61981J0044

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 26ΗΣ ΜΑΙΟΥ 1982. - ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ BUNDESANSTALT FUER ARBEIT ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ - ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 44/81.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1982 σελίδα 01855
Ισπανική ειδική έκδοση σελίδα 00557


Περίληψη
Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


1 . Διαδικασία — Ένδικα μέσα πού παρέχει η συνθήκη ΕΟΚ κατά τής αρνήσεως καταβολής ενός οργάνου — Αγωγή περί καταβολής — Απαράδεκτη — Δικαστική προστασία τών υποκειμένων δικαίου — Προσφυγή ακυρώσεως ή λόγω παραλείψεως — Προϋποθέσεις

( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρα 164 , 173 , 175 καί 176 )

2 . Προσφυγή ακυρώσεως — Πράξεις πού δύνανται νά αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής — Άρνηση καταβολής — Πράξη η οποία επιβεβαιώνει κατά τρόπο οριστικό καί αναντίρρητο τήν θέση πού λαμβάνει τό όργανο

( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 173 )

3 . Κοινωνική πολιτική — Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο — Διαχείριση καί έλεγχος — Εξουσίες τής Επιτροπής — Έκταση — Καθορισμός προθεσμιών γιά τήν εκκαθάριση τών λογαριασμών τού Ταμείου — Μή τήρηση — Κυρώσεις — Επιτρεπτές

( Συνθήκη ΕΟΚ , άρθρο 124· κανονισμός τού Συμβουλίου 2396/71 , άρθρα 11 καί 13 )

4 . Κοινοτικό δίκαιο — Αρχές — Ασφάλεια δικαίου — Αποκλειστική προθεσμία — Αντιτάξιμο — Προϋποθέσεις — Σαφής καί ακριβής καθορισμός — Άρθρο 4 , παράγραφος 1 , τής αποφάσεως 78/706 — Μή συνδρομή τών προϋποθέσεων

( Άπόφαση 78/706 τής Επιτροπής , άρθρο 4 , παράγραφος 1 )

Περίληψη


1 . Ειναι βεβαίως ακριβές οτι εν προκειμένω η συνθήκη δέν περιέχει διάταξη κατά τήν οποία τό υποκείμενο δικαίου , έναντι τού οποίου ενα όργανο έχει αναλάβει μονομερώς οικονομική υποχρέωση , έχει τό δικαίωμα νά ασκήσει ενώπιον τού Δικαστηρίου αγωγή περί καταβολής κατά τού εν λόγω οργάνου , αυτό , ομως , δέν σημαίνει οτι τό υποκείμενο δικαίου στερείται τής δυνατότητος προσφυγής , οταν τό όργανο αυτό αρνείται νά τηρήσει τίς υποχρεώσεις του . Πράγματι , κατά τό μέτρο πού μέ τήν άρνηση νά προβεί στήν καταβολή , τό όργανο αθετεί μία προγενέστερη υποχρέωσή του ή αρνείται τήν υπαρξη τέτοιας υποχρεώσεως , προβαίνει σέ μία πράξη , η οποία , εν όψει τών εννόμων συνεπειών της , δύναται νά αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 τής συνθήκης . Άν η προσφυγή αυτή καταλήξει σέ ακύρωση τής αρνήσεως καταβολής , τό δικαίωμα τού προσφεύγοντος θά έχει αναγνωρισθεί καί θά εναπόκειται στό όργανο περί τού οποίου πρόκειται , σύμφωνα μέ τό άρθρο 176 τής συνθήκης , νά προβεί στήν παρανόμως αρνηθείσα καταβολή . Άν , εξ άλλου , τό όργανο δέν απαντήσει σέ μία αίτηση καταβολής , τό ίδιο αποτέλεσμα δύναται νά επιτευχθεί μέσω τού άρθρου 175 .

2 . Στήν περίπτωση αρνήσεως ενός οργάνου νά χωρήσει στήν καταβολή , συνιστά πράξη πού δύναται νά αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει τού άρθρου 173 τής συνθήκης η επιστολή τού οργάνου διά τής οποίας καθορίζει κατά τρόπο σαφή καί οριστικό τήν στάση του έναντι τής αιτήσεως καταβολής πού τού ειχε υποβληθεί . Οι ανωτέρω προϋποθέσεις δέν συντρέχουν στήν περίπτωση ανακοινώσεως ενός οργάνου τό οποίο δηλώνει κατόπιν οτι ειναι διατεθειμένο νά συζητήσει καί νά επανεξετάσει τό περιεχόμενό της .

3 . Τό καθήκον διαχειρίσεως καί ελέγχου τού Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου μέ τό οποίο ειναι επιφορτισμένη η Επιτροπή , δυνάμει τού άρθρου 124 τής συνθήκης ΕΟΚ καί τών άρθρων 11 καί 13 τού κανονισμού 2396/71 τού Συμβουλίου , καθώς καί οι απαιτήσεις μιάς καλής διαχειρίσεως τών οικονομικών τής Κοινότητος , συνεπάγονται αναγκα στικώς οτι η εκκαθάριση τών λογαριασμών τού Κοινωνικού Ταμείου πρέπει νά γίνεται εντός ευλόγων προθεσμιών καί οτι η Επιτροπή έχει τήν εξουσία νά τίς ορίσει , συνοδεύουσα τίς εν λόγω προθεσμίες μέ τίς κυρώσεις πού θά εξασφαλίζουν τήν τήρησή τους . Δεδομένης τής σημασίας τών εν λόγω προθεσμιών γιά τήν καλή διαχείριση τού Κοινωνικού Ταμείου , δέν δύναται νά αποκλεισθεί τό νά εξικνούνται οι προβλεφθείσες κυρώσεις μέχρι τής απωλείας τού δικαιώματος καταβολής μέ τόν καθορισμό αποκλειστικής προθεσμίας .

4 . Η αρχή τής ασφαλείας δικαίου απαιτεί , προκειμένου γιά διάταξη πού τάσσει αποκλειστική προθεσμία , ιδίως μάλιστα οταν δύναται νά έχει ως συνέπεια νά στερήσει ενα Κράτος μέλος από τήν καταβολή μιάς οικονομικής ενισχύσεως , τής οποίας η αίτηση ειχε εγκριθεί καί βάσει τής οποίας τό Κράτος μέλος έχει ήδη προβεί σέ σημαντικές δαπάνες , νά διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή καί ακριβή ωστε τά Κράτη μέλη νά δύνανται νά εκτιμήσουν μέ πλήρη επίγνωση τήν σημασία πού έχει γι’ αυτά η τήρηση τής προθεσμίας .

Τό άρθρο 4 , παράγραφος 4 , τής αποφάσεως 78/706 τής Επιτροπής δέν δύναται νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι τάσσει προθεσμία , η μή τήρηση τής οποίας συνεπάγεται γιά τό ενδιαφερόμενο κράτος τήν απώλεια τού δικαιώματός του επί τής καταβολής τού υπολοίπου τών εγκεκριμένων ενισχύσεων τού Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου .

Διάδικοι


Στήν υπόθεση 44/81

ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ BUNDESANSTALT FUER ARBEIT , τής Νυρεμβέργης , εκπροσωπούμενες από τόν M . Seidel , Ministerialrat τού ομοσπονδιακού υπουργείου οικονομίας στήν Βόννη καί τόν δικηγόρο J . Sedemund ως ειδικό πληρεξούσιο , μέ αντίκλητο τόν γραμματέα τής πρεσβείας τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας , 3 , boulevard Royal , Λουξεμβούργο ,

προσφεύγουσες ,

καί

ΙΡΛΑΝΔΙΑ , εκπροσωπουμένη από τόν L . J . Dockery , Chief State Solicitor , επικουρούμενο από τόν E . P . Fitzsimons , Senior Counsel , καί J . O’Reilly , Barrister-at-Law , μέ τόπο επιδόσεων τήν πρεσβεία τής Ιρλανδίας , 28 , route d’Arlon , Λουξεμβούργο ,

παρεμβαίνουσα ,

κατά

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν J . Amphoux , νομικό σύμβουλο τής Επιτροπής , επικουρούμενο από τόν M . Hilf , μέλος τής νομικής υπηρεσίας τής Επιτροπής , μέ αντίκλητο τόν O . Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg , Λουξεμβούργο ,

καθ’ ης ,

Αντικείμενο της υπόθεσης


πού έχει ως αντικείμενο

— Ως πρώτο καί κύριο αίτημα , τήν καταδίκη τής Επιτροπής στήν καταβολή 16 928 855,52 DM πρός τήν Bundesanstalt fuer Arbeit καί , επικουρικώς , τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής Επιτροπής , τής 10ης Δεκεμβρίου 1980 , περί αρνήσεως καταβολής τών υπολοίπων πού οφείλονται βάσει τής αποφάσεως τής Επιτροπής τής 23ης Δεκεμβρίου 1977 .

— Ως δεύτερο αίτημα , τήν ακύρωση τής ανακοινώσεως τής Επιτροπής , τής 16ης Δεκεμβρίου 1980 , πού αφορά τήν εφαρμογή τού άρθρου 4 τής αποφάσεως 78/706 τής Επιτροπής , τής 27ης Ιουλίου 1978 , περί διοικητικής λειτουργίας τού Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/003 , σ . 29 )

Σκεπτικό της απόφασης


1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσαν στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 20 Φεβρουαρίου 1981 , η κυβέρνηση τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας καί η Bundesanstalt fuer Arbeit , ήσκησαν προσφυγή μέ τήν οποία ζητείται ως πρώτο καί κύριο αίτημα η καταδίκη τής Επιτροπής στήν καταβολή τού ποσού τών 16 928 855,52 DM ( γερμανικών μάρκων ) πού οφείλεται βάσει τής αποφάσεως τής Επιτροπής , τής 23ης Δεκεμβρίου 1977 , μέ τήν οποία ενεκρίθη η χορήγηση τεσσάρων συνδρουμών τού Κοινωνικού Ταμείου σέ ενέργειες τής Bundesanstalt fuer Arbeit , καί , επικουρικώς , τήν ακύρωση , δυνάμει τού άρθρου 173 , εδάφιο 1 , τής συνθήκης ΕΟΚ , τής αποφάσεως τής Επιτροπής , τής 10ης Δεκεμβρίου 1980 , περί αρνήσεως καταβολής τού εν λόγω ποσού .

2 Τό δεύτερο αίτημα τής προσφυγής , τό οποίο υπεβλήθη από τήν κυβέρνηση τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας , δυνάμει τού άρθρου 173 , εδάφιο 1 , τής συνθήκης ΕΟΚ , αποσκοπεί στήν ακύρωση τής ανακοινώσεως τής Επιτροπής τής 16ης Δεκεμβρίου 1980 πού αφορά τήν εφαρμογή τού άρθρου 4 τής αποφάσεως 78/706 τής Επιτροπής , τής 27ης Ιουλίου 1978 , περί διοικητικής λειτουργίας τού Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/003 , σ . 29 ).

3 Μέ τήν εν λόγω προσφυγή , οι προσφεύγουσες στρέφονται ουσιαστικώς κατά τής απορρίψεως υπό τής Επιτροπής τών αιτήσεων καταβολής τών υπολοίπων τών εγκεκριμένων συνδρομών τού Κοινωνικού Ταμείου , μέ τήν αιτιολογία οτι οι αιτήσεις υπεβλήθησαν μετά τήν λήξη τής προθεσμίας τών 18 μηνών πού προβλέπει τό άρθρο 4 , παράγραφος 1 , τής αποφάσεως 78/706 τής Επιτροπής .

Ι — Επί τού πρώτου αιτήματος τής προσφυγής

1 . Επί τής αγωγής περί καταβολής

4 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν οτι σέ περίπτωση οπως η δική τους , κατά τήν οποία τούς έχει χορηγηθεί ενίσχυση μέ απόφαση τής Επιτροπής , η μή καταβολή τής εν λόγω ενισχύσεως τούς παρέχει τό δικαίωμα νά εγείρουν αγωγή περί καταβολής . Η αγωγή αυτή αποτελεί τό μοναδικό μέσο μέ τό οποίο δύνανται νά επιτύχουν τήν αποτελεσματική έννομη προστασία πού τούς εγγυάται τό άρθρο 164 τής συνθήκης . Εξ άλλου , κατά τίς προσφεύγουσες , η απόρριψη τής εν λόγω αγωγής θά ειχε ως συνέπεια νά επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση στίς αγωγές περί καταβολής πού στηρίζονται σέ μονομερή πράξη τής Επιτροπής υπέρ τού ενάγοντος , σέ σύγκριση μέ τήν μεταχείριση πού επιφυλάσσεται σέ αντίστοιχες αγωγές πού στηρίζονται σέ συμβάσεις ή αδικήματα καί οι οποίες θά εγίνοντο δεκτές στό πλαίσιο τού άρθρου 215 τής συνθήκης . Μιά τέτοια διαφορετική μεταχείριση δέν δικαιολογείται προκειμένου περί διασφαλίσεως τής καταβολής ποσών πού οφείλει η Κοινότης .

5 Κατά τήν Επιτροπή , μία αγωγή περί καταβολής , οπως η ασκηθείσα από τίς προσφεύγουσες , ειναι ξένη πρός τό σύστημα προσφυγών τής συνθήκης καί ειναι , επομένως , απαράδεκτη . Πολύ περισσότερο αφού οι προσφεύγουσες δέν στερούνται αποτελεσματικής εννόμου προστασίας , δεδομένου οτι αυτή τούς διασφαλίζεται επαρκώς από τήν δυνατότητα πού τούς παρέχεται νά ασκήσουν , κατά τήν διαδικασία τού άρθρου 175 τής συνθήκης , προσφυγή λόγω παραλείψεως κατά τής Επιτροπής .

6 Ειναι ακριβές οτι εν προκειμένω η συνθήκη δέν περιέχει διάταξη κατά τήν οποία τό υποκείμενο δικαίου , έναντι τού οποίου ενα όργανο έχει αναλάβει μονομερώς οικονομική υποχρέωση , έχει τό δικαίωμα νά ασκήσει ενώπιον τού Δικαστηρίου αγωγή περί καταβολής κατά τού εν λόγω οργάνου . Αυτό , ωστόσο , δέν σημαίνει οτι τό υποκείμενο δικαίου στερείται τής δυνατότητος προσφυγής , οταν τό όργανο αυτό αρνείται νά τηρήσει τίς υποχρεώσεις του . Πράγματι , κατά τό μέτρο πού μέ τήν άρνηση νά προβεί στήν καταβολή , τό όργανο αθετεί μία προγενέστερη υποχρέωσή του ή αρνείται τήν υπαρξη τέτοιας υποχρεώσεως , προβαίνει σέ μία πράξη , η οποία , εν όψει τών εννόμων συνεπειών της , δύναται νά αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά τήν έννοια τού άρθρου 173 τής συνθήκης . Άν η προσφυγή αυτή καταλήξει σέ ακύρωση τής αρνήσεως καταβολής , τό δικαίωμα τού προσφεύγοντος θά έχει αναγνωρισθεί καί θά εναπόκειται στό όργανο περί τού οποίου πρόκειται , σύμφωνα μέ τό άρθρο 176 τής συνθήκης , νά προβεί στήν παρανόμως αρνηθείσα καταβολή . Άν , εξ άλλου , τό όργανο δέν απαντήσει σέ μία αίτηση καταβολής , τό ίδιο αποτέλεσμα δύναται νά επιτευχθεί μέσω τού άρθρου 175 .

7 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι άν καί η συνθήκη ΕΟΚ δέν προβλέπει προσφυγή τού είδους αυτής πού ήσκησαν οι προσφεύγουσες , αυτό δέν δύναται νά θεωρηθεί ως κενό πού πρέπει νά πληρωθεί γιά νά διασφαλισθεί η αποτελεσματική προστασία τών δικαιωμάτων τών ενδιαφερομένων προσώπων . Πρέπει λοιπόν νά κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα από τίς προσφεύγουσες αγωγή περί καταβολής .

2 . Επί τού επικουρικού αιτήματος περί ακυρώσεως τής επιστολής τής Επιτροπής , τής 10ης Δεκεμβρίου 1980 , περί αρνήσεως καταβολής τών αιτηθέντων ποσών

α ) Επί τού παραδεκτού

8 Γιά τούς λόγους πού έχουν ήδη εκτεθεί στό πλαίσιο τής εξετάσεως τού κυρίου αιτήματος , η άρνηση καταβολής συνιστά πράξη πού δύναται νά αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως , δυνάμει τού άρθρου 173 τής συνθήκης . Η Επιτροπή υποστηρίζει , ωστόσο , οτι καί αυτό τό αίτημα τής προσφυγής ειναι επίσης απαράδεκτο διότι στρέφεται κατά επιστολής , εν προκειμένω τής επιστολής τής 10ης Δεκεμβρίου 1980 , η οποία απλώς επιβεβαιώνει απόφαση , η οποία ελήφθη οριστικώς καί εκοινοποιήθη στίς προσφεύγουσες τόν Ιούλιο 1980 .

9 Η Επιτροπή αναφέρεται έτσι στίς επιστολές πού απηύθυνε ο γενικός διευθυντής τής Γενικής Διευθύνσεως απασχολήσεως καί κοινωνικών υποθέσεων πρός τό ομοσπονδιακό υπουργείο εργασίας στίς 11 καί 15 Ιουλίου 1980 καί στίς οποίες ανεφέρετο οτι δέν δύνανται νά ικανοποιηθούν οι αιτήσεις καταβολής διότι δέν υπεβλήθησαν εντός τών προβλεπομένων από τό άρθρο 4 , παράγραφος 1 , τής αποφάσεως 78/706 τής Επιτροπής προθεσμιών .

10 Πρίν προσδιορισθεί η ακριβής φύση τών επιστολών τής Επιτροπής τού Ιουλίου καί Δεκεμβρίου 1980 , κρίνεται επιβεβλημένο νά εκτεθούν οι περιστάσεις υπό τίς οποίες εστάλησαν , διά τής υπομνήσεως τής χρονολογικής , σειράς τών περιστατικών πού εξελίχθησαν κατά τήν περίοδο Ιουλίου-Δεκεμβρίου τού έτους αυτού .

11 Τό ομοσπονδιακό υπουργείο εργασίας απήντησε μέ επιστολή τής 4ης Αυγούστου 1980 , στίς προαναφερθείσες ανακοινώσεις τής 11ης καί 15ης Ιουλίου 1980 , αμφισβητώντας τόσο από νομικής απόψεως , οσο καί από πλευράς πραγματικών περιστατικών , τήν άποψη τής Επιτροπής καί ζητώντας νά τού παρασχεθεί η δυνατότης νά εκθέσει τήν άποψή του . Η Επιτροπή , απεδέχθη ρητώς τό αίτημα αυτό μέ τήν επιστολή της τής 5ης Σεπτεμβρίου 1980 , στίς δέ 29 Σεπτεμβρίου 1980 έγινε συνάντηση μεταξύ τού υπευθύνου διευθυντού διαχειρίσεως τού Κοινωνικού Ταμείου καί ενός γερμανού δημοσίου υπαλλήλου , κατά τήν οποία ο διευ θυντής τής Επιτροπής ανέλαβε τήν υποχρέωση νά επανεξετάσει τήν άποψη τών ομοσπονδιακών αρχών καί νά ενημερώσει σχετικώς τόν αντιπρόεδρο τής Επιτροπής . Η άποψη τών ομοσπονδιακών αρχών διετυπώθη επίσης σέ δύο επιστολές από τίς οποίες η μία , τής 6ης Οκτωβρίου 1980 , προήρχετο από τόν ομοσπονδιακό υφυπουργό εργασίας καί κοινωνικών υποθέσεων καί η άλλη , τής 4ης Δεκεμβρίου 1980 , από τόν πρόεδρο τής Bundesanstalt fuer Arbeit , απευθύνοντο δέ καί οι δύο απ’ ευθείας στόν αντιπρόεδρο τής Επιτροπής . Κατά τήν διάρκεια τής εν λόγω ανταλλαγής απόψεων , ο αντιπρόεδρος τής Επιτροπής ειδοποίησε τό ομοσπονδιακό υπουργείο εργασίας καί κοινωνικών υποθέσεων , μέ επιστολή τής 10ης Δεκεμβρίου 1980 , η οποία αποτελεί τό αντικείμενο τής παρούσης προσφυγής , οτι δέν έβλεπε τήν δυνατότητα νά υποδειχθεί στήν αρμοδία διεύθυνση τού Κοινωνικού Ταμείου νά ανακαλέσει τήν απόφασή της τού Ιουλίου 1980 , δεδομένου οτι ειχε εκπνεύσει η οριζομένη από τό άρθρο 4 τής αποφάσεως 78/706 προθεσμία .

12 Όπως προκύπτει από τά πραγματικά περιστατικά πού εξετέθησαν ανωτέρω , η Επιτροπή δέν καθόρισε κατά τρόπο σαφή καί οριστικό τήν στάση της έναντι τής αιτήσεως καταβολής πού τής ειχε υποβληθεί , παρά μόνο μέ τήν επιστολή της τής 10ης Δεκεμβρίου 1980 . Η επιστολή αυτή πρέπει συνεπώς , νά θεωρηθεί , όχι ως επιβεβαίωση προγενεστέρας πράξεως , αλλά ως πράξη μέ τήν οποία η Επιτροπή κατέστησε γνωστή , υπό μορφή πού παρέχει τήν δυνατότητα νά αναγνωρισθεί η φύση της , τήν οριστική της απόφαση επί τών αιτηθεισών καταβολών . Επομένως , η προσφυγή ακυρώσεως , η οποία ησκήθη εντός τών νομίμων προθεσμιών κατά τής εν λόγω επιστολής ειναι παραδεκτή .

β ) Επί τής ουσίας

13 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τήν άποψη οτι τό άρθρο 4 τής αποφάσεως 78/706 θεσπίζει αποκλειστική προθεσμία . Υποστηρίζουν επί πλέον οτι άλλως η Επιτροπή θά ειχε υπερβεί τήν αρμοδιότητα εκτελέσεως πού τής απονέμει τό άρθρο 124 τής συνθήκης καί τό άρθρο 13 τού κανονισμού 2396/71 τού Συμβουλίου τής 8ης Νοεμβρίου 1971 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/001 , σ . 120 ) προσδίδοντας ενα τέτοιο έννομο αποτέλεσμα στήν προθεσμία πού έταξε , δεδομένου οτι μόνο τό Συμβούλιο διαθέτει τέτοια αρμοδιότητα , δυνάμει τού άρθρου 127 τής συνθήκης .

14 Οι εξουσίες τής Επιτροπής στόν τομέα τού καθορισμού τών προθεσμιών καί τών κυρώσεων πού συνεπάγεται η μή τήρησή τους πρέπει νά εκτιμηθούν σέ συνάρτηση μέ τίς αρμοδιότητες πού απονέμει στό Συμβούλιο καί στήν Επιτροπή η συνθήκη καί οι διατάξεις πού έχουν θεσπισθεί γιά τήν εφαρμογή της , καθώς καί μέ τίς απαιτήσεις τής χρηστής διοικήσεως .

15 Όσον αφορά τό Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο , τό άρθρο 124 τής συνθήκης προβλέπει ρητώς οτι τό Ταμείο διοικείται από τήν Επιτροπή . Έχοντας υπ’ όψη τήν διάταξη αυτή , τό Συμβούλιο προέβλεψε ρητώς στό άρθρο 11 τού κανονισμού 2396/71 τής 8ης Νοεμβρίου 1971 περί εφαρμογής τής αποφάσεως τού Συμβουλίου τής 1ης Φεβρουαρίου 1971 «περί αναμορφώσεως τού Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου» ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/001 , σ . 120 ) οτι στήν Επιτροπή εναπόκειται νά ελέγχει τήν χρησιμοποίηση τών κεφαλαίων πού έχουν χορηγηθεί από τό Κοινωνικό Ταμείο . Τό Συμβούλιο έχει επίσης προβλέψει στό άρθρο 13 τού εν λόγω κανονισμού οτι η Επιτροπή επιφορτίζεται μέ τήν λήψη τών αναγκαίων μέτρων πρός εκτέλεση τών κανόνων πού θεσπίζονται στόν κανονισμό αυτό . Η υποχρέωση διαχειρίσεως καί ελέγχου μέ τήν οποία έχει έτσι επιφορτισθεί η Επιτροπή καί οι απαιτήσεις μιάς καλής διαχειρίσεως οικονομικών τής Κοινότητος , συνεπάγονται αναγκαστικώς οτι η εκκαθάριση τών λογαριασμών τού Κοινωνικού Ταμείου πρέπει νά γίνεται εντός ευλόγων προθεσμιών καί οτι η Επιτροπή έχει τήν εξουσία νά τίς ορίσει , συνοδεύουσα τίς εν λόγω προθεσμίες μέ τίς κυρώσεις πού θά εξασφαλίζουν τήν τήρησή τους . Δεδομένης τής σημασίας τών εν λόγω προθεσμιών γιά τήν καλή διαχείριση τού Κοινωνικού Ταμείου , δέν δύναται νά αποκλεισθεί τό νά εξικνούνται οι προβλεφθείσες κυρώσεις μέχρι τής απωλείας τού δικαιώματος καταβολής μέ τόν καθορισμό αποκλειστικής προθεσμίας .

16 Ωστόσο , η αρχή τής ασφαλείας δικαίου απαιτεί , προκειμένου γιά διάταξη πού τάσσει αποκλειστική προθεσμία , ιδίως μάλιστα οταν δύναται νά έχει ως συνέπεια νά στερήσει ενα Κράτος μέλος από τήν καταβολή μιάς οικονομικής ενισχύσεως , τής οποίας η αίτηση ειχε εγκριθεί καί βάσει τής οποίας τό Κράτος μέλος έχει ήδη προβεί σέ σημαντικές δαπάνες , νά διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή καί ακριβή ωστε τά Κράτη μέλη νά δύνανται νά εκτιμήσουν μέ πλήρη επίγνωση τήν σημασία πού έχει γι’ αυτά η τήρηση τής προθεσμίας . Ούτε η διατύπωση τού άρθρου 4 , εδάφιο 1 , τής αποφάσεως 78/706 τής Επιτροπής ούτε ο συσχετισμός της μέ τίς λοιπές διατάξεις στό πλαίσιο τών οποίων εντάσσεται η διάταξη αυτή επιτρέπουν νά θεωρηθεί η προθεσμία αυτή ως αποκλειστική .

17 Πρέπει σχετικώς νά παρατηρηθεί οτι ούτε στήν επίδικη διάταξη ούτε στήν αιτιολογική έκθεση τής αποφάσεως πού αναφέρεται στήν εν λόγω διάταξη περιέχεται κάποια διευκρίνιση περί τής υπάρξεως καί τής φύσεως τών κυρώσεων πού θά συνεπήγετο η υπέρβαση τής προθεσμίας . Αυτή η σιωπή ως πρός τίς συνέπειες τής υπερβάσεως τής προθεσμίας τού άρθρου 4 τελεί σέ αντίθεση μέ τήν ρητή καί σαφή μνεία , πού γίνεται στό άρθρο 2 τής ιδίας αποφάσεως , τών συνεπειών πού συνοδεύουν μία άλλη προθεσμία , στόν τομέα ιδίως τής αιτήσεως συνδρομής , η υπέρβαση τής οποίας έχει ως συνέπεια οτι «η αίτηση συνδρομής θεωρείται οτι αποσύρεται οριστικά» . Η αντίθεση αυτή μεταξύ τής σαφηνείας τού άρθρου 2 καί τής ασαφείας τού άρθρου 4 ειναι ακόμη σημαντικότερη δεδομένου οτι η αποκλειστική προθεσμία τού άρθρου 2 , έχει πολύ ελαφρότερες συνέπειες γιά τά Κράτη μέλη αφού καταλήγει απλώς στό νά θεωρείται η αίτηση περί εγκρίσεως τής πιστώσεως , ως μή υποβληθείσα , σέ χρόνο κατά τόν οποίο υποτίθεται οτι τό ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος δέν έχει προβεί σέ καμμία δαπάνη .

18 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι τό άρθρο 4 τής αποφάσεως 78/706 τής Επιτροπής δέν δύναται νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι τάσσει προθεσμία , η μή τήρηση τής οποίας συνεπάγεται γιά τό ενδιαφερόμενο κράτος τήν απώλεια τού δικαιώματός του επί τής καταβολής τού υπολοίπου τών εγκεκριμένων ενισχύσεων . Πρέπει , επομένως , νά ακυρωθεί η απόφαση τής Επιτροπής τής 10ης Δεκεμβρίου 1980 , περί αρνήσεως καταβολής τών συνδρομών τού Κοινωνικού Ταμείου υψους 16 928 855,52 DM , εφ’ οσον στηρίζεται στό γεγονός οτι οι αιτήσεις υπεβλήθησαν μετά τήν εκπνοή τής τασσομένης από τό άρθρο 4 τής αποφάσεως 78/706 τής Επιτροπής προθεσμίας .

ΙΙ — Επί τού αιτήματος τής προσφυγής πού αφορά τήν ακύρωση τής ανακοινώσεως τής 16ης Δεκεμβρίου 1980

19 Μέ τό αίτημα αυτό τής προσφυγής , η κυβέρνηση τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας ζητεί , στήν πραγματικότητα , νά επιτύχει εμμέσως τήν ακύρωση από τό Δικαστήριο τού άρθρου 4 τής αποφάσεως 78/706 τής Επιτροπής , η οποία τάσσει αποκλειστική προθεσμία . Δεδομένου οτι κατά τήν εξέταση τής προσφυγής ακυρώσεως πού στρέφεται κατά τής επιστολής τής 10ης Δεκεμβρίου 1980 εκρίθη οτι η εν λόγω διάταξη δέν έτασσε αποκλειστική προθεσμία , τό υπό εξέταση αίτημα τής προσφυγής έχει καταστεί άνευ αντικειμένου καί , επομένως , δέν υπάρχει λόγος νά αποφανθεί επ’ αυτού τό Δικαστήριο .

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί τών δικαστικών εξόδων

20 Κατά τό άρθρο 69 , παράγραφος 2 , τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα , εφ’ οσον υπήρχε σχετικό αίτημα τού νικήσαντος διαδίκου . Επειδή ούτε οι προσφεύγουσες ούτε η παρεμβαίνουσα διετύπωσαν σχετικό αίτημα , τά δικαστικά έξοδα πρέπει νά συμψηφισθούν .

Διατακτικό


Διά ταύτα

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

κρίνει καί αποφασίζει :

1 ) Ακυρώνει τήν απόφαση τής Επιτροπής τής 10ης Δεκεμβρίου 1980 περί αρνήσεως καταβολής στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερ- μανίας τών υπολοίπων τών συνδρομών τού Κοινωνικού Ταμείου υψους 16 928 855,52 DM .

2)Απορρίπτει τήν προσφυγή κατά τά λοιπά .

3)Κάθε διάδικος φέρει τά δικαστικά του έξοδα .