61993O0064

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 28ΗΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 1993. - DONATAB SRL ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΚΑΠΝΟΣ - ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΩΝ - ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ - ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΥΠΟΘΕΣΗ C-64/93.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-03595


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Προσφυγή ακυρώσεως * Πράξεις κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή * Έννοια * Πράξεις που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα * Γνώμη την οποία απηύθυνε η Επιτροπή στους εθνικούς οργανισμούς που είναι επιφορτισμένοι να λαμβάνουν τα οριζόμενα από κανονισμό μέτρα στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173)

2. Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας * Παρεμπίπτων χαρακτήρας * Κύρια προσφυγή απαράδεκτη * Απαράδεκτη και η ένσταση

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 184)

Περίληψη


1. Συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης, μόνο τα μέτρα τα οποία παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος.

Τούτο δεν συμβαίνει όταν πρόκειται για γνώμη της Επιτροπής απευθυνόμενη στις αρχές κράτους μέλους, η οποία, πέραν του ότι αποτελεί απλώς προσωρινή έκφραση της απόψεώς της επί σχεδίου εθνικής ρυθμίσεως και περιορίζεται να υπενθυμίσει το περιεχόμενο κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών η οποία είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική διαχείριση της κοινής γεωργικής πολιτικής και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι των ιδιωτών.

2. Η βάσει του άρθρου 184 της Συνθήκης δυνατότητα επικλήσεως του ανεφάρμοστου ενός κανονισμού δεν αποτελεί αυτοτελές δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής και μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο παρεμπιπτόντως. Επομένως το απαράδεκτο της κύριας προσφυγής συνεπάγεται και το απαράδεκτο της βάσει της άρθρου 184 προσφυγής.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-64/93,

1. Donatab Srl, εταιρία ιταλικού δικαίου με έδρα την Καζέρτα (Ιταλία),

2. Reditab Srl, εταιρία ιταλικού δικαίου με έδρα τη Ρώμη (Ιταλία),

3. Societa Tabacchi Industrie Varie * S.T.I.V. Srl, εταιρία ιταλικού δικαίου με έδρα το Carpaccio (Ιταλία),

4. Associazione Professionale Trasformatori Tabacchi Italiani * A.P.T.I., επαγγελματική οργάνωση με έδρα τη Ρώμη (Ιταλία),

εκπροσωπούμενες από τους Emilio Capelli και Paolo de Caterini, δικηγόρους Ρώμης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Charles Turk, 13B, avenue Guillaume,

προσφεύγουσες,

κατά

Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Eugenio de March, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,

καθής,

που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, μιας τηλεομοιοτυπίας την οποία απέστειλε η Επιτροπή στις 20 Ιανουαρίου 1993 στις ιταλικές αρχές, καθώς και την αναγνώριση της μη δυνατότητας εφαρμογής, σύμφωνα προς το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3477/92 της Επιτροπής, της 1ης Δεκεμβρίου 1992, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα του ακατέργαστου καπνού για τη συγκομιδή των ετών 1993 και 1994 (ΕΕ L 351, σ. 11),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Zuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, R. Joliet, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse, M. Diez de Velasco και P. J. G. Kapteyn, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Darmon

γραμματέας: J.-G. Giraud

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,

εκδίδει την ακόλουθη

Διάταξη

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Μαρτίου 1993, η εταιρία Donatab, δύο άλλες εταιρίες μεταποιήσεως καπνού και μία επαγγελματική ένωση (στο εξής: προσφεύγουσες) ζήτησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση μιας τηλεομοιοτυπίας την οποία απέστειλε η Επιτροπή στις 20 Ιανουαρίου 1993 στις ιταλικές αρχές, καθώς και την αναγνώριση της μη δυνατότητας εφαρμογής, σύμφωνα προς το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3477/92 της Επιτροπής, της 1ης Δεκεμβρίου 1992, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα του ακατέργαστου καπνού για τη συγκομιδή των ετών 1993 και 1994 (ΕΕ L 351, σ. 11).

2 Με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 2057/92, της 30ής Ιουνίου 1992, για την κοινή οργάνωση αγοράς του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ L 215, σ. 70), 2076/92, της 30ής Ιουνίου 1992, για τον καθορισμό των πριμοδοτήσεων για τον καπνό σε φύλλα κατά ομάδα καπνού, καθώς και των κατωφλίων εγγυήσεως που κατανέμονται κατά ομάδα ποικιλιών και κατά κράτος μέλος (ΕΕ L 215, σ. 77), και 2077/92, της 30ής Ιουνίου 1992, σχετικά με τις διεπαγγελματικές οργανώσεις και συμφωνίες στον τομέα του καπνού (ΕΕ L 215, σ. 80), το Συμβούλιο προέβη σε αναμόρφωση της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού.

3 Ο προαναφερόμενος κανονισμός (ΕΟΚ) 2075/92 ορίζει, στο άρθρο 20, ότι

"τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση της εφαρμογής των κοινοτικών διατάξεων στον τομέα του ακατέργαστου καπνού. Για τον σκοπό αυτό, ανακοινώνουν στην Επιτροπή, εντός προθεσμίας έξι μηνών μετά την έκδοση του παρόντος κανονισμού, τις διατάξεις για τη διαχείριση και τον έλεγχο τις οποίες προτίθενται να θεσπίσουν. Εντός τριών μηνών μετά την ανακοίνωση αυτή, η Επιτροπή εγκρίνει τις διατάξεις αυτές ή ζητά τις αναγκαίες προσαρμογές. Σ' αυτή την τελευταία περίπτωση, το κράτος μέλος προσαρμόζει τα μέτρα τα οποία έχει λάβει το συντομότερο δυνατόν (...)".

4 Την 1η Δεκεμβρίου 1992 η Επιτροπή εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 3477/92, με τον οποίο θεσπίστηκε ένα σύστημα πιστοποιητικών καλλιέργειας, χορηγουμένων από την επιχείρηση μεταποιήσεως καπνού στους παραγωγούς βάσει των παραδόσεων καπνού κατά την περίοδο 1989 έως 1991. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι

"τα κράτη μέλη προσδιορίζουν τη διαδικασία έκδοσης των πιστοποιητικών καλλιέργειας καθώς και τα μέτρα για την πρόληψη της απάτης σύμφωνα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2075/92".

5 Στις 8 Ιανουαρίου 1993 το Υπουργείο Γεωργίας και Δασών της Ιταλικής Δημοκρατίας διαβίβασε στην Επιτροπή, σύμφωνα προς το άρθρο 20 του προαναφερθέντος κανονισμού 2075/92, "ένα σχέδιο εθνικού διατάγματος για την εφαρμογή του συστήματος των ποσοστώσεων για την εσοδεία 1993 (κανονισμοί (ΕΟΚ) 2075/92 του Συμβουλίου και 3477/92 της Επιτροπής)".

6 Με το διαβιβαστικό τους έγγραφο οι ιταλικές αρχές επέστησαν την προσοχή της Επιτροπής επί συγκεκριμένων σημείων του σχεδίου διατάγματος και επανέλαβαν ορισμένα ερωτήματα που είχαν ήδη υποβληθεί στην Επιτροπή με προηγούμενο σημείωμα τον Δεκέμβριο του 1992. Κάνοντας λόγο για την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών ως προς την εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 3477/92, οι εν λόγω αρχές ζήτησαν παράταση της προβλεπόμενης προθεσμίας για τη χορήγηση ποσοστώσεων μεταποιήσεως.

7 Στις 20 Ιανουαρίου 1993, η Επιτροπή απάντησε στις ιταλικές αρχές με τηλεομοιοτυπία, συνταχθείσα στα γαλλικά, ως εξής:

"Σε απάντηση της σχετικής τηλεομοιοτυπίας σας, έχω την τιμή να σας γνωστοποιήσω τις πρώτες αντιδράσεις των υπηρεσιών, που επιφυλάσσονται να δώσουν συμπληρωματική απάντηση, ύστερα από εκτενέστερη και πληρέστερη εξέταση του κειμένου των διατάξεων που μας διαβιβάσατε.

1. Όσον αφορά την τελευταία αιτιολογική σκέψη καθώς και το άρθρο 8, παράγραφος 3, και το άρθρο 16, δεύτερο εδάφιο, με τις εν λόγω διατάξεις περιορίζεται η ελευθερία του παραγωγού να συνάπτει σύμβαση καλλιέργειας με άλλη μεταποιητική επιχείρηση πέραν εκείνης η οποία του χορήγησε το πιστοποιητικό καλλιέργειας.

Οι διατάξεις αυτές είναι αντίθετες προς το άρθρο 10, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3477/92, το περιεχόμενο του οποίου είναι σαφές: δυνάμει της παραγράφου 3, οι ποσότητες για τις οποίες εκδίδεται πιστοποιητικό καλλιέργειας αποστέλλονται σε άλλη επιχείρηση μεταποιήσεως πέραν εκείνης που χορήγησε το πιστοποιητικό αν ο παραγωγός αποφασίσει τη σύναψη συμβάσεως με αυτήν την άλλη επιχείρηση. Στην περίπτωση αυτή, η σχετική με τη μεταποίηση καπνού ποσόστωση της επιχειρήσεως αυτής αυξάνεται κατά την ποσότητα η οποία αναγράφεται στα πιστοποιητικά καλλιέργειας που συνέταξαν άλλες επιχειρήσεις, η ποσόστωση των οποίων μειώνεται ανάλογα. Η αρχή αυτή ισχύει για όλες τις παλαιές επιχειρήσεις μεταποιήσεως, καθώς και για τις νέες.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής σημειώνουν τις δυσχέρειες που συναντούν οι ιταλικές διοικητικές υπηρεσίες, ιδίως όσον αφορά την αναγνώριση νέων επιχειρήσεων και το παραγωγικό τους δυναμικό, καθώς και όσον αφορά την εκτίμηση των ειδικών περιπτώσεων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3477/92. Συνεπώς, θα προταθεί στην επιτροπή διαχειρίσεως η παράταση της προβλεπόμενης προθεσμίας για την κατανομή των ποσοστώσεων του 1993."

8 Εκτιμώντας ότι η τηλεομοιοτυπία αυτή συνιστά απόφαση η οποία τις αφορά άμεσα και ατομικά, οι προσφεύγουσες άσκησαν την παρούσα προσφυγή ακυρώσεως, στο πλαίσιο της οποίας ζήτησαν επίσης από το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 184 της Συνθήκης, να κηρύξει ανεφάρμοστο τον προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΟΚ) 3477/92.

9 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Απριλίου 1993, η Επιτροπή προέβαλε κατά της προσφυγής ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

10 Δεδομένου ότι στη δικογραφία περιλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την έκδοση αποφάσεως, το Δικαστήριο αποφάσισε την εκδίκαση της προσφυγής χωρίς τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα προς το άρθρο 91, παράγραφοι 3 και 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.

11 Προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η τηλεομοιοτυπία της οποίας ζητείται η ακύρωση δεν συνιστά απόφαση ικανή να παραγάγει έννομα αποτελέσματα είτε έναντι της Ιταλικής Δημοκρατίας, προς την οποία αυτή απευθύνεται, είτε έναντι των προσφευγουσών. Πρόκειται απλώς για έκφραση γνώμης των υπηρεσιών της Επιτροπής επί της ερμηνείας του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 3477/92, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ των υπηρεσιών αυτών και των εθνικών αρχών. Επικουρικά, η Επιτροπή διατείνεται ότι η εν λόγω τηλεομοιοτυπία, έστω και αν υποτεθεί ότι μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση, δεν αφορά τις προσφεύγουσες άμεσα και ατομικά. Επομένως, η προσφυγή είναι απαράδεκτη, το ίδιο δε πρέπει να ισχύσει για το παρεμπίπτον αίτημα να κηρυχθεί ανεφάρμοστος ο προαναφερθείς κανονισμός (ΕΟΚ) 3477/92.

12 Αντίθετα, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι τα εν λόγω εθνικά μέτρα γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 3477/92 και του άρθρου 20, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 2075/92, εξαρτώνται δε από την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής. Με την επίδικη πράξη η Επιτροπή ζητεί ορισμένες προσαρμογές, πράγμα από το οποίο προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει το ουσιαστικό περιεχόμενο μιας αποφάσεως παράγουσας δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Επιπλέον, η πράξη αυτή αφορά τις προσφεύγουσες άμεσα και ατομικά βάσει των κανονισμών περί αναμορφώσεως της κοινής οργανώσεως αγοράς καπνού χορηγείται απευθείας στις μεταποιητικές επιχειρήσεις το δικαίωμα να λάβουν ποσόστωση μεταποιήσεως και επιβάλλεται η υποχρέωση συντάξεως πιστοποιητικών καλλιέργειας προς χρήση των παραγωγών. Επίσης, η προσβαλλόμενη πράξη τις αφορά ατομικά, δεδομένου ότι το εν λόγω σύστημα αφορά μόνο τις μεταποιητικές επιχειρήσεις οι οποίες ασχολούνταν στο παρελθόν με την επεξεργασία καπνών, βάσει του συστήματος πριμοδοτήσεων μεταποιήσεως κατά την περίοδο από το 1989 μέχρι το 1991.

13 Για την εκτίμηση του βασίμου της ενστάσεως απαραδέκτου την οποία προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης μόνο τα μέτρα τα οποία παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος (βλ. ιδίως τη διάταξη της 8ης Μαρτίου 1991, C-66/91 και C-66/91 R, Emerald Meats κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1143, και τη διάταξη της 13ης Ιουνίου 1991, C-50/90, Sunzest κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-2917).

14 Συναφώς πρέπει να γίνει δεκτό, καταρχάς, ότι με την τηλεομοιοτυπία της 20ής Ιανουαρίου 1993 η Επιτροπή δεν λαμβάνει θέση εξαντλητικώς και οριστικώς επί του σχεδίου διατάγματος που της διαβιβάστηκε, αλλά περιορίζεται μόνο στην ανακοίνωση προς τις ιταλικές αρχές των πρώτων αντιδράσεών της, επιφυλασσόμενη να δώσει συμπληρωματική απάντηση ύστερα από εκτενέστερη και πληρέστερη εξέταση.

15 Πρέπει να προστεθεί ότι, όσον αφορά την εφαρμογή του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 3477/92, η Επιτροπή απλώς υπενθυμίζει τη διάταξη του άρθρου 10, παράγραφοι 2 και 3.

16 Τέλος, και αν ακόμα υποτεθεί ότι η εν λόγω τηλεομοιοτυπία μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη με την οποία η Επιτροπή ζητεί προσαρμογές των προτεινόμενων εθνικών μέτρων, αυτό το είδος πράξεως εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών η οποία είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική διαχείριση της κοινής γεωργικής πολιτικής, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ότι παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι των ιδιωτών.

17 Επομένως, η από 20 Ιανουαρίου 1993 τηλεομοιοτυπία δεν έχει τον χαρακτήρα πράξεως παράγουσας έννομα αποτελέσματα έναντι των ιδιωτών και ότι, κατά συνέπεια, η προσφυγή η οποία ασκήθηκε βάσει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

18 Όσον αφορά την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 184 της Συνθήκης παρέχει τη δυνατότητα σε κάθε διάδικο επί διαφοράς όπου τίθεται υπό αμφισβήτηση η ισχύς κανονισμού του Συμβουλίου ή της Επιτροπής να προβάλλει τους προβλεπόμενους στο άρθρο 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης λόγους επικαλούμενος το ανεφάρμοστο του κανονισμού αυτού.

19 Κατά πάγια νομολογία η βάσει του άρθρου 184 της Συνθήκης δυνατότητα επικλήσεως του ανεφάρμοστου ενός κανονισμού δεν αποτελεί αυτοτελές δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής και μπορεί να ασκείται μόνο παρεμπιπτόντως (απόφαση της 16ης Ιουλίου 1981, 33/80, Albini κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2141).

20 Το απαράδεκτο της προσφυγής που άσκησαν οι προσφεύγουσες βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης συνεπάγεται εν προκειμένω και το απαράδεκτο της βάσει της άρθρου 184 προσφυγής.

21 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολό της.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

22 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα έξοδα.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

διατάσσει:

1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.

2) Καταδικάζει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.

Λουξεμβούργο, 28 Ιουνίου 1993.