ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 317

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

62ό έτος
9 Δεκεμβρίου 2019


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 περί γνωστοποιήσεων αειφορίας στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ( 1 )

1

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2089 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και τους ευθυγραμμισμένους με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακούς δείκτες αναφοράς καθώς και τις γνωστοποιήσεις σχετικά με την αειφορία για τους ενωσιακούς δείκτες ( 1 )

17

 

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2019/2090 της Επιτροπής της 19ης Ιουνίου 2019 για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά περιπτώσεις υποψίας ή διαπίστωσης μη συμμόρφωσης με τους ενωσιακούς κανόνες που εφαρμόζονται στη χρήση ή στα κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών οι οποίες επιτρέπονται σε κτηνιατρικά φάρμακα ή ως πρόσθετες ύλες ζωοτροφών ή με τους ενωσιακούς κανόνες που εφαρμόζονται στη χρήση απαγορευμένων ή μη εγκεκριμένων φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών ή στα κατάλοιπά τους ( 1 )

28

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2019/2091 της Επιτροπής της 28ης Νοεμβρίου 2019 για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2197 για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τα στενά συσχετιζόμενα νομίσματα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 1 )

38

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2019/2092 της Επιτροπής της 28ης Νοεμβρίου 2019 για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού στις εισαγωγές βιοντίζελ καταγωγής Ινδονησίας

42

 

*

Εκτελεστικόσ Κανονισμόσ (ΕΕ) 2019/2093 της Επιτροπής της 29ης Νοεμβρίου 2019 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 333/2007 όσον αφορά την ανάλυση των εστέρων λιπαρών οξέων με 3–μονοχλωροπροπανοδιόλη-1,2 (3-MCPD), των γλυκιδυλικών εστέρων λιπαρών οξέων, των υπερχλωρικών ενώσεων και του ακρυλαμιδίου ( 1 )

96

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2019/2094 της Επιτροπής της 29ης Νοεμβρίου 2019 για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 540/2011 όσον αφορά την παράταση των περιόδων έγκρισης των δραστικών ουσιών benfluralin, dimoxystrobin, fluazinam, flutolanil, mancozeb, mecoprop-P, mepiquat, metiram, oxamyl και pyraclostrobin ( 1 )

102

 

*

Εκτελεστικόσ Κανονισμόσ (ΕΕ) 2019/2095 Τησ Επιτροπήσ της 29ης Νοεμβρίου 2019 για τη μείωση της αλιευτικής ποσόστωσης για τον σολομό Ατλαντικού που διατίθεται στην Πολωνία το 2019 λόγω υπεραλίευσης το 2018

105

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

*

Απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2019/2096 της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφάλειας της 28ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με τον διορισμό του διοικητή δυνάμεων αποστολής της ΕΕ για τη στρατιωτική αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα συμβάλει στην εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων του Μάλι (EUTM Mali) και για την κατάργηση της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2019/948 (EUTM Mali/2/2019)

108

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2019/2097 του Συμβουλίου της 2ας Δεκεμβρίου 2019 για τον διορισμό ενός τακτικού και ενός αναπληρωματικού μέλους, έπειτα από πρόταση της Ρουμανίας, στην Επιτροπή των Περιφερειών

110

 

*

Εκτελεστική απόφαση (EE) 2019/2098 της Επιτροπής της 28ης Νοεμβρίου 2019 για τις προσωρινές απαιτήσεις υγείας των ζώων για φορτία προϊόντων ζωικής προέλευσης που προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και τα οποία προέρχονται από την Ένωση και επιστρέφουν στην Ένωση ύστερα από άρνηση τρίτης χώρας να τους επιτρέψει την είσοδο [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2019) 8092]  ( 1 )

111

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στην οδηγία (ΕΕ) 2016/798 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων ( EE L 138 της 26.5.2016 )

114

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ.

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

9.12.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 317/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/2088 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 27ης Νοεμβρίου 2019

περί γνωστοποιήσεων αειφορίας στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2015, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε ένα νέο παγκόσμιο πλαίσιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη: το θεματολόγιο του 2030 για τη βιώσιμη ανάπτυξη («το θεματολόγιο του 2030»), στον πυρήνα του οποίου βρίσκονται οι στόχοι βιώσιμης ανάπτυξης (ΣΒΑ). Η ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Νοεμβρίου 2016 σχετικά με τα επόμενα βήματα για ένα βιώσιμο ευρωπαϊκό μέλλον συνδέει τους ΣΒΑ με το ενωσιακό πλαίσιο πολιτικής, ώστε να διασφαλίζεται ότι όλες οι δράσεις και πρωτοβουλίες πολιτικής της Ένωσης, τόσο σε ενωσιακό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, περιλαμβάνουν τους ΣΒΑ εξαρχής. Στα συμπεράσματά του της 20ής Ιουνίου 2017, το Συμβούλιο επιβεβαίωσε τη δέσμευση της Ένωσης και των κρατών μελών της να εφαρμόσουν το θεματολόγιο του 2030 με ολοκληρωμένο, συνεπή, περιεκτικό, συστηματικό και αποτελεσματικό τρόπο και σε στενή συνεργασία με εταίρους και άλλους ενδιαφερομένους.

(2)

Η μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, πιο αειφόρο και πιο αποδοτική ως προς τη χρήση των πόρων σύμφωνα με τους ΣΒΑ, είναι ζωτική για την μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της Ένωσης. Η συμφωνία του Παρισιού που εγκρίθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή («η συμφωνία του Παρισιού»), η οποία εκδόθηκε από την Ένωση στις 5 Οκτωβρίου 2016 (3) και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Νοεμβρίου 2016, επιδιώκει μια βελτιωμένη αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, μεταξύ άλλων, καθιστώντας τις χρηματοδοτικές ροές συμβατές με την κατεύθυνση προς την ανάπτυξη με χαμηλές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και την ανθεκτικότητα στις κλιματικές μεταβολές.

(3)

Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της συμφωνίας του Παρισιού και να μειωθούν σημαντικά οι κίνδυνοι και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, ο παγκόσμιος στόχος είναι η συγκράτηση της αύξησης της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας αρκετά κάτω από τους 2°C σε σύγκριση με τα προβιομηχανικά επίπεδα και η συνέχιση των προσπαθειών για να περιοριστεί η αύξηση της θερμοκρασίας σε 1,5°C σε σύγκριση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.

(4)

Κοινός στόχος των οδηγιών 2009/65/ΕΚ (4), 2009/138/ΕΚ (5), 2011/61/ΕΕ (6), 2013/36/ΕΕ (7), 2014/65/ΕΕ (8), (ΕΕ) 2016/97 (9), (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 345/2013 (11), (ΕΕ) αριθ. 346/2013 (12), (ΕΕ) 2015/760 (13) και (ΕΕ) 2019/1238 (14) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου είναι να διευκολυνθούν οι δραστηριότητες των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), των πιστωτικών ιδρυμάτων, των διαχειριστών οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) που διαχειρίζονται ή διαθέτουν στην αγορά οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων –περιλαμβανομένων των ευρωπαϊκών μακροπρόθεσμων επενδυτικών κεφαλαίων (EMEK), των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, των επιχειρήσεων επενδύσεων, των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ), των διαχειριστών εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις (διαχειριστές EuVECA), των διαχειριστών ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις (διαχειριστές EuSEF) και των παρόχων πανευρωπαϊκών ατομικών συνταξιοδοτικών προϊόντων (PEPP). Οι εν λόγω οδηγίες και κανονισμοί εξασφαλίζουν πιο ομοιόμορφη προστασία των τελικών επενδυτών και τους διευκολύνουν να αξιοποιήσουν ευρύ φάσμα χρηματοπιστωτικών προϊόντων, ενώ παράλληλα προβλέπουν κανόνες οι οποίοι τους επιτρέπουν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες επενδυτικές αποφάσεις.

(5)

Οι γνωστοποιήσεις προς τους τελικούς επενδυτές σχετικά με την ενσωμάτωση των κινδύνων βιωσιμότητας, τη συνεκτίμηση δυσμενών επιπτώσεων στη βιωσιμότητα και των στόχων αειφόρων επενδύσεων, ή την προώθηση των περιβαλλοντικών ή των κοινωνικών παραμέτρων στη διαδικασία λήψης επενδυτικών αποφάσεων και στις συμβουλευτικές διαδικασίες, είναι ανεπαρκείς γιατί δεν υπόκεινται ακόμη σε εναρμονισμένες απαιτήσεις.

(6)

Η εξαίρεση από τον παρόντα κανονισμό των χρηματοοικονομικών συμβούλων που απασχολούν λιγότερα από τρία άτομα δεν θα πρέπει να θίγει την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας μεταφοράς των οδηγιών 2014/65/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/97 στο εθνικό δίκαιο, ιδίως ως προς τους κανόνες περί επενδυτικών και ασφαλιστικών συμβουλών. Συνεπώς, παρόλο που οι εν λόγω σύμβουλοι δεν υποχρεούνται να παρέχουν πληροφορίες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τους τους κινδύνους βιωσιμότητας όταν παρέχουν συμβουλές.

(7)

Οι οντότητες που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, ανάλογα με τη φύση των δραστηριοτήτων τους, θα πρέπει να τηρούν τους κανόνες για τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές όταν δημιουργούν χρηματοπιστωτικά προϊόντα και τους κανόνες για τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους όταν παρέχουν επενδυτικές ή ασφαλιστικές συμβουλές. Ως εκ τούτου, για τους σκοπούς των γνωστοποιήσεων συγκεκριμένης δραστηριότητας στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, όταν οι εν λόγω οντότητες ασκούν ταυτόχρονα δραστηριότητες τόσο συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές όσο και χρηματοοικονομικών συμβούλων, αυτές θα πρέπει να θεωρούνται συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές, εάν ενεργούν υπό την ιδιότητα των δημιουργών χρηματοπιστωτικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης χαρτοφυλακίου, ενώ θα πρέπει να θεωρούνται χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι, εάν παρέχουν επενδυτικές ή ασφαλιστικές συμβουλές.

(8)

Καθώς η Ένωση βρίσκεται όλο και περισσότερο αντιμέτωπη με τις καταστροφικές και απρόβλεπτες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, της εξάντλησης των πόρων και άλλων ζητημάτων αειφορίας, απαιτείται επείγουσα κινητοποίηση κεφαλαίων, όχι μόνο μέσω δημόσιων πολιτικών αλλά και μέσω του τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Συνεπώς, θα πρέπει να απαιτείται από τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους να γνωστοποιούν συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τις επιλογές τους όσον αφορά την ενσωμάτωση των κινδύνων βιωσιμότητας και των δυσμενών επιπτώσεων στη βιωσιμότητα.

(9)

Ελλείψει εναρμονισμένων ενωσιακών κανόνων για τις γνωστοποιήσεις στους τελικούς επενδυτές σχετικά με την αειφορία, είναι πιθανό να εξακολουθήσουν να θεσπίζονται αποκλίνοντα μέτρα σε εθνικό επίπεδο και να παραμείνουν οι διαφορετικές προσεγγίσεις σε διαφορετικούς τομείς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών με αποτέλεσμα σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, λόγω σημαντικών διαφορών στα πρότυπα γνωστοποίησης. Επιπλέον, η παράλληλη εξέλιξη βασιζόμενων στην αγορά πρακτικών, βάσει προτεραιοτήτων εμπορικού χαρακτήρα που παράγουν αποκλίνοντα αποτελέσματα, προκαλεί περαιτέρω κατακερματισμό της αγοράς και ενδέχεται να επιδεινώσει μελλοντικά τις ανεπάρκειες στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Τα αποκλίνοντα πρότυπα γνωστοποίησης και οι βασιζόμενες στην αγορά πρακτικές καθιστούν πολύ δύσκολη τη σύγκριση μεταξύ των διαφορετικών χρηματοπιστωτικών προϊόντων, δημιουργούν άνισους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των προϊόντων αυτών και για διαύλους διανομής, και εγείρουν πρόσθετους φραγμούς εντός της εσωτερικής αγοράς. Τέτοιες αποκλίσεις θα μπορούσαν επίσης να προκαλούν σύγχυση στους τελικούς επενδυτές και να αλλοιώνουν τις επενδυτικές τους αποφάσεις. Εφαρμόζοντας τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, υπάρχει κίνδυνος τα κράτη μέλη να θεσπίσουν αποκλίνοντα εθνικά μέτρα με αποτέλεσμα εμπόδια στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να θίξουν τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους. Επιπλέον, η έλλειψη εναρμονισμένων κανόνων διαφάνειας καθιστά δύσκολη για τους τελικούς επενδυτές την αποτελεσματική σύγκριση διαφορετικών χρηματοπιστωτικών προϊόντων σε διαφορετικά κράτη μέλη ως προς τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους και τους στόχους των αειφόρων επενδύσεων. Είναι συνεπώς αναγκαία η αντιμετώπιση των υφιστάμενων εμποδίων στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η ενίσχυση της συγκρισιμότητας των χρηματοπιστωτικών προϊόντων, προκειμένου να αποφευχθούν πιθανά μελλοντικά εμπόδια.

(10)

Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί στη μείωση των ασυμμετριών πληροφόρησης στις σχέσεις εντολέα-εντολοδόχου όσον αφορά την ενσωμάτωση των κινδύνων βιωσιμότητας, τη λήψη υπόψη των δυσμενών επιπτώσεων στη βιωσιμότητα και την προώθηση περιβαλλοντικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών, καθώς και τις αειφόρες επενδύσεις απαιτώντας από τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους προσυμβατικές και συνεχείς γνωστοποιήσεις προς τους τελικούς επενδυτές όταν ενεργούν ως εντολοδόχοι των εν λόγω τελικών χρηστών (εντολέων).

(11)

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει απαιτήσεις γνωστοποίησης συμπληρωματικές των κανόνων των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2014/65/ΕΕ, (ΕΕ) 2016/97, (ΕΕ) 2016/2341, και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 345/2013, (ΕΕ) αριθ. 346/2013, (ΕΕ) 2015/760 και (ΕΕ) 2019/1238, καθώς και του εθνικού δικαίου περί προσωπικών και ατομικών συνταξιοδοτικών προϊόντων. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή και αποτελεσματική εποπτεία της συμμόρφωσης προς τον παρόντα κανονισμό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να βασίζονται στις αρμόδιες αρχές που έχουν ήδη ορισθεί δυνάμει των εν λόγω κανόνων.

(12)

Ο παρών κανονισμός διατηρεί την υποχρέωση των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και των χρηματοοικονομικών συμβούλων να ενεργούν προς το βέλτιστο συμφέρον των τελικών επενδυτών, συμπεριλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της απαίτησης δέουσας επιμέλειας πριν από την πραγματοποίηση επενδύσεων, όπως προβλέπεται στις οδηγίες 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/65/ΕΕ, (ΕΕ) 2016/97, (ΕΕ) 2016/2341, και τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 345/2013 και (ΕΕ) αριθ. 346/2013, καθώς και στο εθνικό δίκαιο που διέπει τα προσωπικά και ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα. Προκειμένου να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους, βάσει των κανόνων αυτών, οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι θα πρέπει να ενσωματώνουν στις διαδικασίες τους, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, και να αξιολογούν συνεχώς, όχι μόνον όλους τους σχετικούς χρηματοοικονομικούς κινδύνους, αλλά και όλους τους σχετικούς κινδύνους βιωσιμότητας που πιθανώς θα έχουν σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στη χρηματοοικονομική απόδοση μιας επένδυσης ή στις συμβουλές. Συνεπώς, θα πρέπει οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι να προσδιορίζουν στις πολιτικές τους τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνουν τους εν λόγω κινδύνους και να δημοσιεύουν τις εν λόγω πολιτικές.

(13)

Ο παρών κανονισμός απαιτεί από τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους που παρέχουν επενδυτικές ή ασφαλιστικές συμβουλές όσον αφορά τα βασιζόμενα στην ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα (IBIP), ανεξάρτητα από τον σχεδιασμό των χρηματοπιστωτικών προϊόντων και την αγορά-στόχο, να δημοσιεύουν γραπτές πολιτικές σχετικά με την ενσωμάτωση των κινδύνων βιωσιμότητας και να διασφαλίζουν τη διαφάνεια της εν λόγω ενσωμάτωσης.

(14)

Ως κίνδυνος βιωσιμότητας νοείται γεγονός ή περίσταση στον περιβαλλοντικό ή κοινωνικό τομέα ή στον τομέα της διακυβέρνησης, που εάν επέλθει θα μπορούσε να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην αξία της επένδυσης, όπως καθορίζεται στην τομεακή νομοθεσία, και ιδίως στις οδηγίες 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/65/ΕΕ, (ΕΕ) 2016/97, (ΕΕ) 2016/2341, ή στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με αυτές.

(15)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη των κανόνων σχετικά με την ενσωμάτωση των κινδύνων σύμφωνα με τις οδηγίες 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/65/ΕΕ, (ΕΕ) 2016/97, (ΕΕ) 2016/2341, και τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 345/2013 και (ΕΕ) αριθ. 346/2013, καθώς και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο που διέπει τα προσωπικά και ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των εφαρμοστέων κριτηρίων αναλογικότητας όπως είναι το μέγεθος, η εσωτερική οργάνωση και η φύση, το εύρος και η πολυπλοκότητα των εκάστοτε δραστηριοτήτων. Ο παρών κανονισμός επιδιώκει μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι ενσωματώνουν τους κινδύνους βιωσιμότητας στις επενδυτικές αποφάσεις τους και στις επενδυτικές ή ασφαλιστικές συμβουλές τους. Όταν η αξιολόγηση των κινδύνων βιωσιμότητας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι για το χρηματοπιστωτικό προϊόν, θα πρέπει να αναφέρεται η αιτιολογία. Όταν η αξιολόγηση δείχνει ότι οι κίνδυνοι αυτοί είναι σημαντικοί, θα πρέπει να γνωστοποιείται είτε με ποιοτικούς είτε με ποσοτικούς όρους ο βαθμός που ενδέχεται να επηρεάσουν την απόδοση του χρηματοπιστωτικού προϊόντος. Οι αξιολογήσεις των κινδύνων βιωσιμότητας και οι συναφείς προσυμβατικές γνωστοποιήσεις των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις προσυμβατικές γνωστοποιήσεις των χρηματοοικονομικών συμβούλων. Οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι θα πρέπει να γνωστοποιούν τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους βιωσιμότητας κατά τη διαδικασία επιλογής του χρηματοπιστωτικού προϊόντος που παρουσιάζεται στους τελικούς επενδυτές, προτού παράσχουν τις συμβουλές, ανεξαρτήτως των προτιμήσεων βιωσιμότητας των τελικών επενδυτών. Τούτο δεν θα πρέπει να θίγει την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας μεταφοράς των οδηγιών 2014/65/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/97 στο εθνικό δίκαιο, ιδίως ως προς τις υποχρεώσεις των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και των χρηματοοικονομικών συμβούλων όσον αφορά την παρακολούθηση των προϊόντων, τις αξιολογήσεις καταλληλότητας και συμβατότητας και τις δοκιμές απαιτήσεων και αναγκών.

(16)

Οι επενδυτικές αποφάσεις και συμβουλές ενδέχεται να προκαλέσουν ή να συνδέονται άμεσα με επιπτώσεις επί των παραγόντων αειφορίας αρνητικές, σημαντικές ή πιθανώς σημαντικές.

(17)

Για μια συνεκτική και συνεπή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού χρειάζεται εναρμονισμένος ορισμός των «αειφόρων επενδύσεων», που θα προβλέπει ότι οι εταιρείες στις οποίες πραγματοποιούνται επενδύσεις ακολουθούν ορθές πρακτικές διακυβέρνησης και την αρχή της προφύλαξης, τουτέστιν της «μη πρόκλησης σημαντικής ζημίας», ώστε να μην βλάπτονται σημαντικά ούτε ο περιβαλλοντικός ούτε ο κοινωνικός στόχος.

(18)

Όταν οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το μέγεθός τους, τη φύση και την κλίμακα των δραστηριοτήτων τους και τα είδη των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που διαθέτουν, εκτιμούν τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις, οι οποίες είναι ή είναι πιθανό να είναι σημαντικές, των επενδυτικών αποφάσεών τους για τους παράγοντες αειφορίας, θα πρέπει να ενσωματώνουν στις διαδικασίες τους, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, τις διαδικασίες για την προσμέτρηση των κύριων δυσμενών επιπτώσεων, παράλληλα με τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους και τους κινδύνους βιωσιμότητας. Οι πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω διαδικασίες μπορούν να περιγράφουν τον τρόπο με τον οποίο οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές εκπληρώνουν τις σχετικές με την αειφορία υποχρεώσεις διαχείρισης, ή άλλες δεσμεύσεις μετόχων. Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα πρέπει να περιλαμβάνουν στους δικτυακούς τους τόπους πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω διαδικασίες και περιγραφές των κύριων δυσμενών επιπτώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η μικτή επιτροπή της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15)(ΕΑΤ), της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16) (ΕΑΑΕΣ) και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17) (ΕΑΚΑΑ) («η μικτή επιτροπή»), καθώς και οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές δέουσας επιμέλειας για την υπεύθυνη επιχειρηματική συμπεριφορά που εκπονήθηκαν από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και τις υποστηριζόμενες από τα Ηνωμένα Έθνη αρχές υπεύθυνης επένδυσης.

(19)

Η λήψη υπόψη των παραγόντων αειφορίας στις διαδικασίες λήψης επενδυτικών αποφάσεων και παροχής επενδυτικών συμβουλών μπορεί να αποφέρει οφέλη πέραν των χρηματοπιστωτικών αγορών αυξάνοντας την ανθεκτικότητα της πραγματικής οικονομίας και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με τον τρόπο αυτό, μπορεί να επηρεάσει εντέλει τα χαρακτηριστικά κινδύνου/απόδοσης των χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι να παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε οι τελικοί επενδυτές να λαμβάνουν τεκμηριωμένες επενδυτικές αποφάσεις.

(20)

Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές που λαμβάνουν υπόψη τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων για τους παράγοντες αειφορίας θα πρέπει, για κάθε χρηματοπιστωτικό προϊόν, να γνωστοποιούν με προσυμβατική πληροφόρηση, συνοπτικά σε ποιοτικούς ή ποσοτικούς όρους, τον τρόπο με τον οποίο έχουν συνυπολογισθεί οι κύριες δυσμενείς επιπτώσεις, καθώς και δήλωση ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις στους παράγοντες αειφορίας είναι διαθέσιμες στο πλαίσιο της διαρκούς υποβολής εκθέσεων. Ως κύριες δυσμενείς επιπτώσεις θα πρέπει να νοούνται οι επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων και των συμβουλών που θίγουν τους παράγοντες αειφορίας.

(21)

Μέχρι σήμερα έχουν αναπτυχθεί βιώσιμα προϊόντα με διαφορετικό βαθμό φιλοδοξίας. Ως εκ τούτου, για τους σκοπούς των προσυμβατικών γνωστοποιήσεων και των γνωστοποιήσεων σε περιοδικές εκθέσεις, είναι αναγκαίο να γίνεται διάκριση, μεταξύ των απαιτήσεων για τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που προωθούν περιβαλλοντικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά και των απαιτήσεων για τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που επιδιώκουν θετικό αντίκτυπο στο περιβάλλον και την κοινωνία. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα με περιβαλλοντικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά, οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα πρέπει να γνωστοποιούν εάν και με ποιον τρόπο ο καθορισμένος δείκτης, ο δείκτης βιωσιμότητας ή ο γενικός δείκτης, ευθυγραμμίζεται με τα εν λόγω χαρακτηριστικά και –όπου δεν χρησιμοποιείται δείκτης αναφοράς– να γνωστοποιούν πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πληρούνται τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας των χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα που έχουν ως στόχο τον θετικό αντίκτυπο στο περιβάλλον και την κοινωνία, οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα πρέπει να γνωστοποιούν τον βιώσιμο δείκτη αναφοράς που χρησιμοποιούν για τη μέτρηση των βιώσιμων επιδόσεων και όταν δεν χρησιμοποιείται δείκτης αναφοράς να επεξηγούν τον τρόπο με τον οποίο εκπληρώνεται ο στόχος αειφορίας. Οι εν λόγω γνωστοποιήσεις θα πρέπει να είναι στις ετήσιες εκθέσεις τους.

(22)

Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των κανόνων σχετικά με τις αποδοχές ή την αξιολόγηση της απόδοσης του προσωπικού των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και των χρηματοοικονομικών συμβούλων σύμφωνα με τις οδηγίες 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/65/ΕΕ, (ΕΕ) 2016/97, (ΕΕ) 2016/2341, και τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 345/2013 και (ΕΕ) αριθ. 346/2013, ή των εκτελεστικών πράξεων και του εθνικού δικαίου που διέπουν τα προσωπικά και ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων και των εφαρμοστέων κριτηρίων αναλογικότητας όπως είναι το μέγεθος, η εσωτερική οργάνωση και η φύση, το εύρος και η πολυπλοκότητα των εκάστοτε δραστηριοτήτων. Χρειάζεται ωστόσο μεγαλύτερη διαφάνεια, από ποιοτική ή ποσοτική άποψη, ως προς τις πολιτικές αμοιβών των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και των χρηματοοικονομικών συμβούλων τους, όσον αφορά τις επενδυτικές ή ασφαλιστικές συμβουλές τους, ότι προωθούν την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων βιωσιμότητας, ενώ η δομή των αποδοχών τους δεν ενθαρρύνει την υπερβολική ανάληψη κινδύνων σε σχέση με τους κινδύνους βιωσιμότητας και συνδέεται με την προσαρμοσμένη στον κίνδυνο απόδοση.

(23)

Για την ενίσχυση της διαφάνειας και την ενημέρωση των τελικών επενδυτών, η πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο που οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι ενσωματώνουν τους σχετικούς κινδύνους βιωσιμότητας, σημαντικούς ή δυνητικά σημαντικούς, στις διαδικασίες λήψης επενδυτικών αποφάσεών τους, συμπεριλαμβάνοντας και θέματα οργάνωσης, διαχείρισης κινδύνου και διακυβέρνησης αυτών των διαδικασιών, και στις συμβουλευτικές διαδικασίες τους, αντίστοιχα, θα πρέπει να ρυθμίζεται υποχρεώνοντας τις εν λόγω οντότητες να εμφανίζουν πλήρη ενημέρωση για τις εν λόγω πολιτικές στους δικτυακούς τόπους τους.

(24)

Οι ισχύουσες απαιτήσεις γνωστοποίησης του ενωσιακού δικαίου δεν προβλέπουν τη γνωστοποίηση όλων των πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την ορθή ενημέρωση των τελικών επενδυτών όσον αφορά τον αντίκτυπο των επενδύσεών τους στην αειφορία σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα με περιβαλλοντικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά ή χρηματοπιστωτικά προϊόντα που επιδιώκουν στόχους βιωσιμότητας. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να καθοριστούν περισσότερες συγκεκριμένες και τυποποιημένες απαιτήσεις γνωστοποίησης όσον αφορά τέτοιες επενδύσεις. Για παράδειγμα, ο συνολικός αντίκτυπος των χρηματοπιστωτικών προϊόντων στην αειφορία θα πρέπει να αναφέρεται τακτικά μέσω δεικτών που συνδέονται με τη μέτρηση του επιλεγμένου στόχου αειφόρου επένδυσης. Όταν έχει καθοριστεί κατάλληλος δείκτης αναφοράς, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει επίσης να παρέχονται για τον καθορισμένο δείκτη και για έναν δείκτη ευρείας βάσης, ώστε να μπορεί να γίνει σύγκριση. Όταν οι διαχειριστές των EuSEF καθιστούν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις θετικές κοινωνικές επιπτώσεις στις οποίες στοχεύει κάποιο δεδομένο ταμείο, το συνολικό κοινωνικό αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε και τις συναφείς μεθόδους που χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 346/2013, δύνανται, κατά περίπτωση, να χρησιμοποιούν τις εν λόγω πληροφορίες για τις γνωστοποιήσεις στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού.

(25)

Η οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18) επιβάλλει υποχρεώσεις διαφάνειας όσον αφορά τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και σχετικές με την εταιρική διακυβέρνηση πτυχές στην υποβολή μη χρηματοοικονομικών εκθέσεων. Ωστόσο, η απαιτούμενη από την εν λόγω οδηγία μορφή και παρουσίαση δεν είναι πάντοτε κατάλληλες για άμεση χρήση από τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους, όταν συναλλάσσονται με τους τελικούς επενδυτές. Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι θα πρέπει να έχουν την επιλογή να χρησιμοποιούν πληροφορίες από τις εκθέσεις διαχείρισης και τις μη χρηματοοικονομικές καταστάσεις για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, κατά περίπτωση.

(26)

Για να εξασφαλιστεί η αξιοπιστία των πληροφοριών που δημοσιεύονται στους δικτυακούς τόπους των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και των χρηματοοικονομικών συμβούλων, οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να τηρούνται ενήμερες, και οποιαδήποτε αναθεώρηση ή αλλαγή των πληροφοριών αυτών θα πρέπει να εξηγείται σαφώς.

(27)

Παρά το γεγονός ότι ο παρών κανονισμός δεν καλύπτει τα εθνικά καθεστώτα κοινωνικής ασφάλισης που εμπίπτουν στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τον παρόντα κανονισμό επί των καθεστώτων αυτών, εν όψει του γεγονότος ότι ολοένα και περισσότερα τμήματα της διαχείρισης των καθεστώτων υποχρεωτικής συνταξιοδότησης στο πλαίσιο των εθνικών καθεστώτων κοινωνικής ασφάλισής ανοίγουν σε συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές ή άλλες οντότητες ιδιωτικού δικαίου, ενώ τα καθεστώτα αυτά είναι εκτεθειμένα σε κινδύνους βιωσιμότητας και θα μπορούσαν να εξετάσουν τις αρνητικές επιπτώσεις της αειφορίας, να προωθούν περιβαλλοντικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά ή να επιδιώκουν αειφόρες επενδύσεις, προκειμένου να μετριαστούν οι ασυμμετρίες πληροφόρησης σε τέτοιες σχέσεις εντολέα-εντολοδόχου.

(28)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εμποδίζει κράτος μέλος να εισαγάγει ή να διατηρήσει αυστηρότερες διατάξεις για τη δημοσίευση πολιτικών για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και για πρόσθετες γνωστοποιήσεις σε τελικούς επενδυτές σχετικά με κινδύνους βιωσιμότητας υπό την προϋπόθεση ότι οι θιγόμενοι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι έχουν την εταιρική έδρα τους στην επικράτειά του. Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δεν θα πρέπει να εμποδίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ή την επίτευξη των στόχων του.

(29)

Δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341, τα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) πρέπει ήδη να μεριμνούν ώστε οι κανόνες διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων να εφαρμόζονται στις επενδυτικές τους αποφάσεις και τις αξιολογήσεις κινδύνων έτσι ώστε να εξασφαλίζονται η συνέχεια και η κανονικότητα. Οι επενδυτικές αποφάσεις και η αξιολόγηση κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση, θα πρέπει να γίνονται με τρόπο που διασφαλίζει συμμόρφωση με τα συμφέροντα των μελών και των δικαιούχων των ΙΕΣΠ. Η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές που θα διευκρινίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι επενδυτικές αποφάσεις και η εκτίμηση των κινδύνων από τα ΙΕΣΠ θα λαμβάνουν υπόψη τους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση κινδύνους σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία.

(30)

Η ΕΑΤ, η ΕΑΑΕΣ και η ΕΑΚΑΑ (από κοινού γνωστές ως «ΕΕΑ») θα πρέπει να εξουσιοδοτηθούν να καταρτίσουν σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, μέσω της μικτής επιτροπής, τα οποία θα διευκρινίζουν περαιτέρω το περιεχόμενο, τις μεθοδολογίες και την παρουσίαση πληροφοριών σχετικά με τους δείκτες βιωσιμότητας, το κλίμα και άλλες αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, για κοινωνικά και εργασιακά ζητήματα, για τον σεβασμό ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για την καταπολέμηση της διαφθοράς και δωροδοκίας, καθώς και οι λεπτομέρειες σχετικά με την παρουσίαση και το περιεχόμενο των πληροφοριών που αφορούν την προώθηση περιβαλλοντικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών και για τους στόχους των αειφόρων επενδύσεων που πρέπει να γνωστοποιούνται στα προσυμβατικά έγγραφα, στις ετήσιες εκθέσεις και στους δικτυακούς τόπους των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εν λόγω κανονιστικά τεχνικά πρότυπα μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(31)

Οι ΕΕΑ θα πρέπει να εξουσιοδοτηθούν μέσω της μεικτής επιτροπής να αναπτύξουν σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που θα προβλέπουν την τυποποιημένη παρουσίαση πληροφοριών για την προώθηση περιβαλλοντικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών και αειφόρων επενδύσεων σε ανακοινώσεις εμπορίας. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα δυνάμει εκτελεστικής πράξης σύμφωνα με το άρθρο 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010,

(32)

Δεδομένου ότι οι ετήσιες εκθέσεις συνοψίζουν κατά βάσιν τα επιχειρηματικά αποτελέσματα για ολόκληρα ημερολογιακά έτη, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις απαιτήσεις διαφάνειας για τις εν λόγω εκθέσεις δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται έως την 1η Ιανουαρίου 2022.

(33)

Οι κανόνες γνωστοποίησης που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να συμπληρώνουν τις διατάξεις των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2014/65/ΕΕ, (ΕΕ) 2016/97, (ΕΕ) 2016/2341, και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 345/2013, (ΕΕ) αριθ. 346/2013, (ΕΕ) 2015/760 και (ΕΕ) 2019/1238.

(34)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(35)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, ήτοι η ενίσχυση της προστασίας των τελικών επενδυτών και η βελτίωση των γνωστοποιήσεων σε αυτούς, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων διασυνοριακών αγορών από τελικούς επενδυτές, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, αλλά μπορούν, λόγω της ανάγκης να καθιερωθούν ενιαίες απαιτήσεις γνωστοποίησης, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός καθορίζει εναρμονισμένους κανόνες για τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τους χρηματοοικονομικούς συμβούλους σχετικά με τη διαφάνεια όσον αφορά την ενσωμάτωση των κινδύνων βιωσιμότητας και την εξέταση των δυσμενών επιπτώσεων βιωσιμότητας στις διαδικασίες τους και την παροχή σχετικών με τη βιωσιμότητα πληροφοριών όσον αφορά χρηματοπιστωτικά προϊόντα.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«συμμετέχων στις χρηματοπιστωτικές αγορές»:

α)

ασφαλιστική επιχείρηση που διαθέτει επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση (IBIP),

β)

επιχείρηση επενδύσεων που παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου,

γ)

ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ),

δ)

κατασκευαστής συνταξιοδοτικού προϊόντος,

ε)

διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ),

στ)

πάροχος πανευρωπαϊκών ατομικών συνταξιοδοτικών προϊόντων (PEPP),

ζ)

διαχειριστής εταιρείας επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληροί τις προϋποθέσεις, ο οποίος έχει καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013,

η)

διαχειριστής ταμείου κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληροί τις προϋποθέσεις, ο οποίος έχει καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013,

θ)

εταιρεία διαχείρισης ενός οργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ) ή

ι)

πιστωτικό ίδρυμα που παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου·

2)

«ασφαλιστική επιχείρηση»: ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

3)

«επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση» ή «IBIP»:

α)

επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19) ή

β)

επενδυτικό προϊόν, το οποίο διατίθεται σε επαγγελματία επενδυτή και προσφέρει ληκτότητα ή αξία εξαγοράς η οποία είναι συνολικά ή μερικά εκτεθειμένη, άμεσα ή έμμεσα, σε διακυμάνσεις της αγοράς·

4)

«διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων» ή «ΔΟΕΕ»: ΔΟΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

5)

«επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

6)

«διαχείριση χαρτοφυλακίου»: διαχείριση χαρτοφυλακίου όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 8) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

7)

«ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών» ή «ΙΕΣΠ»: ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών που είναι εγκεκριμένο ή καταχωρισμένο σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341, εκτός εάν πρόκειται για ίδρυμα έναντι του οποίου ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει να εφαρμόσει το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας ή για ίδρυμα που διαχειρίζεται συνταξιοδοτικά καθεστώτα τα οποία έχουν λιγότερα από 15 μέλη συνολικά·

8)

«συνταξιοδοτικό προϊόν»:

α)

συνταξιοδοτικό προϊόν όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1286/2014,

β)

ατομικό συνταξιοδοτικό προϊόν όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1286/2014·

9)

«πανευρωπαϊκό ατομικό συνταξιοδοτικό προϊόν» ή «PEPP»: προϊόν όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1238·

10)

«εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ»:

α)

εταιρεία διαχείρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, ή

β)

εταιρεία επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ και η οποία δεν έχει ορίσει εταιρεία διαχείρισης εγκεκριμένη σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία για τη διαχείρισή της·

11)

«χρηματοοικονομικός σύμβουλος»:

α)

ασφαλιστικός διαμεσολαβητής που παρέχει ασφαλιστικές συμβουλές όσον αφορά ΙBIP,

β)

ασφαλιστική επιχείρηση που παρέχει ασφαλιστικές συμβουλές όσον αφορά ΙBIP,

γ)

πιστωτικό ίδρυμα που παρέχει επενδυτικές συμβουλές,

δ)

επιχείρηση επενδύσεων που παρέχει επενδυτικές συμβουλές,

ε)

ΔΟΕΕ που παρέχει επενδυτικές συμβουλές σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 στοιχείο β) σημείο i) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ή

στ)

εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ που παρέχει επενδυτικές συμβουλές σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημείο i) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·

12)

«χρηματοπιστωτικό προϊόν»:

α)

χαρτοφυλάκιο που η διαχείρισή του γίνεται σύμφωνα με το σημείο 6) του παρόντος άρθρου,

β)

οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ),

γ)

IBIP,

δ)

συνταξιοδοτικό προϊόν,

ε)

συνταξιοδοτικό καθεστώς,

στ)

ΟΣΕΚΑ, ή

ζ)

PEPP·

13)

«οργανισμοί εναλλακτικών επενδύσεων» ή «ΟΕΕ»: ΟΕΕ όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

14)

«συνταξιοδοτικό καθεστώς»: συνταξιοδοτικό καθεστώς όπως ορίζεται στο άρθρο 6 σημείο 2) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341·

15)

«οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες» ή «ΟΣΕΚΑ»: οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες ο οποίος έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·

16)

«επενδυτική συμβουλή»: επενδυτική συμβουλή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 4) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

17)

«αειφόρες επενδύσεις»: επένδυση σε οικονομική δραστηριότητα που συμβάλλει στην επίτευξη περιβαλλοντικού στόχου, η οποία μετράται με βασικούς δείκτες αποδοτικότητας των πόρων ως προς τη χρήση ενέργειας, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, πρώτων υλών, υδάτων και γης, ως προς την παραγωγή αποβλήτων και τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, καθώς και ως προς τις επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα και την κυκλική οικονομία, ή επένδυση σε οικονομική δραστηριότητα η οποία συμβάλλει σε επίτευξη κοινωνικού στόχου, όπως η αντιμετώπιση της ανισότητας, που προωθεί την κοινωνική συνοχή, την κοινωνική ένταξη και τις εργασιακές σχέσεις, ή επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο ή σε οικονομικά ή κοινωνικά μειονεκτούσες κοινότητες εφόσον δεν βλάπτουν σοβαρά κανέναν από αυτούς τους στόχους ενώ οι εταιρείες-αποδέκτες των επενδύσεων ακολουθούν ορθές πρακτικές διακυβέρνησης, ιδίως ως προς τις ορθές δομές διαχείρισης, τις εργασιακές σχέσεις, την αμοιβή του προσωπικού και τη φορολογική συμμόρφωση·

18)

«επαγγελματίας επενδυτής»: πελάτης που πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

19)

«ιδιώτης επενδυτής»: επενδυτής που δεν είναι επαγγελματίας επενδυτής·

20)

«ασφαλιστικός διαμεσολαβητής»: ασφαλιστικός διαμεσολαβητής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 3) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97·

21)

«ασφαλιστική συμβουλή»: συμβουλή όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 15) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97·

22)

«κίνδυνος βιωσιμότητας»: γεγονός ή περίσταση στον περιβαλλοντικό ή κοινωνικό τομέα ή στον τομέα της διακυβέρνησης που, εάν επέλθει, θα μπορούσε να έχει πραγματικές ή δυνητικές σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην αξία της επένδυσης·

23)

«ευρωπαϊκό μακροπρόθεσμο επενδυτικό κεφάλαιο» ή «ΕΜΕΚ»: κεφάλαιο, αδειοδοτημένο σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760·

24)

«παράγοντες αειφορίας»: περιβαλλοντικά και κοινωνικά ζητήματα, ζητήματα προσωπικού, σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και καταπολέμησης της διαφθοράς και της δωροδοκίας.

Άρθρο 3

Διαφάνεια πολιτικών κινδύνου βιωσιμότητας

1.   Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές δημοσιεύουν στους ιστοτόπους τους πληροφορίες σχετικά με τις πολιτικές τους για την ενσωμάτωση των κινδύνων βιωσιμότητας στη διαδικασία λήψης των επενδυτικών τους αποφάσεων.

2.   Οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι δημοσιεύουν στους ιστοτόπους τους πληροφορίες σχετικά με τις πολιτικές τους για την ενσωμάτωση των κινδύνων βιωσιμότητας στις επενδυτικές ή ασφαλιστικές συμβουλές που παρέχουν.

Άρθρο 4

Διαφάνεια των δυσμενών επιπτώσεων στη βιωσιμότητα σε επίπεδο οντότητας

1.   Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές δημοσιεύουν και διατηρούν στους ιστοτόπους τους:

α)

όταν λαμβάνουν υπόψη τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων στους παράγοντες αειφορίας, δήλωση σχετικά με τις πολιτικές δέουσας επιμέλειας σε σχέση με αυτές τις επιπτώσεις, εκτιμώντας δεόντως το μέγεθος, τη φύση και την κλίμακα των δραστηριοτήτων τους και τα είδη των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που διαθέτουν, ή

β)

όταν δεν λαμβάνουν υπόψη τις δυσμενείς επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων στους παράγοντες αειφορίας, δίδουν σαφή αιτιολογία και, κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με το εάν και πότε προτίθενται να το πράξουν.

2.   Οι πληροφορίες που παρέχονται από τους συμμετέχοντες χρηματοπιστωτικών αγορών σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

α)

πληροφορίες σχετικά με τις πολιτικές τους για τον εντοπισμό και την ιεράρχηση των κύριων δυσμενών επιπτώσεων και δεικτών βιωσιμότητας,

β)

περιγραφή των κύριων δυσμενών επιπτώσεων στη βιωσιμότητα και των μέτρων που έχουν ληφθεί σχετικώς ή ενδεχομένως πρόκειται να ληφθούν,

γ)

σύντομες περιλήψεις των πολιτικών ενεργού συμμετοχής σύμφωνα με το άρθρο 3ζ της οδηγίας 2007/36/ΕΚ, κατά περίπτωση,

δ)

αναφορά στην τήρηση υπεύθυνων κωδίκων επιχειρηματικής συμπεριφοράς και διεθνώς αναγνωρισμένων προτύπων για τη δέουσα επιμέλεια και την υποβολή εκθέσεων και, κατά περίπτωση, στον βαθμό ευθυγράμμισης με τους στόχους της συμφωνίας των Παρισίων.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, από τις 30 Ιουνίου 2021, οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές που υπερβαίνουν κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού το κριτήριο του μέσου αριθμού των 500 εργαζομένων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, δημοσιεύουν και διατηρούν στους ιστοτόπους τους δήλωση σχετικά με τις πολιτικές δέουσας επιμέλειας όσον αφορά τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων στους παράγοντες αειφορίας. Η δήλωση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, από τις 30 Ιουνίου 2021, οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές που είναι μητρικές επιχειρήσεις μεγάλου ομίλου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, οι οποίες υπερβαίνουν κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού του ομίλου, σε ενοποιημένη βάση, το κριτήριο του μέσου αριθμού των πεντακοσίων εργαζομένων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, δημοσιεύουν και διατηρούν στους ιστοτόπους τους δήλωση σχετικά με τις πολιτικές δέουσας επιμέλειάς τους όσον αφορά τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων στους παράγοντες αειφορίας. Η δήλωση περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πληροφορίες της παραγράφου 2.

5.   Οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι δημοσιεύουν και διατηρούν στους ιστοτόπους τους:

α)

πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσον, συνεκτιμώντας δεόντως το μέγεθος, τη φύση και την κλίμακα των δραστηριοτήτων τους και τα είδη των χρηματοπιστωτικών προϊόντων για τα οποία παρέχουν συμβουλές, λαμβάνουν υπόψη στις επενδυτικές τους συμβουλές ή στις ασφαλιστικές τους συμβουλές τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις στους παράγοντες αειφορίας, ή

β)

πληροφορίες σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν συνεκτιμούν στις επενδυτικές τους συμβουλές ή στις ασφαλιστικές τους συμβουλές τις δυσμενείς επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων στους παράγοντες αειφορίας καθώς και, κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με το εάν και πότε προτίθενται να λάβουν υπόψη αυτές τις δυσμενείς επιπτώσεις.

6.   Έως τις 30 Δεκεμβρίου 2020, οι ΕΕΑ καταρτίζουν, μέσω της μικτής επιτροπής, ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα υπό μορφή σχεδίου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 με θέμα το περιεχόμενο, τις μεθοδολογίες και την παρουσίαση των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 5 του παρόντος άρθρου, όσον αφορά τους δείκτες βιωσιμότητας σχετικά με δυσμενείς κλιματικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Οι ΕΕΑ ζητούν, κατά περίπτωση, στοιχεία από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος και το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό δια της εγκρίσεως των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων του πρώτου εδαφίου, κατά τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (EΕ) αριθ. 1093/2010, (EΕ) αριθ. 1094/2010 και (EΕ) αριθ. 1095/2010.

7.   Έως τις 30 Δεκεμβρίου 2021, οι ΕΕΑ καταρτίζουν μέσω της μικτής επιτροπής ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα υπό μορφήν σχεδίου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 με θέμα το περιεχόμενο, τις μεθοδολογίες και την παρουσίαση των πληροφοριών των παραγράφων 1 έως 5 του παρόντος άρθρου, όσον αφορά τους δείκτες βιωσιμότητας σχετικά με τις δυσμενείς επιπτώσεις σε κοινωνικά ζητήματα και ζητήματα προσωπικού, σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων και καταπολέμησης της διαφθοράς και της δωροδοκίας.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό δια της εγκρίσεως των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων του πρώτου εδαφίου, κατά τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (EΕ) αριθ. 1093/2010, (EΕ) αριθ. 1094/2010 και (EΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 5

Διαφάνεια στις πολιτικές αμοιβών όσον αφορά την ενσωμάτωση των κινδύνων βιωσιμότητας

1.   Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι περιλαμβάνουν στις πολιτικές αμοιβών τους πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω πολιτικές συνάδουν με την ενσωμάτωση των κινδύνων βιωσιμότητας και δημοσιεύουν τις πληροφορίες αυτές στους ιστοτόπους τους.

2.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνονται στις πολιτικές αμοιβών που καταρτίζουν και διατηρούν υποχρεωτικώς οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι, σύμφωνα με την τομεακή νομοθεσία και ιδίως τις οδηγίες 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/65/ΕΕ, (ΕΕ) 2016/97 και (ΕΕ) 2016/2341.

Άρθρο 6

Διαφάνεια στην ενσωμάτωση των κινδύνων βιωσιμότητας

1.   Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές συμπεριλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία στις προσυμβατικές γνωστοποιήσεις:

α)

τον τρόπο με τον οποίο οι κίνδυνοι βιωσιμότητας ενσωματώνονται στις επενδυτικές τους αποφάσεις, και

β)

τα αποτελέσματα της αξιολόγησης των πιθανών επιπτώσεων των κινδύνων βιωσιμότητας στις αποδόσεις των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που διαθέτουν.

Όταν οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές θεωρούν ότι οι κίνδυνοι βιωσιμότητας δεν είναι σημαντικοί, οι περιγραφές του πρώτου εδαφίου περιλαμβάνουν σαφή και συνοπτική σχετική αιτιολόγηση.

2.   Οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι περιλαμβάνουν τα ακόλουθα στοιχεία στις προσυμβατικές γνωστοποιήσεις:

α)

τον τρόπο με τον οποίο οι κίνδυνοι βιωσιμότητας ενσωματώνονται στις επενδυτικές ή ασφαλιστικές τους συμβουλές και

β)

το αποτέλεσμα της αξιολόγησης των πιθανών επιπτώσεων των κινδύνων βιωσιμότητας στις αποδόσεις των χρηματοπιστωτικών προϊόντων επί των οποίων παρέχουν συμβουλές.

Όταν οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι θεωρούν ότι οι κίνδυνοι βιωσιμότητας δεν είναι σημαντικοί, οι περιγραφές του πρώτου εδαφίου περιλαμβάνουν σαφή και συνοπτική αιτιολόγηση.

3.   Οι γνωστοποιήσεις των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου γίνονται ως εξής:

α)

για τους ΔΟΕΕ, στο πλαίσιο της πληροφόρησης των επενδυτών που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ,

β)

για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο της παροχής των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 185 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ή, όπου αρμόζει, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97,

γ)

για τα ΙΕΣΠ, στο πλαίσιο της παροχής των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 41 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341,

δ)

για τους διαχειριστές εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, στο πλαίσιο της παροχής των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013,

ε)

για τους διαχειριστές ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις, στο πλαίσιο της παροχής των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013,

στ)

για τους κατασκευαστές συνταξιοδοτικών προϊόντων, γραπτώς και εγκαίρως, προτού ο ιδιώτης επενδυτής δεσμευτεί με σύμβαση που αφορά το συνταξιοδοτικό προϊόν,

ζ)

για τις εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, στο πλαίσιο του ενημερωτικού δελτίου που αναφέρεται στο άρθρο 69 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ,

η)

για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν διαχείριση χαρτοφυλακίου ή παρέχουν επενδυτικές συμβουλές, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 4 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

θ)

για τα πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν διαχείριση χαρτοφυλακίου ή που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 4 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

ι)

για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που παρέχουν ασφαλιστικές συμβουλές όσον αφορά IBIP και για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που παρέχουν ασφαλιστικές συμβουλές όσον αφορά συνταξιοδοτικά προϊόντα που εκτίθενται στις διακυμάνσεις της αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97,

ια)

για τους ΔΟΕΕ των ΕΜΕΚ, στο πλαίσιο του ενημερωτικού δελτίου που αναφέρεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/760,

ιβ)

για τους παρόχους PEPP, στο έγγραφο βασικών πληροφοριών PEPP που αναφέρεται στο άρθρο 26 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1238.

Άρθρο 7

Διαφάνεια των δυσμενών επιπτώσεων στη βιωσιμότητα σε επίπεδο χρηματοπιστωτικού προϊόντος

1.   Έως τις 30 Δεκεμβρίου 2022, για κάθε χρηματοπιστωτικό προϊόν, όταν ένας συμμετέχων στις χρηματοπιστωτικές αγορές εφαρμόζει το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α), ή το άρθρο 4 παράγραφος 3 ή 4, οι γνωστοποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

σαφή και αιτιολογημένη εξήγηση του εάν, με ποιον τρόπο, ένα χρηματοπιστωτικό προϊόν λαμβάνει υπόψη τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις στους παράγοντες αειφορίας,

β)

δήλωση ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις στους παράγοντες αειφορίας είναι διαθέσιμες στις πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2.

Όταν οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 περιλαμβάνουν ποσοτικοποιημένες κύριες δυσμενείς επιπτώσεις στους παράγοντες αειφορίας, οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να βασίζονται στις διατάξεις των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφοι 6 και 7.

2.   Όταν ένας συμμετέχων στις χρηματοπιστωτικές αγορές εφαρμόζει το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β), οι γνωστοποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 περιλαμβάνουν για κάθε χρηματοπιστωτικό προϊόν δήλωση ότι ο συμμετέχων στις χρηματοπιστωτικές αγορές δεν λαμβάνει υπόψη τις δυσμενείς επιπτώσεις των επενδυτικών αποφάσεων στους παράγοντες αειφορίας καθώς και τη σχετική αιτιολόγηση.

Άρθρο 8

Διαφάνεια όσον αφορά την προώθηση των περιβαλλοντικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών σε προσυμβατικές γνωστοποιήσεις

1.   Όταν ένα χρηματοπιστωτικό προϊόν ενέχει, μεταξύ άλλων, προώθηση περιβαλλοντικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών, ή συνδυασμό αυτών, και εφόσον οι εταιρείες στις οποίες πραγματοποιούνται οι επενδύσεις ακολουθούν ορθές πρακτικές διακυβέρνησης, οι πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 3 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πληρούνται τα εν λόγω χαρακτηριστικά,

β)

εάν έχει καθοριστεί κάποιος δείκτης ως δείκτης αναφοράς, πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσον και με ποιον τρόπο ο δείκτης αυτός συνάδει με τα εν λόγω χαρακτηριστικά.

2.   Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές περιλαμβάνουν στις πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιούνται βάσει του άρθρου 6 παράγραφοι 1 και 3 ένδειξη του πού βρίσκεται η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του δείκτη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Οι ΕΕΑ καταρτίζουν, μέσω της μικτής επιτροπής, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, όπου διευκρινίζονται περαιτέρω οι λεπτομέρειες της παρουσίασης και του περιεχομένου των πληροφοριών που πρέπει να γνωστοποιούνται βάσει του παρόντος άρθρου.

Κατά την κατάρτιση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, οι ΕΕΑ λαμβάνουν υπόψη τα διάφορα είδη χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τα χαρακτηριστικά τους και τις διαφορές μεταξύ τους, καθώς και τον στόχο για ακριβείς, δίκαιες, σαφείς, μη παραπλανητικές, απλές και συνοπτικές γνωστοποιήσεις.

Οι ΕΕΑ υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην Επιτροπή έως τις 30 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 9

Διαφάνεια των αειφόρων επενδύσεων στις προσυμβατικές γνωστοποιήσεις

1.   Όταν ένα χρηματοπιστωτικό προϊόν έχει ως στόχο του αειφόρες επενδύσεις και έχει καθοριστεί ένας δείκτης ως δείκτης αναφοράς, οι πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιούνται βάσει του άρθρου 6 παράγραφοι 1 και 3 συνοδεύονται από τα ακόλουθα:

α)

πληροφορίες για το πώς ο καθορισμένος δείκτης ευθυγραμμίζεται με τον εν λόγω στόχο,

β)

επεξήγηση του λόγου και του τρόπου με τον οποίο ο ευθυγραμμιζόμενος με τον εν λόγω στόχο καθορισμένος δείκτης διαφοροποιείται από έναν δείκτη ευρείας βάσης.

2.   Όταν ένα χρηματοπιστωτικό προϊόν έχει ως στόχο του αειφόρες επενδύσεις και δεν έχει καθοριστεί δείκτης ως δείκτης αναφοράς, οι προς αποκάλυψη πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 3 περιλαμβάνουν επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο επιτυγχάνεται ο εν λόγω στόχος.

3.   Όταν ένα χρηματοπιστωτικό προϊόν έχει ως στόχο του τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, οι πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιούνται βάσει του άρθρου 6 παράγραφοι 1 και 3 περιλαμβάνουν τον στόχο για έκθεση σε χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα με σκοπό την επίτευξη των μακροπροθέσμων στόχων υπερθέρμανσης του πλανήτη, της συμφωνίας των Παρισίων.

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, όταν δεν είναι διαθέσιμος ο ενωσιακός δείκτης αναφοράς για την κλιματική μετάβαση ούτε ο εναρμονισμένος με τη συμφωνία των Παρισίων ενωσιακός δείκτης αναφοράς σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20), οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 περιλαμβάνουν λεπτομερή επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο εξασφαλίζεται η διαρκής προσπάθεια να εκπληρωθεί ο στόχος της μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα με σκοπό την επίτευξη των μακροπροθέσμων στόχων υπερθέρμανσης του πλανήτη, της συμφωνίας των Παρισίων.

4.   Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές περιλαμβάνουν στις πληροφορίες που πρέπει να γνωστοποιούνται βάσει του άρθρου 6 παράγραφοι 1 και 3 ένδειξη του πού βρίσκονται η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των δεικτών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και οι δείκτες αναφοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου.

5.   Οι ΕΕΑ καταρτίζουν, μέσω της μικτής επιτροπής, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, όπου διευκρινίζονται περαιτέρω οι λεπτομέρειες της παρουσίασης και του περιεχομένου των πληροφοριών που πρέπει να γνωστοποιούνται βάσει του παρόντος άρθρου.

Κατά την κατάρτιση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι ΕΕΑ λαμβάνουν υπόψη τα διάφορα είδη χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τους στόχους τους όπως αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 και τις διαφορές μεταξύ τους, καθώς και τον στόχο για ακριβείς, δίκαιες, σαφείς, μη παραπλανητικές, απλές και συνοπτικές γνωστοποιήσεις.

Οι ΕΕΑ υποβάλλουν τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην Επιτροπή έως τις 30 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 10

Διαφάνεια όσον αφορά την προώθηση των περιβαλλοντικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών και των αειφόρων επενδύσεων σε δικτυακούς τόπους

1.   Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές δημοσιεύουν και τηρούν στους δικτυακούς τόπους τους τις ακόλουθες πληροφορίες για κάθε χρηματοπιστωτικό προϊόν που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 και στο άρθρο 9 παράγραφοι 1, 2 και 3:

α)

περιγραφή των περιβαλλοντικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών ή του στόχου των αειφόρων επενδύσεων,

β)

πληροφορίες σχετικά με τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται για να αξιολογηθούν, να μετρηθούν και να παρακολουθηθούν τα περιβαλλοντικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά ή ο αντίκτυπος των αειφόρων επενδύσεων που έχουν επιλεγεί για το χρηματοπιστωτικό προϊόν, συμπεριλαμβανομένων των πηγών των δεδομένων του, των κριτηρίων ελέγχου για τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία και των σχετικών δεικτών αειφορίας που χρησιμοποιούνται για να μετρηθούν τα περιβαλλοντικά ή κοινωνικά χαρακτηριστικά ή ο συνολικός αντίκτυπος του χρηματοπιστωτικού προϊόντος στην αειφορία,

γ)

τις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 8 και 9,

δ)

τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 11.

Οι πληροφορίες που γνωστοποιούνται βάσει του πρώτου εδαφίου είναι σαφείς, συνοπτικές και κατανοητές για τους επενδυτές. Δημοσιεύονται κατά τρόπο ακριβή, δίκαιο, σαφή, μη παραπλανητικό, απλό και συνοπτικό και σε εμφανή και εύκολα προσβάσιμη περιοχή του δικτυακού τόπου.

2.   Οι ΕΕΑ καταρτίζουν, μέσω της μικτής επιτροπής, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, όπου διευκρινίζονται περαιτέρω οι λεπτομέρειες του περιεχομένου των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) και οι απαιτήσεις παρουσίασης, όπως αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου.

Κατά την κατάρτιση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι ΕΕΑ λαμβάνουν υπόψη τα διάφορα είδη χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τις διαφορές μεταξύ τους. Οι ΕΕΑ επικαιροποιούν τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα υπό το πρίσμα των ρυθμιστικών και τεχνολογικών εξελίξεων.

Οι ΕΕΑ υποβάλλουν τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην Επιτροπή έως τις 30 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 11

Διαφάνεια όσον αφορά την προώθηση των περιβαλλοντικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών και των αειφόρων επενδύσεων στις περιοδικές εκθέσεις

1.   Όταν οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές καθιστούν διαθέσιμο χρηματοπιστωτικό προϊόν όπως αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 9 παράγραφος 1, 2 ή 3, περιλαμβάνουν επίσης τα κάτωθι στοιχεία στις περιοδικές εκθέσεις:

α)

για χρηματοπιστωτικό προϊόν όπως αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1, τον βαθμό επίτευξης των περιβαλλοντικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών·

β)

για χρηματοπιστωτικό προϊόν όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1, 2 ή 3,

i)

τον συνολικό αντίκτυπο του χρηματοπιστωτικού προϊόντος ως προς την αειφορία, μέσω σχετικών δεικτών αειφορίας, ή

ii)

όπου έχει καθοριστεί δείκτης αναφοράς, σύγκριση μεταξύ του συνολικού αντικτύπου του χρηματοπιστωτικού προϊόντος, ως προς την αειφορία, και του αντικτύπου του καθορισμένου δείκτη και του δείκτη ευρείας βάσης, μέσω δεικτών αειφορίας.

2.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δημοσιοποιούνται ως εξής:

α)

για τους ΔΟΕΕ, στην ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ,

β)

για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ετησίως και γραπτώς, σύμφωνα με το άρθρο 185 παράγραφος 6 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ,

γ)

για τα ΙΕΣΠ, στην ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 29 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341,

δ)

για τους διαχειριστές εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, στην ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013,

ε)

για τους διαχειριστές ταμείων κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις, στην ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013,

στ)

για τους κατασκευαστές συνταξιοδοτικών προϊόντων, γραπτώς σε ετήσια έκθεση ή σε έκθεση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο,

ζ)

για τις εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, στην ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 69 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ,

η)

για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν διαχείριση χαρτοφυλακίου, σε περιοδική έκθεση όπως αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

θ)

για τα πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν διαχείριση χαρτοφυλακίου, σε περιοδική έκθεση όπως αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

ι)

για τους παρόχους PEPP, στην δήλωση παροχών PEPP που αναφέρεται στο άρθρο 36 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1238.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές δύνανται να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες σε εκθέσεις διαχείρισης που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 19 της οδηγίας 2013/34/EΕ, ή σε μη χρηματοοικονομικές δηλώσεις που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 19α της εν λόγω οδηγίας, κατά περίπτωση.

4.   Οι ΕΕΑ καταρτίζουν, μέσω της μικτής επιτροπής, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, όπου διευκρινίζονται περαιτέρω οι λεπτομέρειες του περιεχομένου και της παρουσίασης των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Κατά την κατάρτιση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, οι ΕΕΑ λαμβάνουν υπόψη τα διάφορα είδη χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τα χαρακτηριστικά και τους στόχους τους και τις διαφορές μεταξύ τους. Οι ΕΕΑ επικαιροποιούν τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα υπό το πρίσμα των ρυθμιστικών και τεχνολογικών εξελίξεων.

Οι ΕΕΑ υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην Επιτροπή έως τις 30 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 12

Αναθεώρηση των γνωστοποιήσεων

1.   Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε πληροφορία δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 3, 5 ή 10 επικαιροποιείται διαρκώς. Όταν ο συμμετέχων στις χρηματοπιστωτικές αγορές τροποποιεί τις εν λόγω πληροφορίες, δημοσιεύεται σαφής επεξήγηση της τροποποίησης αυτής στον ίδιο δικτυακό τόπο.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, στους χρηματοοικονομικούς συμβούλους όσον αφορά τις πληροφορίες που δημοσιεύονται σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 5.

Άρθρο 13

Διαφημιστικές ανακοινώσεις

1.   Με την επιφύλαξη αυστηρότερης τομεακής νομοθεσίας, ιδίως των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2014/65/ΕΕ και (ΕΕ) 2016/97 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1286/2014, οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι μεριμνούν ώστε οι διαφημιστικές τους ανακοινώσεις να μην αντιφάσκουν με τις πληροφορίες που γνωστοποιούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι ΕΕΑ δύνανται να καταρτίζουν, μέσω της μικτής επιτροπής, σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό της τυποποιημένης παρουσίασης πληροφοριών για την προώθηση περιβαλλοντικών ή κοινωνικών χαρακτηριστικών και αειφόρων επενδύσεων.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 14

Αρμόδιες αρχές

1.   Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με την τομεακή νομοθεσία, και ιδίως την τομεακή νομοθεσία που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, και βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, παρακολουθούν τη συμμόρφωση των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και των χρηματοοικονομικών συμβούλων προς τις απαιτήσεις που επιβάλλονται από τον παρόντα κανονισμό. Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν όλες τις εξουσίες εποπτείας και έρευνας που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους και ανταλλάσσουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, πληροφορίες που σχετίζονται με την εκπλήρωση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 15

Διαφάνεια των ΙΕΣΠ και των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών

1.   Τα ΙΕΣΠ δημοσιεύουν και τηρούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 και στο άρθρο 10 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 2 στοιχείο στ) της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341.

2.   Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές κοινοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3, στο άρθρο 4 παράγραφος 5, στο άρθρο 5, στο άρθρο 6 και στο άρθρο 10 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 23 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/97.

Άρθρο 16

Συνταξιοδοτικά προϊόντα που καλύπτονται από τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009

1.   Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να εφαρμόζουν τον παρόντα κανονισμό στους κατασκευαστές συνταξιοδοτικών προϊόντων που διαχειρίζονται εθνικά καθεστώτα κοινωνικής ασφάλισης τα οποία εμπίπτουν στους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι κατασκευαστές συνταξιοδοτικών προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 1) στοιχείο δ) του παρόντος κανονισμού περιλαμβάνουν τους κατασκευαστές συνταξιοδοτικών προϊόντων που διαχειρίζονται εθνικά καθεστώτα κοινωνικής ασφάλισης και των συνταξιοδοτικών προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 8) του παρόντος κανονισμού. Στην περίπτωση αυτή, ο κατά το άρθρο 2 σημείο 8) του παρόντος κανονισμού ορισμός του συνταξιοδοτικού προϊόντος τεκμαίρεται ότι περιλαμβάνει τα συνταξιοδοτικά προϊόντα της πρώτης περιόδου.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στις EEA τις αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 1.

Άρθρο 17

Εξαιρέσεις

1.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που παρέχουν ασφαλιστικές συμβουλές όσον αφορά τα IBIP ούτε σε επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές όταν πρόκειται για επιχειρήσεις – ασχέτως νομικής μορφής – περιλαμβανομένων των φυσικών προσώπων ή των ελεύθερων επαγγελματιών, εφόσον απασχολούν λιγότερα από τρία άτομα.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόσουν τον παρόντα κανονισμό στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που παρέχουν ασφαλιστικές συμβουλές όσον αφορά τα IBIP ή στις επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στις ΕΕΑ τις αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 2.

Άρθρο 18

Έκθεση

Οι ΕΕΑ προβαίνουν σε αξιολόγηση της έκτασης των εκούσιων γνωστοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α). Το αργότερο στις 10 Σεπτεμβρίου 2022, οι ΕΕΑ υποβάλλουν ετήσια έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές και διατυπώνουν συστάσεις όσον αφορά τα πρότυπα εκούσιας υποβολής στοιχείων. Στην ετήσια έκθεση εξετάζονται οι συνέπειες των πρακτικών δέουσας επιμέλειας επί των γνωστοποιήσεων βάσει του παρόντος κανονισμού και παρέχονται σχετικές οδηγίες. Η έκθεση δημοσιοποιείται και διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Άρθρο 19

Αξιολόγηση

1.   Έως τις 30 Δεκεμβρίου 2022, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και εξετάζει ιδίως εάν:

α)

η αναφορά στον μέσο αριθμό εργαζομένων στο άρθρο 4 παράγραφοι 3 και 4 θα πρέπει να διατηρηθεί, να αντικατασταθεί ή να συνοδευτεί από άλλα κριτήρια, και εξετάζει τα οφέλη και την αναλογικότητα του σχετικού διοικητικού φόρτου·

β)

εάν η λειτουργία του παρόντος κανονισμού παρεμποδίζεται από την έλλειψη δεδομένων ή την ανεπαρκή ποιότητά τους, συμπεριλαμβανομένων των δεικτών για τις δυσμενείς επιπτώσεις στους παράγοντες βιωσιμότητας από τις εταιρείες στις οποίες γίνονται επενδύσεις.

2.   Η αξιολόγηση της παραγράφου 1 συνοδεύεται ενδεχομένως από νομοθετική πρόταση.

Άρθρο 20

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.   Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από τις 10 Μαρτίου 2021.

3.   Ωστόσο, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, το άρθρο 4 παράγραφοι 6 και 7, το άρθρο 8 παράγραφος 3, το άρθρο 9 παράγραφος 5, το άρθρο 10 παράγραφος 2, το άρθρο 11 παράγραφος 4 και το άρθρο 13 παράγραφος 2 εφαρμόζονται από τις 29 Δεκεμβρίου 2019 και το άρθρο 11 παράγραφοι 1 έως 3 εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2022.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 27 Νοεμβρίου 2019.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρο

D. M. SASSOLI

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

T. TUPPURAINEN


(1)  ΕΕ C 62 της 15.2.2019, σ. 97.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18ης Απριλίου 2019 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της .8ης Νοεμβρίου 2019.

(3)  Απόφαση (ΕΕ) 2016/1841 του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 2016, για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας του Παρισιού που εγκρίθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (ΕΕ L 282 της 19.10.2016, σ. 1).

(4)  Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).

(5)  Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).

(6)  Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).

(7)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(8)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).

(9)  Οδηγία (EE) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2016, σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων (ΕΕ L 26 της 2.2.2016, σ. 19).

(10)  Οδηγία (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) (ΕΕ L 354 της 23.12.2016, σ. 37).

(11)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 1).

(12)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 18).

(13)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια (ΕΕ L 123 της 19.5.2015, σ. 98).

(14)  Κανονισμός(ΕΕ) 2019/1238 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, σχετικά με τη θέσπιση πανευρωπαϊκού ατομικού συνταξιοδοτικού προϊόντος (PEPP) (EE L 198 της 25.7.2019, σ. 1).

(15)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(16)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48).

(17)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).

(18)  Οδηγία 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).

(19)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών που αφορούν συσκευασμένα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές και επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση (PRIIP) (ΕΕ L 352 της 9.12.2014, σ. 1).

(20)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 (ΕΕ L 171 της 29.6.2016, σ. 1).


9.12.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 317/17


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/2089 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 27ης Νοεμβρίου 2019

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011 σχετικά με τους ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και τους ευθυγραμμισμένους με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακούς δείκτες αναφοράς καθώς και τις γνωστοποιήσεις σχετικά με την αειφορία για τους ενωσιακούς δείκτες

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2015, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε ένα νέο παγκόσμιο πλαίσιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη: το θεματολόγιο του 2030 για τη βιώσιμη ανάπτυξη («το Θεματολόγιο του 2030») στον πυρήνα του οποίου βρίσκονται οι στόχοι βιώσιμης ανάπτυξης (ΣΒΑ). Η ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Νοεμβρίου 2016 σχετικά με τα επόμενα βήματα για ένα βιώσιμο ευρωπαϊκό μέλλον συνδέει τους ΣΒΑ με το ενωσιακό πλαίσιο πολιτικής, ώστε να διασφαλίζεται ότι όλες οι δράσεις και πρωτοβουλίες πολιτικής της Ένωσης, τόσο σε ενωσιακό όσο και παγκόσμιο επίπεδο, περιλαμβάνουν τους ΣΒΑ εξαρχής. Στα συμπεράσματά του της 20ής Ιουνίου 2017, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επιβεβαίωσε τη δέσμευση της Ένωσης και των κρατών μελών της για εφαρμογή του θεματολογίου του 2030 με ολοκληρωμένο, συνεπή, περιεκτικό, ενσωματωμένο και αποτελεσματικό τρόπο και σε στενή συνεργασία με εταίρους και άλλους ενδιαφερόμενους.

(2)

Το 2015 η Ένωση συνήψε τη συμφωνία του Παρισιού που υιοθετήθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή («η συμφωνία του Παρισιού»), η οποία εγκρίθηκε από την Ένωση στις 5 Οκτωβρίου 2016 (3) και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Νοεμβρίου 2016, και θέτει ως στόχο την ενίσχυση της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, καθιστώντας, μεταξύ άλλων, τις χρηματοδοτικές ροές συμβατές με την πορεία προς την επίτευξη χαμηλών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την ανάπτυξη με ανθεκτικότητα στις κλιματικές μεταβολές.

(3)

Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της συμφωνίας του Παρισιού για τη σημαντική μείωση των κινδύνων και επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, ο παγκόσμιος στόχος είναι η συγκράτηση της αύξησης της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας αρκετά κάτω από τους 2 °C σε σύγκριση με τα προβιομηχανικά επίπεδα και η συνέχιση των προσπαθειών για να περιοριστεί η αύξηση της θερμοκρασίας στον 1,5 °C σε σύγκριση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.

(4)

Στις 8 Οκτωβρίου 2018 η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC) δημοσίευσε την ειδική έκθεση σχετικά με την άνοδο της θερμοκρασίας στον πλανήτη κατά 1,5 °C, η οποία ανέφερε ότι η συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας σε παγκόσμιο επίπεδο στον 1,5 °C θα απαιτούσε ταχείες και άνευ προηγουμένου αλλαγές σε όλους τους τομείς της κοινωνίας και ότι ο περιορισμός της αύξησης της θερμοκρασίας στον 1,5 °C σε σύγκριση με τους 2 °C θα μπορούσε να συμβαδίζει με τη διασφάλιση μιας πιο βιώσιμης και δίκαιης κοινωνίας.

(5)

Η βιωσιμότητα και η μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία με χαμηλά επίπεδα εκπομπών άνθρακα, με ανθεκτικότητα στις κλιματικές μεταβολές και αποδοτικότερη χρήση των πόρων είναι ζωτική για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας της οικονομίας της Ένωσης. Η βιωσιμότητα ανέκαθεν αποτελούσε κεντρικό στοιχείο του ενωσιακού εγχειρήματος, και η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) αντικατοπτρίζουν τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές της διαστάσεις. Υπάρχει περιορισμένο χρονικό περιθώριο για αλλαγή νοοτροπίας του χρηματοπιστωτικού τομέα και στροφή προς τη βιωσιμότητα, ώστε να εξασφαλιστεί ότι η άνοδος της μέσης θερμοκρασίας παγκοσμίως θα παραμείνει αρκετά κάτω από τους 2 °C. Ως εκ τούτου, είναι ουσιώδες οι νέες επενδύσεις σε υποδομές να είναι βιώσιμες μακροπρόθεσμα.

(6)

Στην ανακοίνωσή της στις 8 Μαρτίου 2018, η Επιτροπή δημοσίευσε το σχέδιο δράσης της σχετικά με τη χρηματοδότηση της αειφόρου ανάπτυξης, για τη χάραξη μιας φιλόδοξης και ολοκληρωμένης στρατηγικής για τη βιώσιμη χρηματοδότηση. Ένας από τους στόχους του σχεδίου δράσης είναι ο αναπροσανατολισμός των ροών κεφαλαίων προς βιώσιμες επενδύσεις προκειμένου να επιτευχθεί βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη. Η μεγαλύτερη έμφαση στον περιορισμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής είναι ζωτικής σημασίας, δεδομένου ότι οι καταστροφές λόγω απρόβλεπτων καιρικών συνθηκών έχουν αυξηθεί δραματικά.

(7)

Η απόφαση αριθ. 1386/2013/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) ζητούσε αύξηση της ιδιωτικής χρηματοδότησης για δαπάνες που σχετίζονται με το περιβάλλον και το κλίμα, ιδίως με τη δημιουργία κινήτρων και μεθόδων που ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να μετρούν το περιβαλλοντικό κόστος των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων και τα κέρδη από τη χρήση περιβαλλοντικών υπηρεσιών.

(8)

Η επίτευξη των ΣΒΑ στην Ένωση απαιτεί διοχέτευση κεφαλαίων σε βιώσιμες επενδύσεις. Είναι σημαντικό να αξιοποιούνται στο έπακρον οι δυνατότητες της εσωτερικής αγοράς για την επίτευξη των εν λόγω στόχων ενώ είναι καίριας σημασίας να αρθούν τα εμπόδια στην αποτελεσματική κίνηση των κεφαλαίων προς βιώσιμες επενδύσεις στην εσωτερική αγορά και να αποτραπεί η εμφάνιση νέων εμποδίων.

(9)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) θεσπίζει ενιαίους κανόνες για τους δείκτες αναφοράς στην Ένωση και προβλέπει διαφορετικά είδη δεικτών. Ένας αυξανόμενος αριθμός επενδυτών ακολουθεί επενδυτικές στρατηγικές χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και χρησιμοποιεί δείκτες αναφοράς χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών για τη μέτρηση της απόδοσης των χαρτοφυλακίων επενδύσεων. Η καθιέρωση ενωσιακών δεικτών αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και ευθυγραμμισμένων με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακών δεικτών αναφοράς, βάσει μεθοδολογίας συνδεομένης με τις δεσμεύσεις της συμφωνίας του Παρισιού όσον αφορά τις ανθρακούχες εκπομπές, θα συμβάλει στην ενίσχυση της διαφάνειας και θα αποτρέψει την προβολή ψευδοπράσινης ταυτότητας.

(10)

Σήμερα, μια μεγάλη ποικιλία δεικτών ομαδοποιούνται ως δείκτες χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς για χαρτοφυλάκια επενδύσεων και προϊόντα που πωλούνται διασυνοριακά. Η ποιότητα και η ακεραιότητα των δεικτών αυτών επηρεάζουν την αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε ένα ευρύ φάσμα μεμονωμένων και συλλογικών χαρτοφυλακίων επενδύσεων. Πολλοί δείκτες χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της απόδοσης χαρτοφυλακίων επενδύσεων, ιδίως για χωριστούς λογαριασμούς επενδύσεων και οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, διατίθενται μεν σε ένα κράτος μέλος αλλά χρησιμοποιούνται από διαχειριστές χαρτοφυλακίων και στοιχείων ενεργητικού και σε άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, οι διαχειριστές συχνά αντισταθμίζουν τους κινδύνους έκθεσης σε ανθρακούχες εκπομπές χρησιμοποιώντας δείκτες αναφοράς που παράγονται σε άλλα κράτη μέλη.

(11)

Έχουν εμφανιστεί στην αγορά διαφορετικές κατηγορίες δεικτών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών με διαφορετικού βαθμού φιλοδοξίες. Ορισμένοι δείκτες αποσκοπούν στη μείωση του αποτυπώματος άνθρακα ενός τυποποιημένου χαρτοφυλακίου επενδύσεων, ενώ άλλοι στην επιλογή μόνο των στοιχείων που συμβάλλουν στην επίτευξη του στόχου των 2 °C, της συμφωνίας του Παρισιού. Παρά τους διαφορετικούς στόχους και στρατηγικές, πολλοί από τους εν λόγω δείκτες προωθούνται γενικά ως δείκτες αναφοράς χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών.

(12)

Οι αποκλίνουσες μεθοδολογίες των δεικτών αναφοράς οδηγούν σε κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς διότι οι χρήστες των δεικτών αναφοράς δεν ξέρουν άν ένας συγκεκριμένος δείκτης χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών είναι δείκτης αναφοράς ευθυγραμμισμένος με τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού ή απλώς ένας δείκτης αναφοράς που αποσκοπεί στη μείωση του αποτυπώματος άνθρακα ενός τυποποιημένου χαρτοφυλακίου επενδύσεων. Για να αντιμετωπιστούν δυνητικά παράνομοι ισχυρισμοί διαχειριστών σχετικά με τον χαρακτήρα χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών των δεικτών αναφοράς τους, τα κράτη μέλη είναι πιθανό να θεσπίσουν τους δικούς τους κανόνες για την προστασία των επενδυτών από τη σύγχυση και την ασάφεια όσον αφορά τους στόχους και το επίπεδο φιλοδοξίας που διέπουν διαφορετικές κατηγορίες των αποκαλούμενων δεικτών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών οι οποίοι χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς για χαρτοφυλάκια επενδύσεων χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών.

(13)

Ελλείψει εναρμονισμένου πλαισίου για τη διασφάλιση της ακρίβειας και της ακεραιότητας των βασικών κατηγοριών των δεικτών αναφοράς χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών που χρησιμοποιούνται σε ατομικά ή συλλογικά χαρτοφυλάκια επενδύσεων, οι διαφορετικές προσεγγίσεις των κρατών μελών είναι πιθανό να δημιουργήσουν εμπόδια στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(14)

Προκειμένου να διατηρηθεί η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς προς όφελος των επενδυτών, να βελτιωθεί περαιτέρω η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και των επενδυτών, είναι σκόπιμο να τροποποιηθεί ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 με τη θέσπιση ενός ρυθμιστικού πλαισίου που θα καθορίζει ελάχιστες απαιτήσεις σε ενωσιακό επίπεδο για τους ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και τους ευθυγραμμισμένους με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακούς δείκτες αναφοράς. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι εν λόγω δείκτες να μην θίγουν σημαντικά άλλους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) στόχους.

(15)

Η θέσπιση σαφούς διάκρισης μεταξύ ενωσιακών δεικτών αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και ευθυγραμμισμένων με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακών δεικτών αναφοράς και η ανάπτυξη ελάχιστων προτύπων για καθέναν από τους δείκτες αυτούς θα συνέβαλλαν στη συνοχή μεταξύ τους. Οι ευθυγραμμισμένοι με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακοί δείκτες αναφοράς θα πρέπει να ευθυγραμμίζονται με τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού σε επίπεδο δείκτη.

(16)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ονομασίες «Ενωσιακός δείκτης αναφοράς για την κλιματική μετάβαση» και «Ευθυγραμμισμένος με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακός δείκτης αναφοράς» είναι αξιόπιστες και εύκολα αναγνωρίσιμες για τους επενδυτές σε ολόκληρη την Ένωση, μόνο όσοι διαχειριστές τηρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι επιλέξιμοι να χρησιμοποιούν τις εν λόγω ονομασίες κατά την εμπορική προώθηση των ενωσιακών δεικτών αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και των ευθυγραμμισμένων με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακών δεικτών αναφοράς στην Ένωση.

(17)

Προκειμένου να παροτρύνονται οι εταιρείες να γνωστοποιούν αξιόπιστους στόχους μείωσης των ανθρακούχων εκπομπών, ο διαχειριστής ενός ενωσιακού δείκτη αναφοράς για την κλιματική μετάβαση, όταν επιλέγει ή σταθμίζει τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη εταιρείες που αποσκοπούν στη μείωση των ανθρακούχων εκπομπών τους προς την κατεύθυνση των στόχων της συμφωνίας του Παρισιού. Οι στόχοι αυτοί θα πρέπει να δημοσιοποιούνται και να είναι αξιόπιστοι με την έννοια ότι θα πρέπει να περιλαμβάνουν μια ουσιαστική δέσμευση για απαλλαγή από ανθρακούχες εκπομπές, επαρκώς λεπτομερείς και τεχνικά βιώσιμοι.

(18)

Οι χρήστες των δεικτών αναφοράς δεν διαθέτουν πάντοτε τις απαραίτητες πληροφορίες όσον αφορά τον βαθμό στον οποίο η μεθοδολογία των διαχειριστών δεικτών αναφοράς λαμβάνει υπόψη παράγοντες ΠΚΔ. Οι εν λόγω πληροφορίες συχνά είναι διάσπαρτες, ή ανύπαρκτες, και δεν επιτρέπουν αποτελεσματική σύγκριση σε διασυνοριακό επίπεδο για επενδυτικούς σκοπούς. Για να είναι σε θέση οι συμμετέχοντες στην αγορά να προβαίνουν σε ενημερωμένες επιλογές, όλοι οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς εξαιρουμένων των διαχειριστών δεικτών αναφοράς επιτοκίων και συναλλαγματικών ισοτιμιών, θα πρέπει υποχρεωτικώς να δημοσιοποιούν στην οικεία δήλωση δείκτη αναφοράς, κατά πόσον οι δείκτες αναφοράς ή οι οικογένειες δεικτών αναφοράς τους επιδιώκουν στόχους ΠΚΔ, και κατά πόσον ο διαχειριστής δεικτών αναφοράς προσφέρει τέτοιους δείκτες αναφοράς.

(19)

Προκειμένου να ενημερώνονται οι επενδυτές σχετικά με τον βαθμό κατά τον οποίο σημαντικοί δείκτες αναφοράς ιδίων κεφαλαίων και ομολόγων, καθώς και ενωσιακοί δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και ευθυγραμμισμένοι με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακοί δείκτες αναφοράς συμβάλλουν στην πλήρωση των στόχων της συμφωνίας του Παρισιού, οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς θα πρέπει να δημοσιοποιούν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με το αν και κατά πόσο εξασφαλίζεται ένας συνολικός βαθμός ευθυγράμμισης με τον στόχο μείωσης των ανθρακούχων εκπομπών ή επίτευξης των στόχων της συμφωνίας του Παρισιού.

(20)

Οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς για την κλιματική μετάβαση, και ενωσιακών αλλά και ευθυγραμμισμένων με τη συμφωνία του Παρισιού, θα πρέπει επίσης να δημοσιοποιούν τη μεθοδολογία με την οποία υπολογίζουν τους δείκτες. Θα πρέπει να περιγράφουν τον τρόπο επιλογής και στάθμισης των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού, τα στοιχεία ενεργητικού που αποκλείστηκαν καθώς και τη σχετική αιτιολογία. Για να αξιολογηθεί ο τρόπος με τον οποίο ο δείκτης αναφοράς συμβάλλει στην επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων, ο διαχειριστής του θα πρέπει να γνωστοποιήσει τον τρόπο μέτρησης των ανθρακούχων εκπομπών των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού, τις αντίστοιχες αξίες, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού αποτυπώματος άνθρακα του δείκτη αναφοράς, και του τύπου και της πηγής των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν. Για να μπορούν να επιλέγουν τον πλέον κατάλληλο δείκτη αναφοράς για την επενδυτική στρατηγική τους, οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς θα πρέπει να εξηγούν αφενός το σκεπτικό στο οποίο βασίζονται οι παράμετροι της μεθοδολογίας τους και αφετέρου τον τρόπο με τον οποίο ο δείκτης αναφοράς συμβάλλει στους περιβαλλοντικούς στόχους. Θα πρέπει να δινουν πληροφορίες και σχετικά με τη συχνότητα επανεξέτασης και τη διαδικασία που ακολουθείται.

(21)

Οι μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται για τους ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και τους ευθυγραμμισμένους με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακούς δείκτες αναφοράς θα πρέπει να βασίζονται σε επιστημονικά τεκμηριωμένες τροχιές απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές, ή σε μια συνολική ευθυγράμμιση με τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού.

(22)

Για μια σταθερή προσήλωση στον στόχο του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, οι διαχειριστές ενωσιακών δεικτών αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και ευθυγραμμισμένων με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακών δεικτών αναφοράς θα πρέπει να επανεξετάζουν τακτικά τις μεθοδολογίες τους και να ενημερώνουν τους χρήστες σχετικά με τις εφαρμοστέες διαδικασίες πραγματοποίησης οποιασδήποτε ουσιαστικής αλλαγής στις εν λόγω μεθοδολογίες. Όταν γίνεται μια ουσιαστική αλλαγή, οι διαχειριστές θα πρέπει να γνωστοποιούν τους λόγους και να εξηγούν πώς η αλλαγή συνάδει με τους αρχικούς στόχους των δεικτών αναφοράς.

(23)

Οι δείκτες αναφοράς που δεν έχουν υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού με αντίκτυπο στην κλιματική αλλαγή, όπως για παράδειγμα οι δείκτες αναφοράς επιτοκίων και συναλλαγματικών ισοτιμιών, θα πρέπει να εξαιρούνται από την υποχρέωση να γνωστοποιείται στη δήλωση δείκτη αναφοράς κατά πόσον εξασφαλίζεται ένας συνολικός βαθμός ευθυγράμμισης με τον στόχο τους για μείωση των ανθρακούχων εκπομπών ή την επίτευξη των στόχων της συμφωνίας του Παρισιού. Επιπλέον, για κάθε δείκτη ή για κάθε οικογένεια δεικτών που δεν επιδιώκουν στόχους μείωσης των ανθρακούχων εκπομπών, θα πρέπει να αρκεί να διευκρινίζεται στη δήλωση δείκτη αναφοράς ότι δεν επιδιώκουν τέτοιους στόχους.

(24)

Για να βελτιωθεί η διαφάνεια και να διασφαλιστεί επαρκής εναρμόνιση, η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ θα πρέπει να ανατίθεται στην Επιτροπή προκειμένου να καθορίζει το ελάχιστο περιεχόμενο των υποχρεώσεων κοινοποίησης στις οποίες πρέπει να υπόκεινται οι διαχειριστές ενωσιακών δεικτών αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και οι διαχειριστές ευθυγραμμισμένων με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακών δεικτών αναφοράς, και να καθορίζει τα ελάχιστα πρότυπα εναρμόνισης της μεθοδολογίας των ανωτέρω δεικτών αναφοράς, περιλαμβανομένης της μεθόδου για τον υπολογισμό των ανθρακούχων εκπομπών που συνδέονται με τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού, λαμβάνοντας υπόψη τις μεθόδους για το περιβαλλοντικό αποτύπωμα προϊόντων και οργανισμών, όπως ορίζεται στο σημείο 2 στοιχεία α) και β) της σύστασης 2013/179/ΕΕ της Επιτροπής (6) και τις εργασίες της ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση (TEG). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, τις κατάλληλες ανοιχτές και δημόσιες διαβουλεύσεις για κάθε μία από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι δε διαβουλεύσεις να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (7). Πιο συγκεκριμένα, για να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, και τους παρέχονται τα πρακτικά όλων των συνεδριάσεων της ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση (TEG).

(25)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 προβλέπει μεταβατική περίοδο κατά την οποία ο παρέχων δείκτες αναφοράς στις 30 Ιουνίου 2016 πρέπει να υποβάλλει αίτηση έγκρισης έως την 1η Ιανουαρίου 2020. Η διακοπή ενός δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας θα μπορούσε να επηρεάσει την ακεραιότητα της αγοράς, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τους καταναλωτές, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στα κράτη μέλη. Η διακοπή ενός τέτοιου δείκτη θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει την εγκυρότητα χρηματοπιστωτικών συμβάσεων ή χρηματοπιστωτικών μέσων και να προκαλέσει διαταραχές για επενδυτές και καταναλωτές, με ενδεχομένως σοβαρές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Επιπλέον, εάν τα δεδομένα εισόδου για τους δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας δεν είναι πλέον διαθέσιμα, αυτό θα μπορούσε να υπονομεύσει τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα των δεικτών και την ικανότητα των δεικτών να αντικατοπτρίζουν την υποκείμενη κατάσταση στην αγορά ή την οικονομική πραγματικότητα. Ως εκ τούτου, η μέγιστη περίοδος υποχρεωτικής διαχείρισης δεικτών αναφοράς κρίσιμης σημασίας, καθώς και η μέγιστη περίοδος επιβολής υποχρεωτικών συνεισφορών στους δείκτες αυτούς, θα πρέπει να αυξηθεί μέχρι συνολική περίοδο πέντε ετών. Οι δείκτες αναφοράς κρίσιμης σημασίας βρίσκονται επί του παρόντος σε διαδικασία μεταρρύθμισης. Η μετάβαση από έναν υφιστάμενο δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας σε κατάλληλο διάδοχο συντελεστή απαιτεί μια μεταβατική περίοδο για την απρόσκοπτη ολοκλήρωση όλων των νομικών και τεχνικών ρυθμίσεων που απαιτούνται. Κατά τη μεταβατική περίοδο, ο υφιστάμενος δείκτης αναφοράς κρίσιμης σημασίας δημοσιεύεται παράλληλα με τον διάδοχό του συντελεστή. Είναι, επομένως, αναγκαίο να παραταθεί η περίοδος κατά την οποία ένας υφιστάμενος δείκτης αναφοράς κρίσιμης σημασίας μπορεί να δημοσιευθεί και να χρησιμοποιηθεί χωρίς ο διαχειριστής του να έχει υποβάλει αίτηση έγκρισης.

(26)

Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 3 παράγραφος 1 παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:

«23α)

“ενωσιακός δείκτης αναφοράς για την κλιματική μετάβαση”: δείκτης αναφοράς που επισημαίνεται ως ενωσιακός δείκτης αναφοράς για την κλιματική μετάβαση, και ικανοποιεί τις εξής απαιτήσεις:

α)

για τους σκοπούς του σημείου 1) στοιχείο β) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου, τα υποκείμενα στοιχεία του ενεργητικού του επιλέγονται, σταθμίζονται ή εξαιρούνται κατά τρόπο ώστε το προκύπτον χαρτοφυλάκιο αναφοράς να βρίσκεται σε τροχιά απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές, και

β)

είναι διαρθρωμένος σύμφωνα με τα ελάχιστα πρότυπα που ορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις του άρθρου 19α παράγραφος 2.

23β)

“ευθυγραμμισμένος με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακός δείκτης αναφοράς”: δείκτης αναφοράς που επισημαίνεται ως ευθυγραμμισμένος με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακός δείκτης αναφοράς και ικανοποιεί τις εξής απαιτήσεις:

α)

για τους σκοπούς του σημείου 1) στοιχείο β) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων του άρθρου 19γ τα υποκείμενα στοιχεία του ενεργητικού του επιλέγονται, σταθμίζονται ή εξαιρούνται κατά τρόπο ώστε οι ανθρακούχες εκπομπές του χαρτοφυλακίου αναφοράς να ευθυγραμμίζονται με τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού που εγκρίθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (“η συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα”) που εγκρίθηκε από την Ένωση στις 5 Οκτωβρίου 2016 (*1),

β)

είναι διαρθρωμένος σύμφωνα με τα ελάχιστα πρότυπα που ορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις του άρθρου 19α παράγραφος 2, και

γ)

οι δραστηριότητες σχετικά με τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού του δεν θίγουν σημαντικά άλλους περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) στόχους.

23γ)

“τροχιά απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές”: μετρήσιμη, επιστημονικά τεκμηριωμένη και χρονικά προσδιορισμένη τροχιά με στόχο την ευθυγράμμιση με τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού μέσω μείωσης των ανθρακούχων εκπομπών των πεδίων εφαρμογής 1, 2 και 3, κατά το παράρτημα III σημείο 1) στοιχείο ε).

(*1)  Απόφαση (ΕΕ) 2016/1841 του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 2016, για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας του Παρισιού που εγκρίθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (ΕΕ L 282 της 19.10.2016, σ. 41).»."

2)

Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«δ)

εξήγηση του τρόπου με τον οποίο τα βασικά στοιχεία της μεθοδολογίας που ορίζονται στο στοιχείο α) αντικατοπτρίζουν ΠΚΔ παράγοντες για κάθε δείκτη αναφοράς ή οικογένεια δεικτών αναφοράς με την εξαίρεση των δεικτών αναφοράς επιτοκίων και συναλλαγματικών ισοτιμιών.»,

ii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του στοιχείου δ) του πρώτου εδαφίου έως τις 30 Απριλίου 2020.»,

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 49 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό του ελάχιστου περιεχομένου της εξήγησης που αναφέρεται στο στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου καθώς και του τυποποιημένου μορφότυπου που πρέπει να χρησιμοποιείται.».

3)

Στον τίτλο III, παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3α

Ενωσιακοί δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και ευθυγραμμισμένοι με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακοί δείκτες αναφοράς

Άρθρο 19α

Ενωσιακοί δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και ευθυγραμμισμένοι με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακοί δείκτες αναφοράς

1.   Οι απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα III εφαρμόζονται στην παροχή και τη συνεισφορά σε ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση ή ευθυγραμμισμένους με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακούς δείκτες αναφοράς, επιπροσθέτως ή προς υποκατάσταση των απαιτήσεων των τίτλων II, III και IV.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 49 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού διά της θεσπίσεως των ελαχίστων προτύπων για τους ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και για ευθυγραμμισμένους με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακούς δείκτες αναφοράς, με σκοπό τον καθορισμό:

α)

των κριτηρίων για την επιλογή των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, τυχόν κριτηρίων αποκλεισμού για τα στοιχεία ενεργητικού,

β)

των κριτηρίων και της μεθόδου στάθμισης των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού στον δείκτη αναφοράς,

γ)

του προσδιορισμού της τροχιάς απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές για τους ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση.

3.   Ο διαχειριστής δεικτών αναφοράς που παρέχει έναν ενωσιακό δείκτη αναφοράς για την κλιματική μετάβαση ή έναν ευθυγραμμισμένο με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακό δείκτη αναφοράς συμμορφώνεται προς τον παρόντα κανονισμό έως τις 30 Απριλίου 2020.

Άρθρο 19β

Απαιτήσεις για ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση

Οι διαχειριστές των ενωσιακών δεικτών αναφοράς για την κλιματική μετάβαση επιλέγουν, σταθμίζουν ή εξαιρούν τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού που εκδίδονται από εταιρείες οι οποίες ακολουθούν πορεία απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές έως την 31η Δεκεμβρίου 2022, σύμφωνα με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

οι εταιρείες γνωστοποιούν μετρήσιμους και χρονικά προσδιορισμένους στόχους μείωσης των ανθρακούχων εκπομπών,

ii)

οι εταιρείες γνωστοποιούν μείωση των ανθρακούχων εκπομπών που αναλύεται σε επίπεδο σχετικών θυγατρικών επιχειρήσεων,

iii)

οι εταιρείες γνωστοποιούν πληροφορίες σε ετήσια βάση σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται προς την επίτευξη των εν λόγω στόχων,

iv)

οι δραστηριότητες σχετικά με τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού δεν θίγουν σημαντικά άλλους στόχους ΠΚΔ.

Άρθρο 19γ

Εξαιρέσεις για ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεως σύμφωνα με το άρθρο 49 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού διά της επισημάνσεως, όσον αφορά τους ενωσιακούς δείκτες αναφοράς ευθυγραμμισμένους με τη συμφωνία του Παρισιού, των τομέων που θα εξαιρούνται διότι δεν έχουν μετρήσιμους και χρονικά προσδιορισμένους στόχους μείωσης των ανθρακούχων εκπομπών που να ευθυγραμμίζονται με τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού. Η εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη εκδίδεται από την Επιτροπή μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2021 και ενημερώνεται κάθε τρία έτη.

2.   Κατά την εκπόνηση της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εργασίες της ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων για τη βιώσιμη χρηματοδότηση.

Άρθρο 19δ

Προσπάθεια παροχής ενωσιακών δεικτών αναφοράς για την κλιματική μετάβαση

Έως την 1η Ιανουαρίου 2022, οι διαχειριστές που βρίσκονται στην Ένωση και παρέχουν σημαντικούς δείκτες αναφοράς οι οποίοι προσδιορίζονται βάσει της αξίας ενός ή περισσότερων υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού ή τιμών επιδιώκουν την παροχή ενός η περισσότερων ενωσιακών δεικτών αναφοράς για την κλιματική μετάβαση.».

4)

Στο άρθρο 21 παράγραφος 3, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Έως το τέλος της περιόδου αυτής, η αρμόδια αρχή επανεξετάζει την απόφασή της να υποχρεώσει τον διαχειριστή να συνεχίσει να δημοσιεύει τον δείκτη αναφοράς και μπορεί, όταν είναι αναγκαίο, να παρατείνει τη χρονική περίοδο έως 12 μήνες. Η μέγιστη περίοδος υποχρεωτικής διαχείρισης δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.».

5)

Το άρθρο 23 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 6 το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η μέγιστη περίοδος υποχρεωτικής συνεισφοράς δυνάμει του πρώτου εδαφίου στοιχεία α) και β) δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.»·

β)

η παράγραφος 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«10.   Σε περίπτωση παύσης της παροχής ενός δείκτη αναφοράς κρίσιμης σημασίας, κάθε εποπτευόμενος συνεισφέρων στον εν λόγω δείκτη αναφοράς εξακολουθεί να συνεισφέρει δεδομένα εισόδου για χρονική περίοδο που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή, χωρίς ωστόσο να υπερβαίνει τη μέγιστη προθεσμία πέντε ετών που καθορίζεται στην παράγραφο 6 δεύτερο εδάφιο.».

6)

Στο άρθρο 27, παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«2α.   Μέχρι τις 30 Απριλίου 2020, για καθεμία από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η δήλωση δείκτη αναφοράς επεξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οι παράγοντες ΠΚΔ αντικατοπτρίζονται σε κάθε παρεχόμενο και δημοσιευόμενο δείκτη αναφοράς, ή οικογένεια δεικτών αναφοράς. Για τους εν λόγω δείκτες αναφοράς ή τις οικογένειες δεικτών αναφοράς, που δεν επιδιώκουν στόχους ΠΚΔ, οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς αρκεί να αναφέρουν σαφώς στη δήλωση δείκτη αναφοράς ότι δεν επιδιώκουν τέτοιους στόχους.

Εάν δεν υπάρχει ενωσιακός δείκτης αναφοράς για την κλιματική μετάβαση ούτε ευθυγραμμισμένος με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακός δείκτης αναφοράς μέσα στο χαρτοφυλάκιο του εν λόγω μεμονωμένου διαχειριστή δεικτών αναφοράς, ή εάν ο μεμονωμένος διαχειριστής δεν έχει δείκτες αναφοράς που επιδιώκουν ή λαμβάνουν υπόψη παράγοντες ΠΚΔ, αυτό αναφέρεται στις δηλώσεις δείκτη αναφοράς όλων των δεικτών αναφοράς που παρέχει ο εν λόγω διαχειριστής. Για τους σημαντικούς δείκτες αναφοράς ιδίων κεφαλαίων και ομολόγων, καθώς και για ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και τους ευθυγραμμισμένους με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακούς δείκτες αναφοράς, οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς δημοσιεύουν στις δηλώσεις δείκτη αναφοράς τους λεπτομέρειες σχετικά με το εάν και κατά πόσο εξασφαλίζεται ένας συνολικός βαθμός ευθυγράμμισης με τον στόχο μείωσης των εκπομπών άνθρακα ή επίτευξης των στόχων της συμφωνίας του Παρισιού, σύμφωνα με τους κανόνες γνωστοποίησης για τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, του άρθρου 9 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2).

Έως την 31η Δεκεμβρίου 2021, οι διαχειριστές δεικτών αναφοράς, για κάθε δείκτη αναφοράς ή ενδεχομένως κάθε οικογένεια δεικτών αναφοράς, εξαιρουμένων των δεικτών αναφοράς επιτοκίων και συναλλαγματικών ισοτιμιών, περιλαμβάνουν στη δήλωση δείκτη αναφοράς τους επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο η μεθοδολογία τους ευθυγραμμίζεται με τον στόχο μείωσης των ανθρακούχων εκπομπών ή επιτυγχάνει τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού.

2β.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 49 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον περαιτέρω προσδιορισμό των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται στη δήλωση δείκτη αναφοράς σύμφωνα με την παράγραφο 2α του παρόντος άρθρου, καθώς και του τυποποιημένου μορφοτύπου που πρέπει να χρησιμοποιείται για τις αναφορές σε παράγοντες ΠΚΔ, προκειμένου να μπορούν οι συμμετέχοντες της αγοράς να προβαίνουν σε τεκμηριωμένες επιλογές και να διασφαλίζεται η τεχνική εφικτότητα της συμμόρφωσης προς την εν λόγω παράγραφο.

(*2)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, για τις δημοσιεύσεις βιωσιμότητος στον τομέα χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. (ΕΕ L 317 της 9.12.2019, σ. 1).»."

7)

Στο άρθρο 42 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με το άρθρο 41 και του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, αναθέτουν στις αρμόδιες αρχές την εξουσία να επιβάλλουν κατάλληλες διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα όσον αφορά τουλάχιστον τις εξής παραβάσεις:

α)

τις παραβάσεις του άρθρου 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 19α, 19β, 19γ, 21, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29 ή 34, όπου έχουν εφαρμογή· και

β)

μη συνεργασία ή μη συμμόρφωση με έρευνα, επιθεώρηση ή αίτημα που καλύπτεται από το άρθρο 41.».

8)

Το άρθρο 49 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 49

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 13 παράγραφος 2α, στο άρθρο 19α παράγραφος 2, στο άρθρο 19γ παράγραφος 1, στο άρθρο 20 παράγραφος 6, στο άρθρο 24 παράγραφος 2, στο άρθρο 27 παράγραφος 2β, στο άρθρο 33 παράγραφος 7, στο άρθρο 51 παράγραφος 6 και στο άρθρο 54 παράγραφος 3 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 10 Δεκεμβρίου 2019. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο έως τις 11 Μαρτίου 2024. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περαιτέρω περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 13 παράγραφος 2α, στο άρθρο 19α παράγραφος 2, στο άρθρο 19γ παράγραφος 1, στο άρθρο 20 παράγραφος 6, στο άρθρο 24 παράγραφος 2, στο άρθρο 27 παράγραφος 2β, στο άρθρο 33 παράγραφος 7, στο άρθρο 51 παράγραφος 6 και στο άρθρο 54 παράγραφος 3 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ήδη ισχύουν.

4.   Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Η Επιτροπή, μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

6.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 2, του άρθρου 13 παράγραφος 2α, του άρθρου 19α παράγραφος 2, του άρθρου 19γ παράγραφος 1, του άρθρου 20 παράγραφος 6, του άρθρου 24 παράγραφος 2, του άρθρου 27 παράγραφος 2β, του άρθρου 33 παράγραφος 7, του άρθρου 51 παράγραφος 6 ή του άρθρου 54 παράγραφος 3 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

9)

Το άρθρο 51 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«4α.   Οι πάροχοι δεικτών δύνανται να συνεχίσουν να παρέχουν ένα υφιστάμενο δείκτη αναφοράς χαρακτηρισμένο ως κρίσιμης σημασίας με εκτελεστική πράξη που εκδίδει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 20 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2021, ή όταν ο διαχειριστής δείκτη υποβάλει αίτηση αδείας κατά την παράγραφο 1, εκτός αν, και έως ότου, η αίτηση απορριφθεί.

4β.   Υφιστάμενος δείκτης αναφοράς χαρακτηρισμένος ως κρίσιμης σημασίας με εκτελεστική πράξη που έχει εκδοθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 20, μπορεί να χρησιμοποιείται σε υφιστάμενα και νέα χρηματοπιστωτικά μέσα, χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή μετρήσεις της απόδοσης επενδυτικού κεφαλαίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2021 ή όταν ο διαχειριστής δείκτη υποβάλει αίτηση αδείας κατά την παράγραφο 1, εκτός αν, και έως ότου, η αίτηση απορριφθεί.»·

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Εκτός από την περίπτωση όπου η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση ισοδυναμίας σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 ή 3, ή την περίπτωση όπου διαχειριστής έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 32, ή ένας δείκτης αναφοράς έχει προσυπογραφεί σύμφωνα με το άρθρο 33, η χρήση από εποπτευόμενες οντότητες στην Ένωση δείκτη αναφοράς που παρέχεται από διαχειριστή ευρισκόμενο σε τρίτη χώρα, εφόσον ο δείκτης αυτός χρησιμοποιείται ήδη στην Ένωση ως αναφορά σε χρηματοπιστωτικά μέσα, χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικού κεφαλαίου, επιτρέπεται μόνο για χρηματοπιστωτικά μέσα, χρηματοπιστωτικές συμβάσεις και μετρήσεις της απόδοσης επενδυτικού κεφαλαίου στα οποία ο συγκεκριμένος δείκτης αναφοράς αναφερόταν ήδη στην Ένωση ή τα οποία προσέθεσαν αναφορά σε τέτοιον δείκτη αναφοράς πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2021.».

10)

Στο άρθρο 54, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«4.   Έως την 31η Δεκεμβρίου 2022, η Επιτροπή επανεξετάζει τα ελάχιστα πρότυπα για ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και για τους ευθυγραμμισμένους με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακούς δείκτες αναφοράς προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η επιλογή των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού συνάδει με τις περιβαλλοντικά βιώσιμες επενδύσεις όπως ορίζονται από ένα πλαίσιο που ισχύει σε ενωσιακό επίπεδο.

5.   Πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2022, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τον αντίκτυπο του παρόντος κανονισμού και τη σκοπιμότητα “δεικτών αναφοράς ΠΚΔ”, λαμβάνοντας υπόψη την εξελισσόμενη φύση των δεικτών βιωσιμότητας και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τη μέτρησή τους. Η έκθεση αυτή συνοδεύεται, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση.

6.   Έως την 1η Απριλίου 2020, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τον αντίκτυπο του παρόντος κανονισμού στη λειτουργία των δεικτών αναφοράς τρίτων χωρών στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της προσφυγής των διαχειριστών δεικτών αναφοράς τρίτων χωρών στην προσυπογραφή, την αναγνώριση ή την ισοδυναμία, και σε πιθανές ελλείψεις του ισχύοντος πλαισίου. Η εν λόγω έκθεση αναλύει τις συνέπειες της εφαρμογής του άρθρου 51 παράγραφοι 4α, 4β και 4γ στους διαχειριστές ενωσιακών και μη ενωσιακών δεικτών αναφοράς, μεταξύ άλλων όσον αφορά τους ίσους όρους ανταγωνισμού. Η έκθεση αυτή αξιολογεί ειδικότερα αν υπάρχει ανάγκη για τροποποίηση του παρόντος κανονισμού και συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση, αν είναι σκόπιμο.».

11)

Τα παραρτήματα τροποποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 27 Νοεμβρίου 2019.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

D. M. SASSOLI

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

T. TUPPURAINEN


(1)  ΕΕ C 62 της 15.2.2019, σ. 103.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Μαρτίου 2019 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2019.

(3)  Απόφαση (ΕΕ) 2016/1841 του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 2016, για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας του Παρισιού που εγκρίθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (ΕΕ L 282 της 19.10.2016, σ. 1).

(4)  Απόφαση αριθ. 1386/2013/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, σχετικά με γενικό ενωσιακό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον έως το 2020 «Ευημερία εντός των ορίων του πλανήτη μας» (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 171).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 (ΕΕ L 171 της 29.6.2016, σ. 1).

(6)  Σύσταση 2013/179/ΕΕ της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 2013, σχετικά με τη χρήση κοινών μεθόδων για τη μέτρηση και τη γνωστοποίηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων κατά τον κύκλο ζωής των προϊόντων και των οργανισμών (ΕΕ L 124 της 4.5.2013, σ. 1).

(7)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Προστίθεται το ακόλουθο παράρτημα:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Ενωσιακοί δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και ενωσιακοί δείκτες αναφοράς ευθυγραμμισμένοι με τη συμφωνία του Παρισιού

Μεθοδολογία για ενωσιακούς δείκτες αναφοράς για την κλιματική μετάβαση

1)

Ο διαχειριστής ενός ενωσιακού δείκτη αναφοράς για την κλιματική μετάβαση επισημοποιεί, τεκμηριώνει και δημοσιοποιεί κάθε μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του δείκτη αναφοράς και δίνει τα ακόλουθα στοιχεία, διασφαλίζοντας την εμπιστευτικότητα και την προστασία της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν αποκαλύπτονται (εμπορικών απορρήτων), όπως ορίζεται στην οδηγία (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1):

α)

τον κατάλογο των κύριων συνιστωσών του δείκτη αναφοράς·

β)

όλα τα κριτήρια και τις μεθόδους, συμπεριλαμβανομένων των παραγόντων επιλογής και των συντελεστών στάθμισης, των μετρήσεων και των υποκατάστατων δεικτών που χρησιμοποιούνται για τη μεθοδολογία του δείκτη αναφοράς·

γ)

τα κριτήρια που εφαρμόζονται για την εξαίρεση στοιχείων ενεργητικού ή εταιρειών που συνδέονται με επίπεδα αποτυπώματος άνθρακα ή αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων τα οποία δεν είναι δυνατόν να συμπεριληφθούν στον δείκτη αναφοράς·

δ)

τα κριτήρια για τον καθορισμό της τροχιάς απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές·

ε)

το είδος και την πηγή των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της τροχιάς απαλλαγής από ανθρακούχες εκπομπές για:

i)

ανθρακούχες εκπομπές πεδίου εφαρμογής 1, δηλαδή εκπομπές παραγόμενες από πηγές υπό τον έλεγχο της εταιρείας που εκδίδει τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού·

ii)

ανθρακούχες εκπομπές πεδίου εφαρμογής 2, δηλαδή εκπομπές από την κατανάλωση αγορασμένης ηλεκτρικής ενέργειας, ατμού, ή άλλων πηγών ενέργειας που παράγονται σε προηγούμενο στάδιο από την εταιρεία που εκδίδει τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού·

iii)

ανθρακούχες εκπομπές πεδίου εφαρμογής 3, δηλαδή όλες οι έμμεσες εκπομπές που δεν καλύπτονται από τα σημεία i) και ii) οι οποίες προκύπτουν στην αξιακή αλυσίδα της εταιρείας παροχής στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων τόσο των εκπομπών που παράγονται σε προηγούμενο όσο και σε επόμενο στάδιο, ιδίως για τομείς με υψηλό αντίκτυπο στην κλιματική αλλαγή και στον μετριασμό της·

iv)

το κατά πόσον τα δεδομένα χρησιμοποιούν τις μεθόδους περιβαλλοντικού αποτυπώματος προϊόντων και οργανισμών, όπως καθορίζονται στο σημείο 2 στοιχεία α) και β) της σύστασης 2013/179/ΕΕ της Επιτροπής, ή παγκόσμια πρότυπα όπως αυτά της ειδικής ομάδας του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για τις χρηματοοικονομικές πληροφορίες που σχετίζονται με το κλίμα·

στ)

τις συνολικές ανθρακούχες εκπομπές του χαρτοφυλακίου δείκτη·

Όταν ένας μητρικός δείκτης χρησιμοποιείται για τη δημιουργία ενωσιακού δείκτη αναφοράς για την κλιματική μετάβαση, γνωστοποιείται το σφάλμα παρακολούθησης μεταξύ του ενωσιακού δείκτη αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και του μητρικού δείκτη.

Όταν ένας μητρικός δείκτης χρησιμοποιείται για την κατασκευή ενός ενωσιακού δείκτη αναφοράς για την κλιματική μετάβαση, γνωστοποιείται ο λόγος της αγοραίας αξίας των τίτλων που υπάγονται στον ενωσιακό δείκτη αναφοράς για την κλιματική μετάβαση προς την αγοραία αξία των τίτλων που υπάγονται στον μητρικό δείκτη.

Μεθοδολογία για ευθυγραμμισμένους με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακούς δείκτες αναφοράς

2)

Επιπλέον του σημείου 1 στοιχεία α), β) και γ), ο διαχειριστής ευθυγραμμισμένων με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακών δεικτών αναφοράς καθορίζει τον τύπο ή τον υπολογισμό που χρησιμοποιείται προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι εκπομπές συνάδουν με τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού, διασφαλίζοντας παράλληλα την εμπιστευτικότητα και την προστασία της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν αποκαλύπτονται (εμπορικών απορρήτων), όπως ορίζεται από την οδηγία (ΕΕ) 2016/943.

Μεταβολές στη μεθοδολογία

3)

Οι διαχειριστές ενωσιακών δεικτών αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και ευθυγραμμισμένων με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακών δεικτών αναφοράς εγκρίνουν τις διαδικασίες για την πραγματοποίηση μεταβολών στη μεθοδολογία τους. Δημοσιοποιούν τις εν λόγω διαδικασίες και δημοσιοποιούν τυχόν προτεινόμενες μεταβολές στη μεθοδολογία τους και το σκεπτικό για τις μεταβολές αυτές. Οι εν λόγω διαδικασίες συνάδουν με τον πρωταρχικό στόχο οι υπολογισμοί των δεικτών αναφοράς να συμμορφώνονται με το άρθρο 3 παράγραφος 1 σημεία 23α) και 23β). Οι εν λόγω διαδικασίες παρέχουν:

α)

προειδοποίηση εντός σαφούς χρονικού πλαισίου, που δίνει στους χρήστες δεικτών αναφοράς επαρκείς ευκαιρίες να αναλύσουν και να διατυπώσουν σχόλια για τον αντίκτυπο των εν λόγω προτεινόμενων μεταβολών, λαμβάνοντας υπόψη τον υπολογισμό των συνολικών συνθηκών εκ μέρους των διαχειριστών·

β)

τη δυνατότητα στους χρήστες δεικτών αναφοράς να διατυπώσουν σχόλια για τις εν λόγω μεταβολές και στους διαχειριστές να απαντήσουν στα εν λόγω σχόλια, και καθιστούν τα εν λόγω σχόλια προσβάσιμα σε όλους τους χρήστες της αγοράς μετά από κάθε δεδομένη περίοδο διαβούλευσης, εκτός από τις περιπτώσεις που ο σχολιαστής έχει ζητήσει τήρηση του απορρήτου.

4)

Οι διαχειριστές ενωσιακών δεικτών αναφοράς για την κλιματική μετάβαση και ευθυγραμμισμένων με τη συμφωνία του Παρισιού ενωσιακών δεικτών αναφοράς εξετάζουν τακτικά τις μεθοδολογίες τους, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, για να διασφαλίσουν ότι οι δείκτες αναφοράς τους αντικατοπτρίζουν αξιόπιστα τους δεδηλωμένους στόχους και εφαρμόζουν διαδικασία για να λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις που διατυπώνονται από όλους τους σχετικούς χρήστες.


(*1)  Οδηγία (EE) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, περί προστασίας της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους (ΕΕ L 157 της 15.6.2016, σ. 1).»


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

9.12.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 317/28


ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/2090 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 19ης Ιουνίου 2019

για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά περιπτώσεις υποψίας ή διαπίστωσης μη συμμόρφωσης με τους ενωσιακούς κανόνες που εφαρμόζονται στη χρήση ή στα κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών οι οποίες επιτρέπονται σε κτηνιατρικά φάρμακα ή ως πρόσθετες ύλες ζωοτροφών ή με τους ενωσιακούς κανόνες που εφαρμόζονται στη χρήση απαγορευμένων ή μη εγκεκριμένων φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών ή στα κατάλοιπά τους

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 999/2001, (ΕΚ) αριθ. 396/2005, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (EE) αριθ. 652/2014, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2016/2031, των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 και των οδηγιών του Συμβουλίου 98/58/ΕΚ, 1999/74/ΕΚ, 2007/43/ΕΚ, 2008/119/ΕΚ και 2008/120/ΕΚ και για την κατάργηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004, των οδηγιών του Συμβουλίου 89/608/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ και 97/78/ΕΚ και της απόφασης 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους) (1), και ιδίως το άρθρο 19 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 θεσπίζει κανόνες για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών με σκοπό την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία της Ένωσης όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της μεταποίησης και της διανομής. Προβλέπει ειδικούς κανόνες για τους επίσημους ελέγχους σε σχέση με ουσίες των οποίων η χρήση μπορεί να οδηγήσει σε κατάλοιπα στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές.

(2)

Τα άρθρα 137 και 138 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 θεσπίζουν, αντιστοίχως, υποχρεώσεις για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται σε περίπτωση υποψίας μη συμμόρφωσης και απαριθμούν τις ενέργειες και τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται στην περίπτωση διαπιστωθείσας μη συμμόρφωσης.

(3)

Με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 καταργείται η οδηγία 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου (2) με ισχύ από τις 14 Δεκεμβρίου 2019. Με την εν λόγω οδηγία θεσπίζονται μέτρα για την παρακολούθηση ορισμένων ουσιών και των καταλοίπων τους σε ζώντα ζώα και ζωικά προϊόντα και, συγκεκριμένα, καθορίζονται τα μέτρα επιβολής που πρέπει να λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές σε περιπτώσεις υποψίας ή διαπίστωσης μη συμμόρφωσης σε σχέση με τις ουσίες και τα κατάλοιπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

(4)

Οι κανόνες που θεσπίζονται με την οδηγία 96/23/ΕΚ εξασφαλίζουν την εναρμονισμένη επιβολή της νομοθεσίας της ΕΕ για την ασφάλεια των τροφίμων η οποία αφορά τη χρήση φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών και τα κατάλοιπά τους. Για την εκλογίκευση και την απλούστευση όλου του νομοθετικού πλαισίου, οι κανόνες που εφαρμόζονται στους επίσημους ελέγχους σε ειδικούς τομείς της νομοθεσίας για την αγροδιατροφική αλυσίδα έχουν ενσωματωθεί στο πλαίσιο για τους επίσημους ελέγχους που έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625. Για να εξασφαλιστεί η συνεχής και εναρμονισμένη επιβολή, οι κανόνες της οδηγίας 96/23/ΕΚ που αφορούν τη συνέχεια που δίνεται σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης θα πρέπει να ενσωματωθούν στο νέο νομικό πλαίσιο που διαμορφώνεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625.

(5)

Οι κανόνες που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να εξασφαλίζουν, στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, διατήρηση των απαιτήσεων για τη συνέχεια που δίνεται όσον αφορά περιπτώσεις υποψίας ή διαπίστωσης μη συμμόρφωσης με τους κανόνες που εφαρμόζονται στη χρήση ή στα κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών που επιτρέπονται σε κτηνιατρικά φάρμακα ή ως πρόσθετες ύλες ζωοτροφών ή με τους ενωσιακούς κανόνες που εφαρμόζονται στη χρήση απαγορευμένων ή μη εγκεκριμένων φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών ή στα κατάλοιπά τους, ιδίως όπως οι κανόνες αυτοί καθορίζονται στις ακόλουθες πράξεις:

στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 470/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) για θέσπιση διαδικασιών για τον καθορισμό ορίων καταλοίπων των φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης και για τη διάθεση στην αγορά τροφίμων ζωικής προέλευσης που περιέχουν κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών·

στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 37/2010 της Επιτροπής (4), με τον οποίο ταξινομούνται οι φαρμακολογικώς δραστικές ουσίες σε επιτρεπόμενες και απαγορευμένες και ορίζονται ανώτατα όρια καταλοίπων·

στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), ο οποίος θεσπίζει κανόνες για την επιτρεπόμενη χρήση ορισμένων κτηνιατρικών φαρμάκων ως πρόσθετων υλών ζωοτροφών και στις νομικές πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, όπου καθορίζονται οι όροι έγκρισης ορισμένων ουσιών και τα ανώτατα όρια καταλοίπων τους στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης·

στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1950/2006 της Επιτροπής (6), με τον οποίο καταρτίζεται κατάλογος των ουσιών που είναι απαραίτητες για τη θεραπεία ιπποειδών·

στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 124/2009 της Επιτροπής (7), με τον οποίο ορίζονται ανώτατα όρια κοκκιδιοστατικών ή ιστομοναδοστατικών στα τρόφιμα ως αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταφοράς των εν λόγω ουσιών σε μη στοχευόμενες ζωοτροφές (8), βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 315/93 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών για τις προσμείξεις των τροφίμων (9).

στην οδηγία 96/22/ΕΚ του Συμβουλίου (10), η οποία απαγορεύει τη χρήση ορισμένων ουσιών που έχουν ορμονική ή θυρεοστατική δράση στη ζωική παραγωγή καθώς και των β-αγωνιστών.

(6)

Στις περιπτώσεις όπου, βάσει των ενωσιακών κανόνων που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 5, ανακαλύπτονται απαγορευμένες ή μη εγκεκριμένες ουσίες στην κατοχή μη εξουσιοδοτημένων προσώπων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται υποψία παράνομης χορήγησης και να υπάρχουν ενδεχομένως συνέπειες για την ασφάλεια των τροφίμων, θα πρέπει να εφαρμόζονται τα μέτρα για την επίσημη δέσμευση και τις έρευνες, όπως αυτά προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 και στον παρόντα κανονισμό.

(7)

Η οδηγία 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) θεσπίζει το κανονιστικό πλαίσιο για τη διάθεση στην αγορά, την παρασκευή, την εισαγωγή, την εξαγωγή, τη διάθεση, τη διανομή, τη φαρμακοεπαγρύπνηση, τον έλεγχο και τη χρήση των κτηνιατρικών φαρμάκων. Οι φαρμακολογικώς δραστικές ουσίες που δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα κτηνιατρικά φάρμακα δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται σε παραγωγικά ζώα, με εξαίρεση τη χρήση των ουσιών που είναι απαραίτητες για τη θεραπεία ιπποειδών, όπως καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1950/2006. Οι επακόλουθες ενέργειες σε περίπτωση διαπίστωσης ή υποψίας μη συμμόρφωσης ως προς τη χρήση κτηνιατρικών φαρμάκων που έχουν ενδεχόμενη ή διαπιστωθείσα συνέπεια για την ασφάλεια των τροφίμων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 και του παρόντος κανονισμού. Η οδηγία 2001/82/ΕΚ καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/6 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα κτηνιατρικά φάρμακα (ο νέος κανονισμός για τα κτηνιατρικά φάρμακα) (12), ο οποίος θα αρχίσει να εφαρμόζεται από τις 28 Ιανουαρίου 2022 και ο οποίος, μεταξύ άλλων, προβλέπει περιορισμούς στη χρήση αντιμικροβιακών κτηνιατρικών φαρμάκων στα ζώα.

(8)

Δεδομένου ότι διαφορετικές πρακτικές επιβολής της νομοθεσίας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ανομοιόμορφη προστασία της υγείας του ανθρώπου και των ζώων, σε διαταραχές στην εσωτερική αγορά και σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 θα πρέπει να συμπληρωθεί με ειδικούς κανόνες για τη διενέργεια επίσημων ελέγχων στα ζώα και στα αγαθά σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της μεταποίησης, της διανομής και της χρήσης σε περίπτωση υποψίας ή διαπίστωσης μη συμμόρφωσης ως προς τις εν λόγω ουσίες και για τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται σε συνέχεια των επίσημων ελέγχων.

(9)

Λόγω του ειδικού χαρακτήρα των ενεργειών και των ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται σε περίπτωση υποψίας ή διαπίστωσης μη συμμόρφωσης με τους ενωσιακούς κανόνες που εφαρμόζονται στη χρήση και στα κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών σε παραγωγικά ζώα, και προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη σε ενωσιακό επίπεδο εφαρμογή των μέτρων επιβολής, θα πρέπει να διευκρινιστούν οι περιπτώσεις στις οποίες λαμβάνονται τα μέτρα που περιγράφονται στα άρθρα 137 και 138 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625.

(10)

Σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, οι δαπάνες που προκαλούνται λόγω των υποχρεωτικών τελών ή επιβαρύνσεων για τους επίσημους ελέγχους που πραγματοποιούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να βαρύνουν τον υπεύθυνο της επιχείρησης για τα ζώα και τα προϊόντα.

(11)

Το άρθρο 50 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) υποχρεώνει τα κράτη μέλη να κοινοποιούν, μέσω δικτύου που έχει συσταθεί για τον σκοπό αυτόν, τυχόν άμεσο ή έμμεσο κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία που προέρχεται από τρόφιμα ή ζωοτροφές. Περιπτώσεις μη συμμόρφωσης σχετικές με κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών και οι οποίες συνιστούν τέτοιου είδους κίνδυνο θα πρέπει, συνεπώς, να κοινοποιούνται κατάλληλα. Επιπλέον, όταν εντοπίζονται περιπτώσεις μη συμμόρφωσης σε σχέση με ζώα ή προϊόντα ζωικής προέλευσης από άλλο κράτος μέλος, οι αρχές του κράτους μέλους που εντόπισαν τη μη συμμόρφωση και το κράτος μέλος προέλευσης θα πρέπει να προσφεύγουν στις διατάξεις παροχής συνδρομής που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 και να αναλαμβάνουν τις κατάλληλες επακόλουθες ενέργειες, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(12)

Επειδή οι κανόνες που θεσπίζονται με την οδηγία 96/23/ΕΚ για τις επακόλουθες ενέργειες που αναλαμβάνονται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης ή υποψίας μη συμμόρφωσης σε σχέση με τις ουσίες και τα κατάλοιπά τους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας καταργούνται από τις 14 Δεκεμβρίου 2019, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμοστεί από την εν λόγω ημερομηνία,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες που αφορούν ειδικές απαιτήσεις για τους επίσημους ελέγχους και εφαρμοστέα μέτρα σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης ή υποψίας μη συμμόρφωσης με τους ενωσιακούς κανόνες που εφαρμόζονται στη χρήση εγκεκριμένων, μη εγκεκριμένων ή απαγορευμένων φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών σε παραγωγικά ζώα και στα κατάλοιπα των ουσιών αυτών.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ορισμοί του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, της οδηγίας 2001/82/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 470/2009. Ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

«φαρμακολογικώς δραστική ουσία»: κάθε ουσία ή μείγμα ουσιών που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί στην παρασκευή κτηνιατρικού φαρμάκου και η οποία, όταν χρησιμοποιηθεί στην παρασκευή του, καθίσταται δραστικό συστατικό του φαρμάκου αυτού,

β)

«μη εγκεκριμένες ουσίες»: οι φαρμακολογικώς δραστικές ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα 1 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 37/2010 ή οι ουσίες που δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ως πρόσθετες ύλες ζωοτροφών δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003, με την εξαίρεση των ουσιών που είναι απαραίτητες για τη θεραπεία των ιπποειδών και των ουσιών που αποφέρουν προστιθέμενο κλινικό όφελος σε σύγκριση με άλλες εναλλακτικές αγωγές που υπάρχουν για τα ιπποειδή, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1950/2006.

γ)

«παράνομη χορήγηση»: η χρήση σε παραγωγικά ζώα

απαγορευμένων ή μη εγκεκριμένων ουσιών ή προϊόντων ή

ουσιών ή κτηνιατρικών φαρμάκων που επιτρέπονται δυνάμει της ενωσιακής νομοθεσίας για σκοπούς ή υπό συνθήκες διαφορετικές από εκείνες που καθορίζονται στην εν λόγω νομοθεσία ή, ανάλογα με την περίπτωση, στην εθνική νομοθεσία.

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, για ουσίες ή κτηνιατρικά φάρμακα που επιτρέπονται δυνάμει της ενωσιακής νομοθεσίας, η μη συμμόρφωση με τον χρόνο αναμονής ή τα κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο καταλοίπων ή το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο δεν θεωρείται παράνομη χορήγηση, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι άλλες προϋποθέσεις για τη χρήση της ουσίας ή του κτηνιατρικού φαρμάκου που προβλέπονται στην ενωσιακή ή την εθνική νομοθεσία.

δ)

«κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών που υπερβαίνουν το ανώτατο όριο καταλοίπων»: η παρουσία καταλοίπων εγκεκριμένων φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών σε προϊόντα ζωικής προέλευσης σε συγκέντρωση που υπερβαίνει τα ανώτατα όρια καταλοίπων που έχει θεσπίσει η ενωσιακή νομοθεσία·

ε)

«κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών που υπερβαίνουν το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο»: η παρουσία καταλοίπων φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών σε προϊόντα ζωικής προέλευσης ως αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταφοράς των εν λόγω ουσιών σε μη στοχευόμενες ζωοτροφές, σε συγκέντρωση που υπερβαίνει τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που έχει θεσπίσει η ενωσιακή νομοθεσία·

στ)

«παρτίδα ζώων»: ομάδα ζώων του ίδιου είδους και της ίδιας ομάδας ηλικίας τα οποία έχουν εκτραφεί στην ίδια εκμετάλλευση ταυτόχρονα και υπό ομοιόμορφες συνθήκες.

Άρθρο 3

Οι ενέργειες που πρέπει να γίνουν στο σφαγείο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ή υποψίας μη συμμόρφωσης

1.   Αν ο επίσημος κτηνίατρος που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους σε σφαγείο ή ο επίσημος βοηθός που εκτελεί ορισμένα καθήκοντα στο πλαίσιο αυτών των ελέγχων υποψιάζεται ή έχει αποδείξεις για παράνομη χορήγηση ουσιών στα ζώα, τότε ο επίσημος κτηνίατρος διασφαλίζει ότι γίνονται τα ακόλουθα:

α)

δίνει εντολή στον υπεύθυνο επιχείρησης να κρατήσει τα εν λόγω ζώα χωριστά από άλλες παρτίδες ζώων που βρίσκονται στο σφαγείο ή προσκομίζονται εκεί υπό συνθήκες που θα ορίσει η αρμόδια αρχή·

β)

φροντίζει ώστε τα ζώα να σφάζονται χωριστά από άλλες παρτίδες ζώων που βρίσκονται στο σφαγείο·

γ)

δίνει εντολή ώστε ο υπεύθυνος επιχείρησης να διαχωρίζει τα σφάγια, το κρέας, τα εντόσθια και τα υποπροϊόντα από τα εν λόγω ζώα, να ταυτοποιούνται αυτά αμέσως και να παραμένουν χωριστά από άλλα προϊόντα ζωικής προέλευσης, και δίνει εντολή να μη μετακινηθούν, να μη μεταποιηθούν ούτε να απορριφθούν τα προϊόντα αυτά χωρίς την προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας αρχής·

δ)

δίνει εντολή να ληφθούν τα αναγκαία δείγματα για την ανίχνευση της παρουσίας απαγορευμένων ή μη εγκεκριμένων ουσιών ή εγκεκριμένων ουσιών στην περίπτωση υποψίας ή διαπιστωθείσας χρήσης υπό όρους άλλους πλην αυτών που έχει θεσπίσει η νομοθεσία.

2.   Αν διαπιστωθεί παράνομη χορήγηση, η αρμόδια αρχή δίνει εντολή στον υπεύθυνο επιχείρησης να απορρίψει τα σφάγια, το κρέας, τα εντόσθια και τα υποπροϊόντα όπως προβλέπει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14), χωρίς αποζημίωση ή αντιστάθμισμα.

3.   Αν ο επίσημος κτηνίατρος που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους σε σφαγείο ή ο επίσημος βοηθός που εκτελεί ορισμένα καθήκοντα στο πλαίσιο αυτών των ελέγχων υποψιάζεται ότι στα ζώα που βρίσκονται στο σφαγείο έχει δοθεί εγκεκριμένο κτηνιατρικό φάρμακο, αλλά ότι δεν έχει τηρηθεί ο χρόνος αναμονής που αναφέρεται στην οδηγία 2001/82/ΕΚ, ο επίσημος κτηνίατρος δίνει εντολή να διαχωριστούν τα εν λόγω ζώα από άλλες παρτίδες ζώων που βρίσκονται εκεί ή πρόκειται να προσκομιστούν στο σφαγείο, υπό συνθήκες που θα ορίσει η αρμόδια αρχή. Ο επίσημος κτηνίατρος:

αναβάλλει τη σφαγή με δαπάνες του υπευθύνου επιχείρησης, έως ότου τηρηθεί ο χρόνος αναμονής, ή:

αποφασίζει τη σφαγή των ζώων χωριστά και, έως ότου η έρευνα αποδώσει αποτέλεσμα, δίνει εντολή να ταυτοποιηθούν αμέσως και παραμείνουν χωριστά από άλλα προϊόντα ζωικής προέλευσης τα σφάγια, το κρέας, τα εντόσθια και τα υποπροϊόντα των εν λόγω ζώων.

Η σφαγή μπορεί να αναβληθεί μόνο προσωρινά, υπό την προϋπόθεση ότι ο επίσημος κτηνίατρος έχει επαληθεύσει ότι τηρείται η ενωσιακή νομοθεσία για την καλή μεταχείριση των ζώων και ότι τα εν λόγω ζώα μπορούν να διαχωριστούν από τα άλλα ζώα.

4.   Όταν η σφαγή αναβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 3, ο χρόνος αναμονής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερος από:

τον χρόνο αναμονής που προβλέπεται στην περίληψη των χαρακτηριστικών των προϊόντων της άδειας κυκλοφορίας για τα κτηνιατρικά φάρμακα·

τον χρόνο αναμονής που έχει καθοριστεί δυνάμει του κανονισμού με τον οποίο επιτρέπεται η χρήση ορισμένων φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών ως πρόσθετων υλών ζωοτροφών, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1831/2003·

τον χρόνο αναμονής που έχει ορίσει ο κτηνίατρος για χρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας 2001/82/ΕΚ ή, αν δεν έχει οριστεί χρόνος αναμονής για τέτοιες χρήσεις, τον ελάχιστο χρόνο αναμονής που έχει οριστεί στο άρθρο 11 της οδηγίας 2001/82/ΕΚ.

Μετά την αναβολή της σφαγής, η αρμόδια αρχή μπορεί να λάβει δείγματα με δαπάνη του υπευθύνου επιχείρησης για να επαληθεύσει τη συμμόρφωση με τα ανώτατα όρια καταλοίπων, αμέσως μετά τη σφαγή των ζώων μετά την εκπνοή του χρόνου αναμονής.

5.   Αν ο επίσημος κτηνίατρος που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους σε σφαγείο ή ο επίσημος βοηθός που εκτελεί ορισμένα καθήκοντα στο πλαίσιο αυτών των ελέγχων έχει αποδείξεις ότι στα ζώα που βρίσκονται στο σφαγείο έχει δοθεί εγκεκριμένο κτηνιατρικό φάρμακο, αλλά ότι δεν έχει τηρηθεί ο χρόνος αναμονής που αναφέρεται στην οδηγία 2001/82/ΕΚ, ο επίσημος κτηνίατρος δίνει εντολή να διαχωριστούν τα εν λόγω ζώα από άλλες παρτίδες ζώων που βρίσκονται εκεί ή πρόκειται να προσκομιστούν στο σφαγείο, υπό συνθήκες που θα ορίσει η αρμόδια αρχή. Ο επίσημος κτηνίατρος:

αναβάλλει τη σφαγή με δαπάνη του υπευθύνου επιχείρησης υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 3 παράγραφος 4 έως ότου τηρηθεί ο χρόνος αναμονής, ή·

δίνει εντολή στον υπεύθυνο επιχείρησης να θανατώσει τα ζώα χωριστά. Στην περίπτωση αυτή ο επίσημος κτηνίατρος δηλώνει ότι αυτά είναι ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο, ενώ λαμβάνει όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις για να διασφαλίσει την υγεία των ζώων και τη δημόσια υγεία.

6.   Αν ο υπεύθυνος επιχείρησης δεν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τις εντολές του επίσημου κτηνιάτρου ή της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του παρόντος κανονισμού, ο επίσημος κτηνίατρος ή η αρμόδια αρχή λαμβάνει μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, με δαπάνη του υπευθύνου της επιχείρησης.

Άρθρο 4

Έρευνα

1.   Σε περίπτωση που υπάρχει υπέρβαση των ανώτατων ορίων καταλοίπων φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα κτηνιατρικά φάρμακα ή ως πρόσθετες ύλες ζωοτροφών, τα οποία έχουν καθοριστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 470/2009 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 ή, σε περίπτωση που υπάρχει υπέρβαση των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών ως αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταφοράς των εν λόγω ουσιών σε μη στοχευόμενες ζωοτροφές, τα οποία καθορίστηκαν βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 315/93, οπότε αυτές οι περιπτώσεις υπέρβασης συνιστούν μη συμμόρφωση, τότε η αρμόδια αρχή:

α)

λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ή διεξάγει έρευνα, που θεωρεί κατάλληλη σε σχέση με το εν λόγω εύρημα. Σε αυτά μπορεί να συμπεριλαμβάνεται κάθε έρευνα στο αγρόκτημα προέλευσης ή αναχώρησης των ζώων, συμπεριλαμβανομένων ελέγχων σε ζώα ή σε παρτίδες ζώων στα αγροκτήματα προέλευσης ή στον τόπο αναχώρησης, ώστε να προσδιοριστεί η έκταση και η προέλευση της μη συμμόρφωσης και να διαπιστωθεί ο βαθμός των ευθυνών του υπευθύνου επιχείρησης·

β)

ζητά από τον κάτοχο των ζώων ή τον υπεύθυνο κτηνίατρο να προσκομίσει τη συνταγή και τα αρχεία της χορήγησης των φαρμάκων καθώς και οποιοδήποτε έγγραφο δικαιολογεί τη φύση της χορήγησης.

2.   Σε περίπτωση που προσδιοριστούν συγκεντρώσεις καταλοίπων κάτω από τα ανώτατα όρια καταλοίπων για φαρμακολογικώς δραστικές ουσίες που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα κτηνιατρικά φάρμακα ή ως πρόσθετες ύλες ζωοτροφών, αλλά η παρουσία των εν λόγω καταλοίπων δεν συνάδει με τις πληροφορίες για την αλυσίδα τροφίμων, οπότε προκαλείται υποψία μη συμμόρφωσης ή παράνομης χορήγησης, η αρμόδια αρχή λαμβάνει κάθε μέτρο έρευνας που θεωρεί κατάλληλο για τη διερεύνηση της πηγής των εν λόγω καταλοίπων ή των παρατυπιών στις πληροφορίες για την αλυσίδα τροφίμων.

3.   Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία υπέρβασης των ανώτατων ορίων καταλοίπων ή των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων που έχουν θεσπιστεί από την ενωσιακή νομοθεσία για φαρμακολογικώς δραστικές ουσίες που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα κτηνιατρικά φάρμακα ή ως πρόσθετες ύλες ζωοτροφών, τότε η αρμόδια αρχή λαμβάνει κάθε μέτρο έρευνας που θεωρεί κατάλληλο.

4.   Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία ή διαπίστωση παράνομης χορήγησης, ή όταν ανακαλυφθούν στην κατοχή μη εξουσιοδοτημένων προσώπων, ή υπευθύνων επιχειρήσεων, ουσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/22/ΕΚ ή σε περίπτωση που ανακαλυφθούν στην κατοχή μη εξουσιοδοτημένων προσώπων ή υπευθύνων επιχειρήσεων απαγορευμένες ή μη εγκεκριμένες ουσίες ή προϊόντα, η αρμόδια αρχή:

α)

θέτει αμέσως τα ζώα και τα προϊόντα που τελούν υπό έρευνα σε επίσημη δέσμευση·

β)

όσο διαρκεί η επίσημη δέσμευση, η αρμόδια αρχή:

δίνει εντολή να μην μετακινηθούν χωρίς την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής τα ζώα που αφορά η έρευνα και αυτό για όσο διαρκεί η έρευνα·

δίνει εντολή να μην απομακρυνθούν από το αγρόκτημα ή την εγκατάσταση προέλευσης τα σφάγια, το κρέας, τα εντόσθια, τα υποπροϊόντα, το γάλα, τα αυγά και το μέλι των εν λόγω ζώων και να μη δοθούν σε άλλο πρόσωπο χωρίς την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής·

δίνει εντολή να παραμείνουν διαχωρισμένα και να μην απομακρυνθούν από το αγρόκτημα ή την εγκατάσταση προέλευσης η ζωοτροφή, το νερό και όποια άλλα προϊόντα έχουν σχέση, ανάλογα με την περίπτωση·

εξασφαλίζει ότι τα ζώα που αφορά η έρευνα φέρουν επίσημη σήμανση ή άλλο μέσο ταυτοποίησης ή, στην περίπτωση των πουλερικών, των ψαριών και των μελισσών, ότι παραμένουν σε χώρο ή κυψέλη που φέρει σήμανση·

λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προφύλαξης ανάλογα με τη φύση της ουσίας ή των ουσιών που ταυτοποιήθηκαν·

γ)

ζητά από τον κάτοχο ζώων και τον υπεύθυνο κτηνίατρο να προσκομίσουν οποιοδήποτε έγγραφο δικαιολογεί τη φύση της χορήγησης.

δ)

διεξάγει κάθε άλλο επίσημο έλεγχο στα ζώα ή τις παρτίδες των ζώων στο αγρόκτημα προέλευσης ή το μέρος αναχώρησης των ζώων, ο οποίος είναι απαραίτητος για να εξακριβωθεί τέτοιου είδους χρήση·

ε)

διεξάγει κάθε άλλο επίσημο έλεγχο που απαιτείται για να εξακριβωθεί η αγορά και η παρουσία μη εγκεκριμένων ή απαγορευμένων ουσιών·

στ)

διεξάγει κάθε άλλο επίσημο έλεγχο που απαιτείται για να διευκρινιστεί η προέλευση των απαγορευμένων ή μη εγκεκριμένων ουσιών ή προϊόντων ή των ζώων που υπέστησαν την αγωγή.

5.   Οι επίσημοι έλεγχοι που αναφέρονται στο παρόν άρθρο μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν ελέγχους στους παραγωγούς, τους διανομείς, τους μεταφορείς, τους χώρους παραγωγής των φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών και των κτηνιατρικών φαρμάκων, στα φαρμακεία, σε κάθε σχετικό παράγοντα της αλυσίδας εφοδιασμού και οποιονδήποτε άλλο χώρο αφορά η έρευνα.

6.   Οι επίσημοι έλεγχοι που αναφέρονται στο παρόν άρθρο μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν επίσημη δειγματοληψία, μεταξύ άλλων του νερού, των ζωοτροφών, του κρέατος, των εντοσθίων, του αίματος, των ζωικών υποπροϊόντων, των μαλλιών, των ούρων, των περιττωμάτων και άλλου ζωικού υλικού. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει όσα δείγματα θεωρεί αναγκαία για την έρευνα της εποπτευθείσας ή διαπιστωθείσας μη συμμόρφωσης ή της παράνομης χορήγησης. Όταν πρόκειται για ζώα υδατοκαλλιέργειας, μπορεί να απαιτηθούν δείγματα από τα ύδατα στα οποία έγινε η εκτροφή τους ή η αλίευσή τους και, όταν πρόκειται για μέλισσες, μπορεί να απαιτηθούν δείγματα από τις κυψέλες.

Άρθρο 5

Επακόλουθες ενέργειες για κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα κτηνιατρικά φάρμακα ή ως πρόσθετες ύλες ζωοτροφών και τα οποία υπερβαίνουν τα ισχύοντα ανώτατα όρια καταλοίπων ή τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα

1.   Σε περίπτωση που έχει γίνει υπέρβαση των ανώτατων ορίων καταλοίπων φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα κτηνιατρικά φάρμακα ή ως πρόσθετες ύλες ζωοτροφών, τα οποία έχουν καθοριστεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 470/2009 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 ή, σε περίπτωση που έχει γίνει υπέρβαση των μέγιστων επιτρεπτών επιπέδων για κατάλοιπα φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών ως αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταφοράς των εν λόγω ουσιών σε μη στοχευόμενες ζωοτροφές, τα οποία καθορίστηκαν βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 315/93, τότε η αρμόδια αρχή:

δηλώνει τα εν λόγω σφάγια και τα προϊόντα που αφορά η μη συμμόρφωση ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο και δίνει εντολή στον υπεύθυνο επιχείρησης να απορρίψει όλα τα προϊόντα ως υλικό κατηγορίας 2, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1069/2009·

λαμβάνει όποια άλλα μέτρα είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας και στα οποία περιλαμβάνεται η απαγόρευση της απομάκρυνσης από το αγρόκτημα ή από την εγκατάσταση των εν λόγω ζώων ή προϊόντων για μια συγκεκριμένη περίοδο·

δίνει εντολή στον υπεύθυνο επιχείρησης να προβεί σε όποια ενέργεια είναι κατάλληλη για την αντιμετώπιση των αιτίων της μη συμμόρφωσης·

εκτελεί πρόσθετους επίσημους ελέγχους για να επαληθεύσει ότι είχαν αποτέλεσμα οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο υπεύθυνος επιχείρησης για να αντιμετωπίσει την αιτία της μη συμμόρφωσης. Στους ελέγχους αυτούς μπορεί να περιλαμβάνονται όσα επακόλουθα δείγματα θεωρούνται αναγκαία σε σχέση με τα ζώα ή τα προϊόντα από το ίδιο αγρόκτημα ή εγκατάσταση.

2.   Στην περίπτωση επανειλημμένης μη συμμόρφωσης από τον ίδιο υπεύθυνο επιχείρησης, η αρμόδια αρχή διενεργεί τακτικούς πρόσθετους επίσημους ελέγχους, συμπεριλαμβανομένης δειγματοληψίας και ανάλυσης, στα ζώα και τα προϊόντα από τον υπεύθυνο επιχείρησης για περίοδο τουλάχιστον έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία διαπιστώθηκε η δεύτερη μη συμμόρφωση. Δίνει επίσης εντολή στον υπεύθυνο επιχείρησης να εξασφαλίσει ότι τα εν λόγω ζώα καθώς και τα σφάγια, το κρέας, τα εντόσθια, τα υποπροϊόντα, το γάλα, τα αυγά και το μέλι των εν λόγω ζώων διατηρούνται χωριστά από άλλα ζώα, δεν απομακρύνονται από το αγρόκτημα ή την εγκατάσταση προέλευσης και δεν δίνονται σε άλλο πρόσωπο χωρίς την προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής.

3.   Αν ο υπεύθυνος της επιχείρησης δεν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τις εντολές της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή λαμβάνει μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, με δαπάνη του υπευθύνου της επιχείρησης.

Άρθρο 6

Επακόλουθες ενέργειες για τις περιπτώσεις παράνομης χορήγησης και κατοχής απαγορευμένων ή μη εγκεκριμένων ουσιών ή προϊόντων

1.   Σε περίπτωση που ανακαλυφθούν στην κατοχή μη εξουσιοδοτημένων προσώπων ουσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/22/ΕΚ, απαγορευμένες ή μη εγκεκριμένες ουσίες ή προϊόντα, με αποτέλεσμα να υπάρχει υποψία παράνομης χορήγησης, τότε οι εν λόγω ουσίες ή προϊόντα τίθενται σε επίσημη δέσμευση έως ότου ληφθούν από την αρμόδια αρχή τα μέτρα που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, με την επιφύλαξη της μεταγενέστερης καταστροφής των προϊόντων και της ενδεχόμενης επιβολής κυρώσεων στον/στους παραβάτη/-ες.

2.   Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράνομη χορήγηση, ή όταν ανακαλυφθούν στην κατοχή μη εξουσιοδοτημένων υπευθύνων επιχειρήσεων ή προσώπων ουσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/22/ΕΚ, απαγορευμένες ή μη εγκεκριμένες ουσίες ή προϊόντα, η αρμόδια αρχή:

θέτει ή φυλάσσει τα ζώα καθώς και τα σφάγια, το κρέας, τα εντόσθια και τα υποπροϊόντα των ζώων τα οποία αφορά η παράνομη χορήγηση μαζί με το γάλα, τα αυγά και το μέλι των εν λόγω ζώων υπό επίσημη δέσμευση, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 στοιχείο β)·

λαμβάνει δείγματα από όλες τις σχετικές παρτίδες των ζώων που ανήκουν στο αγρόκτημα·

δίνει εντολή στον υπεύθυνο επιχείρησης να θανατώσει το ζώο ή τα ζώα για τα οποία διαπιστώθηκε η παράνομη χορήγηση και να τα απορρίψει όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1069/2009·

δηλώνει όλα τα σφάγια ή τα προϊόντα που αφορά η παράνομη χορήγηση ακατάλληλα για κατανάλωση από τον άνθρωπο και δίνει εντολή στον υπεύθυνο επιχείρησης να τα απορρίψει, όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1069/2009.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2:

σε όλα τα ζώα της παρτίδας ή των παρτίδων απ’ όπου επιβεβαιώθηκε ότι ένα ή περισσότερα ζώα υποβλήθηκαν σε παράνομη χορήγηση απαγορευμένων ή μη εγκεκριμένων ουσιών θεωρείται ότι έχει γίνει παράνομη χορήγηση, εκτός αν η αρμόδια αρχή, κατόπιν αιτήματος και με δαπάνη του υπευθύνου επιχείρησης, συμφωνήσει να διενεργηθούν πρόσθετοι επίσημοι έλεγχοι σε όλα τα ζώα της σχετικής παρτίδας ή παρτίδων για να εξακριβωθεί ότι δεν έχει γίνει παράνομη χορήγηση στα εν λόγω ζώα·

σε όλα τα ζώα της παρτίδας ή των παρτίδων απ’ όπου επιβεβαιώθηκε ότι ένα ή περισσότερα ζώα υποβλήθηκαν σε παράνομη χορήγηση λόγω της χρήσης σε παραγωγικά ζώα ουσιών ή κτηνιατρικών φαρμάκων που έχουν εγκριθεί δυνάμει της ενωσιακής νομοθεσίας για τους σκοπούς ή υπό όρους άλλους πλην αυτών που έχουν θεσπιστεί στην εν λόγω νομοθεσία ή, ανάλογα με την περίπτωση, στην εθνική νομοθεσία, θεωρείται ότι έχει γίνει παράνομη χορήγηση, εκτός αν η αρμόδια αρχή, κατόπιν αιτήματος και με δαπάνη του υπευθύνου επιχείρησης, συμφωνήσει να διενεργηθούν πρόσθετοι επίσημοι έλεγχοι στα ζώα της σχετικής παρτίδας ή παρτίδων, για τα οποία υπάρχει υποψία παράνομης χορήγησης, ώστε να εξακριβωθεί ότι δεν έχει γίνει παράνομη χορήγηση στα εν λόγω ζώα.

4.   Στην περίπτωση διαπιστωθείσας παράνομης χορήγησης σε υδατοκαλλιέργεια, λαμβάνονται δείγματα από όλες τις λιμνοδεξαμενές, τις ιχθυομάνδρες και τους κλωβούς. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράνομη χορήγηση σε υδατοκαλλιέργεια, αν το δείγμα που λαμβάνεται από συγκεκριμένη τεχνητή λίμνη, υδροστάσιο ή κλωβό είναι μη συμμορφούμενο, όλα τα ζώα στην εν λόγω τεχνητή λίμνη, υδροστάσιο ή κλωβό θεωρείται ότι έχουν υποβληθεί σε παράνομη χορήγηση.

5.   Η αρμόδια αρχή διενεργεί τακτικούς πρόσθετους επίσημους ελέγχους για περίοδο τουλάχιστον 12 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία εξακριβώθηκε η μη συμμόρφωση στο αγρόκτημα ή τα αγροκτήματα υπό την ευθύνη του ίδιου υπευθύνου επιχείρησης και στα ζώα και στα αγαθά που ανήκουν στο/στα εν λόγω αγρόκτημα/-τα.

6.   Τα αγροκτήματα ή οι εγκαταστάσεις που προμηθεύουν την εκμετάλλευση στην οποία διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση, καθώς και όλα τα αγροκτήματα στην ίδια αλυσίδα εφοδιασμού ζώων και ζωοτροφών με αυτή του αγροκτήματος προέλευσης ή αναχώρησης μπορεί να υποβληθούν σε επίσημους ελέγχους για τον προσδιορισμό της προέλευσης της εν λόγω ουσίας:

κατά τη μεταφορά, τη διανομή και την πώληση ή την αγορά φαρμακολογικώς δραστικών ουσιών·

σε οποιοδήποτε στάδιο της αλυσίδας παραγωγής και διανομής των ζωοτροφών·

σε όλη την αλυσίδα παραγωγής των ζώων και των προϊόντων ζωικής προέλευσης.

7.   Αν ο υπεύθυνος της επιχείρησης δεν λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τις εντολές της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή λαμβάνει μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, με δαπάνη του υπευθύνου της επιχείρησης.

Άρθρο 7

Απαιτήσεις για αναλυτικές μεθόδους και δειγματοληψία

Όλα τα δείγματα που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό λαμβάνονται και αναλύονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/625 και τις αποφάσεις 1998/179/ΕΚ (15) και 2002/657/ΕΚ της Επιτροπής (16).

Άρθρο 8

Ενέργειες για τις ρυθμίσεις καταχώρισης, αδειοδότησης και επίσημης έγκρισης

Σε περίπτωση που η κατοχή, η χρήση ή η παραγωγή μη εγκεκριμένων ουσιών ή προϊόντων επιβεβαιωθεί, όλες οι ρυθμίσεις για την καταχώριση, την αδειοδότηση ή την επίσημη έγκριση που έχει λάβει η εγκατάσταση ή ο υπεύθυνος της εν λόγω επιχείρησης αναβάλλονται για χρονική περίοδο που ορίζει η αρμόδια αρχή.

Σε περίπτωση υποτροπής, οι ρυθμίσεις αυτές ανακαλούνται από την αρμόδια αρχή. Σε περίπτωση ανάκλησης, ζητείται από τον υπεύθυνο της επιχείρησης να ζητήσει εκ νέου άδεια για τις ρυθμίσεις καταχώρισης, αδειοδότησης ή επίσημης έγκρισης και να αποδείξει ότι συμμορφώνεται με τις σχετικές απαιτήσεις για τον σκοπό αυτό.

Άρθρο 9

Διοικητική συνδρομή

Σε περίπτωση που έχει βεβαιωθεί η μη συμμόρφωση που αναφέρεται στα άρθρα 5 και 6 ως προς τα ζώα ή τα προϊόντα ζωικής προέλευσης που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια αρχή που διεξάγει την έρευνα κοινοποιεί τη διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 και, αν απαιτηθεί, ζητά διοικητική συνδρομή από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης σύμφωνα με το άρθρο 104 του εν λόγω κανονισμού. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης εφαρμόζει τα άρθρα 5 και 6 του παρόντος κανονισμού στο αγρόκτημα ή την εγκατάσταση προέλευσης ή αναχώρησης.

Άρθρο 10

Παραπομπές

Οι παραπομπές στο άρθρο 13, στο άρθρο 15 παράγραφος 3, στο άρθρο 16 παράγραφος 2, στο άρθρο 16 παράγραφος 3, στο άρθρο 17, στο άρθρο 18 και στα άρθρα 22 έως 25 της οδηγίας 96/23/ΕΚ νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας στο παράρτημα.

Άρθρο 11

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 14 Δεκεμβρίου 2019.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Ιουνίου 2019.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1.

(2)  Οδηγία 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, περί της λήψης μέτρων ελέγχου για ορισμένες ουσίες και τα κατάλοιπά τους σε ζώντα ζώα και στα προϊόντα τους και κατάργησης των οδηγιών 85/358/ΕΟΚ και 86/469/ΕΟΚ και των αποφάσεων 89/187/ΕΟΚ και 91/664/ΕΟΚ (ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 10).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 470/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών για τον καθορισμό ορίων καταλοίπων των φαρμακολογικά δραστικών ουσιών στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2377/90 του Συμβουλίου και τροποποίηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 152 της 16.6.2009, σ. 11).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 37/2010 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 2009, σχετικά με φαρμακολογικώς δραστικές ουσίες και την ταξινόμησή τους όσον αφορά τα ανώτατα όρια καταλοίπων στα τρόφιμα ζωικής προέλευσης (ΕΕ L 15 της 20.1.2010, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1831/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τις πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων (ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 29).

(6)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1950/2006 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2006, για την κατάρτιση, σύμφωνα με την οδηγία 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί κοινοτικού κώδικα για τα κτηνιατρικά φάρμακα, καταλόγου ουσιών απαραίτητων για τη θεραπεία ιπποειδών και ουσιών που αποφέρουν πρόσθετο κλινικό όφελος (ΕΕ L 367 της 22.12.2006, σ. 33).

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 124/2009 της Επιτροπής, της 10ης Φεβρουαρίου 2009, σχετικά με τον καθορισμό ανώτατων ορίων για την παρουσία κοκκιδιοστατικών ή ιστομοναδοστατικών στα τρόφιμα ως αποτέλεσμα της αναπόφευκτης μεταφοράς των εν λόγω ουσιών σε μη στοχευόμενες ζωοτροφές (ΕΕ L 40 της 11.2.2009, σ. 7).

(8)  Η μη συμμόρφωση με αυτά τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα θεωρείται μη συμμόρφωση με τους κανόνες που εφαρμόζονται στη χρήση κτηνιατρικών φαρμάκων και στα κατάλοιπά τους.

(9)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 315/93 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1993, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών για τις προσμείξεις των τροφίμων (ΕΕ L 37 της 13.2.1993, σ. 1).

(10)  Οδηγία 96/22/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1996, περί απαγορεύσεως της χρησιμοποιήσεως ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση και των β-ανταγωνιστικών ουσιών στη ζωική παραγωγή για κερδοσκοπικούς λόγους και καταργήσεως των οδηγιών 81/602/ΕΟΚ, 88/146/ΕΟΚ και 88/299/ΕΟΚ (ΕΕ L 125 της 23.5.1996, σ. 3).

(11)  Οδηγία 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα κτηνιατρικά φάρμακα (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 1).

(12)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/6 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τα κτηνιατρικά φάρμακα και για την κατάργηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ (ΕΕ L 4 της 7.1.2019, σ. 43).

(13)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).

(14)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, περί υγειονομικών κανόνων για ζωικά υποπροϊόντα και παράγωγα προϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 (κανονισμός για τα ζωικά υποπροϊόντα) (ΕΕ L 300 της 14.11.2009, σ. 1).

(15)  Απόφαση 1998/179/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 1998, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων όσον αφορά την επίσημη δειγματοληψία για τον έλεγχο της ανίχνευσης ορισμένων ουσιών και των καταλοίπων τους σε ζώντα ζώα και στα προϊόντα τους (ΕΕ L 65 της 5.3.1998, σ. 31).

(16)  Απόφαση 2002/657/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Αυγούστου 2002, για εφαρμογή της οδηγίας 96/23/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με την επίδοση των αναλυτικών μεθόδων και την ερμηνεία των αποτελεσμάτων (ΕΕ L 221 της 17.8.2002, σ. 8).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 10

Οδηγία 96/23/ΕΚ

Παρών κανονισμός

Άρθρο 13

Άρθρο 4

Άρθρο 15 παράγραφος 3

Άρθρα 4, 5, 6 και 9

Άρθρο 16 παράγραφος 2

Άρθρα 4, 5 και 6

Άρθρο 17

Άρθρο 6

Άρθρο 18

Άρθρο 5

Άρθρο 22

Άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 23 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 23 παράγραφοι 2, 3, 4 και 5

Άρθρο 6

Άρθρο 24

Άρθρο 3

Άρθρο 25

Άρθρο 8


9.12.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 317/38


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/2091 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 28ης Νοεμβρίου 2019

για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2197 για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τα στενά συσχετιζόμενα νομίσματα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1), και ιδίως το άρθρο 354 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Για να διασφαλιστεί ότι τα ζεύγη νομισμάτων που παρατίθενται στο παράρτημα του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2197 του Συμβουλίου (2) εξακολουθούν να αποτυπώνουν την πραγματική συσχέτιση μεταξύ των αντίστοιχων νομισμάτων, είναι απαραίτητο να επικαιροποιηθεί ο κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων.

(2)

Η 31η Μαρτίου 2018 χρησιμοποιείται στον κατάλογο ως καταληκτική ημερομηνία για τον υπολογισμό των τριετών και πενταετών χρονολογικών σειρών δεδομένων που απαιτούνται για την αξιολόγηση των ζευγών νομισμάτων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 575/2013.

(3)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) στην Επιτροπή.

(4)

Δεδομένου ότι οι αναγκαίες τροποποιήσεις του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2197 δεν συνεπάγονται σημαντικές αλλαγές επί της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), η ΕΑΤ δεν προέβη σε ανοικτή δημόσια διαβούλευση, θεωρώντας ότι θα ήταν δυσανάλογη σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και τις επιπτώσεις των εν λόγω σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων.

(5)

Επομένως, ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2197 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2197 αντικαθίσταται από το κείμενο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 28 Νοεμβρίου 2019.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1.

(2)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2197 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 2015, για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τα στενά συσχετιζόμενα νομίσματα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 313 της 28.11.2015, σ. 30).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το παράρτημα του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2197 της Επιτροπής αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων

Μέρος 1 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του ευρώ (EUR)

Αλβανικό λεκ (ALL), μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), ελβετικό φράγκο (CHF), τσεχική κορόνα (CZK), κροατική κούνα (HRK), ουγγρικό φιορίνι (HUF), μαροκινό ντιράμ (MAD), δηνάριο Βόρειας Μακεδονίας (MKD), πολωνικό ζλότι (PLN), ρουμανικό λέου (RON), δηνάριο Σερβίας (RSD), σουηδική κορόνα (SEK).

Μέρος 2 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED)

Κινεζικό γιουάν (CNY), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), νέο σέκελ Ισραήλ (ILS), ινδική ρουπία (INR), λίρα Λιβάνου (LBP), μαροκινό ντιράμ (MAD), πατάκα Μακάο (MOP), πέσο Φιλιππινών (PHP), δολάριο Σινγκαπούρης (SGD), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο Ταϊβάν (TWD), δολάριο ΗΠΑ (USD).

Μέρος 3 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του αλβανικού λεκ (ALL)

Μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), ελβετικό φράγκο (CHF), τσεχική κορόνα (CZK), δανική κορόνα (DKK), κροατική κούνα (HRK), μαροκινό ντιράμ (MAD), ρουμανικό λέου (RON), δηνάριο Σερβίας (RSD), ευρώ (EUR).

Μέρος 4 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του μάρκου Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM)

Αλβανικό λεκ (ALL), βουλγαρικό λεβ (BGN), ελβετικό φράγκο (CHF), τσεχική κορόνα (CZK), δανική κορόνα (DKK), κροατική κούνα (HRK), ουγγρικό φιορίνι (HUF), μαροκινό ντιράμ (MAD), δηνάριο Βόρειας Μακεδονίας (MKD), πολωνικό ζλότι (PLN), ρουμανικό λέου (RON), δηνάριο Σερβίας (RSD), σουηδική κορόνα (SEK), ευρώ (EUR).

Μέρος 5 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του βουλγαρικού λεβ (BGN)

Αλβανικό λεκ (ALL), μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), ελβετικό φράγκο (CHF), τσεχική κορόνα (CZK), δανική κορόνα (DKK), κροατική κούνα (HRK), ουγγρικό φιορίνι (HUF), μαροκινό ντιράμ (MAD), δηνάριο Βόρειας Μακεδονίας (MKD), πολωνικό ζλότι (PLN), ρουμανικό λέου (RON), δηνάριο Σερβίας (RSD), σουηδική κορόνα (SEK), ευρώ (EUR).

Μέρος 6 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του ελβετικού φράγκου (CHF)

Αλβανικό λεκ (ALL), μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), τσεχική κορόνα (CZK), δανική κορόνα (DKK), κροατική κούνα (HRK), μαροκινό ντιράμ (MAD), ρουμανικό λέου (RON), δηνάριο Σερβίας (RSD), ευρώ (EUR).

Μέρος 7 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του κινεζικού γιουάν (CNY)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), νέο σέκελ Ισραήλ (ILS), λίρα Λιβάνου (LBP), πατάκα Μακάο (MOP), πέσο Φιλιππινών (PHP), δολάριο Σινγκαπούρης (SGD), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο Ταϊβάν (TWD), δολάριο ΗΠΑ (USD).

Μέρος 8 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι της τσεχικής κορόνας (CZK)

Αλβανικό λεκ (ALL), μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), ελβετικό φράγκο (CHF), δανική κορόνα (DKK), κροατική κούνα (HRK), ουγγρικό φιορίνι (HUF), μαροκινό ντιράμ (MAD), δηνάριο Βόρειας Μακεδονίας (MKD), πολωνικό ζλότι (PLN), ρουμανικό λέου (RON), δηνάριο Σερβίας (RSD), ευρώ (EUR).

Μέρος 9 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι της δανικής κορόνας (DKK)

Αλβανικό λεκ (ALL), μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), ελβετικό φράγκο (CHF), τσεχική κορόνα (CZK), κροατική κούνα (HRK), ουγγρικό φιορίνι (HUF), μαροκινό ντιράμ (MAD), δηνάριο Βόρειας Μακεδονίας (MKD), πολωνικό ζλότι (PLN), ρουμανικό λέου (RON), δηνάριο Σερβίας (RSD), σουηδική κορόνα (SEK).

Μέρος 10 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του δολαρίου Χονγκ Κονγκ (HKD)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), κινεζικό γιουάν (CNY), νέο σέκελ Ισραήλ (ILS), ινδική ρουπία (INR), λίρα Λιβάνου (LBP), μαροκινό ντιράμ (MAD), πατάκα Μακάο (MOP), πέσο Φιλιππινών (PHP), δολάριο Σινγκαπούρης (SGD), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο Ταϊβάν (TWD), δολάριο ΗΠΑ (USD).

Μέρος 11 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι της κροατικής κούνα (HRK)

Αλβανικό λεκ (ALL), μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), ελβετικό φράγκο (CHF), τσεχική κορόνα (CZK), δανική κορόνα (DKK), ουγγρικό φιορίνι (HUF), μαροκινό ντιράμ (MAD), δηνάριο Βόρειας Μακεδονίας (MKD), ρουμανικό λέου (RON), δηνάριο Σερβίας (RSD), ευρώ (EUR).

Μέρος 12 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του ουγγρικού φιορίνι (HUF)

Μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), τσεχική κορόνα (CZK), δανική κορόνα (DKK), κροατική κούνα (HRK), μαροκινό ντιράμ (MAD), πολωνικό ζλότι (PLN), ρουμανικό λέου (RON), δηνάριο Σερβίας (RSD), ευρώ (EUR).

Μέρος 13 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του νέου σέκελ Ισραήλ (ILS)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), κινεζικό γιουάν (CNY), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), λίρα Λιβάνου (LBP), μαροκινό ντιράμ (MAD), πατάκα Μακάο (MOP), πέσο Φιλιππινών (PHP), δολάριο Σινγκαπούρης (SGD), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο ΗΠΑ (USD).

Μέρος 14 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι της ινδικής ρουπίας (INR)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), πατάκα Μακάο (MOP), πέσο Φιλιππινών (PHP), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο ΗΠΑ (USD).

Μέρος 15 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του ουόν Νότιας Κορέας (KRW)

Δολάριο Σινγκαπούρης (SGD).

Μέρος 16 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι της λίρας Λιβάνου (LBP)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), κινεζικό γιουάν (CNY), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), νέο σέκελ Ισραήλ (ILS), πατάκα Μακάο (MOP), πέσο Φιλιππινών (PHP), δολάριο Σινγκαπούρης (SGD), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο Ταϊβάν (TWD), δολάριο ΗΠΑ (USD).

Μέρος 17 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του μαροκινού ντιράμ (MAD)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), αλβανικό λεκ (ALL), μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), ελβετικό φράγκο (CHF), τσεχική κορόνα (CZK), δανική κορόνα (DKK), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), κροατική κούνα (HRK), ουγγρικό φιορίνι (HUF), νέο σέκελ Ισραήλ (ILS), δηνάριο Βόρειας Μακεδονίας (MKD), πατάκα Μακάο (MOP), πέσο Φιλιππινών (PHP), ρουμανικό λέου (RON), δηνάριο Σερβίας (RSD), δολάριο Σινγκαπούρης (SGD), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο ΗΠΑ (USD), ευρώ (EUR).

Μέρος 18 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του δηναρίου Βόρειας Μακεδονίας (MKD)

Μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), τσεχική κορόνα (CZK), δανική κορόνα (DKK), κροατική κούνα (HRK), μαροκινό ντιράμ (MAD), ρουμανικό λέου (RON), δηνάριο Σερβίας (RSD), ευρώ (EUR).

Μέρος 19 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του πατάκα Μακάο (MOP)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), κινεζικό γιουάν (CNY), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), νέο σέκελ Ισραήλ (ILS), ινδική ρουπία (INR), λίρα Λιβάνου (LBP), μαροκινό ντιράμ (MAD), πέσο Φιλιππινών (PHP), δολάριο Σινγκαπούρης (SGD), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο Ταϊβάν (TWD), δολάριο ΗΠΑ (USD).

Μέρος 20 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του πέσο Φιλιππινών (PHP)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), κινεζικό γιουάν (CNY), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), νέο σέκελ Ισραήλ (ILS), ινδική ρουπία (INR), λίρα Λιβάνου (LBP), μαροκινό ντιράμ (MAD), πατάκα Μακάο (MOP), δολάριο Σινγκαπούρης (SGD), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο Ταϊβάν (TWD), δολάριο ΗΠΑ (USD).

Μέρος 21 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του πολωνικού ζλότι (PLN)

Μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), τσεχική κορόνα (CZK), δανική κορόνα (DKK), ουγγρικό φιορίνι (HUF), ευρώ (EUR).

Μέρος 22 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του ρουμανικού λέου (RON)

Αλβανικό λεκ (ALL), μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), ελβετικό φράγκο (CHF), τσεχική κορόνα (CZK), δανική κορόνα (DKK), κροατική κούνα (HRK), ουγγρικό φιορίνι (HUF), μαροκινό ντιράμ (MAD), δηνάριο Βόρειας Μακεδονίας (MKD), δηνάριο Σερβίας (RSD), ευρώ (EUR).

Μέρος 23 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του δηναρίου Σερβίας (RSD)

Αλβανικό λεκ (ALL), μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), ελβετικό φράγκο (CHF), τσεχική κορόνα (CZK), δανική κορόνα (DKK), κροατική κούνα (HRK), ουγγρικό φιορίνι (HUF), μαροκινό ντιράμ (MAD), δηνάριο Βόρειας Μακεδονίας (MKD), ρουμανικό λέου (RON), ευρώ (EUR).

Μέρος 24 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι της σουηδικής κορόνας (SEK)

Μάρκο Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM), βουλγαρικό λεβ (BGN), δανική κορόνα (DKK), ευρώ (EUR).

Μέρος 25 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του δολαρίου Σινγκαπούρης (SGD)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), κινεζικό γιουάν (CNY), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), νέο σέκελ Ισραήλ (ILS), ουόν Νότιας Κορέας (KRW), λίρα Λιβάνου (LBP), μαροκινό ντιράμ (MAD), πατάκα Μακάο (MOP), πέσο Φιλιππινών (PHP), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο Ταϊβάν (TWD), δολάριο ΗΠΑ (USD).

Μέρος 26 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του μπατ Ταϊλάνδης (THB)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), κινεζικό γιουάν (CNY), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), νέο σέκελ Ισραήλ (ILS), ινδική ρουπία (INR), λίρα Λιβάνου (LBP), μαροκινό ντιράμ (MAD), πατάκα Μακάο (MOP), πέσο Φιλιππινών (PHP), δολάριο Σινγκαπούρης (SGD), δολάριο Ταϊβάν (TWD), δολάριο ΗΠΑ (USD).

Μέρος 27 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του δολαρίου Ταϊβάν (TWD)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), κινεζικό γιουάν (CNY), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), λίρα Λιβάνου (LBP), πατάκα Μακάο (MOP), πέσο Φιλιππινών (PHP), δολάριο Σινγκαπούρης (SGD), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο ΗΠΑ (USD).

Μέρος 28 — Κατάλογος στενά συσχετιζόμενων νομισμάτων έναντι του δολαρίου ΗΠΑ (USD)

Ντιράμ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (AED), κινεζικό γιουάν (CNY), δολάριο Χονγκ Κονγκ (HKD), νέο σέκελ Ισραήλ (ILS), ινδική ρουπία (INR), λίρα Λιβάνου (LBP), μαροκινό ντιράμ (MAD), πατάκα Μακάο (MOP), πέσο Φιλιππινών (PHP), δολάριο Σινγκαπούρης (SGD), μπατ Ταϊλάνδης (THB), δολάριο Ταϊβάν (TWD).

».

9.12.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 317/42


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/2092 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 28ης Νοεμβρίου 2019

για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού στις εισαγωγές βιοντίζελ καταγωγής Ινδονησίας

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1037 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1) (ο «βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 15,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.1.   Έναρξη διαδικασίας

(1)

Στις 6 Δεκεμβρίου 2018 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή («η Επιτροπή») κίνησε έρευνα κατά των επιδοτήσεων όσον αφορά τις εισαγωγές βιοντίζελ καταγωγής Ινδονησίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση («η Ένωση»), με βάση το άρθρο 10 του βασικού κανονισμού.

(2)

Η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2) («η ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας»).

(3)

Η Επιτροπή κίνησε την έρευνα έπειτα από καταγγελία η οποία υποβλήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 2018 από το European Biodiesel Board («ο καταγγέλλων» ή «το EBB») εξ ονόματος παραγωγών που αντιπροσωπεύουν το 32 % της συνολικής ενωσιακής παραγωγής.

1.2.   Προσωρινά μέτρα

(4)

Στις 14 Αυγούστου 2019 η Επιτροπή επέβαλε προσωρινούς αντισταθμιστικούς δασμούς στις εισαγωγές βιοντίζελ καταγωγής Ινδονησίας στην Ένωση με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2019/1344 της Επιτροπής (3) («ο κανονισμός για την επιβολή προσωρινού δασμού»).

(5)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, η έρευνα για τις επιδοτήσεις και τη ζημία κάλυψε την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου 2017 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2018 («περίοδος έρευνας» ή «ΠΕ») και η εξέταση των συναφών τάσεων για την εκτίμηση της ζημίας κάλυψε την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως το τέλος της περιόδου έρευνας («η εξεταζόμενη περίοδος»).

1.3.   Επακόλουθη διαδικασία

(6)

Μετά την κοινοποίηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού βάσει των οποίων αποφασίστηκε η επιβολή προσωρινών αντισταθμιστικών δασμών («κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων»), το EBB, η κυβέρνηση της Ινδονησίας και οι τέσσερις Ινδονήσιοι παραγωγοί-εξαγωγείς κοινοποίησαν γραπτώς τις απόψεις τους σχετικά με τα προσωρινά πορίσματα.

(7)

Τα μέρη που το ζήτησαν έγιναν δεκτά σε ακρόαση. Ακροάσεις πραγματοποιήθηκαν με το EBB, την κυβέρνηση της Ινδονησίας και τους τέσσερις Ινδονήσιους παραγωγούς-εξαγωγείς.

(8)

Η Επιτροπή εξέτασε τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη και τις έλαβε υπόψη όπως αναφέρεται λεπτομερώς στον παρόντα κανονισμό.

(9)

Η Επιτροπή ενημέρωσε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και το σκεπτικό βάσει των οποίων σκόπευε να επιβάλει οριστικό αντισταθμιστικό δασμό στις εισαγωγές βιοντίζελ καταγωγής Ινδονησίας στην Ένωση («κοινοποίηση τελικών πορισμάτων»).

(10)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, το EBB, η κυβέρνηση της Ινδονησίας και τρεις από τους τέσσερις Ινδονήσιους παραγωγούς-εξαγωγείς υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις με τις οποίες γνωστοποίησαν τις απόψεις τους σχετικά με τα οριστικά πορίσματα. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι παρατηρήσεις της κυβέρνησης της Ινδονησίας και δύο εξαγωγών-παραγωγών ήταν από κάθε άποψη ίδιες, και στον παρόντα κανονισμό αυτές οι παρατηρήσεις σχετικά με την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων θα παρουσιαστούν συνοπτικά ως παρατηρήσεις της κυβέρνησης της Ινδονησίας.

(11)

Τα μέρη που το ζήτησαν έγιναν δεκτά σε ακρόαση. Ακροάσεις μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων πραγματοποιήθηκαν με το EBB, την κυβέρνηση της Ινδονησίας και δύο από τους τέσσερις Ινδονήσιους παραγωγούς-εξαγωγείς.

(12)

Στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας και δύο από τους παραγωγούς-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν γίνει σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισής τους, ιδίως όσον αφορά τους υπολογισμούς της υποτιμολόγησης και την κοινοποίηση στα ενδιαφερόμενα μέρη των αριθμών ελέγχου προϊόντος («PCN») του ενωσιακού κλάδου παραγωγής που χρησιμοποιήθηκαν στους υπολογισμούς, των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται στα μείγματα του ενωσιακού κλάδου παραγωγής και του σημείου απόφραξης ψυχρού φίλτρου («CFPP») (4) των πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής.

(13)

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας και δύο από τους τέσσερις Ινδονήσιους παραγωγούς-εξαγωγείς ζήτησαν ακρόαση παρουσία του συμβούλου ακροάσεων, η οποία και πραγματοποιήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2019.

(14)

Όλα τα ανωτέρω σημεία είχαν ήδη εξεταστεί στην κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων και είχαν εξηγηθεί στην κυβέρνηση της Ινδονησίας κατά τη διάρκεια των ακροάσεων που πραγματοποιήθηκαν μετά τη διαβίβαση της κοινοποίησης των τελικών πορισμάτων.

(15)

Η Επιτροπή εξέτασε τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων και τις έλαβε υπόψη όπως αναφέρεται λεπτομερώς στον παρόντα κανονισμό.

1.4.   Περίοδος έρευνας και εξεταζόμενη περίοδος

(16)

Ελλείψει παρατηρήσεων όσον αφορά την περίοδο έρευνας και την εξεταζόμενη περίοδο, επιβεβαιώθηκε η αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

2.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ

2.1.   Ισχυρισμοί όσον αφορά το πεδίο κάλυψης του προϊόντος

(17)

Μετά τη δημοσίευση του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, ο όμιλος Wilmar (η «Wilmar»), Ινδονήσιος παραγωγός-εξαγωγέας, ισχυρίστηκε ότι οι εξαγωγές κλασματοποιημένων μεθυλεστέρων τις οποίες πραγματοποιεί δεν θα πρέπει να θεωρηθούν εξαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος. Η Wilmar επισήμανε ότι είχε διατυπώσει τον ισχυρισμό αυτό εντός της προθεσμίας, καθώς περιλαμβανόταν στο παράρτημα I του εντύπου δειγματοληψίας της.

(18)

Ωστόσο, ο ισχυρισμός δεν διατυπώθηκε χωριστά και, ως εκ τούτου, δεν έγινε αντιληπτός από τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη μέχρι τη λήψη των παρατηρήσεων σχετικά με τον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(19)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο ίδιος ισχυρισμός διατυπώθηκε στο πλαίσιο της προηγούμενης έρευνας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές βιοντίζελ από την Ινδονησία από τον ίδιο παραγωγό-εξαγωγέα βάσει των ίδιων πληροφοριών και απορρίφθηκε τόσο στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού (5) όσο και στον κανονισμό για την επιβολή οριστικού δασμού (6) («η αρχική έρευνα»).

(20)

Στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, η Επιτροπή απέρριψε εκ νέου το αίτημα εξαίρεσης του προϊόντος για τους ίδιους τρεις λόγους με αυτούς που εκτίθενται στον προηγούμενο κανονισμό αντιντάμπινγκ, οι οποίοι έχουν ως εξής.

(21)

Πρώτον, οι κλασματοποιημένοι μεθυλεστέρες είναι μεθυλεστέρες λιπαρών οξέων και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για βιοντίζελ. Υπό την έννοια αυτή, το βιοντίζελ που δηλώνεται για χρήση ως μη καύσιμο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο, αφού έχει τις ίδιες φυσικές και τεχνικές ιδιότητες.

(22)

Δεύτερον, είναι δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ μεθυλεστέρων λιπαρών οξέων χωρίς τη διενέργεια χημικής ανάλυσης στον λιμένα εισαγωγής.

(23)

Τρίτον, παρότι οι κλασματοποιημένοι μεθυλεστέρες δεν πληρούν το ευρωπαϊκό πρότυπο (EN 14214), μπορούν να αναμειχθούν με άλλα βιοντίζελ για τη δημιουργία ενός μείγματος που πληροί το πρότυπο.

(24)

Η Wilmar ζήτησε επίσης από την Επιτροπή να επιβεβαιώσει ότι καταρχήν οι κλασματοποιημένοι μεθυλεστέρες μπορούν να επωφεληθούν από την τελωνειακή διαδικασία ειδικού προορισμού, στο πλαίσιο της οποίας εφαρμόζεται δασμολογική απαλλαγή εφόσον η εταιρεία μπορεί να αποδείξει με ικανοποιητικό τρόπο στην εθνική τελωνειακή αρχή ότι ο ειδικός προορισμός του κλασματοποιημένου μεθυλεστέρα δεν είναι να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο.

(25)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι έχει χορηγηθεί αναστολή δασμών υπό τελωνειακή επιτήρηση ειδικού προορισμού σε ορισμένες εισαγωγές κλασματοποιημένων μεθυλεστέρων όπως αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/2069 του Συμβουλίου (7). Ωστόσο, η απαλλαγή αυτή αφορά μόνο τους αυτόνομους δασμούς του κοινού δασμολογίου και εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της εφαρμογής των αντισταθμιστικών δασμών. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα απαλλαγής ειδικού προορισμού στο μέτρο που αφορά την εφαρμογή των αντισταθμιστικών δασμών.

(26)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η Wilmar διατύπωσε εκ νέου τον ισχυρισμό της για απαλλαγή ειδικού προορισμού όσον αφορά τους αντισταθμιστικούς δασμούς για τις οικείες εξαγωγές κλασματοποιημένων μεθυλεστέρων. Δεν παρασχέθηκαν νέες πληροφορίες ή λόγοι για τους οποίους η απαλλαγή ειδικού προορισμού θα έπρεπε να επεκταθεί ώστε να παρασχεθεί απαλλαγή από τους αντισταθμιστικούς δασμούς· κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν συντρέχει βάσιμος λόγος για την εξαίρεση των κλασματοποιημένων μεθυλεστέρων από το πεδίο κάλυψης του προϊόντος. Απλώς και μόνο το γεγονός ότι οι κλασματοποιημένοι μεθυλεστέρες μπορεί να χρησιμοποιηθούν από τη Wilmar σε άλλες χρήσεις εκτός του καυσίμου δεν σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος τύπος προϊόντος πρέπει να εξαιρεθεί από το πεδίο κάλυψης της παρούσας έρευνας.

(27)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά το πεδίο κάλυψης του προϊόντος, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 31 έως 37 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

3.   ΕΠΙΔΟΤΗΣΗ

3.1.   Στήριξη του Δημοσίου προς τον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ με άμεση μεταφορά κεφαλαίων μέσω του ταμείου καλλιεργειών παραγωγής φοινικέλαιου

3.1.1.   Χρηματοδοτική συνεισφορά

(28)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη χρηματοδοτικής συνεισφοράς υπέρ των παραγωγών-εξαγωγέων.

(29)

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας καθώς και όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι το ταμείο καλλιεργειών παραγωγής φοινικέλαιου («OPPF») χρηματοδοτείται αποκλειστικά από την είσπραξη της εισφοράς κατά την εξαγωγή που επιβάλλεται στο ακατέργαστο φοινικέλαιο και στα παράγωγα προϊόντα και, κατά μεγάλο μέρος, από τους ίδιους τους παραγωγούς βιοντίζελ. Επιπλέον, η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε ότι η εισφορά κατά την εξαγωγή καταβάλλεται απευθείας από τους παραγωγούς-εξαγωγείς στο ταμείο OPPF πριν από την εξαγωγή των προϊόντων. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την κυβέρνηση της Ινδονησίας, δεν διατίθενται χρήματα από τον γενικό κρατικό προϋπολογισμό και, συνεπώς, δεν υπάρχει χρηματοδοτική συνεισφορά.

(30)

Εν προκειμένω, η Επιτροπή επανέλαβε ότι, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 56 έως 61 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, ο οργανισμός διαχείρισης του ταμείου καλλιεργειών παραγωγής φοινικέλαιου (ο «οργανισμός διαχείρισης») ενεργεί ως δημόσιος οργανισμός κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο i) του βασικού κανονισμού και σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του ΠΟΕ. Συνεπώς, τα κεφάλαια που χρησιμοποιεί ο οργανισμός διαχείρισης συνιστούν δημόσια κεφάλαια.

(31)

Επιπλέον, στο πλαίσιο του επιτόπιου ελέγχου που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της κυβέρνησης της Ινδονησίας, η Επιτροπή επιδίωξε να εξασφαλίσει και να επαληθεύσει στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της κυβέρνησης της Ινδονησίας σύμφωνα με τον οποίο τα κεφάλαια του ταμείου OPPF δεν αποτελούν μέρος του κρατικού προϋπολογισμού. Ωστόσο, η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν μπόρεσε να παράσχει τέτοια στοιχεία.

(32)

Αντιθέτως, η κυβέρνηση της Ινδονησίας υπέβαλε στοιχεία που καταδεικνύουν ότι οι παραγωγοί-εξαγωγείς πράγματι κατέβαλλαν την εισφορά κατά την εξαγωγή πριν από την εξαγωγή των προϊόντων τους. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να παράσχει στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνται σε ειδικό λογαριασμό του ταμείου OPPF ο οποίος είναι διακριτός από τον γενικό κρατικό προϋπολογισμό, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να αποτρέπεται, αφενός, η εισροή στον γενικό κρατικό προϋπολογισμό των πληρωμών που εισπράττονται από την εισφορά που επιβάλλεται κατά την εξαγωγή στο ακατέργαστο φοινικέλαιο και στα παράγωγα προϊόντα του και, αφετέρου, η χρήση των πληρωμών αυτών για οποιοδήποτε άλλον σκοπό κρίνει κατάλληλο η κυβέρνηση της Ινδονησίας. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία ένδειξη από την οποία να προκύπτει ότι το ταμείο OPPF διαθέτει χωριστούς λογαριασμούς για την είσπραξη των εισφορών κατά την εξαγωγή που προέρχονται από το βιοντίζελ και άλλα προϊόντα (συμπεριλαμβανομένου του ακατέργαστου φοινικέλαιου). Αυτό συνεπάγεται ότι τα κεφάλαια που έχει στη διάθεσή του ο οργανισμός διαχείρισης δεν εξαρτώνται από την καταβολή, πρώτα, της εισφοράς από τους παραγωγούς-εξαγωγείς του βιοντίζελ, δεδομένου ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας μπορεί να έχει ήδη εισπράξει δημόσια έσοδα μέσω της επιβολής εισφορών κατά την εξαγωγή σε άλλα προϊόντα. Συνεπώς, ελλείψει περαιτέρω στοιχείων που να αποδεικνύουν το αντίθετο, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα που διατυπώνονται στην αιτιολογική σκέψη 64 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(33)

Η Επιτροπή παρατήρησε επιπλέον ότι ο χαρακτηρισμός του ταμείου OPPF ως δημόσιου οργανισμού δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την κυβέρνηση της Ινδονησίας ούτε από κάποιον παραγωγό-εξαγωγέα. Συνεπώς, και λαμβανομένης υπόψη της μη παροχής από την κυβέρνηση της Ινδονησίας αδιάσειστων στοιχείων περί του αντιθέτου, τα κεφάλαια που έχει στη διάθεσή του το ταμείο OPPF θεωρούνται δημόσια κεφάλαια και, επομένως, αντλούνται από κυβερνητικούς πόρους (όπως η υποχρεωτική εισφορά κατά την εξαγωγή).

(34)

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας και όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν επιπλέον ότι ήταν σφάλμα της Επιτροπής να αναλύσει τις πληρωμές του ταμείου OPPF μεμονωμένα και όχι ως μέρος της πληρωμής την οποία κατέβαλλε η κυβέρνηση της Ινδονησίας κατά την αγορά βιοντίζελ. Η κυβέρνηση της Ινδονησίας και όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Επιτροπή χαρακτήρισε εσφαλμένα το καθεστώς ως επιχορήγηση, ενώ δεν θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο από αγορά αγαθών εκ μέρους της κυβέρνησης έναντι τιμήματος μεγαλύτερου από το κανονικό.

(35)

Για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό ότι εξέτασε τις πληρωμές που πραγματοποίησε το ταμείο OPPF μεμονωμένα και ότι το πρόγραμμα θα έπρεπε να θεωρηθεί ως αγορά αγαθών (βιοντίζελ) από την κυβέρνηση της Ινδονησίας.

(36)

Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν αγοράζει το βιοντίζελ, το οποίο αγοράζεται αντιθέτως από τις επιλεγμένες εταιρείες ανάμειξης (Pertamina και AKR). Η κυβέρνηση της Ινδονησίας, μέσω του ταμείου OPPF, δεν έχει καμία συμβατική σχέση αγοράς με τους παραγωγούς βιοντίζελ και δεν λαμβάνει τίποτα ως αντάλλαγμα για τα χρήματα που διαθέτει στους παραγωγούς βιοντίζελ. Επιπλέον, κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν ισχυρίστηκε στο πλαίσιο της έρευνας ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας έχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τους παραγωγούς βιοντίζελ.

(37)

Η ισχύουσα νομοθεσία επιβάλλει στους προμηθευτές βιοντίζελ που επιθυμούν να συμμετάσχουν σε αυτό το πρόγραμμα την υποχρέωση να παραδίδουν τον μεθυλεστέρα φοινικέλαιου στις διορισθείσες ως «Petrofuel Entity» (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 45 και 46 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού) εταιρείες Pertamina και AKR, οι οποίες το αναμειγνύουν στη συνέχεια με ορυκτό ντίζελ για τη λήψη ντίζελ Β20. Η ισχύουσα νομοθεσία παρέχει στους παραγωγούς βιοντίζελ που συμμετέχουν σε αυτό το πρόγραμμα το δικαίωμα να λαμβάνουν α) την πληρωμή για το βιοντίζελ από τις εταιρείες ανάμειξης· και β) τα πρόσθετα χρήματα από το ταμείο OPPF. Οι παραγωγοί βιοντίζελ δεν υπέχουν συμβατικές υποχρεώσεις έναντι της κυβέρνησης της Ινδονησίας ούτε έναντι του ταμείου OPPF, παρά μόνο το καθήκον συμμόρφωσης με την υποχρέωση που έχει υποβληθεί σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες και για την οποία λαμβάνουν αποζημίωση. Ελλείψει αμοιβαίας συμβατικής υποχρέωσης, τα χρήματα που διατίθενται από το ταμείο OPPF δεν αποτελούν, ως εκ τούτου, μέρος σύμβασης εξ επαχθούς αιτίας (όπως η αγορά βιοντίζελ από την κυβέρνηση έναντι τιμήματος). Με απλά λόγια, η κυβέρνηση της Ινδονησίας επιβάλλει σε κάθε παραγωγό βιοντίζελ που συμμετέχει στο πρόγραμμα την υποχρέωση να πωλεί συγκεκριμένες ποσότητες βιοντίζελ στην Pertamina ή στην AKR σε δεδομένη τιμή (τιμή αναφοράς του ορυκτού ντίζελ) και η κυβέρνηση της Ινδονησίας παρέχει πρόσθετα κεφάλαια απευθείας στους παραγωγούς βιοντίζελ. Δεδομένου ότι ο σκοπός και το πλαίσιο του προγράμματος είναι η παροχή κινήτρων για τη χρήση του βιοντίζελ στην εγχώρια αγορά, η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν αγοράζει βιοντίζελ απευθείας και το χρησιμοποιεί στη συνέχεια για κυβερνητικούς σκοπούς ή το μεταπωλεί στην αγορά. Αντιθέτως, η κυβέρνηση της Ινδονησίας στηρίζει τις πωλήσεις βιοντίζελ παρέχοντας πρόσθετα κεφάλια στους παραγωγούς βιοντίζελ ακόμη και σε συναλλαγές με ιδιωτικούς φορείς (όπως η AKR). Ούτε η κυβέρνηση της Ινδονησίας ούτε οι παραγωγοί-εξαγωγείς προσκόμισαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η Pertamina και η AKR είναι εν προκειμένω δημόσιοι φορείς. Είναι φορείς εκμετάλλευσης οι οποίοι συμμετέχουν εθελοντικά σε αυτό το πρόγραμμα.

(38)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εξέτασε το πρόγραμμα εντός αυτού του πλαισίου και διαπίστωσε ότι οι εκταμιεύσεις του ταμείου OPPF υπέρ των παραγωγών βιοντίζελ δεν μπορούν να χαρακτηριστούν πληρωμές που οφείλονται στο πλαίσιο σύμβασης αγοράς μεταξύ της κυβέρνησης της Ινδονησίας και των παραγωγών βιοντίζελ αλλά συνιστούν άμεση μεταφορά κεφαλαίων, όπως συνάχθηκε στην αιτιολογική σκέψη 69 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(39)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας, η Wilmar, οι PT Pelita Agung Agrindustri και PT Permata Hijau Palm Oleo (από κοινού «όμιλος Permata») και η PT Ciliandra Perkasa ισχυρίστηκαν ότι οι πληρωμές από το ταμείο OPPF δεν μπορούν να θεωρηθούν χρηματοδοτική συνεισφορά. Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Ινδονησίας, αυτό οφείλεται στο ότι το ταμείο OPPF χρηματοδοτείται από την είσπραξη της εισφοράς κατά την εξαγωγή που επιβάλλεται στο φοινικέλαιο και στα παράγωγα προϊόντα και, συνεπώς, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι ιδιωτικά χρηματοδοτούμενο.

(40)

Η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί ήδη από την κυβέρνηση της Ινδονησίας μετά τα προσωρινά μέτρα και είχε εξεταστεί από την Επιτροπή (αιτιολογικές σκέψεις 30 έως 33 ανωτέρω). Τα μέρη δεν προσκόμισαν νέα αποδεικτικά στοιχεία προς επίρρωση των επαναλαμβανόμενων επιχειρημάτων τους. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα που συνάχθηκαν στις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις και απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό.

(41)

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας, η PT Ciliandra Perkasa και ο όμιλος Permata ισχυρίστηκαν ότι ήταν σφάλμα της Επιτροπής να επιβεβαιώσει τα πορίσματα βάσει των οποίων τα κεφάλαια του ταμείου OPPF είναι δημόσια χρήματα και δεν προέρχονται από πηγές του ιδιωτικού τομέα για τους λόγους που εκτίθενται στην αιτιολογική σκέψη 32. Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Ινδονησίας, αυτό οφείλεται στο ότι οι ισχύουσες διατάξεις του κανονισμού του υπουργού Οικονομικών (ΕΚ) αριθ. 133/2015 και του προεδρικού διατάγματος αριθ. 66 του 2018 ορίζουν 1) ότι το ταμείο OPPF χρηματοδοτείται αποκλειστικά από την είσπραξη της εισφοράς κατά την εξαγωγή και 2) ότι τα κεφάλαια αυτά χρησιμοποιούνται μόνο για συγκεκριμένες εκταμιεύσεις, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής επιχορηγήσεων στους παραγωγούς βιοντίζελ.

(42)

Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 31 ανωτέρω, στο πλαίσιο του επιτόπιου ελέγχου, η Επιτροπή ζήτησε από την κυβέρνηση της Ινδονησίας να παράσχει στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι πληρωμές της εισφοράς κατά την εξαγωγή συνυπολογίζονται στον προϋπολογισμό. Η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο προς επίρρωση του ισχυρισμού της βάσει του οποίου τα κεφάλαια του ταμείου OPPF δεν αποτελούν μέρος του κρατικού προϋπολογισμού.

(43)

Σε κάθε περίπτωση, τα ανωτέρω δεν ασκούν επιρροή στο συμπέρασμα ότι τα κεφάλαια του ταμείου OPPF συνιστούν δημόσια κεφάλαια όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 63 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού. Τα κεφάλαια εισπράττονται σύμφωνα με μια υποχρεωτική εισφορά κατά την εξαγωγή. Συνεπώς, σε αντίθεση με μια κατάσταση στην οποία ιδιωτικοί φορείς αποφασίζουν ελεύθερα σχετικά με την είσπραξη ιδιωτικών κεφαλαίων για μια συγκεκριμένη χρήση, στην παρούσα περίπτωση η κυβέρνηση της Ινδονησίας επιβάλλει σε ορισμένους παραγωγούς (συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των παραγωγών βιοντίζελ) την υποχρέωση να καταβάλλουν την εισφορά κατά την εξαγωγή.

(44)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας, η PT Ciliandra Perkasa, ο όμιλος Permata και η Wilmar ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή χαρακτήρισε εσφαλμένα τις πληρωμές του ταμείου OPPF ως επιχορήγηση, ενώ θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως αγορά βιοντίζελ. Σύμφωνα με τους συμμετέχοντες στην έρευνα, ομοίως εσφαλμένη ήταν η παραδοχή της Επιτροπής ότι δεν υφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ των παραγωγών βιοντίζελ και του ταμείου OPPF. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της, η Wilmar υπέβαλε επίσης αντίγραφα των συμφωνιών της με το ταμείο OPPF. Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Ινδονησίας, οι πληρωμές του ταμείου OPPF θα πρέπει να θεωρηθούν τίμημα για την αγορά αγαθών (συγκεκριμένα βιοντίζελ) διότι η Pertamina είναι κρατική επιχείρηση και, συνεπώς, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ενιαία οικονομική οντότητα με την κυβέρνηση της Ινδονησίας, η οποία είναι ο τελικός αγοραστής του βιοντίζελ.

(45)

Η Επιτροπή έκρινε ότι οι συμβάσεις θα έπρεπε να έχουν υποβληθεί νωρίτερα, προκειμένου να διενεργηθεί δέουσα επαλήθευση. Ακόμη και αν αναγνωριστεί ότι υπάρχουν σε ισχύ συμβάσεις μεταξύ του ταμείου OPPF και των παραγωγών βιοντίζελ, η Επιτροπή επισήμανε ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την κυβέρνηση της Ινδονησίας, οι συμβάσεις αυτές δεν δημιουργούν συμβατική υποχρέωση των παραγωγών βιοντίζελ έναντι του ταμείου OPPF. Αντιθέτως, όπως εξήγησε η κυβέρνηση της Ινδονησίας, στις συμβάσεις αυτές απλώς επαναλαμβάνεται η νομική υποχρέωση την οποία υπέχει το ταμείο OPPF να καταβάλει τη διαφορά μεταξύ της τιμής που καταβάλλεται από τις εταιρείες ανάμειξης και της τιμής αναφοράς του βιοντίζελ αφού ο σχετικός παραγωγός βιοντίζελ παραδώσει το βιοντίζελ στην Pertamina. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σε κανένα σημείο αυτών των συμβάσεων δεν αναφέρεται ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας αγοράζει βιοντίζελ και ότι οι πληρωμές πραγματοποιούνται για τον λόγο αυτόν. Αντιθέτως, μάλιστα, η ισχύουσα σύμβαση μεταξύ του ταμείου OPPF και των παραγωγών βιοντίζελ δεν αναφέρεται σε αγορά βιοντίζελ που πραγματοποιείται από την κυβέρνηση της Ινδονησίας, αλλά περιέχει τους όρους σύμφωνα με τους οποίους η κυβέρνηση της Ινδονησίας διαθέτει τα λεγόμενα «κεφάλαια χρηματοδότησης του βιοντίζελ» στους παραγωγούς βιοντίζελ. Πιο συγκεκριμένα, οι συμβάσεις ορίζουν ότι το ταμείο OPPF παρέχει χρηματοδότηση στους παραγωγούς βιοντίζελ αφού αυτοί παραδώσουν το βιοντίζελ σε μία από τις εταιρείες ανάμειξης και επαληθευτεί η παράδοση.

(46)

Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η ύπαρξη συμβάσεων μεταξύ του ταμείου OPPF και των παραγωγών βιοντίζελ δεν μεταβάλλει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή, σύμφωνα με το οποίο οι πληρωμές του ταμείου OPPF συνιστούν επιχορήγηση. Και τούτο διότι μεταξύ της Pertamina και των προμηθευτών βιοντίζελ ισχύουν μόνο συμβάσεις με αμοιβαίες υποχρεώσεις (δηλαδή παράδοση των αγαθών και καταβολή της τιμής). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό.

(47)

Για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι η Pertamina και η κυβέρνηση της Ινδονησίας αποτελούν ενιαία οικονομική οντότητα.

(48)

Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 53 και 54, πέραν του ότι είναι κρατική επιχείρηση, δεν υπάρχει άλλο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η Pertamina είναι δημόσιος οργανισμός και, συνεπώς, μέρος της κυβέρνησης. Επιπλέον, στον ισχυρισμό της η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν ανέφερε ότι η Pertamina δεν είναι η μόνη εταιρεία ανάμειξης που υπόκειται στην υποχρέωση ανάμειξης, αλλά ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας στην ίδια υποχρέωση υπόκειτο και η AKR. Παράλληλα, η AKR, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 37 ανωτέρω, είναι ιδιωτική εταιρεία. Τόσο η AKR όσο και η Pertamina εκπληρώνουν την υποχρέωση ανάμειξης δυνάμει των ίδιων νομικών πράξεων και στο πλαίσιο του ίδιου συστήματος. Κατά συνέπεια, βάσει της υποχρέωσης ανάμειξης, η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν αγοράζει το βιοντίζελ, εκτός εάν η κυβέρνηση της Ινδονησίας εκτιμά επίσης ότι η AKR θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί μέρος της ίδιας οικονομικής οντότητας.

(49)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή ενέμεινε στο συμπέρασμά της σύμφωνα με το οποίο η Pertamina, παρά το γεγονός ότι είναι κρατική επιχείρηση, ενεργεί ως φορέας της αγοράς που αγοράζει βιοντίζελ από τους παραγωγούς βιοντίζελ, προκειμένου να το αναμείξει με ορυκτό ντίζελ το οποίο πωλείται στη συνέχεια από την Pertamina.

(50)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ενέμεινε επίσης στο συμπέρασμά της σύμφωνα με το οποίο οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τον οργανισμό διαχείρισης του ταμείου OPPF συνιστούν επιχορήγηση. Όπως εξηγήθηκε από την κυβέρνηση της Ινδονησίας, ούτε στην ισχύουσα νομοθεσία ούτε στις συμβάσεις μεταξύ του ταμείου OPPF και των εταιρειών ανάμειξης προβλέπονται αμοιβαίες υποχρεώσεις. Αντιθέτως, στη συνολική δομή της υποχρέωσης ανάμειξης οι μόνες αμοιβαίες υποχρεώσεις είναι μεταξύ των παραγωγών βιοντίζελ (που υποχρεούνται να προμηθεύουν το βιοντίζελ) και των εταιρειών ανάμειξης (που υποχρεούνται να καταβάλλουν μια τιμή). Επομένως, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο οργανισμός διαχείρισης του ταμείου OPPF εκταμιεύει τα χρήματα χωρίς να αναμένει κάποιο αντάλλαγμα. Ως εκ τούτου, οι καταβολές από το ταμείο OPPF μπορούν να χαρακτηριστούν επιχορηγήσεις.

(51)

Η Wilmar, ο όμιλος Permata και η PT Ciliandra Perkasa ισχυρίστηκαν επιπλέον ότι η Pertamina, η οποία ανήκει εξολοκλήρου στο κράτος, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί δημόσιο οργανισμό. Κανένας από τους συμμετέχοντες στην έρευνα δεν υπέβαλε κάποιο στοιχείο προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού.

(52)

Η Επιτροπή παρατήρησε ότι για να θεωρηθεί η Pertamina δημόσιος οργανισμός για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας (ο οποίος αγοράζει βιοντίζελ από κοινού με τον οργανισμό διαχείρισης του ταμείου OPPF), η κυβέρνηση της Ινδονησίας θα έπρεπε να έχει προβάλει τον ισχυρισμό αυτό σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας έρευνας και θα έπρεπε να έχει δώσει εντολή στην Pertamina να συνεργαστεί και να συμμετάσχει στην έρευνα.

(53)

Η Επιτροπή έκρινε ότι η κρατική ιδιοκτησία δεν ισοδυναμεί αυτή καθαυτή με την έννοια του «δημόσιου οργανισμού». Όπως εξηγήθηκε ήδη στην αιτιολογική σκέψη 55 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ στην έκθεση για την υπόθεση ΗΠΑ - δασμοί αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικοί δασμοί (Κίνα), έκρινε ότι ο όρος «δημόσιος οργανισμός» σημαίνει μια οντότητα που «κατέχει, ασκεί ή είναι επιφορτισμένη με κυβερνητική εξουσία» (8). Απλές επίσημες ενδείξεις ελέγχου (όπως η κρατική ιδιοκτησία) δεν επαρκούν για να διαπιστωθεί η ύπαρξη δημόσιου οργανισμού (9).

(54)

Κανένα από τα μέρη δεν τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του αναλύοντας με ποιον τρόπο είναι η Pertamina επιφορτισμένη με κυβερνητική εξουσία. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η Pertamina, όπως και η AKR, πρέπει να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υποχρέωση ανάμειξης. Ωστόσο, η συμμόρφωση με μια νομική απαίτηση δεν σημαίνει ότι μια οντότητα έχει επιφορτιστεί με δημόσια εξουσία. Επιπλέον, η Pertamina (όπως και η AKR) απλώς αγοράζει το βιοντίζελ και δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο στην εκταμίευση της επιχορήγησης υπέρ των παραγωγών βιοντίζελ.

(55)

Τέλος, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η AKR, μια ιδιωτική εταιρεία, υπάγεται στην ίδια υποχρέωση ανάμειξης και έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με την Pertamina. Εάν γίνονταν δεκτοί οι ισχυρισμοί των συμμετεχόντων στην έρευνα, η Επιτροπή δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να διαπιστώσει ότι και η AKR είναι δημόσιος οργανισμός, επιφορτισμένος με κυβερνητική εξουσία. Ωστόσο, σε αντίφαση με το ίδιο τους το σκεπτικό, κανένας από τους συμμετέχοντες στην έρευνα δεν προέβαλε τέτοιον ισχυρισμό. Πράγματι, τα μέρη δεν αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο ο ισχυρισμός τους περί από κοινού αγοράς βιοντίζελ από την Pertamina και το ταμείο OPPF συμφωνεί με το σύστημα που εφαρμοζόταν στην ιδιωτικής ιδιοκτησίας AKR. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό.

(56)

Επιπλέον, η Wilmar ισχυρίστηκε ότι, ακόμη και αν η Pertamina δεν θεωρείτο δημόσιος οργανισμός, στις εταιρείες ανάμειξης έχει ανατεθεί ή δοθεί εντολή από την κυβέρνηση της Ινδονησίας να αγοράζουν βιοντίζελ για λογαριασμό της κυβέρνησης και/ή στους προμηθευτές βιοντίζελ έχει ανατεθεί ή δοθεί εντολή να πωλούν βιοντίζελ στις εταιρείες ανάμειξης. Η Wilmar δεν υπέβαλε κανένα στοιχείο προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού. Πράγματι, από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει αντιθέτως ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου οι εταιρείες ανάμειξης και οι παραγωγοί βιοντίζελ συμμετέχουν πρόθυμα στο πλαίσιο όπου η κυβέρνηση της Ινδονησίας επιβάλλει ορισμένες υποχρεώσεις ανάμειξης και η κυβέρνηση της Ινδονησίας παρεμβαίνει οικονομικά ώστε να μετριάσει την επιβάρυνση που απορρέει από την υποχρέωση ανάμειξης.

(57)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι η απλή ύπαρξη υποχρέωσης ανάμειξης επιβάλλει νομική υποχρέωση αγοράς βιοντίζελ, αλλά δεν συνεπάγεται ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας αγοράζει βιοντίζελ στην αγορά. Η κυβέρνηση της Ινδονησίας απλώς επιβάλλει το ποσοστό του μεθυλεστέρα φοινικέλαιου που πρέπει να αναμειγνύεται με ορυκτό ντίζελ. Η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν αγοράζει μεθυλεστέρα φοινικέλαιου ούτε έχει πρόθεση να τον αγοράσει.

(58)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή απέρριψε και αυτόν τον ισχυρισμό.

3.1.2.   Όφελος

(59)

Όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι ακόμη και αν η Επιτροπή χαρακτήρισε ορθώς τις πληρωμές που λήφθηκαν από το ταμείο OPPF ως επιχορήγηση, η εκτίμησή της περί ύπαρξης οφέλους ήταν εσφαλμένη.

(60)

Συνοπτικά, οι παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι επειδή το ταμείο OPPF χρηματοδοτείται αποκλειστικά από την εισφορά κατά την εξαγωγή την οποία καταβάλλουν, μεταξύ άλλων, οι παραγωγοί βιοντίζελ, οι εν λόγω παραγωγοί δεν αποκομίζουν όφελος διότι καταβάλλουν στο ταμείο περισσότερα χρήματα από αυτά που λαμβάνουν από αυτό. Σύμφωνα με τους παραγωγούς-εξαγωγείς, το ταμείο OPPF είναι ιδιωτικά χρηματοδοτούμενο και, επομένως, η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει αφαιρέσει τα ποσά που καταβλήθηκαν στο ταμείο OPPF σε επίπεδο ομίλου. Επιπλέον, οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει αφαιρέσει το ποσό της καταβληθείσας εισφοράς κατά την εξαγωγή για κάθε προϊόν που υπόκειται σε αυτήν, και όχι μόνο το ποσό της εισφοράς που καταβλήθηκε για την εξαγωγή βιοντίζελ.

(61)

Για τους κατωτέρω λόγους, η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν.

(62)

Πρώτον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι όλες οι εταιρείες που συμμετέχουν στην αξιακή αλυσίδα του ακατέργαστου φοινικέλαιου, συμπεριλαμβανομένων των παραγωγών βιοντίζελ, υποχρεούνται να καταβάλλουν την εισφορά δυνάμει κανονιστικών διατάξεων. Όπως και στην περίπτωση της γενικής φορολογίας, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αξιακή αλυσίδα του ακατέργαστου φοινικέλαιου δεν διαθέτουν διακριτική ευχέρεια ως προς τη συνεισφορά ή όχι στο ταμείο OPPF και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το εν λόγω ταμείο είναι ιδιωτικά χρηματοδοτούμενο. Αντιθέτως, το ταμείο OPPF χρηματοδοτείται μέσω της κανονικής δημοσιονομικής δραστηριότητας και δραστηριότητας είσπραξης δημοσίων εσόδων της κυβέρνησης της Ινδονησίας. Πράγματι, η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα έσοδα που εισπράττονται μέσω της εισφοράς κατά την εξαγωγή καταλογίζονται άμεσα σε ειδικό λογαριασμό του ταμείου OPPF αντί του γενικού κρατικού προϋπολογισμού. Συνεπώς, η αφαίρεση των εισφορών κατά την εξαγωγή που καταβλήθηκαν από τους παραγωγούς βιοντίζελ για τη διαπίστωση της ύπαρξης οφέλους θα ήταν εξίσου ακατάλληλη με την αφαίρεση όλων των φόρων που καταβλήθηκαν από τους δικαιούχους.

(63)

Δεύτερον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός βάσει του οποίου οι παραγωγοί βιοντίζελ κατέβαλαν περισσότερα χρήματα στο ταμείο OPPF από αυτά που έλαβαν είναι αντικειμενικά εσφαλμένος. Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται στην πραγματικότητα στη συνολική εισφορά κατά την εξαγωγή η οποία καταβλήθηκε σε επίπεδο ομίλου και για όλα τα προϊόντα που υπόκεινται στην εισφορά κατά την εξαγωγή. Ωστόσο, εάν ληφθεί υπόψη μόνο η εισφορά που καταβλήθηκε από τους παραγωγούς-εξαγωγείς (μεμονωμένα, όχι σε επίπεδο ομίλου) για το βιοντίζελ, τα ποσά που καταβλήθηκαν στο ταμείο OPPF είναι χαμηλότερα από τα ποσά που λήφθηκαν υπό τη μορφή επιχορηγήσεων από το εν λόγω ταμείο.

(64)

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας και οι παραγωγοί-εξαγωγείς Wilmar, όμιλος Permata και PT Ciliandra Perkasa υποστήριξαν επιπλέον ότι ήταν εσφαλμένη η διαπίστωση της Επιτροπής βάσει της οποίας το πρόγραμμα αυτό χορηγεί όφελος υπέρ των παραγωγών βιοντίζελ. Και τούτο διότι, ελλείψει των πληρωμών του ταμείου OPPF, οι εταιρείες ανάμειξης θα αναγκάζονταν να αγοράσουν το βιοντίζελ στην τιμή αναφοράς του. Συνεπώς, οι παραγωγοί βιοντίζελ θα λάμβαναν το ίδιο ποσό χρημάτων με αυτό που λαμβάνουν σήμερα και, ως εκ τούτου, δεν βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε διαφορετική περίπτωση.

(65)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ορθό αντιπαράδειγμα δεν είναι ότι απουσία του ταμείου OPPF οι εταιρείες ανάμειξης θα κατέβαλλαν την τιμή αναφοράς του βιοντίζελ. Ένας από τους στόχους πολιτικής του ταμείου OPPF και ο σκοπός της υποχρέωσης ανάμειξης είναι η προώθηση της χρήσης βιοντίζελ στην Ινδονησία (αντί της χρήσης ορυκτού ντίζελ). Δεδομένου ότι η τιμή του ορυκτού ντίζελ είναι συνήθως χαμηλότερη από την τιμή του βιοντίζελ, η κυβέρνηση της Ινδονησίας παρεμβαίνει για να διευκολύνει την πώληση βιοντίζελ από τους παραγωγούς βιοντίζελ. Παράλληλα, οι πληρωμές αυτές συμβάλλουν στην εκπλήρωση των απαιτήσεων υποχρεωτικής ανάμειξης. Απλώς και μόνο η ύπαρξη του προγράμματος του OPPF δείχνει ότι οι συνήθεις συνθήκες της αγοράς δεν θα ήταν ευνοϊκές για την τιμή αναφοράς του βιοντίζελ, η οποία χρησιμοποιείται για τη συμπλήρωση των συναλλαγών μεταξύ των Pertamina/AKR και των παραγωγών βιοντίζελ. Ως εκ τούτου, χωρίς την υποχρέωση ανάμειξης, οι εταιρείες ανάμειξης δεν θα είχαν κανένα κίνητρο να αγοράσουν βιοντίζελ. Απουσία του ταμείου OPPF και των πληρωμών του, δεν θα υπήρχαν εγχώριες πωλήσεις βιοντίζελ. Οι παραγωγοί βιοντίζελ θα έπρεπε να ανταγωνιστούν τους παραγωγούς ορυκτού ντίζελ. Εάν δεν υπήρχε το ταμείο OPPF και το πρόγραμμα που έθεσε σε εφαρμογή η κυβέρνηση της Ινδονησίας, οι παραγωγοί βιοντίζελ δεν θα λάμβαναν τα πρόσθετα κεφάλαια στο επίπεδο της τιμής αναφοράς του βιοντίζελ που έχει καθοριστεί από την κυβέρνηση της Ινδονησίας.

(66)

Κατά την άποψη της Επιτροπής, βάσει του ορθού αντιπαραδείγματος, οι παραγωγοί βιοντίζελ θα ήταν σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι κατά τη διάρκεια και μετά την περίοδο έρευνας. Για τους παραγωγούς βιοντίζελ η υποχρέωση ανάμειξης συνεπάγεται στην ουσία την ύπαρξη προβλέψιμης και αξιόπιστης πηγής εισοδήματος μέσω εγγυημένων πωλήσεων. Επιπλέον, τα συνολικά έσοδα από τις εγχώριες πωλήσεις, ήτοι το ποσό που καταβάλλεται από τις εταιρείες ανάμειξης συν την επιχορήγηση που διατίθεται από το ταμείο OPPF, καθορίζονται εκ των προτέρων από την κυβέρνηση της Ινδονησίας, θωρακίζοντας αποτελεσματικά τους προμηθευτές βιοντίζελ από τις συνήθεις διακυμάνσεις των τιμών με τις οποίες θα βρίσκονταν διαφορετικά αντιμέτωποι σε μια ελεύθερη αγορά, εφόσον υπήρχε.

(67)

Εν προκειμένω, η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι ο υπολογισμός της τιμής αναφοράς για το βιοντίζελ που καταβάλλεται σε ανεξάρτητους προμηθευτές δεν αντικατοπτρίζει τη ζήτηση και προσφορά υπό συνήθεις συνθήκες της αγοράς χωρίς παρέμβαση της κυβέρνησης. Πράγματι, η Pertamina, ανεξάρτητα από το αν έλαβε όφελος ή όχι, δεν ήταν πρόθυμη να καταβάλει την τιμή αναφοράς για το βιοντίζελ, αλλά μόνο μια χαμηλότερη τιμή. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώθηκε επίσης από την κυβέρνηση της Ινδονησίας κατά τον επιτόπιο έλεγχο, στο πλαίσιο του οποίου εξήγησε ότι εάν η Pertamina αγόραζε βιοντίζελ στην τιμή αναφοράς του βιοντίζελ, θα κατέγραφε ζημία. Η δήλωση αυτή απέδειξε ότι, σε μη στρεβλωμένες συνθήκες της αγοράς, η αγοραία τιμή για το βιοντίζελ θα ήταν σημαντικά χαμηλότερη από την τιμή αναφοράς του βιοντίζελ, η οποία καθορίζεται επί του παρόντος από την κυβέρνηση της Ινδονησίας.

(68)

Η Επιτροπή συνήγαγε από τη δήλωση της κυβέρνησης της Ινδονησίας ότι κανένας αγοραστής –όπως και η Pertamina– δεν θα ήταν σε θέση να ασκεί επικερδή δραστηριότητα εάν η τιμή του βιοντίζελ ήταν η τιμή αναφοράς που καθορίζεται από την κυβέρνηση της Ινδονησίας. Ως εκ τούτου, είτε δεν θα πωλείτο βιοντίζελ στην Ινδονησία και, συνεπώς, δεν θα υπήρχαν έσοδα για τους παραγωγούς βιοντίζελ, είτε οι τιμές του βιοντίζελ θα ήταν χαμηλότερες από το επίπεδο που καθορίζεται από την κυβέρνηση της Ινδονησίας. Δεδομένου ότι στην Ινδονησία η κυβέρνηση της Ινδονησίας καθορίζει και εφαρμόζει υποχρέωση ανάμειξης (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 49 και 50 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού), το πρώτο σενάριο είναι πολύ απίθανο να συμβεί. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεώρησε ότι –ελλείψει του υπό ανάλυση καθεστώτος– το πιο πιθανό αντιπαράδειγμα ήταν ότι οι τιμές του βιοντίζελ θα ήταν χαμηλότερες.

(69)

Ειδικότερα, η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι τιμές αναφοράς που χρησιμοποιούνται από την κυβέρνηση της Ινδονησίας για τον καθορισμό του ποσού της επιχορήγησης που διατίθεται από το ταμείο OPPF δεν είναι ενδεικτικές μιας αγοραίας τιμής, καθώς ο τύπος υπολογισμού τους δεν βασίζεται σε μια μη στρεβλωμένη πραγματικότητα της αγοράς. Αυτό οφείλεται, αφενός, στο ότι ολόκληρη η αγορά, τόσο προηγούμενου όσο και επόμενου σταδίου, είναι στρεβλωμένη και δεν μπορεί, συνεπώς, να είναι αντιπροσωπευτική κανονικών, ανταγωνιστικών συνθηκών αγοράς. Αφετέρου, η Επιτροπή έκρινε ότι το ποσό του κόστους μετατροπής που υπολογίστηκε από την κυβέρνηση της Ινδονησίας στο πλαίσιο του χρησιμοποιούμενου τύπου για τον υπολογισμό της τιμής αναφοράς για το βιοντίζελ (η μέση εγχώρια τιμή για το ακατέργαστο φοινικέλαιο συν ένα τέλος μετατροπής ύψους 100 USD ανά τόνο) είναι υπερβολικό. Η Επιτροπή επαλήθευσε το πραγματικό κόστος μεταποίησης για ορισμένους από τους παραγωγούς-εξαγωγείς και παρατήρησε ότι ο υπολογισμός της κυβέρνησης της Ινδονησίας υπερεκτιμά το κόστος αυτό. Το εν λόγω πραγματικό κόστος μεταποίησης ανερχόταν, κατά μέσο όρο, σε ένα ποσό μεταξύ 60 και 80 USD ανά τόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας (10).

(70)

Ως εκ τούτου, ακόμη και αν η Επιτροπή έκανε δεκτό τον ισχυρισμό ότι οι συνδυασμένες πληρωμές των εταιρειών ανάμειξης και του ταμείου OPPF συνιστούν καταβολή της τιμής του βιοντίζελ, κάτι που δεν ισχύει, η Επιτροπή θα έπρεπε ωστόσο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η «τιμή» που καταβλήθηκε στους προμηθευτές βιοντίζελ ήταν υπερβολική.

(71)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη του προγράμματος θέτει τους παραγωγούς βιοντίζελ σε καλύτερη κατάσταση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν διαφορετικά και, επομένως, τους χορηγεί όφελος.

(72)

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας και όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν επίσης ότι ακόμη κι αν υπήρχε όφελος, αυτό μετακυλιόταν πλήρως στις εταιρείες ανάμειξης (Pertamina και AKR). Και τούτο διότι οι παραγωγοί βιοντίζελ εξασφαλίζουν κατά τους ισχυρισμούς την αγοραία τιμή για το βιοντίζελ, ενώ οι εταιρείες ανάμειξης επωφελούνται από την αγορά του σε χαμηλότερη τιμή (συγκεκριμένα, στην τιμή αναφοράς για το ορυκτό ντίζελ).

(73)

Η Επιτροπή δεν συμφώνησε με τον ισχυρισμό αυτό. Όπως αναλύθηκε ήδη στις αιτιολογικές σκέψεις 195 έως 201 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, και εξετάστηκε επίσης στην αιτιολογική σκέψη 67, η Επιτροπή έκρινε ότι στην Ινδονησία δεν υπάρχει πραγματική τιμή της αγοράς για το βιοντίζελ, καθώς η κυβέρνηση της Ινδονησίας ρυθμίζει και στρεβλώνει ολόκληρη την αξιακή αλυσίδα ακατέργαστου φοινικέλαιου-βιοντίζελ. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η μόνη τιμή που υπάρχει στην αγορά είναι αυτή που καταβαλλόταν από τις εταιρείες ανάμειξης (συγκεκριμένα, η τιμή αναφοράς για το ορυκτό ντίζελ).

(74)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι το πρόγραμμα ωφελεί τις εταιρείες ανάμειξης, οι οποίες καταβάλλουν εντέλει χαμηλότερη τιμή για το βιοντίζελ που αγοράζουν, η Επιτροπή επισήμανε ότι το ζήτημα του αν η Pertamina ή η AKR επωφελούνται (επίσης) από το πρόγραμμα αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας έρευνας, διότι δεν είναι παραγωγοί-εξαγωγείς του υπό εξέταση προϊόντος.

(75)

Μετά την κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας, η PT Ciliandra Perkasa, ο όμιλος Permata και η Wilmar ισχυρίστηκαν ότι ήταν εσφαλμένη η διαπίστωση της Επιτροπής ότι το ταμείο OPPF χορηγεί όφελος στους παραγωγούς βιοντίζελ για τους εξής λόγους:

α)

το αντιπαράδειγμα που προσδιορίστηκε από την Επιτροπή είναι εσφαλμένο στο μέτρο που διαπιστώνει ότι απουσία του ταμείου OPPF οι παραγωγοί βιοντίζελ θα λάμβαναν χαμηλότερη τιμή για το βιοντίζελ τους. Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Ινδονησίας, απουσία του ταμείου OPPF και ελλείψει οποιασδήποτε νομικής υποχρέωσης των παραγωγών να πωλούν βιοντίζελ στην εγχώρια αγορά, οι παραγωγοί βιοντίζελ απλώς θα μεγιστοποιούσαν το κέρδος τους και θα πραγματοποιούσαν πωλήσεις στην εξαγωγική αγορά· και

β)

το κόστος μετατροπής το οποίο χρησιμοποίησε η κυβέρνηση της Ινδονησίας στον τύπο υπολογισμού της τιμής αναφοράς του βιοντίζελ δεν είναι υπερβολικό διότι δεν συνυπολογίζονται τα έξοδα πώλησης και τα γενικά διοικητικά έξοδα, ούτε το κέρδος.

(76)

Η Επιτροπή εξέτασε το αντιπαράδειγμα που παρουσιάζεται στην κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων και διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 65 ανωτέρω. Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε ότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται από την κυβέρνηση της Ινδονησίας επιβεβαιώνει περαιτέρω ότι το ταμείο OPPF χορηγεί όφελος στους παραγωγούς βιοντίζελ. Το επιχείρημα της κυβέρνησης της Ινδονησίας βασίζεται σε δύο κύρια στοιχεία: 1) οι παραγωγοί βιοντίζελ δεν υπέχουν νομική υποχρέωση να πωλούν βιοντίζελ στην εγχώρια αγορά· και 2) οι παραγωγοί βιοντίζελ είναι ορθολογικοί οικονομικοί φορείς οι οποίοι επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν το κέρδος τους.

(77)

Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τα δύο στοιχεία που επικαλέστηκε η κυβέρνηση της Ινδονησίας. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το γεγονός ότι παρά την έλλειψη σχετικής νομικής υποχρέωσης οι ορθολογικοί οικονομικοί φορείς όπως οι παραγωγοί βιοντίζελ αποφασίζουν να συμμετάσχουν στο καθεστώς του ταμείου OPPF συνιστά εμπειρική και αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι αυτή είναι η βέλτιστη επιλογή τους για την άσκηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων.

(78)

Εάν, όπως ισχυρίστηκε η κυβέρνηση της Ινδονησίας, ισχυρισμός τον οποίο η Επιτροπή δεν είχε κανέναν λόγο να αμφισβητήσει, «οι ιδιωτικής ιδιοκτησίας παραγωγοί βιοντίζελ (πολλοί εκ των οποίων ανήκουν σε πολυεθνικούς ομίλους) έχουν ως στόχο τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας» (11), αυτό σημαίνει ότι η συμμετοχή στο καθεστώς του ταμείου OPPF είναι ο πιο επικερδής τρόπος τον οποίο έχουν στη διάθεσή τους για την άσκηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων. Συνεπώς, στο πλαίσιο οποιουδήποτε αντιπαραδείγματος, οι παραγωγοί βιοντίζελ θα ήταν σε χειρότερη κατάσταση. Εάν δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, ένας ορθολογικός οικονομικός φορέας, ελεύθερος από οποιονδήποτε νομικό περιορισμό, θα είχε επιλέξει μια πιο επικερδή επιλογή αντί της συμμετοχής στο καθεστώς.

(79)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι παραγωγοί βιοντίζελ βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση στο πλαίσιο αυτού του καθεστώτος ανεξάρτητα από το εναλλακτικό αντιπαράδειγμα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή επιβεβαίωσε το συμπέρασμά της ότι το ταμείο OPPF χορηγεί όφελος στους παραγωγούς βιοντίζελ.

(80)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της κυβέρνησης της Ινδονησίας ότι το κόστος μετατροπής που χρησιμοποιήθηκε στον τύπο υπολογισμού της τιμής αναφοράς του βιοντίζελ δεν είναι υπερβολικό, η Επιτροπή παρατήρησε ότι έκρινε ότι οι πληρωμές από το ταμείο OPPF στους παραγωγούς βιοντίζελ συνιστούν επιχορήγηση και δεν αποτελούν μέρος του τιμήματος για την αγορά βιοντίζελ. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη της Επιτροπής, το υπερβολικό ή μη ύψος αυτού του κόστους μετατροπής δεν ασκούσε επιρροή στον καθορισμό της ύπαρξης οφέλους.

(81)

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν η Επιτροπή ακολουθούσε το σκεπτικό της κυβέρνησης της Ινδονησίας ότι δεν υπάρχει όφελος στη συγκεκριμένη περίπτωση διότι οι πληρωμές του ταμείου OPPF συνιστούν το τίμημα για την αγορά βιοντίζελ, η Επιτροπή παρατήρησε ότι το ποσό του κόστους μετατροπής δεν μεταβάλλεται τακτικά και έχει οριστεί σε 100 USD/τόνο από τις 21 Μαρτίου 2016. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε στο πλαίσιο του επιτόπιου ελέγχου ότι το κόστος μετατροπής αναθεωρείται ετησίως. Ωστόσο, η Επιτροπή έκρινε ότι το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας αναθεώρησης δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα της αγοράς διότι το ποσό του κόστους μετατροπής είναι υψηλότερο από το πραγματικό κόστος το οποίο επωμίζονται οι παραγωγοί βιοντίζελ όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 69.

(82)

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε επίσης ότι θεωρούσε μη αντιπροσωπευτικό το φάσμα του κόστους μετατροπής που συλλέχθηκε από την Επιτροπή. Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρατήρησε καταρχάς ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία προς επίρρωση της δήλωσής της. Δεύτερον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι επαλήθευσε το κόστος αυτό στο πλαίσιο των επιτόπιων ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στις εγκαταστάσεις ορισμένων παραγωγών βιοντίζελ. Για λόγους σαφήνειας, για τον υπολογισμό του κόστους αυτού η Επιτροπή αφαίρεσε την αξία της γλυκερίνης που παράγεται κατά τη διαδικασία του εξευγενισμού από ακατέργαστο φοινικέλαιο σε βιοντίζελ (12).

(83)

Με βάση τα ανωτέρω, ακόμη και αν η Επιτροπή έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της κυβέρνησης της Ινδονησίας, σύμφωνα με τον οποίο οι πληρωμές του ταμείου OPPF αποτελούν το τίμημα για την αγορά βιοντίζελ, κάτι που δεν ισχύει, θα εξακολουθούσε να υπάρχει όφελος υπέρ των παραγωγών βιοντίζελ. Ακόμη και αν δεν υπήρχε η υποχρέωση ανάμειξης, οι παραγωγοί βιοντίζελ δεν θα λάμβαναν την πλήρη αποζημίωση που παρέχεται από το ταμείο OPPF.

(84)

Η Wilmar ισχυρίστηκε επιπλέον ότι η καθορισμένη τιμή αναφοράς για το εγχώριο βιοντίζελ Ινδονησίας αντικατοπτρίζει και ακολουθεί στενά τη δυναμική μιας μη στρεβλωμένης αγοράς. Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η εγχώρια αγορά βιοντίζελ της Ινδονησίας είναι εξολοκλήρου ρυθμιζόμενη, από την τιμή του ακατέργαστου φοινικέλαιου μέχρι την τιμή και τη ζήτηση βιοντίζελ. Οι προμηθευτές βιοντίζελ είναι υποχρεωμένοι να πωλούν συγκεκριμένες ποσότητες σε συγκεκριμένη τιμή, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με έναν τύπο που έχει καθοριστεί εκ των προτέρων και βασίζεται σε στοιχεία που δεν συνάδουν με την πραγματικότητα της αγοράς. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ενέμεινε στο συμπέρασμά της ότι η τιμή αναφοράς που καθορίζεται από την κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν αντικατοπτρίζει την τιμή που θα υπήρχε σε μη στρεβλωμένες συνθήκες της αγοράς. Και τούτο διότι η Επιτροπή έκρινε ότι η μόνη αξιόπιστη υποκατάστατη μεταβλητή για μια μη στρεβλωμένη τιμή στην εγχώρια αγορά είναι αυτή την οποία καταβάλλουν οι εταιρείες ανάμειξης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

(85)

Μετά την κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας και η Wilmar ισχυρίστηκαν ότι ήταν εσφαλμένη η διαπίστωση της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι το ταμείο OPPF χορηγεί όφελος και στις εταιρείες ανάμειξης. Και τούτο, σύμφωνα με την κυβέρνηση της Ινδονησίας, διότι το γεγονός ότι το ταμείο OPPF αποσκοπεί στη χορήγηση οφέλους (και) στις εταιρείες ανάμειξης σημαίνει ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιχορήγηση.

(86)

Όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 64 έως 74, η Επιτροπή έκρινε ότι το κατά πόσον οι εταιρείες ανάμειξης επωφελήθηκαν από το επίμαχο πρόγραμμα δεν ασκεί επιρροή για τον σκοπό της παρούσας έρευνας. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το ταμείο OPPF παρέχει επιχορήγηση υπέρ των παραγωγών βιοντίζελ, μια επιχορήγηση η οποία, απουσία του προγράμματος, δεν θα λάμβανε χώρα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

3.1.3.   Χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία για τον υπολογισμό του συνολικού ποσού του οφέλους

(87)

Όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι η Επιτροπή έσφαλε στον υπολογισμό του ποσού του οφέλους το οποίο προσπορίστηκαν οι παραγωγοί-εξαγωγείς, διότι στον υπολογισμό αυτό συμπεριλήφθηκε το χρηματικό ποσό το οποίο κατέβαλε το ταμείο OPPF ως επιστροφή εξόδων μεταφοράς. Σύμφωνα με τους παραγωγούς-εξαγωγείς, τα χρήματα αυτά αποτελούν απλώς επιστροφή εξόδων με τα οποία ήδη επιβαρύνθηκαν και, συνεπώς, δεν συνιστούν όφελος. Επιπλέον, ένας παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι τα έξοδα αυτά πρέπει να χαρακτηριστούν ως πραγματοποιηθέντα έξοδα που είναι επιλέξιμα για το καθεστώς επιδοτήσεων και, συνεπώς, πρέπει να εξαιρεθούν δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού.

(88)

Για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτό διότι δεν θεωρεί τα έξοδα μεταφοράς στα οποία υποβλήθηκαν οι παραγωγοί βιοντίζελ ως «κάθε τέλος για την υποβολή της σχετικής αίτησης και κάθε άλλο αναγκαίο έξοδο που πραγματοποιήθηκε με σκοπό την εξασφάλιση του δικαιώματος προς επιδότηση ή τη λήψη της επιδότησης».

(89)

Πρώτον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι στις κατευθύνσεις για τον υπολογισμό του ποσού της επιδότησης στις έρευνες με αντικείμενο την επιβολή αντισταθμιστικού δασμού («οι κατευθύνσεις») διευκρινίζεται ότι «τα μόνα τέλη ή έξοδα που μπορούν κανονικά να αφαιρεθούν είναι αυτά που καταβλήθηκαν απευθείας στο Δημόσιο κατά την περίοδο της έρευνας. Πρέπει να αποδειχθεί ότι η πληρωμή αυτή είναι υποχρεωτική για τη χορήγηση της επιδότησης. Συνεπώς, δεν αφαιρούνται πληρωμές σε ιδιώτες, π.χ. δικηγόρους ή λογιστές, κατά την υποβολή αίτησης για επιδότηση» (13).

(90)

Σε αντίθεση με τα όσα ορίζονται στις κατευθύνσεις, τα επίμαχα έξοδα μεταφοράς δεν καταβάλλονται απευθείας στην κυβέρνηση της Ινδονησίας αλλά σε ιδιωτικές εταιρείες. Ούτε εξήγησε ο παραγωγός-εξαγωγέας με ποιον τρόπο αυτά τα έξοδα μεταφοράς είναι «υποχρεωτικά» για τη λήψη της επιδότησης.

(91)

Δεύτερον, η Επιτροπή έκρινε ότι τα έξοδα μεταφοράς είναι έξοδα τα οποία επωμίζονται συνήθως οι παραγωγοί βιοντίζελ στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών τους με τις εταιρείες ανάμειξης. Τα έξοδα μεταφοράς αποτελούν συνήθως μέρος της τιμής/σύμβασης αγοράς και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι υπάρχει αντικειμενική αιτιολογία για την επιστροφή τους. Κατά συνέπεια, το χρηματικό ποσό που καταβλήθηκε από το ταμείο OPPF ως επιστροφή των εξόδων μεταφοράς συνιστά όφελος.

(92)

Με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε και η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιστροφή των εξόδων μεταφοράς που πραγματοποιήθηκαν από τους παραγωγούς βιοντίζελ δεν πρέπει να αφαιρεθεί από τον υπολογισμό του οφέλους. Τα κεφάλαια που παρασχέθηκαν από τον οργανισμό διαχείρισης στους παραγωγούς βιοντίζελ καλύπτουν όχι μόνο τη διαφορά μεταξύ της τιμής αναφοράς του ορυκτού ντίζελ και της τιμής αναφοράς του βιοντίζελ, αλλά και τα έξοδα μεταφοράς, στο πλαίσιο της ίδιας επιχορήγησης.

(93)

Οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν επίσης ότι επιβαρύνονται με κόστος πίστωσης που σχετίζεται με τις πληρωμές του ταμείου OPPF. Σύμφωνα με τους παραγωγούς βιοντίζελ, αυτό οφείλεται στο ότι το ταμείο OPPF εκταμιεύει την επιχορήγηση αρκετούς μήνες μετά την έκδοση τιμολογίου από τους παραγωγούς προς τη σχετική εταιρεία ανάμειξης.

(94)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν, καθώς ενέμεινε στο συμπέρασμά της σύμφωνα με το οποίο οι πληρωμές του ταμείου OPPF συνιστούν επιχορήγηση και όχι πληρωμή για την αγορά αγαθών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι οι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν θα έπρεπε να έχουν λάβει αυτές τις επιχορηγήσεις εξαρχής και ότι κανένα κόστος πίστωσης οποιουδήποτε είδους δεν μπορεί να συνδεθεί με αυτές τις επιχορηγήσεις.

(95)

Με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε και η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επικαλούμενο κόστος πίστωσης το οποίο επωμίστηκαν οι παραγωγοί βιοντίζελ δεν πρέπει να αφαιρεθεί από τον υπολογισμό του οφέλους.

(96)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ενέμεινε στα συμπεράσματά της, βάσει των οποίων η στήριξη που παρασχέθηκε από την κυβέρνηση της Ινδονησίας στον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ με την άμεση μεταφορά κεφαλαίων μέσω του «ταμείου επιδότησης βιοντίζελ» συνιστούσε αντισταθμίσιμη επιδότηση, όπως συνάχθηκε στις αιτιολογικές σκέψεις 80 έως 83 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(97)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας, η PT Ciliandra Perkasa, ο όμιλος Permata και η Wilmar ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή απέρριψε εσφαλμένα τον ισχυρισμό των παραγωγών-εξαγωγέων σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει αφαιρέσει το κόστος μεταφοράς και το κόστος πίστωσης από τον υπολογισμό του οφέλους. Και τούτο, σύμφωνα με την κυβέρνηση της Ινδονησίας, διότι τα έξοδα αυτά είναι αναγκαία έξοδα που πραγματοποιούνται με σκοπό την εξασφάλιση της καταβολής της επιχορήγησης.

(98)

Η Επιτροπή ανέλυσε ήδη τον ισχυρισμό αυτό στην αιτιολογική σκέψη 89 ανωτέρω. Επιπλέον των όσων εξηγήθηκαν ήδη στην αιτιολογική σκέψη 91 ανωτέρω, η Επιτροπή επισήμανε ότι σύμφωνα με τις κατευθύνσεις «τα μόνα τέλη ή έξοδα που μπορούν κανονικά να αφαιρεθούν είναι αυτά που καταβλήθηκαν απευθείας στο Δημόσιο κατά την περίοδο της έρευνας». Στην παρούσα περίπτωση, το κόστος μεταφοράς δεν καταβάλλεται στο Δημόσιο, αλλά σε ιδιωτικούς φορείς, και στη συνέχεια επιστρέφεται από την κυβέρνηση της Ινδονησίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εμμένει στο συμπέρασμά της σύμφωνα με το οποίο το κόστος μεταφοράς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως έξοδο που μπορεί να αφαιρεθεί σύμφωνα με τις κατευθύνσεις. Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίπτεται.

(99)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή έσφαλε μη αφαιρώντας τις εισροές στο ταμείο OPPF κατά τον υπολογισμό του οφέλους που λήφθηκε στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού. Ωστόσο, οι εισροές αυτές συνδέονταν με την καταβολή εισφορών κατά την εξαγωγή τις οποίες επέβαλλε η κυβέρνηση της Ινδονησίας σε διάφορα προϊόντα με βάση το ακατέργαστο φοινικέλαιο τα οποία εξάγονται από την Ινδονησία. Οι εν λόγω εισφορές εισπράττονταν, επομένως, για πολλά άλλα προϊόντα εκτός του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας. Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 64 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, και αναλύεται περαιτέρω στην αιτιολογική σκέψη 62 ανωτέρω, οι εισφορές αυτές αποτελούν δημόσιους πόρους. Το σημείο αυτό είναι ορθό ανεξάρτητα από τον κρατικό φορέα που είναι αρμόδιος για την είσπραξή τους. Συνάχθηκε, επομένως, το συμπέρασμα ότι δεν έπρεπε να αφαιρεθούν οι εισροές στο ταμείο OPPF από τα ληφθέντα οφέλη. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(100)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή έσφαλε χρησιμοποιώντας τον κύκλο εργασιών του βιοντίζελ για τον καθορισμό του ποσού της επιδότησης. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό, θα έπρεπε να έχει χρησιμοποιηθεί ο συνολικός κύκλος εργασιών των παραγωγών βιοντίζελ (συμπεριλαμβανομένων, επομένως, και άλλων προϊόντων εκτός του βιοντίζελ). Ωστόσο, ο αποκλειστικός λόγος χορήγησης των επιδοτήσεων από το ταμείο OPPF ήταν ότι οι παραγωγοί είχαν πωλήσει βιοντίζελ. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έκρινε ότι είχε χρησιμοποιήσει τον ορθό κύκλο εργασιών στον υπολογισμό της και, επομένως, αυτός ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

(101)

Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν προέβαλε περαιτέρω επιχειρήματα προς επίρρωση των ισχυρισμών της και, συνεπώς, επιβεβαίωσε τα πορίσματά της στην αιτιολογική σκέψη 95.

3.2.   Στήριξη του Δημοσίου προς τον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ μέσω της παροχής ακατέργαστου φοινικέλαιου έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό.

(102)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας καθώς και οι περισσότεροι από τους παραγωγούς-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι ήταν εσφαλμένος ο χαρακτηρισμός, εκ μέρους της Επιτροπής, των περιορισμών στις εξαγωγές, τους οποίους επέβαλε η κυβέρνηση της Ινδονησίας στο ακατέργαστο φοινικέλαιο και στα παράγωγά του, ως αντισταθμίσιμης επιδότησης. Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Ινδονησίας και τους παραγωγούς-εξαγωγείς, αυτό οφείλεται στο ότι, κατά την πάγια νομολογία του ΠΟΕ, οι περιορισμοί στις εξαγωγές δεν θεωρείται ότι συνιστούν αντισταθμίσιμες επιδοτήσεις.

(103)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό, η Επιτροπή παρατήρησε ότι στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού οι περιορισμοί στις εξαγωγές δεν θεωρούνται αυτοί καθαυτοί αντισταθμίσιμες επιδοτήσεις. Αντίθετα, η Επιτροπή έκρινε ότι η επιβολή περιορισμών στις εξαγωγές (όπως φόρων και εισφορών κατά την εξαγωγή) αποτελεί ένα από τα μέσα ή εργαλεία τα οποία χρησιμοποιεί η κυβέρνηση της Ινδονησίας για την παροχή ακατέργαστου φοινικέλαιου έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό. Η Επιτροπή διαπίστωσε (βλέπε αιτιολογική σκέψη 172 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού) ότι, λαμβανομένων υπόψη των διαθέσιμων στοιχείων στην παρούσα έρευνα και σύμφωνα με τη νομολογία της ΕΕ και του ΠΟΕ, η παροχή ακατέργαστου φοινικέλαιου έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό συνιστούσε αντισταθμίσιμη επιδότηση.

(104)

Η Επιτροπή θα εξετάσει κατωτέρω τους ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη όσον αφορά τα προσωρινά πορίσματα της Επιτροπής, σύμφωνα με τα οποία η στήριξη που παρέχεται από την κυβέρνηση της Ινδονησίας στον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ μέσω της παροχής ακατέργαστου φοινικέλαιου έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό συνιστά χρηματοδοτική συνεισφορά βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο iv) του βασικού κανονισμού και/ή στήριξη του εισοδήματος ή των τιμών βάσει του άρθρου παράγραφος 1 στοιχείο β) του ίδιου κανονισμού. Η Επιτροπή θα εξετάσει επίσης τους ισχυρισμούς περί σφαλμάτων στον καθορισμό του οφέλους.

(105)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας και ο όμιλος Permata ισχυρίστηκαν ότι περιορισμοί τους οποίους επιβάλλει μια κυβέρνηση στις εξαγωγές ουδέποτε ισοδυναμούν με χρηματοδοτική συνεισφορά. Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί επιρροή για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Και τούτο διότι η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χρηματοδοτική συνεισφορά που χορηγήθηκε από την κυβέρνηση της Ινδονησίας υπέρ των παραγωγών εξαγωγέων απορρέει από την παροχή ακατέργαστου φοινικέλαιου έναντι τιμήματος χαμηλότερου του κανονικού. Συνεπώς, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

3.2.1.   Μη απόδειξη της ύπαρξης χρηματοδοτικής συνεισφοράς

(106)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας, ο όμιλος Permata και η Wilmar ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη χρηματοδοτικής συνεισφοράς. Κατά την άποψη των συμμετεχόντων στην έρευνα, αυτό οφείλεται στους εξής λόγους:

α)

Οι περιορισμοί στις εξαγωγές δεν εισπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας καθώς ο εξαγωγικός φόρος ανεστάλη κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας, η δε εισφορά κατά την εξαγωγή ανεστάλη μετά την περίοδο έρευνας. Επιπλέον, η αναστολή καταδεικνύει ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν έχει πλέον την πρόθεση να επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές· και

β)

η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη ανάθεσης ή εντολής για τους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου.

(107)

Όσον αφορά τον ανωτέρω ισχυρισμό υπό α), η Επιτροπή παρατήρησε ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας η εισφορά κατά την εξαγωγή ίσχυε και εισπραττόταν. Ως εκ τούτου, είναι αντικειμενικά εσφαλμένος ο ισχυρισμός της κυβέρνησης της Ινδονησίας σύμφωνα με τον οποίο δεν εισπράττονταν περιορισμοί στις εξαγωγές κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας, καθώς η εισφορά κατά την εξαγωγή εφαρμοζόταν και παρήγαγε αποτελέσματα κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας.

(108)

Η Επιτροπή διαφώνησε με το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματος. Εάν η κυβέρνηση της Ινδονησίας είχε την πρόθεση να μην επιβάλλει πλέον περιορισμούς στις εξαγωγές ακατέργαστου φοινικέλαιου και παραγώγων του, θα είχε καταργήσει τη νομοθεσία. Ο προσωρινός καθορισμός μηδενικού συντελεστή για την εισφορά και τον φόρο κατά την εξαγωγή καταδεικνύει ότι πρόθεση της κυβέρνησης της Ινδονησίας εξακολουθεί να είναι να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει αυτούς τους περιορισμούς στο μέλλον. Η διαπίστωση αυτή μπορεί επίσης να επιβεβαιωθεί από δημόσιες δηλώσεις μελών της κυβέρνησης της Ινδονησίας. Για παράδειγμα, σε άρθρο στον Τύπο με ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου 2019 αναφέρονται τα εξής: «Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να αναστείλει τον εξαγωγικό φόρο που επιβάλλεται στο ακατέργαστο φοινικέλαιο και στα παράγωγα προϊόντα του έως το επόμενο έτος προκειμένου να μετριαστεί η οικονομική επιβάρυνση για τους παραγωγούς φοινικέλαιου εν μέσω της πτώσης των τιμών του ακατέργαστου φοινικέλαιου στην παγκόσμια αγορά. Ο υπουργός Οικονομικού Συντονισμού Darmin Nasution δήλωσε στην Τζακάρτα την Τρίτη ότι ο εξαγωγικός φόρος ανεστάλη έως τον Ιανουάριο του επομένου έτους, καθώς η κυβέρνηση ξεκινά επισήμως την εφαρμογή του υποχρεωτικού προγράμματός της για το βιοντίζελ Β-30. Ο Darmin δήλωσε ότι ήλπιζε ότι η εφαρμογή της πολιτικής για το βιοντίζελ Β-30, η οποία εικάζεται ότι θα αυξήσει σημαντικά τη ζήτηση φοινικέλαιου, θα οδηγήσει σε αύξηση των τιμών φοινικέλαιου στην εγχώρια αγορά. Δήλωσε ότι η αναστολή του εξαγωγικού φόρου είχε εγκριθεί από τον πρόεδρο Joko « Jokowi » Widodo. Βάσει κανονισμού του υπουργείου Οικονομικών του 2019, η κυβέρνηση θα είχε επιβάλει εξαγωγικό φόρο έως 25 USD ανά τόνο εάν οι τιμές κυμαίνονταν μεταξύ 570 USD και 619 USD/τόνο, και έως 50 USD εάν οι τιμές υπερέβαιναν τα 619 USD/τόνο. Στις 20 Σεπτεμβρίου η τιμή του ακατέργαστου φοινικέλαιου ανερχόταν σε 574,9 USD/τόνο και αναμένεται να σημειώσει ελαφρά μείωση σε 570 USD/τόνο έως το τέλος του τρέχοντος έτους. Ως εκ τούτου, ο υπουργός ζήτησε την αναθεώρηση του κανονισμού προκειμένου να καταστεί δυνατή η αναστολή του εξαγωγικού φόρου διότι, βάσει του ανωτέρω τύπου τιμών, εξακολουθούσε να ισχύει» (14).

(109)

Η δήλωση αυτή δημιουργεί επίσης άμεση σύνδεση μεταξύ της επιβολής περιορισμών στις εξαγωγές (σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία που προκαλούν τη συγκεκριμένη συμπεριφορά των προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου) και του πραγματικού επιπέδου των τιμών στην εγχώρια αγορά. Καταδεικνύει επίσης ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας χρησιμοποιεί τα μέσα αυτά προκειμένου να επηρεάσει το επίπεδο των εν λόγω τιμών.

(110)

Παρά τον ισχυρισμό τον οποίο διατύπωσαν η κυβέρνηση της Ινδονησίας και η Wilmar στην απάντησή τους στην κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρόθεση της κυβέρνησης της Ινδονησίας είναι να συνεχίσει μελλοντικά να χρησιμοποιεί την εισφορά κατά την εξαγωγή και, πιθανώς, τον εξαγωγικό φόρο. Συνεπώς, το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν εισέπραττε προσωρινά φόρους και εισφορές, λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι αυτά αποτελούν μόνο μερικά από τα εργαλεία τα οποία χρησιμοποιεί η κυβέρνηση της Ινδονησίας για την παροχή ακατέργαστου φοινικέλαιου έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη χρηματοδοτικής συνεισφοράς.

3.2.2.   Μη απόδειξη της ύπαρξης ανάθεσης ή εντολής βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημείο iv) του βασικού κανονισμού

(111)

Σύμφωνα με όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς, ο ισχυρισμός της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη ανάθεσης ή εντολής βασίζεται στο εσφαλμένο πόρισμα ότι ο φόρος και η εισφορά κατά την εξαγωγή που επιβάλλονται από την κυβέρνηση της Ινδονησίας επί του ακατέργαστου φοινικέλαιου και των παραγώγων του αποσκοπούν στη στήριξη του κλάδου παραγωγής βιοντίζελ. Επιπλέον, η Wilmar και η Permata ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή έκρινε εσφαλμένα ότι οι εγχώριες τιμές του ακατέργαστου φοινικέλαιου καθορίζονται de facto από την PT Perkebunan Nusantara, έναν παραγωγό ακατέργαστου φοινικέλαιου που ανήκει εξολοκλήρου στην κυβέρνηση της Ινδονησίας («PTPN»).

(112)

Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, οι παραγωγοί-εξαγωγείς διευκρίνισαν περαιτέρω ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας ο εξαγωγικός φόρος ήταν μηδενικός και, συνεπώς, είναι επουσιώδης για την εκτίμηση. Αντιθέτως, η εισφορά κατά την εξαγωγή δεν ήταν μηδενική και, σε κάθε περίπτωση, δεν αποσκοπούσε στη στήριξη του κλάδου παραγωγής βιοντίζελ, αλλά στη χρηματοδότηση του ταμείου OPPF.

(113)

Η Επιτροπή αναγνώρισε στην αιτιολογική σκέψη 88 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας ο εξαγωγικός φόρος ήταν μηδενικός. Ωστόσο, ακόμη και αν δεν εφαρμοζόταν κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας λόγω των ειδικών συνθηκών της αγοράς, ο εξαγωγικός φόρος συνιστά απόδειξη των εργαλείων τα οποία χρησιμοποιεί η κυβέρνηση της Ινδονησίας ώστε να εξαναγκάσει τους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου να παρέχουν ακατέργαστο φοινικέλαιο έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό. Επιπλέον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο εξαγωγικός φόρος, αν και μηδενικός κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας, δεν έχει καταργηθεί από την κυβέρνηση της Ινδονησίας. Η Επιτροπή παρατήρησε επίσης ότι, όπως αναλύθηκε στις αιτιολογικές σκέψεις 117 έως 121 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι με τη χρήση του εξαγωγικού φόρου πρόθεση της κυβέρνησης της Ινδονησίας ήταν η διατήρηση των εγχώριων τιμών του ακατέργαστου φοινικέλαιου σε τεχνικά χαμηλό επίπεδο.

(114)

Όσον αφορά την εισφορά κατά την εξαγωγή, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, παρότι στη νομοθεσία επιβολής της εισφοράς κατά την εξαγωγή δεν αναφέρεται ρητά ότι σκοπός της εν λόγω εισφοράς είναι η στήριξη του κλάδου παραγωγής βιοντίζελ μέσω της παροχής ακατέργαστου φοινικέλαιου σε χαμηλότερες τιμές, οι εισφορές κατά την εξαγωγή, οι οποίες καθίστανται μέρος του ταμείου OPPF, στηρίζουν de facto αποκλειστικά τον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ μέσω των επιχορηγήσεων του ταμείου OPPF. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Επιτροπή μπόρεσε πράγματι να επαληθεύσει ότι, παρά την ευρύτερη επίσημη δικαιοδοσία, το ταμείο OPPF στήριζε σχεδόν αποκλειστικά τον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας.

(115)

Επιπλέον, η θέσπιση της εισφοράς κατά την εξαγωγή, το 2015, από την κυβέρνηση της Ινδονησίας συνέπεσε με μια περίοδο κατά την οποία οι ινδονησιακές τιμές ακατέργαστου φοινικέλαιου ήταν σχεδόν πανομοιότυπες με τις διεθνείς τιμές. Εν προκειμένω, και όπως καταδείχθηκε ήδη στις αιτιολογικές σκέψεις 64 έως 68 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, η εισφορά κατά την εξαγωγή δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μεμονωμένα αλλά στο πλαίσιο μιας ευρύτερης δέσμης μέτρων με σκοπό τη στήριξη του κλάδου παραγωγής βιοντίζελ και τη ρύθμιση των εγχώριων τιμών ακατέργαστου φοινικέλαιου.

(116)

Επιπλέον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, στην πράξη, η εισφορά κατά την εξαγωγή έχει επιτύχει τον επιδιωκόμενο στόχο της συμπίεσης των εγχώριων τιμών ακατέργαστου φοινικέλαιου. Στην ανάλυσή της, η Επιτροπή μπόρεσε καταρχήν να διαπιστώσει διαφορά μεταξύ των εγχώριων τιμών και των τιμών εξαγωγής ακατέργαστου φοινικέλαιου της Ινδονησίας. Η Επιτροπή έκρινε ότι αυτή η διαφορά τιμής μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι η ίδια η επιβολή της εισφοράς κατά την εξαγωγή συμπίεσε τις εγχώριες τιμές με την τεχνητή παραμονή του ακατέργαστου φοινικέλαιου στη χώρα στις χαμηλές τιμές που καθορίστηκαν από την κυβέρνηση της Ινδονησίας και ακολουθήθηκαν de facto από τους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου.

(117)

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν κατάργησε τον εξαγωγικό φόρο, αλλά απλώς καθόρισε μηδενικό συντελεστή, καταδεικνύει σαφώς ότι πρόθεσή της εξακολουθεί να είναι η διατήρηση των τιμών του ακατέργαστου φοινικέλαιου σε χαμηλά επίπεδα. Έχοντας θέσει σε εφαρμογή δύο μέσα που έχουν τον ίδιο αντίκτυπο στις εγχώριες τιμές ακατέργαστου φοινικέλαιου και έχοντας επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, η κυβέρνηση της Ινδονησίας αποφάσισε επομένως ευλόγως να διατηρήσει ενεργό το μέσο με το ευρύτερο φάσμα επιθυμητών αποτελεσμάτων (δηλαδή διατήρηση των τιμών ακατέργαστου φοινικέλαιου σε χαμηλά επίπεδα και χρηματοδότηση του ταμείου OPPF), ήτοι την εισφορά κατά την εξαγωγή.

(118)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι το συνολικό σύστημα των περιορισμών επί των εξαγωγών, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή από την κυβέρνηση της Ινδονησίας, έχει ως σκοπό να ωφελήσει τον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ με τη διατήρηση των εγχώριων τιμών ακατέργαστου φοινικέλαιου σε τεχνητά χαμηλά επίπεδα (σε αντίθεση με μια απλή παράπλευρη επίπτωση ενός κυβερνητικού μέτρου είσπραξης δημοσίων εσόδων).

(119)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό βάσει του οποίου οι εγχώριες τιμές ακατέργαστου φοινικέλαιου δεν καθορίζονται de facto από την κυβέρνηση της Ινδονησίας, η Wilmar ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής ήταν εσφαλμένο για τους εξής λόγους:

α)

οι προσφορές των ενδιαφερόμενων αγοραστών βασίζονται συνήθως στις τιμές στη διεθνή αγορά·

β)

η διαδικασία υποβολής προσφορών είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική και η PTPN μπορεί να προβεί σε αναπροσφορά εάν η τιμή θεωρηθεί υπερβολικά χαμηλή·

γ)

δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η PTPN δεν ενεργεί ως ορθολογικός φορέας·

δ)

οι εγχώριοι προμηθευτές φοινικέλαιου, βάσει των αποτελεσμάτων των προσφορών, επιλέγουν αν θα πωλήσουν το ακατέργαστο φοινικέλαιό τους και σε ποιες τιμές·

ε)

το γεγονός ότι η PTPN πωλεί ακατέργαστο φοινικέλαιο μέσω δημόσιων προσκλήσεων υποβολής προσφορών την καθιστά αποδέκτη τιμών και όχι φορέα που καθορίζει τις τιμές.

(120)

Όσον αφορά τον ανωτέρω ισχυρισμό υπό α), η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, όπως επισημαίνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 91 έως 99 και 126 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, η Επιτροπή έπρεπε να βασιστεί στα διαθέσιμα στοιχεία λόγω της μη συνεργασίας των προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου και της PTPN. Στις παρατηρήσεις τους επί του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού κανένας παραγωγός-εξαγωγέας δεν προσκόμισε στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουν τις προσφορές τους για ακατέργαστο φοινικέλαιο, παρά μόνο αόριστους ισχυρισμούς ότι βασίζονται εν γένει στις «τιμές της διεθνούς αγοράς».

(121)

Ελλείψει επαληθεύσιμων στοιχείων που να αποδεικνύουν αυτή τη δήλωση, η Επιτροπή απέρριψε συνεπώς τον ισχυρισμό αυτό. Αντί να καθορίζουν ανεξάρτητα τις τιμές τους με βάση τις διεθνείς τιμές, οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου ακολουθούν τις τιμές ακατέργαστου φοινικέλαιου που καθορίζονται στην πραγματικότητα από την PTPN.

(122)

Όσον αφορά τον ανωτέρω ισχυρισμό υπό β), η Επιτροπή εξήγησε στην αιτιολογική σκέψη 133 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού ότι στην πραγματικότητα η PTPN δεν υποχρεούται να προβεί σε αντιπροσφορά υψηλότερης τιμής εάν οι ληφθείσες προσφορές είναι χαμηλότερες από την «εκτίμηση τιμής» για τη συγκεκριμένη ημέρα. Πράγματι, η Επιτροπή επιβεβαίωσε στο πλαίσιο του επιτόπιου ελέγχου ότι η PTPN αποδεχόταν σε τακτική βάση προσφορές που ήταν χαμηλότερες από την τιμή αυτή.

(123)

Η Επιτροπή παρατήρησε επιπλέον ότι, όπως εξηγείται στο τμήμα 3.3.2 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 28 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού καθώς η PTPN δεν απάντησε στο προσάρτημα Β του ερωτηματολογίου κατά των επιδοτήσεων (ερωτηματολόγιο για τους προμηθευτές φοινικέλαιου) το οποίο απευθυνόταν σε όλους τους παραγωγούς και διανομείς φοινικέλαιου. Επιπλέον, στο πλαίσιο του επιτόπιου ελέγχου στα γραφεία της κυβέρνησης της Ινδονησίας, η PTPN δεν εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο καθορίζει την ημερήσια «εκτίμηση τιμής» για το ακατέργαστο φοινικέλαιο. Αντ’ αυτού, η PTPN εξήγησε αορίστως ότι ο τρόπος αυτός βασίζεται σε διεθνείς δείκτες αναφοράς χωρίς να παράσχει λεπτομερείς πληροφορίες.

(124)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η «εκτίμηση τιμής» αντικατοπτρίζει μια τιμή της αγοράς που προκύπτει από μια ανταγωνιστική διαδικασία υποβολής προσφορών. Αντιθέτως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εγχώρια τιμή του ακατέργαστου φοινικέλαιου είναι χαμηλότερη από οποιονδήποτε από τους επικαλούμενους διεθνείς δείκτες αναφοράς (συμπεριλαμβανομένης της τιμής εξαγωγής της Ινδονησίας), οι οποίοι αποτελούσαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, τη βάση των τιμών της PTPN.

(125)

Σε σχέση με τον ισχυρισμό υπό γ), η Επιτροπή παρατήρησε ότι όσον αφορά την PTPN, δεν απάντησε στο προαναφερόμενο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εφάρμοσε τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της. Στο πλαίσιο του ελέγχου της κυβέρνησης της Ινδονησίας, η PTPN υπέβαλε αντίγραφο των ελεγμένων λογαριασμών της για το 2016 και το 2017. Από τους εν λόγω λογαριασμούς προέκυψε ότι η PTPN κατέγραφε ζημίες. Σε μεταγενέστερο στάδιο και μάλιστα μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την υποβολή παρατηρήσεων επί της επιστολής με την οποία ανακοινωνόταν ότι η Επιτροπή θα εφάρμοζε τα διαθέσιμα στοιχεία, η PTPN προσκόμισε συμπληρωματικές πληροφορίες. Η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε ότι οι συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες θα έπρεπε να αλλάξουν την εκτίμηση της Επιτροπής. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι πληροφορίες παρασχέθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση και πολύ μετά την παρέλευση των προθεσμιών. Η PTPN δεν υπέβαλε ελεγμένους λογαριασμούς για το έτος 2018. Όσον αφορά την τελευταία περίοδο, η Επιτροπή έλαβε ως εκ τούτου ελεγμένους λογαριασμούς μόνο για ένα τρίμηνο της περιόδου έρευνας (τελευταίο τρίμηνο του 2017). Από τους ελεγμένους λογαριασμούς που έλαβε η Επιτροπή προέκυψε ότι η PTPN κατέγραφε ζημίες. Οι καθυστερημένες πληροφορίες που υποβλήθηκαν από την κυβέρνηση της Ινδονησίας σχετικά με την περίοδο από το 2016 έως την περίοδο έρευνας (ειδικότερα ένας πίνακας Excel) επιχειρούν να αποδείξουν ότι οι δραστηριότητες ακατέργαστου φοινικέλαιου της PTPN (που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων της) ήταν επικερδείς και ότι η εταιρεία κατέγραφε το ίδιο κέρδος στις εγχώριες και τις εξαγωγικές πωλήσεις της. Ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές δεν υποστηρίζονταν από ελεγμένους λογαριασμούς. Αντιθέτως, οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν βάσει ελεγμένων λογαριασμών επιβεβαίωναν ότι η PTPN δεν κατέγραφε κέρδη κατά την πώληση του ακατέργαστου φοινικέλαιού της, με αποτέλεσμα να μην ενεργεί όπως θα ενεργούσε ένας ορθολογικός οικονομικός φορέας. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι πληροφορίες που υποβλήθηκαν σε τόσο προχωρημένο στάδιο (ακόμη και μετά τις παρατηρήσεις επί του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού) δεν μπορούν να γίνουν δεκτές γιατί δεν μπορούν να επαληθευτούν. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.

(126)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό υπό δ), η κυβέρνηση της Ινδονησίας και οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η συμπεριφορά των προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου δεν ήταν ορθολογική, δεδομένου ότι οι δραστηριότητές τους ήταν επικερδείς. Ο ισχυρισμός αυτός αφορά τους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου που απάντησαν στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής, καθώς και την PTPN (15).

(127)

Η Επιτροπή έκρινε ότι η έννοια της μη ορθολογικής συμπεριφοράς δεν περιορίζεται στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας με ζημία αλλά περιλαμβάνει επίσης ενέργειες που θέτουν μια επιχειρηματική δραστηριότητα σε λιγότερο πλεονεκτική (λιγότερο επικερδή) θέση. Η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη σαφούς διαφοράς τιμής μεταξύ των εγχώριων τιμών και των τιμών εξαγωγής ακατέργαστου φοινικέλαιου στην Ινδονησία, με αποτέλεσμα, εάν δεν υπήρχε η εισφορά κατά την εξαγωγή, η πώληση προς εξαγωγή να ήταν πιο επικερδής για τους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου.

(128)

Επιπλέον, η διαπίστωση ότι το σύστημα περιορισμών στις εξαγωγές, το οποίο έχει θέσει σε εφαρμογή η κυβέρνηση της Ινδονησίας, αποτρέπει ουσιαστικά τους εγχώριους παραγωγούς ακατέργαστου φοινικέλαιου από το να ενεργούν ορθολογικά επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι εξαγωγές αναμένεται να αυξηθούν ως αποτέλεσμα της κατάργησης της εισφοράς κατά την εξαγωγή. Εν προκειμένω, σε πρόσφατο άρθρο στον Τύπο επισημαίνονταν τα εξής: «Η Ένωση Φοινικέλαιου Ινδονησίας, ή GAPKI, προέβλεψε ότι οι εξαγωγές ακατέργαστου φοινικέλαιου της χώρας μπορεί να σημειώσουν αλματώδη αύξηση της τάξης του 10 % έως 15 % μετά τη μείωση της εισφοράς κατά την εξαγωγή σε μηδέν, έναντι 50 USD ανά τόνο προηγουμένως, σύμφωνα με δηλώσεις του γενικού γραμματέα Togar Sitanggang. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του κ. Sitanggang, οι μηνιαίες εξαγωγές ακατέργαστου φοινικέλαιου της Ινδονησίας έχουν ήδη αυξηθεί σε 800000 με 900000 τόνους, έναντι 700000 τόνων κατά μέσο όρο προηγουμένως. « Δεν θα αποτελέσει έκπληξη αν οι μηνιαίες εξαγωγές ακατέργαστου φοινικέλαιου ανέλθουν σε ένα εκατομμύριο τόνους εάν παραμείνει η μηδενική εισφορά κατά την εξαγωγή » , πρόσθεσε. Η Ινδονησία έχει ήδη εξαγάγει 6 εκατομμύρια τόνους ακατέργαστου φοινικέλαιου αυτό το έτος, περίπου το ένα πέμπτο των συνολικών μέχρι σήμερα εξαγωγών ακατέργαστου φοινικέλαιου και άλλων παραγώγων φοινικέλαιου, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της GAPKI» (16).

(129)

Ένα ακόμη άρθρο στον Τύπο επαληθεύει περαιτέρω τη διαπίστωση ότι η είσπραξη της εισφοράς κατά την εξαγωγή έχει ως αποτέλεσμα να αναγκάζονται οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου να πωλούν στην εγχώρια αγορά αντί να πωλούν για μεγαλύτερο κέρδος στην εξαγωγική αγορά. Στο εν λόγω άρθρο, ανεξάρτητη αναλύτρια διαπίστωσε ότι «τα νέα αυτά (δηλαδή ο μηδενισμός της εισφοράς κατά την εξαγωγή) είναι θετικά για τους ανάντη καλλιεργητές με έκθεση στην Ινδονησία, καθώς η αναθεώρηση των συντελεστών της εισφοράς κατά την εξαγωγή θα μπορούσε να συμβάλει στη στήριξη των τιμών ακατέργαστου φοινικέλαιου στα τρέχοντα επίπεδά τους. Ωστόσο, η κ. Ng δεν αναμένει καθαρό κέρδος για τους καλλιεργητές στις προβλέψεις για το οικονομικό έτος 2019-2020 – και προειδοποιεί ότι τα νέα είναι αρνητικά για τους Ινδονήσιους κατάντη μεταποιητές διότι η αναθεωρημένη εισφορά σε χαμηλότερες τιμές ακατέργαστου φοινικέλαιου θα περιορίσει το πλεονέκτημα περιθωρίου, το οποίο συνίσταται επί του παρόντος στη διαφορά τιμών μεταξύ του ακατέργαστου φοινικέλαιου και των μεταποιημένων προϊόντων φοινικέλαιου. « Εμμένουμε στην άποψή μας ότι η κατάργηση της εισφοράς κατά την εξαγωγή θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των Ινδονήσιων εξαγωγέων προϊόντων φοινικέλαιου διότι θα εξοικονομήσουν εξαγωγικό φόρο μεταξύ 20 και 50 USD ανά τόνο όταν η τιμή του ακατέργαστου φοινικέλαιου είναι χαμηλότερη από 570 USD ανά τόνο. Η εξοικονόμηση ενδέχεται να επιστραφεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της στους Ινδονήσιους γεωργούς μέσω υψηλότερων εγχώριων τιμών για το ακατέργαστο φοινικέλαιο »» (17).

(130)

Το τελευταίο αυτό άρθρο στον Τύπο επιβεβαιώνει επίσης τη διαπίστωση ότι επιτεύχθηκε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της εισφοράς κατά την εξαγωγή, ήτοι η συμπίεση των εγχώριων τιμών ακατέργαστου φοινικέλαιου. Το γεγονός ότι πραγματοποιούνται ορισμένες εξαγωγές ακατέργαστου φοινικέλαιου από την Ινδονησία δεν σημαίνει ότι τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση της Ινδονησίας για τη διατήρηση του ακατέργαστου φοινικέλαιου εντός της Ινδονησίας δεν ανάγκασαν τους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου να ακολουθήσουν μη ορθολογική οικονομική συμπεριφορά. Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή απέρριψε, επομένως, αυτούς τους ισχυρισμούς.

(131)

Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό υπό ε), η Επιτροπή παρατήρησε ότι προκειμένου να στηρίξει το επιχείρημά της βάσει του οποίου η PTPN ενεργεί ως αποδέκτης τιμών, η Wilmar παραθέτει μόνο ένα μέρος της αιτιολογικής σκέψης 146 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού. Στο πλαίσιο αυτό, η Wilmar ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή κατέληξε σε ένα συμπέρασμα το οποίο στην πραγματικότητα ερχόταν σε αντίφαση με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη. Ειδικότερα, αφού ανέφερε ότι, «[ε]πίσης, από την έρευνα προέκυψε ότι η αγορά ευνοεί σημαντικά τους αγοραστές ακατέργαστου φοινικέλαιου από άποψη διαπραγματευτικής ισχύος», όπως ορθά παρέθεσε η Wilmar, η Επιτροπή εξήγησε περαιτέρω ότι «[…]. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε αγοραστής θα διαθέτει σημαντικό βαθμό αγοραστικής δύναμης, με την οποία θα μπορεί να αντιστέκεται σε τυχόν απόπειρες του προμηθευτή του να ζητήσει τιμή υψηλότερη από εκείνη που έχει ρυθμίσει η κυβέρνηση της Ινδονησίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κοινοποιώντας με διαφάνεια τις ημερήσιες τιμές ακατέργαστου φοινικέλαιου, η κυβέρνηση της Ινδονησίας, μέσω της PTPN, καθορίζει στην πράξη τις μέγιστες ημερήσιες τιμές ακατέργαστου φοινικέλαιου στην Ινδονησία». Ως εκ τούτου, στην αιτιολογική σκέψη 146 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού συνάχθηκε αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που ισχυρίστηκε η Wilmar. Η PTPN ενεργεί στην πραγματικότητα ως φορέας που καθορίζει τις τιμές του ακατέργαστου φοινικέλαιου στην αγορά καθώς οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου ακολουθούν de facto την τιμή αυτή, παρά τη διάρθρωση της αγοράς (η οποία δείχνει καταρχήν ότι οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου έχουν σημαντική διαπραγματευτική ισχύ η οποία δεν χρησιμοποιείται σε βάρος των αγοραστών).

(132)

Πέραν του παραπάνω πραγματικού σφάλματος, η Επιτροπή επισήμανε επιπλέον το γεγονός ότι η παρατήρηση της Wilmar δεν υποστηρίζεται από κανένα πραγματικό στοιχείο. Ελλείψει νέων πραγματικών στοιχείων, η Επιτροπή απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό.

(133)

Η Wilmar ισχυρίστηκε επιπλέον ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας αναγκάζει τους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου να παρέχουν ακατέργαστο φοινικέλαιο έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό.

(134)

Η Επιτροπή παρατήρησε ότι η Wilmar δεν προσκόμισε στοιχεία που να στηρίζουν τον ισχυρισμό ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Εν προκειμένω, η Επιτροπή υπενθυμίζει τον ισχυρισμό που διατύπωσε το EBB σχετικά με τον περιορισμένο αριθμό απαντήσεων που έδωσαν οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου στο ερωτηματολόγιο. Λόγω της μη συνεργασίας των προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου και με βάση τα στοιχεία που περιέχονται στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού, η Επιτροπή έκρινε ότι υπάρχουν σημαντικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι στους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου ανατέθηκε ή δόθηκε εντολή από την κυβέρνηση της Ινδονησίας να παρέχουν ακατέργαστο φοινικέλαιο έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό με σκοπό την επίτευξη των στόχων πολιτικής της κυβέρνησης της Ινδονησίας για τη στήριξη της ανάπτυξης του κλάδου παραγωγής βιοντίζελ.

(135)

Επιπλέον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο ισχυρισμός της Wilmar αντιβαίνει στη μη αμφισβητούμενη πραγματική διαπίστωση ότι σχεδόν όλες οι εγχώριες αγορές ακατέργαστου φοινικέλαιου στην Ινδονησία πραγματοποιούνται στις ημερήσιες τιμές της PTPN, προσαρμοσμένες στο κόστος μεταφοράς που αναλύεται στην αιτιολογική σκέψη 168 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού. Εάν ο ισχυρισμός της Wilmar είναι ορθός και οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου ενεργούν εντελώς ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εντολή της κυβέρνησης, η τέλεια αυτή εναρμόνιση των τιμών του ακατέργαστου φοινικέλαιου δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί σε μια αγορά που είναι κατακερματισμένη.

(136)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό.

(137)

Η Wilmar ισχυρίστηκε επιπλέον ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη ανάθεσης ή εντολής προς τους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου για την παροχή ακατέργαστου φοινικέλαιου έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό. Ο ισχυρισμός της Wilmar βασίζεται ουσιαστικά στο γεγονός ότι 1) η PTPN δεν καθορίζει τις τιμές και, συνεπώς, το ακατέργαστο φοινικέλαιο δεν παρέχεται έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό και 2) οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου δεν αποτρέπονται από το να πραγματοποιούν πωλήσεις στην εξαγωγική αγορά.

(138)

Η Επιτροπή εξέτασε ήδη τα σημεία αυτά και τα απέρριψε στις αιτιολογικές σκέψεις 127 έως 135. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι ο ισχυρισμός της Wilmar βασίζεται σε εσφαλμένα γεγονότα και δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Από τα διαθέσιμα στοιχεία στην παρούσα έρευνα προέκυψε ότι η PTPN ενεργεί ως φορέας που καθορίζει τις τιμές για το ακατέργαστο φοινικέλαιο στην αγορά και ότι η ικανότητα των προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου να εξάγουν ακατέργαστο φοινικέλαιο υπονομεύεται από τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση της Ινδονησίας.

(139)

Παρόμοιοι ισχυρισμοί διατυπώθηκαν από την κυβέρνηση της Ινδονησίας, την PT Intibenua Perkasatama και την PT Musim Mas («όμιλος Musim Mas») και την Permata. Στις παρατηρήσεις της, η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε ότι οι τιμές του ακατέργαστου φοινικέλαιου καθορίζονται από δυνάμεις της αγοράς και ότι οι αγοραστές διαμορφώνουν συνήθως τις εκτιμήσεις τιμών τους βάσει των τιμών της διεθνούς αγοράς.

(140)

Η Επιτροπή εξέτασε ήδη παρόμοια επιχειρήματα στις αιτιολογικές σκέψεις 62 έως 96 και έκρινε ότι δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει για τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης της Ινδονησίας. Η Επιτροπή παρατήρησε εκ νέου ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν προσκόμισε νέα αποδεικτικά στοιχεία προς επίρρωση του ισχυρισμού της.

(141)

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υπάρχει σχέση που δύναται να αποδειχθεί μεταξύ της συμπεριφοράς των παραγωγών ακατέργαστου φοινικέλαιου και των μέτρων της κυβέρνησης της Ινδονησίας. Εν προκειμένω, η Επιτροπή επισήμανε εκ νέου το συμπέρασμα που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 168 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, το οποίο υπενθυμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 137. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το γεγονός ότι όλοι οι ανεξάρτητοι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου ακολουθούν σχεδόν πάντα τις τιμές της PTPN αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη της ύπαρξης αυτής της σύνδεσης (πολύ περισσότερο σε μια αγορά που είναι κατακερματισμένη όσον αφορά τον αριθμό των προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου καθώς και από γεωγραφική άποψη/μεγάλος αριθμός νησιών). Και ακόμη περισσότερο στο πλαίσιο μιας κατάστασης στην οποία οι εγχώριες τιμές του ακατέργαστου φοινικέλαιου δεν αντικατοπτρίζουν μια τιμή της αγοράς που θα ήταν μη στρεβλωμένη εάν δεν εφαρμόζονταν τα στοχευμένα μέτρα της κυβέρνησης της Ινδονησίας.

(142)

Στις παρατηρήσεις της η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή ανέθεσε στην κυβέρνηση της Ινδονησίας και στους ανεξάρτητους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου να παράσχουν λεπτομερείς πληροφορίες αλλά δεν επαλήθευσε αυτές τις πληροφορίες. Η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η Επιτροπή παρέβλεψε εντελώς τις πληροφορίες αυτές κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων της. Τέλος, η κυβέρνηση της Ινδονησίας επισήμανε εν προκειμένω ότι η Επιτροπή εφάρμοσε το άρθρο 28 του βασικού κανονισμού στην κυβέρνηση της Ινδονησίας διότι δεν επιδίωξε την εξασφάλιση περισσότερων τέτοιων απαντήσεων και δεν έλαβε περισσότερες πληροφορίες από την PTPN.

(143)

Εν προκειμένω, η Επιτροπή έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αντικειμενικά εσφαλμένος. Η Επιτροπή ανέλυσε όλες τις απαντήσεις που έλαβε από τους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου. Ωστόσο, η Επιτροπή επισήμανε ότι, παρά τις υπενθυμίσεις που εστάλησαν, όλοι εκτός από έναν ανεξάρτητο προμηθευτή ακατέργαστου φοινικέλαιου δεν υπέβαλαν μη εμπιστευτική έκδοση των απαντήσεών τους. Βάσει του άρθρου 29 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί να μην λάβει υπόψη παρασχεθείσες πληροφορίες για τις οποίες δεν παρασχέθηκε κατάλληλη περίληψη από τον υποβάλλοντα. Επιπλέον, η συντριπτική πλειονότητα των απαντήσεων ήταν ελλιπείς και πολλές εξ αυτών δεν περιείχαν πληροφορίες σχετικά με την κερδοφορία. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να εξαγάγει κανένα συμπέρασμα από αυτές τις απαντήσεις. Πράγματι, η μη συνεργασία της κυβέρνησης της Ινδονησίας καθώς και των προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου ήταν μια περαιτέρω ένδειξη ότι οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου ενεργούν σύμφωνα με την εντολή της κυβέρνησης της Ινδονησίας προς στήριξη των παραγωγών βιοντίζελ.

(144)

Ομοίως, ο ισχυρισμός της κυβέρνησης της Ινδονησίας, βάσει του οποίου η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την απάντηση της PTPN, δεν είναι αιτιολογημένος. Όπως εξηγείται ανωτέρω, η Επιτροπή ζήτησε επανειλημμένα αλλά ανεπιτυχώς τη συνεργασία της PTPN. Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 29 και 30 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η PTPN, η οποία ανήκει εξολοκλήρου στην κυβέρνηση της Ινδονησίας, δεν απάντησε στο προσάρτημα Β του ερωτηματολογίου της κυβέρνησης της Ινδονησίας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Επομένως, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή σύμφωνα με το άρθρο 28 προς την κυβέρνηση της Ινδονησίας, η οποία περιοριζόταν στις συγκεκριμένες πληροφορίες που δεν υποβλήθηκαν. Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 98 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, η κυβέρνηση της Ινδονησίας υπέβαλε απάντηση στο προσάρτημα Β για την PTPN στις 30 Ιουνίου 2019, δηλαδή πολύ μετά την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής των εν λόγω πληροφοριών (14 Μαρτίου 2019) και μετά τον επιτόπιο έλεγχο στα γραφεία της κυβέρνησης της Ινδονησίας. Επομένως, οι παρατηρήσεις υποβλήθηκαν πολύ μετά την παρέλευση της προθεσμίας, δεν ήταν επαληθεύσιμες και η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν επέδειξε κάθε δυνατή επιμέλεια σύμφωνα με το άρθρο 28 του βασικού κανονισμού. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή χρησιμοποίησε όλα τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από την PTPN και τα οποία κατέστη δυνατό να επαληθευτούν. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αξιολόγησε ορθά τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την PTPN μαζί με τα άλλα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την αγορά του ακατέργαστου φοινικέλαιου στην Ινδονησία.

(145)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας, ο όμιλος Permata και η Wilmar ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή έσφαλε κατά τη διαπίστωση της ύπαρξης ανάθεσης ή εντολής για τους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου για τους εξής λόγους:

α)

σκοπός των περιορισμών στις εξαγωγές δεν είναι να στηρίξουν τον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ και τυχόν αντίκτυπος στις τιμές αποτελεί απλώς παράπλευρη επίπτωση των μέτρων·

β)

η PTPN καθορίζει τις τιμές της μέσω διαγωνισμών και έχει κερδοφορία·

γ)

η εναρμόνιση των τιμών των προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου με την PTPN δεν δείχνει ανάθεση ή εντολή·

δ)

οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου είναι ορθολογικοί φορείς στην αγορά και η Επιτροπή δεν προέβη σε επαλήθευση των απαντήσεών τους· και

ε)

η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υπάρχει σχέση που δύναται να αποδειχθεί μεταξύ της ενέργειας της κυβέρνησης της Ινδονησίας, μέσω της PTPN, και της ενέργειας των προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου. Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Ινδονησίας, το περιορισμένο μερίδιο αγοράς της PTPN δεν θα της επέτρεπε να καθορίζει τις τιμές της αγοράς.

(146)

Η Επιτροπή παρατήρησε καταρχάς ότι η εισφορά κατά την εξαγωγή αποσκοπεί αποκλειστικά στη στήριξη του ταμείου OPPF και ότι σκοπός του ταμείου OPPF είναι η στήριξη του κλάδου παραγωγής φοινικέλαιου εν γένει, αλλά, όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 76 και 77 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, το εν λόγω ταμείο στηρίζει de facto μόνο τον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ. Επιπλέον, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η στήριξη της κυβέρνησης της Ινδονησίας προς τον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ επιτυγχάνεται επίσης με την παροχή ακατέργαστου φοινικέλαιου έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με το συνδυαστικό αποτέλεσμα διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της εισφοράς κατά την εξαγωγή.

(147)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιβολή της εισφοράς κατά την εξαγωγή έχει, από την έναρξη εφαρμογής της, δύο διαφορετικούς στόχους: τη χρηματοδότηση του ταμείου OPPF και τη συμπίεση των εγχώριων τιμών αποτελώντας μέρος μιας δέσμης μέτρων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η κυβέρνηση της Ινδονησίας επιδίωξε σκόπιμα (και κατόρθωσε) να εξασφαλίσει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα στην αγορά και αυτό δεν συνιστά απλή παράπλευρη επίπτωση μιας κυβερνητικής πολιτικής.

(148)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η PTPN καθορίζει τις τιμές της μέσω διαγωνισμών και ότι, συνεπώς, αυτό το αποτέλεσμα θα έπρεπε να θεωρηθεί τιμή της αγοράς, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι, όπως επισημαίνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 91 έως 99 και 126 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, η Επιτροπή έπρεπε να βασιστεί στα διαθέσιμα στοιχεία λόγω της μη συνεργασίας των προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου και της PTPN. Στις παρατηρήσεις τους επί του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού κανένας παραγωγός-εξαγωγέας δεν προσκόμισε στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνουν τις προσφορές τους για ακατέργαστο φοινικέλαιο, παρά μόνο αόριστους ισχυρισμούς ότι βασίζονται εν γένει στις «τιμές της διεθνούς αγοράς». Ωστόσο, δεν υπήρχαν διαθέσιμα άμεσα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου καθορίζουν τις τιμές τους· αντιθέτως, τα γεγονότα καταδεικνύουν εναρμόνιση των τιμών με την τιμή που καθορίζεται από την PTPN.

(149)

Εν προκειμένω, στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, η Wilmar επισήμανε ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής ρώτησαν κατά τη διάρκεια του επιτόπιου ελέγχου στις εγκαταστάσεις της με ποιον τρόπο καταλήγει σε απόφαση σχετικά με την τιμή που θα προσφέρει σε κάθε πρόσκληση υποβολής προσφορών της PTPN. Η Wilmar εξήγησε περαιτέρω ότι από τη μετέπειτα έκθεση αποστολής δεν προκύπτει έλλειψη πληροφοριών. Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η Wilmar δεν αμφισβητεί ότι οι πληροφορίες τις οποίες είχε παράσχει στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ιδιαίτερα ασαφείς. Επιπλέον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η Wilmar δεν θεώρησε σκόπιμο να παράσχει λεπτομερέστερη εξήγηση σχετικά με τον μηχανισμό αυτό σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο της έρευνας, παρά τις επανειλημμένες σχετικές αναφορές της Επιτροπής.

(150)

Ελλείψει επαληθεύσιμων στοιχείων που να αποδεικνύουν αυτή τη δήλωση, η Επιτροπή απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό. Αντί να καθορίζουν ανεξάρτητα τις τιμές τους με βάση τις διεθνείς τιμές, οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου ακολουθούν τις τιμές ακατέργαστου φοινικέλαιου που καθορίζονται στην πραγματικότητα από την PTPN.

(151)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η PTPN είναι κερδοφόρα, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, επιπλέον των όσων ήδη εξηγήθηκαν στις αιτιολογικές σκέψεις 125 και 144, η κυβέρνηση της Ινδονησίας υπέβαλε καθυστερημένα ελεγμένους λογαριασμούς της PTPN για το 2018 μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων. Ωστόσο, λήφθηκε μετάφραση μόνο για μέρος των λογαριασμών αυτών. Από τους λογαριασμούς του 2018 φαίνεται να προκύπτει ότι η PTPN σημείωσε κερδοφορία το 2018. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αξιολογήσει το στοιχείο αυτό διότι βασικά μέρη των λογαριασμών δεν ήταν μεταφρασμένα και διότι οι λογαριασμοί αυτοί κάλυπταν όλα τα προϊόντα και όχι μόνο τα έσοδα από τις πωλήσεις ακατέργαστου φοινικέλαιου. Επιπλέον, όπως εξηγείται ανωτέρω, τα δεδομένα τόσο για τις πωλήσεις ακατέργαστου φοινικέλαιου όσο και για την εταιρεία στο σύνολό της υποβλήθηκαν με καθυστέρηση και, συνεπώς, δεν ήταν δυνατό να επαληθευτούν. Τούτο προστίθεται στο γεγονός ότι η PTPN δεν συνεργάστηκε στο πλαίσιο της έρευνας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ακρίβεια του διατυπωθέντος ισχυρισμού δεν μπορούσε να αξιολογηθεί και έπρεπε να απορριφθεί. Όσον αφορά τον ανωτέρω ισχυρισμό υπό β), η Επιτροπή εξήγησε στην αιτιολογική σκέψη 133 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού ότι στην πραγματικότητα η PTPN δεν υποχρεούται να προβεί σε αναπροσφορά υψηλότερης τιμής εάν οι ληφθείσες προσφορές είναι χαμηλότερες από την «εκτίμηση τιμής» για τη συγκεκριμένη ημέρα. Πράγματι, η Επιτροπή επιβεβαίωσε στο πλαίσιο του επιτόπιου ελέγχου ότι η PTPN αποδεχόταν σε τακτική βάση προσφορές που ήταν χαμηλότερες από την τιμή αυτή. Επιπλέον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας μπορεί να επηρεάσει και επηρεάζει τις αποφάσεις της PTPN όσον αφορά την τιμολογιακή πολιτική της (18).

(152)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η εναρμόνιση των τιμών των προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου με τις καθημερινές τιμές της PTPN αποτελεί ένδειξη του γεγονότος ότι η αγορά δεν είναι στρεβλωμένη και όχι ένδειξη ανάθεσης ή εντολής, η Επιτροπή παρατήρησε ότι όλοι οι ανεξάρτητοι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου πρόσφεραν τιμές που είναι ίδιες ή χαμηλότερες σε σύγκριση με την τιμή της PTPN τη συγκεκριμένη ημέρα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό δεν μπορεί να αποτελεί ένδειξη μιας μη στρεβλωμένης δυναμικής της αγοράς: δεν μπορεί να υποστηριχθεί ευλόγως ότι σε μια ανταγωνιστική αγορά όλοι οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου δεν θα πωλούσαν σε τιμή υψηλότερη από αυτή την οποία ορίζει ένας ανταγωνιστής (εκτός εάν ο ανταγωνιστής ορίζει στην πραγματικότητα τη μέγιστη τιμή για το συγκεκριμένο αγαθό στην αγορά και η κυβέρνηση δίνει εντολή ή αναγκάζει όλους τους άλλους παράγοντες να τηρούν το ανώτατο αυτό όριο).

(153)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της κυβέρνησης της Ινδονησίας ότι οι παραγωγοί ακατέργαστου φοινικέλαιου είναι ορθολογικοί φορείς της αγοράς καθώς το 70 % του ακατέργαστου φοινικέλαιου εξάγεται, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, σύμφωνα με δημόσιες πηγές, η εγχώρια κατανάλωση ακατέργαστου φοινικέλαιου ανέρχεται στο 30 % της παραγωγής (19). Αυτό σημαίνει ότι οι παραγωγοί ακατέργαστου φοινικέλαιου καλύπτουν πλήρως την εγχώρια ζήτηση και, αφού καλύψουν τη ζήτηση αυτή, καταφεύγουν στην εξαγωγή. Συνεπώς, το γεγονός ότι το 70 % της παραγωγής ακατέργαστου φοινικέλαιου εξάγεται δεν έρχεται σε αντίφαση με τη διαπίστωση ότι οι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου στερούνται ορθολογικής επιλογής, ακριβώς το αντίθετο. Εάν οι Ινδονήσιοι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου συμπεριφέρονταν ορθολογικά, δεν θα κάλυπταν την εγχώρια ζήτηση και θα εξήγαγαν το σύνολο, ή σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό, της παραγωγής τους προς χώρες στις οποίες θα μπορούσαν να επιτύχουν μεγαλύτερο κέρδος. Αυτά τα δυνητικά επιπλέον κέρδη από τις εξαγωγές περιορίζονται από τους περιορισμούς τους οποίους επιβάλλει η κυβέρνηση της Ινδονησίας στις εξαγωγές προκειμένου να εξαναγκάσει τους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου να πωλούν σε εγχώριο επίπεδο και να καλύπτουν τις τοπικές ανάγκες. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι καλύπτεται το σύνολο της εγχώριας ζήτησης καταδεικνύει αντιθέτως ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας πέτυχε τον στόχο της για εφοδιασμό της εγχώριας αγοράς σε τιμές ευνοϊκές για τους παραγωγούς βιοντίζελ.

(154)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, η Wilmar ισχυρίστηκε επιπλέον ότι το γεγονός ότι, μετά τον καθορισμό μηδενικού συντελεστή για την εισφορά κατά την εξαγωγή, το μερίδιο εξαγωγών του ακατέργαστου φοινικέλαιου δεν αυξήθηκε αποδεικνύει ότι ήταν εσφαλμένο το συμπέρασμα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο η εισφορά κατά την εξαγωγή αποσκοπεί στην παραμονή του ακατέργαστου φοινικέλαιου στη χώρα και στη συμπίεση της τιμής του.

(155)

Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρατήρησε ότι από τα στοιχεία που υπέβαλε η Wilmar προέκυψε ότι η εγχώρια κατανάλωση αυξήθηκε και ότι, συνεπώς, εξασφάλισε μεγαλύτερο ποσοστό στη συνολική παραγωγή ακατέργαστου φοινικέλαιου. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει προς επίρρωση του ισχυρισμού της Wilmar εάν η κυβέρνηση της Ινδονησίας είχε εκφράσει την πρόθεση να καταργήσει το σύστημα των περιορισμών στις εξαγωγές. Ωστόσο, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 108, πρόθεση της κυβέρνησης της Ινδονησίας δεν είναι να καταργήσει τον μηχανισμό περιορισμών στις εξαγωγές. Αντιθέτως, είναι σαφές ότι ο συντελεστής του συστήματος περιορισμών στις εξαγωγές είναι μηδενικός απλώς και μόνο ως αντίδραση σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως η παγκόσμια πτώση των τιμών φοινικέλαιου. Όλοι οι Ινδονήσιοι παραγωγοί γνωρίζουν καλά ότι το επίπεδο αυτό είναι μόνο προσωρινό και, συνεπώς, εξακολουθούν να προτιμούν να καλύπτουν πρώτα την εγχώρια ζήτηση.

(156)

Η Wilmar παρέσχε επίσης στην απάντησή της πληροφορίες σχετικά με τις τιμές, υποστηρίζοντας ότι από την επιβολή μηδενικού συντελεστή στην εισφορά κατά την εξαγωγή οι εγχώριες τιμές του ακατέργαστου φοινικέλαιου δεν αυξήθηκαν σημαντικά. Η Επιτροπή ανέλυσε τις πληροφορίες αυτές και παρατήρησε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει την πηγή των στοιχείων που χρησιμοποίησε η Wilmar· ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορούσε να επαληθεύσει ούτε να αξιολογήσει την ακρίβειά τους. Ωστόσο, η Επιτροπή, στηριζόμενη σε αυτά τα στοιχεία, παρατήρησε ότι, παρά τον προσωρινό χαρακτήρα του γεγονότος ότι ο συντελεστής της εισφοράς κατά την εξαγωγή είναι μηδενικός, καταδεικνύεται εναρμόνιση της εγχώριας τιμής με τις τιμές εξαγωγής. Ειδικότερα, παρότι κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας η μέση διαφορά μεταξύ των δύο τιμών ανερχόταν σε περίπου 50 USD/τόνο, από τα στοιχεία που παρέσχε η Wilmar προέκυψε ότι οι εγχώριες τιμές έχουν προσεγγίσει τις τιμές εξαγωγής, με τη διαφορά να ανέρχεται πλέον σε κάτω από 20 USD/τόνο. Το γεγονός ότι οι εγχώριες τιμές δεν αυξήθηκαν σημαντικά σε απόλυτους όρους οφείλεται απλώς στην πτώση των τιμών παγκοσμίως.

(157)

Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό τεκμηριώνει τη διαπίστωσή της ότι το σύστημα περιορισμών στις εξαγωγές έχει σχεδιαστεί, μεταξύ άλλων και μαζί με άλλα μέτρα, με σκοπό τη συμπίεση των εγχώριων τιμών του ακατέργαστου φοινικέλαιου.

(158)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της κυβέρνησης της Ινδονησίας ότι η Επιτροπή δεν επαλήθευσε τις απαντήσεις των ανεξάρτητων προμηθευτών ακατέργαστου φοινικέλαιου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αντικειμενικά εσφαλμένος. Όπως αναφέρθηκε ήδη στην αιτιολογική σκέψη 143, η Επιτροπή ανέλυσε δεόντως όλες τις απαντήσεις που έλαβε, αλλά παρατήρησε ότι οι απαντήσεις αυτές ήταν στη συντριπτική πλειονότητά τους ελλιπείς, καθώς πολλές από αυτές δεν περιείχαν πληροφορίες σχετικά με την κερδοφορία, ενώ για πολλές από αυτές δεν παρέχονταν μη εμπιστευτικές εκδόσεις.

(159)

Επιπλέον του ισχυρισμού αυτού, η κυβέρνηση της Ινδονησίας υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής στην κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, οι οποίοι αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 143, είναι εσφαλμένοι διότι δεν μπόρεσε να εντοπίσει τις υπενθυμίσεις στον μη εμπιστευτικό φάκελο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό, η Επιτροπή παρατήρησε ότι οι εν λόγω υπενθυμίσεις αποτελούν μέρος του περιορισμένου φακέλου και παρατίθενται στον κατάλογο των περιορισμένων εγγράφων που βρίσκονται στη διάθεση των ενδιαφερομένων μερών. Ωστόσο, η Επιτροπή παρέσχε στην κυβέρνηση της Ινδονησίας κατάλογο των σχετικών αριθμών στο πλαίσιο ακρόασης που πραγματοποιήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2019. Η Επιτροπή παρατήρησε επίσης ότι τα ερωτηματολόγια που απευθύνονταν σε ανεξάρτητους προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου αποτελούσαν μέρος του ερωτηματολογίου που απευθυνόταν στην κυβέρνηση της Ινδονησίας και, συνεπώς, την ευθύνη συντονισμού, συλλογής και διασφάλισης της έγκαιρης αποστολής των ολοκληρωμένων απαντήσεων έφερε εξολοκλήρου η κυβέρνηση της Ινδονησίας.

(160)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό υπό ε) ανωτέρω, η Επιτροπή εξήγησε στις αιτιολογικές σκέψεις 124 έως 143 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση της Ινδονησίας, μέσω της PTPN, ενεργεί ως φορέας καθορισμού των τιμών στην εγχώρια αγορά της Ινδονησίας, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο όλοι οι ανεξάρτητοι προμηθευτές ακατέργαστου φοινικέλαιου ακολουθούν αυτές τις ενδείξεις τιμών. Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας ανέφερε ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιορισμένου μεριδίου αγοράς της PTPN, το αποτέλεσμα αυτό είναι απίθανο. Ωστόσο, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν προσκόμισε κανένα πραγματικό στοιχείο το οποίο να τεκμηριώνει τη δήλωσή της και να αντικρούει τη διαπίστωση της Επιτροπής.

(161)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή απέρριψε τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης της Ινδονησίας και των παραγωγών-εξαγωγέων και επιβεβαίωσε τη διαπίστωσή της περί ύπαρξης ανάθεσης και εντολής.

3.2.3.   Μη απόδειξη της στήριξης του εισοδήματος ή των τιμών βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού

(162)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας και οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη στήριξης του εισοδήματος και των τιμών υπέρ των παραγωγών βιοντίζελ σύμφωνα με το απαιτούμενο μέτρο απόδειξης που καθορίζεται από τη νομολογία του ΠΟΕ.

(163)

Επ’ αυτού, η Επιτροπή παρατήρησε ότι ούτε η κυβέρνηση της Ινδονησίας ούτε οι παραγωγοί-εξαγωγείς υπέβαλαν νέες πληροφορίες ή στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό περί έλλειψης στήριξης του εισοδήματος ή των τιμών. Στους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν εν προκειμένω προβάλλεται απλώς η διαφωνία με την ερμηνεία της νομολογίας την οποία ακολουθεί η Επιτροπή. Η Επιτροπή έκρινε ότι η ανάλυση που πραγματοποιείται στο τμήμα 3.3.3.7 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού πληροί το μέτρο απόδειξης που προβλέπεται στον βασικό κανονισμό, στη συμφωνία ΕΑΜ και στη νομολογία του ΠΟΕ.

(164)

Ελλείψει νέων πραγματικών στοιχείων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επαναξιολόγηση του πορίσματός της, η Επιτροπή επιβεβαίωσε το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε στο τμήμα 3.3.3.7 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(165)

Μετά την κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας υποστήριξε ότι ήταν εσφαλμένη η διαπίστωση της Επιτροπής περί στήριξης του εισοδήματος και των τιμών, διότι για τη διαπίστωση αυτή απαιτείται η ύπαρξη μέτρου το οποίο εξασφαλίζει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, και όχι οποιουδήποτε μέτρου που έχει παρεμπίπτουσα επίπτωση στις τιμές.

(166)

Εν προκειμένω, η Επιτροπή εξήγησε ήδη στις αιτιολογικές σκέψεις 153 και 160 ότι η δέσμη μέτρων έχει ως στόχο τη ρύθμιση και τη συμπίεση των εγχώριων τιμών, και ότι αυτό δεν αποτελεί απλώς παράπλευρη επίπτωση της πολιτικής της κυβέρνησης της Ινδονησίας. Επιπλέον, η Επιτροπή παρατήρησε ότι ούτε η κυβέρνηση της Ινδονησίας ούτε οι παραγωγοί-εξαγωγείς υπέβαλαν νέες πληροφορίες ή στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό περί έλλειψης στήριξης του εισοδήματος ή των τιμών.

(167)

Η Wilmar ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε τους ισχυρισμούς της σε απάντηση στην κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων και παρότρυνε την Επιτροπή να το πράξει.

(168)

Αντίθετα με τον ισχυρισμό της Wilmar, η Επιτροπή ανέλυσε αυτούς τους ισχυρισμούς και, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 163, δεν μπόρεσε να βρει κάποιο νέο πραγματικό στοιχείο. Αντιθέτως, η Wilmar εξηγεί για ποιον λόγο διαφωνεί με την ερμηνεία της Επιτροπής όσον αφορά τη νομολογία του ΠΟΕ και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Σε αυτές τις παρατηρήσεις, η Wilmar αναλύει επίσης την άποψή της σχετικά με το ορθό αντιπαράδειγμα.

(169)

Για λόγους σαφήνειας, η Επιτροπή επανέλαβε ότι διαφωνούσε με την ερμηνεία της Wilmar όσον αφορά τη νομολογία του ΠΟΕ και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως παρατίθεται στο τμήμα III.Β.3 των παρατηρήσεων σχετικά με τον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού, και επιβεβαίωσε εξολοκλήρου το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε στο τμήμα 3.3.3.7 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

3.2.4.   Μη απόδειξη της ύπαρξης οφέλους: σφάλμα στον προσδιορισμό του κατάλληλου δείκτη αναφοράς

(170)

Στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού η Επιτροπή έκρινε ότι οι τιμές εξαγωγής FOB για το ακατέργαστο φοινικέλαιο από την Ινδονησία προς τον υπόλοιπο κόσμο, όπως διαπιστώθηκε από τα στατιστικά στοιχεία εξαγωγών της Ινδονησίας, συνιστούν κατάλληλο δείκτη αναφοράς, καθώς ρυθμίζονται βάσει των αρχών της ελεύθερης αγοράς, ανταγωνίζονται τις τιμές άλλων προϊόντων σε ξένες αγορές, αποτυπώνουν τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά της Ινδονησίας και δεν στρεβλώνονται από την παρέμβαση του Δημοσίου. Επιπλέον, η Επιτροπή έκρινε ότι ο δείκτης αναφοράς που χρησιμοποίησε αντιστοιχεί όσο το δυνατόν ακριβέστερα στη μη στρεβλωμένη τιμή της Ινδονησίας που θα υπήρχε χωρίς την παρέμβαση εκ μέρους της κυβέρνησης της Ινδονησίας. Η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι οι τιμές FOB που χρησιμοποιούνται ως δείκτης αναφοράς συνάδουν με τις διεθνείς τιμές (όπως, για παράδειγμα, με την τιμή CIF του Ρότερνταμ).

(171)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή υπολόγισε το ποσό της αντισταθμίσιμης επιδότησης για κάθε παραγωγό-εξαγωγέα με βάση το όφελος που προσπορίζεται ο αποδέκτης της επιδότησης και το οποίο διαπιστώνεται και καθορίζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας. Η Επιτροπή υπολόγισε το όφελος ως το άθροισμα των διαφορών μεταξύ των τιμών που καταβλήθηκαν για ακατέργαστο φοινικέλαιο που αγοράστηκε σε εγχώριο επίπεδο και της τιμής αναφοράς του ακατέργαστου φοινικέλαιου που υπολογίστηκε ανά μήνα της περιόδου έρευνας.

(172)

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας, η Wilmar και ο όμιλος Permata ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή έσφαλε 1) στην εκτίμηση του δείκτη αναφοράς ως κατάλληλου και 2) στον υπολογισμό του συνολικού οφέλους. Η κυβέρνηση της Ινδονησίας, η Wilmar και ο όμιλος Permata ισχυρίζονται ότι αυτό οφείλεται στο ότι η τιμή εξαγωγής FOB περιλαμβάνει την εισφορά κατά την εξαγωγή και είναι, συνεπώς, στρεβλωμένη. Το EBB διατύπωσε με τη σειρά του παρόμοιο ισχυρισμό.

(173)

Η Επιτροπή παρατήρησε ότι ο ισχυρισμός βάσει του οποίου η τιμή εξαγωγής είναι στρεβλωμένη επιδιώκει ουσιαστικά την εννοιολογική αντιστροφή του σκεπτικού της υπόθεσης. Παρότι η Επιτροπή έκρινε ότι οι εγχώριες τιμές του ακατέργαστου φοινικέλαιου είναι τεχνητά χαμηλές, οι εξαγωγείς ισχυρίζονται ότι είναι υπερβολικά υψηλές οι τιμές εξαγωγής (οι οποίες συμβαδίζουν κατά προσέγγιση με τις διεθνείς τιμές). Με άλλα λόγια, οι εξαγωγείς ισχυρίζονται ότι η εισφορά κατά την εξαγωγή καθιστά τις τιμές εξαγωγής υπερβολικά υψηλές. Ωστόσο, στρεβλωμένη είναι η εγχώρια τιμή λόγω της εισφοράς κατά την εξαγωγή, μεταξύ άλλων. Τέλος, η ίδια η κυβέρνηση της Ινδονησίας υποστήριξε ότι η εισφορά κατά την εξαγωγή δεν περιλαμβάνεται στην τιμή εξαγωγής που χρησιμοποιήθηκε από την Επιτροπή στους υπολογισμούς της (20). Η Επιτροπή έλαβε υπόψη αυτόν τον ισχυρισμό της κυβέρνησης της Ινδονησίας. Ωστόσο, θεώρησε ότι τα αποτελέσματα της εισφοράς κατά την εξαγωγή συνυπολογίζονται στην τιμή FOB. Πράγματι, η Επιτροπή έκρινε ότι ο πωλητής λαμβάνει υπόψη την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς κατά τον καθορισμό της τιμής εξαγωγής, η οποία κοινοποιείται στη συνέχεια στις αρχές της κυβέρνησης της Ινδονησίας για στατιστικούς σκοπούς.

(174)

Επιπλέον, όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 198 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, η Επιτροπή έκρινε ότι η μηνιαία τιμή εξαγωγής FOB, η οποία αναφέρεται στα στατιστικά στοιχεία της Ινδονησίας, συνιστά τον πλέον κατάλληλο δείκτη αναφοράς. Η Επιτροπή θεώρησε αυτόν τον δείκτη αναφοράς κατάλληλο για τις επιμέρους συναλλαγές αγοράς. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο διεθνής εμπορικός όρος FOB της τιμής αναφοράς και οι διεθνείς εμπορικοί όροι των εγχώριων συναλλαγών αγοράς τους οποίους διαμόρφωσαν οι παραγωγοί-εξαγωγείς ήταν συγκρίσιμοι. Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις από τα ενδιαφερόμενα μέρη εν προκειμένω.

(175)

Επιπλέον των ανωτέρω, η Wilmar ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή έσφαλε στον υπολογισμό του ποσού του οφέλους που προσπορίστηκε η πρώτη διότι θα έπρεπε να έχει αφαιρέσει από τον υπολογισμό του οφέλους τα ποσά κατά τα οποία η τιμή αγοράς ακατέργαστου φοινικέλαιου υπερβαίνει τον δείκτη αναφοράς. Εν προκειμένω, η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε λάβει υπόψη μόνο τις συναλλαγές για τις οποίες χορηγήθηκε όφελος (με άλλα λόγια, τις συναλλαγές στις οποίες η τιμή που καταβλήθηκε από τους παραγωγούς-εξαγωγείς ήταν χαμηλότερη του δείκτη αναφοράς). Πρόκειται για τις συναλλαγές στις οποίες το επίμαχο πρόγραμμα οδηγεί στη χορήγηση οφελών στους παραγωγούς-εξαγωγείς. Συνεπώς, δεν θα είχε νόημα να αφαιρεθούν συναλλαγές στις οποίες δεν χορηγήθηκε πλεονέκτημα καθώς ήταν σύμφωνες με την αγορά. Υπό την έννοια αυτή, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η ειδική ομάδα του ΠΟΕ στην υπόθεση Ηνωμένες Πολιτείες – Οριστικοί δασμοί αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικοί δασμοί για ορισμένα προϊόντα από την Κίνα (21), κατά την εξέταση του τρόπου με τον οποίο το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ (USDOC) είχε καθορίσει το ποσό του οφέλους που χορηγήθηκε μέσω της επίμαχης επιχορήγησης, που αναφέρθηκε ως παροχή «καουτσούκ» έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό (22), επισήμανε ότι οι επικαλούμενες επιδοτήσεις «πρέπει να αναλυθούν σε σχέση με μια συγκεκριμένη περίοδο ώστε να προκύψει εντέλει ένα συνολικό ύψος επιδότησης του υπό εξέταση προϊόντος» (23) και ότι «το άρθρο 14 στοιχείο δ) της συμφωνίας ΕΑΜ δεν περιέχει αναφορά σε καμία έννοια αντιστάθμισης ή “αρνητικών οφελών”, ή μέσου όρου κατά την περίοδο της έρευνας, για ένα συγκεκριμένο προϊόν» (24). Η σύγκριση είναι μια σύγκριση επιμέρους συναλλαγών αγοράς με έναν ατομικό δείκτη αναφοράς για την εκάστοτε συναλλαγή αγοράς. Η Επιτροπή πραγματοποίησε σύγκριση συναλλαγή προς συναλλαγή ώστε να διαπιστώσει αν υφίστατο όφελος και το ύψος αυτού. Το συνολικό ποσό των οφελών που διαπιστώθηκαν ανά συναλλαγή είναι το ύψος της επιδότησης. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται.

(176)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη οφέλους διότι 1) είναι παράλογο να διαπιστωθεί όφελος υπό τη μορφή περιορισμών στις εξαγωγές σε μια ανταγωνιστική χρηματοπιστωτική αγορά και 2) οι εγχώριες τιμές του ακατέργαστου φοινικέλαιου ακολουθούν τη δυναμική της ανταγωνιστικής αγοράς.

(177)

Εν προκειμένω, η Επιτροπή επιθυμεί να επισημάνει εκ νέου ότι το όφελος στην παρούσα υπόθεση έχει τη μορφή της παροχής ακατέργαστου φοινικέλαιου έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό. Ως εκ τούτου, ο πρώτος ισχυρισμός της κυβέρνησης της Ινδονησίας απορρίπτεται.

(178)

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της κυβέρνησης της Ινδονησίας ότι οι εγχώριες τιμές του ακατέργαστου φοινικέλαιου ακολουθούν τη δυναμική μιας ανταγωνιστικής και μη στρεβλωμένης αγοράς, η Επιτροπή παραπέμπει στην ανάλυσή της και, ιδίως, στην αιτιολογική σκέψη 151.

(179)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ενέμεινε στο συμπέρασμά της σύμφωνα με το οποίο το καθεστώς αυτό χορηγεί όφελος στους παραγωγούς-εξαγωγείς.

(180)

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας υποστήριξε επίσης ότι ο προσδιορισμός της τιμής αναφοράς από την Επιτροπή ήταν εσφαλμένος, διότι στην τιμή την οποία χρησιμοποίησε περιλαμβανόταν η εισφορά κατά την εξαγωγή, καθώς και ότι θα έπρεπε να αφαιρέσει την εισφορά κατά την εξαγωγή από την τιμή αναφοράς.

(181)

Εν προκειμένω, η Επιτροπή διαπίστωσε αντίφαση μεταξύ αυτής της δήλωσης και της απάντησης της κυβέρνησης της Ινδονησίας στην επιστολή της 14ης Μαρτίου 2019 σχετικά με την ανεπάρκεια των στοιχείων. Στην εν λόγω απάντηση, η κυβέρνηση της Ινδονησίας ανέφερε τα εξής: «Η κυβέρνηση της Ινδονησίας επιβεβαιώνει ότι τα στατιστικά στοιχεία για τις εξαγωγές προς την ΕΕ καλύπτουν μόνο το βιοντίζελ που παράγεται στην Ινδονησία. Η αναφερθείσα αξία της εξαγωγής είναι FOB και δεν περιλαμβάνεται η εισφορά/ο φόρος κατά την εξαγωγή». H Επιτροπή παρατήρησε επιπλέον ότι η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν προσκόμισε πρόσθετα πραγματικά στοιχεία προς επίρρωση της δήλωσής της. Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 173, η Επιτροπή έκρινε ότι η αναφερθείσα τιμή εξαγωγής FOB περιλαμβάνει de facto τις επιπτώσεις της εισφοράς κατά την εξαγωγή.

(182)

Η Wilmar ισχυρίστηκε ότι η τιμή αναφοράς που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του οφέλους ήταν υπερβολική διότι είχε χρησιμοποιηθεί μια τιμή αναφοράς «εκτός χώρας». Ωστόσο, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά τον καθορισμό της ακριβέστερης και καταλληλότερης τιμής αναφοράς που έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, η Επιτροπή δεν χρησιμοποίησε τιμές αναφοράς «εκτός χώρας» όπως αυτές που υπάρχουν στη Μαλαισία ή στην Ευρώπη, όπως η τιμή CIF στο Ρότερνταμ. Χρησιμοποιήθηκαν οι τιμές εξαγωγής της Ινδονησίας αφενός διότι είναι της Ινδονησίας (και υπό την έννοια αυτή είναι τιμές εντός χώρας) και, αφετέρου, διότι αντιπροσωπεύουν μια αξιόπιστη βάση της αγοράς για σκοπούς σύγκρισης. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(183)

Η Επιτροπή επιβεβαίωσε, επομένως, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε στην αιτιολογική σκέψη 172.

3.2.5.   Ατομικός χαρακτήρας

(184)

Μετά την κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τον ατομικό χαρακτήρα του προγράμματος. Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Ινδονησίας, μια επιδότηση έχει ατομικό χαρακτήρα αν αφορά μόνο έναν κλάδο παραγωγής.

(185)

Η Επιτροπή διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτόν. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η ειδική ομάδα στην υπόθεση ΗΠΑ-Upland Cotton εξήγησε τα εξής: «Σύμφωνα με το κείμενο του άρθρου 2 της συμφωνίας ΕΑΠ, μια επιδότηση έχει ατομικό χαρακτήρα αν αφορά ειδικά μια επιχείρηση ή κλάδο παραγωγής ή ομάδα επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής (αναφέρονται στη συμφωνία ΕΑΜ ως ορισμένες επιχειρήσεις ) εντός της δικαιοδοσίας της αρμόδιας για τη χορήγηση της επιδότησης αρχής.[…]». Η ειδική ομάδα εξήγησε περαιτέρω ότι «[…] ο ατομικός χαρακτήρας εκτείνεται σε μια ομάδα κλάδων παραγωγής διότι οι λέξεις « ορισμένες επιχειρήσεις » ορίζονται με ευρύ τρόπο στην αρχή του άρθρου 2.1 ως επιχείρηση ή κλάδος παραγωγής ή ομάδα επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής». (25)

(186)

Το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο στην υπόθεση ΗΠΑ – Δασμοί αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικοί δασμοί (Κίνα) εξέτασε την έννοια του όρου «ορισμένες επιχειρήσεις» στο άρθρο 2: «Επιπλέον, μια επιδότηση έχει ατομικό χαρακτήρα βάσει του άρθρου 2.1 (a) της συμφωνίας ΕΑΜ όταν βάσει του ρητού περιορισμού παρέχεται πρόσβαση στη συγκεκριμένη επιδότηση σε ορισμένες επιχειρήσεις . Η εισαγωγική φράση του άρθρου 2.1 ορίζει ότι ο όρος ορισμένες επιχειρήσεις αναφέρεται σε μια επιχείρηση ή κλάδο παραγωγής ή ομάδα επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής . Επισημάνουμε καταρχάς ότι η λέξη ορισμένος(-οι) ορίζεται ως [γ]νωστός(-οί) και συγκεκριμένος(-οι), αλλά όχι ρητά προσδιοριζόμενος(-οι): (σε ενικό αριθμό) ένας συγκεκριμένος, (σε πληθυντικό αριθμό) μερικοί συγκεκριμένοι . Η λέξη ομάδα , με τη σειρά της, ορίζεται συνήθως ως ένας αριθμός ατόμων ή πραγμάτων που θεωρείται ότι απαρτίζουν μια ενότητα ή ένα σύνολο λόγω αμοιβαίας ή κοινής σχέσης ή σκοπού, ή ταξινομούνται μαζί λόγω ενός βαθμού ομοιότητας . Όσον αφορά τα ουσιαστικά που χαρακτηρίζονται με τις λέξεις ορισμένες/-οι και ομάδα , βλέπουμε ότι η επιχείρηση μπορεί να οριστεί ως επιχείρηση, εταιρεία , ενώ ο όρος κλάδος παραγωγής σημαίνει μια συγκεκριμένη μορφή ή κλάδο παραγωγικής εργασίας, εμπορίου, κατασκευής . Επισημαίνουμε ότι η ειδική ομάδα στην υπόθεση ΗΠΑ-Upland Cotton έκρινε ότι ένας κλάδος παραγωγής ή μια ομάδα ‘κλάδων παραγωγής’ μπορεί εν γένει να ορίζεται με βάση τον τύπο προϊόντων που παράγει · ότι η έννοια του ‘κλάδου παραγωγής’ αφορά τους παραγωγούς ορισμένων προϊόντων · και ότι το εύρος αυτής της έννοιας του ‘κλάδου παραγωγής” μπορεί να εξαρτάται από διάφορους παράγοντες σε μια δεδομένη υπόθεση . Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο όρος ορισμένες επιχειρήσεις αναφέρεται σε μία μόνο επιχείρηση ή κλάδο παραγωγής ή σε μία ομάδα επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής που είναι γνωστοί και συγκεκριμένοι. Ωστόσο, συμφωνούμε με την Κίνα ότι η έννοια αυτή περιβάλλεται από μια σχετική απροσδιοριστία , ενώ παράλληλα συμφωνούμε με την ειδική ομάδα στην υπόθεση ΗΠΑ – Upland Cotton ότι οποιοσδήποτε προσδιορισμός του αν ένας αριθμός επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής συνιστούν ορισμένες επιχειρήσεις μπορεί να πραγματοποιείται μόνο κατά περίπτωση». (26)

(187)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά τη νομολογία του ΠΟΕ, μια επιδότηση δεν απαιτείται να αφορά έναν κλάδο παραγωγής προκειμένου να έχει ατομικό χαρακτήρα·αντιθέτως, μπορεί επίσης να αφορά «μια ομάδα επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής που είναι γνωστοί και συγκεκριμένοι». Στην παρούσα υπόθεση, στην αιτιολογική σκέψη 202 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δέσμη μέτρων έχει ατομικό χαρακτήρα διότι ωφελεί τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αλυσίδα αξίας του φοινικέλαιου. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή –σύμφωνα με τη νομολογία του ΠΟΕ– κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δέσμη μέτρων έχει ατομικό χαρακτήρα διότι αφορά «μια ομάδα επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής που είναι γνωστοί και συγκεκριμένοι». Συνεπώς, ο ισχυρισμός της κυβέρνησης της Ινδονησίας απορρίπτεται.

3.3.   Στήριξη του Δημοσίου προς τον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ μέσω της απαλλαγής από εισαγωγικούς δασμούς για εισαγόμενα μηχανήματα σε ελεγχόμενες ζώνες

(188)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 237 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, η Επιτροπή υπολόγισε το όφελος που προσπορίστηκαν οι παραγωγοί-εξαγωγείς από την απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς για εισαγόμενα μηχανήματα ως το συνολικό ποσό των μη καταβληθέντων δασμών, που αντιστοιχεί στην περίοδο έρευνας, βάσει της ωφέλιμης ζωής των υποκείμενων στοιχείων ενεργητικού. Οι παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι, κατά τον υπολογισμό των οφελών που προέκυψαν από την απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς για εισαγόμενα μηχανήματα, η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει κατανείμει τα εισπραχθέντα ποσά στον συνολικό κύκλο εργασιών των σχετικών εταιρειών και όχι μόνο στον κύκλο εργασιών του υπό εξέταση προϊόντος. Οι παραγωγοί-εξαγωγείς εξήγησαν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο κατάλογος των μηχανημάτων που εισάγονται χωρίς δασμούς δεν περιλαμβάνει μόνο μηχανήματα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοντίζελ, αλλά και για άλλα προϊόντα.

(189)

Εν προκειμένω, ήδη στο ερωτηματολόγιο προς τους παραγωγούς-εξαγωγείς η Επιτροπή ζήτησε από τις εταιρείες να παράσχουν κατάλογο των μηχανημάτων και να αναφέρουν τη χρήση τους. Η Επιτροπή επισήμανε ότι κανένας από τους παραγωγούς-εξαγωγείς δεν έθεσε το ζήτημα ενδεχόμενης διπλής χρήσης συγκεκριμένων μηχανημάτων πριν από τον επιτόπιο έλεγχο, σε στιγμή κατά την οποία θα ήταν δυνατή η επαλήθευση των πληροφοριών. Δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί, o ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(190)

Όσον αφορά τις εισαγωγές μηχανημάτων σε ελεγχόμενες ζώνες, κατόπιν της δημοσίευσης του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από το EBB σχετικά με τη μερική συνεργασία της Wilmar εν προκειμένω. Το EBB υπενθύμισε το γεγονός ότι η Wilmar δεν αποκάλυψε το ύψος των επιδοτήσεων που έλαβε στο πλαίσιο του καθεστώτος επιδοτήσεων ελεγχόμενων ζωνών. Επιπλέον, το EBB επισήμανε ότι ο προσωρινός δασμός που επιβλήθηκε στη Wilmar δεν αποτελεί τον υψηλότερο συντελεστή δασμού μεταξύ των προσωρινών δασμών που επιβάλλονται για το συγκεκριμένο καθεστώς.

(191)

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι, λόγω της μερικής έλλειψης συνεργασίας όσον αφορά τα δεδομένα σχετικά με τις ελεγχόμενες ζώνες, η Επιτροπή εφάρμοσε εν προκειμένω στη Wilmar τα διαθέσιμα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 28 του βασικού κανονισμού.

(192)

Μετά την κοινοποίηση των οριστικών πορισμάτων, η PT Ciliandra Perkasa ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή έσφαλε απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της σύμφωνα με τον οποίο η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει κατανείμει τα εισπραχθέντα ποσά στον συνολικό κύκλο εργασιών των σχετικών εταιρειών και όχι μόνο στον κύκλο εργασιών του υπό εξέταση προϊόντος. Σύμφωνα με την PT Ciliandra Perkasa, αυτό οφείλεται στο ότι η Επιτροπή μπορούσε να μαντέψει από τον παρεχόμενο κατάλογο αν κάθε επιμέρους μηχάνημα χρησιμοποιείται μόνο για βιοντίζελ ή έχει διπλή χρήση.

(193)

Η Επιτροπή επισήμανε στην αιτιολογική σκέψη 189 ότι κανένας από τους παραγωγούς-εξαγωγείς, συμπεριλαμβανομένης της PT Ciliandra Perkasa, δεν έθεσε το ζήτημα ενδεχόμενης διπλής χρήσης συγκεκριμένων μηχανημάτων πριν από τον επιτόπιο έλεγχο, σε στιγμή κατά την οποία θα ήταν δυνατή η επαλήθευση των πληροφοριών. Δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί, o ισχυρισμός απορρίφθηκε.

3.4.   Γενική παρατήρηση σχετικά με τη χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία για τους υπολογισμούς των επιδοτήσεων

(194)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων, η Wilmar υποστήριξε ότι ο υπολογισμός του ύψους της επιδότησης από την Επιτροπή ήταν εσφαλμένος διότι πραγματοποιήθηκε μέσω κατανομών στον κύκλο εργασιών. Η Wilmar ισχυρίζεται ότι, βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει υπολογίσει το ύψος της επιδότησης ανά μονάδα του προϊόντος που επιδοτείται αντί για κάθε πρόγραμμα.

(195)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν χορηγήθηκε καμία επιδότηση με βάση τις κατασκευασθείσες, παραχθείσες, εξαχθείσες ή μεταφερθείσες ποσότητες. Ως εκ τούτου, το ύψος της συνολικής επιδότησης κατανεμήθηκε στον σχετικό κύκλο εργασιών πωλήσεων των εταιρειών του ομίλου Wilmar σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, το οποίο έχει ως εξής: «Όταν η επιδότηση χορηγείται ανεξάρτητα από τις κατασκευασθείσες, παραχθείσες, εξαχθείσες ή μεταφερθείσες ποσότητες, το ύψος της αντισταθμίσιμης επιδότησης καθορίζεται με προσήκουσα κατανομή της αξίας της συνολικής επιδότησης σε συνάρτηση με το επίπεδο της παραγωγής, των πωλήσεων ή των εξαγωγών του συγκεκριμένου προϊόντος κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας».

(196)

Δεδομένου ότι καμία από τις επιδοτήσεις αυτές δεν χορηγείται με βάση τις κατασκευασθείσες, παραχθείσες, εξαχθείσες ή μεταφερθείσες ποσότητες, ο σχετικός κύκλος εργασιών πωλήσεων της εταιρείας είναι ο πλέον κατάλληλος παρονομαστής. Εν προκειμένω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο σχετικός κύκλος εργασιών έχει προσδιοριστεί κατά τρόπο ώστε να διασφαλιστεί ότι αντικατοπτρίζει όσο το δυνατόν περισσότερο την αξία των πωλήσεων των προϊόντων που πωλούνται από την αποδέκτρια εταιρεία. Οποιαδήποτε άλλη προτεινόμενη μεθοδολογία για τον υπολογισμό του ύψους της αντισταθμίσιμης επιδότησης θα αντέβαινε στις σχετικές διατάξεις του βασικού κανονισμού (άρθρα 7 και 15) και στη διοικητική πρακτική την οποία ακολουθεί η Επιτροπή στις οικείες διαδικασίες κατά των επιδοτήσεων στο πλαίσιο της επιλογής του κατάλληλου αριθμητή/παρονομαστή για την κατανομή του ύψους της αντισταθμίσιμης επιδότησης. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της Wilmar απορρίπτεται.

3.5.   Συμπέρασμα σχετικά με τις επιδοτήσεις

(197)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την κατάσταση της στήριξης προς τον κλάδο παραγωγής βιοντίζελ με την άμεση μεταφορά κεφαλαίων μέσω του ταμείου OPPF, καθώς και μέσω της παροχής ακατέργαστου φοινικέλαιου έναντι τιμήματος μικρότερου από το κανονικό. Ειδικότερα, η κυβέρνηση της Ινδονησίας παρατήρησε ότι το ταμείο OPPF είχε σταματήσει την καταβολή κεφαλαίων στους εξαγωγείς βιοντίζελ τον Σεπτέμβριο του 2018 και ότι η εισφορά κατά την εξαγωγή ακατέργαστου φοινικέλαιου ήταν μηδενική από τις 4 Δεκεμβρίου 2018.

(198)

Σε απάντηση, η Επιτροπή επισήμανε ότι και τα δύο προγράμματα εξακολουθούν να ισχύουν και ότι δεν έχουν καταργηθεί επισήμως. Δεδομένου του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν, τα οφέλη που προκύπτουν από αυτά για τους παραγωγούς-εξαγωγείς θα συνεχιστούν και στο μέλλον. Οι πληρωμές από το ταμείο OPPF σταμάτησαν λόγω της διαφοράς μεταξύ της τιμής αναφοράς του ορυκτού ντίζελ και της τιμής αναφοράς του βιοντίζελ, και όχι λόγω της κατάργησης του προγράμματος. Επιπλέον, οι πληρωμές από το ταμείο OPPF στους παραγωγούς βιοντίζελ ξανάρχισαν τον Δεκέμβριο του 2018. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 15 παράγραφος 1 και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν.

(199)

Τα οριστικά ποσοστά επιδότησης όσον αφορά τη δέσμη μέτρων που περιγράφονται ανωτέρω, εκφρασμένα ως ποσοστό της τιμής CIF στα σύνορα της Ένωσης, πριν από την καταβολή δασμού, είναι τα εξής:

Πίνακας 1

Οριστικά ποσοστά επιδότησης

Εταιρεία

Οριστικό ποσοστό επιδότησης

PT Ciliandra Perkasa

8,0 %

PT Intibenua Perkasatama και PT Musim Mas (όμιλος Musim Mas)

16,3 %

PT Pelita Agung Agrindustri και PT Permata Hijau Palm Oleo (όμιλος Permata)

18,0 %

PT Wilmar Nabati Indonesia και PT Wilmar Bioenergi Indonesia (όμιλος Wilmar)

15,7 %

Όλες οι άλλες εταιρείες

18,0 %

4.   ΖΗΜΙΑ

4.1.   Ορισμός του ενωσιακού κλάδου παραγωγής και της ενωσιακής παραγωγής

(200)

Μετά τη δημοσίευση του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, ο Ινδονήσιος παραγωγός-εξαγωγέας Wilmar ζήτησε να μάθει αν η Masol, ένας Ισπανός παραγωγός βιοντίζελ και μέρος του δείγματος, ήταν νομίμως μέλος του ενωσιακού κλάδου παραγωγής δεδομένης της σχέσης του με τον όμιλο Musim Mas, Ινδονήσιο παραγωγό-εξαγωγέα, και του γεγονότος ότι η εταιρεία αγοράζει βιοντίζελ και παράλληλα το παρασκευάζει στην Ένωση.

(201)

Η Επιτροπή θεώρησε ότι η Masol εμπίπτει στον ορισμό του ενωσιακού κλάδου παραγωγής δεδομένου ότι παράγει βιοντίζελ στις εγκαταστάσεις της στην Ένωση. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί (αλλά δεν υποχρεούται) να συμπεριλάβει ενωσιακούς παραγωγούς στον ορισμό του κλάδου παραγωγής ακόμη και όταν εισάγουν επίσης το υπό εξέταση προϊόν. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε ότι το επίκεντρο των οικονομικών δραστηριοτήτων της Masol βρίσκεται επίσης στην Ένωση καθώς η παραγωγή της στην Ένωση υπερβαίνει κατά πολύ τις αγορές βιοντίζελ από την Ινδονησία ή αλλού.

(202)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η Wilmar ζήτησε εκ νέου να ενημερωθεί σχετικά με το αν η Masol θα έπρεπε να εξαιρεθεί από τον ορισμό του ενωσιακού κλάδου παραγωγής, δεδομένου ότι είναι κατά πλήρη ιδιοκτησία θυγατρική του ομίλου Musim Mas που είναι παραγωγός-εξαγωγέας.

(203)

Η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα αυτό αλλά έκρινε ότι η Masol εξακολουθούσε να αποτελεί μέρος του ενωσιακού κλάδου παραγωγής ως ενωσιακός παραγωγός βιοντίζελ. Η ιδιοκτησία αυτής της εταιρείας αποτελεί ένα μόνο από τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη εν προκειμένω και δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή στο καθεστώς αυτής ως ενωσιακού παραγωγού στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου του σημαντικού μεριδίου της παραγωγής της στην Ένωση.

(204)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων, η Wilmar διατύπωσε επίσης παρατηρήσεις σχετικά με το επίπεδο της ενωσιακής παραγωγής στον πίνακα 3 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, επισημαίνοντας ότι εάν η παραγωγή είχε αυξηθεί κατά το ίδιο ποσοστό με την κατανάλωση (33 %) από το 2015 έως την περίοδο έρευνας, τότε η παραγωγή κατά την περίοδο έρευνας θα είχε υπερβεί την κατανάλωση κατά την ίδια περίοδο.

(205)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι η σύγκριση αυτή βασίζεται σε στρογγυλοποίηση, καθώς η ακριβής αύξηση της κατανάλωσης ήταν 32,58 % κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Η παραγωγή ήταν χαμηλότερη από την ενωσιακή κατανάλωση το 2015. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν οι δύο αριθμοί αυξάνονται κατά το ίδιο ποσοστό, είναι μαθηματικά αδύνατο ο αρχικά χαμηλότερος αριθμός (η παραγωγή) να υπερβεί τον αρχικά υψηλότερο αριθμό (την κατανάλωση) εάν και οι δύο αριθμοί αυξάνονται με μαθηματικά ορθό τρόπο κατά το ίδιο ποσοστό.

(206)

Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι η δήλωση που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 269 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, στην οποία σημειώνεται ότι η παραγωγή του ενωσιακού κλάδου παραγωγής δεν ανταποκρίθηκε στη ζήτηση, είναι αντικειμενικά ορθή. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή επισήμανε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής διέθετε την απαιτούμενη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα για να αυξήσει την παραγωγή του και να ανταποκριθεί στην αύξηση του επιπέδου κατανάλωσης, κάτι που δεν κατόρθωσε λόγω των επιδοτούμενων εισαγωγών βιοντίζελ.

(207)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η Wilmar διατύπωσε εκ νέου την ίδια παρατήρηση, επισημαίνοντας ότι η ενωσιακή παραγωγή αντιστοιχούσε σχεδόν στο 100 % της ενωσιακής κατανάλωσης το 2015 και ότι, ως εκ τούτου, εάν η Επιτροπή ανέμενε ότι η παραγωγή θα αυξανόταν συμβαδίζοντας πλήρως με την κατανάλωση, τότε ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής θα μονοπωλούσε πράγματι ολόκληρη την κατανάλωση της ΕΕ.

(208)

Ωστόσο, στην αιτιολογική σκέψη 269 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αναφέρεται απλώς ότι η ενωσιακή παραγωγή δεν ανταποκρίθηκε στην ενωσιακή ζήτηση και ότι η διαφορά ήταν οι εισαγωγές βιοντίζελ στην Ένωση. Η δήλωση αυτή παραμένει αντικειμενικά ορθή. Είναι επίσης αντικειμενικά ανακριβές να μιλά κανείς για μονοπώλιο του ενωσιακού κλάδου παραγωγής. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 264 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής αποτελείται από περισσότερους από 200 παραγωγούς, οι οποίοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους στην αγορά της Ένωσης. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να μιλά κανείς για πιθανό μονοπώλιο του ενωσιακού κλάδου παραγωγής στην παρούσα υπόθεση.

(209)

Εφόσον δεν υποβλήθηκαν άλλες παρατηρήσεις σχετικά με τον ορισμό του ενωσιακού κλάδου παραγωγής και της ενωσιακής παραγωγής, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά της που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 264 έως 269 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.2.   Ενωσιακή κατανάλωση

(210)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων, ο Ινδονήσιος παραγωγός-εξαγωγέας Wilmar επισήμανε ότι, κατά την ανάλυση της ενωσιακής κατανάλωσης, η Επιτροπή δεν έκανε αναφορά στη δεύτερη οδηγία RED (27) («RED II») ούτε στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό της Επιτροπής (28) που αφορά τις πρώτες ύλες υψηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης.

(211)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι τα δύο αυτά έγγραφα αφορούν τη μελλοντική και όχι την παρελθούσα κατανάλωση και αποτελούν συνέχεια της ενωσιακής πολιτικής η οποία συνίσταται στην ενθάρρυνση της χρήσης βιοντίζελ σε κινητήρες ντίζελ, καθώς και ότι η άποψη της Wilmar, βάσει της οποίας αυτές οι νομοθετικές πράξεις ενδέχεται να περιορίσουν σημαντικά την κατανάλωση μεθυλεστέρα φοινικέλαιου, ουδόλως σχετίζεται με τη συνολική ενωσιακή κατανάλωση βιοντίζελ.

(212)

Επιπλέον, η Wilmar επιβεβαίωσε στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων ότι η κατανάλωση μεθυλεστέρα φοινικέλαιου μπορεί να παραμείνει στα επίπεδα του 2019 έως το τέλος του 2023 (29). Μόνο μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2023 θα μειωθεί η κατανάλωση πρώτων υλών υψηλού κινδύνου αλλαγής της χρήσης γης.

(213)

Επιπλέον, σημαντικό μέρος του μεθυλεστέρα φοινικέλαιου παράγεται επί του παρόντος από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής. Οι εισαγωγές της Ινδονησίας μπορεί να συνεχίσουν να αυξάνονται μεσοπρόθεσμα μέσω της αντικατάστασης του μεθυλεστέρα φοινικέλαιου που παράγεται επί του παρόντος από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

(214)

Ελλείψει παρατηρήσεων όσον αφορά την ενωσιακή κατανάλωση, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά της που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 270 έως 278 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.3.   Εισαγωγές από την Ινδονησία και υποτιμολόγηση

(215)

Όσον αφορά τον όγκο και το μερίδιο αγοράς των εισαγωγών από την Ινδονησία, μετά τη δημοσίευση του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις σχετικά με τον όγκο των εισαγωγών από την Ινδονησία κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου από Ινδονήσιους εξαγωγείς, την Gunvor (έναν μη συνδεδεμένο έμπορο βιοντίζελ) και την κυβέρνηση της Ινδονησίας.

(216)

Στις παρατηρήσεις διατυπωνόταν ότι η ανάλυση των εισαγωγών από την Ινδονησία ήταν εσφαλμένη διότι δεν κάλυπτε την περίοδο 2010-2012, δηλαδή πριν από την επιβολή των δασμών αντιντάμπινγκ το 2013.

(217)

Η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές, αλλά στις αιτιολογικές σκέψεις 279 έως 282 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού περιγράφονται ορθά οι όγκοι εισαγωγών από την Ινδονησία και η Επιτροπή καθιστά σαφές στις αιτιολογικές σκέψεις 281 και 282 το αποτέλεσμα των δασμών αντιντάμπινγκ που ήταν σε ισχύ.

(218)

Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι η εξεταζόμενη περίοδος ξεκινά το 2015 και, ως εκ τούτου, η ανάλυση του όγκου των εισαγωγών από την Ινδονησία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αναδρομικά για την περίοδο 2010-2012 χωρίς να θιγεί η συνοχή με την εξεταζόμενη περίοδο στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας. Η διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου στην παρούσα υπόθεση είναι η συνήθης χρονική περίοδος που χρησιμοποιείται για τέτοιου είδους έρευνες. Σε κάθε περίπτωση, από την εξέταση των όγκων εισαγωγών από την Ινδονησία όπως προσδιορίστηκαν στην έρευνα αντιντάμπινγκ που ολοκληρώθηκε το 2013, προκύπτει ότι οι όγκοι των εισαγωγών από την Ινδονησία την περίοδο 2010-2011 ήταν παρόμοιοι με τους υφιστάμενους όγκους κατά τη διάρκεια της τρέχουσας περιόδου έρευνας, καθώς και με τους αναμενόμενους όγκους στο εγγύς μέλλον, εάν δεν επιβληθούν μέτρα (30).

(219)

Η Gunvor παρατήρησε επίσης ότι κατά την εκτίμηση των εισαγωγών μόνο από την Ινδονησία δεν λήφθηκε υπόψη το επίπεδο των εισαγωγών από την Αργεντινή κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας. Ωστόσο, η ανάλυση αυτή πραγματοποιήθηκε στο τμήμα 6 περί αιτιώδους συνάφειας του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, στις αιτιολογικές σκέψεις 368 έως 370.

(220)

Όσον αφορά την υποτιμολόγηση, η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων από τους Ινδονήσιους παραγωγούς-εξαγωγείς και την κυβέρνηση της Ινδονησίας, βάσει των οποίων οι υπολογισμοί της υποτιμολόγησης έχρηζαν προσαρμογών ή περαιτέρω διευκρινίσεων.

(221)

Στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού εκτίθενται τρεις μέθοδοι υπολογισμού της υποτιμολόγησης μεταξύ των εισαγωγών βιοντίζελ από την Ινδονησία και των πωλήσεων βιοντίζελ στην ενωσιακή αγορά. Η Επιτροπή θα αποσαφηνίσει περαιτέρω τις τρεις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν στην παρούσα υπόθεση για τη διαπίστωση της ύπαρξης σημαντικής υποτιμολόγησης βάσει των στοιχείων που αφορούν τους παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος.

(222)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με τις τρεις μεθόδους της Επιτροπής για τον υπολογισμό της υποτιμολόγησης και ανέφερε ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη διάφορες δικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

(223)

Η Επιτροπή διαφωνεί. Οι τρεις μέθοδοι που παρουσιάζονται κατωτέρω αναλύουν λεπτομερώς την υποτιμολόγηση των τιμών της Ένωσης λόγω των εισαγωγών βιοντίζελ από την Ινδονησία· και οι τρεις μέθοδοι οδηγούν σε διαπίστωση υποτιμολόγησης.

(224)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας διατύπωσε επίσης ορισμένα γενικά σχόλια σχετικά με την υποτιμολόγηση, τα οποία εξετάζονται στην παρούσα ενότητα.

(225)

Πρώτον, η κυβέρνηση της Ινδονησίας συνέκρινε τον μεθυλεστέρα φοινικέλαιου με τον μεθυλεστέρα ελαιοκράμβης και επισήμανε ότι έχουν διαφορετικές φυσικές ιδιότητες (ο ένας έχει CFPP +13C και ο άλλος -14C) και τιμές.

(226)

Η Επιτροπή συμφωνεί με την κυβέρνηση της Ινδονησίας και για τον λόγο αυτόν δεν έχει πραγματοποιήσει άμεση σύγκριση μεταξύ των πωλήσεων μεθυλεστέρα φοινικέλαιου και μεθυλεστέρα ελαιοκράμβης.

(227)

Δεύτερον, η κυβέρνηση της Ινδονησίας παραθέτει την αιτιολογική σκέψη 290 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, στην οποία αναφέρεται ότι ο μεθυλεστέρας φοινικέλαιου κατά κανόνα δεν χρησιμοποιείται στην καθαρή του μορφή αλλά αναμειγνύεται συνήθως με άλλα βιοκαύσιμα για την παραγωγή ενός μείγματος με χαμηλότερο CFPP.

(228)

Διευκρινίζεται ότι το γεγονός ότι ο μεθυλεστέρας φοινικέλαιου αναμειγνύεται συνήθως με άλλα βιοκαύσιμα δεν σημαίνει ότι ο εν λόγω μεθυλεστέρας δεν αναμειγνύεται απευθείας με ορυκτό ντίζελ. Από ανάλυση των πωλήσεων των ενωσιακών παραγωγών του δείγματος προέκυψαν σημαντικές πωλήσεις καθαρού μεθυλεστέρα φοινικέλαιου απευθείας σε διυλιστήρια ορυκτού ντίζελ, που θα είναι σε άμεσο ανταγωνισμό με τις εισαγωγές καθαρού μεθυλεστέρα φοινικέλαιου από την Ινδονησία.

4.3.1.   Γενικές παρατηρήσεις σχετικά με την αγορά βιοντίζελ της ΕΕ

(229)

Το βιοντίζελ είναι ένα ομοιογενές προϊόν με μία κυρίαρχη χρήση, συγκεκριμένα ως καύσιμο σε κινητήρες ντίζελ. Παράγεται από διάφορες μη ορυκτές πρώτες ύλες. Ανάλογα με την πρώτη ύλη, υπάρχουν ορισμένες διαφορές στις φυσικές ιδιότητες, και συγκεκριμένα στο CFPP. Η αγορά συχνά περιγράφει το βιοντίζελ με ένα συγκεκριμένο CFPP ως FAMEX (31), όπως FAME0 για το βιοντίζελ με CFPP 0 °C ή FAME5 για το βιοντίζελ με CFPP 5 °C.

(230)

Οι περισσότεροι τύποι βιοντίζελ, συμπεριλαμβανομένου του μεθυλεστέρα φοινικέλαιου, πωλούνται είτε στην καθαρή τους μορφή είτε ως μείγματα με άλλους τύπους βιοντίζελ. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «μείγμα» αναφέρεται σε ένα μείγμα που αποτελείται από διάφορους τύπους βιοντίζελ, αλλά όχι ορυκτό ντίζελ. Αυτό δεν θα πρέπει να συγχέεται με το «μείγμα» που πωλείται συνήθως στην αντλία, το οποίο στην Ένωση για παράδειγμα αποτελείται συνήθως από έως 10 % βιοντίζελ και τουλάχιστον 90 % ορυκτό ντίζελ.

(231)

Η ζήτηση βιοντίζελ καθοδηγείται από δύο βασικούς παράγοντες: την κατανάλωση καυσίμου ντίζελ και την περιεκτικότητα του καυσίμου αυτού σε βιοντίζελ. Η τιμή του βιοντίζελ δεν έχει αξιοσημείωτο αντίκτυπο σε κανέναν από αυτούς τους παράγοντες, ειδικότερα λόγω του περιορισμένου αντίκτυπου της τιμής του βιοντίζελ στην τιμή του καυσίμου ντίζελ στην αντλία.

(232)

Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με πολλά άλλα προϊόντα, η ζήτηση βιοντίζελ είναι ανελαστική από την άποψη των τιμών. Η χαμηλή τιμή του βιοντίζελ δεν οδηγεί συνήθως σε αυξημένη κατανάλωση στην αγορά βιοντίζελ. Ο ανταγωνισμός τιμών στην αγορά βιοντίζελ είναι, επομένως, ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, στο πλαίσιο του οποίου τις ποσότητες που κερδίζει ένας φορέας της αγοράς τις χάνουν στο ίδιο επίπεδο άλλοι φορείς της αγοράς.

(233)

Ως εκ τούτου, με σταθερή ζήτηση, η αύξηση των εισαγόμενων ποσοτήτων επιδοτούμενου βιοντίζελ, σε χαμηλές τιμές, θα έχει αντίκτυπο στο ισοζύγιο προσφοράς/ζήτησης, με αποτέλεσμα να υπάρξει υπερπροσφορά στο σύνολο της αγοράς βιοντίζελ. Σε μια κατάσταση υπερπροσφοράς στην αγορά βιοντίζελ συνολικά, η διαθεσιμότητα φθηνότερης επιλογής, όπως οι επιδοτούμενες εισαγωγές, θα ασκήσει καθοδικές πιέσεις και στις τιμές στην αγορά βιοντίζελ στο σύνολό της, με αποτέλεσμα να επηρεαστούν αρνητικά όλοι οι παραγωγοί βιοντίζελ, ανεξάρτητα από τις χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες.

4.3.2.   Μέθοδος 1 — Σύγκριση των εισαγωγών μεθυλεστέρα φοινικέλαιου με τον μεθυλεστέρα φοινικέλαιου που παράγεται στην ΕΕ

(234)

Στο πλαίσιο της πρώτης μεθόδου, που περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 292 έως 295 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, πραγματοποιήθηκε σύγκριση των εισαγωγών μεθυλεστέρα φοινικέλαιου από την Ινδονησία με τις πωλήσεις μεθυλεστέρα φοινικέλαιου που παράγεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα περιθώρια υποτιμολόγησης κυμαίνονταν από 6,0 % έως 11,6 %.

(235)

Για να αποσαφηνιστεί ο υπολογισμός, κατόπιν αιτήματος των μερών που υπέβαλαν παρατηρήσεις, πραγματοποιήθηκε ακριβής σύγκριση μεταξύ μεθυλεστέρα φοινικέλαιου με σημείο απόφραξης ψυχρού φίλτρου («CFPP») + 13 από την Ινδονησία και μεθυλεστέρα φοινικέλαιου με CFPP +10 από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής (32). Ο πωλούμενος μεθυλεστέρας φοινικέλαιου με CFPP +10 δεν αναμείχθηκε για την εξασφάλιση του συγκεκριμένου CFPP· στο βιοντίζελ προστέθηκε πρόσθετο με κόστος μικρότερο από 1 EUR ανά μετρικό τόνο, ήτοι μόνο της τάξης του 0,1 % περίπου του κόστους παραγωγής. Η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι απαιτείται προσαρμογή για το συγκεκριμένο πρόσθετο καθώς δεν θα είχε αντίκτυπο στους υπολογισμούς.

(236)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων, η Wilmar παρατήρησε ότι στην αιτιολογική σκέψη 287 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού η Επιτροπή θα έπρεπε να εξηγήσει περαιτέρω με ποιον τρόπο έλαβε υπόψη το ειδικό γερμανικό σύστημα του «διπλού υπολογισμού».

(237)

Προς αποσαφήνιση της μεθοδολογίας, η Γερμανία έχει θέσει υποχρεωτικούς στόχους για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, τους οποίους πρέπει να εκπληρώνουν οι πετρελαϊκές εταιρείες. Ως αποτέλεσμα, οι συναλλαγές με χαμηλά επίπεδα εκπομπών CO2 τυγχάνουν πριμοδότησης τιμής. Οι συναλλαγές πωλήσεων για τη γερμανική αγορά προσδιορίστηκαν με χρήση του δείκτη «2» στον PCN κατά περίπτωση (εκπομπές κάτω των 9g/MJ), ώστε η Επιτροπή να μπορέσει να συγκρίνει τις συναλλαγές αυτές με τις ισοδύναμες εισαγωγές από την Ινδονησία σε άλλα κράτη μέλη στα οποία εφαρμόζεται σύστημα διπλού υπολογισμού.

(238)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι, όπως εκτίθεται στην αιτιολογική σκέψη 288 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, οι εισαγωγές από την Ινδονησία χωρίς πιστοποιητικό RED συγκρίθηκαν με τις πωλήσεις του ενωσιακού κλάδου παραγωγής με πιστοποιητικό RED. Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων, ο παραγωγός-εξαγωγέας Wilmar και η κυβέρνηση της Ινδονησίας ανέφεραν ότι το βιοντίζελ χωρίς πιστοποιητικό RED ήταν φθηνότερο από το βιοντίζελ με πιστοποιητικό RED και ζήτησαν προσαρμογή.

(239)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι τα μέρη αυτά δεν αμφισβήτησαν ότι το προϊόν αυτό ήταν πανομοιότυπο με τον μεθυλεστέρα φοινικέλαιου που πωλείται με πιστοποιητικό RED και δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το προϊόν αυτό δεν βρίσκεται σε άμεσο ανταγωνισμό με τον μεθυλεστέρα φοινικέλαιου που παράγεται από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν απαιτείτο προσαρμογή για τη διαφορά τιμής, ειδικότερα αφού δεν υποβλήθηκαν αδιάσειστα στοιχεία σχετικά με αυτή τη διαφορά τιμής κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας.

(240)

Συνεπώς, η Επιτροπή εξακολούθησε να θεωρεί ότι η μέθοδος αυτή δείχνει με ακρίβεια την υποτιμολόγηση που οφείλεται στον τύπο βιοντίζελ που εισάγεται από την Ινδονησία. Σε κάθε περίπτωση, το περιθώριο υποτιμολόγησης που προσδιορίστηκε για τα προϊόντα χωρίς πιστοποιητικό RED υπερβαίνει σημαντικά την επικαλούμενη από τη Wilmar διαφορά τιμής. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν είχε χορηγηθεί η προσαρμογή την οποία επικαλείται η Wilmar, ο αντίκτυπος αυτής θα ήταν μέτριος και θα εξακολουθούσε να υπάρχει σημαντική υποτιμολόγηση για τις εισαγωγές από την Ινδονησία.

(241)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας και η Wilmar ζήτησαν αμφότερες να πραγματοποιηθεί προσαρμογή προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διαφορά τιμής μεταξύ του βιοντίζελ CFPP10 και του βιοντίζελ CFPP13.

(242)

Η Επιτροπή δεν διαπίστωσε τέτοια διαφορά τιμής, ενώ ούτε η κυβέρνηση της Ινδονησίας ούτε η Wilmar υπέβαλαν κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει την ύπαρξη διαφοράς τιμής. Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το βιοντίζελ προσφερόταν στις αγορές ως καθαρός μεθυλεστέρας ελαιοκράμβης, FAME0 και καθαρός μεθυλεστέρας φοινικέλαιου. Στις προσφερόμενες τιμές για τον καθαρό μεθυλεστέρα φοινικέλαιου δεν γινόταν αναφορά στο πραγματικό CFPP του προϊόντος, αλλά μόνο στον μεθυλεστέρα φοινικέλαιου, στοιχείο που ενισχύει το επιχείρημα της Επιτροπής ότι όλα τα είδη μεθυλεστέρα φοινικέλαιου πωλούνται σε παρόμοιες τιμές ανεξάρτητα από το ακριβές CFPP. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε.

(243)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η Επιτροπή έλαβε νέο αίτημα από τη Wilmar και την κυβέρνηση της Ινδονησίας για προσαρμογή της τιμής προκειμένου να γίνει σύγκριση των εισαγωγών μεθυλεστέρα φοινικέλαιου χωρίς πιστοποιητικό RED με την παραγωγή μεθυλεστέρα φοινικέλαιου στην Ένωση με πιστοποιητικό RED.

(244)

Η Επιτροπή επανέλαβε τη θέση της ότι η προσαρμογή αυτή δεν είναι απαραίτητη και απέρριψε το αίτημα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας εισήχθησαν στην Ένωση μεγάλες ποσότητες μεθυλεστέρα φοινικέλαιου από την Ινδονησία χωρίς πιστοποιητικό RED και ο συγκεκριμένος μεθυλεστέρας φοινικέλαιου χρησιμεύει για ανάμειξη με ορυκτό ντίζελ μόνο εάν συνοδεύεται από πιστοποιητικό RED. Η Wilmar δεν υπέβαλε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο εισαγόμενος μεθυλεστέρας φοινικέλαιου χωρίς πιστοποιητικό RED δεν ανταγωνιζόταν την παραγωγή μεθυλεστέρα φοινικέλαιου στην Ένωση με πιστοποιητικό RED.

4.3.3.   Μέθοδος 2 — Σύγκριση των εισαγωγών μεθυλεστέρα φοινικέλαιου με τις πωλήσεις μεθυλεστέρα φοινικέλαιου που παράγεται στην ΕΕ, καθώς και βιοντίζελ που παράγεται στην ΕΕ με CFPP0 (FAME0)

(245)

Στο πλαίσιο της δεύτερης μεθόδου, που περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 296 έως 297 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, διευρύνθηκε η ποσότητα παραγόμενου στην Ένωση βιοντίζελ που συγκρίθηκε με τις εισαγωγές από την Ινδονησία μέσω συμπερίληψης στη σύγκριση των πωλήσεων βιοντίζελ FAME0 από τους ενωσιακούς παραγωγούς του δείγματος.

(246)

Για τη σύγκριση των ενωσιακών πωλήσεων FAME0 με τις εισαγωγές μεθυλεστέρα φοινικέλαιου από την Ινδονησία σε εθνικό επίπεδο, η τιμή των ενωσιακών FAME0 αναπροσαρμόστηκε και, ως αποτέλεσμα, μειώθηκε στο επίπεδο τιμών των ενωσιακών πωλήσεων μεθυλεστέρα φοινικέλαιου προκειμένου να ληφθεί υπόψη η αγοραία αξία των διαφοροποιημένων φυσικών ιδιοτήτων.

(247)

Προς διευκρίνιση του υπολογισμού, κατόπιν αιτήματος των μερών που υπέβαλαν παρατηρήσεις, η τιμή της ανωτέρω μείωσης κυμάνθηκε μεταξύ 100 και 130 EUR ανά μετρικό τόνο. Επίσης, προς διευκρίνιση του υπολογισμού, το 55 % όλων των πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής που καλύπτονται από αυτή τη σύγκριση περιλαμβάνει τόσο μεθυλεστέρα φοινικέλαιου όσο και FAME0 (33).

(248)

Το περιθώριο υποτιμολόγησης σε εθνικό επίπεδο που προέκυψε από αυτή τη μέθοδο ήταν 7,4 %.

(249)

Η Επιτροπή θεώρησε ότι ο υπολογισμός αυτός συνιστά εύλογη εκτίμηση του αποτελέσματος των εισαγωγών από την Ινδονησία στην τιμή του FAME0.

(250)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, ο παραγωγός-εξαγωγέας Wilmar αμφισβήτησε αυτή τη σύγκριση, παραθέτοντας τα συμπεράσματα στην υπόθεση διακανονισμού του ΠΟΕ Ευρωπαϊκή Ένωση – Μέτρα αντιντάμπινγκ για το βιοντίζελ από την Ινδονησία (34), στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή πραγματοποίησε παρόμοια προσαρμογή. Η ειδική ομάδα ανέφερε στην παράγραφο 7.157 τα εξής:

«Παρότι τόσο ο μεθυλεστέρας φοινικέλαιου από την Ινδονησία όσο και το αναμεμειγμένο βιοντίζελ CFPP 0 ανταγωνίζονται για πωλήσεις στις εταιρείες που αναμειγνύουν βιοντίζελ με ορυκτό ντίζελ, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η αρχές της ΕΕ δεν εξήγησαν αν η σύγκριση μεταξύ των πωλήσεων μεθυλεστέρα φοινικέλαιου και αναμεμειγμένου βιοντίζελ CFPP 0 πραγματοποιήθηκε σε ορθό επίπεδο σύγκρισης, δεδομένου ότι ο μεθυλεστέρας φοινικέλαιου αποτελεί εισροή στα μείγματα, συμπεριλαμβανομένου του βιοντίζελ CFPP 0».

(251)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αγορά της Ένωσης έχει αλλάξει από την αρχική έρευνα των εισαγωγών από την Ινδονησία. Η ειδική ομάδα επισήμανε ότι την περίοδο εκείνη «μεθυλεστέρας φοινικέλαιου μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο σε μείγμα και είναι στην πραγματικότητα συστατικό διαφόρων μειγμάτων τα οποία πωλούνται σε τελικούς χρήστες στην αγορά της ΕΕ». (35)

(252)

Στο πλαίσιο της αρχικής έρευνας σε βάρος της Ινδονησίας, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής δεν ήταν σε θέση να παράγει μεθυλεστέρα φοινικέλαιου από εισαγόμενο φοινικέλαιο, διότι η τιμή του μεθυλεστέρα φοινικέλαιου ήταν στην πραγματικότητα χαμηλότερη από την τιμή του φοινικέλαιου. Ως εκ τούτου, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής αγόραζε καθαρό μεθυλεστέρα φοινικέλαιου από την Ινδονησία και τον αναμείγνυε με τη δική του παραγωγή άλλων βιοκαυσίμων πριν από τη μεταπώληση (36).

(253)

Ωστόσο, στο πλαίσιο της τρέχουσας έρευνας η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο μεθυλεστέρας φοινικέλαιου που παρασκευαζόταν στην Ένωση πωλείτο απευθείας στις πετρελαϊκές εταιρείες· ως εκ τούτου, η δυναμική της αγοράς έχει εν προκειμένω αλλάξει.

(254)

Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι μεθυλεστέρας φοινικέλαιου εισάγεται επίσης στην Ένωση προκειμένου να αναμειχθεί με άλλα βιοκαύσιμα για την παραγωγή, για παράδειγμα, FAME0. Ωστόσο, η ποσότητα του εισαγόμενου μεθυλεστέρα φοινικέλαιου εξαρτάται από την τιμή των εισαγωγών αυτών, καθώς και από τις φυσικές ιδιότητες· συνεπώς, η τιμή του εισαγόμενου μεθυλεστέρα φοινικέλαιου ασκεί πίεση και στις τιμές των μειγμάτων. Ο μεθυλεστέρας φοινικέλαιου περιλαμβάνεται μεταξύ των φθηνότερων τύπων βιοντίζελ που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μείγματα όπως το FAME0 και το FAME+5, τα οποία είναι κατάλληλα για χρήση σε σημαντικό μέρος της αγοράς της Ένωσης καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ως εκ τούτου, οι εισαγωγές μεθυλεστέρα φοινικέλαιου ανταγωνίζονται απευθείας με άλλους τύπους βιοντίζελ που παράγονται στην ΕΕ, οι οποίοι διαφορετικά θα αναμειγνύονταν σε μεγαλύτερες ποσότητες για την επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος μείγματος.

(255)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας απέρριψε αυτή τη μέθοδο υπολογισμού, αναφέροντας ότι αφορούσε μόνο ένα τμήμα της αγοράς της Ένωσης και δεν κάλυπτε όλους τους τύπους προϊόντων που πωλούνται από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής. Η Επιτροπή διαφώνησε για τον λόγο ότι ο υπολογισμός που ζητήθηκε από την κυβέρνηση της Ινδονησίας, ο οποίος θα κάλυπτε όλους τους τύπους προϊόντων που πωλούνται από τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής, αναλύεται κατωτέρω ως μέθοδος 3.

4.3.4.   Μέθοδος 3 — Σύγκριση όλων των εισαγωγών βιοντίζελ από την Ινδονησία με όλες τις ενωσιακές πωλήσεις βιοντίζελ χωρίς καμία αναπροσαρμογή της τιμής

(256)

Στο πλαίσιο της τρίτης μεθόδου, που περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 298 έως 299 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, πραγματοποιήθηκε σύγκριση των εισαγωγών βιοντίζελ από την Ινδονησία σε εθνικό επίπεδο με το σύνολο των πωλήσεων βιοντίζελ των ενωσιακών παραγωγών του δείγματος. Το περιθώριο υποτιμολόγησης σε εθνικό επίπεδο που προέκυψε από αυτή τη μέθοδο ήταν 17,1 % (37).

(257)

Η Επιτροπή θεώρησε ότι ο υπολογισμός αυτός, στο πλαίσιο του οποίου συγκρίνονται οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος από την Ινδονησία σε εθνικό επίπεδο με τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην ενωσιακή αγορά από τους ενωσιακούς παραγωγούς του δείγματος, καταδεικνύει ότι ακόμη και κατά τη διενέργεια σύγκρισης μεταξύ όλων των τύπων προϊόντων, υπάρχει σημαντική υποτιμολόγηση από την Ινδονησία. Τούτο επιβεβαιώνεται επίσης βάσει των στοιχείων που είναι διαθέσιμα και αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 284 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(258)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η Wilmar αναφέρθηκε στην ύπαρξη ασυνέπειας μεταξύ των όγκων πωλήσεων που γνωστοποιήθηκαν για τις μεθόδους 2 και 3 και του ποσοστού 55 % του συνόλου των πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής που καλύπτονται από τη μέθοδο 2.

(259)

Η Επιτροπή επισημαίνει τη διαφορά αυτή στην κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η οποία συνίσταται στο ότι το σύνολο της μεθόδου 2 δεν αντιστοιχεί στο 55 % του συνόλου της μεθόδου 3, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 296 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(260)

Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι αυτό οφειλόταν στις διαφορετικές πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό της υποτιμολόγησης μεταξύ των τριών μεθόδων, οι οποίες παρατίθενται στην αιτιολογικές σκέψεις 292 έως 299 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(261)

Στη μέθοδο 1 χρησιμοποιήθηκαν οι κατάλογοι πωλήσεων για κάθε συναλλαγή των Ινδονήσιων παραγωγών-εξαγωγέων προκειμένου να υπολογιστεί μια τιμή μονάδας ανά μετρικό τόνο για κάθε μεθυλεστέρα φοινικέλαιου και, στη συνέχεια, αυτή η τιμή μονάδας ανά μετρικό τόνο υποβλήθηκε σε σύγκριση με χρήση των καταλόγων πωλήσεων για κάθε συναλλαγή των ενωσιακών παραγωγών του δείγματος.

(262)

Στη μέθοδο 2 χρησιμοποιήθηκαν οι ίδιοι κατάλογοι για κάθε συναλλαγή της μεθόδου 1 για τους Ινδονήσιους παραγωγούς-εξαγωγείς και, στη συνέχεια, προστέθηκαν οι πωλήσεις FAME0 από τους καταλόγους των ενωσιακών παραγωγών του δείγματος.

(263)

Ωστόσο, η μέθοδος 3 υπολογίστηκε με σύγκριση των καταλόγων για κάθε συναλλαγή της μεθόδου 1 για τους Ινδονήσιους παραγωγούς-εξαγωγείς με την τιμή μονάδας των ενωσιακών παραγωγών του δείγματος όπως αναφέρθηκε στις απαντήσεις τους στο ερωτηματολόγιο και όχι με βάση τους καταλόγους συναλλαγών τους. Αυτό έγινε για να εξασφαλιστεί ότι για τη μέθοδο 3 στη συνολική κάλυψη δεν περιλαμβανόταν η ποσότητα που αγοράσθηκε και στη συνέχεια μεταπωλήθηκε από τους ενωσιακούς παραγωγούς.

(264)

Ως εκ τούτου, τα σύνολα για τις μεθόδους 1 και 2 δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα με το σύνολο για τη μέθοδο 3 διότι οι πηγές διαφέρουν.

(265)

Κανένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν πρότεινε άλλη μέθοδο υπολογισμού της υποτιμολόγησης μεταξύ των εισαγωγών από την Ινδονησία και των πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής, και κανένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν υπέβαλε υπολογισμούς που να δείχνουν ότι δεν υπήρχε υποτιμολόγηση κατά την περίοδο έρευνας.

(266)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η Wilmar ανέφερε ότι «ο μόνος ορθός τρόπος υπολογισμού της υποτιμολόγησης είναι να γίνει σύγκριση τύπου προϊόντος προς τύπο προϊόντος, με προσαρμογές για τις διαφορές των φυσικών χαρακτηριστικών που επηρεάζουν τις τιμές [...], λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την πολυπλοκότητα της συγκρισιμότητας τιμών, όπως διαπιστώθηκε από την ειδική ομάδα του ΠΟΕ».

(267)

Η Επιτροπή έλαβε υπόψη την πρόταση της Wilmar όσον αφορά τον υπολογισμό της υποτιμολόγησης με χρήση του συνόλου των πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν διατυπώθηκαν προτάσεις ή εκτιμήσεις σχετικά με το ποσό των προσαρμογών για τις διαφορές στα φυσικά χαρακτηριστικά, ούτε προτάσεις σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της πολυπλοκότητας της συγκρισιμότητας τιμών, όπως διαπιστώθηκε στην απόφαση της ειδικής ομάδας του ΠΟΕ, δεν ήταν δυνατό να αναληφθούν περαιτέρω ενέργειες επί αυτής της πρότασης.

(268)

Η Επιτροπή διενήργησε διάφορες συγκρίσεις τιμών προκειμένου να αποτυπωθούν όλοι οι πιθανοί συσχετισμοί τύπων προϊόντων, διασφαλίζοντας πλήρη συγκρισιμότητα στο μέτρο του δυνατού. Η Επιτροπή εξήγησε επίσης ότι η κατάσταση της αγοράς κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας διέφερε από την κατάσταση που εξετάστηκε από την ειδική ομάδα του ΠΟΕ (με απευθείας πλέον πωλήσεις μεθυλεστέρα φοινικέλαιου από τους ενωσιακούς παραγωγούς. Η Επιτροπή εξέτασε επίσης την αλληλεπίδραση και την ανταγωνιστική σχέση μεταξύ των εισαγωγών μεθυλεστέρα φοινικέλαιου από την Ινδονησία και των πωλήσεων της Ένωσης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο μεθυλεστέρας φοινικέλαιου, ο οποίος περιλαμβάνεται μεταξύ των φθηνότερων τύπων βιοντίζελ, μπορεί να ασκήσει πίεση στις τιμές όσον αφορά τις πωλήσεις στην Ένωση.

(269)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας περιέγραψε τον υπολογισμό αυτό ως τη σύγκριση του μεθυλεστέρα φοινικέλαιου Ινδονησίας με CFPP13 με παραγόμενο στην Ένωση FAME0 και μεθυλεστέρα ελαιοκράμβης με CFPP -14, και ανέφερε ότι χωρίς προσαρμογές για τα φυσικά χαρακτηριστικά (δηλαδή, το CFPP), η σύγκριση αυτή είναι ουσιαστικά ανούσια.

(270)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο υπολογισμός αυτός είναι η σύγκριση του μεθυλεστέρα φοινικέλαιου Ινδονησίας με CFPP13 με το σύνολο των πωλήσεων της παραγωγής του ενωσιακού κλάδου παραγωγής στην ΕΕ, στην οποία παραγωγή περιλαμβάνεται επίσης μεθυλεστέρας φοινικέλαιου. Όσον αφορά τυχόν προσαρμογές, δεν προβλήθηκε σχετικός τεκμηριωμένος και ποσοτικοποιημένος ισχυρισμός.

(271)

Δεδομένων των ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι τιμές των εισαγωγών από την Ινδονησία κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας ήταν σημαντικά κατώτερες από τις τιμές των πωλήσεων του ενωσιακού κλάδου παραγωγής βάσει και των τριών μεθόδων που εξετάστηκαν.

4.3.5.   Έξοδα μετά την εισαγωγή

(272)

Ο παραγωγός-εξαγωγέας Wilmar ανέφερε ότι το επίπεδο προσαρμογής που χρησιμοποιήθηκε από την Επιτροπή για τα έξοδα μετά την εισαγωγή ύψους 8,50 EUR ανά μετρικό τόνο, τα οποία προσδιορίστηκαν στην προγενέστερη έρευνα αντιντάμπινγκ, ήταν υπερβολικά χαμηλό και προσκόμισε τεκμηρίωση προς στήριξη της προσαρμογής του αριθμού σε 14,50 EUR ανά μετρικό τόνο.

(273)

Τα υποβληθέντα στοιχεία αφορούσαν ένα φορτίο που αφίχθηκε μετά την περίοδο έρευνας και τα έξοδα συνδέονταν στην πλειονότητά τους με δραστηριότητες αποθήκευσης μετά την εισαγωγή που δεν θα έπρεπε να αποτελούν μέρος των εξόδων εισαγωγής. Η Επιτροπή δεν θεώρησε ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούν πιο αξιόπιστη βάση από τον αριθμό που προσδιορίστηκε προηγουμένως από έναν μη συνδεδεμένο εισαγωγέα και, συνεπώς, δεν έκανε δεκτή την προσαρμογή.

(274)

Ο έμπορος βιοντίζελ Gunvor ρώτησε αν τα στοιχεία του είχαν χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό των εξόδων εισαγωγής που χρησιμοποιήθηκαν στους υπολογισμούς της υποτιμολόγησης. Στα έξοδα που υπέβαλε η Gunvor στην απάντησή της στο ερωτηματολόγιο περιλαμβανόταν ένας συνδυασμένος αριθμός για τα έξοδα εισαγωγής (τα οποία χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της υποτιμολόγησης) και τα έξοδα μετά την εισαγωγή (τα οποία πραγματοποιούνται μεταξύ της εισαγωγής και της μεταπώλησης και δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της υποτιμολόγησης).

(275)

Στο πλαίσιο της επιτόπιας έρευνας, η Gunvor υπέβαλε αναθεωρημένα αριθμητικά στοιχεία χρησιμοποιώντας δύο διαφορετικές βάσεις, ενώ τα τελικά αριθμητικά στοιχεία τα οποία υπέβαλε η Gunvor βασίζονταν σε εκτιμήσεις και δεν ήταν επαληθεύσιμα. Ως αποτέλεσμα, η Επιτροπή αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τα έξοδα εισαγωγής που χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας που οδήγησε στην επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1194/2013, και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν επίσης στο πλαίσιο της προηγούμενης έρευνας κατά των εισαγωγών από την Αργεντινή (38). Η Επιτροπή θεώρησε ότι τα έξοδα αυτά είναι πιο αξιόπιστα από αυτά που παρασχέθηκαν από την Gunvor.

(276)

Δεδομένου ότι ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ κυμαίνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα από το 2012 (περίπου 6 % συνολικά μεταξύ 2012 και 2018), η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να χρησιμοποιήσει αυτά τα έξοδα εισαγωγής χωρίς προσαρμογή στον πληθωρισμό. Σε κάθε περίπτωση, τυχόν προσαρμογή κατά την έννοια αυτή δεν θα είχε αντίκτυπο στα τελικά περιθώρια υποτιμολόγησης.

(277)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά τις εισαγωγές από την Ινδονησία, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά της που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 279 έως 301 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.4.   Οικονομική κατάσταση του ενωσιακού κλάδου παραγωγής

4.4.1.   Γενικές παρατηρήσεις

(278)

Ελλείψει παρατηρήσεων η Επιτροπή επιβεβαίωσε τις αιτιολογικές σκέψεις 302 έως 308 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.4.2.   Μακροοικονομικοί δείκτες

4.4.2.1.   Παραγωγική ικανότητα και χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας

(279)

Μετά την κοινοποίηση των πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας και η Wilmar διατύπωσαν παρατηρήσεις σχετικά με την παραγωγική ικανότητα του ενωσιακού κλάδου παραγωγής επισημαίνοντας την αυξανόμενη παραγωγή και ικανότητα κατά την εξεταζόμενη περίοδο, αλλά δεν αμφισβήτησαν το επίπεδο ή την τάση των δεικτών. Υποστήριξαν ότι οι αυξήσεις αυτές καταδείκνυαν ότι το βιοντίζελ από την Ινδονησία δεν έβλαπτε τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

(280)

Τα επιχειρήματα αυτά εξετάζονται στο τμήμα 6 (Αιτιώδης συνάφεια), αιτιολογικές σκέψεις 368 έως 370 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(281)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά την παραγωγή, την παραγωγική ικανότητα και τη χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 309 έως 313 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.4.2.2.   Όγκος πωλήσεων και μερίδιο αγοράς

(282)

Μετά την κοινοποίηση των πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας επισήμανε ότι το μερίδιο αγοράς του ενωσιακού κλάδου παραγωγής το 2015 οφειλόταν στο γεγονός ότι ο κλάδος παραγωγής ήταν «σχεδόν απόλυτο μονοπώλιο χωρίς ελεύθερο ανταγωνισμό».

(283)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεδομένου ότι ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής αποτελείται από περισσότερες από 100 εταιρείες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους, αυτό δεν μπορεί να συνιστά μονοπώλιο. Καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας δεν παρασχέθηκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν τη μονοπωλιακή συμπεριφορά του ενωσιακού κλάδου παραγωγής.

(284)

Ο εξαγωγέας Wilmar και η κυβέρνηση της Ινδονησίας ανέφεραν ότι η αιτιολογική σκέψη 317 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού ήταν εσφαλμένη διότι δεν έλαβε υπόψη τις εισαγωγές βιοντίζελ από την Αργεντινή στην ΕΕ.

(285)

Οι εισαγωγές αυτές λαμβάνονται υπόψη στο τμήμα 6 (Αιτιώδης συνάφεια), αιτιολογικές σκέψεις 368 έως 370 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(286)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η Wilmar ισχυρίστηκε ότι η μείωση του μεριδίου αγοράς του ενωσιακού κλάδου παραγωγής μετά το 2015 δεν ήταν δείκτης ζημίας«στο μέτρο που ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής κατείχε σχεδόν μονοπωλιακή θέση» στην αγορά της Ένωσης. Η Wilmar αναφέρθηκε επίσης στην ιδιαίτερη κατάσταση που δημιουργήθηκε με τους δασμούς αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν ως αποτέλεσμα της αρχικής έρευνας.

(287)

Το πεδίο της έρευνας περιορίζεται στην εξεταζόμενη περίοδο, η οποία καθορίζεται στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας. Επιπλέον, ο αντίκτυπος της κατάργησης των δασμών αντιντάμπινγκ αναγνωρίζεται στην αιτιολογική σκέψη 317 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό.

(288)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας ανέφερε εκ νέου ότι η Επιτροπή δεν είχε εξετάσει τα επιχειρήματά της σχετικά με τις αρνητικές επιπτώσεις των εισαγωγών βιοντίζελ από την Αργεντινή στις επιδόσεις του ενωσιακού κλάδου παραγωγής.

(289)

Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρέπεμψε στο τμήμα 6.2.1 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού και στο τμήμα 6.2.1 του παρόντος κανονισμού, όπου εξετάστηκε ο αντίκτυπος των εισαγωγών από την Αργεντινή στον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

(290)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά τον όγκο πωλήσεων και το μερίδιο αγοράς, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 314 έως 317 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.4.2.3.   Ανάπτυξη

(291)

Μετά την κοινοποίηση των πορισμάτων, ο παραγωγός-εξαγωγέας Wilmar επισήμανε ότι οι επιδόσεις του ενωσιακού κλάδου παραγωγής από το 2015 και μετά θα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα της «σχεδόν μονοπωλιακής θέσης» του. Όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 283, δεν παρασχέθηκαν στοιχεία σχετικά με μια μονοπωλιακή κατάσταση.

(292)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά της που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 318 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.4.2.4.   Απασχόληση και παραγωγικότητα

(293)

Η κυβέρνηση της Ινδονησίας διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με τις αυξητικές τάσεις που παρατίθενται στον πίνακα 10 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού αλλά δεν αμφισβήτησε τα ίδια τα επίπεδα ή τις τάσεις. Ισχυρίστηκε ότι οι αυξητικές αυτές τάσεις δεν παρέχουν ενδείξεις σημαντικής ζημίας για τον ενωσιακό κλάδο παραγωγής.

(294)

Δεδομένου ότι η υπόθεση βασίζεται σε κίνδυνο πρόκλησης ζημίας, οι παρατηρήσεις αυτές απορρίφθηκαν.

(295)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά την απασχόληση και την παραγωγικότητα, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματα που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 319 έως 320 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.4.2.5.   Μέγεθος των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων και ανάκαμψη από παλαιότερη επιδότηση ή πρακτική ντάμπινγκ

(296)

Στις παρατηρήσεις του μετά την κοινοποίηση των πορισμάτων, ο παραγωγός-εξαγωγέας Wilmar επισήμανε ότι η Επιτροπή δεν αξιολόγησε το αποτέλεσμα των εισαγωγών επιδοτούμενου βιοντίζελ από την Αργεντινή σε αυτό το τμήμα. Η Επιτροπή επισήμανε και πάλι ότι η ανάλυση των εισαγωγών από την Αργεντινή παρατίθεται στο τμήμα σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια, στις αιτιολογικές σκέψεις 368 έως 370 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(297)

Ελλείψει περαιτέρω παρατηρήσεων, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά της που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 321 και 324 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.4.3.   Μικροοικονομικοί δείκτες

4.4.3.1.   Τιμές και παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές

(298)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας αναφέρθηκε στην τάση των μοναδιαίων τιμών πώλησης και του μοναδιαίου κόστους παραγωγής, επισημαίνοντας ότι και οι δύο δείκτες αυξήθηκαν κατά σχεδόν 10 % κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Η κυβέρνηση της Ινδονησίας και ο παραγωγός-εξαγωγέας Wilmar επισήμαναν την ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ του κόστους παραγωγής και της τιμής πώλησης, σύνδεση την οποία η Επιτροπή δεν αμφισβητεί.

(299)

Ο παραγωγός-εξαγωγέας Wilmar επισήμανε την παρατήρηση της Επιτροπής στην αιτιολογική σκέψη 328 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, βάσει της οποίας το βιοντίζελ είναι εμπόρευμα και η υποτιμολόγηση της τάξης του 10 % θα ασκούσε σημαντική πίεση προς τα κάτω στις τιμές. Η Wilmar διαφωνεί, υποστηρίζοντας ότι αυτό έρχεται σε αντίφαση με τη δήλωση της ίδιας της Επιτροπής, βάσει της οποίας υπάρχουν περιορισμοί στη χρήση του μεθυλεστέρα φοινικέλαιου λόγω του επιπέδου CFPP.

(300)

Η Επιτροπή δεν διαπίστωσε αντίφαση μεταξύ των δύο δηλώσεων. Η Wilmar δεν αναφέρει αν κατά τη διάρκεια της περιόδου έρευνας υπερκαλύφθηκε το όριο χρήσης μεθυλεστέρα φοινικέλαιου. Ακόμη και αν είχε υπερκαλυφθεί το υποτιθέμενο αυτό όριο, το γεγονός ότι ο μεθυλεστέρας φοινικέλαιου μπορεί να χρησιμοποιείται μεμονωμένα ή σε μείγμα για τη μείωση της τιμής αυτού του μείγματος σημαίνει ότι έχει αναπόφευκτα επίπτωση στις τιμές. Η Επιτροπή επισήμανε αυτό το αποτέλεσμα της ανάμειξης στην αιτιολογική σκέψη 290 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(301)

Η Wilmar επισήμανε περαιτέρω ότι η Επιτροπή διαπίστωσε εσφαλμένα την ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ της πίεσης των τιμών που προκαλείται από τις εισαγωγές μεθυλεστέρα φοινικέλαιου και της κερδοφορίας του ενωσιακού κλάδου παραγωγής στην αιτιολογική σκέψη 329 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού και αναφέρθηκε, στο πλαίσιο του ισχυρισμού αυτού, στην κατάσταση του ενωσιακού κλάδου παραγωγής μεταξύ της περιόδου 2012-2013 και του Σεπτεμβρίου 2017.

(302)

Εν προκειμένω, η Επιτροπή επισήμανε ότι το συμπέρασμα στην αιτιολογική σκέψη 329 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού συνάχθηκε αφού λήφθηκαν υπόψη τα στοιχεία από την εξεταζόμενη περίοδο, τα οποία καθορίζονται στην έναρξη της έρευνας χωρίς αναφορά σε τυχόν εξωτερικούς παράγοντες. Η Wilmar δεν αμφισβητεί αυτή καθαυτή τη διαπιστωθείσα συσχέτιση μεταξύ της αύξησης του κόστους παραγωγής και του μη ικανοποιητικού περιθωρίου κέρδους που οφείλεται στην πίεση των τιμών των επίμαχων εισαγωγών. Επομένως, το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

(303)

Επιπλέον, η Wilmar ανέφερε ότι υπήρχαν σημαντικές διαφορές στην κερδοφορία, τις ταμειακές ροές και την απόδοση των επενδύσεων για διάφορους ενωσιακούς παραγωγούς του δείγματος, κάτι που υποδηλώνει ότι τα κέρδη και η οικονομική κατάσταση των παραγωγών της ΕΕ επηρεάζονται από παράγοντες εκτός της πίεσης που ασκείται στις τιμές από τους Ινδονήσιους παραγωγούς βιοντίζελ.

(304)

Η Επιτροπή θεώρησε ότι όλοι οι παραγωγοί του δείγματος εμφανίζουν ατομικές τάσεις αλλά ότι το αποτέλεσμα των επιμέρους ανωμαλιών μειώνεται με τη χρήση του δείγματος συνολικά ως βάσης για την τεκμηρίωση των πορισμάτων. Επομένως, το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

(305)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, η Wilmar διατύπωσε εκ νέου τα ανωτέρω επιχειρήματά της χωρίς να παράσχει νέα αποδεικτικά στοιχεία για τους ισχυρισμούς της. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί της απορρίφθηκαν εκ νέου.

(306)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά της που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 325 έως 329 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.4.3.2.   Κόστος εργασίας

(307)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά της που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 330 και 331 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.4.3.3.   Αποθέματα

(308)

Μετά την κοινοποίηση των προσωρινών πορισμάτων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας αναφέρθηκε στην τάση που παρατηρείται στα αποθέματα των ενωσιακών παραγωγών του δείγματος, χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσει το συμπέρασμα της Επιτροπής στην αιτιολογική σκέψη 333 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

(309)

Ελλείψει περαιτέρω παρατηρήσεων, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά της που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 332 και 333 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.4.3.4.   Κερδοφορία, ταμειακές ροές, επενδύσεις, απόδοση επενδύσεων και ικανότητα άντλησης κεφαλαίων

(310)

Μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας επισήμανε την κερδοφορία του ενωσιακού κλάδου παραγωγής κατά την εξεταζόμενη περίοδο και, επομένως, την απόδοση των επενδύσεων. Η κυβέρνηση της Ινδονησίας διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με την τάση της κερδοφορίας του ενωσιακού κλάδου παραγωγής έναντι του όγκου των εισαγωγών από την Ινδονησία, δηλώνοντας ότι η αρνητική κερδοφορία το 2015 δεν μπορούσε να αποδοθεί στις εισαγωγές βιοντίζελ από την Ινδονησία καθώς ήταν αμελητέες κατά το έτος αυτό.

(311)

Το σημείο αυτό εξετάστηκε στο τμήμα 6 (Αιτιώδης συνάφεια), στις αιτιολογικές σκέψεις 361 έως 365 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού. Πράγματι, στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού, η ελαφρά αρνητική κερδοφορία το 2015 δεν αποδόθηκε στις εισαγωγές βιοντίζελ από την Ινδονησία.

(312)

Ο παραγωγός-εξαγωγέας Wilmar παρατήρησε ότι η δήλωση στην αιτιολογική σκέψη 329 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού (ήτοι, ότι ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής δεν μπορούσε να βελτιώσει το μη ικανοποιητικό περιθώριο κέρδους του λόγω πίεσης των τιμών από τις επιδοτούμενες εισαγωγές) είναι αβάσιμη.

(313)

Η Wilmar ανέφερε ότι η οικονομική κατάσταση του ενωσιακού κλάδου παραγωγής δεν ήταν καλή όταν ο κλάδος παραγωγής βιοντίζελ της ΕΕ θωρακίστηκε από τους ακυρωθέντες δασμούς στο βιοντίζελ από την περίοδο 2012-2013 έως τουλάχιστον τον Σεπτέμβριο του 2017 και, συνεπώς, η έλλειψη βελτίωσης στην οικονομική κατάσταση των παραγωγών μπορεί να εξηγηθεί μόνο από ανεπάρκειες που υπάρχουν εντός του κλάδου παραγωγής.

(314)

Η Επιτροπή επισήμανε ότι κατόπιν της αιφνίδιας αύξησης των επιδοτούμενων εισαγωγών βιοντίζελ από την Ινδονησία μετά την ακύρωση των υφιστάμενων δασμών αντιντάμπινγκ τον Μάρτιο του 2018, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής δεν μπορούσε να βελτιώσει το μη ικανοποιητικό περιθώριο κέρδος του, το οποίο υπολειπόταν σημαντικά του στοχευόμενου κέρδους σε μια αναπτυσσόμενη αγορά. Ως εκ τούτου, αυτό επιβεβαιώνει το προσωρινό πόρισμα της Επιτροπής.

(315)

Μετά την κοινοποίηση των τελικών πορισμάτων, ο παραγωγός-εξαγωγέας Wilmar επανέλαβε τις παρατηρήσεις που διατύπωσε στο προσωρινό στάδιο, οι οποίες αναλύονται ανωτέρω. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τα χαμηλά κέρδη δεν θα μπορούσαν να συνδεθούν με τις εισαγωγές, δεδομένης της «σχεδόν μονοπωλιακής θέσης» του ενωσιακού κλάδου παραγωγής κατά την έναρξη της εξεταζόμενης περιόδου.

(316)

Το επιχείρημα αυτό είναι αβάσιμο, καθώς ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής αποτελείτο από περισσότερες από 200 εταιρείες οι οποίες ανταγωνίζονταν μεταξύ τους στην αγορά βιοντίζελ της Ένωσης και δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη οποιουδήποτε είδους συμπαιγνίας μεταξύ των ενωσιακών παραγωγών.

(317)

Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων όσον αφορά την κερδοφορία, τις ταμειακές ροές, τις επενδύσεις, την απόδοση των επενδύσεων και την ικανότητα άντλησης κεφαλαίων, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά της που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 334 έως 340 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.

4.4.4.   Συμπέρασμα σχετικά με τη ζημία

(318)

Μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων, η κυβέρνηση της Ινδονησίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, βάσει των δεικτών που περιέχονται στον κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού, ο ενωσιακός κλάδος παραγωγής βρισκόταν «σε υγιή κατάσταση».

(319)

Η Επιτροπή διαφώνησε, επισημαίνοντας ότι ένας κλάδος παραγωγής του οποίου η κερδοφορία παραμένει σε επίπεδα κάτω του 1 % του κύκλου εργασιών και ο οποίος χάνει σχεδόν 15 εκατοστιαίες μονάδες σε μερίδιο αγοράς και δεν είναι σε θέση να επωφεληθεί από μια αγορά που αναπτύσσεται κατά 33 % δεν είναι υγιής.

(320)

Ελλείψει περαιτέρω παρατηρήσεων, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τα συμπεράσματά της σχετικά με τη ζημία που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 341 έως 346 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού.</