ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 334

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

62ό έτος
27 Δεκεμβρίου 2019


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (EE) 2019/2175 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ( 1 )

1

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2176 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ( 1 )

146

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία (ΕΕ) 2019/2177 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2019, για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II), της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

155

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στην οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών ( ΕΕ L 321 της 17.12.2018 )

164

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/745 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2017, για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/ΕΚ, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 και για την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 90/385/ΕΟΚ και 93/42/ΕΟΚ ( ΕΕ L 117 της 5.5.2017 )

165

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/746 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2017, για τα in vitro διαγνωστικά ιατροτεχνολογικά προϊόντα και για την κατάργηση της οδηγίας 98/79/ΕΚ και της απόφασης 2010/227/ΕΕ της Επιτροπής ( ΕΕ L 117 της 5.5.2017 )

167

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/788 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, σχετικά με την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών ( ΕΕ L 130 της 17.5.2019 )

168

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

27.12.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 334/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (EE) 2019/2175 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 18ης Δεκεμβρίου 2019

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τις γνώμες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τις γνώμες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Μετά τη χρηματοοικονομική κρίση και τις συστάσεις μιας ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου με επικεφαλής τον κ. Jacques de Larosière, η Ένωση σημείωσε σημαντική πρόοδο όσον αφορά την εκπόνηση όχι μόνο πιο εύρωστων, αλλά και περισσότερο εναρμονισμένων κανόνων για τις χρηματοοικονομικές αγορές με τη μορφή του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων. Η Ένωση δημιούργησε επίσης το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοοικονομικής Εποπτείας («ΕΣΧΕ»), στηριζόμενο σε ένα σύστημα δύο πυλώνων που συνδυάζει την μικροπροληπτική εποπτεία, η οποία συντονίζεται από Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές («ΕΕΑ»), και την μακροπροληπτική εποπτεία, μέσω της ίδρυσης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου («ΕΣΣΚ»). Οι τρεις ΕΕΑ, και συγκεκριμένα η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών («ΕΑΤ») που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων («ΕΑΑΕΣ») που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) και η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών («ΕΑΚΑΑ») που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) (συλλογικά «οι ιδρυτικοί κανονισμοί»), άρχισαν να λειτουργούν τον Ιανουάριο του 2011. Ο γενικότερος στόχος των ΕΕΑ είναι να ενισχυθεί με βιώσιμο τρόπο η σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος σε ολόκληρη την Ένωση, καθώς και η προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών.

(2)

Οι ΕΕΑ έχουν συμβάλει καθοριστικά στην εναρμόνιση των κανόνων των χρηματοοικονομικών αγορών στην Ένωση, παρέχοντας στην Επιτροπή χρήσιμες πληροφορίες για τις πρωτοβουλίες της για κανονισμούς και οδηγίες που εγκρίθηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Οι ΕΕΑ διαβίβασαν επίσης στην Επιτροπή σχέδια λεπτομερών τεχνικών κανόνων που έχουν εκδοθεί με τη μορφή κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικών πράξεων.

(3)

Οι ΕΕΑ συνέβαλαν επίσης στη σύγκλιση στον τομέα της χρηματοοικονομικής εποπτείας και των εποπτικών πρακτικών στην Ένωση, μέσω κατευθυντήριων γραμμών που απευθύνονται στις αρμόδιες αρχές, στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή στους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές και με τον συντονισμό των αξιολογήσεων των εποπτικών πρακτικών.

(4)

Οι αυξημένες εξουσίες που έχουν χορηγηθεί στις ΕΕΑ, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να εκπληρώσουν τον εν λόγω στόχο, θα απαιτούσαν επίσης κατάλληλη διακυβέρνηση, αποτελεσματική χρήση των πόρων και επαρκή χρηματοδότηση. Οι αυξημένες εξουσίες από μόνες τους δεν θα αρκούσαν για την επίτευξη των στόχων των ΕΕΑ, εφόσον δεν έχουν επαρκή χρηματοδότηση ή δεν ασκείται η διακυβέρνησή τους με αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο.

(5)

Κατά την άσκηση των καθηκόντων και των εξουσιών τους, οι ΕΕΑ θα πρέπει να ενεργούν σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), καθώς και σύμφωνα με την πολιτική για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Το περιεχόμενο και η μορφή των δράσεων και των μέτρων των ΕΕΑ, συμπεριλαμβανομένων μέσων όπως οι κατευθυντήριες γραμμές, οι συστάσεις, οι γνωμοδοτήσεις ή οι ερωτήσεις και απαντήσεις, θα πρέπει πάντα να βασίζεται και να βρίσκεται εντός των ορίων των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 των ιδρυτικών κανονισμών ή στο πλαίσιο των ΕΕΑ. Οι ΕΕΑ θα πρέπει να μην υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού και να ενεργούν αναλογικά προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενέχει η χρηματοπιστωτική δραστηριότητα ή η επιχειρηματική δραστηριότητα του θιγόμενου χρηματοοικονομικού ιδρύματος ή επιχείρησης.

(6)

Με την ανακοίνωση της 8ης Ιουνίου 2017 σχετικά με την ενδιάμεση επανεξέταση του σχεδίου δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών, η Επιτροπή τόνισε ότι μια πιο αποτελεσματική και συνεπής εποπτεία των χρηματοοικονομικών αγορών και υπηρεσιών είναι ζωτικής σημασίας για την εξάλειψη του ρυθμιστικού αρμπιτράζ μεταξύ των κρατών μελών, κατά την άσκηση των εποπτικών τους καθηκόντων, προκειμένου να επιταχυνθεί η εναρμόνιση των αγορών και να δημιουργηθούν ευκαιρίες εντός της εσωτερικής αγοράς για τις χρηματοοικονομικές οντότητες και τους επενδυτές.

(7)

Η περαιτέρω πρόοδος στην εποπτική σύγκλιση είναι επομένως ιδιαίτερα επείγουσα για την ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Δέκα έτη μετά την εκδήλωση της χρηματοοικονομικής κρίσης και τη θέσπιση του νέου εποπτικού συστήματος, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και η Ένωση Κεφαλαιαγορών θα καθοδηγούνται όλο και περισσότερο από δύο σημαντικές εξελίξεις: τη βιώσιμη χρηματοδότηση και την τεχνολογική καινοτομία. Αμφότερες ενέχουν το δυναμικό να μεταμορφώσουν τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και το σύστημά μας για τη χρηματοοικονομική εποπτεία θα πρέπει να είναι εξοπλισμένο για αυτές. Επομένως, είναι καίριας σημασίας το χρηματοοικονομικό σύστημα να διαδραματίσει πλήρως τον ρόλο του στην αντιμετώπιση των κρίσιμων προκλήσεων βιωσιμότητας. Αυτό θα απαιτήσει ενεργή συμβολή από τις ΕΕΑ για τη δημιουργία του κατάλληλου ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου.

(8)

Οι ΕΕΑ θα πρέπει να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον εντοπισμό και την αναφορά κινδύνων που ενέχουν για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί παράγοντες και παράγοντες διακυβέρνησης, καθώς και στο να καταστεί η δραστηριότητα των χρηματοοικονομικών αγορών περισσότερο συνεπής με τους στόχους της βιωσιμότητας. Οι ΕΕΑ θα πρέπει να παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με την αποτελεσματική ενσωμάτωση ζητημάτων βιωσιμότητας στη νομοθεσία της Ένωσης για τον χρηματοοικονομικό τομέα και να προωθούν τη συνεκτική εφαρμογή των διατάξεων αυτών μετά την έκδοσή τους. Όταν δρομολογούν και συντονίζουν αξιολογήσεις σε επίπεδο Ένωσης σχετικά με την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, οι ΕΕΑ θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους κινδύνους που θα μπορούσαν να θέσουν οι περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες και παράγοντες διακυβέρνησης για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των εν λόγω ιδρυμάτων.

(9)

Η τεχνολογική καινοτομία έχει αυξανόμενο αντίκτυπο στον χρηματοοικονομικό τομέα και, ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές έχουν αναλάβει διάφορες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των εν λόγω τεχνολογικών εξελίξεων. Προκειμένου να εξακολουθήσει να προωθείται η εποπτική σύγκλιση και η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, αφενός, και μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές, αφετέρου, θα πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος των ΕΕΑ σε σχέση με το εποπτικό τους καθήκον και τον εποπτικό συντονισμό.

(10)

Με τις τεχνολογικές εξελίξεις στις χρηματοοικονομικές αγορές μπορεί να βελτιωθεί η χρηματοοικονομική ένταξη, να παρέχεται πρόσβαση σε χρηματοδότηση, να ενισχυθεί η ακεραιότητα της αγοράς και η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, αλλά και να μειωθούν οι φραγμοί εισόδου στις αγορές αυτές. Στον βαθμό που απαιτείται για τους εφαρμοστέους κανόνες, η κατάρτιση των αρμόδιων αρχών θα πρέπει επίσης να καλύπτει και την τεχνολογική καινοτομία. Αυτό θα πρέπει να εμποδίσει τα κράτη μέλη από το να αναπτύξουν αποκλίνουσες προσεγγίσεις στα ζητήματα αυτά.

(11)

Η ΕΑΤ θα πρέπει, στον τομέα εξειδίκευσής της, να παρακολουθεί τα εμπόδια ή τις επιπτώσεις στην εποπτική ενοποίηση και θα μπορούσε να παρέχει γνώμες ή συστάσεις με σκοπό να προσδιορίζει κατάλληλους τρόπους για την αντιμετώπιση των εν λόγω εμποδίων ή επιπτώσεων.

(12)

Οι ερωτήσεις και απαντήσεις αποτελούν σημαντικό εργαλείο σύγκλισης που προωθεί κοινές εποπτικές προσεγγίσεις και πρακτικές, παρέχοντας καθοδήγηση σχετικά με την εφαρμογή ενωσιακών νομικών πράξεων εντός του πλαισίου των ΕΕΑ.

(13)

Είναι όλο και πιο σημαντικό να προωθηθεί η συνεπής, συστηματική και αποτελεσματική παρακολούθηση και αξιολόγηση των κινδύνων που συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας στο πλαίσιο του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης. Η πρόληψη και η καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας αποτελεί κοινή ευθύνη των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης στο πλαίσιο των αντίστοιχων εντολών τους. Θα πρέπει να θεσπίσουν μηχανισμούς για ενισχυμένη συνεργασία συντονισμού και αμοιβαία συνδρομή, αξιοποιώντας πλήρως όλα τα εργαλεία και τα μέτρα που είναι διαθέσιμα βάσει του υφιστάμενου κανονιστικού και θεσμικού πλαισίου.

(14)

Δεδομένων των συνεπειών για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν από περιπτώσεις κατάχρησης του χρηματοοικονομικού τομέα για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για σκοπούς χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι ακριβώς στον τραπεζικό τομέα που είναι πιθανότερο να έχουν συστημικό αντίκτυπο οι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και με βάση την πείρα που έχει ήδη αποκτήσει η ΕΑΤ, αρχή στην οποία αντιπροσωπεύονται οι αρμόδιες εθνικές αρχές όλων των κρατών μελών, στην προστασία του τραπεζικού τομέα από τις εν λόγω καταχρήσεις, η ΕΑΤ θα πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο συντονισμού και παρακολούθησης σε επίπεδο Ένωσης για να αποτρέπεται η χρήση του χρηματοοικονομικού συστήματος για τέτοιους σκοπούς. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να ανατεθεί στην ΕΑΤ, εκτός από τις αρμοδιότητες που διαθέτει επί του παρόντος, η εξουσία να ενεργεί εντός του πεδίου εφαρμογής των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, στον βαθμό που η εν λόγω εξουσία αφορά την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όταν πρόκειται για φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα και για τις αρμόδιες αρχές που τους εποπτεύουν, οι οποίοι καλύπτονται από τους εν λόγω κανονισμούς. Επιπλέον, η συγκέντρωση αυτής της εντολής για ολόκληρο τον χρηματοοικονομικό τομέα στο πλαίσιο της ΕΑΤ δύναται να βελτιώσει τη χρήση της εμπειρογνωσίας και των πόρων της ΕΑΤ και δεν θα έθιγε τις σημαντικές υποχρεώσεις που ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

(15)

Προκειμένου να ασκήσει η ΕΑΤ αποτελεσματικά την εντολή της, θα πρέπει να αξιοποιήσει πλήρως όλες τις εξουσίες και τα εργαλεία που διαθέτει βάσει του κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010 τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας. Για τον σκοπό αυτόν θα πρέπει να αναπτύξει ρυθμιστικά και εποπτικά πρότυπα, ειδικότερα με την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και γνωμοδοτήσεων για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στον χρηματοοικονομικό τομέα, και την προώθηση της συνεπούς εφαρμογής τους, σύμφωνα με την εντολή που προβλέπεται στις σχετικές νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και στο άρθρο 16 των ιδρυτικών κανονισμών. Τα μέτρα που λαμβάνει η ΕΑΤ για την προώθηση της ακεραιότητας, της διαφάνειας και της ασφάλειας στο χρηματοοικονομικό σύστημα και για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού ή των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 των ιδρυτικών κανονισμών και θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τις επιχειρηματικές πρακτικές, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των φορέων του χρηματοοικονομικού τομέα και των αγορών.

(16)

Σύμφωνα με τον νέο της ρόλο, είναι σημαντικό η ΕΑΤ να συλλέγει όλες τις σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τις αδυναμίες σχετικά με τις δραστηριότητες νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που εντοπίζονται από τις σχετικές ενωσιακές και εθνικές αρχές, με την επιφύλαξη των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στις αρχές δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και χωρίς περιττές επικαλύψεις. Η ΕΑΤ θα πρέπει, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), να αποθηκεύει τις εν λόγω πληροφορίες σε κεντρική βάση δεδομένων και να προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των αρχών, εξασφαλίζοντας την κατάλληλη διάδοση των σχετικών πληροφοριών. Ως εκ τούτου, η ΕΑΤ θα πρέπει να λάβει εντολή να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με τη συλλογή πληροφοριών. Η ΕΑΤ έχει τη δυνατότητα επίσης, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, να διαβιβάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή της και τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ποινικές διαδικασίες ενώπιον των εθνικών δικαστικών αρχών του οικείου κράτους μέλους και, στον βαθμό που αφορούν κράτη μέλη που συμμετέχουν στην εφαρμογή της ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση του γραφείου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου (9), στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, για τα εν λόγω καθήκοντα που ανατίθενται ρητά.

(17)

Η ΕΑΤ δεν θα πρέπει να συλλέγει πληροφορίες για συγκεκριμένες ύποπτες συναλλαγές, τις οποίες οι φορείς του χρηματοπιστωτικού τομέα υποχρεούνται να αναφέρουν στις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών της Ένωσης στα κράτη μέλη τους δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849. Οι αδυναμίες θα πρέπει να θεωρούνται ουσιώδεις όταν συνιστούν παράβαση ή πιθανή παράβαση από φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, ή συνιστούν μη ενδεδειγμένη ή μη αποτελεσματική εφαρμογή από φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα ή μη ενδεδειγμένη ή μη αποτελεσματική εφαρμογή, από φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, των εσωτερικών πολιτικών και διαδικασιών του για τη συμμόρφωση με τις νομικές διατάξεις που αφορούν την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Παράβαση θεωρείται ότι συντελείται όταν φορέας του χρηματοοικονομικού τομέα δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις ενωσιακής πράξης και εθνικής νομοθεσίας που μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο τις απαιτήσεις αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 των ιδρυτικών κανονισμών, στο βαθμό που οι εν λόγω πράξεις συμβάλλουν στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. H πιθανή παράβαση αφορά την περίπτωση που η αρμόδια αρχή έχει εύλογες υπόνοιες ότι έχει υπάρξει παράβαση, αλλά στο στάδιο αυτό δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε οριστικό σχετικό συμπέρασμα. Ωστόσο, από τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρωθεί στο εν λόγω στάδιο, όπως οι πληροφορίες από επιτόπιες επιθεωρήσεις ή μη επιτόπιες διαδικασίες, προκύπτει ότι είναι πολύ πιθανό να υπήρξε παράβαση. Η μη κατάλληλη ή μη αποτελεσματική εφαρμογή νομικών διατάξεων συνίσταται στη μη εφαρμογή των απαιτήσεων των εν λόγω πράξεων με ικανοποιητικό τρόπο από φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα. Η μη κατάλληλη ή μη αποτελεσματική εφαρμογή εσωτερικών πολιτικών και διαδικασιών φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα που αποσκοπούν στη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις εν λόγω πράξεις θα πρέπει να θεωρείται αδυναμία που αυξάνει σε σημαντικό βαθμό τον κίνδυνο να έχουν ήδη προκύψει ή να προκύψουν παραβάσεις.

(18)

Κατά την αξιολόγηση των αδυναμιών και των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στον χρηματοπιστωτικό τομέα, η ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις που έχουν για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας όλα τα βασικά αδικήματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνιστούν φορολογικά αδικήματα, κατά περίπτωση.

(19)

Κατόπιν αιτήματος, η ΕΑΤ θα πρέπει να παρέχει συνδρομή σε αρμόδιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προληπτικής εποπτείας. Η ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να συνεργάζεται στενά και, κατά περίπτωση, να ανταλλάσσει πληροφορίες με τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υπό την εποπτική ιδιότητά της, και με τις αρχές που είναι επιφορτισμένες με το δημόσιο καθήκον εποπτείας των υπόχρεων οντοτήτων που απαριθμούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημεία 1) και 2) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και για την αποφυγή οποιασδήποτε μορφής αλληλεπικαλυπτόμενων ή ασυνεπών ενεργειών για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

(20)

Η ΕΑΤ θα πρέπει να διενεργεί αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών από ομοτίμους, καθώς και εκτιμήσεις κινδύνων σχετικά με την καταλληλότητα των στρατηγικών και των πόρων των αρμόδιων αρχών, λαμβάνοντας υπόψη τους σημαντικότερους αναδυόμενους κινδύνους που αφορούν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όπως προσδιορίζονται στην υπερεθνική εκτίμηση κινδύνου. Κατά τη διενέργεια των εν λόγω αξιολογήσεων από ομοτίμους, σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις σχετικές εκτιμήσεις, αξιολογήσεις ή εκθέσεις που συντάσσουν διεθνείς οργανισμοί και διακυβερνητικοί φορείς με αρμοδιότητα στον τομέα της πρόληψης και της καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και την εξαμηνιαία έκθεση της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και την εθνική εκτίμηση κινδύνου του οικείου κράτους μέλους που καταρτίζεται δυνάμει του άρθρου 7 της εν λόγω οδηγίας.

(21)

Επιπλέον, η ΕΑΤ θα πρέπει να αναλάβει ηγετικό ρόλο όσον αφορά τη συμβολή στη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών της Ένωσης και των αρμόδιων αρχών σε τρίτες χώρες για τα θέματα αυτά, με σκοπό τον καλύτερο συντονισμό της δράσης σε επίπεδο Ένωσης σε σημαντικές υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας οι οποίες έχουν διασυνοριακή διάσταση και αφορούν και τρίτες χώρες. Ο ρόλος αυτός δεν θα πρέπει να θίγει τις τακτικές επαφές των αρμόδιων αρχών με τις αρχές τρίτων χωρών.

(22)

Προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα του εποπτικού ελέγχου της συμμόρφωσης στον τομέα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και να εξασφαλιστεί μεγαλύτερος συντονισμός της επιβολής κυρώσεων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές όσον αφορά παραβάσεις του άμεσα εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου ή των εθνικών μέτρων μεταφοράς του στο εθνικό δίκαιο, η ΕΑΤ θα πρέπει να έχει την εξουσία να διεξάγει ανάλυση των πληροφοριών που συλλέγονται και, εφόσον είναι αναγκαίο, να ελέγχει ισχυρισμούς που περιέρχονται σε γνώση της σχετικά με ουσιώδεις παραβιάσεις ή μη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, και, όταν υπάρχουν ενδείξεις για σημαντικές παραβιάσεις, να ζητεί από τις αρμόδιες αρχές να διερευνούν τις πιθανές παραβιάσεις των σχετικών κανόνων και να εξετάζουν το ενδεχόμενο λήψης αποφάσεων και επιβολής κυρώσεων σε φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα που υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις νομικές υποχρεώσεις τους. Η εξουσία αυτή θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο στις περιπτώσεις που η ΕΑΤ έχει ενδείξεις για σημαντικές παραβιάσεις.

(23)

Για τους σκοπούς της διαδικασίας για την παράβαση του ενωσιακού δικαίου και χάριν της ορθής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, είναι σκόπιμο να διευκολυνθεί και να επιταχυνθεί η πρόσβαση των ΕΕΑ στις πληροφορίες. Θα πρέπει, επομένως, να μπορούν να ζητούν απευθείας πληροφορίες, με δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα, από άλλες αρμόδιες αρχές, όποτε ζητούνται πληροφορίες από την οικεία αρμόδια αρχή και έχει αποδειχθεί ή θεωρείται ότι δεν επαρκούν για να συγκεντρωθούν οι πληροφορίες που κρίνονται απαραίτητες για τον έλεγχο της υποτιθέμενης παράβασης ή μη εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.

(24)

Η εναρμονισμένη εποπτεία του χρηματοοικονομικού τομέα απαιτεί συνεπή προσέγγιση μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Για τον σκοπό αυτόν, οι δραστηριότητες των αρμόδιων αρχών υπόκεινται σε αξιολογήσεις από ομοτίμους. Οι ΕΕΑ θα πρέπει επίσης να εξασφαλίσουν ότι η μεθοδολογία εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο. Οι αξιολογήσεις αυτές από ομοτίμους θα πρέπει να εστιάζουν όχι μόνο στη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών, αλλά και στην ικανότητα των αρμόδιων αρχών να επιτυγχάνουν εποπτικά αποτελέσματα υψηλής ποιότητας, καθώς επίσης και στην ανεξαρτησία των αρμόδιων αυτών αρχών. Τα κύρια ευρήματα των εν λόγω αξιολογήσεων από ομοτίμους θα πρέπει να δημοσιεύονται, ώστε να ενθαρρύνεται η συμμόρφωση και να αυξάνεται η διαφάνεια, εκτός εάν η δημοσίευση θα προκαλούσε κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.

(25)

Δεδομένου ότι είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του πλαισίου εποπτείας της Ένωσης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι αξιολογήσεις από ομοτίμους για την παροχή αντικειμενικών και διαφανών απόψεων σχετικά με τις εποπτικές πρακτικές είναι υψίστης σημασίας. Η ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να αξιολογεί τις στρατηγικές, τις ικανότητες και τους πόρους των αρμόδιων αρχών για την αντιμετώπιση των αναδυόμενων κινδύνων που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

(26)

Για την εκπλήρωση των καθηκόντων και την άσκηση των εξουσιών της για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η ΕΑΤ θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις που απευθύνονται στους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα στο πλαίσιο της διαδικασίας για παράβαση του ενωσιακού δικαίου και της διαδικασίας δεσμευτικής διαμεσολάβησης, ακόμη και όταν οι ουσιαστικοί κανόνες δεν εφαρμόζονται άμεσα στους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα, αφού λάβει απόφαση που απευθύνεται στην αρμόδια αρχή. Όταν οι ουσιαστικοί κανόνες καθορίζονται σε οδηγίες, η ΕΑΤ θα πρέπει να εφαρμόζει την εθνική νομοθεσία εφόσον αποτελεί μεταφορά των εν λόγω οδηγιών στο εθνικό δίκαιο. Όταν το σχετικό ενωσιακό δίκαιο αποτελείται από κανονισμούς και όταν, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, αυτοί οι κανονισμοί παρέχουν ρητώς επιλογές στα κράτη μέλη, η ΕΑΤ θα πρέπει να εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο στο βαθμό που έχουν ασκηθεί οι επιλογές αυτές.

(27)

Σε περίπτωση που στον παρόντα κανονισμό εξουσιοδοτείται η ΕΑΤ να εφαρμόζει εθνική νομοθεσία που αποτελεί μεταφορά οδηγιών στο εθνικό δίκαιο, η εν λόγω εθνική νομοθεσία ή μπορεί να εφαρμοστεί από την ΕΑΤ μόνον εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται από το ενωσιακό δίκαιο. Συνεπώς, η ΕΑΤ θα πρέπει να εφαρμόζει όλους τους σχετικούς κανόνες της Ένωσης, και όταν οι κανόνες αυτοί θεσπίζονται με οδηγίες, θα πρέπει να εφαρμόζει την εθνική νομοθεσία που μεταφέρει τις οδηγίες αυτές στο εθνικό δίκαιο καθόσον απαιτείται από το ενωσιακό δίκαιο, με στόχο την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου σε όλη την Ένωση, με παράλληλη τήρηση της σχετικής εθνικής νομοθεσίας.

(28)

Όταν μια απόφαση της ΕΑΤ βασίζεται στις εξουσίες για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και αφορά φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα ή αρμόδιες αρχές που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της ΕΑΑΕΣ ή της ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΤ θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνει την απόφαση μόνο σε συμφωνία με την ΕΑΑΕΣ ή την ΕΑΚΑΑ, αντίστοιχα. Η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ, σε κάθε περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της συγκεκριμένης απόφασης, θα πρέπει, όταν εκφράζουν τις απόψεις τους, να εξετάζουν το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουν τις ταχείες διαδικασίες λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο των αντίστοιχων κανόνων εσωτερικής τους διακυβέρνησης.

(29)

Οι ΕΕΑ θα πρέπει να διαθέτουν ειδικούς διαύλους αναφοράς για την παραλαβή και τον χειρισμό πληροφοριών που παρέχονται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναφέρει πραγματικές ή δυνητικές περιπτώσεις παράβασης, κατάχρησης ή μη εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Οι ΕΕΑ θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες μπορούν να υποβάλλονται ανώνυμα ή εμπιστευτικά και με ασφάλεια. Ο αναφέρων θα πρέπει να προστατεύεται από αντίποινα. Οι ΕΕΑ θα πρέπει να παρέχουν ενημέρωση στον αναφέροντα σχετικά με την εξέλιξη.

(30)

Η εναρμονισμένη εποπτεία του χρηματοοικονομικού τομέα προϋποθέτει επίσης ότι οι διαφωνίες μεταξύ των αρμόδιων αρχών των διαφόρων κρατών μελών στις διασυνοριακές υποθέσεις επιλύονται αποτελεσματικά. Οι υφιστάμενοι κανόνες για την επίλυση τέτοιων διαφωνιών δεν είναι πλήρως ικανοποιητικοί. Θα πρέπει, επομένως, να προσαρμοστούν, ούτως ώστε να εφαρμόζονται ευκολότερα.

(31)

Αναπόσπαστο στοιχείο του έργου των ΕΕΑ σχετικά με τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών είναι η προώθηση μιας ενωσιακής εποπτικής νοοτροπίας. Ως εκ τούτου, η Αρχή δύναται να προσδιορίζει σε τακτική βάση έως και δύο προτεραιότητες ενωσιακής εμβέλειας. Οι προτεραιότητες αυτές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τις αρμόδιες αρχές κατά την κατάρτιση των προγραμμάτων εργασίας τους. Το συμβούλιο εποπτών κάθε ΕΕΑ θα πρέπει να συζητά τις δραστηριότητες που πρόκειται να πραγματοποιηθούν από την αρμόδια αρχή το επόμενο έτος και να συνάγει συμπεράσματα.

(32)

Οι αξιολογήσεις από τις επιτροπές αξιολόγησης από ομοτίμους θα πρέπει να καθιστούν δυνατή την εκπόνηση εμπεριστατωμένων μελετών με βάση την αυτοαξιολόγηση από τις αξιολογούμενες αρχές, και να επακολουθεί αξιολόγηση από την επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους. Το μέλος της υπό αξιολόγηση αρμόδιας αρχής δεν θα πρέπει να συμμετέχει στην αξιολόγηση όταν συνδέεται με την εν λόγω αρμόδια αρχή.

(33)

Η πείρα των ΕΕΑ έχει καταδείξει τα οφέλη του ενισχυμένου συντονισμού σε ορισμένους τομείς μέσω ομάδων ή πλατφορμών ad hoc. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να παράσχει μια νομική βάση και να ενισχύσει τις εν λόγω ρυθμίσεις με τη δημιουργία ενός νέου εργαλείου, συγκεκριμένα, της σύστασης ομάδων συντονισμού. Οι εν λόγω ομάδες συντονισμού θα πρέπει να προωθούν τη σύγκλιση όσον αφορά τις εποπτικές πρακτικές τις οποίες εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και εμπειριών. Η συμμετοχή όλων των αρμόδιων αρχών σε αυτές τις ομάδες συντονισμού θα πρέπει να είναι υποχρεωτική και οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρέχουν στις ομάδες συντονισμού τις απαραίτητες πληροφορίες. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο σύστασης ομάδων συντονισμού κάθε φορά που οι αρμόδιες αρχές εντοπίζουν ανάγκη συντονισμού λόγω συγκεκριμένων εξελίξεων της αγοράς. Οι εν λόγω ομάδες συντονισμού μπορούν να συγκροτούνται αναφορικά με όλους τους τομείς που καλύπτονται από τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 των ιδρυτικών κανονισμών.

(34)

Η εύρυθμη και ομαλή λειτουργία των διεθνών χρηματοοικονομικών αγορών απαιτεί την παρακολούθηση των αποφάσεων ισοδυναμίας τρίτων χωρών που έχουν εκδοθεί από την Επιτροπή. Εκάστη ΕΕΑ θα πρέπει να παρακολουθεί τις ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις και τις πρακτικές επιβολής κυρώσεων στις εν λόγω τρίτες χώρες. Κι αυτό προκειμένου να ελέγχει κατά πόσον εξακολουθούν να πληρούνται τα κριτήρια, βάσει των οποίων έχουν ληφθεί οι εν λόγω αποφάσεις, και οποιεσδήποτε προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτές. Εκάστη ΕΕΑ θα πρέπει να υποβάλλει στην Επιτροπή, σε ετήσια βάση, εμπιστευτική έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες παρακολούθησης. Σε αυτό το πλαίσιο, εκάστη ΕΕΑ θα πρέπει επίσης, όταν είναι δυνατό, να καταρτίζει διοικητικές ρυθμίσεις με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, ώστε να λαμβάνει πληροφορίες για τους σκοπούς παρακολούθησης και για τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων. Αυτό το ενισχυμένο εποπτικό καθεστώς θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η ισοδυναμία της τρίτης χώρας είναι πιο διαφανής, πιο προβλέψιμη για τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες και χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη συνέπεια σε όλους τους τομείς.

(35)

Ο εκπρόσωπος του ΕΣΣΚ στο συμβούλιο εποπτών θα πρέπει να παρουσιάζει την κοινή άποψη του γενικού συμβουλίου του ΕΣΣΚ με ιδιαίτερη έμφαση στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(36)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι το κατάλληλο επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης υποστηρίζει τις αποφάσεις που αφορούν μέτρα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, είναι αναγκαίο να συσταθεί μόνιμη εσωτερική επιτροπή στην ΕΕΑ. Η επιτροπή αυτή θα πρέπει να απαρτίζεται από εκπροσώπους υψηλού επιπέδου των αρχών και των φορέων που είναι επιφορτισμένοι με τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, με εμπειρογνωμοσύνη και εξουσίες λήψης αποφάσεων στον τομέα της πρόληψης της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Η επιτροπή αυτή θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει εκπροσώπους υψηλού επιπέδου από τις ΕΕΑ, που διαθέτουν εμπειρογνωμοσύνη στα διάφορα επιχειρηματικά μοντέλα και τις αντίστοιχες τομεακές ιδιαιτερότητες τους. Η επιτροπή αυτή θα πρέπει να εξετάζει και να προετοιμάζει τις αποφάσεις που θα λαμβάνει η ΕΑΤ. Για να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη, η νέα επιτροπή θα αντικαταστήσει την υφιστάμενη υποεπιτροπή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η οποία συστάθηκε στο πλαίσιο της μεικτής επιτροπής των ΕΕΑ. Οι ΕΕΑ θα πρέπει να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να υποβάλλουν γραπτές παρατηρήσεις για οποιοδήποτε σχέδιο απόφασης της εσωτερικής επιτροπής, τις οποίες θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη το συμβούλιο εποπτών της ΕΑΤ πριν λάβει την τελική του απόφαση.

(37)

Σύμφωνα με τον στόχο της επίτευξης ενός πιο συνεκτικού και βιώσιμου συστήματος εποπτείας στην Ένωση για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με όλες τις σχετικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη, θα πρέπει να διενεργήσει ολοκληρωμένη αξιολόγηση σχετικά με την εφαρμογή, τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα των ειδικών καθηκόντων που ανατίθενται στην ΕΑΤ βάσει του παρόντος κανονισμού σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Ειδικότερα, η αξιολόγηση θα πρέπει, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, να αποτυπώνει τις εμπειρίες που έχουν αποκτηθεί από τις περιπτώσεις που η ΕΑΤ ζητά από μια αρμόδια αρχή να διερευνήσει πιθανές παραβάσεις της εθνικής νομοθεσίας, καθόσον αυτή αποτελεί μεταφορά οδηγιών στο εθνικό δίκαιο ή χρήση επιλογών που παρέχονται στα κράτη μέλη από το ενωσιακό δίκαιο, τις οποίες διαπράττουν φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα· να εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων στον εν λόγω φορέα για τις συγκεκριμένες παραβάσεις· να εξετάσει το ενδεχόμενο έκδοσης μεμονωμένης απόφασης που απευθύνεται στον συγκεκριμένο φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, επιβάλλοντάς του υποχρέωση να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, καθόσον αποτελεί μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο ή χρήση επιλογών που παρέχονται στα κράτη μέλη από το ενωσιακό δίκαιο. Θα πρέπει επίσης να αποτυπώνει τις εμπειρίες αυτές στις περιπτώσεις που η ΕΑΤ εφαρμόζει εθνική νομοθεσία καθόσον αποτελεί μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο ή χρήση επιλογών που παρέχονται στα κράτη μέλη από το ενωσιακό δίκαιο. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει την αξιολόγηση αυτή, στο πλαίσιο της έκθεσής της σύμφωνα με το άρθρο 65 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, συνοδευόμενη από νομοθετικές προτάσεις αν κρίνεται σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, έως τις 11 Ιανουαρίου 2022. Μέχρι την υποβολή αυτής της αξιολόγησης, οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΤ σε σχέση με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας στο άρθρο 9β, το άρθρο 17 παράγραφος 6 και το άρθρο 19 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 θα πρέπει να θεωρούνται προσωρινή λύση, εφόσον παρέχουν στην ΕΑΤ τη δυνατότητα να στηρίζει τα αιτήματα προς τις αρμόδιες αρχές σχετικά με πιθανές παραβάσεις της εθνικής νομοθεσίας ή επιτρέπουν την εφαρμογή του εθνικού δικαίου από την ΕΑΤ.

(38)

Για να διαφυλαχθεί η εμπιστευτικότητα των εργασιών των ΕΕΑ, οι απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης σε κάθε πρόσωπο που παρέχει οποιαδήποτε υπηρεσία, άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, σχετική με τα καθήκοντα της συγκεκριμένης ΕΕΑ.

(39)

Οι ιδρυτικοί κανονισμοί καθώς και οι τομεακές νομοθετικές πράξεις επιβάλλουν στις ΕΕΑ την υποχρέωση να επιδιώκουν αποτελεσματικές διοικητικές ρυθμίσεις που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών. Η ανάγκη αποτελεσματικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών αναμένεται να καταστεί ακόμα πιο σημαντική όταν, σύμφωνα με τον παρόντα τροποποιητικό κανονισμό, ορισμένες από τις ΕΕΑ αναλάβουν πρόσθετες, ευρύτερες αρμοδιότητες σε σχέση με την εποπτεία οντοτήτων και δραστηριοτήτων εκτός ΕΕ. Στις περιπτώσεις που, στο πλαίσιο αυτό, οι ΕΕΑ επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων διαβιβάζοντας τέτοια δεδομένα εκτός της Ένωσης, δεσμεύονται από τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725. Ελλείψει απόφασης περί επάρκειας ή κατάλληλων διασφαλίσεων, που προβλέπονται, για παράδειγμα, από διοικητικές ρυθμίσεις κατά την έννοια του άρθρου 48 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, οι ΕΕΑ δύνανται να ανταλλάσσουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με αρχές τρίτων χωρών, σύμφωνα με την παρέκκλιση περί δημοσίου συμφέροντος και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται σε αυτήν, όπως ορίζεται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ) αυτού, η οποία ισχύει κυρίως σε περιπτώσεις διεθνών ανταλλαγών δεδομένων μεταξύ αρχών χρηματοπιστωτικής εποπτείας.

(40)

Οι ιδρυτικοί κανονισμοί προβλέπουν ότι οι ΕΕΑ θα πρέπει, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, να δρομολογούν και να συντονίζουν προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης, για να εκτιμούν την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς. Θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζουν για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο. Επίσης, θα πρέπει να διευκρινιστεί, όσον αφορά όλες τις ΕΕΑ, ότι οι υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών για τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου δεν θα πρέπει να αποκλείουν τη διαβίβαση από τις αρμόδιες αρχές των αποτελεσμάτων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων στις ΕΕΑ με σκοπό τη δημοσίευση.

(41)

Για να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο σύγκλισης στον τομέα της εποπτείας και της έγκρισης των εσωτερικών υποδειγμάτων, σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να μπορεί κατόπιν αιτήματος να επικουρεί τις αρμόδιες αρχές στην απόφαση σχετικά με την έγκριση των εσωτερικών υποδειγμάτων.

(42)

Προκειμένου οι ΕΕΑ να εκτελούν τα καθήκοντά τους σχετικά με την προστασία των καταναλωτών, θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να συντονίζουν τις δραστηριότητες της λεγόμενης ανώνυμης έρευνας αγοράς («mystery shopping») των αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση.

(43)

Οι ΕΕΑ θα πρέπει να διαθέτουν επαρκείς πόρους και προσωπικό ώστε να συμβάλλουν αποτελεσματικά στη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική χρηματοπιστωτική εποπτεία στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Οι πρόσθετες αρμοδιότητες και ο πρόσθετος φόρτος εργασίας που ανατίθενται στις ΕΕΑ θα πρέπει να συνοδεύονται από επαρκείς ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους.

(44)

Σύμφωνα με την εξέλιξη του πεδίου εφαρμογής της άμεσης εποπτείας, ενδέχεται τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που υπόκεινται σε άμεση εποπτεία από τις ΕΕΑ να πρέπει να καταβάλλουν πρόσθετες συνεισφορές με βάση τις εκτιμώμενες δαπάνες της οικείας ΕΕΑ.

(45)

Ασυνέπειες στην ποιότητα, τη μορφοποίηση, την αξιοπιστία και το κόστος των δεδομένων των συναλλαγών έχουν αρνητικές επιπτώσεις όσον αφορά τη διαφάνεια, την προστασία των επενδυτών και την αποτελεσματικότητα της αγοράς. Για να ενισχυθεί η παρακολούθηση και η ανασύσταση των δεδομένων των συναλλαγών, και να βελτιωθεί η συνέπεια και η ποιότητα των δεδομένων αυτών, καθώς και η διαθεσιμότητά τους και η προσβασιμότητα σε λογικό κόστος σε ολόκληρη την Ένωση για τους σχετικούς τόπους διαπραγμάτευσης, η οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) εισήγαγε ένα νέο νομικό καθεστώς για τις υπηρεσίες αναφοράς δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της αδειοδότησης και εποπτείας των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων.

(46)

Η ποιότητα των δεδομένων των συναλλαγών και της επεξεργασίας και παροχής αυτών των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της διασυνοριακής επεξεργασίας και παροχής δεδομένων, είναι υψίστης σημασίας για την επίτευξη του βασικού σκοπού του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) ήτοι της ενίσχυσης της διαφάνειας των χρηματοοικονομικών αγορών. Η παροχή βασικών υπηρεσιών δεδομένων είναι, επομένως, καίριας σημασίας προκειμένου οι χρήστες να μπορούν να έχουν την επιθυμητή γενική εικόνα της συναλλακτικής δραστηριότητας στις χρηματοοικονομικές αγορές της Ένωσης και προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν ακριβείς και σαφείς πληροφορίες αναφορικά με τις σχετικές συναλλαγές.

(47)

Επιπλέον, τα δεδομένα των συναλλαγών αποτελούν ολοένα σημαντικότερο εργαλείο για την αποτελεσματική επιβολή των απαιτήσεων που απορρέουν από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014. Δεδομένης της διασυνοριακής διάστασης του χειρισμού δεδομένων, της ποιότητας των δεδομένων και της ανάγκης να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας, καθώς και να αποφευχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις ενδεχόμενων αποκλίσεων τόσο στην ποιότητα των δεδομένων όσο και στα καθήκοντα των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, είναι χρήσιμο και δικαιολογημένο να μεταβιβαστούν οι εξουσίες αδειοδότησης και εποπτείας σε σχέση με τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων από τις αρμόδιες αρχές στην ΕΑΚΑΑ, εκτός εκείνων που επωφελούνται από παρέκκλιση, και να προσδιοριστούν οι εξουσίες αυτές στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014, καθιστώντας δυνατή, ταυτόχρονα, την παγίωση των οφελών που απορρέουν από τη συγκέντρωση των σχετικών με τα δεδομένα αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ.

(48)

Οι ιδιώτες επενδυτές θα πρέπει να είναι δεόντως ενημερωμένο σχετικά με τους πιθανούς κινδύνους όταν αποφασίζουν να επενδύσουν σε ένα χρηματοοικονομικό μέσο. Το νομικό πλαίσιο της Ένωσης αποσκοπεί στη μείωση του κινδύνου λανθασμένων πωλήσεων όταν πωλούνται στους ιδιώτες επενδυτές χρηματοοικονομικά προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες ή τις προσδοκίες τους. Για τον σκοπό αυτόν, η οδηγία 2014/65/ΕΕ και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 ενισχύουν τις απαιτήσεις οργάνωσης και επαγγελματικής δεοντολογίας, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων ενεργούν προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών τους. Οι εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνουν τη διευρυμένη υποχρέωση γνωστοποίησης των κινδύνων στους πελάτες, την καλύτερη αξιολόγηση της καταλληλότητας των προϊόντων που συνιστώνται, καθώς και την υποχρέωση διανομής χρηματοοικονομικών μέσων στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο, λαμβανομένων υπόψη παραγόντων όπως η φερεγγυότητα των εκδοτών. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να χρησιμοποιεί πλήρως τις εξουσίες της για να εξασφαλίζει την εποπτική σύγκλιση και να υποστηρίζει τις εθνικές αρχές για την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών και την αποτελεσματική επίβλεψη των κινδύνων που συνδέονται με τα χρηματοοικονομικά προϊόντα.

(49)

Είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική και αποδοτική υποβολή, κατάρτιση, ανάλυση και δημοσίευση των δεδομένων για τους σκοπούς των υπολογισμών για τον καθορισμό των υποχρεώσεων για την προσυναλλακτική και μετασυναλλακτική διαφάνεια και τα καθεστώτα υποχρέωσης διαπραγμάτευσης, καθώς και για τους σκοπούς των στοιχείων αναφοράς σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13). Επομένως, θα πρέπει να ανατεθούν στην ΕΑΚΑΑ, επιπλέον των αρμόδιων αρχών, αρμοδιότητες για να αναλάβει την άμεση συγκέντρωση δεδομένων από τους συμμετέχοντες στην αγορά σε σχέση με τις υποχρεώσεις προσυναλλακτικής και μετασυναλλακτικής διαφάνειας, καθώς επίσης και για τη χορήγηση άδειας και την επίβλεψη των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων.

(50)

Η χορήγηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ επιτρέπει αδειοδότηση και επίβλεψη υπό κεντρική διαχείριση, ώστε να αποφεύγεται η σημερινή κατάσταση, στην οποία περισσότεροι τόποι διαπραγμάτευσης, συστηματικοί εσωτερικοποιητές, εγκεκριμένοι μηχανισμοί δημοσιοποίησης συναλλαγών (ΕΜΗΔΗΣΥ) και πάροχοι ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών (ΠΕΔΗΣΥ) υποχρεούνται να παρέχουν σε περισσότερες αρμόδιες αρχές δεδομένα τα οποία στη συνέχεια μόνο παρέχονται στην ΕΑΚΑΑ. Το εν λόγω σύστημα υπό κεντρική διαχείριση θα είναι άκρως επωφελές για τους συμμετέχοντες στην αγορά όσον αφορά τη μεγαλύτερη διαφάνεια των δεδομένων, την προστασία των επενδυτών και την αποτελεσματικότητα της αγοράς.

(51)

Η ανάθεση εξουσιών συγκέντρωσης δεδομένων, αδειοδότησης και επίβλεψης από τις αρμόδιες αρχές στην ΕΑΚΑΑ, είναι επίσης χρήσιμη και για άλλα καθήκοντα που εκτελεί η ΕΑΚΑΑ βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, όπως η παρακολούθηση της αγοράς και οι εξουσίες προσωρινής παρέμβασης της ΕΑΚΑΑ.

(52)

Προκειμένου η ΕΑΚΑΑ να ασκεί αποτελεσματικά τις εποπτικές της εξουσίες στον τομέα της επεξεργασίας και παροχής δεδομένων, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις ή περιοδικές χρηματικές ποινές για να υποχρεώνει τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων να θέτουν τέλος σε παράβαση, να παρέχουν πλήρεις και ορθές πληροφορίες, τις οποίες απαιτεί η ΕΑΚΑΑ, ή να υποβάλλονται σε έρευνα ή επιτόπια επιθεώρηση, καθώς και να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα όταν διαπιστώνει ότι ένα πρόσωπο έχει διαπράξει, με πρόθεση ή από αμέλεια, παράβαση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

(53)

Χρηματοοικονομικά προϊόντα που χρησιμοποιούν δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας είναι διαθέσιμα σε όλα τα κράτη μέλη. Συνεπώς, οι εν λόγω δείκτες αναφοράς είναι καίριας σημασίας για τη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών και για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα στην Ένωση. Η εποπτεία ενός δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας θα πρέπει, επομένως, να ακολουθεί ολιστική θεώρηση των δυνητικών επιπτώσεων, όχι μόνο στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο διαχειριστής και στα κράτη μέλη όπου βρίσκονται οι συνεισφέροντες, αλλά σε ολόκληρη την Ένωση. Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο ορισμένοι δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας να εποπτεύονται σε ενωσιακό επίπεδο από την ΕΑΚΑΑ. Για να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη καθηκόντων, οι διαχειριστές των δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας θα πρέπει να εποπτεύονται μόνον από την ΕΑΚΑΑ, επίσης και για τυχόν δείκτες αναφοράς μη κρίσιμης σημασίας που ενδεχομένως διαχειρίζονται.

(54)

Επειδή οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας και οι συνεισφέροντες σε αυτούς υπόκεινται σε αυστηρότερες απαιτήσεις από τους διαχειριστές και τους συνεισφέροντες σε άλλους δείκτες αναφοράς, ο χαρακτηρισμός δεικτών αναφοράς ως κρίσιμης σημασίας θα πρέπει να αναληφθεί από την Επιτροπή ή να ζητηθεί από την ΕΑΚΑΑ και θα πρέπει να κωδικοποιηθεί από την Επιτροπή. Δεδομένου ότι οι εθνικές αρμόδιες αρχές έχουν καλύτερη πρόσβαση σε δεδομένα και πληροφορίες σχετικά με τους δείκτες αναφοράς που εποπτεύουν, θα πρέπει να γνωστοποιούν στην Επιτροπή ή την ΕΑΚΑΑ κάθε δείκτη αναφοράς, ο οποίος, κατά την γνώμη τους, πληρεί τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας.

(55)

Η διαδικασία προσδιορισμού του κράτους μέλους αναφοράς για τους διαχειριστές δεικτών αναφοράς που βρίσκονται σε τρίτες χώρες και οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση αναγνώρισης στην Ένωση είναι επαχθής και χρονοβόρα, τόσο για τους αιτούντες όσο και για τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Οι αιτούντες ενδέχεται να προσπαθήσουν να επηρεάσουν τον εν λόγω προσδιορισμό με την ελπίδα του εποπτικού αρμπιτράζ. Οι εν λόγω διαχειριστές δεικτών αναφοράς θα μπορούσαν να επιλέξουν τον νόμιμο εκπρόσωπό τους βάσει στρατηγικής σε ένα κράτος μέλος στο οποίο θεωρούν ότι η εποπτεία είναι λιγότερο αυστηρή. Η εναρμονισμένη προσέγγιση, με την ΕΑΚΑΑ ως αρμόδια αρχή για την αναγνώριση των διαχειριστών δεικτών αναφοράς τρίτων χωρών, αποτρέπει τους κινδύνους αυτούς και τις δαπάνες για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους αναφοράς, καθώς και της επακόλουθης εποπτείας. Επιπλέον, ο ρόλος της ΕΑΚΑΑ ως αρμόδιας αρχής για τους αναγνωρισμένους διαχειριστές δεικτών αναφοράς τρίτων χωρών την αναδεικνύει ως τον ομόλογο των εποπτικών αρχών τρίτων χωρών στην Ένωση, καθιστώντας αποδοτικότερη και αποτελεσματικότερη τη διασυνοριακή συνεργασία.

(56)

Πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι, διαχειριστές δεικτών αναφοράς είναι τράπεζες ή επιχειρήσεις χρηματοοικονομικών υπηρεσιών που χειρίζονται χρήματα πελατών. Για να αποφευχθεί η υπονόμευση της Ένωσης όσον αφορά την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για τη σύναψη συμφωνίας συνεργασίας με αρμόδια αρχή βάσει καθεστώτος ισοδυναμίας ότι η χώρα της αρμόδιας αρχής δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών που έχουν στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά τους συστήματα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες εγείρουν σημαντικές απειλές για το χρηματοοικονομικό σύστημα της Ένωσης.

(57)

Σχεδόν όλοι οι δείκτες αναφοράς έχουν ως σημείο αναφοράς χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία είναι διαθέσιμα σε διάφορα κράτη μέλη, αν όχι σε ολόκληρη την Ένωση. Για τον εντοπισμό κινδύνων που σχετίζονται με την παροχή δεικτών αναφοράς οι οποίοι ενδέχεται να μην είναι πλέον αξιόπιστοι ή αντιπροσωπευτικοί της αγοράς ή της οικονομικής πραγματικότητας για τη μέτρηση της οποίας προορίζονται, οι αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει να συνεργάζονται και να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, εφόσον απαιτείται.

(58)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί εύλογο χρονικό διάστημα για την ολοκλήρωση των αναγκαίων ρυθμίσεων για τις κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις, ώστε να είναι σε θέση οι ΕΕΑ και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι να εφαρμόζουν τους κανόνες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(59)

Οι κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14)και ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) θα πρέπει επομένως να τροποποιηθούν αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ (*1), της οδηγίας 2009/110/ΕΚ, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (*2), της οδηγίας 2013/36/ΕΕ (*3), της οδηγίας 2014/49/ΕΕ (*4), της οδηγίας 2014/92/ΕΕ (*5), της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 (*6) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και, στον βαθμό που οι πράξεις αυτές εφαρμόζονται σε οικονομικά και χρηματοοικονομικά ιδρύματα και στις αρμόδιες αρχές που τα εποπτεύουν, στο πλαίσιο των σχετικών μερών της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων όλων των οδηγιών, κανονισμών και αποφάσεων που βασίζονται σε αυτές τις πράξεις, και κάθε άλλης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή. Η Αρχή ενεργεί επίσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου (*7).

Η Αρχή ενεργεί επίσης στο πλαίσιο των εξουσιών που ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και εντός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*8) και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*9), στον βαθμό που η εν λόγω οδηγία ισχύει για τους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα και τις αρμόδιες αρχές που τους εποπτεύουν. Για τον σκοπό αυτόν μόνο, η Αρχή εκτελεί τα καθήκοντα που ανατίθενται με οποιαδήποτε νομικά δεσμευτική πράξη της Ένωσης στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*10) ή στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*11). Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών, η Αρχή διαβουλεύεται με τις εν λόγω Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές και τις τηρεί ενήμερες για τις δραστηριότητές της που αφορούν οποιαδήποτε οντότητα αποτελεί «χρηματοοικονομικό ίδρυμα», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ή «συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

3.   Η Αρχή ενεργεί στο πεδίο των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοοικονομικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων, των επιχειρήσεων επενδύσεων, των ιδρυμάτων πληρωμών και των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος, σε σχέση με τα θέματα που δεν εμπίπτουν άμεσα στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, περιλαμβανομένων των θεμάτων εταιρικής διακυβέρνησης, ελέγχου και χρηματοοικονομικών αναφορών, λαμβάνοντας υπόψη βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα και την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω δράσεις είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση αποτελεσματικής και συνεπούς εφαρμογής των πράξεων αυτών.

(*1)  Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 133 της 22.5.2008, σ. 66)."

(*2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1)."

(*3)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338)."

(*4)  Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149)."

(*5)  Οδηγία 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, για τη συγκρισιμότητα των τελών που συνδέονται με λογαριασμούς πληρωμών, την αλλαγή λογαριασμού πληρωμών και την πρόσβαση σε λογαριασμούς πληρωμών με βασικά χαρακτηριστικά (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 214)."

(*6)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ, 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35)."

(*7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63)."

(*8)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73)."

(*9)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και περί κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006 (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 1)."

(*10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48)."

(*11)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).»."

β)

η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Ο σκοπός της Αρχής είναι να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον συμβάλλοντας στη βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη σταθερότητα και αποτελεσματικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, προς όφελος της οικονομίας, των πολιτών και των επιχειρήσεων της Ένωσης. Η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της, συμβάλλει:»·

τα στοιχεία ε) και στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

στη διασφάλιση της δέουσας ρύθμισης και εποπτείας της ανάληψης των πιστωτικών και λοιπών κινδύνων,

στ)

στην ενίσχυση της προστασίας των πελατών και των καταναλωτών,»·

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ζ)

στην ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά,

η)

στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.»·

ii)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Γι’ αυτούς τους λόγους, η Αρχή συμβάλλει στη διασφάλιση της συνεπούς, αποδοτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των πράξεων στις οποίες παραπέμπει η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου, να ενισχύει την εποπτική σύγκλιση και να γνωμοδοτεί σύμφωνα με το άρθρο 16α στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.»·

iii)

το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Αρχή ενεργεί ανεξάρτητα, αντικειμενικά και με αμερόληπτο και διαφανή τρόπο, προς το συμφέρον της Ένωσης ως συνόλου, τηρώντας παράλληλα την αρχή της αναλογικότητας. Η Αρχή έχει υποχρέωση λογοδοσίας, ενεργεί με ακεραιότητα και διασφαλίζει τη δίκαιη μεταχείριση όλων των ενδιαφερομένων.»·

iv)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Το περιεχόμενο και η μορφή των δράσεων και των μέτρων της Αρχής, ιδίως οι κατευθυντήριες γραμμές, οι συστάσεις, οι γνώμες, οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις, τα σχέδια ρυθμιστικών προτύπων και τα σχέδια εκτελεστικών προτύπων τηρούν πλήρως τις εφαρμοστέες νομικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού και των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Εφόσον επιτρέπεται και είναι συναφές βάσει των εν λόγω διατάξεων, οι δράσεις και τα μέτρα της Αρχής λαμβάνουν δεόντως υπόψη, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων των δραστηριοτήτων ενός χρηματοοικονομικού ιδρύματος, επιχείρησης, άλλου προσώπου ή χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας, οι οποίοι επηρεάζονται από τις δράσεις και τα μέτρα της Αρχής.»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6.   Η Αρχή συστήνει, ως αναπόσπαστο μέρος της, επιτροπή που την συμβουλεύει με ποιο τρόπο οι δράσεις και τα μέτρα της θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, σε πλήρη συμμόρφωση με τους εφαρμοστέους κανόνες, τις ειδικές διαφορές που επικρατούν στον τομέα, όσον αφορά τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τα επιχειρηματικά μοντέλα και τις επιχειρηματικές πρακτικές, καθώς και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών, στον βαθμό που οι παράγοντες αυτοί έχουν σημασία σύμφωνα με τους κανόνες που λαμβάνονται υπόψη.»·

2)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Αρχή αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ). Κύριος στόχος του ΕΣΧΕ είναι να εξασφαλίζεται η κατάλληλη εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τον χρηματοοικονομικό τομέα, ώστε να διαφυλαχθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα και για να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοοικονομικό σύστημα στο σύνολό του και η αποτελεσματική και επαρκής προστασία των πελατών και των καταναλωτών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.»·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), οι συμμετέχοντες στο ΕΣΧΕ συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και πλήρη αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ροή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών αναμεταξύ τους και από την Αρχή προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.»·

γ)

στην παράγραφο 5, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Με την επιφύλαξη των εθνικών αρμοδιοτήτων, οι αναφορές του παρόντος κανονισμού στην εποπτεία περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές δραστηριότητες όλων των αρμόδιων αρχών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.».

3)

Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 3

Υποχρέωση λογοδοσίας των Αρχών

1.   Οι αρχές που μνημονεύονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως δ) είναι υπόλογες έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι υπόλογη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο όσον αφορά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων τα οποία της ανατίθενται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 σύμφωνα με τον προαναφερθέντα κανονισμό.

2.   Σύμφωνα με το άρθρο 226 ΣΛΕΕ, η Αρχή συνεργάζεται πλήρως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια οποιωνδήποτε ερευνών διεξάγονται δυνάμει του εν λόγω άρθρου.

3.   Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, και διαβιβάζει, έως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους, την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Η έκθεση δημοσιοποιείται.

4.   Κατόπιν αιτήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο πρόεδρος συμμετέχει σε ακρόαση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις επιδόσεις της Αρχής. Πραγματοποιείται ακρόαση τουλάχιστον ετησίως. Ο πρόεδρος προβαίνει σε δήλωση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντά σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις των μελών του, όποτε ζητηθεί.

5.   Ο πρόεδρος υποβάλλει έγγραφη έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της Αρχής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όποτε ζητηθεί και τουλάχιστον 15 ημέρες πριν προβεί στη δήλωση που προβλέπει η παράγραφος 4.

6.   Πέρα από τις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 11 έως 18 και στα άρθρα 20 και 33, η έκθεση συμπεριλαμβάνει κάθε σχετική πληροφορία που έχει ζητήσει ad hoc το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

7.   Η Αρχή απαντά προφορικώς ή γραπτώς στις ερωτήσεις που απευθύνονται στην ίδια από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο εντός πέντε εβδομάδων από την παραλαβή της ερώτησης.

8.   Κατόπιν αιτήματος, ο πρόεδρος πραγματοποιεί, κεκλεισμένων των θυρών, εμπιστευτικές προφορικές συζητήσεις με τον πρόεδρο, τους αντιπροέδρους και τους συντονιστές της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όλοι οι συμμετέχοντες τηρούν τις απαιτήσεις περί επαγγελματικού απορρήτου.

9.   Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων εμπιστευτικότητας που απορρέουν από τη συμμετοχή σε διεθνή φόρουμ, η Αρχή ενημερώνει, κατόπιν αιτήματος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τη συμβολή της στην ενιαία, κοινή, συνεπή και αποτελεσματική εκπροσώπηση των συμφερόντων της Ένωσης στα εν λόγω διεθνή φόρουμ.».

4)

Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

το σημείο 1) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1)

«χρηματοοικονομικά ιδρύματα»: κάθε επιχείρηση που υπόκειται σε ρύθμιση και εποπτεία δυνάμει οποιασδήποτε από τις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·»·

β)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«1α)

«φορέας του χρηματοοικονομικού τομέα»: η «οντότητα» που αναφέρεται στο άρθρο 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, η οποία είναι είτε «χρηματοοικονομικό ίδρυμα», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 1) ή στο άρθρο 4 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, είτε «συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές», όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·»·

γ)

το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2)

«αρμόδιες αρχές»:

i)

οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 40) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε ό,τι αφορά ζητήματα που σχετίζονται με τα καθήκοντα που της ανατίθενται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013·

ii)

όσον αφορά την οδηγία 2002/65/ΕΚ, οι αρχές και οι φορείς που είναι αρμόδιοι να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων με τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας·

iii)

όσον αφορά την οδηγία (ΕΕ) 2015/849, οι αρχές και οι φορείς που εποπτεύουν τους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα και είναι αρμόδιοι να διασφαλίζουν τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας·

iv)

όσον αφορά τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων, οι φορείς που διαχειρίζονται συστήματα εγγύησης καταθέσεων, σύμφωνα με την οδηγία 2014/49/ΕΕ ή, στην περίπτωση που τη λειτουργία του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων διαχειρίζεται ιδιωτική εταιρεία, η δημόσια αρχή που έχει την εποπτεία των συστημάτων αυτών δυνάμει αυτής της οδηγίας και οι οικείες διοικητικές αρχές που αναφέρονται στην εν λόγω οδηγία·

v)

όσον αφορά την οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*12) και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*13), οι αρχές εξυγίανσης που διορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης που ιδρύεται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, καθώς και το Συμβούλιο και η Επιτροπή όταν αναλαμβάνουν δράσεις δυνάμει του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ασκούν διακριτικές εξουσίες ή προβαίνουν σε επιλογές πολιτικής·

vi)

οι «αρμόδιες αρχές» που αναφέρονται στην οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*14), στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*15), στην οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, στην οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*16), και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 260/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*17)·

vii)

οι «φορείς» και οι «αρχές» που αναφέρονται στο άρθρο 20 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ.

(*12)  Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190)."

(*13)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1)."

(*14)  Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/EE και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 60 της 28.2.2014, σ. 34)."

(*15)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για πράξεις πληρωμών με κάρτες (ΕΕ L 123 της 19.5.2015, σ. 1)."

(*16)  Οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ (ΕΕ L 267 της 10.10.2009, σ. 7)."

(*17)  Κανονισμός (EE) αριθ. 260/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2012, σχετικά με την καθιέρωση τεχνικών απαιτήσεων και επιχειρηματικών κανόνων για τις μεταφορές πίστωσης και τις άμεσες χρεώσεις σε ευρώ και με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009 (ΕΕ L 94 της 30.3.2012, σ. 22).»·"

5)

Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

με βάση τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμβάλλει στην καθιέρωση κοινών ρυθμιστικών και εποπτικών προτύπων και πρακτικών υψηλής ποιότητας, ιδίως με την ανάπτυξη σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και άλλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των γνωμοδοτήσεων·»·

ii)

το στοιχείο αα) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«αα)

καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση το οποίο πρέπει να προσδιορίζει εποπτικές βέλτιστες πρακτικές και μεθοδολογίες και διεργασίες υψηλής ποιότητας, λαμβάνει δε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές πρακτικές και τα επιχειρηματικά μοντέλα, καθώς και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών·»·

iii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«αβ)

καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εγχειρίδιο εξυγίανσης σχετικά με την εξυγίανση των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση το οποίο πρέπει να προσδιορίζει βέλτιστες πρακτικές και υψηλής ποιότητας μεθοδολογίες και διεργασίες εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη το έργο του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης και τις μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές πρακτικές και επιχειρηματικά μοντέλα, καθώς και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών·»·

iv)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή των νομικά δεσμευτικών ενωσιακών πράξεων, ιδίως συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινής εποπτικής νοοτροπίας, διασφαλίζοντας τη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, αποτρέποντας την καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας, προωθώντας και παρακολουθώντας την εποπτική ανεξαρτησία, μεσολαβώντας και επιλύοντας διαφωνίες μεταξύ αρμόδιων αρχών, διασφαλίζοντας αποτελεσματική και συνεπή εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, διασφαλίζοντας τη συνεκτική λειτουργία των σωμάτων εποπτών και λαμβάνοντας μέτρα, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης·»·

v)

τα στοιχεία ε) έως η) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

διοργανώνει και διενεργεί αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών από ομοτίμους και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και εντοπίζει βέλτιστες πρακτικές, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων·

στ)

παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της, περιλαμβανομένων, εφόσον ενδείκνυται, των εξελίξεων που αφορούν τις τάσεις της πίστης, ιδίως προς τα νοικοκυριά και τις ΜΜΕ, και τις τάσεις στις καινοτόμες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις εξελίξεις που σχετίζονται με τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και τους σχετικούς με τη διακυβέρνηση παράγοντες·

ζ)

πραγματοποιεί αναλύσεις αγοράς για την ενημέρωση της διαδικασίας απαλλαγής για την Αρχή·

η)

ενισχύει, κατά περίπτωση, την προστασία των καταθετών, των καταναλωτών και των επενδυτών, ιδίως σε σχέση με τις ελλείψεις σε διασυνοριακό πλαίσιο και λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς κινδύνους·»·

vi)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«θα)

συμβάλλει στη θέσπιση κοινής στρατηγικής της Ένωσης για τα χρηματοοικονομικά δεδομένα·»·

vii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ιαα)

δημοσιεύει στον ιστότοπό της και ενημερώνει σε τακτική βάση όλα τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές, τις συστάσεις και τις ερωτήσεις και απαντήσεις για κάθε νομοθετική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένων των επισκοπήσεων που αφορούν την τρέχουσα κατάσταση των εν εξελίξει εργασιών και το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα για την έγκριση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων.»·

viii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ιβ)

συμβάλλει στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, μεταξύ άλλων με την προώθηση της συνεπούς, αποδοτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, αντίστοιχα, όσον αφορά την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας·»·

β)

στην παράγραφο 1α, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

λαμβάνοντας υπόψη τον στόχο για κατοχύρωση της ασφάλειας και ευρωστίας των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, λαμβάνει δεόντως υπόψη τους διάφορους τύπους, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων· και»·

γ)

στην παράγραφο 1α, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«γ)

λαμβάνει υπόψη την τεχνολογική καινοτομία, καινοτόμα και βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα, καθώς και την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και των σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων.»·

δ)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«γα)

εκδίδει συστάσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29α·»·

ii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«δα)

εκδίδει προειδοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3·»·

iii)

το στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ)

γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16α·»·

iv)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ζα)

εκδίδει απαντήσεις σε ερωτήσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 16β·

ζβ)

λαμβάνει μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 9γ·»·

ε)

η παράγραφος 2α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και κατά την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η Αρχή ενεργεί βάσει και εντός των ορίων του νομοθετικού πλαισίου και λαμβάνει δεόντως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, όποτε είναι σκόπιμο, και της βελτίωσης της νομοθεσίας, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων αναλύσεων κόστους/οφέλους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Οι ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις που αναφέρονται στα άρθρα 10, 15, 16 και 16α διεξάγονται όσο το δυνατόν ευρύτερα, για να διασφαλιστεί μια προσέγγιση χωρίς αποκλεισμούς προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, και παρέχουν εύλογο χρόνο στους συμφεροντούχους για να απαντήσουν. Η Αρχή δημοσιεύει περίληψη της συμβολής των ενδιαφερομένων και επισκόπηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν οι πληροφορίες και οι απόψεις που προέκυψαν από τις διαβουλεύσεις, σε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου και σε σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου.».

6)

Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

συλλογή, ανάλυση και αναφορά των καταναλωτικών τάσεων, όπως η εξέλιξη του κόστους και των επιβαρύνσεων για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες λιανικής και χρηματοοικονομικά προϊόντα λιανικής στα κράτη μέλη·»·

ii)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία:

«αα)

διενέργεια ενδελεχών θεματικών αξιολογήσεων της συμπεριφοράς των αγορών, διαμόρφωση κοινής αντίληψης όσον αφορά τις πρακτικές των αγορών με σκοπό τον εντοπισμό δυνητικών προβλημάτων και την ανάλυση των επιπτώσεών τους·

αβ)

ανάπτυξη δεικτών κινδύνου λιανικής με σκοπό τον έγκαιρο εντοπισμό αιτιών που ενδέχεται να προκαλέσουν βλάβη στους καταναλωτές·»

iii)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ε)

συμβολή στην εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά όπου οι καταναλωτές και οι λοιποί χρήστες των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών έχουν ισότιμη πρόσβαση σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και χρηματοοικονομικά προϊόντα·

στ)

προώθηση περαιτέρω εξελίξεων όσον αφορά τη ρύθμιση και την εποπτεία, οι οποίες θα μπορούσαν να διευκολύνουν μια βαθύτερη εναρμόνιση και ολοκλήρωση σε επίπεδο Ένωσης·

ζ)

συντονισμός των δραστηριοτήτων ανώνυμης έρευνας αγοράς («mystery shopping») των αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση.»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή παρακολουθεί τις νέες και τις υφιστάμενες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και μπορεί να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με σκοπό την προώθηση της ασφάλειας και της αξιοπιστίας των αγορών, καθώς και τη σύγκλιση και την αποτελεσματικότητα των ρυθμιστικών και εποπτικών πρακτικών.»·

γ)

οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η Αρχή συστήνει, ως αναπόσπαστο οργανωτικό της μέρος, επιτροπή για την προστασία των καταναλωτών και τη χρηματοοικονομική καινοτομία, στην οποία συμμετέχουν όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές και οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την προστασία των καταναλωτών, με σκοπό την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών, την επίτευξη συντονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τη ρυθμιστική και εποπτική μεταχείριση των νέων ή καινοτόμων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και την παροχή γνωμοδοτήσεων με σκοπό να τις παρουσιάσει η Αρχή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Η Αρχή συνεργάζεται στενά με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*18) για την αποφυγή επικαλύψεων, ασυνεπειών και έλλειψη ασφάλειας δικαίου στον τομέα της προστασίας δεδομένων. Η Αρχή μπορεί επίσης να προσκαλεί εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων ως παρατηρητές στην επιτροπή.

5.   Η Αρχή μπορεί προσωρινά να απαγορεύσει ή να περιορίσει την εμπορική προώθηση, διανομή ή πώληση ορισμένων χρηματοοικονομικών προϊόντων, μέσων ή δραστηριοτήτων που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντική οικονομική ζημία στους πελάτες ή τους καταναλωτές ή απειλούν την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης, στις περιπτώσεις που καθορίζονται και υπό τους όρους που θεσπίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, ή, εφόσον απαιτείται, σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα και με τους όρους που θεσπίζονται στο άρθρο 18.

Η Αρχή επανεξετάζει την απόφαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ανά τακτά χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον ανά εξάμηνο. Μετά από τουλάχιστον δύο διαδοχικές ανανεώσεις και βάσει κατάλληλης ανάλυσης η οποία στοχεύει στο να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις στον πελάτη ή στον καταναλωτή, η Αρχή δύναται να αποφασίσει σχετικά με την ετήσια ανανέωση της απαγόρευσης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της. Σε αυτήν την περίπτωση, η Αρχή αποφασίζει αν θα εμμείνει στην απόφασή της κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

Η Αρχή μπορεί επίσης να εκτιμήσει την ανάγκη απαγόρευσης ή περιορισμού ορισμένων μορφών χρηματοοικονομικής δραστηριότητας ή πρακτικής και, εφόσον χρειαστεί, να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να διευκολύνει τη θέσπιση οιασδήποτε απαγόρευσης ή περιορισμού.

(*18)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).»."

7)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 9α

Ειδικά καθήκοντα σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

1.   Η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της, αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο συντονισμού και παρακολούθησης για την προώθηση της ακεραιότητας, της διαφάνειας και της ασφάλειας του χρηματοοικονομικού συστήματος, λαμβάνοντας μέτρα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στο εν λόγω σύστημα. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού και των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τις επιχειρηματικές πρακτικές, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των φορέων του χρηματοοικονομικού τομέα και των χρηματοοικονομικών αγορών. Στα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνονται:

α)

συλλογή πληροφοριών από αρμόδιες αρχές σχετικά με τις αδυναμίες που εντοπίζονται κατά τις διαρκείς διαδικασίες εποπτείας και αδειοδότησης στις διεργασίες και τις διαδικασίες, τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, την καταλληλότητα και τη σκοπιμότητα, την απόκτηση ειδικών συμμετοχών, τα επιχειρηματικά μοντέλα και τις δραστηριότητες των φορέων του χρηματοοικονομικού τομέα για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές για την αντιμετώπιση των ακόλουθων σημαντικών αδυναμιών που επηρεάζουν μία ή περισσότερες από τις απαιτήσεις των ενωσιακών νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και τυχόν εθνικού νόμου που τους μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο αντίστοιχα, όσον αφορά στην πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας:

i)

παράβαση ή ενδεχόμενη παράβαση από φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα τέτοιων απαιτήσεων·

ii)

μη κατάλληλη ή μη αποτελεσματική εφαρμογή από φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα τέτοιων απαιτήσεων ή

iii)

μη κατάλληλη ή μη αποτελεσματική εφαρμογή από φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα των εσωτερικών πολιτικών και διαδικασιών του για τη συμμόρφωση με τέτοιες απαιτήσεις.

Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Αρχή όλες τις εν λόγω πληροφορίες, επιπλέον όσων υποχρεώσεων προβλέπονται βάσει του άρθρου 35 του παρόντος κανονισμού, και την ενημερώνουν σε εύλογο χρόνο όσον αφορά οποιεσδήποτε μεταγενέστερες εξελίξεις σχετικά με τις παρεχόμενες πληροφορίες. Η Αρχή συντονίζεται στενά με τις ενωσιακές μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών (ΜΧΠ), όπως αναφέρεται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/849, σεβόμενη παράλληλα το καθεστώς και τις υποχρεώσεις τους και χωρίς περιττές επικαλύψεις.

Οι αρμόδιες αρχές δύνανται, να ανταλλάσσουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, πρόσθετες πληροφορίες τις οποίες θεωρούν σημαντικές για την πρόληψη και την καταπολέμηση της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, με την κεντρική βάση δεδομένων της παραγράφου 2.

β)

στενός συντονισμός και, κατά περίπτωση, ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όσον αφορά θέματα που συνδέονται με τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, και με τις αρχές που είναι επιφορτισμένες με το δημόσιο καθήκον εποπτείας των υπόχρεων οντοτήτων που απαριθμούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημεία 1) και 2) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, καθώς και με τις ΜΧΠ, σεβόμενη παράλληλα το καθεστώς και τις υποχρεώσεις των ΜΧΠ βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849·

γ)

ανάπτυξη κοινών κατευθυντήριων γραμμών και προτύπων για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στον χρηματοπιστωτικό τομέα και προώθηση της συνεπούς εφαρμογής τους, ειδικότερα με την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, σύμφωνα με τις εντολές που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και άλλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των γνωμών, τα οποία βασίζονται στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2·

δ)

παροχή συνδρομής στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν ειδικών αιτημάτων τους·

ε)

παρακολούθηση των εξελίξεων της αγοράς και αξιολόγηση των τρωτών σημείων και των κινδύνων όσον αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Έως την 31η Δεκεμβρίου 2020, η Αρχή καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν τον ορισμό των αδυναμιών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α), συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων καταστάσεων στις οποίες ενδέχεται να προκύψουν αδυναμίες, τον ουσιώδη χαρακτήρα των αδυναμιών και την πρακτική εφαρμογή της συγκέντρωσης πληροφοριών από την Αρχή, καθώς και το είδος των πληροφοριών που θα πρέπει να παρέχονται σύμφωνα μετοπρώτο εδάφιο στοιχείο α). Κατά την κατάρτιση των τεχνικών αυτών προτύπων, η Αρχή εξετάζει τον όγκο των πληροφοριών που πρόκειται να παρασχεθούν και την ανάγκη αποφυγής επικάλυψης. Καθορίζει επίσης ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της εμπιστευτικότητας.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την θέσπιση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14.

2.   Η Αρχή δημιουργεί και ενημερώνει κεντρική βάση δεδομένων με τις πληροφορίες που συλλέγονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α). Η Αρχή διασφαλίζει ότι οι εν λόγω πληροφορίες αναλύονται και καθίστανται διαθέσιμες στις αρμόδιες αρχές με βάση την ανάγκη γνώσης τους και με εμπιστευτικό τρόπο. Η Αρχή δύναται επίσης, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, να διαβιβάζει στις εθνικές δικαστικές αρχές και τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους, σύμφωνα με τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες, τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στην κατοχή της και τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ποινική δίωξη. Η Αρχή δύναται επίσης, κατά περίπτωση, να διαβιβάζει αποδεικτικά στοιχεία στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, εφόσον τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία αφορούν αδικήματα για τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί ή θα μπορούσε να ασκήσει αρμοδιότητα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου (*19).

3.   Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απευθύνουν στην Αρχή αιτιολογημένα αιτήματα για την παροχή πληροφοριών σχετικά με φορείς του χρηματοοικονομικού συστήματος που είναι σημαντικές για τις εποπτικές τους αρχές όσον αφορά την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Η Αρχή αξιολογεί αυτά τα αιτήματα και παρέχει εγκαίρως τις πληροφορίες τις οποίες ζητούν οι αρμόδιες αρχές με βάση την ανάγκη γνώσης τους. Όταν η Αρχή δεν παρέχει τις πληροφορίες που έχουν ζητηθεί, ενημερώνει την αιτούσα αρμόδια αρχή και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν τις παρέχει. Η Αρχή ενημερώνει την αρμόδια αρχή ή οποιαδήποτε άλλη αρχή ή ίδρυμα που παρέσχε αρχικώς τις ζητούμενες πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα της αιτούσας αρμόδιας αρχής, την ταυτότητα του συγκεκριμένου φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, τον λόγο για τον οποίο ζητούνται οι πληροφορίες, καθώς και αν έχουν παρασχεθεί οι πληροφορίες ή όχι. Επιπλέον, η Αρχή αναλύει τις πληροφορίες με σκοπό την ανταλλαγή σημαντικών πληροφοριών ιδία πρωτοβουλία με τις αρμόδιες αρχές για τις εποπτικές τους δραστηριότητες όσον αφορά την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Όταν προβαίνει στην ανταλλαγή αυτή, ενημερώνει την αρμόδια αρχή η οποία παρέσχε αρχικώς τις πληροφορίες. Επίσης, διεξάγει ανάλυση σε συνολική βάση για τη γνώμη που καλείται να διατυπώσει σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.

Έως την 31η Δεκεμβρίου 2020, η Αρχή καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προσδιορίζουν τον τρόπο ανάλυσης των πληροφοριών και διάθεσής τους στις αρμόδιες αρχές με βάση την ανάγκη γνώσης τους και με εμπιστευτικό τρόπο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την θέσπιση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14.

4.   Η Αρχή προωθεί τη σύγκλιση των εποπτικών διαδικασιών που αναφέρονται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/849, μεταξύ άλλων διεξάγοντας αξιολογήσεις από ομοτίμους και εκδίδοντας συναφείς εκθέσεις και συμπληρωματικά μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 30 του παρόντος κανονισμού. Η Αρχή, κατά τη διενέργεια των εν λόγω αξιολογήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 30 του παρόντος κανονισμού, λαμβάνει υπόψη τις σχετικές εκτιμήσεις, αξιολογήσεις ή εκθέσεις που συντάσσουν διεθνείς οργανισμοί και διακυβερνητικοί φορείς με αρμοδιότητα στον τομέα της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και την εξαμηνιαία έκθεση της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και την εθνική εκτίμηση κινδύνου που διενεργείται από κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 7 της εν λόγω οδηγίας.

5.   Η Αρχή, με τη συμμετοχή των αρμόδιων αρχών, διενεργεί αξιολογήσεις κινδύνου των στρατηγικών, των ικανοτήτων και των πόρων των αρμόδιων αρχών για την αντιμετώπιση των σημαντικότερων αναδυόμενων κινδύνων που συνδέονται με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας σε ενωσιακό επίπεδο, όπως προσδιορίζει η υπερεθνική εκτίμηση κινδύνου. Διεξάγει τις εν λόγω εκτιμήσεις κινδύνου προκειμένου, ιδίως, να εκδώσει τη γνώμη που καλείται να διατυπώσει σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849. Η Αρχή διενεργεί εκτιμήσεις κινδύνου με βάση τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της, μεταξύ άλλων τις αξιολογήσεις από ομοτίμους σύμφωνα με το άρθρο 30 του παρόντος κανονισμού, την ανάλυση που πραγματοποίησε, σε συνολική βάση, των πληροφοριών που συνελέγησαν για τους σκοπούς της κεντρικής βάσης δεδομένων σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, καθώς και τις σχετικές αξιολογήσεις, εκτιμήσεις ή εκθέσεις που συντάσσουν διεθνείς οργανισμοί και διακυβερνητικοί φορείς με αρμοδιότητες στον τομέα της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και την εθνική εκτίμηση κινδύνων από τα κράτη μέλη που καταρτίζεται δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849. Η Αρχή καθιστά τις εκτιμήσεις κινδύνου διαθέσιμες σε όλες τις αρμόδιες αρχές.

Για τον σκοπό του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η Αρχή, μέσω της εσωτερικής επιτροπής που συγκροτείται δυνάμει της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου, αναπτύσσει και εφαρμόζει μεθόδους με στόχο την αντικειμενική αξιολόγηση, καθώς και τον συνεπή έλεγχο υψηλής ποιότητας, των εκτιμήσεων και της εφαρμογής της μεθοδολογίας, καθώς και για να εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού. Η εν λόγω εσωτερική επιτροπή διενεργεί τον έλεγχο ποιότητας και συνέπειας των αξιολογήσεων κινδύνου. Καταρτίζει τα σχέδια εκτιμήσεων κινδύνου προς έγκριση από το συμβούλιο εποπτών, σύμφωνα με το άρθρο 44.

6.   Στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν ενδείξεις για παραβάσεις των απαιτήσεων που καθορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/849 από πλευράς των φορέων του χρηματοοικονομικού τομέα και όταν υπάρχει διασυνοριακή διάσταση με τρίτες χώρες, η Αρχή διαδραματίζει ηγετικό ρόλο, συμβάλλοντας στη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών της Ένωσης και των αρμόδιων αρχών σε τρίτες χώρες, όταν χρειάζεται. Ο ρόλος αυτός της Αρχής δεν θίγει τις τακτικές επαφές των αρμόδιων αρχών με τις αρχές τρίτων χωρών.

7.   Η Αρχή συγκροτεί μόνιμη εσωτερική επιτροπή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, με σκοπό τον συντονισμό των μέτρων πρόληψης και καταπολέμησης της χρήσης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και την εκπόνηση, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/847 και την οδηγία (ΕΕ) 2015/849, όλων των σχεδίων αποφάσεων που θα πρέπει να ληφθούν από την Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 44 του παρόντος κανονισμού.

8.   Η επιτροπή που αναφέρεται στην παράγραφο 7 αποτελείται από εκπροσώπους υψηλού επιπέδου των αρχών και των φορέων όλων των κρατών μελών που είναι αρμόδιοι για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των φορέων του χρηματοοικονομικού τομέα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/847 και την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 που διαθέτουν εμπειρογνωμοσύνη και εξουσίες λήψης αποφάσεων στον τομέα της πρόληψης της χρήσης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και από εκπροσώπους υψηλού επιπέδου που διαθέτουν εμπειρογνωμοσύνη στα διάφορα επιχειρηματικά μοντέλα και τις τομεακές ιδιαιτερότητες, της Αρχής, της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) αντίστοιχα. Οι εκπρόσωποι υψηλού επιπέδου της Αρχής και των εν λόγω άλλων Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής αυτής χωρίς δικαίωμα ψήφου. Επιπλέον, η Επιτροπή, το ΕΣΣΚ και το εποπτικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ορίζουν από έναν εκπρόσωπο υψηλού επιπέδου για να συμμετέχει ως παρατηρητής στις συνεδριάσεις της εν λόγω επιτροπής. Ο Πρόεδρος της εν λόγω επιτροπής εκλέγεται από και μεταξύ των μελών της εν λόγω επιτροπής που διαθέτουν δικαίωμα ψήφου.

Κάθε ίδρυμα, αρχή και όργανο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ορίζει αναπληρωματικό εκπρόσωπο από το προσωπικό του, το οποίο μπορεί να αντικαθιστά το τακτικό μέλος σε περίπτωση κωλύματος. Τα κράτη μέλη, όταν περισσότερες από μία αρχές είναι αρμόδιες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των φορέων του χρηματοοικονομικού τομέα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 μπορούν να ορίζουν έναν εκπρόσωπο για κάθε αρμόδια αρχή. Ανεξάρτητα από τον αριθμό των αρμόδιων αρχών που εκπροσωπούνται στη συνεδρίαση, κάθε κράτος μέλος διαθέτει μία ψήφο. Η εν λόγω επιτροπή μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές ομάδες εργασίας σχετικά με ειδικές πτυχές των εργασιών της με σκοπό την κατάρτιση σχεδίων αποφάσεων της εν λόγω επιτροπής. Οι εν λόγω ομάδες είναι ανοικτές για συμμετοχή του προσωπικού από όλες τις αρμόδιες αρχές που εκπροσωπούνται στην εν λόγω επιτροπή και από την Αρχή, την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών).

9.   Η Αρχή, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) μπορούν ανά πάσα στιγμή να υποβάλλουν γραπτές παρατηρήσεις για κάθε σχέδιο απόφασης της επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου. Το συμβούλιο εποπτών λαμβάνει δεόντως υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές πριν από τη λήψη της οριστικής του απόφασης. Όταν το σχέδιο απόφασης βασίζεται ή συνδέεται με τις εξουσίες που ανατίθενται στην Αρχή δυνάμει του άρθρου 9β, 17 ή 19 και αφορά:

i)

χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ή οποιαδήποτε από τις αρμόδιες αρχές που τα εποπτεύουν, ή

ii)

συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 ή οποιαδήποτε από τις αρμόδιες αρχές που τους εποπτεύουν,

η Αρχή δύναται να λάβει την απόφαση μόνο σε συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), στην περίπτωση του στοιχείου α), ή την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), στην περίπτωση του στοιχείου β). Η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) ή η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) κοινοποιεί τις απόψεις της στην Αρχή εντός 20 ημερών από την ημερομηνία του σχεδίου απόφασης της επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 7. Εάν δεν κοινοποιήσουν τις απόψεις τους στην Αρχή εντός 20 ημερών ούτε ζητήσουν δεόντως αιτιολογημένη παράταση για την κοινοποίηση των εν λόγω απόψεων, η συμφωνία τεκμαίρεται.

Άρθρο 9β

Αίτημα διερεύνησης σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας

1.   Σε θέματα που αφορούν την πρόληψη και την καταπολέμηση της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849, η Αρχή μπορεί, εφόσον έχει ενδείξεις για ουσιώδεις παραβάσεις, να ζητήσει από την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 4 σημείο 2) σημείο iii): α) να διερευνήσει πιθανές παραβάσεις του ενωσιακού δικαίου, από φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, και όταν το δίκαιο αυτό αποτελείται από οδηγίες ή παρέχει ρητώς επιλογές στα κράτη μέλη, παραβάσεις της εθνικής νομοθεσίας, καθόσον αποτελεί μεταφορά οδηγιών στο εθνικό δίκαιο ή χρήση των επιλογών που παρέχονται στα κράτη μέλη από το ενωσιακό δίκαιο· και β) να εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων στον εν λόγω φορέα όσον αφορά τις εν λόγω παραβάσεις. Εφόσον είναι αναγκαίο, μπορεί επίσης να ζητήσει από την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 4 σημείο 2) σημείο iii) να εξετάσει το ενδεχόμενο έκδοσης μεμονωμένης απόφασης που απευθύνεται στον συγκεκριμένο φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, επιβάλλοντάς του υποχρέωση να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του δυνάμει του άμεσα εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου ή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, καθόσον αποτελεί μεταφορά οδηγιών στο εθνικό δίκαιο ή χρήση επιλογών που παρέχονται στα κράτη μέλη από το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής. Τα αιτήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο δεν εμποδίζουν τρέχοντα εποπτικά μέτρα της αρμόδιας αρχής στην οποία απευθύνεται το αίτημα.

2.   Η αρμόδια αρχή συμμορφώνεται με κάθε αίτημα που απευθύνεται σε αυτήν σύμφωνα με την παράγραφο 1 και ενημερώνει την Αρχή το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός 10 εργάσιμων ημερών για τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να συμμορφωθεί με το αίτημα αυτό.

3.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, όταν αρμόδια αρχή δεν ενημερώνει την Αρχή εντός 10 εργάσιμων ημερών για τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για να συμμορφωθεί με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζεται το άρθρο 17 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 9γ

Επιστολές μη ανάληψης δράσης

1.   Η Αρχή λαμβάνει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν θεωρεί ότι η εφαρμογή μίας από τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή οποιωνδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικών πράξεων που βασίζονται στις εν λόγω νομοθετικές πράξεις ενδέχεται να εγείρει σημαντικά ζητήματα, για έναν από τους ακόλουθους λόγους:

α)

η Αρχή θεωρεί ότι οι διατάξεις που περιλαμβάνονται σε μια τέτοια πράξη μπορεί να έρχονται σε άμεση αντίθεση με άλλη σχετική πράξη,

β)

όταν η πράξη είναι μία από τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η απουσία κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικών πράξεων που θα συμπλήρωναν ή θα διευκρίνιζαν τη σχετική πράξη θα δημιουργούσε εύλογες αμφιβολίες σχετικά με τις νομικές συνέπειες που απορρέουν από τη νομοθετική πράξη ή την ορθή εφαρμογή της,

γ)

η απουσία κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 16, θα δημιουργούσε πρακτικές δυσκολίες όσον αφορά την εφαρμογή της σχετικής νομοθετικής πράξης.

2.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Αρχή απευθύνει λεπτομερή γραπτή αναφορά στις αρμόδιες αρχές και στην Επιτροπή, στην οποία περιγράφει τα ζητήματα που θεωρεί ότι υφίστανται.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), η Αρχή γνωμοδοτεί στην Επιτροπή για κάθε ενέργεια την οποία θεωρεί κατάλληλη, με τη μορφή νέας νομοθετικής πρότασης ή πρότασης νέας κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικής πράξης, και σχετικά με τον επείγοντα χαρακτήρα που, κατά την κρίση της Αρχής, αποδίδεται στο ζήτημα. Η Αρχή δημοσιοποιεί τη γνώμη της.

Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, η Αρχή αξιολογεί το συντομότερο δυνατόν την ανάγκη να εγκρίνει σχετικές κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις όπως προβλέπεται στο άρθρο 16.

Η Αρχή ενεργεί με ταχείες διαδικασίες, ιδίως με σκοπό να συμβάλει στην πρόληψη των ζητημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, όποτε αυτό είναι δυνατόν.

3.   Εφόσον απαιτείται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, και εν αναμονή της έγκρισης και της εφαρμογής νέων μέτρων σε συνέχεια των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η Αρχή εκδίδει γνώμες σχετικά με συγκεκριμένες διατάξεις των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, με σκοπό την προώθηση συνεκτικών, αποδοτικών και αποτελεσματικών πρακτικών εποπτείας και επιβολής, καθώς και της κοινής, ενιαίας και συνεπούς εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.

4.   Όταν, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται, ιδίως από τις αρμόδιες αρχές, η Αρχή θεωρεί ότι οποιαδήποτε από τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή οποιαδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστική πράξη που βασίζεται στις εν λόγω νομοθετικές πράξεις εγείρει σημαντικά έκτακτα ζητήματα που αφορούν την εμπιστοσύνη της αγοράς, την προστασία των καταναλωτών, των πελατών ή των επενδυτών, την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή των αγορών βασικών προϊόντων, ή τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης, απευθύνει χωρίς καθυστέρηση επιστολή στις αρμόδιες αρχές και στην Επιτροπή, στην οποία περιγράφει λεπτομερώς τα ζητήματα που θεωρεί ότι υφίστανται. Η Αρχή δύναται να γνωμοδοτεί στην Επιτροπή για κάθε ενέργεια την οποία θεωρεί κατάλληλη, με τη μορφή νέας νομοθετικής πρότασης ή πρότασης νέας κατ’ εξουσιοδότησης ή εκτελεστικής πράξης, και σχετικά με τον επείγοντα χαρακτήρα που, κατά την κρίση της Αρχής, αποδίδεται στο ζήτημα. Η Αρχή δημοσιοποιεί τη γνώμη της.

(*19)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1).»."

8)

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οσάκις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναθέτουν εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεκτική εναρμόνιση στους τομείς που περιγράφονται συγκεκριμένα στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, η Αρχή δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Η Αρχή υποβάλλει τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που κατάρτισε στην Επιτροπή προς έγκριση. Ταυτόχρονα, η Αρχή διαβιβάζει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.»·

ii)

το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Πριν την υποβολή τους στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι πολύ δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και τις επιπτώσεις των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σε σχέση με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Αρχή ζητεί επίσης τις συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.»·

iii)

το τέταρτο εδάφιο απαλείφεται·

iv)

το πέμπτο και το έκτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εντός τριών μηνών από την παραλαβή σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα το εγκρίνει. Η Επιτροπή ενημερώνει εν ευθέτω χρόνω το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όταν η έγκριση δεν μπορεί να λάβει χώρα εντός της τρίμηνης περιόδου. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων εν μέρει μόνον ή, εάν το απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης, με τροποποιήσεις.

Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει ένα σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου ή να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, διαβιβάζει και πάλι το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου προς την Αρχή, εξηγώντας γιατί δεν το εγκρίνει ή εξηγώντας τους λόγους των τροποποιήσεών της. Η Επιτροπή διαβιβάζει αντίγραφο της επιστολής της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει στην Επιτροπή υπό μορφή επίσημης γνώμης προς έγκριση. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Εφόσον η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας προθεσμίας. Η Αρχή ενημερώνει εγκαίρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή ότι δεν θα τηρήσει τη νέα προθεσμία.»·

γ)

στην παράγραφο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Επιτροπή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και τις επιπτώσεις των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σε σχέση με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης τις συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.»·

δ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. Οι λέξεις «ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο» εμφανίζονται στον τίτλο αυτών των κανονισμών και αποφάσεων. Τα πρότυπα αυτά δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζουν να ισχύουν κατά την ημερομηνία που ορίζεται στις εν λόγω πράξεις.».

9)

Στο άρθρο 13 παράγραφος 1, απαλείφεται το δεύτερο εδάφιο.

10)

Το άρθρο 15 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναθέτουν εκτελεστικές εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων με εκτελεστικές πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 291 ΣΛΕΕ, στους τομείς που ορίζονται συγκεκριμένα στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, η Αρχή δύναται να καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων. Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα είναι τεχνικής φύσεως, δεν συνεπάγονται στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές, το δε περιεχόμενό τους είναι να καθοριστούν οι όροι εφαρμογής αυτών των πράξεων. Η Αρχή υποβάλλει το σχέδιο εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που κατήρτισε στην Επιτροπή προς έγκριση. Ταυτόχρονα, η Αρχή διαβιβάζει τα εν λόγω τεχνικά πρότυπα προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Πριν από την υποβολή σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και αν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι πολύ δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ή σε σχέση με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Αρχή ζητεί επίσης τις συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή σχεδίου εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα το εγκρίνει. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά έναν μήνα. Η Επιτροπή ενημερώνει εν ευθέτω χρόνω το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ότι η έγκριση δεν μπορεί να λάβει χώρα εντός της τρίμηνης περιόδου. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εν μέρει μόνον ή με τροποποιήσεις, εφόσον αυτό απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης.

Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει ένα σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου ή προτίθεται να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, το διαβιβάζει και πάλι προς την Αρχή, εξηγώντας γιατί δεν σκοπεύει να το εγκρίνει ή εξηγώντας τους λόγους των τροποποιήσεών της. Η Επιτροπή διαβιβάζει αντίγραφο της επιστολής της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει στην Επιτροπή υπό μορφή επίσημης γνώμης. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αν, κατά τη λήξη της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο, η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου ή έχει υποβάλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου που δεν τροποποιήθηκε κατά τρόπο συνεπή προς τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροποποιήσεις που θεωρεί συναφείς ή να το απορρίψει.

Η Επιτροπή δεν τροποποιεί το περιεχόμενο σχεδίου εκτελεστικού τεχνικού προτύπου της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

2.   Όταν η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας χρονικής προθεσμίας. Η Αρχή ενημερώνει εγκαίρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή ότι δεν θα τηρήσει τη νέα προθεσμία.»·

β)

στην παράγραφο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Επιτροπή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ή σε σχέση με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης τις συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.»·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. Οι λέξεις «εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο» εμφανίζονται στον τίτλο αυτών των κανονισμών ή αποφάσεων. Τα εν λόγω πρότυπα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζουν να ισχύουν κατά την ημερομηνία που ορίζεται στις εν λόγω πράξεις.».

11)

Το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο ΕΣΧΕ και την εξασφάλιση της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, η Αρχή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές με αποδέκτες όλες τις αρμόδιες αρχές ή όλα τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και εκδίδει συστάσεις με αποδέκτες μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές ή ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις εκδίδονται σύμφωνα με τις εξουσιοδοτήσεις που παρέχονται στις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή το παρόν άρθρο.

2.   Η Αρχή διενεργεί, κατά περίπτωση, ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδει και αναλύει τα συναφή ενδεχόμενα κόστη και οφέλη της έκδοσης τέτοιου είδους κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι αναλογικές σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και την επίπτωση των κατευθυντήριων γραμμών ή των συστάσεων. Η Αρχή ζητεί επίσης, κατά περίπτωση, συμβουλές από την ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37. Η Αρχή, όταν δεν διεξάγει ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις ή δεν ζητεί συμβουλές από την ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων, προβαίνει σε σχετική αιτιολόγηση.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις δεν αναφέρονται μόνο σε στοιχεία νομοθετικών πράξεων ούτε τα αναπαράγουν. Πριν να εκδώσει νέα κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση, η Αρχή επανεξετάζει τις υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, ώστε να αποφευχθεί τυχόν αλληλεπικάλυψη.»·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που έχουν εκδοθεί.».

12)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 16α

Γνωμοδοτήσεις

1.   Η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής ή κατόπιν ίδιας πρωτοβουλίας, να γνωμοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για όλα τα θέματα που εμπίπτουν στον τομέα της αρμοδιότητάς της.

2.   Το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να περιλαμβάνει δημόσια διαβούλευση ή τεχνική ανάλυση.

3.   Όσον αφορά τις εκτιμήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ οι οποίες, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, απαιτούν διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών, η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος μιας από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, να εκδώσει και να δημοσιεύσει γνωμοδότηση σχετικά με εκτίμηση του είδους αυτού. Η γνωμοδότηση εκδίδεται άμεσα και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της περιόδου εκτίμησης που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.

4.   Η Αρχή δύναται, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, να παρέχει τεχνικές συμβουλές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στους τομείς που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Άρθρο 16β

Ερωτήσεις και απαντήσεις

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, μπορεί να υποβάλει ερωτήσεις στην Αρχή σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Ένωσης, σχετικά με την πρακτική εφαρμογή ή τη μεταφορά των διατάξεων των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, τις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις, καθώς και τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται βάσει των εν λόγω νομοθετικών πράξεων.

Πριν από την υποβολή ερώτησης προς την Αρχή, τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα εξετάζουν εάν θα απευθύνουν πρώτα την ερώτηση στην αρμόδια αρχή τους.

Πριν δημοσιεύσει τις απαντήσεις σε παραδεκτές ερωτήσεις, η Αρχή δύναται να ζητεί περαιτέρω διευκρινίσεις για τις ερωτήσεις που υποβάλλει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο.

2.   Οι απαντήσεις της Αρχής στις ερωτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν είναι δεσμευτικές. Η απάντηση καθίσταται διαθέσιμη τουλάχιστον στη γλώσσα στην οποία υποβλήθηκε η ερώτηση.

3.   Η Αρχή δημιουργεί και διατηρεί διαδικτυακό εργαλείο διαθέσιμο στον ιστότοπό της για την υποβολή ερωτήσεων και την έγκαιρη δημοσίευση όλων των ερωτήσεων που ελήφθησαν καθώς και όλων των απαντήσεων σε όλες τις παραδεκτές ερωτήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1, εκτός εάν η δημοσίευση έρχεται σε σύγκρουση με το έννομο συμφέρον των προσώπων αυτών ή συνεπάγεται κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος. Η Αρχή δύναται να απορρίπτει ερωτήσεις που δεν προτίθεται να απαντήσει. Οι ερωτήσεις που απορρίπτονται δημοσιεύονται από την Αρχή στον ιστότοπό της για περίοδο δύο μηνών.

4.   Τρία μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου, μπορούν να ζητήσουν από το συμβούλιο εποπτών να αποφασίσει δυνάμει του άρθρου 44 εάν θα αντιμετωπίσει το ζήτημα της παραδεκτής ερώτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου στις κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16, να ζητήσει συμβουλές από την ομάδα συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37, να εξετάζει ερωτήσεις και απαντήσεις σε κατάλληλα διαστήματα, να διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις ή να αναλύει τις ενδεχόμενες συναφείς δαπάνες και οφέλη. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι αναλογικές σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και τον αντίκτυπο των υπό εξέταση σχεδίων ερωτήσεων και απαντήσεων ή σε σχέση με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Σε περίπτωση συμμετοχής της ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37, υφίσταται καθήκον εμπιστευτικότητας.

5.   Η Αρχή διαβιβάζει τις ερωτήσεις για τις οποίες απαιτείται ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου στην Επιτροπή. Η Αρχή δημοσιεύει τυχόν απαντήσεις που παρέχει η Επιτροπή.».

13)

Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων ή με δική της πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων όταν βασίζεται σε τεκμηριωμένες και αιτιολογημένες πληροφορίες από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, η Αρχή περιγράφει πώς προτίθεται να χειριστεί την υπόθεση και, κατά περίπτωση, διερευνά την πιθανολογούμενη παραβίαση ή μη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου.»·

ii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 35, η Αρχή δύναται, αφού ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα για πληροφορίες απευθείας σε άλλες αρμόδιες αρχές, όποτε το αίτημα για πληροφορίες που υπέβαλε η σχετική αρμόδια αρχή αποδείχτηκε ή κρίνεται ανεπαρκές για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για τη διερεύνηση των ισχυρισμών σχετικά με παραβίαση ή μη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου.

Ο αποδέκτης του εν λόγω αιτήματος παρέχει στην Αρχή σαφείς, ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ανατίθενται δυνάμει του παρόντος κανονισμού και πριν από την έκδοση σύστασης όπως ορίζεται στην παράγραφο 3, η Αρχή, όταν το κρίνει σκόπιμο για την αντιμετώπιση παραβίασης του ενωσιακού δικαίου, συνεργάζεται με την οικεία αρμόδια αρχή σε μια προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας για τις δράσεις που είναι απαραίτητες ώστε η αρμόδια αρχή να συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο.»·

γ)

οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την επίσημη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται σε αυτήν και εφόσον απαιτείται έγκαιρη αποκατάσταση αυτής της μη συμμόρφωσης, προκειμένου να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν οι ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά ή να διασφαλιστούν η εύρυθμη λειτουργία και η ακεραιότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, η Αρχή μπορεί, εφόσον οι σχετικές απαιτήσεις των νομοθετικών πράξεων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού ισχύουν άμεσα για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, ή στο πλαίσιο θεμάτων σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, για τους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα, να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση προς χρηματοοικονομικό ίδρυμα ή άλλον φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, με την οποία θα απαιτεί από αυτόν να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής.

Σε θέματα σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όταν οι σχετικές απαιτήσεις των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 δεν ισχύουν άμεσα για τους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα, η Αρχή μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία θα απαιτεί από την αρμόδια αρχή να συμμορφωθεί με την επίσημη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου εντός της προθεσμίας που ορίζεται σε αυτή. Αν αρχή δεν συμμορφωθεί με την εν λόγω απόφαση, η Αρχή μπορεί επίσης να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Για τον σκοπό αυτόν, η Αρχή εφαρμόζει όλη τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης και όταν η εν λόγω νομοθεσία αποτελείται από οδηγίες, την εθνική νομοθεσία εφόσον μεταφέρουν τις εν λόγω οδηγίες στο εθνικό δίκαιο. Όταν η σχετική ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από κανονισμούς και αυτοί οι κανονισμοί παρέχουν ρητώς επιλογές στα κράτη μέλη, η Αρχή εφαρμόζει και το εθνικό δίκαιο, εφόσον με αυτό ασκούνται οι εν λόγω επιλογές.

Η απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη με την επίσημη γνώμη που εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 4.

7.   Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 υπερισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα.

Οι αρμόδιες αρχές, όταν αναλαμβάνουν δράση αναφορικά με θέματα που υπόκεινται σε επίσημη γνώμη δυνάμει της παραγράφου 4 ή σε απόφαση δυνάμει της παραγράφου 6, συμμορφώνονται με την επίσημη γνώμη ή την απόφαση, ανάλογα με την περίπτωση.».

14)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 17α

Προστασία των καταγγελλόντων

1.   Η Αρχή διαθέτει ειδικούς διαύλους καταγγελίας για την παραλαβή και τον χειρισμό πληροφοριών που παρέχονται από καταγγέλλοντα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προβαίνει σε καταγγελία για πραγματικές ή δυνητικές περιπτώσεις παραβίασης, κατάχρησης ή μη εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.

2.   Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που υποβάλλουν καταγγελία μέσω των εν λόγω διαύλων προστατεύονται έναντι αντιποίνων σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*20), κατά περίπτωση.

3.   Η Αρχή διασφαλίζει ότι όλες οι πληροφορίες μπορούν να υποβάλλονται ανώνυμα ή εμπιστευτικά και με ασφάλεια. Όταν η Αρχή θεωρεί ότι οι υποβληθείσες πληροφορίες περιλαμβάνουν αποδείξεις ή σοβαρές ενδείξεις για ουσιώδεις παραβάσεις, παρέχει ανατροφοδότηση στον καταγγέλλοντα.

(*20)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2019, σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης (ΕΕ L 305 της 26.11.2019, σ. 17.)»."

15)

Στο άρθρο 18, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Αν το Συμβούλιο έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον η συντονισμένη δράση από αρμόδιες αρχές είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστούν αντίξοες εξελίξεις που ενδέχεται να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης ή την προστασία των πελατών και των καταναλωτών, η Αρχή δύναται να εκδίδει μεμονωμένες αποφάσεις με τις οποίες ζητείται από τις αρμόδιες αρχές να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, για να αντιμετωπιστούν οι εξελίξεις αυτές, διασφαλίζοντας ότι τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στις εν λόγω νομοθετικές πράξεις.».

16)

Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Στις περιπτώσεις που προσδιορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 17, η Αρχή μπορεί να επικουρεί τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες δύο περιπτώσεις:

α)

κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων από τις οικείες αρμόδιες αρχές, εάν μια αρμόδια αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο πράξης, προτεινόμενης πράξης ή αδράνειας από άλλη αρμόδια αρχή·

β)

στις περιπτώσεις που οι νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 προβλέπουν ότι η Αρχή μπορεί να επικουρεί με δική της πρωτοβουλία όταν, με βάση αντικειμενικούς λόγους, μπορεί να προσδιοριστεί διαφωνία μεταξύ αρμόδιων αρχών.

Στις περιπτώσεις που οι νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης από τις αρμόδιες αρχές και όταν, σύμφωνα με τις εν λόγω πράξεις, η Αρχή μπορεί να επικουρεί με δική της πρωτοβουλία στην επίτευξη συμφωνίας σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου τις οικείες αρμόδιες αρχές, η διαφωνία τεκμαίρεται αν δεν υπάρξει κοινή απόφαση των εν λόγω αρχών εντός των προθεσμιών που ορίζονται στις εν λόγω πράξεις».

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«1α.   Οι οικείες αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν αμελλητί στην Αρχή ότι δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν στις ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 προβλέπεται προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται ένα από τα ακόλουθα:

i)

η προθεσμία έχει λήξει· ή

ii)

τουλάχιστον δύο οικείες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών λόγων·

β)

όταν, στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, δεν έχει προβλεφθεί προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται ένα από τα ακόλουθα:

i)

τουλάχιστον δύο οικείες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών λόγων· ή

ii)

έχει παρέλθει διάστημα δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής από αρμόδια αρχή αιτήματος άλλης αρμόδιας αρχής για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων με σκοπό τη συμμόρφωση με τις εν λόγω πράξεις και η αρμόδια αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα δεν έχει εκδώσει ακόμη απόφαση η οποία να ικανοποιεί το αίτημα.

1β.   Ο πρόεδρος κρίνει κατά πόσον η Αρχή πρέπει να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Όταν η παρέμβαση πραγματοποιείται με πρωτοβουλία της Αρχής, η Αρχή γνωστοποιεί στις οικείες αρμόδιες αρχές την απόφασή της σχετικά με την παρέμβαση.

Έως ότου εκδοθεί η απόφαση της Αρχής σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 3α, στις περιπτώσεις στις οποίες οι νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης, όλες οι αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τις ατομικές αποφάσεις τους. Εφόσον η Αρχή αποφασίσει να ενεργήσει, όλες οι αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τη λήψη των αποφάσεών τους έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.»·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία κατά τη διάρκεια της φάσης συμβιβασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή μπορεί να λάβει απόφαση απαιτώντας από τις εν λόγω αρχές να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα ή να μην προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επίλυση του θέματος, και να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς το ενωσιακό δίκαιο. Η απόφαση της Αρχής είναι δεσμευτική για τις οικείες αρμόδιες αρχές. Η απόφαση της Αρχής μπορεί να επιβάλει στις αρμόδιες αρχές να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν μια απόφαση που εξέδωσαν ή να κάνουν χρήση των εξουσιών που διαθέτουν βάσει της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης.»·

δ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Η Αρχή ενημερώνει τις οικείες αρμόδιες αρχές σχετικά με την ολοκλήρωση των διαδικασιών βάσει των παραγράφων 2 και 3, κοινοποιώντας τους ταυτόχρονα, κατά περίπτωση, την απόφαση που έλαβε βάσει της παραγράφου 3.»·

ε)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής και ως εκ τούτου δεν διασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοοικονομικού ιδρύματος ή, στο πλαίσιο θεμάτων που συνδέονται με την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτόν σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση που απευθύνεται στο εν λόγω χρηματοοικονομικό ίδρυμα ή τον εν λόγω φορέα του χρηματοοικονομικού τομέα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, περιλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής.

Σε θέματα σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, η Αρχή μπορεί επίσης να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, όταν οι σχετικές απαιτήσεις των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 δεν ισχύουν άμεσα για τους φορείς του χρηματοοικονομικού τομέα. Για τον σκοπό αυτόν, η Αρχή εφαρμόζει όλη τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία και όταν η εν λόγω ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από οδηγίες, την εθνική νομοθεσία στον βαθμό που μεταφέρει τις εν λόγω οδηγίες στο εθνικό δίκαιο. Όταν η σχετική ενωσιακή νομοθεσία αποτελείται από κανονισμούς και αυτοί οι κανονισμοί παρέχουν ρητώς επιλογές στα κράτη μέλη, η Αρχή εφαρμόζει και το εθνικό δίκαιο στο βαθμό που έχουν ασκηθεί οι επιλογές αυτές.».

17)

Το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Αρχή προωθεί και παρακολουθεί, εντός του πεδίου των εξουσιών της, την αποδοτική, αποτελεσματική και συνεπή λειτουργία των σωμάτων εποπτών, όπου αυτά θεσπίζονται με νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, και ενισχύει τη συνέπεια και τη συνοχή στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στα σώματα εποπτών. Με στόχο τη σύγκλιση των βέλτιστων πρακτικών εποπτείας, η Αρχή προωθεί κοινά εποπτικά σχέδια και κοινούς ελέγχους και το προσωπικό της Αρχής έχει πλήρη δικαιώματα συμμετοχής στα σώματα εποπτών και, ως εκ τούτου, δύναται να συμμετέχει στις δραστηριότητες των σωμάτων εποπτών, μεταξύ άλλων, σε επιτόπιους ελέγχους, που διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές.»·

β)

στην παράγραφο 2 τρίτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

να δρομολογεί και να συντονίζει προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 32 για να εκτιμά την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, ιδίως τον συστημικό κίνδυνο που εγκυμονούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23, υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, καθώς και να αξιολογεί το ενδεχόμενο αύξησης του συστημικού κινδύνου υπό συνθήκες πίεσης, εξασφαλίζοντας για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο και, όταν κρίνεται σκόπιμο, να απευθύνει σύσταση στην αρμόδια αρχή για διόρθωση των προβλημάτων που εντοπίζονται κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων, μεταξύ άλλων για τη διεξαγωγή ειδικών εκτιμήσεων. Μπορεί να συστήνει στις αρμόδιες αρχές να διεξάγουν επιτόπιες επιθεωρήσεις και να συμμετέχει σε τέτοιου είδους επιτόπιες επιθεωρήσεις, ώστε να εξασφαλίζεται η συγκρισιμότητα και η αξιοπιστία των μεθόδων, των πρακτικών και των αποτελεσμάτων των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης·»·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η Αρχή μπορεί να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, σύμφωνα με τις εξουσιοδοτήσεις των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15, για να διασφαλίζει ενιαίους όρους εφαρμογής σε σχέση με τις διατάξεις που αφορούν την επιχειρησιακή λειτουργία των σωμάτων εποπτών. Η Αρχή μπορεί να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16, με στόχο την προώθηση της σύγκλισης της εποπτικής λειτουργίας και των βέλτιστων πρακτικών που έχουν εγκριθεί από τα σώματα εποπτών.».

18)

Το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Γενικές διατάξεις περί συστημικών κινδύνων»·

β)

στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ και σύμφωνα με το άρθρο 23, αναπτύσσει κοινή δέσμη ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών (πίνακας κινδύνου) για τον εντοπισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου.»·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, ή ιδία πρωτοβουλία, η Αρχή μπορεί να ερευνά συγκεκριμένο είδος χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή συγκεκριμένο είδος προϊόντων ή συγκεκριμένη μορφή συμπεριφοράς, προκειμένου να αξιολογεί δυνητικές απειλές κατά της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος ή της προστασίας των πελατών ή των καταναλωτών.

Σε συνέχεια της έρευνας που διεξάγεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, το συμβούλιο εποπτών δύναται να προβαίνει στη διατύπωση κατάλληλων συστάσεων για ανάληψη δράσης προς τις οικείες αρμόδιες αρχές.

Για τους σκοπούς αυτούς, η Αρχή μπορεί να κάνει χρήση των εξουσιών που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 35.».

19)

Στο άρθρο 23, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Αρχή, σε συνεννόηση με το ΕΣΣΚ, αναπτύσσει κριτήρια για τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου, καθώς και κατάλληλο μηχανισμό δοκιμασίας υπό συνθήκες πίεσης, που περιλαμβάνει αξιολόγηση του ενδεχόμενου αύξησης, υπό συνθήκες πίεσης, του συστημικού κινδύνου που εγκυμονούν ή στον οποίο εκτίθενται τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένου του συστημικού κινδύνου που σχετίζεται με το περιβάλλον. Τα χρηματοοικονομικά αυτά ιδρύματα τα οποία ίσως εγκυμονούν συστημικό κίνδυνο υπόκεινται σε ενισχυμένη εποπτεία και, όποτε απαιτείται, στις διαδικασίες διάσωσης και εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 25.».

20)

Στο άρθρο 27 παράγραφος 2, το τρίτο εδάφιο διαγράφεται.

21)

Το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία:

«αα)

καθορίζει τις στρατηγικές εποπτικές προτεραιότητες της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 29α·

αβ)

συγκροτεί ομάδες συντονισμού σύμφωνα με το άρθρο 45β για την προώθηση της εποπτικής σύγκλισης και τον προσδιορισμό των βέλτιστων πρακτικών.»·

ii)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

προάγει την αποτελεσματική διμερή και πολυμερή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών όσον αφορά όλα τα σχετικά ζητήματα, μεταξύ άλλων την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο και τις επιθέσεις στον κυβερνοχώρο, τηρώντας πλήρως τις ισχύουσες διατάξεις για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων που προβλέπουν οι συναφείς ενωσιακές νομοθετικές πράξεις·»·

iii)

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

καταρτίζει τομεακά και διατομεακά προγράμματα κατάρτισης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την τεχνολογική καινοτομία, διευκολύνει τις ανταλλαγές προσωπικού και ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν τη χρήση προγραμμάτων αποσπάσεων και άλλων εργαλείων·»·

iv)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«στ)

θεσπίζει σύστημα παρακολούθησης για την εκτίμηση των σοβαρών περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων, λαμβάνοντας υπόψη τη συμφωνία του Παρισιού για τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή·»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή μπορεί, κατά περίπτωση, να αναπτύξει νέα πρακτικά μέσα και εργαλεία σύγκλισης για την προαγωγή κοινών εποπτικών προσεγγίσεων και πρακτικών.

Με σκοπό την ανάπτυξη κοινής εποπτικής νοοτροπίας, η Αρχή καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση, το οποίο λαμβάνει δεόντως υπόψη τον χαρακτήρα, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τις επιχειρηματικές πρακτικές, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών. Η Αρχή επίσης καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εγχειρίδιο εξυγίανσης για την εξυγίανση χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση, το οποίο λαμβάνει δεόντως υπόψη τον χαρακτήρα, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τις επιχειρηματικές πρακτικές, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών. Τόσο το ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο όσο και το ενωσιακό εγχειρίδιο εξυγίανσης καθορίζουν βέλτιστες πρακτικές και προσδιορίζουν υψηλής ποιότητας μεθοδολογίες και διεργασίες.

Όταν κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και τα εργαλεία και τα μέσα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο. Αναλύει επίσης, όταν κρίνεται σκόπιμο, τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες. Οι διαβουλεύσεις και αναλύσεις αυτές είναι αναλογικές σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και τις επιπτώσεις των γνωμών ή των εργαλείων και των μέσων. Η Αρχή ζητεί επίσης, όταν κρίνεται σκόπιμο, συμβουλές από την οικεία ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων όπως αναφέρεται στο άρθρο 37.».

22)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 29α

Στρατηγικές εποπτικές προτεραιότητες της Ένωσης

Μετά από συζήτηση στο συμβούλιο εποπτών και λαμβάνοντας υπόψη τις συνεισφορές που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές, τις τρέχουσες εργασίες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και τις αναλύσεις, τις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις που δημοσιεύονται από το ΕΣΣΚ, η Αρχή προσδιορίζει, τουλάχιστον ανά τριετία έως τις 31 Μαρτίου, μέχρι δύο προτεραιότητες ενωσιακής εμβέλειας, οι οποίες αντικατοπτρίζουν τις μελλοντικές εξελίξεις και τάσεις. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τις εν λόγω προτεραιότητες κατά την κατάρτιση των προγραμμάτων εργασίας τους και ενημερώνουν την Αρχή σχετικά. Η Αρχή συζητά τις σχετικές δραστηριότητες των αρμόδιων αρχών το επόμενο έτος και συνάγει συμπεράσματα. Η Αρχή συζητά πιθανές επακόλουθες ενέργειες που μπορούν να περιλαμβάνουν κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις προς τις αρμόδιες αρχές και αξιολογήσεις από ομοτίμους στον αντίστοιχο τομέα.

Οι προτεραιότητες ενωσιακής εμβέλειας που καθορίζει η Αρχή δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να εφαρμόζουν τις δικές τους βέλτιστες πρακτικές, ενεργώντας με βάση τις δικές τους πρόσθετες προτεραιότητες και εξελίξεις, και να λαμβάνουν υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες.».

23)

Το άρθρο 30 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 30

Αξιολογήσεις αρμόδιων αρχών από ομοτίμους

1.   Η Αρχή διεξάγει περιοδικά αξιολογήσεις ορισμένων ή όλων των δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών από ομοτίμους, με σκοπό την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας και της αποτελεσματικότητας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων. Προς τον σκοπό αυτόν, η Αρχή αναπτύσσει μεθόδους που θα καταστήσουν δυνατή την αντικειμενική εκτίμηση και τη σύγκριση μεταξύ των αρμόδιων αρχών που εξετάζονται. Κατά τον σχεδιασμό και την πραγματοποίηση αξιολογήσεων από ομοτίμους, λαμβάνονται υπόψη υπάρχουσες πληροφορίες και οι αξιολογήσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σχετικά με την οικεία αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων τυχόν συναφών πληροφοριών που παρέχονται στην Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 35 και κάθε συναφούς πληροφορίας από τους συμφεροντούχους.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η Αρχή συστήνει ad hoc επιτροπές αξιολόγησης από ομοτίμους, αποτελούμενες από προσωπικό της Αρχής και μέλη των αρμόδιων αρχών. Η προεδρία των επιτροπών αξιολόγησης από ομοτίμους ασκείται από μέλος του προσωπικού της Αρχής. Ο πρόεδρος, κατόπιν διαβούλευσης με το συμβούλιο διοίκησης και κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης για συμμετοχή, προτείνει τον πρόεδρο και τα μέλη επιτροπής αξιολόγησης από ομοτίμους, που εγκρίνονται από το συμβούλιο εποπτών. Η πρόταση θεωρείται ότι έχει εγκριθεί εκτός εάν, εντός 10 ημερών από την πρόταση του προέδρου, το συμβούλιο εποπτών εκδώσει απορριπτική απόφαση.

3.   Η αξιολόγηση από ομοτίμους περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αξιολόγηση των ακόλουθων στοιχείων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά:

α)

της επάρκειας των πόρων, του βαθμού ανεξαρτησίας και των ρυθμίσεων διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής, ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή των νομοθετικών πράξεων της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και της ικανότητας αντίδρασης στις εξελίξεις της αγοράς·

β)

της αποτελεσματικότητας και του βαθμού σύγκλισης που επιτεύχθηκε στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και στην εποπτική πρακτική, περιλαμβανομένων των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, των κατευθυντήριων γραμμών και των συστάσεων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 16, και του βαθμού στον οποίο η εποπτική πρακτική επιτυγχάνει τους στόχους που ορίζονται από το ενωσιακό δίκαιο·

γ)

της εφαρμογής των βέλτιστων πρακτικών που ανέπτυξαν οι αρμόδιες αρχές και τις οποίες θα μπορούσαν να υιοθετήσουν επωφελώς και άλλες αρμόδιες αρχές·

δ)

της αποτελεσματικότητας και του βαθμού σύγκλισης που επιτεύχθηκε όσον αφορά την επιβολή των διατάξεων που θεσπίσθηκαν κατά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, περιλαμβανομένων των διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων που επιβλήθηκαν κατά των υπεύθυνων προσώπων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις εν λόγω διατάξεις.

4.   Η Αρχή εκδίδει έκθεση με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης από ομοτίμους. Η εν λόγω έκθεση αξιολόγησης από ομοτίμους εκπονείται από την επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους και εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 3α. Κατά τη σύνταξη της έκθεσης αυτής, η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους διαβουλεύεται με το συμβούλιο διοίκησης, προκειμένου να διατηρηθεί η συνέπεια με άλλες εκθέσεις αξιολόγησης από ομοτίμους και να διασφαλιστούν ίσοι όροι. Το συμβούλιο διοίκησης αξιολογεί ιδίως αν έχει εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο η μεθοδολογία. Στην εν λόγω έκθεση επεξηγούνται και υποδεικνύονται τα μέτρα επακολούθησης που κρίνονται ενδεδειγμένα, αναλογικά και αναγκαία ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης από ομοτίμους. Τα εν λόγω μέτρα επακολούθησης μπορούν να διατυπωθούν υπό μορφή κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 και γνωμών σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται.

Κατά την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 ή κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16, η Αρχή λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης από ομοτίμους παράλληλα με οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες έχει λάβει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, προκειμένου να διασφαλίσει τη σύγκλιση εποπτικών πρακτικών ύψιστης ποιότητας.

5.   Η Αρχή υποβάλλει γνώμη στην Επιτροπή όποτε, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης από ομοτίμους ή οποιαδήποτε άλλη πληροφορία έχει λάβει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, θεωρεί ότι θα ήταν αναγκαία περαιτέρω εναρμόνιση των κανόνων της Ένωσης που εφαρμόζονται στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή στις αρμόδιες αρχές από ενωσιακή άποψη.

6.   Η Αρχή καταρτίζει έκθεση επακολούθησης μετά την παρέλευση δύο ετών από τη δημοσίευση της έκθεσης αξιολόγησης από ομότιμους. Την έκθεση επακολούθησης συντάσσει η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους και εγκρίνει το συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 3α. Κατά τη σύνταξη της έκθεσης αυτής, η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους διαβουλεύεται με το συμβούλιο διοίκησης, με σκοπό να διατηρηθεί η συνέπεια με άλλες εκθέσεις παρακολούθησης. Η έκθεση επακολούθησης περιλαμβάνει εκτίμηση, μεταξύ άλλων, της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των ενεργειών στις οποίες προέβησαν οι αρμόδιες αρχές που υπόκεινται σε αξιολόγηση από ομοτίμους ανταποκρινόμενες στα μέτρα επακολούθησης που περιέχονταν στην έκθεση αξιολόγησης από ομότιμους.

7.   Η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές που υπόκεινται στην αξιολόγηση από ομοτίμους, προσδιορίζει τα αιτιολογημένα κύρια ευρήματα της αξιολόγησης από ομοτίμους. Η Αρχή δημοσιοποιεί τα αιτιολογημένα κύρια πορίσματα της αξιολόγησης από ομοτίμους και της έκθεσης παρακολούθησης που αναφέρεται στην παράγραφο 6. Σε περίπτωση που τα αιτιολογημένα κύρια ευρήματα της Αρχής διαφέρουν από αυτά που έχει προσδιορίσει η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους, η Αρχή διαβιβάζει, σε εμπιστευτική βάση, τα ευρήματα της επιτροπής αξιολόγησης από ομοτίμους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Όταν η αρμόδια αρχή που υπόκειται στην αξιολόγηση από ομοτίμους ανησυχεί ότι η δημοσίευση των αιτιολογημένων κύριων ευρημάτων της Αρχής θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, έχει τη δυνατότητα να παραπέμψει το θέμα στο συμβούλιο εποπτών. Το συμβούλιο εποπτών δύναται να αποφασίσει να μην δημοσιεύσει τα εν λόγω αποσπάσματα.

8.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το συμβούλιο διοίκησης υποβάλλει πρόταση προγράμματος εργασίας για τις αξιολογήσεις από ομοτίμους όσον αφορά τα επόμενα δύο έτη, η οποία λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τα διδάγματα από τις προηγούμενες διαδικασίες αξιολόγησης από ομοτίμους και τις συζητήσεις των ομάδων συντονισμού που αναφέρονται στο άρθρο 45β. Το σχέδιο εργασίας για τις αξιολογήσεις από ομοτίμους αποτελεί χωριστό τμήμα του ετήσιου και πολυετούς προγράμματος εργασίας. Το σχέδιο δημοσιοποιείται. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης ή απρόβλεπτων γεγονότων, η Αρχή μπορεί να αποφασίσει τη διενέργεια πρόσθετων αξιολογήσεων από ομοτίμους.».

24)

Το άρθρο 31 τροποποιείται ως εξής:

α)

η πρώτη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Αρχή διαδραματίζει γενικό συντονιστικό ρόλο μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αντίξοες εξελίξεις ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Ένωση.»·

β)

η δεύτερη παράγραφος τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή προάγει τη συντονισμένη ενωσιακή απόκριση, μεταξύ άλλων με:»

ii)

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

τη λήψη κατάλληλων μέτρων στην περίπτωση εξελίξεων που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών, με σκοπό τον συντονισμό των ενεργειών που αναλαμβάνονται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές·»·

iii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«εα)

τη λήψη κατάλληλων μέτρων για τον συντονισμό των δράσεων που αναλαμβάνονται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές με σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά φορέων ή προϊόντων που βασίζονται στην τεχνολογική καινοτομία·»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Προκειμένου να συμβάλει στην καθιέρωση κοινής ευρωπαϊκής προσέγγισης όσον αφορά την τεχνολογική καινοτομία, η Αρχή προωθεί την εποπτική σύγκλιση, με την υποστήριξη, κατά περίπτωση, της επιτροπής για την προστασία των καταναλωτών και τη χρηματοοικονομική καινοτομία, διευκολύνοντας την είσοδο στην αγορά φορέων ή προϊόντων που βασίζονται στην τεχνολογική καινοτομία, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή μπορεί να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16.».

25)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 31α

Ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την καταλληλότητα και την εντιμότητα

Η Αρχή, από κοινού με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), δημιουργούν σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με την εκτίμηση της καταλληλότητας και της εντιμότητας των κατόχων ειδικών συμμετοχών, των διευθυντών και των βασικών αρμοδίων των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.».

26)

Το άρθρο 32 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εκτίμηση των εξελίξεων της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων»·

β)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Αρχή παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα της αρμοδιότητάς της και, αν κρίνει σκόπιμο, ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), το ΕΣΣΚ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία. Η Αρχή περιλαμβάνει στις εκτιμήσεις της ανάλυση των αγορών εντός των οποίων λειτουργούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και εκτίμηση των επιπτώσεων των πιθανών εξελίξεων της αγοράς στα ιδρύματα αυτά.»·

γ)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή προωθεί και συντονίζει σε επίπεδο Ένωσης εκτιμήσεις της αντοχής των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς. Προς τον σκοπό αυτόν αναπτύσσει:»·

ii)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

κοινές μεθοδολογίες εκτίμησης της επίπτωσης οικονομικών σεναρίων στη χρηματοοικονομική θέση ενός χρηματοοικονομικού ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τους κινδύνους που απορρέουν από δυσμενείς περιβαλλοντικές εξελίξεις·»·

iii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«αα)

κοινές μεθοδολογίες για τον προσδιορισμό των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που πρέπει να περιλαμβάνονται στις εκτιμήσεις σε επίπεδο Ένωσης·»

iv)

τα στοιχεία γ) και δ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

κοινές μεθοδολογίες εκτίμησης της επίπτωσης συγκεκριμένων προϊόντων ή διαδικασιών διανομής σε κάποιο χρηματοοικονομικό ίδρυμα·

δ)

κοινές μεθοδολογίες για την εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων για τις ανάγκες των ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων· και»·

v)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ε)

κοινές μεθοδολογίες για την εκτίμηση της επίπτωσης των περιβαλλοντικών κινδύνων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων.»·

vi)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Αρχή συνεργάζεται με το ΕΣΣΚ.»·

δ)

στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Με την επιφύλαξη των καθηκόντων του ΕΣΣΚ, τα οποία ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, η Αρχή διαβιβάζει, τουλάχιστον μια φορά το έτος ή και συχνότερα, όταν κρίνει σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο ΕΣΣΚ, εκτιμήσεις τάσεων, δυνητικών κινδύνων και τρωτών σημείων στον τομέα αρμοδιότητάς της, σε συνδυασμό με τον πίνακα κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.»·

ε)

η παράγραφος 3β αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3β.   Η Αρχή μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές να απαιτούν από τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα να υποβάλλουν σε ανεξάρτητο λογιστικό έλεγχο τις πληροφορίες που αυτά πρέπει να παρέχουν κατά την παράγραφο 3α.».

27)

Το άρθρο 33 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 33

Διεθνείς σχέσεις συμπεριλαμβανομένης της ισοδυναμίας

1.   Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και των ενωσιακών θεσμικών οργάνων, η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει επαφές και να συνάπτει διοικητικές ρυθμίσεις με ρυθμιστικές αρχές, εποπτικές αρχές και, κατά περίπτωση, αρχές εξυγίανσης, διεθνείς οργανισμούς και τους διοικητικούς φορείς τρίτων χωρών. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις στην Ένωση και τα κράτη μέλη της, ούτε αποτρέπουν τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές τους από τη σύναψη διμερών ή πολυμερών ρυθμίσεων με αυτές τις τρίτες χώρες.

Εάν μια τρίτη χώρα, σύμφωνα με την ισχύουσα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θεσπίστηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, περιλαμβάνεται στον κατάλογο χωρών που παρουσιάζουν στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά τους συστήματα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες συνεπάγονται σημαντικές απειλές για το χρηματοοικονομικό σύστημα της Ένωσης, η Αρχή δεν συνάπτει διοικητικές ρυθμίσεις με τις ρυθμιστικές αρχές, τις εποπτικές αρχές και, κατά περίπτωση, τις αρχές εξυγίανσης της εν λόγω τρίτης χώρας. Αυτό δεν αποκλείει άλλες μορφές συνεργασίας μεταξύ της Αρχής και των αντίστοιχων αρχών των τρίτων χωρών, με σκοπό τη μείωση των απειλών για το χρηματοοικονομικό σύστημα της Ένωσης.

2.   Η Αρχή επικουρεί την Επιτροπή στην εκπόνηση αποφάσεων ισοδυναμίας όσον αφορά ρυθμιστικά καθεστώτα και καθεστώτα εποπτείας σε τρίτες χώρες κατόπιν συγκεκριμένου αιτήματος της Επιτροπής για παροχή συμβουλών ή εφόσον απαιτείται από τις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

3.   Η Αρχή παρακολουθεί, με ιδιαίτερη έμφαση στις επιπτώσεις τους στη χρηματοοικονομική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς, την προστασία των επενδυτών ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, τις σχετικές ρυθμιστικές και, κατά περίπτωση, τις εξελίξεις σε επίπεδο εξυγίανσης, καθώς και τις πρακτικές επιβολής και τις εξελίξεις της αγοράς σε τρίτες χώρες, στον βαθμό που αφορούν τις αξιολογήσεις ισοδυναμίας βάσει επικινδυνότητας, για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Επιπλέον, επαληθεύει αν εξακολουθούν να πληρούνται τα κριτήρια, βάσει των οποίων έχουν ληφθεί οι εν λόγω αποφάσεις ισοδυναμίας, και οποιεσδήποτε προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτές.

Η Αρχή μπορεί να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των τρίτων χωρών. Η Αρχή υποβάλλει εμπιστευτική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και στην Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), στην οποία συνοψίζονται τα ευρήματά της που προκύπτουν από την παρακολούθηση όλων των ισοδύναμων τρίτων χωρών. Η έκθεση επικεντρώνεται ιδίως στις επιπτώσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς, την προστασία των επενδυτών ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Όταν η Αρχή εντοπίζει σχετικές εξελίξεις όσον αφορά τις πρακτικές ρύθμισης, εποπτείας ή, κατά περίπτωση, εξυγίανσης, ή επιβολής στις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, οι οποίες ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της, στην ακεραιότητα της αγοράς, στην προστασία των επενδυτών ή στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σε εμπιστευτική βάση και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

4.   Με την επιφύλαξη των ειδικών απαιτήσεων που προβλέπονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των όρων της δεύτερης περιόδου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Αρχή συνεργάζεται όταν είναι δυνατό με τις σχετικές αρμόδιες αρχές και κατά περίπτωση επίσης με τις αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών των οποίων τα ρυθμιστικά και εποπτικά καθεστώτα έχουν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα. Καταρχήν, η εν λόγω συνεργασία λαμβάνει χώρα βάσει των διοικητικών ρυθμίσεων οι οποίες συνάπτονται με τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών. Κατά τη διαπραγμάτευση τέτοιου είδους διοικητικών ρυθμίσεων, η Αρχή περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τα εξής:

α)

τους μηχανισμούς που παρέχουν τη δυνατότητα στην Αρχή να λαμβάνει συναφείς πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το ρυθμιστικό καθεστώς, την εποπτική προσέγγιση, τις συναφείς εξελίξεις της αγοράς και τυχόν μεταβολές οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν την απόφαση περί ισοδυναμίας·

β)

στον βαθμό που είναι αναγκαίο ώστε να δοθεί συνέχεια σε τέτοιου είδους αποφάσεις περί ισοδυναμίας, τις διαδικασίες σχετικά με τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων επιθεωρήσεων, όπου απαιτείται.

Η Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή όταν αρμόδια αρχή τρίτης χώρας αρνείται να συνάψει τέτοιου είδους διοικητικές ρυθμίσεις ή αρνείται να συνεργαστεί αποτελεσματικά.

5.   Η Αρχή μπορεί να καταρτίσει πρότυπες διοικητικές ρυθμίσεις, με σκοπό την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών εντός της Ένωσης και την ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού. Οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να ακολουθήσουν τέτοιου είδους πρότυπες ρυθμίσεις.

Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς ή διοικήσεις τρίτων χωρών, τη συνδρομή της Αρχής προς την Επιτροπή για την προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας και σχετικά με την παρακολούθηση από την Αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

6.   Στο πλαίσιο των εξουσιών της δυνάμει του παρόντος κανονισμού και των νομοθετικών πράξεων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή συμβάλλει στην ενιαία, κοινή, συνεπή και αποτελεσματική εκπροσώπηση των συμφερόντων της Ένωσης στα διεθνή φόρουμ.».

28)

Το άρθρο 34 απαλείφεται.

29)

Το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 απαλείφεται·

β)

οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ που απευθύνεται προς την Αρχή, η Αρχή συζητεί την εν λόγω προειδοποίηση ή σύσταση κατά την επόμενη συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών ή, κατά περίπτωση, νωρίτερα, για να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της εν λόγω προειδοποίησης ή σύστασης στην εκπλήρωση των καθηκόντων της και τη συνέχεια που πρέπει ενδεχομένως να δοθεί.

Με τη συναφή διαδικασία λήψης αποφάσεων, λαμβάνει απόφαση σχετικά με οποιαδήποτε ληπτέα μέτρα με βάση τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό για τον χειρισμό των θεμάτων που ορίζονται στις προειδοποιήσεις και συστάσεις.

Αν η Αρχή δεν δώσει συνέχεια σε προειδοποίηση ή σύσταση, αναφέρει στο ΕΣΣΚ τους σχετικούς λόγους. Το ΕΣΣΚ ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010. Το ΕΣΣΚ ενημερώνει επίσης σχετικά το Συμβούλιο.

5.   Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ που απευθύνεται προς αρμόδια αρχή, η Αρχή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, χρησιμοποιεί τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό προκειμένου να εξασφαλίσει ότι θα υπάρξει εγκαίρως επακολούθηση.

Αν ο αποδέκτης δεν προτίθεται να ακολουθήσει τη σύσταση του ΕΣΣΚ, ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών και συζητεί με αυτό τους λόγους για τους οποίους δεν λαμβάνει μέτρα.

Όταν η αρμόδια αρχή ενημερώνει, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το ΕΣΣΚ για τις ενέργειες στις οποίες προέβη ως απάντηση σε σύσταση του ΕΣΣΚ, λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις του συμβουλίου εποπτών.»·

γ)

η παράγραφος 6 απαλείφεται·

30)

Το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων αποτελείται από 30 μέλη. Τα εν λόγω μέλη απαρτίζονται από:

α)

13 μέλη που εκπροσωπούν, στη σωστή αναλογία, τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, τρία από τα οποία εκπροσωπούν συνεργατικές τράπεζες και τράπεζες αποταμίευσης·

β)

13 μέλη που εκπροσωπούν τους εκπροσώπους των υπαλλήλων των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ένωση, τους καταναλωτές, τους χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών και τους αντιπροσώπους των ΜΜΕ· και

γ)

τέσσερις ανεξάρτητους διακεκριμένους πανεπιστημιακούς.

3.   Τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων ορίζονται από το συμβούλιο εποπτών, μετά από ανοικτή και διαφανή διαδικασία επιλογής. Στο μέτρο του δυνατού, κατά τη λήψη της απόφασής του το συμβούλιο εποπτών διασφαλίζει τη δέουσα συνεκτίμηση της ποικιλομορφίας του τραπεζικού τομέα, τη γεωγραφική ισορροπία και την ισορροπία των φύλων, καθώς και την εκπροσώπηση των συμφεροντούχων από ολόκληρη την Ένωση. Τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων επιλέγονται σύμφωνα με τα προσόντα, τις δεξιότητες, τις σχετικές γνώσεις και την αποδεδειγμένη πείρα τους.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων εκλέγουν πρόεδρο μεταξύ των μελών της. Η θητεία του προέδρου διαρκεί δύο έτη.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλέσει τον πρόεδρο της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων να προβεί σε δήλωση ενώπιόν του και να απαντήσει σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του, όποτε του ζητηθεί.»·

γ)

στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η Αρχή παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, υπό την αίρεση του επαγγελματικού απορρήτου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 70 του παρόντος κανονισμού, και διασφαλίζει επαρκή γραμματειακή υποστήριξη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων. Καθιερώνεται επαρκής αποζημίωση για τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων που εκπροσωπούν μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, εξαιρουμένων των εκπροσώπων του κλάδου. Η αποζημίωση αυτή λαμβάνει υπόψη το προπαρασκευαστικό και το μετέπειτα έργο των μελών και είναι τουλάχιστον ισοδύναμη με τα ποσοστά επιστροφής δαπανών που καταβάλλονται στους υπαλλήλους, σύμφωνα με τον Τίτλο V Κεφάλαιο 1 Τμήμα 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου (*21) (κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης). Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων μπορεί να συγκροτήσει ομάδες εργασίας για τεχνικά θέματα. Η θητεία των μελών της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων διαρκεί τέσσερα έτη και τη λήξη της ακολουθεί νέα διαδικασία επιλογής.

(*21)  ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1.»·"

δ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων μπορεί να υποβάλλει στην Αρχή συμβουλές για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τα καθήκοντα της Αρχής, με ιδιαίτερη έμφαση στα καθήκοντα που ορίζονται στα άρθρα 10 έως 16, 29, 30 και 32.

Όταν τα μέλη της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε συμβουλή, το ένα τρίτο των μελών της ή τα μέλη που εκπροσωπούν μια ομάδα συμφεροντούχων επιτρέπεται να εκδώσουν χωριστή συμβουλή.

Η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων, η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών, η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και η ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών μπορούν να εκδίδουν κοινές συμβουλές για ζητήματα που σχετίζονται με το έργο των ΕΕΑ σύμφωνα με το άρθρο 56 σχετικά με κοινές θέσεις και κοινές πράξεις.»·

ε)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Η Αρχή δημοσιοποιεί τις συμβουλές της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων, τη χωριστή συμβουλή των μελών της και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεών της, καθώς και πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη οι συμβουλές και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων.».

31)

Το άρθρο 39 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 39

Διαδικασίες λήψης αποφάσεων

1.   Η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6 του παρόντος άρθρου όταν εκδίδει αποφάσεις δυνάμει των άρθρων 17, 18 και 19.

2.   Η Αρχή ενημερώνει κάθε αποδέκτη απόφασης στην επίσημη γλώσσα του σχετικά με την πρόθεσή της να εκδώσει την απόφαση, τάσσοντας προθεσμία εντός της οποίας ο αποδέκτης μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του για το αντικείμενο της απόφασης, λαμβανόμενου πλήρως υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα, της πολυπλοκότητας και των ενδεχόμενων συνεπειών του θέματος. Ο αποδέκτης μπορεί να εκφράσει τις απόψεις του στην επίσημη γλώσσα του. Η διάταξη που θεσπίζεται στην πρώτη περίοδο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις συστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 3.

3.   Οι αποφάσεις της Αρχής αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

4.   Οι αποδέκτες των αποφάσεων της Αρχής ενημερώνονται σχετικά με τα διαθέσιμα μέσα προσφυγής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

5.   Εάν η Αρχή έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 ή 4, επανεξετάζει την εν λόγω απόφαση σε ενδεδειγμένα χρονικά διαστήματα.

6.   Οι αποφάσεις που λαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 17, 18 ή 19 δημοσιοποιούνται. Η δημοσιοποίηση γνωστοποιεί την ταυτότητα της οικείας αρμόδιας αρχής ή του οικείου χρηματοοικονομικού ιδρύματος και το βασικό περιεχόμενο της απόφασης, εκτός εάν η εν λόγω δημοσιοποίηση αντίκειται στο έννομο συμφέρον των εν λόγω χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή στην προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους ή θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης.».

32)

Το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

τον πρόεδρο·»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8.   Εάν η εθνική δημόσια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δεν είναι υπεύθυνη για την επιβολή των κανόνων προστασίας των καταναλωτών, το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο μπορεί να αποφασίσει να καλέσει εκπρόσωπο της αρχής προστασίας καταναλωτών του κράτους μέλους, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Εάν σε ένα κράτος μέλος, πλείονες αρχές είναι συναρμόδιες για την προστασία των καταναλωτών, οι εν λόγω αρχές συμφωνούν για κοινό αντιπρόσωπο.».

33)

Τα άρθρα 41 και 42 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 41

Εσωτερικές επιτροπές

1.   Το συμβούλιο εποπτών, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του προέδρου, μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται. Το συμβούλιο εποπτών, κατόπιν αιτήματος του συμβουλίου διοίκησης ή του προέδρου, μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που ανατίθενται στο συμβούλιο διοίκησης. Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να προβλέπει την ανάθεση ορισμένων σαφώς καθορισμένων καθηκόντων και αποφάσεων σε εσωτερικές επιτροπές, στο συμβούλιο διοίκησης ή στον πρόεδρο.

2.   Για τους σκοπούς του άρθρου 17 και με την επιφύλαξη του ρόλου της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 9α παράγραφος 7, ο πρόεδρος προτείνει απόφαση για τη σύγκληση ανεξάρτητης ομάδας, η οποία εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών. Η ανεξάρτητη ομάδα αποτελείται από τον πρόεδρο και έξι άλλα μέλη, τα οποία προτείνονται από τον πρόεδρο κατόπιν διαβούλευσης με το συμβούλιο διοίκησης και κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης συμμετοχής. Τα άλλα έξι μέλη δεν είναι εκπρόσωποι της αρμόδιας αρχής που πιθανολογείται ότι παραβίασε το ενωσιακό δίκαιο και δεν έχουν κανένα συμφέρον επί του θέματος ούτε άμεσους δεσμούς με την οικεία αρμόδια αρχή.

Κάθε μέλος της ομάδας διαθέτει μία ψήφο.

Οι αποφάσεις της ανεξάρτητης ομάδας εγκρίνονται όταν υπερψηφίζουν τουλάχιστον τέσσερα μέλη.

3.   Για τους σκοπούς του άρθρου 19 και με την επιφύλαξη του ρόλου της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 9α παράγραφος 7, ο πρόεδρος προτείνει απόφαση για τη σύγκληση ανεξάρτητης ομάδας, η οποία εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών. Η ανεξάρτητη ομάδα αποτελείται από τον πρόεδρο και έξι άλλα μέλη, τα οποία προτείνονται από τον πρόεδρο κατόπιν διαβούλευσης με το συμβούλιο διοίκησης και κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης συμμετοχής. Τα άλλα έξι μέλη δεν είναι εκπρόσωποι των αρμόδιων αρχών που είναι μέρη της διαφωνίας και δεν έχουν κανένα συμφέρον στο ζήτημα ούτε άμεσους δεσμούς με τις οικείες αρμόδιες αρχές.

Κάθε μέλος της ομάδας διαθέτει μία ψήφο.

Οι αποφάσεις της ανεξάρτητης ομάδας εγκρίνονται όταν υπερψηφίζουν τουλάχιστον τέσσερα μέλη.

4.   Για τους σκοπούς της διεξαγωγής της έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο, ο πρόεδρος δύναται να προτείνει απόφαση για την έναρξη της έρευνας και απόφαση για τη σύγκληση ανεξάρτητης ομάδας, πρόταση που πρέπει να εγκριθεί από το συμβούλιο εποπτών. Η ανεξάρτητη ομάδα αποτελείται από τον πρόεδρο και έξι άλλα μέλη, τα οποία προτείνονται από τον πρόεδρο κατόπιν διαβούλευσης με το συμβούλιο διοίκησης και κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης συμμετοχής.

Κάθε μέλος της ομάδας διαθέτει μία ψήφο.

Οι αποφάσεις της ανεξάρτητης ομάδας εγκρίνονται όταν υπερψηφίζουν τουλάχιστον τέσσερα μέλη.

5.   Οι επιτροπές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου ή ο πρόεδρος προτείνουν αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 17 ή του άρθρου 19, με εξαίρεση τα θέματα που αφορούν την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, για οριστική έγκριση από το συμβούλιο εποπτών. Η επιτροπή που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου υποβάλλει στο συμβούλιο εποπτών το αποτέλεσμα της έρευνας που διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο.

6.   Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό των ανεξάρτητων ομάδων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

Άρθρο 42

Ανεξαρτησία του συμβουλίου εποπτών

1.   Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που τους ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, τα μέλη του συμβουλίου εποπτών ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά, αποκλειστικά προς το συμφέρον της Ένωσης συνολικά και ούτε ζητούν ούτε δέχονται οδηγίες από θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

2.   Τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης και οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας δεν επιτρέπεται να επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του συμβουλίου εποπτών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

3.   Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών, ο πρόεδρος, καθώς και οι εκπρόσωποι και οι παρατηρητές που συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του συμβουλίου εποπτών χωρίς δικαίωμα ψήφου, δηλώνουν, πριν από τις συνεδριάσεις αυτές, με ακριβή και πλήρη τρόπο την απουσία ή την ύπαρξη κάθε συμφέροντος που ενδέχεται να θεωρηθεί ότι θίγει την ανεξαρτησία τους σε σχέση με οποιαδήποτε σημεία της ημερήσιας διάταξης, και απέχουν από τη συμμετοχή στη συζήτηση και την ψηφοφορία των εν λόγω σημείων.

4.   Το συμβούλιο εποπτών καθορίζει στον εσωτερικό κανονισμό του, τις πρακτικές ρυθμίσεις για τον κανόνα της δήλωσης συμφερόντων που αναφέρεται στην παράγραφο 3 και για την πρόληψη και τη διαχείριση της σύγκρουσης συμφερόντων.».

34)

Το άρθρο 43 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το συμβούλιο εποπτών καθοδηγεί το έργο της Αρχής και είναι υπεύθυνο για τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙ. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει τις γνώμες, τις συστάσεις, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις αποφάσεις της Αρχής και εκδίδει τις συμβουλές που αναφέρονται στο κεφάλαιο II, βάσει πρότασης της οικείας εσωτερικής επιτροπής ή ομάδας, του προέδρου ή του συμβουλίου διοίκησης, κατά περίπτωση.»·

β)

οι παράγραφοι 2 και 3 διαγράφονται·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, βάσει πρότασης του συμβουλίου διοίκησης, την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται και η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.»·

δ)

η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Το συμβούλιο εποπτών ασκεί πειθαρχικό έλεγχο στον πρόεδρο και τον εκτελεστικό διευθυντή. Μπορεί να απαλλάσσει τον εκτελεστικό διευθυντή από τα καθήκοντά του, σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 5.»·

35)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 43α

Διαφάνεια των αποφάσεων που εγκρίνονται από το συμβούλιο εποπτών

Με την επιφύλαξη του άρθρου 70, εντός έξι εβδομάδων από τη συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών, η Αρχή διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τουλάχιστον, πλήρη και ουσιαστικά πρακτικά των εργασιών της εν λόγω συνεδρίασης τα οποία καθιστούν δυνατή την πλήρη κατανόηση των συζητήσεων, συμπεριλαμβανομένου ενός σχολιασμένου καταλόγου των αποφάσεων. Τα πρακτικά αυτά δεν αποτυπώνουν τις συζητήσεις του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 75 παράγραφος 3 ή στις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.».

36)

Το άρθρο 44 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι αποφάσεις του συμβουλίου εποπτών λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του. Κάθε μέλος με δικαίωμα ψήφου διαθέτει μία ψήφο.

Όσον αφορά τις πράξεις που ορίζονται στα άρθρα 10 έως 16 του παρόντος κανονισμού και τα μέτρα και τις αποφάσεις που εκδίδονται βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 5 τρίτο εδάφιο του παρόντος κανονισμού και του Κεφαλαίου VΙ του παρόντος κανονισμού και κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, το συμβούλιο εποπτών λαμβάνει αποφάσεις με ειδική πλειοψηφία των μελών του, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 παράγραφος 4 ΣΕΕ και στο άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον την απλή πλειοψηφία των παρόντων στην ψηφοφορία μελών από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που είναι συμμετέχοντα κράτη μέλη, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 («συμμετέχοντα κράτη μέλη») και την απλή πλειοψηφία των παρόντων στην ψηφοφορία μελών από τις αρμόδιες αρχές κρατών μελών που δεν είναι συμμετέχοντα κράτη μέλη, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 («μη συμμετέχοντα κράτη μέλη»).

Ο πρόεδρος δεν ψηφίζει για τις αποφάσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο.

Όσον αφορά τη σύνθεση των ειδικών ομάδων σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφοι 2, 3 και 4, και τα μέλη της επιτροπής αξιολόγησης από ομοτίμους που αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2, το συμβούλιο εποπτών, όταν εξετάζει τις προτάσεις του προέδρου του, επιδιώκει τη συναίνεση. Εάν δεν επιτευχθεί συναίνεση, οι αποφάσεις του συμβουλίου εποπτών λαμβάνονται με την πλειοψηφία των τριών τετάρτων των μελών του που έχουν δικαίωμα ψήφου. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο.

Όσον αφορά τις αποφάσεις που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 18 παράγραφοι 3 και 4, και κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, το συμβούλιο εποπτών λαμβάνει αποφάσεις με απλή πλειοψηφία των μελών του με δικαίωμα ψήφου, που περιλαμβάνει απλή πλειοψηφία των μελών του από τις αρμόδιες αρχές των συμμετεχόντων κρατών μελών και απλή πλειοψηφία των μελών του από τις αρμόδιες αρχές των μη συμμετεχόντων κρατών μελών.»·

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«3α.   Όσον αφορά τις αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 30, το συμβούλιο εποπτών ψηφίζει με γραπτή διαδικασία για τις προτεινόμενες αποφάσεις. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου διαθέτουν οκτώ εργάσιμες ημέρες για να ψηφίσουν. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Η προτεινόμενη απόφαση θεωρείται ότι έχει εγκριθεί εφόσον δεν αντιταχθεί απλή πλειοψηφία των μελών του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου. Οι αποχές δεν υπολογίζονται ούτε ως έγκριση ούτε ως αντίρρηση και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του αριθμού των ψηφισάντων. Εάν τρία μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου διατυπώσουν αντίρρηση στη γραπτή διαδικασία, το σχέδιο απόφασης συζητείται και η σχετική απόφαση λαμβάνεται από το συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3β.   Όσον αφορά τις αποφάσεις σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 19 το συμβούλιο εποπτών ψηφίζει επί των προτεινόμενων αποφάσεων με γραπτή διαδικασία. Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου διαθέτουν οκτώ εργάσιμες ημέρες για να ψηφίσουν. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Η προτεινόμενη απόφαση θεωρείται ότι έχει εγκριθεί εκτός εάν η απλή πλειοψηφία των μελών του από τις αρμόδιες αρχές των συμμετεχόντων κρατών μελών ή η απλή πλειοψηφία των μελών του από τις αρμόδιες αρχές μη συμμετεχόντων κρατών μελών αντιτίθεται σε αυτήν. Οι αποχές δεν υπολογίζονται ούτε ως έγκριση ούτε ως αντίρρηση και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του αριθμού των ψηφισάντων. Εάν τρία μέλη με δικαίωμα ψήφου του συμβουλίου εποπτών υποβάλουν ένσταση κατά της γραπτής διαδικασίας, το σχέδιο απόφασης εξετάζεται από το συμβούλιο εποπτών και μπορεί να εγκριθεί με απλή πλειοψηφία των μελών με δικαίωμα ψήφου του συμβουλίου εποπτών, η οποία περιλαμβάνει την απλή πλειοψηφία των μελών του από τις αρμόδιες αρχές των συμμετεχόντων κρατών μελών και απλή πλειοψηφία των μελών του από τις αρμόδιες αρχές των μη συμμετεχόντων κρατών μελών.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, από την ημερομηνία κατά την οποία τέσσερα το πολύ μέλη με δικαίωμα ψήφου είναι από αρμόδιες αρχές μη συμμετεχόντων κρατών μελών, η προτεινόμενη απόφαση εγκρίνεται με απλή πλειοψηφία των μελών του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου, η οποία περιλαμβάνει μία τουλάχιστον ψήφο των μελών του από τις αρμόδιες αρχές των μη συμμετεχόντων κρατών μελών.»·

γ)

οι παράγραφοι 4 και 4α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου και οι παρατηρητές δεν παρακολουθούν οποιεσδήποτε συζητήσεις του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο άρθρο 75 παράγραφος 3 ή στις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στον εκτελεστικό διευθυντή και στον εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που ορίζεται από το εποπτικό της συμβούλιο.

4α.   Ο πρόεδρος της Αρχής έχει το προνόμιο να ζητεί τη διεξαγωγή ψηφοφορίας ανά πάσα στιγμή. Με την επιφύλαξη της εν λόγω εξουσίας και της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών λήψης αποφάσεων της Αρχής, το συμβούλιο εποπτών της Αρχής επιδιώκει την επίτευξη συναίνεσης κατά τη λήψη των αποφάσεών του.».

37)

Το άρθρο 45 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 45

Σύνθεση

1.   Το συμβούλιο διοίκησης συγκροτείται από τον πρόεδρο και έξι μέλη του συμβουλίου εποπτών, που εκλέγονται από τα μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου.

Εκτός από τον πρόεδρο, για κάθε μέλος του συμβουλίου διοίκησης υπάρχει ένα αναπληρωματικό μέλος, το οποίο μπορεί να το αντικαθιστά, αν κωλύεται να παραστεί.

2.   Η θητεία των μελών που εκλέγονται από το συμβούλιο εποπτών διαρκεί δυόμισι έτη. Η θητεία αυτή μπορεί να ανανεωθεί άπαξ. Η σύνθεση του συμβουλίου διοίκησης είναι ισόρροπη και αναλογική και αντικατοπτρίζει την Ένωση στο σύνολό της. Το συμβούλιο διοίκησης περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο εκπροσώπους από μη συμμετέχοντα κράτη μέλη. Οι εντολές αλληλεπικαλύπτονται και εφαρμόζεται ρύθμιση εκ περιτροπής.

3.   Οι συνεδριάσεις του συμβουλίου διοίκησης συγκαλούνται από τον πρόεδρο με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος ενός εκ των μελών του, και προεδρεύονται από τον πρόεδρο. Το συμβούλιο διοίκησης συνέρχεται πριν από κάθε συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών και όσο συχνά το συμβούλιο διοίκησης το κρίνει απαραίτητο. Συνέρχεται τουλάχιστον πέντε φορές τον χρόνο.

4.   Τα μέλη του συμβουλίου διοίκησης μπορούν, με την επιφύλαξη του εσωτερικού κανονισμού, να επικουρούνται από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες. Οι συμμετέχοντες χωρίς δικαίωμα ψήφου δεν παρίστανται σε οποιεσδήποτε συζητήσεις του συμβουλίου διοίκησης όσον αφορά μεμονωμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.».

38)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 45α

Λήψη αποφάσεων

1.   Οι αποφάσεις του συμβουλίου διοίκησης εγκρίνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του, ενώ επιδιώκεται η επίτευξη συναίνεσης. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Ο πρόεδρος είναι μέλος με δικαίωμα ψήφου.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής και ένας εκπρόσωπος της Επιτροπής συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του συμβουλίου διοίκησης χωρίς δικαίωμα ψήφου. Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής έχει δικαίωμα ψήφου για τα θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 63.

3.   Το συμβούλιο διοίκησης εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.

Άρθρο 45β

Ομάδες συντονισμού

1.   Το συμβούλιο διοίκησης μπορεί να συγκροτεί ομάδες συντονισμού με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής για συγκεκριμένα θέματα για τα οποία ενδέχεται να απαιτείται συντονισμός λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες εξελίξεις της αγοράς. Το συμβούλιο διοίκησης συγκροτεί ομάδες συντονισμού για συγκεκριμένα θέματα κατόπιν αιτήματος πέντε μελών του συμβουλίου εποπτών.

2.   Όλες οι αρμόδιες αρχές συμμετέχουν στις ομάδες συντονισμού και παρέχουν σε αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 35, τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να μπορούν να ασκούν τα συντονιστικά καθήκοντά τους σύμφωνα με την εντολή τους. Το έργο των ομάδων συντονισμού βασίζεται στις πληροφορίες που παρέχουν οι αρμόδιες αρχές και σε τυχόν ευρήματα που προσδιορίζονται από την Αρχή.

3.   Η προεδρία των ομάδων ασκείται από μέλος του συμβουλίου διοίκησης. Κάθε χρόνο, το αντίστοιχο μέλος του συμβουλίου διοίκησης που είναι υπεύθυνο για την ομάδα συντονισμού υποβάλλει έκθεση στο συμβούλιο εποπτών σχετικά με τα κύρια στοιχεία των συζητήσεων και των ευρημάτων και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, υποβάλλει πρόταση για κανονιστική παρακολούθηση ή αξιολόγηση από ομοτίμους στον αντίστοιχο τομέα. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην Αρχή τον τρόπο με τον οποίο έλαβαν υπόψη τις εργασίες των ομάδων συντονισμού στις δραστηριότητές τους.

4.   Κατά την παρακολούθηση των εξελίξεων της αγοράς που ενδέχεται να βρίσκονται στο επίκεντρο των συντονιστικών ομάδων, η Αρχή μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 35 να παράσχουν τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες ώστε να μπορέσει η Αρχή να διαδραματίσει τον ρόλο της όσον αφορά την παρακολούθηση.».

39)

Το άρθρο 46 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 46

Ανεξαρτησία του συμβουλίου διοίκησης

Τα μέλη του συμβουλίου διοίκησης ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά προς το αποκλειστικό συμφέρον της Ένωσης συνολικά και δεν επιτρέπεται να ζητούν ή να δέχονται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης και οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας δεν επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του συμβουλίου διοίκησης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.».

40)

Το άρθρο 47 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Το συμβούλιο διοίκησης μπορεί να εξετάζει, να γνωμοδοτεί και να διατυπώνει προτάσεις για όλα τα θέματα πλην των καθηκόντωνπου προβλέπονται στα άρθρα 9α, 9β, 30, καθώς και τα άρθρα 17 και 19 για θέματα που αφορούν την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.»·

β)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Το συμβούλιο διοίκησης υποβάλλει στο συμβούλιο εποπτών προς έγκριση ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου.»·

γ)

η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Το συμβούλιο διοίκησης διορίζει και παύει τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών, σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφοι 3 και 5, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την πρόταση του συμβουλίου εποπτών.»·

δ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«9.   Τα μέλη του συμβουλίου διοίκησης δημοσιοποιούν όλες τις διεξαχθείσες συνεδριάσεις και κάθε προσφερθείσα φιλοξενία. Οι δαπάνες καταχωρίζονται δημοσίως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.».

41)

Το άρθρο 48 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πρόεδρος είναι υπεύθυνος για την προετοιμασία των εργασιών του συμβουλίου εποπτών, μεταξύ άλλων για τον καθορισμό της ημερήσιας διάταξης προς έγκριση από το συμβούλιο εποπτών, για τη σύγκληση των συνεδριάσεων και την κατάθεση των θεμάτων για λήψη απόφασης, και προεδρεύει των συνεδριάσεων του συμβουλίου εποπτών.

Ο πρόεδρος είναι υπεύθυνος για τον καθορισμό της ημερήσιας διάταξης του συμβουλίου διοίκησης, η οποία εγκρίνεται από αυτό και προεδρεύει των συνεδριάσεών του.

Ο πρόεδρος μπορεί να καλεί το συμβούλιο διοίκησης να εξετάσει το ενδεχόμενο σύστασης ομάδας συντονισμού σύμφωνα με το άρθρο 45β.»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Ο πρόεδρος επιλέγεται με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις του για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και τις αγορές και την πείρα του σχετικά με τη χρηματοοικονομική εποπτεία και ρύθμιση, κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων η οποία τηρεί την αρχή της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το συμβούλιο εποπτών συντάσσει κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων που διαθέτουν τα κατάλληλα προσόντα για τη θέση του προέδρου, επικουρούμενο από την Επιτροπή. Βάσει του καταλόγου των επικρατέστερων υποψηφίων, το Συμβούλιο εκδίδει απόφαση για τον διορισμό του προέδρου, κατόπιν επιβεβαίωσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Αν ο πρόεδρος δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 49 ή έχει κριθεί ένοχος σοβαρού παραπτώματος, το Συμβούλιο μπορεί, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής που έχει εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να εκδώσει απόφαση για παύση του από τα καθήκοντά του.

Επίσης το συμβούλιο εποπτών εκλέγει, μεταξύ των μελών του, αντιπρόεδρο, που ασκεί τις λειτουργίες του προέδρου όταν ο τελευταίος απουσιάζει. Ο αντιπρόεδρος αυτός δεν εκλέγεται μεταξύ των μελών του συμβουλίου διοίκησης.»·

γ)

στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς της αξιολόγησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, τα καθήκοντα του προέδρου ασκούνται από τον αντιπρόεδρο.

Το Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης του συμβουλίου εποπτών και επικουρούμενο από την Επιτροπή και λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, μπορεί να παρατείνει τη θητεία του προέδρου άπαξ.»·

δ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Ο πρόεδρος μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του μόνο για σοβαρούς λόγους. Στην εν λόγω απαλλαγή μπορεί να προβεί μόνο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου, η οποία εκδίδεται κατόπιν διαβούλευσης με το συμβούλιο εποπτών.».

42)

Το άρθρο 49 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ανεξαρτησία του προέδρου»·

β)

η πρώτη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη του ρόλου του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά τα καθήκοντα του προέδρου, ο πρόεδρος δεν επιτρέπεται να ζητεί ούτε να δέχεται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.».

43)

Το άρθρο 49α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 49α

Δαπάνες

Ο πρόεδρος δημοσιοποιεί όλες τις συνεδριάσεις που διεξήχθησαν με εξωτερικούς ενδιαφερομένους εντός δύο εβδομάδων από τη συνεδρίαση και την προσφερθείσα φιλοξενία. Οι δαπάνες καταχωρίζονται δημοσίως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.».

44)

Το άρθρο 50 απαλείφεται.

45)

Το άρθρο 54 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Μεικτή Επιτροπή αποτελεί φόρουμ στο οποίο η Αρχή συνεργάζεται τακτικά και στενά, για να διασφαλίζει διατομεακή συνέπεια, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τις τομεακές ιδιαιτερότητες, με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), συγκεκριμένα όσον αφορά:»·

ii)

η πρώτη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«—

τους χρηματοοικονομικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και, όταν απαιτείται από το ενωσιακό δίκαιο, την εποπτική ενοποίηση,»·

iii)

η πέμπτη και η έκτη περίπτωση αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«—

την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο,

την ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών με το ΕΣΣΚ και τις άλλες ΕΕΑ,»·

iv)

προστίθενται οι ακόλουθες περιπτώσεις:

«—

τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες λιανικής και ζητήματα προστασίας των καταναλωτών και των επενδυτών,

τις συμβουλές της επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 6.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Η Μεικτή Επιτροπή μπορεί να επικουρεί την Επιτροπή στην αξιολόγηση των προϋποθέσεων και των τεχνικών προδιαγραφών και διαδικασιών για την εξασφάλιση ασφαλούς και αποτελεσματικής διασύνδεσης των κεντρικών αυτοματοποιημένων μηχανισμών σύμφωνα με την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 32α παράγραφος 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, καθώς και στην αποτελεσματική διασύνδεση των εθνικών μητρώων σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία.»·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η Μεικτή επιτροπή διαθέτει αποκλειστικό προσωπικό που παρέχεται από τις ΕΕΑ, το οποίο λειτουργεί ως μόνιμη γραμματεία. Η Αρχή διαθέτει επαρκείς πόρους για τις διοικητικές δαπάνες, τις δαπάνες υποδομής και τις λειτουργικές δαπάνες.».

46)

Το άρθρο 55 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Ο πρόεδρος της Μεικτής Επιτροπής ορίζεται ετησίως εκ περιτροπής μεταξύ των προέδρων των ΕΕΑ. Ο πρόεδρος της Μεικτής Επιτροπής είναι ο δεύτερος αντιπρόεδρος του ΕΣΣΚ.»·

β)

στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Μεικτή Επιτροπή συνέρχεται τουλάχιστον μία φορά το τρίμηνο.»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Ο πρόεδρος της Αρχής ενημερώνει τακτικά το συμβούλιο εποπτών σχετικά με τις θέσεις που λαμβάνονται στις συνεδριάσεις της Μεικτής Επιτροπής.».

47)

Τα άρθρα 56 και 57 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 56

Κοινές θέσεις και κοινές πράξεις

Εφόσον είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο των καθηκόντων της που ορίζονται στο κεφάλαιο II του παρόντος κανονισμού και ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, η Αρχή επιδιώκει να καταλήξει με συναίνεση σε κοινές θέσεις, ανάλογα με την περίπτωση, με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών).

Αν απαιτείται από την ενωσιακή νομοθεσία, τα μέτρα βάσει των άρθρων 10 έως 16 και οι αποφάσεις βάσει των άρθρων 17, 18 και 19 του παρόντος κανονισμού που αφορούν την εφαρμογή της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και κάθε άλλης νομοθετικής πράξης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού και που εμπίπτουν επίσης στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) ή της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών), εγκρίνονται παράλληλα, ανάλογα με την περίπτωση, από την Αρχή, την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών).

Άρθρο 57

Υποεπιτροπές

1.   Η Μεικτή Επιτροπή μπορεί να συγκροτεί υποεπιτροπές με σκοπό την προετοιμασία σχεδίων κοινών θέσεων και κοινών πράξεων για λογαριασμό της Μεικτής Επιτροπής.

2.   Κάθε υποεπιτροπή συγκροτείται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 1 και από έναν υψηλόβαθμο εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος, προερχόμενο από το εν ενεργεία προσωπικό της οικείας αρμόδιας αρχής.

3.   Κάθε υποεπιτροπή εκλέγει πρόεδρο μεταξύ των εκπροσώπων των σχετικών αρμόδιων αρχών, ο οποίος είναι επίσης παρατηρητής στη Μεικτή Επιτροπή.

4.   Για τους σκοπούς του άρθρου 56, συστήνεται υποεπιτροπή χρηματοοικονομικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων στη Μεικτή Επιτροπή.

5.   Η Μεικτή Επιτροπή δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της όλες τις υποεπιτροπές που έχουν συσταθεί, συμπεριλαμβανομένων των αρμοδιοτήτων τους και καταλόγου των μελών τους με τα αντίστοιχα καθήκοντά τους στην υποεπιτροπή.».

48)

Το άρθρο 58 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Συγκροτείται συμβούλιο προσφυγών των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.»·

β)

στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Το συμβούλιο προσφυγών αποτελείται από έξι τακτικά και έξι αναπληρωματικά μέλη, τα οποία είναι πρόσωπα υψίστης εντιμότητας με αποδεδειγμένο ιστορικό σχετικών γνώσεων της ενωσιακής νομοθεσίας και διεθνούς επαγγελματικής πείρας, αρκούντως υψηλού επιπέδου στους τομείς των τραπεζικών και ασφαλιστικών υπηρεσιών, των επαγγελματικών συντάξεων, των αγορών κινητών αξιών ή άλλων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, αποκλειομένων του εν ενεργεία προσωπικού των αρμόδιων αρχών ή άλλων εθνικών ή ενωσιακών θεσμικών οργάνων ή οργανισμών που συμμετέχουν στις δραστηριότητες της Αρχής και των μελών της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων. Τα μέλη και οι αναπληρωτές είναι υπήκοοι κράτους μέλους και έχουν άριστη γνώση τουλάχιστον δύο επίσημων γλωσσών της Ένωσης. Το συμβούλιο προσφυγών διαθέτει επαρκή νομική πείρα, ώστε να παράσχει εμπεριστατωμένες νομικές συμβουλές όσον αφορά τη νομιμότητα, συμπεριλαμβανομένης της αναλογικότητας, της άσκησης των εξουσιών της Αρχής.»·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Το συμβούλιο διοίκησης της Αρχής ορίζει δυο μέλη του συμβουλίου προσφυγών και δύο αναπληρωματικά μέλη από πίνακα επικρατέστερων υποψηφίων τον οποίο προτείνει η Επιτροπή, μετά από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και μετά από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.

Αφού λάβει τον κατάλογο επικρατέστερων υποψηφιοτήτων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλέσει τα υποψήφια μέλη και αναπληρωματικά μέλη να προβούν σε δήλωση ενώπιον του και να απαντήσουν σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλεί τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών να προβούν σε δήλωση ενώπιόν του και να απαντήσουν σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του, όποτε αυτό ζητηθεί, με εξαίρεση τις δηλώσεις, ερωτήσεις ή απαντήσεις που αφορούν μεμονωμένες υποθέσεις για τις οποίες έχει ληφθεί απόφαση από το συμβούλιο προσφυγών ή που εκκρεμούν ενώπιόν του.».

49)

Στο άρθρο 59, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών και το προσωπικό της Αρχής που παρέχει επιχειρησιακή και γραμματειακή υποστήριξη δεν επιτρέπεται να συμμετέχουν σε εκδίκαση προσφυγής στην οποία έχουν προσωπικό συμφέρον ή στην οποία είχαν προηγουμένως παρέμβει ως αντιπρόσωποι ενός από τους διαδίκους ή εάν συνέπραξαν στην απόφαση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή.».

50)

Στο άρθρο 60, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η προσφυγή, συνοδευόμενη από αιτιολογικό υπόμνημα, υποβάλλεται εγγράφως στην Αρχή εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή, ελλείψει κοινοποίησης, από την ημέρα κατά την οποία η Αρχή δημοσίευσε την απόφασή της.

Το συμβούλιο προσφυγών αποφασίζει επί της προσφυγής εντός τριών μηνών από την άσκησή της.».

51)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 60α

Υπέρβαση αρμοδιότητας από την Αρχή

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να αποστέλλει αιτιολογημένη συμβουλή στην Επιτροπή, εάν το πρόσωπο αυτό είναι της γνώμης ότι η Αρχή έχει υπερβεί την αρμοδιότητά της, ενεργώντας μη συμφώνως με την αρχή της αναλογικότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 5, όταν ενεργεί σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 16β, και αυτό αφορά άμεσα και ατομικά το εν λόγω πρόσωπο.».

52)

Το άρθρο 62 παράγραφος 1, τροποποιείται ως εξής:

α)

το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα έσοδα της Αρχής, η οποία είναι ευρωπαϊκός οργανισμός σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*22) («δημοσιονομικός κανονισμός»), συνίστανται συγκεκριμένα σε οποιονδήποτε συνδυασμό των εξής:

(*22)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1).»·"

β)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«δ)

τυχόν εθελοντικές συνεισφορές κρατών μελών ή παρατηρητών·

ε)

συμφωνημένες χρεώσεις για δημοσιεύσεις, δραστηριότητες κατάρτισης και άλλες υπηρεσίες που παρέχονται από την Αρχή, εφόσον αυτές έχουν ζητηθεί ειδικά από μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές.»·

γ)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τυχόν εθελοντικές συνεισφορές κρατών μελών ή παρατηρητών που αναφέρονται στο στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου δεν γίνονται δεκτές, εάν η εν λόγω αποδοχή θα έθετε εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της Αρχής. Οι εθελοντικές συνεισφορές που συνιστούν αποζημίωση για το κόστος των καθηκόντων που ανατίθενται από αρμόδια αρχή στην Αρχή δεν θεωρείται ότι εγείρουν αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία της τελευταίας.».

53)

Τα άρθρα 63, 64 και 65 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 63

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.   Κάθε έτος, ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει προσωρινό σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού της Αρχής για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη, στο οποίο παρουσιάζονται οι προβλέψεις εσόδων και δαπανών, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το προσωπικό, με βάση τον ετήσιο και τον πολυετή προγραμματισμό της Αρχής, και το διαβιβάζει στο συμβούλιο διοίκησης και στο συμβούλιο εποπτών, μαζί με το οργανόγραμμα.

2.   Το συμβούλιο εποπτών, βάσει του σχεδίου που έχει εγκριθεί από το συμβούλιο διοίκησης, εγκρίνει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη.

3.   Το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού διαβιβάζεται από το συμβούλιο διοίκησης στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, καθώς και στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έως τις 31 Ιανουαρίου.

4.   Λαμβανομένου υπόψη του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού, η Επιτροπή εγγράφει στο σχέδιο του προϋπολογισμού της Ένωσης τις προβλέψεις που κρίνει αναγκαίες για το οργανόγραμμα και το ποσό της εξισορροπητικής συνεισφοράς που θα βαρύνει τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με τα άρθρα 313 και 314 ΣΛΕΕ.

5.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εγκρίνουν το οργανόγραμμα για την Αρχή. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εγκρίνουν τις πιστώσεις για την εξισορροπητική συνεισφορά προς την Αρχή.

6.   Ο προϋπολογισμός της Αρχής εγκρίνεται από το συμβούλιο εποπτών. Καθίσταται οριστικός μετά την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, αναπροσαρμόζεται δεόντως.

7.   Το συμβούλιο διοίκησης γνωστοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο την πρόθεσή του να εκτελέσει έργο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως όταν πρόκειται για έργο σχετικό με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων.

8.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 266 και 267 του δημοσιονομικού κανονισμού, απαιτείται έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο οποιουδήποτε έργου μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές ή μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της Αρχής, ιδίως όταν πρόκειται για έργο σχετικό με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων, συμπεριλαμβανομένων των ρητρών διακοπής.

Άρθρο 64

Εκτέλεση και έλεγχος του προϋπολογισμού

1.   Ο εκτελεστικός διευθυντής ασκεί καθήκοντα διατάκτη και εκτελεί τον ετήσιο προϋπολογισμό της Αρχής.

2.   Ο υπόλογος της Αρχής αποστέλλει τους προσωρινούς λογαριασμούς της στον υπόλογο της Επιτροπής και στο Ελεγκτικό Συνέδριο μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους. Το άρθρο 70 δεν εμποδίζει την Αρχή να παρέχει στο Ελεγκτικό Συνέδριο οποιεσδήποτε πληροφορίες ζητούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο και οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του.

3.   Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει στον υπόλογο της Επιτροπής μέχρι την 1η Μαρτίου του επόμενου έτους τα απαιτούμενα λογιστικά στοιχεία που απαιτούνται για την ενοποίηση, με τον τρόπο και τη μορφή που έχει οριστεί από τον υπόλογο της Επιτροπής.

4.   Επίσης, ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει, μέχρι τις 31 Μαρτίου του επόμενου έτους, την έκθεση για τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση στα μέλη του συμβουλίου εποπτών, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

5.   Αφού λάβει τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους προσωρινούς λογαριασμούς της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 246 του δημοσιονομικού κανονισμού, ο υπόλογος της Αρχής καταρτίζει τους οριστικούς λογαριασμούς της Αρχής. Ο εκτελεστικός διευθυντής διαβιβάζει τους εν λόγω λογαριασμούς στο συμβούλιο εποπτών, το οποίο διατυπώνει γνώμη επί των λογαριασμών αυτών.

6.   Ο υπόλογος της Αρχής διαβιβάζει, μέχρι την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, τους οριστικούς λογαριασμούς, συνοδευόμενους από τη γνώμη του συμβουλίου εποπτών, στον υπόλογο της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ο υπόλογος της Αρχής αποστέλλει επίσης στον υπόλογο της Επιτροπής, έως την 15η Ιουνίου κάθε έτους, δέσμη εκθέσεων που έχει καταρτίσει, σε τυποποιημένη μορφή σύμφωνα με τα όσα έχει ορίσει ο υπόλογος της Επιτροπής για λόγους ενοποίησης.

7.   Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως τις 15 Νοεμβρίου του επόμενου έτους.

8.   Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, ο εκτελεστικός διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεων του τελευταίου επίσης και διαβιβάζει αντίγραφο της εν λόγω απάντησης στο συμβούλιο διοίκησης και στην Επιτροπή.

9.   Ο εκτελεστικός διευθυντής υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από αίτημα του τελευταίου και όπως προβλέπεται στο άρθρο 261 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε στοιχείο που απαιτείται για την εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας απαλλαγής για το υπόψη οικονομικό έτος.

10.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, χορηγεί, πριν από τις 15 Μαΐου του έτους Ν + 2, απαλλαγή στην Αρχή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν.

11.   Η Αρχή διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη για τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και κάθε άλλη παρατήρηση που διατυπώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τη διαδικασία απαλλαγής.

Άρθρο 65

Δημοσιονομικοί κανόνες

Οι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για την Αρχή εγκρίνονται από το συμβούλιο διοίκησης μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι εν λόγω κανόνες δεν επιτρέπεται να αποκλίνουν από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2019/715 της Επιτροπής (*23) εκτός εάν αυτό απαιτούν οι συγκεκριμένες ανάγκες για τη λειτουργία της Αρχής και μόνο με την προηγούμενη συμφωνία της Επιτροπής.

(*23)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/715 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς που δημιουργούνται δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ και αναφέρονται στο άρθρο 70 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 122 της 10.5.2019, σ. 1).»."

54)

Στο άρθρο 66, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης πράξης, εφαρμόζεται στην Αρχή χωρίς κανένα περιορισμό ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*24)

(*24)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1).»."

55)

Το άρθρο 70 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα μέλη του συμβουλίου εποπτών και όλα τα μέλη του προσωπικού της Αρχής, περιλαμβανομένων υπαλλήλων από κράτη μέλη οι οποίοι έχουν αποσπαστεί προσωρινά και λοιπών προσώπων που εκτελούν καθήκοντα για την Αρχή βάσει συμβάσεως, υπόκεινται στις απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 339 ΣΛΕΕ και τις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας της Ένωσης, ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους.»·

β)

στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η υποχρέωση που απορρέει από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Αρχή και τις αρμόδιες αρχές να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες για την επιβολή των νομοθετικών πράξεων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και ειδικότερα για νομικές διαδικασίες σχετικές με την έκδοση αποφάσεων.»·

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Το συμβούλιο διοίκησης και το συμβούλιο εποπτών εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που παρέχουν, άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, οποιαδήποτε υπηρεσία σχετική με τα καθήκοντα της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων και άλλων προσώπων που εξουσιοδοτούνται από το συμβούλιο διοίκησης και το συμβούλιο εποπτών ή διορίζονται από τις αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτόν, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου, ισοδύναμες με εκείνες των παραγράφων 1 και 2.

Οι ίδιες απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισχύουν επίσης για τους παρατηρητές που παρίστανται στις συνεδριάσεις του συμβουλίου διοίκησης και του συμβουλίου εποπτών και οι οποίοι λαμβάνουν μέρος στις δραστηριότητες της Αρχής.»·

δ)

οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εμποδίζουν την Αρχή να ανταλλάσσει πληροφορίες με αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τη λοιπή ενωσιακή νομοθεσία που ισχύει για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

Οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται στους όρους για το επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2. Στον εσωτερικό κανονισμό της η Αρχή ορίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των κανόνων εμπιστευτικότητας που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

4.   Η Αρχή εφαρμόζει την απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/444 της Επιτροπής (*25).

(*25)  Απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/444 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2015, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ (ΕΕ L 72 της 17.3.2015, σ. 53).»."

56)

Το άρθρο 71 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 71

Προστασία δεδομένων

Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών αναφορικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 ή των υποχρεώσεων της Αρχής αναφορικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*26) κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.

(*26)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).»."

57)

Στο άρθρο 72, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Το συμβούλιο διοίκησης εγκρίνει πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.».

58)

Στο άρθρο 74, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αναγκαίες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Αρχής στο κράτος μέλος όπου εδρεύει και σχετικά με τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος για το προσωπικό της Αρχής και τα μέλη των οικογενειών τους ορίζονται σε συμφωνία για την έδρα μεταξύ της Αρχής και του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία συνάπτεται μετά τη λήψη της έγκρισης του συμβουλίου διοίκησης.».

59)

Το άρθρο 76 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 76

Σχέση με την επιτροπή ευρωπαϊκών αρχών τραπεζικής εποπτείας

Η Αρχή θεωρείται ο νόμιμος διάδοχος της επιτροπής ευρωπαϊκών αρχών τραπεζικής εποπτείας (ΕΕΑΤΕ). Έως την ημερομηνία σύστασης της Αρχής, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις και όλες οι εκκρεμείς δράσεις της ΕΕΑΤΕ μεταφέρονται αυτομάτως στην Αρχή. Η ΕΕΑΤΕ συντάσσει κατάσταση στην οποία εμφαίνεται η κατάσταση ενεργητικού και παθητικού της κατά την ημερομηνία της μεταφοράς αυτής. Η εν λόγω κατάσταση ελέγχεται και εγκρίνεται από την ΕΕΑΤΕ και από την Επιτροπή.».

60)

Το άρθρο 81 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Έως την 31η Δεκεμβρίου 2021 και ανά τριετία στη συνέχεια, η Επιτροπή δημοσιεύει γενική έκθεση σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε ως αποτέλεσμα της λειτουργίας της Αρχής και των διαδικασιών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η έκθεση αξιολογεί μεταξύ άλλων:»·

ii)

στο στοιχείο α), η εισαγωγική φράση και το σημείο i) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

την αποτελεσματικότητα και τον βαθμό σύγκλισης των πρακτικών εποπτείας που έχει επιτευχθεί από τις αρμόδιες αρχές:

i)

την ανεξαρτησία των αρμόδιων αρχών και τη σύγκλιση ως προς πρότυπα ισοδύναμα προς την εταιρική διακυβέρνηση·»·

iii)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ζ)

τη λειτουργία της Μεικτής Επιτροπής,

η)

τα εμπόδια ή τις επιπτώσεις στην εποπτική ενοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 8.»·

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«2α.   Στο πλαίσιο της γενικής έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με όλες τις σχετικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη, διενεργεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 9γ.

2β.   Στο πλαίσιο της γενικής έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με όλες τις σχετικές αρμόδιες αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη, διενεργεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση σχετικά με την εφαρμογή, τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα των ειδικών καθηκόντων σχετικά με την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που ανατίθενται στην Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2, το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), και τα άρθρα 9α, 9β, 17 και 19 του παρόντος κανονισμού. Στο πλαίσιο της αξιολόγησής της, η Επιτροπή αναλύει την αλληλεπίδραση μεταξύ των εν λόγω καθηκόντων και των καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και στην Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), καθώς και τον πρακτικό χαρακτήρα, από νομική άποψη, των εξουσιών της Αρχής, στον βαθμό που παρέχουν στην Αρχή τη δυνατότητα να βασίζει τις ενέργειές της στην εθνική νομοθεσία που μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο οδηγίες ή επιλογές άσκησης. Επιπλέον, η Επιτροπή, βάσει συνολικής ανάλυσης κόστους και οφέλους, καθώς και σύμφωνα με τον στόχο της διασφάλισης της συνέπειας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας, διερευνά διεξοδικά τη δυνατότητα ανάθεσης ειδικών καθηκόντων για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε υφιστάμενο ή νέο ειδικό οργανισμό ενωσιακής εμβέλειας.».

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, με εξαίρεση τον Τίτλο IV αυτής, της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97 (*27) και της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*28) και, στον βαθμό που οι πράξεις αυτές εφαρμόζονται για ασφαλιστικές επιχειρήσεις, αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ιδρύματα που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, στο πλαίσιο των σχετικών τμημάτων της οδηγίας 2002/65/ΕΚ, περιλαμβανομένων όλων των οδηγιών, των κανονισμών και των αποφάσεων που βασίζονται στις εν λόγω πράξεις, και κάθε άλλης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην Αρχή.

Η Αρχή συμβάλλει στις εργασίες της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*29) όσον αφορά την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*30) και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η Αρχή αποφασίζει επί της συμφωνίας της σύμφωνα με το άρθρο 9α παράγραφος 9 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

3.   Η Αρχή ενεργεί στο πεδίο των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, χρηματοοικονομικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων, ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών και ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, σε σχέση με τα θέματα που δεν εμπίπτουν άμεσα στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, περιλαμβανομένων των θεμάτων εταιρικής διακυβέρνησης, ελέγχου και χρηματοοικονομικών αναφορών, λαμβάνοντας υπόψη βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα και την ενσωμάτωση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω δράσεις είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση αποτελεσματικής και συνεπούς εφαρμογής των πράξεων αυτών.

(*27)  Οδηγία (ΕΕ) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 26 της 2.2.2016, σ. 19)."

(*28)  Οδηγία (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) (ΕΕ L 354 της 23.12.2016, σ. 37)."

(*29)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12)."

(*30)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).»·"

β)

η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Ο σκοπός της Αρχής είναι να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον συμβάλλοντας στη βραχυπρόθεσμη, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη σταθερότητα και αποτελεσματικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, προς όφελος της οικονομίας, των πολιτών και των επιχειρήσεων της Ένωσης. Η Αρχή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της, συμβάλλει:»·

τα στοιχεία ε) και στ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

στη διασφάλιση της δέουσας ρύθμισης και εποπτείας της ανάληψης κινδύνων στους τομείς των ασφαλίσεων, των αντασφαλίσεων και των δραστηριοτήτων επαγγελματικής συνταξιοδότησης·

στ)

στην ενίσχυση της προστασίας των πελατών και των καταναλωτών· και»·

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ζ)

στην ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά·»·

ii)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Γι’ αυτούς τους λόγους, η Αρχή συμβάλλει στη διασφάλιση της συνεπούς, αποδοτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των πράξεων οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, να ενισχύει την εποπτική σύγκλιση και να γνωμοδοτεί σύμφωνα με το άρθρο 16α στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.»·

iii)

το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Αρχή ενεργεί ανεξάρτητα, αντικειμενικά και με αμερόληπτο και διαφανή τρόπο, προς το συμφέρον της Ένωσης ως συνόλου, τηρώντας παράλληλα την αρχή της αναλογικότητας. Η Αρχή έχει υποχρέωση λογοδοσίας, ενεργεί με ακεραιότητα και διασφαλίζει τη δίκαιη μεταχείριση όλων των ενδιαφερομένων.»·

iv)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Το περιεχόμενο και η μορφή των δράσεων και των μέτρων της Αρχής, ιδίως οι κατευθυντήριες γραμμές, οι συστάσεις, οι γνώμες, οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις, τα σχέδια ρυθμιστικών προτύπων και τα σχέδια εκτελεστικών προτύπων τηρούν πλήρως τις εφαρμοστέες διατάξεις του παρόντος κανονισμού και των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Εφόσον επιτρέπεται και είναι συναφές βάσει των εν λόγω διατάξεων, οι δράσεις και τα μέτρα της Αρχής λαμβάνουν, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, δεόντως υπόψητη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων των δραστηριοτήτων ενός χρηματοοικονομικού ιδρύματος, επιχείρησης, άλλου προσώπου ή χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας, οι οποίοι επηρεάζονται από τις δράσεις και τα μέτρα της Αρχής.»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7.   Η Αρχή συστήνει, ως αναπόσπαστο μέρος της, επιτροπή που την συμβουλεύει με ποιο τρόπο σε πλήρη συμμόρφωση με τους εφαρμοστέους κανόνες, οι δράσεις και τα μέτρα της θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές διαφορές που επικρατούν στον τομέα, όσον αφορά τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τα επιχειρηματικά μοντέλα και τις επιχειρηματικές πρακτικές, καθώς και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών, στον βαθμό που οι παράγοντες αυτοί έχουν σημασία σύμφωνα με τους κανόνες που λαμβάνονται υπόψη.».

2)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Αρχή αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ). Κύριος στόχος του ΕΣΧΕ είναι να εξασφαλίζεται η κατάλληλη εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν για τον χρηματοοικονομικό τομέα, ώστε να διαφυλαχθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα και για να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοοικονομικό σύστημα στο σύνολό του και η αποτελεσματική και επαρκής προστασία των πελατών και των καταναλωτών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.»·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 ΣΕΕ, οι συμμετέχοντες στο ΕΣΧΕ συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και πλήρη αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ροή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών αναμεταξύ τους και από την Αρχή προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.»

γ)

στην παράγραφο 5, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Με την επιφύλαξη των εθνικών αρμοδιοτήτων, οι αναφορές του παρόντος κανονισμού στην εποπτεία περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές δραστηριότητες όλων των αρμόδιων αρχών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.».

3)

Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 3

Υποχρέωση λογοδοσίας των Αρχών

1.   Οι αρχές που μνημονεύονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως δ) είναι υπόλογες έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

2.   Σύμφωνα με το άρθρο 226 ΣΛΕΕ, η Αρχή συνεργάζεται πλήρως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια οποιωνδήποτε ερευνών διεξάγονται δυνάμει του εν λόγω άρθρου.

3.   Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, και διαβιβάζει, ως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους, την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Η έκθεση δημοσιοποιείται.

4.   Κατόπιν αιτήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο πρόεδρος συμμετέχει σε ακρόαση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις επιδόσεις της Αρχής. Πραγματοποιείται ακρόαση τουλάχιστον ετησίως. Ο πρόεδρος προβαίνει σε δήλωση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και απαντά σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις των μελών του, όποτε ζητηθεί.

5.   Ο πρόεδρος υποβάλλει έγγραφη έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της Αρχής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όποτε ζητηθεί και τουλάχιστον 15 ημέρες πριν προβεί στη δήλωση που προβλέπει η παράγραφος 4.

6.   Πέρα από τις πληροφορίες που μνημονεύονται στα άρθρα 11 έως 18 και στα άρθρα 20 και 33, η έκθεση συμπεριλαμβάνει κάθε σχετική πληροφορία που έχει ζητήσει ad hoc το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

7.   Η Αρχή απαντά προφορικώς ή γραπτώς σε κάθε ερώτηση που απευθύνεται στην ίδια από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο εντός πέντε εβδομάδων από την παραλαβή της.

8.   Κατόπιν αιτήσεως, ο πρόεδρος πραγματοποιεί, κεκλεισμένων των θυρών, εμπιστευτικές προφορικές συζητήσεις με τον πρόεδρο, τους αντιπροέδρους και τους συντονιστές της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όλοι οι συμμετέχοντες τηρούν τις απαιτήσεις περί επαγγελματικού απορρήτου.

9.   Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων εμπιστευτικότητας που απορρέουν από τη συμμετοχή σε διεθνή φόρουμ, η Αρχή ενημερώνει, κατόπιν αιτήματος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τη συμβολή της στην ενιαία, κοινή, συνεπή και αποτελεσματική εκπροσώπηση των συμφερόντων της Ένωσης στα εν λόγω διεθνή φόρουμ.».

4)

Στο άρθρο 4 σημείο 2), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

όσον αφορά την οδηγία 2002/65/ΕΚ, οι αρχές και φορείς που είναι αρμόδιοι να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων με τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας·».

5)

Στο άρθρο 7 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«Ο καθορισμός της τοποθεσίας της έδρας της Αρχής δεν επηρεάζει την εκτέλεση των καθηκόντων και εξουσιών της, την οργάνωση της δομής διακυβέρνησής της, τη λειτουργία της κύριας οργάνωσής της ή την κύρια χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της, επιτρέποντας, κατά περίπτωση, την από κοινού χρήση με τους οργανισμούς της Ένωσης υπηρεσιών διοικητικής στήριξης και υπηρεσιών διαχείρισης εγκαταστάσεων οι οποίες δεν συνδέονται με τις κύριες δραστηριότητες της Αρχής.».

6)

Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

με βάση τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμβάλλει στην καθιέρωση κοινών ρυθμιστικών και εποπτικών προτύπων και πρακτικών υψηλής ποιότητας, ιδίως με την ανάπτυξη σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών, συστάσεων και άλλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των γνωμοδοτήσεων·»·

ii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«αα)

καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση το οποίο πρέπει να προσδιορίζει βέλτιστες πρακτικές και μεθοδολογίες και διεργασίες υψηλής ποιότητας, λαμβάνει δε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές πρακτικές και τα επιχειρηματικά μοντέλα, καθώς και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών·»·

iii)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή των νομικά δεσμευτικών ενωσιακών πράξεων, ιδίως συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινής εποπτικής νοοτροπίας, διασφαλίζοντας τη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή των νομοθετικών πράξεων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, αποτρέποντας την καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας, προωθώντας και παρακολουθώντας την εποπτική ανεξαρτησία, μεσολαβώντας και επιλύοντας διαφωνίες μεταξύ αρμόδιων αρχών, διασφαλίζοντας αποτελεσματική και συνεπή εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, διασφαλίζοντας τη συνεκτική λειτουργία των σωμάτων εποπτών και λαμβάνοντας μέτρα, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης·»·

iv)

τα στοιχεία ε) έως η) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

διοργανώνει και διενεργεί αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών από ομοτίμους και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και εντοπίζει βέλτιστες πρακτικές, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων·

στ)

παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα αρμοδιότητάς της, περιλαμβανομένων, εφόσον ενδείκνυται, των εξελίξεων που αφορούν τις τάσεις στις ασφαλίσεις, τις αντασφαλίσεις και τις επαγγελματικές συντάξεις, ιδίως προς τα νοικοκυριά και τις ΜΜΕ, και τις τάσεις στις καινοτόμες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις εξελίξεις που σχετίζονται με τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και τους σχετικούς με τη διακυβέρνηση παράγοντες·

ζ)

πραγματοποιεί αναλύσεις αγοράς για την ενημέρωση της διαδικασίας απαλλαγής για την Αρχή·

η)

ενισχύει, κατά περίπτωση, την προστασία των ασφαλισμένων, των μελών του συνταξιοδοτικού συστήματος και των συνταξιούχων, των καταναλωτών και των επενδυτών, ιδίως σε σχέση με τις ελλείψεις σε διασυνοριακό πλαίσιο και λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς κινδύνους·»·

v)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο μετά το στοιχείο θ):

«θα)

συμβάλλει στη θέσπιση κοινής στρατηγικής της Ένωσης για τα χρηματοοικονομικά δεδομένα·»·

vi)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο μετά το στοιχείο ια):

«ιαα)

δημοσιεύει στον ιστότοπό της και ενημερώνει σε τακτική βάση όλα τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές, τις συστάσεις και τις ερωτήσεις και απαντήσεις για κάθε νομοθετική πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, συμπεριλαμβανομένων των επισκοπήσεων που αφορούν την τρέχουσα κατάσταση των εν εξελίξει εργασιών και το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα για την έγκριση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων.»

vii)

το στοιχείο ιβ) απαλείφεται·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η Αρχή:

α)

κάνει χρήση όλων των εξουσιών που διαθέτει·

β)

λαμβάνοντας υπόψη τον στόχο για κατοχύρωση της ασφάλειας και ευρωστίας των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, λαμβάνει δεόντως υπόψη τους διαφόρους τύπους, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων· και

γ)

λαμβάνει υπόψη την τεχνολογική καινοτομία, τα καινοτόμα και βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα, όπως τους συνεταιρισμούς και τα ταμεία αλληλασφάλισης, καθώς και την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και των σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων.»·

γ)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία:

«γα)

εκδίδει συστάσεις όπως ορίζεται στο άρθρο 29α»·

«δα)

εκδίδει προειδοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3·»·

ii)

το στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ)

γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16α·»·

iii)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ζα)

εκδίδει απαντήσεις σε ερωτήσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 16β·

ζβ)

λαμβάνει μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 9α·»

δ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και κατά την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η Αρχή ενεργεί βάσει και εντός των ορίων του νομοθετικού πλαισίου και λαμβάνει δεόντως υπόψη τις αρχές της αναλογικότητας, όποτε είναι σκόπιμο, και της βελτίωσης της νομοθεσίας, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων αναλύσεων κόστους/οφέλους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Οι ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις που αναφέρονται στα άρθρα 10, 15, 16 και 16α διεξάγονται όσο το δυνατόν ευρύτερα, για να διασφαλιστεί μια προσέγγιση χωρίς αποκλεισμούς προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, και παρέχουν εύλογο χρόνο στους συμφεροντούχους για να απαντήσουν. Η Αρχή δημοσιεύει περίληψη της συμβολής των ενδιαφερομένων και επισκόπηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν οι πληροφορίες και οι απόψεις που προέκυψαν από τις διαβουλεύσεις, σε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου και σε σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου.».

7)

Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

συλλογή, ανάλυση και αναφορά των καταναλωτικών τάσεων, όπως η εξέλιξη του κόστους και των επιβαρύνσεων για χρηματοοικονομικές υπηρεσίες λιανικής και χρηματοοικονομικά προϊόντα λιανικής στα κράτη μέλη·»·

ii)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία:

«αα)

διενέργεια ενδελεχών θεματικών αξιολογήσεων της συμπεριφοράς των αγορών, διαμόρφωση κοινής αντίληψης όσον αφορά τις πρακτικές των αγορών με σκοπό τον εντοπισμό δυνητικών προβλημάτων και την ανάλυση των επιπτώσεών τους·

αβ)

ανάπτυξη δεικτών κινδύνου λιανικής με σκοπό τον έγκαιρο εντοπισμό αιτιών που ενδέχεται να προκαλέσουν βλάβη στους καταναλωτές και τους επενδυτές·»·

iii)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ε)

συμβολή στη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά όπου οι καταναλωτές και οι λοιποί χρήστες των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών έχουν ισότιμη πρόσβαση σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και χρηματοοικονομικά προϊόντα·

στ)

συντονισμός των δραστηριοτήτων ανώνυμης έρευνας αγοράς («mystery shopping») των αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση.»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή παρακολουθεί τις νέες και τις υφιστάμενες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες και μπορεί να εγκρίνει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις με σκοπό την προώθηση της ασφάλειας και της αξιοπιστίας των αγορών, καθώς και τη σύγκλιση και την αποτελεσματικότητα των ρυθμιστικών και εποπτικών πρακτικών.»·

γ)

οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η Αρχή συστήνει, ως αναπόσπαστο οργανωτικό της μέρος της, επιτροπή για την προστασία των καταναλωτών και τη χρηματοοικονομική καινοτομία, στην οποία συμμετέχουν όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές και οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την προστασία των καταναλωτών, με σκοπό την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών, την επίτευξη συντονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τη ρυθμιστική και εποπτική μεταχείριση των νέων ή καινοτόμων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και την παροχή γνωμοδοτήσεων με σκοπό να τις παρουσιάσει η Αρχή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Η Αρχή συνεργάζεται στενά με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*31) για την αποφυγή επικαλύψεων, ασυνεπειών και έλλειψη ασφάλειας δικαίου στον τομέα της προστασίας δεδομένων. Η Αρχή μπορεί επίσης να προσκαλεί εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων ως παρατηρητές στην επιτροπή.

5.   Η Αρχή μπορεί προσωρινά να απαγορεύσει ή να περιορίσει την εμπορική προώθηση, διανομή ή πώληση ορισμένων χρηματοοικονομικών προϊόντων, μέσων ή δραστηριοτήτων που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντική οικονομική ζημία στους πελάτες ή τους καταναλωτές ή απειλούν την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης, στις περιπτώσεις που καθορίζονται και υπό τους όρους που θεσπίζονται στις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή, εφόσον απαιτείται, σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα και με τους όρους που θεσπίζονται στο άρθρο 18.

Η Αρχή επανεξετάζει την απόφαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ανά τακτά χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον ανά εξάμηνο. Μετά από τουλάχιστον δύο διαδοχικές ανανεώσεις και βάσει κατάλληλης ανάλυσης η οποία στοχεύει στο να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις στον πελάτη ή στον καταναλωτή, η Αρχή δύναται να αποφασίσει σχετικά με την ετήσια ανανέωση της απαγόρευσης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Αρχή να επανεξετάσει την απόφασή της. Σε αυτήν την περίπτωση, η Αρχή αποφασίζει αν θα εμμείνει στην απόφασή αυτή κατά τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

Η Αρχή μπορεί επίσης να εκτιμήσει την ανάγκη απαγόρευσης ή περιορισμού ορισμένων μορφών χρηματοοικονομικής δραστηριότητας ή πρακτικής και, εφόσον χρειαστεί, να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές προκειμένου να διευκολύνει τη θέσπιση οποιασδήποτε απαγόρευσης ή περιορισμού.

(*31)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).»."

8)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 9α

Επιστολές μη ανάληψης δράσης

1.   Η Αρχή λαμβάνει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν θεωρεί ότι η εφαρμογή μίας από τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή οποιωνδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικών πράξεων που βασίζονται στις εν λόγω νομοθετικές πράξεις ενδέχεται να εγείρει σημαντικά ζητήματα, για έναν από τους ακόλουθους λόγους:

α)

η Αρχή θεωρεί ότι οι διατάξεις που περιλαμβάνονται σε μια τέτοια πράξη μπορεί να έρχονται σε άμεση αντίθεση με άλλη σχετική πράξη,

β)

όταν η πράξη είναι μία από τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η απουσία κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικών πράξεων που θα συμπλήρωναν ή θα διευκρίνιζαν τη σχετική πράξη θα δημιουργούσε εύλογες αμφιβολίες σχετικά με τις νομικές συνέπειες που απορρέουν από τη νομοθετική πράξη ή την ορθή εφαρμογή της,

γ)

η απουσία κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 16, θα δημιουργούσε πρακτικές δυσκολίες όσον αφορά την εφαρμογή της σχετικής νομοθετικής πράξης.

2.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Αρχή απευθύνει στις αρμόδιες αρχές και στην Επιτροπή έγγραφη λεπτομερή περιγραφή των ζητημάτων που θεωρεί ότι υφίστανται.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), η Αρχή γνωμοδοτεί στην Επιτροπή για κάθε ενέργεια την οποία θεωρεί κατάλληλη, με τη μορφή νέας νομοθετικής πρότασης ή πρότασης νέας κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικής πράξης, και σχετικά με τον επείγοντα χαρακτήρα που, κατά την κρίση της Αρχής, αποδίδεται στο ζήτημα. Η Αρχή δημοσιοποιεί τη γνώμη της.

Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, η Αρχή αξιολογεί το συντομότερο δυνατόν την ανάγκη να εγκρίνει σχετικές κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16.

Η Αρχή ενεργεί με ταχείες διαδικασίες, ιδίως με σκοπό να συμβάλει στην πρόληψη των ζητημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, όποτε αυτό είναι δυνατόν.

3.   Εφόσον απαιτείται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, και εν αναμονή της έγκρισης και της εφαρμογής νέων μέτρων σε συνέχεια των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η Αρχή εκδίδει γνώμες σχετικά με συγκεκριμένες διατάξεις των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, με σκοπό την προώθηση συνεκτικών, αποδοτικών και αποτελεσματικών πρακτικών εποπτείας και επιβολής, καθώς και της κοινής, ενιαίας και συνεπούς εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.

4.   Όταν, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται, ιδίως από τις αρμόδιες αρχές, η Αρχή θεωρεί ότι οποιαδήποτε από τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή οποιαδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστική πράξη που βασίζεται στις εν λόγω νομοθετικές πράξεις εγείρει σημαντικά έκτακτα ζητήματα που αφορούν την εμπιστοσύνη της αγοράς, την προστασία των καταναλωτών, των πελατών ή των επενδυτών, την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή των αγορών βασικών προϊόντων, ή τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης, απευθύνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση επιστολή στις αρμόδιες αρχές και στην Επιτροπή, στην οποία περιγράφει λεπτομερώς τα ζητήματα που θεωρεί ότι υφίστανται. Η Αρχή δύναται να γνωμοδοτεί στην Επιτροπή για κάθε ενέργεια την οποία θεωρεί κατάλληλη, με τη μορφή νέας νομοθετικής πρότασης ή πρότασης νέας κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικής πράξης, και σχετικά με τον επείγοντα χαρακτήρα που αποδίδεται στο ζήτημα. Η Αρχή δημοσιοποιεί τη γνώμη της.».

9)

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οσάκις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναθέτουν εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεκτική εναρμόνιση στους τομείς που περιγράφονται συγκεκριμένα στις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, η Αρχή δύναται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Η Αρχή υποβάλλει τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που κατάρτισε στην Επιτροπή προς έγκριση. Ταυτόχρονα, η Αρχή διαβιβάζει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.»·

ii)

το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Πριν την υποβολή τους στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι πολύ δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και τις επιπτώσεις των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σε σχέση με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Αρχή ζητεί επίσης τις συμβουλές της οικείας ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.»·

iii)

το τέταρτο εδάφιο απαλείφεται·

iv)

το πέμπτο και το έκτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εντός τριών μηνών από την παραλαβή σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα το εγκρίνει. Η Επιτροπή ενημερώνει εν ευθέτω χρόνω το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όταν η έγκριση δεν μπορεί να λάβει χώρα εντός της τρίμηνης περιόδου. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων εν μέρει μόνον ή, εάν το απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης, με τροποποιήσεις.

Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει ένα σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου ή να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, διαβιβάζει και πάλι το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου προς την Αρχή, εξηγώντας γιατί δεν το εγκρίνει ή εξηγώντας τους λόγους των τροποποιήσεών της. Η Επιτροπή διαβιβάζει αντίγραφο της επιστολής της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει στην Επιτροπή υπό μορφή επίσημης γνώμης προς έγκριση. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Εφόσον η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας προθεσμίας. Η Αρχή ενημερώνει εγκαίρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή ότι δεν θα τηρήσει τη νέα προθεσμία.»·

γ)

στην παράγραφο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Επιτροπή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και τις επιπτώσεις των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σε σχέση με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης τις συμβουλές της οικείας ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.»·

δ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. Οι λέξεις «ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο» εμφανίζονται στον τίτλο των κανονισμών ή αποφάσεων αυτών. Τα εν λόγω πρότυπα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζουν να ισχύουν κατά την ημερομηνία που ορίζεται στις εν λόγω πράξεις.».

10)

Στο άρθρο 13 παράγραφος 1, απαλείφεται το δεύτερο εδάφιο.

11)

Το άρθρο 15 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αναθέτουν εκτελεστικές εξουσίες στην Επιτροπή για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων με εκτελεστικές πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 291 ΣΛΕΕ, στους τομείς που ορίζονται συγκεκριμένα στις νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, η Αρχή δύναται να καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων. Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα είναι τεχνικής φύσεως, δεν συνεπάγονται στρατηγικές αποφάσεις ή πολιτικές επιλογές, το δε περιεχόμενό τους είναι να καθοριστούν οι όροι εφαρμογής αυτών των πράξεων. Η Αρχή υποβάλλει το σχέδιο εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που κατήρτισε στην Επιτροπή προς έγκριση. Ταυτόχρονα, η Αρχή διαβιβάζει τα εν λόγω τεχνικά πρότυπα προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Πριν από την υποβολή σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή, η Αρχή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και αν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι πολύ δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ή σε σχέση με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Αρχή ζητεί επίσης τις συμβουλές της οικείας ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή σχεδίου εκτελεστικού τεχνικού προτύπου, η Επιτροπή αποφασίζει αν θα το εγκρίνει. Η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει αυτό το χρονικό διάστημα κατά έναν μήνα. Η Επιτροπή ενημερώνει εν ευθέτω χρόνω το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εάν η έγκριση δεν μπορεί να λάβει χώρα εντός της τρίμηνης περιόδου. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εν μέρει μόνον ή με τροποποιήσεις, εφόσον αυτό απαιτεί το συμφέρον της Ένωσης.

Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει ένα σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου ή προτίθεται να το εγκρίνει εν μέρει ή με τροποποιήσεις, το διαβιβάζει και πάλι προς την Αρχή, εξηγώντας γιατί δεν σκοπεύει να το εγκρίνει ή εξηγώντας τους λόγους των τροποποιήσεών της. Η Επιτροπή διαβιβάζει αντίγραφο της επιστολής της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Εντός έξι εβδομάδων, η Αρχή μπορεί να τροποποιήσει το σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου με βάση τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής και να το επανυποβάλει στην Επιτροπή υπό μορφή επίσημης γνώμης. Η Αρχή διαβιβάζει αντίγραφο της επίσημης γνώμης της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αν, κατά τη λήξη της προθεσμίας των έξι εβδομάδων που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο, η Αρχή δεν έχει υποβάλει τροποποιημένο σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου ή έχει υποβάλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου που δεν τροποποιήθηκε κατά τρόπο συνεπή προς τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει το εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με τις τροποποιήσεις που θεωρεί συναφείς ή να το απορρίψει.

Η Επιτροπή δεν τροποποιεί το περιεχόμενο σχεδίου εκτελεστικού τεχνικού προτύπου της Αρχής χωρίς προηγούμενο συντονισμό με την Αρχή, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

2.   Όταν η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας χρονικής προθεσμίας. Η Αρχή ενημερώνει εγκαίρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή ότι δεν θα τηρήσει τη νέα προθεσμία.»·

β)

στην παράγραφο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Επιτροπή διενεργεί ανοιχτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και αναλύει τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες, εκτός και εάν οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και την επίπτωση των εν λόγω εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ή σε σχέση με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η Επιτροπή ζητεί επίσης τις συμβουλές της οικείας ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.»·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα εγκρίνονται με κανονισμούς ή αποφάσεις. Οι λέξεις «εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο» εμφανίζονται στον τίτλο των κανονισμών ή αποφάσεων αυτών. Τα εν λόγω πρότυπα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζουν να ισχύουν κατά την ημερομηνία που ορίζεται στις εν λόγω πράξεις.».

12)

Το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών στο ΕΣΧΕ και την εξασφάλιση της κοινής, ομοιόμορφης και συνεπούς εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, η Αρχή εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές με αποδέκτες όλες τις αρμόδιες αρχές ή όλα τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και εκδίδει συστάσεις με αποδέκτες μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές ή ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά ιδρύματα.

Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις εκδίδονται σύμφωνα με τις εξουσιοδοτήσεις που παρέχονται στις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή το παρόν άρθρο.

2.   Η Αρχή διενεργεί, κατά περίπτωση, ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδει και αναλύει τα συναφή ενδεχόμενα κόστη και οφέλη της έκδοσης τέτοιου είδους κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι αναλογικές σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και την επίπτωση των κατευθυντήριων γραμμών ή των συστάσεων. Η Αρχή ζητεί επίσης, κατά περίπτωση, συμβουλές από την ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και την ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών που αναφέρονται στο άρθρο 37. Η Αρχή, όταν δεν διεξάγει ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις ή δεν ζητεί συμβουλές από την ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και την ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, προβαίνει σε σχετική αιτιολόγηση.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις δεν αναφέρονται μόνο σε στοιχεία νομοθετικών πράξεων ούτε τα αναπαράγουν. Πριν να εκδώσει νέα κατευθυντήρια γραμμή ή σύσταση, η Αρχή επανεξετάζει τις υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, ώστε να αποφευχθεί τυχόν αλληλεπικάλυψη.»·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που έχουν εκδοθεί.».

13)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 16α

Γνωμοδοτήσεις

1.   Η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής ή κατόπιν ίδιας πρωτοβουλίας, να γνωμοδοτεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή για όλα τα θέματα που εμπίπτουν στον τομέα της αρμοδιότητάς της.

2.   Το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να περιλαμβάνει δημόσια διαβούλευση ή τεχνική ανάλυση.

3.   Όσον αφορά τις προληπτικές αξιολογήσεις των συγχωνεύσεων και αποκτήσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και για τις οποίες, σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, απαιτείται διαβούλευση μεταξύ των αρμόδιων αρχών δύο ή περισσότερων κρατών μελών, η Αρχή μπορεί, κατόπιν αιτήματος μιας από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, να εκδώσει και να δημοσιεύσει γνώμη για προληπτική εκτίμηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αφορούν τα κριτήρια του άρθρου 59 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Η γνώμη εκδίδεται άμεσα και σε κάθε περίπτωση πριν από τη λήξη της περιόδου αξιολόγησης σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ.

4.   Η Αρχή δύναται, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, να παρέχει τεχνικές συμβουλές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή στους τομείς που ορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Άρθρο 16β

Ερωτήσεις και απαντήσεις

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών και των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, μπορεί να υποβάλει ερωτήσεις στην Αρχή σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Ένωσης, σχετικά με την πρακτική εφαρμογή ή τη μεταφορά των διατάξεων των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, τις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις, καθώς και τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται βάσει των εν λόγω νομοθετικών πράξεων.

Πριν από την υποβολή ερώτησης προς την Αρχή, τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα εξετάζουν εάν θα απευθύνουν πρώτα την ερώτηση στην αρμόδια αρχή τους.

Πριν δημοσιεύσει τις απαντήσεις σε παραδεκτές ερωτήσεις, η Αρχή δύναται να ζητεί περαιτέρω διευκρινίσεις για τις ερωτήσεις που υποβάλλει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο.

2.   Οι απαντήσεις της Αρχής στις ερωτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν είναι δεσμευτικές. Οι απαντήσεις καθίσταται διαθέσιμες τουλάχιστον στη γλώσσα που υποβλήθηκε η ερώτηση.

3.   Η Αρχή δημιουργεί και διατηρεί διαδικτυακό εργαλείο διαθέσιμο στον ιστότοπό της για την υποβολή ερωτήσεων και την έγκαιρη δημοσίευση όλων των ερωτήσεων, που παραλήφθηκαν, καθώς και όλων των απαντήσεων σε όλες τις παραδεκτές ερωτήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1, εκτός εάν η δημοσίευση έρχεται σε σύγκρουση με το έννομο συμφέρον των προσώπων αυτών ή συνεπάγεται κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος. Η Αρχή δύναται να απορρίπτει ερωτήσεις που δεν προτίθεται να απαντήσει. Οι ερωτήσεις που απορρίπτονται δημοσιεύονται από την Αρχή στον ιστότοπό της για περίοδο δύο μηνών.

4.   Τρία μέλη του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου, μπορούν να ζητήσουν από το συμβούλιο εποπτών να αποφασίσει, δυνάμει του άρθρο 44, εάν θα αντιμετωπίσει το ζήτημα της παραδεκτής ερώτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου στις κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16, να ζητήσει συμβουλές από την ομάδα συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37, να εξετάζει ερωτήσεις και απαντήσεις σε κατάλληλα διαστήματα, να διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις ή να αναλύει τις ενδεχόμενες συναφείς δαπάνες και οφέλη. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις και αναλύσεις είναι αναλογικές σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής, τη φύση και τον αντίκτυπο των υπό εξέταση σχεδίων ερωτήσεων και απαντήσεων ή σε σχέση με τον ιδιαίτερα επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Σε περίπτωση συμμετοχής της ομάδας συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37, υφίσταται καθήκον εμπιστευτικότητας.

5.   Η Αρχή διαβιβάζει τις ερωτήσεις για τις οποίες απαιτείται ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου στην Επιτροπή. Η Αρχή δημοσιεύει τυχόν απαντήσεις που παρέχει η Επιτροπή.».

14)

Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής, της οικείας ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων ή με δική της πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων όταν βασίζεται σε τεκμηριωμένες και αιτιολογημένες πληροφορίες από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, η Αρχή περιγράφει πώς προτίθεται να χειριστεί την υπόθεση και, κατά περίπτωση, διερευνά την πιθανολογούμενη παραβίαση ή μη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου.»·

ii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 35, η Αρχή μπορεί, αφού ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, να απευθύνει δεόντως τεκμηριωμένο και αιτιολογημένο αίτημα για πληροφορίες απευθείας σε άλλες αρμόδιες αρχές, όποτε το αίτημα για πληροφορίες που υπέβαλε η οικεία αρμόδια αρχή αποδείχτηκε ή κρίνεται ανεπαρκές για τη συγκέντρωση των πληροφοριών που κρίνονται αναγκαίες για τη διερεύνηση της πιθανολογούμενης παραβίασης ή μη εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.

Ο αποδέκτης του εν λόγου αιτήματος παρέχει στην Αρχή σαφείς, ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ανατίθενται δυνάμει του παρόντος κανονισμού και πριν από την έκδοση σύστασης, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3, η Αρχή, όταν το κρίνει σκόπιμο για την αντιμετώπιση παραβίασης του ενωσιακού δικαίου, συνεργάζεται με την οικεία αρμόδια αρχή σε μια προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας για τις ενέργειες που είναι απαραίτητες ώστε η αρμόδια αρχή να συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο.»·

γ)

οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ, αν αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την επίσημη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται σε αυτήν και εφόσον απαιτείται έγκαιρη αποκατάσταση αυτής της μη συμμόρφωσης προκειμένου να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν οι ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά ή να διασφαλιστούν η εύρυθμη λειτουργία και η ακεραιότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, η Αρχή μπορεί, εφόσον οι σχετικές απαιτήσεις των νομοθετικών πράξεων στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού ισχύουν άμεσα για τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοοικονομικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένης της παύσης κάθε πρακτικής.

Η απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη με την επίσημη γνώμη που εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 4.

7.   Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 υπερισχύουν οποιασδήποτε προγενέστερης απόφασης που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές για το ίδιο θέμα.

Οι αρμόδιες αρχές, όταν αναλαμβάνουν δράση αναφορικά με θέματα που υπόκεινται σε επίσημη γνώμη δυνάμει της παραγράφου 4 ή σε απόφαση δυνάμει της παραγράφου 6, συμμορφώνονται με την επίσημη γνώμη ή την απόφαση, ανάλογα με την περίπτωση.».

15)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 17α

Προστασία των καταγγελλόντων

1.   Η Αρχή διαθέτει ειδικούς διαύλους καταγγελίας για την παραλαβή και τον χειρισμό πληροφοριών που παρέχονται από καταγγέλλοντα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προβαίνει σε καταγγελία για πραγματικές ή δυνητικές περιπτώσεις παραβίασης, κατάχρησης ή μη εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.

2.   Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που υποβάλλουν καταγγελία μέσω των εν λόγω διαύλων προστατεύονται έναντι αντιποίνων σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*32) σχετικά με την προστασία των προσώπων που καταγγέλλουν παραβάσεις του δικαίου της Ένωσης, κατά περίπτωση.

3.   Η Αρχή διασφαλίζει ότι όλες οι πληροφορίες μπορούν να υποβάλλονται ανώνυμα ή εμπιστευτικά και με ασφάλεια. Όταν η Αρχή θεωρεί ότι οι υποβληθείσες πληροφορίες περιλαμβάνουν αποδείξεις ή σοβαρές ενδείξεις για ουσιώδεις παραβάσεις, παρέχει ανατροφοδότηση στον καταγγέλλοντα.

(*32)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2019, σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης (ΕΕ L 305 της 26.11.2019, σ. 17.)»."

16)

Στο άρθρο 18, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Αν το Συμβούλιο έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον η συντονισμένη δράση από αρμόδιες αρχές είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστούν αντίξοες εξελίξεις που ενδέχεται να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης ή την προστασία των πελατών και των καταναλωτών, η Αρχή δύναται να εκδίδει μεμονωμένες αποφάσεις με τις οποίες ζητείται από τις αρμόδιες αρχές να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, για να αντιμετωπιστούν οι εξελίξεις αυτές, διασφαλίζοντας ότι τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στις εν λόγω νομοθετικές πράξεις.»·

17)

Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Στις περιπτώσεις που προσδιορίζονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 17, η Αρχή μπορεί να επικουρεί τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες δύο περιπτώσεις:

α)

κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων από τις οικείες αρμόδιες αρχές, εάν μια αρμόδια αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο πράξης, προτεινόμενης πράξης ή αδράνειας από άλλη αρμόδια αρχή·

β)

στις περιπτώσεις που οι νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 προβλέπουν ότι η Αρχή μπορεί να επικουρεί με δική της πρωτοβουλία όταν, με βάση αντικειμενικούς λόγους, μπορεί να προσδιοριστεί διαφωνία μεταξύ αρμόδιων αρχών.

Στις περιπτώσεις που οι νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης από τις αρμόδιες αρχές και όταν, σύμφωνα με τις εν λόγω πράξεις, η Αρχή μπορεί να επικουρεί με δική της πρωτοβουλία τις οικείες αρμόδιες αρχές για την επίτευξη συμφωνίας σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου, η διαφωνία τεκμαίρεται όταν δεν λαμβάνεται κοινή απόφαση των εν λόγω αρχών εντός των προθεσμιών που ορίζονται στις εν λόγω πράξεις.»·

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«1α.   Οι οικείες αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην Αρχή ότι δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 προβλέπεται προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται ένα από τα ακόλουθα:

i)

η προθεσμία έχει λήξει· ή

ii)

τουλάχιστον δύο οικείες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών λόγων·

β)

όταν, στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, δεν έχει προβλεφθεί προθεσμία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και επέρχεται ένα από τα ακόλουθα:

i)

τουλάχιστον δύο οικείες αρμόδιες αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει διαφωνία, βάσει αντικειμενικών λόγων· ή

ii)

έχει παρέλθει διάστημα δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής από αρμόδια αρχή αιτήματος άλλης αρμόδιας αρχής για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων με σκοπό τη συμμόρφωση με τις εν λόγω πράξεις και η αρμόδια αρχή στην οποία απευθύνεται το αίτημα δεν έχει εκδώσει ακόμη απόφαση η οποία να ικανοποιεί το αίτημα.

1β.   Ο πρόεδρος κρίνει κατά πόσον η Αρχή πρέπει να ενεργήσει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Όταν η παρέμβαση πραγματοποιείται με πρωτοβουλία της Αρχής, η Αρχή γνωστοποιεί στις οικείες αρμόδιες αρχές την απόφασή της σχετικά με την παρέμβαση.

Έως ότου εκδοθεί η απόφαση της Αρχής σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 4, στις περιπτώσεις στις οποίες οι νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 απαιτούν τη λήψη κοινής απόφασης, όλες οι αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τις ατομικές αποφάσεις τους. Εφόσον η Αρχή αποφασίσει να ενεργήσει, όλες οι αρμόδιες αρχές που εμπλέκονται στην κοινή απόφαση αναβάλλουν τη λήψη των αποφάσεών τους έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.»·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία κατά τη διάρκεια της φάσης συμβιβασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή μπορεί να λάβει απόφαση απαιτώντας από τις εν λόγω αρχές να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα ή να μην προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επίλυση του θέματος και την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς το ενωσιακό δίκαιο. Η απόφαση της Αρχής είναι δεσμευτική για τις οικείες αρμόδιες αρχές. Η απόφαση της Αρχής μπορεί να επιβάλει στις αρμόδιες αρχές να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν μια απόφαση που εξέδωσαν ή να κάνουν χρήση των εξουσιών που διαθέτουν βάσει του σχετικού ενωσιακού δικαίου.»·

δ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Η Αρχή ενημερώνει τις οικείες αρμόδιες αρχές σχετικά με την ολοκλήρωση των διαδικασιών βάσει των παραγράφων 2 και 3, κοινοποιώντας τους ταυτόχρονα, κατά περίπτωση, την απόφαση που έλαβε βάσει της παραγράφου 3.»·

ε)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, όταν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται με την απόφαση της Αρχής, και ως εκ τούτου δεν διασφαλίζει τη συμμόρφωση χρηματοοικονομικού ιδρύματος με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτό σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, η Αρχή μπορεί να εκδίδει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη στο εν λόγω χρηματοοικονομικό ίδρυμα, απαιτώντας από αυτό να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωσή του προς τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής.».

18)

Το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Αρχή προωθεί και παρακολουθεί, εντός του πεδίου των εξουσιών της, την αποδοτική, αποτελεσματική και συνεπή λειτουργία των σωμάτων εποπτών, όπου αυτά θεσπίζονται με νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, και ενισχύει τη συνέπεια και τη συνοχή στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στα σώματα εποπτών. Με στόχο τη σύγκλιση των βέλτιστων πρακτικών εποπτείας, η Αρχή προωθεί κοινά εποπτικά σχέδια και κοινούς ελέγχους και το προσωπικό της Αρχής έχει πλήρη δικαιώματα συμμετοχής στα σώματα εποπτών και, ως εκ τούτου, δύναται να συμμετέχει στις δραστηριότητες των σωμάτων εποπτών, μεταξύ άλλων, σε επιτόπιες επιθεωρήσεις, που διενεργούνται από κοινού από δύο ή περισσότερες αρμόδιες αρχές.»·

β)

η παράγραφος 2, τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο όσον αφορά τη διασφάλιση της συνεπούς και συνεκτικής λειτουργίας των σωμάτων εποπτών για τα διασυνοριακά ιδρύματα σε ολόκληρη την Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη τον συστημικό κίνδυνο που εγκυμονούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 23, και, κατά περίπτωση, συγκαλεί συνεδρίαση του σώματος των εποπτών.»·

ii)

στo τρίτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

να δρομολογεί και να συντονίζει προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 32 για να εκτιμά την αντοχή των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, ιδίως τον συστημικό κίνδυνο που εγκυμονούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23, υπό αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, καθώς και να αξιολογεί το ενδεχόμενο αύξησης του συστημικού κινδύνου υπό συνθήκες πίεσης, εξασφαλίζοντας για τις εν λόγω προσομοιώσεις την εφαρμογή όσο το δυνατόν συνεκτικότερης μεθοδολογίας σε εθνικό επίπεδο και, όταν κρίνεται σκόπιμο, να απευθύνει σύσταση στην αρμόδια αρχή για διόρθωση των προβλημάτων που εντοπίζονται κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων, μεταξύ άλλων σύσταση για τη διεξαγωγή ειδικών εκτιμήσεων· μπορεί να συνιστά στις αρμόδιες αρχές να διεξάγουν επιτόπιες επιθεωρήσεις και να συμμετέχει σε τέτοιου είδους επιτόπιες επιθεωρήσεις, ώστε να εξασφαλίζεται η συγκρισιμότητα και η αξιοπιστία των μεθόδων, των πρακτικών και των αποτελεσμάτων των εκτιμήσεων σε επίπεδο Ένωσης·»·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η Αρχή μπορεί να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, σύμφωνα με τις εξουσιοδοτήσεις των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15, για να διασφαλίζει ενιαίους όρους εφαρμογής σε σχέση με τις διατάξεις που αφορούν την επιχειρησιακή λειτουργία των σωμάτων εποπτών. Η Αρχή μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16, με στόχο την προώθηση της σύγκλισης της εποπτικής λειτουργίας και των βέλτιστων πρακτικών που έχουν εγκριθεί από τα σώματα εποπτών.».

19)

Το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Γενικές διατάξεις περί συστημικών κινδύνων»·

β)

στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23, αναπτύσσει κοινή προσέγγιση για τον εντοπισμό και τη μέτρηση της συστημικής βαρύτητας, περιλαμβανομένων ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών αν χρειαστεί.»·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, ή ιδία πρωτοβουλία, η Αρχή μπορεί να ερευνά συγκεκριμένο είδος χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων ή συγκεκριμένο είδος προϊόντων ή συγκεκριμένη μορφή συμπεριφοράς, προκειμένου να αξιολογεί δυνητικές απειλές κατά της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος ή της προστασίας των πελατών ή των καταναλωτών.

Σε συνέχεια της έρευνας που διεξάγεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, το συμβούλιο εποπτών δύναται να προβαίνει στη διατύπωση κατάλληλων συστάσεων για ανάληψη δράσης προς τις οικείες αρμόδιες αρχές.

Για τον σκοπό αυτόν, η Αρχή μπορεί να κάνει χρήση των εξουσιών που της ανατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 35.».

20)

Στο άρθρο 23, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Αρχή, σε συνεννόηση με το ΕΣΣΚ, αναπτύσσει κριτήρια για τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου, καθώς και κατάλληλο μηχανισμό δοκιμασίας υπό συνθήκες πίεσης, που περιλαμβάνει αξιολόγηση του ενδεχόμενου αύξησης, υπό συνθήκες πίεσης, του συστημικού κινδύνου που εγκυμονούν ή στον οποίο εκτίθενται οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, συμπεριλαμβανομένου του συστημικού κινδύνου που σχετίζεται με το περιβάλλον. Οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές οι οποίοι ίσως εγκυμονούν συστημικό κίνδυνο υπόκεινται σε ενισχυμένη εποπτεία και, όποτε απαιτείται, στις διαδικασίες διάσωσης και εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 25.».

21)

Το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα στοιχεία:

«αα)

καθορίζει τις στρατηγικές εποπτικές προτεραιότητες της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 29α·

αβ)

συγκροτεί ομάδες συντονισμού σύμφωνα με το άρθρο 45β για την προώθηση της εποπτικής σύγκλισης και τον προσδιορισμό των βέλτιστων πρακτικών.»·

ii)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

προάγει την αποτελεσματική διμερή και πολυμερή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών όσον αφορά όλα τα σχετικά ζητήματα, μεταξύ άλλων την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο και τις επιθέσεις στον κυβερνοχώρο, τηρώντας πλήρως τις ισχύουσες διατάξεις για την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων που προβλέπουν οι συναφείς ενωσιακές νομοθετικές πράξεις·»·

iii)

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

καταρτίζει τομεακά και διατομεακά προγράμματα κατάρτισης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την τεχνολογική καινοτομία, τις διάφορες μορφές συνεταιρισμών και ταμείων αλληλασφάλισης, διευκολύνοντας τις ανταλλαγές προσωπικού και ενθαρρύνει τις αρμόδιες αρχές να εντείνουν τη χρήση προγραμμάτων αποσπάσεων και άλλων εργαλείων·»·

iv)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«στ)

θεσπίζει σύστημα παρακολούθησης για την εκτίμηση των σοβαρών περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων, λαμβάνοντας υπόψη τη συμφωνία του Παρισιού για τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή·»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή μπορεί, κατά περίπτωση, να αναπτύξει νέα πρακτικά μέσα και εργαλεία σύγκλισης για την προαγωγή κοινών εποπτικών προσεγγίσεων και πρακτικών.

Με σκοπό την ανάπτυξη κοινής εποπτικής νοοτροπίας, η Αρχή καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων στην Ένωση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον χαρακτήρα, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τις επιχειρηματικές πρακτικές, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών. Το ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο ορίζει βέλτιστες πρακτικές και προσδιορίζει μεθοδολογίες και διαδικασίες υψηλής ποιότητας.

Όπου κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή διενεργεί ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τις γνώμες που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1, τα εργαλεία και τα μέσα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο. Αναλύει, επίσης, όπου κρίνεται σκόπιμο, τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες. Οι διαβουλεύσεις και αναλύσεις αυτές είναι ανάλογες με το εύρος, τη φύση και τις συνέπειες των γνωμών ή εργαλείων και μέσων. Η Αρχή ζητεί επίσης, όπου κρίνεται σκόπιμο, συμβουλές από την οικεία ομάδα συμφεροντούχων που αναφέρεται στο άρθρο 37.».

22)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 29α

Στρατηγικές εποπτικές προτεραιότητες της Ένωσης

Μετά από συζήτηση στο συμβούλιο εποπτών και λαμβάνοντας υπόψη τις συνεισφορές που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές, τις τρέχουσες εργασίες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και τις αναλύσεις, τις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις που δημοσιεύονται από το ΕΣΣΚ, η Αρχή προσδιορίζει, τουλάχιστον ανά τριετία έως τις 31 Μαρτίου, έως δύο προτεραιότητες ενωσιακής εμβέλειας, οι οποίες αντικατοπτρίζουν τις μελλοντικές εξελίξεις και τάσεις. Οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τις εν λόγω προτεραιότητες κατά την κατάρτιση των προγραμμάτων εργασίας τους και ενημερώνουν σχετικά την Αρχή. Η Αρχή συζητά τις σχετικές δραστηριότητες των αρμόδιων αρχών το επόμενο έτος και συνάγει συμπεράσματα. Η Αρχή συζητά πιθανές επακόλουθες ενέργειες κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις προς τις αρμόδιες αρχές και αξιολογήσεις από ομοτίμους στον αντίστοιχο τομέα.

Οι στρατηγικές ενωσιακής εμβέλειας δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να εφαρμόζουν τις δικές τους βέλτιστες πρακτικές, ενεργώντας με βάση τις δικές τους πρόσθετες προτεραιότητες και εξελίξεις, και λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές ιδιαιτερότητες.».

23)

Το άρθρο 30 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 30

Αξιολογήσεις αρμόδιων αρχών από ομοτίμους

1.   Η Αρχή διεξάγει περιοδικά αξιολογήσεις ορισμένων ή όλων των δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών από ομοτίμους, με σκοπό την περαιτέρω βελτίωση της συνέπειας και της αποτελεσματικότητας στα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων. Προς τον σκοπό αυτόν, η Αρχή αναπτύσσει μεθόδους που θα καταστήσουν δυνατή την αντικειμενική εκτίμηση και τη σύγκριση μεταξύ των αρμόδιων αρχών που εξετάζονται. Κατά τον σχεδιασμό και την πραγματοποίηση αξιολογήσεων από ομοτίμους, λαμβάνονται υπόψη υπάρχουσες πληροφορίες και οι αξιολογήσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σχετικά με την οικεία αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων τυχόν συναφών πληροφοριών που παρέχονται στην Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 35 και κάθε συναφούς πληροφορίας από τους συμφεροντούχους.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η Αρχή συστήνει ad hoc επιτροπές αξιολόγησης από ομοτίμους, αποτελούμενες από προσωπικό της Αρχής και μέλη των αρμόδιων αρχών. Η προεδρία των επιτροπών αξιολόγησης από ομοτίμους ασκείται από μέλος του προσωπικού της Αρχής. Ο πρόεδρος, κατόπιν διαβούλευσης με το συμβούλιο διοίκησης και κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης για συμμετοχή, προτείνει τον πρόεδρο και τα μέλη επιτροπής αξιολόγησης από ομοτίμους, που εγκρίνονται από το συμβούλιο εποπτών. Η πρόταση θεωρείται ότι έχει εγκριθεί εκτός εάν, εντός 10 ημερών από την πρόταση του προέδρου, το συμβούλιο εποπτών εκδώσει απορριπτική απόφαση.

3.   Η αξιολόγηση από ομοτίμους περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αξιολόγηση των ακόλουθων στοιχείων, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτά:

α)

της επάρκειας των πόρων, του βαθμού ανεξαρτησίας και των ρυθμίσεων διακυβέρνησης της αρμόδιας αρχής, ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και της ικανότητας αντίδρασης στις εξελίξεις της αγοράς·

β)

της αποτελεσματικότητας και του βαθμού σύγκλισης που επιτεύχθηκε στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και στην εποπτική πρακτική, περιλαμβανομένων των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, των κατευθυντήριων γραμμών και των συστάσεων που εκδόθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 16, και του βαθμού στον οποίο η εποπτική πρακτική επιτυγχάνει τους στόχους που ορίζονται από το ενωσιακό δίκαιο·

γ)

της εφαρμογής των βέλτιστων πρακτικών που ανέπτυξαν οι αρμόδιες αρχές η υιοθέτηση των οποίων θα μπορούσε είναι προς όφελος και άλλων αρμόδιων αρχών·

δ)

της αποτελεσματικότητας και του βαθμού σύγκλισης που επιτεύχθηκε όσον αφορά την επιβολή των διατάξεων που θεσπίσθηκαν κατά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, περιλαμβανομένων των διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων που επιβλήθηκαν κατά των υπεύθυνων προσώπων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις εν λόγω διατάξεις.

4.   Η Αρχή εκδίδει έκθεση με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης από ομοτίμους. Η εν λόγω έκθεση αξιολόγησης από ομοτίμους εκπονείται από την επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους και εγκρίνει το συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 4. Κατά τη σύνταξη της έκθεσης αυτής, η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους διαβουλεύεται με το συμβούλιο διοίκησης, προκειμένου να διατηρηθεί η συνέπεια με άλλες εκθέσεις αξιολόγησης από ομοτίμους και να διασφαλιστούν ίσοι όροι. Το συμβούλιο διοίκησης αξιολογεί ιδίως αν έχει εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο η μεθοδολογία. Στην εν λόγω έκθεση επεξηγούνται και υποδεικνύονται τα μέτρα επακολούθησης που κρίνονται ενδεδειγμένα, αναλογικά και αναγκαία ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης από ομοτίμους. Τα εν λόγω μέτρα επακολούθησης μπορούν να διατυπωθούν υπό μορφή κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 και γνωμών σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται.

Κατά την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 ή κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16, η Αρχή λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης από ομοτίμους παράλληλα με οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες έχει λάβει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, προκειμένου να διασφαλίσει τη σύγκλιση εποπτικών πρακτικών ύψιστης ποιότητας.

5.   Η Αρχή υποβάλλει γνώμη στην Επιτροπή όποτε, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της αξιολόγησης από ομοτίμους ή οποιαδήποτε άλλη πληροφορία έχει λάβει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, θεωρεί ότι θα ήταν αναγκαία περαιτέρω εναρμόνιση των κανόνων της Ένωσης που εφαρμόζονται στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ή στις αρμόδιες αρχές από ενωσιακή άποψη.

6.   Η Αρχή καταρτίζει έκθεση επακολούθησης μετά την παρέλευση δύο ετών από τη δημοσίευση της έκθεσης αξιολόγησης από ομότιμους. Την έκθεση επακολούθησης συντάσσει η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους και εγκρίνει το συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 4. Κατά τη σύνταξη της έκθεσης αυτής, η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους διαβουλεύεται με το συμβούλιο διοίκησης, με σκοπό να διατηρηθεί η συνέπεια με άλλες εκθέσεις παρακολούθησης. Η έκθεση επακολούθησης περιλαμβάνει εκτίμηση, μεταξύ άλλων, της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των ενεργειών στις οποίες προέβησαν οι αρμόδιες αρχές που υπόκεινται σε αξιολόγηση από ομοτίμους ανταποκρινόμενες στα μέτρα επακολούθησης που περιέχονταν στην έκθεση αξιολόγησης από ομότιμους.

7.   Η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές που υπόκεινται στην αξιολόγηση από ομοτίμους, προσδιορίζει τα αιτιολογημένα κύρια ευρήματα της αξιολόγησης από ομοτίμους. Η Αρχή τα δημοσιοποιεί, μαζί με τα αιτιολογημένα κύρια ευρήματα της αξιολόγησης από ομοτίμους και της έκθεσης επακολούθησης που αναφέρονται στην παράγραφο 6. Σε περίπτωση που τα αιτιολογημένα κύρια ευρήματα της Αρχής διαφέρουν από αυτά που έχει προσδιορίσει η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους, η Αρχή διαβιβάζει, σε εμπιστευτική βάση, τα ευρήματα της επιτροπής αξιολόγησης από ομοτίμους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Όταν η αρμόδια αρχή που υπόκειται στην αξιολόγηση από ομοτίμους ανησυχεί ότι η δημοσίευση των αιτιολογημένων κύριων ευρημάτων της Αρχής θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, έχει τη δυνατότητα να παραπέμψει το θέμα στο συμβούλιο εποπτών. Το συμβούλιο εποπτών δύναται να αποφασίσει να μην δημοσιεύσει τα εν λόγω αποσπάσματα.

8.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το συμβούλιο διοίκησης υποβάλλει πρόταση προγράμματος εργασίας για τις αξιολογήσεις από ομοτίμους όσον αφορά τα επόμενα δύο έτη, στην οποία αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, τα διδάγματα από τις προηγούμενες διαδικασίες αξιολόγησης από ομοτίμους και τις συζητήσεις των ομάδων συντονισμού που αναφέρονται στο άρθρο 45β. Το σχέδιο εργασίας για τις αξιολογήσεις από ομοτίμους αποτελεί χωριστό τμήμα του ετήσιου και πολυετούς προγράμματος εργασίας. Το σχέδιο δημοσιοποιείται. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης ή απρόβλεπτων γεγονότων, η Αρχή μπορεί να αποφασίσει τη διενέργεια πρόσθετων αξιολογήσεων από ομοτίμους.».

24)

Το άρθρο 31 τροποποιείται ως εξής:

α)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Αρχή διαδραματίζει γενικό συντονιστικό ρόλο μεταξύ αρμόδιων εθνικών αρχών, ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αντίξοες εξελίξεις ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος ή, σε περιπτώσεις διασυνοριακών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που ενδέχεται να επηρεάσουν την προστασία των ασφαλισμένων, των μελών του συνταξιοδοτικού συστήματος και των συνταξιούχων στην Ένωση.»·

β)

το δεύτερο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

i)

το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή προάγει τη συντονισμένη ενωσιακή απόκριση, μεταξύ άλλων με:»

ii)

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

τη λήψη κατάλληλων μέτρων στην περίπτωση εξελίξεων που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών, με σκοπό τον συντονισμό των ενεργειών που αναλαμβάνονται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές·»·

iii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«εα)

τη λήψη κατάλληλων μέτρων για τον συντονισμό των δράσεων που αναλαμβάνονται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές με σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά φορέων ή προϊόντων που βασίζονται στην τεχνολογική καινοτομία·»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Προκειμένου να συμβάλει στην καθιέρωση κοινής ευρωπαϊκής προσέγγισης όσον αφορά την τεχνολογική καινοτομία, η Αρχή προωθεί την εποπτική σύγκλιση, με την υποστήριξη, κατά περίπτωση, της επιτροπής για την προστασία των καταναλωτών και τη χρηματοοικονομική καινοτομία, διευκολύνοντας την είσοδο στην αγορά φορέων ή προϊόντων που βασίζονται στην τεχνολογική καινοτομία, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, η Αρχή μπορεί να θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16.».

25)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 31α

Ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την καταλληλότητα και την εντιμότητα

Η Αρχή, από κοινού με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), δημιουργούν σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με την εκτίμηση της καταλληλότητας και της εντιμότητας των κατόχων ειδικών συμμετοχών, των διευθυντών και των βασικών αρμοδίων των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.».

26)

Το άρθρο 32 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εκτίμηση των εξελίξεων της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων»·

β)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Αρχή παρακολουθεί και εκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς στον τομέα της αρμοδιότητάς της και, αν κρίνει σκόπιμο, ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), το ΕΣΣΚ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τις συναφείς μικροπροληπτικές τάσεις, τους ενδεχόμενους κινδύνους και τα τρωτά σημεία. Η Αρχή περιλαμβάνει στις εκτιμήσεις της ανάλυση των αγορών εντός των οποίων λειτουργούν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και εκτίμηση των επιπτώσεων των πιθανών εξελίξεων της αγοράς στα ιδρύματα αυτά.»·

γ)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Αρχή προωθεί και συντονίζει σε επίπεδο Ένωσης εκτιμήσεις της αντοχής των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς. Προς τον σκοπό αυτόν αναπτύσσει:»·

ii)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

κοινές μεθοδολογίες εκτίμησης της επίπτωσης οικονομικών σεναρίων στη χρηματοοικονομική θέση ενός χρηματοοικονομικού ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τους κινδύνους που απορρέουν από δυσμενείς περιβαλλοντικές εξελίξεις·»·

iii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«αα)

κοινές μεθοδολογίες για τον προσδιορισμό των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων που πρέπει να περιλαμβάνονται στις εκτιμήσεις σε επίπεδο Ένωσης·»·

iv)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«δ)

κοινές μεθοδολογίες για την εκτίμηση της επίπτωσης των περιβαλλοντικών κινδύνων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων.»·

v)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Αρχή συνεργάζεται με το ΕΣΣΚ.»·

δ)

στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Με την επιφύλαξη των καθηκόντων του ΕΣΣΚ, τα οποία ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, η Αρχή διαβιβάζει, τουλάχιστον μια φορά το έτος ή και συχνότερα, όταν κρίνει σκόπιμο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το ΕΣΣΚ, εκτιμήσεις τάσεων, δυνητικών κινδύνων και τρωτών σημείων στον τομέα αρμοδιότητάς της, σε συνδυασμό με τους δείκτες που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.».

27)

Το άρθρο 33 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 33

Διεθνείς σχέσεις συμπεριλαμβανομένης της ισοδυναμίας

1.   Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και των ενωσιακών θεσμικών οργάνων, η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει επαφές και να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς και τους διοικητικούς φορείς τρίτων χωρών. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις στην Ένωση και τα κράτη μέλη της, ούτε αποτρέπουν τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές τους από τη σύναψη διμερών ή πολυμερών ρυθμίσεων με αυτές τις τρίτες χώρες.

Εάν μια τρίτη χώρα, σύμφωνα με την ισχύουσα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θεσπίστηκε από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, περιλαμβάνεται στον κατάλογο των χωρών που παρουσιάζουν στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά τους συστήματα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, οι οποίες συνεπάγονται σημαντικές απειλές για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης, η Αρχή δεν συνάπτει διοικητικές ρυθμίσεις με τις ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές της εν λόγω τρίτης χώρας. Αυτό δεν αποκλείει άλλες μορφές συνεργασίας μεταξύ της Αρχής και των αντίστοιχων αρχών των τρίτων χωρών, με σκοπό τη μείωση των απειλών για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ένωσης.

2.   Η Αρχή επικουρεί την Επιτροπή στην εκπόνηση αποφάσεων ισοδυναμίας όσον αφορά ρυθμιστικά καθεστώτα και καθεστώτα εποπτείας σε τρίτες χώρες κατόπιν συγκεκριμένου αιτήματος της Επιτροπής για παροχή συμβουλών ή εφόσον απαιτείται από τις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

3.   Η Αρχή παρακολουθεί με ιδιαίτερη έμφαση στις επιπτώσεις τους στη χρηματοοικονομική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς, την προστασία των ασφαλισμένων και τη λειτουργία της εσωτερικής αγορά, τις σχετικές ρυθμιστικές και εποπτικές εξελίξεις, καθώς και τις πρακτικές επιβολής και τις εξελίξεις της αγοράς σε τρίτες χώρες, στον βαθμό που αφορούν τις αξιολογήσεις ισοδυναμίας βάσει επικινδυνότητας, για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

Επιπλέον, επαληθεύει αν εξακολουθούν να πληρούνται τα κριτήρια, βάσει των οποίων έχουν ληφθεί οι εν λόγω αποφάσεις ισοδυναμίας, και οποιεσδήποτε προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτές.

Η Αρχή μπορεί να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των τρίτων χωρών. Η Αρχή υποβάλλει εμπιστευτική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), στην οποία συνοψίζονται τα ευρήματά της που προκύπτουν από την παρακολούθηση όλων των ισοδύναμων τρίτων χωρών. Η έκθεση επικεντρώνεται ιδίως στις επιπτώσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς, την προστασία των ασφαλισμένων ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Όταν η Αρχή εντοπίζει σχετικές εξελίξεις όσον αφορά τις πρακτικές ρύθμισης και εποπτείας ή επιβολής στις τρίτες χώρες που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, οι οποίες ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο στη χρηματοοικονομική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της, στην ακεραιότητα της αγοράς, στην προστασία των ασφαλισμένων ή στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σε εμπιστευτική βάση και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

4.   Με την επιφύλαξη των ειδικών απαιτήσεων που προβλέπονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη των όρων της δεύτερης περιόδου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η Αρχή συνεργάζεται, κατά περίπτωση, με τις σχετικές αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών των οποίων τα ρυθμιστικά και εποπτικά καθεστώτα έχουν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα. Καταρχήν, η εν λόγω συνεργασία λαμβάνει χώρα βάσει διοικητικών ρυθμίσεων οι οποίες συνάπτονται με τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών. Κατά τη διαπραγμάτευση τέτοιου είδους διοικητικών ρυθμίσεων, η Αρχή περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τα εξής:

α)

τους μηχανισμούς που παρέχουν τη δυνατότητα στην Αρχή να λαμβάνει σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το ρυθμιστικό καθεστώς, την εποπτική προσέγγιση, τις σχετικές εξελίξεις της αγοράς και τυχόν μεταβολές οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν την απόφαση περί ισοδυναμίας·

β)

στον βαθμό που είναι αναγκαίο ώστε να δοθεί συνέχεια σε τέτοιου είδους αποφάσεις περί ισοδυναμίας, τις διαδικασίες σχετικά με τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων επιθεωρήσεων, όπου απαιτείται.

Η Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή όταν αρμόδια αρχή τρίτης χώρας αρνείται να συνάψει τέτοιου είδους διοικητικές ρυθμίσεις ή αρνείται να συνεργαστεί αποτελεσματικά.

5.   Η Αρχή μπορεί να καταρτίσει πρότυπες διοικητικές ρυθμίσεις, με σκοπό την καθιέρωση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών εντός της Ένωσης και την ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού. Οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να ακολουθούν τις εν λόγω πρότυπες ρυθμίσεις.

Στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 43 παράγραφος 5, η Αρχή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές ρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί με εποπτικές αρχές, διεθνείς οργανισμούς ή διοικήσεις τρίτων χωρών, τη συνδρομή της Αρχής προς την Επιτροπή για την προετοιμασία αποφάσεων ισοδυναμίας και σχετικά με την παρακολούθηση που αναλαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

6.   Στο πλαίσιο των εξουσιών της δυνάμει του παρόντος κανονισμού και των νομοθετικών πράξεων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή συμβάλλει στην ενιαία, κοινή, συνεπή και αποτελεσματική εκπροσώπηση των συμφερόντων της Ένωσης στα διεθνή φόρουμ.».

28)

Το άρθρο 34 απαλείφεται.

29)

Το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 απαλείφεται·

β)

οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ απευθυνόμενη προς την Αρχή, η Αρχή συζητεί την προειδοποίηση ή σύσταση κατά την επόμενη συνεδρίαση του συμβουλίου εποπτών ή, κατά περίπτωση, νωρίτερα, για να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της εν λόγω προειδοποίησης ή σύστασης στην εκπλήρωση των καθηκόντων της και τη συνέχεια που πρέπει ενδεχομένως να δοθεί.

Με τη συναφή διαδικασία λήψης αποφάσεων, λαμβάνει απόφαση σχετικά με οποιαδήποτε ληπτέα μέτρα με βάση τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό για τον χειρισμό των θεμάτων που ορίζονται στις προειδοποιήσεις και συστάσεις.

Αν η Αρχή δεν προβεί σε ενέργειες για προειδοποίηση ή σύσταση, αναφέρει στο ΕΣΣΚ τους σχετικούς λόγους. Το ΕΣΣΚ ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010. Το ΕΣΣΚ ενημερώνει επίσης σχετικά το Συμβούλιο.

5.   Αμέσως μετά τη λήψη προειδοποίησης ή σύστασης από το ΕΣΣΚ που απευθύνεται προς αρμόδια αρχή, η Αρχή, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, χρησιμοποιεί τις εξουσίες που της παρέχονται με τον παρόντα κανονισμό προκειμένου να εξασφαλίσει ότι θα υπάρξει εγκαίρως επακολούθηση.

Αν ο αποδέκτης δεν προτίθεται να ακολουθήσει τη σύσταση του ΕΣΣΚ, ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών και συζητεί με αυτό τους λόγους για τους οποίους δεν λαμβάνει μέτρα.

Όταν η αρμόδια αρχή ενημερώνει, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και το ΕΣΣΚ για τις ενέργειες στις οποίες προέβη ως απάντηση σε σύσταση του ΕΣΣΚ, λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις του συμβουλίου εποπτών.»·

γ)

η παράγραφος 6 απαλείφεται.

30)

Το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2, 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων αποτελείται από 30 μέλη. Τα εν λόγω μέλη απαρτίζονται από:

α)

13 μέλη που εκπροσωπούν, στη σωστή αναλογία, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που δραστηριοποιούνται στην Ένωση —τρία από τα οποία εκπροσωπούν συνεταιριστικούς ασφαλιστές ή αντασφαλιστές και αλληλασφαλιστικές ή αλληλαντασφαλιστικές ενώσεις,

β)

13 μέλη που εκπροσωπούν τους εκπροσώπους των υπαλλήλων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ασφαλιστικών διαμεσολαβητών που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, καταναλωτές, χρήστες ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υπηρεσιών, αντιπροσώπους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) και εκπροσώπους των συναφών επαγγελματικών ενώσεων, και

γ)

τέσσερα μέλη που είναι ανεξάρτητοι διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί.

3.   Η ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών αποτελείται από 30 μέλη. Τα εν λόγω μέλη απαρτίζονται από:

α)

13 μέλη που εκπροσωπούν στη σωστή αναλογία τα ιδρύματα επαγγελματικών συντάξεων που δραστηριοποιούνται στην Ένωση,

β)

13 μέλη που εκπροσωπούν εκπροσώπους υπαλλήλων, εκπροσώπους συνταξιούχων, εκπροσώπους των ΜΜΕ και εκπροσώπους των συναφών επαγγελματικών ενώσεων, και

γ)

τέσσερα μέλη που είναι ανεξάρτητοι διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί.

4.   Τα μέλη των ομάδων συμφεροντούχων ορίζονται από το συμβούλιο εποπτών, μετά από ανοικτή και διαφανή διαδικασία επιλογής. Στο μέτρο του δυνατού, κατά τη λήψη της απόφασής του το συμβούλιο εποπτών διασφαλίζει τη δέουσα συνεκτίμηση της ποικιλομορφίας των τομέων των ασφαλίσεων, των αντασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων, τη γεωγραφική ισορροπία και την ισορροπία των φύλων, καθώς και την εκπροσώπηση των συμφεροντούχων από ολόκληρη την Ένωση. Τα μέλη των ομάδων συμφεροντούχων επιλέγονται σύμφωνα με τα προσόντα, τις δεξιότητες, τις σχετικές γνώσεις και την αποδεδειγμένη εμπειρία τους.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Τα μέλη της οικείας ομάδας συμφεροντούχων εκλέγουν τον πρόεδρο της ομάδας μεταξύ των μελών της. Η θητεία του προέδρου διαρκεί δύο έτη.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να καλεί τον πρόεδρο οποιασδήποτε ομάδας συμφεροντούχων να προβεί σε δήλωση ενώπιόν του και να απαντήσει σε τυχόν ερωτήσεις των βουλευτών του, όποτε του ζητηθεί.»·

γ)

στην παράγραφο 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Η Αρχή παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, υπό την αίρεση του επαγγελματικού απορρήτου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 70 του παρόντος κανονισμού, και διασφαλίζει επαρκή γραμματειακή υποστήριξη των ομάδων συμφεροντούχων. Καθιερώνεται επαρκής αποζημίωση για τα μέλη των ομάδων συμφεροντούχων που εκπροσωπούν μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, εξαιρουμένων των εκπροσώπων του κλάδου. Η αποζημίωση αυτή λαμβάνει υπόψη το προπαρασκευαστικό έργο και το έργο επακολούθησης των μελών και είναι τουλάχιστον ισοδύναμη με τα ποσοστά επιστροφής δαπανών που καταβάλλονται στους υπαλλήλους, σύμφωνα με τον Τίτλο V Κεφάλαιο 1 Τμήμα 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου (*33) (κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης). Οι ομάδες συμφεροντούχων μπορούν να συγκροτήσουν ομάδες εργασίας για τεχνικά θέματα. Η θητεία των μελών της ομάδας συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και της ομάδας συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών διαρκεί τέσσερα έτη και τη λήξη της ακολουθεί νέα διαδικασία επιλογής.

(*33)  ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1.»·"

δ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Οι ομάδες συμφεροντούχων μπορούν να υποβάλλουν στην Αρχή συμβουλές για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τα καθήκοντα της Αρχής, με ιδιαίτερη έμφαση στα καθήκοντα των άρθρων 10 έως 16 και 29, 30 και 32.

Όταν τα μέλη των ομάδων συμφεροντούχων δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε συμβουλή, το ένα τρίτο των μελών τους ή τα μέλη που εκπροσωπούν μια ομάδα συμφεροντούχων επιτρέπεται να εκδώσουν χωριστή συμβουλή.

Η ομάδα συμφεροντούχων ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων, η ομάδα συμφεροντούχων ταμείων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων και η ομάδα συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών μπορούν να εκδίδουν κοινές συμβουλές για θέματα που άπτονται των εργασιών των ΕΕΑ δυνάμει του άρθρου 56 σχετικά με τις κοινές θέσεις και τις κοινές πράξεις.»·

ε)

η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Η Αρχή δημοσιοποιεί τις συμβουλές των ομάδων συμφεροντούχων, τη χωριστή συμβουλή των μελών τους και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεών τους, καθώς και πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο ελήφθησαν υπόψη οι συμβουλές και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων.».

31)

Το άρθρο 39 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 39

Διαδικασίες λήψης αποφάσεων

1.   Η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6 του παρόντος άρθρου όταν εκδίδει αποφάσεις δυνάμει των άρθρων 17, 18 και 19.

2.   Η Αρχή ενημερώνει κάθε αποδέκτη απόφασης στην επίσημη γλώσσα του σχετικά με την πρόθεσή της να εκδώσει την απόφαση, τάσσοντας προθεσμία εντός της οποίας ο αποδέκτης μπορεί να διατυπώσει τις απόψεις του για το αντικείμενο της απόφασης, λαμβανόμενου πλήρως υπόψη του επείγοντος χαρακτήρα, της πολυπλοκότητας και των ενδεχόμενων συνεπειών του θέματος. Ο αποδέκτης μπορεί να εκφράσει τις απόψεις του στην επίσημη γλώσσα του. Η διάταξη που θεσπίζεται στην πρώτη περίοδο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις συστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 3.

3.   Οι αποφάσεις της Αρ