ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

61ό έτος
21 Νοεμβρίου 2018


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1793 της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2018, για την έγκριση τροποποίησης του τεχνικού φακέλου γεωγραφικής ένδειξης αλκοολούχου ποτού καταχωρισμένης στο παράρτημα III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008, που οδήγησε στην τροποποίηση των βασικών προδιαγραφών του [Ron de Guatemala (ΓΕ)]

1

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/1794 της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2018, σχετικά με την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/220 για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1217/2009 του Συμβουλίου σχετικά με τη δημιουργία δικτύου για τη συλλογή λογιστικών στοιχείων όσον αφορά τα εισοδήματα και την οικονομική λειτουργία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση

3

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/1795 της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2018, για τον καθορισμό της διαδικασίας και των κριτηρίων που εφαρμόζονται στην εξέταση της οικονομικής ισορροπίας κατά το άρθρο 11 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 1 )

5

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/1796 της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2018, για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 540/2011 όσον αφορά την παράταση των περιόδων έγκρισης των δραστικών ουσιών amidosulfuron, bifenox, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, clofentezine, dicamba, difenoconazole, diflubenzuron, diflufenican, dimoxystrobin, fenoxaprop-p, fenpropidin, lenacil, mancozeb, mecoprop-p, metiram, nicosulfuron, oxamyl, picloram, pyraclostrobin, pyriproxyfen και tritosulfuron ( 1 )

15

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

*

Απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2018/1797 του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2018, για την τροποποίηση και ενημέρωση της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2018/340 που καταρτίζει τον κατάλογο των έργων PESCO

18

 

 

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Τροποποιήσεις των διατάξεων για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την εκτέλεση του κανονισμού διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου

23

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

21.11.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2018/1793 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 20ής Νοεμβρίου 2018

για την έγκριση τροποποίησης του τεχνικού φακέλου γεωγραφικής ένδειξης αλκοολούχου ποτού καταχωρισμένης στο παράρτημα III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008, που οδήγησε στην τροποποίηση των βασικών προδιαγραφών του [«Ron de Guatemala» (ΓΕ)]

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 110/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με τον ορισμό, την περιγραφή, την παρουσίαση, την επισήμανση και την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων των αλκοολούχων ποτών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1576/89 του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 17 παράγραφος 8 και το άρθρο 21,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008, η Επιτροπή εξέτασε την αίτηση της «Asociación Nacional de Fabricantes de Alcoholes y Licores (ANFAL)» για την έγκριση τροποποίησης του τεχνικού φακέλου της γεωγραφικής ένδειξης «Ron de Guatemala», η οποία καταχωρίστηκε δυνάμει του ίδιου κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008 (2).

(2)

Αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αίτηση είναι σύμφωνη με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 110/2008, η Επιτροπή δημοσίευσε την αίτηση τροποποίησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 17 παράγραφος 6 του εν λόγω κανονισμού, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3).

(3)

Δεδομένου ότι δεν έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή καμία δήλωση ένστασης βάσει του άρθρου 17 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008, πρέπει να εγκριθεί η τροποποίηση του τεχνικού φακέλου σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής για τα αλκοολούχα ποτά,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εγκρίνεται η τροποποίηση του τεχνικού φακέλου η οποία έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορά την ονομασία «Ron de Guatemala» (ΓΕ).

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 20 Νοεμβρίου 2018.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 39 της 13.2.2008, σ. 16.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 97/2014 της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 2014, για την τροποποίηση του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 110/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον ορισμό, την περιγραφή, την παρουσίαση, την επισήμανση και την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων των αλκοολούχων ποτών (ΕΕ L 33 της 4.2.2014, σ. 1).

(3)  ΕΕ C 317 της 23.9.2017, σ. 6.


21.11.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/3


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2018/1794 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 20ής Νοεμβρίου 2018

σχετικά με την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/220 για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1217/2009 του Συμβουλίου σχετικά με τη δημιουργία δικτύου για τη συλλογή λογιστικών στοιχείων όσον αφορά τα εισοδήματα και την οικονομική λειτουργία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1217/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για τη δημιουργία δικτύου γεωργικής λογιστικής πληροφόρησης όσον αφορά τα εισοδήματα και την οικονομική λειτουργία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (1), και ιδίως το άρθρο 5α παράγραφος 2 και το άρθρο 19 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στο άρθρο 12 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/220 της Επιτροπής (2) καθορίζεται ο συνολικός αριθμός των δεόντως συμπληρωμένων και υποβληθέντων δελτίων εκμετάλλευσης ανά κράτος μέλος τα οποία είναι επιλέξιμα για την καταβολή της κατ' αποκοπή αμοιβής. Στο άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1217/2009 προβλέπεται η μείωση της κατ' αποκοπή αμοιβής σε 80 % εάν ο συνολικός αριθμός των δελτίων εκμετάλλευσης που συμπληρώνονται και διαβιβάζονται δεόντως σε σχέση με μια περιφέρεια ΔΓΛΠ ή ένα κράτος μέλος είναι μικρότερος από το 80 % του αριθμού των εκμεταλλεύσεων του δικτύου πληροφόρησης που έχει καθοριστεί για την εν λόγω περιφέρεια ΔΓΛΠ ή για το συγκεκριμένο κράτος μέλος. Για να εξασφαλιστεί η δίκαιη εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, δεν θα πρέπει να είναι δυνατή η είσπραξη αποζημίωσης για τα μη διαβιβασθέντα δελτία εκμετάλλευσης σε περιφέρεια ΔΓΛΠ για την οποία ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων του δικτύου πληροφόρησης που υπέβαλε το κράτος μέλος είναι μικρότερος από το 80 % του αριθμού των εκμεταλλεύσεων του δικτύου πληροφόρησης που έχει καθοριστεί για την εν λόγω περιφέρεια ΔΓΛΠ.

(2)

Στο άρθρο 14 παράγραφος 4 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/220 καθορίζεται προθεσμία 2 μηνών για την επικύρωση των υποβληθέντων δελτίων εκμετάλλευσης όσον αφορά τη δυνητική τους επιλεξιμότητα για την καταβολή της προσαυξημένης κατ' αποκοπή αμοιβής. Για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη σαφήνεια, η διάρκεια της εν λόγω περιόδου θα πρέπει να εκφραστεί σε εργάσιμες ημέρες στο οικείο κράτος μέλος. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να παρατείνει την περίοδο αυτή σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.

(3)

Επομένως, ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/220 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(4)

Έχοντας υπόψη τη φύση των τροποποιήσεων, είναι σκόπιμο να εφαρμοστούν από τη λογιστική χρήση 2018.

(5)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής για το δίκτυο γεωργικής λογιστικής πληροφόρησης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/220 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 12, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Ωστόσο, τα δελτία εκμετάλλευσης που προέρχονται από μία περιφέρεια ΔΓΛΠ με αριθμό υποβληθέντων δελτίων εκμετάλλευσης μεγαλύτερο από εκείνον που έχει καθοριστεί για την εν λόγω περιφέρεια ΔΓΛΠ στο παράρτημα II δεν θεωρούνται επιλέξιμα για την καταβολή της κατ' αποκοπή αμοιβής σε περιφέρεια ΔΓΛΠ για την οποία ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων του δικτύου πληροφόρησης που υποβάλλει το κράτος μέλος είναι μικρότερος από το 80 % του απαιτούμενου αριθμού των εκμεταλλεύσεων του δικτύου πληροφόρησης».

2)

Στο άρθρο 14, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Στην αύξηση της κατ' αποκοπή αμοιβής βάσει της παραγράφου 3 στοιχεία α) και β) μπορούν να προστεθούν 2 EUR για το λογιστικό έτος 2018 και 5 EUR αρχής γενομένης από το λογιστικό έτος 2019, εάν τα λογιστικά στοιχεία έχουν ελεγχθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 13 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού και θεωρείται ότι έχουν συμπληρωθεί δεόντως σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1217/2009, είτε κατά τη στιγμή της υποβολής τους στην Επιτροπή είτε εντός 40 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή ενημέρωσε το εν λόγω κράτος μέλος ότι τα υποβληθέντα λογιστικά στοιχεία δεν έχουν συμπληρωθεί δεόντως.

Σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να παρατείνει την εν λόγω περίοδο των 40 εργάσιμων ημερών.

Η ημερομηνία λήξης της περιόδου των 40 εργάσιμων ημερών, ή τυχόν παράτασής της, επιβεβαιώνεται εγγράφως μεταξύ της Επιτροπής και του οργάνου-συνδέσμου του οικείου κράτους μέλους.».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τη λογιστική χρήση 2018.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 20 Νοεμβρίου 2018.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 328 της 15.12.2009, σ. 27.

(2)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/220 της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 2015, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1217/2009 του Συμβουλίου σχετικά με τη δημιουργία δικτύου για τη συλλογή λογιστικών στοιχείων όσον αφορά τα εισοδήματα και την οικονομική λειτουργία των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 46 της 19.2.2015, σ. 1).


21.11.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/5


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2018/1795 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 20ής Νοεμβρίου 2018

για τον καθορισμό της διαδικασίας και των κριτηρίων που εφαρμόζονται στην εξέταση της οικονομικής ισορροπίας κατά το άρθρο 11 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2012/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου (1), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με την οδηγία 2012/34/ΕΕ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία (ΕΕ) 2016/2370 (2), άνοιξε η αγορά υπηρεσιών εσωτερικών σιδηροδρομικών μεταφορών επιβατών με σκοπό την ολοκλήρωση του ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου. Αυτό ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στην οργάνωση και τη χρηματοδότηση των υπηρεσιών σιδηροδρομικών μεταφορών επιβατών που παρέχονται βάσει σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Τα κράτη μέλη μπορούν να εισαγάγουν στη νομοθεσία τους τη δυνατότητα άρνησης της πρόσβασης σε υποδομή εάν η οικονομική ισορροπία αυτών των συμβάσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο λόγω ανοικτής πρόσβασης σε νέες υπηρεσίες σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών.

(2)

Από την άλλη πλευρά, οι εν λόγω υπηρεσίες, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, όπως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, το χρονοδιάγραμμα, οι εξυπηρετούμενοι προορισμοί και οι στοχευόμενοι δυνητικοί πελάτες, ενδέχεται να μην υπόκεινται σε άμεσο ανταγωνισμό με δημόσιες υπηρεσίες και, ως εκ τούτου, να επιφέρουν απλώς περιορισμένες επιπτώσεις στην οικονομική ισορροπία σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Πέραν αυτού, ενδέχεται να επέλθουν θετικά αποτελέσματα δικτύου για τους παρόχους δημοσίων υπηρεσιών, καθαρά οφέλη για τους επιβάτες ή ευρύτερα κοινωνικά οφέλη τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη.

(3)

Είναι, επομένως, αναγκαίο να εξισορροπούνται τα έννομα συμφέροντα των επιχειρήσεων που εκτελούν σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας και των αρμοδίων αρχών, αφενός, με τους πρωτεύοντες στόχους ολοκλήρωσης του ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου και αξιοποίησης των ευρύτερων κοινωνικών οφελών, αφετέρου. Η εξέταση της οικονομικής ισορροπίας αναμένεται να επιφέρει ισορροπία μεταξύ αυτών των αντικρουόμενων συμφερόντων.

(4)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) ορίζει ότι, ως αμοιβή για την εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας κατά την παροχή υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, επιτρέπεται η χορήγηση οικονομικής αποζημίωσης ή αποκλειστικών δικαιωμάτων, ή αμφότερων, στους φορείς εκμετάλλευσης. Ωστόσο, η χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων σε φορείς εκμετάλλευσης σιδηροδρομικών μεταφορών δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από τις αγορές εσωτερικών σιδηροδρομικών επιβατικών μεταφορών.

(5)

Τα εν λόγω αποκλειστικά δικαιώματα δεν πρέπει να αποκλείουν το δικαίωμα πρόσβασης άλλων σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, εκτός εάν η εξέταση της οικονομικής ισορροπίας δείξει ότι, λαμβανομένης υπόψη της αξίας των αποκλειστικών δικαιωμάτων, η νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών θα έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην κερδοφορία των υπηρεσιών που εκτελούνται με βάση σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας ή στο καθαρό κόστος της παροχής τους για την αρμόδια αρχή, ή αμφότερα, ανάλογα με τις ρυθμίσεις επιμερισμού του κινδύνου που ορίζονται στη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

(6)

Εξέταση της οικονομικής ισορροπίας πρέπει να ζητείται μόνο για υπηρεσίες σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών που δεν παρέχονται βάσει σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας και είναι είτε εντελώς νέες είτε συνεπάγονται ουσιαστική μεταβολή υπάρχουσας υπηρεσίας. Η έννοια αυτή περιλαμβάνει επίσης εμπορικές υπηρεσίες που παρέχονται από τον ίδιο φορέα που εκτελεί τη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

(7)

Θα πρέπει να εναπόκειται στον ρυθμιστικό φορέα να αξιολογεί κατά πόσον προτεινόμενη μεταβολή υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών θα πρέπει να θεωρηθεί σημαντική. Αύξηση της συχνότητας ή του αριθμού στάσεων μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστική τροποποίηση. Η διακύμανση των τιμών δεν θα πρέπει να θεωρείται σημαντική μεταβολή, εκτός εάν δεν συμβαδίζει με τη συνήθη συμπεριφορά στην αγορά και, κατά περίπτωση, με το επιχειρηματικό σχέδιο που είχε υποβληθεί στον ρυθμιστικό φορέα όταν πραγματοποιήθηκε η προηγούμενη εξέταση της οικονομικής ισορροπίας.

(8)

Η απόφαση του ρυθμιστικού φορέα θα πρέπει να περιλαμβάνει αξιολόγηση του καθαρού οφέλους για τους πελάτες που θα προκύψει από τη νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, και να λαμβάνει υπόψη τις τεχνικές πληροφορίες που παρείχε ο διαχειριστής υποδομής όσον αφορά τις σχετικές απαιτήσεις για τις υποδομές και τις αναμενόμενες επιπτώσεις στις επιδόσεις του δικτύου και όσον αφορά τη βέλτιστη αξιοποίηση της χωρητικότητας από όλους τους αιτούντες.

(9)

Ο ρυθμιστικός φορέας θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να αξιολογεί τις πιθανές επιπτώσεις της νέας επιβατικής υπηρεσίας, καθώς και εάν αυτές οι επιπτώσεις θα είναι πολύ σημαντικές και, ως εκ τούτου, εάν θέτουν σε κίνδυνο την οικονομική ισορροπία υφιστάμενης σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

(10)

Για να αποφευχθεί η διακοπή νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών που έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία και για λόγους ασφάλειας δικαίου όσον αφορά τη δυνατότητα εκτέλεσης της εν λόγω νέας υπηρεσίας, το χρονικό διάστημα για την υποβολή αιτήματος εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας πρέπει να είναι περιορισμένο και να συναρτάται από τον χρόνο κοινοποίησης του ενδιαφέροντος του αιτούντος να εκτελεί νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών.

(11)

Για να γίνει δεκτό αίτημα εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας, θα πρέπει να τεκμηριώνει ότι τίθεται σε κίνδυνο η οικονομική ισορροπία της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας εξαιτίας της προτεινόμενης νέας υπηρεσίας.

(12)

Για να εξασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και να είναι σε θέση ο διαχειριστής υποδομής να διεκπεραιώνει τις αιτήσεις χωρητικότητας σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο κεφάλαιο IV τμήμα 3 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, ο ρυθμιστικός φορέας λαμβάνει απόφαση σχετικά με την οικονομική ισορροπία εντός προκαθορισμένου χρονοδιαγράμματος, και εν πάση περιπτώσει πριν από τη λήξη της προθεσμίας παραλαβής των αιτημάτων χωρητικότητας, το οποίο καθορίζει ο διαχειριστής υποδομής σύμφωνα με το παράρτημα VII σημείο 3 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

(13)

Ωστόσο, εάν, κατά την παραλαβή της κοινοποίησης του αιτούντος, μια σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας είναι σε στάδιο διαγωνισμού και ζητείται εξέταση της οικονομικής ισορροπίας, ο ρυθμιστικός φορέας μπορεί να αποφασίσει να αναστείλει επί περιορισμένο χρονικό διάστημα την εξέταση της αίτησης της νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών έως ότου ανατεθεί η νέα σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Η αναστολή διαρκεί 12 μήνες κατ' ανώτατο όριο από την παραλαβή της κοινοποίησης του αιτούντος ή μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία του διαγωνισμού, όποια ημερομηνία είναι ενωρίτερη.

Οι παρούσες ειδικές διατάξεις δεν θίγουν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού για σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας εκτελούμενη κατά την παραλαβή της κοινοποίησης του αιτούντος. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και εφόσον από την εξέταση οικονομικής ισορροπίας σχετικά με την υφιστάμενη δημόσια σύμβαση παροχής υπηρεσιών αποδειχθεί ότι μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση, η εν λόγω πρόσβαση θα πρέπει να είναι περιορίζεται χρονικά μέχρι τη λήξη της υφιστάμενης σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

(14)

Η οικονομική ισορροπία σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας θα πρέπει να θεωρείται ότι τίθεται σε κίνδυνο εάν η προτεινόμενη νέα υπηρεσία ενδέχεται να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο ύψος του κέρδους του φορέα εκμετάλλευσης της δημόσιας υπηρεσίας και/ή να επιφέρει στη λειτουργία της σημαντική αύξηση του καθαρού κόστους για την αρμόδια αρχή.

(15)

Κατά την αξιολόγηση της σοβαρότητας των επιπτώσεων, ο ρυθμιστικός φορέας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη κριτήρια όπως αν η νέα υπηρεσία θα διακυβεύσει τη βιωσιμότητα και θα θέσει σε κίνδυνο τη συνέχεια της δημόσιας υπηρεσίας, είτε επειδή η εκτέλεση της δημόσιας σύμβασης δεν θα είναι οικονομικά βιώσιμη για τον φορέα εκμετάλλευσης της δημόσιας υπηρεσίας, είτε επειδή θα επιφέρει σημαντική αύξηση του καθαρού κόστους για την αρμόδια αρχή.

(16)

Πέραν της οικονομικής ανάλυσης, ο ρυθμιστικός φορέας θα πρέπει επίσης να αξιολογεί και να λαμβάνει υπόψη τα καθαρά οφέλη για τους πελάτες βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα και τυχόν άλλες επιπτώσεις στις επιδόσεις του δικτύου και στην αξιοποίηση της χωρητικότητας. Ο ρυθμιστικός φορέας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις τεχνικές πληροφορίες που παρέχει ο διαχειριστής υποδομής όσον αφορά τις σχετικές απαιτήσεις για τις υποδομές, τις αναμενόμενες επιπτώσεις στις επιδόσεις του δικτύου και τη βέλτιστη αξιοποίηση της χωρητικότητας από όλους τους αιτούντες.

(17)

Η οικονομική ανάλυση θα πρέπει να εστιάζεται στις επιπτώσεις της προτεινόμενης νέας υπηρεσίας στη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας στο σύνολό της, καθώς και στις συγκεκριμένες υπηρεσίες που θίγονται, για το σύνολο του χρονικού διαστήματος, με συνεκτίμηση της αξίας τυχόν υφιστάμενων αποκλειστικών δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί. Προκαθορισμένα κατώτατα ποσοτικά όρια ζημίας δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά ή μεμονωμένα και όρια του είδους αυτού δεν θα πρέπει να καθορίζονται στην εθνική νομοθεσία. Η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενική μεθοδολογία που έχει εγκρίνει ο ρυθμιστικός φορέας έχοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των σιδηροδρομικών μεταφορών στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

(18)

Εφόσον ο ρυθμιστικός φορέας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών θα διακυβεύσει την οικονομική ισορροπία της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας, πρέπει να επισημάνει στην απόφασή του, ανάλογα με την περίπτωση, πιθανές αλλαγές στη νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, οι οποίες θα καταστήσουν δυνατή τη χορήγηση πρόσβασης. Ο ρυθμιστικός φορέας μπορεί να εκδίδει συστάσεις προς την αρμόδια αρχή όσον αφορά άλλους πιθανούς όρους που θα καταστήσουν δυνατή την πρόσβαση, ιδίως με βάση την ανάλυσή του για τα καθαρά οφέλη που θα έχουν οι πελάτες από τη νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών.

(19)

Εάν η αίτηση πρόσβασης αφορά νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών κατά το άρθρο 3 σημείο 36 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ και η αντικειμενική οικονομική ανάλυση του ρυθμιστικού φορέα καταδείξει ότι η νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών ενδέχεται να έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική ισορροπία σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ο ρυθμιστικός φορέας θα πρέπει να προσδιορίσει όρους που θα καταστήσουν δυνατή τη χορήγηση πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 11α της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

(20)

Σε όλες τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την εξέταση της οικονομικής ισορροπίας, ο ρυθμιστικός φορέας δεν θα πρέπει να δημοσιοποιεί εμπιστευτικές ή εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες που λαμβάνει από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ειδικότερα, θα πρέπει να αφαιρεί τις εν λόγω πληροφορίες από την απόφαση που πρόκειται να δημοσιεύσει. Όλες οι αποφάσεις των ρυθμιστικών φορέων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που έχουν ληφθεί, υπόκεινται σε δικαστική επανεξέταση σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 10 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

(21)

Εφόσον διενεργείται εξέταση της οικονομικής ισορροπίας για νέα υπηρεσία διεθνούς σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, με την επιφύλαξη της αρχής της ανεξαρτησίας των ρυθμιστικών φορέων στη λήψη αποφάσεων κατά το άρθρο 55 παράγραφος 1 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, οι ενδιαφερόμενοι ρυθμιστικοί φορείς θα πρέπει να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να συνεργάζονται για να επιτύχουν εύλογη επίλυση του θέματος.

(22)

Οι ρυθμιστικοί φορείς θα πρέπει να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά τη διεξαγωγή της εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας, με σκοπό να αναπροσαρμόζουν την οικεία μεθοδολογία με την πάροδο του χρόνου και να αναπτύσσουν συνεπή μεθοδολογία σε όλα τα κράτη μέλη, η οποία μπορεί να καλυφθεί από το άρθρο 57 παράγραφος 8 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

(23)

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 869/2014 της Επιτροπής (4) καθορίζει κριτήρια και διαδικασίες για την εξέταση του κύριου σκοπού και της οικονομικής ισορροπίας νέων υπηρεσιών διεθνούς σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών. Ωστόσο, με το άνοιγμα της αγοράς των υπηρεσιών εσωτερικών σιδηροδρομικών μεταφορών επιβατών, η εξέταση του κύριου σκοπού είναι πλέον παρωχημένη και σε όλες τις νέες υπηρεσίες σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών θα πρέπει να εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια και διαδικασίες, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για εσωτερικές ή διεθνείς υπηρεσίες. Συνεπώς, ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 869/2014 θα πρέπει να καταργηθεί.

(24)

Καθώς το άρθρο 10 και το άρθρο 11 παράγραφος 1 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2019, αλλά δεν εφαρμόζονται για τις σιδηροδρομικές υπηρεσίες που αρχίζουν να λειτουργούν πριν από τις 12 Δεκεμβρίου 2020, είναι αναγκαίο να συνεχισθεί η εφαρμογή του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 869/2014 της Επιτροπής μετά την 1η Ιανουαρίου 2019, μόνον όμως για νέες υπηρεσίες σιδηροδρομικών μεταφορών επιβατών που πρόκειται να αρχίσουν να λειτουργούν πριν από τις 12 Δεκεμβρίου 2020. Η εφαρμογή του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 869/2014 θα πρέπει να εξαρτάται από τις κοινοποιήσεις των αιτούντων που υποβάλλονται εντός χρονικού πλαισίου που επιτρέπει εύλογο χρονικό διάστημα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας έγκρισης και προγραμματισμού, ώστε να καταστεί όντως δυνατή η έναρξη λειτουργίας των υπηρεσιών πριν από τις 12 Δεκεμβρίου 2020.

(25)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 62 παράγραφος 1 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός ορίζει λεπτομερώς τη διαδικασία και τα κριτήρια που πρέπει να ακολουθούνται όταν καθορίζεται κατά πόσον η οικονομική ισορροπία σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς τίθεται σε κίνδυνο λόγω νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε καταστάσεις στις οποίες ένα κράτος μέλος έχει αποφασίσει να περιορίσει το δικαίωμα πρόσβασης που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ για νέες υπηρεσίες σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών μεταξύ ενός συγκεκριμένου σημείου αναχώρησης και ενός συγκεκριμένου σημείου προορισμού, όταν μία ή περισσότερες συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας καλύπτουν την ίδια διαδρομή ή εναλλακτική διαδρομή, κατά το άρθρο 11 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών»: υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών που προορίζεται να λειτουργεί ως τακτική υπηρεσία σύμφωνα με πίνακα δρομολογίων, η οποία είναι είτε εντελώς νέα, είτε συνεπάγεται σημαντική μεταβολή υφιστάμενης υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, ιδίως όσον αφορά την αυξημένη συχνότητα των υπηρεσιών ή τον αυξημένο αριθμό στάσεων, και η οποία δεν παρέχεται βάσει σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας·

2)   «εξέταση της οικονομικής ισορροπίας»: διαδικασία αξιολόγησης που περιγράφεται στο άρθρο 11 παράγραφοι 1 έως 4 και στο άρθρο 11α της οδηγίας 2012/34/ΕΕ και περιγράφεται περαιτέρω στο άρθρο 10, την οποία διεξάγει ρυθμιστικός φορέας κατόπιν αιτήματος μιας εκ των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, ώστε να προσδιορισθεί εάν η οικονομική ισορροπία σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας θα τεθεί σε κίνδυνο λόγω προτεινόμενης νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών·

3)   «σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας»: σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας κατά το άρθρο 2 στοιχείο θ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 στο πεδίο των σιδηροδρομικών μεταφορών·

4)   «αρμόδια αρχή»: αρμόδια αρχή κατά το άρθρο 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1370/2007·

5)   «καθαρή οικονομική επίπτωση»: η επίπτωση της νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών επί του καθαρού ισοζυγίου εξόδων και εσόδων που προκύπτουν από την ανάθεση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που ορίζονται σε σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, η οποία περιλαμβάνει εύλογο κέρδος·

6)   «αποκλειστικό δικαίωμα»: δικαίωμα κατά το άρθρο 2 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1370/2007.

Άρθρο 4

Κοινοποίηση προγραμματιζόμενης νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών

1.   Ο αιτών κοινοποιεί στους διαχειριστές υποδομής και στους ενδιαφερόμενους ρυθμιστικούς φορείς την πρόθεσή του να εκτελεί νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών σύμφωνα με την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 38 παράγραφος 4 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

2.   Οι ρυθμιστικοί φορείς εκπονούν και δημοσιεύουν στον δικτυακό τους τόπο τυποποιημένα έντυπα κοινοποίησης που προορίζονται να συμπληρώνονται και να υποβάλλονται από τους αιτούντες, τα οποία περιέχουν μόνον τις κάτωθι πληροφορίες:

α)

το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση, τη νομική οντότητα και τον αριθμό μητρώου του αιτούντος (κατά περίπτωση)·

β)

τα στοιχεία επικοινωνίας του προσώπου που είναι αρμόδιο για τις έρευνες·

γ)

τα στοιχεία της αδείας και το πιστοποιητικό ασφαλείας του αιτούντος ή προσδιορισμός του σταδίου στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία απόκτησης·

δ)

τη λεπτομερή διαδρομή με τον τόπο όπου βρίσκονται ο σταθμός αναχώρησης και ο σταθμός προορισμού, καθώς και όλες οι ενδιάμεσες στάσεις·

ε)

την προγραμματιζόμενη ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της προτεινόμενης νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών·

στ)

το ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα, τη συχνότητα και τη χωρητικότητα της προτεινόμενης νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, καθώς και τα προτεινόμενα ωράρια αναχώρησης και άφιξης, και τις ανταποκρίσεις, και τυχόν αποκλίσεις από τον πίνακα ωραρίων ως προς τη συχνότητα ή τις στάσεις, ανά κατεύθυνση·

ζ)

ενδεικτικές πληροφορίες σχετικά με το τροχαίο υλικό που προτίθεται να χρησιμοποιεί ο αιτών.

3.   Οι πληροφορίες για την προγραμματιζόμενη λειτουργία της νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών καλύπτουν τουλάχιστον τα πρώτα τρία έτη και, κατά το δυνατόν, τα πρώτα πέντε έτη λειτουργίας. Ο ρυθμιστικός φορέας μπορεί, ωστόσο, να συμφωνήσει σε βραχύτερη περίοδο.

4.   Ο ρυθμιστικός φορέας δημοσιεύει στον δικτυακό του τόπο το τυποποιημένο έντυπο κοινοποίησης που υπέβαλε ο αιτών και κοινοποιεί τα ακόλουθα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο εντός 10 ημερών από την παραλαβή της πλήρους κοινοποίησης στους κάτωθι:

α)

κάθε αρμόδια αρχή που έχει αναθέσει σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας για υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών στη συγκεκριμένη διαδρομή ή σε εναλλακτική διαδρομή κατά την έννοια της οδηγίας 2012/34/ΕΕ·

β)

κάθε άλλη ενδιαφερόμενη αρμόδια αρχή που έχει δικαίωμα να περιορίσει την πρόσβαση βάσει του άρθρου 11 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ·

γ)

κάθε σιδηροδρομική επιχείρηση που εκτελεί υπηρεσίες βάσει σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας στη διαδρομή της νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών ή σε εναλλακτική διαδρομή.

5.   Όλες οι πληροφορίες που παρέχει ο αιτών μέσω του τυποποιημένου εντύπου κοινοποίησης και τυχόν συνοδευτικών εγγράφων αποστέλλονται στους ρυθμιστικούς φορείς και στους διαχειριστές υποδομής σε ηλεκτρονική μορφή. Ωστόσο, ο ρυθμιστικός φορέας δύναται, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να δεχθεί την υποβολή των εγγράφων σε έντυπη μορφή.

6.   Αν η κοινοποίηση είναι ατελής, ο ρυθμιστικός φορέας ενημερώνει τον αιτούντα ότι ελλιπείς αιτήσεις δεν θα ληφθούν υπόψη και παρέχει στον αιτούντα τη δυνατότητα να συμπληρώσει το αίτημά του εντός εύλογης προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τις δέκα εργάσιμες ημέρες.

Άρθρο 5

Προθεσμία υποβολής αιτήματος εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας

1.   Κάθε αίτημα εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας υποβάλλεται στον ρυθμιστικό φορέα από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2012/34/ΕΕ εντός της προθεσμίας που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.

2.   Αν, κατά την παραλαβή της κοινοποίησης του αιτούντος κατά το άρθρο 4, διεξάγεται διαγωνισμός για την ανάθεση σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας η οποία καλύπτει την ίδια διαδρομή ή εναλλακτική διαδρομή και η προθεσμία υποβολής προσφορών στην αρμόδια αρχή έχει λήξει, επιτρέπεται να ζητηθεί εξέταση της οικονομικής ισορροπίας εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ όσον αφορά τη μελλοντική σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

Αυτό δεν θίγει την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού για σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας εκτελούμενη κατά την κοινοποίηση του αιτούντος.

3.   Εάν δεν υποβληθεί αίτημα εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο ρυθμιστικός φορέας ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα και τον διαχειριστή υποδομής χωρίς καθυστέρηση. Ο διαχειριστής υποδομής εξετάζει το αίτημα πρόσβασης σύμφωνα με το κεφάλαιο IV τμήμα 3 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

Άρθρο 6

Συμβάσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας με αποκλειστικά δικαιώματα

Εφόσον μια αρμόδια αρχή έχει χορηγήσει αποκλειστικά δικαιώματα σε σιδηροδρομική επιχείρηση που εκτελεί σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1370/2007, η ύπαρξη των δικαιωμάτων αυτών δεν αποκλείει τη χορήγηση πρόσβασης στον αιτούντα με σκοπό τη λειτουργία νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, υπό τον όρο ότι η εν λόγω πρόσβαση δεν θα θέσει σε κίνδυνο την οικονομική ισορροπία της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

Κατά τη διενέργεια της εξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 10, ο ρυθμιστικός φορέας λαμβάνει δεόντως υπόψη την αξία των εν λόγω αποκλειστικών δικαιωμάτων.

Άρθρο 7

Απαιτούμενες πληροφορίες για την εξέταση της οικονομικής ισορροπίας

1.   Η οντότητα που υποβάλλει αίτημα εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας παρέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

την ονομασία, τη διεύθυνση, τη νομική οντότητα, και τον αριθμό μητρώου της αιτούσας οντότητας (κατά περίπτωση)·

β)

τα στοιχεία επικοινωνίας του προσώπου που είναι αρμόδιο να απαντά σε ερωτήσεις·

γ)

τεκμηρίωση ότι η οικονομική ισορροπία της σύμβασης μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο λόγω της νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών·

δ)

εάν η αιτούσα οντότητα είναι αρμόδια αρχή ή η σιδηροδρομική επιχείρηση που εκτελεί τη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, αντίγραφο της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

2.   Ο ρυθμιστικός φορέας μπορεί να ζητήσει κάθε αναγκαία πληροφορία, μεταξύ των οποίων, ανάλογα με την περίπτωση:

α)

από την αρμόδια αρχή:

(1)

τις σχετικές προβλέψεις κυκλοφορίας, ζήτησης και εσόδων, καθώς και τη μεθοδολογία πρόβλεψης,

(2)

κατά περίπτωση, τη μεθοδολογία και τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του καθαρού οικονομικού αποτελέσματος σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 και με το παράρτημα του εν λόγω κανονισμού·

β)

από τη σιδηροδρομική επιχείρηση που εκτελεί τη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας:

(3)

αντίγραφο της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας, αν δεν έχει διαβιβασθεί βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο δ),

(4)

το επιχειρηματικό σχέδιο της επιχείρησης για τη διαδρομή που καλύπτει η σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας ή εναλλακτική διαδρομή,

(5)

τις σχετικές προβλέψεις κυκλοφορίας, ζήτησης και εσόδων, καθώς και τη μεθοδολογία πρόβλεψης,

(6)

πληροφορίες σχετικά με τα έσοδα και τα περιθώρια κέρδους της επιχείρησης στη διαδρομή που καλύπτει η σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας ή εναλλακτική διαδρομή,

(7)

πληροφορίες για τον πίνακα ωραρίων, καθώς και τις ώρες αναχώρησης, τις ενδιάμεσες στάσεις, τις ώρες άφιξης και τις ανταποκρίσεις,

(8)

την εκτιμώμενη ελαστικότητα των υπηρεσιών (π.χ. ελαστικότητα τιμών, ελαστικότητα ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των υπηρεσιών),

(9)

το κόστος κεφαλαίου και το κόστος λειτουργίας των υπηρεσιών που παρέχονται βάσει της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας, καθώς και τις διακυμάνσεις του κόστους και της ζήτησης λόγω της νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών·

γ)

από τον αιτούντα, πληροφορίες σχετικά με τα οικεία σχέδια λειτουργίας της νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, μεταξύ των οποίων είναι:

(10)

το επιχειρηματικό σχέδιο,

(11)

πρόβλεψη της επιβατικής κίνησης και των εσόδων, καθώς και η σχετική μεθοδολογία πρόβλεψης,

(12)

στρατηγικές τιμών,

(13)

ρυθμίσεις έκδοσης εισιτηρίων,

(14)

προδιαγραφές του τροχαίου υλικού (π.χ. συντελεστής φορτίου, αριθμός θέσεων, διαρρύθμιση οχήματος),

(15)

στρατηγική εμπορίας·

δ)

από τον διαχειριστή υποδομής:

(16)

πληροφορίες σχετικά με τις αντίστοιχες γραμμές ή τμήματα, ώστε να διασφαλισθεί ότι η νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών μπορεί να λειτουργεί στη συγκεκριμένη υποδομή,

(17)

πληροφορίες σχετικά με τις δυνητικές επιπτώσεις της προτεινόμενης νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών στις επιδόσεις και την ανθεκτικότητα,

(18)

εκτίμηση επιπτώσεων σχετικά με τη χρήση της χωρητικότητας,

(19)

σχέδια ανάπτυξης της υποδομής όσον αφορά τις διαδρομές που καλύπτει η προτεινόμενη νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, καθώς και ένδειξη του χρόνου υλοποίησης των σχεδίων αυτών,

(20)

πληροφορίες για σχετικές συμφωνίες-πλαίσιο που έχουν συναφθεί ή βρίσκονται υπό συζήτηση, ιδίως με την επιχείρηση που εκτελεί τη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

Οι υποχρεώσεις του διαχειριστή υποδομής για την παροχή πληροφοριών κατά το στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δεν θίγουν τις υποχρεώσεις του με βάση τη διαδικασία κατανομής κατά το κεφάλαιο IV τμήμα 3 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

3.   Όλες οι πληροφορίες αποστέλλονται στον ρυθμιστικό φορέα σε ηλεκτρονική μορφή. Ωστόσο, ο ρυθμιστικός φορέας δύναται, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να δεχθεί την υποβολή των εγγράφων σε έντυπη μορφή.

Άρθρο 8

Εμπιστευτικότητα

1.   Ο ρυθμιστικός φορέας δεν δημοσιοποιεί ευαίσθητες εμπορικά πληροφορίες που λαμβάνει από τα μέρη σχετικά με την εξέταση της οικονομικής ισορροπίας.

2.   Ο φορέας που ζητεί εξέταση της οικονομικής ισορροπίας και ο αιτών τεκμηριώνουν κάθε προτεινόμενη μη δημοσιοποίηση εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών όταν παρέχουν τις πληροφορίες στον ρυθμιστικό φορέα. Οι πληροφορίες αυτές ενδέχεται να περιλαμβάνουν, ιδίως, τεχνικά ή οικονομικά στοιχεία σχετιζόμενα με την τεχνογνωσία μιας επιχείρησης, το επιχειρηματικό σχέδιο, τη διάρθρωση του κόστους, τις στρατηγικές μάρκετινγκ και τιμολόγησης, τις πηγές εφοδιασμού και τα μερίδια της αγοράς. Ο ρυθμιστικός φορέας αφαιρεί τυχόν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες από την απόφασή του πριν από τη δημοσίευση και την κοινοποίησή της σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 5. Οι πληροφορίες που περιέχει το τυποποιημένο έντυπο κοινοποίησης, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2, δεν θεωρούνται εμπορικά ευαίσθητου χαρακτήρα.

3.   Εάν ο ρυθμιστικός φορέας κρίνει ότι οι λόγοι της μη δημοσιοποίησης που προβλέπονται στην παράγραφο 2 δεν μπορεί να γίνουν δεκτοί, η εν λόγω απόφαση κοινοποιείται και αιτιολογείται εγγράφως στον αιτούντα που ζήτησε την εμπιστευτικότητα, το αργότερο δύο εβδομάδες πριν από την έκδοση της απόφασης κατά το άρθρο 11 παράγραφος 1.

4.   Η απόφαση του ρυθμιστικού φορέα σχετικά με την εμπιστευτικότητα υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 10 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ. Ο ρυθμιστικός φορέας δεν δημοσιοποιεί τις επίμαχες πληροφορίες μέχρι το εθνικό δικαστήριο να εκδώσει απόφαση σχετικά με την εμπιστευτικότητα.

Άρθρο 9

Διαδικασία εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας

1.   Ο ρυθμιστικός φορέας μπορεί να ζητήσει από την οντότητα που ζητεί εξέταση της οικονομικής ισορροπίας να του παράσχει κάθε συμπληρωματική πληροφορία που κρίνει αναγκαία σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Η αιτούσα οντότητα παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες εντός εύλογης προθεσμίας την οποία καθορίζει ο ρυθμιστικός φορέας. Ο ρυθμιστικός φορέας μπορεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες αν κρίνει ότι δεν αρκούν οι συμπληρωματικές πληροφορίες που έλαβε.

2.   Σε περίπτωση που έξι εβδομάδες πριν από την οριστική ημερομηνία παραλαβής των αιτημάτων χωρητικότητας που καθορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα VII σημείο 3 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, οι πληροφορίες που παρείχε η αιτούσα οντότητα εξακολουθούν να είναι ελλιπείς, ο ρυθμιστικός φορέας προβαίνει στην εξέταση με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες. Εάν, ωστόσο, ο ρυθμιστικός φορέας κρίνει ότι τα στοιχεία είναι ανεπαρκή για την εκτέλεση της εξέτασης, απορρίπτει το αίτημα.

3.   Εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας, ο ρυθμιστικός φορέας δύναται επίσης να ζητήσει από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 να του διαβιβάσουν τις πληροφορίες που χρειάζεται για την εκτέλεση της εξέτασης σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, εφόσον τις πληροφορίες αυτές μπορεί ευλόγως να παράσχει το ενδιαφερόμενο μέρος. Εφόσον οι πληροφορίες που παρέχονται είναι ελλιπείς, ο ρυθμιστικός φορέας μπορεί να ζητήσει περαιτέρω διευκρινίσεις, καθορίζοντας εύλογη προθεσμία.

4.   Σε περίπτωση που έξι εβδομάδες πριν από την οριστική ημερομηνία παραλαβής των αιτημάτων χωρητικότητας που καθορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα VII σημείο 3 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, οι πληροφορίες που παρείχε ο αιτών πρόσβαση εξακολουθούν να είναι ελλιπείς, ο ρυθμιστικός φορέας προβαίνει στην εξέταση με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες. Εάν, ωστόσο, ο ρυθμιστικός φορέας κρίνει ότι τα στοιχεία που παρείχε ο αιτών είναι ανεπαρκή για την εκτέλεση της εξέτασης, λαμβάνει απόφαση απόρριψης του αιτήματος πρόσβασης.

5.   Εφόσον η επιχείρηση που εκτελεί τη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας δεν είναι η αιτούσα οντότητα και εφόσον έξι εβδομάδες πριν από την οριστική ημερομηνία παραλαβής των αιτημάτων χωρητικότητας που καθορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα VII σημείο 3 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, τα στοιχεία που παρείχε η εν λόγω επιχείρηση εξακολουθούν να είναι ελλιπή, ο ρυθμιστικός φορέας προβαίνει στην εξέταση με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες. Εάν, ωστόσο, ο ρυθμιστικός φορέας κρίνει ότι τα παρεχόμενα στοιχεία είναι ανεπαρκή για την εκτέλεση της εξέτασης, λαμβάνει απόφαση χορήγησης της πρόσβασης.

6.   Ο ρυθμιστικός φορέας λαμβάνει απόφαση το αργότερο εντός έξι εβδομάδων από την παραλαβή όλων των σχετικών πληροφοριών και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την οριστική ημερομηνία παραλαβής των αιτημάτων χωρητικότητας που καθορίζεται στο παράρτημα VII σημείο 3 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ. Ο ρυθμιστικός φορέας ενημερώνει τον διαχειριστή υποδομής για την απόφασή του χωρίς καθυστέρηση.

7.   Εφόσον υποβάλλεται αίτημα εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας μιας σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 η οποία είναι σε στάδιο διαγωνισμού, ο ρυθμιστικός φορέας μπορεί να αναστείλει την εξέταση της αίτησης εκτέλεσης νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών που προτείνεται επί μέγιστο χρονικό διάστημα 12 μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης του αιτούντος τη νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών ή έως ότου ολοκληρωθεί διαγωνισμός, όποια ημερομηνία είναι ενωρίτερη.

Άρθρο 10

Περιεχόμενα της εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας και κριτήρια αξιολόγησης

1.   Ο ρυθμιστικός φορέας αξιολογεί κατά πόσον η οικονομική ισορροπία σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας τίθεται σε κίνδυνο από την προτεινόμενη νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών. Η οικονομική ισορροπία θεωρείται ότι διακυβεύεται εφόσον η νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών θα έχει σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο σε τουλάχιστον ένα από τα κάτωθι στοιχεία:

α)

την αποδοτικότητα των υπηρεσιών που λειτουργεί η σιδηροδρομική επιχείρηση βάσει σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας·

β)

το καθαρό κόστος της αρμόδιας αρχής που ανέθεσε τη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

2.   Η ανάλυση αφορά τη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας στο σύνολό της και καθ' όλη τη διάρκειά της και όχι μεμονωμένες υπηρεσίες που λειτουργούν βάσει αυτής. Επιτρέπεται η εφαρμογή προκαθορισμένων κατώτατων ορίων ή ειδικών κριτηρίων, όχι όμως αυστηρά ή ανεξάρτητα από άλλα κριτήρια.

3.   Ο ρυθμιστικός φορέας αξιολογεί την καθαρή οικονομική επίπτωση της νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών στη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Η ανάλυση των δαπανών και εσόδων που προκύπτουν κατά τη λειτουργία των υπηρεσιών που καλύπτει η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας μετά την είσοδο της νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών στην αγορά περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τη διακύμανση του κόστους και των εσόδων που προκύπτουν για τη σιδηροδρομική επιχείρηση που εκτελεί τη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας (καθώς και, κατά περίπτωση, κάθε εξοικονόμηση δαπανών, όπως εκείνες που προκύπτουν από τη μη αντικατάσταση τροχαίου υλικού που φθάνει στο τέλος της ωφέλιμης ζωής του ή προσωπικού του οποίου λήγει η σύμβαση εργασίας)·

β)

τα οικονομικά αποτελέσματα που δημιουργούνται στο δίκτυο βάσει σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας από την προτεινόμενη νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών (όπως η προσέλκυση επιβατών που ενδιαφέρονται ίσως για τη σύνδεση με περιφερειακές υπηρεσίες που καλύπτει η σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας)·

γ)

τη δυνατή ανταπόκριση της σιδηροδρομικής επιχείρησης που εκτελεί τη σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας στον ανταγωνισμό·

δ)

επιπτώσεις στις σχετικές επενδύσεις των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, ή των αρμοδίων αρχών, παραδείγματος χάρη σε τροχαίο υλικό·

ε)

την αξία των τυχόν υφιστάμενων αποκλειστικών δικαιωμάτων.

4.   Ο ρυθμιστικός φορέας αξιολογεί τη σημασία των επιπτώσεων λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τις συμβατικές ρυθμίσεις μεταξύ της αρμόδιας αρχής και της σιδηροδρομικής επιχείρησης που λειτουργεί τις δημόσιες υπηρεσίες και, κατά περίπτωση, το ύψος της αποζημίωσης το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 ή που προκύπτει από την ανάθεση σύμβασης κατόπιν διαγωνισμού και τυχόν μηχανισμούς επιμερισμού των κινδύνων, όπως οι κίνδυνοι ως προς την κυκλοφορία και τα έσοδα.

5.   Ο ρυθμιστικός φορέας αξιολογεί επίσης:

α)

τα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα καθαρά οφέλη για τους πελάτες που απορρέουν από τη νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών·

β)

τις επιπτώσεις της νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών στις επιδόσεις και την ποιότητα των υπηρεσιών σιδηροδρομικών μεταφορών·

γ)

τις επιπτώσεις της νέας υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών στον προγραμματισμό των ωραρίων των υπηρεσιών σιδηροδρομικών μεταφορών.

6.   Εάν ο ρυθμιστικός φορέας εξετάζει περισσότερες από μία αιτήσεις πρόσβασης, μπορεί να λάβει διαφορετικές αποφάσεις για τις αιτήσεις που παρέλαβε, με βάση ανάλυση των αντίστοιχων επιπτώσεών τους στην οικονομική ισορροπία της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας, τα αποτελέσματα επί του ανταγωνισμού, τα καθαρά οφέλη για τους πελάτες και τις επιπτώσεις στο δίκτυο, καθώς και των σωρευτικών τους αποτελεσμάτων στην οικονομική ισορροπία της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

7.   Η αξιολόγηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν θίγει την υποχρέωση του ρυθμιστικού φορέα να αναφέρει θέματα κρατικών ενισχύσεων στις εθνικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 56 παράγραφος 12 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

Άρθρο 11

Αποτέλεσμα της εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας

1.   Αφού ο ρυθμιστικός φορέας ολοκληρώσει την εξέταση της οικονομικής ισορροπίας σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, λαμβάνει απόφαση δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 2 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, με βάση την οποία χορηγείται, τροποποιείται, χορηγείται μόνον υπό όρους ή απορρίπτεται το δικαίωμα πρόσβασης στη σιδηροδρομική υποδομή.

2.   Εφόσον ο ρυθμιστικός φορέας αξιολογήσει ότι η οικονομική ισορροπία σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας τίθεται σε κίνδυνο από την προτεινόμενη νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών:

α)

κατά περίπτωση, επισημαίνει πιθανές μεταβολές στην εν λόγω νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, όπως τροποποίηση των συχνοτήτων, των διαδρομών, των ενδιάμεσων στάσεων ή των ωραρίων, με τις οποίες διασφαλίζεται η τήρηση των όρων χορήγησης του δικαιώματος πρόσβασης κατά το άρθρο 10 παράγραφος 2 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ· και/ή

β)

μπορεί να διατυπώσει συστάσεις προς τις αρμόδιες αρχές, κατά περίπτωση με βάση τα καθαρά οφέλη για τους πελάτες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 5 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, σχετικά με άλλες αλλαγές μη σχετιζόμενες με τη νέα υπηρεσία σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών με τις οποίες εξασφαλίζεται η τήρηση των όρων χορήγησης του δικαιώματος πρόσβασης.

3.   Εφόσον το αίτημα πρόσβασης αφορά τη λειτουργία νέας υπηρεσίας κατά το άρθρο 3 σημείο 36 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, ο ρυθμιστικός φορέας αφού προβεί στη διαδικασία και την ανάλυση που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 11α της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

4.   Υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, εφόσον από την εξέταση της οικονομικής ισορροπίας της υφιστάμενης σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας αποδειχθεί ότι μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση, η πρόσβαση θα πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένη, ενόσω εκκρεμεί η έκβαση της εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας που πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο και το άρθρο 9 παράγραφος 7.

5.   Ο ρυθμιστικός φορέας κοινοποιεί μη εμπιστευτική έκδοση της απόφασής του στις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ και τις δημοσιεύει στον δικτυακό του τόπο.

Άρθρο 12

Συνεργασία μεταξύ ρυθμιστικών φορέων αρμόδιων για την προτεινόμενη νέα διεθνή επιβατική γραμμή

1.   Μετά την παραλαβή κοινοποίησης αιτούντος ότι προτίθεται να αρχίσει τη λειτουργία νέας διεθνούς υπηρεσίας σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, ο ρυθμιστικός φορέας ενημερώνει τους άλλους ρυθμιστικούς φορείς που έχουν αρμοδιότητα για τη διαδρομή της προτεινόμενης νέας υπηρεσίας. Οι ενδιαφερόμενοι ρυθμιστικοί φορείς ελέγχουν τις πληροφορίες που λαμβάνουν και αλληλοενημερώνονται σχετικά με τυχόν ανακολουθίες.

2.   Ο ρυθμιστικός φορέας μόλις λάβει αίτημα εξέτασης της οικονομικής ισορροπίας από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ, ενημερώνει σχετικά τους άλλους αρμόδιους ρυθμιστικούς φορείς.

3.   Οι ρυθμιστικοί φορείς ανταλλάσσουν μεταξύ τους τα αποτελέσματα των οικείων εξετάσεων της οικονομικής ισορροπίας, ώστε να παρέχουν στους άλλους ρυθμιστικούς φορείς τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων πριν αυτά οριστικοποιηθούν. Οι ρυθμιστικοί φορείς συνεργάζονται για να επιλύσουν το θέμα, σύμφωνα με το άρθρο 57 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

4.   Κατά τη διάρκεια τυχόν ανταλλαγής πληροφοριών για τις εξετάσεις, οι ρυθμιστικοί φορείς τηρούν την εμπιστευτικότητα των ευαίσθητων εμπορικά πληροφοριών που έλαβαν από τα ενδιαφερόμενα μέρη που μετείχαν στις εξετάσεις. Επιτρέπεται να κάνουν χρήση των πληροφοριών μόνον για τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Άρθρο 13

Τέλη

Ένα κράτος μέλος ή ένας ρυθμιστικός φορέας μπορεί να αποφασίσει την καταβολή τέλους για την εξέταση της οικονομικής ισορροπίας από την οντότητα που ζητεί την εξέταση.

Άρθρο 14

Μεθοδολογία

1.   Η μεθοδολογία που χρησιμοποιεί ο ρυθμιστικός φορέας για τη διενέργεια της εξέτασης είναι σαφής, διαφανής, δεν εισάγει διακρίσεις και δημοσιεύεται στον δικτυακό του τόπο.

2.   Οι ρυθμιστικοί φορείς ανταλλάσσουν εμπειρίες και βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την εφαρμογή των αντίστοιχων μεθοδολογιών στο πλαίσιο του δικτύου κατά το άρθρο 57 παράγραφος 1 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ.

Άρθρο 15

Κατάργηση

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 869/2014 καταργείται από τις 12 Δεκεμβρίου 2020. Εφαρμόζεται στις κοινοποιήσεις των αιτούντων που παραλαμβάνονται μετά την 1η Ιανουαρίου 2019 μόνον εφόσον υποβάλλονται αρκετά έγκαιρα ώστε να είναι δυνατή η έναρξη λειτουργίας των νέων υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών πριν από τις 12 Δεκεμβρίου 2020.

Άρθρο 16

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2019 εγκαίρως για τον πίνακα δρομολογίων που αρχίζουν στις 12 Δεκεμβρίου 2020.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 20 Νοεμβρίου 2018.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 32.

(2)  Οδηγία (EE) 2016/2370 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, για την τροποποίηση της οδηγίας 2012/34/ΕΕ όσον αφορά το άνοιγμα της αγοράς εσωτερικών υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών και τη διακυβέρνηση της σιδηροδρομικής υποδομής (ΕΕ L 352 της 23.12.2016, σ. 1).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2007, για τις δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 και (ΕΟΚ) αριθ. 1107/70 του Συμβουλίου (ΕΕ L 315 της 3.12.2007, σ. 1).

(4)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 869/2014 της Επιτροπής, της 11ης Αυγούστου 2014, σχετικά με νέες σιδηροδρομικές επιβατικές γραμμές (ΕΕ L 239 της 12.8.2014, σ. 1).


21.11.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/15


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2018/1796 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 20ής Νοεμβρίου 2018

για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 540/2011 όσον αφορά την παράταση των περιόδων έγκρισης των δραστικών ουσιών amidosulfuron, bifenox, chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, clofentezine, dicamba, difenoconazole, diflubenzuron, diflufenican, dimoxystrobin, fenoxaprop-p, fenpropidin, lenacil, mancozeb, mecoprop-p, metiram, nicosulfuron, oxamyl, picloram, pyraclostrobin, pyriproxyfen και tritosulfuron

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 17 πρώτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το μέρος Α του παραρτήματος του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 540/2011 της Επιτροπής (2) περιλαμβάνει τις δραστικές ουσίες που θεωρούνται εγκεκριμένες σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1107/2009.

(2)

Οι περίοδοι έγκρισης των δραστικών ουσιών chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, dimoxystrobin, mancozeb, mecoprop-p, metiram, oxamyl και pyraclostrobin παρατάθηκαν την τελευταία φορά με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2018/84 της Επιτροπής (3). Οι περίοδοι έγκρισης των εν λόγω ουσιών θα λήξουν στις 31 Ιανουαρίου 2019.

(3)

Η περίοδος έγκρισης της δραστικής ουσίας tritosulfuron θα λήξει στις 30 Νοεμβρίου 2018.

(4)

Οι περίοδοι έγκρισης των δραστικών ουσιών amidosulfuron, bifenox, clofentezine, dicamba, difenoconazole, diflubenzuron, diflufenican, fenoxaprop-p, fenpropidin, lenacil, nicosulfuron, picloram και pyriproxyfen θα λήξουν στις 31 Δεκεμβρίου 2018.

(5)

Υποβλήθηκαν αιτήσεις για την ανανέωση της έγκρισης των εν λόγω ουσιών σύμφωνα με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 844/2012 της Επιτροπής (4).

(6)

Επειδή η αξιολόγηση των εν λόγω ουσιών έχει καθυστερήσει για λόγους που βρίσκονται εκτός του ελέγχου των αιτούντων, οι εγκρίσεις αυτών των δραστικών ουσιών είναι πιθανό να λήξουν πριν ληφθεί απόφαση σχετικά με την ανανέωσή τους. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να παραταθούν οι περίοδοι έγκρισής τους.

(7)

Βάσει του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 17 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, όσον αφορά περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή εκδίδει κανονισμό που προβλέπει ότι η έγκριση μιας δραστικής ουσίας που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού δεν ανανεώνεται επειδή δεν πληρούνται τα κριτήρια έγκρισης, η Επιτροπή θα ορίσει ως ημερομηνία λήξης την ίδια ημερομηνία που ίσχυε πριν από τον παρόντα κανονισμό ή την ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού που προβλέπει ότι η έγκριση της δραστικής ουσίας δεν ανανεώνεται, επιλέγοντας εκ των δύο τη μεταγενέστερη χρονολογικά ημερομηνία. Όσον αφορά περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή εκδίδει κανονισμό που προβλέπει την ανανέωση δραστικής ουσίας που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα επιδιώξει να ορίσει τη συντομότερη δυνατή ημερομηνία εφαρμογής, όπως επιβάλλουν οι περιστάσεις.

(8)

Δεδομένου ότι η περίοδος έγκρισης της δραστικής ουσίας tritosulfuron λήγει στις 30 Νοεμβρίου 2018, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει το συντομότερο δυνατόν.

(9)

Συνεπώς, ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 540/2011 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(10)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 540/2011 τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 20 Νοεμβρίου 2018.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 309 της 24.11.2009, σ. 1.

(2)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 540/2011 της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2011, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον κατάλογο των εγκεκριμένων δραστικών ουσιών (ΕΕ L 153 της 11.6.2011, σ. 1).

(3)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/84 της Επιτροπής, της 19ης Ιανουαρίου 2018, για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 540/2011 όσον αφορά την παράταση των περιόδων έγκρισης των δραστικών ουσιών chlorpyrifos, chlorpyrifos-methyl, clothianidin, ενώσεις χαλκού, dimoxystrobin, mancozeb, mecoprop-p, metiram, oxamyl, pethoxamid, propiconazole, propineb, propyzamide, pyraclostrobin και zoxamide (ΕΕ L 16 της 20.1.2018, σ. 8).

(4)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 844/2012 της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 2012, για τον καθορισμό των διατάξεων που απαιτούνται για την εφαρμογή της διαδικασίας ανανέωσης της έγκρισης δραστικών ουσιών, που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά (ΕΕ L 252 της 19.9.2012, σ. 26).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το μέρος Α του παραρτήματος του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 540/2011 τροποποιείται ως εξής:

(1)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 57, Mecoprop-P, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Ιανουαρίου 2020»·

(2)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 81, Pyraclostrobin, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Ιανουαρίου 2020»·

(3)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 111, Chlorpyrifos, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Ιανουαρίου 2020»·

(4)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης»), της καταχώρισης 112, Chlorpyrifos-methyl, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Ιανουαρίου 2020»·

(5)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 114, Mancozeb, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Ιανουαρίου 2020»·

(6)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 115, Metiram, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Ιανουαρίου 2020»·

(7)

στην έκτη στήλη,(«Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 116, Oxamyl, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Ιανουαρίου 2020»·

(8)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 128, Dimoxystrobin, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Ιανουαρίου 2020»·

(9)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 169, Amidosulfuron, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(10)

στην έκτη στήλη, λήξη της έγκρισης, της καταχώρισης 170, Nicosulfuron, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(11)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 171, Clofentezine, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(12)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 172, Dicamba, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(13)

στην έκτη στήλη, («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 173, Difenoconazole, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(14)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 174, Diflubenzuron, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(15)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 176, Lenacil, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(16)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 178, Picloram, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(17)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 179, Pyriproxyfen, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(18)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 180, Bifenox, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(19)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 181, Diflufenica, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(20)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 182, Fenoxaprop-P, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(21)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 183, Fenpropidin, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «31 Δεκεμβρίου 2019»·

(22)

στην έκτη στήλη («Λήξη της έγκρισης») της καταχώρισης 186, Tritosulfuron, η ημερομηνία αντικαθίσταται από την ημερομηνία «30 Νοεμβρίου 2019»·


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

21.11.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/18


ΑΠΌΦΑΣΗ (ΚΕΠΠΑ) 2018/1797 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 19ης Νοεμβρίου 2018

για την τροποποίηση και ενημέρωση της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2018/340 που καταρτίζει τον κατάλογο των έργων PESCO

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως το άρθρο 46 παράγραφος 6,

Έχοντας υπόψη την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2017/2315 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2017, για τη θεσμοθέτηση μόνιμης διαρθρωμένης συνεργασίας (PESCO) και την κατάρτιση του καταλόγου των συμμετεχόντων κρατών μελών (1),

Έχοντας υπόψη την κοινή πρόταση του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στις 11 Δεκεμβρίου 2017, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2017/2315.

(2)

Το στοιχείο ε) του άρθρου 4 παράγραφος 2 της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2017/2315 ορίζει ότι το Συμβούλιο καταρτίζει τον κατάλογο των έργων που θα αναπτυχθούν στο πλαίσιο της μόνιμης διαρθρωμένης συνεργασίας (PESCO) και που θα απηχούν αφενός τη στήριξη της ανάπτυξης ικανοτήτων και αφετέρου την παροχή ουσιαστικής υποστήριξης, σε συνάρτηση με τα μέσα και τις ικανότητες, προς τις επιχειρήσεις και τις αποστολές της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.

(3)

Στις 6 Μαρτίου 2018, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2018/340 με την οποία κατήρτισε τον κατάλογο των έργων PESCO (2).

(4)

Στις 6 Μαρτίου 2018, το Συμβούλιο εξέδωσε σύσταση σχετικά με χάρτη πορείας για την υλοποίηση της PESCO (3) («σύσταση»).

(5)

Στην παράγραφο 9 της εν λόγω σύστασης ορίζεται ότι το Συμβούλιο θα πρέπει να ενημερώσει τον κατάλογο των έργων PESCO εντός του Νοεμβρίου του 2018, προκειμένου να συμπεριλάβει το επόμενο σύνολο έργων, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 5 της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2017/2315, που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας («Ύπατος Εκπρόσωπος») δύναται να διατυπώνει σύσταση σχετικά με τον εντοπισμό και την αξιολόγηση των έργων PESCO, βάσει των αξιολογήσεων που παρέχονται από τη γραμματεία της PESCO, ώστε το Συμβούλιο να λάβει απόφαση, κατόπιν στρατιωτικής γνωμοδότησης της Στρατιωτικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕΕ).

(6)

Στις 25 Ιουνίου 2018 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2018/909 που καθορίζει μια κοινή δέσμη κανόνων διακυβέρνησης για έργα PESCO (4).

(7)

Στις 11 Οκτωβρίου 2018, η Ύπατη Εκπρόσωπος προέβη σε σύσταση προς το Συμβούλιο σχετικά με τον εντοπισμό και την αξιολόγηση των προτάσεων έργων στο πλαίσιο της PESCO.

(8)

Στις 13 Νοεμβρίου 2018, η Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας συμφώνησε επί των συστάσεων που περιλαμβάνονται στην γνωμοδότηση που εξέδωσε η ΣΕΕΕ κατόπιν συστάσεως της Ύπατης Εκπροσώπου σχετικά με τον εντοπισμό και την αξιολόγηση των προτάσεων έργων στο πλαίσιο της PESCO.

(9)

Η απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2018/340 θα πρέπει, συνεπώς, να τροποποιηθεί αναλόγως από το Συμβούλιο,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2018/340 τροποποιείται ως εξής:

1)

στο άρθρο 1, προστίθενται στον κατάλογο τα κάτωθι έργα:

«18.

Εκπαίδευση χειρισμού ελικοπτέρου σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας και υψομέτρου (εκπαίδευση H3)

19.

Κοινή Σχολή Πληροφοριών της ΕΕ

20.

Κέντρα αξιολόγησης και δοκιμών της ΕΕ

21.

Ολοκληρωμένο μη επανδρωμένο σύστημα εδάφους (UGS)

22.

Ενωσιακά πυραυλικά συστήματα πεδίου μάχης εδάφους για στόχους εκτός οπτικού πεδίου (BLOS)

23.

Αναπτύξιμος σπονδυλωτός μηχανισμός δυνατοτήτων υποβρύχιας παρέμβασης (DIVEPACK)

24.

Ευρωπαϊκό τηλεκατευθυνόμενο αεροπορικό σύστημα μεσαίου ύψους μεγάλης εμβέλειας – Ευρωπαϊκό MALE RPAS (Eurodrone)

25.

Ευρωπαϊκά επιθετικά ελικόπτερα TIGER Mark III

26.

Αναχαίτιση μη επανδρωμένων εναέριων συστημάτων (C-UAS)

27.

Ευρωπαϊκή πλατφόρμα αερόπλοιων στα υψηλά στρώματα της ατμόσφαιρας (EHAAP) – Συνεχής δυνατότητα συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISR)

28.

Ένας ενιαίος σταθμός διοίκησης τακτικής διοίκησης και ελέγχου αναπτύξιμων δυνάμεων ειδικών επιχειρήσεων για μικτές επιχειρήσεις μικρής εμβέλειας – (SOCC) για SJO

29.

Δυνατότητα ηλεκτρονικού πολέμου και πρόγραμμα διαλειτουργικότητας για τη μελλοντική συνεργασία κοινής ISR

30.

Χημική, βιολογική, ραδιολογική και αναγνωριστική εποπτεία (CBRN) ως υπηρεσία (CBRN SaaS)

31.

Κοινή χρήση βάσεων

32.

Μονάδα συντονισμού της στήριξης GeoMETOC (GMSCE)

33.

Ενωσιακή λύση ραδιοπλοήγησης (EURAS)

34.

Ευρωπαϊκό στρατιωτικό δίκτυο ευαισθητοποίησης για την επιτήρηση του διαστήματος (EU-SSA-N)».

2)

Το άρθρο 2 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 2

Ο κατάλογος μελών κάθε επιμέρους έργου εμφαίνεται στο παράρτημα Ι.».

3)

Παρεμβάλλεται το εξής άρθρο:

«Άρθρο 2α

Ενημερωτικώς, ο ενημερωμένος συνολικός κατάλογος μελών κάθε επιμέρους έργου εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ.».

4)

Το παράρτημα τροποποιείται ως εξής:

α)

επαναριθμείται ως «παράρτημα Ι»,

β)

το περιεχόμενο του παραρτήματος Ι της παρούσας απόφασης προστίθεται στον πίνακα.

5)

Το περιεχόμενο του παραρτήματος ΙΙ της παρούσας απόφασης προστίθεται ως παράρτημα ΙΙ.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία της έκδοσής της.

Βρυξέλλες, 19 Νοεμβρίου 2018.

Για το Συμβούλιο

H Πρόεδρος

F. MOGHERINI


(1)  ΕΕ L 331 της 14. 12. 2017, σ. 57.

(2)  ΕΕ L 65 της 8. 3. 2018, σ. 24.

(3)  ΕΕ C 88 της 8. 3. 2018, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 161 της 26.6.2018, σ. 37.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Έργο

Μέλη του έργου

«18.

Εκπαίδευση χειρισμού ελικοπτέρου σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας και υψομέτρου (εκπαίδευση H3)

Ελλάδα, Ιταλία, Ρουμανία

19.

Κοινή Σχολή Πληροφοριών της ΕΕ

Ελλάδα, Κύπρος

20.

Κέντρα αξιολόγησης και δοκιμών της ΕΕ

Γαλλία, Σουηδία, Ισπανία, Σλοβακία

21.

Ολοκληρωμένο μη επανδρωμένο σύστημα εδάφους (UGS)

Εσθονία, Βέλγιο, Τσεχία, Ισπανία, Γαλλία, Λετονία, Ουγγαρία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Φινλανδία

22.

Ενωσιακά πυραυλικά συστήματα πεδίου μάχης εδάφους για στόχους εκτός οπτικού πεδίου (BLOS)

Γαλλία, Βέλγιο, Κύπρος

23.

Αναπτύξιμος σπονδυλωτός μηχανισμός δυνατοτήτων υποβρύχιας παρέμβασης (DIVEPACK)

Βουλγαρία, Ελλάδα, Γαλλία

24.

Ευρωπαϊκό τηλεκατευθυνόμενο αεροπορικό σύστημα μεσαίου ύψους μεγάλης εμβέλειας – Ευρωπαϊκό MALE RPAS (Eurodrone)

Γερμανία, Τσεχία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία

25.

Ευρωπαϊκά επιθετικά ελικόπτερα TIGER Mark III

Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία

26.

Αναχαίτιση μη επανδρωμένων εναέριων συστημάτων (C-UAS)

Ιταλία, Τσεχία

27.

Ευρωπαϊκή πλατφόρμα αερόπλοιων στα υψηλά στρώματα της ατμόσφαιρας (EHAAP) – Συνεχής δυνατότητα συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISR)

Ιταλία, Γαλλία

28.

Ένας ενιαίος σταθμός διοίκησης τακτικής διοίκησης και ελέγχου αναπτύξιμων δυνάμεων ειδικών επιχειρήσεων για μικτές επιχειρήσεις μικρής εμβέλειας – (SOCC) για SJO

Ελλάδα, Κύπρος

29.

Δυνατότητα ηλεκτρονικού πολέμου και πρόγραμμα διαλειτουργικότητας για τη μελλοντική συνεργασία κοινής συλλογής πληροφορικών, παρακολούθησης και αναγνώρισης (ISR)

Τσεχία, Γερμανία

30.

Χημική, βιολογική, ραδιολογική και πυρηνική εποπτεία (CBRN) ως υπηρεσία (CBRN SaaS)

Αυστρία, Γαλλία, Κροατία, Ουγγαρία, Σλοβενία

31.

Κοινή χρήση βάσεων

Γαλλία, Βέλγιο, Τσεχία, Γερμανία, Ισπανία, Κάτω Χώρες

32.

Μονάδα συντονισμού της στήριξης GeoMETOC (GMSCE)

Γερμανία, Ελλάδα, Γαλλία, Ρουμανία

33.

Ενωσιακή λύση ραδιοπλοήγησης (EURAS)

Γαλλία, Βέλγιο, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία

34.

Ευρωπαϊκό στρατιωτικό δίκτυο ευαισθητοποίησης για την επιτήρηση του διαστήματος (EU-SSA-N)

Ιταλία, Γαλλία»


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IΙ

«

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IΙ

ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΚΑΘΕ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΕΡΓΟΥ

Έργο

Μέλη του έργου

1.

Ευρωπαϊκή ιατρική διοίκηση

Γερμανία, Τσεχία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Ρουμανία, Σλοβακία, Σουηδία

2.

Ευρωπαϊκή ασφαλής ραδιοεπικοινωνία μέσω λογισμικού (ESSOR)

Γαλλία, Βέλγιο, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Πορτογαλία, Φινλανδία

3.

Δίκτυο κέντρων υλικοτεχνικής υποστήριξης στην Ευρώπη και υποστήριξη επιχειρήσεων

Γερμανία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Κροατία, Ιταλία, Κύπρος, Ουγγαρία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία

4.

Στρατιωτική κινητικότητα

Κάτω Χώρες, Βέλγιο, Βουλγαρία, Τσεχία, Γερμανία, Εσθονία, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Κροατία, Ιταλία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Ουγγαρία, Αυστρία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σλοβενία, Σλοβακία, Φινλανδία, Σουηδία

5.

Κέντρο ικανοτήτων για εκπαιδευτικές αποστολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUTM CC)

Γερμανία, Βέλγιο, Τσεχία, Ιρλανδία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Πορτογαλία, Αυστρία, Ρουμανία, Σουηδία

6.

Ευρωπαϊκό κέντρο πιστοποίησης εκπαίδευσης για τους ευρωπαϊκούς στρατούς

Ιταλία, Ελλάδα

7.

Επιχειρησιακή λειτουργία για την ενέργεια (EOF)

Γαλλία, Βέλγιο, Ισπανία, Ιταλία

8.

Αναπτύξιμος στρατιωτικός μηχανισμός δυνατοτήτων παροχής βοήθειας σε περίπτωση καταστροφής

Ιταλία, Ελλάδα, Ισπανία, Κροατία, Αυστρία

9.

Θαλάσσια (ημι)αυτόνομα συστήματα κατά των ναρκών (MAS MCM)

Βέλγιο, Ελλάδα, Λετονία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία

10.

Εποπτεία και προστασία λιμένων και θαλασσών (HARMSPRO)

Ιταλία, Ελλάδα, Πολωνία, Πορτογαλία

11.

Αναβάθμιση της θαλάσσιας εποπτείας

Ελλάδα, Βουλγαρία, Ιρλανδία, Ισπανία, Κροατία, Ιταλία, Κύπρος

12.

Πλατφόρμα ανταλλαγής πληροφοριών για την αντιμετώπιση απειλών και συμβάντων στον κυβερνοχώρο

Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Κύπρος, Ουγγαρία, Αυστρία, Πορτογαλία

13.

Ομάδες ταχείας αντίδρασης για τον κυβερνοχώρο και αμοιβαία συνδρομή στην ασφάλεια στον κυβερνοχώρο

Λιθουανία, Εσθονία, Ισπανία, Γαλλία, Κροατία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Ρουμανία, Φινλανδία

14.

Σύστημα στρατηγικής διοίκησης και ελέγχου (C2) για αποστολές και επιχειρήσεις ΚΠΑΑ

Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Πορτογαλία

15.

Τεθωρακισμένο όχημα μάχης πεζικού / αμφίβιο όχημα εφόδου / ελαφρύ τεθωρακισμένο όχημα

Ιταλία, Ελλάδα, Σλοβακία

16.

Έμμεση υποστήριξη πυρός (EuroArtillery)

Σλοβακία, Ιταλία

17.

Επιχειρησιακός πυρήνας αντιμετώπισης κρίσεων EUFOR (EUFOR CROC)

Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία, Κύπρος

18.

Εκπαίδευση χειρισμού ελικοπτέρου σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας και υψομέτρου (εκπαίδευση H3)

Ελλάδα, Ιταλία, Ρουμανία

19.

Κοινή Σχολή Πληροφοριών της ΕΕ

Ελλάδα, Κύπρος

20.

Κέντρα αξιολόγησης και δοκιμών της ΕΕ

Γαλλία, Σουηδία, Ισπανία, Σλοβακία

21.

Ολοκληρωμένο μη επανδρωμένο σύστημα εδάφους (UGS)

Εσθονία, Βέλγιο, Τσεχία, Ισπανία, Γαλλία, Λετονία, Ουγγαρία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Φινλανδία

22.

Ενωσιακά πυραυλικά συστήματα πεδίου μάχης εδάφους για στόχους εκτός οπτικού πεδίου (BLOS)

Γαλλία, Βέλγιο, Κύπρος

23.

Αναπτύξιμος σπονδυλωτός μηχανισμός δυνατοτήτων υποβρύχιας παρέμβασης (DIVEPACK)

Βουλγαρία, Ελλάδα, Γαλλία

24.

Ευρωπαϊκό τηλεκατευθυνόμενο αεροπορικό σύστημα μεσαίου ύψους μεγάλης εμβέλειας – Ευρωπαϊκό MALE RPAS (Eurodrone)

Γερμανία, Τσεχία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία

25.

Ευρωπαϊκά επιθετικά ελικόπτερα TIGER Mark III

Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία

26.

Αναχαίτιση μη επανδρωμένων εναέριων συστημάτων (C-UAS)

Ιταλία, Τσεχία

27.

Ευρωπαϊκή πλατφόρμα αερόπλοιων στα υψηλά στρώματα της ατμόσφαιρας (EHAAP) – Συνεχής δυνατότητα συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISR)

Ιταλία, Γαλλία

28.

Ένας ενιαίος σταθμός διοίκησης τακτικής διοίκησης και ελέγχου αναπτύξιμων δυνάμεων ειδικών επιχειρήσεων για μικτές επιχειρήσεις μικρής εμβέλειας – (SOCC) για SJO

Ελλάδα, Κύπρος

29.

Δυνατότητα ηλεκτρονικού πολέμου και πρόγραμμα διαλειτουργικότητας για τη μελλοντική συνεργασία κοινής συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης (ISR)

Τσεχία, Γερμανία

30.

Χημική, βιολογική, ραδιολογική και πυρηνική εποπτεία (CBRN) ως υπηρεσία (CBRN SaaS)

Αυστρία, Γαλλία, Κροατία, Ουγγαρία, Σλοβενία

31.

Κοινή χρήση βάσεων

Γαλλία, Βέλγιο, Τσεχία, Γερμανία, Ισπανία, Κάτω Χώρες

32.

Μονάδα συντονισμού της στήριξης GeoMETOC (GMSCE)

Γερμανία, Ελλάδα, Γαλλία, Ρουμανία

33.

Ενωσιακή λύση ραδιοπλοήγησης (EURAS)

Γαλλία, Βέλγιο, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία

34.

Ευρωπαϊκό στρατιωτικό δίκτυο ευαισθητοποίησης για την επιτήρηση του διαστήματος (EU-SSA-N)

Ιταλία, Γαλλία

»

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

21.11.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/23


ΤΡΟΠΟΠΟΙΉΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΤΆΞΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΡΫΘΜΙΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΏΝ ΖΗΤΗΜΆΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΏΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΤΈΛΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΫ ΔΙΑΔΙΚΑΣΊΑΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

έχοντας υπόψη το άρθρο 224 του κανονισμού διαδικασίας,

έχοντας υπόψη τις Διατάξεις για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την εκτέλεση του κανονισμού διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου,

λαμβάνοντας υπόψη τις τροποποιήσεις του κανονισμού διαδικασίας που θέσπισε το Γενικό Δικαστήριο στις 11 Ιουλίου 2018 (1) και την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, σχετική με την κατάθεση και την επίδοση διαδικαστικών εγγράφων μέσω της εφαρμογής e-Curia, την οποία έλαβε το Γενικό Δικαστήριο επίσης στις 11 Ιουλίου 2018 (2),

λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατ' εφαρμογήν των κειμένων αυτών, η εφαρμογή e-Curia θα καταστεί το αποκλειστικό μέσο ανταλλαγής διαδικαστικών εγγράφων μεταξύ των εκπροσώπων των διαδίκων και της γραμματείας του Γενικού Δικαστηρίου από την 1η Δεκεμβρίου 2018,

εκτιμώντας ότι, ως εκ τούτου, πρέπει να προσαρμοστούν ορισμένα σημεία των διατάξεων για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την εκτέλεση του κανονισμού διαδικασίας,

εκτιμώντας ότι είναι επίσης σκόπιμο, προς το συμφέρον των διαδίκων και του δικαιοδοτικού οργάνου, να διευκρινιστούν ζητήματα σχετικά με τον υπολογισμό των προθεσμιών, με την υποβολή αιτήσεων αναστολής εκτελέσεως ή λήψεως άλλων προσωρινών μέτρων, με τη χρήση τεχνικών μέσων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, καθώς και με τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους μπορούν να λαμβάνουν τον λόγο πρόσωπα που δεν έχουν την ιδιότητα του εκπροσώπου,

εκτιμώντας ότι πρέπει να καταργηθούν όλες οι αναφορές στις αναιρέσεις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά των αποφάσεων του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2016/1192 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της (3),

εκτιμώντας ότι οι τροποποιήσεις του κειμένου των ισχυουσών διατάξεων για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την εκτέλεση του κανονισμού διαδικασίας δικαιολογούν, για λόγους μεγαλύτερης σαφήνειας, την αναρίθμηση των σημείων και την αντίστοιχη προσαρμογή των εσωτερικών παραπομπών,

ΘΕΣΠΙΖΕΙ ΤΙΣ ΠΑΡΟΥΣΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ:

Άρθρο 1

Οι Διατάξεις για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την εκτέλεση του κανονισμού διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου (4) τροποποιούνται ως εξής:

1)

Στο τέλος της δέκατης αιτιολογικής σκέψεως, μετά τις λέξεις «δυνάμει του άρθρου 105, παράγραφος 11, του κανονισμού διαδικασίας», προστίθεται η εξής υποσημείωση:

«Απόφαση (EE) 2016/2387 του Γενικού Δικαστηρίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, για τους κανόνες ασφαλείας που εφαρμόζονται όσον αφορά τις πληροφορίες που παρέχονται ή τα στοιχεία που προσκομίζονται σύμφωνα με το άρθρο 105, παράγραφος 1 ή παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας (ΕΕ L 355 της 24.12.2016, σ. 18) (στο εξής: απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2016).»

2)

Μετά τη δέκατη αιτιολογική σκέψη παρεμβάλλεται, ως ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, το εξής κείμενο:

«οι κανόνες σχετικά με την κατάθεση και την επίδοση διαδικαστικών εγγράφων μέσω της εφαρμογής e-Curia περιλαμβάνονται στην απόφαση που έλαβε το Γενικό Δικαστήριο βάσει του άρθρου 56α, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας,»

3)

Στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη προστίθεται υποσημείωση η οποία έχει ως εξής:

«Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, της 11ης Ιουλίου 2018, σχετική με την κατάθεση και την επίδοση διαδικαστικών εγγράφων μέσω της εφαρμογής e-Curia (ΕΕ L 240 της 25.9.2018, σ. 72) (στο εξής: απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2018).»

4)

Στην τελευταία αιτιολογική σκέψη η οποία αρχίζει με τη φράση «προηγήθηκε διαβούλευση», μετά τη φράση «το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)» προστίθεται η φράση «, νυν Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO),».

5)

Στο σημείο 7, η φράση «Εκτός των ωρών λειτουργίας της γραμματείας, τα διαδικαστικά έγγραφα μπορούν» αντικαθίσταται από τη φράση «Εκτός των ωρών λειτουργίας της γραμματείας, το κατ' άρθρο 72, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας παράρτημα και το κατ' άρθρο 147, παράγραφος 6, του κανονισμού διαδικασίας διαδικαστικό έγγραφο μπορούν».

6)

Στο σημείο 9, η αναφορά στην «απόφαση που λαμβάνει το Γενικό Δικαστήριο βάσει του άρθρου 105, παράγραφος 11, του κανονισμού διαδικασίας» αντικαθίσταται από αναφορά στην «απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2016».

7)

Στο σημείο 13:

α)

η φράση «γίνεται στο πρωτότυπο του διαδικαστικού εγγράφου που καταθέτουν οι διάδικοι ή στο έγγραφο που λογίζεται ως το πρωτότυπο του διαδικαστικού αυτού εγγράφου2, καθώς και επί κάθε αντιγράφου που τους επιδίδεται.» αντικαθίσταται από τη φράση «γίνεται επί του διαδικαστικού εγγράφου που κατατίθεται στη δικογραφία, καθώς και επί κάθε αντιγράφου που επιδίδεται στους διαδίκους.»·

β)

η υποσημείωση διαγράφεται.

8)

Τα σημεία 14 έως 270, καθώς και οι σχετικοί με αυτά τίτλοι, αντικαθίστανται από το εξής κείμενο:

«14.

Ημερομηνία καταθέσεως κατά το σημείο 13 ανωτέρω είναι, κατά περίπτωση, η ημερομηνία του άρθρου 5 της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2018, η ημερομηνία παραλαβής του διαδικαστικού εγγράφου από τη γραμματεία, η κατά το σημείο 7 ανωτέρω ημερομηνία ή η ημερομηνία του άρθρου 3, δεύτερη περίπτωση, της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2016. Στις περιπτώσεις του άρθρου 54, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού, ημερομηνία καταθέσεως κατά το σημείο 13 ανωτέρω είναι η ημερομηνία καταθέσεως του διαδικαστικού εγγράφου, μέσω e-Curia, στον γραμματέα του Δικαστηρίου ή, εάν πρόκειται για κατάθεση σύμφωνα με το άρθρο 147, παράγραφος 6, του κανονισμού διαδικασίας, η ημερομηνία καταθέσεως του διαδικαστικού εγγράφου στον γραμματέα του Δικαστηρίου.

15.

Σύμφωνα με το άρθρο 125γ του κανονισμού διαδικασίας, τα στοιχεία που προσκομίζονται στο πλαίσιο διαδικασίας φιλικού διακανονισμού κατά τα άρθρα 125α έως 125δ του κανονισμού διαδικασίας εγγράφονται σε ειδικό πρωτόκολλο το οποίο δεν διέπεται από τα άρθρα 36 και 37 του εν λόγω κανονισμού.

Δ.   Αριθμός της υποθέσεως

16.

Κατά την καταχώριση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης στο πρωτόκολλο, η υπόθεση λαμβάνει αύξοντα αριθμό πριν από τον οποίο τίθεται το γράμμα “T-” και μετά τον οποίο αναγράφεται το έτος.

17.

Οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, οι αιτήσεις παρεμβάσεως, οι αιτήσεις διορθώσεως ή ερμηνείας, οι αιτήσεις για τη θεραπεία παραλείψεως του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί, οι αιτήσεις αναθεωρήσεως, οι ανακοπές ερημοδικίας ή οι τριτανακοπές, οι αιτήσεις καθορισμού των δικαστικών εξόδων και οι αιτήσεις δικαστικής αρωγής σχετικά με εκκρεμείς προσφυγές λαμβάνουν τον ίδιο αριθμό με την κύρια υπόθεση, ακολουθούμενο από ένδειξη ότι πρόκειται για χωριστές, ειδικές διαδικασίες.

18.

Αίτηση δικαστικής αρωγής υποβαλλόμενη ενόψει ασκήσεως προσφυγής λαμβάνει αύξοντα αριθμό πριν από τον οποίο τίθεται το γράμμα “T-” και μετά τον οποίο αναγράφεται το έτος και ειδική σχετική ένδειξη.

19.

Προσφυγή, πριν από την άσκηση της οποίας υποβλήθηκε σχετική αίτηση δικαστικής αρωγής, λαμβάνει τον ίδιο αριθμό υποθέσεως με την αίτηση δικαστικής αρωγής.

20.

Υπόθεση την οποία αναπέμπει το Δικαστήριο κατόπιν αναιρέσεως ή επανεξετάσεως λαμβάνει τον αριθμό που είχε αρχικώς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ακολουθούμενο από ειδική σχετική ένδειξη.

21.

Ο αύξων αριθμός της υποθέσεως, με μνεία των ονομάτων των διαδίκων, σημειώνεται στα διαδικαστικά έγγραφα, στη σχετική με την υπόθεση αλληλογραφία, καθώς και, με την επιφύλαξη του άρθρου 66 του κανονισμού διαδικασίας, στις δημοσιεύσεις του Γενικού Δικαστηρίου και στα έγγραφα του Γενικού Δικαστηρίου που δημοσιεύονται στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ε.   Δικογραφία και πρόσβαση σε αυτήν

E.1.   Τήρηση της δικογραφίας

22.

Η δικογραφία περιλαμβάνει: τα διαδικαστικά έγγραφα –συνοδευόμενα ενδεχομένως από τα παραρτήματά τους– τα οποία θα ληφθούν υπόψη για την κρίση επί της υποθέσεως και φέρουν την κατά το σημείο 13 ανωτέρω σημείωση, υπογεγραμμένη από τον γραμματέα· την αλληλογραφία με τους διαδίκους· κατά περίπτωση, τα πρακτικά της συσκέψεως με τους διαδίκους, την έκθεση ακροατηρίου, τα πρακτικά των επ' ακροατηρίου συζητήσεων και των συνεδριάσεων διεξαγωγής αποδείξεων, καθώς και τις αποφάσεις που λαμβάνονται ως προς τη συγκεκριμένη υπόθεση.

23.

Τα έγγραφα που κατατίθενται στη δικογραφία αριθμούνται κατά σειρά.

24.

Η εμπιστευτική και η μη εμπιστευτική μορφή των διαδικαστικών εγγράφων και των παραρτημάτων τους ταξινομούνται χωριστά στη δικογραφία.

25.

Τα έγγραφα που αφορούν τις κατά το σημείο 17 ανωτέρω ειδικές διαδικασίες ταξινομούνται χωριστά στη δικογραφία.

26.

Τα στοιχεία που προσκομίζονται στο πλαίσιο διαδικασίας φιλικού διακανονισμού κατά το άρθρο 125α του κανονισμού διαδικασίας ταξινομούνται σε φάκελο χωριστό από τη δικογραφία.

27.

Διαδικαστικό έγγραφο και τα παραρτήματά του τα οποία προσκομίστηκαν σε ορισμένη υπόθεση και κατατέθηκαν στη δικογραφία της υποθέσεως αυτής δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τις ανάγκες άλλης υποθέσεως.

28.

Μετά το πέρας της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας, η δικογραφία καθώς και ο κατά το άρθρο 125γ, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας φάκελος κλείνουν και αρχειοθετούνται με μέριμνα του γραμματέα. Η δικογραφία της περατωθείσας υποθέσεως περιλαμβάνει κατάλογο όλων των κατατεθειμένων στη δικογραφία εγγράφων, με μνεία του αριθμού τους, καθώς και εξώφυλλο με τον αύξοντα αριθμό της υποθέσεως, τα ονόματα των διαδίκων και την ημερομηνία περατώσεως της υποθέσεως.

29.

Ο χειρισμός των πληροφοριών που παρέχονται ή των στοιχείων που προσκομίζονται δυνάμει του άρθρου 105, παράγραφος 1 ή παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ρυθμίζεται με την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2016.

E.2.   Πρόσβαση στη δικογραφία

30.

Οι εκπρόσωποι των κύριων διαδίκων σε υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν να συμβουλεύονται, στα γραφεία της Γραμματείας, τη δικογραφία της υποθέσεως, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών φακέλων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, και να ζητούν αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων ή των στοιχείων της δικογραφίας, καθώς και αποσπάσματα του πρωτοκόλλου.

31.

Οι εκπρόσωποι των διαδίκων στους οποίους επετράπη να παρέμβουν βάσει του άρθρου 144 του κανονισμού διαδικασίας έχουν το αυτό, όπως και οι κύριοι διάδικοι, δικαίωμα προσβάσεως στη δικογραφία με την επιφύλαξη του άρθρου 144, παράγραφοι 5 και 7, του κανονισμού διαδικασίας.

32.

Επί συνεκδικαζομένων υποθέσεων, οι εκπρόσωποι όλων των διαδίκων έχουν δικαίωμα προσβάσεως στις δικογραφίες των υποθέσεων τις οποίες αφορά η συνεκδίκαση, με την επιφύλαξη του άρθρου 68, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας.

33.

Τα πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση δικαστικής αρωγής δυνάμει του άρθρου 147 του κανονισμού διαδικασίας, χωρίς τη συνδρομή δικηγόρου, έχουν δικαίωμα προσβάσεως στη δικογραφία που αφορά τη δικαστική συνδρομή.

34.

Η πρόσβαση στην εμπιστευτική μορφή των διαδικαστικών εγγράφων και, κατά περίπτωση, των παραρτημάτων τους επιτρέπεται αποκλειστικά στους διαδίκους έναντι των οποίων δεν έχει διαταχθεί μέτρο εμπιστευτικής μεταχειρίσεως.

35.

Όσον αφορά τις πληροφορίες που παρέχονται και τα στοιχεία που προσκομίζονται δυνάμει του άρθρου 105, παράγραφος 1 ή παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ισχύει το σημείο 29 ανωτέρω.

36.

Τα προβλεπόμενα στα σημεία 30 έως 35 ανωτέρω δεν αφορούν την πρόσβαση στον κατά το άρθρο 125γ, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας φάκελο. Η πρόσβαση στον εν λόγω ειδικό φάκελο διέπεται από το ίδιο αυτό άρθρο του κανονισμού διαδικασίας.

Στ.   Πρωτότυπα των αποφάσεων και των διατάξεων

37.

Τα πρωτότυπα των αποφάσεων και των διατάξεων του Γενικού Δικαστηρίου φυλάσσονται με χρονολογική σειρά στα αρχεία της γραμματείας. Επικυρωμένο αντίγραφό τους κατατίθεται στη δικογραφία.

38.

Κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, ο γραμματέας τούς χορηγεί αντίγραφο του πρωτοτύπου αποφάσεως ή διατάξεως, σε μη εμπιστευτική, εφόσον συντρέχει περίπτωση, μορφή.

39.

Ο γραμματέας μπορεί να χορηγεί απλό αντίγραφο των αποφάσεων ή διατάξεων σε τρίτους που το ζητούν, μόνον εφόσον το κοινό δεν έχει ακόμη πρόσβαση στις εν λόγω αποφάσεις ή διατάξεις και αυτές δεν περιέχουν εμπιστευτικά δεδομένα.

40.

Για τις διατάξεις περί διορθώσεως αποφάσεως ή διατάξεως, τις αποφάσεις ή διατάξεις περί ερμηνείας αποφάσεως ή διατάξεως, τις αποφάσεις επί ανακοπής ερημοδικίας, τις αποφάσεις και διατάξεις που εκδίδονται επί τριτανακοπής ή αιτήσεως αναθεωρήσεως, καθώς και τις αποφάσεις ή διατάξεις που εκδίδονται από το Δικαστήριο κατ' αναίρεση ή σε περίπτωση επανεξετάσεως, γίνεται σχετική μνεία στο περιθώριο της οικείας αποφάσεως ή διατάξεως· το πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφό τους επισυνάπτεται στο πρωτότυπο της αποφάσεως ή της διατάξεως.

Ζ.   Μεταφράσεις

41.

Ο γραμματέας μεριμνά ώστε, σύμφωνα με το άρθρο 47 του κανονισμού διαδικασίας, ό,τι λέγεται ή γράφεται κατά τη διάρκεια της δίκης να μεταφράζεται, αν ζητηθεί από δικαστή, τον γενικό εισαγγελέα ή διάδικο, στη γλώσσα της διαδικασίας ή, ενδεχομένως, σε άλλη γλώσσα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας. Με επιμέλεια του γραμματέα γίνεται επίσης μετάφραση σε άλλη γλώσσα εξ εκείνων που μνημονεύονται στο άρθρο 44 του κανονισμού διαδικασίας, εφόσον αυτό απαιτείται για την ομαλή διεξαγωγή της δίκης.

Η.   Μάρτυρες και πραγματογνώμονες

42.

Ο γραμματέας λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση των διατάξεων περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και εξετάσεως μαρτύρων.

43.

Οι μάρτυρες προσκομίζουν στον γραμματέα δικαιολογητικά των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν και των διαφυγόντων κερδών τους, ενώ οι πραγματογνώμονες προσκομίζουν πίνακα αμοιβής που καλύπτει το έργο και τα έξοδά τους.

44.

Ο γραμματέας μεριμνά για την καταβολή από το ταμείο του Γενικού Δικαστηρίου των ποσών που οφείλονται στους μάρτυρες και πραγματογνώμονες κατ' εφαρμογήν του κανονισμού διαδικασίας. Σε περίπτωση ασυμφωνίας επί των ανωτέρω ποσών, ο γραμματέας υποβάλλει το ζήτημα στην κρίση του προέδρου.

Θ.   Τέλη της γραμματείας

45.

Για κάθε απόσπασμα του πρωτοκόλλου που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού διαδικασίας, ο γραμματέας εισπράττει τέλος γραμματείας 3,50 ευρώ ανά σελίδα για κάθε επικυρωμένο αντίγραφο και 2,50 ευρώ ανά σελίδα για κάθε απλό αντίγραφο.

46.

Για κάθε αντίγραφο διαδικαστικού εγγράφου ή στοιχείου της δικογραφίας που χορηγείται, σε χαρτί, σε διάδικο κατόπιν αιτήσεώς του σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, ο γραμματέας εισπράττει τέλος γραμματείας 3,50 ευρώ ανά σελίδα για κάθε επικυρωμένο αντίγραφο και 2,50 ευρώ ανά σελίδα για κάθε απλό αντίγραφο.

47.

Για κάθε κεκυρωμένο αντίγραφο διατάξεως ή αποφάσεως που χορηγείται σε διάδικο, προκειμένου να χωρήσει εκτέλεση, κατόπιν αιτήσεώς του σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 1, ή το άρθρο 170 του κανονισμού διαδικασίας, ο γραμματέας εισπράττει τέλος γραμματείας 3,50 ευρώ ανά σελίδα.

48.

Για κάθε απλό αντίγραφο αποφάσεως ή διατάξεως που χορηγείται σε τρίτο σύμφωνα με το σημείο 39 ανωτέρω, ο γραμματέας εισπράττει τέλος γραμματείας 2,50 ευρώ ανά σελίδα.

49.

Οσάκις ο γραμματέας μεριμνά, ύστερα από σχετικό αίτημα διαδίκου, για τη μετάφραση διαδικαστικού εγγράφου ή στοιχείου της δικογραφίας, της οποίας η έκταση θεωρείται υπερβολική σύμφωνα με το άρθρο 139, στοιχείο β', του κανονισμού διαδικασίας, εισπράττεται τέλος γραμματείας 1,25 ευρώ ανά γραμμή.

50.

Σε περίπτωση επανειλημμένης μη τηρήσεως των επιταγών του κανονισμού διαδικασίας ή των παρουσών διατάξεων εκ μέρους διαδίκου ή αιτούντος παρέμβαση, ο γραμματέας εισπράττει, σύμφωνα με το άρθρο 139, στοιχείο γ', του κανονισμού διαδικασίας, τέλος γραμματείας το οποίο δεν υπερβαίνει το ποσό των 7 000 ευρώ (το κατά τα σημεία 45 έως 47 ανωτέρω τέλος των 3,50 ευρώ επί 2 000).

Ι.   Είσπραξη ποσών

51.

Οσάκις συντρέχει λόγος εισπράξεως, υπέρ του ταμείου του Γενικού Δικαστηρίου, ποσών που καταβληθήκαν λόγω δικαστικής αρωγής ή ποσών που καταβλήθηκαν στους μάρτυρες ή πραγματογνώμονες ή εξόδων στα οποία υποβλήθηκε το Γενικό Δικαστήριο και τα οποία θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί κατά την έννοια του άρθρου 139, στοιχείο α', του κανονισμού διαδικασίας, ο γραμματέας ζητεί τα ποσά αυτά από τον βαρυνόμενο διάδικο.

52.

Σε περίπτωση μη καταβολής των κατά το σημείο 51 ανωτέρω ποσών εντός της προθεσμίας που έταξε, ο γραμματέας μπορεί να ζητήσει από το Γενικό Δικαστήριο την έκδοση διατάξεως συνιστώσας εκτελεστό τίτλο και, εφόσον καταστεί αναγκαίο, να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση βάσει αυτού.

53.

Οσάκις συντρέχει λόγος εισπράξεως, υπέρ του ταμείου του Γενικού Δικαστηρίου, τελών γραμματείας, ο γραμματέας ζητεί τα ποσά αυτά από τον βαρυνόμενο διάδικο ή τρίτο.

54.

Σε περίπτωση μη καταβολής των κατά το σημείο 53 ανωτέρω ποσών εντός της προθεσμίας που έταξε, ο γραμματέας μπορεί να εκδώσει, δυνάμει του άρθρου 35, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας, πράξη συνιστώσα εκτελεστό τίτλο και, εφόσον καταστεί αναγκαίο, να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση βάσει αυτού.

ΙΑ.   Δημοσιεύσεις και ανάρτηση εγγράφων στο διαδίκτυο

55.

Ο γραμματέας μεριμνά για τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης των ονομάτων του προέδρου και του αντιπροέδρου του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και των προέδρων τμήματος που έχουν εκλεγεί από το Γενικό Δικαστήριο, της συνθέσεως των τμημάτων και των κριτηρίων που καθορίστηκαν για την ανάθεση των υποθέσεων σε αυτά, των κριτηρίων που καθορίστηκαν για την, κατά περίπτωση, συμπλήρωση του δικάζοντος σχηματισμού ή τη συμπλήρωση της απαρτίας σε περίπτωση κωλύματος μέλους του δικαστικού σχηματισμού, του ονόματος του γραμματέα και, ενδεχομένως, του ή των βοηθών γραμματέων που εκλέγονται από το Γενικό Δικαστήριο, καθώς και των ημερομηνιών των δικαστικών διακοπών.

56.

Ο γραμματέας μεριμνά για τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης των αποφάσεων οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 11, παράγραφος 3, στο άρθρο 56α, παράγραφος 2, και στο άρθρο 105, παράγραφος 11, του κανονισμού διαδικασίας.

57.

Ο γραμματέας μεριμνά για τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης του υποδείγματος αιτήσεως δικαστικής αρωγής.

58.

Ο γραμματέας μεριμνά για τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης των ανακοινώσεων που αφορούν τα εισαγωγικά δικόγραφα της δίκης και τις αποφάσεις ή διατάξεις με τις οποίες περατώνεται η δίκη, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται πριν από την επίδοση της προσφυγής στον καθού.

59.

Ο γραμματέας μεριμνά για τη δημοσιοποίηση της νομολογίας του Γενικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τους κανόνες που αυτό καθορίζει. Οι κανόνες αυτοί αναρτώνται στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

II.   ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΚΠΕΡΑΙΩΣΗ ΤΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Α.   Επιδόσεις

60.

Οι επιδόσεις γίνονται από τον γραμματέα σύμφωνα με το άρθρο 57 του κανονισμού διαδικασίας.

61.

Το αντίγραφο του προς επίδοση εγγράφου συνοδεύεται από επιστολή στην οποία σημειώνεται ο αριθμός της υποθέσεως, ο αριθμός της καταχωρίσεως στο πρωτόκολλο και συνοπτικώς η φύση του εγγράφου.

62.

Σε περίπτωση επιδόσεως εγγράφου κατ' εφαρμογήν του άρθρου 57, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο παραλήπτης ειδοποιείται για την επίδοση αυτή με τη διαβίβαση, μέσω της εφαρμογής e-Curia, αντιγράφου της επιστολής που συνοδεύει την επίδοση, εφισταμένης της προσοχής του στις διατάξεις του άρθρου 57, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας.

63.

Το αποδεικτικό επιδόσεως φυλάσσεται στη δικογραφία.

64.

Σε περίπτωση ανεπιτυχούς απόπειρας επιδόσεως του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης στον καθού, ο γραμματέας τάσσει στον προσφεύγοντα προθεσμία είτε για να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες προς τον σκοπό της επιδόσεως είτε για να δηλώσει αν αποδέχεται να ζητηθεί με δική του δαπάνη η συνδρομή δικαστικού επιμελητή, ο οποίος θα διενεργήσει νέα επίδοση.

Β.   Προθεσμίες

65.

Όσον αφορά το άρθρο 58, παράγραφος 1, στοιχεία α' και β', του κανονισμού διαδικασίας, οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε εβδομάδες, μήνες ή έτη λήγουν με την παρέλευση της ημέρας της τελευταίας εβδομάδας της προθεσμίας ή της ημερομηνίας του τελευταίου μήνα ή του τελευταίου έτους της προθεσμίας που αντιστοιχεί προς την ημέρα ή ημερομηνία αφετηρίας της προθεσμίας, ήτοι προς την ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός ή διενεργήθηκε η πράξη που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας, και όχι προς την επόμενη ημέρα.

66.

Το άρθρο 58, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, κατά το οποίο, αν η λήξη της προθεσμίας συμπίπτει με ημέρα Σάββατο ή Κυριακή ή με επίσημη αργία, η προθεσμία παρατείνεται μέχρι το τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας, έχει εφαρμογή μόνον εφόσον η λήξη της συνολικής προθεσμίας, συμπεριλαμβανομένης της παρεκτάσεως λόγω αποστάσεως, συμπίπτει με ημέρα Σάββατο ή Κυριακή ή με επίσημη αργία.

67.

Ο γραμματέας τάσσει τις προβλεπόμενες στον κανονισμό διαδικασίας προθεσμίες σύμφωνα με τις εξουσιοδοτήσεις που του έχει παράσχει ο πρόεδρος.

68.

Κατά το άρθρο 62 του κανονισμού διαδικασίας, τα διαδικαστικά έγγραφα ή τα στοιχεία που περιέρχονται στη Γραμματεία μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί για την κατάθεσή τους γίνονται δεκτά μόνο μετά από έγκριση του προέδρου.

69.

Ο γραμματέας μπορεί να παρατείνει τις τασσόμενες προθεσμίες σύμφωνα με τις εξουσιοδοτήσεις που του έχει παράσχει ο πρόεδρος· εάν συντρέχει λόγος, προτείνει στον πρόεδρο την παράταση των προθεσμιών. Οι αιτήσεις παρατάσεως των προθεσμιών πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένες και να υποβάλλονται εγκαίρως πριν από τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας.

70.

Η χορήγηση περισσοτέρων της μίας παρατάσεων επιτρέπεται μόνο για εξαιρετικούς λόγους.

Γ.   Τήρηση ανωνυμίας διαδίκου

71.

Όταν διάδικος κρίνει αναγκαίο να μη δημοσιοποιηθεί το όνομά του στο πλαίσιο υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ζητεί από αυτό, δυνάμει του άρθρου 66 του κανονισμού διαδικασίας, την τήρηση ανωνυμίας, πλήρους ή μερικής, για τη συγκεκριμένη υπόθεση.

72.

Το αίτημα για τήρηση ανωνυμίας υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο και αιτιολογείται δεόντως.

73.

Για να είναι αποτελεσματική η τήρηση της ανωνυμίας, είναι σημαντικό να υποβληθεί το σχετικό αίτημα ήδη από την έναρξη της διαδικασίας. Λόγω της δημοσιοποιήσεως στο διαδίκτυο των πληροφοριών που αφορούν την υπόθεση, η πρακτική αποτελεσματικότητα της ανωνυμοποιήσεως αποδυναμώνεται όταν η οικεία υπόθεση έχει καταχωρισθεί στον κατάλογο των εισαγομένων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου υποθέσεων ο οποίος δημοσιοποιείται στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή όταν η σχετική με την οικεία υπόθεση ανακοίνωση έχει ήδη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Δ.   Μη δημοσιοποίηση ορισμένων στοιχείων

74.

Υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 66 του κανονισμού διαδικασίας, οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν να απαλειφθούν τα ονόματα τρίτων περί των οποίων γίνεται λόγος στο πλαίσιο της διαδικασίας ή ορισμένα εμπιστευτικά στοιχεία στα αφορώντα την υπόθεση έγγραφα στα οποία έχει πρόσβαση το κοινό.

75.

Το αίτημα μη δημοσιοποιήσεως υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο. Στο δικόγραφο προσδιορίζονται επακριβώς τα στοιχεία που αφορά το αίτημα και αιτιολογείται η εμπιστευτικότητα καθενός από αυτά.

76.

Για να είναι αποτελεσματική η μη δημοσιοποίηση των στοιχείων, συνιστάται η υποβολή του σχετικού αιτήματος, κατά περίπτωση, από την αρχή της διαδικασίας ή κατά την κατάθεση του διαδικαστικού εγγράφου που περιέχει τα συγκεκριμένα στοιχεία ή αμέσως μόλις ληφθεί γνώση περί της καταθέσεως αυτής. Λόγω της δημοσιοποιήσεως των πληροφοριών που αφορούν την υπόθεση στο διαδίκτυο, είναι πράγματι δυσχερέστερο να αποφευχθεί η δημοσιοποίηση στοιχείων, όταν η σχετική με την οικεία υπόθεση ανακοίνωση έχει ήδη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή όταν έχει ήδη δημοσιοποιηθεί στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης διάταξη που εκδίδει το Γενικό Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης ή η απόφαση ή διάταξή του που περατώνει τη δίκη.

III.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ

A.   Κατάθεση των διαδικαστικών εγγράφων και των παραρτημάτων τους μέσω e-Curia

77.

Τα διαδικαστικά έγγραφα κατατίθενται στη γραμματεία αποκλειστικώς με ηλεκτρονικά μέσα μέσω της εφαρμογής e-Curia (https://curia.europa.eu/e-Curia), τηρουμένης της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2018 και των όρων χρήσεως της εφαρμογής e-Curia και με την επιφύλαξη των περιπτώσεων των σημείων 89 έως 91 κατωτέρω. Τα εν λόγω κείμενα είναι διαθέσιμα στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

78.

Ο εκπρόσωπος που διενεργεί την κατάθεση μέσω e-Curia πρέπει να πληροί όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 19 του Οργανισμού και, εάν πρόκειται για δικηγόρο, πρέπει να απολαύει της απαιτούμενης ανεξαρτησίας έναντι του διαδίκου τον οποίο εκπροσωπεί.

79.

Η χρήση του προσωπικού κωδικού αναγνωρίσεως και του προσωπικού συνθηματικού του εκπροσώπου λογίζεται ως υπογραφή του διαδικαστικού εγγράφου κατά το άρθρο 3 της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2018 και έχει σκοπό να διασφαλίσει τη γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου. Με τη χρήση του προσωπικού κωδικού αναγνωρίσεως και του προσωπικού συνθηματικού, ο εκπρόσωπος αναλαμβάνει την ευθύνη για το περιεχόμενο του κατατιθέμενου διαδικαστικού εγγράφου.

Β.   Εμφάνιση των διαδικαστικών εγγράφων και των παραρτημάτων τους

Β.1.   Διαδικαστικά έγγραφα

80.

Στην πρώτη σελίδα κάθε διαδικαστικού εγγράφου μνημονεύονται:

α)

ο αριθμός της υποθέσεως (T- …/ …), εφόσον τον έχει ήδη ανακοινώσει η γραμματεία·

β)

η ονομασία του διαδικαστικού εγγράφου (προσφυγή, υπόμνημα αντικρούσεως, υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως, υπόμνημα απαντήσεως, υπόμνημα ανταπαντήσεως, αίτηση παρεμβάσεως, υπόμνημα παρεμβάσεως, ένσταση απαραδέκτου, παρατηρήσεις επί …, απαντήσεις στις ερωτήσεις κ.λπ.)·

γ)

το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία του προσφεύγοντος, του καθού και, εάν υπάρχει, του παρεμβαίνοντος, καθώς και, προκειμένου περί υποθέσεων πνευματικής ιδιοκτησίας, κάθε άλλου διαδίκου·

δ)

το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία του διαδίκου εκ μέρους του οποίου κατατίθεται το διαδικαστικό έγγραφο.

81.

Προς διευκόλυνση της μελέτης τους σε ηλεκτρονική μορφή, τα διαδικαστικά έγγραφα έχουν την εξής εμφάνιση:

α)

πρέπει να έχουν διαστάσεις A4·

β)

πρέπει να χρησιμοποιείται κοινή γραμματοσειρά (όπως Times New Roman, Courier ή Arial) μεγέθους τουλάχιστον 12 στιγμών εντός του κειμένου και τουλάχιστον 10 στιγμών στις υποσημειώσεις, με διάστιχο 1 και περιθώρια άνω, κάτω, αριστερά και δεξιά τουλάχιστον 2,5 cm·

γ)

οι παράγραφοί τους πρέπει να φέρουν αύξουσα συνεχή αρίθμηση·

δ)

οι σελίδες τους πρέπει να φέρουν αύξουσα συνεχή αρίθμηση.

Β.2.   Κατάλογος παραρτημάτων

82.

Ο κατάλογος παραρτημάτων τίθεται στο τέλος του διαδικαστικού εγγράφου. Παραρτήματα που προσκομίζονται χωρίς να συνοδεύονται από κατάλογο παραρτημάτων δεν γίνονται δεκτά.

83.

Στον κατάλογο παραρτημάτων πρέπει να αναγράφεται για κάθε επισυναπτόμενο έγγραφο:

α)

ο αριθμός του παραρτήματος (το διαδικαστικό έγγραφο στο οποίο προσαρτάται το έγγραφο προσδιορίζεται με τη χρήση ενός γράμματος και ενός αριθμού: π.χ.: παράρτημα A.1, A.2, … για τα παραρτήματα του εισαγωγικού δικογράφου· B.1, B.2, … για τα παραρτήματα του υπομνήματος αντικρούσεως ή του υπομνήματος επί της αιτήσεως αναιρέσεως· C.1, C.2, … για τα παραρτήματα του υπομνήματος απαντήσεως· D.1, D.2, … για τα παραρτήματα του υπομνήματος ανταπαντήσεως)·

β)

σύντομη περιγραφή του παραρτήματος με ένδειξη της φύσεώς του (π.χ.: “επιστολή” με αναφορά της ημερομηνίας, του συντάκτη, του παραλήπτη και του αριθμού σελίδων του παραρτήματος)·

γ)

μνεία της πρώτης και της τελευταίας σελίδας κάθε παραρτήματος στη συνεχή σελιδαρίθμηση των παραρτημάτων (π.χ.: σελίδες 43 έως 49 των παραρτημάτων)·

δ)

μνεία του αριθμού της παραγράφου όπου μνημονεύεται για πρώτη φορά το οικείο παράρτημα, ώστε να δικαιολογείται η προσκόμισή του.

84.

Για την καλύτερη επεξεργασία από τη γραμματεία, είναι αναγκαία η επισήμανση, στον κατάλογο παραρτημάτων, των έγχρωμων παραρτημάτων.

Β.3.   Παραρτήματα

85.

Παράρτημα διαδικαστικού εγγράφου μπορούν να αποτελέσουν μόνον τα έγγραφα που μνημονεύονται στο κείμενο του διαδικαστικού εγγράφου, περιλαμβάνονται στον κατάλογο παραρτημάτων και είναι αναγκαία για την απόδειξη ή την επεξήγηση του περιεχομένου του διαδικαστικού εγγράφου.

86.

Τα στοιχεία που επισυνάπτονται ως παράρτημα σε διαδικαστικό έγγραφο πρέπει να έχουν μορφή που να διευκολύνει τη μελέτη τους σε ηλεκτρονική μορφή από το Γενικό Δικαστήριο και την αποφυγή οποιασδήποτε πιθανότητας συγχύσεως. Συνεπώς, πρέπει να τηρούνται τα εξής:

α)

κάθε παράρτημα αριθμείται σύμφωνα με το σημείο 83, στοιχείο α', ανωτέρω·

β)

συνιστάται η χρήση ειδικής σελίδας εξωφύλλου για κάθε παράρτημα·

γ)

στην περίπτωση που τα ίδια τα παραρτήματα έχουν παραρτήματα, η αρίθμηση και η παρουσίασή τους πρέπει να γίνεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε πιθανότητα συγχύσεως·

δ)

τα στοιχεία που επισυνάπτονται ως παράρτημα σε διαδικαστικό έγγραφο φέρουν, επάνω δεξιά, αύξοντα αριθμό σελίδας. Η σελιδαρίθμησή τους είναι συνεχής, αλλά χωριστή από το διαδικαστικό έγγραφο στο οποίο επισυνάπτονται·

ε)

τα παραρτήματα πρέπει να είναι ευανάγνωστα.

87.

Κάθε παραπομπή σε κατατεθέν στοιχείο περιλαμβάνει τον αριθμό του σχετικού παραρτήματος, όπως αναγράφεται στον κατάλογο παραρτημάτων, και μνεία του διαδικαστικού εγγράφου με το οποίο προσκομίσθηκε το παράρτημα (π.χ.: παράρτημα A.1 του δικογράφου της προσφυγής).

Γ.   Εμφάνιση των αρχείων που κατατίθενται μέσω της εφαρμογής e-Curia

88.

Τα διαδικαστικά έγγραφα και τα παραρτήματά τους που κατατίθενται μέσω της εφαρμογής e-Curia έχουν τη μορφή αρχείων. Για τη διευκόλυνση της διεκπεραιώσεώς τους από τη γραμματεία, συνιστάται η τήρηση των πρακτικών συμβουλών που περιέχονται στις οδηγίες χρήσεως του e-Curia που είναι διαθέσιμες στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή:

τα αρχεία πρέπει να φέρουν ονομασίες προσδιορίζουσες το διαδικαστικό έγγραφο (Υπόμνημα, Παραρτήματα μέρος 1, Παραρτήματα μέρος 2, Συνοδευτική επιστολή κ.λπ.)·

το κείμενο του διαδικαστικού εγγράφου πρέπει να μπορεί να αποθηκευθεί απευθείας σε μορφή PDF από το λογισμικό επεξεργασίας κειμένου, χωρίς να χρειάζεται να σαρωθεί·

το διαδικαστικό έγγραφο πρέπει να περιλαμβάνει κατάλογο παραρτημάτων·

τα παραρτήματα πρέπει να περιλαμβάνονται σε ένα ή περισσότερα αρχεία χωριστά από το αρχείο που περιέχει το διαδικαστικό έγγραφο. Ένα αρχείο μπορεί να περιλαμβάνει πλείονα παραρτήματα. Δεν είναι αναγκαία η δημιουργία χωριστού αρχείου για κάθε παράρτημα. Κατά την κατάθεση, συνιστάται να γίνεται η προσθήκη των παραρτημάτων σύμφωνα με τον αύξοντα αριθμό τους και να είναι η ονομασία τους αρκούντως ακριβής (π.χ.: Παραρτήματα 1 έως 3, Παραρτήματα 4 έως 6, κ.ο.κ.).

Δ.   Κατάθεση με άλλο μέσο πλην του e-Curia

89.

Ο γενικός κανόνας ότι τα διαδικαστικά έγγραφα κατατίθενται στη γραμματεία μέσω e-Curia ισχύει με την επιφύλαξη των περιπτώσεων του άρθρου 105, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 147, παράγραφος 6, του κανονισμού διαδικασίας.

90.

Επιπλέον, τα παραρτήματα διαδικαστικού εγγράφου που μνημονεύονται στο κείμενο του εγγράφου αυτού και, λόγω της φύσεώς τους, δεν μπορούν να κατατεθούν μέσω e-Curia διαβιβάζονται χωριστά ταχυδρομικώς ή παραδίδονται στη γραμματεία κατ' εφαρμογήν του άρθρου 72, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας, υπό τον όρο ότι τα παραρτήματα αυτά μνημονεύονται στον κατάλογο παραρτημάτων του εγγράφου που κατατέθηκε μέσω e-Curia. Στον κατάλογο παραρτημάτων προσδιορίζονται τα παραρτήματα που θα κατατεθούν χωριστά. Τα παραρτήματα αυτά πρέπει να περιέλθουν στη γραμματεία το αργότερο δέκα ημέρες μετά την κατάθεση του διαδικαστικού εγγράφου μέσω e-Curia. Η κατάθεση γίνεται στην εξής διεύθυνση:

Greffe du Tribunal de l'Union européenne

Rue du Fort Niedergrünewald

L-2925 Luxembourg

91.

Εάν η κατάθεση διαδικαστικού εγγράφου μέσω e-Curia είναι τεχνικά αδύνατη, ο εκπρόσωπος πρέπει να προβεί στις ενέργειες που προβλέπονται στο άρθρο 7 της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2018. Το αντίγραφο του διαδικαστικού εγγράφου που κατατίθεται, σύμφωνα με το άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2018, με άλλο μέσο πλην του e-Curia περιλαμβάνει τον κατάλογο παραρτημάτων καθώς και όλα τα παραρτήματα που μνημονεύονται σε αυτόν. Δεν απαιτείται ιδιόχειρη υπογραφή του αντιγράφου του διαδικαστικού εγγράφου που κατατίθεται με αυτόν τον τρόπο.

Ε.   Μη αποδοχή διαδικαστικών εγγράφων και στοιχείων

92.

Ο γραμματέας αρνείται την καταχώριση στο πρωτόκολλο και την κατάθεση στη δικογραφία διαδικαστικών εγγράφων και, ενδεχομένως, στοιχείων μη προβλεπόμενων από τον κανονισμό διαδικασίας. Σε περίπτωση αμφιβολίας, ο γραμματέας υποβάλλει το ζήτημα στην κρίση του προέδρου.

93.

Πλην των προβλεπομένων ρητώς στον κανονισμό διαδικασίας περιπτώσεων και με την επιφύλαξη των σημείων 99 και 100 κατωτέρω, ο γραμματέας αρνείται την καταχώριση στο πρωτόκολλο και την κατάθεση στη δικογραφία διαδικαστικών εγγράφων ή στοιχείων που έχουν συνταχθεί σε διαφορετική γλώσσα από τη γλώσσα της διαδικασίας.

94.

Οσάκις διάδικος εναντιώνεται στην εκ μέρους του γραμματέα άρνηση της καταχωρίσεως στο πρωτόκολλο και καταθέσεως στη δικογραφία διαδικαστικού εγγράφου ή στοιχείου, ο γραμματέας υποβάλλει το ζήτημα της αποδοχής του συγκεκριμένου εγγράφου ή στοιχείου στην κρίση του προέδρου.

Στ.   Τακτοποίηση των διαδικαστικών εγγράφων και των παραρτημάτων τους

Στ.1.   Γενικοί κανόνες

95.

Ο γραμματέας μεριμνά ώστε τα κατατιθέμενα στη δικογραφία διαδικαστικά έγγραφα και τα παραρτήματά τους να τηρούν τις διατάξεις του Οργανισμού, του κανονισμού διαδικασίας, καθώς και τις παρούσες διατάξεις.

96.

Εάν συντρέχει λόγος, ο γραμματέας τάσσει στους διαδίκους προθεσμία προς τακτοποίηση τυχόν παρατυπιών των κατατιθέμενων διαδικαστικών εγγράφων.

97.

Σε περίπτωση επανειλημμένης μη τηρήσεως των επιταγών του κανονισμού διαδικασίας ή των παρουσών διατάξεων λόγω της οποίας χρειάστηκε να ζητηθεί τακτοποίηση, ο γραμματέας ζητεί από τον διάδικο ή τον αιτούμενο παρέμβαση την καταβολή των σχετικών εξόδων του Γενικού Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 139, στοιχείο γ', του κανονισμού διαδικασίας.

98.

Εφόσον τα προσκομιζόμενα παραρτήματα εξακολουθούν να μην τηρούν τις διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας και τις παρούσες διατάξεις παρά το ότι έχει επανειλημμένως ζητηθεί η τακτοποίησή τους, ο γραμματέας θέτει το ζήτημα της αποδοχής των παραρτημάτων αυτών στην κρίση του προέδρου.

99.

Οσάκις στοιχεία συνημμένα σε διαδικαστικό έγγραφο δεν συνοδεύονται από μετάφραση στη γλώσσα της διαδικασίας, ο γραμματέας ζητεί την τακτοποίησή τους από τον οικείο διάδικο, αν η μετάφραση κρίνεται απαραίτητη για την ομαλή διεξαγωγή της δίκης. Αν δεν υπάρξει τακτοποίηση, τα συγκεκριμένα παραρτήματα αποσύρονται από τη δικογραφία.

100.

Οσάκις αίτηση παρεμβάσεως τρίτου, πλην κράτους μέλους, δεν έχει συνταχθεί στη γλώσσα της διαδικασίας, ο γραμματέας ζητεί την τακτοποίησή της πριν την επιδώσει στους διαδίκους. Εφόσον η εν λόγω αίτηση, διατυπωμένη στη γλώσσα της διαδικασίας, κατατεθεί εντός της προς τούτο ταχθείσας από τον γραμματέα προθεσμίας, ως ημερομηνία καταθέσεως του διαδικαστικού εγγράφου λογίζεται η ημερομηνία καταθέσεως της διατυπωμένης στην άλλη γλώσσα αιτήσεως.

Στ.2.   Περιπτώσεις τακτοποιήσεως του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης

101.

Εάν το εισαγωγικό δικόγραφο δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παράρτημα 1 των παρουσών διατάξεων, η γραμματεία δεν το επιδίδει, τάσσεται δε εύλογη προθεσμία προς τακτοποίησή του. Η μη τακτοποίηση μπορεί να επισύρει την απόρριψη της προσφυγής ή της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης σύμφωνα με το άρθρο 78, παράγραφος 6, το άρθρο 177, παράγραφος 6, και το άρθρο 194, παράγραφος 5, του κανονισμού διαδικασίας.

102.

Αν το εισαγωγικό δικόγραφο δεν είναι σύμφωνο με τους τυπικούς κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα 2 των παρουσών διατάξεων, αναβάλλεται η επίδοσή του και τάσσεται εύλογη προθεσμία προς τακτοποίησή του.

103.

Αν το εισαγωγικό δικόγραφο δεν είναι σύμφωνο με τους τυπικούς κανόνες που ορίζονται στο παράρτημα 3 των παρουσών διατάξεων, διενεργείται η επίδοσή του και τάσσεται εύλογη προθεσμία προς τακτοποίησή του.

Στ.3.   Περιπτώσεις τακτοποιήσεως των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων

104.

Οι μνημονευόμενες στα σημεία 101 έως 103 ανωτέρω περιπτώσεις τακτοποιήσεως έχουν εφαρμογή, εφόσον παρίσταται ανάγκη, και στα λοιπά πλην του εισαγωγικού δικογράφου διαδικαστικά έγγραφα.

IV.   ΕΓΓΡΑΦΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Α.   Έκταση των δικογράφων

Α.1.   Ευθείες προσφυγές

105.

Για τις ευθείες προσφυγές κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού διαδικασίας, ο ανώτατος αριθμός σελίδων των δικογράφων (5) καθορίζεται ως εξής.

Για τις ευθείες προσφυγές, πλην εκείνων που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ:

50 σελίδες για το δικόγραφο της προσφυγής, καθώς και για το υπόμνημα αντικρούσεως·

25 σελίδες για το υπόμνημα απαντήσεως, καθώς και για το υπόμνημα ανταπαντήσεως·

20 σελίδες για το υπόμνημα ενστάσεως απαραδέκτου, καθώς και για τις παρατηρήσεις επί του υπομνήματος αυτού·

20 σελίδες για το υπόμνημα παρεμβάσεως και 15 σελίδες για τις παρατηρήσεις επί του υπομνήματος αυτού.

Για τις ευθείες προσφυγές που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ:

30 σελίδες για το δικόγραφο της προσφυγής, καθώς και για το υπόμνημα αντικρούσεως,

15 σελίδες για το υπόμνημα απαντήσεως, καθώς και για το υπόμνημα ανταπαντήσεως,

10 σελίδες για το υπόμνημα ενστάσεως απαραδέκτου, καθώς και για τις παρατηρήσεις επί του υπομνήματος αυτού,

10 σελίδες για το υπόμνημα παρεμβάσεως και 5 σελίδες για τις παρατηρήσεις επί του υπομνήματος αυτού.

106.

Υπέρβαση των ανωτάτων αυτών ορίων επιτρέπεται μόνον σε υποθέσεις ιδιαίτερα περίπλοκες από απόψεως νομικών ζητημάτων ή πραγματικών περιστατικών.

Α.2.   Υποθέσεις πνευματικής ιδιοκτησίας

107.

Για τις υποθέσεις πνευματικής ιδιοκτησίας, ο ανώτατος αριθμός σελίδων των δικογράφων (6) καθορίζεται ως εξής:

20 σελίδες για το δικόγραφο της προσφυγής, καθώς και για τα υπομνήματα αντικρούσεως·

15 σελίδες για την αντίθετη προσφυγή και για τα υπομνήματα επί της αντίθετης αυτής προσφυγής·

10 σελίδες για το υπόμνημα ενστάσεως απαραδέκτου, καθώς και για τις παρατηρήσεις επί του υπομνήματος αυτού·

10 σελίδες για το υπόμνημα παρεμβάσεως και 5 σελίδες για τις παρατηρήσεις επί του υπομνήματος αυτού.

108.

Υπέρβαση των ανωτάτων αυτών ορίων επιτρέπεται μόνον σε υποθέσεις ιδιαίτερα περίπλοκες από απόψεως νομικών ζητημάτων ή πραγματικών περιστατικών.

Α.3.   Τακτοποίηση της υπερβολικής εκτάσεως των δικογράφων

109.

Δικόγραφο του οποίου ο αριθμός σελίδων υπερβαίνει κατά 40 % τον ανώτατο αριθμό σελίδων που προβλέπεται, κατά περίπτωση, στα σημεία 105 και 107 ανωτέρω χρήζει τακτοποιήσεως, εκτός αν ο πρόεδρος ορίσει άλλως.

110.

Ο πρόεδρος μπορεί να ζητήσει τακτοποίηση δικογράφου του οποίου ο αριθμός σελίδων υπερβαίνει κατά λιγότερο από 40 % τον εν λόγω ανώτατο αριθμό σελίδων που προβλέπεται, κατά περίπτωση, στα σημεία 105 και 107 ανωτέρω.

111.

Οσάκις ζητείται από διάδικο να προβεί σε τακτοποίηση δικογράφου λόγω υπερβολικής εκτάσεώς του, αναβάλλεται η επίδοση του δικογράφου του οποίου η έκταση δικαιολογεί τακτοποίηση.

Β.   Δομή και περιεχόμενο των δικογράφων

Β.1.   Ευθείες προσφυγές

1.   Εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης

112.

Τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικά να περιέχει το εισαγωγικό δικόγραφο προβλέπονται στο άρθρο 76 του κανονισμού διαδικασίας.

113.

Μετά το εισαγωγικό μέρος του δικογράφου της προσφυγής πρέπει να εκτίθενται εν συντομία τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

114.

Τα αιτήματα της προσφυγής πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια στην αρχή ή στο τέλος του δικογράφου της προσφυγής.

115.

Τα νομικά επιχειρήματα πρέπει να διαρθρώνονται κατ' αντιστοιχίαν προς τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Είναι κατά κανόνα χρήσιμο να προηγείται συνοπτική εξαγγελία των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Είναι επίσης ιδιαιτέρως χρήσιμο να φέρουν όλοι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί τίτλο, ώστε να διευκολύνεται ο εντοπισμός τους.

116.

Μαζί με το δικόγραφο της προσφυγής κατατίθενται τα έγγραφα που προβλέπει το άρθρο 51, παράγραφοι 2 και 3, και το άρθρο 78 του κανονισμού διαδικασίας.

117.

Όσον αφορά την κατάθεση του προβλεπόμενου στο άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας αποδεικτικού νομιμοποιήσεως το οποίο βεβαιώνει ότι ο δικηγόρος που εκπροσωπεί διάδικο ή επικουρεί τον εκπρόσωπό του έχει δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους ή άλλου συμβαλλόμενου στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο κράτους, επιτρέπεται η παραπομπή σε έγγραφο που έχει ήδη κατατεθεί στο πλαίσιο υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

118.

Στο δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να επισυνάπτεται συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων ισχυρισμών και κύριων επιχειρημάτων, προς διευκόλυνση της συντάξεως της ανακοινώσεως που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατ' εφαρμογήν του άρθρου 79 του κανονισμού διαδικασίας.

119.

Προκειμένου να διευκολυνθεί η διεκπεραίωση της συνοπτικής εκθέσεως των προβαλλομένων ισχυρισμών και κύριων επιχειρημάτων από το Γενικό Δικαστήριο, η έκθεση αυτή:

υποβάλλεται χωριστά από το σώμα του δικογράφου της προσφυγής και από τα παραρτήματα που μνημονεύονται στο δικόγραφο της προσφυγής·

δεν υπερβαίνει τις δύο σελίδες·

συντάσσεται στη γλώσσα της διαδικασίας σύμφωνα με το υπόδειγμα που είναι διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

διαβιβάζεται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, υπό μορφή απλού ηλεκτρονικού αρχείου που έχει δημιουργηθεί με χρήση λογισμικού επεξεργασίας κειμένου, στη διεύθυνση GC.Registry@curia.europa.eu με μνεία της υποθέσεως στην οποία αναφέρεται.

120.

Αν το δικόγραφο της προσφυγής κατατίθεται μετά την υποβολή αιτήσεως δικαστικής αρωγής, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 147, παράγραφος 7, του κανονισμού διαδικασίας, μνεία της πληροφορίας αυτής πρέπει να γίνεται στην αρχή του εισαγωγικού δικογράφου.

121.

Αν το δικόγραφο της προσφυγής κατατίθεται μετά την επίδοση της διατάξεως η οποία αποφαίνεται επί αιτήσεως δικαστικής αρωγής ή, οσάκις με τη διάταξη αυτή δεν ορίζεται δικηγόρος προς εκπροσώπηση του αιτούμενου τη δικαστική αρωγή, μετά την επίδοση της διατάξεως περί διορισμού του δικηγόρου στον οποίο ανατίθεται η εκπροσώπηση του αιτούντος, πρέπει επίσης να γίνεται μνεία στο δικόγραφο της προσφυγής της ημερομηνίας κατά την οποία η διάταξη επιδόθηκε στον προσφεύγοντα.

122.

Προς διευκόλυνση της προετοιμασίας του δικογράφου της προσφυγής από τυπικής απόψεως, οι εκπρόσωποι των διαδίκων παρακαλούνται να συμβουλευθούν το έγγραφο “Κατάλογος των προς επαλήθευση στοιχείων για το δικόγραφο της προσφυγής” που είναι διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Υπόμνημα αντικρούσεως

123.

Τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικά να περιέχει το υπόμνημα αντικρούσεως προβλέπονται στο άρθρο 81, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας.

124.

Τα αιτήματα του καθού πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια στην αρχή ή στο τέλος του υπομνήματος αντικρούσεως.

125.

Οποιαδήποτε αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών τα οποία επικαλείται ο προσφεύγων πρέπει να είναι ρητή και να αναφέρει επακριβώς τα σχετικά πραγματικά περιστατικά.

126.

Δεδομένου ότι το νομικό πλαίσιο της δίκης καθορίζεται από το δικόγραφο της προσφυγής, η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται με το υπόμνημα αντικρούσεως πρέπει να διαρθρώνεται, στο μέτρο του δυνατού, κατ' αντιστοιχίαν προς τους ισχυρισμούς ή τις αιτιάσεις που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής.

127.

Τα σημεία 116 και 117 ανωτέρω έχουν εφαρμογή στο υπόμνημα αντικρούσεως.

128.

Στις υποθέσεις που εισάγονται δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, είναι ευκταίο τα θεσμικά όργανα να επισυνάπτουν στο υπόμνημα αντικρούσεως τις μη δημοσιευόμενες στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πράξεις γενικής ισχύος στις οποίες παραπέμπουν, με μνεία των ημερομηνιών εκδόσεως, ενάρξεως της ισχύος και, ενδεχομένως, καταργήσεώς τους.

3.   Υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως

129.

Οσάκις λαμβάνει χώρα δεύτερη ανταλλαγή υπομνημάτων, οι κύριοι διάδικοι μπορούν να συμπληρώσουν την επιχειρηματολογία τους, κατά περίπτωση, με υπόμνημα απαντήσεως ή με υπόμνημα ανταπαντήσεως.

130.

Δεδομένου ότι το πλαίσιο και οι ισχυρισμοί ή οι αιτιάσεις που αποτελούν το επίκεντρο της διαφοράς έχουν ήδη εκτεθεί (ή αμφισβητηθεί) αναλυτικώς με το δικόγραφο της προσφυγής και με το υπόμνημα αντικρούσεως, το υπόμνημα απαντήσεως και το υπόμνημα ανταπαντήσεως έχουν ως σκοπό να παράσχουν τη δυνατότητα στον προσφεύγοντα και στον καθού να διευκρινίσουν τη θέση τους ή να εξειδικεύσουν την επιχειρηματολογία τους επί ορισμένου σημαντικού ζητήματος και να απαντήσουν στα νέα στοιχεία που ανεφάνησαν με το υπόμνημα αντικρούσεως ή με το υπόμνημα απαντήσεως. Ο πρόεδρος μπορεί επίσης να προσδιορίσει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 83, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, τα ζητήματα τα οποία πρέπει να αποτελούν αντικείμενο των δικογράφων αυτών.

Β.2.   Υποθέσεις πνευματικής ιδιοκτησίας

1.   Εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης

131.

Τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικά να περιέχει το εισαγωγικό δικόγραφο προβλέπονται στο άρθρο 177, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας.

132.

Το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που προβλέπει το άρθρο 177, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού διαδικασίας.

133.

Μαζί με το δικόγραφο της προσφυγής προσκομίζονται τα έγγραφα που προβλέπονται στο άρθρο 177, παράγραφοι 3 έως 5, του κανονισμού διαδικασίας.

134.

Τα σημεία 113 έως 115, 117 και 120 έως 122 ανωτέρω έχουν εφαρμογή στα εισαγωγικά δικόγραφα στις υποθέσεις πνευματικής ιδιοκτησίας.

2.   Υπόμνημα αντικρούσεως

135.

Τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικά να περιέχει το υπόμνημα αντικρούσεως προβλέπονται στο άρθρο 180, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας.

136.

Τα αιτήματα του καθού ή του παρεμβαίνοντος πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια στην αρχή ή στο τέλος του υπομνήματος αντικρούσεως.

137.

Μαζί με το υπόμνημα αντικρούσεως που καταθέτει ο παρεμβαίνων, πρέπει να προσκομίζονται τα έγγραφα που προβλέπει το άρθρο 177, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού διαδικασίας, εφόσον τα έγγραφα αυτά δεν έχουν κατατεθεί προηγουμένως κατ' εφαρμογήν του άρθρου 173, παράγραφος 5, του κανονισμού διαδικασίας.

138.

Τα σημεία 117, 125 και 126 ανωτέρω έχουν εφαρμογή στο υπόμνημα αντικρούσεως.

3.   Αντίθετη προσφυγή και υπομνήματα επί της αντίθετης προσφυγής

139.

Αν, κατόπιν της επιδόσεως της προσφυγής, διάδικος στην ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασία πλην του προσφεύγοντος προτίθεται να αμφισβητήσει την προσβαλλόμενη απόφαση επί ζητήματος το οποίο δεν τέθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής, ο εν λόγω διάδικος πρέπει να ασκήσει αντίθετη προσφυγή κατά την κατάθεση του υπομνήματός του αντικρούσεως. Η ως άνω αντίθετη προσφυγή ασκείται με χωριστό δικόγραφο και πρέπει να πληροί τους όρους των άρθρων 183 και 184 του κανονισμού διαδικασίας.

140.

Όταν ασκείται αντίθετη προσφυγή, οι λοιποί διάδικοι μπορούν να υποβάλουν υπόμνημα επί της αντίθετης προσφυγής, του οποίου το αντικείμενο περιορίζεται στην απάντηση στα αιτήματα, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα της αντίθετης προσφυγής.

V.   ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Α.   Αιτήσεις διεξαγωγής επ' ακροατηρίου συζητήσεως

141.

Όπως προκύπτει από το άρθρο 106 του κανονισμού διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο οργανώνει επ' ακροατηρίου συζήτηση είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως κύριου διαδίκου.

142.

Ο κύριος διάδικος που επιθυμεί να ακουστεί σε επ' ακροατηρίου συζήτηση πρέπει, εντός προθεσμίας τριών εβδομάδων από την επίδοση στους διαδίκους του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιείται η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, να υποβάλει σχετική αιτιολογημένη αίτηση. Η αιτιολογημένη αυτή αίτηση –που δεν πρέπει να συγχέεται με υπόμνημα ή με γραπτές παρατηρήσεις και δεν πρέπει να υπερβαίνει τις τρεις σελίδες– πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένη εκτίμηση της χρησιμότητας διεξαγωγής επ' ακροατηρίου συζητήσεως για τον αιτούντα διάδικο και να προσδιορίζει τα στοιχεία της δικογραφίας ή της επιχειρηματολογίας τα οποία ο διάδικος αυτός θεωρεί απαραίτητο να αναπτύξει ή να αντικρούσει εκτενέστερα κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Για την προσήκουσα οριοθέτηση της ανταλλαγής επιχειρημάτων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση είναι σημαντικό η αιτιολογία να μην είναι γενικής φύσεως περιοριζόμενη απλώς, π.χ., σε επίκληση της σπουδαιότητας της υποθέσεως.

143.

Αν δεν υποβληθεί αιτιολογημένη αίτηση από κύριο διάδικο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να κρίνει επί της προσφυγής χωρίς προφορική διαδικασία.

Β.   Προετοιμασία της επ' ακροατηρίου συζητήσεως

144.

Οι διάδικοι καλούνται να μετάσχουν στην επ' ακροατηρίου συζήτηση με επιμέλεια της γραμματείας τουλάχιστον έναν μήνα πριν από τη διεξαγωγή της, εξαιρουμένων των περιπτώσεων στις οποίες οι περιστάσεις δικαιολογούν την κλήτευσή τους με συντομότερη προθεσμία.

145.

Σύμφωνα με το άρθρο 107, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, οι αιτήσεις μεταθέσεως της ημερομηνίας της επ' ακροατηρίου συζητήσεως γίνονται δεκτές μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Οι εν λόγω αιτήσεις, τις οποίες μπορούν να υποβάλουν μόνον οι κύριοι διάδικοι, πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένες, να συνοδεύονται από κατάλληλα δικαιολογητικά έγγραφα και να διαβιβάζονται στο Γενικό Δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν μετά την κλήτευση.

146.

Αν εκπρόσωπος διαδίκου δεν πρόκειται να παραστεί στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, παρακαλείται να το γνωρίσει στο Γενικό Δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν μετά την κλήτευση.

147.

Το Γενικό Δικαστήριο μεριμνά ώστε συνοπτική έκθεση ακροατηρίου να περιέρχεται κατά το δυνατόν στους εκπροσώπους των διαδίκων τρεις εβδομάδες πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Η συνοπτική έκθεση ακροατηρίου χρησιμεύει για την προετοιμασία της επ' ακροατηρίου συζητήσεως.

148.

Στη συνοπτική έκθεση ακροατηρίου, την οποία καταρτίζει ο εισηγητής δικαστής, απαριθμούνται απλώς οι ισχυρισμοί και παρατίθεται σύντομη περίληψη των επιχειρημάτων των διαδίκων.

149.

Τυχόν παρατηρήσεις των διαδίκων επί της συνοπτικής εκθέσεως ακροατηρίου μπορούν να διατυπωθούν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Στην περίπτωση αυτή, γίνεται μνεία των ως άνω παρατηρήσεων στα πρακτικά της επ' ακροατηρίου συζητήσεως.

150.

Η συνοπτική έκθεση ακροατηρίου είναι διαθέσιμη για το κοινό έξω από την αίθουσα συνεδριάσεων την ημέρα της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, εκτός εάν η συζήτηση διεξάγεται εξολοκλήρου κεκλεισμένων των θυρών.

151.

Πριν από κάθε δημόσια συνεδρίαση, ο γραμματέας μεριμνά για την ανάρτηση, στη γλώσσα της διαδικασίας, των ακόλουθων πληροφοριών έξω από την αίθουσα συνεδριάσεων: της ημερομηνίας και της ώρας της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, του αρμόδιου σχηματισμού, της υποθέσεως ή των υποθέσεων που θα εκφωνηθούν και των ονομάτων των διαδίκων.

152.

Τυχόν αίτηση για την πραγματοποίηση παρουσιάσεως με τη χρήση τεχνικών μέσων πρέπει να υποβάλλεται τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία της επ' ακροατηρίου συζητήσεως. Εφόσον ο πρόεδρος δεχθεί την αίτηση, οι πρακτικές λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των μέσων αυτών πρέπει να συμφωνούνται με τη γραμματεία, ώστε να λαμβάνονται υπόψη τυχόν τεχνικής ή πρακτικής φύσεως περιορισμοί. Η παρουσίαση έχει ως μοναδικό σκοπό την επεξήγηση στοιχείων που περιλαμβάνονται στη δικογραφία και, συνεπώς, δεν πρέπει να περιέχει νέους ισχυρισμούς ή νέα αποδεικτικά στοιχεία. Τα υλικά υποθέματα των παρουσιάσεων αυτών δεν κατατίθενται στη δικογραφία και, κατά συνέπεια, δεν επιδίδονται στους λοιπούς διαδίκους, εκτός αν αποφασίσει άλλως ο πρόεδρος.

153.

Λόγω των εφαρμοζόμενων μέτρων ασφαλείας ως προς την πρόσβαση στα κτίρια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνιστάται στους εκπροσώπους των διαδίκων να μεριμνούν ώστε να είναι παρόντες στην αίθουσα συνεδριάσεων 15 λεπτά τουλάχιστον πριν από την έναρξη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, δεδομένου ότι είθισται τα μέλη του δικαστικού σχηματισμού να συνεννοούνται με τους εκπροσώπους των διαδίκων προς διευθέτηση ζητημάτων οργανώσεως της επ' ακροατηρίου συζητήσεως.

154.

Για την προετοιμασία της συμμετοχής τους σε επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι εκπρόσωποι των διαδίκων παρακαλούνται να συμβουλευθούν το έγγραφο “Κατάλογος των προς επαλήθευση στοιχείων για την επ' ακροατηρίου συζήτηση” που είναι διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γ.   Διεξαγωγή της επ' ακροατηρίου συζητήσεως

155.

Οι εκπρόσωποι των διαδίκων φέρουν υποχρεωτικά δικηγορική τήβεννο όταν αγορεύουν.

156.

Η επ' ακροατηρίου συζήτηση συνίσταται:

στην υπενθύμιση, κατά πολύ συνοπτικό τρόπο και εφόσον υπάρχει ανάγκη, της υποστηριζόμενης θέσεως με την υπογράμμιση των ουσιωδών ισχυρισμών που αναπτύχθηκαν γραπτώς·

στη διευκρίνιση, εφόσον παρίσταται ανάγκη, ορισμένων επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας και στην παρουσίαση, ενδεχομένως, των νέων στοιχείων τα οποία στηρίζονται σε γεγονότα που συνέβησαν μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας και δεν κατέστη δυνατόν, ως εκ τούτου, να εκτεθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής·

στην απάντηση σε τυχόν ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου.

157.

Σε κάθε διάδικο εναπόκειται να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, όπως αυτός καθορίζεται στο σημείο 156 ανωτέρω, κατά πόσον η αγόρευση είναι πράγματι χρήσιμη ή αν αρκεί η απλή παραπομπή στις γραπτές παρατηρήσεις ή στα δικόγραφα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η επ' ακροατηρίου συζήτηση μπορεί να επικεντρωθεί στις απαντήσεις επί των ερωτήσεων του Γενικού Δικαστηρίου. Οσάκις ο εκπρόσωπος κρίνει απαραίτητο να λάβει τον λόγο, συνιστάται να περιοριστεί στην ανάπτυξη ορισμένων μόνο σημείων και να παραπέμψει κατά τα λοιπά στα δικόγραφα.

158.

Αν, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 89, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο έχει καλέσει, πριν από τη διεξαγωγή της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, τους διαδίκους να επικεντρώσουν τις αγορεύσεις τους σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα ζητήματα, τα ζητήματα αυτά πρέπει να αναπτύσσονται κατά προτεραιότητα στις αγορεύσεις.

159.

Αν ένας διάδικος αποφασίσει να μην αγορεύσει, η σιωπή του δεν ερμηνεύεται ως αποδοχή της αγορεύσεως άλλου διαδίκου αν η σχετική επιχειρηματολογία έχει ήδη αντικρουστεί στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας. Η σιωπή αυτή δεν εμποδίζει τον διάδικο αυτόν να απαντήσει στην αγόρευση του άλλου διαδίκου.

160.

Για λόγους σαφήνειας και για την καλύτερη δυνατή κατανόηση των αγορεύσεων από τα μέλη του Γενικού Δικαστηρίου, η ελεύθερη αγόρευση βάσει σημειώσεων είναι κατά κανόνα προτιμότερη από την ανάγνωση κειμένου. Παρακαλούνται επίσης οι εκπρόσωποι των διαδίκων να απλουστεύουν, κατά το μέτρο του δυνατού, την εκ μέρους τους παρουσίαση της υποθέσεως και να προκρίνουν τη χρήση συντόμων φράσεων. Εξάλλου, προς διευκόλυνση του Γενικού Δικαστηρίου, συνιστάται στους εκπροσώπους να ακολουθούν ορισμένο διάγραμμα και να το επεξηγούν πριν από οποιαδήποτε ανάπτυξη.

161.

Προκειμένου να διαφωτισθεί το Γενικό Δικαστήριο επί ορισμένων ζητημάτων τεχνικής φύσεως, ο πρόεδρος του δικαστικού σχηματισμού δύναται να επιτρέψει στους εκπροσώπους των διαδίκων να δώσουν τον λόγο σε πρόσωπα τα οποία, μολονότι δεν έχουν την ιδιότητα του εκπροσώπου, είναι καταλληλότερα να λάβουν θέση. Τα πρόσωπα αυτά ομιλούν μόνον παρουσία και υπό την ευθύνη του εκπροσώπου του οικείου διαδίκου. Προτού λάβουν τον λόγο, τα πρόσωπα αυτά δηλώνουν τα στοιχεία της ταυτότητάς τους.

162.

Η διάρκεια των αγορεύσεων μπορεί να ποικίλλει αναλόγως της πολυπλοκότητας της υποθέσεως και της υπάρξεως ή μη νέων πραγματικών στοιχείων. Κάθε κύριος διάδικος μπορεί να αγορεύσει επί 15 λεπτά και κάθε παρεμβαίνων μπορεί να αγορεύσει επί 10 λεπτά (στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, κάθε κύριος διάδικος μπορεί να αγορεύσει επί 15 λεπτά για κάθε υπόθεση και κάθε παρεμβαίνων μπορεί να αγορεύσει επί 10 λεπτά για κάθε υπόθεση), εκτός διαφορετικής υποδείξεως προς αυτούς εκ μέρους της γραμματείας. Ο περιορισμός αυτός αφορά μόνον την κυρίως αγόρευση αυτή καθαυτήν και δεν συμπεριλαμβάνει τον χρόνο των απαντήσεων στις ερωτήσεις που τίθενται κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση και τον χρόνο των τελικών τοποθετήσεων.

163.

Αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, αίτηση παρεκκλίσεως από τη συνήθη αυτή διάρκεια, δεόντως αιτιολογημένη και προσδιορίζουσα τον χρόνο ομιλίας που κρίνεται αναγκαίος, μπορεί να υποβληθεί στη γραμματεία τουλάχιστον δύο εβδομάδες (ή και αργότερα, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις δεόντως αιτιολογούμενες) πριν από την ημερομηνία της επ' ακροατηρίου συζητήσεως. Σε περίπτωση υποβολής τέτοιας αιτήσεως, οι εκπρόσωποι ενημερώνονται για τον χρόνο που θα έχουν στη διάθεσή τους για την αγόρευση.

164.

Οσάκις πλείονες εκπρόσωποι ενεργούν για λογαριασμό ενός διαδίκου, μόνον δύο εξ αυτών μπορούν καταρχήν να αγορεύσουν, ο συνολικός δε χρόνος ομιλίας τους δεν πρέπει να υπερβαίνει τους χρόνους που ορίζει το σημείο 162 ανωτέρω. Ωστόσο, οι απαντήσεις στις ερωτήσεις των δικαστών μπορούν να δοθούν και οι τελικές τοποθετήσεις μπορούν να γίνουν από εκπροσώπους άλλους από εκείνους οι οποίοι αγόρευσαν αρχικώς.

165.

Οσάκις πλείονες διάδικοι προτίθενται να υποστηρίξουν την ίδια άποψη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (ιδίως σε περίπτωση παρεμβάσεως ή συνεκδικαζομένων υποθέσεων), οι εκπρόσωποί τους καλούνται να συνεννοούνται πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε επανάληψη στις αγορεύσεις τους.

166.

Παρακαλούνται οι εκπρόσωποι, όταν παραπέμπουν σε απόφαση ή διάταξη του Δικαστηρίου, του Γενικού Δικαστηρίου ή του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, να την αναφέρουν με τη συνήθη ονομασία της και τον αριθμό της υποθέσεως και, αν υπάρχει λόγος, να προσδιορίζουν τις κρίσιμες σκέψεις της αποφάσεως ή διατάξεως.

167.

Σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, οι κύριοι διάδικοι μπορούν κατ' εξαίρεση να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Στην περίπτωση αυτή, ακούγεται η άποψη των λοιπών διαδίκων επί του παραδεκτού και του περιεχομένου των στοιχείων αυτών. Συνιστάται στους διαδίκους να είναι εφοδιασμένοι, για παν ενδεχόμενο, με επαρκή αριθμό αντιτύπων.

Δ.   Διερμηνεία

168.

Προς διευκόλυνση της διερμηνείας, οι εκπρόσωποι των διαδίκων παρακαλούνται να αποστέλλουν εκ των προτέρων το τυχόν κείμενο των αγορεύσεών τους ή τις γραπτές σημειώσεις τους στη διεύθυνση διερμηνείας με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (interpret@curia.europa.eu).

169.

Το Γενικό Δικαστήριο εγγυάται την εμπιστευτική μεταχείριση των διαβιβαζόμενων σημειώσεων αγορεύσεων. Προς αποφυγή οποιασδήποτε παρεξηγήσεως, πρέπει να αναγράφεται το όνομα του διαδίκου. Οι σημειώσεις αγορεύσεων δεν κατατίθενται στη δικογραφία.

170.

Υπενθυμίζεται στους εκπροσώπους ότι, αναλόγως των περιπτώσεων, ορισμένα μόνον μέλη του Γενικού Δικαστηρίου παρακολουθούν την αγόρευση στη γλώσσα στην οποία γίνεται, ενώ τα λοιπά μέλη την ακούν μέσω ταυτόχρονης διερμηνείας. Ιδιαιτέρως συνιστάται στους εκπροσώπους, για την καλύτερη διεξαγωγή της επ' ακροατηρίου συζητήσεως και τη διατήρηση του ποιοτικού επιπέδου της ταυτόχρονης διερμηνείας, να ομιλούν αργά και κοντά στο μικρόφωνο.

171.

Οσάκις οι εκπρόσωποι προτίθενται να παραθέσουν κατά λέξη χωρία ορισμένων κειμένων ή εγγράφων, ιδίως χωρία που δεν μνημονεύονται στη δικογραφία, χρήσιμο είναι να τα επισημαίνουν στους διερμηνείς πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Ομοίως, είναι ίσως χρήσιμο να τους επισημαίνουν τους τυχόν δυσμετάφραστους όρους.

Ε.   Πρακτικά της επ' ακροατηρίου συζητήσεως

172.

Ο γραμματέας συντάσσει, στη γλώσσα της διαδικασίας, τα πρακτικά κάθε επ' ακροατηρίου συζητήσεως τα οποία περιλαμβάνουν: μνεία της υποθέσεως· την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο της συνεδριάσεως· ενδεχομένως, την ένδειξη ότι πρόκειται για συνεδρίαση κεκλεισμένων των θυρών· τα ονόματα των δικαστών και του γραμματέα που είναι παρόντες· τα ονόματα και την ιδιότητα των εκπροσώπων των διαδίκων που παρίστανται· μνεία των παρατηρήσεων επί της συνοπτικής εκθέσεως ακροατηρίου, εάν υπάρχουν· το ονοματεπώνυμο, την ιδιότητα και τη διεύθυνση κατοικίας των τυχόν μαρτύρων ή πραγματογνωμόνων· μνεία των διαδικαστικών εγγράφων ή στοιχείων που ενδεχομένως προσκομίσθηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση και, εφόσον είναι αναγκαίο, τις δηλώσεις κατά τη συνεδρίαση, καθώς και τις αποφάσεις που έλαβε το Γενικό Δικαστήριο ή ο πρόεδρος κατά τη συνεδρίαση.

VI.   ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ

Α.   Γενικοί κανόνες

173.

Σύμφωνα με το άρθρο 64 και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 68, παράγραφος 4, του άρθρου 104, του άρθρου 105, παράγραφος 8, καθώς και του άρθρου 144, παράγραφος 7, του κανονισμού διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη μόνον τα διαδικαστικά έγγραφα και τα στοιχεία των οποίων οι εκπρόσωποι των διαδίκων έχουν λάβει γνώση και επί των οποίων έχουν διατυπώσει την άποψή τους.

174.

Ως εκ τούτου, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 103 έως 105 του κανονισμού διαδικασίας, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αίτημα του προσφεύγοντος περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως ορισμένων στοιχείων της δικογραφίας έναντι του καθού. Ομοίως, ο καθού δεν μπορεί να διατυπώσει τέτοιο αίτημα έναντι του προσφεύγοντος.

175.

Ωστόσο, οι κύριοι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν να εξαιρεθούν από την κοινοποίηση προς παρεμβαίνοντα ορισμένα εμπιστευτικά στοιχεία της δικογραφίας, σύμφωνα με το άρθρο 144, παράγραφος 7, του κανονισμού διαδικασίας.

176.

Κάθε διάδικος μπορεί επίσης να ζητήσει να μην επιτραπεί σε διάδικο των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων η πρόσβαση σε ορισμένα στοιχεία των δικογραφιών τις οποίες αφορά η συνεκδίκαση, λόγω του προβαλλόμενου εμπιστευτικού χαρακτήρα τους, σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας.

Β.   Εμπιστευτική μεταχείριση σε περίπτωση αιτήσεως παρεμβάσεως

177.

Όταν κατατίθεται αίτηση παρεμβάσεως, οι κύριοι διάδικοι καλούνται να δηλώσουν, εντός της προθεσμίας που τους τάσσει ο γραμματέας, αν ζητούν την εμπιστευτική μεταχείριση ορισμένων δεδομένων που περιέχονται στα διαδικαστικά έγγραφα ή στα στοιχεία που έχουν ήδη κατατεθεί στη δικογραφία.

178.

Για όλα τα διαδικαστικά έγγραφα και τα στοιχεία που καταθέτουν στη συνέχεια, η τυχόν αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πρέπει να υποβάλλεται από τους κύριους διαδίκους κατά την κατάθεση. Αν δεν υποβληθεί τέτοια αίτηση, τα διαδικαστικά έγγραφα και τα στοιχεία που καταθέτουν κοινοποιούνται στον παρεμβαίνοντα.

179.

Κάθε αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο. Η αίτηση δεν μπορεί να κατατεθεί υπό εμπιστευτική μορφή και, κατά συνέπεια, δεν πρέπει να περιέχει εμπιστευτικά στοιχεία.

180.

Η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πρέπει να προσδιορίζει τον διάδικο έναντι του οποίου ζητείται η εμπιστευτική μεταχείριση.

181.

Η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο και δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να αφορά το σύνολο ενός διαδικαστικού εγγράφου, μόνον δε κατ' εξαίρεση μπορεί να αφορά το σύνολο παραρτήματος. Και τούτο διότι η κοινοποίηση μιας μη εμπιστευτικής μορφής ενός διαδικαστικού εγγράφου ή στοιχείου, από την οποία έχουν απαλειφθεί ορισμένα χωρία, λέξεις ή αριθμοί, είναι κατά κανόνα δυνατή χωρίς να θίγονται τα εμπλεκόμενα συμφέροντα.

182.

Η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πρέπει να αναφέρει επακριβώς τα σχετικά στοιχεία ή χωρία και να περιλαμβάνει αιτιολόγηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα καθενός από αυτά τα στοιχεία ή χωρία. Έλλειψη αυτών των διευκρινίσεων δικαιολογεί την απόρριψη της αιτήσεως από το Γενικό Δικαστήριο.

183.

Κατά την κατάθεση της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως ενός ή πλειόνων διαδικαστικών εγγράφων, ο διάδικος οφείλει να προσκομίσει μη εμπιστευτική μορφή ολόκληρου του ή των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων από την οποία έχουν απαλειφθεί τα στοιχεία ή χωρία τα οποία αφορά η αίτηση.

184.

Όταν αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως δεν πληροί τους όρους των σημείων 179, 180 και 183 ανωτέρω, ο γραμματέας ζητεί την τακτοποίησή της από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Αν, παρά το ότι ζητήθηκε τακτοποίηση, η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως εξακολουθεί να μην πληροί τα οριζόμενα στις παρούσες διατάξεις, δεν είναι δυνατή η εξέτασή της, όλες δε οι σχετικές διαδικαστικές πράξεις και έγγραφα κοινοποιούνται στον παρεμβαίνοντα.

Γ.   Εμπιστευτική μεταχείριση σε περίπτωση συνεκδικάσεως υποθέσεων

185.

Όταν τίθεται ζήτημα συνεκδικάσεως πλειόνων υποθέσεων, οι διάδικοι καλούνται να αναφέρουν, εντός της προθεσμίας που τους τάσσει ο γραμματέας, αν ζητούν την εμπιστευτική μεταχείριση ορισμένων δεδομένων τα οποία περιέχονται στα διαδικαστικά έγγραφα ή στοιχεία που έχουν ήδη κατατεθεί στις δικογραφίες των υποθέσεων τις οποίες αφορά η συνεκδίκαση.

186.

Για όλα τα διαδικαστικά έγγραφα και τα στοιχεία που καταθέτουν στη συνέχεια, η τυχόν αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πρέπει να υποβάλλεται από τους διαδίκους κατά την κατάθεση. Αν δεν υποβληθεί τέτοια αίτηση, θα επιτραπεί στους λοιπούς διαδίκους των συνεκδικαζόμενων υποθέσεων η πρόσβαση σε αυτά τα διαδικαστικά έγγραφα και στοιχεία.

187.

Τα σημεία 179 έως 184 ανωτέρω έχουν εφαρμογή στις αιτήσεις εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υποβάλλονται σε περίπτωση συνεκδικάσεως υποθέσεων.

Δ.   Εμπιστευτική μεταχείριση στο πλαίσιο του άρθρου 103 του κανονισμού διαδικασίας

188.

Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να διατάξει, ως αποδεικτικό μέσο κατά το άρθρο 91 του κανονισμού διαδικασίας, την εκ μέρους διαδίκου παροχή πληροφοριών ή προσκόμιση στοιχείων σχετικών με την υπόθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, η παροχή αυτή πληροφοριών ή η προσκόμιση στοιχείων μπορεί να διαταχθεί μόνο αν ο συγκεκριμένος διάδικος δεν ανταποκρίθηκε σε μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας που είχε προηγουμένως ληφθεί προς τον σκοπό αυτόν ή αν ο διάδικος τον οποίο αφορά το μέτρο ζητήσει τούτο ρητώς δικαιολογώντας την αναγκαιότητα λήψεως του μέτρου με τη μορφή διατάξεως περί διεξαγωγής αποδείξεων.

189.

Εάν κύριος διάδικος προβάλλει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα πληροφοριών ή στοιχείων για να εναντιωθεί στην υποβολή τους με την απάντησή του στο μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας ή για να προτείνει τη διεξαγωγή αποδείξεων, το Γενικό Δικαστήριο, εάν κρίνει ότι οι εν λόγω πληροφορίες ή στοιχεία μπορούν, ενδεχομένως, να είναι κρίσιμης σημασίας για την επίλυση της διαφοράς, διατάσσει την παροχή ή την προσκόμισή τους με διάταξη περί διεξαγωγής αποδείξεων δυνάμει του άρθρου 91, στοιχείο β', του κανονισμού διαδικασίας. Η μεταχείριση των κατ' αυτόν τον τρόπο παρεχόμενων πληροφοριών ή προσκομιζόμενων στοιχείων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διέπεται από το άρθρο 103 του κανονισμού διαδικασίας. Το συγκεκριμένο καθεστώς δεν εισάγει εξαίρεση από την αρχή της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης, αλλά ορίζει τον τρόπο εφαρμογής της αρχής αυτής.

190.

Δυνάμει της διατάξεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον οι πληροφορίες ή τα στοιχεία αυτά είναι κρίσιμα για την επίλυση της διαφοράς και έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα. Το Γενικό Δικαστήριο, εάν κρίνει ότι οι συγκεκριμένες πληροφορίες είναι κρίσιμες και έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα, προβαίνει σε στάθμιση του εμπιστευτικού χαρακτήρα με τις επιταγές που απορρέουν από το δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, ειδικότερα δε από την τήρηση της αρχής της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης, και, κατά το πέρας αυτής της σταθμίσεως, έχει δύο επιλογές.

191.

Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι η πληροφορία ή το στοιχείο πρέπει να γνωστοποιηθεί στον αντίδικο, παρά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα που έχει. Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας να ζητήσει από τους εκπροσώπους των λοιπών διαδίκων, πλην εκείνου που προσκόμισε τα εμπιστευτικά δεδομένα, να αναλάβουν τη δέσμευση να τηρήσουν την εμπιστευτικότητα του εγγράφου ή στοιχείου και να μην ανακοινώσουν τα δεδομένα τα οποία θα τους γνωστοποιηθούν στους οικείους εντολείς ή σε τρίτους. Η παράβαση της δεσμεύσεως αυτής μπορεί να επισύρει την εφαρμογή του άρθρου 55 του κανονισμού διαδικασίας.

192.

Εναλλακτικώς, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να μην προβεί στη γνωστοποίηση των εμπιστευτικών δεδομένων, θέτοντας, όμως, ταυτοχρόνως στη διάθεση του αντιδίκου μη εμπιστευτικά στοιχεία, τα οποία θα καταστήσουν δυνατή στον μέγιστο δυνατό βαθμό τη διατύπωση των παρατηρήσεών του, ώστε να διασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης. Στην περίπτωση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο διατάσσει τον κύριο διάδικο που προσκόμισε τα εμπιστευτικά δεδομένα να γνωστοποιήσει ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία κατά τρόπον ώστε να διασφαλιστεί συμμέτρως ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των δεδομένων και η κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγή της δίκης. Οι πληροφορίες μπορούν, π.χ., να παρασχεθούν υπό μορφή περιλήψεως. Αν εκτιμά ότι ο αντίδικος δεν μπορεί να ασκήσει λυσιτελώς τα δικαιώματα άμυνας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει μία ή περισσότερες διατάξεις έως ότου κρίνει ότι είναι όντως δυνατή η κατ' αντιμωλίαν συνέχιση της δίκης.

193.

Αν το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η προς τον αντίδικο γνωστοποίηση πληροφορίας, υπό τους όρους της διατάξεως που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 103, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, έδωσε στον αντίδικο τη δυνατότητα να λάβει λυσιτελώς θέση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες ή στοιχεία τα οποία δεν γνωστοποιήθηκαν στον αντίδικο δεν λαμβάνονται υπόψη από το Γενικό Δικαστήριο. Οι εμπιστευτικές πληροφορίες ή στοιχεία αποσύρονται από τη δικογραφία, οι δε διάδικοι ενημερώνονται σχετικά.

Ε.   Εμπιστευτική μεταχείριση στο πλαίσιο του άρθρου 104 του κανονισμού διαδικασίας

194.

Όταν ελέγχει τη νομιμότητα πράξεως με την οποία θεσμικό όργανο έχει αρνηθεί να επιτρέψει την πρόσβαση σε ορισμένο έγγραφο, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως αποδεικτικό μέσο βάσει του άρθρου 91, στοιχείο γ', του κανονισμού διαδικασίας την προσκόμιση του εγγράφου αυτού.

195.

Το προσκομιζόμενο από το θεσμικό όργανο έγγραφο δεν κοινοποιείται στους λοιπούς διαδίκους, διότι άλλως η διαφορά θα καθίστατο άνευ αντικειμένου.

ΣΤ.   Εμπιστευτική μεταχείριση στο πλαίσιο του άρθρου 105 του κανονισμού διαδικασίας

196.

Σύμφωνα με το άρθρο 105, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, οι κύριοι διάδικοι ενδέχεται, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου περί διεξαγωγής αποδείξεων, να παράσχουν πληροφορίες ή να προσκομίσουν στοιχεία που άπτονται της ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ενός ή πλειόνων κρατών μελών της ή των διεθνών σχέσεών τους. Οι παράγραφοι 3 έως 10 της διατάξεως αυτής θεσπίζουν το δικονομικό καθεστώς που ισχύει για τις πληροφορίες ή τα στοιχεία αυτά.

197.

Λαμβανομένης υπόψη της ευαίσθητης και εμπιστευτικής φύσεως των πληροφοριών ή στοιχείων που άπτονται της ασφάλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ενός ή πλειόνων κρατών μελών της ή των διεθνών σχέσεών τους, για την εφαρμογή του καθεστώτος που εισάγει το άρθρο 105 του κανονισμού διαδικασίας είναι αναγκαία η δημιουργία κατάλληλου μηχανισμού ασφαλείας με σκοπό τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των εν λόγω πληροφοριών ή στοιχείων. Ο μηχανισμός αυτός περιγράφεται στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 2016.

VII.   ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΡΩΓΗ

198.

Σύμφωνα με το άρθρο 147, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, για την υποβολή αιτήσεως δικαστικής αρωγής είναι υποχρεωτική η χρήση υποδείγματος. Το υπόδειγμα αυτό είναι διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

199.

Ο αιτούμενος δικαστική αρωγή που δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο κατά την υποβολή του υποδείγματος της αιτήσεως δικαστικής αρωγής μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 147, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, να καταθέσει στη γραμματεία το υπόδειγμα σε χαρτί, δεόντως συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο, ταχυδρομικώς ή με υλική παράδοσή του στη διεύθυνση που παρατίθεται στο σημείο 90 ανωτέρω. Το υπόδειγμα δεν διεκπεραιώνεται αν δεν φέρει ιδιόχειρη υπογραφή.

200.

Αν ο αιτούμενος δικαστική αρωγή εκπροσωπείται από δικηγόρο κατά την υποβολή του υποδείγματος της αιτήσεως δικαστικής αρωγής, η κατάθεση γίνεται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 72, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, λαμβανομένων υπόψη των όσων ορίζουν τα σημεία 77 έως 79 ανωτέρω.

201.

Σκοπός του υποδείγματος αιτήσεως δικαστικής αρωγής είναι να παράσχει στο Γενικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 147, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού διαδικασίας, τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία ώστε να είναι σε θέση να αποφανθεί επί της αιτήσεως δικαστικής αρωγής. Πρόκειται:

για στοιχεία σχετικά με την οικονομική κατάσταση του αιτούντος

και,

σε περίπτωση που δεν έχει ασκηθεί ακόμη η προσφυγή, για στοιχεία σχετικά με το αντικείμενο της εν λόγω προσφυγής, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τη συναφή επιχειρηματολογία.

202.

Ο αιτών υποχρεούται να προσκομίσει μαζί με το συμπληρωμένο υπόδειγμα της αιτήσεως δικαστικής αρωγής τα δικαιολογητικά έγγραφα των δηλούμενων κατά το σημείο 201 ανωτέρω πληροφοριακών στοιχείων.

203.

Εάν συντρέχει περίπτωση, μαζί με το συμπληρωμένο υπόδειγμα αιτήσεως δικαστικής αρωγής προσκομίζονται τα έγγραφα που προβλέπονται στο άρθρο 51, παράγραφοι 2 και 3, και στο άρθρο 78, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας.

204.

Το υπόδειγμα αιτήσεως δικαστικής αρωγής δεόντως συμπληρωμένο καθώς και τα δικαιολογητικά πρέπει να είναι αφ' εαυτών κατανοητά.

205.

Με την επιφύλαξη της δυνατότητας του Γενικού Δικαστηρίου να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες ή την προσκόμιση προσθέτων εγγράφων κατ' εφαρμογήν των άρθρων 89 και 90 του κανονισμού διαδικασίας, η αίτηση δικαστικής αρωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί με μεταγενέστερη κατάθεση προσθηκών. Τέτοιες προσθήκες, αν κατατεθούν χωρίς να έχουν ζητηθεί από το Γενικό Δικαστήριο, δεν γίνονται δεκτές. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορούν να γίνουν μεταγενεστέρως δεκτά δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την ένδεια του αιτούντος, εφόσον παρασχεθούν οι δέουσες εξηγήσεις για την καθυστερημένη προσκόμισή τους.

206.

Δυνάμει του άρθρου 147, παράγραφος 7, του κανονισμού διαδικασίας, η υποβολή αιτήσεως δικαστικής αρωγής αναστέλλει την προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής την οποία αφορά η αίτηση μέχρι την ημερομηνία επιδόσεως της διατάξεως η οποία αποφαίνεται επί της αιτήσεως αυτής ή, οσάκις με τη διάταξη αυτή δεν ορίζεται δικηγόρος προς εκπροσώπηση του αιτούμενου τη δικαστική αρωγή, έως την επίδοση της διατάξεως περί διορισμού του δικηγόρου στον οποίο ανατίθεται η εκπροσώπηση του αιτούντος.

207.

Δεδομένου ότι η κατάθεση αιτήσεως δικαστικής αρωγής αναστέλλει την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής έως την επίδοση της διατάξεως που μνημονεύεται στο σημείο 206 ανωτέρω, ο εναπομένων χρόνος για την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής ενδέχεται να είναι εξαιρετικά σύντομος. Συνιστάται, ως εκ τούτου, στον δικαιούχο του ευεργετήματος δικαστικής αρωγής, νομίμως εκπροσωπούμενο από δικηγόρο, να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην τήρηση της νόμιμης προθεσμίας.

VIII.   ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

Α.   Ταχεία διαδικασία

Α.1.   Αίτηση εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας

208.

Σύμφωνα με το άρθρο 152, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, η αίτηση εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο κατά την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής ή του υπομνήματος αντικρούσεως και περιέχει αιτιολογία εκθέτουσα τον ιδιαιτέρως επείγοντα χαρακτήρα της υποθέσεως και τις λοιπές συναφείς περιστάσεις.

209.

Προς διευκόλυνση της άμεσης διεκπεραιώσεως της αιτήσεως εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας από τη γραμματεία, στην πρώτη σελίδα της αιτήσεως πρέπει να περιλαμβάνεται η μνεία ότι η αίτηση αυτή κατατίθεται βάσει των άρθρων 151 και 152 του κανονισμού διαδικασίας.

210.

Ο αριθμός σελίδων του δικογράφου της προσφυγής της οποίας ζητείται η εκδίκαση με ταχεία διαδικασία δεν πρέπει, καταρχήν, να υπερβαίνει τις 25. Για το δικόγραφο αυτό πρέπει να τηρούνται τα οριζόμενα στα σημεία 112 έως 121 ανωτέρω.

211.

Συνιστάται στον διάδικο που ζητεί την εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας να εκθέτει στην αίτησή του τους ισχυρισμούς, τα επιχειρήματα ή τα χωρία του σχετικού δικογράφου (του δικογράφου της προσφυγής ή του υπομνήματος αντικρούσεως) που διατυπώνονται μόνο για την περίπτωση που η υπόθεση δεν θα εκδικαστεί με τη διαδικασία αυτή. Η σχετική μνεία, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 152, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, πρέπει να είναι σαφής και να περιέχει τους αριθμούς των σχετικών παραγράφων.

Α.2.   Συνοπτική απόδοση

212.

Συνιστάται να επισυνάπτεται στην αίτηση για την εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας, η οποία περιέχει τη μνεία που προβλέπεται στο σημείο 211 ανωτέρω, συνοπτική απόδοση του οικείου δικογράφου.

213.

Η συνοπτική απόδοση, οσάκις επισυνάπτεται, πρέπει να είναι σύμφωνη με τις ακόλουθες οδηγίες:

α)

η συνοπτική απόδοση λαμβάνει τη μορφή του αρχικού κειμένου του οικείου δικογράφου, τα δε απαλειφόμενα χωρία του σημειώνονται με αγκύλες εντός των οποίων αναγράφεται η ένδειξη “παραλειπόμενα”·

β)

οι παράγραφοι που παραμένουν στη συνοπτική απόδοση διατηρούν την ίδια αρίθμηση που έχουν στο αρχικό κείμενο του δικογράφου·

γ)

ο κατάλογος παραρτημάτων που συνοδεύει τη συνοπτική απόδοση περιέχει, σε περίπτωση που στο κείμενο της συνοπτικής αποδόσεως δεν γίνεται παραπομπή στο σύνολο των παραρτημάτων του πλήρους δικογράφου, την ένδειξη “παραλειπόμενα” προς προσδιορισμό κάθε παραλειπόμενου παραρτήματος·

δ)

τα παραρτήματα που παραμένουν στη συνοπτική απόδοση διατηρούν την ίδια αρίθμηση του καταλόγου παραρτημάτων του πλήρους κειμένου του δικογράφου·

ε)

τα παραρτήματα που μνημονεύονται στον κατάλογο που συνοδεύει τη συνοπτική απόδοση επισυνάπτονται σε αυτήν.

214.

Για να μπορεί να εξεταστεί όσο το δυνατόν ταχύτερα, η συνοπτική απόδοση πρέπει να έχει συνταχθεί σύμφωνα με τις ανωτέρω οδηγίες.

215.

Οσάκις το Γενικό Δικαστήριο ζητεί την κατάθεση συνοπτικής αποδόσεως του δικογράφου βάσει του άρθρου 151, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, η συνοπτική αυτή απόδοση πρέπει να συντάσσεται, πλην διαφορετικής υποδείξεως, σύμφωνα με τις ανωτέρω οδηγίες.

A.3.   Υπόμνημα αντικρούσεως

216.

Αν ο προσφεύγων δεν υπέδειξε, με την αίτησή του, τους ισχυρισμούς, τα επιχειρήματα ή τα χωρία του δικογράφου της προσφυγής που πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνο στην περίπτωση που η υπόθεση δεν εκδικαστεί με την ταχεία διαδικασία, ο καθού οφείλει να απαντήσει εντός μηνός στην προσφυγή.

217.

Αν ο προσφεύγων εξέθεσε, με την αίτησή του, τους ισχυρισμούς, τα επιχειρήματα ή τα χωρία του δικογράφου της προσφυγής που πρέπει να ληφθούν υπόψη μόνο στην περίπτωση που η υπόθεση δεν εκδικαστεί με την ταχεία διαδικασία, ο καθού οφείλει να απαντήσει εντός μηνός στους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα του δικογράφου της προσφυγής, λαμβανομένων υπόψη των όσων εκτίθενται στην αίτηση εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας.

218.

Αν ο προσφεύγων έχει επισυνάψει στην αίτησή του συνοπτική απόδοση του δικογράφου της προσφυγής, ο καθού οφείλει να απαντήσει εντός μηνός στους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που περιέχονται στη συνοπτική αυτή απόδοση του δικογράφου της προσφυγής.

219.

Αν το Γενικό Δικαστήριο αποφασίσει να απορρίψει την αίτηση εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας πριν ακόμη ο καθού καταθέσει το υπόμνημα αντικρούσεως, η προθεσμία ενός μηνός την οποία προβλέπει το άρθρο 154, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας για την κατάθεση του υπομνήματος αυτού παρατείνεται κατά έναν μήνα.

220.

Αν το Γενικό Δικαστήριο αποφασίσει να απορρίψει την αίτηση εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας αφού ο καθού έχει καταθέσει το υπόμνημα αντικρούσεως εντός της προθεσμίας ενός μηνός την οποία προβλέπει το άρθρο 154, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, τάσσεται στον διάδικο αυτόν νέα προθεσμία ενός μηνός από την επίδοση της αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η αίτηση εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας, ώστε να μπορέσει να συμπληρώσει το υπόμνημα αντικρούσεως.

Α.4.   Προφορική διαδικασία

221.

Δεδομένου ότι, στο πλαίσιο της ταχείας διαδικασίας, η έγγραφη διαδικασία καταρχήν περιορίζεται σε μία και μόνον ανταλλαγή υπομνημάτων, αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στην προφορική διαδικασία, η δε επ' ακροατηρίου συζήτηση οργανώνεται εντός σύντομου χρόνου από την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας. Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, εντούτοις, να αποφασίσει να αποφανθεί χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, αν οι κύριοι διάδικοι δηλώσουν, εντός προθεσμίας τασσόμενης από τον πρόεδρο, ότι δεν θα μετάσχουν σε επ' ακροατηρίου συζήτηση και το Γενικό Δικαστήριο φρονεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τα στοιχεία της δικογραφίας.

222.

Αν το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει επιτρέψει την κατάθεση υπομνήματος παρεμβάσεως, ο παρεμβαίνων μπορεί να αναπτύξει τις παρατηρήσεις του μόνον προφορικώς και εφόσον διεξαχθεί επ' ακροατηρίου συζήτηση.

Β.   Αναστολή εκτελέσεως και άλλα προσωρινά μέτρα κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων

223.

Σύμφωνα με το άρθρο 156, παράγραφος 5, του κανονισμού διαδικασίας, η αίτηση αναστολής εκτελέσεως ή λήψεως άλλων προσωρινών μέτρων πρέπει να υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο. Πρέπει να είναι αφ' εαυτής κατανοητή χωρίς να χρειάζεται αναδρομή στο εισαγωγικό δικόγραφο της κύριας υποθέσεως, συμπεριλαμβανομένων και των παραρτημάτων του.

224.

Προς διευκόλυνση της άμεσης διεκπεραιώσεως από τη γραμματεία της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως ή λήψεως άλλων προσωρινών μέτρων, στην πρώτη σελίδα της αιτήσεως πρέπει να περιλαμβάνεται η μνεία ότι η αίτηση αυτή κατατίθεται βάσει του άρθρου 156 του κανονισμού διαδικασίας και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ότι περιέχει αίτημα βάσει του άρθρου 157, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας.

225.

Η αίτηση αναστολής εκτελέσεως ή λήψεως άλλων προσωρινών μέτρων πρέπει να εκθέτει, κατά τρόπο εξαιρετικά σύντομο και περιεκτικό, το αντικείμενο της διαφοράς, τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς επί των οποίων στηρίζεται η προσφυγή στην κύρια υπόθεση και από τους οποίους προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, το βάσιμο της προσφυγής (fumus boni juris), καθώς και τις περιστάσεις που δικαιολογούν το επείγον. Πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς το ή τα ζητούμενα μέτρα. Πρέπει επίσης να περιλαμβάνει όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και να παραθέτει τα προτεινόμενα αποδεικτικά μέσα προς δικαιολόγηση της λήψεως των προσωρινών μέτρων.

226.

Δεδομένου ότι με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επιδιώκεται να καταστεί δυνατή η εκτίμηση του fumus boni juris στο πλαίσιο συνοπτικής διαδικασίας, δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται στην αίτηση ολόκληρο το κείμενο του εισαγωγικού δικογράφου της κύριας υποθέσεως.

227.

Προκειμένου να καθίσταται δυνατή η επείγουσα εξέταση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, ο ανώτατος αριθμός σελίδων δεν πρέπει, καταρχήν, να υπερβαίνει, αναλόγως της φύσεως και των περιστατικών της υποθέσεως, τις 25.

IX.   ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΟΥΣΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ

228.

Οι παρούσες διατάξεις για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την εκτέλεση του κανονισμού διαδικασίας καταργούν και αντικαθιστούν τις Οδηγίες προς τον γραμματέα του Γενικού Δικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 2007 (ΕΕ L 232 της 4.9.2007, σ. 1), όπως τροποποιήθηκαν στις 17 Μαΐου 2010 (ΕΕ L 170 της 6.7.2010, σ. 53) και στις 24 Ιανουαρίου 2012 (ΕΕ L 68 της 7.3.2012, σ. 20), και τις Πρακτικές οδηγίες προς τους διαδίκους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Ιανουαρίου 2012 (ΕΕ L 68 της 7.3.2012, σ. 23).

229.

Οι παρούσες διατάξεις για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την εκτέλεση του κανονισμού διαδικασίας δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τίθενται σε ισχύ την πρώτη μέρα του μήνα που έπεται της δημοσιεύσεώς τους.».

9)

Το παράρτημα 1 αντικαθίσταται ως εξής:

«

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Προϋποθέσεις των οποίων η μη πλήρωση δικαιολογεί τη μη επίδοση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης (σημείο 101 των παρουσών διατάξεων)

Η μη τακτοποίηση των ακόλουθων στοιχείων μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της προσφυγής ή της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης σύμφωνα με το άρθρο 78, παράγραφος 6, το άρθρο 177, παράγραφος 6, και το άρθρο 194, παράγραφος 5, του κανονισμού διαδικασίας.

 

Ευθείες προσφυγές

Υποθέσεις πνευματικής ιδιοκτησίας

α)

προσκόμιση του αποδεικτικού νομιμοποιήσεως του δικηγόρου (άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας)

προσκόμιση του αποδεικτικού νομιμοποιήσεως του δικηγόρου (άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας)

β)

προσκόμιση πρόσφατης αποδείξεως περί της νομικής υποστάσεως του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 78, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας)

προσκόμιση πρόσφατης αποδείξεως περί της νομικής υποστάσεως του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 177, παράγραφος 4, του κανονισμού διαδικασίας)

γ)

προσκόμιση της εντολής, οσάκις ο εκπροσωπούμενος διάδικος είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 51, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας)

προσκόμιση της εντολής, οσάκις ο εκπροσωπούμενος διάδικος είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 51, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας)

δ)

προσκόμιση της προσβαλλομένης πράξεως (προσφυγή ακυρώσεως) ή του εγγράφου που βεβαιώνει τη χρονολογία της κλήσεως προς ενέργεια (προσφυγή κατά παραλείψεως) (άρθρο 21, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού· άρθρο 78, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας)

προσκόμιση της προσβαλλομένης αποφάσεως του τμήματος προσφυγών (άρθρο 177, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας)

ε)

προσκόμιση της κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων διοικητικής ενστάσεως και της αποφάσεως που εκδόθηκε επ' αυτής (άρθρο 78, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας)

 

στ)

προσκόμιση αντιγράφου της περιέχουσας τη ρήτρα διαιτησίας συμβάσεως (άρθρο 78, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας)

 

ζ)

 

μνεία του ονοματεπώνυμου όλων των διαδίκων στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών και των διευθύνσεων που είχαν δηλώσει για τις κοινοποιήσεις (άρθρο 177, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας)

η)

μνεία της ημερομηνίας υποβολής της κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων διοικητικής ενστάσεως και της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της αποφάσεως που εκδόθηκε επ' αυτής (άρθρο 78, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας)

μνεία της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών (άρθρο 177, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας)

»

10)

Το παράρτημα 2 αντικαθίσταται ως εξής:

«

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Τυπικοί κανόνες των οποίων η μη τήρηση δικαιολογεί αναβολή της επιδόσεως (σημείο 102 των παρουσών διατάξεων)

α)

μνεία της διευθύνσεως του προσφεύγοντος ή του αναιρεσείοντος (άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού· άρθρο 76, στοιχείο α', άρθρο 177, παράγραφος 1, στοιχείο α', και άρθρο 194, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού διαδικασίας)

β)

μνεία της διευθύνσεως του εκπροσώπου του προσφεύγοντος ή αναιρεσείοντος (άρθρο 76, στοιχείο β', άρθρο 177, παράγραφος 1, στοιχείο β', και άρθρο 194, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού διαδικασίας)

γ)

νέο, κατόπιν μειώσεως της εκτάσεώς του, πρωτότυπο του δικογράφου (σημεία 109 και 110 των παρουσών διατάξεων)

δ)

νέο πρωτότυπο του δικογράφου, με ίδιο περιεχόμενο, στο οποίο έχουν αριθμηθεί οι παράγραφοι (σημείο 81, στοιχείο γ', των παρουσών διατάξεων)

ε)

νέο πρωτότυπο του δικογράφου, με ίδιο περιεχόμενο, στο οποίο έχουν αριθμηθεί οι σελίδες (σημείο 81, στοιχείο δ', των παρουσών διατάξεων)

στ)

προσκόμιση καταλόγου παραρτημάτων ο οποίος περιλαμβάνει τις υποχρεωτικές μνείες (άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας· σημείο 83 των παρουσών διατάξεων)

ζ)

προσκόμιση των παραρτημάτων που μνημονεύονται στο εισαγωγικό δικόγραφο αλλά δεν προσκομίστηκαν (άρθρο 72, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας)

η)

προσκόμιση σελιδαριθμημένων παραρτημάτων (σημείο 86, στοιχείο δ', των παρουσών διατάξεων)

θ)

προσκόμιση αριθμημένων παραρτημάτων (σημείο 86, στοιχείο α', των παρουσών διατάξεων)

»

11)

Το παράρτημα 3 αντικαθίσταται ως εξής:

«

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3

Τυπικοί κανόνες των οποίων η μη τήρηση δεν εμποδίζει την επίδοση (σημείο 103 των παρουσών διατάξεων)

α)

προσκόμιση του αποδεικτικού νομιμοποιήσεως για κάθε άλλον επιπλέον δικηγόρο (άρθρο 51, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας)

β)

στις υποθέσεις πλην των υποθέσεων πνευματικής ιδιοκτησίας, προσκόμιση της συνοπτικής εκθέσεως των προβαλλομένων ισχυρισμών και κύριων επιχειρημάτων (σημεία 118 και 119 των παρουσών διατάξεων)

γ)

προσκόμιση μεταφράσεως στη γλώσσα της διαδικασίας εγγράφου που έχει συνταχθεί σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα της διαδικασίας (άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας· σημείο 99 των παρουσών διατάξεων)

»

Άρθρο 2

Οι παρούσες τροποποιήσεις των Διατάξεων για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την εκτέλεση του κανονισμού διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αρχίζουν να ισχύουν την 1η Δεκεμβρίου 2018.

Λουξεμβούργο, 17 Οκτωβρίου 2018.

Ο Γραμματέας

E. COULON

Ο Πρόεδρος

M. JAEGER


(1)  ΕΕ L 240 της 25.9.2018, σ. 68.

(2)  ΕΕ L 240 της 25.9.2018, σ. 72.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2016/1192 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της (ΕΕ L 200 της 26.7.2016, σ. 137).

(4)  ΕΕ L 152 της 18.6.2015, σ. 1.

(5)  Η εμφάνιση του κειμένου πρέπει να είναι σύμφωνη με τα προβλεπόμενα στο σημείο 81, στοιχείο β', των παρουσών διατάξεων.

(6)  Η εμφάνιση του κειμένου πρέπει να είναι σύμφωνη με τα προβλεπόμενα στο σημείο 81, στοιχείο β', των παρουσών διατάξεων.