισμός στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας - Κατ' εξαίρεση από τους γενικούς περί κατατάξεως κανόνες

(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 5 και 31 § 2· παράρτημα Ι)

Περίληψη


1 Δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του, όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως στερείται παντελώς νομικής βάσεως, το Πρωτοδικείο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη. Εφόσον η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας ήταν προδήλως αντίθετη προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσφυγή ήταν προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του.

2 Στο θέμα της βαθμολογικής κατατάξεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απολαύει ευρείας διακριτικής εξουσίας ιδίως όσον αφορά την εκτίμηση της προηγουμένης επαγγελματικής πείρας ενός προσώπου που προσλαμβάνεται ως υπάλληλος. Υπό τις συνθήκες αυτές, μία συγκεκριμένη επαγγελματική πείρα δεν παρέχει στον φορέα της το δικαίωμα να διοριστεί στον ανώτερο βαθμό της οικείας σταδιοδρομίας.

3 Η δυνατότητα της διοικήσεως να διορίζει τον νεοπροσλαμβανόμενο υπάλληλο στον ανώτερο βαθμό της εισαγωγικής και της ενδιάμεσης σταδιοδρομίας πρέπει να νοείται ως εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες περί κατατάξεως. Ο εξαιρετικός αυτός χαρακτήρας αιτιολογείται από την υποχρέωση που έχει η αρμόδια αρχή να εναρμονίζει τη χρήση της εξουσίας που της παρέχει το άρθρο 31, παράγραφος 2, με την τήρηση των απαιτήσεων που απορρέουν από την έννοια της σταδιοδρομίας, κατά το άρθρο 5 του παραρτήματος Ι του ΚΥΚ.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-155/98 P,

Σπυριδούλα Σέλια Αλεξοπούλου, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπουμένη από τον Olivier Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Louis Schiltz, 2, rue du Fort Rheinsheim,

αναιρεσείουσα,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως που εξέδωσε στις 13 Φεβρουαρίου 1998 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) στην υπόθεση T-195/96, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-51 και II-117), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της διατάξεως αυτής, όπου ο έτερος διάδικος είναι η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους Gianluigi Valsesia, κύριο νομικό σύμβουλο, και Julian Curall, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg, καθής στην πρωτοβάθμια δίκη,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann, L. Sevσn (εισηγητή) και M. Wathelet, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: P. Lιger

γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 1999,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαρτίου 1999,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Απριλίου 1998, η Σ. Αλεξοπούλου άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΞ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 13ης Φεβρουαρίου 1998, Τ-195/96, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. Ι-Α-51 και ΙΙ-117), με την οποία απορρίφθηκε ως προδήλως απαράδεκτη και στερούμενη παντελώς νομικής βάσεως η προσφυγή της με αίτημα, αφενός, την ακύρωση, πρώτον, της αποφάσεως της Επιτροπής της 8ης Ιανουαρίου 1996 που κατέταξε την αναιρεσείουσα στον βαθμό Α 7, κλιμάκιο 5, και απέρριψε σιωπηρώς το αίτημά της περί κατατάξεως στον βαθμό Α 6, δεύτερον, της από 28 Αυγούστου 1996 αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα κατά της αποφάσεως αυτής και, αφετέρου, την επιδίκαση αποζημιώσεως για την υλική ζημία που υπέστη η αναιρεσείουσα.

2 Από την προσβαλλομένη διάταξη προκύπτει ότι, στις 16 Μαρτίου 1989, η αναιρεσείουσα προσελήφθη από την Επιτροπή ως έκτακτη υπάλληλος με τον βαθμό Α 7, κλιμάκιο 1. Μετά την επιτυχία της σε εσωτερικό διαγωνισμό διορίστηκε δόκιμη υπάλληλος και δη υπάλληλος διοικήσεως με βαθμό Α 7, κλιμάκιο 5. Η αναιρεσείουσα προσέβαλε την απόφαση περί διορισμού όσον αφορά τη βαθμολογική της κατάταξη, ισχυρισθείσα ότι έπρεπε να καταταχθεί στον βαθμό Α 6.

3 Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 5ης Οκτωβρίου 1995, Τ-17/95, Αλεξοπούλου κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. Ι-Α-227 και ΙΙ-683, στο εξής: απόφαση Αλεξοπούλου Ι) με το σκεπτικό ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) υποχρεούται, εφόσον συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, όπως τα εξαιρετικά προσόντα ενός υποψηφίου, να προβαίνει σε συγκεκριμένη εκτίμηση της ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 31, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ).

4 Η Επιτροπή όμως, για να αρνηθεί τον διορισμό της αναιρεσείουσας στον ανώτερο βαθμό, στηρίχθηκε μόνο στην απόφασή της της 1ης Σεπτεμβρίου 1983, με την οποία είχε παραιτηθεί της διακριτικής εξουσίας που της απονέμει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

5 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή επανεξέτασε την υπηρεσιακή κατάσταση της αναιρεσείουσας και την κατέταξε στον βαθμό Α 7, κλιμάκιο 5, με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1996.

6 Η Επιτροπή απέρριψε τη διοικητική ένσταση που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, η οποία, κατόπιν αυτού, άσκησε στις 27 Νοεμβρίου 1996 προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, που την απέρριψε βάσει του άρθρου 111 του οικείου Κανονισμού Διαδικασίας.

7 Το Πρωτοδικείο παρατήρησε μεταξύ άλλων ότι από το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προκύπτει ότι η ΑΔΑ είχε την ευχέρεια αλλά όχι την υποχρέωση κατατάξεως του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό. Αφού όμως η απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1996 ελήφθη μετά την εκ μέρους της ΑΔΑ εκτίμηση του ενδεχομένου εφαρμογής στην περίπτωση της αναιρεσείουσας της διάταξης αυτής, η ΑΔΑ δεν παρέβη αυτή τη διάταξη.

8 Υπό τις συνθήκες αυτές, η αναιρεσείουσα άσκησε την υπό κρίση αναίρεση η οποία στηρίζεται σε τέσσερις λόγους αναιρέσεως. Ο πρώτος αφορά έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης διατάξεως και παράβαση, από το Πρωτοδικείο, του άρθρου 111 του οικείου Κανονισμού Διαδικασίας, ο δεύτερος αφορά παράβαση του άρθρου 31 του ΚΥΚ, ο τρίτος παράβαση, από το Πρωτοδικείο, της υποχρεώσεως ασκήσεως δικαστικού ελέγχου επί της ΑΔΑ και ο τελευταίος παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παράβαση του άρθρου 48 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

9 Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης διατάξεως και παράβαση από το Πρωτοδικείο του άρθρου 111 του οικείου Κανονισμού Διαδικασίας, και αναλύεται σε τέσσερα σκέλη. Με το πρώτο σκέλος η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν αιτιολόγησε την κρίση ότι η προσφυγή ήταν προδήλως απαράδεκτη και στερούμενη παντελώς νομικής βάσεως.

10 Η Επιτροπή φρονεί, αντιθέτως, ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ορθά το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, εξετάζοντας τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας υπό το φως της υφισταμένης νομολογίας και συνάγοντας από την παραβολή αυτή ότι τα επιχειρήματά της στερούνται «προδήλως» παντελώς νομικής βάσεως καθόσον προσκρούουν σαφώς σ' αυτή τη νομολογία.

11 Συναφώς πρέπει να σημειωθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, όταν μια προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Πρωτοδικείο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.

12 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι, λόγω των εξαιρετικών προσόντων της, είχε δικαίωμα να διοριστεί στον ανώτερο βαθμό.

13 Η επιχειρηματολογία αυτή ήταν όμως προδήλως αντίθετη προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, στο θέμα της βαθμολογικής κατατάξεως, η ΑΔΑ απολαύει ευρείας διακριτικής εξουσίας ιδίως όσον αφορά την εκτίμηση της προηγουμένης επαγγελματικής πείρας ενός προσώπου που προσλαμβάνεται ως υπάλληλος (βλ. κατ' αυτή την έννοια αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, 66/83 έως 68/83 και 136/83 έως 140/83, Hattet κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2459, σκέψη 28· της 5ης Οκτωβρίου 1988, 314/86 και 315/86, De Szy-Tarisse και Feyaerts κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 6013, σκέψη 26, και της 29ης Ιουνίου 1994, C-298/93 P, Klinke κατά Δικαστηρίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-3009, σκέψη 15· βλ. επίσης την απόφαση Αλεξοπούλου Ι, σκέψη 19).

14 Υπό τις συνθήκες αυτές, μία συγκεκριμένη επαγγελματική πείρα δεν παρέχει στον φορέα της το δικαίωμα να διοριστεί στον ανώτερο βαθμό της οικείας κατηγορίας (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Klinke κατά Δικαστηρίου, σκέψη 30· Αλεξοπούλου Ι, σκέψη 20, και την απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 1997, Τ-12/97, Barnett κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. Ι-Α-313 και ΙΙ-863, σκέψη 50).

15 Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσφυγή ήταν προδήλως αβάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του.

16 Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αφορά έλλειψη αιτιολογίας που συνίσταται στο ότι το Πρωτοδικείο δεν διευκρίνισε στη σκέψη 57 της προσβαλλομένης διατάξεως αν η προσφυγή ήταν προδήλως αβάσιμη ή προδήλως απαράδεκτη. Επομένως, το Πρωτοδικείο περιέλαβε αντίφαση στην αιτιολογία, πράγμα που ισοδυναμεί με έλλειψη αιτιολογίας.

17 Η Επιτροπή αμφισβητεί το συμφέρον της αναιρεσείουσας να προβάλει αυτόν τον λόγο, διότι όποια και αν είναι η έκβαση, το διατακτικό της διατάξεως θα παραμείνει αμετάβλητο. Η Επιτροπή διευκρινίζει εξάλλου ότι από την ανάγνωση της προσβαλλομένης διατάξεως, έστω και επιφανειακή, προκύπτει ότι η εναλλακτική διατύπωση της σκέψεως 57 αφορά τις δύο εκδοχές οι οποίες προβάλλονται αλληλοδιαδόχως σε σχέση με διάφορες πτυχές της προσφυγής.

18 Συναφώς διαπιστώνεται ότι η σκέψη 57 της προσβαλλομένης διατάξεως περιέχει σύνθεση του συνόλου των συμπερασμάτων που συνήγαγε το Πρωτοδικείο σχετικά με τα διάφορα αιτήματα, λόγους ακυρώσεως ή σκέλη λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα.

19 Στις σκέψεις 44 και 46 της προσβαλλομένης διατάξεως το Πρωτοδικείο κατέληξε στην κρίση ότι το αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 8ης Ιανουαρίου 1996 είναι προδήλως αβάσιμο, στη σκέψη 50 ότι το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της 28ης Αυγούστου 1996 είναι προδήλως απαράδεκτο και στη σκέψη 56 ότι το αίτημα αποζημιώσεως είναι προδήλως αβάσιμο.

20 Επομένως, είναι ορθή, αρκούντως αιτιολογημένη και απαλλαγμένη αντιφάσεων η κρίση που διατύπωσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 57 ότι, δηλαδή, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως στερούμενη παντελώς νομικής βάσεως ή ως προδήλως απαράδεκτη.

21 Το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως στηρίζεται στο ότι, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του, το Πρωτοδικείο δεν άκουσε τον γενικό εισαγγελέα. Επειδή όμως η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από αυτόν τον λόγο κατά τη συνεδρίαση, παρέλκει η εξέτασή του.

22 Με το τέταρτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, στη σκέψη 43 της προσβαλλομένης διατάξεως, επιχείρησε ένα αμάλγαμα μεταξύ των κανόνων που διέπουν την κατάταξη των υπαλλήλων και αυτών που διέπουν την προαγωγή τους, ενώ οι κανόνες αυτοί στηρίζονται σε διαφορετικές βάσεις.

23 Η Επιτροπή φρονεί ότι η αναιρεσείουσα ερμηνεύει λανθασμένα τη σκέψη 43 της προσβαλλομένης διατάξεως, καθόσον η αναφορά στην προαγωγή γίνεται μόνο κατ' αναλογία προς τις αρχές που διέπουν την κατάταξη.

24 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι ο συλλογισμός του Πρωτοδικείου στηρίζεται στην πάγια νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 14 της παρούσας αποφάσεως, κατά την οποία, μια συγκεκριμένη επαγγελματική πείρα δεν παρέχει στον φορέα της το δικαίωμα να διοριστεί στον ανώτερο βαθμό της οικείας σταδιοδρομίας.

25 Συγκεκριμένα το Πρωτοδικείο διευκρίνισε, στη σκέψη 36 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι η ΑΔΑ δεν υποχρεούται να εφαρμόσει το άρθρο 31, παράγραφος 2 του ΚΥΚ, ακόμη και αν πρόκειται για υποψήφιο με εξαιρετικά προσόντα. Στη σκέψη 38 συνέχισε παρατηρώντας ότι, άπαξ προβεί πράγματι στη συγκεκριμένη εκτίμηση των προσόντων και της επαγγελματικής πείρας του προσώπου σε σχέση με τα κριτήρια του άρθρου 31 του ΚΥΚ και υπό την επιφύλαξη των όρων κατατάξεως τους οποίους δεσμεύθηκε ότι θα εφαρμόσει με την ανακοίνωση κενής θέσεως, η ΑΔΑ μπορεί να αποφασίσει ελεύθερα, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον της υπηρεσίας, αν ενδείκνυται η κατάταξη στον ανώτερο βαθμό.

26 Επομένως, στη σκέψη 43 της προσβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο στήριξε την κρίση ότι οι νεοπροσλαμβανόμενοι υπάλληλοι ακόμη και αν τηρούν τις προϋποθέσεις κατατάξεως στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας δεν έχουν υποκειμενικό δικαίωμα τέτοιας κατατάξεως, με σκεπτικό εμπνεόμενο από τις αρχές που διέπουν την κατάταξη.

27 Το Πρωτοδικείο θεώρησε σκόπιμο να συμπληρώσει το σκεπτικό με κατ' αναλογία παραπομπή στις αρχές που διέπουν την προαγωγή. Η αναλογική αυτή εφαρμογή δεν είναι επιλήψιμη εφόσον, στο θέμα της προαγωγής όπως ακριβώς και στο θέμα της κατατάξεως στον ανώτερο βαθμό, η ΑΔΑ έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, οπότε ούτε ο υπάλληλος που μπορεί να τύχει προαγωγής ούτε ο νεοπροσλαμβανόμενος υπάλληλος έχουν υποκειμενικό δικαίωμα στην εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του ΚΥΚ που επικαλούνται.

28 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

29 Με τον δεύτερο λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 31 του ΚΥΚ. Υποστηρίζει συναφώς ότι, στη σκέψη 37 της προσβαλλομένης διατάξεως, το Πρωτοδικείο πρόσθεσε στο άρθρο 31 του ΚΥΚ μια διττή προϋπόθεση, την οποία η διάταξη αυτή δεν προβλέπει, δηλαδή τη δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως αυτής κατ' εξαίρεση και στην περίπτωση εξαιρετικού υποψηφίου.

30 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι με την απόφαση Αλεξοπούλου Ι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ αποτελεί εξαιρετική διάταξη που εισάγει δηλαδή παρέκκλιση και ότι εφαρμόζεται σε υποψηφίους με εξαιρετικά προσόντα.

31 Στη σκέψη 37 της προσβαλλομένης διατάξεως το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ έχει ιδίως ως σκοπό να δώσει τη δυνατότητα στο οικείο όργανο να εξασφαλίσει, ως εργοδότης, τις υπηρεσίες ενός προσώπου που, στο πλαίσιο της αγοράς εργασίας, θα δεχθεί πολυάριθμες προτάσεις από άλλους πιθανούς εργοδότες και επομένως να χαθεί για το όργανο και ότι η διάταξη αυτή δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να χορηγήσει, κατ' εξαίρεση, σε υποψήφιο με εξαιρετικά προσόντα, ελκυστικότερους όρους εργασίας προκειμένου να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες του.

32 Η κρίση περί τον εξαιρετικό χαρακτήρα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν κομίζει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την παλαιότερη νομολογία, κατά την οποία η δυνατότητα της διοικήσεως να διορίζει τον νεοπροσλαμβανόμενο υπάλληλο στον ανώτερο βαθμό της εισαγωγικής και της ενδιάμεσης σταδιοδρομίας πρέπει να νοείται ως εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες περί κατατάξεως (βλ. απόφαση της 6ης Ιουνίου 1985, 146/84, De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1985, σ. 1723, σκέψη 9· βλ. επίσης αποφάσεις της 7ης Μαου 1991, Τ-18/90, Jongen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-187, σκέψη 12, και Αλεξοπούλου Ι, σκέψη 20).

33 Ο εξαιρετικός αυτός χαρακτήρας αιτιολογείται από την υποχρέωση που έχει η αρμόδια αρχή να εναρμονίζει τη χρήση της εξουσίας που της παρέχει το άρθρο 31, παράγραφος 2, με την τήρηση των απαιτήσεων που απορρέουν από την έννοια της σταδιοδρομίας, κατά το άρθρο 5 του παραρτήματος Ι του ΚΥΚ (προαναφερθείσες αποφάσεις De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 9, και Αλεξοπούλου Ι, σκέψη 20).

34 Όσον αφορά την φερομένη προϋπόθεση των εξαιρετικού χαρακτήρα προσόντων του υποψηφίου πρέπει να διαπιστωθεί ότι η αναιρεσείουσα τη συνάγει από μια μεμονωμένη ανάγνωση της σκέψεως 37 της προσβαλλομένης διατάξεως στην οποία το Πρωτοδικείο παρατηρεί εκ προοιμίου ότι το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ έχει ιδίως ως στόχο να δώσει τη δυνατότητα στο οικείο όργανο να εξασφαλίσει, ως εργοδότης, τις υπηρεσίες ενός προσώπου που ενδέχεται, στο πλαίσιο της αγοράς εργασίας, να δεχθεί πολυάριθμες προτάσεις από άλλους πιθανούς εργοδότες και επομένως να χαθεί για το όργανο.

35 Η παρατήρηση αυτή, που περιορίζεται στο να περιγράψει έναν από τους στόχους της διατάξεως του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, δεν προσθέτει καμία περαιτέρω προϋπόθεση της εφαρμογής της διάταξης αυτής.

36 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο, διαπιστώνοντας στη σκέψη 37 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να εφαρμόσει το άρθρο 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ κατ' εξαίρεση και στην περίπτωση υποψηφίου με εξαιρετικά προσόντα αφού προηγουμένως παρατήρησε ότι η διάταξη αυτή έχει ιδίως ως στόχο να δώσει τη δυνατότητα στο οικείο όργανο να εξασφαλίσει, ως εργοδότης, τις υπηρεσίες ενός προσώπου που ενδέχεται, στο πλαίσιο της αγοράς εργασίας, να δεχθεί πολυάριθμες προτάσεις από άλλους πιθανούς εργοδότες και επομένως να χαθεί για το όργανο, προέβη σε ορθή εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

37 Επομένως και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.

Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως

38 Με τον τρίτο λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη την υποχρέωση ασκήσεως δικαστικού ελέγχου επί της ΑΔΑ και ότι δεν εξέτασε μήπως η ΑΔΑ στήριξε την απόφασή της σε ανακριβή ή ελλιπή περιστατικά, μη διαπιστώνοντας ότι η ΓΔ ΙΞ, που είναι αρμόδια για τις αποφάσεις περί κατατάξεως, είχε συμβουλευθεί τη ΓΔ V, δηλαδή τη ΓΔ στην οποία υπηρετούσε η αναιρεσείουσα.

39 Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του λόγου αυτού με την αιτιολογία ότι προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρατηρεί ότι η αναιρεσείουσα δεν διευκρινίζει πώς η πλάνη που στοιχειοθετείται από την παράλειψη διαβουλεύσεως με την υπηρεσία τοποθετήσεως της αναιρεσείουσας μπορούσε να επηρεάσει την προσβαλλομένη απόφαση.

40 Συναφώς, από τη δικογραφία που διαβίβασε το Πρωτοδικείο προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε την αιτίαση αυτή στο πλαίσιο του λόγου αναιρέσεως της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως της ΑΔΑ ούτε με το δικόγραφο της προσφυγής ούτε με την απάντηση που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου.

41 Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αν επιτρεπόταν σε έναν διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου έναν ισχυρισμό που δεν προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου, τότε αυτός θα είχε τη δυνατότητα να φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου, που έχει περιορισμένη αρμοδιότητα επί αναιρέσεων, μια διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο αυτής την οποία εκδίκασε το Πρωτοδικείο.

42 Επομένως, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως

43 Με τον τέταρτο λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (πρώτο σκέλος) και παρέβη το άρθρο 48 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου (δεύτερο και τρίτο σκέλος).

44 Με το πρώτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθότι της ζήτησε να του υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί ενός κειμένου που της είχε αποστείλει, χωρίς όμως να τις λάβει υπόψη.

45 Συναφώς πρέπει να σημειωθεί ότι, με επιστολή της 11ης Νοεμβρίου 1997, ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου απηύθυνε στην αναιρεσείουσα αντίγραφο της προαναφερθείσας αποφάσεως Barnett κατά Επιτροπής, και την κάλεσε να υποβάλει παρατηρήσεις «ως προς τη συνέχιση της διαδικασίας, υπό το φως της αποφάσεως αυτής».

46 Από τη διατύπωση της επιστολής αυτής προκύπτει σαφώς ότι η αναιρεσείουσα κλήθηκε να διατυπώσει παρατηρήσεις όχι επί του περιεχομένου της αποφάσεως που έλαβε, αλλά ως προς τη συνέχεια που επιθυμούσε να δώσει στη διαδικασία την οποία είχε κινήσει ενώπιον του Πρωτοδικείου.

47 Επομένως, η πράξη αυτή του Γραμματέα του Πρωτοδικείου ουδόλως προσέβαλε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της αναιρεσείουσας ως προς τη δυνατότητα καταθέσεως παρατηρήσεων που δεν προβλέπονται από τον Κανονισμό Διαδικασίας.

48 Το δεύτερο σκέλος του λόγου αναιρέσεως αναφέρεται στην παράβαση του άρθρου 48, παράγραφοι 1 και 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο, μη λαμβάνοντας γνώση των παρατηρήσεών της που περιείχαν νέους ισχυρισμούς στηριζόμενους σε πραγματικά και νομικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία (δηλαδή την προαναφερθείσα απόφαση Barnett κατά Επιτροπής), παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές.

49 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι μια δικαστική απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νέο στοιχείο και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή του εξαιρετικού κανόνα που προβλέπει τη δυνατότητα προβολής νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης.

50 Το άρθρο 48, παράγραφοι 1 και 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει:

«§ 1

Οι διάδικοι μπορούν προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας τους να προτείνουν με τα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως αποδεικτικά μέσα. Οι διάδικοι αιτιολογούν την καθυστερημένη πρόταση των αποδεικτικών μέσων.

§ 2

Κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.

Αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προβάλει ο διάδικος νέο ισχυρισμό κατά τους όρους του προηγουμένου εδαφίου, ο πρόεδρος μπορεί, μετά την εκπνοή των συνήθων δικονομικών προθεσμιών, βάσει εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακουστεί ο γενικός εισαγγελέας, να χορηγήσει στον αντίδικο προθεσμία για να απαντήσει.»

51 Συναφώς πρέπει να διαπιστωθεί ότι η ίδια η αναιρεσείουσα ουδέποτε χαρακτήρισε τις παρατηρήσεις που κατέθεσε σχετικά με την προαναφερθείσα απόφαση Barnett κατά Επιτροπής ως νέο ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και ουδέποτε επικαλέστηκε τη διάταξη αυτή για να δικαιολογήσει την κατάθεση παρατηρήσεων που δεν προβλέπονται από τον Κανονισμό Διαδικασίας. Αντιθέτως, οι «προκαταρκτικές παρατηρήσεις» του κατατεθέντος εγγράφου αρχίζουν ως εξής: «Η κυρία Barnett δεν προέβαλε τους ίδιους νομικούς ισχυρισμούς με την κυρία Αλεξοπούλου (...). Οι παρατηρήσεις της κυρίας Αλεξοπούλου θα αφορούν συνεπώς αποκλειστικά συγκρίσεις ως προς τα περιστατικά». Το μέρος «Συμπεράσματα» των παρατηρήσεων αυτών αρχίζει ως εξής: «Η συγκριτική ανάλυση κατά τα ανωτέρω αποδεικνύει επαρκώς ότι η προσφεύγουσα ανταποκρίνεται συγκεκριμένα στα κριτήρια της αποφάσεως Αλεξοπούλου Ι της 5ης Οκτωβρίου 1995 (...) που η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει ως "τα πλέον ικανά να επηρεάσουν" (...) αλλά επιπλέον πληροί και τις λοιπές προϋποθέσεις που διατυπώνονται στην πρόταση της Επιτροπής προς τις συνδικαλιστικές οργανώσεις σχετικά με τις συνέπειες της αποφάσεως Αλεξοπούλου Ι (...) ως "δέσμης στοιχείων" και δη σωρευτικώς».

52 Από την έστω και επιφανειακή ανάλυση των παρατηρήσεων αυτών προκύπτει ότι δεν περιέχουν κανένα νέο ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αλλά απλώς επιχειρούν να συνθέσουν την απόδειξη ορισμένου αριθμού πραγματικών περιστατικών προς συμπλήρωση των υπομνημάτων που είχαν ήδη κατατεθεί.

53 Επομένως ορθώς ο Γραμματέας θεώρησε τις παρατηρήσεις αυτές ως υπόμνημα μη προβλεπόμενο από τον Κανονισμό Διαδικασίας και διευκρίνισε ότι το Πρωτοδικείο δεν θα τις λάμβανε υπόψη.

54 Το τρίτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως αφορά την παράβαση του άρθρου 48, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.

55 Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι, με την προσβαλλομένη διάταξη, το Πρωτοδικείο παρέλειψε να αποφανθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 48, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά το οποίο «το Πρωτοδικείο επιφυλάσσει την κρίση του για το παραδεκτό του ισχυρισμού στην απόφαση με την οποία τερματίζεται η δίκη».

56 Συναφώς διαπιστώνεται ότι, αφού όπως διευκρινίστηκε κατά την εξέταση του δευτέρου σκέλους του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, οι παρατηρήσεις που κατέθεσε η αναιρεσείουσα δεν συνιστούσαν νέο ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αλλά πρόταση αποδείξεων στηριζομένων σε πραγματικά περιστατικά, ορθώς το Πρωτοδικείο δεν τις έλαβε υπόψη και δεν αποφάνθηκε ως προς αυτό το σημείο με την προσβαλλομένη διάταξη.

57 Δεδομένου ότι κανένα σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως δεν είναι βάσιμο, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.

58 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

59 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην κατ' αναίρεση διαδικασία βάσει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 70 του εν λόγω κανονισμού, στις υπαλληλικές διαφορές, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Ωστόσο, βάσει του άρθρου 122, δεύτερο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, το άρθρο 70 δεν έχει εφαρμογή στις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται από μόνιμο ή μη μόνιμο υπάλληλο κατά του οικείου οργάνου. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

(πέμπτο τμήμα)

αποφασίζει:

1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2) Καταδικάζει τη Σπυριδούλα Σέλια Αλεξοπούλου στα δικαστικά έξοδα.