61991J0159

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 17ΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1993. - CHRISTIAN POUCET ΚΑΤΑ ASSURANCES GENERALES DE FRANCE ΚΑΙ CAISSE MUTUELLE REGIONALE DU LANGUEDOC-ROUSSILLON ΚΑΙ DANIEL PISTRE ΚΑΤΑ CAISSE AUTONOME NATIONALE DE COMPENSATION DE L'ASSURANCE VIEILLESSE DES ARTISANS. - ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: TRIBUNAL DES AFFAIRES DE SECURITE SOCIALE DE L'HERAULT - ΓΑΛΛΙΑ. - ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 85 ΚΑΙ 86 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΟΚ - ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΣ - ΦΟΡΕΑΣ ΣΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΧΕΙ ΑΝΑΤΕΘΕΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ - ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΔΕΣΠΟΖΟΥΣΑ ΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΦΟΡΕΑ ΑΥΤΟ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΘΕΙΣΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ C-159/91 ΚΑΙ C-160/91.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-00637
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα I-00027
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα I-00027


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

Ανταγωνισμός * Κοινοτικοί κανόνες * Επιχείρηση * 'Εννοια * Οργανισμοί επιφορτισμένοι με τη διαχείριση της υπό του Δημοσίου παροχής υπηρεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως * Αποκλείονται

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 85 και 86)

Περίληψη


Η έννοια της επιχειρήσεως, σύμφωνα με το νόημα των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα. Επομένως, από την έννοια αυτή αποκλείονται οι οργανισμοί που παρέχουν συνδρομή στη διαχείριση της εκ μέρους του Δημοσίου παροχής υπηρεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως, οργανισμοί οι οποίοι επιτελούν έργο κοινωνικού καθαρώς χαρακτήρα και ασκούν δραστηριότητα στηριζόμενη στην αρχή της εθνικής αλληλεγγύης και στερούμενη οποιουδήποτε κερδοσκοπικού στόχου.

Διάδικοι


Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-159/91 και C-160/91,

που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του tribunal des affaires de securite sociale de l' Herault (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Christian Poucet

και

Assurances generales de France (AGF) και Caisse mutuelle regionale du Languedoc-Roussillon (Camulrac),

και μεταξύ

Daniel Pistre

και

Caisse autonome nationale de compensation de l' assurance vieillesse des artisans (Cancava),

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse και D. A. O. Edward, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro

γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

* οι Christian Poucet και Daniel Pistre, προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενοι από τον Richard Marcou, δικηγόρο Montpellier,

* οι Camulrac, AGF και Cancava, καθών στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενες από τoυς Alain Coste και Charles-Henri Coste, δικηγόρους Montpellier, και από τη Florence Lyon-Caen, δικηγόρο παρά τω cour d' appel de Paris,

* η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Pierre Puissochet, διευθυντή Νομικών Υποθέσεων στο Υπουργείο Εξωτερικών, και τον Claude Chavance, κύριο υπάλληλο Κεντρικής Διοικήσεως στο ίδιο υπουργείο,

* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Roeder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας,

* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Enrico Traversa, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Herve Lehman, δικηγόρο Παρισιού,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των προσφευγόντων της κύριας δίκης, των καθών της κύριας δίκης, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τους Philippe Pouzoulet, υποδιευθυντή της Διευθύνσεως Οικονομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και Claude Chavance, καθώς και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου 1992,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1992,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου και της 11ης Φεβρουαρίου 1991, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 18 Ιουνίου 1991, το tribunal des affaires de securite sociale de l' Herault υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης.

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο διαφορών μεταξύ, αντίστοιχα, των Poucet και Pistre και του caisse mutuelle regionale du Languedoc-Roussillon (στο εξής: Camulrac), οργανισμού επιφορτισμένου με τη διαχείριση του συστήματος ασφαλίσεως υγείας και μητρότητας των μη μισθωτών εργαζομένων που ασκούν μη γεωργικά επαγγέλματα και του διά συμβάσεως συνδεομένου μετ' αυτού οργανισμού, των Assurances generales de France (στο εξής: AGF) καθώς και του caisse autonome nationale de compensation de l' assurance vieillesse des artisans de Clermont-Ferrand (στο εξής: Cancava).

3 Στις υποθέσεις αυτές, οι Poucet και Pistre έχουν ασκήσει ανακοπή σε επιδοθέντα σ' αυτούς εντάλματα με τα οποία ζητείται η πληρωμή των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως που οφείλονται στα προαναφερθέντα Ταμεία. Οι προσφεύγοντες, χωρίς να αμφισβητούν την αρχή της υποχρεωτικής υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, φρονούν ότι θα έπρεπε, για τον σκοπόν αυτό, να μπορούν ελευθέρως να απευθύνονται σε οποιαδήποτε εγκατεστημένη στο έδαφος της Κοινότητας ιδιωτική ασφαλιστική εταιρία και όχι να υπάγονται υποχρεωτικώς στους όρους που έχουν μονομερώς καθοριστεί από τους προαναφερθέντες οργανισμούς, οι οποίοι απολαύουν, αντίθετα προς τους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού της Συνθήκης, δεσπόζουσας θέσεως.

4 Κρίνοντας ότι οι διαφορές έθεταν προβλήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το tribunal des affaires de securite sociale de l' Herault ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο πανομοιότυπα όσον αφορά και στις δύο υποθέσεις προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τα ζητήματα:

"αν ένας οργανισμός, στον οποίο έχει ανατεθεί η διαχείριση ενός ειδικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, πρέπει να θεωρηθεί ως επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης,

αν η δεσπόζουσα θέση που αναγνωρίζεται από τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου ενός κράτους μέλους σε οργανισμό επιφορτισμένο με τη διαχείριση ειδικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως συμβιβάζεται με την κοινή αγορά".

5 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο των διαφορών της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

Επί του πρώτου ερωτήματος

6 Προεισαγωγικώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως το Δικαστήριο έχει δεχθεί με την απόφασή του της 7ης Φεβρουαρίου 1984, 238/82, Duphar (Συλλογή 1984, σ. 523, σκέψη 16), το κοινοτικό δίκαιο δεν θίγει την εξουσία των κρατών μελών να διαρρυθμίζουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως.

7 Στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, περί του οποίου πρόκειται στις υποθέσεις της κύριας δίκης, οι μη μισθωτοί εργαζόμενοι που ασκούν μη γεωργικά επαγγέλματα υπόκεινται σε υποχρεωτική ασφαλιστική προστασία, η οποία περιλαμβάνει αυτόνομα νομικά συστήματα, ιδίως το σύστημα ασφαλίσεως υγείας και μητρότητας στο οποίο υπάγεται το σύνολο των μη μισθωτών εργαζομένων που ασκούν μη γεωργικά επαγγέλματα και το σύστημα ασφαλίσεως γήρατος όσον αφορά τα δύο σχετικά με τη βιοτεχνία επαγγέλματα περί των οποίων τίθεται εν προκειμένω ζήτημα.

8 Τα συστήματα αυτά επιδιώκουν κοινωνικό σκοπό και διέπονται από την αρχή της αλληλεγγύης.

9 Πράγματι, τα εν λόγω συστήματα σκοπούν στο να εξασφαλίζεται στο σύνολο των υπαγομένων σ' αυτά προσώπων κάλυψη από τους κινδύνους ασθενείας, γήρατος, θανάτου και αναπηρίας, και τούτο ασχέτως των οικονομικών τους δυνατοτήτων και της καταστάσεως της υγείας τους κατά την υπαγωγή τους σ' αυτά.

10 'Οσον αφορά την αρχή της αλληλεγγύης, πρέπει να επισημανθεί ότι, όσον αφορά το σύστημα ασφαλίσεως υγείας και μητρότητας, η αλληλεγγύη συνίσταται στο γεγονός ότι το σύστημα αυτό χρηματοδοτείται από εισφορές ανάλογες προς τις απολαβές από την επαγγελματική δραστηριότητα και τις συντάξεις γήρατος, ενώ από την πληρωμή των εισφορών αυτών απαλλάσσονται μόνον οι δικαιούχοι συντάξεως αναπηρίας και οι συνταξιούχοι ασφαλισμένοι με τους μικρότερους πόρους, ενώ οι παροχές είναι οι ίδιες για όλους τους δικαιούχους. Εξάλλου, τα πρόσωπα που δεν υπάγονται πλέον στο σύστημα αυτό διατηρούν, καίτοι δεν καταβάλλουν εισφορές, τα δικαιώματά τους για παροχές επί ένα έτος. Η αλληλεγγύη αυτή συνεπάγεται μια ανακατανομή του εισοδήματος μεταξύ των πλέον ευπόρων και αυτών οι οποίοι, σε περίπτωση που δεν θα υφίστατο ένα τέτοιο σύστημα και ενόψει των μέσων τους και της καταστάσεως της υγείας τους, θα στερούνταν της αναγκαίας ασφαλιστικής καλύψεως.

11 'Οσον αφορά το σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, η αλληλεγγύη εκδηλώνεται από το γεγονός ότι οι εισφορές που καταβάλλονται από τους εν ενεργεία εργαζομένους είναι αυτές που επιτρέπουν τη χρηματοδότηση των συντάξεων των συνταξιοδοτηθέντων εργαζομένων. Η αλληλεγγύη αυτή εκφράζεται επίσης διά της αναγνωρίσεως δικαιωμάτων συντάξεως χωρίς να έχουν καταβληθεί οι σχετικές εισφορές καθώς και δικαιωμάτων συντάξεως μη αναλόγων προς τις καταβληθείσες εισφορές.

12 Τέλος, η αλληλεγγύη εκδηλώνεται και μεταξύ των διαφόρων συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, δοθέντος ότι τα συστήματα που παρουσιάζουν πλεόνασμα συμμετέχουν στη χρηματοδότηση των συστημάτων που συναντούν διαρθρωτικές οικονομικές δυσχέρειες.

13 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι τα κατ' αυτό τον τρόπον επινοηθέντα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως στηρίζονται σε ένα καθεστώς υποχρεωτικής υπαγωγής, απαραίτητο για την εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης καθώς και για την οικονομική ισορροπία των εν λόγω συστημάτων.

14 Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η διαχείριση των συστημάτων περί των οποίων πρόκειται στις υποθέσεις της κύριας δίκης έχει εκ του νόμου ανατεθεί σε ταμεία κοινωνικής ασφαλίσεως, των οποίων η δραστηριότητα υπόκειται σε κρατικό έλεγχο, ο οποίος ασκείται ιδίως από τους αρμόδιους για θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως και προϋπολογισμού υπουργούς και από δημοσίους οργανισμούς όπως η Inspection generale des finances και η Inspection generale de la securite sociale.

15 Κατά την εκτέλεση της αποστολής τους, τα ταμεία εφαρμόζουν τον νόμο και δεν έχουν, επομένως, καμία δυνατότητα επηρεασμού όσον αφορά το ποσό των εισφορών, τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων και τον προσδιορισμό του ύψους των παροχών. Στο πλαίσιο της διαχειρίσεως του συστήματος ασφαλίσεως υγείας και μητρότητας, τα περιφερειακά ταμεία υγείας μπορούν να αναθέτουν σε ορισμένους οργανισμούς, όπως αυτοί που διέπονται στη Γαλλία από τον Κώδικα Επικουρικής Ασφαλίσεως ή από τον Κώδικα Κυρίας Ασφαλίσεως, τη μέριμνα της εισπράξεως για λογαριασμό τους των εισφορών και την εξυπηρέτηση των παροχών. Πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη ότι οι αποφάσεις περί παραπομπής δεν αφορούν τους οργανισμούς αυτούς οι οποίοι, όπως είναι επόμενο, ενεργούν απλώς ως εντολοδόχοι των ταμείων υγείας.

16 Υπό το φως των προεκτεθέντων, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν η έννοια της επιχειρήσεως, σύμφωνα με το νόημα των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, καλύπτει οργανισμούς επιφορτισμένους με τη διαχείριση συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως όπως οι μνημονευόμενοι από το εθνικό δικαστήριο.

17 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., κυρίως, την απόφαση της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Hoefner και Elser, Συλλογή 1991, σ. Ι-1979, σκέψη 21), στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, η έννοια της επιχειρήσεως καλύπτει κάθε φορέα ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο της χρηματοδοτήσεώς του.

18 'Ομως, τα ταμεία υγείας ή οι οργανισμοί που τα συντρέχουν στη διαχείριση της παρεχόμενης από το κράτος κοινωνικής ασφαλίσεως ασκούν λειτούργημα κοινωνικού, αμιγώς, χαρακτήρα. 'Οντως, η δραστηριότητα αυτή στηρίζεται στην αρχή της εθνικής αλληλεγγύης και στερείται οποιουδήποτε κερδοσκοπικού στόχου. Οι καταβαλλόμενες παροχές είναι παροχές προβλεπόμενες από τον νόμο και ανεξάρτητες του ύψους των εισφορών.

19 Εξ αυτού έπεται ότι η σχετική δραστηριότητα δεν είναι οικονομική και ότι, ως εκ τούτου, οι επιφορτισμένοι με αυτήν οργανισμοί δεν αποτελούν επιχειρήσεις κατά την έννοια των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης.

20 Ενόψει του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η έννοια της επιχειρήσεως, σύμφωνα με το νόημα των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, δεν καλύπτει οργανισμούς στους οποίους έχει ανατεθεί η διαχείριση των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως όπως οι περιγραφόμενοι στις αποφάσεις περί παραπομπής.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

21 Ενόψει της απαντήσεως που εδόθη στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

22 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική και η Γερμανική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου και της 11ης Φεβρουαρίου 1991, το tribunal des affaires de securite sociale de l' Herault, αποφαίνεται:

Η έννοια της επιχειρήσεως, σύμφωνα με το νόημα των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης, δεν καλύπτει οργανισμούς στους οποίους έχει ανατεθεί η διαχείριση των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως όπως οι περιγραφόμενοι στις αποφάσεις περί παραπομπής.