ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 28ΗΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1989. - BASCH ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ - ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΘΕΙΣΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ 100, 146 ΚΑΙ 153/87.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 00447
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διαγωνισμός - Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων - Αποκλεισμός από τις εξετάσεις - Αιτιολογία - Υποχρέωση αιτιολογήσεως - 'Εκταση υποχρεώσεως
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ, άρθρο 5)
2. Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Διαγωνισμός - Εκτίμηση των ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων - Επανεξέταση των υποψηφιοτήτων εις εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου - Υποχρεώσεις της εξεταστικής επιτροπής
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ, άρθρο 5)
1. Για να αντιμετωπιστούν οι πρακτικές δυσχέρειες που παρεμβάλλονται σε ένα διαγωνισμό με πολυπληθή συμμετοχή, η εξεταστική επιτροπή τέτοιου διαγωνισμού μπορεί, σε πρώτη φάση, να μην ανακοινώσει στους υποψηφίους παρά μόνο τα κριτήρια και το αποτέλεσμα της επιλογής, με την υποχρέωση να παράσχει μεταγενεστέρως τις ατομικές εξηγήσεις σ' αυτούς τους υποψηφίους που θα το ζητήσουν ρητά.
Αυτή η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν ικανοποιείται όταν, σε έγγραφο που απευθύνεται σε υποψήφιο που δεν έγινε δεκτός στις εξετάσεις, εις απάντηση της αιτήσεώς του με την οποία ζητούσε εξηγήσεις, η εξεταστική επιτροπή δεν διευκρινίζει τα στοιχεία του ατομικού του φακέλου που δικαιολογούν την άρνηση της συμμετοχής του στις εξετάσεις.
2. 'Οταν εις εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου, μια εξεταστική επιτροπή προβαίνει σε επανεξέταση των αιτήσεων συμμετοχής, είναι υποχρεωμένη να εκπληρώσει το έργο αυτό με την αναγκαία επιμέλεια και με ιδιάζουσα φροντίδα.
Το γεγονός της προσφυγής σε σημειώσεις και σε προσωπικές αναμνήσεις των μελών της εξεταστικής επιτροπής, που μπορεί να είναι ατελείς και ανακριβείς, για να ανασυσταθούν, ελλείψει εγγράφων στοιχείων, οι γνώμες που εκφράστηκαν πριν από αρκετά έτη από τους ιεραρχικούς προϊσταμένους για πολύ μεγάλο αριθμό υποψηφίων αποτελεί βαρεία πλημμέλεια που μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση των αποφάσεων με τις οποίες αρνήθηκε η εξεταστική επιτροπή να δεχθεί στις εξετάσεις τους ενδιαφερομένους υποψηφίους.
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 100, 146 και 153/87,
Rosa Basch και λοιποί, μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενοι από τον Marcel Slusny, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Catherine Wolter, χήρα Brandenbourger, 4, rue Lemire,
και
Giuseppe D' Elicio, μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος από τον Victor Biel, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον ίδιο δικηγόρο, 18 Α, rue des Glacis,
και
Helene Goyens de Heusch, μόνιμη υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Noel Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Yvette Hamilius, 11, boulevard Royal,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Δημήτριο Γκουλούση, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CΟΜ/Β/2/82 με την οποία αποκλείστηκαν οι προσφεύγοντες από τις εξετάσεις του εν λόγω διαγωνισμού, καθώς και, στην υπόθεση 100/87, την ερμηνεία των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 11ης Μαρτίου 1986 στις υποθέσεις 293 και 294/84 (Συλλογή 1986, σσ. 967 και 977),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους T. Koopmans, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Jacobs
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 1ης Δεκεμβρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Ιανουαρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Απριλίου, 8 Μαΐου και 14 Μαΐου 1987, η Rosa Basch και 27 άλλοι υπάλληλοι της κατηγορίας Γ, υπηρετούντες στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησαν προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση των αποφάσεων που τους ανακοινώθηκαν στις 12 Φεβρουαρίου 1987 και με τις οποίες η εξεταστική επιτροπή του εσωτερικού διαγωνισμού βάσει τίτλων και εξετάσεων CΟΜ/Β/2/82, για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις βοηθών διοικήσεως, αναπληρωτών βοηθών γραμματείας και αναπληρωτών τεχνικών βοηθών διοικήσεως, τους απέκλεισε από τις εξετάσεις του διαγωνισμού αυτού. Οι προσφεύγοντες στην υπόθεση 100/87 ζητούν επιπλέον ποσό 200 000 βελγικών φράγκων κατ' άτομο ως αποζημίωση για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την απόφαση αυτή.
2 Κατά την εξέταση των αιτήσεων συμμετοχής τους, η εξεταστική επιτροπή του εν λόγω διαγωνισμού συνομίλησε με τους ιεραρχικούς προϊσταμένους των υποψηφίων, χωρίς όμως να επιτρέψει στους ενδιαφερομένους υπαλλήλους να σχολιάσουν τις γνώμες που εκφράστηκαν έτσι γι' αυτούς. Με δύο αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1986, Sorani και λοιποί κατά Επιτροπής (293/84, Συλλογή 1986, σ. 967), και Adams και λοιποί κατά Επιτροπής (294/84, Συλλογή 1986, σ. 977) ακύρωσε το Δικαστήριο τις αποφάσεις με τις οποίες απέκλεισε η εξεταστική επιτροπή τους προσφεύγοντες των εν λόγω υποθέσεων από τις εξετάσεις για το λόγο ότι δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θέση επί των γνωμών που εξέφρασαν οι ιεραρχικοί προϊστάμενοί τους.
3 Λαμβάνοντας υπόψη τις δύο αυτές αποφάσεις, η εξεταστική επιτροπή κάλεσε τους ενδιαφερομένους υποψηφίους τον Ιούνιο του 1986 για να μπορέσουν να απαντήσουν στις ίδιες ερωτήσεις που είχαν τεθεί προηγουμένως στους ιεραρχικούς προϊσταμένους τους. Με έγγραφο της 11ης Ιουλίου 1986 ειδοποιήθηκαν κατόπιν οι υποψήφιοι ότι η απόφαση του Ιουνίου του 1984, με την οποία αποκλείστηκαν από τις εξετάσεις, επιβεβαιώθηκε.
4 Μετά την άσκηση διοικητικών ενστάσεων από ορισμένους υποψηφίους κατά της αποφάσεως του Ιουλίου του 1986, η εξεταστική επιτροπή τους κάλεσε για δεύτερη φορά για να τους παράσχει τη δυνατότητα να λάβουν θέση επί των απαντήσεων που έδωσαν οι ιεραρχικοί προϊστάμενοί τους στα ερωτήματα που τους είχε υποβάλει η εξεταστική επιτροπή. Με έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1987 ειδοποιήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι ότι η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να επανέλθει επί της αποφάσεως που είχε λάβει γι' αυτούς και η οποία τους είχε ανακοινωθεί στις 11 Ιουλίου 1986.
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Ως προς τα ακυρωτικά αιτήματα
6 Οι προσφεύγοντες προβάλλουν προς στήριξη των προσφυγών τους τους ακόλουθους λόγους ακυρώσεως:
- έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογίας
- μη ορθή εκτέλεση των αποφάσεων στις υποθέσεις 293 και 294/84 για το λόγο ότι, καταρχάς, οι προσφεύγοντες έπρεπε να θεωρηθούν ότι έγιναν δεκτοί στις εξετάσεις του διαγωνισμού και, κατόπιν, ότι το περιεχόμενο των γνωμών που υποβλήθηκαν στους υποψηφίους ήταν ανακριβές και δεν μπορούσε να επαληθευτεί.
- παρανομία της διαδικασίας που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή για το λόγο ότι η επιτροπή αυτή συμβουλεύτηκε τους βοηθούς των διαφόρων γενικών διευθυντών και όχι τον άμεσο ιεραρχικό προϊστάμενο καθενός από τους υποψηφίους
- παραβίαση των προϋποθέσεων συμμετοχής στο διαγωνισμό για το λόγο ότι η εξεταστική επιτροπή θεώρησε ως ουσιώδες στοιχείο την πραγματική εκτέλεση από τους υποψηφίους καθηκόντων επιπέδου Β.
7 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως ότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής που τους κοινοποιήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1987 δεν αναφέρει κανένα λόγο για τον οποίο η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε να επανέλθει επί της αποφάσεώς της, που είχε ανακοινωθεί στους προσφεύγοντες στις 11 Ιουλίου 1986. Κατά συνέπεια, οι προσφεύγοντες αγνοούν ακόμη και σήμερα ποια στοιχεία από τους ατομικούς τους φακέλους αποτέλεσαν την αιτία του αποκλεισμού τους από τις εξετάσεις.
8 Η Επιτροπή απαντά ότι η επίδικη απόφαση αποτελεί απλώς επιβεβαίωση προηγουμένης αποφάσεως και υπό τις προϋποθέσεις αυτές το μόνο νέο στοιχείο που έπρεπε να λάβει υπόψη της η εξεταστική επιτροπή ήταν οι άποψη του υποψηφίου για τη γνώμη που εξέφρασε γι' αυτόν ο ιεραρχικός του προϊστάμενος. Κατά την Επιτροπή, η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη κατά το μέτρο που αναφέρει ρητά ότι η εξεταστική επιτροπή εξήτασε την άποψη αυτή και ότι, ενόψει όλων των στοιχείων που διέθετε, έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να επανέλθει επί της προηγουμένης αποφάσεώς της.
9 Από το φάκελο προκύπτει ότι σ' ένα πρώτο έγγραφο του Ιουνίου του 1984, με το οποίο ανακοινώθηκε στους προσφεύγοντες ότι δεν είχαν εγγραφεί στον πίνακα των υποψηφίων που έγιναν δεκτοί για να συμμετάσχουν στις εξετάσεις, η εξεταστική επιτροπή ανέφερε τα γενικά κριτήρια τα οποία έλαβε υπόψη της. Με έγγραφο της 7ης Σεπτεμβρίου 1984 που απευθύνθηκε με ταυτόσημο περιεχόμενο σ' όλους τους υποψηφίους οι οποίοι, όπως και οι προσφεύγοντες, είχαν ζητήσει την επανεξέταση της αιτήσεως συμμετοχής τους, η εξεταστική επιτροπή επιβεβαίωσε την απόφασή της του Ιουνίου του 1984, χωρίς καμιά διευκρίνιση όσον αφορά την εφαρμογή των παραμέτρων που δέχτηκε για κάθε μια από τις αιτήσεις συμμετοχής τους. Μετά την πρώτη συνομιλία που διοργανώθηκε κατόπιν των προαναφερθεισών αποφάσεων του Δικαστηρίου, οι προσφεύγοντες έλαβαν στις 11 Ιουλίου 1986 νέο στερεότυπο έγγραφο με το οποίο τους γνωστοποίησε η εξεταστική επιτροπή ότι δεν της έδωσαν πληροφορίες ικανές να αλλάξει την απόφαση του Ιουνίου του 1984. Τέλος, το έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1987 επιβεβαίωσε με την ίδια διατύπωση την απόφαση που είχε ανακοινωθεί στους προσφεύγοντες στις 11 Ιουλίου 1986 χωρίς καμιά εξήγηση που να αφορά την ατομική τους περίπτωση.
10 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (πιο πρόσφατη η απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1987 στην υπόθεση 206/85, Beiten κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 5301), για να αντιμετωπιστούν οι πρακτικές δυσχέρειες που παρεμβάλλονται σ' ένα διαγωνισμό με πολυπληθή συμμετοχή, η εξεταστική επιτροπή τέτοιου διαγωνισμού μπορεί, σε πρώτη φάση, να μην ανακοινώσει στους υποψηφίους παρά μόνο τα κριτήρια και το αποτέλεσμα της επιλογής, με την υποχρέωση να παράσχει μεταγενεστέρως τις ατομικές εξηγήσεις σ' αυτούς τους υποψηφίους που θα το ζητήσουν ρητά.
11 Στην προκειμένη περίπτωση οι προσφεύγοντες δεν έλαβαν ποτέ ατομικές εξηγήσεις. Αντιθέτως, μολονότι ζήτησαν να μάθουν τους λόγους του αποκλεισμού στην προσωπική τους περίπτωση, έλαβαν μόνο τα στερεότυπα έγγραφα που δεν περιλαμβάνουν καμιά ειδική πληροφορία για τους λόγους της απορρίψεως της αιτήσεως συμμετοχής τους. Από αυτό προκύπτει ότι η απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1987, τελευταίο από τα στερεότυπα έγγραφα που έλαβαν οι προσφεύγοντες, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός.
12 Ο δεύτερος προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως περιέχει δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος το οποίο εμφανίζεται στην υπόθεση 100/87 ως αίτηση ερμηνείας του προαναφερθεισών αποφάσεων, που εκδόθηκαν στις υποθέσεις 293 και 294/84, αιτιάται την Επιτροπή ότι δεν εκτέλεσε ορθώς τις εν λόγω αποφάσεις, οι οποίες συνεπήγοντο τη συμμετοχή των προσφευγόντων στις εξετάσεις χωρίς άλλες διατυπώσεις. Το δεύτερο σκέλος αφορά τον πλημμελή χαρακτήρα της διαδικασίας που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή για να επιτρέψει στους προσφεύγοντες να σχολιάσουν τις γνώμες των ιεραρχικών προϊσταμένων τους. Ελλείψει εγγράφων στοιχείων, η εξεταστική επιτροπή τις ανασυνέστησε βάσει των προσωπικών σημειώσεων και των αναμνήσεων των μελών της υπό τις περιστάσεις αυτές, η αυθεντικότητα των γνωμών που παρουσιάστηκαν στους προσφεύγοντες ήταν πολύ αμφίβολη.
13 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εξεταστική επιτροπή εκτέλεσε ορθώς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, επαναλαμβάνοντας τη διαδικασία του διαγωνισμού από το σημείο που κατέστη πλημμελής. Η Επιτροπή θεωρεί εξάλλου ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την ανασύσταση των γνωμών ήταν ορθή.
14 Στις υποθέσεις 293 και 294/84 η Επιτροπή πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι οι γνώμες των ιεραρχικών προϊσταμένων οι οποίες εκφράστηκαν για τους υποψηφίους κατά τις συνομιλίες που έγιναν το 1983 δεν καταχωρίστηκαν στα πρακτικά. Μόνον μετά την έκδοση των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις αυτές προέβη η εξεταστική επιτροπή στην ανασύσταση αυτών των γνωμών βάσει των προσωπικών σημειώσεων και των αναμνήσεων των μελών της.
15 Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι η ακύρωση των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής στις υποθέσεις 293 και 294/84 επανέφερε τους προσφεύγοντες στην κατάσταση που είχαν πριν από τις εν λόγω αποφάσεις. Κατά συνέπεια, η περίπτωσή τους έπρεπε να επανεξεταστεί λαμβανομένων υπόψη των αποφάσεων του Δικαστηρίου για να εξακριβωθεί για καθέναν από τους προσφεύγοντες αν μπορούσε να γίνει δεκτός στις εξετάσεις.
16 Πάντως, όταν μια εξεταστική επιτροπή προβαίνει σε τέτοια επανεξέταση των αιτήσεων συμμετοχής, ειδικότερα για να θεραπεύσει σοβαρή πλημμέλεια, είναι υποχρεωμένη να εκπληρώσει το έργο αυτό με την αναγκαία επιμέλεια και με ιδιάζουσα φροντίδα. Στην προκειμένη περίπτωση η εξεταστική επιτροπή προσέφυγε σε σημειώσεις και σε προσωπικές αναμνήσεις των μελών της, που μπορεί να είναι ατελείς και ανακριβείς, για να ανασυστήσει τις γνώμες που εκφράστηκαν τρία περίπου έτη προηγουμένως για πολύ μεγάλο αριθμό υποψηφίων. Από το φάκελο προκύπτει άλλωστε ότι ορισμένος αριθμός γνωμών που ανασυστήθηκαν κατ' αυτό τον τρόπο αντιφάσκουν ευθέως με άλλα έγγραφα, όπως παραδείγματος χάρη τις εκθέσεις κρίσεως, που αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο οι προσφεύγοντες εκπλήρωσαν τα καθήκοντά τους. Ενεργώντας κατ' αυτό τον τρόπο, η εξεταστική επιτροπή διέπραξε βαρεία πλημμέλεια η οποία επιφέρει την ακύρωση των επιδίκων αποφάσεων.
17 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως και τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλουν οι προσφεύγοντες, ότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CΟΜ/Β/2/82 η οποία δεν επέτρεψε στους προσφεύγοντες να μετάσχουν στις εξετάσεις του διαγωνισμού αυτού πρέπει να ακυρωθεί για ανεπαρκή αιτιολογία και για πλημμέλεια της διαδικασίας την οποία ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή.
Ως προς τα αιτήματα αποζημιώσεως
18 Η ακύρωση της επίδικης απόφασης αποτελεί αυτή η ίδια πρόσφορη αποκατάσταση κάθε ηθικής βλάβης που μπορεί να υπέστησαν οι προσφεύγοντες στην προκειμένη περίπτωση. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν καθόλου την ύπαρξη χωριστής υλικής ζημίας, το αίτημα περί αποζημιώσεως δεν έχει αντικείμενο. Κατά το σημείο αυτό πρέπει επομένως να καταργηθεί η δίκη.
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Εφόσον η Επιτροπή ηττήθη στους ουσιωδέστερους ισχυρισμούς της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CΟΜ/Β/2/82, η οποία προκύπτει από το έγγραφο που απευθύνθηκε, με την ίδια διατύπωση, σε όλους τους προσφεύγοντες στις 12 Φεβρουαρίου 1987, με την οποία αποκλείστηκαν από τις εξετάσεις του διαγωνισμού.
2)Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.