ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 437

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

63ό έτος
28 Δεκεμβρίου 2020


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2220 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση ορισμένων μεταβατικών διατάξεων για τη στήριξη από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) τα έτη 2021 και 2022 και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 όσον αφορά τους πόρους και την εφαρμογή τους τα έτη 2021 και 2022 και του κανονισμού (EE) αριθ. 1308/2013 όσον αφορά τους πόρους και την κατανομή αυτής της στήριξης τα έτη 2021 και 2022

1

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2221 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 όσον αφορά τους πρόσθετους πόρους REACT-EU και τις ρυθμίσεις εφαρμογής με σκοπό την παροχή βοήθειας για τη στήριξη της αποκατάστασης των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, λόγω της πανδημίας της COVID-19 και για την προετοιμασία μιας πράσινης, ψηφιακής και ανθεκτικής ανάκαμψης της οικονομίας (REACT-EU)

30

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2222 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με ορισμένες πτυχές ασφάλειας των σιδηροδρόμων και της συνδεσιμότητας όσον αφορά τη διασυνοριακή υποδομή που συνδέει την Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο μέσω της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης ( 1 )

43

 

*

Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2223 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 όσον αφορά τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την αποτελεσματικότητα των ερευνών της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης

49

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2224 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με κοινούς κανόνες διασφάλισης βασικής συνδεσιμότητας των οδικών εμπορευματικών και οδικών επιβατικών μεταφορών μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στη συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας ( 1 )

74

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2225 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με κοινούς κανόνες διασφάλισης βασικής αεροπορικής συνδεσιμότητας μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στη συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας ( 1 )

86

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2226 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με ορισμένες πτυχές ασφάλειας της αεροπορίας όσον αφορά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στη συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας ( 1 )

97

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2227 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2403 όσον αφορά τις άδειες αλιείας για τα αλιευτικά σκάφη της Ένωσης στα ύδατα του Ηνωμένου Βασιλείου και τις αλιευτικές δραστηριότητες των αλιευτικών σκαφών του Ηνωμένου Βασιλείου σε ενωσιακά ύδατα

102

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2020/2228 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με το Ευρωπαϊκό Έτος Σιδηροδρόμων (2021)

108

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2020/2229 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, για την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 445/2014/ΕΕ για τη θέσπιση δράσης της Ένωσης όσον αφορά τις πολιτιστικές πρωτεύουσες της Ευρώπης για τα έτη 2020 έως 2033 ( 1 )

116

 

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2230 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2020, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1388/2013 σχετικά με το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης αυτόνομων ενωσιακών δασμολογικών ποσοστώσεων για ορισμένα γεωργικά και βιομηχανικά προϊόντα

120

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2231 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1387/2013 για την αναστολή των αυτόνομων δασμών του κοινού δασμολογίου για ορισμένα γεωργικά και βιομηχανικά προϊόντα

135

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2020/2232 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2020, για τη θέση που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής που συγκροτήθηκε με τη συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας όσον αφορά την έκδοση απόφασης για την κατάρτιση καταλόγου 25 προσώπων που είναι πρόθυμα και ικανά να ασκήσουν καθήκοντα μέλους διαιτητικού οργάνου βάσει της συμφωνίας, καθώς και εφεδρικού καταλόγου προσώπων που είναι πρόθυμα και ικανά να ασκήσουν καθήκοντα διορισμένου από την Ένωση μέλους διαιτητικού οργάνου βάσει της συμφωνίας

182

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2020/2233 του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με τη δέσμευση των κεφαλαίων που απορρέουν από επανεισροές στο πλαίσιο της επενδυτικής διευκόλυνσης ΑΚΕ από πράξεις βάσει του 9ου, 10ου και 11ου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης

188

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

28.12.2020   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 437/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2020/2220 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 23ης Δεκεμβρίου 2020

σχετικά με τη θέσπιση ορισμένων μεταβατικών διατάξεων για τη στήριξη από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) τα έτη 2021 και 2022 και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 όσον αφορά τους πόρους και την εφαρμογή τους τα έτη 2021 και 2022 και του κανονισμού (EE) αριθ. 1308/2013 όσον αφορά τους πόρους και την κατανομή αυτής της στήριξης τα έτη 2021 και 2022

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με την κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ) μετά το 2020 αποσκοπούσαν στη θέσπιση του ισχυρού ενωσιακού πλαισίου που είναι απαραίτητο για να διασφαλιστεί ότι η ΚΓΠ θα παραμείνει κοινή πολιτική με ίσους όρους ανταγωνισμού, παρέχοντας παράλληλα στα κράτη μέλη μεγαλύτερη ευθύνη όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνονται στους σκοπούς και επιτυγχάνουν τους στόχους που έχουν τεθεί. Συνεπώς, τα κράτη μέλη οφείλουν να καταρτίσουν στρατηγικά σχέδια στο πλαίσιο της ΚΓΠ και να τα υλοποιήσουν μετά την έγκρισή τους από την Επιτροπή.

(2)

Η νομοθετική διαδικασία όσον αφορά τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με την ΚΓΠ μετά το 2020 δεν ολοκληρώθηκε εγκαίρως ώστε τα κράτη μέλη και η Επιτροπή να μπορέσουν να προετοιμάσουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την εφαρμογή του νέου νομικού πλαισίου και των στρατηγικών σχεδίων της ΚΓΠ από την 1η Ιανουαρίου 2021, όπως είχε προταθεί αρχικά από την Επιτροπή. Η καθυστέρηση αυτή έχει δημιουργήσει αβεβαιότητα και κινδύνους για τους γεωργούς στην Ένωση και για ολόκληρο τον γεωργικό τομέα εντός της Ένωσης. Για να αμβλυνθεί αυτή η αβεβαιότητα και να διατηρηθεί η ζωτικότητα των αγροτικών περιοχών και περιφερειών, καθώς και να υποστηριχθεί η περιβαλλοντική βιωσιμότητα, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει τη συνεχή εφαρμογή των κανόνων του ισχύοντος πλαισίου της ΚΓΠ που καλύπτει την περίοδο 2014 έως 2020 («τρέχον πλαίσιο της ΚΓΠ») και την αδιάλειπτη πληρωμή των γεωργών και άλλων δικαιούχων και, ως εκ τούτου, να παρέχει προβλεψιμότητα και σταθερότητα κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου τα έτη 2021 και 2022 («μεταβατική περίοδος») έως την ημερομηνία εφαρμογής του νέου νομικού πλαισίου που καλύπτει την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2023 («νέο νομικό πλαίσιο»).

(3)

Δεδομένου ότι η νομοθετική διαδικασία όσον αφορά τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με την ΚΓΠ μετά το 2020 δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και τα στρατηγικά σχέδια της ΚΓΠ δεν έχουν ακόμη καταρτιστεί από τα κράτη μέλη, ενώ είναι ανάγκη να ζητηθεί η γνώμη των συμφεροντούχων, το τρέχον πλαίσιο της ΚΓΠ θα πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει για την πρόσθετη περίοδο των δύο ετών. Σκοπός της μεταβατικής περιόδου είναι να διευκολυνθεί η ομαλή μετάβαση των δικαιούχων σε νέα περίοδο προγραμματισμού και να προβλεφθεί η δυνατότητα να ληφθεί υπόψη η ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2019 για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία («Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία»).

(4)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι μπορεί να χορηγείται στήριξη στους γεωργούς και λοιπούς δικαιούχους από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) τα έτη 2021 και 2022, η Ένωση θα πρέπει να συνεχίσει να χορηγεί την εν λόγω στήριξη κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του τρέχοντος πλαισίου της ΚΓΠ. Το τρέχον πλαίσιο της ΚΓΠ θεσπίστηκε ειδικότερα με τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 (4), (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 (5), (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 (6), (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 (7) και (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 (8) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

(5)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προσφέρει στα κράτη μέλη επαρκή χρόνο για να προετοιμάσουν τα αντίστοιχα στρατηγικά τους σχέδια στο πλαίσιο της ΚΓΠ, καθώς και να διευκολύνει τη δημιουργία διοικητικών δομών που απαιτούνται για την επιτυχή εφαρμογή του νέου νομικού πλαισίου, ιδίως με την πρόβλεψη της δυνατότητας αύξησης της τεχνικής βοήθειας. Όλα τα στρατηγικά σχέδια της ΚΓΠ θα πρέπει να είναι έτοιμα να τεθούν σε ισχύ μόλις λήξει η μεταβατική περίοδος, προκειμένου να εξασφαλιστεί η απαραίτητη σταθερότητα και ασφάλεια στον γεωργικό τομέα.

(6)

Δεδομένου ότι η Ένωση θα πρέπει να εξακολουθήσει να στηρίζει την αγροτική ανάπτυξη καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν τα οικεία προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης που θα παραταθούν από τα αντίστοιχα κονδύλια του προϋπολογισμού για τα έτη 2021 και 2022. Τα προγράμματα που θα παραταθούν θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τουλάχιστον το ίδιο συνολικό μερίδιο της συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ προορίζεται για τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, σύμφωνα με τις νέες φιλοδοξίες που καθορίζονται στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία.

(7)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 θεσπίζει τους κοινούς κανόνες που εφαρμόζονται στο ΕΓΤΑΑ και σε άλλα ταμεία, τα οποία λειτουργούν βάσει ενός κοινού πλαισίου. Ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται στα προγράμματα που υποστηρίζονται από το ΕΓΤΑΑ για την περίοδο προγραμματισμού 2014-2020, καθώς και για τα έτη προγραμματισμού 2021 και 2022.

(8)

Οι προθεσμίες που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 όσον αφορά τις εκθέσεις υλοποίησης, τις ετήσιες συνεδριάσεις επανεξέτασης, τις εκ των υστέρων αξιολογήσεις και τις εκθέσεις σύνθεσης, την επιλεξιμότητα των δαπανών και την αποδέσμευση, καθώς και τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις, περιορίζονται στην περίοδο προγραμματισμού 2014-2020. Οι εν λόγω προθεσμίες θα πρέπει να προσαρμοστούν, ώστε να ληφθεί υπόψη η παρατεταμένη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία θα πρέπει να υλοποιηθούν τα προγράμματα που σχετίζονται με στήριξη από το ΕΓΤΑΑ.

(9)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1310/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) και ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 807/2014 της Επιτροπής (10) προβλέπουν ότι οι δαπάνες για ορισμένες μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί δυνάμει ορισμένων κανονισμών βάσει των οποίων χορηγούνταν στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης πριν από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 θα πρέπει να συνεχίσουν να καταβάλλονται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από το ΕΓΤΑΑ κατά την περίοδο προγραμματισμού 2014-2020. Οι εν λόγω δαπάνες θα πρέπει επίσης να συνεχίσουν να είναι επιλέξιμες για τη διάρκεια της αντίστοιχης νομικής δέσμευσης υπό τους ίδιους όρους κατά τα έτη προγραμματισμού 2021 και 2022. Για λόγους νομικής σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει επίσης να αποσαφηνιστεί ότι οι νομικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται δυνάμει προηγούμενων μέτρων που αντιστοιχούν στα μέτρα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 στα οποία εφαρμόζεται το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου θα πρέπει να υπόκεινται στο εν λόγω ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, καθώς και ότι οι πληρωμές που σχετίζονται με αυτές τις νομικές δεσμεύσεις θα πρέπει να πραγματοποιούνται από την 1η Δεκεμβρίου έως τις 30 Ιουνίου του επόμενου ημερολογιακού έτους.

(10)

Το ΕΓΤΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να στηρίζει το κόστος της δημιουργίας ικανοτήτων και των προπαρασκευαστικών μέτρων για τη στήριξη του σχεδιασμού και της μελλοντικής εφαρμογής των στρατηγικών ανάπτυξης με πρωτοβουλία των τοπικών κοινοτήτων σύμφωνα με το νέο νομικό πλαίσιο.

(11)

Το 2015, κατά τη χορήγηση των δικαιωμάτων ενίσχυσης ή τον επανυπολογισμό των δικαιωμάτων ενίσχυσης για τα κράτη μέλη που κρατούν τα υφιστάμενα δικαιώματα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, ορισμένα κράτη μέλη υπέπεσαν σε σφάλματα κατά τον καθορισμό του αριθμού ή της αξίας των δικαιωμάτων ενίσχυσης. Πολλά από αυτά τα σφάλματα, ακόμη και όταν αφορούσαν έναν μεμονωμένο γεωργό, επηρεάζουν την αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης για όλους τους γεωργούς και για όλα τα έτη. Ορισμένα κράτη μέλη υπέπεσαν επίσης σε σφάλματα και μετά το 2015 κατά τη χορήγηση δικαιωμάτων από το απόθεμα, για παράδειγμα στον υπολογισμό της μέσης αξίας. Αυτές οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσης υπόκεινται συνήθως σε δημοσιονομική διόρθωση έως ότου ληφθούν διορθωτικά μέτρα από το οικείο κράτος μέλος. Δεδομένου του χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από την πρώτη χορήγηση και των προσπαθειών που καταβάλλουν τα κράτη μέλη για τον καθορισμό και, κατά περίπτωση, τη διόρθωση των δικαιωμάτων, αλλά και για λόγους ασφάλειας δικαίου, ο αριθμός και η αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης θα πρέπει να θεωρούνται νόμιμα και κανονικά από μια συγκεκριμένη ημερομηνία και μετά.

(12)

Δυνάμει του άρθρου 24 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, δόθηκε στα κράτη μέλη η επιλογή να εφαρμόσουν, με σκοπό τη χορήγηση δικαιωμάτων ενίσχυσης, συντελεστή μείωσης σε επιλέξιμα εκτάρια τα οποία αποτελούνται από μόνιμους βοσκότοπους που βρίσκονται σε περιοχές με δύσκολες καιρικές συνθήκες. Η διαχείριση των λειμώνων των Άλπεων συχνά πραγματοποιείται συλλογικά και, ως εκ τούτου, οι περιοχές διατίθενται σε ετήσια βάση, προκαλώντας έτσι μεγάλη αβεβαιότητα μεταξύ των γεωργών των οικείων κρατών μελών. Η εφαρμογή του εν λόγω συστήματος έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα πολύπλοκη, ιδίως όσον αφορά τον ακριβή ορισμό των σχετικών περιοχών. Δεδομένου ότι η αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης σε περιοχές όπου δεν εφαρμόζεται συντελεστής μείωσης εξαρτάται από το άθροισμα των δικαιωμάτων ενίσχυσης στις ορισθείσες περιοχές, η εν λόγω αβεβαιότητα επηρεάζει ακολούθως όλους τους γεωργούς των οικείων κρατών μελών. Προκειμένου να σταθεροποιηθεί το σύστημα που εφαρμόζεται επί του παρόντος στα εν λόγω κράτη μέλη και να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου για όλους τους γεωργούς των οικείων κρατών μελών το συντομότερο δυνατόν, τα οικεία κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεωρούν νόμιμη και κανονική την αξία και τον αριθμό όλων των δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί σε όλους τους γεωργούς πριν από την 1η Ιανουαρίου 2020. Η αξία των εν λόγω δικαιωμάτων θα πρέπει να είναι, με την επιφύλαξη τυχόν μέσων έννομης προστασίας που έχουν στη διάθεσή τους μεμονωμένοι δικαιούχοι, η αξία για το ημερολογιακό έτος 2019 που ισχύει στις 31 Δεκεμβρίου 2019.

(13)

Η επιβεβαίωση των δικαιωμάτων ενίσχυσης δεν συνιστά εξαίρεση από την ευθύνη των κρατών μελών στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης του ΕΓΤΕ να διασφαλίζουν την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από παράτυπες δαπάνες. Συνεπώς, η επιβεβαίωση των δικαιωμάτων ενίσχυσης που χορηγήθηκαν σε γεωργούς πριν από την 1η Ιανουαρίου 2021 ή, κατά παρέκκλιση, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2020, δεν θα πρέπει να θίγει την εξουσία της Επιτροπής να λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 σε σχέση με παράτυπες πληρωμές που καταβλήθηκαν για οποιοδήποτε ημερολογιακό έτος έως και το 2020 ή, κατά παρέκκλιση, έως και το 2019, ως αποτέλεσμα σφαλμάτων στον αριθμό ή στην αξία των εν λόγω δικαιωμάτων ενισχύσεων.

(14)

Δεδομένου ότι το νέο νομικό πλαίσιο για την ΚΓΠ δεν έχει ακόμη εκδοθεί, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι θα πρέπει να θεσπιστούν μεταβατικοί κανόνες για τη ρύθμιση της μετάβασης από τα υφιστάμενα καθεστώτα στήριξης που χορηγούνται σε πολυετή βάση στο νέο νομικό πλαίσιο.

(15)

Για να περιοριστεί η σημαντική μεταφορά δεσμεύσεων από την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού για την αγροτική ανάπτυξη στα στρατηγικά σχέδια της ΚΓΠ, η διάρκεια των νέων πολυετών δεσμεύσεων όσον αφορά τη γεωργία, το περιβάλλον και το κλίμα, τη βιολογική γεωργία και την καλή μεταχείριση των ζώων θα πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να περιοριστεί σε μέγιστη χρονική περίοδο τριών ετών. Από το 2022, η παράταση των υφιστάμενων δεσμεύσεων θα πρέπει να περιοριστεί σε ένα έτος.

(16)

Το άρθρο 31 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 προέβλεπε μεταβατικές ρυθμίσεις για τη διευκόλυνση της σταδιακής κατάργησης των ενισχύσεων σε περιοχές που, λόγω της εφαρμογής των νέων κριτηρίων οριοθέτησης, δεν θα θεωρούνταν πλέον ως περιοχές με φυσικά μειονεκτήματα. Οι ενισχύσεις αυτές έπρεπε να καταβληθούν έως το 2020 και για μέγιστο διάστημα τεσσάρων ετών. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/2393 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) παρέτεινε την αρχική προθεσμία για τη νέα οριοθέτηση των περιοχών αυτών έως το 2019. Για τους γεωργούς των κρατών μελών που προέβησαν σε οριοθέτηση το 2018 και το 2019, η σταδιακή κατάργηση των ενισχύσεων δεν θα μπορούσε να φτάσει το ανώτατο όριο των τεσσάρων ετών. Προκειμένου να συνεχιστεί η σταδιακή κατάργηση των ενισχύσεων, θα πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να συνεχίσουν να τις καταβάλλουν κατά τα έτη 2021 και 2022, κατά περίπτωση. Για τη διασφάλιση επαρκούς επιπέδου ενισχύσεων ανά εκτάριο, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, το επίπεδο ενισχύσεων τα έτη 2021 και 2022 θα πρέπει να καθοριστεί σε 25 EUR ανά εκτάριο.

(17)

Δεδομένου ότι οι γεωργοί είναι εκτεθειμένοι σε αυξανόμενους οικονομικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους ως συνέπεια της κλιματικής αλλαγής και της αυξανόμενης αστάθειας των τιμών, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 προβλέπει ένα μέτρο διαχείρισης κινδύνου για να βοηθήσει τους γεωργούς να αντιμετωπίσουν τους εν λόγω κινδύνους. Το εν λόγω μέτρο περιλαμβάνει χρηματοδοτικές συνεισφορές σε ταμεία αλληλοβοήθειας και ένα εργαλείο σταθεροποίησης εισοδήματος. Για την παροχή στήριξης δυνάμει του εν λόγω μέτρου προβλέφτηκαν ειδικοί όροι, προκειμένου να διασφαλισθεί η ίση μεταχείριση των γεωργών σε ολόκληρη την Ένωση, η αποφυγή στρέβλωσης του ανταγωνισμού και η τήρηση των διεθνών δεσμεύσεων της Ένωσης. Προκειμένου να προωθηθεί περαιτέρω η χρήση του εν λόγω μέτρου στους γεωργούς όλων των τομέων, θα πρέπει να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να μειώσουν το εφαρμοστέο στο αντίστοιχο εργαλείο κατώτατο όριο του 30 % που ενεργοποιεί την αποζημίωση των γεωργών σε περίπτωση μείωσης της παραγωγής ή του εισοδήματος, όχι όμως κάτω του 20 %.

(18)

Οι γεωργοί και οι αγροτικές επιχειρήσεις έχουν πληγεί με πρωτοφανή τρόπο από τις συνέπειες της επιδημικής έξαρσης της COVID-19. Η παράταση των εκτεταμένων περιορισμών στις μετακινήσεις που έχουν επιβληθεί στα κράτη μέλη, καθώς και η υποχρεωτική αναστολή λειτουργίας των καταστημάτων, των υπαίθριων αγορών, των εστιατορίων και των λοιπών χώρων φιλοξενίας, έχουν προκαλέσει οικονομικές αναταράξεις στον γεωργικό τομέα και στις αγροτικές κοινότητες και έχουν ως αποτέλεσμα προβλήματα ρευστότητας και ταμειακών ροών για τους γεωργούς και τις μικρές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της μεταποίησης, της εμπορίας ή της ανάπτυξης γεωργικών προϊόντων. Για την ανταπόκριση στις επιπτώσεις της κρίσης που προκύπτουν από την επιδημική έξαρση της COVID-19, η διάρκεια του μέτρου που αναφέρεται στο άρθρο 39β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 θα πρέπει να επεκταθεί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ρευστότητας που θέτουν σε κίνδυνο τη συνέχιση των γεωργικών δραστηριοτήτων και των μικρών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη μεταποίηση, την εμπορία ή την ανάπτυξη γεωργικών προϊόντων. Η στήριξη για το εν λόγω μέτρο θα πρέπει να χρηματοδοτείται από 2 % κατ’ ανώτατο όριο από τα κονδύλια του ΕΓΤΑΑ που διατίθενται στα κράτη μέλη για την προγραμματική περίοδο 2014-2020.

(19)

Προκειμένου να αποφευχθεί μια κατάσταση κατά την οποία οι πόροι για την τοπική ανάπτυξη με πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων κατά τα έτη προγραμματισμού 2021 και 2022 δεν δαπανώνται, τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας να μεταφέρουν ποσά από τις άμεσες ενισχύσεις στην αγροτική ανάπτυξη θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν το ελάχιστο ποσοστό διάθεσης ύψους 5 % – 2,5 % στην περίπτωση της Κροατίας – για την τοπική ανάπτυξη με πρωτοβουλία των τοπικών κοινοτήτων μόνο στη συνεισφορά του ΕΓΤΑΑ στα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης που παρατείνονται έως την 31η Δεκεμβρίου 2022, υπολογιζόμενη προτού πραγματοποιηθεί η μεταφορά των ποσών από τις άμεσες ενισχύσεις.

(20)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/2094 του Συμβουλίου (12) σχετικά με τη θέσπιση Μέσου Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΜΑΕΕ») για τη στήριξη της ανάκαμψης μετά την κρίση της COVID-19 («κανονισμός ΜΑΕΕ»), θα πρέπει να διατεθούν πρόσθετοι πόροι για τα έτη 2021 και 2022 προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις από την κρίση της COVID-19 και οι συνέπειές της για τον γεωργικό τομέα και τις αγροτικές περιοχές της Ένωσης.

(21)

Λόγω των πρωτοφανών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν ο γεωργικός τομέας και οι αγροτικές περιοχές της Ένωσης ως αποτέλεσμα της κρίσης της COVID-19, οι πρόσθετοι πόροι που παρέχονται στο πλαίσιο του ΜΑΕΕ θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση μέτρων στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, πράγμα που θα οδηγήσει σε μια ανθεκτική, βιώσιμη και ψηφιακή οικονομική ανάκαμψη σύμφωνα με τους στόχους των δεσμεύσεων της Ένωσης για το περιβάλλον και το κλίμα και με τις νέες φιλοδοξίες που ορίζονται στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία.

(22)

Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να μειώσουν την περιβαλλοντική φιλοδοξία των οικείων προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης που εφαρμόζουν. Θα πρέπει να διασφαλίσουν το ίδιο συνολικό μερίδιο για τους πρόσθετους πόρους με αυτούς που προόρισαν στα οικεία προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης για μέτρα ιδιαίτερα επωφελή για το περιβάλλον και το κλίμα στο πλαίσιο της συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ («αρχή της μη υποβάθμισης»). Επιπλέον, τουλάχιστον το 37 % των πρόσθετων πόρων που παρέχονται από το ΜΑΕΕ θα πρέπει να διατεθεί για μέτρα που είναι ιδιαίτερα επωφελή για το περιβάλλον και το κλίμα, καθώς και για την καλή μεταχείριση των ζώων και το LEADER. Επιπροσθέτως, τουλάχιστον το 55 % των εν λόγω πρόσθετων πόρων θα πρέπει να διατεθεί για μέτρα που προωθούν την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη στις αγροτικές περιοχές, ιδίως για επενδύσεις σε υλικά στοιχεία του ενεργητικού, ανάπτυξη γεωργικών εκμεταλλεύσεων και επιχειρήσεων, στήριξη για βασικές υπηρεσίες και ανάπλαση χωριών σε αγροτικές περιοχές και συνεργασία.

(23)

Εάν τα κράτη μέλη δεν είναι σε θέση με άλλο τρόπο να τηρήσουν την αρχή της μη υποβάθμισης, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από την υποχρέωση διάθεσης τουλάχιστον του 55 % των πρόσθετων πόρων από το ΜΑΕΕ για μέτρα που προωθούν την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη στις αγροτικές περιοχές και θα πρέπει κατά προτίμηση να στηρίξουν μέτρα που είναι ιδιαίτερα επωφελή για το περιβάλλον και το κλίμα. Ωστόσο, προκειμένου να παρέχεται στα κράτη μέλη επαρκής ευελιξία, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από την αρχή της μη υποβάθμισης όσον αφορά τους εν λόγω πρόσθετους πόρους, στον βαθμό που απαιτείται προκειμένου να συμμορφώνονται με την εν λόγω υποχρέωση του 55 %.

(24)

Οι πρόσθετοι πόροι από το ΜΑΕΕ υπόκεινται σε ειδικούς όρους. Οι εν λόγω πρόσθετοι πόροι θα πρέπει, συνεπώς, να προγραμματίζονται και να παρακολουθούνται χωριστά από τη στήριξη της Ένωσης για την αγροτική ανάπτυξη, με την εφαρμογή, γενικά, των κανόνων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1305/2013. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω πρόσθετοι πόροι θα πρέπει να εκτελούνται μέσω του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 και να θεωρούνται στο πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού ως ποσά που χρηματοδοτούν μέτρα στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για τις τροποποιήσεις των προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης, στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την αυτόματη αποδέσμευση, και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, εκτός αν άλλως ορίζεται στον παρόντα κανονισμό.

(25)

Θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικό μέγιστο ποσοστό συγχρηματοδότησης της Ένωσης, καθώς και αυξημένο ποσοστό στήριξης για επενδύσεις που συμβάλλουν σε μια ανθεκτική, βιώσιμη και ψηφιακή οικονομική ανάκαμψη, και ενισχυμένη στήριξη των νέων γεωργών, προκειμένου να διασφαλιστεί το επαρκές αποτέλεσμα μόχλευσης των πρόσθετων πόρων που παρέχονται από το ΜΑΕΕ.

(26)

Για να διασφαλιστεί συνέχεια κατά τη μεταβατική περίοδο, το αποθεματικό για κρίσεις στον γεωργικό τομέα θα πρέπει να διατηρηθεί για τα έτη 2021 και 2022. Το σχετικό ποσό του αποθεματικού για τα έτη 2021 και 2022 θα πρέπει να συμπεριληφθεί στο εν λόγω αποθεματικό.

(27)

Όσον αφορά τις ρυθμίσεις προχρηματοδότησης από το ΕΓΤΑΑ, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι ούτε η παράταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022 των προγραμμάτων που υποστηρίζονται από το ΕΓΤΑΑ σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ούτε οι πρόσθετοι πόροι που διατίθενται με βάση τον κανονισμό ΜΑΕΕ θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα τη χορήγηση πρόσθετης προχρηματοδότησης για τα σχετικά προγράμματα.

(28)

Το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 προβλέπει επί του παρόντος ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να κοινοποιούν τις αποφάσεις τους που λαμβάνονται σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο και το εκτιμώμενο προϊόν της μείωσης για το μέρος του ποσού των άμεσων ενισχύσεων που πρέπει να χορηγηθούν σε γεωργό για ένα δεδομένο ημερολογιακό έτος το οποίο υπερβαίνει τις 150 000 EUR μόνο για τα έτη 2015 έως 2020. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχιση του υφιστάμενου συστήματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να κοινοποιούν τις αποφάσεις τους που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου και το εκτιμώμενο προϊόν της μείωσης για τα ημερολογιακά έτη 2021 και 2022.

(29)

Το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να μεταφέρουν κονδύλια μεταξύ άμεσων ενισχύσεων και αγροτικής ανάπτυξης όσον αφορά τα ημερολογιακά έτη 2014 έως 2020. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ακολουθούν τη δική τους στρατηγική, η ευελιξία μεταξύ πυλώνων θα πρέπει να αφορά επίσης το ημερολογιακό έτος 2021 (οικονομικό έτος 2022) και το ημερολογιακό έτος 2022 (οικονομικό έτος 2023).

(30)

Για να μπορέσει η Επιτροπή να καθορίσει τα δημοσιονομικά ανώτατα όρια σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1, το άρθρο 36 παράγραφος 4, το άρθρο 42 παράγραφος 2, το άρθρο 49 παράγραφος 2, το άρθρο 51 παράγραφος 4 και το άρθρο 53 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, είναι αναγκαίο τα κράτη μέλη να κοινοποιήσουν τις αποφάσεις τους σχετικά με τα χρηματοδοτικά κονδύλια ανά καθεστώς για το ημερολογιακό έτος 2021 έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021 και για το ημερολογιακό έτος 2022 έως την 1η Αυγούστου 2021.

(31)

Το άρθρο 22 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 προβλέπει τη γραμμική προσαρμογή της αξίας των δικαιωμάτων ενισχύσεων σε περίπτωση αλλαγής του ανώτατου ορίου για το καθεστώς βασικής ενίσχυσης από ένα έτος στο επόμενο λόγω ορισμένων αποφάσεων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη και οι οποίες επηρεάζουν το ανώτατο όριο για το καθεστώς βασικής ενίσχυσης. Η παράταση της ισχύος του παραρτήματος II του συγκεκριμένου κανονισμού σχετικά με τα εθνικά ανώτατα όρια μετά το ημερολογιακό έτος 2020 και οι πιθανές ετήσιες αλλαγές από τη συγκεκριμένη ημερομηνία ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στο ανώτατο όριο για το καθεστώς βασικής ενίσχυσης. Κατά συνέπεια, για να μπορέσουν τα κράτη μέλη να τηρήσουν την υποχρέωση βάσει της οποίας η συνολική αξία των δικαιωμάτων ενισχύσεων και των αποθεμάτων πρέπει να ισούται με το ανώτατο όριο για το καθεστώς βασικής ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί γραμμική προσαρμογή προκειμένου να διασφαλιστεί η προσαρμογή στην παράταση ή στις τροποποιήσεις του παραρτήματος II του εν λόγω κανονισμού κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Επιπλέον, προκειμένου να παρασχεθεί μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη μέλη, κρίνεται σκόπιμο να τους δοθεί η δυνατότητα να προσαρμόζουν την αξία των δικαιωμάτων ενισχύσεων ή του αποθέματος, πιθανώς με διαφορετικά ποσοστά αναπροσαρμογής.

(32)

Σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο, τα κράτη μέλη κοινοποίησαν το 2014 τις αποφάσεις τους έως και το ημερολογιακό έτος 2020 σχετικά με την κατανομή του ετήσιου εθνικού ανώτατου ορίου για το καθεστώς βασικής ενίσχυσης μεταξύ των περιφερειών και τις πιθανές ετήσιες σταδιακές τροποποιήσεις για την περίοδο που καλύπτει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1307/2013. Είναι απαραίτητο τα κράτη μέλη να κοινοποιήσουν επίσης αυτές τις αποφάσεις για τα ημερολογιακά έτη 2021 και 2022.

(33)

Ο μηχανισμός εσωτερικής σύγκλισης είναι η βασική διαδικασία για την πιο δίκαιη κατανομή της άμεσης εισοδηματικής στήριξης μεταξύ των γεωργών. Η ύπαρξη σημαντικών ατομικών διαφορών βάσει παλαιών ιστορικών αναφορών καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολο να δικαιολογηθεί. Στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, το βασικό μοντέλο της εσωτερικής σύγκλισης συνίσταται στην εφαρμογή από τα κράτη μέλη ενιαίου κατ’ αποκοπήν ποσοστού για όλα τα δικαιώματα ενίσχυσης, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, από το 2015. Ωστόσο, για να διασφαλιστεί η ομαλότερη μετάβαση σε μια ενιαία αξία, προβλέφθηκε παρέκκλιση η οποία παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να διαφοροποιούν τις αξίες των δικαιωμάτων ενίσχυσης εφαρμόζοντας μερική σύγκλιση, η οποία αποκαλείται επίσης «μοντέλο σήραγγας», μεταξύ του 2015 και του 2019. Ορισμένα κράτη μέλη έκαναν χρήση αυτής της παρέκκλισης. Για να συνεχιστεί η διαδικασία προς μια πιο δίκαιη κατανομή των άμεσων ενισχύσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συγκλίνουν περαιτέρω προς έναν εθνικό ή περιφερειακό μέσο όρο μετά το 2019 αντί να υιοθετήσουν ενιαίο κατ’ αποκοπήν ποσοστό ή να διατηρήσουν την αξία των δικαιωμάτων στο επίπεδο του 2019. Η εν λόγω δυνατότητα για τα κράτη μέλη θα πρέπει συνεπώς να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2021. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή σε ετήσια βάση την απόφασή τους για το επόμενο έτος.

(34)

Οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 για την προσαρμογή όλων των δικαιωμάτων ενίσχυσης, οι οποίες τροποποιούνται από τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να εφαρμοστούν αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 2020, ώστε να διευκρινιστεί ότι τα κράτη μέλη ήταν σε θέση να συγκλίνουν μετά το 2019.

(35)

Το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 προβλέπει ότι οι ετήσιες σταδιακές τροποποιήσεις της αξίας των δικαιωμάτων ενίσχυσης που χορηγούνται από το απόθεμα πρέπει να αντανακλούν τις ετήσιες μεταβολές του εθνικού ανώτατου ορίου που ορίζονται στο παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού, αντικατοπτρίζοντας μια πολυετή διαχείριση του αποθέματος. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να προσαρμοστούν έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν τη δυνατότητα τροποποίησης τόσο της αξίας όλων των χορηγούμενων δικαιωμάτων ενίσχυσης, όσο και του αποθέματος, με στόχο την προσαρμογή σε αλλαγές στο ποσό που προβλέπεται στο παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού μεταξύ δύο ετών. Σε κράτη μέλη που αποφασίζουν να συνεχίζουν εσωτερική σύγκλιση, η εν λόγω εσωτερική σύγκλιση υλοποιείται σε ετήσια βάση. Για τα ημερολογιακά έτη 2020, 2021 και 2022, θα πρέπει να καθοριστεί κατά το έτος χορήγησης μόνο η αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης του τρέχοντος έτους. Η μοναδιαία αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης που χορηγούνται από το απόθεμα σε ένα δεδομένο έτος θα πρέπει να υπολογίζεται έπειτα από πιθανή προσαρμογή του αποθέματος σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 του εν λόγω κανονισμού. Σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο έτος, η αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης που χορηγούνται από το απόθεμα θα πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 του εν λόγω κανονισμού.

(36)

Το άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 προβλέπει την εφαρμογή του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020. Είναι σκόπιμο να καταστεί δυνατή η παράταση του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης τα έτη 2021 και 2022.

(37)

Δεδομένου ότι η τροποποίηση, που ορίζεται στον παρόντα κανονισμό, του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 θα τεθεί σε ισχύ πολύ αργά ώστε τα κράτη μέλη να τηρήσουν την αρχική προθεσμία για συγκεκριμένες υποχρεώσεις κοινοποίησης το 2020, είναι αναγκαίο να παραταθούν η προθεσμία για τη λήψη από τα κράτη μέλη της απόφασης να εισαγάγουν για πρώτη φορά την αναδιανεμητική ενίσχυση από το 2021 ή το 2022, καθώς και η κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης στην Επιτροπή. Είναι σκόπιμο να οριστεί η εν λόγω προθεσμία κατά τρόπον ώστε να συμπίπτει με την προθεσμία για τις αποφάσεις σχετικά με την ευελιξία μεταξύ πυλώνων.

(38)

Σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης μπορούν να αποφασίσουν τη χορήγηση μεταβατικής εθνικής ενίσχυσης κατά το διάστημα 2015-2020 για να αποφευχθεί η αιφνίδια και ουσιαστική μείωση της στήριξης στους τομείς που επωφελήθηκαν από τη μεταβατική εθνική ενίσχυση έως το 2014. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η εν λόγω ενίσχυση εξακολουθεί να διαδραματίζει τον ρόλο της στη στήριξη του εισοδήματος των γεωργών στους εν λόγω ειδικούς τομείς, θα πρέπει να προβλεφθεί η συνέχιση της εν λόγω ενίσχυσης υπό τους ίδιους όρους και περιορισμούς που ισχύουν και για την περίοδο 2015-2020.

(39)

Για λόγους ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι τα άρθρα 41 και 42 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αναθεωρούν, σε ετήσια βάση, τις αποφάσεις τους σχετικά με την αναδιανεμητική ενίσχυση. H προθεσμία για την αναθεώρηση που ισχύει για τα έτη 2021 και το 2022 θα πρέπει να οριστεί κατά τρόπον ώστε να συμπίπτει με την προθεσμία για τις αποφάσεις σχετικά με την ευελιξία μεταξύ πυλώνων.

(40)

Το άρθρο 52 παράγραφος 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 αναθέτει στην Επιτροπή την εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποφασίσουν τη συνέχιση της καταβολής της προαιρετικής συνδεδεμένης στήριξης μέχρι το 2020 βάσει των παραγωγικών μονάδων για τις οποίες χορηγήθηκε τέτοια στήριξη σε προηγούμενη περίοδο αναφοράς. Στόχος της εν λόγω εξουσιοδότησης είναι να διασφαλισθεί η μεγαλύτερη δυνατή συνοχή μεταξύ των ενωσιακών καθεστώτων που στοχεύουν τομείς που μπορούν να πληγούν από διαρθρωτικές ανισορροπίες της αγοράς. Είναι επομένως σκόπιμο να παραταθεί η εν λόγω εξουσιοδότηση ώστε να καλύπτει και τα έτη 2021 και 2022.

(41)

Δεδομένου ότι η τροποποίηση, που ορίζεται στον παρόντα κανονισμό, του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 θα τεθεί σε ισχύ πολύ αργά ώστε τα κράτη μέλη να τηρήσουν την αρχική προθεσμία για συγκεκριμένες υποχρεώσεις κοινοποίησης το 2020, είναι αναγκαίο να παραταθεί η προθεσμία για τη λήψη από τα κράτη μέλη της απόφασης να εισαγάγουν για πρώτη φορά την προαιρετική συνδεδεμένη στήριξη από το 2021 ή το 2022, καθώς και για την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης στην Επιτροπή. Είναι σκόπιμο να οριστεί η εν λόγω προθεσμία κατά τρόπον ώστε να συμπίπτει με την προθεσμία για τις αποφάσεις σχετικά με την ευελιξία μεταξύ πυλώνων. Ομοίως, η προθεσμία για απόφαση των κρατών μελών να συνεχίσουν ή να παύσουν τη χορήγηση προαιρετικής συνδεδεμένης στήριξης κατά τα έτη 2021 και 2022, καθώς και η κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης στην Επιτροπή, θα πρέπει να λάβουν παράταση μέχρι την ίδια ημερομηνία.

(42)

Το άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 καθορίζει τα στοιχεία των κοινοποιήσεων των κρατών μελών σχετικά με την προαιρετική συνδεδεμένη στήριξη. Είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι οι εν λόγω κοινοποιήσεις για τα ημερολογιακά έτη 2021 και 2022 θα πρέπει να περιλαμβάνουν το ποσοστό του εθνικού ανώτατου ορίου που χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση της εν λόγω στήριξης για τα έτη 2021 και 2022.

(43)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 θεσπίζει κανόνες για την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών και περιλαμβάνει ορισμένα καθεστώτα ενισχύσεων. Οι νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με την ΚΓΠ μετά το 2020 προέβλεπαν ότι τα εν λόγω καθεστώτα ενισχύσεων έπρεπε να ενσωματωθούν στα μελλοντικά στρατηγικά σχέδια της ΚΓΠ των κρατών μελών. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή ένταξη των εν λόγω καθεστώτων ενισχύσεων στη μελλοντική ΚΓΠ, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τη διάρκεια καθενός εξ αυτών των καθεστώτων ενισχύσεων όταν χρειάζεται να ανανεωθούν κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου. Συνεπώς, όσον αφορά το καθεστώς ενίσχυσης στον τομέα του ελαιόλαδου και των επιτραπέζιων ελιών, τα υφιστάμενα προγράμματα εργασιών που καταρτίστηκαν για την περίοδο από την 1η Απριλίου 2018 έως την 31η Μαρτίου 2021 θα πρέπει να ακολουθήσουν νέα προγράμματα εργασιών από την 1η Απριλίου 2021 έως την 31η Δεκεμβρίου 2022. Τα υφιστάμενα επιχειρησιακά προγράμματα του τομέα των οπωροκηπευτικών τα οποία δεν έχουν εξαντλήσει τη μέγιστη διάρκειά τους των πέντε ετών μπορούν να παραταθούν μόνο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022. Τα νέα επιχειρησιακά προγράμματα στον τομέα των οπωροκηπευτικών θα πρέπει να εγκρίνονται μόνο για περίοδο μέγιστης διάρκειας τριών ετών. Τα υφιστάμενα εθνικά προγράμματα για τον τομέα της μελισσοκομίας που καταρτίστηκαν για την περίοδο από την 1η Αυγούστου 2019 έως την 31η Ιουλίου 2022 θα πρέπει να παραταθούν έως την 31η Δεκεμβρίου 2022.

(44)

Λόγω της κρίσης που προκλήθηκε από την πανδημία COVID-19, οι αμπελοκαλλιεργητές που κατείχαν άδειες φύτευσης για νέες φυτεύσεις ή για αναφύτευση που λήγουν το 2020 δεν μπόρεσαν σε μεγάλο βαθμό να χρησιμοποιήσουν τις εν λόγω άδειες το τελευταίο έτος ισχύος τους, όπως είχε προγραμματιστεί. Για να αποφευχθεί η απώλεια των εν λόγω αδειών και να μειωθεί ο κίνδυνος επιδείνωσης των συνθηκών υπό τις οποίες πρέπει να πραγματοποιηθεί η φύτευση, είναι αναγκαίο να επιτραπεί παράταση της ισχύος των αδειών φύτευσης για νέες φυτεύσεις ή για αναφύτευση που λήγουν το 2020. Συνεπώς, όλες οι άδειες φύτευσης για νέες φυτεύσεις ή για αναφύτευση που λήγουν το 2020 θα πρέπει να παραταθούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021. Επίσης, λαμβανομένων υπόψη των μεταβολών στις προοπτικές της αγοράς, οι κάτοχοι αδειών φύτευσης που λήγουν το 2020 θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να μη χρησιμοποιήσουν τις άδειές τους χωρίς να υπόκεινται στις διοικητικές κυρώσεις.

(45)

Η διάταξη του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 σχετικά με τις άδειες φύτευσης για νέες φυτεύσεις ή για αναφύτευση που επρόκειτο να λήξουν το 2020, η οποία τροποποιείται με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει, λόγω των διαταραχών από την πανδημία COVID-19 και των δυσκολιών που προκάλεσε σχετικά με τη χρήση των εν λόγω αδειών φύτευσης, να εφαρμοστεί αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 2020.

(46)

Το 2013, θεσπίστηκαν μεταβατικές διατάξεις προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση από το προηγούμενο καθεστώς δικαιωμάτων αμπελοφύτευσης στο νέο καθεστώς αδειών φύτευσης, ιδίως προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο υπερβολικών φυτεύσεων πριν από την έναρξη ισχύος του νέου καθεστώτος. Η τελευταία προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων για τη μετατροπή δικαιωμάτων φύτευσης σε άδειες λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2020. Ωστόσο, οι άδειες πρέπει να χρησιμοποιούνται από τον αιτούντα και δεν είναι εμπορεύσιμες όπως ήταν τα προηγούμενα δικαιώματα φύτευσης. Επιπλέον, ενδέχεται να ζητηθεί από τους αιτούντες άδεια να διαθέτουν αντίστοιχη αμπελουργική έκταση, κάτι που μπορεί να έχει ως συνέπεια καταστάσεις όπου οι κάτοχοι δικαιωμάτων φύτευσης δεν έχουν καταφέρει ακόμη να αποκτήσουν τις αντίστοιχες αμπελουργικές εκτάσεις για να χρησιμοποιήσουν τις άδειες οι οποίες θα απέρρεαν από τη μετατροπή των δικαιωμάτων φύτευσης. Ο σοβαρός οικονομικός αντίκτυπος της πανδημίας COVID-19 στον αμπελοοινικό τομέα έχει δημιουργήσει προβλήματα ταμειακών ροών για τους αμπελοκαλλιεργητές και αβεβαιότητα όσον αφορά τη μελλοντική ζήτηση οίνου. Οι αμπελοκαλλιεργητές που εξακολουθούν να κατέχουν δικαιώματα φύτευσης δεν θα πρέπει να εξαναγκαστούν να αποφασίσουν εάν επιθυμούν να μετατρέψουν τα δικαιώματα φύτευσης σε άδειες, ενώ την ίδια στιγμή αντιμετωπίζουν εξαιρετικές δυσκολίες λόγω της κρίσης που προκάλεσε η πανδημία COVID-19, ιδίως καθότι θα υπόκεινται σε διοικητική κύρωση εάν δεν χρησιμοποιήσουν τις άδειες φύτευσης που θα προκύψουν από τη μετατροπή. Συνεπώς, τα κράτη μέλη που επέτρεψαν στους οινοπαραγωγούς να υποβάλουν τις αιτήσεις τους για τη μετατροπή δικαιωμάτων φύτευσης μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2020 θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρατείνουν την προθεσμία για την υποβολή των εν λόγω αιτήσεων έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022. Συνεπώς, η καταληκτική ημερομηνία ισχύος των εν λόγω μετατραπεισών αδειών θα πρέπει να προσαρμοστεί και να λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2025.

(47)

Με το άρθρο 214α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 δόθηκε στη Φινλανδία η δυνατότητα να χορηγεί, υπό ορισμένους όρους, εθνική ενίσχυση στη νότια Φινλανδία μέχρι το 2020, με την επιφύλαξη της έγκρισης της Επιτροπής. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχεια των πληρωμών της ενίσχυσης αυτής κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, η χορήγηση της εν λόγω εθνικής ενίσχυσης είναι αναγκαίο να εξακολουθήσει να επιτρέπεται υπό τους ίδιους όρους και για τα ίδια ποσά με το 2020.

(48)

Προκειμένου να βελτιωθεί η λειτουργία της αγοράς ελαιόλαδου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζουν σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων εμπορίας για τη ρύθμιση της προσφοράς. Ωστόσο, το πεδίο εφαρμογής των αποφάσεων αυτών θα πρέπει να αποκλείει πρακτικές που μπορούν να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό.

(49)

Τα πρόσφατα γεγονότα κατέδειξαν ότι οι γεωργοί αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο κινδύνους μεταβλητότητας εισοδήματος, εν μέρει λόγω της έκθεσης στην αγορά, εν μέρει λόγω των ακραίων καιρικών φαινομένων και των συχνών υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών κρίσεων που πλήττουν το ζωικό κεφάλαιο της Ένωσης και τα αγρονομικά περιουσιακά στοιχεία. Για να μετριαστούν οι επιπτώσεις της μεταβλητότητας του εισοδήματος με ενθάρρυνση των αγροτών να αποταμιεύουν τις καλές χρονιές ώστε να αντιμετωπίζουν τις κακές, τα εθνικά φορολογικά μέτρα όπου η φορολογική βάση εισοδήματος που ισχύει για τους αγρότες υπολογίζεται βάσει πολυετούς περιόδου θα πρέπει να εξαιρεθούν από την εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων.

(50)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η πρόβλεψη για τη συνεχή εφαρμογή των κανόνων του ισχύοντος πλαισίου της ΚΓΠ και για την αδιάλειπτη πληρωμή των γεωργών και άλλων δικαιούχων και, ως εκ τούτου, η παροχή προβλεψιμότητας και σταθερότητας κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, εξαιτίας της κλίμακας και των επιπτώσεων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(51)

Στον παρόντα κανονισμό εφαρμόζονται οι οριζόντιοι δημοσιονομικοί κανόνες που θεσπίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 322 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Οι εν λόγω κανόνες θεσπίζονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) και ορίζουν συγκεκριμένα τη διαδικασία για την κατάρτιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού μέσω επιχορηγήσεων, δημοσίων συμβάσεων, βραβείων και έμμεσης εκτέλεσης και προβλέπουν ελέγχους σχετικά με την ευθύνη των δημοσιονομικών παραγόντων. Οι κανόνες που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 322 ΣΛΕΕ επίσης περιλαμβάνουν γενικό καθεστώς αιρεσιμότητας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

(52)

Οι κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 θα πρέπει, συνεπώς, να τροποποιηθούν αναλόγως.

(53)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πρόσθετοι πόροι που διατίθενται βάσει του κανονισμού ΜΑΕΕ θα είναι διαθέσιμοι από την 1η Ιανουαρίου 2021, οι διατάξεις σχετικά με τη στήριξη από το ΜΑΕΕ στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να εφαρμοστούν αναδρομικά από την εν λόγω ημερομηνία.

(54)

Λαμβανομένης υπόψη της επιτακτικής ανάγκης να διασφαλιστεί άμεσα ασφάλεια δικαίου για τον αγροτικό τομέα υπό τις παρούσες περιστάσεις, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει επειγόντως την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Παράταση ορισμένων περιόδων δυνάμει των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1310/2013 και συνέχιση της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 για τα έτη προγραμματισμού 2021 και 2022

Άρθρο 1

Παράταση της περιόδου για τη διάρκεια προγραμμάτων που υποστηρίζονται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης

1.   Για τα προγράμματα που υποστηρίζονται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020 που ορίζεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 παρατείνεται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2022.

2.   Η παράταση της περιόδου διάρκειας των προγραμμάτων που υποστηρίζονται από το ΕΓΤΑΑ που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πραγματοποιείται με την επιφύλαξη της ανάγκης υποβολής αίτησης τροποποίησης προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης για τη μεταβατική περίοδο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 11 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013. Η εν λόγω τροποποίηση διασφαλίζει ότι τουλάχιστον το ίδιο συνολικό μερίδιο της συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ προορίζεται για τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 6 του συγκεκριμένου κανονισμού.

Άρθρο 2

Συνέχιση της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 σε προγράμματα που υποστηρίζονται από το ΕΓΤΑΑ

1.   Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 εξακολουθεί να εφαρμόζεται στα προγράμματα που υποστηρίζονται από το ΕΓΤΑΑ στο πλαίσιο της περιόδου προγραμματισμού 2014-2020 και παρατείνονται σύμφωνα με το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού.

2.   Όσον αφορά τα προγράμματα που παρατείνονται σύμφωνα με το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, οι αναφορές σε χρονικές περιόδους ή προθεσμίες στο άρθρο 50 παράγραφος 1, το άρθρο 51 παράγραφος 1, το άρθρο 57 παράγραφος 2, το άρθρο 65 παράγραφοι 2 και 4 και το άρθρο 76 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 παρατείνονται για δύο έτη.

3.   Για προγράμματα που παρατείνονται σύμφωνα με το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη τροποποιούν τους στόχους τους που καθορίζονται στο πλαίσιο επιδόσεων που ορίζεται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 για τον καθορισμό στόχων για το 2025. Για τα εν λόγω προγράμματα, οι αναφορές σε στόχους για το 2023 που ορίζονται σε εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται με βάση το άρθρο 22 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 ή με βάση το άρθρο 8 παράγραφος 3, το άρθρο 67, το άρθρο 75 παράγραφος 5 ή το άρθρο 76 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 θεωρούνται αναφορές σε στόχους για το 2025.

4.   Η τελική ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή οφείλει να καταρτίσει έκθεση σύνθεσης που περιγράφει τα βασικά συμπεράσματα των εκ των υστέρων αξιολογήσεων του ΕΓΤΑΑ όπως προβλέπεται στο άρθρο 57 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 είναι η 31η Δεκεμβρίου 2027.

Άρθρο 3

Επιλεξιμότητα ορισμένων τύπων δαπανών κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου

Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, του άρθρου 65 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και του άρθρου 38 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, οι δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1310/2013 και στο άρθρο 16 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 807/2014 είναι επιλέξιμες για συνεισφορά του ΕΓΤΑΑ από τα κονδύλια για το 2021 και το 2022 για τα προγράμματα που υποστηρίζονται από το ΕΓΤΑΑ και τα οποία παρατάθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, υπό τους ακόλουθους όρους:

α)

οι δαπάνες αυτές προβλέπονται στο αντίστοιχο πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης για τα έτη που καλύπτονται από τη μεταβατική περίοδο,

β)

εφαρμόζεται το ποσοστό συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ για το αντίστοιχο μέτρο βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, όπως ορίζεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1310/2013 και στο παράρτημα I του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 807/2014,

γ)

το σύστημα που αναφέρεται στο άρθρο 67 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 εφαρμόζεται στις νομικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο μέτρων που αντιστοιχούν σε στήριξη που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), τα άρθρα 28 έως 31 και τα άρθρα 33, 34 και 40 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 και οι σχετικές πράξεις προσδιορίζονται με σαφήνεια και

δ)

οι πληρωμές για τις νομικές δεσμεύσεις που αναφέρονται στο στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται εντός της περιόδου που ορίζεται στο άρθρο 75 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Προετοιμασία μελλοντικών στρατηγικών ανάπτυξης με πρωτοβουλία των τοπικών κοινοτήτων στα έτη προγραμματισμού 2021 και 2022

Άρθρο 4

Τοπική ανάπτυξη με την πρωτοβουλία τοπικών κοινοτήτων

Για τα προγράμματα που παρατάθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, το ΕΓΤΑΑ μπορεί να υποστηρίξει τις δαπάνες της δημιουργίας ικανοτήτων και των προπαρασκευαστικών μέτρων για τη στήριξη του σχεδιασμού και της μελλοντικής εφαρμογής της στρατηγικής τοπικής ανάπτυξης με πρωτοβουλία των τοπικών κοινοτήτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Δικαιώματα ενίσχυσης για άμεσες ενισχύσεις σε γεωργούς

Άρθρο 5

Οριστικά δικαιώματα ενίσχυσης

1.   Τα δικαιώματα ενίσχυσης που χορηγήθηκαν σε γεωργούς πριν από την 1η Ιανουαρίου 2020 θεωρούνται νόμιμα και κανονικά από την 1η Ιανουαρίου 2021. Η αξία των εν λόγω δικαιωμάτων που πρέπει να θεωρούνται νόμιμα και κανονικά είναι η αξία για το ημερολογιακό έτος 2020 που ισχύει στις 31 Δεκεμβρίου 2020.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κράτος μέλος το οποίο έχει κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 24 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 μπορεί, σεβόμενο παράλληλα τις εύλογες προσδοκίες των γεωργών, να αποφασίσει ότι όλα τα δικαιώματα ενίσχυσης που έχουν χορηγηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2020 θεωρούνται νόμιμα και κανονικά από την εν λόγω ημερομηνία. Σε αυτήν την περίπτωση, η αξία αυτών των δικαιωμάτων που πρέπει να θεωρούνται νόμιμα και κανονικά είναι η αξία για το ημερολογιακό έτος 2019 που ισχύει στις 31 Δεκεμβρίου 2019.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, ιδίως του άρθρου 22 παράγραφος 5 και του άρθρου 25 παράγραφος 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, σχετικά με την αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης για τα ημερολογιακά έτη από το 2020 και μετά.

4.   Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στα δικαιώματα ενίσχυσης που χορηγήθηκαν σε γεωργούς βάσει ανακριβών αιτήσεων, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το σφάλμα δεν μπορούσε ευλόγως να ανιχνευθεί από τον γεωργό.

5.   Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την εξουσία της Επιτροπής να λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 όσον αφορά τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν σχετικά με τα ημερολογιακά έτη έως και το 2020, όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου, ή έως και το 2019, όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Μεταβατικές διατάξεις σχετικά με την αγροτική ανάπτυξη

Άρθρο 6

Επιλεξιμότητα των δαπανών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 και ορισμένων τύπων δαπανών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1257/1999

Οι δαπάνες που αφορούν νομικές δεσμεύσεις προς δικαιούχους και οι οποίες πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 και ορισμένοι τύποι δαπανών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 (14) και (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 (15) του Συμβουλίου δύνανται να είναι επιλέξιμες για συνεισφορά από το ΕΓΤΑΑ την περίοδο 2023-2027 από την 1η Ιανουαρίου 2023, με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που θα προσδιοριστούν σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο της ΚΓΠ που θα ισχύει κατά την περίοδο 2023-2027.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Άρθρο 7

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο η) τροποποιείται ως εξής:

α)

το σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο

«i)

πίνακα στον οποίο αναγράφεται, σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 4 και το άρθρο 58α παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, η συνολική συνεισφορά του ΕΓΤΑΑ που προγραμματίζεται για κάθε έτος. Στον εν λόγω πίνακα αναγράφονται χωριστά οι πρόσθετοι πόροι όπως αναφέρονται στο άρθρο 58α παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού. Όπου μπορεί να εφαρμοστεί, στον εν λόγω πίνακα αναγράφονται επίσης χωριστά, εντός της συνολικής συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ, οι πιστώσεις που προβλέπονται για τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες και τα κονδύλια που μεταφέρονται στο ΕΓΤΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013. Η προγραμματισμένη ετήσια συνεισφορά του ΕΓΤΑΑ είναι σύμφωνη με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο·»·

β)

το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

έναν πίνακα στον οποίο αναγράφεται, για κάθε μέτρο, για κάθε τύπο πράξης με συγκεκριμένο ποσοστό συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ, για τον τύπο πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 και στο άρθρο 39α, για τον τύπο πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 3 και στο άρθρο 39 παράγραφος 1, όταν ένα κράτος μέλος εφαρμόζει ποσοστό μικρότερο του 30 %, και για τεχνική βοήθεια, η συνολική προγραμματισμένη συνεισφορά της Ένωσης και το ισχύον ποσοστό συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ. Κατά περίπτωση, ο εν λόγω πίνακας αναφέρει χωριστά το ποσοστό συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ για τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες και για άλλες περιφέρειες·».

2)

Στο άρθρο 28 παράγραφος 5 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τις νέες δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται από το 2021, τα κράτη μέλη καθορίζουν μικρότερο χρονικό διάστημα ενός έως τριών ετών στα οικεία προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης.

Εάν τα κράτη μέλη παρέχουν ετήσια παράταση των δεσμεύσεων μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, από το 2022 η παράταση δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, για τις νέες δεσμεύσεις που θα αναληφθούν το 2021 και το 2022, τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίζουν χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών στα οικεία προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης με βάση τη φύση των δεσμεύσεων και των επιδιωκόμενων περιβαλλοντικών και κλιματικών στόχων.».

3)

Στο άρθρο 29 παράγραφος 3 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τις νέες δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται από το 2021, τα κράτη μέλη καθορίζουν μικρότερο χρονικό διάστημα ενός έως τριών ετών στα οικεία προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης.

Εάν τα κράτη μέλη παρέχουν ετήσια παράταση για τη διατήρηση της βιολογικής γεωργίας μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, από το 2022 η παράταση δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, για τις νέες δεσμεύσεις που θα αναληφθούν το 2021 και το 2022, όταν παρέχεται στήριξη για τη μετατροπή στη βιολογική γεωργία, τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίζουν χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών στα οικεία προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης.».

4)

Στο άρθρο 31 παράγραφος 5, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά τα έτη 2021 και 2022, όσον αφορά τα προγράμματα που παρατάθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2220 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*) [του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη δεν χορήγησαν φθίνουσες ενισχύσεις για τη μέγιστη διάρκεια τεσσάρων ετών έως το 2020, τα εν λόγω κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να συνεχίσουν τις πληρωμές αυτές έως το τέλος του 2022 αλλά όχι για περισσότερα από τέσσερα έτη συνολικά. Στην περίπτωση αυτή, οι ενισχύσεις κατά τα έτη 2021 και 2022 δεν υπερβαίνουν τα 25 EUR ανά εκτάριο.

(*)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2220 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση ορισμένων μεταβατικών διατάξεων για τη στήριξη από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) τα έτη 2021 και 2022 και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 όσον αφορά τους πόρους και την εφαρμογή τους τα έτη 2021 και 2022 και του κανονισμού (EE) αριθ. 1308/2013 όσον αφορά τους πόρους και την κατανομή αυτής της στήριξης τα έτη 2021 και 2022 (ΕΕ L 437 της 28.12.2020, σ. 1).»."

5)

Στο άρθρο 33 παράγραφος 2, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τις νέες δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται από το 2021, τα κράτη μέλη καθορίζουν μικρότερο χρονικό διάστημα ενός έως τριών ετών στα οικεία προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης.

Εάν τα κράτη μέλη παρέχουν ετήσια ανανέωση των δεσμεύσεων μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, από το 2022 η ανανέωση δεν υπερβαίνει το ένα έτος.

Κατά παρέκκλιση από το τρίτο εδάφιο, για τις νέες δεσμεύσεις που θα αναληφθούν το 2021 και το 2022, τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίζουν χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών στα οικεία προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης με βάση τη φύση των δεσμεύσεων και των επιδιωκόμενων οφελών από πλευράς καλής διαβίωσης των ζώων.».

6)

Στο άρθρο 38 παράγραφος 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η στήριξη δυνάμει του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο β) χορηγείται μόνο για την κάλυψη απωλειών που προκαλούνται από δυσμενή κλιματικά φαινόμενα, ζωική ή φυτική ασθένεια, προσβολή από παράσιτα ή μέτρα που εγκρίθηκαν σύμφωνα με την οδηγία 2000/29/ΕΚ για την εξάλειψη ή συγκράτηση φυτικής ασθένειας ή παρασίτων ή περιβαλλοντικού συμβάντος, τα οποία καταστρέφουν άνω του 30 % της μέσης ετήσιας παραγωγής του γεωργού κατά την προηγούμενη τριετία ή του μέσου όρου των τριών ετών που υπολογίζεται με βάση την προηγούμενη πενταετία, ύστερα από αφαίρεση της υψηλότερης και της χαμηλότερης τιμής. Μπορούν να χρησιμοποιούνται δείκτες για τον υπολογισμό της ετήσιας παραγωγής του γεωργού. Η χρησιμοποιούμενη μέθοδος υπολογισμού οφείλει να επιτρέπει τον υπολογισμό της ετήσιας απώλειας ενός επιμέρους γεωργού σε ένα δεδομένο έτος. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μειώσουν το εν λόγω ποσοστό του 30 %, ωστόσο όχι κάτω του 20 %.».

7)

Στο άρθρο 39, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η στήριξη βάσει του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο γ) χορηγείται μόνο όταν η μείωση του εισοδήματος υπερβαίνει το 30 % του μέσου ετήσιου εισοδήματος εκάστου γεωργού κατά την προηγούμενη τριετία ή του μέσου όρου τριετίας που υπολογίζεται με βάση την προηγούμενη πενταετία, ύστερα από αφαίρεση της υψηλότερης και της χαμηλότερης τιμής. Το εισόδημα για τους σκοπούς του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο γ) αναφέρεται στο σύνολο των εσόδων που έχει ο γεωργός από την αγορά, συμπεριλαμβανομένης κάθε μορφής δημόσιας στήριξης, ύστερα από αφαίρεση του κόστους των εισροών. Οι ενισχύσεις από το ταμείο αλληλοβοήθειας στους γεωργούς αντισταθμίζουν την απώλεια εισοδήματος εντός του έτους κατά το οποίο ο παραγωγός καθίσταται επιλέξιμος για τη λήψη αυτής της ενίσχυσης, σε ποσοστό μικρότερο από 70 %. Για τον υπολογισμό της ετήσιας απώλειας εισοδήματος του γεωργού μπορούν να χρησιμοποιούνται δείκτες. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μειώσουν το εν λόγω ποσοστό του 30 %, ωστόσο όχι κάτω του 20 %.».

8)

Στο άρθρο 39β, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η στήριξη λαμβάνει τη μορφή εφάπαξ ποσού που πρέπει να καταβληθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021, βάσει των αιτήσεων παροχής στήριξης που εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή έως την 30ή Ιουνίου 2021. Η επακόλουθη επιστροφή από την Επιτροπή πραγματοποιείται σύμφωνα με τις πιστώσεις του προϋπολογισμού και με την επιφύλαξη της διαθεσιμότητας χρηματοδοτικών πόρων. Το επίπεδο των πληρωμών μπορεί να διαφοροποιείται ανά κατηγορίες δικαιούχων, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια που δεν εισάγουν διακρίσεις.».

9)

Στο άρθρο 42, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Εκτός από τα καθήκοντα που αναφέρονται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2020/2220, οι ομάδες τοπικής δράσης μπορούν επίσης να εκτελούν επιπλέον καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί από τη διαχειριστική αρχή και/ή τον οργανισμό πληρωμών.».

10)

Στο άρθρο 51 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη για τα οποία το συνολικό ποσό της στήριξης της Ένωσης για την αγροτική ανάπτυξη για τα έτη 2014-2020, όπως ορίζεται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού, είναι κατώτερο από 1 800 εκατομμύρια EUR δύνανται, μετά την παράταση των προγραμμάτων τους σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2020/2220, να αποφασίσουν να διαθέσουν το 5 % του συνολικού ποσού κάθε προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης σε δράσεις που αναφέρονται στο άρθρο 59 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013.».

11)

Το άρθρο 58 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Με την επιφύλαξη των παραγράφων 5, 6 και 7, το συνολικό ποσό της στήριξης της Ένωσης στην αγροτική ανάπτυξη δυνάμει του παρόντος κανονισμού για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2021 έως 31 Δεκεμβρίου 2022 είναι κατ’ ανώτατο όριο 26 896 831 880 EUR, σε τρέχουσες τιμές, σύμφωνα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο για τα έτη 2021 έως 2027.»·

β)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Για να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις σχετικά με την ετήσια κατανομή που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένων των μεταφορών που προβλέπονται στις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου και των μεταφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2020/2220, για τη διεκπεραίωση τεχνικών προσαρμογών χωρίς τροποποίηση των συνολικών χορηγήσεων ή για να ληφθεί υπόψη τυχόν άλλη τροποποίηση που θα προβλεφθεί από νομοθετική πράξη μετά την έκδοση του παρόντος κανονισμού, ανατίθεται στην Επιτροπή να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 83 του παρόντος κανονισμού προκειμένου να αναθεωρούνται τα ανώτατα όρια που προβλέπονται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού.».

12)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 58α

Πόροι για την ανάκαμψη του γεωργικού τομέα και των αγροτικών περιοχών της Ένωσης

1.   Το άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2094 («κανονισμός ΜΑΕΕ») (*) εφαρμόζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο μέσω μέτρων που είναι επιλέξιμα στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ και αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης της COVID-19, με ποσό ύψους 8 070 486 840 EUR σε τρέχουσες τιμές από το ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο vi) του εν λόγω κανονισμού, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφοι 3, 4 και 8 του εν λόγω κανονισμού.

Το εν λόγω ποσό των 8 070 486 840 EUR σε τρέχουσες τιμές συνιστά εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (**).

Το ποσό διατίθεται ως πρόσθετοι πόροι για δημοσιονομική δέσμευση στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ για τα έτη 2021 και 2022, επιπλέον των συνολικών πόρων που καθορίζονται στο άρθρο 58 του παρόντος κανονισμού, ως εξής:

2021: 2 387 718 000 EUR,

2022: 5 682 768 840 EUR.

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, οι εν λόγω πρόσθετοι πόροι θεωρούνται ποσά που χρηματοδοτούν μέτρα στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ. Θεωρούνται μέρος του συνολικού ποσού της στήριξης της Ένωσης για την αγροτική ανάπτυξη, όπως αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, στο οποίο προστίθενται όταν γίνεται αναφορά στο συνολικό ποσό της στήριξης της Ένωσης για την αγροτική ανάπτυξη. Το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 δεν εφαρμόζεται στους πρόσθετους πόρους που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

2.   Η κατανομή ανά κράτος μέλος των πρόσθετων πόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αφαίρεση του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, καθορίζεται στο παράρτημα Iα.

3.   Τα κατώτατα ποσοστά της συνολικής συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ στο πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφοι 5 και 6 του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται στους πρόσθετους πόρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Ωστόσο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι σε κάθε πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης προορίζεται τουλάχιστον το ίδιο συνολικό μερίδιο της συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων πόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, για τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2220

4.   Τουλάχιστον το 37 % των πρόσθετων πόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου προορίζεται, σε κάθε πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης, για τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 33 και το άρθρο 59 παράγραφοι 5 και 6, ιδίως δε για:

α)

τη βιολογική γεωργία,

β)

τον μετριασμό της αλλαγής του κλίματος και την προσαρμογή σε αυτήν, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τη γεωργία,

γ)

τη διατήρηση του εδάφους, συμπεριλαμβανομένης της βελτίωσης της γονιμότητας του εδάφους μέσω της δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα,

δ)

τη βελτίωση της χρήσης και διαχείρισης των υδάτων, συμπεριλαμβανομένης της εξοικονόμησης ύδατος,

ε)

τη δημιουργία, διατήρηση και αποκατάσταση ευνοϊκών για τη βιοποικιλότητα ενδιαιτημάτων,

στ)

τη μείωση των κινδύνων και των επιπτώσεων της χρήσης φυτοφαρμάκων και αντιμικροβιακών ουσιών,

ζ)

την καλή μεταχείριση των ζώων,

η)

τις δράσεις συνεργασίας LEADER.

5.   Τουλάχιστον το 55 % των πρόσθετων πόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου προορίζεται, σε κάθε πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης, για τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 17, 19, 20 και 35, υπό τον όρο ότι η προβλεπόμενη χρήση των μέτρων αυτών στα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης προάγει την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη στις αγροτικές περιοχές και συμβάλλει σε μια ανθεκτική, βιώσιμη και ψηφιακή οικονομική ανάκαμψη σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με τους στόχους για τη γεωργία, το περιβάλλον και το κλίμα που επιδιώκονται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, ιδίως δε όσον αφορά:

α)

τις βραχείες αλυσίδες εφοδιασμού και τις τοπικές αγορές,

β)

την απόδοση των πόρων, συμπεριλαμβανομένης της γεωργίας ακριβείας και της έξυπνης γεωργίας, της καινοτομίας, της ψηφιοποίησης και του εκσυγχρονισμού των μηχανημάτων και του εξοπλισμού παραγωγής,

γ)

τις συνθήκες ασφαλείας στην εργασία,

δ)

την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, την κυκλική οικονομία και τη βιοοικονομία,

ε)

την πρόσβαση σε ΤΠΕ υψηλής ποιότητας στις αγροτικές περιοχές.

Κατά τη διάθεση των πρόσθετων πόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να παρεκκλίνουν από το κατώτατο ποσοστό του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου στον βαθμό που απαιτείται για τη συμμόρφωση με την αρχή της μη υποβάθμισης του άρθρου 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2220 Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν αντ’ αυτού να αποφασίσουν να παρεκκλίνουν από την εν λόγω αρχή της μη υποβάθμισης στον βαθμό που απαιτείται για την τήρηση του κατώτατου ποσοστού που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

6.   Έως και το 4 % του συνόλου των πρόσθετων πόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου μπορεί να διατεθεί για τεχνική βοήθεια, με πρωτοβουλία των κρατών μελών, στα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 2. Το εν λόγω κατώτατο ποσοστό μπορεί να είναι 5 % για τα κράτη μέλη στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 51 παράγραφος 2 τέταρτο εδάφιο.

7.   Έως και το 0,25 % του συνόλου των πρόσθετων πόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να διατεθεί για τεχνική βοήθεια σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 1.

8.   Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις που σχετίζονται με τους πρόσθετους πόρους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου πραγματοποιούνται σε κάθε πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης χωριστά από τη διάθεση που αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 4.

9.   Τα άρθρα 20, 21 και 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 δεν εφαρμόζονται στο σύνολο των πρόσθετων πόρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

(*)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2094 του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση Μέσου Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη στήριξη της ανάκαμψης μετά την κρίση της COVID-19 (ΕΕ L 433 της 22.12.2020, σ. 23)."

(**)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1).»."

13)

Το άρθρο 59 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 4, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«εα)

100 % για τις πράξεις που λαμβάνουν χρηματοδότηση από τους πρόσθετους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 58α παράγραφος 1. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν ενιαίο, ειδικό ποσοστό συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ που θα εφαρμόζεται σε όλες αυτές τις πράξεις·»·

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Τουλάχιστον 5 %, και στην περίπτωση της Κροατίας 2,5 %, της συνολικής συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ στο πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης προορίζεται για το LEADER και για τοπική ανάπτυξη με πρωτοβουλία των τοπικών κοινοτήτων όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2220

Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 έκτο ή έβδομο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, τα ποσοστά που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται στη συνολική συνεισφορά του ΕΓΤΑΑ στο πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης χωρίς την πρόσθετη στήριξη που διατίθεται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 έκτο ή έβδομο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013.»·

γ)

η παράγραφος 6α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6α.   Η στήριξη η οποία παρέχεται από το ΕΓΤΑΑ δυνάμει του άρθρου 39β δεν υπερβαίνει το 2 % της συνολικής συνεισφοράς του ΕΓΤΑΑ στο πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης για τα έτη 2014-2020 όπως προβλέπεται στο πρώτο μέρος παραρτήματος I.».

14)

Στο άρθρο 75, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Έως τις 30 Ιουνίου 2016 και έως τις 30 Ιουνίου κάθε επόμενου έτους μέχρι και συμπεριλαμβανόμενου του 2026, το κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή ετήσια έκθεση υλοποίησης σχετικά με την εφαρμογή ενός προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Η έκθεση η οποία υποβάλλεται το 2016 καλύπτει τα ημερολογιακά έτη 2014 έως 2015.».

15)

Το άρθρο 78 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το 2026 τα κράτη μέλη καταρτίζουν έκθεση εκ των υστέρων αξιολόγησης για καθένα από τα οικεία προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης. Η εν λόγω έκθεση υποβάλλεται στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.».

16)

Το παράρτημα I τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα I του παρόντος κανονισμού.

17)

Παρεμβάλλεται νέο παράρτημα Iα ως έχει στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού.

18)

Το παράρτημα II τροποποιείται ως εξής:

α)

το άρθρο 17 παράγραφος 3 «Επενδύσεις σε υλικά στοιχεία ενεργητικού», τέταρτη στήλη, τροποποιείται ως εξής:

i)

η σειρά 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Του ποσού των επιλέξιμων επενδύσεων στις άλλες περιφέρειες

Τα ανωτέρω ποσοστά μπορούν να προσαυξηθούν κατά ακόμα 35 ποσοστιαίες μονάδες σε περίπτωση χρηματοδοτικών πράξεων από τα κονδύλια που αναφέρονται στο άρθρο 58α παράγραφος 1, οι οποίες συμβάλλουν σε μια ανθεκτική, βιώσιμη και ψηφιακή οικονομική ανάκαμψη, υπό τον όρο ότι η εν λόγω στήριξη δεν υπερβαίνει το 75 %, και κατά ακόμη 20 ποσοστιαίες μονάδες, υπό τον όρο ότι η μέγιστη συνδυασμένη στήριξη δεν υπερβαίνει το 90 %, για:

νέους γεωργούς ως ορίζονται κατά τον παρόντα κανονισμό ή οι οποίοι έχουν ήδη εγκατασταθεί κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που προηγούνται της αίτησης στήριξης,

συλλογικές επενδύσεις και ολοκληρωμένα έργα, συμπεριλαμβανομένων αυτών που συνδέονται με συγχωνεύσεις οργανώσεων παραγωγών,

περιοχές που αντιμετωπίζουν φυσικά και άλλα ειδικά μειονεκτήματα όπως αναφέρεται στο άρθρο 32,

πράξεις που λαμβάνουν στήριξη στο πλαίσιο των ΕΣΚ,

επενδύσεις που συνδέονται με πράξεις δυνάμει των άρθρων 28 και 29»·

ii)

η σειρά 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Του ποσού των επιλέξιμων επενδύσεων στις άλλες περιφέρειες

Τα ανωτέρω ποσοστά μπορούν να προσαυξηθούν κατά ακόμα 35 ποσοστιαίες μονάδες σε περίπτωση χρηματοδοτικών πράξεων από τα κονδύλια που αναφέρονται στο άρθρο 58α παράγραφος 1, οι οποίες συμβάλλουν σε μια ανθεκτική, βιώσιμη και ψηφιακή οικονομική ανάκαμψη, υπό τον όρο ότι η εν λόγω στήριξη δεν υπερβαίνει το 75 %, και κατά ακόμη 20 ποσοστιαίες μονάδες, υπό τον όρο ότι η μέγιστη συνδυασμένη στήριξη δεν υπερβαίνει το 90 %, για δράσεις που λαμβάνουν στήριξη στο πλαίσιο των ΕΣΚ ή για δράσεις που συνδέονται με συγχωνεύσεις οργανώσεων παραγωγών.»·

β)

το άρθρο 19 παράγραφος 6 «Ανάπτυξη γεωργικών εκμεταλλεύσεων και επιχειρήσεων», τέταρτη στήλη, σειρά 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ανά νέο γεωργό δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i).

Το εν λόγω ποσό μπορεί να προσαυξηθεί κατά ακόμα 30 000 EUR κατ’ ανώτατο όριο σε περίπτωση χρηματοδοτικών πράξεων από τα κονδύλια που αναφέρονται στο άρθρο 58α παράγραφος 1.».

Άρθρο 8

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 25, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για καθένα από τα έτη 2021 και 2022, το ποσό του αποθεματικού ανέρχεται σε 400 εκατομμύρια EUR (σε τιμές του 2011) και περιλαμβάνεται στον τομέα 3 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου όπως ορίζεται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2093 του Συμβουλίου (*) [ΠΔΠ].

(*)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2093 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2020, για τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2021-2027 (ΕΕ L 433 της 22.12.2020, σ. 11).»."

2)

Το άρθρο 33 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 33

Δημοσιονομικές δεσμεύσεις

Όσον αφορά τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις της Ένωσης για τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης, εφαρμόζεται το άρθρο 76 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και κατά περίπτωση σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2220 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*).

(*)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2220 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση ορισμένων μεταβατικών διατάξεων για τη στήριξη από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) τα έτη 2021 και 2022 και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 όσον αφορά τους πόρους και την εφαρμογή τους τα έτη 2021 και 2022 και του κανονισμού (EE) αριθ. 1308/2013 όσον αφορά τους πόρους και την κατανομή αυτής της στήριξης τα έτη 2021 και 2022 (ΕΕ L 437 της 28.12.2020, σ. 1).»."

3)

Στο άρθρο 35, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Όσον αφορά τα προγράμματα που παρατείνονται σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2220, δεν χορηγείται προχρηματοδότηση για τα κονδύλια του 2021 και του 2022 ή για τους πρόσθετους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 58α παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013.».

4)

Στο άρθρο 36 παράγραφος 3, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Το πρώτο εδάφιο στοιχείο β) εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, στους πρόσθετους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 58α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013.».

5)

Στο άρθρο 37, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το υπόλοιπο εξοφλείται από την Επιτροπή μετά την παραλαβή της τελευταίας ετήσιας έκθεσης προόδου σχετικά με την εφαρμογή ενός προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης, με βάση το ισχύον σχέδιο χρηματοδότησης, τους ετήσιους λογαριασμούς του τελευταίου έτους εφαρμογής του εξεταζόμενου προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης και την αντίστοιχη απόφαση εκκαθάρισης λογαριασμών, με την επιφύλαξη των διαθέσιμων πιστώσεων του προϋπολογισμού. Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στην Επιτροπή το αργότερο έξι μήνες μετά την τελική ημερομηνία επιλεξιμότητας των δαπανών που αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και κατά περίπτωση σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2220 και καλύπτουν τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από τον οργανισμό πληρωμών έως την τελευταία ημερομηνία επιλεξιμότητας των δαπανών.».

6)

Στο άρθρο 38, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Το τμήμα των δημοσιονομικών δεσμεύσεων που είναι ακόμη ανοικτό κατά την τελευταία ημερομηνία επιλεξιμότητας των δαπανών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και κατά περίπτωση σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2220, για το οποίο δεν υποβλήθηκε καμία δήλωση δαπανών εντός έξι μηνών μετά την εν λόγω ημερομηνία αποδεσμεύεται αυτόματα.».

Άρθρο 9

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 11 παράγραφος 6, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αποφάσεις που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου και το τυχόν εκτιμώμενο προϊόν των μειώσεων για το έτος 2021 έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021 και για το έτος 2022 έως την 1η Αυγούστου2021.».

2)

Το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να διαθέσουν, ως πρόσθετη στήριξη που χρηματοδοτείται στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ για τα οικονομικά έτη 2022 και 2023, έως το 15 % των ετήσιων εθνικών ανωτάτων ορίων τους για τα ημερολογιακά έτη 2021 και 2022 που καθορίζονται στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού. Κατά συνέπεια, το αντίστοιχο ποσό δεν διατίθεται πλέον για τη χορήγηση άμεσων ενισχύσεων. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιείται στην Επιτροπή για το ημερολογιακό έτος 2021 έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021 και για το ημερολογιακό έτος 2022 έως την 1η Αυγούστου 2021 και καθορίζει το ποσοστό που έχει επιλεχθεί.»·

β)

στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα κράτη μέλη που δεν έλαβαν την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έβδομο εδάφιο για τα οικονομικά έτη 2022 και 2023 μπορούν να αποφασίσουν να διαθέσουν ως άμεσες ενισχύσεις έως το 15 % ή, στην περίπτωση της Βουλγαρίας, της Εσθονίας, της Ισπανίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας, της Πολωνίας, της Πορτογαλίας, της Ρουμανίας, της Σλοβακίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, έως το 25 % του ποσού που χορηγείται για τη στήριξη η οποία χρηματοδοτείται στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ για το οικονομικό έτος 2022 από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 και για το οικονομικό έτος 2023 δυνάμει της ενωσιακής νομοθεσίας που θεσπίστηκε κατόπιν της έκδοσης του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2093 του Συμβουλίου (*) [ΠΔΠ]. Κατά συνέπεια, το αντίστοιχο ποσό δεν διατίθεται πλέον για τη στήριξη που χρηματοδοτείται στο πλαίσιο του ΕΓΤΑΑ. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιείται στην Επιτροπή για το οικονομικό έτος 2022 έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021 και για το οικονομικό έτος 2023 έως την 1η Αυγούστου 2021 και καθορίζει το ποσοστό που έχει επιλεχθεί.

(*)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2093 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2020, για τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2021-2027 (ΕΕ L 433 της 22.12.2020, σ. 11).»."

3)

Το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Για κάθε κράτος μέλος, το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να αυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο μέχρι 3 % του οικείου ετήσιου εθνικού ανώτατου ορίου, όπως ορίζεται στο παράρτημα II, μετά την αφαίρεση του ποσού που προκύπτει από την εφαρμογή του ποσοστού που ορίζεται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 για το αντίστοιχο έτος. Όταν ένα κράτος μέλος εφαρμόζει τέτοια αύξηση, αυτή λαμβάνεται υπόψη από την Επιτροπή κατά τον καθορισμό του ετήσιου εθνικού ανώτατου ορίου για το καθεστώς βασικής ενίσχυσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, μέχρι την 1η Αυγούστου 2014, τα ετήσια ποσοστά κατά τα οποία πρέπει να αυξηθεί το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ετήσιο ποσοστό κατά το οποίο το ποσό που υπολογίζεται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να αυξηθεί για τα ημερολογιακά έτη 2021 και 2022.»·

β)

στην παράγραφο 5, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τα ημερολογιακά έτη 2021 και 2022, εάν το ανώτατο όριο ενός κράτους μέλους που καθορίζει η Επιτροπή δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου είναι διαφορετικό από εκείνο του προηγούμενου έτους λόγω αλλαγής στο ποσό που ορίζεται στο παράρτημα II ή λόγω οποιασδήποτε απόφασης που έλαβε το εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το άρθρο 14 παράγραφος 1 ή 2, το άρθρο 42 παράγραφος 1, το άρθρο 49 παράγραφος 1, το άρθρο 51 παράγραφος 1 ή το άρθρο 53, το εν λόγω κράτος μέλος αυξάνει ή μειώνει γραμμικά την αξία όλων των δικαιωμάτων ενίσχυσης και/ή αυξάνει ή μειώνει το εθνικό απόθεμα ή τα περιφερειακά αποθέματα για να διασφαλίσει την τήρηση της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.».

4)

Στο άρθρο 23 παράγραφος 6, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, κοινοποιούν στην Επιτροπή για το ημερολογιακό έτος 2021 έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021 και για το ημερολογιακό έτος 2022 έως την 1η Αυγούστου 2021 τις αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.».

5)

Στο άρθρο 25, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«11.   Αφού εφαρμόσουν την προσαρμογή που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 5, τα κράτη μέλη που έχουν κάνει χρήση της παρέκκλισης που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου μπορούν να αποφασίσουν ότι η μοναδιαία αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης που κατέχουν οι γεωργοί στις 31 Δεκεμβρίου 2019 με αξία χαμηλότερη από την εθνική ή περιφερειακή μοναδιαία αξία το 2020, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, αυξάνεται προς την εθνική ή περιφερειακή μοναδιαία αξία το 2020. Η αύξηση υπολογίζεται σύμφωνα με τους ακόλουθους όρους:

α)

η μέθοδος υπολογισμού για την αύξηση που αποφασίζει το οικείο κράτος μέλος βασίζεται σε αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια,

β)

για τη χρηματοδότηση της αύξησης, μειώνεται το σύνολο ή μέρος των ιδιόκτητων ή μισθωμένων δικαιωμάτων ενίσχυσης των γεωργών στις 31 Δεκεμβρίου 2019 με αξία ανώτερη της εθνικής ή περιφερειακής μοναδιαίας αξίας για το 2020, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο· η εν λόγω μείωση εφαρμόζεται στη διαφορά μεταξύ της αξίας των εν λόγω δικαιωμάτων και της εθνικής ή περιφερειακής μοναδιαίας αξίας το 2020· η εφαρμογή της εν λόγω μείωσης βασίζεται σε αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια, τα οποία μπορούν να περιλαμβάνουν τον καθορισμό μέγιστης μείωσης.

Η εθνική ή περιφερειακή μοναδιαία αξία το 2020 που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου υπολογίζεται διαιρώντας το εθνικό ή περιφερειακό ανώτατο όριο για το καθεστώς βασικής ενίσχυσης που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1 ή το άρθρο 23 παράγραφος 2 για το 2020, εξαιρουμένου του ποσού των εθνικών ή των περιφερειακών αποθεμάτων, διά του αριθμού των ιδιόκτητων ή μισθωμένων δικαιωμάτων ενίσχυσης των γεωργών στις 31 Δεκεμβρίου 2019.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη που έχουν κάνει χρήση της παρέκκλισης που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου μπορούν να αποφασίσουν να διατηρήσουν την αξία των δικαιωμάτων ενίσχυσης που υπολογίζεται σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο, με την επιφύλαξη της προσαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 5.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν τους γεωργούς εγκαίρως για την αξία των οικείων δικαιωμάτων ενίσχυσης όπως υπολογίζεται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

12.   Για τα ημερολογιακά έτη 2021 και 2022, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να εφαρμόσουν περαιτέρω εσωτερική σύγκλιση εφαρμόζοντας την παράγραφο 11 στο σχετικό έτος.».

6)

Στο άρθρο 29, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τα ημερολογιακά έτη 2020 και 2021, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αποφάσεις τους που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφοι 11 και 12 έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021.

Για το ημερολογιακό έτος 2022, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή την απόφασή τους που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 12 έως την 1η Αυγούστου 2021.».

7)

Στο άρθρο 30 παράγραφος 8, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όσον αφορά τις χορηγήσεις από το εθνικό απόθεμα ή τα περιφερειακά αποθέματα το 2021 και το 2022, το ποσό του εθνικού αποθέματος ή των περιφερειακών αποθεμάτων που εξαιρείται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου προσαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο. Όσον αφορά τις χορηγήσεις από το εθνικό απόθεμα ή τα περιφερειακά αποθέματα το 2021 και το 2022, το τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται.».

8)

Το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης το 2020 συνεχίζουν να το εφαρμόζουν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2020.»·

β)

στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για κάθε κράτος μέλος, το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου μπορεί να αυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο μέχρι 3 % του οικείου ετήσιου εθνικού ανώτατου ορίου, όπως ορίζεται στο παράρτημα II, μετά την αφαίρεση του ποσού που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 47 παράγραφος 1 για το αντίστοιχο έτος. Όταν ένα κράτος μέλος εφαρμόζει τέτοια αύξηση, η αύξηση αυτή λαμβάνεται υπόψη από την Επιτροπή κατά τον καθορισμό του ετήσιου εθνικού ανώτατου ορίου για το καθεστώς ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2018 τα ετήσια ποσοστά κατά τα οποία πρέπει να αυξηθεί το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου για κάθε ημερολογιακό έτος από το 2018 και εφεξής, Έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ετήσιο ποσοστό κατά το οποίο το ποσό που υπολογίζεται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να αυξηθεί για τα ημερολογιακά έτη 2021 και 2022.».

9)

Το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα κράτη μέλη που χορηγούν μεταβατική εθνική ενίσχυση το χρονικό διάστημα 2015-2020 μπορούν να αποφασίσουν να χορηγήσουν μεταβατική εθνική ενίσχυση το 2021 και το 2022.»·

β)

στην παράγραφο 4, η έκτη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«—

50 % το 2020, 2021 και 2022.».

10)

Στο άρθρο 41, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν έως την 1η Αυγούστου οποιουδήποτε δεδομένου έτους να χορηγήσουν, από το επόμενο έτος, ετήσια πληρωμή σε αγρότες που δικαιούνται ενίσχυση στο πλαίσιο του καθεστώτος βασικής ενίσχυσης που αναφέρεται στο κεφάλαιο 1 τμήματα 1, 2, 3 και 5 ή στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης που αναφέρεται στο κεφάλαιο 1 τμήμα 4 (“αναδιανεμητική ενίσχυση”). Τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν τέτοια απόφαση έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021 για το ημερολογιακό έτος 2021 και έως την 1η Αυγούστου 2021 για το ημερολογιακό έτος 2022. Τα κράτη μέλη που ήδη εφαρμόζουν την αναδιανεμητική ενίσχυση μπορούν να αναθεωρήσουν την απόφασή τους να χορηγήσουν τέτοια ενίσχυση ή τις λεπτομέρειες του καθεστώτος έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021 για το ημερολογιακό έτος 2021 και έως την 1η Αυγούστου 2021 για το ημερολογιακό έτος 2022.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε τέτοια απόφασή τους έως τη σχετική ημερομηνία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.».

11)

Στο άρθρο 42 παράγραφος 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ποσοστό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021 για το ημερολογιακό έτος 2021 και έως την 1η Αυγούστου 2021 για το ημερολογιακό έτος 2022.».

12)

Στο άρθρο 49 παράγραφος 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα κράτη μέλη που χορηγούν ενισχύσεις σύμφωνα με το άρθρο 48 κατά το ημερολογιακό έτος 2020 κοινοποιούν στην Επιτροπή το ποσοστό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021 για το ημερολογιακό έτος 2021 και έως την 1η Αυγούστου 2021 για το ημερολογιακό έτος 2022.».

13)

Στο άρθρο 51 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για τη χρηματοδότηση της ενίσχυσης για γεωργούς νεαρής ηλικίας τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν ποσοστό του προβλεπόμενου στο παράρτημα II ετήσιου ανώτατου ορίου που δεν υπερβαίνει το 2 %. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, έως την 1η Αυγούστου 2014, το εκτιμώμενο ποσοστό που είναι απαραίτητο για τη χρηματοδότηση αυτής της ενίσχυσης. Έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα απαραίτητα εκτιμώμενα ποσοστά για τη χρηματοδότηση της εν λόγω ενίσχυσης για τα ημερολογιακά έτη 2021 και 2022.».

14)

Στο άρθρο 52, η παράγραφος 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«10.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 70 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά μέτρα που αποσκοπούν στην αποτροπή του ενδεχομένου να θίγονται οι δικαιούχοι προαιρετικής συνδεδεμένης στήριξης από την ύπαρξη διαρθρωτικών ανισορροπιών της αγοράς σε έναν τομέα. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις μπορούν να παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποφασίσουν τη συνέχιση της καταβολής της εν λόγω στήριξης μέχρι το 2022 βάσει των παραγωγικών μονάδων για τις οποίες χορηγήθηκε προαιρετική συνδεδεμένη στήριξη σε προηγούμενη περίοδο αναφοράς.».

15)

Το άρθρο 53 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα κράτη μέλη που δεν έχουν χορηγήσει προαιρετική συνδεδεμένη στήριξη έως το έτος υποβολής αιτήσεων 2020 μπορούν να λάβουν απόφαση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο για το ημερολογιακό έτος 2021 έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021.»·

β)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Τα κράτη μέλη μπορούν, έως την 1η Αυγούστου οποιουδήποτε δεδομένου έτους, να αναθεωρήσουν την απόφασή τους δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου.

Έως την 8η Φεβρουαρίου 2020, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να αναθεωρήσουν την απόφασή τους δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου στον βαθμό που απαιτείται για την προσαρμογή στην απόφαση σχετικά με την ευελιξία μεταξύ πυλώνων για το ημερολογιακό έτος 2020 η οποία λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 14.

Τα κράτη μέλη αποφασίζουν έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021 για το ημερολογιακό έτος 2021 και έως την 1η Αυγούστου 2021 για το ημερολογιακό έτος 2022 εάν συνεχίζουν ή παύουν τη χορήγηση προαιρετικής συνδεδεμένης στήριξης για το αντίστοιχο έτος υποβολής αιτήσεων.

Μέσω αναθεώρησης δυνάμει του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου ή μέσω κοινοποίησης δυνάμει του τρίτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν με ισχύ από το επόμενο έτος και για τα ημερολογιακά έτη 2020 και 2021 με ισχύ από το ίδιο ημερολογιακό έτος:

α)

να μην αλλάξουν, να αυξήσουν ή να μειώσουν το ποσοστό που έχει οριστεί δυνάμει των παραγράφων 1, 2 και 3, εντός των ορίων που θεσπίζονται σε αυτές κατά περίπτωση, ή να μην αλλάξουν ή να μειώσουν το ποσοστό που έχει οριστεί δυνάμει της παραγράφου 4,

β)

να τροποποιήσουν τους όρους χορήγησης της στήριξης,

γ)

να παύσουν τη χορήγηση της στήριξης που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε απόφαση σχετική με το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου έως τις αντίστοιχες ημερομηνίες που αναφέρονται στα εν λόγω εδάφια. Η κοινοποίηση της απόφασης σχετικά με αναθεώρηση δυνάμει του δευτέρου εδαφίου της παρούσας παραγράφου εξηγεί το σύνδεσμο μεταξύ της αναθεώρησης και της απόφασης σχετικά με την ευελιξία μεταξύ πυλώνων για το ημερολογιακό έτος 2020 η οποία λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 14.».

16)

Στο άρθρο 54, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 53 έως τις ημερομηνίες που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Εκτός από την απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 53 παράγραφος 6 τέταρτο εδάφιο στοιχείο γ) η κοινοποίηση περιλαμβάνει πληροφορίες για τις στοχευμένες περιφέρειες, τα επιλεγμένα είδη γεωργικής δραστηριότητας ή τομείς, καθώς και το επίπεδο της στήριξης που πρόκειται να χορηγηθεί. Οι κοινοποιήσεις των αποφάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 και της απόφασης που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 53 παράγραφος 6 περιλαμβάνουν επίσης το ποσοστό του εθνικού ανώτατου ορίου που αναφέρεται στο άρθρο 53 για το σχετικό ημερολογιακό έτος.».

17)

Στο άρθρο 58, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Προκειμένου να υπολογισθεί για το 2020 το ποσό της ειδικής ενίσχυσης για το βαμβάκι ανά εκτάριο επιλέξιμης έκτασης, οι αποδόσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 πολλαπλασιάζονται επί τα εξής ποσά αναφοράς:

Βουλγαρία: 649,45 EUR,

Ελλάδα: 234,18 EUR,

Ισπανία: 362,15 EUR,

Πορτογαλία: 228,00 EUR.

Προκειμένου να υπολογισθεί για το 2021 και το 2022 το ποσό της ειδικής ενίσχυσης για το βαμβάκι ανά εκτάριο επιλέξιμης έκτασης, οι αποδόσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 πολλαπλασιάζονται επί τα εξής ποσά αναφοράς:

Βουλγαρία: 636,13 EUR,

Ελλάδα: 229,37 EUR,

Ισπανία: 354,73 EUR,

Πορτογαλία: 223,32 EUR.».

18)

Τα παραρτήματα II και III τροποποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα III του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 10

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα προγράμματα εργασιών που καταρτίστηκαν για την περίοδο από την 1η Απριλίου 2021 λήγουν στις 31 Δεκεμβρίου 2022.»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η χρηματοδότηση της Ένωσης για τα προγράμματα εργασιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για το 2020 έχει ως εξής:

α)

11 098 000 EUR για την Ελλάδα,

β)

576 000 EUR για τη Γαλλία,

γ)

35 991 000 EUR για την Ιταλία.

Η χρηματοδότηση της Ένωσης για τα προγράμματα εργασιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για καθένα από τα έτη 2021 και 2022 έχει ως εξής:

α)

10 666 000 EUR για την Ελλάδα,

β)

554 000 EUR για τη Γαλλία,

γ)

34 590 000 EUR για την Ιταλία.».

2)

Στο άρθρο 33 παράγραφος 1, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Επιχειρησιακά προγράμματα για τα οποία προβλέπεται να εγκριθεί παράταση, σύμφωνα με τη μέγιστη διάρκεια πέντε ετών που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, μετά τις 29 Δεκεμβρίου 2020 δύνανται να παραταθούν μόνο ως τις 31 Δεκεμβρίου 2022.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα νέα επιχειρησιακά προγράμματα που εγκρίνονται μετά τις 29 Δεκεμβρίου 2020 έχουν μέγιστη διάρκεια τριών ετών.».

3)

Στο άρθρο 55 παράγραφος 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα εθνικά προγράμματα τα οποία καταρτίστηκαν για την περίοδο από την 1η Αυγούστου 2019 έως την 31η Ιουλίου 2022 παρατείνονται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022. Τα κράτη μέλη τροποποιούν τα εθνικά τους προγράμματα ώστε να λάβουν υπόψη αυτή την παράταση και κοινοποιούν τα τροποποιημένα προγράμματα στην Επιτροπή προς έγκριση.».

4)

Στο άρθρο 58, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η ενωσιακή χρηματοδότηση για την ενίσχυση των οργανώσεων παραγωγών που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ανέρχεται για το 2020 σε 2 277 000 EUR για τη Γερμανία.

Η ενωσιακή χρηματοδότηση για την ενίσχυση των οργανώσεων παραγωγών που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ανέρχεται για καθένα από τα έτη 2021 και 2022 σε 2 188 000 EUR για τη Γερμανία.».

5)

Στο άρθρο 62 παράγραφος 3, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, η ισχύς των αδειών που χορηγήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 64 και το άρθρο 66 παράγραφος 1, οι οποίες λήγουν το 2020, παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2021.

Οι παραγωγοί που διαθέτουν άδειες σύμφωνα με το άρθρο 64 και το άρθρο 66 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, οι οποίες λήγουν το 2020, δεν υπόκεινται, κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στη διοικητική κύρωση που αναφέρεται στο άρθρο 89 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, υπό τον όρο ότι θα ενημερώσουν τις αρμόδιες αρχές έως τις 28 Φεβρουαρίου 2021 ότι δεν προτίθενται να χρησιμοποιήσουν την άδειά τους και δεν επιθυμούν να επωφεληθούν από την παράταση της ισχύος τους, όπως αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.».

6)

Το άρθρο 68 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ανωτέρω μετατροπή συντελείται εφόσον οι εν λόγω παραγωγοί υποβάλουν σχετική αίτηση πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2015. Τα κράτη μέλη μπορούν με απόφασή τους να επιτρέψουν στους παραγωγούς να υποβάλουν αίτηση μετατροπής των δικαιωμάτων σε άδειες έως την 31η Δεκεμβρίου 2022.»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Οι άδειες που χορηγούνται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 έχουν την ίδια περίοδο ισχύος με τα δικαιώματα φύτευσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Εάν οι εν λόγω άδειες δεν χρησιμοποιηθούν, λήγουν το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου 2018 ή, εάν ένα κράτος μέλος έχει λάβει την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου 2025.».

7)

Στο τέλος του τίτλου II κεφάλαιο III τμήμα 4 προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 167α

Κανόνες εμπορίας για τη βελτίωση και τη σταθεροποίηση της λειτουργίας της κοινής αγοράς ελαιόλαδου

1.   Προκειμένου να βελτιωθεί και να σταθεροποιηθεί η λειτουργία της κοινής αγοράς ελαιόλαδου, συμπεριλαμβανομένων των ελιών από τις οποίες προέρχεται, τα κράτη μέλη παραγωγής μπορούν να καθορίζουν κανόνες εμπορίας για τη ρύθμιση της προσφοράς.

Οι κανόνες αυτοί είναι ανάλογοι προς τον επιδιωκόμενο στόχο και:

α)

δεν αφορούν καμία συναλλαγή μετά την πρώτη εμπορία του σχετικού προϊόντος,

β)

δεν επιτρέπουν τον καθορισμό της τιμής, ακόμη και σε περιπτώσεις που οι τιμές καθορίζονται ενδεικτικά ή για σύσταση,

γ)

δεν παρεμποδίζουν τη διάθεση υπερβολικά μεγάλου μέρους της παραγωγής της περιόδου εμπορίας που, διαφορετικά, θα ήταν διαθέσιμο.

2.   Οι κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κοινοποιούνται στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις με δημοσίευση του συνόλου τους σε επίσημο φύλλο του οικείου κράτους μέλους.

3.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για οποιεσδήποτε αποφάσεις λαμβάνουν δυνάμει του παρόντος άρθρου.».

8)

Στο άρθρο 211, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα άρθρα 107, 108 και 109 ΣΛΕΕ δεν εφαρμόζονται σε εθνικά δημοσιονομικά μέτρα στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη αποφασίζουν να παρεκκλίνουν από τους γενικούς φορολογικούς κανόνες επιτρέποντας τον υπολογισμό της βάσης φορολογίας εισοδήματος που εφαρμόζεται στους γεωργούς βάσει πολυετούς περιόδου, με απώτερο σκοπό την εξομάλυνση της φορολογικής βάσης για έναν ορισμένο αριθμό ετών.».

9)

Στο άρθρο 214α, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Το 2021 και το 2022 η Φινλανδία μπορεί να συνεχίσει να χορηγεί τις εθνικές ενισχύσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο με βάση τους ίδιους όρους και τα ίδια ποσά που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή για το 2020.».

10)

Το παράρτημα VI αντικαθίσταται από το κείμενο που παρατίθεται στο παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 11

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 9 σημείο 5) (σχετικά με το άρθρο 25 παράγραφος 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013) και το άρθρο 10 σημείο 5) (σχετικά με το άρθρο 62 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013) εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2020.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, το άρθρο 7 σημείο 12), το άρθρο 7 σημείο 13) στοιχείο α) και το άρθρο 7 σημεία 17) και 18) τίθενται σε ισχύ την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού ΜΑΕΕ. Το άρθρο 7 σημείο 12), το άρθρο 7 σημείο 13) στοιχείο α) και το άρθρο 7 σημεία 17) και 18) εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2021.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 23 Δεκεμβρίου 2020.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

D. M. SASSOLI

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. ROTH


(1)  ΕΕ C 232 της 14.7.2020, σ. 29.

(2)  ΕΕ C 109 της 1.4.2020, σ. 1.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2020 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2020.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 487).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 549).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί θεσπίσεως κανόνων για άμεσες ενισχύσεις στους γεωργούς βάσει καθεστώτων στήριξης στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 637/2008 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 608).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 671).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1310/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη θέσπιση ορισμένων μεταβατικών διατάξεων για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τους πόρους και την κατανομή τους για το έτος 2014 και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την εφαρμογή τους κατά το έτος 2014 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 865).

(10)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 807/2014 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και για τη θέσπιση μεταβατικών διατάξεων (ΕΕ L 227 της 31.7.2014, σ. 1).

(11)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2393 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2017, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1305/2013, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, (ΕΕ) αριθ. 1307/2013, περί θεσπίσεως κανόνων για άμεσες ενισχύσεις στους γεωργούς βάσει καθεστώτων στήριξης στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και (ΕΕ) αριθ. 652/2014 για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με τη διαχείριση των δαπανών που αφορούν, αφενός, τη διατροφική αλυσίδα, την υγεία των ζώων και την καλή μεταχείριση των ζώων και, αφετέρου, την υγεία των φυτών και το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό (ΕΕ L 350 της 29.12.2017, σ. 15).

(12)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2094 του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση Μέσου Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη στήριξη της ανάκαμψης μετά την κρίση της COVID-19 (ΕΕ L 433 της 22.12.2020, σ. 23).

(13)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφαση 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1).

(14)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ L 277 της 21.10.2005, σ. 1).

(15)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών (ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 80).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Το παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΜΕΡΟΣ 1: ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ( 2014 ΕΩΣ 2020)»·

2)

προστίθενται ο ακόλουθος τίτλος και ο ακόλουθος πίνακας:

«ΜΕΡΟΣ 2: ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΗΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ (2021 ΚΑΙ 2022)

(τρέχουσες τιμές σε EUR)

 

2021

2022

Βέλγιο

101 120 350

82 800 894

Βουλγαρία

344 590 304

282 162 644

Τσεχία

316 532 230

259 187 708

Δανία

92 734 249

75 934 060

Γερμανία

1 334 041 136

1 092 359 738

Εσθονία

107 490 074

88 016 648

Ιρλανδία

380 590 206

311 640 628

Ελλάδα

680 177 956

556 953 600

Ισπανία

1 319 414 366

1 080 382 825

Γαλλία

1 782 336 917

1 459 440 070

Κροατία

363 085 794

297 307 401

Ιταλία

1 648 587 531

1 349 921 375

Κύπρος

29 029 670

23 770 514

Λετονία

143 490 636

117 495 173

Λιθουανία

238 747 895

195 495 162

Λουξεμβούργο

15 034 338

12 310 644

Ουγγαρία

509 100 229

416 869 149

Μάλτα

24 406 009

19 984 497

Κάτω Χώρες

89 478 781

73 268 369

Αυστρία

635 078 708

520 024 752

Πολωνία

1 612 048 020

1 320 001 539

Πορτογαλία

660 145 863

540 550 620

Ρουμανία

1 181 006 852

967 049 892

Σλοβενία

134 545 025

110 170 192

Σλοβακία

316 398 138

259 077 909

Φινλανδία

432 993 097

354 549 956

Σουηδία

258 769 726

211 889 741

Σύνολο ΕΕ-27

14 750 974 100

12 078 615 700

Τεχνική βοήθεια

36 969 860

30 272 220

Σύνολο

14 787 943 960

12 108 887 920 »


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 παρεμβάλλεται το παράρτημα Iα ως εξής:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Iα

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΠΟΡΩΝ ΑΝΑ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 58Α

(τρέχουσες τιμές, σε EUR)

 

2021

2022

Βέλγιο

14 246 948

33 907 737

Βουλγαρία

59 744 633

142 192 228

Τσεχία

54 879 960

130 614 305

Δανία

16 078 147

38 265 991

Γερμανία

209 940 765

499 659 020

Εσθονία

18 636 494

44 354 855

Ιρλανδία

56 130 739

133 591 159

Ελλάδα

108 072 886

257 213 470

Ισπανία

212 332 550

505 351 469

Γαλλία

256 456 603

610 366 714

Κροατία

59 666 188

142 005 526

Ιταλία

269 404 179

641 181 947

Κύπρος

3 390 542

8 069 491

Λετονία

24 878 226

59 210 178

Λιθουανία

41 393 810

98 517 267

Λουξεμβούργο

2 606 635

6 203 790

Ουγγαρία

88 267 157

210 075 834

Μάλτα

2 588 898

6 161 577

Κάτω Χώρες

15 513 719

36 922 650

Αυστρία

101 896 221

242 513 006

Πολωνία

279 494 858

665 197 761

Πορτογαλία

104 599 747

248 947 399

Ρουμανία

204 761 482

487 332 328

Σλοβενία

21 684 662

51 609 495

Σλοβακία

48 286 370

114 921 561

Φινλανδία

61 931 116

147 396 056

Σουηδία

44 865 170

106 779 104

Σύνολο ΕΕ-27

2 381 748 705

5 668 561 918

Τεχνική βοήθεια (0,25 %)

5 969 295

14 206 922

Σύνολο

2 387 718 000

56 827 688 40.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Τα παραρτήματα II και ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1307/2013 τροποποιούνται ως εξής:

1)

Στο παράρτημα II, προστίθενται οι ακόλουθες στήλες:

«2021

2022

494 926

494 926

788 626

797 255

854 947

854 947

862 367

862 367

4 915 695

4 915 695

190 715

193 576

1 186 282

1 186 282

1 891 660

1 890 730

4 800 590

4 797 439

7 285 001

7 274 171

344 340

374 770

3 628 529

3 628 529

47 648

47 648

339 055

344 140

569 965

578 515

32 748

32 748

1 243 185

1 243 185

4 594

4 594

717 382

717 382

677 582

677 582

3 030 049

3 061 233

595 873

600 528

1 891 805

1 919 363

131 530

131 530

391 174

396 034

515 713

517 532

685 676

685 904 »

2)

Στο παράρτημα III, προστίθενται οι ακόλουθες στήλες:

«2021

2022

494,9

494,9

791,2

799,8

854,9

854,9

862,4

862,4

4 915,7

4 915,7

190,7

193,6

1 186,3

1 186,3

2 075,7

2 074,7

4 860,3

4 857,1

7 285,0

7 274,2

344,3

374,8

3 628,5

3 628,5

47,6

47,6

339,1

344,1

570,0

578,5

32,7

32,7

1 243,2

1 243,2

4,6

4,6

717,4

717,4

677,6

677,6

3 030,0

3 061,2

596,1

600,7

1 891,8

1 919,4

131,5

131,5

391,2

396,0

515,7

517,5

685,7

685,9»


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Το παράρτημα VI του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΡΙΞΗΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 44 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1

σε 1 000 EUR ανά οικονομικό έτος

 

2014

2015

2016

2017-2020

από το 2021

Βουλγαρία

26 762

26 762

26 762

26 762

25 721

Τσεχία

5 155

5 155

5 155

5 155

4 954

Γερμανία

38 895

38 895

38 895

38 895

37 381

Ελλάδα

23 963

23 963

23 963

23 963

23 030

Ισπανία

353 081

210 332

210 332

210 332

202 147

Γαλλία

280 545

280 545

280 545

280 545

269 628

Κροατία

11 885

11 885

11 885

10 832

10 410

Ιταλία

336 997

336 997

336 997

336 997

323 883

Κύπρος

4 646

4 646

4 646

4 646

4 465

Λιθουανία

45

45

45

45

43

Λουξεμβούργο

588

Ουγγαρία

29 103

29 103

29 103

29 103

27 970

Μάλτα

402

Αυστρία

13 688

13 688

13 688

13 688

13 155

Πορτογαλία

65 208

65 208

65 208

65 208

62 670

Ρουμανία

47 700

47 700

47 700

47 700

45 844

Σλοβενία

5 045

5 045

5 045

5 045

4 849

Σλοβακία

5 085

5 085

5 085

5 085

4 887

Ηνωμένο Βασίλειο

120

»

28.12.2020   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 437/30


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2020/2221 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 23ης Δεκεμβρίου 2020

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 όσον αφορά τους πρόσθετους πόρους REACT-EU και τις ρυθμίσεις εφαρμογής με σκοπό την παροχή βοήθειας για τη στήριξη της αποκατάστασης των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, λόγω της πανδημίας της COVID-19 και για την προετοιμασία μιας πράσινης, ψηφιακής και ανθεκτικής ανάκαμψης της οικονομίας (REACT-EU)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 177 και το άρθρο 322 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου (1),

Αφού ζήτησε τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Τα κράτη μέλη έχουν πληγεί από την κρίση λόγω των οικονομικών, κοινωνικών και υγειονομικών συνεπειών της πανδημίας της COVID 19 με πρωτοφανή τρόπο. Η κρίση εμποδίζει την ανάπτυξη στα κράτη μέλη, γεγονός το οποίο με τη σειρά του επιδεινώνει τις σοβαρές ελλείψεις ρευστότητας οι οποίες οφείλονται στην αιφνίδια και σημαντική αύξηση των δημόσιων επενδύσεων που απαιτούνται στα συστήματα υγείας των κρατών μελών και σε άλλους τομείς των οικονομιών τους. Η κρίση έχει επιδεινώσει επίσης την κατάσταση των ατόμων που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας, μειώνοντας έτσι την κοινωνική συνοχή στα κράτη μέλη. Επιπλέον, το κλείσιμο των εσωτερικών συνόρων είχε σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομική συνεργασία, ιδίως στις παραμεθόριες περιοχές, επηρεάζοντας τις μετακινήσεις των εργαζομένων και την βιωσιμότητα των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ). Το γεγονός αυτό έχει δημιουργήσει μια έκτακτη κατάσταση, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί με ειδικά, άμεσα και ασυνήθιστα μέτρα που θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία.

(2)

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο αντίκτυπος της κρίσης, οι κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 1301/2013 (4) και (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) τροποποιήθηκαν από τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/460 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη ευελιξία στην εφαρμογή επιχειρησιακών προγραμμάτων που υποστηρίζονται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης («ΕΤΠΑ»), το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο («ΕΚΤ») και το Ταμείο Συνοχής (εν συνόλω «τα Ταμεία») και από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας («ΕΤΘΑ»). Ωστόσο, καθώς επιδεινώθηκαν οι σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τις οικονομίες και τις κοινωνίες της Ένωσης, οι δύο κανονισμοί τροποποιήθηκαν και πάλι από τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/558 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7). Οι εν λόγω τροποποιήσεις προσέφεραν έκτακτη πρόσθετη ευελιξία, ώστε να μπορέσουν τα κράτη μέλη να επικεντρωθούν στην απαραίτητη αντιμετώπιση της πρωτοφανούς κρίσης: ενισχύθηκε η δυνατότητα κινητοποίησης της αχρησιμοποίητης στήριξης από τα Ταμεία και απλουστεύθηκαν οι διαδικαστικές απαιτήσεις που συνδέονται με την υλοποίηση και τους ελέγχους των προγραμμάτων.

(3)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε, στις 23 Απριλίου 2020, τον «Χάρτη πορείας για την ανάκαμψη» για να συνέλθει η οικονομία από τους ισχυρούς κλυδωνισμούς και για να μετριαστούν, αφενός, οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις για την Ένωση που οφείλονται στους έκτακτους περιορισμούς που έθεσαν σε εφαρμογή τα κράτη μέλη για τον περιορισμό της διασποράς της COVID-19 και, αφετέρου, ο κίνδυνος ασύμμετρης ανάκαμψης που οφείλεται στα διαφορετικά εθνικά μέσα που είναι διαθέσιμα στα διάφορα κράτη μέλη, γεγονός που είχε, με τη σειρά του, σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ο Χάρτης πορείας για την ανάκαμψη διαθέτει έντονη επενδυτική συνιστώσα και ζητά τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης. Επιπλέον, και όπως επιβεβαιώθηκε στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 21ης Ιουλίου 2020, δίνει εντολή στην Επιτροπή να αναλύσει τις ανάγκες έτσι ώστε οι πόροι να κατευθυνθούν προς τους τομείς και τα γεωγραφικά τμήματα της Ένωσης που δέχθηκαν το μεγαλύτερο πλήγμα, και να διευκρινιστεί παράλληλα η σύνδεση με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της περιόδου 2021-2027.

(4)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/2094 του Συμβουλίου (8) και εντός των ορίων των πόρων που διατίθενται σ’ αυτό, θα πρέπει να εφαρμοστούν, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων, μέτρα ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, με σκοπό να αντιμετωπιστούν οι άνευ προηγουμένου επιπτώσεις της κρίσης που προκλήθηκε από τη νόσο COVID-19. Οι εν λόγω πόροι REACT-EU θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την εξασφάλιση της τήρησης των προθεσμιών που προβλέπονται στον κανονισμό (EΕ) 2020/2094.

(5)

Ο προκείμενος κανονισμός θέτει κανόνες και εκτελεστικές ρυθμίσεις για τους πρόσθετους πόρους που δίδονται ως ευρωπαϊκή βοήθεια ανάκαμψης για τη συνοχή («REACT-EU») για να ενισχυθεί η προσπάθεια αποκατάστασης των συνεπειών της κρίσης COVID-19 και των κοινωνικών της επιπτώσεων, και για την προετοιμασία μιας πράσινης,ψηφιακής και ευέλικτης οικονομικής ανάκαμψης. Με το REACT-EU θα διατεθεί ένα πρόσθετο έκτακτο ποσό μεγίστου ύψους 47 500 000 000 EUR (σε τιμές του 2018) για δημοσιονομική ανάληψη υποχρέωσης από τα Διαρθρωτικά Ταμεία για τα έτη 2021 και 2022, με σκοπό τη στήριξη των κρατών μελών και των περιφερειών που έχουν πληγεί περισσότερο, ώστε να αποκαταστήσουν τις συνέπειες της κρίσης λόγω της πανδημίας COVID-19 και των κοινωνικών συνεπειών της, και να προετοιμάσουν μια πράσινη, ψηφιακή και ανθεκτική ανάκαμψη της οικονομίας, με σκοπό την ταχεία διάθεση πόρων στην πραγματική οικονομία μέσω των υφιστάμενων επιχειρησιακών προγραμμάτων («πόροι REACT-EU»). Οι πόροι αυτοί προέρχονται από το Μέσο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέρος των πρόσθετων πόρων θα πρέπει να διατίθεται στην τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία της Επιτροπής. Η Επιτροπή θα πρέπει να καθορίσει την κατανομή των ανωτέρω πόρων σε κάθε κράτος μέλος με βάση μια μέθοδο κατανομής που θα στηρίζεται στα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα αντικειμενικά στατιστικά στοιχεία για τη σχετική ευημερία των κρατών μελών και στην έκταση των επιπτώσεων της κρίσης COVID-19 στις οικονομίες και τις κοινωνίες τους. Πριν εφαρμοστεί η μέθοδος κατανομής για τους πόρους REACT-EU για το έτος 2021 και για την παροχή στήριξης των σημαντικότερων τομέων μετά την κρίση COVID-19 σε ορισμένα κράτη μέλη, θα πρέπει να διατεθούν στο Λουξεμβούργο και στην Μάλτα ποσά ύψους 100 000 000 EUR και 50 000 000 EUR αντίστοιχα. Η μέθοδος κατανομής θα πρέπει να προβλέπει ειδικό πρόσθετο ποσό για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές, δεδομένης της ειδικής ευπάθειας των οικονομιών και των κοινωνιών τους. Προκειμένου να αντικατοπτρίζεται ο εξελισσόμενος χαρακτήρας των επιπτώσεων της κρίσης COVID-19, η κατανομή θα πρέπει να αναθεωρηθεί το 2021 με βάση την ίδια μέθοδο κατανομής και τα τελευταία στατιστικά στοιχεία που θα είναι διαθέσιμα στις 19 Οκτωβρίου 2021 για να διανεμηθεί η δόση των πόρων REACT-EU για το 2022.

(6)

Δεδομένης της σπουδαιότητας της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της Ένωσης για την εφαρμογή της συμφωνίας του Παρισιού και την επίτευξη των στόχων βιώσιμης ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, τα Ταμεία θα συμβάλουν στην ενσωμάτωση των δράσεων για το κλίμα και στην επίτευξη συνολικού στόχου βάσει του οποίου το 30 % των δαπανών του συνολικού προϋπολογισμού της Ένωσης θα αφορά την στήριξη κλιματικών στόχων. Το REACT-EU αναμένεται να συνεισφέρει το 25 % του συνολικού χρηματοδοτικού κονδυλίου στους κλιματικούς στόχους. Σύμφωνα με τον χαρακτήρα του REACT-EU ως μέσου αποκατάστασης της κρίσης και την ευελιξία που παρέχει ο παρών κανονισμός, συμπεριλαμβανομένων της έλλειψης απαιτήσεων θεματικής συγκέντρωσης και της δυνατότητας των κρατών μελών να κατευθύνουν τους πόρους REACT-EU στην υποστήριξη δράσεων ΕΤΠΑ ή ΕΚΤ ανάλογα με τις ανάγκες τους, το επίπεδο των συνεισφορών των κρατών μελών με τις οποίες επιδιώκεται η επίτευξη του εν λόγω στόχου μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τις εθνικές προτεραιότητες.

(7)

Στον παρόντα κανονισμό εφαρμόζονται οι οριζόντιοι δημοσιονομικοί κανόνες που θεσπίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 322 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Οι εν λόγω κανόνες θεσπίζονται στον κανονισμό (EΕ, Eυρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) («Δημοσιονομικός κανονισμός») και ορίζουν συγκεκριμένα τη διαδικασία για την κατάρτιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού μέσω επιχορηγήσεων, δημοσίων συμβάσεων, βραβείων ή έμμεσης εκτέλεσης και προβλέπουν ελέγχους σχετικά με την ευθύνη των δημοσιονομικών παραγόντων. Οι κανόνες που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 322 ΣΛΕΕ επίσης περιλαμβάνουν γενικό καθεστώς αιρεσιμότητας για τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

(8)

Για να δοθεί στα κράτη μέλη η μέγιστη δυνατή ευελιξία ώστε να προσαρμόσουν τα μέτρα αποκατάστασης των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, λόγω της πανδημίας COVID-19 και να προετοιμάσουν μια πράσινη, ψηφιακή και ανθεκτική οικονομία, η Επιτροπή θα πρέπει να καθορίσει πιστώσεις σε επίπεδο κρατών μελών. Επίσης, θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα χρησιμοποίησης τυχόν πόρων REACT-EU για τη στήριξη της ενίσχυσης των απόρων και της πρωτοβουλίας για την απασχόληση των νέων (ΠΑΝ). Επιπλέον, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν ανώτατα όρια όσον αφορά τις πιστώσεις για τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία των κρατών μελών, ενώ παράλληλα να δοθεί στα κράτη μέλη η μέγιστη δυνατή ευελιξία όσον αφορά την κατανομή τους εντός των επιχειρησιακών προγραμμάτων που υποστηρίζονται από το ΕΤΠΑ ή το ΕΚΤ. Θα πρέπει να διατηρηθεί η επιχειρησιακή ισχύς του ΕΚΤ όταν διατεθούν πόροι REACT-EU στους τομείς πολιτικής της απασχόλησης, και ειδικότερα της απασχόλησης των νέων σύμφωνα με τις ενισχυμένες Εγγυήσεις για τη Νεολαία, των δεξιοτήτων και της εκπαίδευσης, της κοινωνικής ένταξης και της υγείας, με ιδιαίτερη έμφαση στην προσέγγιση μειονεκτουσών ομάδων και παιδιών. Επειδή αναμένεται ότι οι πόροι REACT-EU θα δαπανηθούν γρήγορα, οι αναλήψεις υποχρεώσεων που συνδέονται μ’ αυτούς τους πόρους θα πρέπει να αποδεσμευτούν μόνο στο κλείσιμο των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

(9)

Δεδομένου ότι η πανδημία COVID-19 έχει πλήξει περιφέρειες και δήμους των κρατών μελών με διαφορετικό τρόπο, η συμμετοχή περιφερειακών και τοπικών φορέων από τις αρχές, τους οικονομικούς και κοινωνικούς εταίρους και την κοινωνία των πολιτών, σύμφωνα με την αρχή της εταιρικής σχέσης, είναι σημαντική για την προετοιμασία, την υλοποίηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της αποκατάστασης των συνεπειών της κρίσης με τη στήριξη του REACT-EU.

(10)

Θα πρέπει επίσης να προβλεφθούν δυνατότητες μεταφοράς χρηματοδότησης στο πλαίσιο του στόχου «Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση» μεταξύ του ΕΤΠΑ και του ΕΚΤ όσον αφορά τους πόρους REACT-EU σύμφωνα με το άρθρο 25α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013. Οι μεταφορές αυτές δεν θα πρέπει να επηρεάζουν ούτε τους πόρους που διατίθενται στο πλαίσιο του στόχου της Ευρωπαϊκής Εδαφικής Συνεργασίας ούτε το ειδικό κονδύλι για την ΠΑΝ.

(11)

Για τη συμπλήρωση των δράσεων που είναι ήδη διαθέσιμες εντός του πεδίου εφαρμογής της στήριξης του ΕΤΠΑ, όπως διευρύνθηκε με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2020/460 και (ΕΕ) 2020/558, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούν τους πόρους REACT-EU πρωτίστως για επενδύσεις σε προϊόντα και υπηρεσίες για τις υπηρεσίες υγείας, συμπεριλαμβανομένων διασυνοριακών υπηρεσιών υγείας και φροντίδας σε θεσμικό, επίπεδο και σε επίπεδο κοινότητας και οικογένειας, για την παροχή στήριξης με τη μορφή κεφαλαίων κίνησης ή επενδυτικής στήριξης στις ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένης συμβουλευτικής στήριξης, ιδίως στους τομείς που έχουν πληγεί περισσότερο από την πανδημία της COVID-19 και χρήζουν ταχείας αναζωογόνησης, όπως είναι ο τουρισμός και ο πολιτισμός, για επενδύσεις που συμβάλλουν στη μετάβαση προς μια ψηφιακή και πράσινη οικονομία, για υποδομή με σκοπό την χωρίς διακρίσεις παροχή βασικών υπηρεσιών στους κατοίκους και για μέτρα οικονομικής στήριξης των περιφερειών εκείνων που εξαρτώνται από τομείς που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση COVID-19. Η ενίσχυση της συνεργασίας, του συντονισμού και της ανθεκτικότητας θα πρέπει επίσης να ενθαρρυνθεί. Επιπλέον, θα πρέπει να υποστηριχθεί η τεχνική συνδρομή. Οι πόροι REACT-EU ενδείκνυται να επικεντρωθούν αποκλειστικά στον νέο θεματικό στόχο «Στήριξη της αποκατάστασης των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, λόγω της πανδημίας της COVID-19 και προετοιμασία μιας πράσινης, ψηφιακής και ανθεκτικής ανάκαμψης της οικονομίας» που θα πρέπει επίσης να αποτελεί ενιαία επενδυτική προτεραιότητα, ώστε να απλουστευθεί ο προγραμματισμός και η εκτέλεση των πόρων αυτών.

(12)

Για το ΕΚΤ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να χρησιμοποιούν τους πόρους REACT-EU πρωτίστως για να στηρίζουν την πρόσβαση στην αγορά εργασίας και στα κοινωνικά συστήματα, εξασφαλίζοντας τη διατήρηση της απασχόλησης, μεταξύ άλλων, μέσω συστημάτων μειωμένου ωραρίου και στήριξης των αυτοαπασχολουμένων καθώς και των επιχειρηματιών και των ελεύθερων επαγγελματιών, των καλλιτεχνών και των δημιουργικών εργαζομένων. Τα συστήματα μειωμένου ωραρίου εργασίας και παρόμοια μέτρα, που προορίζονται κυρίως για τους αυτοαπασχολούμενους, έχουν ως στόχο να προστατεύσουν τους εργαζόμενους και τους αυτοαπασχολούμενους από τον κίνδυνο της ανεργίας, διατηρώντας ταυτόχρονα το ίδιο επίπεδο συνθηκών εργασίας και απασχόλησης και μισθών των εργαζομένων. Οι πόροι REACT-EU που διατίθενται σε αυτά τα συστήματα προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τη στήριξη των εργαζομένων. Στο πλαίσιο των εκτάκτων συνθηκών που επικρατούν σήμερα εξαιτίας της πανδημίας της COVID-19, θα πρέπει να είναι δυνατόν να παρασχεθεί στήριξη στα συστήματα μειωμένου ωραρίου για τους μισθωτούς και τους αυτοαπασχολούμενους, ακόμη και αν η στήριξη αυτή δεν συνδυάζεται με ενεργητικά μέτρα για την αγορά εργασίας, εκτός εάν τα μέτρα αυτά επιβάλλονται από το εθνικό δίκαιο. Ο εν λόγω κανόνας θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται με ομοιόμορφο τρόπο στα συστήματα μειωμένου ωραρίου εργασίας που έχουν λάβει στήριξη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, όπως τροποποιήθηκε από τους κανονισμούς (ΕΕ) 2020/460 και (ΕΕ) 2020/558 μετά την κρίση COVID-19 και τα οποία εξακολουθούν να λαμβάνουν στήριξη στο πλαίσιο της ειδικής επενδυτικής προτεραιότητας «Στήριξη της αποκατάστασης των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, λόγω της πανδημίας της COVID-19 και προετοιμασία μιας πράσινης, ψηφιακής και ανθεκτικής ανάκαμψης της οικονομίας». Η στήριξη της Ένωσης σε αυτά τα συστήματα μειωμένου ωραρίου εργασίας θα πρέπει να είναι περιορισμένη χρονικά.

(13)

Θα πρέπει επίσης να παρασχεθεί στήριξη για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και ποιοτικής απασχόλησης, ιδίως για τα άτομα που βρίσκονται σε ευάλωτες καταστάσεις, καθώς και για μέτρα κοινωνικής ένταξης και εξάλειψης της φτώχειας. Τα μέτρα απασχόλησης των νέων θα πρέπει να παραταθούν σύμφωνα με τις ενισχυμένες Εγγυήσεις για τη Νεολαία. Θα πρέπει να προβλεφθούν επενδύσεις στην εκπαίδευση, την κατάρτιση και την ανάπτυξη δεξιοτήτων, συμπεριλαμβανομένων της επανειδίκευσης και της αναβάθμισης των δεξιοτήτων, ιδίως για μειονεκτούσες ομάδες. Θα πρέπει να προωθηθεί η ίση πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, μεταξύ άλλων για τα παιδιά, τους ηλικιωμένους, τα άτομα με αναπηρίες, τις εθνικές μειονότητες και τους άστεγους.

(14)

Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεχίσουν να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή και, κατά περίπτωση, να χρησιμοποιούν τους πόρους REACT-EU για την στήριξη των κατοίκων των αγροτικών, των μεθοριακών, των λιγότερο ανεπτυγμένων, των νησιωτικών, των ορεινών, των αραιοκατοικημένων και των εξόχως απόκεντρων περιοχών, καθώς και των περιοχών που πλήττονται από τη βιομηχανική μετάβαση και την μείωση του πληθυσμού.

(15)

Δεδομένου ότι το προσωρινό κλείσιμο των συνόρων μεταξύ των κρατών μελών έχει δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα σε διασυνοριακές κοινότητες και επιχειρήσεις, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στα κράτη μέλη να διαθέσουν πόρους REACT-EU, μεταξύ άλλων, και για τα υφιστάμενα διασυνοριακά προγράμματα στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας.

(16)

Για να εξασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη έχουν επαρκή μέσα για την ταχεία υλοποίηση των δράσεων αποκατάστασης των συνεπειών της πανδημίας της COVID-19, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, και την προετοιμασία μιας πράσινης, ψηφιακής και ανθεκτικής ανάκαμψης της οικονομίας, είναι απαραίτητο να καταβληθεί υψηλότερο ποσοστό αρχικής προχρηματοδότησης για την ταχεία υλοποίηση δράσεων που υποστηρίζονται από τους πόρους REACT-EU. Η καταβολή αρχικής προχρηματοδότησης θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν τα μέσα να παρέχουν προκαταβολές σε δικαιούχους, όταν χρειάζεται, και να εξοφλούν σύντομα τους δικαιούχους μετά την υποβολή των αιτήσεων πληρωμής.

(17)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την ευελιξία να κατανείμουν τους πόρους REACT-EU σε νέα ειδικά επιχειρησιακά προγράμματα στο πλαίσιο του στόχου «Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση» ή σε νέους άξονες προτεραιότητας στο πλαίσιο υφιστάμενων προγραμμάτων που εντάσσονται στους στόχους «Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση» και «Ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία». Με σκοπό την ταχεία υλοποίηση, μόνο οι ήδη ορισθείσες αρχές των υφιστάμενων επιχειρησιακών προγραμμάτων που υποστηρίζονται από το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ ή το Ταμείο Συνοχής επιτρέπεται να ορίζονται για νέα ειδικά επιχειρησιακά προγράμματα. Δεν θα πρέπει να απαιτείται εκ των προτέρων αξιολόγηση από τα κράτη μέλη, ενώ τα απαιτούμενα στοιχεία για την υποβολή του επιχειρησιακού προγράμματος στην Επιτροπή προς έγκριση θα πρέπει να είναι περιορισμένα.

(18)

Οι πόροι REACT-EU θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και της αρχής του «μη βλάπτειν» και έχοντας λάβει υπόψη τους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης της συμφωνίας των Παρισίων και των Ηνωμένων Εθνών. Επιπλέον, η προάσπιση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και η συνεκτίμηση και η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να προωθούνται σε όλα τα στάδια της εφαρμογής των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

(19)

Με σκοπό την ελάφρυνση της επιβάρυνσης των δημόσιων προϋπολογισμών όσον αφορά την αποκατάσταση των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, λόγω της πανδημίας της COVID-19 και την προετοιμασία μιας πράσινης, ψηφιακής και ανθεκτικής ανάκαμψης της οικονομίας, οι δαπάνες για πράξεις θα πρέπει να είναι επιλέξιμες από 1ης Φεβρουαρίου 2020 και θα πρέπει να δοθεί εκτάκτως στα κράτη μέλη η δυνατότητα να ζητούν την εφαρμογή ποσοστού συγχρηματοδότησης έως και 100 % στους χωριστούς άξονες προτεραιότητας των επιχειρησιακών προγραμμάτων με παροχή στήριξης από τους πόρους REACT-EU.

(20)

Αν και είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η 31η Δεκεμβρίου 2023 θα παραμείνει η καταληκτική ημερομηνία επιλεξιμότητας για την περίοδο προγραμματισμού 2014-2020, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι οι πράξεις θα μπορούσαν ακόμη να επιλεγούν για στήριξη κατά τη διάρκεια του 2023.

(21)

Για να εξασφαλιστεί η συνέχεια της εφαρμογής ορισμένων πράξεων που λαμβάνουν στήριξη από τους πόρους του REACT-EU, θα πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις σταδιακής εφαρμογής κανονισμού για τον καθορισμό κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+, το Ταμείο Συνοχής, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας, και δημοσιονομικών κανόνων για τα εν λόγω Ταμεία και για το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης, το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας και το Μέσο για τη Διαχείριση των Συνόρων και των Θεωρήσεων.

(22)

Μετά τα ειδικά μέτρα ευελιξίας για την αντιμετώπιση της επιδημικής έκρηξης της COVID-19 που ενσωματώθηκαν στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/558, οι δαπάνες για περατωθείσες στο σύνολό τους ή πλήρως υλοποιηθείσες πράξεις που στηρίζουν την αποκατάσταση των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, στο πλαίσιο της πανδημίας COVID-19 και προετοιμάζουν την πράσινη, ψηφιακή και ανθεκτική ανάκαμψη της οικονομίας που θα υποστηριχθεί στο πλαίσιο του αντίστοιχου νέου θεματικού στόχου, θα πρέπει επίσης να είναι επιλέξιμες, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές πράξεις ξεκίνησαν την 1η Φεβρουαρίου 2020.

(23)

Για να μπορέσουν τα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν γρήγορα τους πόρους REACT-EU στο πλαίσιο της τρέχουσας περιόδου προγραμματισμού, δικαιολογείται η απαλλαγή των κρατών μελών, κατ’ εξαίρεση, από την υποχρέωση να συμμορφώνονται με εκ των προτέρων αιρεσιμότητες και απαιτήσεις για το αποθεματικό επίδοσης και την εφαρμογή του πλαισίου επιδόσεων, για τη θεματική συγκέντρωση, επίσης σε σχέση με τα κατώτατα όρια που έχουν θεσπιστεί για τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη για το ΕΤΠΑ και με απαιτήσεις για την προετοιμασία μιας επικοινωνιακής στρατηγικής για τους πόρους REACT-EU. Είναι ωστόσο αναγκαίο να διενεργήσουν τα κράτη μέλη τουλάχιστον μία αξιολόγηση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024 για να κρίνουν την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα, τον αντίκτυπο και τον συμμετοχικό χαρακτήρα της χρήσης των πόρων REACT-EU, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο συνέβαλαν στην επίτευξη των επιμέρους στόχων του νέου ειδικού θεματικού στόχου. Για να διευκολυνθεί η διαθεσιμότητα συγκρίσιμων πληροφοριών σε επίπεδο Ένωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καλούνται, κατά περίπτωση, να χρησιμοποιούν τους ειδικούς για κάθε πρόγραμμα δείκτες COVID-19 που καθιστά διαθέσιμους η Επιτροπή. Επιπλέον, τα κράτη μέλη και οι διαχειριστικές αρχές, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που συνδέονται με την ενημέρωση, την επικοινωνία και την προβολή, θα πρέπει να προβάλλουν ιδιαίτερα τα έκτακτα μέτρα και πόρους που εισήγαγε η Ένωση, ιδίως διασφαλίζοντας ότι οι δυνητικοί δικαιούχοι, οι δικαιούχοι, οι συμμετέχοντες, οι τελικοί αποδέκτες των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής και το ευρύ κοινό γνωρίζουν την ύπαρξη, τον όγκο και την πρόσθετη στήριξη που προέρχονται από τους πόρους REACT-EU.

(24)

Για να καταστεί δυνατή η στόχευση των πόρων REACT-EU στις γεωγραφικές περιοχές όπου υπάρχει η μεγαλύτερη ανάγκη, ως έκτακτο μέτρο και με την επιφύλαξη των γενικών κανόνων για τη διάθεση των πόρων των διαρθρωτικών ταμείων, οι πόροι REACT-EU που διατίθενται στο ΕΤΠΑ και το ΕΚΤ δεν θα πρέπει να απαιτείται να κατανεμηθούν υποχρεωτικά ανά κατηγορία περιφερειών. Ωστόσο, αναμένεται από τα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη τις διαφορετικές περιφερειακές ανάγκες και επίπεδα ανάπτυξης, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η στήριξη θα εξισορροπηθεί μεταξύ των αναγκών των περιφερειών και των πόλεων που πλήττονται περισσότερο από τις επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19 και της ανάγκης να διατηρηθεί η εστίαση τόσο στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες, σύμφωνα με τους στόχους της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής που ορίζονται στο άρθρο 174 ΣΛΕΕ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών, καθώς και των σχετικών φορέων που εκπροσωπούν την κοινωνία των πολιτών και τους κοινωνικούς εταίρους, σύμφωνα με την αρχή της εταιρικής σχέσης.

(25)

Με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπονται παρεκκλίσεις από τον παρόντα κανονισμό, οι δαπάνες στο πλαίσιο του REACT-EU θα πρέπει να υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις και διασφαλίσεις με όλες τις χρηματοδοτήσεις συνοχής. Σε αυτό συμπεριλαμβάνονται ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων και η συμμόρφωση με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και αποτελεσματικά μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης που εφαρμόζονται με τη στήριξη των υφιστάμενων οργανισμών καταπολέμησης της απάτης σε επίπεδο κρατών μελών και Ένωσης, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης και, κατά περίπτωση, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

(26)

Κατά τη λήψη μέτρων για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης, είναι ουσιώδους σημασίας η διασφάλιση των θεμιτών συμφερόντων των τελικών αποδοχέων και δικαιούχων.

(27)

Για να διευκολυνθούν οι μεταφορές πιστώσεων που επιτρέπονται βάσει των αλλαγών που εισάγονται με τον παρόντα κανονισμό, ο όρος που προβλέπεται στο άρθρο 30 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του δημοσιονομικού κανονισμού σχετικά με τη χρήση πιστώσεων για τον ίδιο στόχο δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις εν λόγω μεταφορές.

(28)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κρίσης COVID-19 με την εισαγωγή μέτρων ευελιξίας στον τομέα της στήριξης από τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη σε εθνικό επίπεδο, μπορούν όμως λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη αυτού του στόχου.

(29)

Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης που συνδέεται με την πανδημία της COVID-19, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(30)

Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(31)

Το άρθρο 135 παράγραφος 2 της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (10) προβλέπει ότι οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1311/2013 (11) ή της απόφασης 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ του Συμβουλίου (12) που εγκρίνονται κατά ή μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εν λόγω συμφωνίας δεν εφαρμόζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο στον βαθμό που οι τροποποιήσεις αυτές έχουν αντίκτυπο στις οικονομικές υποχρεώσεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Η στήριξη δυνάμει του παρόντος κανονισμού για το 2021 και το 2022 χρηματοδοτείται από την αύξηση του ανώτατου ορίου των ιδίων πόρων της Ένωσης, γεγονός που θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο στην οικονομική υποχρέωση του Ηνωμένου Βασιλείου. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται ως προς το Ηνωμένο Βασίλειο ή εντός αυτού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 92α

Πόροι REACT-EU

Τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (EΕ) 2020/2094 του Συμβουλίου (*1) υλοποιούνται στο πλαίσιο των Διαρθρωτικών Ταμείων με ποσό έως 47 500 000 000 EUR, σε τιμές του 2018, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i) του εν λόγω κανονισμού, με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφοι 3, 4, 7 και 9 του ίδιου κανονισμού.

Οι πρόσθετοι αυτοί πόροι για το 2021 και το 2022, προερχόμενοι από το Μέσο Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατευθύνονται στην αντιμετώπιση κρίσεων στα πλαίσια της πανδημίας COVID-19 και των κοινωνικών της επιπτώσεων και στην προετοιμασία μιας πράσινης, ψηφιακής και ευέλικτης ανάκαμψης της οικονομίας(πόροι REACT-EU).

Κατά το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/2094, οι πόροι REACT-EU συνιστούν εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό, για το σκοπό του άρθρου 21 παράγραφος 5 του δημοσιονομικού κανονισμού.

Άρθρο 92β

Ρυθμίσεις εφαρμογής των πόρων REACT-EU

1.   Οι πόροι REACT-EU θα διατεθούν στο πλαίσιο του στόχου “Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση”.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, τα κράτη μέλη διαθέτουν επίσης από κοινού μέρος των οικείων πόρων REACT-EU σε προγράμματα διασυνοριακής συνεργασίας στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας στον οποίο συμμετέχουν, εφόσον συμφωνούν ότι τα κονδύλια αυτά αντικατοπτρίζουν τις αντίστοιχες εθνικές προτεραιότητές τους.

Οι πόροι REACT-EU χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση της τεχνικής συνδρομής σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου και τις πράξεις υλοποίησης του θεματικού στόχου που αναφέρεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου.

2.   Οι πόροι REACT-EU καθίστανται διαθέσιμοι για δημοσιονομική ανάληψη υποχρέωσης για τα έτη 2021 και 2022, επιπλέον των συνολικών πόρων που ορίζονται στο άρθρο 91, ως εξής:

2021: EUR 37 500 000 000·

2022: EUR 10 000 000 000.

Οι πόροι REACT-EU υποστηρίζουν επίσης διοικητικές δαπάνες ύψους έως και 18 000 000 EUR σε τιμές 2018.

Οι δράσεις που προβλέπεται να υποστηριχθούν από τους πόρους REACT-EU μπορούν να επιλεγούν για στήριξη έως το τέλος του 2023. Οι διατάξεις σταδιακής εφαρμογής που ορίζονται σε κανονισμό για τον καθορισμό κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+, το Ταμείο Συνοχής, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας, και δημοσιονομικών κανόνων για τα εν λόγω Ταμεία και για το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης, το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας και το Μέσο για τη Διαχείριση των Συνόρων και των Θεωρήσεων είναι εφαρμοστέες στις πράξεις που λαμβάνουν στήριξη από τους πόρους REACT-EU.

3.   Το 0,35 % των πόρων REACT-EU διατίθεται στην τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία της Επιτροπής, με ιδιαίτερη έμφαση σε κράτη μέλη που έχουν πληγεί περισσότερο από την πανδημία της COVID-19 και σε κράτη μέλη με χαμηλότερα ποσοστά απορρόφησης και εφαρμογής.

4.   Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση μέσω εκτελεστικών πράξεων, για τον καθορισμό της κατανομής των πόρων REACT-EU ως χορηγήσεων από τα διαρθρωτικά ταμεία για το 2021 για κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τα κριτήρια και τη μεθοδολογία που ορίζονται στο παράρτημα VIIα. Η απόφαση αυτή αναθεωρείται το 2021 για να καθοριστεί η κατανομή των ανωτέρω πόρων για το 2022 με βάση τα στοιχεία που θα είναι διαθέσιμα έως τις 19 Οκτωβρίου 2021.

5.   Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 76 πρώτο εδάφιο, οι δεσμεύσεις του προϋπολογισμού για τους πόρους REACT-EU σε σχέση με το κάθε σχετικό επιχειρησιακό πρόγραμμα πραγματοποιούνται για κάθε Ταμείο για τα έτη 2021 και 2022.

Η νομική ανάληψη υποχρέωσης που αναφέρεται στο άρθρο 76 δεύτερο εδάφιο για τα έτη 2021 και 2022 αρχίζει να ισχύει από ή μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 του κανονισμού (EE) 2020/2094.

Το τρίτο και τέταρτο εδάφιο του άρθρου 76 δεν εφαρμόζονται στους πόρους REACT-EU.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 14 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, οι κανόνες αποδέσμευσης που ορίζονται στο δεύτερο μέρος τίτλος IX κεφάλαιο IV και στο άρθρο 136 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται στις δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων που βασίζονται στους πόρους REACT-EU. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του δημοσιονομικού κανονισμού, οι πόροι REACT-EU δεν χρησιμοποιούνται για διάδοχο πρόγραμμα ή επακόλουθη δράση.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 86 παράγραφος 2 και το άρθρο 136 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, οι αναλήψεις υποχρεώσεων για πόρους REACT-EU αποδεσμεύονται σύμφωνα με τους κανόνες που πρέπει να τηρούνται για το κλείσιμο των προγραμμάτων.

Κάθε κράτος μέλος κατανέμει τους πόρους REACT-EU που είναι διαθέσιμοι για προγραμματισμό στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ και του ΕΚΤ σε επιχειρησιακά προγράμματα ή σε προγράμματα διασυνοριακής συνεργασίας, με συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών, καθώς και σχετικών οντοτήτων που εκπροσωπούν την κοινωνία των πολιτών και τους κοινωνικούς εταίρους, σύμφωνα με την αρχή της εταιρικής σχέσης.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 7, μέρος των ανωτέρω πόρων προτείνεται επίσης να χρησιμοποιηθεί, εφόσον το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος το κρίνει σκόπιμο, για την αύξηση της στήριξης για το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους (ΤΕΒΑ), προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κατάσταση όσων υπέστησαν πρωτοφανή πλήγματα από την κρίση της COVID-19. Μέρος των πόρων REACT-EU μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την αύξηση της στήριξης για την ΠΑΝ. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η αύξηση μπορεί να προταθεί πριν ή ταυτόχρονα με τη χορήγηση στο ΕΤΠΑ και στο ΕΚΤ.

Έπειτα από την αρχική τους κατανομή, οι πόροι REACT-EU μπορούν, μετά από αίτηση κράτους μέλους για τροποποίηση επιχειρησιακού προγράμματος σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 1, να μεταφερθούν μεταξύ του ΕΤΠΑ και του ΕΚΤ, ανεξαρτήτως των ποσοστών που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ), στο πλαίσιο διατήρησης της γενικής επιχειρησιακής ισχύος του ΕΚΤ σε επίπεδο Ένωσης. Το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται στους πόρους του ΕΤΠΑ που κατανέμονται σε προγράμματα διασυνοριακές συνεργασίας στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας.

Το άρθρο 30 παράγραφος 5 δεν εφαρμόζεται στους πόρους REACT-EU. Οι πόροι αυτοί εξαιρούνται από τη βάση υπολογισμού για τα ανώτατα όρια που καθορίζονται στην ίδια παράγραφο.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 30 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του δημοσιονομικού κανονισμού, ο όρος σύμφωνα με τον οποίο οι σχετικές πιστώσεις πρέπει να προορίζονται για τον ίδιο στόχο δεν ισχύει γι’ αυτές τις μεταφορές. Οι μεταφορές αυτές μπορούν να γίνουν μόνο για το τρέχον έτος ή τα μελλοντικά έτη του σχεδίου χρηματοδότησης.

Οι απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού δεν ισχύουν για την αρχική κατανομή ούτε για τις επόμενες μεταφορές των πόρων REACT-EU.

Οι πόροι REACT-EU εκτελούνται σύμφωνα με τους κανόνες του Ταμείου στο οποίο χορηγούνται ή μεταφέρονται.

6.   Ποσοστό έως και 4 % των συνολικών διαθέσιμων πόρων REACT-EU στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ και του ΕΚΤ μπορεί να διατίθεται σε τεχνική συνδρομή με πρωτοβουλία των κρατών μελών, σε όλες τις φάσεις, για οποιοδήποτε υφιστάμενο επιχειρησιακό πρόγραμμα που υποστηρίζεται από το ΕΤΠΑ ή το ΕΚΤ ή για το νέο επιχειρησιακό πρόγραμμα ή προγράμματα που αναφέρονται στην παράγραφο 10.

Ποσοστό έως 6 % των πρόσθετων πόρων ΕΤΠΑ που διατίθενται σε πρόγραμμα διασυνοριακής συνεργασίας στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο μπορεί να διατεθεί για τεχνική βοήθεια.

7.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 81 παράγραφος 1 και το άρθρο 134 παράγραφος 1, η αρχική προχρηματοδότηση που καταβάλλεται μετά την έκδοση απόφασης της Επιτροπής για την έγκριση επιχειρησιακού προγράμματος ή για την έγκριση τροποποίησης επιχειρησιακού προγράμματος για τη χορήγηση των πόρων REACT-EU ανέρχεται στο 11 % των πόρων REACT-EU που χορηγούνται σε προγράμματα για το έτος 2021.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 134 παράγραφος 2 για την ετήσια προχρηματοδότηση τα έτη 2021, 2022 και 2023, το ποσό της στήριξης που χορηγείται από τα Ταμεία στο επιχειρησιακό πρόγραμμα για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού περιλαμβάνει τους πόρους REACT-EU.

Το ποσό που καταβάλλεται ως πρόσθετη αρχική προχρηματοδότηση και αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο διαγράφεται εξ ολοκλήρου από τους λογαριασμούς της Επιτροπής το αργότερο κατά την ημερομηνία κλεισίματος του προγράμματος.

8.   Οι πόροι REACT-EU που δεν διατίθενται για τεχνική συνδρομή χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο του νέου θεματικού στόχου που ορίζεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου για τη χρηματοδότηση πράξεων με σκοπό τη στήριξη της αποκατάστασης των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, λόγω της πανδημίας της COVID-19 και την προετοιμασία μιας πράσινης, ψηφιακής και ανθεκτικής ανάκαμψης της οικονομίας.

Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν τους πόρους REACT-EU είτε σε έναν είτε σε περισσότερους χωριστούς άξονες στο πλαίσιο υφιστάμενου επιχειρησιακού προγράμματος ή προγραμμάτων που εντάσσονται στον στόχο “Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση” ή στο πλαίσιο υφιστάμενου προγράμματος ή προγραμμάτων διασυνοριακής συνεργασίας που εντάσσονται στον στόχο “Ευρωπαϊκή εδαφική συνεργασία” είτε σε νέο επιχειρησιακό πρόγραμμα ή προγράμματα που αναφέρονται στην παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου στο πλαίσιο του στόχου “Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση”. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 26 παράγραφος 1, το πρόγραμμα καλύπτει την περίοδο έως την 31η Δεκεμβρίου 2022, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

Για το ΕΤΠΑ, οι πόροι REACT-EU χρησιμοποιούνται πρωτίστως για τη στήριξη των επενδύσεων σε προϊόντα και υπηρεσίες για τις υπηρεσίες υγείας ή σε κοινωνικές υποδομές, για την παροχή στήριξης με τη μορφή κεφαλαίων κίνησης ή επενδυτικής στήριξης στις ΜΜΕ, για επενδύσεις σε τομείς με υψηλό δυναμικό δημιουργίας θέσεων απασχόλησης, για τη στήριξη επενδύσεων που συμβάλλουν στη μετάβαση προς μια ψηφιακή και πράσινη οικονομία, για τη στήριξη των επενδύσεων σε υποδομές με σκοπό την παροχή βασικών υπηρεσιών στους πολίτες ή για τη στήριξη μέτρων οικονομικής στήριξης των περιφερειών εκείνων που εξαρτώνται περισσότερο από τομείς που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση COVID-19.

Για το ΕΚΤ, οι πόροι REACT-EU χρησιμοποιούνται πρωτίστως για τη στήριξη της πρόσβασης στην αγορά εργασίας μέσω της διατήρησης των θέσεων εργασίας των εργαζομένων και των αυτοαπασχολούμενων, μεταξύ άλλων, μέσω συστημάτων μειωμένου ωραρίου, ακόμη και αν η στήριξη αυτή δεν συνδυάζεται με ενεργητικά μέτρα για την αγορά εργασίας, εκτός εάν τα μέτρα αυτά επιβάλλονται από το εθνικό δίκαιο. Οι πόροι REACT-EU στηρίζουν επίσης τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ποιοτική απασχόληση, ιδίως για τα άτομα που βρίσκονται σε ευάλωτες καταστάσεις και επεκτείνουν τα μέτρα απασχόλησης των νέων σύμφωνα με τις ενισχυμένες Εγγυήσεις για τη Νεολαία. Ο επενδύσεις στην εκπαίδευση και κατάρτιση και η ανάπτυξη δεξιοτήτων έχουν ως στόχο την αντιμετώπιση της διπλής πράσινης και ψηφιακής μετάβασης.

Οι πόροι REACT-EU στηρίζουν επίσης τα κοινωνικά συστήματα που συμβάλλουν στην κοινωνική ένταξη, την καταπολέμηση των διακρίσεων και την εξάλειψη της φτώχειας, με ιδιαίτερη έμφαση στην παιδική φτώχεια και ενισχύουν την ισότιμη πρόσβαση σε κοινωνικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, μεταξύ άλλων για τα παιδιά, τους ηλικιωμένους, τα άτομα με αναπηρίες, τις εθνικές μειονότητες και τους άστεγους.

9.   Με εξαίρεση την τεχνική συνδρομή που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου και τους πόρους REACT-EU που χρησιμοποιούνται για το ΤΕΒΑ ή για την ΠΑΝ, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5 έβδομο εδάφιο του παρόντος άρθρου, οι πόροι REACT-EU διατίθενται για πράξεις στο πλαίσιο του νέου θεματικού στόχου “Στήριξη της αποκατάστασης των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, λόγω της πανδημίας της COVID-19 και προετοιμασία μιας πράσινης, ψηφιακής και ανθεκτικής ανάκαμψης της οικονομίας”, ο οποίος συμπληρώνει τους θεματικούς στόχους που ορίζονται στο άρθρο 9.

Ο θεματικός στόχος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου διατίθεται αποκλειστικά για τον προγραμματισμό των πόρων REACT-EU. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 96 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) του παρόντος κανονισμού και από το άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1299/2013, δεν συνδυάζεται με άλλες επενδυτικές προτεραιότητες.

Ο θεματικός στόχος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου αποτελεί επίσης την ενιαία επενδυτική προτεραιότητα για τον προγραμματισμό και την εκτέλεση των πόρων REACT-EU από το ΕΤΠΑ και το ΕΚΤ.

Όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενου επιχειρησιακού προγράμματος, καθορίζονται ένας ή περισσότεροι χωριστοί άξονες προτεραιότητας που αντιστοιχούν στον θεματικό στόχο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, δεν απαιτούνται τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 96 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημεία v) και vii) του παρόντος κανονισμού και στο άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημεία v) και vi) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1299/2013 για την περιγραφή του άξονα προτεραιότητας στο αναθεωρημένο επιχειρησιακό πρόγραμμα.

Το αναθεωρημένο σχέδιο χρηματοδότησης που ορίζεται στο άρθρο 96 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού και στο άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1299/2013 καθορίζει την κατανομή των πόρων REACT-EU για το έτος 2021 και, κατά περίπτωση, για το 2022, χωρίς να προσδιορίζει ποσά για το αποθεματικό επίδοσης και χωρίς κατανομή ανά κατηγορία περιφερειών.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 30 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, οι αιτήσεις που υποβάλλονται από κράτος μέλος για την τροποποίηση προγράμματος πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένες και να προσδιορίζουν ιδίως τον αναμενόμενο αντίκτυπο των αλλαγών στο πρόγραμμα για τη στήριξη της αποκατάστασης των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, λόγω της πανδημίας COVID-19 και για την προετοιμασία μιας πράσινης, ψηφιακής και ανθεκτικής ανάκαμψης της οικονομίας. Οι εν λόγω αιτήσεις συνοδεύονται από το αναθεωρημένο πρόγραμμα.

10.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 26 παράγραφος 4, μπορούν να καταρτιστούν νέα ειδικά επιχειρησιακά προγράμματα στο πλαίσιο του στόχου “Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση” από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του νέου θεματικού στόχου που αναφέρεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Δεν απαιτείται εκ των προτέρων αξιολόγηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 55.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 96 παράγραφος 2 στοιχείο α), όταν θεσπίζεται νέο τέτοιο επιχειρησιακό πρόγραμμα, η αιτιολόγηση πρέπει να εξηγεί τον αναμενόμενο αντίκτυπο του επιχειρησιακού προγράμματος στη στήριξη της αποκατάστασης των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, λόγω της πανδημίας COVID-19 και στην προετοιμασία μιας πράσινης, ψηφιακής και ανθεκτικής ανάκαμψης της οικονομίας.

Όταν θεσπίζεται νέο τέτοιο επιχειρησιακό πρόγραμμα, μόνο οι αρχές που έχουν ήδη οριστεί στο πλαίσιο των εν εξελίξει επιχειρησιακών προγραμμάτων που υποστηρίζονται από το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ και το Ταμείο Συνοχής μπορούν να οριστούν για τους σκοπούς του άρθρου 96 παράγραφος 5 στοιχείο α).

Για το εν λόγω νέο επιχειρησιακό πρόγραμμα δεν απαιτούνται τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 96 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) σημεία v) και vii), στο άρθρο 96 παράγραφος 4, στο άρθρο 96 παράγραφος 6 στοιχεία β) και γ) και στο άρθρο 96 παράγραφος 7. Τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 96 παράγραφος 3 απαιτούνται μόνο όταν παρέχεται η αντίστοιχη στήριξη.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 29 παράγραφοι 3 και 4 και το άρθρο 30 παράγραφος 2, η Επιτροπή καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να εγκρίνει οποιοδήποτε νέο ειδικό επιχειρησιακό πρόγραμμα ή οποιαδήποτε τροποποίηση υφιστάμενου προγράμματος εντός 15 εργάσιμων ημερών από την υποβολή τους από κράτος μέλος.

11.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 65 παράγραφοι 2 και 9, οι δαπάνες ή οι πράξεις που υποστηρίζονται στο πλαίσιο του θεματικού στόχου που αναφέρεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου είναι επιλέξιμες από την 1η Φεβρουαρίου 2020.

12.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 120 παράγραφος 3 πρώτο και δεύτερο εδάφιο, μπορεί να εφαρμοστεί ποσοστό συγχρηματοδότησης έως και 100 % για τον άξονα ή τους άξονες προτεραιότητας που υποστηρίζονται από τους πόρους REACT-EU που έχουν προγραμματιστεί στο πλαίσιο του θεματικού στόχου που αναφέρεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Εκτός από τους κοινούς δείκτες που ορίζονται στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν επίσης, κατά περίπτωση, τους ειδικούς για κάθε πρόγραμμα της COVID-19 δείκτες που καθιστά διαθέσιμους η Επιτροπή.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 56 παράγραφος 3 και το άρθρο 114 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024 θα έχει διενεργηθεί τουλάχιστον μία αξιολόγηση για τους πόρους REACT-EU, ώστε να κριθεί κατά πόσον ήταν αποτελεσματική και αποδοτική η χρήση τους, να αξιολογηθεί ο αντίκτυπός τους και, κατά περίπτωση, η συμμετοχικότητά τους και η αποφυγή των διακρίσεων, μεταξύ άλλων και από την σκοπιά του φύλου, καθώς και ο βαθμός στον οποίο συνέβαλαν στον θεματικό στόχο που αναφέρεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου.

13.   Οι ακόλουθες διατάξεις δεν εφαρμόζονται στους πόρους REACT-EU:

α)

απαιτήσεις σχετικά με τη θεματική συγκέντρωση, καθώς και κατώτατα όρια που έχουν θεσπιστεί για τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή στους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 18·

β)

εκ των προτέρων αιρεσιμότητες, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 19 και τους ειδικούς κανόνες για κάθε Ταμείο·

γ)

απαιτήσεις για το αποθεματικό επίδοσης και την εφαρμογή του πλαισίου επιδόσεων, κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 20 και 22 αντίστοιχα·

δ)

το άρθρο 65 παράγραφος 6 για πράξεις που άρχισαν μετά την 1η Φεβρουαρίου 2020 και στηρίζουν την αποκατάσταση των συνεπειών της κρίσης, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών, λόγω της πανδημίας COVID-19 και προετοιμάζουν μια πράσινη, ψηφιακή και ανθεκτική αποκατάσταση της οικονομίας που υποστηρίζεται στο πλαίσιο του θεματικού στόχου που αναφέρεται στην παράγραφο 9 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου·

ε)

απαιτήσεις για την εκπόνηση επικοινωνιακής στρατηγικής, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 116 και το άρθρο 115 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Κατά παρέκκλιση από τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1299/2013 για πράξεις που υποστηρίζονται από τους πόρους REACT-EU στο πλαίσιο του στόχου της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας, αρκεί η συνεργασία των δικαιούχων σε τουλάχιστον δύο τομείς.

14.   Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που συνδέονται με την ενημέρωση, την επικοινωνία και την προβολή, σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφοι 1 και 3 και με το παράρτημα XII, τα κράτη μέλη και οι διαχειριστικές αρχές διασφαλίζουν ότι οι δυνητικοί δικαιούχοι, οι δικαιούχοι, οι συμμετέχοντες, οι τελικοί αποδέκτες των μέσων χρηματοοικονομικής τεχνικής και το ευρύ κοινό γνωρίζουν την ύπαρξη, τον όγκο και την επιπλέον στήριξη που προέρχονται από τους πόρους REACT-EU.

Τα κράτη μέλη και οι διαχειριστικές αρχές διευκρινίζουν στους πολίτες ότι η εν λόγω πράξη χρηματοδοτείται στο πλαίσιο της απόκρισης της Ένωσης στην πανδημία COVID-19 και εξασφαλίζουν πλήρη διαφάνεια, χρησιμοποιώντας, κατά περίπτωση, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η αναφορά στο “Ταμείο”, στα “Ταμεία” ή στα “ΕΔΕΤ” στο τμήμα 2.2 του παραρτήματος XII συμπληρώνεται με την αναφορά “χρηματοδοτείται στο πλαίσιο της απόκρισης της Ένωσης στην πανδημία COVID-19”, όταν η χρηματοδοτική στήριξη πράξεων παρέχεται από τους πόρους REACT-EU.

(*1)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2094 του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2020, για τη θέσπιση Μέσου Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη στήριξη της ανάκαμψης μετά την κρίση COVID-19 (ΕΕ L 433 της 22.12.2020, σ. 23).»·"

2)

Στο άρθρο 154, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα άρθρα 92α και 92β δεν εφαρμόζονται ως προς το Ηνωμένο Βασίλειο και εντός αυτού. Οι αναφορές στα κράτη μέλη οι οποίες περιλαμβάνονται στις εν λόγω διατάξεις θεωρείται ότι δεν καλύπτουν το Ηνωμένο Βασίλειο.».

3)

Το κείμενο που παρατίθεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού προστίθεται ως παράρτημα VΙΙα.

Άρθρο 2

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο αξιολόγηση του REACT-EU έως τις 31 Μαρτίου 2025. Η εν λόγω αξιολόγηση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την επίτευξη των στόχων του REACT-EU, την αποδοτικότητα της χρήσης των πόρων του, τα είδη των χρηματοδοτούμενων δράσεων, τους δικαιούχους και τους τελικούς αποδέκτες των χρηματοδοτικών κονδυλίων και την ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία του στην υποβοήθηση της οικονομικής ανάκαμψης.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 23 Δεκεμβρίου 2020.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

D. M. SASSOLI

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. ROTH


(1)  ΕΕ C 272 της 17.8.2020, σ. 1.

(2)  Γνώμη της 14ης Οκτωβρίου 2020 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2020 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2020.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1301/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και για τη θέσπιση ειδικών διατάξεων σχετικά με τον στόχο «Επενδύσεις στην ανάπτυξη και την απασχόληση» και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1080/2006 ( ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 289).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/460 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 2020, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 και (ΕΕ) αριθ. 508/2014 όσον αφορά ειδικά μέτρα για την κινητοποίηση επενδύσεων στα συστήματα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των κρατών μελών και σε άλλους τομείς των οικονομιών τους για την αντιμετώπιση της επιδημικής έκρηξης της COVID-19 (Πρωτοβουλία Επενδύσεων για την Αντιμετώπιση του Κορωνοϊού) (ΕΕ L 99 της 31.3.2020, σ. 5).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/558 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2020, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1301/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 όσον αφορά ειδικά μέτρα για την παροχή έκτακτης ευελιξίας στη χρήση των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων για την αντιμετώπιση της επιδημικής έκρηξης της COVID-19 (ΕΕ L 130 της 24.4.2020, σ. 1).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/2094 του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2020, για τη θέσπιση Μέσου Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη στήριξη της ανάκαμψης μετά την κρίση COVID-19 (ΕΕ L 433 της 22.12.2020, σ. 23).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφαση 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1).

(10)  ΕΕ L 29 της 31.1.2020, σ. 7.

(11)  Κανονισμός (EE, Ευρατόμ) αριθ. 1311/2013 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, για τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2014-2020 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 884).

(12)  Απόφαση 2014/335/ΕΕ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2014 για το σύστημα των ιδίων πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 168 της 7.6.2014, σ. 105).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIIα

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΠΟΡΩΝ REACT-EU — ΆΡΘΡΟ 92β ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 4

Μέθοδος κατανομής για τους πόρους REACT-EU

Οι πόροι REACT-EU κατανέμονται μεταξύ των κρατών μελών σύμφωνα με την ακόλουθη μεθοδολογία:

1.

το προσωρινό μερίδιο των πόρων αυτών για κάθε κράτος μέλος υπολογίζεται ως το σταθμισμένο άθροισμα των μεριδίων, τα οποία καθορίζονται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια και σταθμίζονται ως εξής:

α)

έναν συντελεστή του ΑΕΠ (στάθμιση 2/3) που προκύπτει με την εφαρμογή των ακόλουθων βημάτων:

i)

υπολογισμός του μεριδίου κάθε κράτους μέλους στο σύνολο της απώλειας πραγματικού εποχικά προσαρμοσμένου ΑΕΠ, εκφραζόμενου σε ευρώ, μεταξύ του πρώτου εξαμήνου του 2019 και του τέλους της εφαρμοστέας περιόδου αναφοράς για όλα τα εξεταζόμενα κράτη μέλη·

ii)

αναπροσαρμογή των μεριδίων που προκύπτουν σύμφωνα με το σημείο i) με τη διαίρεσή τους προς το κατά κεφαλή ΑΕΕ του κράτους μέλους, εκφραζόμενο ως ποσοστό του μέσου κατά κεφαλή ΑΕΕ της ΕΕ- 27 (μέσος όρος εκφραζόμενος ως 100 %).

β)

έναν συντελεστή ανεργίας (στάθμιση 2/9) που εκφράζεται ως ο σταθμισμένος μέσος όρος των εξής:

i)

του μεριδίου του κράτους μέλους στο σύνολο των ανέργων (στάθμιση 3/4) για όλα τα κράτη μέλη που εξετάστηκαν τον Ιανουάριο 2020, και

ii)

του μεριδίου του κράτους μέλους στη συνολική αύξηση του αριθμού των ανέργων (στάθμιση 1/4) μεταξύ του Ιανουαρίου 2020 και του τέλους της εφαρμοστέας περιόδου αναφοράς για όλα τα κράτη μέλη που εξετάστηκαν.

γ)

έναν συντελεστή ανεργίας των νέων (στάθμιση 1/9) που εκφράζεται ως ο σταθμισμένος μέσος όρος των εξής:

i)

του μεριδίου του κράτους μέλους στο σύνολο των νέων που είναι άνεργοι (στάθμιση 3/4) για όλα τα κράτη μέλη που εξετάστηκαν τον Ιανουάριο του 2020, και

ii)

του μεριδίου του κράτους μέλους στη συνολική αύξηση του αριθμού των νέων ανέργων (στάθμιση 1/4), μεταξύ του Ιανουαρίου 2020 και του τέλους της εφαρμοστέας περιόδου αναφοράς για όλα τα κράτη μέλη που εξετάστηκαν.

Εάν το πραγματικό εποχικά προσαρμοσμένο ΑΕΠ του κράτους μέλους, εκφραζόμενο σε ευρώ για την εφαρμοστέα περίοδο αναφοράς είναι υψηλότερο σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2019, τα δεδομένα του εν λόγω κράτους μέλους εξαιρούνται από τους υπολογισμούς που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημείο i).

Εάν ο αριθμός των ανέργων (ηλικιακή ομάδα 15-74 ετών) ή των νέων ανέργων (ηλικιακή ομάδα 15 - 24 ετών) στο κράτος μέλος για την εφαρμοστέα περίοδο αναφοράς είναι χαμηλότερος σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2020, τα δεδομένα του εν λόγω κράτους μέλους εξαιρούνται από τους υπολογισμούς που αναφέρονται στο στοιχείο β) σημείο ii) και στοιχείο γ) σημείο ii).

2.

Οι κανόνες που ορίζονται στην παράγραφο 1 δεν συνεπάγονται κατανομές ανά κράτος μέλος για τη συνολική περίοδο 2021-2022 οι οποίες υπερβαίνουν:

α)

για τα κράτη μέλη των οποίων το μέσο κατά κεφαλή ΑΕΕ (σε ΜΑΔ) για την περίοδο 2015-2017 είναι ανώτερο του 109 % του μέσου όρου της ΕΕ-27: το 0,07 % του πραγματικού τους ΑΕΠ το 2019·

β)

για τα κράτη μέλη των οποίων το μέσο κατά κεφαλή ΑΕΕ (σε ΜΑΔ) για την περίοδο 2015-2017 είναι ίσο ή κατώτερο του 90 % του μέσου όρου της ΕΕ-27: το 2,60 % του πραγματικού τους ΑΕΠ το 2019·

γ)

για τα κράτη μέλη των οποίων το μέσο κατά κεφαλή ΑΕΕ (σε ΜΑΔ) για την περίοδο 2015-2017 είναι ανώτερο του 90 % και ίσο ή κατώτερο του 109 % του μέσου όρου της ΕΕ-27: το ποσοστό λαμβάνεται με γραμμική παρεμβολή μεταξύ του 0,07 % και του 2,60 % του πραγματικού τους ΑΕΠ για το έτος 2019 με αποτέλεσμα αναλογική μείωση του ανώτατου ποσοστού που συνάδει με την αύξηση της ευημερίας.

Τα ποσά που υπερβαίνουν το επίπεδο που καθορίζεται στα στοιχεία α) έως γ) ανά κράτος μέλος αναδιανέμονται αναλογικά στα άλλα κράτη μέλη των οποίων ο μέσος όρος κατά κεφαλή ΑΕΕ (σε ΜΑΔ) είναι κατώτερος του 100 % του μέσου όρου της ΕΕ-27. Το κατά κεφαλή ΑΕΕ (σε ΜΑΔ) για την περίοδο 2015-2017 είναι αυτό που χρησιμοποιήθηκε για την πολιτική συνοχής στις διαπραγματεύσεις σχετικά με το ΠΔΠ για την περίοδο 2021-2027.

3.

Για τους σκοπούς του υπολογισμού της κατανομής των πόρων REACT-EU για το έτος 2021:

α)

για το ΑΕΠ, η περίοδος αναφοράς θα είναι το πρώτο εξάμηνο του 2020:

β)

για τον αριθμό των ανέργων και των νέων ανέργων, η περίοδος αναφοράς είναι ο μέσος όρος της περιόδου από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο 2020·

γ)

η μέγιστη κατανομή που προκύπτει από την εφαρμογή της παραγράφου 2 πολλαπλασιάζεται επί το μερίδιο των πόρων REACT-EU για το έτος 2022 στους συνολικούς πόρους REACT-EU για τα έτη 2021 και 2022.

Πριν από την εφαρμογή της μεθόδου που περιγράφεται στις παραγράφους 1 και 2 σχετικά με τους πόρους REACT-EU για το έτος 2021, θα διατεθούν στο Λουξεμβούργο και στην Μάλτα ποσά ύψους 100 000 000 EUR και 50 000 000 EUR αντίστοιχα.

Επιπλέον, ποσό των κονδυλίων που αντιστοιχεί σε ένταση ενίσχυσης 30 EUR ανά κάτοικο χορηγείται στις πλέον απόκεντρες περιοχές επιπέδου NUTS-2. Τα κονδύλια αυτά θα διανεμηθούν ανά περιφέρεια και κράτος μέλος με τρόπο αναλογικό ως προς τον συνολικό πληθυσμό στις περιφέρειες αυτές. Τα πρόσθετα κονδύλια για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές θα προστεθούν στα κονδύλια τα οποία λαμβάνει κάθε εξόχως απόκεντρη περιφέρεια στο πλαίσιο της κατανομής των εθνικών προϋπολογισμών.

Το υπολειπόμενο ποσό για το έτος 2021 θα κατανεμηθεί μεταξύ των κρατών μελών σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στις παραγράφους 1 και 2.

4.

Για τους σκοπούς του υπολογισμού της κατανομής των πόρων REACT-EU για το έτος 2022:

α)

για το ΑΕΠ, η περίοδος αναφοράς θα είναι το πρώτο εξάμηνο του 2021:

β)

για τον αριθμό των ανέργων και των νέων ανέργων, η περίοδος αναφοράς είναι ο μέσος όρος της περιόδου από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο 2021·

γ)

η μέγιστη κατανομή που προκύπτει από την εφαρμογή της παραγράφου 2 πολλαπλασιάζεται επί το μερίδιο των πόρων REACT-EU για το έτος 2022 στους συνολικούς πόρους REACT-EU για τα έτη 2021 και 2022.

».

28.12.2020   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 437/43


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2020/2222 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 23ης Δεκεμβρίου 2020

σχετικά με ορισμένες πτυχές ασφάλειας των σιδηροδρόμων και της συνδεσιμότητας όσον αφορά τη διασυνοριακή υποδομή που συνδέει την Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο μέσω της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 91 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (2) («συμφωνία αποχώρησης») συνήφθη από την Ένωση με την απόφαση (ΕΕ) 2020/135 του Συμβουλίου (3) και τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2020. Η μεταβατική περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο 126 της συμφωνίας αποχώρησης, κατά τη διάρκεια της οποίας το δίκαιο της Ένωσης εξακολουθεί να εφαρμόζεται ως προς το Ηνωμένο Βασίλειο και εντός αυτού σύμφωνα με το άρθρο 127 της συμφωνίας αποχώρησης («μεταβατική περίοδος»), λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2020.

(2)

Με το άρθρο 10 της Συνθήκης μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας σχετικά με την κατασκευή και λειτουργία, από ιδιώτες παραχωρησιούχους, της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης, η οποία υπεγράφη στο Canterbury στις 12 Φεβρουαρίου 1986 («η συνθήκη του Canterbury»), συνεστήθη διακυβερνητική επιτροπή για την εποπτεία όλων των θεμάτων που αφορούν την κατασκευή και τη λειτουργία της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης.

(3)

Έως τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η διακυβερνητική επιτροπή αποτελεί την εθνική αρχή ασφάλειας κατά την έννοια της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4). Υπό την ιδιότητα αυτή, εφαρμόζει σε ολόκληρη τη σταθερή σύνδεση της Μάγχης τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την ασφάλεια των σιδηροδρόμων και, δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/797 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), σχετικά με τη διαλειτουργικότητα των σιδηροδρόμων.

(4)

Μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, εάν δεν προβλέπεται διαφορετικά, το δίκαιο της Ένωσης δεν θα εφαρμόζεται πλέον στο τμήμα της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης που υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ηνωμένου Βασιλείου και, όσον αφορά το τμήμα της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης που υπάγεται στη δικαιοδοσία της Γαλλίας, η διακυβερνητική επιτροπή δεν θα είναι πλέον εθνική αρχή ασφάλειας βάσει του δικαίου της Ένωσης. Η έγκριση ασφάλειας για τον διαχειριστή υποδομής της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης και τα πιστοποιητικά ασφάλειας για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται τη σταθερή σύνδεση της Μάγχης, τα οποία έχουν εκδοθεί από τη διακυβερνητική επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 11 και το άρθρο 10 αντίστοιχα της οδηγίας 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), θα παύσουν να ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2021.

(5)

Με την απόφαση (ΕΕ) 2020/1531 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), η Γαλλία εξουσιοδοτήθηκε να διαπραγματευθεί, να υπογράψει και να συνάψει διεθνή συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης για την ασφάλεια και τη διαλειτουργικότητα των σιδηροδρόμων στη σταθερή σύνδεση της Μάγχης, προκειμένου να διατηρηθεί ένα ενοποιημένο καθεστώς ασφάλειας. Με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/1530 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), τροποποιήθηκε η οδηγία (ΕΕ) 2016/798 ιδίως όσον αφορά τους κανόνες που διέπουν τις εθνικές αρχές ασφάλειας.

(6)

Βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2020/1530 και με την επιφύλαξη συμφωνίας όπως προβλέπεται στην απόφαση (ΕΕ) 2020/1531, θα μπορούσε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η διακυβερνητική επιτροπή να παραμείνει η ενιαία αρχή ασφάλειας για ολόκληρη τη σταθερή σύνδεση της Μάγχης, και παράλληλα να αποτελεί, όσον αφορά το τμήμα της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης υπό τη δικαιοδοσία της Γαλλίας, την εθνική αρχή ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 3 σημείο 7 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798. Ωστόσο, είναι απίθανο να έχει τεθεί σε ισχύ μια τέτοια συμφωνία, όπως προβλέπεται στην απόφαση (ΕΕ) 2020/1531, έως τη λήξη της μεταβατικής περιόδου.

(7)

Χωρίς μια τέτοια συμφωνία, από την 1η Ιανουαρίου 2021, η διακυβερνητική επιτροπή δεν θα θεωρείται πλέον εθνική αρχή ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 3 σημείο 7 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798, όσον αφορά το τμήμα της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης που υπάγεται στη δικαιοδοσία της Γαλλίας. Οι εγκρίσεις ασφάλειας και τα πιστοποιητικά ασφάλειας που έχουν εκδοθεί από τη διακυβερνητική επιτροπή θα παύσουν να ισχύουν. Η εθνική αρχή ασφάλειας της Γαλλίας θα καταστεί η αρμόδια εθνική αρχή ασφάλειας για το τμήμα της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης που υπάγεται στη δικαιοδοσία της Γαλλίας.

(8)

Δεδομένης της οικονομικής σημασίας της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης για την Ένωση, είναι σημαντικό η σταθερή σύνδεση της Μάγχης να συνεχίσει να λειτουργεί μετά την 1η Ιανουαρίου 2021. Για τον σκοπό αυτό, η έγκριση ασφάλειας που έχει εκδοθεί από τη διακυβερνητική επιτροπή θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ για μέγιστη περίοδο δύο μηνών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, χρονικό διάστημα που επαρκεί για να μπορέσει η γαλλική εθνική αρχή ασφάλειας να εκδώσει τη δική της έγκριση ασφάλειας.

(9)

Οι άδειες που έχουν εκδοθεί δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙΙ της οδηγίας 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις οι οποίες είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα ισχύουν πλέον μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Στις 10 Νοεμβρίου 2020, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, η Γαλλία κοινοποίησε στην Επιτροπή την πρόθεσή της να αρχίσει διαπραγματεύσεις για διασυνοριακή συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο. Στόχος της εν λόγω συμφωνίας είναι να επιτραπεί στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο και κατέχουν άδεια που έχει εκδοθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο να χρησιμοποιούν τη διασυνοριακή υποδομή που συνδέει την Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο μέσω της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης έως τον συνοριακό σταθμό διέλευσης και τον συνοριακό τερματικό σταθμό Calais-Fréthun (Γαλλία), χωρίς να λαμβάνουν άδεια δυνάμει της οδηγίας 2012/34/ΕΕ από ενωσιακή αρχή αδειοδότησης.

(10)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνδεσιμότητα μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι σημαντικό να συνεχίσουν να λειτουργούν οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο και κατέχουν άδεια που έχει εκδοθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για τον σκοπό αυτό, η περίοδος ισχύος των αδειών τους που έχουν εκδοθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο δυνάμει της οδηγίας 2012/34/ΕΕ και των πιστοποιητικών ασφαλείας τους που έχουν εκδοθεί από τη διακυβερνητική επιτροπή θα πρέπει να παραταθεί για περίοδο εννέα μηνών από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, χρονικό διάστημα που επαρκεί για να δοθεί η δυνατότητα στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν τη συνδεσιμότητα σύμφωνα με τις οδηγίες 2012/34/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/798 και βάσει συμφωνίας προβλεπομένης στην απόφαση (ΕΕ) 2020/1531.

(11)

Για να εξασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά την απόσυρση του ευεργετήματος που παρέχεται στους κατόχους των εγκρίσεων, των πιστοποιητικών και των αδειών, εφόσον δεν διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της Ένωσης. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10). Θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία εξέτασης για τη θέσπιση των μέτρων αυτών, δεδομένων των πιθανών επιπτώσεών τους στην ασφάλεια των σιδηροδρόμων. Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις άμεσης εφαρμογής, όταν το απαιτούν επιτακτικοί λόγοι επείγοντος σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

(12)

Λαμβανομένου υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα που συνεπάγεται η λήξη της μεταβατικής περιόδου, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί εξαίρεση από την προθεσμία των οκτώ εβδομάδων που αναφέρεται στο άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο επισυνάπτεται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας.

(13)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι ο καθορισμός προσωρινών μέτρων σχετικά με ορισμένες πτυχές της ασφάλειας των σιδηροδρόμων και της συνδεσιμότητας όσον αφορά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη αυτού του στόχου.

(14)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει επειγόντως και να εφαρμόζονται από την επομένη της λήξης της μεταβατικής περιόδου,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ειδικές διατάξεις, ενόψει της λήξης της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 126 της συμφωνίας αποχώρησης, για ορισμένες εγκρίσεις ασφάλειας και ορισμένα πιστοποιητικά ασφάλειας που έχουν εκδοθεί δυνάμει της οδηγίας 2004/49/ΕΚ και για ορισμένες άδειες σιδηροδρομικών επιχειρήσεων που έχουν εκδοθεί δυνάμει της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα ακόλουθα πιστοποιητικά, εγκρίσεις και άδειες που ισχύουν την 31η Δεκεμβρίου 2020:

α)

τις εγκρίσεις ασφάλειας που έχουν εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 11 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ στους διαχειριστές υποδομής για τη διαχείριση και τη λειτουργία της διασυνοριακής υποδομής που συνδέει την Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο μέσω της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης·

β)

τα πιστοποιητικά ασφάλειας που έχουν εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 2004/49/ΕΚ σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο και χρησιμοποιούν τη διασυνοριακή σιδηροδρομική υποδομή που συνδέει την Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο μέσω της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης·

γ)

τις άδειες που έχουν εκδοθεί δυνάμει του κεφαλαίου III της οδηγίας 2012/34/ΕΕ σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο και χρησιμοποιούν τη διασυνοριακή υποδομή που συνδέει την Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο μέσω της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι σχετικοί ορισμοί των οδηγιών 2012/34/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/798 και των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων που έχουν εκδοθεί δυνάμει των εν λόγω οδηγιών και δυνάμει της οδηγίας 2004/49/ΕΚ.

Άρθρο 3

Ισχύς των εγκρίσεων ασφάλειας, των πιστοποιητικών ασφάλειας και των αδειών

1.   Οι εγκρίσεις ασφάλειας που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) παραμένουν σε ισχύ επί δύο μήνες από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

2.   Τα πιστοποιητικά ασφάλειας που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β) παραμένουν σε ισχύ επί εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Ισχύουν μόνο για την προσέγγιση στον συνοριακό σταθμό διέλευσης και τον συνοριακό τερματικό σταθμό Calais-Fréthun από το Ηνωμένο Βασίλειο ή για την αναχώρηση από τον εν λόγω σταθμό και τερματικό σταθμό προς το Ηνωμένο Βασίλειο.

3.   Οι άδειες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) παραμένουν σε ισχύ επί εννέα μήνες από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 23 παράγραφος 1 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, οι εν λόγω άδειες ισχύουν μόνο στο έδαφος που βρίσκεται μεταξύ του συνοριακού σταθμού διέλευσης και του συνοριακού τερματικού σταθμού Calais-Fréthun και του Ηνωμένου Βασιλείου.

Άρθρο 4

Κανόνες και υποχρεώσεις σχετικά με τις εγκρίσεις ασφάλειας, τα πιστοποιητικά ασφάλειας και τις άδειες

1.   Οι εγκρίσεις ασφάλειας, τα πιστοποιητικά ασφάλειας και οι άδειες που διέπονται από το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στους σχετικούς εφαρμοστέους κανόνες σύμφωνα με τις οδηγίες 2012/34/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/798 και σύμφωνα με τις εκτελεστικές και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που έχουν εκδοθεί δυνάμει των εν λόγω οδηγιών.

2.   Οι κάτοχοι εγκρίσεων ασφάλειας, των πιστοποιητικών ασφάλειας και των αδειών που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και, κατά περίπτωση, η αρχή έκδοσής τους, όταν αυτή είναι διαφορετική από την εθνική αρχή ασφάλειας στο έδαφος της οποίας βρίσκεται η υποδομή στην Ένωση και στην αρμοδιότητα της οποίας εμπίπτουν ο συνοριακός σταθμός διέλευσης και ο συνοριακός τερματικός σταθμός Calais-Fréthun, συνεργάζονται με την εν λόγω εθνική αρχή ασφάλειας και της παραδίδουν όλες τις σχετικές πληροφορίες και τα έγγραφα.

3.   Εφόσον δεν παραδοθούν οι πληροφορίες ή τα έγγραφα εντός των προθεσμιών που έχει καθορίσει στα αιτήματά της η αρμόδια εθνική αρχή ασφάλειας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν κοινοποίησης από την εθνική αρχή ασφάλειας, να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις για να αποσύρει τα ευεργετήματα που προσπορίζεται ο κάτοχος σύμφωνα με το άρθρο 3. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2.

4.   Οι κάτοχοι των εγκρίσεων ασφάλειας, των πιστοποιητικών ασφάλειας και των αδειών που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή και τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τυχόν ενέργειες άλλων αρμόδιων αρχών ασφάλειας, οι οποίες ενδέχεται να αντίκεινται στις υποχρεώσεις που υπέχουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού, της οδηγίας 2012/34/ΕΕ ή της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798.

5.   Πριν από την απόσυρση των ευεργετημάτων που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 3, η Επιτροπή ενημερώνει σε εύθετο χρόνο την εθνική αρχή ασφάλειας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, την αρχή έκδοσης των εγκρίσεων ασφάλειας, των πιστοποιητικών ασφάλειας, και των αδειών που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, καθώς και τους κατόχους των εν λόγω εγκρίσεων, πιστοποιητικών και αδειών για την πρόθεσή της να προβεί στην εν λόγω απόσυρση και τους παρέχει τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους.

6.   Όσον αφορά τις άδειες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, για τους σκοπούς των παραγράφων 1 έως 5 του παρόντος άρθρου, οι αναφορές σε εθνική αρχή ασφάλειας νοούνται ως αναφορές σε αρχή αδειοδότησης κατά την έννοια του άρθρου 3 σημείο 15 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

Άρθρο 5

Παρακολούθηση της συμμόρφωσης με το δίκαιο της Ένωσης

1.   Η εθνική αρχή ασφάλειας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 παρακολουθεί τα πρότυπα ασφάλειας των σιδηροδρόμων τα οποία εφαρμόζονται στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο και χρησιμοποιούν τη διασυνοριακή υποδομή που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) και τα οποία εφαρμόζονται στην εν λόγω διασυνοριακή υποδομή. Επιπλέον, η εθνική αρχή ασφάλειας ελέγχει εάν οι διαχειριστές υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις ασφάλειας που καθορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης. Η εθνική αρχή ασφάλειας υποβάλλει στην Επιτροπή και στον Οργανισμό Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά περίπτωση, σύσταση προς την Επιτροπή να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Η αρχή αδειοδότησης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παράγραφος 6, του παρόντος κανονισμού παρακολουθεί κατά πόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι απαιτήσεις των άρθρων 19 έως 22 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ όσον αφορά τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις στις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια από το Ηνωμένο Βασίλειο και οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού.

2.   Εφόσον η Επιτροπή έχει βάσιμες αμφιβολίες ότι τα πρότυπα ασφάλειας που εφαρμόζονται στην εκμετάλλευση διασυνοριακών σιδηροδρομικών υπηρεσιών ή υποδομής που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού ή στο τμήμα της ίδιας υποδομής που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, εκδίδει αμελλητί εκτελεστικές πράξεις προκειμένου να αποσύρει το ευεργέτημα που προσπορίζεται ο κάτοχος σύμφωνα με το άρθρο 3. Η εξουσία έκδοσης εκτελεστικών πράξεων ισχύει τηρουμένων των αναλογιών όταν η Επιτροπή έχει βάσιμες αμφιβολίες όσον αφορά την εκπλήρωση των απαιτήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η εθνική αρχή ασφάλειας ή η αρχή αδειοδότησης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παράγραφος 6, μπορεί να ζητήσει πληροφορίες από τις σχετικές αρμόδιες αρχές, καθορίζοντας εύλογη προθεσμία. Εφόσον οι εν λόγω σχετικές αρμόδιες αρχές δεν διαβιβάσουν τις ζητούμενες πληροφορίες εντός της καθορισμένης προθεσμίας ή διαβιβάσουν ελλιπείς πληροφορίες, η Επιτροπή μπορεί, κατόπιν κοινοποίησης από την εθνική αρχή ασφάλειας ή την αρχή αδειοδότησης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παράγραφος 6, κατά περίπτωση, να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις για την απόσυρση του ευεργετήματος που προσπορίζεται ο κάτοχος σύμφωνα με το άρθρο 3. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2.

4.   Πριν από την απόσυρση των ευεργετημάτων που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 3, η Επιτροπή ενημερώνει σε εύθετο χρόνο την εθνική αρχή ασφάλειας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, την αρχή έκδοσης των εγκρίσεων ασφάλειας, των πιστοποιητικών ασφάλειας και των αδειών που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, τους κατόχους των εν λόγω πιστοποιητικών, εγκρίσεων και αδειών καθώς και την εθνική αρχή ασφάλειας και την αρχή αδειοδότησης του Ηνωμένου Βασιλείου για την πρόθεσή της να προβεί στην εν λόγω απόσυρση και τους παρέχει τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους.

Άρθρο 6

Διαβούλευση και συνεργασία

1.   Οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών διαβουλεύονται και συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, εφόσον είναι αναγκαίο, ώστε να διασφαλισθεί η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

2.   Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, κατόπιν αιτήματος, παρέχουν στην Επιτροπή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε πληροφορία που λαμβάνουν σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή κάθε άλλη πληροφορία σχετική με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 7

Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 51 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/797 και από την επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 62 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ. Πρόκειται για επιτροπές κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Οσάκις γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 5.

Άρθρο 8

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2021.

3.   Ο παρών κανονισμός παύει να εφαρμόζεται από την 30ή Σεπτεμβρίου 2021.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 23 Δεκεμβρίου 2020.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

D. M. SASSOLI

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. ROTH


(1)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2020 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2020.

(2)  Συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (EE L 29 της 31.1. 2020, σ. 7).

(3)  Απόφαση (ΕΕ) 2020/135 του Συμβουλίου, της 30ής Ιανουαρίου 2020, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ L 29 της 31.1.2020, σ. 1).

(4)  Οδηγία (ΕΕ) 2016/798 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων (ΕΕ L 138 της 26.5.2016, σ. 102).

(5)  Οδηγία (ΕΕ) 2016/797 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 138 της 26.5.2016, σ. 44).

(6)  Οδηγία 2004/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την ασφάλεια των κοινοτικών σιδηροδρόμων, η οποία τροποποιεί την οδηγία 95/18/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και την οδηγία 2001/14/ΕΚ σχετικά με την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής καθώς και με την πιστοποίηση ασφάλειας (Οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων) (ΕΕ L 164 της 30.4.2004, σ. 44).

(7)  Απόφαση (ΕΕ) 2020/1531 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2020, με την οποία εξουσιοδοτείται η Γαλλία να διαπραγματευθεί, να υπογράψει και να συνάψει διεθνή συμφωνία για τη συμπλήρωση της συνθήκης μεταξύ της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας σχετικά με την κατασκευή και λειτουργία από ιδιώτες παραχωρησιούχους της σταθερής σύνδεσης της Μάγχης (ΕΕ L 352 της 22.10.2020, σ. 4).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/1530 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2020, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2016/798, όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων ασφάλειας και διαλειτουργικότητας των σιδηροδρόμων στη σταθερή σύνδεση της Μάγχης (ΕΕ L 352 της 22.10.2020, σ. 1).

(9)  Οδηγία 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου (ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 32).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ J 55 της 28.2.2011, σ. 13).


28.12.2020   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 437/49


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2223 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 23ης Δεκεμβρίου 2020

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 όσον αφορά τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την αποτελεσματικότητα των ερευνών της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 325,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 106α,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η έκδοση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) και του κανονισμού (EE) 2017/1939 του Συμβουλίου (4) ενίσχυσε ουσιαστικά τα διαθέσιμα μέσα της Ένωσης για την προστασία των οικονομικών της συμφερόντων μέσω του ποινικού δικαίου. Η θέσπιση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποτελεί βασική προτεραιότητα στην πολιτική της Ένωσης για την ποινική δικαιοσύνη και την καταπολέμηση της απάτης, καθώς έχει την εξουσία να διεξάγει ποινικές έρευνες και να απαγγέλλει κατηγορίες σχετικά με ποινικά αδικήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, κατά την έννοια της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371, στα συμμετέχοντα κράτη μέλη.

(2)

Για να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (η «Υπηρεσία») διενεργεί διοικητικές έρευνες σχετικά με διοικητικές παρατυπίες και αξιόποινες συμπεριφορές. Κατά την ολοκλήρωση των ερευνών της, μπορεί να διατυπώνει συστάσεις δικαστικού χαρακτήρα προς τις εθνικές εισαγγελικές αρχές, προκειμένου να καταστήσει εφικτή την απαγγελία κατηγοριών και την άσκηση διώξεων στα κράτη μέλη από αυτές. Στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θα γνωστοποιεί υπόνοιες ποινικών αδικημάτων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και θα συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στο πλαίσιο των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

(3)

Ο κανονισμός (EE, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) θα πρέπει να τροποποιηθεί και να προσαρμοστεί λαμβάνοντας υπόψη την έκδοση του κανονισμού (EE) 2017/1939. Οι διατάξεις του κανονισμού (EE) 2017/1939 που διέπουν τη σχέση μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται και να συμπληρώνονται από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, προκειμένου να διασφαλίζεται το υψηλότερο επίπεδο προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω συνεργειών μεταξύ τους, διασφαλίζοντας παράλληλα τη στενή συνεργασία, την ανταλλαγή πληροφοριών, τη συμπληρωματικότητα και την αποφυγή της αλληλεπικάλυψης ενεργειών.

(4)

Δεδομένου του κοινού τους στόχου που συνίσταται στη διαφύλαξη της ακεραιότητας του προϋπολογισμού της Ένωσης, η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να συνάψουν και να διατηρούν στενή σχέση που θα βασίζεται στην αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας και θα έχει ως στόχο να διασφαλίζει τη συμπληρωματικότητα των αντίστοιχων εντολών τους και τον συντονισμό της δράσης τους, ειδικότερα όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η σχέση μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα πρέπει να συμβάλλει στο να διασφαλίζεται ότι χρησιμοποιούνται όλα τα μέσα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

(5)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, η Υπηρεσία, καθώς και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, οφείλουν να γνωστοποιούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση κάθε υπόνοια αξιόποινης συμπεριφοράς ως προς την οποία η Εισαγγελία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της. Δεδομένου ότι η εντολή της Υπηρεσίας είναι η διεξαγωγή διοικητικών ερευνών σε περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η Υπηρεσία βρίσκεται στην πλέον κατάλληλη θέση και διαθέτει τον καταλληλότερο εξοπλισμό να ενεργεί ως εταίρος και προνομιούχος πηγή πληροφοριών για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

(6)

Στοιχεία που υποδεικνύουν πιθανή αξιόποινη συμπεριφορά η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορεί να υπάρχουν σε αρχικούς ισχυρισμούς που λαμβάνει η Υπηρεσία ή να προκύπτουν μόνο κατά τη διάρκεια διοικητικής έρευνας που έχει κινήσει η Υπηρεσία λόγω υπόνοιας διοικητικής παρατυπίας. Για τη συμμόρφωση με την υποχρέωση υποβολής γνωστοποιήσεων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η Υπηρεσία θα πρέπει, ως εκ τούτου να γνωστοποιεί υπόνοιες αξιόποινης συμπεριφοράς σε οποιοδήποτε στάδιο πριν ή κατά τη διάρκεια των ερευνών της.

(7)

Στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 προσδιορίζονται τα ελάχιστα στοιχεία που θα πρέπει να περιλαμβάνουν οι γνωστοποιήσεις. Η Υπηρεσία μπορεί να χρειαστεί να διενεργήσει προκαταρκτική αξιολόγηση των ισχυρισμών για να εξακριβώσει το αληθές των εν λόγω στοιχείων και να συγκεντρώσει τις απαραίτητες πληροφορίες. Η Υπηρεσία θα πρέπει να διενεργεί την εν λόγω αξιολόγηση ταχύτατα και χρησιμοποιώντας μέσα τα οποία δεν θέτουν σε κίνδυνο ενδεχόμενη μελλοντική ποινική έρευνα. Με την ολοκλήρωση της αξιολόγησής της, η Υπηρεσία θα πρέπει να υποβάλει γνωστοποίηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην περίπτωση που εντοπίσει υπόνοια αδικήματος το οποίο εμπίπτει στην αρμοδιότητα της τελευταίας.

(8)

Λαμβανομένης υπόψη της εμπειρογνωσίας της Υπηρεσίας, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης που έχουν θεσπιστεί από, ή βάσει των Συνθηκών («θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί») θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν την Υπηρεσία για τη διενέργεια μιας τέτοιας προκαταρκτικής αξιολόγησης των ισχυρισμών που τους υποβάλλονται.

(9)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, η Υπηρεσία θα πρέπει καταρχήν να μην κινεί διοικητική έρευνα εκ παραλλήλου με έρευνα που διενεργείται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης ενδέχεται να απαιτηθεί η Υπηρεσία να διεξαγάγει συμπληρωματική διοικητική έρευνα πριν από την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας που έχει κινήσει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, με σκοπό να διαπιστωθεί αν είναι αναγκαία η λήψη προληπτικών μέτρων ή η εκτέλεση δημοσιονομικών, πειθαρχικών ή διοικητικών ενεργειών. Μια τέτοια συμπληρωματική έρευνα μπορεί να ενδείκνυται, μεταξύ άλλων, για την ανάκτηση οφειλόμενων ποσών στον προϋπολογισμό της Ένωσης που αποτελούν αντικείμενο ειδικών κανόνων παραγραφής, όπου τα ποσά που διακυβεύονται είναι πολύ μεγάλα ή όταν υπάρχει ανάγκη να αποφευχθούν περαιτέρω δαπάνες σε καταστάσεις κινδύνου μέσω διοικητικών μέτρων.

(10)

Για την εφαρμογή της απαίτησης περί μη αλληλεπικάλυψης των ερευνών, η έννοια «ίδια πραγματικά περιστατικά» θα πρέπει να εξετάζεται, υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), για την αρχή ne bis in idem, ώστε να σημαίνει ότι τα υπό εξέταση πραγματικά περιστατικά είναι πανομοιότυπα ή ουσιαστικά ίδια και νοούνται υπό την έννοια ενός συνόλου συγκεκριμένων περιστάσεων που συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους στον χρόνο και τον χώρο.

(11)

Στον κανονισμό (EE) 2017/1939 προβλέπεται ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ζητήσει από την Υπηρεσία τη διεξαγωγή συμπληρωματικών διοικητικών ερευνών. Ελλείψει τέτοιου αιτήματος, θα πρέπει να είναι δυνατή η διενέργεια τέτοιων συμπληρωματικών ερευνών με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις αφού ληφθεί η γνώμη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβάλει αντίρρηση για την έναρξη ή τη συνέχιση έρευνας από την Υπηρεσία, ή για την εκτέλεση ορισμένων ενεργειών σχετικών με κάποια από τις έρευνές της, κυρίως προκειμένου να διαφυλάξει την αποτελεσματικότητα των ερευνών και των εξουσιών της. Η Υπηρεσία δεν θα πρέπει να προβαίνει σε ενέργεια στην οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει προβάλει αντίρρηση. Όπου η Υπηρεσία ανοίγει έρευνα ελλείψει τέτοιας αντίρρησης, θα πρέπει να διενεργεί την εν λόγω έρευνα σε στενή διαβούλευση με την Εισαγγελία.

(12)

Η Υπηρεσία θα πρέπει να στηρίζει ενεργά τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να μπορεί να ζητεί από την Υπηρεσία να υποστηρίξει ή να συμπληρώσει τις ποινικές έρευνές της μέσω της άσκησης των εξουσιών της δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013. Η Υπηρεσία θα πρέπει να παρέχει αυτή τη στήριξη εντός των ορίων των εξουσιών της και εντός του πλαισίου που προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό.

(13)

Για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του συντονισμού, της συνεργασίας και της διαφάνειας, η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θα πρέπει να ανταλλάσσουν πληροφορίες σε συνεχή βάση. Η ανταλλαγή πληροφοριών που προηγείται της κίνησης των ερευνών από την Υπηρεσία ή την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ιδιαιτέρως σημαντική για να εξασφαλίζεται κατάλληλος συντονισμός μεταξύ των αντίστοιχων ενεργειών τους, για τη διασφάλιση της συμπληρωματικότητας και για την αποφυγή αλληλεπικαλύψεων. Προς τούτο, η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να κάνουν χρήση της λειτουργίας σύμπτωσης/απουσίας σύμπτωσης (hit/no-hit) στα οικεία συστήματα διαχείρισης υποθέσεων. Η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να προσδιορίσουν τη διαδικασία και τους όρους της εν λόγω ανταλλαγής πληροφοριών στους οικείους διακανονισμούς εργασίας. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των κανόνων που επιδιώκουν την αποφυγή αλληλεπικαλύψεων και διασφαλίζουν τη συμπληρωματικότητα, η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να συμφωνήσουν ορισμένες προθεσμίες για την ανταλλαγή πληροφοριών.

(14)

Στην έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την αξιολόγηση της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, της 2ας Οκτωβρίου 2017 («έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής») διατυπώθηκε το συμπέρασμα ότι οι αλλαγές του 2013 στο νομικό πλαίσιο επέφεραν σαφείς βελτιώσεις όσον αφορά τη διενέργεια των ερευνών, τη συνεργασία με τους εταίρους και τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων. Ταυτόχρονα, η έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής επισήμανε ορισμένες ελλείψεις που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των ερευνών.

(15)

Είναι αναγκαίο να γίνουν ενέργειες για τα πλέον σαφή πορίσματα της έκθεσης αξιολόγησης της Επιτροπής μέσω τροποποιήσεων του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013. Οι εν λόγω τροποποιήσεις είναι αναγκαίες βραχυπρόθεσμα ώστε να ενισχυθεί το πλαίσιο των ερευνών της Υπηρεσίας προκειμένου η Υπηρεσία να παραμείνει ισχυρή και σε πλήρη λειτουργία και να συμπληρώνει με διοικητικές έρευνες την βάσει του ποινικού δικαίου προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, χωρίς να επέλθει αλλαγή στην εντολή ή στις εξουσίες της Υπηρεσίας. Οι τροποποιήσεις αφορούν πρωτίστως τομείς στους οποίους η έλλειψη σαφήνειας του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 θα μπορούσε να παρεμποδίσει την αποτελεσματική διενέργεια των ερευνών της Υπηρεσίας, όπως η διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, η δυνατότητα πρόσβασης σε στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών ή το παραδεκτό των εκθέσεων που καταρτίζει η Υπηρεσία σχετικά με υποθέσεις ως αποδεικτικών στοιχείων σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες.

(16)

Οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 δεν θίγουν τις διαδικαστικές εγγυήσεις που είναι εφαρμοστέες στο πλαίσιο των ερευνών. Η Υπηρεσία δεσμεύεται από τις διαδικαστικές εγγυήσεις του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 και του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου (6) και εκείνες που περιλαμβάνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με το εν λόγω πλαίσιο, η Υπηρεσία οφείλει να διενεργεί τις έρευνές της κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο και με εμπιστευτικότητα, να αναζητά αποδείξεις για τη διαπίστωση της ενοχής ή της αθωότητας των ενδιαφερομένων και να αναλαμβάνει ερευνητική δράση βάσει γραπτής εξουσιοδότησης και κατόπιν ελέγχου νομιμότητας. Η Υπηρεσία απαιτείται να διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων στο πλαίσιο των ερευνών της, συμπεριλαμβανομένου του τεκμηρίου της αθωότητας και του δικαιώματος να αποφύγουν την αυτοενοχοποίηση. Όταν εξετάζονται, οι ενδιαφερόμενοι έχουν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να επικουρούνται από πρόσωπο της επιλογής τους, να εγκρίνουν τα πρακτικά της εξέτασης και να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Οι ενδιαφερόμενοι έχουν επίσης το δικαίωμα να διατυπώνουν παρατηρήσεις σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης προτού συναχθούν συμπεράσματα.

(17)

Τα πρόσωπα που καταγγέλλουν απάτη, διαφθορά και κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης θα πρέπει να προστατεύονται από την οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

(18)

Όταν η Υπηρεσία εκτελεί, στο πλαίσιο της εντολής της, μέτρα στήριξης κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με σκοπό την προστασία του παραδεκτού των αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των διαδικαστικών εγγυήσεων, ενώ παράλληλα αποτρέπει την αλληλεπικάλυψη των ερευνών και παρέχει αποτελεσματική και συμπληρωματική συνεργασία, η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία , ενεργώντας σε στενή συνεργασία, θα πρέπει να διασφαλίζουν την τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο VI του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.

(19)

Η Υπηρεσία έχει την εξουσία να διεξάγει επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις που της επιτρέπουν να έχει πρόσβαση σε εγκαταστάσεις και έγγραφα οικονομικών φορέων στο πλαίσιο των ερευνών που διενεργεί σε περιπτώσεις υπόνοιας απάτης, διαφθοράς ή άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Οι επιτόπιοι έλεγχοι και οι εξακριβώσεις αυτές διεξάγονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 και τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, ο οποίος σε ορισμένες περιπτώσεις εξαρτά την εφαρμογή των εν λόγω εξουσιών από όρους του εθνικού δικαίου. Από την έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής διαπιστώθηκε ότι ο βαθμός στον οποίο εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο δεν είναι απολύτως σαφής, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η αποτελεσματικότητα των ερευνητικών δραστηριοτήτων της Υπηρεσίας.

(20)

Είναι, επομένως, σκόπιμο να διευκρινιστούν οι περιπτώσεις στις οποίες θα εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο των ερευνών που διεξάγει η Υπηρεσία, χωρίς να μεταβληθούν οι εξουσίες της Υπηρεσίας και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 σε σχέση με τα κράτη μέλη, αντικατοπτρίζοντας την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 3ης Μαΐου 2018 στην υπόθεση T-48/16, Sigma Orionis SA κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής (8).

(21)

Η διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων από την Υπηρεσία σε περιπτώσεις στις οποίες ο ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας αποδέχεται τον επιτόπιο έλεγχο και την εξακρίβωση θα πρέπει να διέπονται αποκλειστικά από το ενωσιακό δίκαιο. Με τον τρόπο αυτό θα δινόταν στην Υπηρεσία η δυνατότητα να ασκεί τις εξουσίες διεξαγωγής ερευνών με αποτελεσματικό και συνεκτικό τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη, προκειμένου να συμβάλει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε ολόκληρη την Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 325 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(22)

Σε περιπτώσεις στις οποίες η Υπηρεσία χρειάζεται να βασιστεί στη συνδρομή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και ειδικότερα όπου οικονομικός φορέας αντιστέκεται στη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου και εξακρίβωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η δράση της Υπηρεσίας είναι αποτελεσματική και θα πρέπει να παρέχουν την αναγκαία συνδρομή σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες του εθνικού δικονομικού δικαίου. Για να διασφαλιστούν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τη μη συμμόρφωση οιουδήποτε κράτους μέλους με την υποχρέωσή του να συνεργαστεί με την Υπηρεσία, όταν εξετάζει το αν πρέπει να ανακτήσει τα εν λόγω ποσά μέσω της εφαρμογής δημοσιονομικών διορθώσεων στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο της Ένωσης.

(23)

Η Υπηρεσία δύναται, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, όπως οι υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης, καθώς και με θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, προκειμένου να προσδιορίζει τις ρυθμίσεις της συνεργασίας τους στο πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού, ιδίως όσον αφορά τη διαβίβαση πληροφοριών, τη διενέργεια των ερευνών και κάθε ενέργεια επακολούθησης.

(24)

Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να εισαχθεί υποχρέωση εκ μέρους των οικονομικών φορέων να συνεργάζονται με την Υπηρεσία, σύμφωνα με την υποχρέωση που υπέχουν δυνάμει του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 να επιτρέπουν την πρόσβαση για τη διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων σε εσωτερικούς χώρους, γήπεδα, μεταφορικά μέσα και άλλους χώρους, επαγγελματικής χρήσεως, και με την υποχρέωση που ορίζεται στο άρθρο 129 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) σύμφωνα με τον οποίο κάθε πρόσωπο ή οντότητα που λαμβάνει κονδύλια της Ένωσης θα συνεργάζεται πλήρως για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο των ερευνών που διεξάγει η Υπηρεσία.

(25)

Στο πλαίσιο της εν λόγω υποχρέωσης συνεργασίας, η Υπηρεσία θα πρέπει να δύναται να ζητεί από οικονομικούς φορείς να παράσχουν τις σχετικές πληροφορίες όταν ενδέχεται να εμπλέκονται στην υπό έρευνα υπόθεση, ή ενδέχεται να κατέχουν σχετικές πληροφορίες. Κατά τη συμμόρφωση με τα αιτήματα αυτά, οι οικονομικοί φορείς δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να προβαίνουν σε κατάθεση που τους αυτοενοχοποιεί, αλλά θα πρέπει να υποχρεούνται να απαντούν σε ερωτήσεις σχετικά με πραγματικά περιστατικά και να παρέχουν έγγραφα, ακόμη και αν οι εν λόγω πληροφορίες ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για να στοιχειοθετηθεί εναντίον τους ή εναντίον άλλου οικονομικού φορέα η ύπαρξη παράνομης δραστηριότητας. Για να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των ερευνών στο πλαίσιο των τρεχουσών εργασιακών πρακτικών, η Υπηρεσία θα πρέπει να δύναται να ζητεί πρόσβαση σε πληροφορίες σε ιδιόκτητες συσκευές που χρησιμοποιούνται για σκοπούς εργασίας. Η πρόσβαση της Υπηρεσίας θα πρέπει να υπόκειται στους ίδιους όρους και στην ίδια έκταση που ισχύουν για τις εθνικές αρχές ελέγχου, και μόνον εφόσον η Υπηρεσία έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι το περιεχόμενο των συσκευών αυτών ενδέχεται να αφορά την έρευνα, σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, και να αφορά μόνον τις σχετικές με την έρευνα πληροφορίες.

(26)

Κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται ο έλεγχος, και θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να επικουρούνται από πρόσωπο της επιλογής τους, συμπεριλαμβανομένου εξωτερικού νομικού συμβούλου. Η παρουσία νομικού συμβούλου δεν θα πρέπει, ωστόσο, να αποτελεί νομική προϋπόθεση για την εγκυρότητα των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων. Για να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, ειδικότερα όσον αφορά τον κίνδυνο εξαφάνισης αποδεικτικών στοιχείων, η Υπηρεσία θα πρέπει να μπορεί να έχει πρόσβαση σε εσωτερικούς χώρους, γήπεδα, μεταφορικά μέσα ή άλλους χώρους επαγγελματικής χρήσεως χωρίς να περιμένει μέχρι ο οικονομικός φορέας να συμβουλευτεί νομικό σύμβουλο. Θα πρέπει να αποδέχεται μόνο σύντομη, εύλογη καθυστέρηση εν αναμονή της διαβούλευσης με νομικό σύμβουλο πριν από την έναρξη του επιτόπιου ελέγχου και της εξακρίβωσης. Οποιαδήποτε τέτοια καθυστέρηση θα πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο.

(27)

Για να διασφαλίζεται η διαφάνεια κατά τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, η Υπηρεσία θα πρέπει να παρέχει στους οικονομικούς φορείς κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την υποχρέωση συνεργασίας και τις συνέπειες της άρνησης συνεργασίας, καθώς και σχετικά με τη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων των διαδικαστικών εγγυήσεων.

(28)

Στις εσωτερικές και, όπου απαιτείται, στις εξωτερικές έρευνες, η Υπηρεσία διαθέτει πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία την οποία κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί. Είναι αναγκαίο, όπως προτείνεται και στην έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής, να διευκρινιστεί ότι η πρόσβαση αυτή θα πρέπει να είναι εφικτή ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες οι εν λόγω πληροφορίες ή τα εν λόγω δεδομένα, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η εξέλιξη της τεχνολογίας. Κατά τη διάρκεια εσωτερικών ερευνών η Υπηρεσία θα πρέπει να δύναται να ζητεί πρόσβαση σε πληροφορίες σε ιδιόκτητες συσκευές που χρησιμοποιούνται για σκοπούς εργασίας σε περιπτώσεις στις οποίες η Υπηρεσία έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι το περιεχόμενό τους ενδέχεται να αφορά την έρευνα. Η πρόσβαση της Υπηρεσίας θα πρέπει να είναι δυνατό να εξαρτάται από ειδικούς όρους που θέτει το αντίστοιχο θεσμικό ή άλλο όργανο και οργανισμός. Η πρόσβαση αυτή θα πρέπει να συνάδει με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και να αφορά μόνον πληροφορίες σχετικές με την έρευνα. Για να διασφαλίζεται ένα αποτελεσματικό και συνεκτικό επίπεδο πρόσβασης της Υπηρεσίας, καθώς και ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη συνοχή των κανόνων περί πρόσβασης σε ιδιωτικές συσκευές οι οποίοι θεσπίζονται από τα διάφορα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς, προκειμένου να προβλέπονται ισοδύναμοι όροι σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (10).

(29)

Για να εξασφαλιστεί ένα συνεκτικότερο πλαίσιο για τις έρευνες της Υπηρεσίας, θα πρέπει να εναρμονιστούν περαιτέρω οι κανόνες που εφαρμόζονται στις εσωτερικές και εξωτερικές έρευνες, ώστε να αντιμετωπιστούν ορισμένες ασυνέπειες που εντοπίστηκαν στην έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής, στις περιπτώσεις όπου αποκλίνοντες κανόνες δεν δικαιολογούνται. Για παράδειγμα, θα πρέπει, αν είναι αναγκαίο, οι εκθέσεις και συστάσεις που συντάσσονται μετά από εξωτερική έρευνα να αποστέλλονται στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό για να λάβει κατάλληλα μέτρα, όπως στην περίπτωση των εσωτερικών ερευνών. Όπου είναι δυνατόν σύμφωνα με την εντολή της, η Υπηρεσία θα πρέπει να υποστηρίζει εν προκειμένω το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό στο πλαίσιο της συνέχειας που θα δοθεί στις συστάσεις της. Όταν η Υπηρεσία δεν κινεί έρευνα, θα πρέπει να δύναται να αποστέλλει σχετικές πληροφορίες στις αρχές των κρατών μελών ή στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς για την ανάληψη κατάλληλης δράσης. Θα πρέπει να αποστέλλει τις σχετικές πληροφορίες όπου αποφασίζει να μην κινήσει έρευνα, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν επαρκείς υπόνοιες απάτης, διαφθοράς ή οποιασδήποτε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Προτού το πράξει, η Υπηρεσία θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την πιθανή παρέμβαση σε εν εξελίξει έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

(30)

Λόγω της μεγάλης ποικιλομορφίας των εθνικών θεσμικών πλαισίων, τα κράτη μέλη θα πρέπει, βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, να έχουν τη δυνατότητα να κοινοποιούν στην Υπηρεσία τις αρχές που είναι αρμόδιες για την ανάληψη δράσεων κατόπιν συστάσεων της Υπηρεσίας, καθώς και τις αρχές που πρέπει να ενημερώνονται για την εκτέλεση των σχετικών καθηκόντων τους, για παράδειγμα για οικονομικούς, στατιστικούς σκοπούς ή για σκοπούς παρακολούθησης. Οι αρχές αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν εθνικές υπηρεσίες συντονισμού για την καταπολέμηση της απάτης. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, οι συστάσεις της Υπηρεσίας που περιέχονται στις εκθέσεις της δεν παράγουν δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα για τις αρχές των κρατών μελών ή για τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς.

(31)

Θα πρέπει να παρέχονται στην Υπηρεσία τα απαραίτητα μέσα για να παρακολουθεί την πορεία του χρήματος προκειμένου να αποκαλύπτει τις συνήθεις μεθόδους που χρησιμοποιούνται σε διάφορους τύπους δόλιας συμπεριφοράς. Η Υπηρεσία μπορεί να λαμβάνει στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών που έχουν συνάφεια με την ερευνητική της δραστηριότητα και τα οποία έχουν στην κατοχή τους πιστωτικά ιδρύματα σε διάφορα κράτη μέλη μέσω της συνεργασίας και της συνδρομής που της παρέχουν οι εθνικές αρχές. Για να διασφαλίζεται αποτελεσματική προσέγγιση σε ολόκληρη την Ένωση, ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 θα πρέπει να καθορίζει την υποχρέωση των αρμόδιων εθνικών αρχών να παρέχουν στην Υπηρεσία στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών, στο πλαίσιο της γενικής υποχρέωσης που υπέχουν να συνδράμουν την Υπηρεσία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αρμόδιες αρχές μέσω των οποίων θα πραγματοποιείται η εν λόγω συνεργασία. Κατά την παροχή της συνδρομής αυτής στην Υπηρεσία, οι εθνικές αρχές θα πρέπει να ενεργούν υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τις αρμόδιες εθνικές αρχές του εκάστοτε κράτους μέλους.

(32)

Για τους σκοπούς της προστασίας και της συμμόρφωσης με τις διαδικαστικές εγγυήσεις και τα θεμελιώδη δικαιώματα, η Επιτροπή θα πρέπει να δημιουργήσει ένα εσωτερικό αξίωμα υπό τη μορφή ελεγκτή διαδικαστικών εγγυήσεων («ελεγκτής»), το οποίο θα πρέπει –με σκοπό την αποτελεσματική χρήση των πόρων– να υπάγεται διοικητικά στην επιτροπή εποπτείας και να διαθέτει επαρκείς πόρους. Ο ελεγκτής θα πρέπει να χειρίζεται τις καταγγελίες με πλήρη ανεξαρτησία, μεταξύ άλλων και έναντι της επιτροπής εποπτείας και της Υπηρεσίας, και θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων του.

(33)

Ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει ένσταση στον ελεγκτή σχετικά με τη συμμόρφωση της Υπηρεσίας με τις διαδικαστικές εγγυήσεις, καθώς και λόγω παράβασης των κανόνων που εφαρμόζονται στις έρευνες της Υπηρεσίας, ιδίως παραβιάσεις των διαδικαστικών απαιτήσεων και θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Για το σκοπό αυτόν θα πρέπει να θεσπιστεί μηχανισμός υποβολής καταγγελιών. Ο ελεγκτής θα πρέπει να έχει την ευθύνη για την έκδοση συστάσεων προς απάντηση στις εν λόγω καταγγελίες, προτείνοντας, εφόσον είναι απαραίτητο, λύσεις για τα θέματα που θίγονται στην καταγγελία. Ο ελεγκτής θα πρέπει να εξετάζει την καταγγελία με ταχεία διαδικασία εκατέρωθεν ακροάσεως, επιτρέποντας παράλληλα στην Υπηρεσία να συνεχίσει την υπό εξέλιξη έρευνα. Ο ελεγκτής θα πρέπει να παρέχει στον καταγγέλλοντα και στην Υπηρεσία τη δυνατότητα να διατυπώσουν παρατηρήσεις ή να επιλύσουν τα θέματα που θίγονται στην καταγγελία. Ο γενικός διευθυντής θα πρέπει να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα κατά τα οριζόμενα στη σύσταση του ελεγκτή. Ο γενικός διευθυντής θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να αποκλίνει από τις συστάσεις του ελεγκτή, αιτιολογώντας τη σχετική απόφασή του. Στην τελική έκθεση της έρευνας θα πρέπει να επισυνάπτονται οι λόγοι για τους οποίους δεν ακολουθήθηκε η σύσταση του ελεγκτή.

(34)

Προκειμένου να ενισχυθούν η διαφάνεια και η λογοδοσία, ο ελεγκτής θα πρέπει να περιλαμβάνει στην ετήσια έκθεσή του πληροφορίες σχετικά με τον μηχανισμό υποβολής καταγγελιών. Η ετήσια έκθεση θα πρέπει να αναφέρει συγκεκριμένα τον αριθμό των καταγγελιών που έλαβε, τους τύπους των παραβιάσεων διαδικαστικών απαιτήσεων και θεμελιωδών δικαιωμάτων, τις δραστηριότητες κατά τις οποίες σημειώθηκαν, και εφόσον είναι δυνατόν, τα επακόλουθα μέτρα που έλαβε η Υπηρεσία.

(35)

Η έγκαιρη διαβίβαση πληροφοριών από την Υπηρεσία για τον σκοπό της λήψης προληπτικών μέτρων αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Για να διασφαλίζεται η στενή συνεργασία στον τομέα αυτόν μεταξύ της Υπηρεσίας και των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, είναι σκόπιμο τα όργανα και οι οργανισμοί να έχουν τη δυνατότητα να διαβουλεύονται ανά πάσα στιγμή με την Υπηρεσία προκειμένου να αποφασίζουν για τη λήψη τυχόν ενδεδειγμένων προληπτικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τη διασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων.

(36)

Οι εκθέσεις που καταρτίζει η Υπηρεσία αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία παραδεκτά σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες κατά τον ίδιο τρόπο και υπό τους ίδιους όρους που είναι παραδεκτές οι διοικητικές εκθέσεις που συντάσσονται από τους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές. Σύμφωνα με την έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής ο κανόνας αυτός δεν διασφαλίζει επαρκώς την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων της Υπηρεσίας σε κάποια κράτη μέλη. Για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα και η συνεπής χρήση των εκθέσεων της Υπηρεσίας, θα πρέπει ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 να προβλέπει το παραδεκτό των εκθέσεων αυτών σε δικαστικές διαδικασίες μη ποινικού χαρακτήρα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και σε διοικητικές διαδικασίες στα κράτη μέλη. Ο κανόνας που προβλέπει την ισοδυναμία με τις εκθέσεις των εθνικών διοικητικών ελεγκτών θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται στην περίπτωση εθνικών δικαστικών διαδικασιών ποινικού χαρακτήρα. Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 θα πρέπει να προβλέπει επίσης το παραδεκτό των εκθέσεων που καταρτίζει η Υπηρεσία σε διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες σε επίπεδο Ένωσης.

(37)

Οι υπηρεσίες των κρατών μελών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 για τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών επιχειρησιακής φύσεως, μεταξύ της Υπηρεσίας και των κρατών μελών. Στην έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής συνάχθηκε το συμπέρασμα ότι έχουν συμβάλει θετικά στο έργο της Υπηρεσίας. Στην έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής εντοπίστηκε επίσης η ανάγκη περαιτέρω αποσαφήνισης του ρόλου των υπηρεσιών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης ώστε να διασφαλιστεί ότι η Υπηρεσία λαμβάνει τη συνδρομή που απαιτείται για να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των ερευνών της, ενώ η οργάνωση και οι εξουσίες των υπηρεσιών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης αποτελούν αρμοδιότητα εκάστου κράτους μέλους. Εν προκειμένω, οι υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν ή να συντονίζουν την απαιτούμενη συνδρομή προς την Υπηρεσία ώστε αυτή να εκτελεί τα καθήκοντά της αποτελεσματικά, πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας εξωτερικής ή εσωτερικής έρευνας.

(38)

Η υποχρέωση της Υπηρεσίας να παρέχει στα κράτη μέλη συνδρομή ώστε να συντονίζουν τη δράση τους για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της εντολής της όσον αφορά τη στήριξη της διασυνοριακής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερέστεροι κανόνες προκειμένου να διευκολύνονται οι δραστηριότητες συντονισμού της Υπηρεσίας και η συνεργασία της στο πλαίσιο αυτό με τις αρχές των κρατών μελών, με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς. Οι εν λόγω κανόνες δεν θα πρέπει να θίγουν την άσκηση από την Υπηρεσία των εξουσιών που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή σε ειδικές διατάξεις οι οποίες διέπουν την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και τη συνεργασία μεταξύ των αρχών αυτών και της Επιτροπής, και ειδικότερα στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου (11) και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), καθώς και σχετικά με τις δραστηριότητες συντονισμού που αφορούν τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία.

(39)

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης, ενεργούν σε συνεργασία με την Υπηρεσία ή με άλλες αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, εξακολουθούν να δεσμεύονται από το εθνικό δίκαιο.

(40)

Οι υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης θα πρέπει να μπορούν, στο πλαίσιο δραστηριοτήτων συντονισμού, να παρέχουν συνδρομή στην Υπηρεσία, καθώς και να συνεργάζονται μεταξύ τους, προκειμένου να ενισχυθούν περαιτέρω οι μηχανισμοί που διατίθενται για τη συνεργασία στο πλαίσιο της καταπολέμησης της απάτης.

(41)

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, καθώς και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί, θα πρέπει να λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται από τη σύσταση της Υπηρεσίας. Για να μπορεί η Υπηρεσία να παρακολουθεί την εξέλιξη των υποθέσεών της, όταν η Υπηρεσία διατυπώνει συστάσεις δικαστικού χαρακτήρα προς τις εθνικές εισαγγελικές αρχές ενός κράτους μέλους, τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατόπιν αιτήματος της Υπηρεσίας, να της διαβιβάζουν την οριστική απόφαση του εθνικού δικαστηρίου. Για να προστατεύεται πλήρως η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, η εν λόγω διαβίβαση θα πρέπει να πραγματοποιείται μόνον αφότου η σχετική δικαστική διαδικασία έχει οριστικά ολοκληρωθεί και η τελική δικαστική απόφαση έχει δημοσιευθεί.

(42)

Για τη συμπλήρωση των διαδικαστικών κανόνων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 σχετικά με τη διενέργεια ερευνών, η Υπηρεσία θα πρέπει να καθορίσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις διαδικασίες έρευνας, τις οποίες θα πρέπει να ακολουθούν οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας.

(43)

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η Υπηρεσία μπορεί να συμμετέχει σε κοινές ομάδες ερευνών που συγκροτούνται σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και ότι έχει το δικαίωμα να ανταλλάσσει επιχειρησιακές πληροφορίες που αποκτά στο εν λόγω πλαίσιο. Η χρήση των πληροφοριών αυτών υπόκειται στους όρους και τις εγγυήσεις που προβλέπονται στο ενωσιακό δίκαιο βάσει της οποίας έχουν συσταθεί οι κοινές ομάδες ερευνών. Η Υπηρεσία συμμετέχει σε κοινές ομάδες ερευνών έχοντας υποστηρικτικό ρόλο και ως εταίρος που υπόκειται στους νομικούς περιορισμούς που ενδεχομένως υφίστανται σε επίπεδο ενωσιακού ή εθνικού δικαίου.

(44)

Το αργότερο πέντε έτη μετά την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 120 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 και ειδικότερα την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, προκειμένου να εξετάσει κατά πόσον απαιτούνται τροποποιήσεις με βάση την εμπειρία από την εν λόγω συνεργασία. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει, όπου ενδείκνυται, νέα συνολική νομοθετική πρόταση το αργότερο δύο έτη μετά την εν λόγω αξιολόγηση.

(45)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η ενίσχυση της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω της προσαρμογής της λειτουργίας της Υπηρεσίας λόγω της σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και μέσω της ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των ερευνών που διεξάγει η Υπηρεσία, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, αλλά μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης μέσω της θέσπισης κανόνων που διέπουν τη σχέση μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ώστε να αυξήσει την αποτελεσματικότητα των ερευνών που διενεργούν, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

(46)

Ο παρών κανονισμός δεν τροποποιεί τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες των κρατών μελών όσον αφορά τη λήψη μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

(47)

Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, του οποίου η γνώμη ζητήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), υπέβαλε επίσημες παρατηρήσεις στις 23 Ιουλίου 2018.

(48)

O κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 3, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*)

ε)

Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (**)

(*)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1)."

(**)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).»"

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Η Υπηρεσία συνάπτει και διατηρεί στενή σχέση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία η οποία έχει συσταθεί με ενισχυμένη συνεργασία δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου (*). Η εν λόγω σχέση βασίζεται στην αμοιβαία συνεργασία, την ανταλλαγή πληροφοριών, τη συμπληρωματικότητα και την αποφυγή των αλληλεπικαλύψεων. Έχει ως σκοπό ιδίως να διασφαλίσει ότι χρησιμοποιούνται όλα τα διαθέσιμα μέσα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μέσω της συμπληρωματικότητας των αντίστοιχων εντολών τους και της στήριξης της Υπηρεσίας προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

(*)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1).»"

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί μπορούν να συνάπτουν διοικητικούς διακανονισμούς με την Υπηρεσία. Οι εν λόγω διακανονισμοί μπορούν να αφορούν, ειδικότερα, τη διαβίβαση πληροφοριών, τη διενέργεια ερευνών και κάθε επακολούθησή τους.».

2)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

το σημείο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3)

οι όροι “απάτη, διαφθορά και κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης” έχουν την έννοια που τους αποδίδεται στις σχετικές πράξεις της Ένωσης και η έννοια “κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα” περιλαμβάνει την παρατυπία όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95·»·

β)

το σημείο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

“4)

ως “διοικητικές έρευνες” (“έρευνες”) νοούνται όλοι οι έλεγχοι, εξακριβώσεις ή άλλα μέτρα που λαμβάνονται από την Υπηρεσία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4, για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 1 και τη διαπίστωση, εφόσον απαιτείται, του παράτυπου χαρακτήρα των υπό έρευνα δραστηριοτήτων· οι έρευνες αυτές δεν θίγουν τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών όσον αφορά την έναρξη και τη διεξαγωγή ποινικής διαδικασίας·»·

γ)

προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«8)

ως “μέλος θεσμικού οργάνου” νοείται μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, εκπρόσωπος κράτους μέλους σε υπουργικό επίπεδο στο Συμβούλιο, μέλος της Επιτροπής, μέλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από το ενωσιακό δίκαιο στο πλαίσιο των καθηκόντων που ασκεί υπό τη συγκεκριμένη ιδιότητά του.».

3)

Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 3

Εξωτερικές έρευνες

1.   Στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1, η Υπηρεσία διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις σε κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής και κάθε άλλο ισχύον νομικό μέσο, σε τρίτες χώρες και σε εγκαταστάσεις διεθνών οργανισμών.

2.   Η Υπηρεσία διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και, στον βαθμό που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96.

3.   Οι οικονομικοί φορείς συνεργάζονται με την Υπηρεσία κατά τη διάρκεια των ερευνών της. Η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει γραπτή και προφορική ενημέρωση, μεταξύ άλλων με συνεντεύξεις.

4.   Όταν, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, ο ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας δέχεται να υποβληθεί σε επιτόπιο έλεγχο και εξακρίβωση που έχει εγκριθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού, τότε δεν εφαρμόζονται το άρθρο 2 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95, το άρθρο 6 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 και το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, στον βαθμό που οι διατάξεις αυτές απαιτούν τη συμμόρφωση με το εθνικό δίκαιο και είναι ικανές να περιορίζουν την πρόσβαση της Υπηρεσίας σε πληροφορίες και έγγραφα σύμφωνα με τους ίδιους όρους με εκείνους που εφαρμόζονται στους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές.

5.   Μετά από αίτημα της Υπηρεσίας, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας την απαιτούμενη συνδρομή για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως εξειδικεύονται στη γραπτή εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παράγραφος 2.

Το οικείο κράτος μέλος μεριμνά ώστε, σύμφωνα με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας να έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες, τα έγγραφα και τα στοιχεία που σχετίζονται με την ερευνώμενη υπόθεση και που αποδεικνύονται αναγκαία για την αποτελεσματική και αποδοτική διεξαγωγή των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, και ώστε οι υπάλληλοι να μπορούν να αναλάβουν τη φύλαξη αυτών των εγγράφων ή στοιχείων προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος εξαφάνισής τους. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται ιδιόκτητες συσκευές για σκοπούς εργασίας, οι συσκευές αυτές μπορούν να υποβάλλονται σε εξακρίβωση από την Υπηρεσία. Η Υπηρεσία υποβάλλει αυτές τις συσκευές σε εξακρίβωση μόνον: υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν και στον ίδιο βαθμό που επιτρέπεται σε εθνικές αρχές ελέγχου να διενεργούν έρευνες σε ιδιόκτητες συσκευές, και όπου η Υπηρεσία έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι το περιεχόμενό τους ενδέχεται να αφορά την έρευνα.

6.   Σε περίπτωση που οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας διαπιστώσουν ότι οικονομικός φορέας αντιτίθεται σε επιτόπιο έλεγχο και εξακρίβωση που έχει εγκριθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού, συγκεκριμένα όταν ο οικονομικός φορέας δεν επιτρέπει στην Υπηρεσία την αναγκαία πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του ή σε άλλους χώρους που χρησιμοποιεί για επαγγελματικούς σκοπούς, αποκρύπτει στοιχεία ή εμποδίζει τη διεξαγωγή ενεργειών που η Υπηρεσία χρειάζεται να διενεργήσει κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου και της εξακρίβωσης, οι αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των αρχών επιβολής του νόμου του οικείου κράτους μέλους παρέχουν στους στο προσωπικό της Υπηρεσίας την αναγκαία συνδρομή ώστε να μπορέσει η Υπηρεσία να διενεργήσει τον επιτόπιο έλεγχο και την εξακρίβωση αποτελεσματικά και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Κατά την παροχή συνδρομής σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο ή με την παράγραφο 5, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ενεργούν σύμφωνα με τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες που είναι εφαρμοστέοι στην οικεία αρμόδια αρχή. Εάν για την εν λόγω συνδρομή απαιτείται έγκριση δικαστικής αρχής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υποβάλλεται σχετική αίτηση.

7.   Η Υπηρεσία διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις με την επίδειξη γραπτής εξουσιοδότησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2. Το αργότερο κατά την έναρξη του επιτόπιου ελέγχου και της εξακρίβωσης, ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο οικονομικό φορέα για τη διαδικασία που εφαρμόζεται κατά τον επιτόπιο έλεγχο και την εξακρίβωση, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων διαδικαστικών εγγυήσεων, και για την υποχρέωση του οικονομικού φορέα να συνεργαστεί.

8.   Η Υπηρεσία, κατά την άσκηση των εξουσιών που της έχουν ανατεθεί, συμμορφώνεται με τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96. Κατά τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου και εξακρίβωσης, ο ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας έχει το δικαίωμα να μην προβαίνει σε κατάθεση που τον αυτοενοχοποιεί και να επικουρείται από πρόσωπο της επιλογής του οικονομικού φορέα. Όταν ο οικονομικός φορέας προβαίνει σε κατάθεση κατά τη διάρκεια επιτόπιου ελέγχου και εξακρίβωσης, του παρέχεται η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο ο εν λόγω οικονομικός φορέας είναι εγκατεστημένος. Το δικαίωμα του οικονομικού φορέα να επικουρείται από πρόσωπο της επιλογής του δεν εμποδίζει την πρόσβαση της Υπηρεσίας στις εγκαταστάσεις του οικονομικού φορέα και δεν καθυστερεί αδικαιολόγητα την έναρξη του επιτόπιου ελέγχου και της εξακρίβωσης.

9.   Όταν ένα κράτος μέλος δεν συνεργάζεται με την Υπηρεσία σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6, η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόζει τις σχετικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου για να ανακτήσει τα κονδύλια που σχετίζονται με τον εκάστοτε επιτόπιο έλεγχο και την εξακρίβωση.

10.   Στο πλαίσιο των ερευνητικών της καθηκόντων, η Υπηρεσία διενεργεί τους ελέγχους και τις εξακριβώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 και στους τομεακούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού στα κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής και κάθε άλλο ισχύον νομικό μέσο, σε τρίτες χώρες και σε εγκαταστάσεις διεθνών οργανισμών.

11.   Κατά τη διάρκεια εξωτερικής έρευνας, η Υπηρεσία δύναται να έχει πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες και δεδομένα που έχουν στην κατοχή τους τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και που συνδέονται με την υπόθεση η οποία αποτελεί αντικείμενο της έρευνας, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αυτά είναι αποθηκευμένα, όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη διαπίστωση απάτης, διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Προς τούτο εφαρμόζεται το άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 4.

12.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 12γ παράγραφος 1, όταν, προτού αποφασιστεί η έναρξη εξωτερικής έρευνας, η Υπηρεσία χειρίζεται πληροφορίες από τις οποίες εικάζεται ότι έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μπορεί να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών και, εφόσον απαιτείται, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς.

Με την επιφύλαξη των τομεακών κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών μεριμνούν για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, στα οποία μπορεί να συμμετέχει η Υπηρεσία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Κατόπιν σχετικής αίτησης, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών ενημερώνουν την Υπηρεσία για τα ληφθέντα μέτρα και τις διαπιστώσεις τους βάσει των αναφερόμενων στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου πληροφοριών.».

4)

Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 έως 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι έρευνες εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1 διενεργούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τις αποφάσεις που εκδίδονται από τα οικεία θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς (“εσωτερικές έρευνες”).

2.   Κατά τη διάρκεια εσωτερικών ερευνών:

α)

η Υπηρεσία έχει δικαίωμα άμεσης πρόσβασης, χωρίς προειδοποίηση, σε κάθε σχετική πληροφορία και κάθε σχετικό δεδομένο που αφορά την υπό έρευνα υπόθεση και κατέχεται από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αυτά είναι αποθηκευμένα, καθώς και στις εγκαταστάσεις αυτών. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται ιδιόκτητες συσκευές για σκοπούς εργασίας, οι συσκευές αυτές μπορούν να υποβάλλονται σε εξακρίβωση από την Υπηρεσία. Η Υπηρεσία υποβάλλει αυτές τις συσκευές σε εξακρίβωση μόνον στον βαθμό που οι συσκευές χρησιμοποιούνται για σκοπούς εργασίας, υπό τους όρους των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται από τα οικεία θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς, και όπου η Υπηρεσία έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι το περιεχόμενό τους ενδέχεται να αφορά την έρευνα.

Η Υπηρεσία έχει το δικαίωμα να ελέγχει τα λογιστικά στοιχεία των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών. Η Υπηρεσία μπορεί να λαμβάνει αντίγραφα και αποσπάσματα κάθε εγγράφου ή του περιεχομένου κάθε μέσου αποθήκευσης πληροφοριών που κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εάν χρειάζεται, να αναλαμβάνει τη φύλαξη αυτών των εγγράφων ή πληροφοριών, προκειμένου να διασφαλίσει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος εξαφάνισής τους·

β)

η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει προφορική ενημέρωση, μεταξύ άλλων με συνεντεύξεις, και γραπτή ενημέρωση από υπαλλήλους, μέλη του λοιπού προσωπικού, μέλη θεσμικών ή λοιπών οργάνων, διευθυντικά στελέχη λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή μέλη του προσωπικού, ενδελεχώς τεκμηριωμένη σύμφωνα με τους ισχύοντες ενωσιακούς κανόνες εμπιστευτικότητας και κανόνες προστασίας των δεδομένων.

3.   Σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες και όρους που προβλέπονται στο άρθρο 3, η Υπηρεσία μπορεί να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις στις εγκαταστάσεις οικονομικών φορέων, προκειμένου να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικές με την υπό έρευνα υπόθεση εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών.

4.   Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί ενημερώνονται όταν οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας διενεργούν εσωτερική έρευνα στις εγκαταστάσεις τους, συμβουλεύονται έγγραφα ή δεδομένα ή ζητούν πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή τους. Με την επιφύλαξη των άρθρων 10 και 11, η Υπηρεσία δύναται να διαβιβάζει, ανά πάσα στιγμή, στα οικεία θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς, τις πληροφορίες που έλαβε κατά τη διάρκεια εσωτερικών ερευνών.»·

β)

στην παράγραφο 8, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 12γ παράγραφος 1, όταν, προτού αποφασιστεί η έναρξη εσωτερικής έρευνας, η Υπηρεσία χειρίζεται πληροφορίες από τις οποίες εικάζεται ότι έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή οποιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μπορεί να ενημερώνει το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Κατόπιν σχετικής αίτησης, το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός ενημερώνει την Υπηρεσία για τα ληφθέντα μέτρα και για τις διαπιστώσεις του βάσει των πληροφοριών αυτών.».

5)

Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 12δ, ο γενικός διευθυντής μπορεί να αποφασίσει την έναρξη έρευνας όταν υπάρχουν επαρκείς υπόνοιες, οι οποίες μπορούν να βασίζονται σε πληροφορίες παρεχόμενες από τρίτους ή ανωνύμως, ότι έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή οποιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Κατά τη λήψη της απόφασης για την έναρξη έρευνας μπορεί επίσης να συνεκτιμάται η ανάγκη αποτελεσματικής χρήσης των πόρων της Υπηρεσίας και αναλογικότητας των χρησιμοποιούμενων μέσων. Όσον αφορά τις εσωτερικές έρευνες, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ποιο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός βρίσκεται στην καλύτερη θέση για να τις πραγματοποιήσει, με βάση ιδίως τη φύση των πράξεων, τον πραγματικό ή ενδεχόμενο δημοσιονομικό αντίκτυπο της υπόθεσης και την προοπτική ενδεχόμενης δικαστικής συνέχειας.

2.   Η απόφαση για την έναρξη έρευνας λαμβάνεται από τον γενικό διευθυντή, ο οποίος ενεργεί ιδία πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση θεσμικού ή αλλού οργάνου ή οργανισμού ή κράτους μέλους.

3.   Ενόσω ο γενικός διευθυντής εξετάζει αν πρέπει να διεξαχθεί εσωτερική έρευνα κατόπιν αίτησης αναφερόμενης στην παράγραφο 2 ή ενώ η Υπηρεσία διεξάγει εσωτερική έρευνα, τα ενδιαφερόμενα θεσμικά ή λοιπά όργανα ή οργανισμοί δεν ξεκινούν παράλληλη έρευνα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εκτός διαφορετικής συμφωνίας με την Υπηρεσία.

Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε έρευνες που διεξάγονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.»·

β)

οι παράγραφοι 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Εάν ο γενικός διευθυντής αποφασίσει να μην κινήσει έρευνα, μπορεί να διαβιβάσει αμέσως τυχόν σχετικές πληροφορίες, κατά περίπτωση, στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, ώστε να προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο ή στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό, ώστε να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για το εν λόγω θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Η Υπηρεσία συμφωνεί με το εν λόγω θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό, εφόσον είναι απαραίτητο, τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του απορρήτου της πηγής των εν λόγω πληροφοριών και ζητά, αν είναι αναγκαίο, να ενημερωθεί για τη συνέχεια που δόθηκε.

6.   Εάν ο γενικός διευθυντής αποφασίσει να μην κινήσει έρευνα, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν επαρκείς υπόνοιες ότι έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή οποιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα ή παρατυπία εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, διαβιβάζει αμελλητί τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 5.».

6)

Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ο γενικός διευθυντής διευθύνει τις έρευνες βάσει γραπτών οδηγιών, εφόσον απαιτείται. Οι έρευνες διεξάγονται υπό τη διεύθυνσή του από υπαλλήλους της Υπηρεσίας που ορίζονται από τον ίδιο. Ο γενικός διευθυντής δεν διενεργεί συγκεκριμένες έρευνες αυτοπροσώπως.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών παρέχουν στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας τη συνδρομή που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Κατά την παροχή της συνδρομής αυτής, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ενεργούν σύμφωνα με τους εκάστοτε εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες που ισχύουν για αυτές.

3α.   Κατόπιν αιτήματος της Υπηρεσίας με γραπτή επεξήγηση σχετικού με τα υπό έρευνα θέματα, οι εκάστοτε αρμόδιες αρχές των κρατών μελών παρέχουν στην Υπηρεσία, υπό τους ίδιους όρους με τους ισχύοντες για τις εθνικές αρμόδιες αρχές, τα ακόλουθα:

α)

πληροφορίες διαθέσιμες στους κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 32α παράγραφος 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*)

β)

όπου είναι απολύτως αναγκαίο για τους σκοπούς της έρευνας, το αρχείο συναλλαγών.

Το αίτημα της Υπηρεσίας οφείλει να περιλαμβάνει αιτιολόγηση της καταλληλότητας και της αναλογικότητας του μέτρου ως προς τη φύση και τη βαρύτητα των υπό έρευνα θεμάτων. Το εν λόγω αίτημα μπορεί να παραπέμπει μόνο στις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς των στοιχείων α) και β) του πρώτου εδαφίου.

3β.   Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί φροντίζουν ώστε οι υπάλληλοί τους, τα μέλη του λοιπού προσωπικού τους, τα μέλη τους, τα διευθυντικά στελέχη τους και τα μέλη του προσωπικού τους να παρέχουν στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας την αναγκαία συνδρομή για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

(*)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).»"

γ)

η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

“β)

κάθε πληροφορία που θα μπορούσε να βοηθήσει το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό να αποφασίσει ποια είναι τα ενδεδειγμένα προληπτικά διοικητικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης·»·

ii)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός μπορεί ανά πάσα στιγμή να προβεί σε διαβουλεύσεις με την Υπηρεσία με σκοπό να λάβει, σε στενή συνεργασία με την Υπηρεσία, οιοδήποτε ενδεδειγμένο προληπτικό μέτρο, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τη διασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων. Το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός ενημερώνει αμελλητί την Υπηρεσία για τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται.»·

δ)

η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Εάν μια έρευνα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί μετά την παρέλευση δωδεκαμήνου από την έναρξή της, ο γενικός διευθυντής υποβάλλει, κατά τη λήξη της δωδεκάμηνης προθεσμίας και στη συνέχεια ανά εξάμηνο, έκθεση στην επιτροπή εποπτείας, αναφέροντας τους σχετικούς λόγους και, κατά περίπτωση, τα μελετώμενα διορθωτικά μέτρα για την επίσπευση της έρευνας.».

7)

Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 8

Υποχρέωση ενημέρωσης της Υπηρεσίας

1.   Στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί διαβιβάζουν χωρίς καθυστέρηση στην Υπηρεσία κάθε πληροφορία για τις ενδεχόμενες περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

Όταν τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμοί προβαίνουν σε γνωστοποίηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, μπορούν να συμμορφωθούν με την αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου υποχρέωση διαβιβάζοντας στην Υπηρεσία αντίγραφο της γνωστοποίησης που απέστειλαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

2.   Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εάν δεν το απαγορεύει το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαβιβάζουν αμελλητί στην Υπηρεσία, κατόπιν αίτησής της ή με δική τους πρωτοβουλία, κάθε έγγραφο ή πληροφορία που κατέχουν σχετικά με διεξαγόμενη έρευνα της Υπηρεσίας.

Πριν από την έναρξη έρευνας, διαβιβάζουν, κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας με γραπτή επεξήγηση, κάθε έγγραφο ή πληροφορία που κατέχουν και που είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση των ισχυρισμών ή για την εφαρμογή των κριτηρίων για την κίνηση έρευνας όπως παρατίθενται στο άρθρο 5 παράγραφος 1.

3.   Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εκτός εάν το απαγορεύει το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαβιβάζουν αμελλητί στην Υπηρεσία, κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας ή ιδία πρωτοβουλία, κάθε άλλη κρινόμενη ως σχετική με την υπόθεση πληροφορία, έγγραφο ή δεδομένο που κατέχουν και που αφορά την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

4.   Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα ως προς τα οποία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το κεφάλαιο IV του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.

Η διάταξη αυτή δεν θίγει τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να παρέχει στην Υπηρεσία πληροφορίες σχετικές με υποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 8, το άρθρο 36 παράγραφος 6, το άρθρο 39 παράγραφος 4 και το άρθρο 101 παράγραφοι 3 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.

5.   Οι διατάξεις που αφορούν τη διαβίβαση πληροφοριών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010 του Συμβουλίου (*) δεν θίγονται.

(*)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 904/2010 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2010, για τη διοικητική συνεργασία και την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 268 της 12.10.2010, σ. 1).»."

8)

Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι προβλεπόμενες στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο απαιτήσεις δεν ισχύουν για τις καταθέσεις που λαμβάνονται κατά τους επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις. Οι διαδικαστικές εγγυήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 7 και 8 ισχύουν για τον ενδιαφερόμενο, ιδίως το δικαίωμα να επικουρείται από πρόσωπο της επιλογής του.»·

β)

στην παράγραφο 4, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τον σκοπό αυτό, η Υπηρεσία αποστέλλει στον ενδιαφερόμενο πρόσκληση να διατυπώσει παρατηρήσεις είτε γραπτώς είτε στο πλαίσιο συνέντευξης με υπαλλήλους οριζόμενους από την Υπηρεσία. Η εν λόγω πρόσκληση περιλαμβάνει σύνοψη των περιστατικών που αφορούν τον ενδιαφερόμενο και τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει των άρθρων 15 και 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 και αναφέρει την προθεσμία υποβολής παρατηρήσεων, η οποία πρέπει να είναι τουλάχιστον 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της πρόσκλησης. Η εν λόγω προθεσμία μπορεί να μειωθεί με τη ρητή συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για δεόντως αιτιολογημένους λόγους σχετικούς με τον επείγοντα χαρακτήρα της έρευνας. Στην τελική έκθεση της έρευνας γίνεται μνεία των εν λόγω παρατηρήσεων.

Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις στις οποίες κρίνεται απαραίτητη η διαφύλαξη του εμπιστευτικού χαρακτήρα της έρευνας ή ήδη διεξαγόμενης ή μελλοντικής ποινικής έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή εθνικής δικαστικής αρχής, ο γενικός διευθυντής δύναται, κατά περίπτωση κατόπιν διαβούλευσης με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ή την αρμόδια εθνική δικαστική αρχή, να αποφασίσει να αναβάλει την εκτέλεση της υποχρέωσης κλήσης ενδιαφερομένου προς υποβολή παρατηρήσεων.».

9)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 9α

Ελεγκτής διαδικαστικών εγγυήσεων

1.   Η Επιτροπή διορίζει ελεγκτή διαδικαστικών εγγυήσεων (εφεξής “ελεγκτής”), σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 2, για πενταετή θητεία, μη ανανεώσιμη. Μετά τη λήξη της εν λόγω θητείας, ο ελεγκτής παραμένει εν υπηρεσία έως ότου αντικατασταθεί.

2.   Ο ελεγκτής υπάγεται διοικητικά στην επιτροπή εποπτείας. Η γραμματεία της επιτροπής εποπτείας παρέχει στον ελεγκτή κάθε αναγκαία διοικητική και νομική υποστήριξη.

3.   Η Επιτροπή χορηγεί στην επιτροπή εποπτείας, από τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό της, το προσωπικό και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι αναγκαία για τον ελεγκτή.

4.   Κατόπιν πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο υποψηφίων που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα για τη θέση του ελεγκτή. Μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η Επιτροπή διορίζει τον ελεγκτή.

5.   Ο ελεγκτής διαθέτει τα προσόντα και την πείρα που απαιτούνται στο πεδίο των διαδικαστικών εγγυήσεων.

6.   Ο ελεγκτής ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη ανεξαρτησία, μεταξύ άλλων και έναντι της Υπηρεσίας και της επιτροπής εποπτείας, και δεν επιζητεί ούτε λαμβάνει οδηγίες από κανένα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

7.   Εάν ο ελεγκτής δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του ή αν ο ελεγκτής κρίθηκε ένοχος για βαρύ παράπτωμα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή μπορούν να απαλλάξουν τον ελεγκτή από τα καθήκοντά του με κοινή συμφωνία.

8.   Σύμφωνα με τον μηχανισμό που αναφέρεται στο άρθρο 9β, ο ελεγκτής παρακολουθεί τη συμμόρφωση της Υπηρεσίας με τις διαδικαστικές εγγυήσεις του άρθρου 9, καθώς και τους κανόνες που ισχύουν για τις έρευνες από την Υπηρεσία. Ο ελεγκτής είναι υπεύθυνος για τον χειρισμό των καταγγελιών που αναφέρονται στο άρθρο 9β.

9.   Ο ελεγκτής υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές του σε ετήσια βάση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, την επιτροπή εποπτείας και την Υπηρεσία. Ο ελεγκτής δεν αναφέρεται σε ατομικές υποθέσεις υπό έρευνα και μεριμνά για την διασφάλιση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των ερευνών ακόμη και μετά την περάτωσή τους. Ο ελεγκτής υποβάλλει έκθεση στην επιτροπή εποπτείας για κάθε συστημικό θέμα που προκύπτει από τις συστάσεις του.

Άρθρο 9β

Μηχανισμός καταγγελιών

1.   Ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο δικαιούται να υποβάλει καταγγελία ενώπιον τον ελεγκτή όσον αφορά τη συμμόρφωση της Υπηρεσίας προς τις διαδικαστικές εγγυήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9, καθώς επίσης και λόγω παράβασης των κανόνων που διέπουν τις έρευνες από την Υπηρεσία, ιδίως λόγω παραβίασης διαδικαστικών απαιτήσεων και θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η υποβολή καταγγελίας δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς τη διεξαγωγή της έρευνας που αποτελεί το αντικείμενο της καταγγελίας.

2.   Οι καταγγελίες υποβάλλονται εντός ενός μηνός αφ’ ότου ο καταγγέλλων λάβει γνώση των σχετικών πραγματικών περιστατικών που συνιστούν εικαζόμενη παραβίαση των διαδικαστικών εγγυήσεων ή των κανόνων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Σε κάθε περίπτωση, οι καταγγελίες θα υποβάλλονται εντός ενός μηνός από την περάτωση της έρευνας.

Εντούτοις, καταγγελίες που αφορούν την προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφοι 2 και 4 υποβάλλονται πριν από τη λήξη της προθεσμίας των 10 ημερών που καθορίζεται στις εν λόγω διατάξεις.

3.   Ο ελεγκτής ενημερώνει τον γενικό διευθυντή μόλις λάβει την καταγγελία.

Εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της καταγγελίας, ο ελεγκτής αποφασίζει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2.

Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2, ο ελεγκτής καλεί την Υπηρεσία να αναλάβει δράση για την επίλυση της καταγγελίας και να ενημερώσει σχετικά τον ελεγκτή εντός 15 εργάσιμων ημερών.

Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 ή 2, ο ελεγκτής κλείνει τον φάκελο και ενημερώνει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο χωρίς καθυστέρηση.

4.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, η Υπηρεσία διαβιβάζει στον ελεγκτή όλες τις πληροφορίες που του επιτρέπουν να αξιολογήσει αν η καταγγελία είναι βάσιμη, καθώς και πληροφορίες που αποσκοπούν στην επίλυση του καταγγελθέντος θέματος και δίνουν τη δυνατότητα στον ελεγκτή να εκδώσει σύσταση.

5.   Ο ελεγκτής εκδίδει σύσταση σχετικά με τον τρόπο επίλυσης των θεμάτων που εγείρονται στην καταγγελία, χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση εντός δύο μηνών αφότου ο ελεγκτής ενημερώθηκε από την Υπηρεσία σχετικά με τις ενέργειές της για την επίλυση του θέματος που εγείρεται. Εφ’ όσον δεν λάβει πληροφορίες εντός της προθεσμίας 15 ημερών που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3, ο ελεγκτής εκδίδει σύσταση εντός δύο μηνών από την εκπνοή αυτής της προθεσμίας.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο ελεγκτής δύναται να αποφασίσει την παράσταση της προθεσμίας έκδοσης σύστασης κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες. Ο ελεγκτής ενημερώνει γραπτώς τον γενικό διευθυντή σχετικά με τους λόγους μιας τέτοιας παράτασης.

Ο ελεγκτής μπορεί να συστήσει στην Υπηρεσία να τροποποιήσει ή να καταργήσει τις συστάσεις της ή τις εκθέσεις της, λόγω παραβίασης των διαδικαστικών εγγυήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 9 ή των κανόνων που εφαρμόζονται στις έρευνες της Υπηρεσίας, ιδίως λόγω παραβίασης διαδικαστικών απαιτήσεων και θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Πριν εκδώσει σύσταση, ο ελεγκτής ζητεί γνωμοδότηση της επιτροπής εποπτείας.

Ο ελεγκτής υποβάλλει τη σύσταση στην Υπηρεσία και ενημερώνει σχετικά τον καταγγέλλοντα.

Σε περίπτωση που ο ελεγκτής δεν εκδώσει σύσταση εντός των προθεσμιών της παρούσας παραγράφου, θεωρείται ότι ο ελεγκτής έχει απορρίψει την καταγγελία χωρίς σύσταση.

6.   Ο ελεγκτής εξετάζει την καταγγελία σε διαδικασία εκατέρωθεν ακρόασης, χωρίς να παρεμβαίνει στη διεξαγόμενη έρευνα.

Ο ελεγκτής μπορεί επίσης να ζητήσει από μάρτυρες να παράσχουν τις γραπτές ή προφορικές εξηγήσεις που θεωρεί χρήσιμες για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών. Οι μάρτυρες μπορούν να αρνηθούν να παράσχουν τέτοιες εξηγήσεις.

7.   Ο γενικός διευθυντής προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες που ορίζονται στη σύσταση. Εάν ο γενικός διευθυντής αποφασίσει να μην ακολουθήσει τη σύσταση του ελεγκτή, ο γενικός διευθυντής γνωστοποιεί στον καταγγέλλοντα και στον ελεγκτή τους βασικούς λόγους για την εν λόγω απόφαση, εκτός εάν αυτή η γνωστοποίηση θα επηρέαζε την εν εξελίξει έρευνα. Στην τελική έκθεση της έρευνας επισυνάπτεται σημείωμα στο οποίο ο γενικός διευθυντής αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ακολουθήθηκε η σύσταση του ελεγκτή.

8.   Ο μηχανισμός καταγγελιών που προβλέπεται στο παρόν άρθρο δεν θίγει τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τις Συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων των αγωγών αποζημιώσεως.

9.   Ο γενικός διευθυντής μπορεί να ζητήσει τη γνώμη του ελεγκτή σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα συνδέεται με διαδικαστικές εγγυήσεις ή θεμελιώδη δικαιώματα που εμπίπτουν στο πλαίσιο της εντολής του ελεγκτή, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης για αναβολή παροχής πληροφοριών στον ενδιαφερόμενο δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 3. Ο γενικός διευθυντής ορίζει σε οποιοδήποτε παρόμοιο αίτημα τη χρονική προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να απαντήσει ο ελεγκτής.

10.   Με την επιφύλαξη των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, εφόσον έχει υποβληθεί καταγγελία στον γενικό διευθυντή από υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 90α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και ο υπάλληλος ή το μέλος του λοιπού προσωπικού έχει υποβάλει καταγγελία στον ελεγκτή σχετικά με το ίδιο θέμα, ο γενικός διευθυντής αναμένει τη σύσταση του ελεγκτή πριν απαντήσει στην καταγγελία.

11.   Ο ελεγκτής, κατόπιν διαβούλευσης με την επιτροπή εποπτείας, θεσπίζει εκτελεστικές διατάξεις για τον χειρισμό των καταγγελιών.

Οι εν λόγω εκτελεστικές διατάξεις περιλαμβάνουν, ιδίως, λεπτομερείς κανόνες σχετικά με:

α)

την υποβολή καταγγελίας·

β)

την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της επιτροπής εποπτείας, του ελεγκτή και του γενικού διευθυντή·

γ)

την διαδικασία αντιμετώπισης από την Υπηρεσία των θεμάτων που εγείρονται σε μια καταγγελία·

δ)

την εξέταση μιας καταγγελίας με διαδικασία εκατέρωθεν ακροάσεως σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6·

ε)

την έκδοση και τη δημοσίευση της σύστασης του ελεγκτή·

στ)

τις δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις όπου ο γενικός διευθυντής μπορεί να αποκλίνει από τη σύσταση του ελεγκτή και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις.».

10)

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«3α.   Η οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*) εφαρμόζεται για την καταγγελία περιπτώσεων απάτης, διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και για την προστασία όσων καταγγέλλουν τις παραβάσεις αυτές.

3β.   Όταν η Υπηρεσία συνιστά δικαστική συνέχεια, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος και των πληροφοριοδοτών στην προστασία της ταυτότητάς τους, και σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες προστασίας της εμπιστευτικότητας και των δεδομένων, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει από την Υπηρεσία παράσχει την τελική έκθεση που έχει συνταχθεί βάσει του άρθρου 11, στον βαθμό που αφορά τον ενδιαφερόμενο. Η Υπηρεσία γνωστοποιεί αμελλητί το αίτημα σε όλους τους αποδέκτες της εν λόγω έκθεσης και παρέχει πρόσβαση μόνο με τη ρητή συγκατάθεση των αποδεκτών. Οι αποδέκτες απαντούν εντός δωδεκαμήνου από την παραλαβή του αιτήματος. Εάν δεν διατυπωθεί αντίρρηση εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, η Υπηρεσία χορηγεί την πρόσβαση.

Η αρμόδια αρχή μπορεί επίσης να εξουσιοδοτήσει την Υπηρεσία να χορηγήσει πρόσβαση πριν από τη λήξη της εν λόγω περιόδου.

(*)  Οδηγία (EE) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2019, σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης (ΕΕ L 305 της 26.11.2019, σ. 17).»"

β)

στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η Υπηρεσία διορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού (ΕE) 2018/1725.».

11)

Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η έκθεση συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από συστάσεις του γενικού διευθυντή σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Οι εν λόγω συστάσεις αναφέρουν, εφόσον χρειάζεται, τυχόν πειθαρχικές, διοικητικές, δημοσιονομικές ή δικαστικές ενέργειες που θα ληφθούν εκ μέρους των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών, και προσδιορίζουν ιδίως το εκτιμώμενο ποσό που πρέπει να ανακτηθεί, καθώς και τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών.»·

β)

οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Κατά τη σύνταξη των εκθέσεων και συστάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνονται υπόψη οι συναφείς διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και, στον βαθμό που ισχύει, του εθνικού δικαίου του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

Οι εκθέσεις που συντάσσονται βάσει του πρώτου εδαφίου, συμπεριλαμβανομένων όλων των αποδεικτικών στοιχείων που υποστηρίζουν τις εν λόγω εκθέσεις και προσαρτώνται σε αυτές, αποτελούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία:

α)

σε δικαστικές διαδικασίες μη ποινικού χαρακτήρα, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και σε διοικητικές διαδικασίες στα κράτη μέλη·

β)

σε ποινικές διαδικασίες του κράτους μέλους στο οποίο η χρησιμοποίησή τους αποδεικνύεται αναγκαία και υπάγονται στους ίδιους κανόνες αξιολόγησης με εκείνους που εφαρμόζονται στις διοικητικές εκθέσεις των εθνικών διοικητικών ελεγκτών και έχουν την αυτή αποδεικτική ισχύ με αυτές τις εκθέσεις·

γ)

σε δικαστικές διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης και σε διοικητικές διαδικασίες στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Υπηρεσία τους κανόνες του εθνικού δικαίου που είναι συναφείς με τους σκοπούς του δευτέρου εδαφίου στοιχείο β).

Αναφορικά με το στοιχείο β) του δεύτερου εδαφίου, τα κράτη μέλη, μετά από αίτηση της Υπηρεσίας, αποστέλλουν στην Υπηρεσία την οριστική απόφαση των εθνικών δικαστηρίων, αφού ολοκληρωθεί οριστικά η σχετική δικαστική διαδικασία και δημοσιευθεί η οριστική δικαστική απόφαση.

Η εξουσία του ΔΕΕ και των εθνικών δικαστηρίων και των αρμόδιων φορέων στις διοικητικές και ποινικές διαδικασίες να προβαίνουν ελεύθερα σε εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των εκθέσεων που καταρτίζει η Υπηρεσία δεν θίγεται από τον παρόντα κανονισμό.

2α.   Η Υπηρεσία λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλίζει με συνέπεια την ποιότητα των εκθέσεων και συστάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Οι εκθέσεις και συστάσεις που συντάσσονται κατόπιν εξωτερικής έρευνας και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις εξωτερικές έρευνες, καθώς και, εφόσον είναι αναγκαίο, στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Οι αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και, όπου αρμόζει, το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός δίνουν στις εξωτερικές έρευνες τη συνέχεια την οποία απαιτούν τα αποτελέσματα των εξωτερικών ερευνών και ενημερώνουν σχετικά την Υπηρεσία, εντός προθεσμίας που ορίζεται στις συστάσεις που συνοδεύουν την έκθεση, καθώς και, επιπλέον, κατόπιν σχετικής αίτησης της Υπηρεσίας. Τα κράτη μέλη μπορούν να κοινοποιούν στην Υπηρεσία τις εθνικές αρχές που είναι εκάστοτε αρμόδιες για την εξέταση των εν λόγω εκθέσεων, συστάσεων και εγγράφων.»·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Όταν η έκθεση που συντάχθηκε μετά από εσωτερική έρευνα αποκαλύπτει την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών που δύνανται να επισύρουν ποινική δίωξη, τα εν λόγω στοιχεία, συνοδευόμενα από τις συστάσεις, διαβιβάζονται αμελλητί στις δικαστικές αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, με την επιφύλαξη των άρθρων 12γ και 12δ.

Οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών ενημερώνουν την Υπηρεσία, εντός προθεσμίας που ορίζεται στις συστάσεις που συνοδεύουν την έκθεση και μετά από αίτησή της, σχετικά με τα τυχόν μέτρα που έλαβαν και τους λόγους για τη μη εφαρμογή των συστάσεων, κατά περίπτωση, μετά από τη διαβίβαση πληροφοριών από την Υπηρεσία σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.»·

δ)

η παράγραφος 6 διαγράφεται·

ε)

η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Όταν πληροφοριοδότης έχει παράσχει στην Υπηρεσία πληροφορίες που οδήγησαν στην έναρξη έρευνας, η Υπηρεσία ενημερώνει τον συγκεκριμένο πληροφοριοδότη για την περάτωση της έρευνας, εκτός αν θεωρεί ότι η πληροφορία αυτή είναι δυνατόν να θίξει τα έννομα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου προσώπου και την αποτελεσματικότητα της έρευνας και των μέτρων που πρέπει να ληφθούν επακολούθως, ή τις ενδεχόμενες απαιτήσεις εμπιστευτικότητας.».

12)

Το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 10 και 11 του παρόντος κανονισμού και των διατάξεων του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, η Υπηρεσία μπορεί να διαβιβάζει εγκαίρως στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών πληροφορίες συλλεγείσες κατά τη διάρκεια εξωτερικών ερευνών, ώστε να μπορέσουν να προβούν στις κατάλληλες ενέργειες σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο. Μπορεί επίσης να διαβιβάζει αυτές τις πληροφορίες στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, εκτός εάν δεν το επιτρέπει το εθνικό δίκαιο, ενημερώνουν την Υπηρεσία αμελλητί και σε κάθε περίπτωση εντός δωδεκαμήνου από την παραλαβή των πληροφοριών που διαβιβάζονται σε αυτές σύμφωνα με το παρόν άρθρο, σχετικά με τα μέτρα που έλαβαν βάσει των εν λόγω πληροφοριών.»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Η Υπηρεσία μπορεί να παρέχει σχετικές πληροφορίες στο δίκτυο Eurofisc το οποίο δημιουργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010. Οι συντονιστές του τομέα εργασίας του Eurofisc μπορούν να διαβιβάζουν σχετικές πληροφορίες από το δίκτυο Eurofisc στην Υπηρεσία, υπό τους όρους του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 904/2010.».

13)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 12α

Υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης

1.   Κάθε κράτος μέλος για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ορίζει υπηρεσία (“υπηρεσία για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης”) η οποία διευκολύνει την αποτελεσματική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών επιχειρησιακού χαρακτήρα, με την Υπηρεσία (“υπηρεσία για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης”). Εφόσον ενδείκνυται, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η υπηρεσία για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης μπορεί να θεωρείται αρμόδια αρχή για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

2.   Κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας, προτού αποφασιστεί η κίνηση έρευνας, καθώς και κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας έρευνας, οι υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης παρέχουν ή συντονίζουν τη συνδρομή που απαιτείται ώστε η Υπηρεσία να εκτελεί τα καθήκοντά της αποτελεσματικά. Η συνδρομή αυτή αφορά ειδικότερα συνδρομή από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 5 και 6, το άρθρο 7 παράγραφος 3 και το άρθρο 8 παράγραφοι 2 και 3.

3.   Οι υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης μπορούν να παρέχουν συνδρομή στην Υπηρεσία, κατόπιν αίτησής της, ώστε να μπορεί να ασκεί δραστηριότητες συντονισμού σύμφωνα με το άρθρο 12β, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, οριζόντιας συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των υπηρεσιών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης.

Άρθρο 12β

Δραστηριότητες συντονισμού

1.   Δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 2, η Υπηρεσία μπορεί να οργανώνει και να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, καθώς και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής και κάθε άλλο ισχύον νομικό μέσο, των αρχών τρίτης χώρας και διεθνών οργανισμών. Για τον σκοπό της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, οι συμμετέχουσες αρχές και η Υπηρεσία μπορούν να συλλέγουν, να αναλύουν και να ανταλλάσσουν πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων επιχειρησιακών πληροφοριών. Οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας μπορούν να συνοδεύουν τις αρμόδιες αρχές που διεξάγουν ερευνητικές δραστηριότητες κατόπιν αίτησης των εν λόγω αρχών. Εφαρμόζονται το άρθρο 6, το άρθρο 7 παράγραφοι 6 και 7, το άρθρο 8 παράγραφος 3 και το άρθρο 10.

2.   Η Υπηρεσία, κατά περίπτωση, καταρτίζει έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες συντονισμού που έχουν διενεργηθεί και τη διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στα ενδιαφερόμενα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς.

3.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της άσκησης από την Υπηρεσία των εξουσιών που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή σε ειδικές διατάξεις οι οποίες διέπουν την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και τη συνεργασία μεταξύ των αρχών αυτών και της Επιτροπής.

4.   Η Υπηρεσία μπορεί να συμμετέχει σε κοινές ομάδες ερευνών που συγκροτούνται σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο και στο πλαίσιο αυτό να ανταλλάσσει επιχειρησιακές πληροφορίες που αποκτά δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 12γ

Γνωστοποίηση αξιόποινης συμπεριφοράς στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

1.   Η Υπηρεσία υποβάλλει έκθεση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για κάθε αξιόποινη συμπεριφορά ως προς την οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορούσε να ασκήσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το κεφάλαιο IV του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939. Η γνωστοποίηση αποστέλλεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση πριν ή κατά τη διάρκεια της έρευνας της Υπηρεσίας.

2.   Η γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, καθώς και εκτίμηση της ζημίας που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί, τον πιθανό νομικό χαρακτηρισμό και κάθε διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με δυνητικά θύματα, υπόπτους ή τυχόν άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

3.   Η Υπηρεσία δεν υποχρεούται να γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προδήλως ανυπόστατους ισχυρισμούς.

4.   Όταν οι πληροφορίες που λαμβάνει η Υπηρεσία δεν περιλαμβάνουν τα στοιχεία που παρατίθενται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και δεν βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα της Υπηρεσίας, η Υπηρεσία μπορεί να προβεί σε προκαταρκτική αξιολόγηση των ισχυρισμών. Η αξιολόγηση διεξάγεται χωρίς χρονοτριβή και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο μηνών από τη λήψη των πληροφοριών. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω αξιολόγησης, εφαρμόζονται το άρθρο 6 και το άρθρο 8 παράγραφος 2. Σε συνέχεια της προκαταρκτικής αξιολόγησης, η Υπηρεσία προβαίνει σε γνωστοποίηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάθε αξιόποινης συμπεριφοράς όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

5.   Στην περίπτωση που η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αξιόποινη συμπεριφορά αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγει η Υπηρεσία, και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κινήσει έρευνα σε συνέχεια της γνωστοποίησης που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, η Υπηρεσία διακόπτει την έρευνα που διενεργεί στα ίδια πραγματικά περιστατικά εκτός εάν ισχύουν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12ε ή 12στ.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η Υπηρεσία επαληθεύει, σύμφωνα με το άρθρο 12ζ παράγραφος 2, μέσω του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αν η Εισαγγελία διενεργεί έρευνα. Η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανταποκρίνεται στην αίτηση εντός προθεσμίας που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12ζ.

6.   Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης μπορούν να ζητούν από την Υπηρεσία να διεξάγει προκαταρκτική αξιολόγηση ισχυρισμών που γνωστοποιούνται σε αυτά. Για τους σκοπούς των αιτήσεων αυτών, εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών οι παράγραφοι 1 ως 4. Η Υπηρεσία ενημερώνει το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό σχετικά με τα αποτελέσματα της προκαταρκτικής αξιολόγησης, εκτός εάν η παροχή αυτών των πληροφοριών μπορεί να θέσει σε κίνδυνο έρευνα της Υπηρεσίας ή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

7.   Στην περίπτωση που, κατόπιν της γνωστοποίησης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η Υπηρεσία περατώσει την έρευνά της, δεν εφαρμόζονται το άρθρο 9 παράγραφος 4 και το άρθρο 11.

Άρθρο 12δ

Αποφυγή αλληλεπικαλύψεων των ερευνών

1.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 12ε και 12στ, ο γενικός διευθυντής διακόπτει έρευνα που διενεργείται και δεν κινεί νέα έρευνα δυνάμει του άρθρου 5, όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διεξάγει έρευνα σχετικά με τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Ο γενικός διευθυντής ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σχετικά με κάθε απόφαση διακοπής που λαμβάνεται για τους λόγους αυτούς.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η Υπηρεσία επαληθεύει, σύμφωνα με το άρθρο 12ζ παράγραφος 2 μέσω του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αν η Εισαγγελία διενεργεί έρευνα. Η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανταποκρίνεται στην αίτηση εντός προθεσμίας που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12ζ.

Σε περίπτωση που η Υπηρεσία διακόψει έρευνα που διενεργείται την σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, δεν εφαρμόζονται το άρθρο 9 παράγραφος 4 και το άρθρο 11.

2.   Προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα στην Υπηρεσία να εξετάσει τις ενδεδειγμένες διοικητικές ενέργειες σύμφωνα με την εντολή της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δύναται να παρέχει τις σχετικές πληροφορίες στην Υπηρεσία στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει αποφασίσει να μην διεξαγάγει έρευνα ή έχει θέσει την υπόθεση στο αρχείο. Όταν περιέλθουν εις γνώσιν της Υπηρεσίας νέα πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν ήταν γνωστά στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά τον χρόνο που ελήφθη η απόφαση αρχειοθέτησης της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, ο γενικός διευθυντής δύναται να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να επανεκκινήσει έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 12ε

Υποστήριξη της Υπηρεσίας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

1.   Κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και κατόπιν αίτησης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 3 του κανονισμού (EΕ) 2017/1939, η Υπηρεσία, σύμφωνα με την εντολή της, υποστηρίζει ή συμπληρώνει τη δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ιδίως με τους εξής τρόπους:

α)

παροχή πληροφοριών, αναλύσεων (συμπεριλαμβανομένων των εγκληματολογικών αναλύσεων), εμπειρογνωσίας και επιχειρησιακής υποστήριξης·

β)

διευκόλυνση του συντονισμού για συγκεκριμένες ενέργειες μεταξύ των αρμόδιων εθνικών διοικητικών αρχών και των οργάνων της Ένωσης·

γ)

διεξαγωγή διοικητικών ερευνών.

Όταν παρέχει υποστήριξη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η Υπηρεσία δεν εκτελεί πράξεις ή μέτρα που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την έρευνα ή τη δίωξη.

2.   Αίτηση αναφερόμενη στην παράγραφο 1 διαβιβάζεται γραπτώς και προσδιορίζει τουλάχιστον:

α)

τις πληροφορίες σχετικά με την έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας καθ’ όσον έχουν συνάφεια με τον σκοπό της αίτησης·

β)

τα μέτρα τα οποία ζητεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να υλοποιηθούν από την Υπηρεσία·

γ)

κατά περίπτωση, το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα για τη διεκπεραίωση του αιτήματος.

Όταν απαιτείται, η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες.

3.   Με σκοπό την προστασία του παραδεκτού των αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των διαδικαστικών εγγυήσεων, όταν η Υπηρεσία εκτελεί, στο πλαίσιο της εντολής της, μέτρα στήριξης που αιτήθηκε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δυνάμει του παρόντος άρθρου, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η Υπηρεσία, ενεργώντας σε στενή συνεργασία, διασφαλίζουν την τήρηση των εφαρμοστέων διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο VI του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.

Άρθρο 12στ

Συμπληρωματικές έρευνες

1.   Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διενεργεί έρευνα και ο γενικός διευθυντής κρίνει, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, ότι θα πρέπει και από την Υπηρεσία να κινηθεί έρευνα, σύμφωνα με την εντολή της Υπηρεσίας, με σκοπό τη διευκόλυνση της λήψης προληπτικών μέτρων ή της εκτέλεσης δημοσιονομικών, πειθαρχικών ή διοικητικών ενεργειών, η Υπηρεσία ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία γραπτώς, προσδιορίζοντας τη φύση και τον σκοπό της έρευνας.

Μετά τη λήψη της εν λόγω ενημέρωσης και εντός προθεσμίας που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12ζ, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να προβάλει αντίρρηση στην κίνηση έρευνας ή στην εκτέλεση ορισμένων ενεργειών που αφορούν την έρευνα. Όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβάλλει αντίρρηση στην κίνηση έρευνας ή στην εκτέλεση ορισμένων ενεργειών που αφορούν έρευνα, ενημερώνει την Υπηρεσία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όταν παύσουν να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους προέβαλε αντίρρηση.

Στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν προβάλει αντίρρηση εντός της προθεσμίας που τίθεται σύμφωνα με το άρθρο 12, η Υπηρεσία μπορεί να κινήσει έρευνα, την οποία διεξάγει σε συνεχή διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβάλει σε μεταγενέστερο χρόνο σχετική αντίρρηση, η Υπηρεσία αναστέλλει ή διακόπτει την έρευνά της, ή δεν προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες που αφορούν την έρευνα.

2.   Στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στο πλαίσιο απάντησης σε αίτηση για παροχή πληροφοριών που έχει υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 12δ, ενημερώσει την Υπηρεσία ότι δεν διεξάγει έρευνα και στη συνέχεια κινήσει έρευνα σχετικά με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ενημερώνει την Υπηρεσία αμελλητί. Εάν, μετά τη λήψη της εν λόγω ενημέρωσης, ο γενικός διευθυντής κρίνει ότι η έρευνα που έχει κινήσει η Υπηρεσία θα πρέπει να συνεχιστεί με σκοπό τη διευκόλυνση της λήψης προληπτικών μέτρων ή της εκτέλεσης δημοσιονομικών, πειθαρχικών ή διοικητικών ενεργειών, εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12ζ

Διακανονισμοί εργασίας και ανταλλαγή πληροφοριών με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία

1.   Η Υπηρεσία συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σχετικά με τους διακανονισμούς εργασίας. Στους εν λόγω διακανονισμούς εργασίας προβλέπονται, μεταξύ άλλων, πρακτικές ρυθμίσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πληροφοριών επιχειρησιακού, στρατηγικού ή τεχνικού χαρακτήρα και διαβαθμισμένων πληροφοριών και συμπληρωματικές έρευνες.

Οι διακανονισμοί εργασίας περιλαμβάνουν αναλυτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη συνεχή ανταλλαγή πληροφοριών κατά τη διάρκεια της λήψης και επαλήθευσης ισχυρισμών για τον σκοπό του προσδιορισμού της αρμοδιότητας κατά τη διάρκεια ερευνών. Περιλαμβάνουν επίσης ρυθμίσεις για τη διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όταν η Υπηρεσία ενεργεί υποστηρικτικά ή συμπληρωματικά προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Προβλέπουν δε προθεσμίες για την ανταπόκριση στις εκατέρωθεν αιτήσεις.

Η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συμφωνούν σχετικά με τις προθεσμίες και τις λεπτομερείς ρυθμίσεις, σύμφωνα με το άρθρο 12γ παράγραφος 5, το άρθρο 12δ παράγραφος 1 και το άρθρο 12στ παράγραφος 1. Μέχρι την επίτευξη της συμφωνίας αυτής, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανταποκρίνεται χωρίς καθυστέρηση στις αιτήσεις της Υπηρεσίας και, σε κάθε περίπτωση, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την υποβολή αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 12γ παράγραφος 5 και στο άρθρο 12δ παράγραφος 1 και εντός 20 εργάσιμων ημερών από αίτηση ενημέρωσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 12στ παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο.

Πριν την έγκριση των διακανονισμών εργασίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ο γενικός διευθυντής αποστέλλει το σχέδιο στην επιτροπή εποπτείας και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο προς ενημέρωση. Η επιτροπή εποπτείας γνωμοδοτεί χωρίς καθυστέρηση.

2.   Η Υπηρεσία έχει έμμεση πρόσβαση στις πληροφορίες του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βάσει συστήματος σύμπτωσης / απουσίας σύμπτωσης (hit/no-hit).

Κάθε φορά που εντοπίζεται αντιστοιχία μεταξύ των δεδομένων που εισάγονται στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων από την Υπηρεσία και των δεδομένων που τηρούνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η ύπαρξη της αντιστοιχίας γνωστοποιείται τόσο στην Υπηρεσία όσο και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Υπηρεσία λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε να μπορεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες του συστήματος διαχείρισης υποθέσεών της βάσει συστήματος σύμπτωσης / απουσίας σύμπτωσης (hit/no-hit).

Οι τεχνικές πτυχές και οι πτυχές ασφαλείας της αμοιβαίας πρόσβασης στα συστήματα διαχείρισης υποθέσεων, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών διαδικασιών με τις οποίες διασφαλίζεται ότι κάθε πρόσβαση είναι δεόντως αιτιολογημένη για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και τεκμηριωμένη, καθορίζονται στις ρυθμίσεις εργασίας.

3.   Ο γενικός διευθυντής και ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας συνεδριάζουν τουλάχιστον μία φορά ετησίως για να συζητήσουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος.».

14)

Στο άρθρο 13 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Στο πλαίσιο της εντολής της να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, η Υπηρεσία συνεργάζεται, κατά περίπτωση, με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust) και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ). Εφόσον απαιτείται για τη διευκόλυνση της εν λόγω συνεργασίας, η Υπηρεσία συμφωνεί με την Eurojust και την Ευρωπόλ σχετικά με διοικητικούς διακανονισμούς. Οι εν λόγω διακανονισμοί εργασίας είναι δυνατόν να αφορούν την ανταλλαγή πληροφοριών επιχειρησιακού, στρατηγικού ή τεχνικού χαρακτήρα, περιλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και διαβαθμισμένων πληροφοριών και, εφόσον ζητηθούν, εκθέσεων προόδου.».

15)

Το άρθρο 15 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η επιτροπή εποπτείας παρακολουθεί τακτικά την εκτέλεση από την Υπηρεσία των ερευνητικών της καθηκόντων, προκειμένου να ενισχύσει την ανεξαρτησία της Υπηρεσίας κατά την ορθή άσκηση των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Η επιτροπή εποπτείας παρακολουθεί ιδίως τις εξελίξεις όσον αφορά την εφαρμογή των διαδικαστικών εγγυήσεων και τη διάρκεια των ερευνών.

Η επιτροπή εποπτείας απευθύνει στον γενικό διευθυντή γνωμοδοτήσεις, καθώς και συστάσεις κατά περίπτωση, μεταξύ άλλων όσον αφορά τους απαιτούμενους πόρους για τη διενέργεια του ερευνητικού έργου της Υπηρεσίας, τις προτεραιότητες της Υπηρεσίας σε θέματα ερευνών και τη διάρκεια των ερευνών. Οι εν λόγω γνωμοδοτήσεις εκδίδονται με δική της πρωτοβουλία, κατόπιν αιτήσεως του γενικού διευθυντή ή κατόπιν αιτήσεως θεσμικού ή άλλου οργάνου ή οργανισμού, χωρίς ωστόσο να παρεμποδίζουν τις διεξαγόμενες έρευνες.

Η Υπηρεσία δημοσιεύει στον ιστότοπό της τις απαντήσεις της στις γνώμες που εκδίδει η επιτροπή εποπτείας.

Αντίγραφο των γνωμοδοτήσεων που εκδίδονται σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο παρέχεται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς.

Στην επιτροπή εποπτείας χορηγείται πρόσβαση στο σύνολο των πληροφοριών και των εγγράφων που αυτή θεωρεί ότι απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων της, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων και των συστάσεων για περατωθείσες έρευνες και για αρχειοθετημένες υποθέσεις, χωρίς ωστόσο να παρεμποδίζει τις διεξαγόμενες έρευνες και με τη δέουσα προσοχή στις απαιτήσεις περί εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων.»·

β)

στην παράγραφο 8, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Η επιτροπή εποπτείας ορίζει τον πρόεδρό της. Εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της, ο οποίος, προτού υιοθετηθεί, υποβάλλεται προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Οι συνεδριάσεις της επιτροπής εποπτείας συγκαλούνται κατόπιν πρωτοβουλίας του προέδρου της ή του γενικού διευθυντή. Συνεδριάζει τουλάχιστον δέκα φορές τον χρόνο. Η επιτροπή εποπτείας λαμβάνει τις αποφάσεις της με την πλειοψηφία των μελών που την απαρτίζουν. Η γραμματειακή της υποστήριξη παρέχεται από την Επιτροπή και σε στενή συνεργασία με την επιτροπή εποπτείας. Πριν από τον διορισμό μέλους του προσωπικού στη γραμματεία, ζητείται η γνώμη της επιτροπής εποπτείας και οι απόψεις της λαμβάνονται υπόψη. Η γραμματεία ενεργεί βάσει των υποδείξεων της επιτροπής εποπτείας και ανεξάρτητα από την Επιτροπή. Με την επιφύλαξη του ελέγχου που ασκεί στον προϋπολογισμό της επιτροπής εποπτείας και της γραμματείας της, η Επιτροπή δεν παρεμβαίνει στα καθήκοντα παρακολούθησης με τα οποία είναι επιφορτισμένη η επιτροπή εποπτείας.».

16)

Στο άρθρο 16, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή συναντούν τον γενικό διευθυντή άπαξ του έτους για ανταλλαγή απόψεων σε πολιτικό επίπεδο, προκειμένου να συζητήσουν την πολιτική της Υπηρεσίας όσον αφορά μεθόδους πρόληψης και καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η επιτροπή εποπτείας συμμετέχει στην ανταλλαγή απόψεων. Ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας καλείται να παραστεί στην ανταλλαγή απόψεων. Εκπρόσωποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της Eurojust και της Ευρωπόλ μπορούν να κληθούν να παραστούν ad hoc κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής, του γενικού διευθυντή ή της επιτροπής εποπτείας.

2.   Στο πλαίσιο του στόχου της παραγράφου 1, η ανταλλαγή απόψεων μπορεί να αφορά οποιοδήποτε θέμα επί του οποίου συμφωνούν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Ειδικότερα, η ανταλλαγή απόψεων μπορεί να αφορά:

α)

τις στρατηγικές προτεραιότητες όσον αφορά τις πολιτικές της Υπηρεσίας στον τομέα των ερευνών·

β)

τις γνωμοδοτήσεις και τις εκθέσεις δραστηριοτήτων της επιτροπής εποπτείας που προβλέπονται στο άρθρο 15·

γ)

τις εκθέσεις του γενικού διευθυντή δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 4 και, κατά περίπτωση, κάθε άλλη έκθεση των θεσμικών οργάνων σχετικά με την εντολή της Υπηρεσίας·

δ)

το πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της Υπηρεσίας και των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, ιδίως της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, συμπεριλαμβανομένων τυχόν οριζόντιων και συστημικών ζητημάτων που ανακύπτουν κατά τη συνέχεια που δίδεται στις τελικές εκθέσεις ερευνών της Υπηρεσίας·

ε)

το πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της Υπηρεσίας και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν οριζόντιων και συστημικών ζητημάτων που ανακύπτουν κατά τη συνέχεια που δίδεται στις τελικές εκθέσεις ερευνών της Υπηρεσίας·

στ)

τις σχέσεις μεταξύ της Υπηρεσίας και των αρμόδιων αρχών τρίτων χωρών, καθώς και διεθνών οργανισμών, στο πλαίσιο των διακανονισμών που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό·

ζ)

την αποτελεσματικότητα του έργου της Υπηρεσίας όσον αφορά την εκπλήρωση της αποστολής της.».

17)

Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2 έως 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Προκειμένου να προβεί στον διορισμό νέου γενικού διευθυντή, η Επιτροπή δημοσιεύει πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εν λόγω δημοσίευση πραγματοποιείται το αργότερο έξι μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του εν ενεργεία γενικού διευθυντή. Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο υποψηφίων που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα. Αφού διατυπωθεί ευνοϊκή γνώμη της επιτροπής εποπτείας για τη διαδικασία επιλογής που εφαρμόζει η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο συμφωνούν εν ευθέτω χρόνω κατάλογο με τους τρεις επικρατέστερους υποψηφίους από τον πίνακα κατάλληλων υποψηφίων που κατήρτισε η Επιτροπή. Η Επιτροπή διορίζει τον γενικό διευθυντή από τον συγκεκριμένο κατάλογο επικρατέστερων.

3.   Ο γενικός διευθυντής δεν ζητεί ούτε δέχεται εντολές από οιαδήποτε κυβέρνηση ή οιοδήποτε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του που αφορούν την έναρξη και διενέργεια εσωτερικών και εξωτερικών ερευνών ή δραστηριοτήτων συντονισμού, ή τη σύνταξη εκθέσεων μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ερευνών ή δραστηριοτήτων συντονισμού. Εάν ο γενικός διευθυντής κρίνει ότι κάποιο μέτρο που έλαβε η Επιτροπή θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του, ενημερώνει αμέσως την επιτροπή εποπτείας και αποφασίζει αν θα προσφύγει κατά της Επιτροπής ενώπιον του ΔΕΕ.

4.   Ο γενικός διευθυντής υποβάλλει τακτικά, και τουλάχιστον ετησίως, εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με τα πορίσματα των ερευνών που διενεργήθηκαν από την Υπηρεσία, τα ληφθέντα μέτρα και τις δυσκολίες που ανέκυψαν, σεβόμενος τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των ερευνών, τα νόμιμα δικαιώματα των ενδιαφερομένων και των πληροφοριοδοτών και, κατά περίπτωση, το εφαρμοστέο στις δικαστικές διαδικασίες εθνικό δίκαιο. Οι εν λόγω εκθέσεις περιλαμβάνουν επίσης αξιολόγηση των μέτρων που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί, κατόπιν των εκθέσεων και των συστάσεων που συνέταξε η Υπηρεσία.

4α.   Κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, στο πλαίσιο των δικαιωμάτων δημοσιονομικού ελέγχου τους, ο γενικός διευθυντής μπορεί να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας, σεβόμενος τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των ερευνών και των επακόλουθων διαδικασιών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μεριμνούν για την διασφάλιση της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

5.   Ο γενικός διευθυντής ενημερώνει περιοδικά την επιτροπή εποπτείας σχετικά με τις δραστηριότητες της Υπηρεσίας, την εκτέλεση των ερευνητικών της καθηκόντων και τις αναληφθείσες ενέργειες σε συνέχεια των ερευνών.

Ο γενικός διευθυντής ενημερώνει περιοδικά την επιτροπή εποπτείας σχετικά με:

α)

υποθέσεις στις οποίες δεν τηρήθηκαν οι συστάσεις του γενικού διευθυντή·

β)

υποθέσεις στις οποίες διαβιβάστηκαν πληροφορίες σε δικαστικές αρχές των κρατών μελών ή στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία·

γ)

υποθέσεις για τις οποίες δεν κινήθηκε έρευνα και υποθέσεις που αρχειοθετήθηκαν·

δ)

τη διάρκεια των ερευνών σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 8.»·

β)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Ο γενικός διευθυντής θεσπίζει εσωτερική συμβουλευτική και εποπτική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου ελέγχου νομιμότητας, όσον αναφορά μεταξύ άλλων την τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων και του εθνικού δικαίου του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, έχοντας ιδίως υπόψη το άρθρο 11 παράγραφος 2. Ο έλεγχος νομιμότητας διενεργείται από υπαλλήλους της Υπηρεσίας που είναι εμπειρογνώμονες σε νομικά θέματα και στις ερευνητικές διαδικασίες. Η γνωμοδότησή τους επισυνάπτεται στην τελική έκθεση της έρευνας.»·

γ)

στην παράγραφο 8, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Ο γενικός διευθυντής υιοθετεί κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις διαδικασίες έρευνας για τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές συνάδουν με τον παρόντα κανονισμό και καλύπτουν, μεταξύ άλλων:

α)

τις πρακτικές που πρέπει να τηρούνται κατά την εκτέλεση της εντολής της Υπηρεσίας·

β)

τους λεπτομερείς κανόνες που διέπουν τις διαδικασίες ερευνών·

γ)

τις διαδικαστικές εγγυήσεις·

δ)

λεπτομέρειες των εσωτερικών συμβουλευτικών και εποπτικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου νομιμότητας·

ε)

την προστασία των δεδομένων και τις πολιτικές που αφορούν την επικοινωνία και την πρόσβαση σε έγγραφα, όπως ορίζει το άρθρο 10 παράγραφος 3β·

στ)

τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.»·

δ)

στην παράγραφο 9, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Η Επιτροπή ζητεί τη γνώμη της επιτροπής εποπτείας προτού επιβάλει οιαδήποτε πειθαρχική κύρωση στον γενικό διευθυντή ή άρει την ασυλία του.».

18)

Το άρθρο 19 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 19

Έκθεση αξιολόγησης και ενδεχόμενη επανεξέταση

1.   Το αργότερο πέντε έτη μετά την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 120 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης σχετικά με την εφαρμογή και τον αντίκτυπο του παρόντος κανονισμού, ιδίως σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα της συνεργασίας μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από γνωμοδότηση της επιτροπής εποπτείας.

2.   Το αργότερο δύο έτη μετά την υποβολή της έκθεσης αξιολόγησης σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, η Επιτροπή υποβάλλει, εφόσον απαιτείται, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου της Υπηρεσίας, η οποία περιλαμβάνει πρόσθετους ή αναλυτικότερους κανόνες αναφορικά με τη σύσταση της Υπηρεσίας, τα καθήκοντά της ή τις διαδικασίες που διέπουν τις δραστηριότητές της, με ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία της με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στις διασυνοριακές έρευνες και στις έρευνες σε κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο, τα άρθρα 12γ έως 12στ του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, όπως εισήχθησαν στο άρθρο 1 σημείο 13 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται από ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 120 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (EΕ) 2017/1939.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 23 Δεκεμβρίου 2020.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

D. M. SASSOLI

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. ROTH


(1)  ΕΕ C 42 της 1.2.2019, σ. 1.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της 4ης Δεκεμβρίου 2020 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα). Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2020 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 29).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).

(6)  Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1996, σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ L 292 της 15.11.96, σ. 2).

(7)  Οδηγία (EE) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2019, σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης (ΕΕ L 305 της 26.11.2019, σ. 17).

(8)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 3ης Μαΐου 2018, Sigma Orionis SA κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, T-48/16, ECLI:EU:T:2018:245.

(9)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1).

(10)  ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15.

(11)  Κανονισμός (EΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ L 82 της 22.3.1997, σ. 1).

(12)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την τελωνειακή επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1383/2003 του Συμβουλίου (ΕΕ L 181 της 29.6.2013, σ. 15).

(13)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).


28.12.2020   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 437/74


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2020/2224 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 23ης Δεκεμβρίου 2020

σχετικά με κοινούς κανόνες διασφάλισης βασικής συνδεσιμότητας των οδικών εμπορευματικών και οδικών επιβατικών μεταφορών μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στη συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 91 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (2) («συμφωνία αποχώρησης») συνήφθη από την Ένωση με την απόφαση (ΕΕ) 2020/135 του Συμβουλίου (3) και τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2020. Η μεταβατική περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο 126 της συμφωνίας αποχώρησης, κατά τη διάρκεια της οποίας το δίκαιο της Ένωσης εξακολουθεί να εφαρμόζεται ως προς το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (Ηνωμένο Βασίλειο) και εντός αυτού σύμφωνα με το άρθρο 127 της συμφωνίας αποχώρησης, λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2020. Στις 25 Φεβρουαρίου 2020, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/266 (4) με την οποία εγκρίνεται η έναρξη διαπραγματεύσεων με το Ηνωμένο Βασίλειο για νέα συμφωνία εταιρικής σχέσης. Όπως συνάγεται από τις οδηγίες διαπραγμάτευσης, η εξουσιοδότηση καλύπτει, μεταξύ άλλων, τα στοιχεία που απαιτούνται για να καλυφθεί συνολικά η σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου όσον αφορά τις οδικές μεταφορές. Ωστόσο, είναι αμφίβολο κατά πόσον, κατά τη λήξη της εν λόγω περιόδου, θα έχει τεθεί σε ισχύ συμφωνία μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου που θα διέπει τη μελλοντική τους σχέση στον τομέα των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων και επιβατών.

(2)

Κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, και ελλείψει ειδικής πρόβλεψης, θα παύσουν όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το ενωσιακό δίκαιο και αφορούν την πρόσβαση στην αγορά, όπως ορίζεται στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1072/2009 (5) και (ΕΚ) αριθ. 1073/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ένωσης και των κρατών μελών της.

(3)

Σε μια τέτοια περίπτωση θα διαταράσσονταν σφοδρά οι διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου.

(4)

Το εδαφικό πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και κάθε αναφορά στο Ηνωμένο Βασίλειο που αυτός περιέχει δεν περιλαμβάνουν το Γιβραλτάρ.

(5)

Το πολυμερές σύστημα ποσοστώσεων της Ευρωπαϊκής Διάσκεψης Υπουργών Μεταφορών (ECMT) είναι το μοναδικό άλλο διαθέσιμο νομικό πλαίσιο που θα μπορούσε να παράσχει μια βάση για τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου. Ωστόσο, λόγω του περιορισμένου αριθμού των αδειών που επί του παρόντος είναι διαθέσιμες στο πλαίσιο του συστήματος ECMT και του περιορισμένου πεδίου εφαρμογής του αναφορικά με τους καλυπτόμενους τύπους οδικών μεταφορών, το σύστημα επί του παρόντος δεν επαρκεί για την πλήρη κάλυψη των αναγκών των οδικών εμπορευματικών μεταφορών μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου.

(6)

Αναμένεται επίσης να σημειωθούν σοβαρές διαταράξεις, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τη δημόσια τάξη, στο πλαίσιο των υπηρεσιών οδικών επιβατικών μεταφορών. Η συμφωνία σχετικά με τις έκτακτες διεθνείς μεταφορές επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία (7) («συμφωνία Interbus») αποτελεί το μοναδικό διαθέσιμο νομικό πλαίσιο που θα μπορούσε να παράσχει μια βάση για τις οδικές επιβατικές μεταφορές με λεωφορείο και πούλμαν μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα καταστεί αυτοτελώς συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία Interbus από την 1η Ιανουαρίου 2021. Ωστόσο, η συμφωνία Interbus καλύπτει μόνο τις έκτακτες γραμμές και, ως εκ τούτου, δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση των διαταράξεων που σχετίζονται με τις διεθνείς γραμμές μεταφορών με πούλμαν και λεωφορεία μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ένωσης οι οποίες θα προκύψουν μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Ένα πρωτόκολλο της συμφωνίας Interbus σχετικά με τις διεθνείς τακτικές και ειδικές τακτικές μεταφορές επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και το Ηνωμένο Βασίλειο αναμένεται να το επικυρώσει το συντομότερο δυνατό. Ωστόσο, το πρωτόκολλο δεν αναμένεται να τεθεί εγκαίρως σε ισχύ ώστε να προσφέρει βιώσιμη εναλλακτική λύση για την περίοδο αμέσως μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Ως εκ τούτου, τα διαθέσιμα μέσα δεν καλύπτουν τις ανάγκες των τακτικών και ειδικών τακτικών γραμμών μεταφοράς επιβατών με λεωφορεία και πούλμαν μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου.

(7)

Προκειμένου να αποτραπούν απορρέουσες σοβαρές διαταράξεις, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τη δημόσια τάξη, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί μια δέσμη προσωρινών μέτρων τα οποία θα επιτρέπουν στους οδικούς μεταφορείς και στους φορείς εκμετάλλευσης λεωφορείων και πούλμαν που διαθέτουν άδεια στο Ηνωμένο Βασίλειο να πραγματοποιούν οδικές εμπορευματικές και επιβατικές μεταφορές ανάμεσα στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ένωσης ή από το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου προς το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου με διέλευση υπό καθεστώς διαμετακόμισης από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Προκειμένου να διασφαλίζεται η σωστή ισορροπία ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ένωση, τα κατ’ αυτόν τον τρόπο παρεχόμενα δικαιώματα θα πρέπει να εξαρτώνται από τη χορήγηση ισοδύναμων δικαιωμάτων και να υπόκεινται σε ορισμένες προϋποθέσεις που διασφαλίζουν θεμιτό ανταγωνισμό.

(8)

Το δικαίωμα εκτέλεσης μεταφορών εντός του εδάφους κράτους μέλους και μεταξύ κρατών μελών αποτελεί θεμελιώδες επίτευγμα της εσωτερικής αγοράς και θα πρέπει, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και ελλείψει οποιασδήποτε ειδικής διάταξης περί του αντιθέτου, να μην είναι πλέον διαθέσιμο στις επιχειρήσεις οδικών μεταφορών του Ηνωμένου Βασιλείου. Ωστόσο, αμέσως μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου και ελλείψει μελλοντικής συμφωνίας σχετικά με την οδική μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι πιθανό να σημειωθούν διαταραχές στις ροές κυκλοφορίας και απορρέουσες απειλές για τη δημόσια τάξη, ιδίως στα συνοριακά σημεία διέλευσης που είναι λίγα σε αριθμό και όπου πρόκειται να διεξάγονται επιπλέον έλεγχοι των οχημάτων και των εμπορευμάτων τους. Αυξημένη συμφόρηση στα συνοριακά σημεία διέλευσης με το Ηνωμένο Βασίλειο σημειώθηκε ήδη πριν τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Η κρίση που συνδέεται με την πανδημία COVID-19 είχε επίσης αρνητικές επιπτώσεις στις οδικές μεταφορές, με αύξηση των άδειων φορτίων, τάση που ενδέχεται να οξυνθεί εάν δεν υπάρξει ευελιξία που να επιτρέπει στους οδικούς μεταφορείς του Ηνωμένου Βασιλείου να πραγματοποιούν, έστω σε πολύ περιορισμένη έκταση, μεταφορές εντός της Ένωσης για μια αυστηρά περιορισμένη χρονική περίοδο. Τέτοιες διαταραχές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε καταστάσεις με αρνητική επίπτωση σε κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες που θεωρούνται αναγκαίες για τη διαχείριση της τρέχουσας πανδημίας COVID-19. Για να περιοριστεί η έκταση τέτοιων διαταραχών, θα πρέπει να επιτραπεί προσωρινά στους οδικούς μεταφορείς του Ηνωμένου Βασιλείου να διεξάγουν περιορισμένο αριθμό πρόσθετων μεταφορών εντός του εδάφους της Ένωσης στο πλαίσιο μεταφορών μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ένωσης. Τα οχήματά τους δεν θα υποχρεούνταν να επιστρέψουν αμέσως στο Ηνωμένο Βασίλειο και θα ήταν λιγότερο πιθανό να επιστρέφουν άδεια στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάτι που θα ελάττωνε τον συνολικό αριθμό οχημάτων και επομένως την πίεση στα συνοριακά σημεία διέλευσης. Το δικαίωμα διεξαγωγής τέτοιων πρόσθετων επιχειρήσεων θα πρέπει να είναι αναλογικό και να μην αναπαράγει το ίδιο επίπεδο δικαιωμάτων με εκείνα που απολαμβάνουν οι οδικοί μεταφορείς εμπορευμάτων της Ένωσης στο πλαίσιο των κανόνων για την εσωτερική αγορά και η άσκησή του θα πρέπει να σταματήσει σταδιακά.

(9)

Οι διασυνοριακές μεταφορές με πούλμαν και λεωφορεία μεταξύ της Ιρλανδίας και της Βόρειας Ιρλανδίας έχουν ιδιαίτερη σημασία για τις κοινότητες που ζουν στις παραμεθόριες περιοχές, προκειμένου να διασφαλιστεί βασική συνδεσιμότητα μεταξύ των κοινοτήτων, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο της Κοινής Ταξιδιωτικής Περιοχής. Ως εκ τούτου, η παροχή υπηρεσιών επιβίβασης και αποβίβασης επιβατών από υπηρεσίες μεταφορών με πούλμαν και λεωφορεία του Ηνωμένου Βασιλείου θα πρέπει να εξακολουθήσει να επιτρέπεται στις παραμεθόριες περιοχές της Ιρλανδίας, στο πλαίσιο των υπηρεσιών διεθνών μεταφορών επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία μεταξύ της Ιρλανδίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

(10)

Για να αποτυπωθεί ο προσωρινός χαρακτήρας της δέσμης μέτρων που προβλέπονται στο παρόντα κανονισμό, χωρίς όμως να δημιουργείται προηγούμενο, θα πρέπει να εφαρμοστούν για σύντομη χρονική περίοδο. Όσον αφορά τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές, η εν λόγω σύντομη χρονική περίοδος έχει θεσπιστεί έτσι ώστε να καταστούν δυνατές ενδεχόμενες ρυθμίσεις για τη βασική συνδεσιμότητα στο σύστημα ECMT και με την επιφύλαξη της έναρξης ισχύος μιας μελλοντικής συμφωνίας η οποία θα διέπει τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές μεταξύ Ένωσης και Ηνωμένου Βασιλείου και μελλοντικούς ενωσιακούς κανόνες σχετικά με τις μεταφορές. Όσον αφορά τη μεταφορά επιβατών με λεωφορεία και πούλμαν, η εν λόγω σύντομη χρονική περίοδος έχει θεσπιστεί έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η έναρξη ισχύος του πρωτοκόλλου της συμφωνίας Interbus σχετικά με τις διεθνείς τακτικές και ειδικές τακτικές μεταφορές επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία και η εφαρμογή του ως προς το Ηνωμένο Βασίλειο, είτε με την επικύρωση του εν λόγω πρωτοκόλλου από το Ηνωμένο Βασίλειο είτε με την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου στο εν λόγω πρωτόκολλο, και με την επιφύλαξη ενδεχόμενης μελλοντικής συμφωνίας επί του θέματος μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου.

(11)

Επειδή ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή ο καθορισμός προσωρινών μέτρων που θα διέπουν τις οδικές εμπορευματικές και οδικές επιβατικές μεταφορές μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου σε περίπτωση που δεν συναφθεί συμφωνία που θα διέπει τη μελλοντική τους σχέση στον τομέα των οδικών μεταφορών κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, αλλά μπορεί, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας κατά το άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(12)

Λαμβανομένου υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα που συνεπάγεται η λήξη της μεταβατικής περιόδου, θεωρείται σκόπιμο να προβλεφθεί εξαίρεση από την προθεσμία των οκτώ εβδομάδων που αναφέρεται στο άρθρο 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ, στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας.

(13)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ επειγόντως και να εφαρμοστεί από την επομένη της λήξης της μεταβατικής περιόδου που ορίζεται στη συμφωνία αποχώρησης, εκτός εάν, μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, έχει τεθεί σε ισχύ ή, κατά περίπτωση, εφαρμόζεται προσωρινά συμφωνία που θα διέπει τις οδικές μεταφορές και θα έχει συναφθεί με το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται έως την προηγούμενη της έναρξης ισχύος ή της προηγούμενη της προσωρινής εφαρμογής διεθνούς συμφωνίας που θα διέπει τις οδικές μεταφορές και για τα δύο μέρη. Με εξαίρεση τις ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στην παραμεθόριο περιοχή της Ιρλανδίας στο πλαίσιο διεθνών τακτικών και ειδικών τακτικών γραμμών μεταξύ της Ιρλανδίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, το δικαίωμα εκτέλεσης τακτικών και ειδικών τακτικών γραμμών με πούλμαν και λεωφορεία θα πρέπει να παύσει να ισχύει την ημερομηνία έναρξης ισχύος, για την Ένωση και για το Ηνωμένο Βασίλειο, του πρωτοκόλλου της συμφωνίας Interbus σχετικά με τις διεθνείς τακτικές και ειδικές τακτικές μεταφορές επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να παύσει να εφαρμόζεται στις 30 Ιουνίου 2021.

(14)

Όταν απαιτείται για την αντιμετώπιση αναγκών της αγοράς, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, όσον αφορά την αποκατάσταση της ισοδυναμίας των δικαιωμάτων που χορηγούνται από την Ένωση στους οδικούς μεταφορείς του Ηνωμένου Βασιλείου και στους φορείς εκμετάλλευσης λεωφορείων και πούλμαν του Ηνωμένου Βασιλείου με τα δικαιώματα που χορηγούνται από το Ηνωμένο Βασίλειο στους οδικούς μεταφορείς της Ένωσης και στους φορείς εκμετάλλευσης λεωφορείων και πούλμαν της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες τα δικαιώματα που χορηγεί το Ηνωμένο Βασίλειο χορηγούνται με βάση το κράτος μέλος προέλευσης ή αλλιώς δεν χορηγούνται εξίσου σε όλους τους φορείς της Ένωσης, και όσον αφορά την αντιμετώπιση περιστατικών αθέμιτου ανταγωνισμού σε βάρος των οδικών μεταφορέων της Ένωσης και των φορέων εκμετάλλευσης λεωφορείων και πούλμαν της Ένωσης.

(15)

Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και οι όροι τους θα πρέπει, συνεπώς, να είναι ανάλογοι προς τα προβλήματα που προκύπτουν από τη μη χορήγηση ισοδύναμων δικαιωμάτων ή λόγω αθέμιτων όρων ανταγωνισμού. Η αναστολή της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να προβλέπεται από την Επιτροπή μόνο στις σοβαρότερες περιπτώσεις, όταν δεν χορηγούνται από το Ηνωμένο Βασίλειο καθόλου ισοδύναμα δικαιώματα στους οδικούς μεταφορείς της Ένωσης ή στους φορείς εκμετάλλευσης λεωφορείων και πούλμαν της Ένωσης ή όταν τα χορηγούμενα κατ' αυτόν τον τρόπο δικαιώματα είναι ελάχιστα ή όταν οι όροι του ανταγωνισμού για τους οδικούς μεταφορείς του Ηνωμένου Βασιλείου ή τους φορείς παροχής φορείς εκμετάλλευσης πούλμαν και λεωφορείων διαφέρουν τόσο πολύ από εκείνους των επιχειρήσεων της Ένωσης, ώστε η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών από τις επιχειρήσεις της Ένωσης να μην είναι οικονομικά βιώσιμη για αυτές.

(16)

Κατά την έκδοση των εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (8). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οποιεσδήποτε τέτοιες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις έχουν εκδοθεί δεν επηρεάζουν αδικαιολόγητα την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(17)

Για να διασφαλιστεί ότι τα δικαιώματα που παρέχονται από το Ηνωμένο Βασίλειο στους οδικούς μεταφορείς της Ένωσης και στους φορείς εκμετάλλευσης λεωφορείων και πούλμαν της Ένωσης ως ισοδύναμα με τα δικαιώματα που χορηγούνται από τον παρόντα κανονισμό στους οδικούς μεταφορείς του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και στους φορείς εκμετάλλευσης λεωφορείων και πούλμαν του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι επίσης διαθέσιμα σε όλους τους οδικούς μεταφορείς της Ένωσης, θα πρέπει να επεκταθεί προσωρινά το πεδίο εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1072/2009 και (ΕΚ) αριθ. 1073/2009. Οι εν λόγω κανονισμοί καλύπτουν ήδη το τμήμα της διαδρομής μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας στο έδαφος οποιουδήποτε κράτους μέλους διέλευσης υπό καθεστώς διαμετακόμισης. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί, στις περιπτώσεις αυτές, ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1072/2009 ισχύει επίσης για το μέρος της διαδρομής που βρίσκεται στο έδαφος του κράτους μέλους φόρτωσης ή εκφόρτωσης και ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/2009 εφαρμόζεται στο μέρος της διαδρομής που πραγματοποιείται στο έδαφος του κράτους μέλους επιβίβασης ή αποβίβασης των επιβατών. Η εν λόγω παράταση έχει στόχο να διασφαλίσει ότι οι φορείς εκμετάλλευσης της Ένωσης θα μπορούν να εκτελούν διασταυρούμενες εμπορικές δραστηριότητες από ή προς το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και να πραγματοποιούν πρόσθετες στάσεις κατά τη διενέργεια από αυτούς επιβατικών μεταφορών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός καθορίζει προσωρινά μέτρα τα οποία διέπουν τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές, καθώς και την παροχή τακτικών και ειδικών τακτικών γραμμών για τη μεταφορά επιβατών με πούλμαν ή λεωφορείο μεταξύ της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 126 της συμφωνίας αποχώρησης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«όχημα»:

α)

όσον αφορά τη μεταφορά εμπορευμάτων, μηχανοκίνητο όχημα ταξινομημένο στο Ηνωμένο Βασίλειο ή συνδυασμός συζευγμένων οχημάτων από τα οποία τουλάχιστον το μηχανοκίνητο όχημα είναι ταξινομημένο στο Ηνωμένο Βασίλειο, με αποκλειστικό προορισμό τη μεταφορά εμπορευμάτων, είτε ανήκει στην επιχείρηση είτε έχει αγοραστεί από αυτήν επί πιστώσει είτε έχει μισθωθεί, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, πληροί τους όρους που καθορίζονται στην οδηγία 2006/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9),

β)

όσον αφορά τη μεταφορά επιβατών, λεωφορείο ή πούλμαν,

2)

«επιτρεπόμενες μεταφορές εμπορευμάτων»:

α)

οι μετακινήσεις ενός οχήματος με φορτίο, από το έδαφος της Ένωσης προς το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου ή αντιστρόφως, με ή χωρίς διέλευση υπό καθεστώς διαμετακόμισης από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες,

β)

μετά από μετακίνηση με φορτίο από το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου προς το έδαφος της Ένωσης, όπως αναφέρεται στο στοιχείο α) του παρόντος σημείου, η εκτέλεση εντός επτά ημερών από την εκφόρτωση εντός του εδάφους της Ένωσης έως δύο επιπλέον επιχειρήσεων φόρτωσης και εκφόρτωσης εντός του εδάφους της Ένωσης για περίοδο δύο μηνών από την πρώτη ημέρα εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όπως αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο και μίας επιχείρησης εντός επτά ημερών από την εκφόρτωση εντός του εδάφους της Ένωσης, κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών μηνών,

γ)

οι μετακινήσεις ενός οχήματος με φορτίο από το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου προς το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου με διέλευση υπό καθεστώς διαμετακόμισης από το έδαφος της Ένωσης,

δ)

οι μετακινήσεις χωρίς φορτίο σε συνδυασμό με τις μεταφορές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και γ),

3)

«επιτρεπόμενες μεταφορές επιβατών με πούλμαν και λεωφορείο»:

α)

οι μετακινήσεις ενός λεωφορείου ή πούλμαν για τη μεταφορά επιβατών από το έδαφος της Ένωσης προς το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου ή αντιστρόφως, με ή χωρίς διέλευση υπό καθεστώς διαμετακόμισης από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες,

β)

οι μετακινήσεις ενός λεωφορείου ή πούλμαν για τη μεταφορά επιβατών από το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου προς το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου με διέλευση υπό καθεστώς διαμετακόμισης από το έδαφος της Ένωσης,

γ)

οι μετακινήσεις χωρίς επιβάτες σε συνδυασμό με τις μεταφορές οι οποίες αναφέρονται στα στοιχεία α) και β),

δ)

η επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών στη μεθοριακή περιοχή της Ιρλανδίας στο πλαίσιο διεθνών τακτικών και ειδικών τακτικών γραμμών μεταξύ της Ιρλανδίας και της Βόρειας Ιρλανδίας,

4)

«παραμεθόριος περιοχή της Ιρλανδίας»: οι κομητείες της Ιρλανδίας που γειτνιάζουν με τα χερσαία σύνορα μεταξύ Ιρλανδίας και της Βόρειας Ιρλανδίας,

5)

«οδικός μεταφορέας εμπορευμάτων της Ένωσης»: επιχείρηση οδικών εμπορευματικών μεταφορών η οποία διαθέτει έγκυρη κοινοτική άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1072/2009,

6)

«οδικός μεταφορέας του Ηνωμένου Βασιλείου»: επιχείρηση εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο η οποία επιτρέπεται να εκτελεί οδικές εμπορευματικές μεταφορές και διαθέτει έγκυρη άδεια για τους σκοπούς διεθνών μεταφορών όσον αφορά επιτρεπόμενες μεταφορές εμπορευμάτων,

7)

«άδεια από το Ηνωμένο Βασίλειο»: όταν χορηγείται σε οδικό μεταφορέα του Ηνωμένου Βασιλείου, άδεια που εκδίδεται από το Ηνωμένο Βασίλειο για τους σκοπούς διεθνών μεταφορών όσον αφορά επιτρεπόμενες μεταφορές εμπορευμάτων και, όταν χορηγείται σε φορέα εκμετάλλευσης πούλμαν και λεωφορείων του Ηνωμένου Βασιλείου, άδεια που εκδίδεται από το Ηνωμένο Βασίλειο με σκοπό τις διεθνείς μεταφορές όσον αφορά επιτρεπόμενες μεταφορές επιβατών με πούλμαν και λεωφορείο,

8)

«λεωφορείο ή πούλμαν»: όχημα που έχει ταξινομηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και είναι κατάλληλο και προορίζεται, λόγω της κατασκευής και του εξοπλισμού του, να μεταφέρει περισσότερους από εννέα επιβάτες, συμπεριλαμβανομένου του οδηγού,

9)

«τακτικές γραμμές»: οι υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα και διαδρομές, κατά τις οποίες οι επιβάτες μπορούν να επιβιβάζονται και να αποβιβάζονται από το όχημα σε προκαθορισμένα σημεία στάσης,

10)

«ειδικές τακτικές γραμμές»: τακτικές γραμμές, ανεξάρτητα από το ποιος τις οργανώνει, με τις οποίες μεταφέρονται ειδικές κατηγορίες επιβατών, αποκλειομένων άλλων επιβατών,

11)

«φορέας εκμετάλλευσης πούλμαν και λεωφορείων της Ένωσης»: επιχείρηση επιβατικών μεταφορών με πούλμαν και λεωφορείο η οποία διαθέτει έγκυρη κοινοτική άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/2009,