ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

ΓΙΑ ΠΑΡΑΛΗΛΗ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Στόχος του παρόντος εγγράφου είναι να ενημερώσει το κοινό και τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με το έργο της Επιτροπής, ώστε να μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με τη σκοπούμενη πρωτοβουλία και να συμμετάσχουν αποτελεσματικά στις δραστηριότητες διαβούλευσης.

Ζητούμε από τις ομάδες αυτές να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η Επιτροπή το πρόβλημα και τις πιθανές λύσεις του, καθώς και να μας παράσχουν τις σχετικές πληροφορίες που τυχόν διαθέτουν, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις πιθανές επιπτώσεις των διαφόρων επιλογών.

Τίτλος της πρωτοβουλίας

Πράξη για τα ψηφιακά δίκτυα

Επικεφαλής ΓΔ (αρμόδια μονάδα)

Γενική Διεύθυνση Επικοινωνιακών Δικτύων, Περιεχομένου και Τεχνολογιών (Μονάδα Β1 — Πολιτική για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες, Εφαρμογή και Επιβολή)

Πιθανό είδος πρωτοβουλίας

Νομοθετική πρόταση

Ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα

Τέταρτο τρίμηνο του 2025

Συμπληρωματικές πληροφορίες

Πολιτική | Συνδεσιμότητα 

Το παρόν έγγραφο δημοσιεύεται αποκλειστικά για ενημερωτικούς σκοπούς. Δεν προδικάζει την τελική απόφαση της Επιτροπής για τη δρομολόγηση ή μη της ανωτέρω πρωτοβουλίας ούτε το οριστικό της περιεχόμενο. Όλα τα περιγραφόμενα στοιχεία της πρωτοβουλίας, συμπεριλαμβανομένου του χρονοδιαγράμματός της, ενδέχεται να αλλάξουν.

Α. Πολιτικό πλαίσιο, ορισμός του προβλήματος και έλεγχος επικουρικότητας

Πολιτικό πλαίσιο

Όπως αναφέρεται στις εκθέσεις Letta, Draghi και Niinistö και στην ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Πυξίδα ανταγωνιστικότητας για την ΕΕ», οι υποδομές ψηφιακών δικτύων αιχμής είναι κρίσιμης σημασίας για τη μελλοντική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, της ασφάλειας και της κοινωνικής πρόνοιας της Ευρώπης. Η διαθεσιμότητα υψηλής ποιότητας, αξιόπιστης και ασφαλούς συνδεσιμότητας για τους τελικούς χρήστες και για βασικούς οικονομικούς τομείς είναι απαραίτητη. Λόγω της αυξανόμενης σημασίας των απαιτήσεων επιδόσεων και ασφάλειας για τις εν λόγω υπηρεσίες, τα ψηφιακά δίκτυα υφίστανται τεχνολογικό μετασχηματισμό στο πλαίσιο του οποίου οι ικανότητες υπολογιστικού νέφους και υπολογιστικής παρυφών καθίστανται αναπόσπαστο μέρος των υποδομών συνδεσιμότητας. Ένα σύγχρονο και απλουστευμένο νομικό πλαίσιο που θα παρέχει κίνητρα για τη μετάβαση από τα παραδοσιακά δίκτυα σε οπτικές ίνες, 5G και υποδομές υπολογιστικού νέφους, καθώς και η επέκταση μέσω της παροχής υπηρεσιών και της διασυνοριακής λειτουργίας αποτελούν παράγοντες καίριας σημασίας. Αυτό διερευνήθηκε για πρώτη φορά στη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής με τίτλο «Διαχείριση των αναγκών της Ευρώπης σε ψηφιακές υποδομές» του 2024. Η έκδοση πράξης για τα ψηφιακά δίκτυα, η οποία έχει προγραμματιστεί για το τέταρτο τρίμηνο του 2025 στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής για το 2025 και συνοδεύεται από την επανεξέταση και την αξιολόγηση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών (ΕΚΗΕ) και των σχετικών νομικών πράξεων, αποτελεί ευκαιρία για την απλούστευση και την περαιτέρω εναρμόνιση του νομικού πλαισίου, με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την προώθηση μιας πιο ολοκληρωμένης ενιαίας αγοράς.

Αξιολόγηση

Το άρθρο 122 παράγραφος 1 του ΕΚΗΕ απαιτεί από την Επιτροπή να προβαίνει σε επανεξέταση της λειτουργίας της εν λόγω οδηγίας, και ιδίως των άρθρων 61 παράγραφος 3 και των άρθρων 76, 78 και 79, από την έναρξη εφαρμογής της στις 21 Δεκεμβρίου 2020. Επιπλέον, το άρθρο 122 παράγραφος 2 απαιτεί από την Επιτροπή να επανεξετάζει το πεδίο εφαρμογής των καθολικών υπηρεσιών λαμβάνοντας υπόψη τις κοινωνικές, οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις. Επιπροσθέτως, το άρθρο 123 απαιτεί από την Επιτροπή να δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν τα δικαιώματα των τελικών χρηστών.

Κατά την επανεξέταση του ΕΚΗΕ θα αξιολογηθεί η λειτουργία του με βάση τους τρέχοντες στόχους και η καταλληλότητά του για την αντιμετώπιση των σημαντικότερων νέων προκλήσεων που έχουν προσδιοριστεί. Στους πλέον συναφείς τομείς θα εξεταστούν τα κριτήρια αξιολόγησης της συνάφειας, της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας, της ενωσιακής προστιθέμενης αξίας και της συνοχής.

Πρόβλημα που επιδιώκει να αντιμετωπίσει η πρωτοβουλία

Ο τομέας συνδεσιμότητας της ΕΕ εξακολουθεί να είναι κατακερματισμένος κατά μήκος των εθνικών συνόρων, με αποτέλεσμα οι τελικοί χρήστες και οι φορείς εκμετάλλευσης της ΕΕ να μην μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως το δυναμικό της ενιαίας αγοράς. Στο πλαίσιο του EKHE, ο οποίος έχει θεσπιστεί με οδηγία, οι δυνατότητες όσον αφορά τον χρόνο διάθεσης στην αγορά (με καθυστέρηση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο έως και 4 έτη) και το επίπεδο εναρμόνισης (πρωταρχική έμφαση στις εθνικές αγορές) είναι πεπερασμένες. Η επίτευξη της ενιαίας αγοράς παρεμποδίζεται επίσης από τις πρακτικές ορισμένων κρατών μελών που υπερβαίνουν τους κανόνες της ΕΕ, επιδεινώνουν τον κατακερματισμό της αγοράς και αυξάνουν τη συνολική κανονιστική επιβάρυνση.

Το κανονιστικό πλαίσιο έχει αποφέρει σε μεγάλο βαθμό οφέλη για τους καταναλωτές και τον ανταγωνισμό στον τομέα, μετά την ελευθέρωσή του πριν από 30 χρόνια. Ωστόσο, όπως περιγράφεται στη Λευκή Βίβλο με τίτλο «Διαχείριση των αναγκών της Ευρώπης σε ψηφιακές υποδομές» και επισημαίνεται στις εκθέσεις Letta και Draghi, ο τομέας των ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην ΕΕ στερείται καινοτομίας και επενδύσεων. Εξακολουθούν να υπάρχουν φραγμοί στη διασυνοριακή λειτουργία και την επέκταση, οι οποίοι παρεμποδίζουν την ανάπτυξη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας και τον τεχνολογικό μετασχηματισμό προς δίκτυα και υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους. Δύο βαθύτερα αίτια του κατακερματισμού στις εθνικές αγορές είναι τα εξής: i) οι όροι που συνοδεύουν τη γενική άδεια διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών και ii) ο συντονισμός των διαδικασιών και των όρων εκχώρησης ραδιοφάσματος είναι χαλαρός και πραγματοποιείται μόνο μέσω μιας εθελοντικής και μη τεκμηριωμένης διαδικασίας αξιολόγησης από ομοτίμους, ενώ δεν παρέχονται πάντοτε επαρκή κίνητρα για επενδύσεις μέσω των όρων εκχώρησης.

Επιπλέον, η αυξανόμενη ζήτηση για πρόσβαση στη δορυφορική αγορά της ΕΕ, σε συνδυασμό με μια κατακερματισμένη, μη εναρμονισμένη διαδικασία αδειοδότησης, ενέχει τον κίνδυνο διακρίσεων μεταξύ των φορέων εκμετάλλευσης, αναζήτησης ευνοϊκότερης δικαιοδοσίας και φραγμών στην ανάπτυξη διασυνοριακών δορυφορικών υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να χάνονται οφέλη που αφορούν την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των δικτύων, την κάλυψη και τις υπηρεσίες που σώζουν ζωές.

Επιπλέον, το κανονιστικό πλαίσιο παραμένει πολύπλοκο και είναι όλο και πιο ακατάλληλο για τις αλλαγές στην αγορά και τις τεχνολογικές αλλαγές, π.χ. όσον αφορά: i) τις διαφορετικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές για την αντιμετώπιση της αποτυχίας της αγοράς, ii) την έλλειψη προορατικών μέτρων για την προώθηση της κατάργησης του δικτύου χαλκού, iii) την έλλειψη νομικής σαφήνειας των κανόνων για το ανοικτό διαδίκτυο όσον αφορά τη ρυθμιστική μεταχείριση των καινοτόμων υπηρεσιών, και iv) τις προκλήσεις που αφορούν τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων ψηφιακών παραγόντων στο οικοσύστημα ψηφιακών υποδομών.

Τέλος, όσον αφορά τη διακυβέρνηση, η εμπειρία των τελευταίων 15 ετών κατέδειξε τους περιορισμούς του υφιστάμενου συστήματος διακυβέρνησης, στο πλαίσιο του οποίου ο Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (BEREC) και η ομάδα για την πολιτική ραδιοφάσματος (RSPG) έχουν συμβουλευτικό ρόλο έναντι της Επιτροπής, καθώς και περιορισμένο ρόλο όσον αφορά τη συμβολή στην προώθηση της ενιαίας αγοράς.

Βάση για τη δράση της ΕΕ (νομική βάση και έλεγχος επικουρικότητας)

Νομική βάση

Η πράξη για τα ψηφιακά δίκτυα αναμένεται να βασιστεί στο άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), στόχος του οποίου είναι η εγκαθίδρυση και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με την ενίσχυση των μέτρων σχετικά με την προσέγγιση των εθνικών κανόνων.

Πρακτική ανάγκη για δράση της ΕΕ

Η πρωτοβουλία θα έχει σημαντική προστιθέμενη αξία σε σύγκριση με τη δράση που αναλαμβάνεται σε επίπεδο κρατών μελών. Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας απαιτεί πρόσβαση σε ταχείες, ασφαλείς και ανθεκτικές ψηφιακές υποδομές. Σε ένα πλαίσιο ταχέων αλλαγών στο τοπίο της ψηφιακής συνδεσιμότητας, με τη σύγκλιση της τεχνολογίας τηλεπικοινωνιών, δορυφόρων, υπολογιστικού νέφους και παρυφών λόγω της εικονικοποίησης και της τεχνητής νοημοσύνης, η ΕΕ θα είναι σε θέση να επιτύχει τους στόχους αυτούς μόνο μέσω ενός πιο εναρμονισμένου νομικού περιβάλλοντος σε ολόκληρη την ΕΕ, χάρη στο οποίο θα αποφεύγονται οι ασυνεπείς εθνικές διοικητικές πρακτικές ή όροι εφαρμογής που περιορίζουν τις ευκαιρίες της ενιαίας αγοράς.

Η πείρα από τον ΕΚΗΕ δείχνει ότι τα κράτη μέλη δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν εγκαίρως τις τομεακές προκλήσεις λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που απαιτείται για τη μεταφορά του κώδικα στο εθνικό δίκαιο. Επιπλέον, η μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο συνοδεύεται συχνά από πρόσθετα επίπεδα κανόνων, με αποτέλεσμα την υπερβολική ρύθμιση.

Συνολικά, η κλίμακα των προβλημάτων στο ψηφιακό οικοσύστημα απαιτεί νομοθετική πρωτοβουλία σε επίπεδο ΕΕ, διότι η ενωσιακή διάσταση των προβλημάτων αυτών είναι ολοένα και μεγαλύτερη και η επίλυσή τους μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη σε επίπεδο Ένωσης, αποφέροντας συνολικά μεγαλύτερα οφέλη, ταχύτερη και εναρμονισμένη εφαρμογή και χαμηλότερο κόστος απ’ ό,τι εάν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.

B. Στόχοι και επιλογές πολιτικής

Προκειμένου να στηριχθούν οι στόχοι πολιτικής της Ένωσης για την ευημερία των καταναλωτών, τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, η πράξη για τα ψηφιακά δίκτυα έχει ως στόχο την παροχή κινήτρων σε όλους τους παράγοντες της αγοράς ώστε να καινοτομούν και να επενδύουν σε προηγμένη συνδεσιμότητα, καθώς και την προώθηση ενός οικοσυστήματος υποδομών συνδεσιμότητας και υπολογιστικής που θα καταστήσουν δυνατή την ήπειρο της ΤΝ.

Απλούστευση: η πράξη για τα ψηφιακά δίκτυα i) θα έχει ως στόχο τη μείωση των υφιστάμενων υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων (έως 50 %) και την εξάλειψη των περιττών κανονιστικών επιβαρύνσεων (π.χ. απαιτήσεις για τους παρόχους υπηρεσιών μεταξύ επιχειρήσεων και υπηρεσιών διαδικτύου των πραγμάτων), καθώς και την εκ νέου εστίαση των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας στις πτυχές της οικονομικής προσιτότητας· ii) θα μπορούσε να περιλαμβάνει τη συγχώνευση διαφόρων άμεσα συνδεόμενων νομοθετικών πράξεων (π.χ. EKHE, κανονισμός BEREC, κανονισμός για το ανοικτό διαδίκτυο, πρόγραμμα πολιτικής για το ραδιοφάσμα) στην πράξη για τα ψηφιακά δίκτυα· και iii) θα μπορούσε να προτείνει ένα απλουστευμένο καθεστώς αδειοδότησης και ένα μειωμένο και πιο εναρμονισμένο σύνολο κοινών όρων, ώστε οι φορείς εκμετάλλευσης να μπορούν να λειτουργούν ευκολότερα σε διασυνοριακό επίπεδο, καθώς και περαιτέρω συντονισμό και κοινή εφαρμογή άλλων εφαρμοστέων απαιτήσεων για τους παρόχους (π.χ. ασφάλεια και επιβολή του νόμου). Δυνατότητες περαιτέρω εναρμόνισης υπάρχουν, μεταξύ άλλων, στην προστασία των τελικών χρηστών.

Ραδιοφάσμα: η πράξη για τα ψηφιακά δίκτυα θα μπορούσε να προτείνει τα εξής: i) την ενίσχυση της διαδικασίας αξιολόγησης από ομοτίμους, τη διασφάλιση της έγκαιρης αδειοδότησης του ραδιοφάσματος βάσει εξελισσόμενου χάρτη πορείας και τον καθορισμό κοινών διαδικασιών και όρων για την εθνική αδειοδότηση ραδιοφάσματος ii) μεγαλύτερη διάρκεια των αδειών και ευκολότερες ανανεώσεις, καθώς και επικέντρωση του σχεδιασμού των δημοπρασιών ραδιοφάσματος στην αποδοτική χρήση του ραδιοφάσματος και στην ανάπτυξη δικτύων ως βάση για την ταχεία εισαγωγή του 6G· iii) ευέλικτη αδειοδότηση, συμπεριλαμβανομένης της κοινής χρήσης του ραδιοφάσματος (σύμφωνα με τις αρχές της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού) και διευκόλυνση των αιτημάτων για εναρμόνιση του ραδιοφάσματος· iv) ενίσχυση της κυριαρχίας και της αλληλεγγύης της ΕΕ όσον αφορά την εναρμόνιση του ραδιοφάσματος και κατά την αντιμετώπιση διασυνοριακών παρεμβάσεων από τρίτες χώρες· και v) καθιέρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τις δορυφορικές συστοιχίες που χρησιμοποιούνται για την πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ.

Ισότιμοι όροι ανταγωνισμού: η πράξη για τα ψηφιακά δίκτυα θα μπορούσε να περιλαμβάνει i) την ανάπτυξη αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ των παραγόντων του ευρύτερου οικοσυστήματος συνδεσιμότητας, με παροχή της δυνατότητας στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές / στον BEREC να διευκολύνουν τη συνεργασία υπό ορισμένες προϋποθέσεις και σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις· και ii) την αποσαφήνιση των κανόνων για το ανοικτό διαδίκτυο όσον αφορά τις καινοτόμες υπηρεσίες, π.χ. μέσω ερμηνευτικής καθοδήγησης, με πλήρη διαφύλαξη των αρχών του ανοικτού διαδικτύου.

Ρύθμιση της πρόσβασης: η πράξη για τα ψηφιακά δίκτυα θα μπορούσε να προτείνει i) την εκ των προτέρων ρύθμιση (δηλαδή τους όρους πρόσβασης σε εθνικό επίπεδο) μετά την αξιολόγηση της εφαρμογής συμμετρικών μέτρων (π.χ. κανονισμός για τις υποδομές gigabit ή άλλες μορφές ήδη υφιστάμενης συμμετρικής πρόσβασης) μόνο ως διασφάλιση, κατόπιν ανασκόπησης της αγοράς με βάση την υφιστάμενη δοκιμασία των τριών κριτηρίων και τον ορισμό της γεωγραφικής αγοράς, με την επιφύλαξη της επανεξέτασης από την Επιτροπή, τον BEREC και άλλες εθνικές ρυθμιστικές αρχές και τη διατήρηση του δικαιώματος αρνησικυρίας της Επιτροπής· ii) την απλούστευση και την αύξηση της προβλεψιμότητας των όρων πρόσβασης με τη θέσπιση πανευρωπαϊκού/-ών εναρμονισμένου/-ων προϊόντος/-ων πρόσβασης με προκαθορισμένα τεχνικά χαρακτηριστικά, ως προκαθορισμένο διορθωτικό μέτρο που θα επιβάλλεται στους φορείς εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά σε περίπτωση εντοπισμού προβλημάτων ανταγωνισμού· και iii) την επιτάχυνση της κατάργησης του δικτύου χαλκού με την παροχή εργαλειοθήκης για την κάλυψη με οπτικές ίνες και για τα εθνικά σχέδια κατάργησης του δικτύου χαλκού, καθώς και με τον εκ των προτέρων ορισμό μιας πανευρωπαϊκής ημερομηνίας κατάργησης του δικτύου χαλκού, σε συνδυασμό με μηχανισμό παρέκκλισης για την προστασία των τελικών χρηστών που δεν διαθέτουν κατάλληλες εναλλακτικές λύσεις.

Διακυβέρνηση: προκειμένου να ενισχυθεί η διάσταση της ενιαίας αγοράς, η πράξη για τα ψηφιακά δίκτυα θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο ενίσχυσης της διακυβέρνησης της ΕΕ με επαρκή διοικητική και ρυθμιστική ικανότητα (συμβουλευτικές αρμοδιότητες ή αρμοδιότητες λήψης αποφάσεων), μέσω της ενίσχυσης των αντίστοιχων ρόλων του BEREC, της Υπηρεσίας του BEREC και της RSPG για την κάλυψη διαφόρων πανευρωπαϊκών καθηκόντων και την προώθηση της ψηφιακής ενιαίας αγοράς.

Γ. Πιθανές επιπτώσεις

Η παρούσα πρωτοβουλία αναμένεται να έχει τις ακόλουθες επιπτώσεις:

·Οικονομικές επιπτώσεις: δυνατότητες καινοτομίας και επενδύσεων σε προηγμένα ψηφιακά δίκτυα και υπηρεσίες που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα του τομέα και της οικονομίας γενικότερα, καθώς και την οικονομική ασφάλεια και ανθεκτικότητα. Ειδικότερα, οι επιπτώσεις των μέτρων παροχής κινήτρων για διασυνοριακές δραστηριότητες και παροχή υπηρεσιών θα αξιολογηθούν σύμφωνα με τους στόχους της ενιαίας αγοράς. Οι απλουστευμένοι κανόνες θα πρέπει, ιδίως, να επιτρέπουν στις ΜΜΕ να συμβάλλουν στο οικοσύστημα.

·Κοινωνικές επιπτώσεις: οφέλη για τους πολίτες και τους καταναλωτές μέσω της διαθεσιμότητας ψηφιακών υπηρεσιών, της ανάπτυξης και των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται στην ΕΕ, καθώς και μέσω της διατήρησης της κυριαρχίας και της ανθεκτικότητας της κοινωνίας. Τα μέτρα θα περιλαμβάνουν διασφαλίσεις για την προστασία των ευάλωτων τελικών χρηστών, π.χ. κατά την κατάργηση των παραδοσιακών υποδομών και στον τομέα της καθολικής υπηρεσίας.

·Περιβαλλοντικές επιπτώσεις: συμβολή στην ευρύτερη χρήση της συνδεσιμότητας για καθαρές βιομηχανικές λύσεις, καθώς και στη βιωσιμότητα του ίδιου του τομέα μέσω βιώσιμων υποδομών και υπηρεσιών τελευταίας γενιάς, αποδοτική χρήση των δικτύων και των ανεπαρκών πόρων, όπως το ραδιοφάσμα, καλύτερη χρήση της ενέργειας και μείωση του αποτυπώματος άνθρακα.

Δ. Μέσα βελτίωσης της νομοθεσίας

Εκτίμηση επιπτώσεων και αξιολόγηση

Το 2025 θα διενεργηθεί εκτίμηση επιπτώσεων, με βάση την αξιολόγηση του ΕΚΗΕ, η οποία θα υποστηρίζεται από συλλογή στοιχείων και παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων μερών, προκειμένου να τεκμηριωθεί η πρόταση της Επιτροπής. Θα εκπονηθεί σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Η εκτίμηση επιπτώσεων και η αξιολόγηση θα αξιοποιήσουν επίσης τα πορίσματα μελετών τις οποίες ανέθεσε η Επιτροπή για τη συλλογή των αναγκαίων στοιχείων. Οι ανάδοχοι που θα εκπονήσουν τις εν λόγω μελέτες θα συνεργαστούν επίσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη μέσω πρόσθετων ερευνών, συνεντεύξεων ή εργαστηρίων.

Στρατηγική διαβούλευσης

Η Επιτροπή διεξάγει ευρεία διαβούλευση για να συγκεντρώσει βασικές πληροφορίες και να διασφαλίσει ότι το δημόσιο συμφέρον αντικατοπτρίζεται επαρκώς στον σχεδιασμό της πράξης για τα ψηφιακά δίκτυα.

Εκτός από τη δημοσίευση της παρούσας πρόσκλησης υποβολής στοιχείων για τη συγκέντρωση παρατηρήσεων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται η Επιτροπή το πρόβλημα, τις πιθανές επιλογές πολιτικής και τυχόν σχετικές πληροφορίες για τις επιπτώσεις των διαφόρων επιλογών που εξετάζονται, έχουν ήδη διεξαχθεί πολλαπλές δραστηριότητες διαβούλευσης. Η πρωτοβουλία θα λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων μερών στη Λευκή Βίβλο με τίτλο «Διαχείριση των αναγκών της Ευρώπης σε ψηφιακές υποδομές» του Φεβρουαρίου του 2024, καθώς και στη διερευνητική διαβούλευση για το μέλλον του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και των υποδομών του, η οποία δρομολογήθηκε τον Φεβρουάριο του 2023. Δεδομένου ότι η Επιτροπή προέβη σε εκτεταμένες διαβουλεύσεις τα τελευταία χρόνια, μέσω της διερευνητικής διαβούλευσης και της Λευκής Βίβλου, οι οποίες καλύπτουν το πεδίο εφαρμογής της παρούσας πρωτοβουλίας, δεν θα διεξαχθεί νέα χωριστή δημόσια διαβούλευση.

Θα συγκεντρωθούν επίσης στοιχεία μέσω τριών χωριστών μελετών, οι οποίες έχουν ήδη ανατεθεί και καλύπτουν τους ακόλουθους τομείς:

·Κανονιστικοί παράγοντες διευκόλυνσης των διασυνοριακών δικτύων / ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς.

·Πολιτική πρόσβασης, συμπεριλαμβανομένης της επανεξέτασης της σύστασης για τις σχετικές αγορές, και επανεξέταση των διατάξεων του ΕΚΗΕ σχετικά με την πρόσβαση.

·Θέματα χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένου του μέλλοντος της καθολικής υπηρεσίας.

Προβλέπεται περαιτέρω αλληλεπίδραση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, π.χ. μέσω συνεντεύξεων, ερωτηματολογίων και εργαστηρίων, ως αναπόσπαστο μέρος των μελετών. Η τελική έκθεση των μελετών προβλέπεται να δημοσιευθεί μόλις ολοκληρωθεί, έως τα τέλη του 2025. Η Επιτροπή θα υποστηριχθεί επίσης, κατά περίπτωση, από τον BEREC και την RSPG, καθώς και μέσω ad hoc εργαστηρίων με τις εθνικές αρχές. Συνοπτική έκθεση, στην οποία θα συνοψίζονται τα αποτελέσματα όλων των δραστηριοτήτων διαβούλευσης, θα δημοσιευθεί ως παράρτημα της εκτίμησης επιπτώσεων.

Γιατί διεξάγουμε διαβούλευση;

Μέσω αυτής της διαβούλευσης, η Επιτροπή θα ήθελε να συγκεντρώσει:

1.Τις απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με τα τρέχοντα και τα αναδυόμενα προβλήματα που σχετίζονται με i) την έλλειψη επενδύσεων και καινοτομίας στον ευρωπαϊκό τομέα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ii) τον συνεχιζόμενο κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών και iii) το πολύπλοκο κανονιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.

2.Τις απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με τις πιθανές προσεγγίσεις πολιτικής για την αντιμετώπιση των εν λόγω προκλήσεων, συμπεριλαμβανομένων των διαθέσιμων επιλογών, καθώς και τις δυνητικές επιπτώσεις τους.

3.Στοιχεία και δεδομένα στα οποία στηρίζονται αυτές οι απόψεις.

Κοινό-στόχος

Στόχος της διαβούλευσης είναι να συγκεντρωθούν οι απόψεις διαφόρων ενδιαφερόμενων μερών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται:

·Πάροχοι δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων των φορέων εκμετάλλευσης δορυφόρων και των ραδιοτηλεοπτικών φορέων.

·Ενδιαφερόμενα μέρη της αξιακής αλυσίδας (κατασκευαστές της αλυσίδας εφοδιασμού, πάροχοι περιεχομένου και εφαρμογών, πάροχοι υπολογιστικού νέφους κ.λπ.).

·Κράτη μέλη, εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές.

·Οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

·Δημόσιες διοικήσεις (εθνικές και περιφερειακές).

·Καταναλωτές, οργανώσεις καταναλωτών και χρήστες υπηρεσιών συνδεσιμότητας.

·Ακαδημαϊκοί εμπειρογνώμονες και ερευνητικά ιδρύματα.

·Μη κυβερνητικές οργανώσεις.

·Πολίτες.

Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη καλούνται να συμμετάσχουν.