TEN/706
Μεταξύ ενός διευρωπαϊκού υπερδικτύου και τοπικών ενεργειακών νησίδων
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
Τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών»
Μεταξύ ενός διευρωπαϊκού υπερδικτύου και τοπικών ενεργειακών νησίδων – Το κατάλληλο μείγμα αποκεντρωμένων λύσεων και κεντρικών δομών για μια οικονομικά, κοινωνικά και οικολογικά βιώσιμη ενεργειακή μετάβαση
(Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)
|
Επικοινωνία
|
ten@eesc.europa.eu
|
|
Υπάλληλος διοίκησης
|
Alessandro Rizzi
|
|
Ημερομηνία του εγγράφου
|
09/09/2020
|
Εισηγητής: Lutz RIBBE
Συνεισηγητής: Thomas KATTNIG
|
Απόφαση της συνόδου ολομέλειας
|
20/02/2020
|
|
Νομική βάση
|
Άρθρο 32 παράγραφος 2 του Εσωτερικού Κανονισμού
|
|
|
Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας
|
|
|
|
|
Αρμόδιο τμήμα
|
Ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών»
|
|
Έγκριση από το τμήμα
|
03/09/2020
|
|
Έγκριση από την Ολομέλεια
|
ΗΗ/ΜΜ/ΕΕΕΕ
|
|
Σύνοδος ολομέλειας αριθ.
|
…
|
|
Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας
(υπέρ/κατά/αποχές)
|
…/…/…
|
1.Συμπεράσματα και συστάσεις
1.1Ανοιχτό παραμένει από πολιτική άποψη το ερώτημα εάν θα διαμορφωθεί κεντρικά ή αποκεντρωμένα το μελλοντικό ενεργειακό σύστημα της ΕΕ. Ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά ούτε και τα κράτη μέλη έχουν προβεί σε σαφείς σχετικές δηλώσεις. Το μόνο σαφές είναι το γεγονός ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας επέτρεψαν κυρίως τη δημιουργία αποκεντρωμένων δομών.
1.2Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ), σε πολλές γνωμοδοτήσεις της, έχει επισημάνει πόσο σημαντικό είναι να αναγνωριστεί ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν αποτελεί μόνο τεχνολογικό ζήτημα, αλλά βαθιά κοινωνική και πολιτική πρόκληση. Η εξαγγελθείσα από τους πολιτικούς ιθύνοντες συμμετοχή των εργαζομένων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των καταναλωτών σε αυτήν την ενεργειακή μετάβαση πρέπει να διασφαλιστεί και απαιτηθεί από την ΕΟΚΕ. Ωστόσο, και σε αυτήν την περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη, με τις απαντήσεις τους, δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα. Επιπλέον, οι υφιστάμενες πρωτοβουλίες ενεργειακής πολιτικής θα εμποδίσουν μάλλον παρά θα προωθήσουν την ευρεία συμμετοχή των πολιτών.
1.3Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι το μελλοντικό ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα θα περιλαμβάνει τόσο κεντρικά όσο και αποκεντρωμένα στοιχεία. Αλλά αυτό δεν επιτρέπεται να γίνει στην τύχη. Απαιτείται σαφής προσανατολισμός, για το αν θα πρέπει να επιδιωχθεί κατά κύριο λόγο η αποκέντρωση ή ο συγκεντρωτισμός. Σε τελική ανάλυση, η ευρωπαϊκή ενεργειακή μετάβαση χρειάζεται πρωτίστως επενδυτική ασφάλεια, τόσο για τους δημόσιους όσο και για τους ιδιωτικούς φορείς, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με σαφείς αποφάσεις πολιτικής.
1.4Τόσο στο αποκεντρωμένο ενεργειακό σύστημα όσο και στο συγκεντρωτικό, οι υψηλές δαπάνες συστήματος βρίσκονται σε παρόμοια επίπεδα, χρεώνονται όμως σε διαφορετικές συνιστώσες των συστημάτων. Στο συγκεντρωτικό σύστημα οι δαπάνες συνδέονται συνήθως με τις μεγάλες εγκαταστάσεις και τα δίκτυα μεταφοράς, ενώ στο αποκεντρωμένο σύστημα, παράλληλα με μικρότερες μονάδες παραγωγής ενέργειας, συνδέονται κυρίως με τις επιλογές ευελιξίας, καθώς συμμετέχουν σε αυτές και οι καταναλωτές. Επιπλέον, τα δίκτυα διανομής διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, και ιδίως τα έξυπνα δίκτυα τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για τις έξυπνες αγορές και, ως εκ τούτου, για την επωφελή για τα συστήματα συμπεριφορά των επιμέρους φορέων. Αυτή η τεχνολογική εξέλιξη επιτρέπει περισσότερη αυτονομία και αυτορρύθμιση των αποκεντρωμένων μονάδων δικτύου.
1.5Επομένως, προκύπτουν αποκλίσεις σχετικά με την κατανομή της αξίας και, βεβαίως, διάφορες οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνέπειες. Σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα η δημιουργία αξίας εξαρτάται συνήθως από λιγότερους συμμετέχοντες. Σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα οι καταναλωτές μπορούν να συμμετέχουν στη δημιουργία αξίας ως ενεργοί πελάτες, καθώς και οι ενεργειακές κοινότητες πολιτών, οι γεωργοί, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και οι δημοτικές επιχειρήσεις.
1.6Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, το ερώτημα σχετικά με τον τρόπο που θα διαμορφωθεί το ενεργειακό σύστημα δεν αποτελεί τόσο τεχνικό ζήτημα αλλά μάλλον πολιτικό ζήτημα υψίστης σημασίας. Στόχος σε μια δίκαιη και ισότιμη μετάβαση είναι να απαντηθεί το ερώτημα του ποιος μπορεί (και θα πρέπει) να διαδραματίσει ποιον ρόλο, καθώς και το ερώτημα που τίθεται σχετικά με το ποιος θα μπορεί και θα δικαιούται στο μέλλον να κερδίζει χρήματα στον τομέα της ενέργειας και, συνεπώς, ποιος μπορεί να συμμετέχει οικονομικά στην ενεργειακή μετάβαση. Το ερώτημα αυτό θα καθορίσει επίσης κατά πόσον η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να τονώσει την καινοτομία.
1.7Σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την κατεύθυνση προς την οποία θα έπρεπε να στραφεί η ανάπτυξη παρατίθενται στη δέσμη μέτρων «Καθαρή ενέργεια». Εκεί υπάρχουν αναφορές σε μια Ενεργειακή Ένωση, η οποία (μεταξύ άλλων) θα πρέπει να μειώσει τις εισαγωγές ενέργειας και «θέτει τους πολίτες στο επίκεντρό της, ενώ οι πολίτες αναλαμβάνουν την ευθύνη για την ενεργειακή μετάβαση, επωφελούνται από τις νέες τεχνολογίες για να μειώσουν τους λογαριασμούς τους, συμμετέχουν ενεργά στην αγορά, και ... δεσμεύ[ονται] ενεργά για την υλοποίησή της» ως παραγωγοί και συμμετέχοντες στην αγορά.
1.8Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι τα τελευταία πέντε χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και σχεδόν όλα τα κράτη μέλη απέτυχαν να παράσχουν με σαφήνεια πληροφορίες σχετικά με τις μελλοντικές δομές και την κατανομή των καθηκόντων.
1.9Ακόμη, το Συμβούλιο δεν έχει συμβάλει έως σήμερα επαρκώς στην ανάπτυξη μιας αρκετά σαφούς ενεργειακής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ διαπιστώνει με λύπη ότι η γερμανική Προεδρία του Συμβουλίου εστιάζει μονομερώς σε τεχνολογίες (όπως για παράδειγμα την «υπεράκτια αιολική ενέργεια» ή το «υδρογόνο από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας»), ενώ αγνοεί πλήρως τα σημαντικά διαρθρωτικά ζητήματα που συνδέονται με αυτές. Η ΕΟΚΕ θέλει να τονίσει την ανάγκη αντιμετώπισης των επιπτώσεων των εν λόγω τεχνολογικών προτιμήσεων: για παράδειγμα, εστίαση σε μικρό αριθμό φορέων και μαζικές επενδύσεις στη μεταφορική ικανότητα, άρα και σε φυσικά μονοπώλια.
1.10Προϋπόθεση για την πλήρη συμμετοχή νέων φορέων στην αγορά αποτελεί η πρόσβαση σε όλες τις σχετικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, και ιδιαιτέρως στις ευέλικτες αγορές. Αυτό δεν συμβαίνει σχεδόν σε κανένα κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη καλούνται επειγόντως να προσαρμόσουν τα κανονιστικά πλαίσιά τους, ώστε να υλοποιηθούν πλήρως τα βασικά ζητούμενα της δέσμης μέτρων «Καθαρή ενέργεια» και να εξασφαλιστούν ίσες ευκαιρίες. Τότε, χάρη στην ψηφιοποίηση, οι περιφερειακές αγορές θα μπορέσουν να πετύχουν ιδιαιτέρως αποδοτικές λύσεις και, σε περίπτωση που είναι δικτυωμένες με έξυπνα συστήματα, να συμβάλουν στην σταθερή και ανθεκτική ασφάλεια του εφοδιασμού.
1.11Όσον αφορά τις οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνέπειες, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τη θέση της, ότι τα αποκεντρωμένα ενεργειακά συστήματα μπορούν να παράσχουν σημαντικά κίνητρα για την περιφερειακή ανάπτυξη και να δημιουργήσουν νέες, εξειδικευμένες και υψηλής ποιότητας θέσεις εργασίας στις περιφέρειες.
1.12Ενώ το ζήτημα των ευάλωτων καταναλωτών και της ενεργειακής φτώχειας αντιμετωπίζεται εν μέρει από τους πολιτικούς ιθύνοντες, δεν προσδιορίζονται πιθανές λύσεις ενώ το πρόβλημα δεν συνδέεται με τον μελλοντικό σχεδιασμό του ενεργειακού συστήματος. Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει τη θέσπιση κριτηρίων για τον ορισμό της ενεργειακής φτώχειας, καθώς και κοινών δεικτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη μέτρηση αυτού του φαινομένου. Τα κράτη μέλη πρέπει να αναπτύξουν περισσότερα στατιστικά εργαλεία για την αποτελεσματική στόχευση των φτωχών νοικοκυριών. Ταυτόχρονα, πρέπει να ληφθεί μέριμνα, ώστε τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος να έχουν την ευκαιρία να εφαρμόσουν μέτρα ενεργειακής απόδοσης για να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας.
1.13Το θεμελιώδες ερώτημα είναι κατά πόσον το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, μια υποδομή ζωτικής σημασίας, αποτελεί φυσικό μονοπώλιο και πρέπει να τελεί υπό τη διαχείριση του δημοσίου στο πλαίσιο μιας βιώσιμης ασφάλειας του εφοδιασμού, δεδομένου ότι διαμορφώθηκε και επεκτάθηκε μέσω μαζικών δημόσιων κονδυλίων. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί περαιτέρω σε γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ.
1.14Με το σχέδιο ανάκαμψης και το ΠΔΠ 2021-2028 θα επενδυθούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε ενεργειακές υποδομές και τεχνολογίες. Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι επενδύσεις αυτές χρησιμοποιούνται πράγματι για την επίτευξη της ενεργειακής μετάβασης, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκονται οι πολίτες και όχι οι φορείς που δραστηριοποιούνταν μέχρι σήμερα στο ενεργειακό σύστημα με βάση ορυκτές πηγές ενέργειας. Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να ξεκινήσουν το συντομότερο δυνατόν έναν ευρύ, διαρθρωμένο διάλογο με την κοινωνία των πολιτών και τις τοπικές και τις περιφερειακές αρχές προς αποσαφήνιση των ζητημάτων που τίθενται στην παρούσα γνωμοδότηση πρωτοβουλίας.
2.Πλαίσιο
2.1Η Ευρώπη βρίσκεται στη μέση μιας δύσκολης διαδικασίας μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα, η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το 2050. Το γεγονός αυτό απαιτεί σοβαρή αναδιοργάνωση του ενεργειακού συστήματος. Πρόκειται μεταξύ άλλων για εκ βάθρων τεχνικές αλλαγές, αλλά και για διαρθρωτικά ζητήματα σχετικά με την παραγωγή, το εμπόριο και την προώθηση στην αγορά, καθώς επίσης για διαδικασίες κοινωνικοπολιτικών αλλαγών. Όμως η μορφή και το βάθος των αλλαγών δεν έχουν ακόμη καθοριστεί με ξεκάθαρο τρόπο. Σημασία έχει να καταλάβουμε ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν αποτελεί απλά ένα τεχνολογικό ζήτημα, αλλά είναι κατά βάθος μια κοινωνική πρόκληση. Πρέπει να διασφαλιστεί η συμμετοχή των εργαζομένων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των καταναλωτών στην εν λόγω ενεργειακή μετάβαση.
2.2Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκδώσει πολυάριθμες δηλώσεις πολιτικής και έχει θεσπίσει νέους κανόνες και κανονισμούς. Η ΕΟΚΕ έχει ήδη υποβάλει τις παρατηρήσεις της επ’ αυτών, και στις περισσότερες περιπτώσεις, τις επικροτεί και τις υποστηρίζει. Ταυτόχρονα, όμως, επέκρινε το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις ανακοινώσεις είναι αόριστες και ασαφείς.
2.3Σαφές είναι μόνο το εξής: μόλις εμφανίστηκαν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τότε πυροδοτήθηκε η συζήτηση σχετικά με τις συγκεντρωτικές και αποκεντρωμένες δομές στον τομέα της ενέργειας. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ήλιος, άνεμος και βιομάζα) είναι αποκεντρωμένες, καθολικά διαθέσιμες, οι επενδύσεις σχετικά ελάχιστες, ενώ οι πυρηνικοί σταθμοί και οι μονάδες παραγωγής ενέργειας με καύση άνθρακα συνιστούν μεγάλες κεντρικές υποδομές.
2.4Όμως ακόμα δεν έχει διασαφηνιστεί ο τρόπος διαχείρισης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Συγκεκριμένα, παραμένει ασαφές το ερώτημα, αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει την ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ήδη υφιστάμενο σύστημα ή την αναδιάρθρωση της αγοράς.
2.5Η ΕΟΚΕ επισήμανε ότι, κατά τη γνώμη της, δεν επιφυλάσσεται πρωταρχικός ρόλος στην ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ήδη υφιστάμενο σύστημα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, και ότι σε αναφορές για θεμελιώδη μεταβολή, αντιλαμβάνεται κάτι πολύ ευρύτερο από την απλή διασύνδεση των εθνικών συστημάτων σε ένα ευρωπαϊκό δίκτυο και τη σημαντική αύξηση του μεριδίου παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές: αυτό σημαίνει επίσης ότι οι τρέχουσες συμβατικές πηγές ενέργειας (συμπεριλαμβανομένου του φυσικού αερίου) θα διαδραματίσουν απλά ρόλο γεφύρωσης.
2.6Ένα εντελώς νέο ενεργειακό σύστημα απαιτεί πολύ περισσότερους συμμετέχοντες. Ειδικότερα, τα δίκτυα διανομής αποκτούν πολύ μεγαλύτερη σημασία και πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε «έξυπνα δίκτυα»: οι πληροφορίες σχετικά με την εκάστοτε κατάσταση του δικτύου πρέπει να διατίθενται στους συμμετέχοντες στην αγορά με αξιόπιστο, σαφή και κατανοητό τρόπο, και μεγάλη χρονική και, ενδεχομένως, γεωγραφική ακρίβεια. Σε έναν τέτοιο σχεδιασμό, τα έξυπνα δίκτυα συνιστούν την προϋπόθεση για έξυπνες αγορές που παρέχουν αποτελεσματικά κίνητρα για κατάλληλες προσεγγίσεις των συστημάτων.
2.7Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στη δέσμη μέτρων σχετικά με την Ενεργειακή Ένωση, αναφέρεται σε έναν νέο ρόλο για τον έως τώρα «παθητικό» καταναλωτή: «Ακόμη σημαντικότερο, όραμά μας είναι μια Ενεργειακή Ένωση η οποία θέτει τους πολίτες στο επίκεντρό της, στην οποία οι πολίτες αναλαμβάνουν την ευθύνη για την ενεργειακή μετάβαση, επωφελούνται από τις νέες τεχνολογίες για να μειώσουν τους λογαριασμούς τους, συμμετέχουν ενεργά στην αγορά, και στην οποία προστατεύονται οι ευάλωτοι καταναλωτές».
2.8Το τι ακριβώς σημαίνει αυτό, παραμένει χωρίς απάντηση. Αυτό οφείλεται, επίσης, στο γεγονός ότι δεν γίνεται διάκριση μεταξύ βιομηχανικών και εμπορικών καταναλωτών και ιδιωτικών νοικοκυριών, ούτε μεταξύ των κοινωνικά και τεχνικά σε καλύτερη θέση ιδιωτών καταναλωτών και των λιγότερο καλά εξοπλισμένων νοικοκυριών. Τουλάχιστον μπορεί να συναχθεί ότι ο καταναλωτής δεν θα πρέπει στο μέλλον να είναι απλώς (επί πληρωμή) αποδέκτης ενέργειας. Δεν θα πρέπει απλώς να αλλάζει τους παρόχους πιο εύκολα και/ή να αντιδρά πιο ευέλικτα στα μηνύματα της αγοράς, αλλά θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλες τις σχετικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας. Καθιερώθηκαν όροι όπως «ενεργός» πελάτης, αυτοκαταναλωτής, ενεργειακές κοινότητες πολιτών, και κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας, και δόθηκαν στους νέους αυτούς συμμετέχοντες ορισμένα δικαιώματα, χωρίς να είναι σαφές με ποια μορφή θα συμμετέχουν στην αγορά, δηλαδή πόσο ανοιχτή και αποκεντρωμένη πρέπει να είναι η αγορά και πώς θα αντιμετωπίζονται οι καταναλωτές που δεν έχουν τα οικονομικά μέσα ή τις νομικές δυνατότητες να συμμετέχουν σε αυτήν (βλ. σημείο 5.6).
2.9Ομοίως, εξετάζεται μεν το πρόβλημα των ευάλωτων καταναλωτών και το πρόβλημα της ενεργειακής φτώχειας, δεν υποδεικνύονται όμως πραγματικές λύσεις. Η ΕΟΚΕ καλεί, επίσης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει τη θέσπιση κριτηρίων για τον καλύτερο ορισμό της ενεργειακής φτώχειας, καθώς και κοινών δεικτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί το πρώτο βήμα για τη μέτρηση αυτού του φαινομένου. Προκειμένου να προσαρμοστεί ο ορισμός αυτός στα διαφορετικά εθνικά πλαίσια, τα κράτη μέλη πρέπει να αναπτύξουν περισσότερα στατιστικά εργαλεία για την αποτελεσματική στόχευση των φτωχών νοικοκυριών.
2.10Κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, τα τελευταία πέντε χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει διασαφηνίσει επαρκώς τις μελλοντικές δομές και κατανομή καθηκόντων. Επιπλέον, τα κράτη μέλη προσάρμοσαν με μεγάλη καθυστέρηση και διστακτικότητα ή δεν έχουν ακόμη προσαρμόσει το κανονιστικό τους πλαίσιο. Σε πολλά κράτη μέλη, οι καταναλωτές, καθώς επίσης και οι μικρές επιχειρήσεις και οι ενεργειακές κοινότητες πολιτών δεν έχουν αποκτήσει ακόμη πρόσβαση στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας.
2.11Δεδομένου όμως ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε με την Πράσινη Συμφωνία το ζήτημα της κλιματικής ουδετερότητας ως προτεραιότητα στην ατζέντα, και ότι με το σχέδιο ανάκαμψης θα επενδυθούν εκατοντάδες δισεκατομμύρια στην αναδιάρθρωση της οικονομίας, καθώς και στη δημιουργία και την εξασφάλιση υψηλής ποιότητας θέσεων εργασίας στην Ευρώπη, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι είναι επιτακτική ανάγκη να ξεκινήσει βραχυπρόθεσμα (!) ένας κοινωνικός και πολιτικός διάλογος σε ευρεία βάση, για να αποσαφηνιστεί το ζήτημα σχετικά με το πόσες κεντρικές δομές είναι απαραίτητες και πόσες αποκεντρωμένες είναι εφικτές και χρήσιμες. Η παρούσα γνωμοδότηση πρωτοβουλίας έχει ως στόχο να διατυπώσει προτάσεις.
2.12Η κρίση της νόσου COVID-19 μάς έμαθε ότι είναι απαραίτητο να δρούμε γρήγορα, προτού φτάσουμε σε οριακό σημείο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η επίτευξη των σημερινών στόχων για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030 απαιτεί πρόσθετες επενδύσεις έως 260 δισεκατομμύρια EUR ετησίως. Χωρίς τη μαζική αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και τον κοινωνικά δίκαιο σχεδιασμό τους για την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, την ανανέωση των συστημάτων θέρμανσης, τις δημόσιες μεταφορές, την έρευνα και την ανάπτυξη κ.λπ., κάτι τέτοιο δεν θα είναι δυνατό. Η κρίση COVID-19 ανάδειξε νέους τρόπους δράσης. Η προσωρινή αναστολή των ευρωπαϊκών κανόνων για το χρέος και το έλλειμμα πρέπει επίσης να ισχύσει και για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Τα κονδύλια, ωστόσο, θα πρέπει να διατεθούν κατά τρόπο ώστε να επιτευχθεί ο στόχος να τεθούν οι πολίτες στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης και, ως εκ τούτου, να δοθεί ώθηση στην περιφερειακή οικονομία.
2.13Προκειμένου να αποφευχθούν εσφαλμένες και ελλιπείς επενδύσεις, πρέπει να διασαφηνιστούν οι εναπομένουσες ασάφειες και ασυνέπειες σχετικά με τις βασικές δομές του νέου ενεργειακού συστήματος, την αρχιτεκτονική της αγοράς, τους ρόλους και τους κανόνες εντός της αγοράς και, κυρίως να αντιμετωπιστούν άμεσα οι κοινωνικές επιπτώσεις στους εργαζομένους και τους καταναλωτές. Η δίκαιη κατανομή των επενδυτικών βαρών διαδραματίζει εν προκειμένω κεντρικό ρόλο. Το ίδιο ισχύει και για τη δίκαιη κατανομή των πιθανών κερδών.
3.Πόσο συμβάλλει η σαφής προτίμηση υπέρ ή κατά της αποκέντρωσης στην επενδυτική ασφάλεια
3.1Το νέο ενεργειακό σύστημα θα περιλαμβάνει κεντρικά και αποκεντρωμένα στοιχεία, καθότι η κατηγοριοποίηση ενός στοιχείου ως κεντρικού ή αποκεντρωμένου δεν είναι πάντα σαφής. Για παράδειγμα, δεν είναι σαφές εάν ένας σταθμός αιολικής ενέργειας στην ξηρά με εγκατεστημένη ισχύ άνω των 30 Megawatt εξακολουθεί να θεωρείται «αποκεντρωμένος». Ωστόσο, το ερώτημα εάν το νέο ενεργειακό σύστημα θα πρέπει να σχεδιαστεί σύμφωνα με τις αρχές της αποκέντρωσης ή τις αρχές του συγκεντρωτισμού είναι υψίστης σημασίας για τον αποτελεσματικό σχεδιασμό του μετασχηματισμού του ενεργειακού συστήματος.
3.2Διότι σε συνάρτηση με το ερώτημα που τίθεται στο σημείο 3.1, προκρίνονται και λαμβάνονται διαφορετικές επενδυτικές αποφάσεις τόσο από τον δημόσιο τομέα όσο και από ιδιώτες χορηγούς κεφαλαίων και επενδυτές. Ο κίνδυνος για «άσκοπες επενδύσεις» μπορεί να αποφευχθεί μόνο εάν ληφθεί έγκαιρη και σαφής απόφαση πολιτικής για το κατά πόσον η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να είναι κατά προτεραιότητα συγκεντρωτική ή κατά προτεραιότητα αποκεντρωμένη.
3.3Η βασική ιδέα του σημερινού συγκεντρωτικού ενεργειακού συστήματος είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχει συμφόρηση στη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος και ότι όλοι οι παράγοντες της αγοράς θα πρέπει να μπορούν να ενεργούν σαν να ήταν απεριόριστες οι δυνατότητες μεταφορών εντός του συστήματος. Με αυτόν τον τρόπο, τα δίκτυα μετάδοσης αποκτούν καθοριστική σημασία για το σύστημα. Εκτός από την πρόταση για ένα ευρωπαϊκό «δίκτυο χαλκού», δηλαδή ενός ενιαίου ευρωπαϊκού δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς φυσικούς περιορισμούς, εξετάζεται μάλιστα η σύνδεση του διασυνδεδεμένου ευρωπαϊκού δικτύου ενέργειας με τα δίκτυα της Νότιας ή της Ανατολικής Ασίας.
3.4Το θεμελιώδες ερώτημα είναι κατά πόσον το δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας, μια υποδομή ζωτικής σημασίας, αποτελεί φυσικό μονοπώλιο και πρέπει να τελεί υπό τη διαχείριση του δημοσίου στο πλαίσιο μιας βιώσιμης ασφάλειας εφοδιασμού, δεδομένου ότι διαμορφώθηκε και επεκτάθηκε μέσω μαζικών δημόσιων κονδυλίων. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί περαιτέρω σε γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ.
3.5Σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα, ο τόπος παραγωγής και ο τόπος των επιλογών ευελιξίας δεν θα διαδραματίζουν, επομένως, κανέναν ρόλο στο πραγματικό γίγνεσθαι της αγοράς. Πάντως ο τόπος παραγωγής και το σημείο κατανάλωσης δεν θα πρέπει να καθορίζονται βάσει των υποδομών μεταφορών. Μάλλον οι υποδομές μεταφορών είναι εκείνες που καθορίζονται από τη διάρθρωση και τους τόπους παραγωγής και κατανάλωσης.
3.6Αντιθέτως, ένα αποκεντρωμένο ενεργειακό σύστημα είναι αυτό στο οποίο η παραγωγή (και αποθήκευση) ηλεκτρικού ρεύματος που χρησιμοποιείται για εφαρμογές ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης και κινητικότητας βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στον τόπο κατανάλωσης. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας το καθιστούν εφικτό. Ως εκ τούτου, προκύπτει μια συστημική περαιτέρω ελαχιστοποίηση της μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και, συνεπώς, λιγότερες απώλειες κατά τη μεταφορά. Η αστάθεια στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δημιουργεί νέες προκλήσεις για τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας. Ως αποτέλεσμα της αποκέντρωσης, τα δίκτυα διανομής διαδραματίζουν ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο, προκειμένου να διατηρηθούν η σταθερότητα και η ασφάλεια του εφοδιασμού.
3.7Σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα, η συμφόρηση στην υποδομή του δικτύου δεν αξιολογείται γενικά ως πρόβλημα που πρέπει να εξαλειφθεί κατά προτεραιότητα. Ένα αποκεντρωμένο σύστημα βασίζεται σε τοπικές επιλογές ευελιξίας που συμβάλλουν στην άμεση αντιστάθμιση των διακυμάνσεων κατά την παραγωγή. Εκτός από την αποθήκευση και τη μετατόπιση του φορτίου από περιόδους υψηλής κατανάλωσης σε περιόδους χαμηλής κατανάλωσης, στις επιλογές ευελιξίας συγκαταλέγονται, επίσης, η παραγωγή θερμότητας από ηλεκτρικό ρεύμα και η ηλεκτρονική κινητικότητα. Η τομεακή σύζευξη διαδραματίζει πολύ πιο σημαντικό ρόλο σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα. Επιπλέον, οι λεγόμενες αγορές ευελιξίας θα διαδραματίσουν πολύ σημαντικότερο ρόλο από ό, τι σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας.
3.8Σε ένα αποκεντρωμένο ενεργειακό σύστημα υπάρχει μεγαλύτερη ανεξαρτησία από την υποδομή του δικτύου, κάτι το οποίο, σύμφωνα με μελέτες, προσφέρει και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα έναντι εξωτερικών επιθέσεων, για παράδειγμα έναντι της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο — τουλάχιστον στον βαθμό που επιτυγχάνεται αυτόνομη ικανότητα. Συνεπώς, οι αυξημένες επενδύσεις στα δίκτυα διανομής διασφαλίζουν σταθερό εφοδιασμό και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα έναντι της εγκληματικότητας στον κυβερνοχώρο.
3.9Συνεπώς, η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική πρέπει να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα:
-Θα πρέπει οι επενδυτές να θεωρούν ότι το νέο ενεργειακό σύστημα δομείται «από τη βάση προς την κορυφή»; Αυτό θα σήμαινε ότι το τοπικό πλεόνασμα ηλεκτρικής ενέργειας και οι τοπικές ελλείψεις αντισταθμίζονται πρωτίστως από τοπικές επιλογές ευελιξίας. Σε περίπτωση που κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό από οικονομικής και τεχνικής άποψης, η ηλεκτρική ενέργεια θα μεταφερθεί διανύοντας μεγαλύτερες αποστάσεις.
-Ή θα πρέπει οι επενδυτές να λαμβάνουν υπόψη μια δομή «από την κορυφή προς τη βάση»; Αυτό συνεπάγεται ότι η ανάπτυξη των συστημάτων μεταφοράς αποτελεί προτεραιότητα. Πρακτικά, κάθε παραγόμενη κιλοβατώρα πρέπει να μπορεί να μεταφερθεί σύμφωνα με αυτό το μοντέλο. Εάν οι διακυμάνσεις δεν χρειάζεται να αντισταθμιστούν, η υποδομή δικτύου καθορίζει τον τόπο των επιλογών ευελιξίας. Κατ’ ουσίαν, αυτό σημαίνει τη συνέχιση της έως τώρα πολιτικής για την ανάπτυξη δικτύου με την ταυτόχρονη αντικατάσταση ορυκτών και πυρηνικών σταθμών παραγωγής ενέργειας από όσο το δυνατόν μεγαλύτερα πάρκα εναλλακτικής παραγωγής (παραδείγματα: Desertec, υπεράκτια αιολικά πάρκα, πολύ μεγάλα αιολικά πάρκα στην ξηρά).
Υπάρχει επιτακτική ανάγκη να αποσαφηνιστούν τα ζητήματα αυτά, καθώς και οι δύο προσεγγίσεις απαιτούν μαζικές επενδύσεις, αλλά σε διαφορετικούς τομείς· σε ένα κεντρικό σύστημα, οι πόροι διοχετεύονται πρωτίστως στα συστήματα μεταφοράς, σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα, σε μικρότερες, κατανεμημένες επιλογές ευελιξίας.
3.10Η δομή και ο σχεδιασμός της νέας αγοράς ενέργειας θίγονται εμμέσως στα ερωτήματα που τίθενται στο σημείο 3.9. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/943 σχετικά με την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας αναφέρεται στο γεγονός αυτό. Ωστόσο, δεν λαμβάνεται κάποια σχετική απόφαση, αλλά παρέχεται στα κράτη μέλη η διακριτική ευχέρεια να αποφασίσουν για το ζήτημα αυτό.
Είναι εξαιρετικά αμφίβολο, αν τούτο αρκεί για μια στοχευμένη ευρωπαϊκή ενεργειακή μετάβαση, δεδομένου ότι σε πολλά κράτη μέλη, το νομικό πλαίσιο δεν ευθυγραμμίζεται μέχρι στιγμής ρητά με τους στόχους στους οποίους βασίζεται η δέσμη μέτρων «Καθαρή ενέργεια».
3.11Τίθεται, επίσης, ένα άκρως πολιτικό ερώτημα, όσον αφορά το ζήτημα που παρουσιάζεται στο σημείο 3.9: ποιος μπορεί και επιτρέπεται στο μέλλον να κερδίζει χρήματα με το νέο ενεργειακό σύστημα και, συνεπώς, ποιος μπορεί να συμμετάσχει οικονομικά στην ενεργειακή μετάβαση. Για παράδειγμα, η γερμανική Προεδρία του Συμβουλίου εστιάζει στις τεχνολογίες (δηλαδή στην υπεράκτια αιολική ενέργεια και το υδρογόνο από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Δεν λαμβάνεται υπόψη ότι οι τεχνολογίες αυτές οδηγούν σε συγκέντρωση της αγοράς των παραγωγών σε λιγότερους συμμετέχοντες, απαιτούν μεγάλες επενδύσεις στη μεταφορική ικανότητα και, ως εκ τούτου, συμβάλλουν στη διατήρηση ή μάλιστα στην ενίσχυση των φυσικών μονοπωλίων και, ενδεχομένως, της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης. Ωστόσο, το ερώτημα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες μπορούν να βρεθούν στο επίκεντρο της ενεργειακής πολιτικής δεν περιλαμβάνεται στην ημερήσια διάταξη.
4.Κριτήρια απόφασης υπέρ ή κατά του συγκεντρωτισμού ή της αποκέντρωσης
4.1Η πρόταση που παρατίθεται στο σημείο 3.10. είναι κεντρικής σημασίας για τη λήψη κοινωνικοπολιτικών αποφάσεων. Ωστόσο, δεν αναφέρεται πολύ συχνά στην πολιτική συζήτηση, αλλά βρίσκεται πάντα πίσω από υποτιθέμενα «ορθολογικά» επιχειρήματα:
4.1.1Για να επιτευχθεί η ενεργειακή μετάβαση, είναι απαραίτητο οι μεγάλες επιχειρήσεις παροχής ενέργειας να αλλάξουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο. Ωστόσο, πολλές επιχειρήσεις παροχής ενέργειας θεωρούν ευκολότερο να αντικαταστήσουν τους παλιούς (κεντρικούς) σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με ανανεώσιμα συστήματα τα οποία, ωστόσο, είναι εξίσου κεντρικά σχεδιασμένα και μερικές φορές με μικρότερη απόδοση. Αυτό συνεπάγεται ότι μπορούν, επίσης, να διατηρηθούν και οι σχετικές δομές διανομής. Εξάλλου, η αποκέντρωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολλές ριζικές αλλαγές, με αποτέλεσμα οι μεγάλες επιχειρήσεις παροχής ενέργειας, σε αντίθεση με τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τις δημοτικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, να δυσκολεύονται πολύ να τις ακολουθήσουν.
4.1.2Το ίδιο ισχύει και για τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς: δεν ενδιαφέρονται να μεταφέρουν λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια σε ολόκληρη την Ευρώπη, αφού επιτυγχάνουν κέρδη με τον τρόπο αυτό.
Επιχειρηματολογία σχετικά με το κόστος
4.2Το πώς μπορεί να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια εφοδιασμού με το χαμηλότερο κόστος θεωρείται, δικαίως, ουσιώδες κριτήριο. Μπορεί να συναχθεί με εύλογο τρόπο και να αποδειχθεί σε μοντέλα ότι το κόστος μεταφοράς σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα είναι υψηλότερο από ό, τι σε ένα αποκεντρωμένο. Αντίθετα, τα έξοδα παραγωγής, αποθήκευσης, μεταφοράς φορτίου και επανακατανομής είναι χαμηλότερα σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα από ό,τι σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα.
4.3Ορισμένες μελέτες έχουν συγκρίνει τις εν λόγω διαφορές κόστους. Ωστόσο, δεν καταλήγουν σε σαφή συμπεράσματα, καθώς οι διαφορές μεταξύ των πλεονεκτημάτων κόστους σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα με εκείνα σε ένα συγκεντρωτικό δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλες και εξαρτώνται στις λεπτομέρειές τους από τις θεμελιακές προσεγγίσεις. Κρίνεται σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ότι το Κοινό Κέντρο Ερευνών της ΕΕ διαπίστωσε ήδη το 2016 ότι περίπου το 80% των Ευρωπαίων θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν φωτοβολταϊκή ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται με φθηνότερο τρόπο αντί για ηλεκτρική ενέργεια που προέρχεται από το δίκτυο. Από τότε οι τιμές των φωτοβολταϊκών μειώνονται μαζικά.
4.4Μια απλή ματιά στο κόστος του συστήματος δεν μπορεί επομένως να λύσει το σημαντικό ζήτημα του κατά πόσον οι επενδύσεις πρέπει πρωτίστως να διανέμονται σε έργα κεντρικού ενεργειακού συστήματος ή σε έργα αποκεντρωμένου ενεργειακού συστήματος και ποιες κατευθυντήριες γραμμές πρέπει να ορίσουν ανάλογα οι ρυθμιστικές αρχές.
4.5Επομένως, τίθεται το ερώτημα ποια εναλλακτικά κριτήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν εκτός από την απλή εξέταση της εξοικονόμησης κόστους, προκειμένου να μπορεί να ληφθεί θεμελιώδης απόφαση που είναι απαραίτητη από την πλευρά των επενδυτών σχετικά με έναν κυρίως αποκεντρωμένο χαρακτήρα ή έναν κυρίως κεντρικό χαρακτήρα του νέου ενεργειακού συστήματος.
Διαφορετικές μορφές δημιουργίας αξίας...
4.6Η δημιουργία αξίας διαφέρει δομικά: σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα, ωφελεί κυρίως τις μεγαλύτερες επενδύσεις και τα φυσικά μονοπώλια. Σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα, διοχετεύεται σε μικρότερες επενδύσεις, και κυρίως σε επιλογές ευελιξίας, οι οποίες χρησιμοποιούνται συχνά σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα, για παράδειγμα, αποθήκευση σε συσσωρευτές, αντλίες θερμότητας, μικρές θερμικές μονάδες και ηλεκτρικά αυτοκίνητα αμφίδρομης κατεύθυνσης («όχημα προς δίκτυο»). Επομένως, οι επιλογές ευελιξίας θα εντοπίζονται πολύ συχνά σε ιδιωτικά νοικοκυριά. Οι μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ανήκουν συχνά σε ιδιώτες, αγρότες, νεοσύστατες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ενεργειακούς συνεταιρισμούς, δημοτικές επιχειρήσεις, δημοτικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας κ.λπ. Επομένως αυτοί που συμμετέχουν στη δημιουργία αξίας σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα διαφέρουν από αυτούς σε ένα κεντρικό σύστημα: Οι ενεργοί καταναλωτές διαδραματίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο στο αποκεντρωμένο σύστημα.
4.7Ένα αποκεντρωμένο ενεργειακό σύστημα είναι σχεδόν αδιανόητο χωρίς μια τόσο ευρεία κοινωνική συμμετοχή. Ένας πιο ενεργός ρόλος από τον καταναλωτή έως και τον παραγωγό είναι επομένως χαρακτηριστικό ενός αποκεντρωμένου συστήματος. Έχει νόημα για λόγους αποδοχής και περιφερειακής οικονομικής ενίσχυσης.
4.8Καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιθυμεί να δημιουργήσει μια Ενεργειακή Ένωση, με επίκεντρο τον πολίτη και στόχο να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας σε περιφερειακό επίπεδο και να δοθούν οικονομικά κίνητρα σε πολλές περιφέρειες της Ευρώπης μέσω της ενεργειακής μετάβασης, πρέπει να επικεντρωθεί στη δημιουργία ενός αποκεντρωμένου ενεργειακού συστήματος. Αυτό είναι επίσης σημαντικό για την αντιμετώπιση της κρίσης COVID-19.
5.Οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνέπειες αναφορικά με το ζήτημα συγκεντρωτισμός εναντίον αποκέντρωσης
5.1Ως προς τη δημιουργία αξίας, ένα αποκεντρωμένο σύστημα σημαίνει ότι οι καταναλωτές μετατρέπονται από πληρωτή σε παράγοντα ο οποίος συμμετέχει στη δημιουργία αξίας στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, δηλαδή κερδίζει ή εξοικονομεί χρήματα. Για αυτό και το ερώτημα που τίθεται στο σημείο 3.10, σχετικά με το ποιος θα μπορεί να κερδίζει χρήματα από την ενέργεια μελλοντικά, πρέπει να συζητηθεί ανοιχτά και ειλικρινά.
Με τη διεύρυνση της κατανόησης σχετικά με την ιδιοπαραγωγή, τόσο η έννοια όσο και ο ορισμός της ιδιοπαραγωγής επεκτείνονται στη δέσμη μέτρων «Καθαρή Ενέργεια»: στο εξής, δεν θα θεωρούνται πλέον μόνο οι καταναλωτές που έχουν τη δική τους ιδιοκτησία και ακίνητη περιουσία παραγωγοί-καταναλωτές. Για παράδειγμα, η ιδιοπαραγωγή θα αφορά ενοικιαστές ή κατοίκους πολυκατοικιών, καθώς και την προμήθεια σε ακίνητα και κατοικίες σε εμπορικές περιοχές ή βιομηχανικά πάρκα. Σε αυτές τις περιπτώσεις ειδικότερα, είναι απαραίτητη η έξυπνη συνδεσιμότητα της ικανότητας για ατομική παραγωγή και αποθήκευση καθώς και των μεμονωμένων καταναλωτών σε έναν εικονικό σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ή μέσω ενός έξυπνου μικροδικτύου. Ως αποτέλεσμα, οι απαιτήσεις που τίθενται στους τοπικούς και περιφερειακούς φορείς των συστημάτων διανομής αυξάνονται συνεχώς.
5.2Ο καταναλωτής-παραγωγός θα αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα του ενεργειακού συστήματος, μόνο αν έχει πραγματικά πρόσβαση σε όλες τις σχετικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας. Οι ενεργοί καταναλωτές πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν στο σύστημα την ευελιξία που αποκτούν από την αποθήκευση σε συσσωρευτών, τη διαχείριση φορτίου, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τις αντλίες θέρμανσης κ.λπ. Αυτό απαιτεί ειδικά διαμορφωμένες αγορές που δεν είναι ακόμη διαθέσιμες στα περισσότερα κράτη μέλη.
5.3Μια ενεργειακή μετάβαση που οδηγεί σε ένα αποκεντρωμένο ενεργειακό σύστημα αναφέρεται συχνά όχι μόνο ως οικολογικός μετασχηματισμός, αλλά και ως κοινωνικό-οικολογικός μετασχηματισμός. Μια αποκεντρωμένη ενεργειακή μετάβαση συνοδεύεται από σημαντικά κίνητρα για την τοπική και την περιφερειακή οικονομία, θέσεις εργασίας σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ενίσχυση της τοπικής αγοραστικής δύναμης. Είναι ακόμη πιο σημαντικό το γεγονός ότι πολλά κράτη μέλη εφαρμόζουν δομές στα ενεργειακά τους συστήματα που αποτρέπουν αυτά τα θετικά αποτελέσματα. Ταυτόχρονα, πρέπει να δοθεί προσοχή ώστε οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται είναι ποιοτικές και παρέχουν υψηλό επίπεδο κοινωνικής ασφάλισης.
5.4Για να διασφαλιστεί ότι τα εν λόγω κίνητρα θα ωφελήσουν πραγματικά όλους τους ανθρώπους στις αντίστοιχες περιοχές και όχι μόνον εκείνους με ισχυρούς πόρους, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε έργα που προωθούν τις κοινότητες καταναλωτών ενέργειας στις οποίες μπορούν να συμμετέχουν άτομα με μικρό κεφάλαιο, εισόδημα ή περιουσία (βλ. επίσης τη γνωμοδότηση TEN/660 της ΕΟΚΕ). Τα σχέδια για αυτό έχουν ήδη υποβληθεί. Ωστόσο, η εφαρμογή τους στα κράτη μέλη πρέπει να προωθηθεί πολύ πιο αποφασιστικά απ’ ό,τι στο παρελθόν. Τούτο επείγει ιδιαίτερα, διότι η αποκέντρωση δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα μια ενεργειακή κοινωνία δύο επιπέδων. Εφόσον τα άτομα με χαμηλό εισόδημα και λίγους πόρους έχουν πρόσβαση σε ενεργειακές κοινότητες καταναλωτών με άμεση υποστήριξη, η συμμετοχή μπορεί να αποτελέσει έναν αποτελεσματικό τρόπο για την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας, διότι όσοι προηγουμένως είχαν υψηλό ενεργειακό κόστος, θα ανακουφιστούν αισθητά χάρη στο ραγδαία μειωμένο κόστος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
5.5Οι ευάλωτοι καταναλωτές και η ενεργειακή φτώχεια συνιστούν σοβαρό πρόβλημα που πιθανότατα δεν θα επιλυθεί ουσιαστικά ούτε σε ένα κεντρικό ούτε σε ένα αποκεντρωμένο ενεργειακό σύστημα. Ωστόσο, δεδομένης της υποχώρησης των εξόδων στις εγκαταστάσεις ανανεώσιμης ενέργειας και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, μπορεί να μετριαστεί πιο εύκολα σε ένα αποκεντρωμένο σύστημα απ ό,τι σε ένα κεντρικό σύστημα. Η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και συστημάτων αποθήκευσης στο πλαίσιο λύσεων ανά περιοχή μπορεί να συμβάλει στο να μειωθούν μόνιμα οι λογαριασμοί ενέργειας και στο να απαλλάξει τους καταναλωτές από την τιμολογιακή εξάρτηση από επιχειρήσεις παροχής ενέργειας και φορείς εκμετάλλευσης δικτύων. Ωστόσο, απαιτείται μια ενεργή πολιτική που υποστηρίζει την ανάπτυξη των κατάλληλων σχεδίων. Ταυτόχρονα, πρέπει να ληφθεί μέριμνα, ώστε τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος να έχουν την ευκαιρία να εφαρμόσουν μέτρα ενεργειακής απόδοσης για να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας.
5.6Επιπλέον, οι διευρυμένες επιλογές συμμετοχής δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως δικαιολογία για την υπονόμευση των δικαιωμάτων των καταναλωτών. Πρέπει να ενισχυθούν και, εάν είναι απαραίτητο, να προσαρμοστούν σε νέα επιχειρηματικά μοντέλα.
5.7Τέλος, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα κέντρα κατανάλωσης —μεγάλες πόλεις, μεγάλοι βιομηχανικοί καταναλωτές ρεύματος. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι μπορούν να προμηθεύονται με ασφάλεια και πιο οικονομικά, πρέπει να ομαδοποιούνται με τα γύρω προάστια σε ενεργειακές περιφέρειες. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τις ενεργειακές νησίδες. Οι ενεργειακές περιφέρειες θα λάβουν τη μορφή ομόκεντρων κύκλων γύρω από τα κέντρα κατανάλωσης. Απαιτείται η παροχή στοχευμένων κινήτρων, προκειμένου τα προάστια να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους για χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Για παράδειγμα, μπορούν να προκύπτουν μειωμένα τέλη δικτύου που ισχύουν όταν η ενεργειακή περιφέρεια είναι αυτάρκης. Η θετική συνέπεια που απορρέει από την εν λόγω αρχιτεκτονική του συστήματος είναι η ενίσχυση των περιφερειακών οικονομικών δομών —μια πτυχή που θα μπορούσε να είναι καθοριστικής σημασίας για την οικονομική τάξη μετά την επιδημία COVID-19.
6.Το ενεργειακό σύστημα του μέλλοντος
6.1Το νέο ενεργειακό σύστημα δεν θα πρέπει πλέον να εξετάζεται «εκ των άνω προς τα κάτω» (από τους μεγάλους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στους καταναλωτές), αλλά να σχεδιαστεί («εκ των κάτω προς τα άνω») ως ένα δίκτυο πολλαπλών νησίδων παραγωγής και εφοδιασμού ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ενέργεια για τα κτίρια), στο πλαίσιο του οποίου η διανομή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, καθώς και η διαχείριση από πλευρά της ζήτησης (συμπεριλαμβανομένης της αποθήκευσης) διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο.
6.2Με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλιστεί ο επαρκής και ασφαλής εφοδιασμός όλων των περιφερειών της Ευρώπης. Σε ό, τι αφορά την επιθυμία να δημιουργηθεί ένα νέο φάσμα ενδιαφερομένων μερών, αυτό σημαίνει ότι, παράλληλα με τις καθιερωμένες δομές (χονδρικού) εμπορίου, θα δημιουργηθούν εντελώς νέες, αποκεντρωμένες μορφές εμπορίας και διαχείρισης της ενέργειας.
6.3Τα κύματα καινοτομίας που προέκυψαν στον τομέα της πληροφορικής, της παραγωγής και της τεχνολογίας αποθήκευσης στο σύστημα διανομής και στην τεχνολογία κατασκευής κτιρίων έχουν οδηγήσει στη δημιουργία πολλών τέτοιων «νησίδων παραγωγής και εφοδιασμού», οι οποίες φάνταζαν αδιανόητες ακόμη και πριν από λίγα χρόνια. Υπάρχουν μεμονωμένα άτομα, επιχειρήσεις, ενώσεις (όπως οι συνεταιρισμοί ενέργειας) ή δήμοι (δημοτικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας) που έχουν εφαρμόσει λύσεις με τις οποίες έχουν επιτύχει μερική ή ακόμη και απόλυτη αυτάρκεια, πράγμα που σημαίνει ότι εξαρτώνται σε πολύ μικρότερο βαθμό από τα παραδοσιακά συστήματα προσφοράς και εμπορίας. Είναι σημαντικό να παρακολουθήσουμε την παράλληλη πορεία των τεχνικών και των κοινωνικών εξελίξεων. Αμφότερες οι πορείες δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή προς περισσότερη αυτονομία και αυτορρύθμιση πιο αποκεντρωμένων μονάδων δικτύου.
6.4Συνεπώς, η αύξηση της τοπικής παραγωγής και η άμεση εμπορία θα πρέπει να επικροτηθούν επειδή έτσι μπορεί να περιοριστούν οι απώλειες του δικτύου. Σχετικά με αυτό το θέμα, η Γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων εξηγεί ότι: «Είναι προφανές ότι ο μετασχηματισμός του ενεργειακού συστήματος μπορεί να πετύχει καλύτερα με τη στενή συνεργασία μεταξύ όλων των εμπλεκομένων. (...) Πρέπει να χαιρετίσουμε προσεγγίσεις που οδηγούν στη μεγιστοποίηση της κατανάλωσης ενέργειας στην πηγή (...), καθώς έτσι οι απώλειες δικτύου περιορίζονται στο ελάχιστο».
6.5Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει, επομένως, να θεωρήσει το σύστημα εμπορίας από τη σκοπιά των επιθυμητών ενεργειακών υποδομών και να μην προσπαθήσει να κάνει τις απαραίτητες αλλαγές στην ενεργειακή υποδομή συμβατές με το υπάρχον σύστημα εμπορίας.
6.6Ωστόσο πρέπει να ληφθούν υπόψη τα διδάγματα που έχουν αντληθεί από εμπειρίες σε πολλές χώρες, όπου έχει παρατηρηθεί ότι ορισμένοι παράγοντες της αγοράς, όπως οι στρατηγικοί επενδυτές, επέλεξαν τα πιο προσοδοφόρα τμήματα της αγοράς για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη, αρνούμενοι όμως να επενδύσουν στην ασφάλεια του εφοδιασμού, στην καινοτομία και στη συντήρηση, με αποτέλεσμα τα εν λόγω έξοδα να μετακυλιστούν στους πελάτες τους.
Βρυξέλλες, 3 Σεπτεμβρίου 2020
Pierre Jean COULON
Πρόεδρος του τμήματος «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών»
_____________