|
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
|
|
Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή
|
|
Ενίσχυση της συλλογικής διαπραγματευτικής ισχύος σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση
|
|
_____________
|
|
Ενίσχυση της συλλογικής διαπραγματευτικής ισχύος σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)
|
|
|
|
SOC/767
|
|
|
|
Εισηγητής: Philip Von Brockdorff
|
|
|
|
Απόφαση της συνόδου ολομέλειας
|
25/01/2023
|
|
Νομική βάση
|
Άρθρο 52 παράγραφος 2 του Εσωτερικού Κανονισμού
|
|
|
Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας
|
|
Αρμόδιο όργανο
|
Τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη»
|
|
Έγκριση από το τμήμα
|
21/06/2023
|
|
Έγκριση από την Ολομέλεια
|
12/07/2023
|
|
Σύνοδος ολομέλειας αριθ.
|
580
|
|
Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας
(υπέρ/κατά/αποχές)
|
152/4/9
|
1.Συμπεράσματα και συστάσεις
1.1Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτελούν ουσιαστικό μέσο στις εργασιακές σχέσεις (υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι οι εργοδότες και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις επιθυμούν να διαπραγματευτούν) και παραπέμπει σε πρόσφατες έρευνες που δείχνουν ότι η συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις πέραν ενός καθορισμένου επιπέδου συμβάλλει στη μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων εντός των χωρών, αμβλύνοντας έτσι τις παγιωμένες ανισότητες μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων.
1.2Η ΕΟΚΕ τονίζει το σημαντικό πόρισμα έκθεσης του ΟΟΣΑ ότι ο συντονισμός των μισθών έχει ιδιαίτερη σημασία καθότι βοηθά τους κοινωνικούς εταίρους να λογοδοτούν για τη μακροοικονομική επίδραση των μισθολογικών συμφωνιών στην ανταγωνιστικότητα. Η ΕΟΚΕ σημειώνει επίσης ότι η ίδια έκθεση του ΟΟΣΑ δίνει έμφαση στη συμβολή των δυναμικών και ισχυρών συλλογικών διαπραγματεύσεων στην προώθηση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης.
1.3Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, από κοινού με τις εργοδοτικές ενώσεις, εξακολουθούν να έχουν μεγάλη βαρύτητα στη διαμόρφωση της οικονομικής, της εργασιακής και της κοινωνικής πολιτικής. Ωστόσο, ο αριθμός των εργαζομένων που καλύπτονται είτε από εταιρικές είτε από κλαδικές συμφωνίες εξακολουθεί να μειώνεται, με συνέπεια να αποδυναμώνεται η διαπραγματευτική ισχύς των συνδικαλιστικών οργανώσεων.
1.4Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να βρεθούν τρόποι για να ενισχυθεί η σημασία των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των εργοδοτών και των κυβερνήσεων σε μια δυναμική αγορά εργασίας και να εντοπιστούν ευκαιρίες για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας υγιών και στέρεων δομών κοινωνικού διαλόγου, συμπεριλαμβανομένης της συλλογικής διαπραγματευτικής ισχύος, και με σεβασμό της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων, καθώς και των εθνικών εργασιακών σχέσεων.
1.5Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι εναπόκειται στους κοινωνικούς εταίρους να καθορίσουν κατάλληλες δομές για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και, κατά περίπτωση, για τον τριμερή και διμερή κοινωνικό διάλογο. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει επίσης ότι οι κυβερνήσεις διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην αναγνώριση της σημασίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, παρέχοντας τους αναγκαίους πρόσφορους όρους για τη διευκόλυνση της υλοποίησής τους, την προστασία από πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις και την αποτροπή προσπαθειών περιορισμού των εργαζομένων από την άσκηση του νόμιμου δικαιώματός τους για συνδικαλιστική συμμετοχή.
1.6Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων (ΕΠΚΔ) ενθαρρύνει τους κοινωνικούς εταίρους να διαπραγματεύονται συλλογικές συμβάσεις σε θέματα που τους αφορούν, με παράλληλο σεβασμό της αυτονομίας τους και του δικαιώματος συλλογικής δράσης.
1.7Η ΕΟΚΕ σημειώνει επίσης ότι νέες μορφές εργασίας, όπως η οικονομία των πλατφορμών, θέτουν νέα ζητούμενα για τις εργασιακές σχέσεις. Αυτή η νέα πραγματικότητα έχει αποδυναμώσει τον «παραδοσιακό» ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων ως φορέων εκπροσώπησης της οργανωμένης εργασίας, καθώς και τον ρόλο των εργοδοτικών ενώσεων ως βασικών συναρμόδιων φορέων στην αγορά εργασίας.
1.8Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η καινοτομία στον χώρο εργασίας είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία κάθε επιχείρησης και, ως εκ τούτου, συνιστά, ως μέρος της διαδικασίας συλλογικών διαπραγματεύσεων, οι διαδικασίες καινοτομίας στον χώρο εργασίας να εξετάζονται στο πλαίσιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του κοινωνικού διαλόγου εν γένει.
1.9 Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι, ενόψει του έντονου παγκόσμιου ανταγωνισμού και του αυξημένου ενεργειακού κόστους, ενδέχεται να χρειαστεί να βρεθεί μια ισορροπία όπου θα λαμβάνονται υπόψη τα αμοιβαία συμφέροντα, όπως το υψηλότερο κόστος διαβίωσης των εργαζομένων, με την παραδοχή παράλληλα ότι ο κοινωνικός διάλογος, συμπεριλαμβανομένων των συλλογικών διαπραγματεύσεων, μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της παραγωγικότητας στον χώρο εργασίας.
1.10Η ΕΟΚΕ πιστεύει επίσης ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο κοινωνικός διάλογος μπορούν να υποστηρίξουν τη βιομηχανική στρατηγική στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, σύμφωνα με τις εθνικές εργασιακές σχέσεις. Αν και ενδέχεται να απαιτείται κάποιος βαθμός ευελιξίας, αυτή θα πρέπει να υπόκειται σε συμφωνία μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και χωρίς να υπονομεύονται τα συλλογικά δικαιώματα ή οι συνθήκες εργασίας.
1.11Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η πιο εκτεταμένη και σταθερή κάλυψη των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην Ευρώπη υπάρχει στις χώρες των οποίων τα συστήματα διαπραγμάτευσης χαρακτηρίζονται από διαπραγμάτευση πολλών εργοδοτών, όπου οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται κυρίως σε κλαδικό επίπεδο ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο Βέλγιο, ακόμη και σε διακλαδικό επίπεδο.
1.12Τέλος, η ΕΟΚΕ καλεί τις κυβερνήσεις να χρησιμοποιούν τις δημόσιες συμβάσεις σε κατάλληλες περιπτώσεις ως συμπληρωματικά μέσα για την προώθηση και την αναγνώριση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
2.Γενικές παρατηρήσεις
2.1Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτελούν βασική διαδικασία στις εργασιακές σχέσεις, η οποία καθορίζει δίκαιους μισθούς και δίκαιες συνθήκες εργασίας σε όλους τους οικονομικούς κλάδους· αφορούν δε τους εργοδότες από τη μία πλευρά και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις από την άλλη. Αν και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις εφαρμόζονται εδώ και πολλά χρόνια, η συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις μειώνεται σταθερά με την πάροδο των ετών. Έρευνες δείχνουν ότι, καθώς μειώνεται η συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, η διαπραγματευτική ισχύς των συνδικαλιστικών οργανώσεων αποδυναμώνεται, με επιπτώσεις στα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων και στις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Ομοίως, είναι σημαντικό για τις επιχειρήσεις να συμμετέχουν σε σχετικές ενώσεις εργοδοτών για την ενίσχυση της διαδικασίας συλλογικών διαπραγματεύσεων, με έρευνες που δείχνουν ότι οι εν λόγω ενώσεις συντείνουν σημαντικά στη συμμόρφωση με τα νομικά, εργατικά και εργασιακά πρότυπα υγείας και ασφάλειας, ιδίως στην άτυπη οικονομία.
2.2Περαιτέρω έρευνες αναδεικνύουν τη σημασία των συνδικαλιστικών οργανώσεων στην επίτευξη ισορροπίας δυνάμεων υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και της οικονομικής ευημερίας. Τα εμπειρικά αποτελέσματα δείχνουν ότι η εισοδηματική ανισότητα ακολουθεί μια ανεστραμμένη πορεία σε σχήμα U με το ποσοστό συμμετοχής σε συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αρχικά, η εισοδηματική ανισότητα αυξάνεται καθώς όλο και περισσότερα άτομα που εργάζονται συνδικαλίζονται, φθάνει στο ανώτατο επίπεδο της ανεστραμμένης πορείας σε σχήμα U, όταν το ποσοστό συμμετοχής σε συνδικαλιστικές οργανώσεις κυμαίνεται μεταξύ 35 και 39 %, και ακολουθείται από μείωση της εισοδηματικής ανισότητας, καθώς το ποσοστό συμμετοχής εξακολουθεί να αυξάνεται. Ως εκ τούτου, η έρευνα αυτή δείχνει ότι, καθώς η συμμετοχή αυξάνεται πέραν ενός καθορισμένου εύρους, συμβάλλει στη μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων εντός των χωρών.
2.3Παρότι η καινοτομία στις επιχειρήσεις, η ανταγωνιστικότητα και η παραγωγικότητα αναγνωρίζονται ως βασικοί μοχλοί οικονομικής ανάπτυξης σε ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό παγκόσμιο περιβάλλον, και οι τρεις βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη συμβολή της εργασίας και στην προστιθέμενη αξία που παρέχουν οι εργαζόμενοι για την επίτευξη καινοτομίας, ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας. Όλα αυτά βασίζονται στην ενεργό συμμετοχή και συμβολή των κοινωνικών εταίρων.
2.4Όπως ανέφερε η ΕΟΚΕ σε προηγούμενη γνωμοδότησή της, η δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας παραμένει καθήκον των εκτελεστικών διευθυντών μέσω της επιδίωξης μακροπρόθεσμων συμφερόντων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η βελτίωση της λογοδοσίας των εκτελεστικών διευθυντών όσον αφορά τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Πράγματι, αυτό έχει αναγνωριστεί ρητά από την Ευρωπαϊκή Συμβουλευτική Ομάδα για θέματα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (EFRAG) στο πλαίσιο των προτεινόμενων απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων που αφορούν περιβαλλοντικά, κοινωνικά και σχετικά με τη διακυβέρνηση κριτήρια βάσει της οδηγίας για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από τις εταιρείες, με τις επιλέξιμες εταιρείες να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν την έκταση της κάλυψης των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του κοινωνικού διαλόγου σε όλο το εργατικό δυναμικό τους, δεδομένου ότι η ύπαρξη ενδυναμωμένου και ενεργά συμμέτοχου εργατικού δυναμικού που χαίρει εκτίμησης θεωρείται μία από τις βασικές αρχές της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας μιας επιχείρησης.
2.5Η οικονομική ανθεκτικότητα και βιωσιμότητα υποστηρίζουν έμμεσα την κοινωνική συνοχή, δεδομένου ότι η ανθεκτικότητα και η βιωσιμότητα μπορούν να επιτευχθούν μόνο με την ανάδειξη κατά προτεραιότητα της προστιθέμενης αξίας που παρέχει η εργασία στην οικονομία. Η προτεραιότητα αυτή κυριαρχεί σε οικονομίες όπου οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο κοινωνικός διάλογος εν γένει ανθούν και δημιουργούν ισορροπία οικονομικής ισχύος που προωθεί την καινοτομία στις επιχειρήσεις, την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα, με βάση την τεχνολογία και το εργατικό δυναμικό.
2.6Παρά τη μείωση του ποσοστού συμμετοχής σε συνδικαλιστικές οργανώσεις σε ολόκληρη την ΕΕ, η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι οι αυτές εξακολουθούν να επιτελούν ουσιώδη, αν και φθίνουσα σε ορισμένα κράτη μέλη, λειτουργία στη διαμόρφωση της οικονομικής, της εργασιακής και της κοινωνικής πολιτικής. Ωστόσο, ο αριθμός των εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις μειώνεται. Η αντιπροσωπευτικότητα των εργοδοτικών ενώσεων προκαλεί επίσης ανησυχία σε ορισμένα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό οι κοινωνικοί εταίροι, υποστηριζόμενοι από ευνοϊκό πλαίσιο, να βρουν τρόπους για να διασφαλίσουν ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο κοινωνικός διάλογος μπορούν να εξυπηρετήσουν τον σκοπό τους ως συναφή και ουσιαστικά μέσα, σύμφωνα με τις εθνικές συνθήκες και πρακτικές. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτελούν θεμελιώδες δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο καταστατικό της ΔΟΕ. Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις είναι επίσης ένα μέσο με το οποίο οι εργοδότες, οι ενώσεις τους και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να εφαρμόζουν δίκαιους μισθούς και δίκαιες συνθήκες εργασίας, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τα εθνικά οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΟΚΕ παραπέμπει στη Σύμβαση υπ’ αριθ. 87 της ΔΟΕ περί συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας του συνδικαλιστικού δικαιώματος, που αποτελεί επίσης θεμελιώδες δικαίωμα τόσο των εργαζομένων όσο και των εργοδοτών, όπως και το δικαίωμα της μη προσχώρησης σε συνδικάτο. Οι υγιείς εργασιακές σχέσεις προϋποθέτουν επίσης ότι οι εργοδότες και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις επιθυμούν να διαπραγματευτούν. Από τα στοιχεία προκύπτει ότι αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε.
2.7Κατά συνέπεια, σκοπός της γνωμοδότησης είναι να αναλύσει τα αίτια, και τον αντίκτυπο των τρόπων αναστροφής αυτής της πτώσης, να τονίσει τον ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των εργοδοτών και των κυβερνήσεων σε μια δυναμική αγορά εργασίας και να εντοπίσει ευκαιρίες για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας υγιών και στέρεων δομών συλλογικών διαπραγματεύσεων, με σεβασμό της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων, καθώς και των εθνικών εργασιακών σχέσεων.
3.Ειδικές παρατηρήσεις
3.1Όπως επισημαίνεται στο έγγραφο SOC/764 Ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου, ο ζήλος συμμετοχής στον κοινωνικό διάλογο (και κατ’ επέκταση στις συλλογικές διαπραγματεύσεις) και η αποτελεσματικότητά τους ποικίλλουν από χώρα σε χώρα. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι εναπόκειται στους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους να συμφωνήσουν ως προς τον σχεδιασμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων που είναι ο πλέον κατάλληλος για τα δεδομένα της εκάστοτε χώρας.
3.2Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι οι κυβερνήσεις διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην αναγνώριση της σημασίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, παρέχοντας τις αναγκαίες πρόσφορες συνθήκες για τη διευκόλυνση της υλοποίησής τους, την προστασία από πρακτικές που συνεπάγονται διακρίσεις και την αποτροπή προσπαθειών περιορισμού άσκησης του νόμιμου δικαιώματος των εργαζομένων να είναι μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων. Αυτό το τριμερές πλαίσιο θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τα κύρια σημεία που προκύπτουν από τη σύσταση της Επιτροπής για την ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου, με έμφαση στη διασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης, με παράλληλη ενίσχυση της ευημερίας και της ανθεκτικότητας της Ευρώπης.
3.3Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι ο ευρωπαϊκός πυλώνας κοινωνικών δικαιωμάτων ενθαρρύνει τους κοινωνικούς εταίρους να διαπραγματεύονται συλλογικές συμβάσεις, με παράλληλο σεβασμό της αυτονομίας τους και του δικαιώματος συλλογικής δράσης. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ ζητεί τη διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους σχετικά με τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των οικονομικών, εργασιακών και κοινωνικών πολιτικών. Ωστόσο, εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι διαβουλεύσεις δεν διεξάγονται με την ίδια πεποίθηση και συμμετοχή σε ολόκληρη την ΕΕ. Η ΕΟΚΕ σημειώνει επίσης ότι, σύμφωνα με τον ΕΠΚΔ, και κατά περίπτωση, οι συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ των κοινωνικών εταίρων εφαρμόζονται σε επίπεδο ΕΕ και σε επίπεδο κρατών μελών της. Η αρχή αυτή προϋποθέτει την παροχή ενός ελάχιστου επιπέδου προστασίας.
3.4Ο κόσμος της εργασίας εξακολουθεί να αλλάζει, με τις νέες εργασιακές πρακτικές να διαμορφώνουν τον εργασιακό βίο εκατομμυρίων Ευρωπαίων. Οι νέες μορφές εργασίας εντός της οικονομίας των πλατφορμών εγείρουν εξόχως πολύπλοκα ζητήματα στις εργασιακές σχέσεις. Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι αυτή η νέα πραγματικότητα έχει επηρεάσει τόσο τις συνδικαλιστικές οργανώσεις όσο και τις ενώσεις των εργοδοτών, και ότι αμφότερες πρέπει να προσαρμοστούν γρήγορα στην πραγματικότητα αυτή, διασφαλίζοντας παράλληλα τα θεμελιώδη δικαιώματα των εργαζομένων, σύμφωνα με το πνεύμα της πρότασης οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους εργαζομένους σε πλατφόρμες.
3.5Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις είναι ζωτικής σημασίας για την ίδια την ύπαρξη και τη σημασία των συνδικαλιστικών οργανώσεων και για τη διασφάλιση ισόρροπων συσχετισμών δυνάμεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο κοινωνικός διάλογος εν γένει θα πρέπει επίσης να υποστηρίζουν την καινοτομία στον χώρο εργασίας με σκοπό την ενίσχυση της παραγωγικότητας και την αντιμετώπιση πιθανών αλλαγών στα εργασιακά ήθη που επηρεάζουν την ευημερία και την επαγγελματική ζωή των εργαζομένων. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι αυτό αποτελεί πρόσθετη πρόκληση για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Ωστόσο, οι εργοδότες θα πρέπει φυσικά να παραμένουν υπεύθυνοι για τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε επίπεδο επιχείρησης. Αυτό που συνιστούμε είναι να αναγνωριστεί ο ρόλος των συνδικαλιστικών οργανώσεων στις διαδικασίες καινοτομίας στον χώρο εργασίας ως μέρος της σχετικής λειτουργίας του κοινωνικού διαλόγου και των συλλογικών διαπραγματεύσεων, με σεβασμό των εθνικών συστημάτων εργασιακών σχέσεων.
3.6Είναι σημαντικό να επισημανθούν τα πορίσματα έκθεσης του ΟΟΣΑ που επαναλαμβάνει ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτελούν βασικό εργασιακό δικαίωμα που μπορεί επίσης να βελτιώσει τις επιδόσεις στον χώρο εργασίας. Ωστόσο, η ίδια έκθεση καταλήγει στο ανησυχητικό συμπέρασμα ότι τα δικαιώματα αυτά υφίστανται πιέσεις από τη γενική αποδυνάμωση των εργασιακών σχέσεων σε πολλές χώρες και τη διάδοση νέων και συχνά επισφαλών μορφών απασχόλησης. Η έκθεση επιβεβαιώνει ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις σε ολόκληρη την ΕΕ βρίσκονται υπό πίεση, και το πόσο μεγάλη είναι η πολιτική ανάγκη για δράση. Η έκθεση παρέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων κατά τρόπο που να τις καθιστά πιο ευέλικτες και να ανταποκρίνονται καλύτερα στον μεταβαλλόμενο κόσμο της εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία όπου θα λαμβάνονται υπόψη τα αμοιβαία συμφέροντα, όπως το υψηλότερο κόστος διαβίωσης των εργαζομένων και ο εντονότερος παγκόσμιος ανταγωνισμός, με την παραδοχή ότι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο κοινωνικός διάλογος μπορούν να τονώσουν την παραγωγικότητα μέσω της καινοτομίας στον χώρο εργασίας και μέσω της προώθησης της ανάπτυξης δεξιοτήτων. Επιπλέον, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο κοινωνικός διάλογος θα μπορούσαν να στηρίξουν τη βιομηχανική στρατηγική στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, με βάση τις εθνικές εργασιακές σχέσεις. Μολονότι η ευελιξία όπως συμφωνείται από τους κοινωνικούς εταίρους θα πρέπει να χρησιμεύει ως μέσο προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και εξισορρόπησης των αναγκών των εταιρειών και των εργαζομένων, αυτό δεν θα πρέπει να ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης των συλλογικών δικαιωμάτων ή να αποβαίνει εις βάρος των συνθηκών εργασίας. Επιπλέον η, κατάλληλα ρυθμισμένη από τη νομοθεσία ή τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, ευελιξία της εργασίας συνεπάγεται οφέλη τόσο για τους εργαζομένους όσο και για τους εργοδότες.
3.7Όσον αφορά τις συμφωνίες σε επίπεδο επιχείρησης και τις κλαδικές συμβάσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας συλλογικών διαπραγματεύσεων, δεν υπάρχει μαθηματικός τύπος βάσει του οποίου να καθορίζεται αν η μία είναι περισσότερο εφαρμοστέα από την άλλη. Ωστόσο, για να αυξηθεί η κάλυψη από συλλογικές διαπραγματεύσεις, όπως αναφέρεται στην οδηγία για επαρκείς κατώτατους μισθούς, εναπόκειται στους κοινωνικούς εταίρους στα επιμέρους κράτη μέλη να προβούν σε ανάλυση των πλεονεκτημάτων και των αδυναμιών και των δύο μορφών συμφωνίας και να καθορίσουν κατά πόσον οι κλαδικές συμφωνίες, οι συμφωνίες σε επίπεδο εταιρείας ή ο συνδυασμός των δύο αποτελούν τον καλύτερο τρόπο για την αύξηση της κάλυψης από συλλογικές διαπραγματεύσεις. Για παράδειγμα, η έρευνα καταδεικνύει ότι η πιο εκτεταμένη και σταθερή κάλυψη των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην Ευρώπη υπάρχει στις χώρες των οποίων τα συστήματα διαπραγμάτευσης χαρακτηρίζονται από διαπραγμάτευση πολλών εργοδοτών, όπου οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται κυρίως σε κλαδικό επίπεδο ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο Βέλγιο, ακόμη και σε διακλαδικό επίπεδο. Φυσικά, οι προσπάθειες για την αύξηση της κάλυψης πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε χώρα.
3.8Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η αύξηση της συμμετοχής σε συνδικαλιστικές οργανώσεις και εργοδοτικές ενώσεις θα εξακολουθήσει να αποτελεί τεράστια πρόκληση και, παρότι ο κοινωνικός διάλογος και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις είναι και θα πρέπει να έχουν εθελοντικό χαρακτήρα, συνιστούμε στους κοινωνικούς εταίρους στα επιμέρους κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν την πρόκληση αυτή διερευνώντας κατάλληλες μεθόδους για τη διασφάλιση της βιώσιμης συμμετοχής στις οργανώσεις τους.
3.9Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι υπάρχει μεγάλη ποικιλία εθνικών συστημάτων εργασιακών σχέσεων που αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές οικονομικές και πολιτικές καταστάσεις των κρατών μελών. Σύμφωνα με σημείωμα της Επιτροπής, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις χαρακτηρίζονται από μια στροφή προς αποκεντρωμένες διαπραγματεύσεις σε επίπεδο εταιρείας. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η κάλυψη από συλλογικές διαπραγματεύσεις τείνει να είναι υψηλότερη όταν οι διαπραγματεύσεις είναι κεντρικές, όταν τα ποσοστά οργάνωσης των εργοδοτών είναι υψηλότερα, και όταν εφαρμόζεται η επέκταση των συμφωνιών σε μη υπογράφοντα μέρη.
3.10Η ΕΟΚΕ τονίζει επίσης το σημαντικό πόρισμα της έκθεσης του ΟΟΣΑ ότι ο συντονισμός των μισθών βοηθά σε μεγάλο βαθμό τους κοινωνικούς εταίρους να λογοδοτούν για την κατάσταση του επιχειρηματικού κύκλου και τις μακροοικονομικές επιπτώσεις των μισθολογικών συμφωνιών στην ανταγωνιστικότητα. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι η διαδικασία διαπραγμάτευσης θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες που επικρατούν σε επίπεδο επιχειρήσεων, είτε μικρών είτε μεγάλων.
3.11Η ΕΟΚΕ καλεί τους κοινωνικούς εταίρους να ενισχύσουν τη σημασία των συστημάτων συλλογικών διαπραγματεύσεων με την αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο οι συλλογικές διαπραγματεύσεις σε όλα τα επίπεδα θα μπορούσαν, με ισορροπημένο τρόπο, να προσπορίσουν πρόσθετα οφέλη τόσο στους εργαζομένους όσο και στους εργοδότες σε όλους τους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σκόπιμο να σημειωθεί η πιο πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ με τίτλο «Προοπτικές για την απασχόληση», στην οποία τονίζεται ο ρόλος των δυναμικών και ισχυρών συλλογικών διαπραγματεύσεων για την προώθηση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης.
3.12Η ΕΟΚΕ επισημαίνει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν ή θα μπορούσαν να διαδραματίσουν οι κυβερνήσεις στη συνεργασία με τους εργοδότες και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη στενότερη συνεργασία και την υποστήριξη των μακροοικονομικών πολιτικών. Οι κυβερνήσεις είναι φυσικά οι ίδιες σημαντικοί εργοδότες και συχνά διαπραγματεύονται με συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργαζομένους, κάτι που σε ορισμένα κράτη μέλη μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για το σύνολο της οικονομίας. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις επιτελούν σημαντική λειτουργία με την παροχή των κατάλληλων συνθηκών για την επίτευξη ομαλών εργασιακών σχέσεων, σταθερότητας των τιμών, αύξησης της παραγωγικότητας και εργασιακών ηθών που δεν συνεπάγονται διακρίσεις. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, και με παράλληλο σεβασμό της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων, η ΕΟΚΕ ζητεί την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων για τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους. Ως ένα από τα μέτρα, συνιστούμε στις κυβερνήσεις να χρησιμοποιούν τις δημόσιες συμβάσεις σε κατάλληλες περιπτώσεις ως συμπληρωματικά μέσα για την προώθηση και τη στήριξη των συλλογικών διαπραγματεύσεων, όπως περιγράφεται σε δύο προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ.
3.13Όπως προαναφέρθηκε, ενδέχεται να είναι αναγκαία η συμφωνηθείσα ευελιξία στις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι τυχόν συμφωνηθείσες τροποποιήσεις των συλλογικών συμβάσεων πρέπει να εξισορροπούν τα συμφέροντα και να ωφελούν και τα δύο μέρη. Παρότι θα πρέπει να προωθηθούν οι εθνικές και κλαδικές συμφωνίες, η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι, όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις σε επίπεδο επιχειρήσεων, η ―κατάλληλα ρυθμισμένη από τη νομοθεσία ή τις συλλογικές διαπραγματεύσεις― ευελιξία της εργασίας μπορεί να ωφελήσει τόσο τους εργοδότες όσο και τους εργαζομένους. Οι διαπραγματεύσεις αυτές θα πρέπει να τυγχάνουν αμοιβαίας εμπιστοσύνης και να υποστηρίζονται από αποτελεσματικές διαπραγματευτικές δομές, με μέριμνα παράλληλα ότι δεν θα επιτρέπεται η επιδείνωση των συνθηκών εργασίας. Ωστόσο, στο μέτρο του δυνατού, πρέπει να βρεθεί μια μέση λύση για την ενίσχυση της οργάνωσης των αποκεντρωμένων συστημάτων και την παροχή της δυνατότητας καθορισμού στις κλαδικές συμφωνίες των γενικών συνθηκών πλαισίου, με τη διευθέτηση των λεπτομερειών των διατάξεων να εναπόκειται στις διαπραγματεύσεις σε επίπεδο επιχειρήσεων. Πράγματι, η έρευνα δείχνει ότι τα υβριδικά συστήματα συλλογικών διαπραγματεύσεων, που περιλαμβάνουν συντονισμένα κλαδικά και πολυεπίπεδα συστήματα, οδηγούν σε βελτιωμένα αποτελέσματα τόσο για τους εργαζομένους όσο και για τις επιχειρήσεις.
Βρυξέλλες, 12 Ιουλίου 2023
Oliver RÖPKE
Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής
_____________