ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 135

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

59ο έτος
24 Μαΐου 2016


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2016/791 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 όσον αφορά το καθεστώς ενίσχυσης για την παροχή οπωροκηπευτικών προϊόντων, μπανανών και γάλακτος στα εκπαιδευτικά ιδρύματα

1

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2016/792 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτή και τον δείκτη τιμών κατοικιών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου ( 1 )

11

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2016/793 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για να αποφευχθεί η εκτροπή του εμπορίου ορισμένων βασικών φαρμακευτικών προϊόντων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση

39

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ

53

 

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2016/795 του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2016, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1370/2013 για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με τον καθορισμό ορισμένων ενισχύσεων και επιστροφών που συνδέονται με την κοινή οργάνωση των αγορών γεωργικών προϊόντων

115

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στην οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ ( ΕΕ L 94 της 28.3.2014 )

120

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

24.5.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 135/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/791 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Μαΐου 2016

για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 όσον αφορά το καθεστώς ενίσχυσης για την παροχή οπωροκηπευτικών προϊόντων, μπανανών και γάλακτος στα εκπαιδευτικά ιδρύματα

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 42 και το άρθρο 43 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) προβλέπει στο μέρος II τίτλος I κεφάλαιο II τμήμα 1 τη θέσπιση ενός καθεστώτος για την προώθηση της κατανάλωσης οπωροκηπευτικών στα σχολεία, και ενός για την προώθηση της κατανάλωσης γάλακτος στα σχολεία.

(2)

Με βάση την πείρα από την εφαρμογή των ισχυόντων σχολικών καθεστώτων, σε συνδυασμό με τα συμπεράσματα των εξωτερικών αξιολογήσεων και την επακόλουθη ανάλυση των διαφόρων επιλογών πολιτικής, καθώς και των κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα κράτη μέλη, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η συνέχιση και η ενίσχυση των δύο αυτών καθεστώτων είναι υψίστης σημασίας. Στο σημερινό πλαίσιο συνεχούς μείωσης της κατανάλωσης νωπών οπωροκηπευτικών και γαλακτοκομικών προϊόντων, ιδίως από τα παιδιά, και της αυξανόμενης παιδικής παχυσαρκίας εξαιτίας καταναλωτικών συνηθειών που προσανατολίζονται σε τρόφιμα υψηλής επεξεργασίας, τα οποία συχνά έχουν και υψηλή περιεκτικότητα σε πρόσθετα σάκχαρα, αλάτι, λίπος ή πρόσθετες ουσίες, θα πρέπει η χορήγηση ενωσιακών ενισχύσεων για τη χρηματοδότηση της παροχής επιλεγμένων γεωργικών προϊόντων στα παιδιά που φοιτούν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα να συμβάλει περισσότερο στην προώθηση των υγιεινών διατροφικών συνηθειών και της κατανάλωσης τοπικών προϊόντων.

(3)

Από την ανάλυση των διαφόρων επιλογών πολιτικής προκύπτει ότι η υιοθέτηση ενιαίας προσέγγισης εντός κοινού νομικού και δημοσιονομικού πλαισίου είναι ο καταλληλότερος και αποτελεσματικότερος τρόπος σε ό,τι αφορά την επίτευξη των ειδικών στόχων που επιδιώκει η κοινή γεωργική πολιτική μέσω των καθεστώτων προώθησης της κατανάλωσης οπωροκηπευτικών και γάλακτος στα σχολεία. Μια τέτοια προσέγγιση επιτρέπει στα κράτη τη μεγιστοποίηση του αντίκτυπου της διανομής διατηρώντας καθορισμένο τον προϋπολογισμό και αυξάνοντας την αποδοτικότητα της διαχείρισης. Ωστόσο, για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές μεταξύ των οπωροκηπευτικών, συμπεριλαμβανομένων των μπανανών, και του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, δηλαδή της κατανάλωσης «οπωροκηπευτικών στα σχολεία» και της κατανάλωσης «γάλακτος στα σχολεία», κατά τα οριζόμενα στον παρόντα κανονισμό, και των αλυσίδων εφοδιασμού τους, θα πρέπει να διατηρηθεί ο διαχωρισμός ορισμένων στοιχείων, όπως τα αντίστοιχα κονδύλια του προϋπολογισμού. Με βάση την πείρα από τα ισχύοντα καθεστώτα, η συμμετοχή στο σχολικό πρόγραμμα θα πρέπει να παραμείνει προαιρετική για τα κράτη μέλη. Λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις τάσεις στην κατανάλωση, θα πρέπει να δοθεί στα συμμετέχοντα κράτη μέλη και τις συμμετέχουσες περιφέρειες η δυνατότητα να επιλέγουν, στο πλαίσιο των στρατηγικών τους, ποια από τα επιλέξιμα προϊόντα επιθυμούν να διανείμουν σε παιδιά που φοιτούν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να θεσπίσουν στοχευμένα μέτρα για να αντιμετωπίσουν τη μειούμενη κατανάλωση γάλακτος στην ομάδα-στόχο.

(4)

Έχει διαπιστωθεί τάση μείωσης της κατανάλωσης ιδιαιτέρως των νωπών οπωροκηπευτικών και του γάλακτος κατανάλωσης. Κατά συνέπεια, η διανομή στο πλαίσιο του σχολικού προγράμματος είναι σκόπιμο να επικεντρωθεί κατά προτεραιότητα στα εν λόγω προϊόντα. Η προσέγγιση αυτή θα συμβάλει στη μείωση του οργανωτικού φόρτου των σχολείων και στην αύξηση του αντίκτυπου της διανομής στο πλαίσιο ενός περιορισμένου προϋπολογισμού και είναι σύμφωνη με την τρέχουσα πρακτική, καθώς πρόκειται για τα προϊόντα που διανέμονται συχνότερα. Ωστόσο, προκειμένου να ακολουθηθούν οι διατροφικές συστάσεις όσον αφορά στην πρόσληψη του ασβεστίου και να προωθηθεί η κατανάλωση συγκεκριμένων προϊόντων ή να ικανοποιηθούν ιδιαίτερες διατροφικές ανάγκες των παιδιών στην επικράτειά τους, και λόγω των αυξανομένων προβλημάτων από τη δυσανεξία στη λακτόζη του γάλακτος, θα πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη, εφόσον ήδη διανέμουν γάλα κατανάλωσης ή αντίστοιχα προϊόντα χωρίς λακτόζη, να διανέμουν άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα, χωρίς προσθήκη αρωματικών, φρούτων, καρπών ή κακάο, όπως το γιαούρτι και το τυρί, τα οποία έχουν ευεργετικά αποτελέσματα στην υγεία των παιδιών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να μπορούν να διανείμουν προϊόντα μεταποιημένων οπωροκηπευτικών εφόσον διανέμουν ήδη νωπά οπωροκηπευτικά. Επιπλέον, θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για να εξασφαλιστεί η διανομή τοπικών και περιφερειακών προϊόντων. Αν τα κράτη μέλη το θεωρήσουν αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων του σχολικού προγράμματος και της εθνικής τους στρατηγικής, θα πρέπει να μπορούν να συμπληρώσουν τη διανομή των ανωτέρω προϊόντων με ορισμένα άλλα γαλακτοκομικά και ροφήματα με βάση το γάλα. Όλα αυτά τα προϊόντα θα πρέπει να είναι πλήρως επιλέξιμα για τη χορήγηση ενωσιακής ενίσχυσης. Ωστόσο, όσον αφορά στα μη γεωργικά προϊόντα, επιλέξιμο για την ενίσχυση θα είναι μόνο το γαλακτοκομικό συστατικό. Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι επιστημονικές εξελίξεις, και να διασφαλιστεί ότι τα διανεμόμενα προϊόντα πληρούν τους στόχους του σχολικού προγράμματος, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), για τη συμπλήρωση του περιλαμβανομένου στον παρόντα κανονισμό καταλόγου των εξαιρούμενων ενισχυτικών γεύσης και για τον καθορισμό των ανωτάτων επιπέδων για την πρόσθετη ζάχαρη, το πρόσθετο αλάτι και το πρόσθετο λίπος στα μεταποιημένα προϊόντα.

(5)

Είναι απαραίτητη η θέσπιση συνοδευτικών εκπαιδευτικών μέτρων για την υποστήριξη της διανομής, προκειμένου να επιτευχθούν οι βραχυπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι του σχολικού προγράμματος, όσον αφορά στην αύξηση της κατανάλωσης επιλεγμένων γεωργικών προϊόντων και στη διαμόρφωση υγιεινών διαιτολογίων. Δεδομένης της σημασίας τους, τα μέτρα αυτά θα πρέπει να στηρίζουν τη διανομή οπωροκηπευτικών προϊόντων και γάλακτος στα σχολεία. Ως συνοδευτικά εκπαιδευτικά μέτρα, αποτελούν σημαντικό εργαλείο για την ανανέωση της σχέσης των παιδιών με τη γεωργία και την ποικιλία των ενωσιακών γεωργικών προϊόντων, ιδίως εκείνων που παράγονται στην περιοχή τους, με τη βοήθεια, για παράδειγμα, εμπειρογνωμόνων σε θέματα διατροφής και γεωργών. Για την επίτευξη των στόχων που επιδιώκει το σχολικό πρόγραμμα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συμπεριλάβουν στα μέτρα τους ευρύτερη ποικιλία γεωργικών προϊόντων, καθώς και να περιλαμβάνουν άλλα τοπικά, περιφερειακά ή εθνικά ιδιότυπα προϊόντα, όπως το μέλι, οι επιτραπέζιες ελιές και το ελαιόλαδο.

(6)

Για την προαγωγή υγιεινών διατροφικών συνηθειών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι εθνικές αρχές τους που είναι αρμόδιες για την υγεία και τη διατροφή έχουν την ενδεδειγμένη συμμετοχή στην κατάρτιση του καταλόγου των προϊόντων που πρόκειται να χορηγούνται, ή ότι οι αρχές αυτές θα εγκρίνουν καταλλήλως τον κατάλογο, σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες.

(7)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και στοχευμένη χρήση των πόρων της Ένωσης και να διευκολυνθεί η υλοποίηση του σχολικού προγράμματος, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ σχετικά με τον προσδιορισμό των δαπανών και των μέτρων που είναι επιλέξιμα για ενωσιακή ενίσχυση.

(8)

Η ενωσιακή ενίσχυση θα πρέπει να κατανέμεται ξεχωριστά για τη διανομή οπωροκηπευτικών και γάλακτος στα σχολεία, σύμφωνα με την προαιρετική προσέγγιση όσον αφορά τη διανομή. Η εν λόγω ενίσχυση θα πρέπει να κατανέμεται σε κάθε κράτος μέλος λαμβανομένων υπόψη του αριθμού των παιδιών ηλικίας από έξι έως δέκα ετών στο εν λόγω κράτος μέλος και του βαθμού ανάπτυξης των περιφερειών εντός του εν λόγω κράτους μέλους, ώστε να εξασφαλιστεί η παροχή μεγαλύτερης ενίσχυσης στις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες, στα μικρά νησιά του Αιγαίου και στις εξόχως απόκεντρες περιοχές, λόγω της περιορισμένης διαφοροποίησης της γεωργικής παραγωγής στις περιοχές αυτές και της συχνής αδυναμίας εξεύρεσης ορισμένων προϊόντων στη σχετική περιφέρεια, μιας κατάστασης που έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερο κόστος μεταφοράς και αποθήκευσης. Περαιτέρω, προκειμένου να μπορέσουν τα κράτη μέλη να διατηρήσουν την κλίμακα των εφαρμοζόμενων καθεστώτων για τη διανομή γάλακτος στα σχολεία και για να ενθαρρυνθούν και άλλα κράτη μέλη να ξεκινήσουν τη διανομή γάλακτος, είναι σκόπιμο να συνδυαστούν τα εν λόγω κριτήρια με τη μέχρι τώρα χρήση της ενωσιακής ενίσχυσης για την παροχή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων σε παιδιά, με εξαίρεση την Κροατία για την οποία πρέπει να καθοριστεί συγκεκριμένο ποσό.

(9)

Για τη διασφάλιση της ορθής διοικητικής και δημοσιονομικής διαχείρισης, τα κράτη μέλη που επιθυμούν να συμμετάσχουν στη διανομή των επιλέξιμων προϊόντων θα πρέπει να υποβάλλουν κάθε χρόνο αίτηση χορήγησης της ενωσιακής ενίσχυσης.

(10)

Η εθνική ή περιφερειακή στρατηγική θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή κράτους μέλους στο σχολικό πρόγραμμα. Τα κράτη μέλη που επιθυμούν να συμμετάσχουν θα πρέπει να υποβάλουν μία στρατηγική υπό τη μορφή εγγράφου που θα καλύπτει περίοδο έξι ετών και θα καθορίζει τις προτεραιότητές τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επικαιροποιούν τις στρατηγικές τους τακτικά, ιδίως με βάση εκτιμήσεις και εκ νέου αξιολογήσεις των προτεραιοτήτων ή των στόχων και με βάση την επιτυχία των προγραμμάτων τους. Επίσης, οι στρατηγικές μπορούν να περιλαμβάνουν συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούν την εφαρμογή του σχολικού προγράμματος, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να επιτύχουν βελτίωση της αποτελεσματικότητας στη διαχείριση, μεταξύ άλλων, των αιτημάτων ενίσχυσης.

(11)

Για μια καλύτερη ευαισθητοποίηση σχετικά με το σχολικό πρόγραμμα και για να αυξηθεί η προβολή της ενωσιακής ενίσχυσης, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, όσον αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να προβάλουν ευκρινώς την ενωσιακή στήριξη για την υλοποίηση του προγράμματος, μεταξύ άλλων, σχετικά με εργαλεία δημόσιας προβολής και, εάν κρίνεται σκόπιμο, σχετικά με την κοινή ταυτότητα ή γραφικά στοιχεία.

(12)

Για να διασφαλιστεί η προβολή του σχολικού προγράμματος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξηγούν στο πλαίσιο της στρατηγικής τους με ποιον τρόπο διασφαλίζουν την προστιθέμενη αξία των προγραμμάτων τους, ιδίως στην περίπτωση που τα προϊόντα που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του ενωσιακού προγράμματος καταναλώνονται ταυτόχρονα με άλλα γεύματα που παρέχονται στα παιδιά που φοιτούν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα. Για να διασφαλιστούν η επίτευξη και η αποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού στόχου του ενωσιακού προγράμματος, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη διανομή των προϊόντων που χρηματοδοτούνται βάσει του ενωσιακού προγράμματος στο πλαίσιο της παροχής άλλων γευμάτων σε εκπαιδευτικά ιδρύματα και την παρασκευή τους.

(13)

Για να επαληθεύεται η αποτελεσματικότητα των σχολικών προγραμμάτων στα κράτη μέλη, θα πρέπει να χρηματοδοτούνται από την Ένωση πρωτοβουλίες παρακολούθησης και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων, με ιδιαίτερη έμφαση στις μεσοπρόθεσμες αλλαγές στην κατανάλωση.

(14)

Η αρχή της συγχρηματοδότησης για τη διανομή οπωροκηπευτικών στο σχολείο θα πρέπει να καταργηθεί.

(15)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να επηρεάζει την κατανομή των περιφερειακών ή τοπικών αρμοδιοτήτων στα κράτη μέλη.

(16)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) θα πρέπει επομένως να τροποποιηθούν αναλόγως. Για να ληφθεί υπόψη η περιοδικότητα του σχολικού έτους, οι νέοι κανόνες θα πρέπει να εφαρμοστούν από την 1η Αυγούστου 2017,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο μέρος II τίτλος I κεφάλαιο II, το τμήμα 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τμήμα 1

Ενίσχυση για την παροχή οπωροκηπευτικών και γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων σε εκπαιδευτικά ιδρύματα

Άρθρο 22

Ομάδα-στόχος

Το καθεστώς ενίσχυσης για τη βελτίωση της διανομής γεωργικών προϊόντων και των διατροφικών συνηθειών των παιδιών απευθύνεται σε παιδιά που φοιτούν τακτικά σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, ιδρύματα για παιδιά προσχολικής ηλικίας ή σε σχολικά ιδρύματα της πρωτοβάθμιας ή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία τελούν υπό τη διαχείριση ή την αναγνώριση των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών.

Άρθρο 23

Ενίσχυση για την παροχή οπωροκηπευτικών και γάλακτος στα σχολεία, συνοδευτικών εκπαιδευτικών μέτρων και συναφών εξόδων

1.   Χορηγείται ενωσιακή ενίσχυση για τα παιδιά που φοιτούν στα εκπαιδευτικά ιδρύματα του άρθρου 22:

α)

για την παροχή και διανομή των επιλέξιμων προϊόντων των παραγράφων 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου·

β)

για συνοδευτικά εκπαιδευτικά μέτρα· και

γ)

για την κάλυψη ορισμένων συναφών εξόδων εξοπλισμού, προβολής, παρακολούθησης και αξιολόγησης, και, εφόσον τα έξοδα αυτά δεν καλύπτονται από το στοιχείο α) του παρόντος εδαφίου, εξόδων υλικοτεχνικής υποστήριξης και διανομής.

Το Συμβούλιο θεσπίζει σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ, όρια για την αναλογία της ενωσιακής ενίσχυσης που καλύπτει μέτρα και έξοδα αναφερόμενα στα στοιχεία β) και γ) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος:

α)

ως “οπωροκηπευτικά στα σχολεία” νοούνται τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) και στην παράγραφο 4 στοιχείο α)·

β)

ως “γάλα στα σχολεία” νοούνται τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) και στην παράγραφο 4 στοιχείο β), καθώς και τα προϊόντα του παραρτήματος V.

3.   Τα κράτη μέλη που επιθυμούν να συμμετάσχουν στο καθεστώς ενισχύσεων που θεσπίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 (“το σχολικό πρόγραμμα”) και ζητούν την αντίστοιχη ενωσιακή ενίσχυση, δίνουν προτεραιότητα στη διανομή προϊόντων μιας ή και των δύο από τις ακόλουθες ομάδες, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών συνθηκών:

α)

οπωροκηπευτικά και νωπά προϊόντα του τομέα της μπανάνας·

β)

γάλα κατανάλωσης και μορφές αυτού που δεν περιέχουν λακτόζη.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, προκειμένου να προωθήσουν την κατανάλωση συγκεκριμένων προϊόντων και/ή να ανταποκριθούν στις ιδιαίτερες διατροφικές ανάγκες των παιδιών στην επικράτειά τους, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη διανομή προϊόντων μιας ή και των δύο ακόλουθων ομάδων:

α)

μεταποιημένα οπωροκηπευτικά προϊόντα, επιπροσθέτως των προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α)·

β)

τυρί, τυρόπηγμα, γιαούρτι και άλλα ζυμωμένα ή οξινισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα, χωρίς προσθήκη αρωματικών, φρούτων, καρπών ή κακάο, επιπροσθέτως των προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β).

5.   Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη το κρίνουν απαραίτητο για την επίτευξη των στόχων του σχολικού προγράμματος και των στόχων των στρατηγικών που αναφέρονται στην παράγραφο 8, δύνανται να συμπληρώσουν τη διανομή των προϊόντων που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 με προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα V.

Στις περιπτώσεις αυτές, η ενωσιακή ενίσχυση χορηγείται μόνο για το γαλακτοκομικό συστατικό του διανεμόμενου προϊόντος. Το εν λόγω γαλακτοκομικό συστατικό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 90 % κατά βάρος για τα προϊόντα της κατηγορίας Ι του παραρτήματος V και 75 % κατά βάρος για τα προϊόντα της κατηγορίας II του παραρτήματος V.

Το ύψος της ενωσιακής ενίσχυσης για το γαλακτοκομικό συστατικό καθορίζεται από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ.

6.   Τα προϊόντα που διανέμονται στο πλαίσιο του σχολικού προγράμματος δεν περιέχουν τα εξής:

α)

πρόσθετα σάκχαρα·

β)

πρόσθετο αλάτι·

γ)

πρόσθετο λίπος·

δ)

πρόσθετες γλυκαντικές ουσίες·

ε)

πρόσθετα μη φυσικά ενισχυτικά γεύσης E 620 έως E 650, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1333/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*).

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, κάθε κράτος μέλος μπορεί, αφού λάβει την κατάλληλη άδεια από τις εθνικές αρχές του που είναι αρμόδιες για την υγεία και τη διατροφή σύμφωνα με τις οικείες εθνικές διαδικασίες, να αποφασίσει ότι τα επιλέξιμα προϊόντα που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 μπορούν να περιέχουν περιορισμένες ποσότητες πρόσθετης ζάχαρης, πρόσθετου αλατιού και/ή πρόσθετου λίπους.

7.   Πέραν των προϊόντων των παραγράφων 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν την προσθήκη και άλλων γεωργικών προϊόντων στο πλαίσιο των συνοδευτικών εκπαιδευτικών μέτρων, ιδίως εκείνων που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχεία ζ) και κβ).

8.   Ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή του στο σχολικό πρόγραμμα ένα κράτος μέλος καταρτίζει, πριν εισέλθει στο εν λόγω πρόγραμμα και στη συνέχεια κάθε έξι χρόνια, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, στρατηγική για την εφαρμογή του προγράμματος. Η στρατηγική μπορεί να τροποποιηθεί από την αρχή που είναι υπεύθυνη για την κατάρτισή της σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, ιδίως υπό το πρίσμα της παρακολούθησης και της αξιολόγησης των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί. Στη στρατηγική αυτή προσδιορίζονται τουλάχιστον οι ανάγκες που πρέπει να ικανοποιηθούν, η ιεράρχηση των αναγκών ανάλογα με τις προτεραιότητες, η ομάδα-στόχος, τα προσδοκώμενα αποτελέσματα και, εφόσον είναι διαθέσιμοι, οι ποσοτικοί στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν σε σχέση με την αρχική κατάσταση, ενώ καθορίζονται τα πιο ενδεδειγμένα μέσα και οι δράσεις για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.

Η στρατηγική μπορεί να περιλαμβάνει συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή του σχολικού προγράμματος, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποσκοπούν στην απλούστευση της διαχείρισής του.

9.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν στις στρατηγικές τους τον κατάλογο όλων των προϊόντων που παρέχονται στο πλαίσιο του σχολικού προγράμματος, είτε μέσω της τακτικής διανομής είτε στο πλαίσιο των συνοδευτικών εκπαιδευτικών μέτρων. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι οι εθνικές αρχές τους που είναι αρμόδιες για την υγεία και τη διατροφή συμμετέχουν καταλλήλως, ή χορηγούν την ενδεδειγμένη άδεια, όσον αφορά την κατάρτιση του εν λόγω καταλόγου, σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες.

10.   Για να καταστήσουν αποτελεσματικό το σχολικό πρόγραμμα, τα κράτη μέλη προβλέπουν επίσης συνοδευτικά εκπαιδευτικά μέτρα, τα οποία μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μέτρα και δραστηριότητες σκοπός των οποίων είναι να φέρουν τα παιδιά ξανά σε επαφή με τη γεωργία, μέσω δραστηριοτήτων όπως οι επισκέψεις σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις και η διανομή ευρύτερης ποικιλίας γεωργικών προϊόντων, κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 7. Τα εν λόγω μέτρα μπορεί επίσης να σχεδιάζονται ώστε να ευαισθητοποιούνται τα παιδιά σχετικά με συναφή ζητήματα, όπως είναι οι υγιεινές διατροφικές συνήθειες, οι τοπικές αλυσίδες εφοδιασμού, η βιολογική γεωργία, η βιώσιμη παραγωγή και η καταπολέμηση της σπατάλης τροφίμων.

11.   Τα κράτη μέλη επιλέγουν τα προϊόντα που πρόκειται να συμπεριλάβουν στη διανομή ή στα συνοδευτικά εκπαιδευτικά μέτρα με βάση αντικειμενικά κριτήρια που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα: Ζητήματα υγείας και περιβάλλοντος, την εποχιακή διαθεσιμότητα, την ποικιλία και τη διαθεσιμότητα των τοπικών ή περιφερειακών προϊόντων, δίνοντας προτεραιότητα, στο μέτρο του εφικτού, στα προϊόντα που προέρχονται από την Ένωση. Τα κράτη μέλη δύνανται να ενθαρρύνουν ιδίως τις τοπικές ή περιφερειακές αγορές, τα βιολογικά προϊόντα, τις βραχείες αλυσίδες εφοδιασμού ή τα περιβαλλοντικά οφέλη και, εφόσον αρμόζει, τα προϊόντα που είναι αναγνωρισμένα από τα καθεστώτα ποιότητας όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1151/2012.

Στο πλαίσιο των στρατηγικών τους, τα κράτη μέλη μπορούν να εξετάσουν τη δυνατότητα να δοθεί προτεραιότητα στη βιωσιμότητα και το δίκαιο εμπόριο.

Άρθρο 23α

Διατάξεις περί χρηματοδότησης

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, οι ενισχύσεις στο πλαίσιο του σχολικού προγράμματος, οι οποίες χορηγούνται για τη διανομή προϊόντων, τα συνοδευτικά εκπαιδευτικά μέτρα και τα συναφή έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1, δεν υπερβαίνουν το ποσό των 250 εκατ. EUR ανά σχολικό έτος.

Εντός του εν λόγω συνολικού ορίου, η ενίσχυση δεν υπερβαίνει:

α)

για τα οπωροκηπευτικά στα σχολεία: 150 εκατ. EUR ανά σχολικό έτος·

β)

για το γάλα στα σχολεία: 100 εκατ. EUR ανά σχολικό έτος.

2.   Οι ενισχύσεις της παραγράφου 1 χορηγούνται σε κάθε κράτος μέλος με βάση τα εξής:

α)

τον αριθμό των παιδιών ηλικίας από έξι έως δέκα ετών στο οικείο κράτος μέλος·

β)

τον βαθμό ανάπτυξης των περιφερειών του οικείου κράτους μέλους, ώστε να εξασφαλιστεί η παροχή μεγαλύτερης ενίσχυσης στις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες, και στα μικρά νησιά του Αιγαίου κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 229/2013· και

γ)

για το γάλα στα σχολεία, επιπροσθέτως των κριτηρίων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), τη μέχρι τώρα χρήση της ενωσιακής ενίσχυσης για την παροχή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων σε παιδιά.

Οι κατανομές για τα οικεία κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υψηλότερες ενισχύσεις κατανέμονται στις εξόχως απόκεντρες περιοχές που αναφέρονται στο άρθρο 349 ΣΛΕΕ, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση στις εν λόγω περιοχές όσον αφορά τον εφοδιασμό σε προϊόντα και να προωθηθεί ο εφοδιασμός μεταξύ γειτονικών εξόχως απόκεντρων περιοχών.

Οι κατανομές για το γάλα στα σχολεία που προκύπτουν διά της εφαρμογής των κριτηρίων της παρούσας παραγράφου διασφαλίζουν ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να λάβουν τουλάχιστον ένα ελάχιστο ποσό της ενωσιακής ενίσχυσης ανά παιδί στην ηλικιακή ομάδα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α). Το εν λόγω ποσό δεν πρέπει να είναι χαμηλότερο από τη μέση χρήση ενωσιακής ενίσχυσης ανά παιδί σε όλα τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του σχολικού προγράμματος για το γάλα που ίσχυε πριν από την 1η Αυγούστου 2017.

Τα μέτρα για τον καθορισμό της ενδεικτικής και οριστικής κατανομής, και για την ανακατανομή της ενωσιακής ενίσχυσης για τα οπωροκηπευτικά και το γάλα στα σχολεία, λαμβάνεται από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 3 ΣΛΕΕ.

3.   Τα κράτη μέλη που επιθυμούν να συμμετάσχουν στο σχολικό πρόγραμμα υποβάλλουν κάθε χρόνο αίτημα ενίσχυσης από την Ένωση, στο οποίο προσδιορίζεται το ποσό που ζητείται για τα οπωροκηπευτικά στα σχολεία και το ποσό που ζητείται για το γάλα στα σχολεία, τα οποία επιθυμούν να διανείμουν.

4.   Χωρίς υπέρβαση του συνολικού ανώτατου ορίου των 250 εκατ. EUR όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, κάθε κράτος μέλος δύναται να μεταφέρει, άπαξ ανά σχολικό έτος, έως και το 20 % κάθε ενός από τα ενδεικτικά κονδύλια που το αφορούν.

Το ποσοστό αυτό μπορεί να αυξηθεί έως το 25 % για τα κράτη μέλη με εξόχως απόκεντρες περιοχές του άρθρου 349 ΣΛΕΕ, καθώς και σε άλλες δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, όπως όταν ένα κράτος μέλος πρέπει να αντιμετωπίσει την ιδιαίτερη κατάσταση της αγοράς στον τομέα που καλύπτεται από το σχολικό πρόγραμμα, ή να αντιμετωπίσει ιδιαίτερες ανησυχίες όσον αφορά τη χαμηλή κατανάλωση μιας από τις ομάδες προϊόντων ή να αντιμετωπίσει άλλες κοινωνικές μεταβολές.

Οι μεταφορές μπορούν να γίνουν είτε:

α)

πριν από τον καθορισμό των οριστικών κατανομών για το επόμενο σχολικό έτος, μεταξύ των ενδεικτικών κατανομών του κράτους μέλους· ή

β)

μετά την έναρξη του σχολικού έτους, μεταξύ των οριστικών κατανομών του κράτους μέλους, εφόσον έχουν προσδιοριστεί οι οριστικές κατανομές για το εν λόγω κράτος μέλος.

Οι μεταφορές που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο στοιχείο α) δεν μπορούν να γίνονται από την ενδεικτική κατανομή για την ομάδα προϊόντων για την οποία το οικείο κράτος μέλος ζητεί ποσό που υπερβαίνει την ενδεικτική του κατανομή. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ποσό των ενδεχόμενων μεταφορών μεταξύ των ενδεικτικών κατανομών.

5.   Το σχολικό πρόγραμμα εφαρμόζεται με την επιφύλαξη τυχόν ξεχωριστών εθνικών σχολικών προγραμμάτων που συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο. Η κατ' άρθρο 23 ενωσιακή ενίσχυση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής ή η αποτελεσματικότητα οποιουδήποτε υφιστάμενου εθνικού σχολικού προγράμματος ή προγράμματος διανομής οπωροκηπευτικών και γάλακτος στα σχολεία, αλλά δεν υποκαθιστά τη χρηματοδότηση για τα εν λόγω υφιστάμενα εθνικά προγράμματα, με εξαίρεση τη δωρεάν διανομή γευμάτων στα παιδιά που φοιτούν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα. Εάν ένα κράτος μέλος αποφασίσει να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής ενός υφιστάμενου εθνικού προγράμματος ή να το καταστήσει πιο αποτελεσματικό ζητώντας ενίσχυση από την Ένωση, προσδιορίζει στη στρατηγική που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 8 τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθούν οι ανωτέρω στόχοι.

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν, πέραν της ενωσιακής ενίσχυσης, να χορηγούν εθνική ενίσχυση για τη χρηματοδότηση του σχολικού προγράμματος.

Τα κράτη μέλη μπορούν να χρηματοδοτούν την εν λόγω ενίσχυση με εισφορά που βαρύνει τον σχετικό τομέα ή με κάθε άλλη συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα.

7.   Η Ένωση μπορεί επίσης να χρηματοδοτεί, δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013, μέτρα ενημέρωσης, προβολής, παρακολούθησης και αξιολόγησης που αφορούν το σχολικό πρόγραμμα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με τους στόχους του προγράμματος καθώς και συναφή μέτρα δικτύωσης που αποσκοπούν στην ανταλλαγή εμπειριών και βέλτιστων πρακτικών για τη διευκόλυνση της εφαρμογής και της διαχείρισης του προγράμματος.

Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, κοινή ταυτότητα ή γραφικά στοιχεία, ώστε να ενισχυθεί η προβολή του σχολικού προγράμματος.

8.   Τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στο σχολικό πρόγραμμα προβάλλουν, στους σχολικούς χώρους ή σε άλλα σχετικά μέρη τη συμμετοχή τους στο πρόγραμμα και το γεγονός ότι επιδοτείται από την Ένωση. Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν όλα τα κατάλληλα μέσα δημοσιότητας όπως αφίσες, ειδικές ιστοσελίδες, ενημερωτικά διαγράμματα και εκστρατείες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την προστιθέμενη αξία και την προβολή του ενωσιακού σχολικού προγράμματος σε σχέση με την παροχή άλλων γευμάτων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Άρθρο 24

Ανάθεση εξουσιών

1.   Για την προώθηση των υγιεινών διατροφικών συνηθειών των παιδιών και για να διασφαλιστεί ότι οι ενισχύσεις στο πλαίσιο του καθεστώτος προώθησης της κατανάλωσης οπωροκηπευτικών και γάλακτος στα σχολεία απευθύνονται σε παιδιά της ομάδας-στόχου που αναφέρεται στο άρθρο 22, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 227 για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με:

α)

τα επιπρόσθετα κριτήρια που αφορούν την επιλεξιμότητα της ομάδας-στόχου που αναφέρεται στο άρθρο 22·

β)

την έγκριση και επιλογή των αιτούντων ενίσχυσης από τα κράτη μέλη·

γ)

την κατάρτιση των εθνικών ή περιφερειακών στρατηγικών και τα συνοδευτικά εκπαιδευτικά μέτρα.

2.   Για να εξασφαλιστεί αποδοτική και στοχοθετημένη χρήση των ενωσιακών πόρων, και για να διευκολυνθεί η υλοποίηση σχολικού προγράμματος, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 227 σχετικά με:

α)

τον προσδιορισμό των δαπανών και των μέτρων που είναι επιλέξιμα για ενωσιακή χρηματοδότηση·

β)

την υποχρέωση των κρατών μελών να παρακολουθούν και να αξιολογούν την αποτελεσματικότητα του σχολικού προγράμματος.

3.   Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι επιστημονικές εξελίξεις, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 227, για τη συμπλήρωση του καταλόγου των μη φυσικών ενισχυτικών γεύσης που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 6 πρώτο εδάφιο στοιχείο ε).

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που διανέμονται σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφοι 3, 4 και 5 πληρούν τους στόχους του σχολικού προγράμματος, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 227, για να καθορίζει τα ανώτατα επίπεδα για το πρόσθετο σάκχαρο, το πρόσθετο αλάτι και το πρόσθετο λίπος που μπορούν να επιτραπούν από τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 23 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο και που είναι τεχνικώς αναγκαία για την παρασκευή ή την παραγωγή των μεταποιημένων προϊόντων.

4.   Για την καλύτερη ενημέρωση του κοινού σχετικά με το σχολικό πρόγραμμα και για την αύξηση της προβολής της ενωσιακής ενίσχυσης ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 227, με τις οποίες υποχρεούνται τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στο σχολικό πρόγραμμα να προβάλουν ευκρινώς το γεγονός ότι λαμβάνουν ενωσιακή στήριξη για την υλοποίηση του σχολικού προγράμματος, μεταξύ άλλων σχετικά με:

α)

εφόσον αρμόζει, τον καθορισμό ειδικών κριτηρίων όσον αφορά την παρουσίαση, τη σύνθεση, τις διαστάσεις και το σχέδιο της κοινής ταυτότητας και των γραφικών στοιχείων·

β)

τα ειδικά κριτήρια που συνδέονται με τη χρήση μέσων δημοσιότητας.

5.   Για να διασφαλιστούν η προστιθέμενη αξία και η προβολή του σχολικού προγράμματος, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 227 σχετικά με τους κανόνες που διέπουν τη διανομή των προϊόντων σε σχέση με την παροχή άλλων γευμάτων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

6.   Επειδή η ενωσιακή ενίσχυση πρέπει να αντανακλάται στην τιμή με την οποία διατίθενται τα προϊόντα στο πλαίσιο του καθεστώτος προώθησης στα σχολεία, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 227, με τις οποίες θα απαιτείται από τα κράτη μέλη να εξηγούν στις στρατηγικές τους τον τρόπο με τον οποίο θα επιτευχθεί ο στόχος αυτός.

Άρθρο 25

Εκτελεστικές αρμοδιότητες σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης

Η Επιτροπή μπορεί, με εκτελεστικές πράξεις, να θεσπίζει τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος τμήματος, μεταξύ άλλων σχετικά με:

α)

τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις στρατηγικές των κρατών μελών·

β)

τις αιτήσεις ενίσχυσης και τις πληρωμές, συμπεριλαμβανομένης της απλούστευσης των διαδικασιών που απορρέουν από το κοινό πλαίσιο για το σχολικό πρόγραμμα·

γ)

τις μεθόδους προβολής και τα σχετικά μέτρα δικτύωσης για το σχολικό πρόγραμμα·

δ)

την υποβολή, τον μορφότυπο και το περιεχόμενο των ετήσιων αιτημάτων ενίσχυσης και των εκθέσεων παρακολούθησης και αξιολόγησης που εκπονούν τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στο σχολικό πρόγραμμα·

ε)

την εφαρμογή του άρθρου 23α παράγραφος 4, μεταξύ άλλων σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες για τις μεταφορές και την υποβολή, τον μορφότυπο και το περιεχόμενο των κοινοποιήσεων μεταφοράς.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 229 παράγραφος 2.

(*)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1333/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, που αφορά τα πρόσθετα τροφίμων (ΕΕ L 354 της 31.12.2008, σ. 16).»."

2)

Το άρθρο 217 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 217

Εθνικές ενισχύσεις για τη διανομή προϊόντων στα παιδιά

Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν εθνικές ενισχύσεις για την παροχή στα παιδιά που φοιτούν σε εκπαιδευτικά ιδρύματα προϊόντων που ανήκουν στις ομάδες επιλέξιμων προϊόντων του άρθρου 23, για τα συνοδευτικά εκπαιδευτικά μέτρα που αφορούν τα εν λόγω προϊόντα και για τα συναφή έξοδα που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

Τα κράτη μέλη μπορούν να χρηματοδοτούν τις ενισχύσεις αυτές με εισφορά που βαρύνει τον σχετικό τομέα ή με κάθε άλλη συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα.».

3)

Στο άρθρο 225, προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ε)

έως τις 31 Ιουλίου 2023 σχετικά με την εφαρμογή των κριτηρίων κατανομής που αναφέρονται στο άρθρο 23α παράγραφος 2·

στ)

έως τις 31 Ιουλίου 2023 σχετικά με τις επιπτώσεις που έχουν οι μεταφορές που αναφέρονται στο άρθρο 23α παράγραφος 4 στην αποτελεσματικότητα του σχολικού προγράμματος σε σχέση με τη διανομή στο σχολείο οπωροκηπευτικών προϊόντων και γάλακτος.».

4)

Το παράρτημα V αντικαθίσταται ως εξής:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΣΤΟ AΡΘΡΟ 23 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 5

Κατηγορία Ι

Ζυμωμένα γαλακτοκομικά προϊόντα, χωρίς χυμούς φρούτων, φυσικά αρωματισμένα

Ζυμωμένα γαλακτοκομικά προϊόντα με χυμούς φρούτων, φυσικά αρωματισμένα ή μη αρωματισμένα

Ροφήματα με βάση το γάλα, με προσθήκη κακάο ή χυμών φρούτων ή φυσικά αρωματισμένα

Κατηγορία II

Ζυμωμένα ή μη γαλακτοκομικά προϊόντα με προσθήκη φρούτων, φυσικά αρωματισμένα ή μη αρωματισμένα».

Άρθρο 2

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013

Το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

τη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ένωσης στα μέτρα που αφορούν ασθένειες ζώων και τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των καταναλωτών που αναφέρονται στο άρθρο 220 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013.».

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Αυγούστου 2017.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 11 Μαΐου 2016.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

J.A. HENNIS-PLASSCHAERT


(1)  ΕΕ C 451 της 16.12.2014, σ. 142.

(2)  ΕΕ C 415 της 20.11.2014, σ. 30.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 8ης Μαρτίου 2016 (δεν έχει δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2016.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 671).

(5)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 549).


24.5.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 135/11


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/792 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Μαΐου 2016

για τους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτή και τον δείκτη τιμών κατοικιών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 338 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) έχει σχεδιαστεί για τη μέτρηση του πληθωρισμού με εναρμονισμένο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) χρησιμοποιούν τον ΕνΔΤΚ στο πλαίσιο της αξιολόγησης που διενεργούν σχετικά με τη σταθερότητα των τιμών στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 140 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

(2)

Εναρμονισμένοι δείκτες χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της Διαδικασίας Μακροοικονομικών Ανισορροπιών της Επιτροπής ως εισήχθη με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3).

(3)

Οι στατιστικές τιμών υψηλής ποιότητας και συγκρισιμότητας είναι απαραίτητες για τους υπευθύνους χάραξης δημόσιας πολιτικής στην Ένωση, τους ερευνητές και όλους τους ευρωπαίους πολίτες.

(4)

Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) χρησιμοποιεί τον ΕνΔΤΚ ως δείκτη για τη μέτρηση της επίτευξης του στόχου του για τη σταθερότητα των τιμών σύμφωνα με το άρθρο 127 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, ο οποίος έχει ιδιαίτερη σημασία για τον καθορισμό και την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 127 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 127 παράγραφος 4 και το άρθρο 282 παράγραφος 5 ΣΛΕΕ, ζητείται η γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για κάθε προτεινόμενη πράξη της Ένωσης που εμπίπτει στο πεδίο της αρμοδιότητάς της.

(5)

Στόχος του παρόντος κανονισμού είναι η δημιουργία ενός κοινού πλαισίου για την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση των εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή και του δείκτη τιμών κατοικιών (ΔΤΚατ) σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο. Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείει τη δυνατότητα μιας μελλοντικής επέκτασης της εφαρμογής του πλαισίου και το υποεθνικό επίπεδο αν είναι αναγκαίο.

(6)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου (4) καθιέρωσε ένα κοινό πλαίσιο για τη θέσπιση εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή. Το εν λόγω νομικό πλαίσιο πρέπει να προσαρμοστεί στις τρέχουσες απαιτήσεις και στην πρόοδο της τεχνολογίας, ούτως ώστε να βελτιωθεί περαιτέρω η καταλληλότητα και η συγκρισιμότητα των εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή και του ΔΤΚατ. Βάσει του νέου πλαισίου που καθιερώνει ο παρών κανονισμός, θα πρέπει να ξεκινήσουν οι εργασίες για μια σειρά συμπληρωματικών δεικτών για την εξέλιξη των τιμών.

(7)

Ο παρών κανονισμός λαμβάνει υπόψη το πρόγραμμα της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας και ιδίως την ανακοίνωση της Επιτροπής της 8ης Οκτωβρίου 2010 σχετικά με την «Έξυπνη Νομοθεσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Στον τομέα των στατιστικών, η Επιτροπή έχει θέσει ως προτεραιότητα την απλούστευση και τη βελτίωση του κανονιστικού περιβάλλοντος στις στατιστικές όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Αυγούστου 2009 σχετικά με τη μέθοδο παραγωγής των στατιστικών της ΕΕ: ένα όραμα για την επόμενη δεκαετία.

(8)

Ο ΕνΔΤΚ και ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή με σταθερούς φορολογικούς συντελεστές (ΕνΔΤΚ-ΣΦ) θα πρέπει να αναλύονται βάσει των κατηγοριών της ευρωπαϊκής ταξινόμησης της ατομικής κατανάλωσης με βάση τον σκοπό (ECOICOP). Η εν λόγω ταξινόμηση θα πρέπει να διασφαλίζει ότι όλες οι ευρωπαϊκές στατιστικές που αφορούν στην ατομική κατανάλωση είναι συνεπείς και συγκρίσιμες. Η ECOICOP θα πρέπει επίσης να είναι συνεπής με την COICOP του ΟΗΕ η οποία αποτελεί το διεθνές πρότυπο για την ταξινόμηση της ατομικής κατανάλωσης με βάση τον σκοπό και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με αλλαγές που επιφέρονται στην COICOP του ΟΗΕ.

(9)

Ο ΕνΔΤΚ βασίζεται σε παρατηρούμενες τιμές, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν τους φόρους επί των προϊόντων. Ως εκ τούτου, ο πληθωρισμός επηρεάζεται από τις μεταβολές των φορολογικών συντελεστών που ισχύουν για τα προϊόντα. Για την ανάλυση του πληθωρισμού και την αξιολόγηση της σύγκλισης στα κράτη μέλη, είναι επίσης αναγκαία η συλλογή πληροφοριών σχετικά με την επίπτωση των φορολογικών αλλαγών στον πληθωρισμό. Για τον σκοπό αυτό, ο ΕνΔΤΚ θα πρέπει να υπολογίζεται συμπληρωματικά βάσει τιμών με σταθερούς φορολογικούς συντελεστές.

(10)

Η καθιέρωση δεικτών τιμών για τις κατοικίες και ιδίως για τις ιδιοκατοικούμενες κατοικίες (ΔΤΙΚ) συνιστά σημαντικό βήμα προς την περαιτέρω βελτίωση της καταλληλότητας και της συγκρισιμότητας του ΕνΔΤΚ. Ο ΔΤΚατ αποτελεί απαραίτητη βάση για την κατάρτιση του δείκτη τιμών για τις ιδιοκατοικούμενες κατοικίες. Επιπρόσθετα, ο ΔΤΚατ είναι από μόνος του ένας σημαντικός δείκτης. Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018, η Επιτροπή θα πρέπει να εκπονήσει έκθεση για την καταλληλότητα του ΔΤΙΚ για ενσωμάτωσή του στο πεδίο κάλυψης του ΕνΔΤΚ. Ανάλογα με τα αποτελέσματα της έκθεσης, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και ανάλογα με την περίπτωση, πρόταση για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την ενσωμάτωση του ΔΤΙΚ στο πεδίο κάλυψης του ΕνΔΤΚ.

(11)

Η παροχή, σε πρώιμο στάδιο, πληροφοριών προσωρινού χαρακτήρα σχετικά με τους μηνιαίους ΕνΔΤΚ υπό μορφή προκαταρκτικής εκτίμησης (flash estimate) είναι ζωτικής σημασίας για τη νομισματική πολιτική στη ζώνη του ευρώ. Συνεπώς, τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ θα πρέπει να διαβιβάζουν τέτοιες προκαταρκτικές εκτιμήσεις.

(12)

Ο ΕνΔΤΚ είναι σχεδιασμένος να αξιολογεί τη σταθερότητα των τιμών. Δεν προορίζεται να είναι ένας δείκτης κόστους ζωής. Συμπληρωματικά προς τον ΕνΔΤΚ, θα πρέπει να ξεκινήσει έρευνα για έναν εναρμονισμένο δείκτη κόστους ζωής.

(13)

Η περίοδος αναφοράς των εναρμονισμένων δεικτών θα πρέπει να επικαιροποιείται περιοδικά. Θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες όσον αφορά τις κοινές περιόδους αναφοράς των εναρμονισμένων δεικτών και των υποδεικτών τους που ενσωματώνονται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι δείκτες που προκύπτουν είναι συγκρίσιμοι και κατάλληλοι.

(14)

Για τη βελτίωση της σταδιακής εναρμόνισης των εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή και του ΔΤΚατ, θα πρέπει να δρομολογηθούν πιλοτικές μελέτες για την αξιολόγηση της εφικτότητας χρήσης βελτιωμένων βασικών πληροφοριών ή εφαρμογής νέων μεθοδολογικών προσεγγίσεων. Η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα και να βρει τα κατάλληλα κίνητρα, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής υποστήριξης, για την ενθάρρυνση ανάληψης τέτοιων πιλοτικών μελετών.

(15)

Η Επιτροπή (Eurostat) θα πρέπει να ελέγχει τις πηγές και τις μεθόδους που χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη για τον υπολογισμό των εναρμονισμένων δεικτών και να παρακολουθεί την εφαρμογή του νομικού πλαισίου από τα κράτη μέλη. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή (Eurostat) θα πρέπει να διατηρεί τακτικό διάλογο με τις στατιστικές αρχές των κρατών μελών.

(16)

Οι γενικές πληροφορίες είναι σημαντικές για να αξιολογείται κατά πόσο οι αναλυτικοί εναρμονισμένοι δείκτες που παρέχουν τα κράτη μέλη είναι επαρκώς συγκρίσιμοι. Επίσης, η διαφάνεια των μεθόδων και πρακτικών που χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη για την κατάρτιση των δεικτών βοηθά όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη στην κατανόηση των εναρμονισμένων δεικτών και στην περαιτέρω βελτίωση της ποιότητάς τους. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστεί ένα σύνολο κανόνων για την υποβολή εναρμονισμένων μεταδεδομένων.

(17)

Για τη διασφάλιση της ποιότητας των στατιστικών στοιχείων που παρέχονται από τα κράτη μέλη, η Επιτροπή θα πρέπει να κάνει χρήση των ενδεδειγμένων προνομίων και εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5).

(18)

Για τη διασφάλιση της προσαρμογής στις αλλαγές της COICOP του ΟΗΕ, για την τροποποίηση του καταλόγου των ειδών που ρυθμίζονται μέσω εκτελεστικών πράξεων, με την προσθήκη ειδών προκειμένου να ληφθούν υπόψη τεχνικές εξελίξεις στις στατιστικές μεθόδους και με βάση την αξιολόγηση πιλοτικών μελετών, και για την τροποποίηση του καταλόγου των υποδεικτών της ECOICOP που δεν απαιτείται να παραχθούν από τα κράτη μέλη, με σκοπό τη συμπερίληψη των τυχερών παιχνιδιών στον ΕνΔΤΚ και στον ΕνΔΤΚ-ΣΦ, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διενεργεί κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Κατά την προετοιμασία και σύνταξη κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(19)

Για τη διασφάλιση της πλήρους συγκρισιμότητας των εναρμονισμένων δεικτών, απαιτούνται ενιαίοι όροι για την εφαρμογή της ECOICOP στο πλαίσιο του ΕνΔΤΚ και του ΕνΔΤΚ-ΣΦ, για το επίπεδο ανάλυσης της προκαταρκτικής εκτίμησης του ΕνΔΤΚ που παρέχεται από τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, για το επίπεδο ανάλυσης του ΔΤΙΚ και του ΔΤΚατ, για την ποιότητα των συντελεστών στάθμισης των εναρμονισμένων δεικτών, για τις βελτιωμένες μεθόδους βάσει προαιρετικών πιλοτικών μελετών, για την κατάλληλη μεθοδολογία, για λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την αναπροσαρμογή των εναρμονισμένων δεικτών, για τα πρότυπα ανταλλαγής δεδομένων και μεταδεδομένων, για την αναθεώρηση των εναρμονισμένων δεικτών και των υποδεικτών τους, και για τις τεχνικές απαιτήσεις διασφάλισης της ποιότητας όσον αφορά το περιεχόμενο των ετήσιων τυποποιημένων εκθέσεων ποιότητας, την προθεσμία υποβολής των εκθέσεων στην Επιτροπή (Eurostat) και τη δομή των καταλόγων πηγών και μεθόδων και την προθεσμία υποβολής των καταλόγων πηγών και μεθόδων στην Επιτροπή (Eurostat). Για τη διασφάλιση τέτοιων ενιαίων όρων για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6).

(20)

Κατά τη θέσπιση εκτελεστικών μέτρων και την έκδοση κατ' εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, ανάλογα με την περίπτωση, τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας και να διασφαλίζει ότι τα εν λόγω μέτρα και πράξεις δεν επιβάλλουν σημαντική πρόσθετη επιβάρυνση στα κράτη μέλη ή στους ανταποκρινόμενους.

(21)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η δημιουργία κοινών στατιστικών προτύπων για τους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτή και ΔΤΚατ, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο άρθρο αυτό, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

(22)

Στο πλαίσιο του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009 ζητήθηκε από την επιτροπή του ευρωπαϊκού στατιστικού συστήματος να παρέχει επαγγελματική καθοδήγηση.

(23)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2494/95 θα πρέπει, επομένως, να καταργηθεί,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ένα κοινό πλαίσιο για την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση των εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή (ΕνΔΤΚ, ΕνΔΤΚ-ΣΦ, ΔΤΙΚ) και του δείκτη τιμών κατοικιών (ΔΤΚατ) σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

ως «προϊόντα» νοούνται αγαθά και υπηρεσίες όπως ορίζονται στο σημείο 3.01 του παραρτήματος Α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 549/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) («ΕΣΛ 2010»)·

2)

ως «τιμές καταναλωτή» νοούνται οι τιμές αγοράς που καταβάλλουν τα νοικοκυριά για την αγορά μεμονωμένων προϊόντων μέσω χρηματικών συναλλαγών·

3)

ως «τιμές κατοικιών» νοούνται οι τιμές συναλλαγής των κατοικιών που αγοράζονται από νοικοκυριά·

4)

ως «τιμές αγοράς» νοούνται οι πραγματικές τιμές που καταβάλλουν οι αγοραστές για προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων τυχόν φόρων μείον τις επιδοτήσεις επί των προϊόντων, μετά την αφαίρεση εκπτώσεων σε σχέση με τις κανονικές τιμές ή χρεώσεις, χωρίς τόκους ή δαπάνες παροχής υπηρεσιών που προστίθενται λόγω χορήγησης πίστωσης και τυχόν επιπλέον επιβαρύνσεις που οφείλονται σε μη πληρωμή εντός της προθεσμίας που καθορίζεται κατά τη στιγμή της αγοράς·

5)

ως «διοικητικά καθορισμένες τιμές» νοούνται οι τιμές που είτε καθορίζονται άμεσα από τις κυβερνητικές αρχές είτε επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό από αυτές·

6)

ως «εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή» ή «ΕνΔΤΚ» νοείται ο συγκρίσιμος δείκτης τιμών καταναλωτή που παράγει κάθε κράτος μέλος·

7)

ως «εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή με σταθερούς φορολογικούς συντελεστές» ή «ΕνΔΤΚ-ΣΦ» νοείται ο δείκτης που μετρά τις μεταβολές των τιμών καταναλωτή χωρίς την επίπτωση που έχουν οι μεταβολές των φορολογικών συντελεστών των προϊόντων κατά την ίδια χρονική περίοδο·

8)

ως «φορολογικός συντελεστής» νοείται μια φορολογική παράμετρος που μπορεί να είναι ένα ποσοστό επί της τιμής ή ένα απόλυτο ποσό που καταβάλλεται ως φόρος ανά φυσική μονάδα·

9)

ως «δείκτης τιμών για τις ιδιοκατοικούμενες κατοικίες» ή «ΔΤΙΚ» νοείται ο δείκτης που μετρά τις μεταβολές των τιμών συναλλαγής των κατοικιών που είναι νέες στον τομέα των νοικοκυριών και άλλων προϊόντων που αποκτούν τα νοικοκυριά υπό την ιδιότητά τους ως ιδιοκατοικούντα·

10)

ως «δείκτης τιμών κατοικιών» ή «ΔΤΚατ» νοείται ο δείκτης που μετρά τις μεταβολές των τιμών συναλλαγής των κατοικιών που αγοράζονται από τα νοικοκυριά·

11)

ως «υποδείκτης του ΕνΔΤΚ» ή του «ΕνΔΤΚ-ΣΦ» νοείται ο δείκτης τιμών για οποιαδήποτε από τις κατηγορίες της ευρωπαϊκής ταξινόμησης της ατομικής κατανάλωσης με βάση τον σκοπό (ECOICOP), όπως ορίζονται στο παράρτημα I·

12)

ως «εναρμονισμένοι δείκτες» νοούνται ο ΕνΔΤΚ, ο ΕνΔΤΚ-ΣΦ, ο ΔΤΙΚ και ο ΔΤΚατ·

13)

ως «προκαταρκτική εκτίμηση του ΕνΔΤΚ» νοείται η εκτίμηση του ΕνΔΤΚ σε πρώιμο στάδιο που παρέχεται από τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ και η οποία μπορεί να βασίζεται σε προσωρινά στοιχεία και, αν είναι απαραίτητο, σε κατάλληλη μοντελοποίηση·

14)

ως «δείκτης τύπου Laspeyres» νοείται ο δείκτης τιμών που μετρά τη μέση μεταβολή των τιμών από την περίοδο αναφοράς τους έως μια περίοδο σύγκρισης, χρησιμοποιώντας μερίδια δαπάνης από μια χρονική περίοδο προγενέστερη της περιόδου αναφοράς των τιμών, όπου τα μερίδια δαπάνης προσαρμόζονται ώστε να αντικατοπτρίζουν τις τιμές της περιόδου αναφοράς των τιμών.

Ο «δείκτης τύπου Laspeyres» ορίζεται βάσει του τύπου:

Formula

Όπου p η τιμή του προϊόντος, 0 η περίοδος αναφοράς της τιμής και t η περίοδος σύγκρισης. Οι συντελεστές στάθμισης w είναι μερίδια δαπάνης μιας περιόδου b προγενέστερης της περιόδου αναφοράς των τιμών και έχουν προσαρμοστεί ώστε να αντικατοπτρίζουν τις τιμές της περιόδου αναφοράς 0·

15)

ως «περίοδος αναφοράς του δείκτη» νοείται η περίοδος για την οποία ο δείκτης ορίζεται σε 100 μονάδες δείκτη·

16)

ως «περίοδος αναφοράς των τιμών» νοείται η περίοδος με την τιμή της οποίας συγκρίνεται η τιμή της περιόδου σύγκρισης. Για τους μηνιαίους δείκτες η περίοδος αναφοράς των τιμών είναι ο Δεκέμβριος του προηγούμενου έτους και για τους τριμηνιαίους δείκτες, η περίοδος αναφοράς των τιμών είναι το τέταρτο τρίμηνο του προηγούμενου έτους·

17)

ως «βασικές πληροφορίες» νοούνται δεδομένα που καλύπτουν:

α)

όσον αφορά τους ΕνΔΤΚ και ΕνΔΤΚ-ΣΦ:

i)

τιμές αγοράς προϊόντων, οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό των υποδεικτών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό,

ii)

χαρακτηριστικά που καθορίζουν την τιμή του προϊόντος,

iii)

πληροφορίες για τους φόρους και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης που επιβάλλονται,

iv)

πληροφορίες σχετικά με το αν μια τιμή είναι πλήρως ή μερικώς καθορισμένη διοικητικά, και

v)

συντελεστές στάθμισης που αντικατοπτρίζουν το επίπεδο και τη δομή της κατανάλωσης των σχετικών προϊόντων·

β)

όσον αφορά τον ΔΤΙΚ:

i)

τιμές συναλλαγής των κατοικιών που είναι νέες στον τομέα των νοικοκυριών και άλλων προϊόντων που αποκτούν τα νοικοκυριά υπό την ιδιότητά τους ως ιδιοκατοικούντα, οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό του ΔΤΙΚ σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό,

ii)

χαρακτηριστικά που καθορίζουν την τιμή των κατοικιών και τις τιμές άλλων προϊόντων που αποκτούν τα νοικοκυριά υπό την ιδιότητά τους ως ιδιοκατοικούντα, και

iii)

συντελεστές στάθμισης που αντικατοπτρίζουν το επίπεδο και τη δομή των σχετικών κατηγοριών δαπανών στέγασης·

γ)

όσον αφορά τον ΔΤΚατ:

i)

τιμές συναλλαγής κατοικιών που αγοράζονται από νοικοκυριά, οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό του ΔΤΚατ σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό,

ii)

χαρακτηριστικά που καθορίζουν την τιμή της κατοικίας, και

iii)

συντελεστές στάθμισης που αντικατοπτρίζουν το επίπεδο και τη δομή των σχετικών κατηγοριών δαπανών στέγασης·

18)

ως «νοικοκυριό» νοείται το νοικοκυριό όπως αναφέρεται στο παράρτημα Α σημείο 2.119, στοιχεία α) και β) του ΕΣΛ 2010, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή το καθεστώς διαμονής·

19)

ως «οικονομική επικράτεια του κράτους μέλους» νοείται η οικονομική επικράτεια όπως αναφέρεται στο παράρτημα Α σημείο 2.05 του ΕΣΛ 2010, με την εξαίρεση ότι περιλαμβάνονται οι εδαφικοί θύλακοι που βρίσκονται εντός των συνόρων των κρατών μελών και απολαύουν ετεροδικίας και εξαιρούνται οι εδαφικοί θύλακοι που βρίσκονται στην αλλοδαπή·

20)

ως «τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών» νοείται το μέρος της τελικής καταναλωτικής δαπάνης που πραγματοποιείται:

από νοικοκυριά,

με χρηματικές συναλλαγές,

στην οικονομική επικράτεια του κράτους μέλους,

για προϊόντα τα οποία χρησιμοποιούνται για την άμεση ικανοποίηση ατομικών αναγκών ή επιθυμιών, όπως ορίζεται στο παράρτημα Α σημείο 3.101 του ΕΣΛ 2010,

στη μία ή και στις δύο συγκρινόμενες χρονικές περιόδους·

21)

ως «σημαντική αλλαγή στη μέθοδο παραγωγής» νοείται μια αλλαγή που εκτιμάται ότι επηρεάζει το ετήσιο ποσοστό μεταβολής συγκεκριμένου εναρμονισμένου δείκτη ή μέρους αυτού σε οποιαδήποτε περίοδο κατά περισσότερο από:

α)

0,1 ποσοστιαίες μονάδες για τον συνολικό ΕνΔΤΚ, ΔΤΙΚ-ΣΦ, ΔΤΙΚ ή ΔΤΚατ·

β)

0,3, 0,4, 0,5 ή 0,6 ποσοστιαίες μονάδες, για οποιοδήποτε τμήμα, ομάδα, τάξη ή υποδιαίρεση τάξης (5ψήφια) της ECOICOP, αντίστοιχα, για τον ΕνΔΤΚ ή τον ΕνΔΤΚ-ΣΦ.

Άρθρο 3

Κατάρτιση των εναρμονισμένων δεικτών

1.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) όλους τους εναρμονισμένους δείκτες, όπως ορίζονται στο σημείο 12) του άρθρου 2.

2.   Οι εναρμονισμένοι δείκτες είναι αλυσωτοί, σε ετήσια βάση, δείκτες τύπου Laspeyres.

3.   Ο ΕνΔΤΚ και ο ΕνΔΤΚ-ΣΦ βασίζονται στις μεταβολές των τιμών και στους συντελεστές στάθμισης των προϊόντων που περιλαμβάνονται στην τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών.

4.   Ούτε ο ΕνΔΤΚ ούτε ο ΕνΔΤΚ-ΣΦ καλύπτουν συναλλαγές μεταξύ νοικοκυριών, με εξαίρεση την περίπτωση μισθωμάτων που καταβάλλονται από μισθωτές σε ιδιώτες ιδιοκτήτες κατοικιών, όπου οι τελευταίοι ενεργούν ως παραγωγοί εμπορεύσιμων υπηρεσιών που αγοράζονται από νοικοκυριά (μισθωτές).

5.   Ο ΔΤΙΚ καταρτίζεται, αν είναι δυνατόν και εφόσον υπάρχουν δεδομένα, για τα 10 έτη που προηγούνται της έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

6.   Οι υποδείκτες του ΕνΔΤΚ και του ΕνΔΤΚ-ΣΦ καταρτίζονται για τις κατηγορίες της ECOICOP. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό ενιαίων όρων εφαρμογής της ECOICOP όσον αφορά τους δείκτες ΕνΔΤΚ και ΕνΔΤΚ-ΣΦ. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.

7.   Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018, η Επιτροπή θα εκπονήσει έκθεση σχετικά με την καταλληλότητα του ΔΤΙΚ για ενσωμάτωση στο πεδίο κάλυψης του ΕνΔΤΚ. Ανάλογα με τα αποτελέσματα της έκθεσης, η Επιτροπή θα υποβάλει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και ανάλογα με την περίπτωση, πρόταση για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την ενσωμάτωση του ΔΤΙΚ στο πεδίο κάλυψης του ΕνΔΤΚ. Εάν η διαπίστωση της έκθεσης είναι ότι απαιτείται περαιτέρω ανάπτυξη μεθοδολογικών προσεγγίσεων για την ενσωμάτωση του ΔΤΙΚ στο πεδίο καλυψης του ΕνΔΤΚ, η Επιτροπή θα συνεχίσει τις μεθοδολογικές εργασίες και θα υποβάλει, δεόντως, σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

8.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό του επιπέδου ανάλυσης της προκαταρκτικής εκτίμησης του ΕνΔΤΚ που παρέχουν τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ. Οι εν λόγω πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.

9.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των επιπέδων ανάλυσης του ΔΤΙΚ και του ΔΤΚατ. Οι εν λόγω πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.

10.   Κάθε έτος, τα κράτη μέλη επικαιροποιούν τους συντελεστές στάθμισης των υποδεικτών για τους εναρμονισμένους δείκτες. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό ενιαίων όρων σχετικά με την ποιότητα των συντελεστών στάθμισης των εναρμονισμένων δεικτών. Οι εν λόγω πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.

Άρθρο 4

Συγκρισιμότητα των εναρμονισμένων δεικτών

1.   Προκειμένου οι εναρμονισμένοι δείκτες να θεωρούνται συγκρίσιμοι, τυχόν διαφορές μεταξύ των κρατών μελών σε όλα τα επίπεδα ανάλυσης αντικατοπτρίζουν μόνο διαφορές στις μεταβολές των τιμών ή στα πρότυπα δαπανών.

2.   Τυχόν υποδείκτες των εναρμονισμένων δεικτών που αποκλίνουν από τις έννοιες ή μεθόδους του παρόντος κανονισμού θεωρούνται συγκρίσιμοι αν έχουν ως αποτέλεσμα έναν δείκτη που εκτιμάται ότι διαφέρει συστηματικά κατά:

α)

0,1 ποσοστιαίες μονάδες ή λιγότερο κατά μέσο όρο για ένα έτος σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος από έναν δείκτη που καταρτίζεται σύμφωνα με τη μεθοδολογική προσέγγιση του παρόντος κανονισμού, στην περίπτωση του ΕνΔΤΚ και του ΕνΔΤΚ-ΣΦ·

β)

μία ποσοστιαία μονάδα ή λιγότερο κατά μέσο όρο για ένα έτος σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος από έναν δείκτη που καταρτίζεται σύμφωνα με τη μεθοδολογική προσέγγιση του παρόντος κανονισμού, στην περίπτωση του ΔΤΙΚ και του ΔΤΚατ.

Αν ο υπολογισμός που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν είναι εφικτός, τα κράτη μέλη περιγράφουν αναλυτικά τις συνέπειες της χρήσης μιας μεθοδολογίας που αποκλίνει από τις έννοιες ή μεθόδους του παρόντος κανονισμού.

3.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 10 για την τροποποίηση του παραρτήματος I, προκειμένου να διασφαλίζεται η συγκρισιμότητα των εναρμονισμένων δεικτών σε διεθνές επίπεδο και σύμφωνα με τις αλλαγές που επιφέρονται στην COICOP του ΟΗΕ.

4.   Για τη διασφάλιση ενιαίων όρων ως προς την παραγωγή συγκρίσιμων εναρμονισμένων δεικτών και για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις διά των οποίων διευκρινίζονται περαιτέρω οι βελτιωμένες μέθοδοι βάσει προαιρετικών πιλοτικών μελετών που αναφέρονται στο άρθρο 8, καθώς και η μεθοδολογία. Οι εν λόγω πράξεις αφορούν:

i)

στη δειγματοληψία και στην αντιπροσωπευτικότητα·

ii)

στη συλλογή και στην επεξεργασία των τιμών·

iii)

στις αντικαταστάσεις και στις προσαρμογές για την ποιότητα·

iv)

στην κατάρτιση του δείκτη·

v)

στις αναθεωρήσεις·

vi)

στους ειδικούς δείκτες·

vii)

στον χειρισμό των προϊόντων σε συγκεκριμένους τομείς.

Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις δεν επιβάλλουν σημαντική πρόσθετη επιβάρυνση στα κράτη μέλη ή στους ανταποκρινόμενους.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.

5.   Για την παραγωγή των εναρμονισμένων δεικτών, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι τεχνικές εξελίξεις των στατιστικών μεθόδων και με βάση την αξιολόγηση των πιλοτικών μελετών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να τροποποιεί το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, μέσω κατ' εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 10, προσθέτοντας είδη στον κατάλογο του εν λόγω εδαφίου, εφόσον τα προστιθέμενα είδη δεν επικαλύπτονται από υπάρχοντα και δεν αλλάζουν το πεδίο εφαρμογής ή τη φύση των εναρμονισμένων δεικτών, όπως καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 5

Απαιτήσεις σχετικά με τα στοιχεία

1.   Οι βασικές πληροφορίες που συλλέγονται από τα κράτη μέλη για τους εναρμονισμένους δείκτες και τους υποδείκτες τους είναι αντιπροσωπευτικές σε επίπεδο κράτους μέλους.

2.   Οι πληροφορίες συλλέγονται από στατιστικές μονάδες όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 696/93 του Συμβουλίου (8) ή από άλλες πηγές, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις συγκρισιμότητας των εναρμονισμένων δεικτών σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού.

3.   Οι στατιστικές μονάδες οι οποίες παρέχουν πληροφορίες για προϊόντα που περιλαμβάνονται στην τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών συνεργάζονται στη συλλογή ή στην παροχή των βασικών πληροφοριών, όπως απαιτείται. Οι στατιστικές μονάδες παρέχουν ακριβείς και πλήρεις βασικές πληροφορίες στους εθνικούς φορείς που είναι αρμόδιοι για την κατάρτιση των εναρμονισμένων δεικτών.

4.   Κατόπιν αιτήματος των εθνικών φορέων που είναι αρμόδιοι για την κατάρτιση των εναρμονισμένων δεικτών, οι στατιστικές μονάδες παρέχουν ηλεκτρονικά αρχεία των συναλλαγών, όπου είναι διαθέσιμα, όπως στοιχεία προερχόμενα από σαρωτές, και στον βαθμό ανάλυσης που απαιτείται για την παραγωγή εναρμονισμένων δεικτών και την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις συγκρισιμότητας και ποιότητας των εναρμονισμένων δεικτών.

5.   Η κοινή περίοδος αναφοράς του δείκτη για τους εναρμονισμένους δείκτες είναι το 2015. Αυτή η περίοδος αναφοράς χρησιμοποιείται για τις πλήρεις χρονολογικές σειρές όλων των εναρμονισμένων δεικτών και των υποδεικτών τους.

6.   Οι εναρμονισμένοι δείκτες και οι υποδείκτες τους αναπροσαρμόζονται σε νέα κοινή περίοδο αναφοράς του δείκτη σε περίπτωση μείζονος μεθοδολογικής αλλαγής των εναρμονισμένων δεικτών που εγκρίνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή ανά δεκαετία μετά την τελευταία αναπροσαρμογή τους, με αφετηρία το 2015. Η αναπροσαρμογή στη νέα περίοδο αναφοράς του δείκτη αρχίζει να ισχύει:

α)

για τους μηνιαίους δείκτες, με τον δείκτη του Ιανουαρίου του επόμενου έτους μετά την περίοδο αναφοράς του δείκτη·

β)

για τους τριμηνιαίους δείκτες, με τον δείκτη του πρώτου τριμήνου του επόμενου έτους μετά την περίοδο αναφοράς του δείκτη.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις διά των οποίων καθορίζονται λεπτομερείς κανόνες για την αναπροσαρμογή των εναρμονισμένων δεικτών. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.

7.   Τα κράτη μέλη δεν απαιτείται να καταρτίζουν ούτε να διαβιβάζουν:

α)

τους υποδείκτες του ΕνΔΤΚ και του ΕνΔΤΚ-ΣΦ που αντιπροσωπεύουν λιγότερο από ένα τοις χιλίοις του συνόλου των δαπανών·

β)

τους υποδείκτες του ΔΤΙΚ και του ΔΤΚατ που αντιπροσωπεύουν λιγότερο από ένα τοις εκατό του συνόλου των δαπανών για τις ιδιοκατοικούμενες κατοικίες και των συνολικών αγορών κατοικιών, αντίστοιχα.

8.   Τα κράτη μέλη δεν απαιτείται να καταρτίζουν του ακόλουθους υποδείκτες της ECOICOP είτε επειδή δεν συμπεριλαμβάνονται στην τελική νομισματική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών είτε επειδή ο βαθμός της μεθοδολογικής εναρμόνισης δεν είναι ακόμη επαρκής:

02.3

Ναρκωτικές ουσίες·

09.4.3

Τυχερά παιχνίδια·

12.2

Πορνεία·

12.5.1

Ασφάλειες ζωής·

12.6.1

ΥΧΔΜΕ.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 10, για την τροποποίηση του καταλόγου της παρούσης παραγράφου έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνονται τα τυχερά παιχνίδια στον ΕνΔΤΚ και στον ΕνΔΤΚ-ΣΦ.

Άρθρο 6

Συχνότητα

1.   Τα κράτη μέλη παρέχουν κάθε μήνα στην Επιτροπή (Eurostat) τον ΕνΔΤΚ, τον ΕνΔΤΚ-ΣΦ και τους αντίστοιχους υποδείκτες τους, συμπεριλαμβανομένων των υποδεικτών που παράγονται σε μεγαλύτερα διαστήματα.

2.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) τον ΔΤΙΚ και τον ΔΤΚατ σε τριμηνιαία βάση. Οι εν λόγω δείκτες μπορούν να παρέχονται προαιρετικά σε μηνιαία βάση.

3.   Τα κράτη μέλη δεν απαιτείται να καταρτίζουν υποδείκτες σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση όταν οι απαιτήσεις συγκρισιμότητας του άρθρου 4 καλύπτονται από λιγότερο συχνή συλλογή στοιχείων. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή (Eurostat) σχετικά με τις κατηγορίες ECOICOP, ΔΤΙΚ και ΔΤΚατ για τις οποίες προτίθενται να συλλέγουν στοιχεία λιγότερο συχνά από μήνα, όσον αφορά τις κατηγορίες ECOICOP, και από τρίμηνο, όσον αφορά τις κατηγορίες ΔΤΙΚ και ΔΤΚατ.

4.   Κάθε έτος, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) επικαιροποιημένους συντελεστές στάθμισης των υποδεικτών για τους εναρμονισμένους δείκτες.

Άρθρο 7

Προθεσμίες, πρότυπα ανταλλαγής και αναθεωρήσεις

1.   Τα κράτη μέλη παρέχουν τους εναρμονισμένους δείκτες και όλους τους υποδείκτες στην Επιτροπή (Eurostat) το αργότερο:

α)

15 ημερολογιακές ημέρες για τους δείκτες Φεβρουαρίου-Δεκεμβρίου και 20 ημερολογιακές ημέρες για τους δείκτες Ιανουαρίου, μετά το πέρας του μήνα για τον οποίον υπολογίζονται οι δείκτες· και

β)

85 ημερολογιακές ημέρες μετά το πέρας του τριμήνου για το οποίο υπολογίζονται οι δείκτες.

2.   Τα κράτη μέλη παρέχουν τους επικαιροποιημένους συντελεστές στάθμισης στην Επιτροπή (Eurostat) το αργότερο:

α)

έως τη 13η Φεβρουαρίου κάθε έτους για τους μηνιαίους δείκτες·

β)

έως τη 15η Ιουνίου κάθε έτους για τους τριμηνιαίους δείκτες.

3.   Τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) την προκαταρκτική εκτίμηση του ΕνΔΤΚ όχι αργότερα από την προτελευταία ημερολογιακή ημέρα του μήνα στον οποίον αναφέρεται η προκαταρκτική εκτίμηση.

4.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) τα δεδομένα και μεταδεδομένα που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με τα πρότυπα ανταλλαγής δεδομένων και μεταδεδομένων.

5.   Οι εναρμονισμένοι δείκτες και οι υποδείκτες τους που έχουν ήδη δημοσιευτεί μπορούν να αναθεωρούνται.

6.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις διά των οποίων καθορίζονται λεπτομερώς τα πρότυπα ανταλλαγής δεδομένων και μεταδεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και οι ενιαίοι όροι αναθεώρησης εναρμονισμένων δεικτών και υποδεικτών τους που αναφέρονται στην παράγραφο 5. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.

Άρθρο 8

Πιλοτικές μελέτες

1.   Όταν απαιτούνται βελτιωμένες βασικές πληροφορίες για την κατάρτιση των εναρμονισμένων δεικτών ή όταν εντοπίζεται η ανάγκη βελτιωμένης συγκρισιμότητας των εναρμονισμένων δεικτών στις μεθόδους που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 4, η Επιτροπή (Eurostat) μπορεί να δρομολογεί τη διεξαγωγή προαιρετικών πιλοτικών μελετών από τα κράτη μέλη.

2.   Ο γενικός προϋπολογισμός της Ένωσης συνεισφέρει, κατά περίπτωση, στη χρηματοδότηση τέτοιων πιλοτικών μελετών.

3.   Οι πιλοτικές μελέτες αξιολογούν την εφικτότητα συλλογής βελτιωμένων βασικών πληροφοριών ή υιοθέτησης νέων μεθοδολογικών προσεγγίσεων.

4.   Τα αποτελέσματα των πιλοτικών μελετών αξιολογούνται από την Επιτροπή (Eurostat) σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη και τους βασικούς χρήστες των εναρμονισμένων δεικτών, λαμβάνοντας υπόψη τα οφέλη από την ύπαρξη βελτιωμένων βασικών πληροφοριών ή νέων μεθοδολογικών προσεγγίσεων σε σχέση με τις πρόσθετες δαπάνες κατάρτισης εναρμονισμένων δεικτών.

5.   Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020 και εφεξής ανά πενταετία, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αξιολογώντας, κατά περίπτωση, τα βασικά ευρήματα των πιλοτικών μελετών.

Άρθρο 9

Διασφάλιση ποιότητας

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την ποιότητα των εναρμονισμένων δεικτών που παρέχουν. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν τα τυποποιημένα κριτήρια ποιότητας που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009.

2.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat):

α)

τυποποιημένες ετήσιες εκθέσεις ποιότητας οι οποίες καλύπτουν τα κριτήρια ποιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009·

β)

καταλόγους πηγών και μεθόδων που επικαιροποιούνται κάθε χρόνο, οι οποίοι περιέχουν αναλυτικές πληροφορίες για τις πηγές στοιχείων, τους ορισμούς και τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν·

γ)

περαιτέρω σχετικές πληροφορίες στον βαθμό λεπτομέρειας που απαιτείται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις συγκρισιμότητας και της ποιότητας των εναρμονισμένων δεικτών, εφόσον το ζητήσει η Επιτροπή (Eurostat).

3.   Αν ένα κράτος μέλος προτίθεται να εισαγάγει σημαντική αλλαγή στις μεθόδους παραγωγής των εναρμονισμένων δεικτών ή σε μέρος αυτών, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή (Eurostat) το αργότερο τρεις μήνες πριν από την έναρξη ισχύος της αλλαγής. Το κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή (Eurostat) ποσοτικό προσδιορισμό των επιπτώσεων της αλλαγής.

4.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις διά των οποίων καθορίζονται οι τεχνικές απαιτήσεις διασφάλισης της ποιότητας όσον αφορά το περιεχόμενο των ετήσιων τυποποιημένων εκθέσεων ποιότητας, η προθεσμία υποβολής των εκθέσεων στην Επιτροπή (Eurostat) και η δομή των καταλόγων πηγών και μεθόδων καθώς και η προθεσμία υποβολής των καταλόγων πηγών και μεθόδων στην Επιτροπή (Eurostat). Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2.

Άρθρο 10

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η Επιτροπή, όταν ασκεί τις εξουσίες που της ανατίθενται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφοι 3 και 5 και το άρθρο 5 παράγραφος 8, διασφαλίζει ότι οι κατ' εξουσιοδότηση πράξεις δεν επιβάλλουν σημαντική πρόσθετη επιβάρυνση στα κράτη μέλη ή στους ανταποκρινόμενους.

Επιπλέον, η Επιτροπή αιτιολογεί δεόντως τις δράσεις που προβλέπονται στις εν λόγω κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, λαμβάνοντας υπόψη, ανάλογα με την περίπτωση, τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας, συμπεριλαμβανομένων της επιβάρυνσης για τους ανταποκρινόμενους και των δαπανών παραγωγής σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009.

Πριν την έκδοση των ανωτέρω κατ' εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή ακολουθεί τη συνήθη της πρακτική και διενεργεί διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες, συμπεριλαμβανομένων των εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών.

3.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 παράγραφοι 3 και 5 και στο άρθρο 5 παράγραφος 8 εξουσία έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 13 Ιουνίου 2016. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση παρατείνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις, το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

4.   Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφοι 3 και 5 και στο άρθρο 5 παράγραφος 8 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης τερματίζει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

5.   Αμέσως μόλις η Επιτροπή εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Κατ' εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφοι 3 και 5 και του άρθρου 5 παράγραφος 8 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν διατυπωθεί καμία αντίρρηση είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 11

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή του ευρωπαϊκού στατιστικού συστήματος που συγκροτήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009. Η εν λόγω επιτροπή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 12

Κατάργηση

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να παρέχουν τους εναρμονισμένους δείκτες σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2494/95 μέχρι τη διαβίβαση των στοιχείων που αφορούν στο 2016.

2.   Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2494/95 καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2017.

Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος II.

3.   Κατά την έκδοση για πρώτη φορά των εκτελεστικών πράξεων που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 6, 9 και 10, στο άρθρο 4 παράγραφος 4, στο άρθρο 5 παράγραφος 6 και στο άρθρο 7 παράγραφος 6, η Επιτροπή ενσωματώνει, στον βαθμό που αυτό είναι συμβατό με τον παρόντα κανονισμό, τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1749/96 της Επιτροπής (9), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2214/96 της Επιτροπής (10), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1687/98 του Συμβουλίου (11), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2646/98 της Επιτροπής (12), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1617/1999 της Επιτροπής (13), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2166/1999 του Συμβουλίου (14), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2601/2000 της Επιτροπής (15), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2602/2000 της Επιτροπής (16), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1920/2001 της Επιτροπής (17), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1921/2001 της Επιτροπής (18), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1708/2005 της Επιτροπής (19), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 701/2006 του Συμβουλίου (20), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 330/2009 της Επιτροπής (21), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1114/2010 της Επιτροπής (22) και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 93/2013 της Επιτροπής (23) που εκδόθηκαν βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95, περιορίζοντας, στην ενδεδειγμένη έκταση, τον συνολικό αριθμό εκτελεστικών πράξεων. Οι κανονισμοί που εκδόθηκαν βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 εξακολουθούν να ισχύουν για μια μεταβατική περίοδο. Η μεταβατική περίοδος λήγει την ημερομηνία εφαρμογής των εκτελεστικών πράξεων που εκδίδονται για πρώτη φορά με βάση το άρθρο 3 παράγραφοι 6, 9 και 10, το άρθρο 4 παράγραφος 4, το άρθρο 5 παράγραφος 6 και το άρθρο 7 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού, των οποίων η έναρξη εφαρμογής θα είναι ταυτόχρονη.

Άρθρο 13

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται για πρώτη φορά στα στοιχεία που αφορούν τον Ιανουάριο του 2017.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 11 Μαΐου 2016.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

J.A. HENNIS-PLASSCHAERT


(1)  ΕΕ C 175 της 29.5.2015, σ. 2.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Μαρτίου 2016 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2016.

(3)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25).

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 1995, για τη θέσπιση εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή (ΕΕ L 257 της 27.10.1995, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1101/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διαβίβαση στη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πληροφοριών που καλύπτονται από το στατιστικό απόρρητο, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 322/97 του Συμβουλίου σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές και της απόφασης 89/382/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου για τη σύσταση επιτροπής του στατιστικού προγράμματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 164).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 549/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 174 της 26.6.2013, σ. 1).

(8)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 696/93 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, για τις στατιστικές μονάδες παρατήρησης και ανάλυσης του παραγωγικού συστήματος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΕ L 76 της 30.3.1993, σ. 1).

(9)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1749/96 της Επιτροπής της 9ης Σεπτεμβρίου 1996 επί των αρχικών μέτρων για την υλοποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου για τους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτή (ΕΕ L 229 της 10.9.1996, σ. 3).

(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2214/96 της Επιτροπής της 20ής Νοεμβρίου 1996 για τη θέσπιση εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή: διαβίβαση και διάδοση των υποδεικτών των ΕνΔΤΚ (ΕΕ L 296 της 21.11.1996, σ. 8).

(11)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1687/98 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1749/96 της Επιτροπής σχετικά με την κάλυψη των αγαθών και υπηρεσιών του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή (ΕΕ L 214 της 31.7.1998, σ. 12).

(12)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2646/98 της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 1998, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για την αντιμετώπιση των τιμολογίων στον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή (ΕΕ L 335 της 10.12.1998, σ. 30).

(13)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1617/1999 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για την αντιμετώπιση των ασφαλίσεων στους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτή και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2214/96 (ΕΕ L 192 της 24.7.1999, σ. 9).

(14)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2166/1999 του Συμβουλίου, της 8ης Οκτωβρίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για την αντιμετώπιση των προϊόντων στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής προστασίας στον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή (ΕΕ L 266 της 14.10.1999, σ. 1).

(15)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2601/2000 της Επιτροπής, της 17ης Νοεμβρίου 2000, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα εισαγωγής των τιμών καταναλωτή στον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή (ΕΕ L 300 της 29.11.2000, σ. 14).

(16)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2602/2000 της Επιτροπής, της 17ης Νοεμβρίου 2000, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για την αντιμετώπιση των μειώσεων τιμών στον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή (ΕΕ L 300 της 29.11.2000, σ. 16).

(17)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1920/2001 της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2001, περί καθορισμού λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για την αντιμετώπιση των δαπανών παροχής υπηρεσιών που καθορίζονται αναλογικά προς την αξία συναλλαγής στον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή και περί τροποποίησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2214/96 (ΕΕ L 261 της 29.9.2001, σ. 46).

(18)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1921/2001 της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2001, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για τις αναθεωρήσεις του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2602/2000 (ΕΕ L 261 της 29.9.2001, σ. 49).

(19)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1708/2005 της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 2005, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά την κοινή περίοδο αναφοράς του δείκτη για τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2214/96 (ΕΕ L 274 της 20.10.2005, σ. 9).

(20)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 701/2006 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά τη χρονική κάλυψη της τιμοληψίας στους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτού (ΕΕ L 122 της 9.5.2006, σ. 3).

(21)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 330/2009 της Επιτροπής, της 22ας Απριλίου 2009, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για την αντιμετώπιση των εποχιακών προϊόντων στους εναρμονισμένους δείκτες τιμών καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) (ΕΕ L 103 της 23.4.2009, σ. 6).

(22)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1114/2010 της Επιτροπής, της 1ης Δεκεμβρίου 2010, που θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες εκτέλεσης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 του Συμβουλίου όσον αφορά τα ελάχιστα πρότυπα για την ποιότητα των συντελεστών στάθμισης του ΕνΔΤΚ και καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2454/97 της Επιτροπής (ΕΕ L 316 της 2.12.2010, σ. 4).

(23)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 93/2013 της Επιτροπής, της 1ης Φεβρουαρίου 2013, σχετικά με τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2494/95 για τη θέσπιση εναρμονισμένων δεικτών τιμών καταναλωτή, όσον αφορά τον καθορισμό δεικτών τιμών για τις ιδιοκατοικούμενες κατοικίες (ΕΕ L 33 της 2.2.2013, σ. 14).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ (ECOICOP)

01

ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΛΚΟΟΛΟΥΧΑ ΠΟΤΑ

01.1

Τρόφιμα

01.1.1

Ψωμί και δημητριακά

01.1.1.1

Ρύζι

01.1.1.2

Άλευρα και λοιπά δημητριακά

01.1.1.3

Ψωμί

01.1.1.4

Άλλα προϊόντα αρτοποιίας

01.1.1.5

Πίτσα και κις (quiche)

01.1.1.6

Ζυμαρικά και κουσκούς

01.1.1.7

Δημητριακά προγεύματος

01.1.1.8

Άλλα προϊόντα δημητριακά

01.1.2

Κρέας

01.1.2.1

Βόειο κρέας

01.1.2.2

Χοίρειο κρέας

01.1.2.3

Πρόβειο και αίγειο κρέας

01.1.2.4

Πουλερικά

01.1.2.5

Άλλα κρέατα

01.1.2.6

Βρώσιμα εντόσθια

01.1.2.7

Αποξηραμένο, αλατισμένο ή καπνιστό κρέας

01.1.2.8

Άλλα παρασκευάσματα κρέατος

01.1.3

Ψάρια και θαλασσινά

01.1.3.1

Ψάρια νωπά ή διατηρημένα με απλή ψύξη

01.1.3.2

Κατεψυγμένα ψάρια

01.1.3.3

Νωπά ή διατηρημένα με απλή ψύξη θαλασσινά

01.1.3.4

Κατεψυγμένα θαλασσινά

01.1.3.5

Αποξηραμένα, καπνιστά ή παστά ψάρια και θαλασσινά

01.1.3.6

Άλλα διατηρημένα ή επεξεργασμένα ψάρια και παρασκευάσματα με βάση τα θαλασσινά

01.1.4

Γάλα, τυριά και αβγά

01.1.4.1

Γάλα, νωπό πλήρες

01.1.4.2

Γάλα, νωπό χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρές ουσίες

01.1.4.3

Γάλα, διατηρημένο

01.1.4.4

Γιαούρτι

01.1.4.5

Τυριά και πηγμένο γάλα για τυρί

01.1.4.6

Άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα

01.1.4.7

Αβγά

01.1.5

Έλαια και λίπη

01.1.5.1

Βούτυρο

01.1.5.2

Μαργαρίνη και άλλα φυτικά λίπη

01.1.5.3

Ελαιόλαδο

01.1.5.4

Άλλα βρώσιμα έλαια

01.1.5.5

Άλλα βρώσιμα ζωικά λίπη

01.1.6

Φρούτα

01.1.6.1

Νωπά ή διατηρημένα με απλή ψύξη φρούτα

01.1.6.2

Κατεψυγμένα φρούτα

01.1.6.3

Αποξηραμένα φρούτα και ξηροί καρποί

01.1.6.4

Διατηρημένα φρούτα και προϊόντα με βάση τα φρούτα

01.1.7

Λαχανικά

01.1.7.1

Νωπά ή διατηρημένα με απλή ψύξη λαχανικά εκτός από τις πατάτες και άλλους βολβούς ή κονδύλους

01.1.7.2

Κατεψυγμένα λαχανικά εκτός από τις πατάτες και άλλους βολβούς ή κονδύλους

01.1.7.3

Αποξηραμένα λαχανικά, άλλα διατηρημένα ή επεξεργασμένα λαχανικά

01.1.7.4

Πατάτες

01.1.7.5

Πατατάκια

01.1.7.6

Άλλοι βολβοί και προϊόντα κονδυλωδών λαχανικών

01.1.8

Ζάχαρη, μαρμελάδες, μέλι, σοκολάτα και ζαχαρωτά

01.1.8.1

Ζάχαρη

01.1.8.2

Μαρμελάδες κάθε είδους και μέλι

01.1.8.3

Σοκολάτες

01.1.8.4

Προϊόντα ζαχαροπλαστικής

01.1.8.5

Βρώσιμος πάγος και παγωτά

01.1.8.6

Τεχνητά υποκατάστατα της ζάχαρης

01.1.9

Προϊόντα διατροφής π.δ.κ.α.

01.1.9.1

Σάλτσες, καρυκεύματα

01.1.9.2

Αλάτι, μπαχαρικά και αρτυματικά φυτά

01.1.9.3

Τροφές για μωρά

01.1.9.4

Έτοιμα γεύματα

01.1.9.9

Άλλα προϊόντα διατροφής π.δ.κ.α.

01.2

Μη αλκοολούχα ποτά

01.2.1

Καφές, τσάι και κακάο

01.2.1.1

Καφές

01.2.1.2

Τσάι

01.2.1.3

Κακάο και σοκολάτα σε σκόνη

01.2.2

Μεταλλικά νερά, αναψυκτικά και χυμοί φρούτων και λαχανικών

01.2.2.1

Μεταλλικά νερά ή νερά πηγής

01.2.2.2

Αναψυκτικά

01.2.2.3

Χυμοί φρούτων και λαχανικών

02

ΑΛΚΟΟΛΟΥΧΑ ΠΟΤΑ, ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΙ ΝΑΡΚΩΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ

02.1

Αλκοολούχα ποτά

02.1.1

Οινοπνευματώδη

02.1.1.1

Αποστάγματα και ηδύποτα (λικέρ)

02.1.1.2

Αλκοολούχα αναψυκτικά

02.1.2

Οίνος

02.1.2.1

Κρασιά από σταφύλια

02.1.2.2

Κρασιά από άλλα φρούτα

02.1.2.3

Κρασιά εμπλουτισμένα με αλκοόλη

02.1.2.4

Ποτά με βάση το κρασί

02.1.3

Μπίρα

02.1.3.1

Μπίρα λάγκερ

02.1.3.2

Άλλες αλκοολούχες μπίρες

02.1.3.3

Μπίρα χαμηλής περιεκτικότητας σε αλκοόλη και μη αλκοολούχα μπίρα

02.1.3.4

Ποτά με βάση την μπίρα

02.2

Καπνός

02.2.0

Καπνός

02.2.0.1

Τσιγάρα

02.2.0.2

Πούρα

02.2.0.3

Άλλα προϊόντα καπνού

02.3

Ναρκωτικές ουσίες

02.3.0

Ναρκωτικές ουσίες

02.3.0.0

Ναρκωτικές ουσίες

03

ΕΙΔΗ ΕΝΔΥΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΣΗΣ

03.1

Ένδυση

03.1.1

Υλικά ένδυσης

03.1.1.0

Υλικά ένδυσης

03.1.2

Ενδύματα

03.1.2.1

Ενδύματα για άνδρες

03.1.2.2

Ενδύματα για γυναίκες

03.1.2.3

Ενδύματα για βρέφη (0 έως 2 ετών) και παιδιά (3 έως 13 ετών)

03.1.3

Λοιπά είδη ένδυσης και εξαρτήματα ένδυσης

03.1.3.1

Άλλα είδη ένδυσης

03.1.3.2

Εξαρτήματα ειδών ένδυσης

03.1.4

Στεγνό καθάρισμα, επιδιόρθωση και ενοικίαση ενδυμάτων

03.1.4.1

Στεγνό καθάρισμα ειδών ένδυσης

03.1.4.2

Επιδιόρθωση και ενοικίαση ειδών ένδυσης

03.2

Είδη υπόδησης

03.2.1

Υποδήματα και άλλα είδη υπόδησης

03.2.1.1

Είδη υπόδησης για άνδρες

03.2.1.2

Είδη υπόδησης για γυναίκες

03.2.1.3

Είδη υπόδησης για βρέφη και παιδιά

03.2.2

Επιδιόρθωση και ενοικίαση ειδών υπόδησης

03.2.2.0

Επιδιόρθωση και ενοικίαση ειδών υπόδησης

04

ΣΤΕΓΑΣΗ, ΥΔΡΕΥΣΗ, ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΡΕΥΜΑ, ΦΥΣΙΚΟ ΑΕΡΙΟ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΚΑΥΣΙΜΑ

04.1

Πραγματικά μισθώματα για στέγαση

04.1.1

Πραγματικά μισθώματα που καταβάλλουν οι μισθωτές

04.1.1.0

Πραγματικά μισθώματα που καταβάλλουν οι μισθωτές

04.1.2

Άλλα πραγματικά μισθώματα

04.1.2.1

Πραγματικά μισθώματα που καταβάλλουν οι μισθωτές για δευτερεύουσες κατοικίες

04.1.2.2

Μισθώματα για γκαράζ και άλλα μισθώματα που καταβάλλουν οι μισθωτές

04.2

Τεκμαρτά μισθώματα για στέγαση

04.2.1

Τεκμαρτά μισθώματα ιδιοκατοικούντων

04.2.1.0

Τεκμαρτά μισθώματα ιδιοκατοικούντων

04.2.2

Άλλα τεκμαρτά μισθώματα

04.2.2.0

Άλλα τεκμαρτά μισθώματα

04.3

Συντήρηση και επισκευή της κατοικίας

04.3.1

Υλικά για τη συντήρηση και την επισκευή της κατοικίας

04.3.1.0

Υλικά για τη συντήρηση και την επισκευή της κατοικίας

04.3.2

Υπηρεσίες για τη συντήρηση και την επισκευή της κατοικίας

04.3.2.1

Υπηρεσίες υδραυλικών

04.3.2.2

Υπηρεσίες ηλεκτρολόγων

04.3.2.3

Υπηρεσίες συντήρησης για συστήματα θέρμανσης

04.3.2.4

Υπηρεσίες ελαιοχρωματιστών

04.3.2.5

Υπηρεσίες ξυλουργών

04.3.2.9

Άλλες υπηρεσίες για τη συντήρηση και την επισκευή της κατοικίας

04.4

Ύδρευση και διάφορες υπηρεσίες σχετικές με την κατοικία

04.4.1

Ύδρευση

04.4.1.0

Ύδρευση

04.4.2

Αποκομιδή απορριμμάτων

04.4.2.0

Αποκομιδή απορριμμάτων

04.4.3

Αποχέτευση

04.4.3.0

Αποχέτευση

04.4.4

Άλλες υπηρεσίες σχετικές με την κατοικία π.δ.κ.α.

04.4.4.1

Δαπάνες συντήρησης πολυκατοικιών

04.4.4.2

Υπηρεσίες ασφάλειας

04.4.4.9

Άλλες υπηρεσίες που σχετίζονται με την κατοικία

04.5

Ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και άλλα καύσιμα

04.5.1

Ηλεκτρικό ρεύμα

04.5.1.0

Ηλεκτρικό ρεύμα

04.5.2

Αέριο

04.5.2.1

Φυσικό αέριο και αέριο πόλης

04.5.2.2

Υγροποιημένοι υδρογονάνθρακες (βουτάνιο, προπάνιο κ.λπ.)

04.5.3

Υγρά καύσιμα

04.5.3.0

Υγρά καύσιμα

04.5.4

Στερεά καύσιμα

04.5.4.1

Άνθρακας

04.5.4.9

Άλλα στερεά καύσιμα

04.5.5

Θερμική ενέργεια

04.5.5.0

Θερμική ενέργεια

05

ΕΠΙΠΛΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ, ΟΙΚΙΑΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΗΘΗΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΩΝ

05.1

Έπιπλα και διακοσμητικά είδη, τάπητες και άλλα καλύμματα δαπέδου

05.1.1

Έπιπλα και διακοσμητικά είδη

05.1.1.1

Οικιακά έπιπλα

05.1.1.2

Έπιπλα κήπου

05.1.1.3

Είδη φωτισμού

05.1.1.9

Άλλα έπιπλα και διακοσμητικά είδη

05.1.2

Τάπητες και άλλα καλύμματα δαπέδου

05.1.2.1

Τάπητες και χαλιά

05.1.2.2

Άλλες επενδύσεις δαπέδου

05.1.2.3

Υπηρεσίες τοποθέτησης εφαρμοσμένων ταπήτων και καλυμμάτων δαπέδου

05.1.3

Επισκευή επίπλων, διακοσμητικών ειδών και καλυμμάτων δαπέδου

05.1.3.0

Επισκευή επίπλων, διακοσμητικών ειδών και καλυμμάτων δαπέδου

05.2

Υφαντουργικά είδη οικιακής χρήσης

05.2.0

Υφαντουργικά είδη οικιακής χρήσης

05.2.0.1

Υφάσματα διακόσμησης και κουρτίνες

05.2.0.2

Είδη κλινοστρωμνής

05.2.0.3

Λινά είδη επιτραπέζια και λουτρού

05.2.0.4

Επισκευή υφαντουργικών ειδών οικιακής χρήσης

05.2.0.9

Άλλα υφαντουργικά είδη οικιακής χρήσης

05.3

Οικιακές συσκευές

05.3.1

Μεγάλες οικιακές συσκευές, ηλεκτρικές ή μη

05.3.1.1

Ψυγεία, καταψύκτες και ψυγειοκαταψύκτες

05.3.1.2

Πλυντήρια ρούχων, στεγνωτήρια ρούχων, πλυντήρια πιάτων

05.3.1.3

Συσκευές μαγειρικής

05.3.1.4

Θερμαντικές συσκευές, κλιματιστικά

05.3.1.5

Συσκευές καθαρισμού

05.3.1.9

Άλλες μεγάλες οικιακές συσκευές

05.3.2

Μικρές ηλεκτρικές οικιακές συσκευές

05.3.2.1

Συσκευές επεξεργασίας τροφίμων

05.3.2.2

Μηχανές καφέ, τσαγιού και παρόμοιες συσκευές

05.3.2.3

Συσκευές σιδερώματος

05.3.2.4

Τοστιέρες και ψηστιέρες

05.3.2.9

Άλλες μικρές ηλεκτρικές οικιακές συσκευές

05.3.3

Επισκευή οικιακών συσκευών

05.3.3.0

Επισκευή οικιακών συσκευών

05.4

Υαλικά, επιτραπέζια σκεύη και σκεύη οικιακής χρήσης

05.4.0

Υαλικά, επιτραπέζια σκεύη και σκεύη οικιακής χρήσης

05.4.0.1

Υαλικά, κρυστάλλινα είδη, κεραμικά είδη και είδη από πορσελάνη

05.4.0.2

Μαχαιροπίρουνα, πιατικά και ασημικά

05.4.0.3

Μη ηλεκτρικά σκεύη και είδη κουζίνας

05.4.0.4

Επισκευή υαλικών, επιτραπέζιων σκευών και σκευών οικιακής χρήσης

05.5

Εργαλεία και εξοπλισμός για το σπίτι και τον κήπο

05.5.1

Μεγάλα εργαλεία και εξοπλισμός

05.5.1.1

Μεγάλα εργαλεία και εξοπλισμός με κινητήρα

05.5.1.2

Επισκευή, μίσθωση και ενοικίαση μεγάλων εργαλείων και εξοπλισμού

05.5.2

Μικρά εργαλεία και διάφορα εξαρτήματα

05.5.2.1

Μικρά εργαλεία χωρίς κινητήρα

05.5.2.2

Διάφορα εξαρτήματα μικρών εργαλείων

05.5.2.3

Επισκευή μικρών εργαλείων χωρίς κινητήρα και διαφόρων εξαρτημάτων

05.6

Αγαθά και υπηρεσίες για συνήθη οικιακή συντήρηση

05.6.1

Μη διαρκή οικιακά αγαθά

05.6.1.1

Προϊόντα καθαρισμού και συντήρησης

05.6.1.2

Άλλα μη διαρκή μικρά είδη οικιακής χρήσης

05.6.2

Οικιακές υπηρεσίες και υπηρεσίες οικιακής μέριμνας

05.6.2.1

Οικιακές υπηρεσίες από αμειβόμενο προσωπικό

05.6.2.2

Υπηρεσίες καθαριότητας

05.6.2.3

Ενοικίαση επίπλων και διακοσμητικών ειδών

05.6.2.9

Άλλες οικιακές υπηρεσίες και υπηρεσίες οικιακής μέριμνας

06

ΥΓΕΙΑ

06.1

Ιατρικά προϊόντα, συσκευές και εξοπλισμός

06.1.1

Φαρμακευτικά προϊόντα

06.1.1.0

Φαρμακευτικά προϊόντα

06.1.2

Άλλα ιατρικά προϊόντα

06.1.2.1

Τεστ εγκυμοσύνης και μηχανικά αντισυλληπτικά μέσα

06.1.2.9

Άλλα ιατρικά προϊόντα π.δ.κ.α.

06.1.3

Θεραπευτικές συσκευές και εξοπλισμός

06.1.3.1

Διορθωτικά γυαλιά και φακοί επαφής

06.1.3.2

Ακουστικά βαρηκοΐας

06.1.3.3

Επισκευή θεραπευτικών συσκευών και θεραπευτικού εξοπλισμού

06.1.3.9

Άλλες θεραπευτικές συσκευές και θεραπευτικός εξοπλισμός

06.2

Υπηρεσίες εξωτερικών ιατρείων

06.2.1

Ιατρικές υπηρεσίες

06.2.1.1

Υπηρεσίες γενικών ιατρών

06.2.1.2

Υπηρεσίες ειδικών ιατρών

06.2.2

Οδοντιατρικές υπηρεσίες

06.2.2.0

Οδοντιατρικές υπηρεσίες

06.2.3

Παραϊατρικές υπηρεσίες

06.2.3.1

Υπηρεσίες εργαστηρίων ιατρικών αναλύσεων και ακτινολογικών κέντρων

06.2.3.2

Λουτροθεραπείες, θεραπείες διορθωτικής γυμναστικής, υπηρεσίες ασθενοφόρων και ενοικίαση θεραπευτικού εξοπλισμού

06.2.3.9

Άλλες παραϊατρικές υπηρεσίες

06.3

Νοσοκομειακές υπηρεσίες

06.3.0

Νοσοκομειακές υπηρεσίες

06.3.0.0

Νοσοκομειακές υπηρεσίες

07

ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

07.1

Αγορά οχημάτων

07.1.1

Αυτοκίνητα

07.1.1.1

Καινούργια αυτοκίνητα

07.1.1.2

Μεταχειρισμένα αυτοκίνητα

07.1.2

Μοτοσικλέτες

07.1.2.0

Μοτοσικλέτες

07.1.3

Ποδήλατα

07.1.3.0

Ποδήλατα

07.1.4

Ζωοκίνητα οχήματα

07.1.4.0

Ζωοκίνητα οχήματα

07.2

Χειρισμός εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς

07.2.1

Ανταλλακτικά και εξαρτήματα εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς

07.2.1.1

Ελαστικά

07.2.1.2

Ανταλλακτικά εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς

07.2.1.3

Εξαρτήματα εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς

07.2.2

Καύσιμα και λιπαντικά εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς

07.2.2.1

Πετρέλαιο κίνησης (ντίζελ)

07.2.2.2

Βενζίνη

07.2.2.3

Άλλα καύσιμα εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς

07.2.2.4

Λιπαντικά

07.2.3

Συντήρηση και επισκευή εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς

07.2.3.0

Συντήρηση και επισκευή εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς

07.2.4

Άλλες υπηρεσίες σχετικές με εξοπλισμό προσωπικής μεταφοράς

07.2.4.1

Ενοικίαση γκαράζ, χώρων στάθμευσης και εξοπλισμού προσωπικής μεταφοράς

07.2.4.2

Εγκαταστάσεις διοδίων και παρκόμετρα

07.2.4.3

Μαθήματα οδήγησης, εξετάσεις και άδειες οδήγησης, δοκιμές καταλληλότητας οχημάτων

07.3

Υπηρεσίες μεταφορών

07.3.1

Σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών

07.3.1.1

Μεταφορά επιβατών με τρένο

07.3.1.2

Μεταφορά επιβατών με μετρό και τραμ

07.3.2

Οδικές μεταφορές επιβατών

07.3.2.1

Μεταφορά επιβατών με λεωφορεία και πούλμαν

07.3.2.2

Μεταφορά επιβατών με ταξί και με ενοικιασμένο αυτοκίνητο με οδηγό

07.3.3

Αεροπορική μεταφορά επιβατών

07.3.3.1

Πτήσεις εσωτερικού

07.3.3.2

Πτήσεις εξωτερικού

07.3.4

Μεταφορές επιβατών, θαλάσσιες και σε εσωτερικές πλωτές οδούς

07.3.4.1

Μεταφορά επιβατών διά θαλάσσης

07.3.4.2

Μεταφορά επιβατών δι' εσωτερικών υδάτινων οδών

07.3.5

Συνδυασμένες μεταφορές επιβατών

07.3.5.0

Συνδυασμένες μεταφορές επιβατών

07.3.6

Άλλες υπηρεσίες μεταφορών που αγοράζει ο καταναλωτής

07.3.6.1

Μεταφορές με οδοντωτό σιδηρόδρομο, εναέριο σιδηρόδρομο και τηλεκάθισμα

07.3.6.2

Υπηρεσίες μετακόμισης και αποθήκευσης

07.3.6.9

Άλλες υπηρεσίες μεταφορών που αγοράζει ο καταναλωτής π.δ.κ.α.

08

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

08.1

Ταχυδρομικές υπηρεσίες

08.1.0

Ταχυδρομικές υπηρεσίες

08.1.0.1

Υπηρεσίες διακίνησης επιστολών

08.1.0.9

Άλλες ταχυδρομικές υπηρεσίες

08.2

Εξοπλισμός τηλεφωνίας και τηλεομοιοτυπίας

08.2.0

Εξοπλισμός τηλεφωνίας και τηλεομοιοτυπίας

08.2.0.1

Εξοπλισμός σταθερής τηλεφωνίας

08.2.0.2

Εξοπλισμός κινητής τηλεφωνίας

08.2.0.3

Λοιπός εξοπλισμός τηλεφωνίας και τηλεομοιοτυπίας

08.2.0.4

Επισκευή εξοπλισμού τηλεφωνίας και τηλεομοιοτυπίας

08.3

Υπηρεσίες τηλεφωνίας και τηλεομοιοτυπίας

08.3.0

Υπηρεσίες τηλεφωνίας και τηλεομοιοτυπίας

08.3.0.1

Υπηρεσίες ενσύρματης τηλεφωνίας

08.3.0.2

Υπηρεσίες ασύρματης τηλεφωνίας

08.3.0.3

Υπηρεσίες σύνδεσης στο διαδίκτυο

08.3.0.4

Πακέτα τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών

08.3.0.5

Άλλες υπηρεσίες μετάδοσης πληροφοριών

09

ΑΝΑΨΥΧΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

09.1

Οπτικοακουστικός και φωτογραφικός εξοπλισμός και εξοπλισμός επεξεργασίας πληροφοριών

09.1.1

Εξοπλισμός για τη λήψη, την εγγραφή και την αναπαραγωγή ήχου και εικόνας

09.1.1.1

Εξοπλισμός για τη λήψη, την εγγραφή και την αναπαραγωγή ήχου

09.1.1.2

Εξοπλισμός για τη λήψη, την εγγραφή και την αναπαραγωγή ήχου και εικόνας

09.1.1.3

Φορητές συσκευές ήχου και εικόνας

09.1.1.9

Άλλες συσκευές για τη λήψη, την εγγραφή και την αναπαραγωγή ήχου και εικόνας

09.1.2

Φωτογραφικός και κινηματογραφικός εξοπλισμός και οπτικά όργανα

09.1.2.1

Μηχανές λήψης

09.1.2.2

Εξαρτήματα φωτογραφικού και κινηματογραφικού εξοπλισμού

09.1.2.3

Οπτικά όργανα

09.1.3

Εξοπλισμός επεξεργασίας πληροφοριών

09.1.3.1

Προσωπικοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές

09.1.3.2

Εξαρτήματα εξοπλισμού επεξεργασίας πληροφοριών

09.1.3.3

Λογισμικό

09.1.3.4

Υπολογιστές και άλλος εξοπλισμός επεξεργασίας πληροφοριών

09.1.4

Μέσα εγγραφής

09.1.4.1

Προεγγεγραμμένα μέσα εγγραφής

09.1.4.2

Μη εγγεγραμμένα μέσα εγγραφής

09.1.4.9

Άλλα μέσα εγγραφής

09.1.5

Επισκευή οπτικοακουστικού και φωτογραφικού εξοπλισμού και εξοπλισμού επεξεργασίας πληροφοριών

09.1.5.0

Επισκευή οπτικοακουστικού και φωτογραφικού εξοπλισμού και εξοπλισμού επεξεργασίας πληροφοριών

09.2

Άλλα σημαντικά διαρκή αγαθά αναψυχής και πολιτισμού

09.2.1

Μεγάλα διαρκή αγαθά αναψυχής ανοικτών χώρων

09.2.1.1

Αυτοκινούμενα τροχόσπιτα, τροχόσπιτα και ρυμουλκούμενα οχήματα

09.2.1.2

Αεροπλάνα, υπερελαφρά αεροσκάφη, ανεμόπτερα, αιωρόπτερα και αερόστατα θερμού αέρα

09.2.1.3

Σκάφη, εξωλέμβιοι κινητήρες και εξοπλισμός σκαφών

09.2.1.4

Άλογα, πόνι και συναφής εξοπλισμός

09.2.1.5

Μεγάλα είδη για παιχνίδια και αθλητισμό

09.2.2

Μουσικά όργανα και μεγάλα διαρκή αγαθά αναψυχής κλειστών χώρων

09.2.2.1

Μουσικά όργανα

09.2.2.2

Μεγάλα διαρκή αγαθά αναψυχής κλειστών χώρων

09.2.3

Συντήρηση και επισκευή άλλων μεγάλων διαρκών αγαθών αναψυχής και πολιτισμού

09.2.3.0

Συντήρηση και επισκευή άλλων μεγάλων διαρκών αγαθών αναψυχής και πολιτισμού

09.3

Άλλα είδη και εξοπλισμός αναψυχής, κήποι και ζώα συντροφιάς

09.3.1

Παιχνίδια και χόμπι

09.3.1.1

Παιχνίδια και χόμπι

09.3.1.2

Παιχνίδια και είδη εορτασμού

09.3.2

Εξοπλισμός για αθλητισμό, κατασκήνωση και αναψυχή στην ύπαιθρο

09.3.2.1

Εξοπλισμός αθλητισμού

09.3.2.2

Εξοπλισμός κατασκήνωσης και αναψυχής στην ύπαιθρο

09.3.2.3

Επισκευή εξοπλισμού αθλητισμού, κατασκήνωσης και αναψυχής στην ύπαιθρο

09.3.3

Κήποι, φυτά και άνθη

09.3.3.1

Προϊόντα κηπουρικής

09.3.3.2

Φυτά και άνθη

09.3.4

Ζώα συντροφιάς και συναφή προϊόντα

09.3.4.1

Αγορά ζώων συντροφιάς

09.3.4.2

Προϊόντα για ζώα συντροφιάς

09.3.5

Κτηνιατρικές και άλλες υπηρεσίες για ζώα συντροφιάς

09.3.5.0

Κτηνιατρικές και άλλες υπηρεσίες για ζώα συντροφιάς

09.4

Ψυχαγωγικές και πολιτιστικές υπηρεσίες

09.4.1

Ψυχαγωγικές και αθλητικές υπηρεσίες

09.4.1.1

Ψυχαγωγικές και αθλητικές υπηρεσίες — Παρακολούθηση

09.4.1.2

Ψυχαγωγικές και αθλητικές υπηρεσίες — Συμμετοχή

09.4.2

Πολιτιστικές υπηρεσίες

09.4.2.1

Κινηματογράφοι, θέατρα, συναυλίες

09.4.2.2

Μουσεία, βιβλιοθήκες, ζωολογικοί κήποι

09.4.2.3

Τέλη χρήσης τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού εξοπλισμού, συνδρομές

09.4.2.4

Ενοικίαση εξοπλισμού και εξαρτημάτων πολιτιστικών δραστηριοτήτων

09.4.2.5

Φωτογραφικές υπηρεσίες

09.4.2.9

Άλλες πολιτιστικές υπηρεσίες

09.4.3

Τυχερά παιχνίδια

09.4.3.0

Τυχερά παιχνίδια

09.5

Εφημερίδες, βιβλία και χαρτικά είδη

09.5.1

Βιβλία

09.5.1.1

Λογοτεχνικά βιβλία

09.5.1.2

Εκπαιδευτικά βιβλία

09.5.1.3

Άλλα μη λογοτεχνικά βιβλία

09.5.1.4

Υπηρεσίες βιβλιοδεσίας και τηλεφόρτωση ηλεκτρονικών βιβλίων

09.5.2

Εφημερίδες και περιοδικά

09.5.2.1

Εφημερίδες

09.5.2.2

Περιοδικές εκδόσεις και περιοδικά

09.5.3

Ποικίλα έντυπα υλικά

09.5.3.0

Ποικίλα έντυπα υλικά

09.5.4

Χαρτικά και είδη σχεδίου

09.5.4.1

Προϊόντα από χαρτί

09.5.4.9

Άλλα χαρτικά και είδη σχεδίου

09.6

Οργανωμένες διακοπές

09.6.0

Οργανωμένες διακοπές

09.6.0.1

Οργανωμένες διακοπές εσωτερικού

09.6.0.2

Οργανωμένες διακοπές εξωτερικού

10

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

10.1

Προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση

10.1.0

Προσχολική και πρωτοβάθμια εκπαίδευση

10.1.0.1

Προσχολική εκπαίδευση (ISCED-97 επίπεδο 0)

10.1.0.2

Πρωτοβάθμια εκπαίδευσης (ISCED-97 επίπεδο 1)

10.2

Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

10.2.0

Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

10.2.0.0

Δευτεροβάθμια εκπαίδευση

10.3

Μεταδευτεροβάθμια μη τριτοβάθμια εκπαίδευση

10.3.0

Μεταδευτεροβάθμια μη τριτοβάθμια εκπαίδευση

10.3.0.0

Μεταδευτεροβάθμια μη τριτοβάθμια εκπαίδευση (ISCED-97 επίπεδο 4)

10.4

Τριτοβάθμια εκπαίδευση

10.4.0

Τριτοβάθμια εκπαίδευση

10.4.0.0

Τριτοβάθμια εκπαίδευση

10.5

Εκπαίδευση που δεν μπορεί να ταξινομηθεί βάσει του επιπέδου

10.5.0

Εκπαίδευση που δεν μπορεί να ταξινομηθεί βάσει του επιπέδου

10.5.0.0

Εκπαίδευση που δεν μπορεί να ταξινομηθεί βάσει του επιπέδου

11

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ

11.1

Υπηρεσίες τροφοδοσίας

11.1.1

Εστιατόρια, καφενεία και παρόμοια καταστήματα

11.1.1.1

Εστιατόρια, καφενεία και χορευτικά κέντρα

11.1.1.2

Υπηρεσίες ταχείας εστίασης (fastfood) και πώλησης φαγητών σε πακέτο

11.1.2

Καντίνες

11.1.2.0

Καντίνες

11.2

Υπηρεσίες παροχής καταλύματος

11.2.0

Υπηρεσίες παροχής καταλύματος

11.2.0.1

Ξενοδοχεία, μοτέλ, πανδοχεία και παρόμοιες υπηρεσίες παροχής καταλύματος

11.2.0.2

Κέντρα διακοπών, χώροι κατασκήνωσης, ξενώνες νέων και παρόμοιες υπηρεσίες παροχής καταλύματος

11.2.0.3

Υπηρεσίες παροχής καταλύματος από άλλες εγκαταστάσεις

12

ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

12.1

Προσωπική φροντίδα

12.1.1

Κομμωτήρια και ινστιτούτα προσωπικής περιποίησης

12.1.1.1

Υπηρεσίες κομμωτηρίων ανδρών και παιδιών

12.1.1.2

Υπηρεσίες κομμωτηρίων γυναικών

12.1.1.3

Υπηρεσίες προσωπικής περιποίησης

12.1.2

Ηλεκτρικές συσκευές προσωπικής φροντίδας

12.1.2.1

Ηλεκτρικές συσκευές προσωπικής φροντίδας

12.1.2.2

Επισκευή ηλεκτρικών συσκευών προσωπικής φροντίδας

12.1.3

Άλλες συσκευές, είδη και προϊόντα προσωπικής φροντίδας

12.1.3.1

Μη ηλεκτρικές συσκευές

12.1.3.2

Είδη ατομικής υγιεινής και ευεξίας, εσωτεριστικά προϊόντα και καλλυντικά προϊόντα

12.2

Πορνεία

12.2.0

Πορνεία

12.2.0.0

Πορνεία

12.3

Προσωπικά είδη π.δ.κ.α.

12.3.1

Κοσμήματα και ρολόγια κάθε είδους

12.3.1.1

Κοσμήματα

12.3.1.2

Ρολόγια κάθε είδους

12.3.1.3

Επισκευή κοσμημάτων και ρολογιών κάθε είδους

12.3.2

Άλλα προσωπικά είδη

12.3.2.1

Είδη ταξιδίου

12.3.2.2

Είδη για βρέφη

12.3.2.3

Επισκευή άλλων προσωπικών ειδών

12.3.2.9

Άλλα προσωπικά είδη π.δ.κ.α.

12.4

Κοινωνική προστασία

12.4.0

Κοινωνική προστασία

12.4.0.1

Υπηρεσίες φροντίδας παιδιών

12.4.0.2

Οίκοι ευγηρίας και ιδρύματα για άτομα με αναπηρία

12.4.0.3

Υπηρεσίες συντήρησης των ατόμων κατ' οίκον

12.4.0.4

Παροχή συμβουλών

12.5

Ασφάλιση

12.5.1

Ασφάλειες ζωής

12.5.1.0

Ασφάλειες ζωής

12.5.2

Ασφαλίσεις σχετικές με την κατοικία

12.5.2.0

Ασφαλίσεις σχετικές με την κατοικία

12.5.3

Ασφαλίσεις σχετικές με την υγεία

12.5.3.1

Δημόσιες ασφαλίσεις σχετικές με την υγεία

12.5.3.2

Ιδιωτικές ασφαλίσεις σχετικές με την υγεία

12.5.4

Ασφαλίσεις σχετικές με τις μεταφορές

12.5.4.1

Ασφάλειες αυτοκινήτων

12.5.4.2

Ασφάλειες ταξιδιών

12.5.5

Άλλες ασφαλίσεις

12.5.5.0

Άλλες ασφαλίσεις

12.6

Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες π.δ.κ.α.

12.6.1

ΥΧΔΜΕ

12.6.1.0

ΥΧΔΜΕ

12.6.2

Άλλες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες π.δ.κ.α.

12.6.2.1

Δαπάνες για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες τραπεζών και ταχυδρομείων

12.6.2.2

Αμοιβές και δαπάνες παροχής υπηρεσιών μεσιτών και συμβούλων επενδύσεων

12.7

Άλλες υπηρεσίες π.δ.κ.α.

12.7.0

Άλλες υπηρεσίες π.δ.κ.α.

12.7.0.1

Διοικητικά τέλη

12.7.0.2

Νομικές και λογιστικές υπηρεσίες

12.7.0.3

Υπηρεσίες γραφείων κηδειών

12.7.0.4

Άλλα τέλη και υπηρεσίες


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Πίνακας αντιστοιχίας

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2494/95

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2 στοιχείο α)

Άρθρο 2 σημείο 6)

Άρθρο 2 στοιχείο β)

Άρθρο 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 3

Άρθρο 3 παράγραφοι 3 και 10

Άρθρο 4

Άρθρο 4 παράγραφοι 1, 2 και 4

Άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 5 παράγραφοι 5 και 6

Άρθρο 5 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 6

Άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 7

Άρθρο 5 παράγραφος 3

Άρθρο 8

Άρθρο 6 παράγραφοι 1, 3, και 4

Άρθρο 9

Άρθρο 3 παράγραφοι 1, 2 και 6

Άρθρο 10

Άρθρο 7 παράγραφος 1

Άρθρο 11

Άρθρο 12

Άρθρο 9 παράγραφος 2

Άρθρο 13

Άρθρο 14

Άρθρο 11

Άρθρο 15

Άρθρο 16

Άρθρο 13


24.5.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 135/39


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/793 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Μαΐου 2016

για να αποφευχθεί η εκτροπή του εμπορίου ορισμένων βασικών φαρμακευτικών προϊόντων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση

(κωδικοποιημένο κείμενο)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 207 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 953/2003 του Συμβουλίου (2) έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα και ουσιωδώς (3). Είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας και ορθολογισμού, η κωδικοποίηση του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Πολλές από τις φτωχότερες αναπτυσσόμενες χώρες έχουν επιτακτική ανάγκη πρόσβασης στα βασικά φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία των μεταδοτικών νόσων σε προσιτές τιμές. Οι χώρες αυτές εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές φαρμάκων, δεδομένου ότι οι φαρμακευτικές βιομηχανίες είναι ελάχιστες.

(3)

Η διαφοροποίηση των τιμών μεταξύ αγορών των ανεπτυγμένων χωρών και των φτωχότερων αναπτυσσόμενων χωρών είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί ότι οι φτωχότερες αναπτυσσόμενες χώρες προμηθεύονται τα κύρια φαρμακευτικά προϊόντα σε πολύ χαμηλότερες τιμές. Συνεπώς, οι πολύ χαμηλότερες αυτές τιμές δεν μπορούν να θεωρούνται ως σημείο αναφοράς για την τιμή που πρέπει να καταβάλλεται για τα ίδια προϊόντα στις αγορές των ανεπτυγμένων χωρών.

(4)

Στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, έχουν θεσπισθεί νομοθετικά και κανονιστικά μέτρα για την αποφυγή των εισαγωγών φαρμακευτικών προϊόντων υπό ορισμένες συνθήκες, αλλά τα μέτρα αυτά θα καταστούν, ενδεχομένως, ανεπαρκή, δεδομένου ότι σημαντικές ποσότητες φαρμάκων με μεγάλες εκπτώσεις πωλούνται στις αγορές των φτωχότερων αναπτυσσόμενων χωρών και, συνεπώς, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά σημαντικά ελκυστικότερη από οικονομική άποψη την εκτροπή του εμπορίου προς αγορές με υψηλές τιμές.

(5)

Υπάρχει ανάγκη να ενθαρρυνθούν οι παρασκευαστές φαρμακευτικών προϊόντων να διαθέτουν φαρμακευτικά προϊόντα σε πολύ χαμηλότερες τιμές και σε σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες με τη διασφάλιση, χάρη στον παρόντα κανονισμό, ότι τα εν λόγω προϊόντα θα παραμένουν εντός των αγορών των φτωχότερων αναπτυσσόμενων χωρών. Οι δωρεές φαρμακευτικών προϊόντων και τα προϊόντα που πωλούνται βάσει συμβάσεων που ανατίθενται ύστερα από ανταγωνιστική πρόσκληση υποβολής προσφορών από εθνικές κυβερνήσεις ή διεθνείς φορείς προμηθειών, ή δυνάμει εταιρικής σχέσης η οποία συμφωνείται μεταξύ του παρασκευαστή και της κυβέρνησης της χώρας προορισμού, θα πρέπει να είναι επιλέξιμα δυνάμει του παρόντος κανονισμού για ίσους όρους, λαμβανομένου υπόψη ότι οι δωρεές αυτές δεν συμβάλλουν σε καλύτερη πρόσβαση στα φάρμακα σε αειφόρο βάση.

(6)

Είναι ανάγκη να προβλεφθεί διαδικασία προσδιορισμού των προϊόντων, των χωρών και των νόσων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(7)

Σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι να αποφευχθεί η εισαγωγή, στην Ένωση, προϊόντων με κλιμακωτή τιμολόγηση. Προβλέπονται εξαιρέσεις για ορισμένες καταστάσεις υπό τον αυστηρό όρο ότι εξασφαλίζεται ότι ο τελικός προορισμός των συγκεκριμένων προϊόντων είναι μία από τις χώρες του παραρτήματος II.

(8)

Οι παραγωγοί προϊόντων με κλιμακωτή τιμολόγηση θα πρέπει να τα διαθέτουν σε διαφορετική συσκευασία προκειμένου να διευκολύνεται η αναγνώρισή τους.

(9)

Θα είναι σκόπιμο να επανεξετάζονται οι κατάλογοι των νόσων και των χωρών προορισμού που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και των τύπων που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των προϊόντων με κλιμακωτή τιμολόγηση, βάσει, μεταξύ άλλων, της πείρας που αποκτάται από την εφαρμογή.

(10)

Για τα προϊόντα με κλιμακωτή τιμολόγηση τα οποία περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών, ισχύουν οι ίδιοι κανόνες με αυτούς του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4).

(11)

Όταν προϊόντα με κλιμακωτή τιμολόγηση κατάσχονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να μπορεί, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και για να εξασφαλίζει ότι η σκοπούμενη χρήση των κατασχεθέντων προϊόντων γίνεται προς πλήρες όφελος των χωρών του παραρτήματος II, να αποφασίζει να τα διαθέτει για ανθρωπιστικούς σκοπούς στις χώρες αυτές. Εάν δεν ληφθεί τέτοια απόφαση, τα κατασχεθέντα προϊόντα θα πρέπει να καταστρέφονται.

(12)

Για να προστεθούν προϊόντα στον κατάλογο προϊόντων που καλύπτει ο παρών κανονισμός, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα θέσπισης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την τροποποίηση των παραρτημάτων του εν λόγω κανονισμού. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να προβαίνει η Επιτροπή στις κατάλληλες διαβουλεύσεις, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη πράξεων κατ' εξουσιοδότηση, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει:

α)

τα κριτήρια για τον ορισμό των προϊόντων κλιμακωτής τιμολόγησης·

β)

τους όρους υπό τους οποίους οι τελωνειακές αρχές αναλαμβάνουν δράση·

γ)

τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:

α)

ως «προϊόν με κλιμακωτή τιμολόγηση» νοείται κάθε φαρμακευτικό προϊόν που χρησιμοποιείται για την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία των νόσων του παραρτήματος IV και του οποίου η τιμή καθορίζεται σύμφωνα με μία από τις δύο μεθόδους υπολογισμού του άρθρου 3, το οποίο ελέγχεται από την Επιτροπή ή ανεξάρτητο ελεγκτή, σύμφωνα με το άρθρο 4 και το οποίο εγγράφεται στον κατάλογο προϊόντων κλιμακωτής τιμολόγησης του παραρτήματος I·

β)

ως «χώρες προορισμού» νοούνται οι χώρες που αριθμούνται στο παράρτημα II·

γ)

ως «αρμόδια αρχή» νοείται αρχή η οποία ορίζεται από το κράτος μέλος για να αποφασίζει σχετικά με το εάν τα εμπορεύματα που κρατούνται από τις τελωνειακές αρχές του εν λόγω κράτους μέλους είναι προϊόντα με κλιμακωτή τιμολόγηση και για να δίνει οδηγίες ανάλογα με τα πορίσματα της εξέτασης.

Άρθρο 2

1.   Απαγορεύεται η εισαγωγή στην Ένωση προϊόντων με κλιμακωτή τιμολόγηση με σκοπό τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία, την επανεξαγωγή τους ή την υπαγωγή τους σε καθεστώς αναστολής, σε ελεύθερη ζώνη ή σε ελεύθερη αποθήκη.

2.   Από την απαγόρευση που αφορά τα προϊόντα κλιμακωτής τιμολόγησης, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1, εξαιρούνται τα ακόλουθα:

α)

η επανεξαγωγή στις χώρες προορισμού·

β)

η υπαγωγή σε διαδικασία διαμετακόμισης ή τελωνειακής αποθήκης ή θέση σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη με σκοπό την επανεξαγωγή σε χώρα προορισμού.

Άρθρο 3

Η κλιμακωτή τιμή που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο β), κατ' επιλογή του αιτούντος, είναι:

α)

είτε όχι υψηλότερη από το ποσοστό που καθορίζεται στο παράρτημα III της σταθμισμένης μέσης τιμής εκ του εργοστασίου που χρεώνει ο παραγωγός για το ίδιο προϊόν στις αγορές των χωρών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), κατά τη στιγμή της αίτησης·

β)

είτε το άμεσο κόστος παραγωγής του παραγωγού, συν το ανώτατο ποσοστό που ορίζεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 4

1.   Προκειμένου να υπαχθούν τα προϊόντα τους στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, οι παραγωγοί ή οι εξαγωγείς τους υποβάλλουν αίτηση στην Επιτροπή.

2.   Οι αιτήσεις που υποβάλλονται στην Επιτροπή περιλαμβάνουν τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

ονομασία και δραστικό συστατικό του προϊόντος κλιμακωτής τιμολόγησης και επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τη νόσο προς πρόληψη, διάγνωση ή θεραπεία·

β)

προτεινόμενη τιμή, όπως αυτή διαμορφώνεται με μία από τις δύο μεθόδους υπολογισμού που εκτίθενται στο άρθρο 3, με επαρκή στοιχεία που να επιτρέπουν τον έλεγχό της. Αντί να υποβάλλει τα λεπτομερή αυτά στοιχεία, ο αιτών μπορεί να υποβάλλει πιστοποιητικό ανεξάρτητου ελεγκτή, με το οποίο δηλώνεται ότι η τιμή έχει ελεγχθεί και ανταποκρίνεται προς ένα από τα κριτήρια του παραρτήματος III. Ο ανεξάρτητος ελεγκτής διορίζεται με συμφωνία μεταξύ του παραγωγού και της Επιτροπής. Οι πληροφορίες που υποβάλλει ο αιτών στον ελεγκτή παραμένουν εμπιστευτικές·

γ)

την ή τις χώρες προορισμού στις οποίες ο αιτών προτίθεται να πωλήσει το συγκεκριμένο προϊόν·

δ)

τον κωδικό αριθμό ο οποίος βασίζεται στη συνδυασμένη ονοματολογία του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου (5), και, εφόσον ενδείκνυται, από υποδιαιρέσεις TARIC, ώστε να είναι δυνατή η σαφής ταυτοποίηση των συγκεκριμένων προϊόντων· και

ε)

τυχόν μέτρα που λαμβάνει ο παραγωγός ή ο εξαγωγέας για να διακρίνεται εύκολα το προϊόν κλιμακωτής τιμολόγησης από ταυτόσημα προϊόντα που προσφέρονται προς πώληση εντός της Ένωσης.

3.   Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ένα προϊόν πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 5, ώστε να προστίθεται το εν λόγω προϊόν στο παράρτημα I κατά την επόμενη επικαιροποίηση. Η Επιτροπή ενημερώνει τον αιτούντα για την απόφασή της εντός 15 ημερών από την έκδοσή της.

Όταν η καθυστέρηση της προσθήκης ενός προϊόντος στο παράρτημα I μπορεί να προκαλέσει καθυστέρηση στην κάλυψη μιας επιτακτικής ανάγκης πρόσβασης σε προσιτές τιμές στα βασικά φαρμακευτικά προϊόντα σε μια αναπτυσσόμενη χώρα και, επομένως, το απαιτούν επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης, η διαδικασία του άρθρου 6 εφαρμόζεται στις κατ' εξουσιοδότηση πράξεις που θεσπίζονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

4.   Αν μια αίτηση δεν είναι επαρκώς λεπτομερής ώστε να είναι δυνατή η εξέτασή της επί της ουσίας, η Επιτροπή ζητά γραπτώς από τον αιτούντα να υποβάλλει τις ελλείπουσες πληροφορίες. Εάν ο αιτών δεν συμπληρώσει την αίτηση εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στη γραπτή αίτηση, η αίτηση θεωρείται άκυρη.

5.   Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η αίτηση δεν πληροί τα κριτήρια του παρόντος κανονισμού, η αίτηση απορρίπτεται και ο αιτών ενημερώνεται εντός 15 ημερών από την ημερομηνία της απόφασης. Ωστόσο, ο αιτών μπορεί να υποβάλει εκ νέου τροποποιημένη αίτηση για το ίδιο προϊόν.

6.   Τα προϊόντα που προορίζονται να δωρηθούν σε αποδέκτες χώρας του παραρτήματος II μπορούν επίσης να κοινοποιούνται προκειμένου να εγκριθούν και να περιληφθούν στο παράρτημα I.

7.   Το παράρτημα I ενημερώνεται κάθε δίμηνο από την Επιτροπή.

8.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 5, ώστε να τροποποιεί τα παραρτήματα II, III και IV, όπου χρειάζεται, για την αναθεώρηση του καταλόγου των ασθενειών, των χωρών προορισμού που υπάγονται στον παρόντα κανονισμό καθώς και των τύπων που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των προϊόντων με κλιμακωτή τιμολόγηση, υπό το πρίσμα της εμπειρίας που αποκτάται από την εφαρμογή του ή για να ανταποκριθεί σε υγειονομική κρίση.

Άρθρο 5

1.   Η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 παράγραφοι 3 και 8 εξουσία έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από 20ής Φεβρουαρίου 2014. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφοι 3 και 8 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ' εξουσιοδότηση πράξεων.

4.   Μόλις εκδώσει μία κατ' εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.   Η κατ' εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 3 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

6.   Η κατ' εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 8 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τέσσερις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 6

1.   Η κατ' εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο αρχίζει να ισχύει αμέσως και εφαρμόζεται εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση σύμφωνα με την παράγραφο 2. Η κοινοποίηση της κατ' εξουσιοδότηση πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο εκθέτει τους λόγους για τους οποίους γίνεται χρήση της διαδικασίας επείγουσας ανάγκης του παρόντος άρθρου.

2.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δύνανται να προβάλουν αντιρρήσεις κατά της κατ' εξουσιοδότηση πράξης με τη διαδικασία του άρθρου 5 παράγραφοι 5 και 6. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή καταργεί την πράξη αμέσως μόλις της κοινοποιηθεί η περί αντιρρήσεων απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 7

Ένα προϊόν το οποίο έχει εγκριθεί ως προϊόν κλιμακωτής τιμολόγησης και το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα I παραμένει στον κατάλογο όσο πληρούνται οι όροι του άρθρου 4 και όσο υποβάλλονται στην Επιτροπή ετήσιες εκθέσεις πωλήσεων σύμφωνα με το άρθρο 12. Ο αιτών υποβάλλει στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε μεταβολή του πεδίου εφαρμογής ή των όρων που προβλέπονται στο άρθρο 4, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι πληρούνται οι εν λόγω απαιτήσεις.

Άρθρο 8

Σε κάθε συσκευασία ή προϊόν και σε κάθε έγγραφο που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το εγκεκριμένο προϊόν που πωλείται με κλιμακωτή τιμολόγηση στις χώρες προορισμού επιτίθεται μόνιμο λογότυπο, όπως καθορίζεται στο παράρτημα V. Η υποχρέωση αυτή ισχύει για όσο διάστημα το συγκεκριμένο προϊόν κλιμακωτής τιμολόγησης περιλαμβάνεται στο παράρτημα I.

Άρθρο 9

1.   Όταν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι, παρά την απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 2, προϊόντα κλιμακωτής τιμολόγησης πρόκειται να εισαχθούν στην Ένωση, οι τελωνειακές αρχές αναστέλλουν τη διάθεση των συγκεκριμένων προϊόντων ή τα παρακρατούν για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη λήψη απόφασης από τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά τον χαρακτήρα του εμπορεύματος. Η περίοδος αναστολής ή παρακράτησης δεν υπερβαίνει τις 10 εργάσιμες ημέρες εκτός εάν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, οπότε η περίοδος αυτή μπορεί να παρατείνεται κατά 10 το πολύ εργάσιμες ημέρες. Κατά τη λήξη της περιόδου αυτής, τα προϊόντα ελευθερώνονται, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν τηρηθεί όλες οι τελωνειακές διατυπώσεις.

2.   Το γεγονός ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αιτιολογούν την κατάταξη ενός προϊόντος στα προϊόντα κλιμακωτής τιμολόγησης αποτελεί ικανό λόγο αναστολής της παράδοσης ή κράτησης του προϊόντος αυτού από τις τελωνειακές αρχές.

3.   Η αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και ο παραγωγός ή εξαγωγέας που αναφέρεται στο παράρτημα I ενημερώνονται, χωρίς καθυστέρηση, για την αναστολή διάθεσης ή την παρακράτηση των προϊόντων και λαμβάνουν όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για τα προϊόντα αυτά. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι εθνικές διατάξεις περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, του εμπορικού και βιομηχανικού απορρήτου και της εμπιστευτικότητας όσον αφορά τις διοικητικές και επαγγελματικές πράξεις. Στον εισαγωγέα και, ανάλογα με την περίπτωση, τον εξαγωγέα παρέχεται η δυνατότητα να υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή τις πληροφορίες που θεωρούν χρήσιμες για τα προϊόντα αυτά.

4.   Τα έξοδα της διαδικασίας αναστολής διάθεσης ή παρακράτησης των εμπορευμάτων βαρύνουν τον εισαγωγέα. Εάν δεν είναι δυνατή η ανάκτησή τους από τον εισαγωγέα, τα εν λόγω έξοδα μπορούν να ανακτώνται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είναι υπεύθυνο για την απόπειρα παράνομης εισαγωγής.

Άρθρο 10

1.   Εάν προϊόντα των οποίων η διάθεση έχει ανασταλεί ή τα οποία παρακρατούνται από τις τελωνειακές αρχές αναγνωρίζονται από την αρμόδια αρχή ως προϊόντα κλιμακωτής τιμολόγησης, κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια αρχή μεριμνά ώστε τα προϊόντα αυτά να κατάσχονται και να καταστρέφονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Τα έξοδα των εν λόγω διαδικασιών βαρύνουν τον εισαγωγέα. Εάν δεν είναι δυνατή η ανάκτησή τους από τον εισαγωγέα, τα έξοδα αυτά μπορούν να ανακτώνται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είναι υπεύθυνο για την απόπειρα παράνομης εισαγωγής.

2.   Εάν προϊόντα των οποίων η διάθεση έχει ανασταλεί ή τα οποία παρακρατούνται από τις τελωνειακές αρχές μετά από συμπληρωματικό έλεγχο που πραγματοποίησε η αρμόδια αρχή διαπιστώνεται ότι δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως προϊόντα κλιμακωτής τιμολόγησης κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, η τελωνειακή αρχή παραδίδει τα προϊόντα στον παραλήπτη, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν τηρηθεί όλες οι τελωνειακές διατυπώσεις.

3.   Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με κάθε απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 11

Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα μη εμπορικής φύσεως που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών εντός των ορίων που προβλέπονται για τις δασμολογικές απαλλαγές.

Άρθρο 12

1.   Η Επιτροπή παρακολουθεί σε ετήσια βάση τις ποσότητες των εξαγωγών προϊόντων κλιμακωτής τιμολόγησης του παραρτήματος I τα οποία εξάγονται προς τις χώρες προορισμού, βάσει των πληροφοριών που της κοινοποιούνται από τους παραγωγούς και τους εξαγωγείς φαρμακευτικών προϊόντων. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή καταρτίζει τυποποιημένο έντυπο. Οι παραγωγοί και οι εξαγωγείς υποβάλλουν στην Επιτροπή εμπιστευτικές ετήσιες εκθέσεις πωλήσεων για κάθε προϊόν κλιμακωτής τιμολόγησης.

2.   Η Επιτροπή υποβάλλει εκθέσεις ανά διετία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τους όγκους που εξάγονται σε κλιμακωτές τιμές, συμπεριλαμβανομένων των όγκων που εξάγονται στο πλαίσιο εταιρικής συμφωνίας μεταξύ του κατασκευαστή και της κυβέρνησης της χώρας προορισμού. Στις εκθέσεις εξετάζεται ο κατάλογος των χωρών και των ασθενειών καθώς και τα γενικά κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 3.

3.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί, εντός ενός μηνός από την υποβολή της έκθεσης από την Επιτροπή, να καλέσει την Επιτροπή σε ειδική συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής του προκειμένου να παρουσιάσει και να διευκρινίσει οποιαδήποτε θέματα σχετίζονται με την εφαρμογή του κανονισμού.

4.   Το αργότερο έξι μήνες μετά την ημερομηνία υποβολής της έκθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, η Επιτροπή δημοσιοποιεί την έκθεση αυτή.

Άρθρο 13

1.   Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού δεν θίγει τις διατάξεις της οδηγίας 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

2.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή τα δικαιώματα των κατόχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Άρθρο 14

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 953/2003 καταργείται.

Οι παραπομπές στον καταργηθέντα κανονισμό θεωρείται ότι γίνονται στον παρόντα κανονισμό και εξετάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος VII.

Άρθρο 15

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 11 Μαΐου 2016.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

J.A. HENNIS-PLASSCHAERT


(1)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Μαρτίου 2016 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 11ης Απριλίου 2016.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 953/2003 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, για να αποφευχθεί η εκτροπή του εμπορίου ορισμένων βασικών φαρμακευτικών προϊόντων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 135 της 3.6.2003, σ. 5).

(3)  Βλέπε παράρτημα VI.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 608/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την τελωνειακή επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1383/2003 του Συμβουλίου (ΕΕ L 181 της 29.6.2013, σ. 15).

(5)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1).

(6)  Οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67).

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 726/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών χορήγησης άδειας και εποπτείας όσον αφορά τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη και για κτηνιατρική χρήση και για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΕ L 136 της 30.4.2004, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΛΙΜΑΚΩΤΗΣ ΤΙΜΟΛΟΓΗΣΗΣ

Προϊόν

Παραγωγός/εξαγωγέας

Χώρα προορισμού

Χαρακτηριστικά

Ημερομηνία έγκρισης

Κωδικός ΣΟ/TARIC (1)

TRIZIVIR

750 mg × 60

GLAXO SMITH KLINE

GSK House

980 Great West Road

BRENTFORD, MIDDLESEX

TW8 9GS

United Kingdom

Αφγανιστάν

Ανγκόλα

Αρμενία

Αζερμπαϊτζάν

Μπανγκλαντές

Μπενίν

Μπουτάν

Μποτσουάνα

Μπουρκίνα Φάσο

Μπουρούντι

Καμπότζη

Καμερούν

Πράσινο Ακρωτήριο

Κεντροαφρικανική Δημοκρατία

Τσαντ

Κομόρες

Κονγκό

Ακτή Ελεφαντοστού

Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

Τζιμπουτί

Ισημερινή Γουινέα

Ερυθραία

Αιθιοπία

Γκάμπια

Γκάνα

Γουινέα

Γουινέα Μπισάου

Αϊτή

Ονδούρα

Ινδία

Ινδονησία

Κένυα

Κιριμπάτι

Κιργιζία

Λάος

Λεσόθο

Λιβερία

Μαδαγασκάρη

Μαλάουι

Μαλδίβες

Μάλι

Μαυριτανία

Μολδαβία

Μογγολία

Μοζαμβίκη

Μιανμάρ/Βιρμανία

Ναμίμπια

Νεπάλ

Νικαράγουα

Νίγηρας

Νιγηρία

Βόρεια Κορέα

Πακιστάν

Ρουάντα

Σαμόα

Σάο Τομέ και Πρίνσιπε

Σενεγάλη

Σιέρα Λεόνε

Νήσοι Σολομώντος

Σομαλία

Νότια Αφρική

Σουδάν

Σουαζιλάνδη

Τατζικιστάν

Τανζανία

Ανατολικό Τιμόρ

Τόγκο

Τουβαλού

Ουγκάντα

Βανουάτου

Υεμένη

Ζάμπια

Ζιμπάμπουε

Ειδική συσκευασία — τρίγλωσσο κείμενο

19.4.2004

3004 90 19

EPIVIR

150 mg × 60

GLAXO SMITH KLINE

GSK House

980 Great West Road

BRENTFORD, MIDDLESEX

TW8 9GS

United Kingdom

Ειδική συσκευασία — τρίγλωσσο κείμενο — κόκκινα δισκία

 

3004 90 19

RETROVIR

250 mg × 40

GLAXO SMITH KLINE

GSK House

980 Great West Road

BRENTFORD, MIDDLESEX

TW8 9GS

United Kingdom

Συνήθης συσκευασία εξαγωγής (μπλε) που δεν χρησιμοποιείται στην ΕΕ

Συσκευασία για γαλλικά νοσοκομεία — γαλλόφωνες αγορές

19.4.2004

3004 90 19

RETROVIR

300 mg × 60

GLAXO SMITH KLINE

GSK House

980 Great West Road

BRENTFORD, MIDDLESEX

TW8 9GS

United Kingdom

Συνήθης συσκευασία εξαγωγής (μπλε) που δεν χρησιμοποιείται στην ΕΕ

Συσκευασία για γαλλικά νοσοκομεία — γαλλόφωνες αγορές

19.4.2004

3004 90 19

RETROVIR

100 mg × 100

GLAXO SMITH KLINE

GSK House

980 Great West Road

BRENTFORD, MIDDLESEX

TW8 9GS

United Kingdom

Συνήθης συσκευασία εξαγωγής (μπλε) που δεν χρησιμοποιείται στην ΕΕ

Συσκευασία για γαλλικά νοσοκομεία — γαλλόφωνες αγορές

19.4.2004

3004 90 19

COMBIVIR

300/150 mg × 60

GLAXO SMITH KLINE

GSK House

980 Great West Road

BRENTFORD, MIDDLESEX

TW8 9GS

United Kingdom

Ειδική συσκευασία — τρίγλωσσο κείμενο

Σε φιάλες (και όχι σε συσκευασία μπλίστερ) κόκκινα δισκία με έκτυπη την ένδειξη «Α22»

 

3004 90 19

ΠΟΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ EPIVIR

10 mg/ml

240 ml

GLAXO SMITH KLINE

GSK House

980 Great West Road

BRENTFORD, MIDDLESEX

TW8 9GS

United Kingdom

Ειδική συσκευασία — τρίγλωσσο κείμενο

19.4.2004

3004 90 19

ZIAGEN

300 mg × 60

GLAXO SMITH KLINE

GSK House

980 Great West Road

BRENTFORD, MIDDLESEX

TW8 9GS

United Kingdom

Συνήθης συσκευασία εξαγωγής που δεν χρησιμοποιείται στην ΕΕ

Συσκευασία για γαλλικά νοσοκομεία — γαλλόφωνες αγορές

20.9.2004

3004 90 19

ΠΟΣΙΜΟ ΔΙΑΛΥΜΑ RETROVIR

10 mg/ml

200 ml

GLAXO SMITH KLINE

GSK House

980 Great West Road

BRENTFORD, MIDDLESEX

TW8 9GS

United Kingdom

Ειδική συσκευασία — Τρίγλωσσο κείμενο

20.9.2004

3004 90 19


(1)  Μόνον εφόσον χρειάζεται.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΧΩΡΕΣ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΥ

Αφγανιστάν

Ανγκόλα

Αρμενία

Αζερμπαϊτζάν

Μπανγκλαντές

Μπενίν

Μπουτάν

Μποτσουάνα

Μπουρκίνα Φάσο

Μπουρούντι

Καμπότζη

Καμερούν

Πράσινο Ακρωτήριο

Κεντροαφρικανική Δημοκρατία

Τσαντ

Κίνα

Κομόρες

Κονγκό

Ακτή Ελεφαντοστού

Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό

Τζιμπουτί

Ισημερινή Γουινέα

Ερυθραία

Αιθιοπία

Γκάμπια

Γκάνα

Γουινέα

Γουινέα-Μπισάου

Αϊτή

Ονδούρα

Ινδία

Ινδονησία

Κένυα

Κιριμπάτι

Κιργιζία

Λάος

Λεσόθο

Λιβερία

Μαδαγασκάρη

Μαλάουι

Μαλδίβες

Μάλι

Μαυριτανία

Μολδαβία

Μογγολία

Μοζαμβίκη

Μιανμάρ/Βιρμανία

Ναμίμπια

Νεπάλ

Νικαράγουα

Νίγηρας

Νιγηρία

Βόρεια Κορέα

Πακιστάν

Ρουάντα

Σαμόα

Σάο Τομέ και Πρίνσιπε

Σενεγάλη

Σιέρα Λεόνε

Νήσοι Σολομώντος

Σομαλία

Νότια Αφρική

Σουδάν

Σουαζιλάνδη

Τατζικιστάν

Τανζανία

Ανατολικό Τιμόρ

Τόγκο

Τουρκμενιστάν

Τουβαλού

Ουγκάντα

Βανουάτου

Βιετνάμ

Υεμένη

Ζάμπια

Ζιμπάμπουε


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΠΟΣΟΣΤΑ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3

Ποσοστό που αναφέρεται στο άρθρο 3 στοιχείο α): 25 %

Ποσοστό που αναφέρεται στο άρθρο 3 στοιχείο β): 15 %


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΝΟΣΩΝ

HIV/AIDS, ελονοσία, φυματίωση και συναφείς ευκαιριακές νόσοι.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΛΟΓΟΤΥΠΟ

Image

Η πτερωτή ράβδος με τυλιγμένο το φίδι του Ασκληπιού μέσα σε έναν κύκλο από 12 αστέρια.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΜΕ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΔΙΑΔΟΧΙΚΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΤΟΥ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 953/2003 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 135 της 3.6.2003, σ. 5)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1876/2004 της Επιτροπής

(ΕΕ L 326 της 29.10.2004, σ. 22)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1662/2005 της Επιτροπής

(ΕΕ L 267 της 12.10.2005, σ. 19)

 

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 38/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 18 της 21.1.2014, σ. 52)

Μόνο το σημείο 3 του παραρτήματος


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 953/2003

Παρών κανονισμός

Άρθρα 1, 2 και 3

Άρθρα 1, 2 και 3

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 4 παράγραφος 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 4 παράγραφος 2 σημείο i)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 σημείο ii)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 σημείο iii)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 σημείο iv)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 σημείο v)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο ε)

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 4 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφος 5

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 4 παράγραφος 6

Άρθρο 4 παράγραφος 5

Άρθρο 4 παράγραφος 7

Άρθρο 4 παράγραφος 6

Άρθρο 4 παράγραφος 8

Άρθρο 4 παράγραφος 7

Άρθρο 4 παράγραφος 9

Άρθρο 4 παράγραφος 8

Άρθρο 5

Άρθρο 5

Άρθρο 5α

Άρθρο 6

Άρθρο 6

Άρθρο 7

Άρθρο 7

Άρθρο 8

Άρθρο 8

Άρθρο 9

Άρθρο 9

Άρθρο 10

Άρθρο 10

Άρθρο 11

Άρθρο 11

Άρθρο 12

Άρθρο 12

Άρθρο 13

Άρθρο 14

Άρθρο 13

Άρθρο 15

Παραρτήματα I έως V

Παραρτήματα I έως V

Παράρτημα VI

Παράρτημα VII


24.5.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 135/53


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/794 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Μαΐου 2016

για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 88,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Ευρωπόλ ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου (2) ως οργανισμός της Ένωσης χρηματοδοτούμενος από τον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης του οποίου αποστολή είναι η υποστήριξη και η ενίσχυση της δράσης των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και της αμοιβαίας συνεργασίας τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας και άλλων μορφών σοβαρού εγκλήματος που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη. Η απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου αντικατέστησε τη σύμβαση δυνάμει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (σύμβαση Ευρωπόλ) (3).

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 88 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η λειτουργία της Ευρωπόλ διέπεται από κανονισμό εκδιδόμενο με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Επίσης, το άρθρο αυτό απαιτεί να καθοριστούν όροι ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων, με την επιφύλαξη του άρθρου 12 στοιχείο γ) της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και του άρθρου 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 1 σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση που επισυνάπτεται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ («πρωτόκολλο αριθ.1»), προκειμένου να ενισχυθούν η δημοκρατική νομιμοποίηση και η υποχρέωση λογοδοσίας της Ευρωπόλ προς τους πολίτες της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η απόφαση 2009/371/ΔΕΥ θα πρέπει να αντικατασταθεί από κανονισμό ο οποίος θα προβλέπει και κανόνες περί του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

(3)

Το «Πρόγραμμα της Στοκχόλμης — Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες» (4) καλεί την Ευρωπόλ να εξελιχθεί και να καταστεί «κέντρο ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών, φορέας παροχής υπηρεσιών και πλατφόρμα των υπηρεσιών επιβολής του νόμου». Προς τούτο απαιτείται περαιτέρω ενίσχυση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας της Ευρωπόλ βάσει αξιολόγησης της λειτουργίας της.

(4)

Τα μεγάλης κλίμακας δίκτυα εγκληματιών και τρομοκρατών εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για την εσωτερική ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και για την ασφάλεια και ευημερία των πολιτών της. Από τις διαθέσιμες αξιολογήσεις απειλών προκύπτει ότι οι εγκληματικές ομάδες αναπτύσσουν εντεινόμενη εγκληματική δραστηριότητα και μάλιστα σε διασυνοριακή βάση. Επομένως, οι εθνικές αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών πρέπει να συνεργάζονται στενότερα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να τεθούν στη διάθεση της Ευρωπόλ μέσα για την βελτίωση της συνδρομής που παρέχει στα κράτη μέλη με σκοπό την πρόληψη του εγκλήματος στο σύνολο της Ένωσης και τη διεξαγωγή σχετικών αναλύσεων και ερευνών. Αυτό διαπιστώθηκε και στην αξιολόγηση της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ.

(5)

Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί στην τροποποίηση και την επέκταση της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ, καθώς και των αποφάσεων 2009/934/ΔΕΥ (5), 2009/935/ΔΕΥ (6), 2009/936/ΔΕΥ (7) και 2009/968/ΔΕΥ (8) του Συμβουλίου για την εφαρμογή της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ. Δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις που πρέπει να επέλθουν είναι ουσιαστικές ως προς τον αριθμό και τη φύση τους, οι αποφάσεις αυτές θα πρέπει για λόγους σαφήνειας να αντικατασταθούν στο σύνολό τους σε σχέση με τα κράτη μέλη τα οποία δεσμεύονται από τον παρόντα κανονισμό. Η Ευρωπόλ που θα ιδρυθεί βάσει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να αντικαταστήσει την Ευρωπόλ που ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ και να ασκεί στο εξής τα καθήκοντα με τα οποία αυτή ήταν επιφορτισμένη, η δε ανωτέρω απόφαση θα πρέπει να καταργηθεί.

(6)

Καθώς οι σοβαρές εγκληματικές πράξεις είναι συχνά διασυνοριακές, η Ευρωπόλ θα πρέπει να στηρίζει και να ενισχύει τις ενέργειες των κρατών μελών και τη μεταξύ τους συνεργασία στον τομέα της πρόληψης και της καταπολέμησης του σοβαρού εγκλήματος που επηρεάζει δύο ή περισσότερα κράτη μέλη. Δεδομένου ότι η τρομοκρατία είναι μία από τις σοβαρότερες απειλές για την ασφάλεια της Ένωσης η Ευρωπόλ πρέπει να συνδράμει τα κράτη μέλη ώστε να αντιμετωπίσουν τις κοινές προκλήσεις στο συγκεκριμένο πεδίο. Ως οργανισμός επιβολής του νόμου της Ένωσης, η Ευρωπόλ καλείται επίσης να στηρίξει και να ενισχύσει ενέργειες και συνεργασίες για την καταπολέμηση των μορφών εγκλήματος που θίγουν τα συμφέροντα της Ένωσης. Μεταξύ των μορφών εγκλήματος αρμοδιότητας της Ευρωπόλ, το οργανωμένο έγκλημα θα παραμείνει μεταξύ των κύριων στόχων της Ευρωπόλ, δεδομένου ότι απαιτεί επίσης και μια κοινή προσέγγιση από τα κράτη μέλη, λόγω του εύρους, της σημασίας και των συνεπειών του. Ακόμη, η Ευρωπόλ θα πρέπει να προσφέρει στήριξη για την πρόληψη και την καταπολέμηση συναφών αξιόποινων πράξεων οι οποίες διαπράττονται με σκοπό την εξασφάλιση των μέσων για την τέλεση πράξεων για τις οποίες είναι αρμόδια η Ευρωπόλ ή για την διευκόλυνση ή τέλεση τέτοιων πράξεων, ή για τη διασφάλιση της ατιμωρησίας αυτών.

(7)

Η Ευρωπόλ πρέπει να παρέχει στρατηγικές αναλύσεις και αξιολογήσεις απειλών, βοηθώντας το Συμβούλιο και την Επιτροπή στον καθορισμό στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων για την καταπολέμηση του εγκλήματος και στην επιχειρησιακή εφαρμογή των εν λόγω προτεραιοτήτων. Εφόσον το ζητήσει η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1053/2013 (9) του Συμβουλίου, η Ευρωπόλ πρέπει να πραγματοποιεί και αναλύσεις κινδύνου, περιλαμβάνοντας και το οργανωμένο έγκλημα, διότι οι κίνδυνοι που ενέχει μπορούν να υπονομεύσουν την εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν από τα κράτη μέλη. Επιπλέον, κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου ή της Επιτροπής, όπου απαιτείται, η Ευρωπόλ πρέπει να παρέχει στρατηγικές αναλύσεις και αξιολογήσεις απειλών προκειμένου να συμβάλει στην αξιολόγηση κρατών υποψήφιων προς προσχώρηση στην Ένωση.

(8)

Οι επιθέσεις κατά των συστημάτων πληροφοριών που θίγουν φορείς της Ένωσης ή δύο ή περισσότερα κράτη μέλη αποτελούν αυξανόμενη απειλή στην Ένωση, πράγμα οφειλόμενο ιδίως στην ταχύτητά τους και στον αντίκτυπο και τις δυσκολίες εντοπισμού των πηγών τους. Όταν εξετάζουν αιτήματα της Ευρωπόλ για την έναρξη έρευνας σχετικά με σοβαρή επίθεση με εικαζόμενη εγκληματική προέλευση κατά συστημάτων πληροφοριών η οποία θίγει φορείς της Ένωσης ή δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ανταποκρίνονται ταχέως, δεδομένου ότι η ταχεία αντίδραση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επιτυχή αντιμετώπιση του ηλεκτρονικού εγκλήματος.

(9)

Λόγω της σημασίας της διυπηρεσιακής συνεργασίας, η Ευρωπόλ και η Eurojust θα πρέπει να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη βελτιστοποίηση της επιχειρησιακής συνεργασίας, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των αντίστοιχων αποστολών και εντολών και των συμφερόντων των κρατών μελών. Ειδικότερα, η Ευρωπόλ και η Eurojust θα πρέπει να αλληλοενημερώνονται για κάθε δραστηριότητα που συνεπάγεται τη χρηματοδότηση κοινών ομάδων έρευνας.

(10)

Όταν δημιουργείται κοινή ομάδα έρευνας, η σχετική συμφωνία θα πρέπει να καθορίζει τους όρους συμμετοχής του προσωπικού της Ευρωπόλ στην ομάδα. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να τηρεί αρχείο σχετικά με τη συμμετοχή της στις κοινές ομάδες έρευνας που ασχολούνται με την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της.

(11)

Η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να ζητήσει από τα κράτη μέλη να κινούν, να διεξάγουν ή να συντονίζουν ποινικές έρευνες σε συγκεκριμένες υποθέσεις όπου η διασυνοριακή συνεργασία θα απέφερε οφέλη. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να ενημερώνει την Eurojust σχετικά με τέτοιου είδους αιτήματα.

(12)

Η Ευρωπόλ θα πρέπει να αποτελεί κόμβο ανταλλαγής πληροφοριών στην Ένωση. Οι πληροφορίες που συλλέγονται, αποθηκεύονται, επεξεργάζονται, αναλύονται και ανταλλάσσονται από την Ευρωπόλ περιλαμβάνουν στοιχεία για την εγκληματικότητα, τα οποία αφορούν εγκλήματα ή εγκληματικές δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ, που έχουν ληφθεί με σκοπό να διαπιστωθεί αν έχουν ή μπορεί να τελεσθούν αξιόποινες ποινικές πράξεις.

(13)

Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της Ευρωπόλ ως κόμβου ανταλλαγής πληροφοριών, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν σαφείς υποχρεώσεις όσον αφορά την υποχρεωτική παροχή από τα κράτη μέλη στην Ευρωπόλ των αναγκαίων δεδομένων για την εκπλήρωση της αποστολής της. Κατά την τήρηση των υποχρεώσεων αυτών, τα κράτη μέλη πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στην παροχή δεδομένων χρήσιμων για την καταπολέμηση των μορφών εγκλήματος οι οποίες βρίσκονται στο επίκεντρο των στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων, στο πλαίσιο των συναφών μέσων πολιτικής της Ένωσης, ειδικότερα δε των προτεραιοτήτων που ορίζει το Συμβούλιο στο πλαίσιο του κύκλου πολιτικής της ΕΕ για το οργανωμένο και το σοβαρό διεθνές έγκλημα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να προσπαθούν να παρέχουν στην Ευρωπόλ αντίγραφο των διμερών και πολυμερών ανταλλαγών πληροφοριών με άλλα κράτη μέλη σχετικά με εγκλήματα που εμπίπτουν στον τομέα αρμοδιότητας της Ευρωπόλ. Όταν παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες στην Ευρωπόλ, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με εικαζόμενες επιθέσεις στον κυβερνοχώρο που θίγουν φορείς της Ένωσης εγκατεστημένους στο έδαφός τους. Παράλληλα, είναι σκόπιμο να αυξήσει η Ευρωπόλ το επίπεδο στήριξης που παρέχει στα κράτη μέλη, ώστε να αναβαθμιστούν η αμοιβαία συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχονται από έκαστο κράτος μέλος.

(14)

Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών, ενδείκνυται να συσταθεί εθνική μονάδα σε κάθε κράτος μέλος (η «εθνική μονάδα»). Αυτή η μονάδα θα πρέπει να αποτελεί τον σύνδεσμο μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών και της Ευρωπόλ, συντονίζοντας τη συνεργασία των κρατών μελών με την Ευρωπόλ και συμβάλλοντας στη διασφάλιση συνεκτικής ανταπόκρισης των κρατών μελών στα αιτήματα της Ευρωπόλ. Προκειμένου να διασφαλίζεται η διαρκής και αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ευρωπόλ και των εθνικών μονάδων και να διευκολύνεται η μεταξύ τους συνεργασία, κάθε εθνική μονάδα πρέπει να αποσπά έναν τουλάχιστον αξιωματικό-σύνδεσμο στην Ευρωπόλ.

(15)

Λόγω της αποκεντρωμένης δομής ορισμένων κρατών μελών και της ανάγκης ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών, η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να συνεργάζεται απευθείας με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, υπό όρους που θέτουν τα κράτη μέλη, τηρώντας εκ παραλλήλου ενήμερες τις εθνικές μονάδες εφόσον το ζητήσουν.

(16)

Η σύσταση κοινών ομάδων έρευνας θα πρέπει να ενθαρρυνθεί και θα πρέπει το προσωπικό της Ευρωπόλ να μπορεί να συμμετέχει στις ομάδες αυτές. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι θα υπάρχει δυνατότητα συμμετοχής σε κάθε κράτος μέλος, ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 549/69 του Συμβουλίου (10), ορίζει ότι τα μέλη του προσωπικού της Ευρωπόλ δεν επωφελούνται των ασυλιών όταν συμμετέχουν σε κοινές ομάδες έρευνας.

(17)

Πρέπει επίσης να βελτιωθεί η διακυβέρνηση της Ευρωπόλ, μέσω της αύξησης της αποτελεσματικότητας και του εξορθολογισμού των διαδικασιών.

(18)

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπόλ (το «διοικητικό συμβούλιο») για να ελέγχουν αποτελεσματικά τη λειτουργία της. Τα μέλη και τα αναπληρωματικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου πρέπει να διορίζονται με βάση τις σχετικές διαχειριστικές, διοικητικές και δημοσιονομικές δεξιότητες και τη γνώση της συνεργασίας για την επιβολή του νόμου. Τα αναπληρωματικά μέλη ενδείκνυται να ενεργούν ως μέλη σε περίπτωση απουσίας του μέλους.

(19)

Όλα τα μέρη που εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να περιορίσουν τη συχνή εναλλαγή των αντιπροσώπων τους, για να διασφαλιστεί η συνέχεια των εργασιών του διοικητικού συμβουλίου. Όλα τα μέρη θα πρέπει να επιδιώκουν την επίτευξη ισόρροπης εκπροσώπησης ανδρών και γυναικών στο διοικητικό συμβούλιο.

(20)

Το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να μπορεί να προσκαλέσει στις συνεδριάσεις του παρατηρητές χωρίς δικαίωμα ψήφου, των οποίων η γνώμη μπορεί να ενδιαφέρει τη συζήτηση, περιλαμβανομένου ενός αντιπροσώπου ορισθέντος από τη μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου (ΜΟΚΕ).

(21)

Στο διοικητικό συμβούλιο είναι σκόπιμο να ανατεθούν οι αναγκαίες αρμοδιότητες, ιδίως σε σχέση με την κατάρτιση του προϋπολογισμού και τον έλεγχο της εκτέλεσής του και τη θέσπιση των ενδεδειγμένων δημοσιονομικών κανόνων και την έκδοση εγγράφων προγραμματισμού καθώς και τη θέσπιση κανόνων για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων στις οποίες εμπλέκονται τα μέλη του, την καθιέρωση διαφανών διαδικασιών εργασίας για τη λήψη αποφάσεων από τον εκτελεστικό διευθυντή της Ευρωπόλ και την έκδοση της ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων. Το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει επίσης να ασκεί εξουσίες αρχής διορισμού έναντι των μελών του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου του εκτελεστικού διευθυντή.

(22)

Για μια αποτελεσματική καθημερινή λειτουργία της Ευρωπόλ, ο εκτελεστικός διευθυντής θα πρέπει να αποτελεί τον νόμιμο εκπρόσωπο και το ανώτατο διευθυντικό στέλεχος του οργανισμού, να ασκεί τα καθήκοντά του με ανεξαρτησία και να εξασφαλίζει ότι η Ευρωπόλ επιτελεί το έργο που της αναθέτει ο παρών κανονισμός. Ειδικότερα, ο εκτελεστικός διευθυντής θα πρέπει να φέρει την ευθύνη για την κατάρτιση των εγγράφων προϋπολογισμού και προγραμματισμού τα οποία υποβάλλονται στο διοικητικό συμβούλιο για τη λήψη απόφασης, καθώς και την ευθύνη για την εφαρμογή του πολυετούς προγραμματισμού και για την εφαρμογή των ετήσιων προγραμμάτων εργασιών της Ευρωπόλ και άλλων εγγράφων προγραμματισμού.

(23)

Για να μπορεί η Ευρωπόλ να προλαμβάνει και να καταπολεμεί τις αξιόποινες πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της, είναι απαραίτητο να διαθέτει όσο το δυνατόν πληρέστερες και επικαιροποιημένες πληροφορίες. Επομένως, η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα τα οποία λαμβάνει από κράτη μέλη, φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες, διεθνείς οργανισμούς και, υπό αυστηρές προϋποθέσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, από ιδιωτικούς φορείς καθώς και από πηγές διαθέσιμες στο κοινό, με στόχο την καλύτερη κατανόηση των εγκληματικών φαινομένων και τάσεων, τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με κυκλώματα εγκληματιών και τη διαπίστωση τυχόν διασυνδέσεων μεταξύ των διαφόρων αξιόποινων πράξεων.

(24)

Για να είναι η Ευρωπόλ αποτελεσματικότερη στην παροχή επακριβών εγκληματολογικών αναλύσεων στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, θα πρέπει να χρησιμοποιεί νέες τεχνολογίες επεξεργασίας δεδομένων. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να ανιχνεύσει γρήγορα την ύπαρξη δεσμών μεταξύ διαφορετικών ερευνών και κοινών μεθόδων δράσης τις οποίες μετέρχονται οι διάφορες εγκληματικές ομάδες, καθώς επίσης να ελέγχει τις διασταυρώσεις δεδομένων και να έχει σαφή συνολική εικόνα, εγγυώμενη παράλληλα ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, οι βάσεις δεδομένων της Ευρωπόλ θα πρέπει να διαρθρώνονται κατά τρόπο ώστε να έχει η Ευρωπόλ την ελευθερία να επιλέγει την πλέον αποτελεσματική δομή ΤΠ. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να είναι σε θέση να ενεργεί ως πάροχος υπηρεσιών, ιδίως με την παροχή ασφαλούς δικτύου για την ανταλλαγή δεδομένων, όπως την ασφαλή εφαρμογή του δικτύου ανταλλαγής πληροφοριών (SIENA), με στόχο να διευκολυνθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, της Ευρωπόλ και άλλων φορέων της Ένωσης, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών. Για να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των δεδομένων, είναι σκόπιμο να καθοριστούν ο σκοπός των πράξεων επεξεργασίας, τα δικαιώματα πρόσβασης και ειδικές πρόσθετες εγγυήσεις. Κατά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να τηρούνται ειδικότερα οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

(25)

Η Ευρωπόλ πρέπει να διασφαλίζει ότι όλα τα προσωπικά δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία για επιχειρησιακές αναλύσεις διατίθενται για συγκεκριμένο σκοπό. Ωστόσο, για να μπορέσει η Ευρωπόλ να εκπληρώσει την αποστολή της, θα πρέπει να της επιτρέπεται η επεξεργασία κάθε ληφθέντος δεδομένου προσωπικού χαρακτήρα για να βρει τους δεσμούς μεταξύ διαφορετικών τομέων εγκληματικότητας ή ερευνών και δεν θα πρέπει να περιορίζεται στον εντοπισμό διασυνδέσεων μόνο εντός ενός τομέα εγκλήματος.

(26)

Για να γίνεται σεβαστή η κυριότητα των δεδομένων και να διασφαλίζεται η προστασία των προσωπικών δεδομένων, τα κράτη μέλη, οι φορείς της Ένωσης, οι τρίτες χώρες και οι διεθνείς οργανισμοί πρέπει να μπορούν να καθορίζουν τον σκοπό ή τους σκοπούς για τους οποίους η Ευρωπόλ έχει δικαίωμα να υποβάλει δεδομένα σε επεξεργασία και να οριοθετούν τα δικαιώματα πρόσβασης. Η οριοθέτηση του σκοπού αποτελεί θεμελιώδη αρχή της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και συμβάλλει ειδικότερα στη διαφάνεια, την ασφάλεια δικαίου και την προβλεψιμότητα, έχει δε ιδιαιτέρως μεγάλη σημασία όσον αφορά τη συνεργασία στον τομέα της επιβολής του νόμου, όπου τα υποκείμενα των δεδομένων συνήθως δεν γνωρίζουν ότι τα προσωπικά τους δεδομένα συλλέγονται και επεξεργάζονται και ότι η χρήση τους ενδέχεται να έχει σημαντικό αντίκτυπο στη ζωή και τις ελευθερίες τους.

(27)

Για να διασφαλίζεται ότι πρόσβαση σε δεδομένα διαθέτουν μόνον τα πρόσωπα που χρειάζονται την πρόσβαση για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο κανονισμός είναι σκόπιμο να προβλέπει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις διάφορες βαθμίδες δικαιωμάτων πρόσβασης σε δεδομένα που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ. Οι εν λόγω κανόνες πρέπει να ισχύουν με την επιφύλαξη των περιορισμών τους οποίους επιβάλλουν στην πρόσβαση οι πάροχοι των δεδομένων, δεδομένου ότι είναι σκόπιμο να γίνεται σεβαστή η κυριότητα των δεδομένων. Με στόχο την αποτελεσματικότερη πρόληψη και καταπολέμηση των αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ πρέπει να κοινοποιεί στα κράτη μέλη τις πληροφορίες που τα αφορούν.

(28)

Με σκοπό την ενίσχυση της διοργανικής επιχειρησιακής συνεργασίας και, ιδίως, τη συσχέτιση δεδομένων που έχουν ήδη στη διάθεσή τους οι διάφοροι οργανισμοί, η Ευρωπόλ πρέπει να επιτρέπει την πρόσβαση της Εurojust και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), βάσει συστήματος αντιστοιχίας/μη αντιστοιχίας, σε δεδομένα διαθέσιμα σε αυτήν. Η Ευρωπόλ και η Eurojust πρέπει να μπορούν να συνάψουν διακανονισμό εργασίας κατά τον οποίο διασφαλίζονται, αμοιβαία και στο πλαίσιο των αντίστοιχων εντολών τους, η πρόσβαση σε κάθε πληροφορία που έχει παρασχεθεί για τους σκοπούς της διασταύρωσης στοιχείων, καθώς και η δυνατότητα αναζήτησης κάθε τέτοιας πληροφορίας, σύμφωνα με ειδικές διασφαλίσεις και εγγυήσεις περί προστασίας δεδομένων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Κάθε πρόσβαση σε δεδομένα διαθέσιμα στην Ευρωπόλ θα πρέπει να περιορίζεται με τεχνικά μέσα σε πληροφορίες που εμπίπτουν στις αντίστοιχες εντολές των εν λόγω οργανισμών της Ένωσης.

(29)

Στον βαθμό που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ πρέπει να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με άλλους φορείς της Ένωσης, αρχές τρίτων χωρών, διεθνείς οργανισμούς και ιδιώτες.

(30)

Στον βαθμό που επιβάλλεται για την εκτέλεση των καθηκόντων της και προκειμένου να διασφαλιστεί η επιχειρησιακή της αποτελεσματικότητα, η Ευρωπόλ θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσει όλες τις σχετικές πληροφορίες, εξαιρουμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με άλλους φορείς της Ένωσης, αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με διεθνείς οργανισμούς. Δεδομένου ότι εταιρείες, επιχειρήσεις, επιχειρηματικές ενώσεις, μη κυβερνητικές οργανώσεις και λοιποί ιδιώτες έχουν εμπειρογνωμοσύνη και πληροφορίες που έχουν άμεση συνάφεια με το έργο της πρόληψης και της καταπολέμησης του σοβαρού εγκλήματος και της τρομοκρατίας, η Ευρωπόλ θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταλλάσσει τέτοιες πληροφορίες και με ιδιώτες. Για την πρόληψη και την καταπολέμηση ηλεκτρονικών εγκλημάτων τα οποία σχετίζονται με συμβάντα που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια δικτύων και πληροφοριών, η Ευρωπόλ θα πρέπει, σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθετική πράξη της Ένωσης που θεσπίζει μέτρα για ένα ενιαίο κοινό επίπεδο ασφαλείας δικτύων και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση, να συνεργαστεί και να ανταλλάξει πληροφορίες, εξαιρουμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με εθνικές αρχές αρμόδιες για την ασφάλεια δικτύων και συστημάτων πληροφοριών.

(31)

Στον βαθμό που απαιτείται για την εκτέλεση των εκατέρωθεν καθηκόντων, η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να ανταλλάσσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με άλλους φορείς της Ένωσης.

(32)

Οι εμπλεκόμενοι με σοβαρές μορφές εγκλήματος και τρομοκρατικές ενέργειες συχνά διατηρούν διασυνδέσεις έξω από την Ένωση. Κατά συνέπεια, η Ευρωπόλ, στον βαθμό που επιβάλλεται για την εκτέλεση των καθηκόντων της, θα πρέπει να μπορεί να ανταλλάσσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με αρχές τρίτων χωρών και με διεθνείς οργανισμούς όπως ο Διεθνής Οργανισμός Εγκληματολογικής Αστυνομίας — Ιντερπόλ.

(33)

Όλα τα κράτη μέλη συνδέονται με την Ιντερπόλ. Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η Ιντερπόλ λαμβάνει, αποθηκεύει και διοχετεύει δεδομένα με σκοπό να συνδράμει τις αρμόδιες για την επιβολή του νόμου αρχές στην πρόληψη και την καταπολέμηση της διεθνούς εγκληματικότητας. Ως εκ τούτου, ενδείκνυται να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ Ευρωπόλ και Ιντερπόλ μέσω της αποτελεσματικής ανταλλαγής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εξασφαλίζοντας, παράλληλα, τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που αφορούν την αυτόματη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ στην Ιντερπόλ θα πρέπει να εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, ιδίως οι διατάξεις σχετικά με τις διεθνείς διαβιβάσεις.

(34)

Για να οριοθετηθεί ο σκοπός, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να διαβιβάζονται από την Ευρωπόλ προς τους φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς μόνον εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ. Για τον σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται, κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ότι ο αποδέκτης αναλαμβάνει τη δέσμευση ότι τα δεδομένα θα χρησιμοποιηθούν από αυτόν ή θα διαβιβαστούν σε αρμόδια αρχή τρίτης χώρας μόνον για τον σκοπό για τον οποίο είχαν διαβιβαστεί αρχικά. Η περαιτέρω διαβίβαση των δεδομένων θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(35)

Η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αρχές τρίτων χωρών ή σε διεθνείς οργανισμούς μόνον βάσει απόφασης της Επιτροπής δια της οποίας διαπιστώνεται ότι η εκάστοτε χώρα ή ο διεθνής οργανισμός διασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων («απόφαση περί της επάρκειας») ή, ελλείψει απόφασης περί της επάρκειας, βάσει διεθνούς συμφωνίας που έχει συνάψει η Ένωση κατ' εφαρμογή του άρθρου 218 ΣΛΕΕ ή βάσει συμφωνίας συνεργασίας που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και έχει συναφθεί μεταξύ της Ευρωπόλ και της εν λόγω τρίτης χώρας πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Βάσει του άρθρου 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 36 σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, τα νομικά αποτελέσματα αυτών των συμφωνιών θα πρέπει να διατηρούνται έως την κατάργηση, ακύρωση ή τροποποίησή τους κατά την εφαρμογή των συνθηκών. Ανάλογα με την περίπτωση και σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ.45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να ζητήσει τη γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) πριν και κατά τη διαπραγμάτευση μιας διεθνούς συμφωνίας. Όταν το διοικητικό συμβούλιο αναγνωρίζει μια επιχειρησιακή ανάγκη συνεργασίας με τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, θα πρέπει να είναι σε θέση να προτείνει στο Συμβούλιο να επιστήσει την προσοχή της Επιτροπής στην ανάγκη να ληφθεί απόφαση περί επάρκειας ή να εκδοθεί σύσταση για την έναρξη διαπραγματεύσεων για διεθνή συμφωνία, όπως αναφέρεται ανωτέρω.

(36)

Όταν η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι δυνατόν να στηριχθεί σε απόφαση περί της επάρκειας ούτε σε διεθνή συμφωνία που έχει συνάψει η Ένωση αλλά ούτε και σε ισχύουσα συμφωνία συνεργασίας, το διοικητικό συμβούλιο, σε συμφωνία με τον ΕΕΠΔ, θα πρέπει να έχει την ευχέρεια να επιτρέπει σειρά διαβιβάσεων, εφόσον το απαιτούν ειδικές περιστάσεις και παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις. Ο εκτελεστικός διευθυντής θα πρέπει να έχει την ευχέρεια να επιτρέπει τη διαβίβαση των δεδομένων κατ' εξαίρεση ή ανάλογα με την περίπτωση, εφόσον τέτοιου είδους διαβίβαση απαιτείται, και υπό ειδικές αυστηρές προϋποθέσεις.

(37)

Η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προερχόμενα από ιδιωτικούς φορείς και ιδιώτες, μόνον εάν αυτά διαβιβάζονται στην Ευρωπόλ από ένα εκ των κατωτέρω: από εθνική μονάδα σύμφωνα με την εθνική της νομοθεσία, από σημείο επαφής σε τρίτη χώρα ή από διεθνή οργανισμό με τον οποίο υπάρχει παγιωμένη συνεργασία βάσει συμφωνίας συνεργασίας που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και η οποία έχει συναφθεί δυνάμει του άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού ή από αρχή τρίτης χώρας ή από διεθνή οργανισμό που υπόκειται σε απόφαση περί της επάρκειας ή με τον οποίο η Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία κατ' εφαρμογή του άρθρου 218 της ΣΛΕΕ. Εντούτοις, σε περιπτώσεις όπου η Ευρωπόλ λαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα απευθείας από ιδιώτες και όταν η εθνική υπηρεσία, το σημείο επαφής ή η αρχή δεν μπορεί να προσδιοριστεί, η Ευρωπόλ θα πρέπει να δύναται να επεξεργαστεί αυτά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποκλειστικά και μόνον για τον εντοπισμό αυτών των οντοτήτων και αυτά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να διαγράφονται, εκτός εάν οι εν λόγω οντότητες υποβάλουν εκ νέου τα εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εντός τεσσάρων μηνών από τη διαβίβασή τους. Η Ευρωπόλ οφείλει να διασφαλίζει με τεχνικά μέσα ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, τα εν λόγω δεδομένα δεν θα είναι προσβάσιμα για επεξεργασία για κανέναν άλλο σκοπό.

(38)

Λαμβάνοντας υπόψη την έκτακτη και ιδιαίτερη απειλή για την εσωτερική ασφάλεια της Ένωσης από την τρομοκρατία και άλλες μορφές σοβαρού εγκλήματος, ιδίως όπως διευκολύνονται, προωθούνται ή διαπράττονται μέσω του διαδικτύου, οι δραστηριότητες που η Ευρωπόλ πρέπει να αναλάβει βάσει του παρόντος κανονισμού, οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή των συμπερασμάτων του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2015, και την έκκληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2015, κυρίως σχετικά με τους εν λόγω τομείς προτεραιότητας, ιδίως οι αντίστοιχες πρακτικές της άμεσης ανταλλαγής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με ιδιωτικούς φορείς, πρέπει να αξιολογηθούν από την Επιτροπή έως την 1η Μαΐου 2019.

(39)

Πληροφορίες οι οποίες προδήλως ελήφθησαν κατά προφανή παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία.

(40)

Οι κανόνες περί προστασίας δεδομένων στο πλαίσιο της Ευρωπόλ θα πρέπει να ενισχυθούν και να στηριχθούν στις βασικές αρχές του κανονισμού (EΚ) αριθ. 45/2001, ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Δεδομένου ότι η δήλωση αριθ. 21 σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της δικαστικής συνεργασίας που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ αναγνωρίζει την ιδιαίτερη φύση της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου, οι κανόνες της Ευρωπόλ περί της προστασίας δεδομένων πρέπει να είναι αυτόνομοι και ταυτοχρόνως συνεπείς με άλλες συναφείς πράξεις για την προστασία δεδομένων οι οποίες εφαρμόζονται στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας στην Ένωση. Οι πράξεις αυτές περιλαμβάνουν, ιδίως, την οδηγία (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), καθώς και τη σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτόματη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων του Συμβουλίου της Ευρώπης και τη σύστασή του αριθ. R(87) 15 (13).

(41)

Κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ πρέπει να είναι σύννομη και θεμιτή σε σχέση με τα υποκείμενα των δεδομένων. Η αρχή της θεμιτής επεξεργασίας απαιτεί διαφάνεια της επεξεργασίας των δεδομένων που θα επιτρέψει στα υποκείμενα των δεδομένων να ασκήσουν τα δικαιώματά τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η πρόσβαση στα προσωπικά τους δεδομένα θα πρέπει ωστόσο να δύναται να απορριφθεί ή να περιοριστεί, εάν, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των συμφερόντων των υποκειμένων των δεδομένων, αυτό αποτελεί αναγκαίο μέτρο για να μπορέσει η Ευρωπόλ να εκπληρώσει καταλλήλως τα καθήκοντά της, να εγγυηθεί την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη ή να αποτρέψει το έγκλημα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο εθνική έρευνα ή να προστατευτούν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες τρίτων μερών. Προκειμένου να ενισχυθεί η διαφάνεια, η Ευρωπόλ θα πρέπει να καταστήσει διαθέσιμο στο κοινό ένα έγγραφο όπου θα διατυπώνονται υπό κατανοητή μορφή οι εφαρμοστέες διατάξεις σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τα μέσα που διατίθενται για την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων. Η Ευρωπόλ θα πρέπει επίσης να δημοσιεύει στον ιστότοπό της κατάλογο των αποφάσεων περί επάρκειας, των συμφωνιών και των διοικητικών διακανονισμών σχετικά με τις διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς. Επιπλέον, προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια της Ευρωπόλ έναντι του πολίτη της Ένωσης και η υποχρέωση λογοδοσίας της, θα πρέπει να δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της τον κατάλογο των μελών του διοικητικού της συμβουλίου και, όταν είναι σκόπιμο, τα συνοπτικά αποτελέσματα των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, τηρώντας τις απαιτήσεις περί προστασίας των δεδομένων.

(42)

Στον βαθμό του εφικτού, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να διακρίνονται ανάλογα με τον βαθμό ακρίβειας και αξιοπιστίας τους. Τα πραγματικά περιστατικά θα πρέπει να διακρίνονται από τις προσωπικές εκτιμήσεις, προκειμένου να διασφαλίζονται τόσο η προστασία των φυσικών προσώπων όσο και η ποιότητα και η αξιοπιστία των πληροφοριών που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ. Σε περίπτωση πληροφοριών που λαμβάνονται από δημόσια διαθέσιμες πηγές, ιδιαίτερα πηγές του διαδικτύου, η Ευρωπόλ θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να αξιολογεί την ακρίβεια των πληροφοριών και την αξιοπιστία της πηγής τους με ιδιαίτερη επιμέλεια, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που συνδέονται με το διαδίκτυο όσον αφορά την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής.

(43)

Στον τομέα της συνεργασίας για την επιβολή του νόμου υποβάλλονται σε επεξεργασία δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν διαφορετικές κατηγορίες υποκειμένων δεδομένων. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να διακρίνει όσο το δυνατόν σαφέστερα μεταξύ των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία αφορούν διαφορετικές κατηγορίες υποκειμένων δεδομένων. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, λ.χ. θυμάτων, μαρτύρων και προσώπων που έχουν στην κατοχή τους συναφείς πληροφορίες, καθώς και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ανηλίκους είναι σκόπιμο να απολαύουν αυξημένου βαθμού προστασίας. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να επεξεργάζεται ευαίσθητα δεδομένα μόνο αν τα δεδομένα αυτά συμπληρώνουν άλλα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν ήδη υποβληθεί σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ.

(44)

Βάσει των θεμελιωδών δικαιωμάτων για προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Ευρωπόλ δεν θα πρέπει να αποθηκεύει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για περισσότερο χρόνο από αυτόν που είναι αναγκαίος για την εκτέλεση των καθηκόντων της. Το αργότερο τρία έτη μετά την έναρξη της αρχικής επεξεργασίας των δεδομένων αυτών θα πρέπει να επανεξετάζεται η σκοπιμότητα της περαιτέρω διατήρησής τους.

(45)

Η Ευρωπόλ και τα κράτη μέλη πρέπει λαμβάνουν τα αναγκαία τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την κατοχύρωση της ασφάλειας των προσωπικών δεδομένων.

(46)

Κάθε υποκείμενο δεδομένων θα πρέπει να έχει δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, δικαίωμα διόρθωσής τους αν είναι ανακριβή, καθώς και διαγραφής ή περιορισμού της πρόσβασης σε αυτά αν έχουν παύσει να είναι αναγκαία. Οι δαπάνες που συνδέονται με την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν θα πρέπει να αποτελούν εμπόδιο για την αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος αυτού. Τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στο υποκείμενο των δεδομένων και η άσκησή τους δεν θα πρέπει να θίγουν τις υποχρεώσεις που βαρύνουν την Ευρωπόλ και θα πρέπει να υπόκεινται στους περιορισμούς του παρόντος κανονισμού.

(47)

Η προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων προϋποθέτει τον επακριβή επιμερισμό ευθυνών στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι υπεύθυνα για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των δεδομένων που διαβιβάζουν στην Ευρωπόλ, καθώς και για τη νομιμότητα κάθε τέτοιας διαβίβασης. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των δεδομένων που της διαβιβάζουν άλλοι πάροχοι δεδομένων ή που προκύπτουν από τις δικές της αναλύσεις. Η Ευρωπόλ θα πρέπει επίσης να μεριμνά για τη θεμιτή και σύννομη επεξεργασία των δεδομένων, για τη συλλογή και επεξεργασία τους για συγκεκριμένο σκοπό, για την καταλληλότητα, συνάφεια και αναλογικότητά τους προς τους σκοπούς της επεξεργασίας τους, για την αποθήκευσή τους μόνο όσο χρόνο χρειάζεται για την επίτευξη αυτών των σκοπών και για την επεξεργασία κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την κατάλληλη προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το απόρρητο της επεξεργασίας τους.

(48)

Για τους σκοπούς της εξακρίβωσης της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων, του αυτοελέγχου και της κατοχύρωσης της ακεραιότητας και ασφάλειας των δεδομένων, η Ευρωπόλ θα πρέπει να τηρεί αρχεία συλλογής, μεταβολής, πρόσβασης, ανακοίνωσης, συνδυασμού ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η Ευρωπόλ θα πρέπει να είναι υποχρεωμένη να συνεργάζεται με τον ΕΕΠΔ και να θέτει, κατόπιν αιτήματος, στη διάθεσή του τις συναφείς καταχωρίσεις ή την τεκμηρίωση, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση των πράξεων επεξεργασίας.

(49)

Η Ευρωπόλ θα πρέπει να διορίσει έναν υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, ο οποίος θα της παρέχει συνδρομή κατά την παρακολούθηση της τήρησης του παρόντος κανονισμού. Ο υπεύθυνος θα πρέπει να είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντά του με αποτελεσματικότητα και να έχει τους αναγκαίους πόρους.

(50)

Η ύπαρξη ανεξάρτητων, διαφανών, υπευθύνων και αποτελεσματικών δομών εποπτείας είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως απαιτείται από το άρθρο 8 παράγραφος 3 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να ελέγχουν τη νομιμότητα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που παρέχουν τα κράτη μέλη στην Ευρωπόλ. Ο ΕΕΠΔ θα πρέπει να ελέγχει τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων από την Ευρωπόλ στο πλαίσιο της εκπλήρωσης των καθηκόντων του, υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο μηχανισμός προηγούμενης διαβούλευσης αποτελεί σημαντική εγγύηση για τους νέους τύπους πράξεων επεξεργασίας. Αυτό δεν πρέπει να ισχύει για ειδικές επιμέρους επιχειρησιακές δραστηριότητες, όπως η επιχειρησιακή ανάλυση σχεδίων, αλλά για τη χρήση νέων συστημάτων ΤΠ για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή για τυχόν ουσιαστικές αλλαγές αυτών.

(51)

Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η ενισχυμένη και αποτελεσματική εποπτεία της Ευρωπόλ και να εξασφαλιστεί ότι ο ΕΕΠΔ θα μπορεί να αξιοποιεί την ενδεδειγμένη εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα της επιβολής του νόμου για την προστασία των δεδομένων όταν αναλαμβάνει την ευθύνη για την εποπτεία της προστασίας δεδομένων της Ευρωπόλ. Ο ΕΕΠΔ και οι εθνικές εποπτικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται στενά σε ειδικά ζητήματα για τα οποία απαιτείται ανάμειξη κράτους μέλους και θα πρέπει να διασφαλίζουν την ενιαία εφαρμογή του παρόντος κανονισμού στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(52)

Προκειμένου να διευκολύνεται η συνεργασία μεταξύ του ΕΕΠΔ και των εθνικών εποπτικών αρχών, με την επιφύλαξη της ανεξαρτησίας του ΕΕΠΔ και της ευθύνης του για την εποπτεία της προστασίας δεδομένων στην Ευρωπόλ, θα πρέπει να συναντώνται τακτικά στο πλαίσιο του συμβουλίου συνεργασίας το οποίο, ως συμβουλευτικό σώμα, θα πρέπει να διατυπώνει γνώμες, κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και βέλτιστες πρακτικές επί διαφόρων ζητημάτων που χρήζουν εθνικής ανάμειξης.

(53)

Η επεξεργασία από την Ευρωπόλ μη επιχειρησιακών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία δεν σχετίζονται με ποινικές έρευνες, όπως τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν στελέχη της Ευρωπόλ, των παρόχων υπηρεσιών ή επισκεπτών, θα πρέπει να υπόκειται στον κανονισμό (EΚ) αριθ. 45/2001.

(54)

Ο ΕΕΠΔ θα πρέπει να επιλαμβάνεται και να διερευνά κάθε καταγγελία υποβαλλομένη από το υποκείμενο των δεδομένων. Η διερεύνηση καταγγελίας είναι σκόπιμο να διενεργείται, με την επιφύλαξη δικαστικού ελέγχου, στον βαθμό που ενδείκνυται στην εκάστοτε περίπτωση. Η εθνική εποπτική αρχή θα πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων σχετικά με την πρόοδο και την έκβαση της καταγγελίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

(55)

Κάθε φυσικό πρόσωπο πρέπει να έχει δικαίωμα δικαστικής προσφυγής κατά αποφάσεων του ΕΕΠΔ που το αφορούν.

(56)

Η Ευρωπόλ πρέπει να υπόκειται στους γενικούς κανόνες περί συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης οι οποίοι εφαρμόζονται στα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, με εξαίρεση τους κανόνες που αφορούν την ευθύνη για παράνομη επεξεργασία δεδομένων.

(57)

Στην περίπτωση φυσικού προσώπου, ενδέχεται ενίοτε να μην είναι σαφές κατά πόσον η βλάβη την οποία υπέστη εξαιτίας παράνομης επεξεργασίας είναι αποτέλεσμα ενέργειας της Ευρωπόλ ή κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, σε τέτοια περίπτωση η Ευρωπόλ και το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου επήλθε το ζημιογόνο γεγονός πρέπει να ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον.

(58)

Τηρουμένου του ρόλου που διαδραματίζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από κοινού με τα εθνικά κοινοβούλια, κατά τον έλεγχο της δραστηριότητας της Ευρωπόλ, είναι αναγκαίο να υπόκειται η Ευρωπόλ σε πλήρη λογοδοσία και διαφάνεια. Προς τον σκοπό αυτό, δυνάμει του άρθρου 88 της ΣΛΕΕ, θα πρέπει να θεσπιστούν διαδικασίες ελέγχου των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από κοινού με τα εθνικά κοινοβούλια. Οι εν λόγω διαδικασίες θα πρέπει να διέπονται αποκλειστικά από το άρθρο 12 στοιχείο γ) της ΣΕΕ και τις διατάξεις περί διακοινοβουλευτικής συνεργασίας που ορίζονται στο άρθρο 9 του πρωτοκόλλου αριθ. 1, που προβλέπουν ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια θα πρέπει να καθορίζουν από κοινού την οργάνωση και την προώθηση αποτελεσματικής και τακτικής διακοινοβουλευτικής συνεργασίας στο εσωτερικό της Ένωσης. Οι διαδικασίες που πρόκειται να θεσπιστούν για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων της Ευρωπόλ θα πρέπει να συνυπολογίζουν δεόντως την ανάγκη διασφάλισης της ισότιμης συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων, καθώς και την ανάγκη διαφύλαξης του απορρήτου των επιχειρησιακών πληροφοριών. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο τα εθνικά κοινοβούλια ασκούν έλεγχο στις κυβερνήσεις τους σχετικά με δραστηριότητες της Ένωσης είναι θέμα της συνταγματικής οργάνωσης και πρακτικής κάθε κράτους μέλους.

(59)

Για το προσωπικό της Ευρωπόλ θα πρέπει να ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο «κανονισμός προσωπικού») και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το «καθεστώς λοιπού προσωπικού»), όπως έχουν θεσπιστεί με τον κανονισμό (EΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου (14). Η Ευρωπόλ θα πρέπει να μπορεί να απασχολεί προσωπικό το οποίο προσλαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σε θέσεις έκτακτων υπαλλήλων, με θητεία περιορισμένης διάρκειας, ώστε να τηρείται η αρχή της εκ περιτροπής μετακίνησης, δεδομένου ότι η επακόλουθη επανενσωμάτωσή τους στο δυναμικό της αρμόδιας αρχής από την οποία προέρχονται θα διευκολύνει τη στενή συνεργασία μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν κάθε μέτρο που είναι αναγκαίο ώστε να διασφαλίζεται ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται από την Ευρωπόλ στις θέσεις έκτακτων υπαλλήλων θα μπορεί, μετά τη λήξη της θητείας στην Ευρωπόλ, να επιστρέψει στην εθνική πολιτική υπηρεσία στην οποία ανήκει.

(60)

Λόγω της φύσεως των καθηκόντων της Ευρωπόλ και του ρόλου του εκτελεστικού διευθυντή, ενδέχεται αυτός να κληθεί ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πριν τον διορισμό του και πριν από ενδεχόμενη παράταση της θητείας του. Ο εκτελεστικός διευθυντής θα πρέπει επίσης να υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να μπορούν να τον καλέσουν να υποβάλει έκθεση σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του.

(61)

Για να εξασφαλιστούν η πλήρης αυτονομία και ανεξαρτησία της, η Ευρωπόλ θα πρέπει να διαθέτει αυτόνομο προϋπολογισμό τα έσοδα του οποίου θα προέρχονται κυρίως από συνεισφορά από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δημοσιονομική διαδικασία της Ένωσης θα πρέπει να εφαρμόζεται όσον αφορά τη συνεισφορά της Ένωσης, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες επιδοτήσεις που βαρύνουν τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο λογιστικός έλεγχος πρέπει να ασκείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

(62)

Ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1271/2013 της Επιτροπής (15) θα πρέπει να εφαρμόζεται στην Ευρωπόλ.

(63)

Λόγω των ειδικών νομικών και διοικητικών εξουσιών και των τεχνικών αρμοδιοτήτων τους κατά την άσκηση διασυνοριακών δραστηριοτήτων ανταλλαγής πληροφοριών, επιχειρήσεων και ερευνών, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο κοινών ομάδων έρευνας, και κατά την παροχή διευκολύνσεων για την κατάρτιση, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να λάβουν επιδοτήσεις από την Ευρωπόλ χωρίς πρόσκληση υποβολής προτάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 190 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1268/2012 της Επιτροπής (16).

(64)

Για την Ευρωπόλ θα πρέπει να ισχύει ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17).

(65)

Η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, δεδομένου ότι περιλαμβάνουν ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες και διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ. Κατά συνέπεια, η Ευρωπόλ θα πρέπει να θεσπίσει κανόνες περί απορρήτου και περί της επεξεργασίας αυτών των πληροφοριών. Οι κανόνες προστασίας διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ πρέπει να τηρούν την απόφαση 2013/488/EΕ του Συμβουλίου (18).

(66)

Είναι σκόπιμο να αξιολογείται τακτικά η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(67)

Οι αναγκαίες ρυθμίσεις για τη στέγαση της Ευρωπόλ στη Χάγη, όπου έχει την έδρα της, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που εφαρμόζονται στο σύνολο του προσωπικού της Ευρωπόλ και τα μέλη των οικογενειών τους πρέπει να καθοριστούν με συμφωνία περί της έδρας. Περαιτέρω, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να παρέχει τις απαραίτητες συνθήκες για την εύρυθμη λειτουργία της Ευρωπόλ, συμπεριλαμβανομένων της πολύγλωσσης και με ευρωπαϊκό προσανατολισμό σχολικής εκπαίδευσης και των κατάλληλων δρομολογίων των μέσων μεταφοράς, ώστε ο οργανισμός να μπορεί να προσελκύει ανθρώπινο δυναμικό υψηλής ποιότητας από μια όσο το δυνατόν ευρύτερη γεωγραφική βάση.

(68)

Η Ευρωπόλ, όπως ιδρύεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, αντικαθιστά και διαδέχεται την Ευρωπόλ η οποία ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ. Κατά συνέπεια, αποτελεί τον νόμιμο διάδοχο όλων των συμβάσεών της, περιλαμβανομένων των συμβάσεων εργασίας, των υποχρεώσεων και των περιουσιακών στοιχείων της. Οι διεθνείς συμφωνίες που έχουν συναφθεί από την Ευρωπόλ, η οποία έχει ιδρυθεί με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ του Συμβουλίου, και οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί από την Ευρωπόλ κατ' εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης Ευρωπόλ πριν από την 1η Ιανουαρίου 2010 παραμένουν σε ισχύ.

(69)

Για να μπορεί η Ευρωπόλ να εξακολουθήσει να ασκεί όσο το δυνατόν καλύτερα τα καθήκοντα της Ευρωπόλ που ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ, πρέπει να θεσπιστούν μεταβατικές ρυθμίσεις, ιδίως όσον αφορά το διοικητικό συμβούλιο, τον εκτελεστικό διευθυντή και το προσωπικό που απασχολείται ως επιτόπιο προσωπικό με σύμβαση αορίστου χρόνου συναφθείσα από την Ευρωπόλ κατ' εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης Ευρωπόλ, στο οποίο θα πρέπει να δοθεί η δυνατότητα απασχόλησης ως έκτακτων ή συμβασιούχων υπαλλήλων βάσει του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.

(70)

Η πράξη του Συμβουλίου της 3ης Δεκεμβρίου 1998 (19) σχετικά με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπόλ καταργήθηκε με το άρθρο 63 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ. Ωστόσο, θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ για το προσωπικό που εργαζόταν στην Ευρωπόλ πριν από την έναρξη εφαρμογής της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ. Ως εκ τούτου, στις μεταβατικές διατάξεις θα πρέπει να προβλέπεται ότι οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί βάσει του εν λόγω κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης θα εξακολουθούν να διέπονται από αυτόν.

(71)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η ίδρυση οντότητας αρμόδιας για τη συνεργασία στον τομέα της επιβολής του νόμου σε επίπεδο Ένωσης, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη αλλά μπορεί, κατά συνέπεια, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο προαναφερθέν άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(72)

Δυνάμει των άρθρων 3 και 4α παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η Ιρλανδία γνωστοποίησε την επιθυμία της να συμμετάσχει στην έκδοση και την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(73)

Δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 4α παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(74)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 σχετικά με τη θέση της Δανίας το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(75)

Ζητήθηκε η γνώμη του ΕΕΠΔ, ο οποίος και την έδωσε στις 31 Μαΐου 2013.

(76)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα το δικαίωμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και το δικαίωμα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτά κατοχυρώνονται από τα άρθρα 8 και 7 του Χάρτη, καθώς και από το άρθρο 16 ΣΛΕΕ,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΟΛ

Άρθρο 1

Ίδρυση του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου

1.   Ιδρύεται Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) με σκοπό τη στήριξη της συνεργασίας μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου στην Ένωση.

2.   Η Ευρωπόλ, όπως ιδρύεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, αντικαθιστά και διαδέχεται την Ευρωπόλ η οποία ιδρύθηκε με την απόφαση 2009/371/ΔΕΥ.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:

α)

ως «αρμόδιες αρχές των κρατών μελών» νοούνται όλες οι αστυνομικές αρχές και άλλες υπηρεσίες επιβολής του νόμου που υπάρχουν στα κράτη μέλη και είναι επιφορτισμένες βάσει της εθνικής νομοθεσίας με την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων. Στις αρμόδιες αρχές περιλαμβάνονται επίσης και άλλες δημόσιες αρχές που υπάρχουν στα κράτη μέλη και είναι επιφορτισμένες, κατά την εθνική νομοθεσία, με την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων αρμοδιότητας της Ευρωπόλ·

β)

ως «στρατηγική ανάλυση» νοούνται όλες οι μέθοδοι και τεχνικές συλλογής, αποθήκευσης, επεξεργασίας και αξιολόγησης των πληροφοριών, με σκοπό τη στήριξη και την ανάπτυξη πολιτικής αντιμετώπισης του εγκλήματος που συμβάλλει στην αποδοτική και αποτελεσματική πρόληψη και στην καταπολέμηση του εγκλήματος·

γ)

ως «επιχειρησιακή ανάλυση» νοούνται όλες οι μέθοδοι και τεχνικές για τη συλλογή, αποθήκευση, επεξεργασία και αξιολόγηση των πληροφοριών, με σκοπό τη στήριξη της ποινικής έρευνας·

δ)

ως «φορείς της Ένωσης» νοούνται θεσμικά όργανα, φορείς, αποστολές, οργανισμοί και υπηρεσίες που έχουν ιδρυθεί δυνάμει ή επί τη βάσει της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ·

ε)

ως «διεθνείς οργανισμοί» νοούνται οι διεθνείς οργανισμοί και οι υπαγόμενοι σε αυτούς φορείς δημοσίου διεθνούς δικαίου, ή οποιοιδήποτε άλλοι φορείς οι οποίοι έχουν ιδρυθεί δυνάμει ή επί τη βάσει συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων χωρών·

στ)

ως «ιδιωτικοί φορείς» νοούνται οι οντότητες και οι φορείς που έχουν συσταθεί κατά το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, ιδίως εταιρείες και επιχειρήσεις, επιχειρηματικές ενώσεις, οργανισμοί μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και άλλα νομικά πρόσωπα που δεν καλύπτονται από το στοιχείο ε)·

ζ)

ως «ιδιώτες» νοούνται όλα τα φυσικά πρόσωπα·

η)

ως «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται κάθε είδους πληροφορίες ενός υποκειμένου δεδομένων·

θ)

ως υποκείμενο των δεδομένων νοείται ένα ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο. Ταυτοποιήσιμο είναι το πρόσωπο που μπορεί να προσδιοριστεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό ταυτότητας όπως όνομα, αριθμό ταυτότητας, δεδομένα θέσης, επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας, ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του προσώπου αυτού·

ι)

ως «γενετικά δεδομένα» νοούνται όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με τα γενετικά χαρακτηριστικά ενός προσώπου και τα οποία κληρονομήθηκαν ή αποκτήθηκαν, παρέχουν μοναδικές πληροφορίες σχετικά με τη φυσιολογία ή την υγεία του εν λόγω προσώπου, ενώ προκύπτουν ιδίως από ανάλυση βιολογικού δείγματος του εν λόγω προσώπου·

ια)

ως «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», στο εξής «επεξεργασία», νοούνται κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιούνται με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων επί δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή συνόλου τέτοιων δεδομένων, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η τροποποίηση, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η ανακοίνωση με διαβίβαση, η διάδοση και κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, καθώς και ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή·

ιβ)

ως «αποδέκτης» νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός στον οποίο ανακοινώνονται δεδομένα, είτε πρόκειται για τρίτο είτε όχι·

ιγ)

ως «διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» νοείται η ανακοίνωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ περιορισμένου αριθμού καθορισμένων μερών, στο πλαίσιο της οποίας αυτός που ανακοινώνει παρέχει εν γνώσει του ή σκοπίμως στον αποδέκτη πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα·

ιδ)

ως «παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» νοείται η παραβίαση της ασφάλειας που οδηγεί σε τυχαία ή παράνομη καταστροφή, απώλεια ή μεταβολή, άνευ αδείας κοινολόγηση ή προσπέλαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν, αποθηκεύτηκαν ή άλλως υπέστησαν επεξεργασία·

ιε)

ως «συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων» νοείται κάθε ελεύθερη, ρητή, εν πλήρη επιγνώσει και αναμφίβολη δήλωση βουλήσεως, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, με δήλωσή του ή σαφή θετική του ενέργεια, δέχεται την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν·

ιστ)

ως «διοικητικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» νοούνται όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ, εκτός από δεδομένα τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία προς εκπλήρωση των στόχων που καθορίζονται στο άρθρο 3.

Άρθρο 3

Στόχοι

1.   Η Ευρωπόλ στηρίζει και ενισχύει τις ενέργειες των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καθώς και την αμοιβαία συνεργασία τους για την πρόληψη και την καταπολέμηση σοβαρών μορφών εγκλήματος που επηρεάζουν δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, της τρομοκρατίας και μορφών εγκλήματος που θίγουν κοινά συμφέροντα τα οποία καλύπτονται από πολιτική της Ένωσης, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα Ι.

2.   Πέραν της παραγράφου 1, οι στόχοι της Ευρωπόλ καλύπτουν επίσης τις συναφείς αξιόποινες πράξεις. Οι ακόλουθες θεωρούνται συναφείς αξιόποινες πράξεις:

α)

αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την απόκτηση των μέσων για την τέλεση πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ·

β)

αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό τη διευκόλυνση ή την τέλεση πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ·

γ)

αξιόποινες πράξεις που διαπράττονται με σκοπό την εξασφάλιση της ατιμωρησίας για εκείνους που διαπράττουν πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητας της Ευρωπόλ.

Άρθρο 4

Καθήκοντα

1.   Η Ευρωπόλ επιτελεί τα ακόλουθα καθήκοντα για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 3:

α)

συλλογή, αποθήκευση, επεξεργασία, ανάλυση και ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της συλλογής πληροφοριών για την εγκληματικότητα·

β)

κοινοποίηση, αμελλητί στα κράτη μέλη, μέσω των εθνικών μονάδων που έχουν συσταθεί ή οριστεί δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 2, ενδεχόμενων πληροφοριών και διασυνδέσεων μεταξύ των αξιόποινων πράξεων που τις αφορούν·

γ)

συντονισμός, οργάνωση και υλοποίηση ερευνητικών και επιχειρησιακών δράσεων για τη στήριξη και την ενίσχυση των δράσεων των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, οι οποίες πραγματοποιούνται:

i)

από κοινού με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών· ή

ii)

στο πλαίσιο κοινών ομάδων έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 5, και ενδεχομένως, σε συνεννόηση με την Eurojust·

δ)

συμμετοχή σε κοινές ομάδες έρευνας και εισήγηση για τη σύστασή τους σύμφωνα με το άρθρο 5·

ε)

παροχή πληροφοριών και αναλυτική υποστήριξη στα κράτη μέλη σε σχέση με διεθνή συμβάντα μείζονος σημασίας·

στ)

εκπόνηση αξιολογήσεων απειλών, στρατηγικών και επιχειρησιακών αναλύσεων και γενικών εκθέσεων προόδου των εργασιών·

ζ)

ανάπτυξη, διάδοση και προώθηση ειδικών γνώσεων σχετικά με μεθόδους πρόληψης του εγκλήματος, ερευνητικές διαδικασίες και τεχνικές και εγκληματολογικές μεθόδους και παροχή συμβουλών στα κράτη μέλη·

η)

στήριξη των διασυνοριακών δραστηριοτήτων ανταλλαγής πληροφοριών, ερευνών και επιχειρησιακών δραστηριοτήτων των κρατών μελών, καθώς και των κοινών ομάδων έρευνας, ιδίως μέσω παροχής επιχειρησιακής, τεχνικής και χρηματοοικονομικής βοήθειας·

θ)

παροχή ειδικής κατάρτισης και συνδρομή προς τα κράτη μέλη για τη διοργάνωση εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, και με την πρόβλεψη χρηματοδοτικής υποστήριξης, στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της και ανάλογα με το προσωπικό και τους δημοσιονομικούς της πόρους, σε συνεργασία με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου και της κατάρτισης (ΕΑΑ)·

ι)

συνεργασία με φορείς της Ένωσης που συστάθηκαν δυνάμει του τίτλου V της ΣΛΕΕ και με την OLAF, ειδικότερα μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών ασφαλείας και της παροχής αναλυτικής στήριξης στους τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους·

ια)

παροχή πληροφοριών και υποστήριξης στις δομές διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ και στις αποστολές διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ οι οποίες προβλέπονται στη ΣΕΕ στο πλαίσιο των κατά το άρθρο 3 στόχων της Ευρωπόλ·

ιβ)

ανάπτυξη κέντρων εμπειρογνωσίας στην Ένωση για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών εγκλήματος που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ, συγκεκριμένα ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τα Εγκλήματα στον Κυβερνοχώρο·

ιγ)

στήριξη των δράσεων των κρατών μελών για την πρόληψη και την καταπολέμηση μορφών εγκληματικότητας που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι και διευκολύνονται, προωθούνται ή διαπράττονται με χρήση του διαδικτύου, περιλαμβανομένης, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, της αναφοράς διαδικτυακού περιεχομένου με το οποίο οι εν λόγω μορφές εγκλήματος διευκολύνονται, προωθούνται ή διαπράττονται, στους παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών, με σκοπό την εθελούσια από μέρους τους εξέταση της συμβατότητας του ανωτέρω διαδικτυακού περιεχομένου με τους όρους και τις προϋποθέσεις τους.

2.   Η Ευρωπόλ παρέχει στρατηγικές αναλύσεις και αξιολογήσεις απειλών προς συνδρομή του Συμβουλίου και της Επιτροπής στον καθορισμό των στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων της Ένωσης για την καταπολέμηση του εγκλήματος. Η Ευρωπόλ επικουρεί επίσης την επιχειρησιακή υλοποίηση αυτών των προτεραιοτήτων.

3.   Η Ευρωπόλ παρέχει στρατηγικές αναλύσεις και αξιολογήσεις απειλών προκειμένου να διευκολύνει την αποτελεσματική και αποδοτική χρήση των πόρων που είναι διαθέσιμοι σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο για επιχειρησιακές δραστηριότητες και για τη στήριξη των δραστηριοτήτων αυτών.

4.   Η Ευρωπόλ ενεργεί επίσης ως κεντρική υπηρεσία για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ σύμφωνα με την απόφαση 2005/511/ΔΕΥ του Συμβουλίου (20). Η Ευρωπόλ ενθαρρύνει επίσης τον συντονισμό των μέτρων που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για την καταπολέμηση της παραχάραξης και κιβδηλείας του ευρώ ή στους κόλπους κοινών ομάδων έρευνας, ενδεχομένως σε συνεννόηση με φορείς της Ένωσης και αρχές τρίτων χωρών.

5.   Η Ευρωπόλ δεν εφαρμόζει μέτρα καταναγκασμού στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΟΛ

Άρθρο 5

Συμμετοχή σε κοινές ομάδες έρευνας

1.   Το προσωπικό της Ευρωπόλ δύναται να συμμετέχει σε δραστηριότητες των κοινών ομάδων έρευνας με αντικείμενο αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ. Η συμφωνία για τη σύσταση κοινής ομάδας έρευνας καθορίζει τους όρους συμμετοχής του προσωπικού της Ευρωπόλ στην ομάδα, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για τους κανόνες περί ευθύνης.

2.   Το προσωπικό της Ευρωπόλ δύναται, εντός των ορίων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο δραστηριοποιείται η εκάστοτε κοινή ομάδα έρευνας, να παρέχει βοήθεια για όλες τις δραστηριότητες και να ανταλλάσσει πληροφορίες με όλα τα μέλη της κοινής ομάδας έρευνας.

3.   Το προσωπικό της Ευρωπόλ που συμμετέχει στην κοινή ομάδα έρευνας μπορεί, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, να παρέχει σε όλα τα μέλη της ομάδας τις απαραίτητες πληροφορίες που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ για τους σκοπούς του άρθρου 18 παράγραφος 2. Η Ευρωπόλ ενημερώνει συγχρόνως τις εθνικές μονάδες των κρατών μελών που εκπροσωπούνται στην ομάδα, καθώς και εκείνες των κρατών μελών που έδωσαν τις πληροφορίες.

4.   Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από το προσωπικό της Ευρωπόλ, κατά τη συμμετοχή του σε κοινή ομάδα έρευνας, μπορούν, με τη συγκατάθεση και υπό την ευθύνη του κράτους μέλους που παρέσχε την πληροφορία, να υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ για τους σκοπούς του άρθρου 18 παράγραφος 2, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

5.   Όταν η Ευρωπόλ ευλόγως πιστεύει ότι η σύσταση κοινής ομάδας έρευνας μπορεί να αποβεί επωφελής για μια έρευνα, μπορεί να υποβάλει πρόταση στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και να τα συνδράμει στη σύσταση της ομάδας.

Άρθρο 6

Αιτήματα της Ευρωπόλ για την έναρξη ποινικών ερευνών

1.   Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες η Ευρωπόλ κρίνει ότι ενδείκνυται η διενέργεια ποινικής έρευνας για αξιόποινη πράξη η οποία εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων της, ζητά από τις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών μέσω των εθνικών μονάδων να κινήσουν, να διεξαγάγουν ή να συντονίσουν μια ποινική έρευνα.

2.   Οι εθνικές αρχές ενημερώνουν πάραυτα την Ευρωπόλ όσον αφορά την απόφαση των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών σχετικά με αίτημα που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.   Αν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους αποφασίσουν να μην ανταποκριθούν σε αίτημα της Ευρωπόλ σύμφωνα με την παράγραφο 1, ενημερώνουν την Ευρωπόλ για τους λόγους της απόφασής τους, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατά προτίμηση εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος. Μπορούν ωστόσο, να μην παραθέσουν τους σχετικούς λόγους εάν η παράθεσή τους:

α)

θα ήταν αντίθετη προς ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του οικείου κράτους μέλους ή

β)

θα έθετε σε κίνδυνο την επιτυχή έκβαση εν εξελίξει ερευνών ή την ασφάλεια ενός φυσικού προσώπου.

4.   Η Ευρωπόλ ενημερώνει αμέσως την Eurojust για αιτήματα που έχουν υποβληθεί σύμφωνα προς την παράγραφο 1 και για τις αποφάσεις των αρμόδιων αρχών κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 7

Εθνικές μονάδες Ευρωπόλ

1.   Τα κράτη μέλη και η Ευρωπόλ συνεργάζονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Κάθε κράτος μέλος συγκροτεί ή ορίζει μια εθνική μονάδα η οποία λειτουργεί ως υπηρεσία διασύνδεσης της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους. Κάθε κράτος μέλος διορίζει έναν δημόσιο λειτουργό ως προϊστάμενο της εθνικής μονάδας του.

3.   Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι η κατά την εθνική του νομοθεσία αρμόδια εθνική μονάδα θα εκπληρώνει τα καθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τις εθνικές μονάδες και ιδίως ότι έχει πρόσβαση στα εθνικά δεδομένα περί επιβολής του νόμου και σε άλλα σχετικά δεδομένα που είναι αναγκαία για τη συνεργασία με την Ευρωπόλ.

4.   Κάθε κράτος μέλος καθορίζει την οργάνωση και το προσωπικό της εθνικής μονάδας του σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία.

5.   Σύμφωνα με την παράγραφο 2, η εθνική μονάδα αποτελεί την υπηρεσία-σύνδεσμο μεταξύ της Ευρωπόλ και των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Ωστόσο, υπό τους όρους που καθορίζονται από τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της προηγούμενης ανάμειξης της εθνικής μονάδας, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν τις απευθείας επαφές μεταξύ των αρμόδιων αρχών και της Ευρωπόλ. Η εθνική μονάδα λαμβάνει ταυτόχρονα από την Ευρωπόλ όλες τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται κατά τη διάρκεια των απευθείας επαφών μεταξύ της Ευρωπόλ και των οικείων αρμόδιων αρχών, εκτός εάν η εθνική μονάδα δηλώσει ότι δεν χρειάζεται να λαμβάνει τις πληροφορίες αυτές.

6.   Κάθε κράτος μέλος, μέσω της εθνικής μονάδας του ή, στο πλαίσιο της παραγράφου 5, της αρμόδιας αρχής, ειδικότερα:

α)

παρέχουν στην Ευρωπόλ τις απαραίτητες πληροφορίες για την εκπλήρωση των στόχων της, περιλαμβανομένων των πληροφοριών ως προς τις μορφές εγκλήματος η πρόληψη ή καταπολέμηση των οποίων θεωρείται προτεραιότητα από την Ένωση·

β)

διασφαλίζουν την αποτελεσματική επικοινωνία και συνεργασία όλων των οικείων αρμόδιων αρχών με την Ευρωπόλ·

γ)

παρέχουν ενημέρωση σχετικά με τις δραστηριότητες της Ευρωπόλ·

δ)

σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 5 στοιχείο α), διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με το εθνικό δίκαιο κατά την παροχή πληροφοριών στην Ευρωπόλ.

7.   Υπό την επιφύλαξη της εκ μέρους των κρατών μελών άσκησης των καθηκόντων τους όσον αφορά την τήρηση του νόμου και της τάξης και τη διασφάλιση της εσωτερικής ασφάλειας, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται, σε μια συγκεκριμένη υπόθεση, να παρέχουν πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 6 στοιχείο α), εάν αυτό:

α)

θα ήταν αντίθετο προς ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του οικείου κράτους μέλους·

β)

θα έθετε σε κίνδυνο την επιτυχή έκβαση εν εξελίξει έρευνας ή την ασφάλεια φυσικών προσώπων ή

γ)

θα συνεπαγόταν την κοινολόγηση πληροφοριών σχετικά με οργανώσεις ή συγκεκριμένες δραστηριότητες των υπηρεσιών πληροφοριών στον τομέα της εθνικής ασφάλειας.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να δώσουν πληροφορίες μόλις αυτές παύσουν να εμπίπτουν στα στοιχεία α), β) ή γ) του πρώτου εδαφίου.

8.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών που δημιουργήθηκαν δυνάμει της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21) επιτρέπεται να συνεργάζονται μέσω των εθνικών μονάδων με την Ευρωπόλ όσον αφορά τις αναλύσεις, εντός των ορίων της εντολής τους και των αρμοδιοτήτων τους.

9.   Οι προϊστάμενοι των εθνικών μονάδων συνεδριάζουν τακτικά, με σκοπό ιδίως την επεξεργασία και την επίλυση προβλημάτων που προκύπτουν στο πλαίσιο της επιχειρησιακής τους συνεργασίας με την Ευρωπόλ.

10.   Τα έξοδα επικοινωνίας των εθνικών μονάδων με την Ευρωπόλ βαρύνουν τα κράτη μέλη και, με εξαίρεση τα έξοδα διασύνδεσης, δεν βαρύνουν την Ευρωπόλ.

11.   Η Ευρωπόλ συντάσσει σε ετήσια βάση έκθεση σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το παράγραφος 6 στοιχείο α), βάσει των ποσοτικών και ποιοτικών κριτηρίων αξιολόγησης που ορίζει το διοικητικό συμβούλιο. Η ετήσια έκθεση διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στα εθνικά κοινοβούλια.

Άρθρο 8

Αξιωματικοί-σύνδεσμοι

1.   Έκαστη εθνική μονάδα διορίζει τουλάχιστον έναν αξιωματικό ως σύνδεσμο στην Ευρωπόλ. Με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι υπόκεινται στην εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο έχουν διοριστεί.

2.   Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι συνιστούν τα εθνικά γραφεία σύνδεσης στην Ευρωπόλ και είναι επιφορτισμένοι από την εθνική τους μονάδα να εκπροσωπούν τα συμφέροντά της στα πλαίσια της Ευρωπόλ, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους που τους έχει διορίσει και με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στη διοίκηση της Ευρωπόλ.

3.   Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι βοηθούν στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών τους.

4.   Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι βοηθούν, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών τους και των αξιωματικών-συνδέσμων άλλων κρατών μελών, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών. Στο πλαίσιο αυτών των διμερών επαφών μπορεί να χρησιμοποιείται η υποδομή της Ευρωπόλ, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ώστε να καλύπτονται επίσης αξιόποινες πράξεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ. Κάθε σχετική ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να συνάδει με το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.

5.   Το διοικητικό συμβούλιο καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αξιωματικών-συνδέσμων έναντι της Ευρωπόλ. Οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι απολαύουν των αναγκαίων για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους προνομίων και ασυλιών σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 2.

6.   Η Ευρωπόλ λαμβάνει μέριμνα ώστε οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι να ενημερώνονται πλήρως και να συμμετέχουν στην άσκηση του συνόλου των δραστηριοτήτων της, στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους.

7.   Η Ευρωπόλ θέτει με δικά της έξοδα στη διάθεση των κρατών μελών τους αναγκαίους χώρους στο κτίριό της και κατάλληλη υποστήριξη για την άσκηση των καθηκόντων των αξιωματικών-συνδέσμων. Όλα τα υπόλοιπα έξοδα που ανακύπτουν σε σχέση με τον διορισμό των αξιωματικών-συνδέσμων, συμπεριλαμβανομένου του κόστους του εξοπλισμού που τους παρέχεται, βαρύνουν το κράτος μέλος από το οποίο έχουν διοριστεί, υπό την επιφύλαξη αντίθετης απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου κατόπιν εισήγησης του διοικητικού συμβουλίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IΙΙ

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΟΛ

Άρθρο 9

Δομή της διοίκησης και της διαχείρισης της Ευρωπόλ

Η δομή της διοίκησης και της διαχείρισης της Ευρωπόλ περιλαμβάνει:

α)

διοικητικό συμβούλιο·

β)

εκτελεστικό διευθυντή·

γ)

ενδεχομένως, κάθε άλλο συμβουλευτικό όργανο που συγκροτείται από το διοικητικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο ιθ).

ΤΜΗΜΑ 1

Διοικητικό συμβούλιο

Άρθρο 10

Σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου

1.   Το διοικητικό συμβούλιο απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο κάθε κράτους μέλους και έναν αντιπρόσωπο της Επιτροπής. Όλοι οι αντιπρόσωποι έχουν δικαίωμα ψήφου.

2.   Κατά τον διορισμό των μελών του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται υπόψη οι γνώσεις που διαθέτουν στον τομέα της συνεργασίας για την επιβολή του νόμου.

3.   Κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου έχει ένα αναπληρωματικό μέλος το οποίο ορίζεται με βάση το κριτήριο της παραγράφου 2. Το αναπληρωματικό μέλος εκπροσωπεί το τακτικό μέλος σε περίπτωση απουσίας του τελευταίου.

Λαμβάνεται επίσης υπόψη η αρχή της ισόρροπης εκπροσώπησης ανδρών και γυναικών στο διοικητικό συμβούλιο.

4.   Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των κρατών μελών και της Επιτροπής να τερματίζουν τη θητεία των αντιστοίχων τακτικών και των αναπληρωματικών μελών τους, η θητεία του διοικητικού συμβουλίου είναι τετραετής. Η θητεία αυτή είναι ανανεώσιμη.

Άρθρο 11

Αρμοδιότητες του διοικητικού συμβουλίου

1.   Το διοικητικό συμβούλιο:

α)

εγκρίνει κάθε χρόνο, με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του και σύμφωνα με το άρθρο 12, ένα έγγραφο προγραμματισμού που περιέχει τον πολυετή προγραμματισμό της Ευρωπόλ και το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών για το επόμενο έτος·

β)

θεσπίζει, με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών του, τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ευρωπόλ και ασκεί άλλες αρμοδιότητες σε σχέση με τον προϋπολογισμό της Ευρωπόλ δυνάμει του κεφαλαίου Χ·

γ)

εκδίδει ενοποιημένη ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Ευρωπόλ και, έως την 1η Ιουλίου του επόμενου έτους, τη διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και τα εθνικά κοινοβούλια. Η ενοποιημένη ετήσια έκθεση πεπραγμένων πρέπει να δημοσιεύεται·

δ)

θεσπίζει τους δημοσιονομικούς κανόνες στους οποίους υπόκειται η Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 61·

ε)

θεσπίζει εσωτερική στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης, η οποία είναι ανάλογη προς τους κινδύνους απάτης, λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση κόστους-οφέλους των εφαρμοζόμενων μέτρων·

στ)

θεσπίζει κανόνες για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων στις οποίες εμπλέκονται τα μέλη του, μεταξύ άλλων σε ό,τι αφορά τη δήλωση συμφερόντων τους·

ζ)

σύμφωνα με την παράγραφο 2, ασκεί, έναντι του προσωπικού της Ευρωπόλ, εξουσίες αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και αρχής αρμόδιας για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας, οι οποίες του ανατίθενται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού αντιστοίχως («εξουσίες αρμόδιες για τους διορισμούς αρχής»)·

η)

θεσπίζει κατάλληλους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

θ)

θεσπίζει εσωτερικούς κανόνες σχετικά με τη διαδικασία επιλογής του εκτελεστικού διευθυντή, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για τη σύνθεση της επιτροπής επιλογής, που διασφαλίζουν την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της·

ι)

προτείνει στο Συμβούλιο κατάλογο τελικών υποψηφίων για τη θέση του εκτελεστικού διευθυντή και των αναπληρωτών εκτελεστικών διευθυντών και, ανάλογα με την περίπτωση, προτείνει στο Συμβούλιο να παρατείνει τη θητεία τους ή να τους παύσει από τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με τα άρθρα 54 και 55·

ια)

καταρτίζει δείκτες επιδόσεων και εποπτεύει τις επιδόσεις του εκτελεστικού διευθυντή, καθώς και την εφαρμογή των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου·

ιβ)

διορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, ο οποίος είναι λειτουργικά ανεξάρτητος κατά την άσκηση των καθηκόντων του·

ιγ)

διορίζει υπόλογο, που υπόκειται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και στο καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, ο οποίος λειτουργεί υπό καθεστώς ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των καθηκόντων του·

ιδ)

θεσπίζει, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, δυνατότητα εσωτερικού λογιστικού ελέγχου·

ιε)

μεριμνά ώστε να δοθεί η δέουσα συνέχεια στα πορίσματα και τις συστάσεις που προκύπτουν από τις διάφορες εσωτερικές ή εξωτερικές εκθέσεις λογιστικού ελέγχου και αξιολογήσεις, καθώς και από τις έρευνες της OLAF και του ΕΕΠΔ·

ιστ)

καθορίζει τα κριτήρια αξιολόγησης για την ετήσια έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 11·

ιζ)

θεσπίζει κατευθυντήριες γραμμές που διασαφηνίζουν περαιτέρω τις διαδικασίες επεξεργασίας των πληροφοριών από την Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 18 και κατόπιν διαβούλευσης με τον ΕΕΠΔ·

ιη)

αποφασίζει τη σύναψη εργασιακών και διοικητικών ρυθμίσεων σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 4 και το άρθρο 25 παράγραφος 1 αντιστοίχως·

ιθ)

αποφασίζει, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις επιχειρηματικές όσο και τις οικονομικές απαιτήσεις, για τη δημιουργία των εσωτερικών δομών της Ευρωπόλ, περιλαμβανομένων των ενωσιακών κέντρων εμπειρογνωσίας που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), έπειτα από πρόταση του εκτελεστικού διευθυντή·

κ)

θεσπίζει τον εσωτερικό του κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που αφορούν τα καθήκοντα και τη λειτουργία της γραμματείας του·

κα)

θεσπίζει, κατά περίπτωση, άλλους εσωτερικούς κανόνες.

2.   Εάν το διοικητικό συμβούλιο το κρίνει αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της Ευρωπόλ, δύναται να εισηγηθεί στο Συμβούλιο να επιστήσει την προσοχή της Επιτροπής στην ανάγκη για απόφαση περί επάρκειας κατά το άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή για σύσταση απόφασης για την έγκριση της έναρξης διαπραγματεύσεων με σκοπό τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας κατά το άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο β).

3.   Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει, σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, απόφαση με βάση το άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και το άρθρο 6 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, για την ανάθεση των συναφών εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής στον εκτελεστικό διευθυντή και τον καθορισμό των όρων για την πιθανή αναστολή της εν λόγω ανάθεσης εξουσιών. Ο εκτελεστικός διευθυντής έχει το δικαίωμα να αναθέσει περαιτέρω τις εν λόγω εξουσίες.

Το διοικητικό συμβούλιο δύναται, όταν αυτό απαιτείται σε άκρως εξαιρετικές περιστάσεις, να αναστείλει προσωρινά την ανάθεση των εξουσιών της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής στον εκτελεστικό διευθυντή, καθώς και την τυχόν περαιτέρω ανάθεση των εξουσιών αυτών, και να ασκήσει το ίδιο τις εν λόγω εξουσίες ή να τις αναθέσει σε μέλος του ή σε μέλος του προσωπικού, πλην του εκτελεστικού διευθυντή.

Άρθρο 12

Πολυετές πρόγραμμα εργασίας και ετήσια προγράμματα εργασίας

1.   Το διοικητικό συμβούλιο, βασιζόμενο στο σχέδιο που υποβάλλει ο εκτελεστικός διευθυντής, εγκρίνει έως τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους έγγραφο που περιλαμβάνει τον πολυετή προγραμματισμό και το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών, βάσει σχεδίου προγράμματος το οποίο υποβάλλεται από τον εκτελεστικό διευθυντή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής και σε συνάρτηση με τον πολυετή προγραμματισμό έπειτα από διαβούλευση με την μικτή ομάδα κοινοβουλευτικού ελέγχου (ΜΟΚΕ). Το διοικητικό συμβούλιο διαβιβάζει το εν λόγω έγγραφο στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στην ΜΟΚΕ.

2.   Το πολυετές πρόγραμμα εργασίας ορίζει τον συνολικό στρατηγικό προγραμματισμό, ο οποίος περιλαμβάνει στόχους, προσδοκώμενα αποτελέσματα και δείκτες επιδόσεων, καθώς και προγραμματισμό πόρων που αφορά τον πολυετή προϋπολογισμό και το προσωπικό. Ακόμη, περιλαμβάνει τη στρατηγική για τις σχέσεις με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς.

Το πολυετές πρόγραμμα εργασίας υλοποιείται μέσω των ετήσιων προγραμμάτων εργασίας και επικαιροποιείται, εάν ενδείκνυται, ανάλογα με την έκβαση των εξωτερικών και των εσωτερικών αξιολογήσεων. Τα πορίσματα αυτών των αξιολογήσεων αποτυπώνονται επίσης, κατά περίπτωση, στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας του επόμενου έτους.

3.   Το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας περιλαμβάνει λεπτομερείς στόχους και προσδοκώμενα αποτελέσματα, καθώς και δείκτες επιδόσεων. Περιλαμβάνει περιγραφή των δράσεων που θα χρηματοδοτηθούν, και αναφέρει τους χρηματοοικονομικούς και ανθρώπινους πόρους που διατίθενται για κάθε δράση, σύμφωνα με τις αρχές κατάρτισης και διαχείρισης του προϋπολογισμού βάσει δραστηριοτήτων. Το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας πρέπει να συμβαδίζει με το πολυετές πρόγραμμα εργασίας. Πρέπει να καθορίζει με σαφήνεια τα καθήκοντα που προστίθενται, τροποποιούνται ή καταργούνται σε σχέση με το προηγούμενο οικονομικό έτος.

4.   Σε περίπτωση ανάθεσης νέων καθηκόντων στην Ευρωπόλ μετά την έγκριση του ετήσιου προγράμματος εργασίας, το διοικητικό συμβούλιο τροποποιεί το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας.

5.   Οποιαδήποτε ουσιαστική τροποποίηση στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας εγκρίνεται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία που εφαρμόζεται και για το αρχικό ετήσιο πρόγραμμα εργασίας. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέσει στον εκτελεστικό διευθυντή την εξουσία να επιφέρει μη ουσιώδεις τροποποιήσεις στο ετήσιο πρόγραμμα εργασίας.

Άρθρο 13

Πρόεδρος και αναπληρωτής πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου

1.   Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγει πρόεδρο και αναπληρωτή πρόεδρο από την ομάδα των τριών κρατών μελών τα οποία έχουν καταρτίσει από κοινού το δεκαοκτάμηνο πρόγραμμα του Συμβουλίου. Υπηρετούν για τους 18 μήνες που αντιστοιχούν στο εν λόγω πρόγραμμα του Συμβουλίου. Ωστόσο, εάν ο πρόεδρος ή ο αναπληρωτής πρόεδρος παύσουν να είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου σε οποιαδήποτε στιγμή της θητείας τους, η θητεία τους λήγει αυτομάτως την ίδια ημερομηνία.

2.   Ο πρόεδρος και ο αναπληρωτής πρόεδρος εκλέγονται με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του διοικητικού συμβουλίου.

3.   Σε περίπτωση που ο πρόεδρος αδυνατεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του, αντικαθίσταται αυτόματα από τον αναπληρωτή πρόεδρο.

Άρθρο 14

Συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου

1.   Ο πρόεδρος συγκαλεί τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής λαμβάνει μέρος στις συζητήσεις του διοικητικού συμβουλίου.

3.   Το διοικητικό συμβούλιο πραγματοποιεί τουλάχιστον δύο τακτικές συνεδριάσεις τον χρόνο. Επιπλέον, συνέρχεται με πρωτοβουλία του προέδρου του ή κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή του ενός τρίτου τουλάχιστον των μελών του.

4.   Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να προσκαλέσει στις συνεδριάσεις του οποιονδήποτε μπορεί να συνεισφέρει στη συζήτηση, συμπεριλαμβανομένου, εφόσον ενδείκνυται, αντιπροσώπου της ΜΟΚΕ που συμμετέχει ως παρατηρητής χωρίς δικαίωμα ψήφου.

5.   Τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου μπορούν, υπό τους όρους του εσωτερικού του κανονισμού, να επικουρούνται στις συνεδριάσεις από συμβούλους ή εμπειρογνώμονες.

6.   Η Ευρωπόλ παρέχει γραμματειακή υποστήριξη στο διοικητικό συμβούλιο.

Άρθρο 15

Κανόνες ψηφοφορίας του διοικητικού συμβουλίου

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), του άρθρου 13 παράγραφος 2, του άρθρου 50 παράγραφος 2, του άρθρου 54 παράγραφος 8 και του άρθρου 64, το διοικητικό συμβούλιο λαμβάνει τις αποφάσεις του με πλειοψηφία των μελών του.

2.   Κάθε μέλος έχει δικαίωμα μιας ψήφου. Αν ένα μέλος απουσιάζει το δικαίωμα ψήφου του δικαιούται να ασκήσει ο αναπληρωτής του.

3.   Ο εκτελεστικός διευθυντής δεν συμμετέχει στην ψηφοφορία.

4.   Λεπτομερέστερες ρυθμίσεις σχετικά με την ψηφοφορία καθορίζονται στον εσωτερικό κανονισμό του διοικητικού συμβουλίου, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα μέλος μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό άλλου μέλους, καθώς και τις απαιτήσεις απαρτίας, οσάκις υφίστανται.

ΤΜΗΜΑ 2

Εκτελεστικός διευθυντής

Άρθρο 16

Αρμοδιότητες του εκτελεστικού διευθυντή

1.   Ο εκτελεστικός διευθυντής διευθύνει την Ευρωπόλ και λογοδοτεί στο διοικητικό συμβούλιο.

2.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής ή του διοικητικού συμβουλίου, ο εκτελεστικός διευθυντής ενεργεί υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και δεν επιζητεί ούτε λαμβάνει οδηγίες από κυβέρνηση ή άλλο φορέα.

3.   Το Συμβούλιο μπορεί να καλέσει τον εκτελεστικό διευθυντή να υποβάλει έκθεση σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του.

4.   Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ευρωπόλ.

5.   Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην Ευρωπόλ δυνάμει του παρόντος κανονισμού και συγκεκριμένα για τα εξής:

α)

την καθημερινή διοίκηση της Ευρωπόλ·

β)

την κατάθεση προτάσεων στο διοικητικό συμβούλιο σχετικά με την δημιουργία των εσωτερικών δομών της Ευρωπόλ·

γ)

την εφαρμογή των αποφάσεων που εκδίδει το διοικητικό συμβούλιο·

δ)

την κατάρτιση του σχεδίου πολυετούς προγράμματος εργασίας και των σχεδίων ετησίων προγραμμάτων εργασίας και την υποβολή τους στο διοικητικό συμβούλιο κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή·

ε)

την υλοποίηση του σχεδίου πολυετούς προγράμματος εργασίας και των σχεδίων ετησίων προγραμμάτων εργασίας και την υποβολή συναφών εκθέσεων στο διοικητικό συμβούλιο·

στ)

την εκπόνηση κατάλληλου σχεδίου κανόνων εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού σύμφωνα με το άρθρο 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

ζ)

την κατάρτιση του σχεδίου ενοποιημένης ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων της Ευρωπόλ και την υποβολή του στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση·

η)

την κατάρτιση σχεδίου δράσης ως συνέχεια των πορισμάτων εκθέσεων εσωτερικού ή εξωτερικού ελέγχου και αξιολογήσεων, καθώς και εκθέσεων ερευνών και συστάσεων που προκύπτουν από έρευνες της OLAF και του ΕΕΠΔ, και την υποβολή έκθεσης προόδου δύο φορές τον χρόνο στην Επιτροπή και τακτικά στο διοικητικό συμβούλιο·

θ)

την προάσπιση των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω της εφαρμογής προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και οποιωνδήποτε άλλων παράνομων δραστηριοτήτων και, με την επιφύλαξη της ερευνητικής αρμοδιότητας της OLAF, μέσω αποτελεσματικών ελέγχων και, εάν εντοπίζονται παρατυπίες, μέσω της ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και, εάν ενδείκνυται, μέσω αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών διοικητικών και οικονομικών κυρώσεων·

ι)

τη χάραξη σχεδίου εσωτερικής στρατηγικής της Ευρωπόλ για την καταπολέμηση της απάτης και την υποβολή του στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση·

ια)

την προετοιμασία σχεδίου εσωτερικών κανόνων για την πρόληψη και διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων σε σχέση με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και την υποβολή του σχεδίου αυτού στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση·

ιβ)

την εκπόνηση σχεδίου των δημοσιονομικών κανόνων που εφαρμόζονται στην Ευρωπόλ·

ιγ)

την κατάρτιση του σχεδίου κατάστασης των προβλεπόμενων εσόδων και δαπανών της Ευρωπόλ και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της·

ιδ)

την παροχή συνδρομής στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου κατά την προετοιμασία των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου·

ιε)

την ενημέρωση του διοικητικού συμβουλίου σε τακτική βάση σχετικά με την υλοποίηση των στρατηγικών και επιχειρησιακών προτεραιοτήτων της Ένωσης για την καταπολέμηση του εγκλήματος·

ιστ)

την εκτέλεση άλλων καθηκόντων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 17

Πηγές πληροφοριών

1.   Η Ευρωπόλ επεξεργάζεται μόνο πληροφορίες που της διαβιβάζονται:

α)

από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία τους και το άρθρο 7·

β)

από φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με το κεφάλαιο V·

γ)

από ιδιωτικούς φορείς και ιδιώτες σύμφωνα με το κεφάλαιο V.

2.   Η Ευρωπόλ μπορεί να προβαίνει σε απευθείας ανάκτηση και επεξεργασία πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από πηγές διαθέσιμες στο κοινό, συμπεριλαμβανομένου του διαδικτύου και των δημόσιων δεδομένων.

3.   Η Ευρωπόλ, στο βαθμό που δικαιούται, βάσει της νομοθεσίας της Ένωσης, του διεθνούς δικαίου ή της νομοθεσίας των κρατών μελών, να έχει ηλεκτρονική πρόσβαση σε δεδομένα αποθηκευμένα σε συστήματα πληροφοριών σε επίπεδο Ένωσης, διεθνές ή εθνικό, νομιμοποιείται να ανακτά και να επεξεργάζεται πληροφορίες, μεταξύ των οποίων και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με αυτόν τον τρόπο εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση της αποστολής της. Η πρόσβαση και χρήση τέτοιων δεδομένων από την Ευρωπόλ υπόκεινται στις εφαρμοστέες διατάξεις των σχετικών νομικών πράξεων της Ένωσης, του διεθνούς δικαίου ή της νομοθεσίας των κρατών μελών, στον βαθμό που αυτές προβλέπουν αυστηρότερους κανόνες για την πρόσβαση και τη χρήση σε σύγκριση με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Πρόσβαση στα εν λόγω συστήματα πληροφοριών χορηγείται μόνο σε δεόντως εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της Ευρωπόλ, και μόνον στον βαθμό που αυτή είναι αναγκαία και αναλογική για την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 18

Σκοποί των δραστηριοτήτων επεξεργασίας πληροφοριών

1.   Αν είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της, όπως αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 3, η Ευρωπόλ μπορεί να επεξεργάζεται πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να γίνεται αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς:

α)

διασταυρούμενου ελέγχου με στόχο τη συσχέτιση πληροφοριών ή τον εντοπισμό άλλων ουσιωδών συνδέσεων μεταξύ πληροφοριών που σχετίζονται με:

i)

πρόσωπα ύποπτα για διάπραξη ή συμμετοχή σε αξιόποινη πράξη η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ ή τα οποία έχουν καταδικασθεί για τη διάπραξη μιας τέτοιας αξιόποινης πράξης,

ii)

πρόσωπα για τα οποία υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις ή εύλογοι λόγοι για να πιστεύεται ότι πρόκειται να διαπράξουν αξιόποινες πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπόλ·

β)

στρατηγικών ή θεματικών αναλύσεων·

γ)

επιχειρησιακών αναλύσεων·

δ)

διευκόλυνσης της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών, της Ευρωπόλ, άλλων φορέων της Ένωσης, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών.

3.   Η επεξεργασία για τον σκοπό των επιχειρησιακών αναλύσεων της παραγράφου 2 στοιχείο γ) γίνεται μέσω σχεδίων επιχειρησιακής ανάλυσης, για τα οποία ισχύουν οι ακόλουθες ειδικές εγγυήσεις:

α)

για κάθε σχέδιο επιχειρησιακής ανάλυσης, ο εκτελεστικός διευθυντής καθορίζει τον συγκεκριμένο σκοπό, τις κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τις κατηγορίες υποκειμένων των δεδομένων, τους συμμετέχοντες, τη διάρκεια της αποθήκευσης και τις προϋποθέσεις πρόσβασης στα εν λόγω δεδομένα, και μεταφοράς και χρήσης αυτών, και ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο και τον ΕΕΠΔ·

β)

τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να συλλέγονται και να υποβάλλονται σε επεξεργασία για τους σκοπούς του καθορισμένου σχεδίου επιχειρησιακής ανάλυσης. Όταν καθίσταται προφανές ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να είναι κατάλληλα και για άλλο σχέδιο επιχειρησιακής ανάλυσης, η περαιτέρω επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων επιτρέπεται μόνο αν είναι απαραίτητη και αναλογική και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι συμβατά με τα προβλεπόμενα στο στοιχείο α) για το άλλο σχέδιο επιχειρησιακής ανάλυσης·

γ)

μόνο εξουσιοδοτημένο προσωπικό μπορεί να έχει πρόσβαση και να επεξεργάζεται τα δεδομένα του αντίστοιχου σχεδίου.

4.   Η επεξεργασία των παραγράφων 2 και 3 εκτελείται σύμφωνα με τις εγγυήσεις προστασίας των δεδομένων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Η Ευρωπόλ τεκμηριώνει δεόντως αυτές τις εργασίες επεξεργασίας. Κατόπιν αιτήματος, η τεκμηρίωση τίθεται στη διάθεση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων και του ΕΕΠΔ για τους σκοπούς της εξακρίβωσης της νομιμότητας των επεξεργασιών.

5.   Στο παράρτημα ΙΙ απαριθμούνται οι κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και οι κατηγορίες προσώπων των οποίων τα δεδομένα μπορούν να συλλεχθούν και να υποβληθούν σε επεξεργασία για τους σκοπούς της παραγράφου 2.

6.   Η Ευρωπόλ μπορεί προσωρινά να επεξεργάζεται δεδομένα προκειμένου να καθορίσει κατά πόσον αυτά σχετίζονται με τα καθήκοντά της και σε ποιον από τους σκοπούς της παραγράφου 2 αντιστοιχούν. Το διοικητικό συμβούλιο, έπειτα από πρόταση του εκτελεστικού διευθυντή και αφού ζητήσει τη γνώμη του ΕΕΠΔ, καθορίζει περαιτέρω τις προϋποθέσεις επεξεργασίας των δεδομένων αυτών, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση στα δεδομένα και τη χρήση τους, καθώς και τις προθεσμίες για την αποθήκευση και τη διαγραφή τους, οι οποίες δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν τους έξι μήνες, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 28.

7.   Το διοικητικό συμβούλιο, αφού ζητήσει τη γνώμη του ΕΕΠΔ, εγκρίνει, ενδεχομένως, κατευθυντήριες γραμμές που διευκρινίζουν περαιτέρω τις διαδικασίες για την επεξεργασία πληροφοριών για τους σκοπούς της παραγράφου 2 σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο ιζ).

Άρθρο 19

Σκοπός και όρια της επεξεργασίας πληροφοριών από την Ευρωπόλ

1.   Τα κράτη μέλη, οι φορείς της Ένωσης, οι τρίτες χώρες ή οι διεθνείς οργανισμοί που παρέχουν πληροφορίες στην Ευρωπόλ καθορίζουν τον ή τους σκοπούς για τους οποίους αυτές υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά το άρθρο 18. Σε αντίθετη περίπτωση, η Ευρωπόλ, σε συμφωνία με τον ενδιαφερόμενο πάροχο των πληροφοριών, επεξεργάζεται τις πληροφορίες προκειμένου να καθοριστούν η καταλληλότητά τους και ο σκοπός ή οι σκοποί για τους οποίους υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία. Η Ευρωπόλ δύναται να επεξεργάζεται πληροφορίες για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο διαβιβάστηκαν μόνον αν το επιτρέψει ο πάροχος των πληροφοριών.

2.   Τα κράτη μέλη, οι φορείς της Ένωσης, οι τρίτες χώρες και οι διεθνείς οργανισμοί δύνανται όταν παρέχουν πληροφορίες στην Ευρωπόλ να υποδεικνύουν τυχόν περιορισμούς στην πρόσβαση ή τη χρήση, υπό γενικούς ή ειδικούς όρους, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη διαβίβαση, τη διαγραφή ή την καταστροφή τους. Σε περίπτωση όπου η ανάγκη των περιορισμών αυτών καθίσταται πρόδηλη μετά την παροχή των πληροφοριών, ενημερώνουν την Ευρωπόλ σχετικά. Η Ευρωπόλ τηρεί τους περιορισμούς.

3.   Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η Ευρωπόλ δύναται να επιβάλλει περιορισμούς στην πρόσβαση κρατών μελών, φορέων της Ένωσης, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών σε πληροφορίες τις οποίες ανέκτησε από πηγές διαθέσιμες στο κοινό ή στη χρήση αυτών των πληροφοριών.

Άρθρο 20

Πρόσβαση των κρατών μελών και του προσωπικού της Ευρωπόλ σε πληροφορίες που αποθηκεύονται από την Ευρωπόλ

1.   Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και το άρθρο 7 παράγραφος 5, έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί για τους σκοπούς του άρθρου 18 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β). Αυτό τελεί υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών, φορέων της Ένωσης, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών να θέσουν περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2.

2.   Τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία και το άρθρο 7 παράγραφος 5, έχουν έμμεση πρόσβαση, βάσει συστήματος σύμπτωσης / απουσίας σύμπτωσης (hit/no hit), σε πληροφορίες που παρέχονται για τους σκοπούς του άρθρου 18 παράγραφος 2 στοιχείο γ), με την επιφύλαξη περιορισμών που τίθενται από τα κράτη μέλη, τους φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς που παρέχουν τις πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2.

Σε περίπτωση σύμπτωσης (hit), η Ευρωπόλ κινεί την διαδικασία που επιτρέπει την κοινοποίηση των σχετικών πληροφοριών, σύμφωνα με την απόφαση του παρόχου των πληροφοριών στην Ευρωπόλ.

3.   Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 πρέπει να είναι προσβάσιμες και να υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία από τα κράτη μέλη μόνο για τους σκοπούς της πρόληψης και της καταπολέμησης:

α)

μορφών εγκλήματος αρμοδιότητας της Ευρωπόλ, και

β)

άλλων μορφών σοβαρού εγκλήματος, όπως ορίζονται στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου (22).

4.   Πρόσβαση στις πληροφορίες που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ έχουν υπάλληλοι της Ευρωπόλ δεόντως εξουσιοδοτημένοι από τον εκτελεστικό διευθυντή, αν απαιτείται για την άσκηση των καθηκόντων τους και με την επιφύλαξη του άρθρου 67.

Άρθρο 21

Πρόσβαση της Eurojust και της OLAF σε πληροφορίες που αποθηκεύονται από την Ευρωπόλ

1.   Η Ευρωπόλ λαμβάνει κάθε κατάλληλο μέτρο ώστε η Eurojust και η OLAF να μπορούν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, να έχουν έμμεση πρόσβαση βάσει συστήματος σύμπτωσης / απουσίας σύμπτωσης (hit/no hit) σε πληροφορίες που παρέχονται για τους σκοπούς του άρθρου 18 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ), με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών που τίθενται από τα κράτη μέλη, τους φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς που παρέχουν τις εν λόγω πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2.

Σε περίπτωση σύμπτωσης (hit), η Ευρωπόλ κινεί την διαδικασία που επιτρέπει την κοινοποίηση των σχετικών πληροφοριών, σύμφωνα με την απόφαση του παρόχου των πληροφοριών στην Ευρωπόλ και μόνον στον βαθμό που τα δεδομένα για τα οποία διαπιστώνεται σύμπτωση είναι απαραίτητα για την εκτέλεση των καθηκόντων της Eurojust και της OLAF.

2.   Η Ευρωπόλ και η Eurojust μπορούν να συνάπτουν συμφωνία συνεργασίας που εξασφαλίζει με αμοιβαίο τρόπο και στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, την πρόσβαση και τη δυνατότητα αναζήτησης σε όλες τις πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί για τους σκοπούς του άρθρου 18 παράγραφος 2 στοιχείο α) και τη δυνατότητα αυτές. Τούτο ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών, των φορέων της Ένωσης, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών να υποδεικνύουν περιορισμούς στην πρόσβαση και στη χρήση των δεδομένων αυτών και σύμφωνα με τις εγγυήσεις για την προστασία των δεδομένων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

3.   Οι αναζητήσεις πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 πραγματοποιούνται αποκλειστικά και μόνο με σκοπό να καθορίζεται το κατά πόσον οι πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους η Eurojust ή η OLAF, συμπίπτουν με πληροφορίες τις οποίες επεξεργάζεται η Ευρωπόλ.

4.   Η Ευρωπόλ επιτρέπει την αναζήτηση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 μόνον αφού λάβει πληροφορίες από μεν την Eurojust σχετικά με το ποια εθνικά μέλη, αναπληρωτές, βοηθοί και υπάλληλοι της Eurojust, από δε την OLAF σχετικά με το ποιοι υπάλληλοί της έχουν εξουσιοδοτηθεί να πραγματοποιούν τέτοιου είδους αναζήτηση.

5.   Εάν κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων επεξεργασίας πληροφοριών από την Ευρωπόλ στο πλαίσιο συγκεκριμένης έρευνας η Ευρωπόλ ή κράτος μέλος διαπιστώσουν την ανάγκη συντονισμού, συνεργασίας ή στήριξης, εντός του πεδίου αρμοδιοτήτων της Eurojust ή της OLAF, η Ευρωπόλ ενημερώνει τους εν λόγω οργανισμούς συναφώς και κινεί την διαδικασία για τη διάδοση των πληροφοριών, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους που παρέσχε τις πληροφορίες. Σε αυτήν την περίπτωση, η Eurojust ή η OLAF διαβουλεύονται με την Ευρωπόλ.

6.   Η Eurojust, συμπεριλαμβανομένων του συλλογικού οργάνου, των εθνικών μελών, των αναπληρωτών, των βοηθών και των υπαλλήλων της, και η OLAF τηρούν κάθε περιορισμό στην πρόσβαση ή στη χρήση, υπό γενικούς ή ειδικούς όρους, που υποδεικνύεται από κράτη μέλη, φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2.

7.   Η Ευρωπόλ, η Eurojust και η OLAF ανταλλάσσουν πληροφορίες όταν, κατόπιν εξέτασης των δεδομένων που έχουν στη διάθεσή τους σύμφωνα με την παράγραφο 2, ή κατόπιν σύμπτωσης (hit) σύμφωνα με την παράγραφο 1, υπάρχουν ενδείξεις ότι τα δεδομένα μπορεί να είναι εσφαλμένα ή να συγκρούονται με άλλα δεδομένα.

Άρθρο 22

Υποχρέωση ενημέρωσης των κρατών μελών

1.   Η Ευρωπόλ, στο πλαίσιο του καθήκοντος που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β), ενημερώνει αμελλητί κράτος μέλος σχετικά με πληροφορίες που το αφορούν. Εάν οι πληροφορίες υπόκεινται σε περιορισμούς πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2, βάσει των οποίων απαγορεύεται η κοινοποίησή τους, η Ευρωπόλ συμβουλεύεται τον πάροχο των πληροφοριών που επιβάλλει τον περιορισμό στην πρόσβαση και του ζητά να εγκρίνει την κοινοποίηση των πληροφοριών.

Σε μια τέτοια περίπτωση, οι πληροφορίες δεν κοινοποιούνται χωρίς ρητή έγκριση του παρόχου.

2.   Η Ευρωπόλ ενημερώνει τα κράτη μέλη σχετικά με πληροφορίες που τα αφορούν, ανεξαρτήτως τυχόν περιορισμών στην πρόσβαση, εάν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για την αποτροπή επικείμενης απειλής κατά της ζωής.

Στην περίπτωση αυτή, η Ευρωπόλ ενημερώνει τον πάροχο των πληροφοριών σχετικά με την κοινοποίησή τους και ταυτόχρονα δικαιολογεί την ανάλυσή της σχετικά με την κατάσταση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΤΑΙΡΟΥΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Κοινές διατάξεις

Άρθρο 23

Κοινές διατάξεις

1.   Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ δύναται να συνάπτει και να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με τους φορείς της Ένωσης σύμφωνα με τους στόχους τους, τις αρχές τρίτων χωρών, διεθνείς οργανισμούς και ιδιωτικούς φορείς.

2.   Κατά το μέτρο που είναι σκόπιμο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, τηρουμένων τυχόν περιορισμών κατά το άρθρο 19 παράγραφος 2, καθώς και με την επιφύλαξη του άρθρου 67, η Ευρωπόλ δύναται να ανταλλάσσει απευθείας κάθε πληροφορία με τους φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, με εξαίρεση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

3.   Ο εκτελεστικός διευθυντής ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο για όλες τις σχέσεις τακτικής συνεργασίας με την Ευρωπόλ που προτίθεται να συνάψει και να διατηρήσει σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, καθώς και για την εξέλιξη των σχέσεων αυτών μετά τη σύναψή τους.

4.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, η Ευρωπόλ δύναται να συνάπτει ρυθμίσεις συνεργασίας με τους φορείς της παραγράφου 1. Αυτού του είδους οι ρυθμίσεις δεν επιτρέπουν την ανταλλαγή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δεν δεσμεύουν την Ένωση ή τα κράτη μέλη της.

5.   Η Ευρωπόλ δύναται να παραλαμβάνει και να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από τις οντότητες της παραγράφου 1, στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο και αναλογικό για την κατά νόμον εκπλήρωση των καθηκόντων της και με την επιφύλαξη του παρόντος κεφαλαίου.

6.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 30 παράγραφος 5, η διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ προς τους φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς επιτρέπεται μόνον εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την πρόληψη και την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων της Ευρωπόλ και σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, και εφόσον ο αποδέκτης δεσμεύεται ότι τα δεδομένα θα υποστούν επεξεργασία μόνο για τον σκοπό για τον οποίο διαβιβάστηκαν. Εάν τα δεδομένα που πρόκειται να διαβιβαστούν έχουν παρασχεθεί από κράτος μέλος, η Ευρωπόλ οφείλει να λάβει τη συγκατάθεση του εν λόγω κράτους μέλους, εκτός εάν το κράτος μέλος έχει δώσει εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή του στην περαιτέρω διαβίβαση, είτε γενικά είτε υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

7.   Απαγορεύεται η περαιτέρω διαβίβαση από κράτη μέλη, φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που έχει στην κατοχή της η Ευρωπόλ, εκτός εάν η Ευρωπόλ έχει δώσει ρητά εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή της.

8.   Η Ευρωπόλ διασφαλίζει ότι τηρούνται λεπτομερή αρχεία με όλες τις διαβιβάσεις προσωπικών δεδομένων και τους λόγους αυτών των διαβιβάσεων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

9.   Πληροφορίες οι οποίες προδήλως ελήφθησαν κατά προφανή παράβαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία.

ΤΜΗΜΑ 2

Διαβίβαση και ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Άρθρο 24

Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε φορείς της Ένωσης

Με την επιφύλαξη πιθανών περιορισμών δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 2 ή 3 και με την επιφύλαξη του άρθρου 67, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα απευθείας σε φορέα της Ένωσης, στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της ή των καθηκόντων του φορέα της Ένωσης που είναι αποδέκτης των δεδομένων.

Άρθρο 25

Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς

1.   Με την επιφύλαξη πιθανών περιορισμών δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 2 ή 3, και με την επιφύλαξη του άρθρου 67, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αρχή τρίτης χώρας ή σε διεθνή οργανισμό, στον βαθμό που η διαβίβαση αυτή είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της Ευρωπόλ, με βάση:

α)

απόφαση της Επιτροπής, εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/608 της εφαρμοστέας ενωσιακής νομοθεσίας για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τον σκοπό της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινής, και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, σύμφωνα με την οποία η τρίτη χώρα ή έδαφος ή τομέας επεξεργασίας εντός αυτής της τρίτης χώρας, ή ο εν λόγω διεθνής οργανισμός διασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίας («απόφαση περί επάρκειας»)·

β)

διεθνή συμφωνία συναφθείσα μεταξύ της Ένωσης και της εν λόγω τρίτης χώρας ή του εν λόγω διεθνούς οργανισμού δυνάμει του άρθρου 218 της ΣΛΕΕ, η οποία παρέχει επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων· ή

γ)

συμφωνία συνεργασίας που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πριν την 1η Μαΐου 2017, συναφθείσα μεταξύ της Ευρωπόλ και της εν λόγω τρίτης χώρας ή του εν λόγω διεθνούς οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ.

Η Ευρωπόλ δύναται να συνάψει διοικητικούς διακανονισμούς για την εφαρμογή των εν λόγω συμφωνιών ή των αποφάσεων περί επάρκειας.

2.   Ο εκτελεστικός διευθυντής ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο σχετικά με την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει αποφάσεων περί επάρκειας σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α).

3.   Η Ευρωπόλ δημοσιεύει στην ιστοσελίδα της και επικαιροποιεί κατάλογο των αποφάσεων περί επάρκειας, συμφωνιών, διοικητικών διακανονισμών και άλλες πράξεων που αφορούν την μεταφορά δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με την παράγραφο 1.

4.   Έως τις 14 Ιουνίου 2021, η Επιτροπή αξιολογεί τις διατάξεις που περιέχονται στις συμφωνίες συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), ιδίως τις διατάξεις για την προστασία των δεδομένων. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης και, ενδεχομένως, υποβάλλει στο Συμβούλιο σύσταση απόφασης που επιτρέπει την έναρξη διαπραγματεύσεων για τη σύναψη διεθνών συμφωνιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β).

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, ο εκτελεστικός διευθυντής δύναται να επιτρέπει τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, εάν η διαβίβαση είναι:

α)

απαραίτητη για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου προσώπου· ή

β)

απαραίτητη για την προστασία έννομων συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων, εφόσον το δίκαιο του κράτους μέλους που διαβιβάζει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προβλέπει κάτι τέτοιο· ή

γ)

απαραίτητη για την πρόληψη άμεσης και σοβαρής απειλής στη δημόσια ασφάλεια κράτους μέλους ή τρίτης χώρας·

δ)

απαραίτητη σε μεμονωμένες περιπτώσεις για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων· ή

ε)

απαραίτητη σε μεμονωμένες περιπτώσεις για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση νομικών αξιώσεων οι οποίες σχετίζονται με την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος ή την εκτέλεση συγκεκριμένης ποινικής κύρωσης.

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν διαβιβάζονται εάν ο εκτελεστικός διευθυντής κρίνει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων υπερισχύουν του δημόσιου συμφέροντος για τη διαβίβαση που ορίζεται στα στοιχεία δ) και ε).

Οι παρεκκλίσεις δύναται να μην εφαρμοστούν σε συστηματικές, μαζικές ή διαρθρωτικές διαβιβάσεις.

6.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, το διοικητικό συμβούλιο μπορεί, σε συνεννόηση με τον ΕΕΠΔ, να δώσει την άδεια, για περίοδο μη υπερβαίνουσα το ένα έτος η οποία είναι ανανεώσιμη, για την πραγματοποίηση σειράς διαβιβάσεων σύμφωνα με την παράγραφο 5 στοιχεία α) έως ε), εφόσον υπάρχουν κατάλληλες εγγυήσεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων. Η άδεια αιτιολογείται και τεκμηριώνεται.

7.   Ο εκτελεστικός διευθυντής ενημερώνει το συντομότερο το διοικητικό συμβούλιο και τον ΕΕΠΔ σχετικά με περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζει την παράγραφο 5.

8.   Η Ευρωπόλ διατηρεί λεπτομερή αρχεία όλων των διαβιβάσεων που διενεργούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 26

Ανταλλαγές δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με ιδιωτικούς φορείς

1.   Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ δύναται να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που προέρχονται από ιδιωτικούς φορείς, εφόσον τα δεδομένα λαμβάνονται μέσω:

α)

εθνικής μονάδας κράτους μέλους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·

β)

σημείου επαφής τρίτης χώρας ή διεθνούς οργανισμού με την οποία ή τον οποίο η Ευρωπόλ έχει συνάψει πριν την 1η Μαΐου 2017 συμφωνία συνεργασίας που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων δυνάμει του άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ· ή

γ)

αρχής τρίτης χώρας ή διεθνούς οργανισμού που υπόκειται σε απόφαση περί επάρκειας της προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού ή με την οποία ή τον οποίο η Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία κατ' εφαρμογή του άρθρου 218 ΣΛΕΕ.

2.   Σε περιπτώσεις όπου, παρά ταύτα, η Ευρωπόλ λαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα απευθείας από ιδιωτικούς φορείς και δεν μπορεί να προσδιοριστεί η εθνική μονάδα, το σημείο επαφής ή η αρχή που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Ευρωπόλ δύναται να επεξεργασθεί αυτά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποκλειστικά και μόνον για τον εντοπισμό αυτών των οντοτήτων. Ακολούθως, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται απευθείας στην οικεία εθνική μονάδα, σημείο επαφής ή αρχή και διαγράφονται εκτός εάν η οικεία εθνική μονάδα, σημείο επαφής ή αρχή υποβάλουν εκ νέου τα εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 εντός τεσσάρων μηνών μετά τη διαβίβασή τους. Η Ευρωπόλ διασφαλίζει με τεχνικά μέσα ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, τα εν λόγω δεδομένα δεν είναι προσβάσιμα για επεξεργασία για οποιονδήποτε άλλο σκοπό.

3.   Μετά τη μεταβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με την παράγραφο 5 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου η Ευρωπόλ δύναται να λαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα απευθείας από ιδιωτικούς φορείς — τα οποία ο συγκεκριμένος ιδιωτικός φορέας δηλώνει ότι έχει νόμιμο δικαίωμα να διαβιβάσει σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο — για να υποστούν επεξεργασία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ).

4.   Εάν η Ευρωπόλ λάβει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από ιδιωτικό φορέα τρίτης χώρας με την οποία δεν υπάρχει συμφωνία, συναφθείσα είτε βάσει του άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ είτε βάσει του άρθρου 218 ΣΛΕΕ ή η οποία δεν υπόκειται σε απόφαση περί επάρκειας της προστασίας κατά το άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάσει τα δεδομένα αυτά μόνον σε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ή τρίτη χώρα με το οποίο ή την οποία έχει συναφθεί τέτοια συμφωνία.

5.   Η Ευρωπόλ δεν διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε ιδιωτικούς φορείς εκτός εάν, κατά περίπτωση, εφόσον είναι απολύτως αναγκαίο και τηρούνται τυχόν περιορισμοί τεθέντες κατά το άρθρο 19 παράγραφοι 2 ή 3 και με την επιφύλαξη του άρθρου 67:

α)

η διαβίβαση είναι αναμφισβήτητα προς το συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων και είτε το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συναίνεσή του είτε οι περιστάσεις επιτρέπουν να τεκμαρθεί σαφώς η συναίνεσή του· ή

β)

η διαβίβαση είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή επικείμενης διάπραξης εγκληματικής πράξης, συμπεριλαμβανομένης πράξης τρομοκρατίας, για την οποία είναι αρμόδια η Ευρωπόλ· ή

γ)

η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων, που είναι δημοσίως διαθέσιμα, είναι απολύτως αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) και πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η διαβίβαση αφορά μεμονωμένες και συγκεκριμένες περιπτώσεις, και

ii)

κανένα θεμελιώδες δικαίωμα και ελευθερία του υποκειμένου των δεδομένων δεν υπερισχύει του δημόσιου συμφέροντος που απαιτεί τη διαβίβαση στη συγκεκριμένη περίπτωση.

6.   Όσον αφορά τα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, εάν ο συγκεκριμένος ιδιωτικός φορέας δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ή σε χώρα με την οποία η Ευρωπόλ έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας επιτρέπουσα την ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ή με την οποία η Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία κατ' εφαρμογή του άρθρο 218 ΣΛΕΕ ή η οποία δεν υπόκειται σε απόφαση περί επάρκειας κατά το άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, η διαβίβαση επιτρέπεται μόνο εάν η διαβίβαση είναι:

α)

απαραίτητη για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου προσώπου· ή

β)

απαραίτητη για τη διασφάλιση έννομων συμφερόντων του υποκείμενου των δεδομένων· ή

γ)

αναγκαία για την πρόληψη άμεσης και σοβαρής απειλής στη δημόσια ασφάλεια κράτους μέλους ή τρίτης χώρας· ή

δ)

απαραίτητη σε μεμονωμένες περιπτώσεις για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων· ή

ε)

απαραίτητη σε μεμονωμένες περιπτώσεις για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση νομικών αξιώσεων σχετιζομένων με την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη συγκεκριμένου ποινικού αδικήματος αρμοδιότητας της Ευρωπόλ.

7.   Η Ευρωπόλ διασφαλίζει ότι τηρούνται λεπτομερή αρχεία με όλες τις διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τους λόγους διαβίβασής, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, και ότι κοινοποιούνται, κατόπιν αιτήσεως, στον ΕΕΠΔ, σύμφωνα με το άρθρο 40.

8.   Εάν τα ληφθέντα ή προς διαβίβαση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θίγουν συμφέροντα κράτους μέλους, η Ευρωπόλ ενημερώνει πάραυτα την εθνική μονάδα του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

9.   Η Ευρωπόλ δεν έρχεται σε επαφή με ιδιωτικούς φορείς για την απόκτηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

10.   Η Επιτροπή αξιολογεί έως την 1η Μαΐου 2019 την πρακτική των άμεσων ανταλλαγών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με ιδιωτικούς φορείς.

Άρθρο 27

Πληροφορίες από ιδιώτες

1.   Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ δύναται να λαμβάνει και να επεξεργάζεται πληροφορίες προερχόμενες από ιδιώτες. Η Ευρωπόλ δύναται να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προερχόμενα από ιδιώτες υπό την προϋπόθεση ότι τα λαμβάνει μέσω:

α)

εθνικής μονάδας κράτους μέλους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία·

β)

σημείου επαφής τρίτης χώρας ή διεθνούς οργανισμού με την οποία ή τον οποίο η Ευρωπόλ έχει συνάψει πριν από την 1η Μαΐου 2017, συμφωνία συνεργασίας που επιτρέπει την ανταλλαγή δεδομένων δυνάμει του άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ· ή

γ)

αρχής τρίτης χώρας ή διεθνούς οργανισμού που υπόκεινται σε απόφαση περί επάρκειας κατά το άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή με τα οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει διεθνή συμφωνία κατ' εφαρμογή του άρθρου 218 ΣΛΕΕ.

2.   Εάν η Ευρωπόλ λάβει πληροφορίες που περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από ιδιώτη ο οποίος διαμένει σε τρίτη χώρα με την οποία δεν υπάρχει διεθνής συμφωνία, συναφθείσα είτε βάσει του άρθρου 23 της απόφασης 2009/371/ΔΕΥ είτε βάσει του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, ή η οποία δεν υπόκειται σε απόφαση περί επάρκειας κατά το άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, η Ευρωπόλ δύναται να διαβιβάσει τις πληροφορίες αυτές μόνον σε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ή τρίτη χώρα με τα οποία έχει συναφθεί τέτοια συμφωνία.

3.   Εάν τα ληφθέντα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θίγουν συμφέροντα κράτους μέλους, η Ευρωπόλ ενημερώνει πάραυτα την εθνική του μονάδα.

4.   Η Ευρωπόλ δεν έρχεται σε επαφή με ιδιώτες με σκοπό την ανάκτηση πληροφοριών.

5.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 36 και 37, η Ευρωπόλ δεν διαβιβάζει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε ιδιώτες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 28

Γενικές αρχές προστασίας των δεδομένων

1.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:

α)

υποβάλλονται σε θεμιτή και σύννομη επεξεργασία·

β)

συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς τους σκοπούς αυτούς. Η περαιτέρω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για ιστορικούς και στατιστικούς σκοπούς και για σκοπούς επιστημονικής έρευνας δεν θεωρείται ασυμβίβαστη, υπό την προϋπόθεση ότι η Ευρωπόλ παρέχει κατάλληλες εγγυήσεις, ιδίως για να διασφαλίζεται ότι τα δεδομένα δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία για άλλους σκοπούς·

γ)

είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται σε ό,τι είναι αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία·

δ)

είναι ακριβή και επικαιροποιημένα· πρέπει να λαμβάνεται κάθε εύλογο μέτρο ώστε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υφίστανται επεξεργασία, να διαγράφονται ή να διορθώνονται χωρίς καθυστέρηση·

ε)

διατηρούνται σε μορφή που επιτρέπει ταυτοποίηση του υποκειμένου των δεδομένων για διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει το απαιτούμενο για τους σκοπούς για τους οποίους τα δεδομένα υποβάλλονται σε επεξεργασία· και

στ)

υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο που εγγυάται την ασφάλειά τους.

2.   Η Ευρωπόλ θέτει στη διάθεση του κοινού έγγραφο όπου εκτίθενται με σαφήνεια οι διατάξεις σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τα μέσα που διατίθενται για την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων.

Άρθρο 29

Αξιολόγηση της αξιοπιστίας της πηγής και της ακρίβειας των πληροφοριών

1.   Η αξιοπιστία της πηγής πληροφοριών που προέρχονται από κράτος μέλος αξιολογείται κατά το δυνατόν από το παρέχον κράτος μέλος, βάσει των ακόλουθων κωδικών αξιολόγησης πηγής:

 

(Α): εάν δεν υπάρχει αμφιβολία για την αυθεντικότητα, την αξιοπιστία και την εγκυρότητα της πηγής, ή οι πληροφορίες παρέχονται από πηγή η οποία έχει πάντοτε αποδειχθεί αξιόπιστη·

 

(Β): εάν οι πληροφορίες προέρχονται από πηγή που έχει αποδειχθεί αξιόπιστη στις περισσότερες περιπτώσεις·

 

(Γ): εάν οι πληροφορίες προέρχονται από πηγή η οποία έχει αποδειχθεί αναξιόπιστη στις περισσότερες περιπτώσεις·

 

(Χ): εάν η αξιοπιστία της πηγής δεν μπορεί να εξακριβωθεί.

2.   Η ακρίβεια των πληροφοριών που προέρχονται από κράτος μέλος αξιολογείται κατά το δυνατόν από το παρέχον κράτος μέλος μέσω των ακόλουθων κωδικών αξιολόγησης:

 

(1): πληροφορίες αναμφίβολης ακρίβειας·

 

(2): πληροφορίες τις οποίες γνωρίζει προσωπικά η πηγή, αλλά όχι και ο αξιωματούχος που τις διαβιβάζει·

 

(3): πληροφορίες που δεν γνωρίζει προσωπικά η πηγή, αλλά οι οποίες επιβεβαιώνονται από άλλες πληροφορίες που έχουν ήδη καταγραφεί·

 

(4): πληροφορίες που δεν γνωρίζει προσωπικά η πηγή και οι οποίες δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν.

3.   Εάν η Ευρωπόλ, βάσει των πληροφοριών που ήδη διαθέτει, συμπεράνει ότι η αξιολόγηση των παραγράφων 1 και 2 πρέπει να διορθωθεί, ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και προσπαθεί να συνεννοηθεί μαζί του για την τροποποίηση της αξιολόγησης. Η Ευρωπόλ δεν τροποποιεί την αξιολόγηση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του κράτους μέλους.

4.   Εάν η Ευρωπόλ λάβει από κράτος μέλος πληροφορίες χωρίς την αξιολόγηση των παραγράφων 1 και 2, προσπαθεί να αξιολογήσει την αξιοπιστία της πηγής ή της ακριβείας των πληροφοριών βάσει των πληροφοριών που ήδη έχει. Η αξιολόγηση των δεδομένων και πληροφοριών γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη του παρέχοντος κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη και η Ευρωπόλ μπορούν επίσης να καταλήξουν σε γενική συμφωνία επί της αξιολόγησης συγκεκριμένων κατηγοριών δεδομένων και συγκεκριμένων πηγών. Εάν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτευχθεί συμφωνία ή εάν δεν υφίσταται γενική συμφωνία, η Ευρωπόλ αξιολογεί τις πληροφορίες ή τα δεδομένα και τους αποδίδει τους κωδικούς αξιολόγησης (Χ) και (4), σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 αναλόγως.

5.   Όταν η Ευρωπόλ λαμβάνει δεδομένα ή πληροφορίες από φορέα της Ένωσης, τρίτη χώρα, διεθνή οργανισμό ή ιδιωτικό φορέα, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται κατ' αναλογίαν.

6.   Οι πληροφορίες από πηγές διαθέσιμες στο κοινό αξιολογούνται από την Ευρωπόλ βάσει των κωδικών αξιολόγησης που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2.

7.   Όταν οι πληροφορίες είναι αποτέλεσμα ανάλυσης της Ευρωπόλ κατά την άσκηση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ αξιολογεί τις πληροφορίες αυτές σύμφωνα με το παρόν άρθρο και με τη σύμφωνη γνώμη των κρατών μελών που συμμετείχαν στην ανάλυση.

Άρθρο 30

Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και διαφόρων κατηγοριών υποκειμένων των δεδομένων

1.   Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θυμάτων αξιόποινων πράξεων, μαρτύρων ή άλλων προσώπων που μπορούν να δώσουν πληροφορίες για αξιόποινες πράξεις, ή προσώπων ηλικίας κάτω των 18 ετών, επιτρέπεται εάν είναι απολύτως αναγκαία για την αποτροπή ή την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων αρμοδιότητας της Ευρωπόλ.

2.   Η επεξεργασία, με αυτοματοποιημένα ή άλλα μέσα, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και γενετικών δεδομένων και δεδομένων που αφορούν την υγεία και τη σεξουαλική ζωή απαγορεύεται, εκτός εάν είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική για την αποτροπή ή την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων αρμοδιότητας της Ευρωπόλ και εάν τα δεδομένα αυτά συμπληρώνουν άλλα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που υπόκεινται σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ. Απαγορεύεται η επιλογή συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων με βάση αποκλειστικά τα προαναφερόμενα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

3.   Μόνο η Ευρωπόλ έχει άμεση πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως εκείνα των παραγράφων 1 και 2. Ο εκτελεστικός διευθυντής εξουσιοδοτεί δεόντως περιορισμένο αριθμό υπαλλήλων της Ευρωπόλ οι οποίοι θα έχουν τέτοια πρόσβαση εάν αυτό είναι αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

4.   Καμία απόφαση αρμόδιας αρχής που παράγει δυσμενείς νομικές συνέπειες για το υποκείμενο των δεδομένων δεν βασίζεται αποκλειστικά στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία των δεδομένων όπως εκείνα της παραγράφου 2, εκτός εάν η λήψη της απόφασης επιτρέπεται ρητώς δυνάμει του εθνικού ή του ενωσιακού δικαίου.

5.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως εκείνα των παραγράφων 1 και 2 δεν διαβιβάζονται σε κράτη μέλη, φορείς της Ένωσης, τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, εκτός εάν τέτοιες διαβιβάσεις είναι απολύτως αναγκαίες και αναλογικές σε μεμονωμένες περιπτώσεις αξιόποινων πράξεων αρμοδιότητας της Ευρωπόλ και σύμφωνα με το κεφάλαιο V.

6.   Η Ευρωπόλ παρέχει κάθε χρόνο στον ΕΕΠΔ στατιστική επισκόπηση όλων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 και έχουν υποστεί επεξεργασία από αυτήν.

Άρθρο 31

Προθεσμίες αποθήκευσης και διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία επεξεργάζεται η Ευρωπόλ αποθηκεύονται από την Ευρωπόλ μόνο για όσο διάστημα είναι αυστηρώς αναγκαίο και αναλογικό για τον σκοπό για τον οποίο τα δεδομένα γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας.

2.   Η Ευρωπόλ επανεξετάζει σε κάθε περίπτωση την ανάγκη συνέχισης της αποθήκευσης το αργότερο τρία χρόνια μετά την έναρξη της αρχικής επεξεργασίας των δεδομένων. Εάν η συνέχιση της αποθήκευσης εξακολουθεί να είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των καθηκόντων της, η Ευρωπόλ μπορεί να συνεχίσει την αποθήκευση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέχρι την επόμενη επανεξέταση, η οποία πραγματοποιείται έπειτα από μια ακόμη τριετία. Οι λόγοι για τη συνέχιση της αποθήκευσης αιτιολογούνται και καταγράφονται. Εάν δεν ληφθεί απόφαση για τη συνέχιση της αποθήκευσης των δεδομένων, αυτά διαγράφονται αυτομάτως μετά από τρία έτη.

3.   Εάν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στο άρθρο 30 παράγραφοι 1 και 2 αποθηκεύονται για περίοδο μεγαλύτερη των πέντε ετών, ενημερώνεται σχετικά ο ΕΕΠΔ.

4.   Στην περίπτωση που κατά τον χρόνο της διαβίβασης κράτος μέλος, φορέας της Ένωσης, τρίτη χώρα ή διεθνής οργανισμός έχει υποδείξει περιορισμό που αφορά προγενέστερη διαγραφή ή καταστροφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2, η Ευρωπόλ διαγράφει τα δεδομένα σύμφωνα με τον περιορισμό. Εάν η συνέχιση της αποθήκευσης των δεδομένων κρίνεται απαραίτητη, βάσει πληροφοριών οι οποίες είναι λεπτομερέστερες από εκείνες που έχει στη διάθεσή του ο πάροχος των δεδομένων, για την εκτέλεση των καθηκόντων της Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ ζητά άδεια από τον πάροχο των δεδομένων να συνεχίσει να αποθηκεύει τα δεδομένα, αιτιολογώντας το αίτημά της.

5.   Στην περίπτωση που κράτος μέλος, φορέας της Ένωσης, τρίτη χώρα ή διεθνής οργανισμός διαγράψει από τα αρχεία του προσωπικά δεδομένα τα οποία έχει διαβιβάσει στην Ευρωπόλ, οφείλει να ενημερώσει σχετικά την Ευρωπόλ. Η Ευρωπόλ διαγράφει τα δεδομένα αυτά, εκτός εάν η συνέχιση της αποθήκευσής τους κριθεί απαραίτητη για την άσκηση των καθηκόντων της, με βάση πληροφορίες οι οποίες είναι λεπτομερέστερες από εκείνες που έχει στη διάθεσή του ο πάροχος των δεδομένων. Η Ευρωπόλ ενημερώνει τον πάροχο των δεδομένων σχετικά με τη συνέχιση της αποθήκευσής των δεδομένων αυτών και την αιτιολογεί.

6.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν διαγράφονται εάν:

α)

η διαγραφή θίγει τα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων το οποίο χρήζει προστασίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα δεδομένα επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν μόνο με τη ρητή και γραπτή συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων·

β)

η ακρίβειά τους αμφισβητείται από το υποκείμενο των δεδομένων, για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται ώστε τα κράτη μέλη ή η Ευρωπόλ, ανάλογα με την περίπτωση, να εξακριβώσουν την ακρίβειά τους·

γ)

επιβάλλεται να διατηρηθούν για σκοπούς απόδειξης ή για την θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικής αξίωσης· ή

δ)

το υποκείμενο των δεδομένων αντιτάσσεται στη διαγραφή τους και ζητεί αντ' αυτής περιορισμό στη χρήση τους.

Άρθρο 32

Ασφάλεια της επεξεργασίας

1.   Η Ευρωπόλ εφαρμόζει τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τυχαία ή παράνομη καταστροφή, τυχαία απώλεια ή απαγορευμένη δημοσιοποίηση, αλλοίωση και πρόσβαση ή από κάθε άλλη μορφή παράνομης επεξεργασίας.

2.   Όσον αφορά την αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων, η Ευρωπόλ και κάθε κράτος μέλος εφαρμόζουν μέτρα που έχουν ως στόχο:

α)

την απαγόρευση της πρόσβασης μη εξουσιοδοτημένων προσώπων σε εξοπλισμό επεξεργασίας δεδομένων που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος πρόσβασης σε εξοπλισμό)·

β)

την αποφυγή της μη επιτρεπόμενης ανάγνωσης, αντιγραφής, τροποποίησης ή αφαίρεσης υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος υποθεμάτων δεδομένων)·

γ)

την αποφυγή της μη επιτρεπόμενης εισαγωγής δεδομένων και του μη επιτρεπόμενου ελέγχου, τροποποίησης ή διαγραφής αποθηκευμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (έλεγχος αποθήκευσης)·

δ)

την αποτροπή της χρήσης συστημάτων αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα με τη χρήση εξοπλισμού διαβίβασης δεδομένων (έλεγχος των χρηστών)·

ε)

να διασφαλίζεται ότι πρόσωπα που διαθέτουν εξουσιοδότηση για τη χρήση συστήματος αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων διαθέτουν πρόσβαση μόνο στα δεδομένα που καλύπτονται από το δικαίωμα πρόσβασης που τους αναγνωρίζεται (έλεγχος της πρόσβασης σε δεδομένα)·

στ)

να διασφαλίζεται ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται σε ποιους φορείς επιτρέπεται να διαβιβάζονται ή έχουν διαβιβαστεί δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα με τη χρήση εξοπλισμού διαβίβασης δεδομένων (έλεγχος της διαβίβασης)·

ζ)

να διασφαλίζεται ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται ποια δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα έχουν εισαχθεί στα συστήματα αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων, πότε και από ποιον (έλεγχος της εισαγωγής)·

η)

να διασφαλίζεται ότι είναι δυνατό να εξακριβώνεται και να αποδεικνύεται σε ποιά δεδομένα υπήρξε πρόσβαση, από ποιο μέλος του προσωπικού και τι ώρα (καταγραφή πρόσβασης)·

θ)

να εμποδίζεται η άνευ εξουσιοδότησης ανάγνωση, αντιγραφή, τροποποίηση ή διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή κατά τη μεταφορά υποθεμάτων δεδομένων (έλεγχος της μεταφοράς)·

ι)

να διασφαλίζεται η δυνατότητα άμεσης αποκατάστασης της λειτουργίας εγκατεστημένων συστημάτων σε περίπτωση διακοπής (αποκατάσταση)· και

ια)

να διασφαλίζεται ότι το σύστημα λειτουργεί αλάνθαστα, ότι γνωστοποιείται αμέσως κάθε ελαττωματική λειτουργία που παρουσιάζεται (αξιοπιστία) και ότι τα αποθηκευμένα δεδομένα δεν είναι δυνατό να υποστούν αλλοίωση εξαιτίας κακής λειτουργίας του συστήματος (ακεραιότητα).

3.   Η Ευρωπόλ και τα κράτη μέλη καθορίζουν μηχανισμούς οι οποίοι διασφαλίζουν ότι οι ανάγκες ασφάλειας λαμβάνονται υπόψη στην οριοθέτηση των συστημάτων πληροφοριών.

Άρθρο 33

Προστασία των δεδομένων ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού

Η Ευρωπόλ εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα και διαδικασίες έτσι ώστε η επεξεργασία να τηρεί τον παρόντα κανονισμό και να εξασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων.

Άρθρο 34

Κοινοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις οικείες αρχές

1.   Σε περίπτωση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Ευρωπόλ κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την παραβίαση προσωπικών δεδομένων στον ΕΕΠΔ, καθώς και στις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παράγραφος 5, καθώς και στον πάροχο των εν λόγω δεδομένων.

2.   Η κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 πρέπει, κατ' ελάχιστον:

α)

να περιγράφει τη φύση της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον είναι δυνατό και προσήκον, των κατηγοριών και του αριθμού των ενδιαφερόμενων υποκειμένων των δεδομένων, των κατηγοριών και του αριθμού των σχετικών αρχείων δεδομένων·

β)

να περιγράφει τις ενδεχόμενες συνέπειες της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

γ)

να περιγράφει τα μέτρα που προτείνονται ή που λήφθηκαν από την Ευρωπόλ για την αντιμετώπιση της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· και

δ)

όπου είναι σκόπιμο, να συνιστά μέτρα για το μετριασμό των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

3.   Η Ευρωπόλ τεκμηριώνει τυχόν παραβιάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την παραβίαση, τις επιπτώσεις τους και τα διορθωτικά μέτρα που ελήφθησαν, επιτρέποντας στον ΕΕΠΔ να εξακριβώσει τη συμμόρφωση προς το παρόν άρθρο.

Άρθρο 35

Γνωστοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων

1.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, όταν η παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπεται στο άρθρο 34 ενδέχεται να επηρεάσει σοβαρά και αρνητικά τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων, η Ευρωπόλ γνωστοποιεί την παραβίαση των προσωπικών δεδομένων στο υποκείμενο των δεδομένων χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

2.   Η γνωστοποίηση στο ενδιαφερόμενο υποκείμενο των δεδομένων, όπως διατυπώνεται στην παράγραφο 1 περιγράφει, αν είναι εφικτό, τη φύση της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συνιστά μέτρα για το μετριασμό των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών της παραβίασης των προσωπικών δεδομένων και περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπεύθυνου προστασίας δεδομένων.

3.   Εάν η Ευρωπόλ δεν διαθέτει τα στοιχεία επικοινωνίας του υποκειμένου των δεδομένων, ζητεί από τον πάροχο των δεδομένων να γνωστοποιήσει την παραβίαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων και να ενημερώσει την Ευρωπόλ σχετικά με την απόφαση που ελήφθη. Τα κράτη μέλη που παρείχαν τα δεδομένα γνωστοποιούν την παραβίαση στο ενδιαφερόμενο υποκείμενο των δεδομένων σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό τους δίκαιο.

4.   Η γνωστοποίηση της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων δεν απαιτείται εφόσον:

α)

η Ευρωπόλ έχει εφαρμόσει σχετικά με τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορά η παράβαση κατάλληλα τεχνολογικά μέτρα προστασίας που καθιστούν τα δεδομένα ακατανόητα σε οποιοδήποτε πρόσωπο δεν διαθέτει εξουσία πρόσβασης σε αυτά· ή

β)

η Ευρωπόλ έλαβε επακόλουθα μέτρα που διασφαλίζουν ότι δεν είναι πλέον πιθανό να θιγούν σοβαρά τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων· ή

γ)

η γνωστοποίηση προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες, ιδίως λόγω του αριθμού των σχετικών υποθέσεων. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να γίνεται δημόσια γνωστοποίηση ή να λαμβάνεται παρόμοιο μέτρο με το οποίο τα οικεία υποκείμενα των δεδομένων ενημερώνονται με εξίσου αποτελεσματικό τρόπο.

5.   Η γνωστοποίηση στο υποκείμενο των δεδομένων μπορεί να καθυστερήσει, να περιοριστεί ή να παραλειφθεί όταν αυτό συνιστά αναγκαίο μέτρο λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα έννομα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου προσώπου:

α)

για αποφυγή της παρακώλυσης επίσημων ή νομικών ερευνών, διερευνήσεων ή διαδικασιών·

β)

για αποφυγή της παρεμπόδισης της πρόληψης, του εντοπισμού, της διερεύνησης και της δίωξης αξιόποινων πράξεων ή για την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων·

γ)

για προστασία της δημόσιας τάξης και της εθνικής ασφάλειας·

δ)

για προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων.

Άρθρο 36

Δικαίωμα πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων

1.   Κάθε πρόσωπο δικαιούται να λαμβάνει, σε τακτά χρονικά διαστήματα, πληροφορίες σχετικά με το αν η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, η Ευρωπόλ παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων:

α)

επιβεβαίωση σχετικά με το εάν τα δεδομένα που το αφορούν υποβάλλονται ή όχι σε επεξεργασία·

β)

πληροφορίες τουλάχιστον σχετικά με τους σκοπούς της επεξεργασίας, τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά, και τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα·

γ)

γνωστοποίηση, με κατανοητή μορφή, των υπό επεξεργασία δεδομένων καθώς και κάθε διαθέσιμης πληροφορίας σχετικά με την προέλευσή τους·

δ)

αναφορά της νομικής βάσης στην οποία στηρίζεται η επεξεργασία των δεδομένων·

ε)

το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα αποθήκευσης των προσωπικών δεδομένων·

στ)

την ύπαρξη του δικαιώματος υποβολής αιτήματος προς την Ευρωπόλ για διόρθωση, διαγραφή ή περιορισμό της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με το υποκείμενο των δεδομένων.

3.   Εάν τα υποκείμενα των δεδομένων επιθυμούν να ασκήσουν το δικαίωμα πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν, μπορούν να υποβάλλουν χωρίς υπερβολικά έξοδα σχετική αίτηση προς την αρχή που έχει οριστεί για τον σκοπό αυτό στο κράτος μέλος της επιλογής τους. Η εν λόγω αρχή διαβιβάζει την αίτηση στην Ευρωπόλ αμελλητί και, σε κάθε περίπτωση, εντός μηνός από την παραλαβή της. Η Ευρωπόλ επιβεβαιώνει την παραλαβή της αίτησης.

4.   Η Ευρωπόλ επιβεβαιώνει την παραλαβή της αίτησης κατά την παράγραφο 3. Η Ευρωπόλ απαντά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης εθνικής αρχής.

5.   Η Ευρωπόλ συμβουλεύεται τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 5, και τον πάροχο των δεδομένων σχετικά με την απόφαση που καλείται να λάβει. Η απόφαση για τη χορήγηση πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα τελεί υπό την αίρεση της στενής συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπόλ και των κρατών μελών και του παρόχου των δεδομένων που επηρεάζεται άμεσα από την πρόσβαση του υποκειμένου των δεδομένων στα εν λόγω δεδομένα. Σε περίπτωση που το κράτος μέλος ή ο πάροχος των δεδομένων έχει αντίρρηση για την απάντηση που προτίθεται να δώσει η Ευρωπόλ, γνωστοποιεί τους λόγους της αντίρρησής του στην Ευρωπόλ σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου. Η Ευρωπόλ λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη αυτές τις αντιρρήσεις. Η Ευρωπόλ κοινοποιεί ακολούθως την απόφασή της στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παράγραφος 5 και στον πάροχο των δεδομένων.

6.   Η παροχή πληροφοριών ως απάντηση σε οιαδήποτε αίτηση βάσει της παραγράφου 1 μπορεί να απορρίπτεται ή να περιορίζεται αν αυτή η απόρριψη ή ο περιορισμός αποτελεί αναγκαίο μέτρο προκειμένου:

α)

να μπορέσει η Ευρωπόλ να εκπληρώσει καταλλήλως τα καθήκοντά της·

β)

να προστατευτεί η ασφάλεια και η δημόσια τάξη ή να αποτραπεί η εγκληματικότητα·

γ)

να διασφαλιστεί ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο τυχόν εθνική έρευνα· ή

δ)

για προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων.

Κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εξαίρεσης λαμβάνονται υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα και συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων.

7.   Η Ευρωπόλ ενημερώνει γραπτώς το υποκείμενο των δεδομένων για οποιαδήποτε άρνηση ή περιορισμό της πρόσβασης, για τους λόγους της απόφασης αυτής, καθώς και για το δικαίωμά του να υποβάλει καταγγελία στον ΕΕΠΔ. Εάν η παροχή των πληροφοριών αυτών θα καθιστούσε την παράγραφο 6 ανίσχυρη, η Ευρωπόλ γνωστοποιεί μόνον στο ενδιαφερόμενο υποκείμενο των δεδομένων ότι διενήργησε τους ελέγχους χωρίς να δώσει οιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία ενδέχεται να του αποκαλύψει εάν η Ευρωπόλ επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Άρθρο 37

Δικαίωμα διόρθωσης, διαγραφής και περιορισμού

1.   Τα υποκείμενα των δεδομένων που έλαβαν πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν και τα οποία υποβλήθηκαν σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 36 έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από την Ευρωπόλ, μέσω της αρχής που έχει οριστεί για τον σκοπό αυτόν στο κράτος μέλος της επιλογής τους, τη διόρθωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν ή τα οποία έχει στην κατοχή της η Ευρωπόλ εάν αυτά είναι εσφαλμένα, ή τη συμπλήρωση ή την επικαιροποίησή τους. Η εν λόγω αρχή διαβιβάζει την αίτηση στην Ευρωπόλ αμελλητί και, σε κάθε περίπτωση, εντός μηνός από την παραλαβή της.

2.   Τα υποκείμενα των δεδομένων που έλαβαν πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν και τα οποία υποβλήθηκαν σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 36 του παρόντος κανονισμού έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από την Ευρωπόλ, μέσω της αρχής που έχει οριστεί για τον σκοπό αυτόν στο κράτος μέλος της επιλογής τους, τη διόρθωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν και έχει στην κατοχή της η Ευρωπόλ εάν αυτά είναι εσφαλμένα και τη συμπλήρωση ή την επικαιροποίησή τους. Η εν λόγω αρχή διαβιβάζει την αίτηση στην Ευρωπόλ αμελλητί και, σε κάθε περίπτωση, εντός μηνός από την παραλαβή της.

3.   Εάν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι ώστε να θεωρείται ότι η διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της παραγράφου 2 θα μπορούσε να βλάψει τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων, αυτά δεν διαγράφονται αλλά περιορίζονται από την Ευρωπόλ. Τα περιορισμένα δεδομένα υπόκεινται σε επεξεργασία μόνο για τον σκοπό για τον οποίο παρεμποδίστηκε η διαγραφή τους.

4.   Η Ευρωπόλ διορθώνει, διαγράφει ή περιορίζει προσωπικά δεδομένα όπως αυτά που περιγράφονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, τα οποία έχουν περιέλθει στην κατοχή της κατόπιν διαβίβασης από τρίτες χώρες, διεθνείς οργανισμούς ή φορείς της Ένωσης, έχουν παρασχεθεί απευθείας από ιδιωτικούς φορείς ή έχουν ανακτηθεί από την Ευρωπόλ από πηγές διαθέσιμες στο κοινό ή είναι προϊόν των αναλύσεων της ίδιας της Ευρωπόλ και ενημερώνει, κατά περίπτωση, τον πάροχο των δεδομένων.

5.   Τα κράτη μέλη διορθώνουν, διαγράφουν ή περιορίζουν σε συνεργασία με την Ευρωπόλ και εντός του πλαισίου των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους προσωπικά δεδομένα όπως αυτά που περιγράφονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, τα οποία έχουν τα ίδια διαβιβάσει στην Ευρωπόλ.

6.   Σε περίπτωση που ανακριβή προσωπικά δεδομένα έχουν διαβιβαστεί με άλλον κατάλληλο τρόπο ή σε περίπτωση που τα λάθη σε δεδομένα τα οποία έχουν παρασχεθεί από κράτη μέλη οφείλονται σε εσφαλμένη διαβίβαση ή διαβίβαση κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού ή εάν τα λάθη είναι αποτέλεσμα της καταχώρισης, της απόκτησης ή της αποθήκευσης των δεδομένων με εσφαλμένο τρόπο ή κατά παράβαση του παρόντος κανονισμού από την Ευρωπόλ, η Ευρωπόλ διορθώνει ή διαγράφει τα δεδομένα σε συνεργασία με τον ενδιαφερόμενο πάροχο των δεδομένων.

7.   Στις περιπτώσεις των παραγράφων 4, 5 και 6, όλοι οι αποδέκτες των δεδομένων αυτών ενημερώνονται πάραυτα. Σύμφωνα με τους ισχύοντες έναντι αυτών κανόνες, οι αποδέκτες στη συνέχεια διορθώνουν, διαγράφουν ή περιορίζουν τα δεδομένα αυτά στα συστήματά τους.

8.   Η Ευρωπόλ ενημερώνει γραπτώς τα υποκείμενα των δεδομένων χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και σε κάθε περίπτωση εντός τριών μηνών από την παραλαβή του αιτήματος κατά την παράγραφο 1 ή 2, ότι δεδομένα που τα αφορούν έχουν διορθωθεί, διαγραφεί ή περιοριστεί.

9.   Η Ευρωπόλ ενημερώνει γραπτώς τα υποκείμενα των δεδομένων εντός τριμήνου από την παραλαβή του αιτήματος κατά την παράγραφο 1 ή 2 σχετικά με τυχόν απόρριψη διόρθωσης ή διαγραφής ή περιορισμού, σχετικά με το σκεπτικό της απορριπτικής απόφασης, καθώς και με τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και άσκησης δικαστικής προσφυγής.

Άρθρο 38

Ευθύνη για θέματα προστασίας των δεδομένων

1.   Η Ευρωπόλ αποθηκεύει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά τρόπον ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η πηγή τους σύμφωνα με το άρθρο 17.

2.   Η ευθύνη ποιότητος των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1 στοιχείο δ) βαρύνει:

α)

το κράτος μέλος ή τον φορέα της Ένωσης που παρέσχε τα δεδομένα αυτά στην Ευρωπόλ·

β)

την Ευρωπόλ όσον αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα παρεχόμενα από τρίτες χώρες, διεθνείς οργανισμούς, ή απευθείας από ιδιωτικούς φορείς, καθώς και όσον αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που ανακτώνται από την Ευρωπόλ από πηγές διαθέσιμες στο κοινό ή που προκύπτουν από εργασίες ανάλυσης της ίδιας της Ευρωπόλ και όσον αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποθηκευμένα από την Ευρωπόλ σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 5.

3.   Εάν η Ευρωπόλ διαπιστώσει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παρασχέθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) είναι ανακριβή ή έχουν αποθηκευτεί παρανόμως, τότε ενημερώνει σχετικά τον πάροχο αυτών των δεδομένων.

4.   Η Ευρωπόλ είναι υπεύθυνη για τη συμμόρφωση προς τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 28 παράγραφος 1 στοιχεία α), β), γ), ε) και στ).

5.   Η ευθύνη για τη νομιμότητα της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βαρύνει:

α)

τα κράτη μέλη που προσκόμισαν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στην Ευρωπόλ·

β)

την Ευρωπόλ στην περίπτωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που έχει παράσχει στα κράτη μέλη, σε τρίτες χώρες ή σε διεθνείς οργανισμούς.

6.   Σε περίπτωση διαβίβασης μεταξύ της Ευρωπόλ και φορέα της Ένωσης, η ευθύνη για τη νομιμότητα της διαβίβασης βαρύνει την Ευρωπόλ.

Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, σε περίπτωση διαβίβασης δεδομένων από την Ευρωπόλ κατόπιν αιτήματος του αποδέκτη, υπεύθυνοι για τη νομιμότητα της διαβίβασης είναι αμφότεροι η Ευρωπόλ και ο αποδέκτης.

7.   Η Ευρωπόλ είναι υπεύθυνη για όλες τις πράξεις επεξεργασίας δεδομένων που εκτελεί η ίδια, πλην της διμερούς ανταλλαγής δεδομένων που γίνεται με χρήση της υποδομής της Ευρωπόλ μεταξύ κρατών μελών, φορέων της Ένωσης, τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών, στην οποία η Ευρωπόλ δεν έχει πρόσβαση. Η διμερής ανταλλαγή αυτή πραγματοποιείται υπ' ευθύνη των ενδιαφερομένων οντοτήτων και σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Η ασφάλεια αυτής της ανταλλαγής κατοχυρώνεται βάσει του άρθρου 32.

Άρθρο 39

Προηγούμενη διαβούλευση

1.   Κάθε νέος τύπος πράξεων επεξεργασίας που πρόκειται να πραγματοποιηθεί, υπόκειται σε προηγούμενη διαβούλευση εφόσον:

α)

υποβάλλονται σε επεξεργασία ειδικές κατηγορίες δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2·

β)

ο τύπος της επεξεργασίας, ειδικότερα με χρήση νέων τεχνολογιών, μηχανισμών ή διαδικασιών, ενέχει κατά τα άλλα ιδιαίτερους κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες, και ιδίως για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων των δεδομένων.

2.   Η προηγούμενη διαβούλευση διενεργείται από τον ΕΕΠΔ κατόπιν κοινοποίησης από τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων η οποία περιέχει τουλάχιστον γενική περιγραφή των προβλεπόμενων πράξεων επεξεργασίας, εκτίμηση των κινδύνων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων, τα μέτρα που προβλέπονται για την αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών, εγγυήσεις και μέτρα ασφαλείας και μηχανισμούς, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και να αποδεικνύεται η τήρηση του παρόντος κανονισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων και άλλων ενδιαφερόμενων προσώπων.

3.   Ο ΕΕΠΔ παραδίδει την γνώμη του στο διοικητικό συμβούλιο εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης. Το διάστημα αυτό μπορεί να παραταθεί έως ότου ο ΕΕΠΔ λάβει τυχόν περαιτέρω πληροφορίες που έχει ζητήσει.

Η μη έκδοση γνώμης μετά την παρέλευση 4 μηνών εκλαμβάνεται ως ευνοϊκή γνώμη.

Εάν, κατά τη γνώμη του ΕΕΠΔ, η κοινοποιούμενη επεξεργασία μπορεί να συνεπάγεται παραβίαση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, ο ΕΕΠΔ διατυπώνει, ανάλογα με την περίπτωση, προτάσεις για την αποτροπή της παραβίασης. Εάν η Ευρωπόλ δεν προβεί σε αντίστοιχη τροποποίηση της πράξης επεξεργασίας, ο ΕΕΠΔ δύναται να ασκήσει τις εξουσίες του δυνάμει του άρθρου 43 παράγραφος 3.

4.   Ο ΕΕΠΔ τηρεί μητρώο με όλες τις πράξεις επεξεργασίας που του κοινοποιούνται δυνάμει της παραγράφου 1. Το μητρώο αυτό δεν δημοσιοποιείται.

Άρθρο 40

Καταχώριση και τεκμηρίωση

1.   Για τους σκοπούς της εξακρίβωσης της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων, του αυτοελέγχου και της διασφάλισης της ακεραιότητας και ασφάλειας των δεδομένων, η Ευρωπόλ τηρεί αρχεία συλλογής, μεταβολής, πρόσβασης, γνωστοποίησης, συνδυασμού ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Καταχωρίσεις ή τεκμηριώσεις αυτού του είδους διαγράφονται μετά από την τριετία, εκτός εάν τα δεδομένα που περιέχουν εξακολουθούν να είναι αναγκαία για συνεχή έλεγχο. Οι καταχωρίσεις δεν μπορούν να τροποποιηθούν.

2.   Καταχωρίσεις ή τεκμηριώσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 διαβιβάζονται, κατόπιν αιτήσεως, στον ΕΕΠΔ, στον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων και, αν είναι αναγκαίες για μια συγκεκριμένη έρευνα, στην ενδιαφερόμενη εθνική μονάδα. Οι πληροφορίες που έχουν διαβιβαστεί κατ' αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιούνται μόνο για τον έλεγχο της προστασίας των δεδομένων και για τη διασφάλιση της ορθής επεξεργασίας τους καθώς και της ακεραιότητας και της ασφάλειας των δεδομένων.

Άρθρο 41

Υπεύθυνος προστασίας δεδομένων

1.   Το διοικητικό συμβούλιο διορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, ο οποίος πρέπει να είναι μέλος του προσωπικού. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων απολαύει πλήρους ανεξαρτησίας.

2.   Η επιλογή του υπευθύνου προστασίας δεδομένων γίνεται με κριτήριο τα προσωπικά και επαγγελματικά του προσόντα και, ιδίως, τις ειδικές του γνώσεις στον τομέα της προστασίας δεδομένων.

Κατά την επιλογή του υπευθύνου προστασίας δεδομένων, εξασφαλίζεται ότι δεν θα μπορούσε να προκύψει σύγκρουση συμφερόντων από την άσκηση των καθηκόντων του ως υπευθύνου και άλλων επισήμων καθηκόντων που μπορεί ενδεχομένως να ασκεί, ειδικότερα των καθηκόντων που αφορούν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

3.   Η διάρκεια της θητείας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων είναι τέσσερα έτη. Η θητεία του μπορεί να ανανεώνεται, χωρίς όμως η συνολική διάρκεια της θητείας να μπορεί να υπερβεί τα οκτώ έτη. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων είναι δυνατόν να απαλλάσσεται από τα καθήκοντά του ως υπευθύνου προστασίας δεδομένων από το διοικητικό συμβούλιο μόνο με τη συγκατάθεση του ΕΕΠΔ, εφόσον έχει παύσει να πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του.

4.   Το διοικητικό συμβούλιο που διορίζει τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, γνωστοποιεί εν συνεχεία το όνομα αυτού στον ΕΕΠΔ.

5.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων δεν είναι δυνατόν να λαμβάνει εντολές κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

6.   Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων έχει ειδικότερα τα ακόλουθα καθήκοντα όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εξαιρουμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διοικητικής φύσεως:

α)

διασφαλίζει κατά ανεξάρτητο τρόπο την εσωτερική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σε σχέση με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

β)

διασφαλίζει ότι τηρούνται αρχεία διαβίβασης και παραλαβής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

γ)

διασφαλίζει ότι τα υποκείμενα των δεδομένων ενημερώνονται κατόπιν αιτήσεώς τους σχετικά με τα δικαιώματά τους βάσει του παρόντος κανονισμού·

δ)

συνεργάζεται με το προσωπικό της Ευρωπόλ που είναι υπεύθυνο για τις διαδικασίες, την εκπαίδευση και την παροχή συμβουλών σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων·

ε)

συνεργάζεται με τον ΕΕΠΔ·

στ)

καταρτίζει ετήσια έκθεση και την κοινοποιεί στο διοικητικό συμβούλιο και στον ΕΕΠΔ.

ζ)

τηρεί μητρώο παραβιάσεων προσωπικών δεδομένων.

7.   Επιπλέον, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 όσον αφορά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διοικητικής φύσεως.

8.   Στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων διαθέτει πρόσβαση στο σύνολο των δεδομένων που επεξεργάζεται η Ευρωπόλ και σε όλους τους χώρους της Ευρωπόλ.

9.   Σε περίπτωση που ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων θεωρεί ότι έχουν παραβιαστεί οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενημερώνει σχετικά τον εκτελεστικό διευθυντή ζητώντας την επίλυση του ζητήματος της παραβίασης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.

Αν ο εκτελεστικός διευθυντής δεν δώσει λύση στο ζήτημα της παραβίασης των διατάξεων περί επεξεργασίας εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων ενημερώνει σχετικά το διοικητικό συμβούλιο. Ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων και το διοικητικό συμβούλιο συμφωνούν από κοινού προθεσμία εντός της οποίας το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να απαντήσει. Αν το διοικητικό συμβούλιο δεν επιλύσει το ζήτημα της μη συμμόρφωσης εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων παραπέμπει το ζήτημα στον ΕΕΠΔ.

10.   Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει κανόνες εφαρμογής σχετικά με τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων. Οι εν λόγω κανόνες αφορούν, ιδίως, τη διαδικασία επιλογής για τη θέση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων και την καθαίρεσή του, τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις, τις εξουσίες και τα μέτρα διασφάλισης της ανεξαρτησίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων.

11.   Η Ευρωπόλ παρέχει στον υπεύθυνο επεξεργασίας δεδομένων το αναγκαίο προσωπικό και πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Τα μέλη του εν λόγω προσωπικού έχουν πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία από την Ευρωπόλ και στους υπηρεσιακούς της χώρους μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την άσκηση των καθηκόντων τους.

12.   Ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεδομένων και το προσωπικό του υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 1.

Άρθρο 42

Εποπτεία από την εθνική εποπτική αρχή

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια εθνική εποπτική αρχή, αποστολή της οποίας είναι να ελέγχει, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο και υπό καθεστώς ανεξαρτησίας, τη νομιμότητα της διαβίβασης, ανάκτησης και κοινοποίησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Ευρωπόλ από το οικείο κράτος μέλος, καθώς επίσης να εξετάζει κατά πόσον μια τέτοια διαβίβαση, ανάκτηση ή κοινοποίηση παραβιάζει τα δικαιώματα των οικείων υποκειμένων των δεδομένων. Για τον σκοπό αυτό, η εθνική εποπτική αρχή έχει πρόσβαση στους χώρους της οικείας εθνικής μονάδας ή στους χώρους που χρησιμοποιούν οι αξιωματικοί-σύνδεσμοι, στα δεδομένα που υποβάλλονται από το οικείο κράτος μέλος στην Ευρωπόλ, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες και στις καταχωρίσεις και τεκμηριώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 40.

2.   Για τους σκοπούς της άσκησης των εποπτικών τους καθηκόντων, οι εθνικές εποπτικές αρχές έχουν πρόσβαση στα γραφεία και στα έγγραφα των αξιωματικών-συνδέσμων τους στην Ευρωπόλ.

3.   Οι εθνικές εποπτικές αρχές εποπτεύουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές διαδικασίες, τις δραστηριότητες των εθνικών μονάδων και τις δραστηριότητες των αξιωματικών-συνδέσμων, στο μέτρο που οι δραστηριότητες αυτές αφορούν την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Τηρούν επίσης ενήμερο τον ΕΕΠΔ για κάθε ενέργεια στην οποία προβαίνουν σε σχέση με την Ευρωπόλ.

4.   Κάθε πρόσωπο δικαιούται να ζητήσει από την εθνική εποπτική αρχή να διασφαλίσει τη νομιμότητα οποιασδήποτε διαβίβασης ή κοινοποίησης στην Ευρωπόλ δεδομένων που το αφορούν υπό οποιαδήποτε μορφή, καθώς και τη νομιμότητα της πρόσβασης του οικείου κράτους μέλους στα δεδομένα αυτά. Το δικαίωμα αυτό ασκείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η σχετική αίτηση.

Άρθρο 43

Εποπτεία από τον ΕΕΠΔ

1.   Ο ΕΕΠΔ είναι αρμόδιος για την παρακολούθηση και τη διασφάλιση της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Ευρωπόλ, καθώς και για παροχή συμβουλών προς την Ευρωπόλ και στα υποκείμενα των δεδομένων για κάθε θέμα που αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Για το σκοπό αυτόν εκπληρώνει τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 και ασκεί τις εξουσίες σύμφωνα με την παράγραφο 3 ενώ συνεργάζεται στενά με τις εθνικές εποπτικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 44.

2.   Ο ΕΕΠΔ έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες:

α)

εξέταση και διερεύνηση ενστάσεων και ενημέρωση των υποκειμένων των δεδομένων σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνάς του εντός εύλογης προθεσμίας·

β)

διενέργεια ερευνών είτε αυτεπαγγέλτως ή μετά από ένσταση, και ενημέρωση των υποκειμένων των δεδομένων σχετικά με τα αποτελέσματα της έρευνάς του εντός εύλογης προθεσμίας·

γ)

παρακολούθηση και διασφάλιση της εφαρμογής από την Ευρωπόλ των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και άλλων νομικών πράξεων της Ένωσης σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

δ)

παροχή συμβουλών στη Ευρωπόλ, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε αφού ζητηθεί η γνώμη του, επί όλων των θεμάτων που άπτονται της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως προτού αυτή καταρτίσει εσωτερικές ρυθμίσεις σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

ε)

τήρηση μητρώου με τους νέους τύπους πράξεων επεξεργασίας οι οποίες του κοινοποιούνται δυνάμει του άρθρου 39 παράγραφος 1 και οι οποίες καταγράφονται σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 4·

στ)

διενέργεια προηγούμενης διαβούλευσης επί των πράξεων επεξεργασίας που του κοινοποιούνται.

3.   Ο ΕΕΠΔ δύναται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό:

α)

να παρέχει συμβουλές στα υποκείμενα των δεδομένων κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους·

β)

να παραπέμπει στην Ευρωπόλ περιπτώσεις εικαζόμενης παραβίασης των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, ενδεχομένως, να διατυπώνει προτάσεις για την επανόρθωση αυτής της παραβίασης και τη βελτίωση της προστασίας των υποκειμένων των δεδομένων·

γ)

να εντέλλεται την ικανοποίηση των αιτημάτων για άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων όσον αφορά τα δεδομένα, εάν τα εν λόγω αιτήματα έχουν απορριφθεί κατά παράβαση των άρθρων 36 και 37·

δ)

να προειδοποιεί ή να επιπλήττει την Ευρωπόλ·

ε)

να αναθέτει στην Ευρωπόλ την εκτέλεση της διόρθωσης, του περιορισμού, της διαγραφής ή της καταστροφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που έχουν υποβληθεί σε επεξεργασία κατά παράβαση των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και την κοινοποίηση των μέτρων αυτών στους τρίτους στους οποίους έχουν κοινολογηθεί τα δεδομένα αυτά·

στ)

να επιβάλλει προσωρινή ή οριστική απαγόρευση αυτών των πράξεων επεξεργασίας από την Ευρωπόλ που αντιβαίνουν στις διατάξεις περί επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

ζ)

να προσφεύγει στην Ευρωπόλ και, εάν παρίσταται ανάγκη, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή·

η)

να προσφεύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό τους όρους που προβλέπει η ΣΛΕΕ·

θ)

να παρεμβαίνει σε υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.   Ο ΕΕΠΔ έχει την εξουσία:

α)

να απαιτεί από την Ευρωπόλ πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και σε όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τις έρευνές του·

β)

να απαιτεί πρόσβαση σε όλους τους χώρους στους οποίους ασκεί τις δραστηριότητές της η Ευρωπόλ, εφόσον εικάζεται ευλόγως ότι ασκείται δραστηριότητα διεπόμενη από τον παρόντα κανονισμό.

5.   Ο ΕΕΠΔ καταρτίζει ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές του στο πλαίσιο της εποπτείας της Ευρωπόλ, αφού ζητήσει τη γνώμη των εθνικών εποπτικών αρχών. Η έκθεση αυτή αποτελεί τμήμα της ετήσιας έκθεσης του ΕΕΠΔ η οποία αναφέρεται στο άρθρο 48 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει στατιστικές πληροφορίες σχετικά με ενστάσεις, έρευνες και διερευνήσεις διενεργούμενες κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2, καθώς και σχετικά με τις διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, περιπτώσεις προηγούμενης διαβούλευσης, και την άσκηση των εξουσιών που προβλέπονται στην παράγραφο 3.

6.   Το ΕΕΠΔ, οι υπάλληλοι και τα λοιπά μέλη της Γραμματείας του υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης του απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 1.

Άρθρο 44

Συνεργασία μεταξύ του ΕΕΠΔ και των εθνικών εποπτικών αρχών

1.   Ο ΕΕΠΔ ενεργεί σε στενή συνεργασία με τις εθνικές εποπτικές αρχές σε ζητήματα που απαιτούν ανάμειξη των κρατών μελών, ιδίως σε περίπτωση που ο ΕΕΠΔ ή μια εθνική εποπτική αρχή διαπιστώσει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πρακτικών των κρατών μελών ή δυνητικά παράνομη διαβίβαση κατά τη χρήση των διαύλων της Ευρωπόλ για την ανταλλαγή πληροφοριών, ή στο πλαίσιο ζητημάτων που εγείρονται από μία ή περισσότερες εθνικές εποπτικές αρχές σχετικά με την εφαρμογή και ερμηνεία του παρόντος κανονισμού.

2.   Ο ΕΕΠΔ χρησιμοποιεί την εμπειρογνωσία και την εμπειρία των εθνικών εποπτικών αρχών για την εκτέλεση των καθηκόντων του που καθορίζονται στο άρθρο 43 παράγραφος 2. Κατά την διενέργεια κοινών επιθεωρήσεων με τον ΕΕΠΔ, τα μέλη και το προσωπικό των εθνικών εποπτικών αρχών, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, διαθέτουν εξουσίες ισοδύναμες με εκείνες του άρθρου 43 παράγραφος 4 και δεσμεύονται από υποχρέωση ισοδύναμη με αυτή του άρθρου 43 παράγραφος 6. Ο ΕΕΠΔ και οι εθνικές εποπτικές αρχές ανταλλάσσουν, εντός του πεδίου των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, συναφείς πληροφορίες και παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για τη διενέργεια ελέγχων και επιθεωρήσεων.

3.   Ο ΕΕΠΔ ενημερώνει πλήρως τις εθνικές εποπτικές αρχές σχετικά με όλα τα ζητήματα που τις θίγουν άμεσα ή τις αφορούν. Κατόπιν αιτήσεως μιας ή περισσοτέρων εθνικών εποπτικών αρχών, ο ΕΕΠΔ τις ενημερώνει επί συγκεκριμένων θεμάτων.

4.   Σε περιπτώσεις που αφορούν δεδομένα προερχόμενα από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, και σε περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 47 παράγραφος 2, ο ΕΕΠΔ συνεννοείται με τις ενδιαφερόμενες εθνικές εποπτικές αρχές. Ο ΕΕΠΔ δεν αποφασίζει τη λήψη περαιτέρω μέτρων προτού οι εν λόγω εθνικές εποπτικές αρχές του γνωστοποιήσουν τη θέση τους, εντός προθεσμίας μεταξύ ενός και τριών μηνών την οποία καθορίζει ο ΕΕΠΔ. Ο ΕΕΠΔ λαμβάνει στον ύψιστο βαθμό υπόψη την θέση των ενδιαφερομένων εθνικών εποπτικών αρχών. Σε περιπτώσεις όπου ο ΕΕΠΔ προτίθεται να μην ακολουθήσει τη θέση μιας εθνικής εποπτικής αρχής, ενημερώνει την εν λόγω αρχή, παρέχει αιτιολόγηση και υποβάλει το ζήτημα προς συζήτηση στο συμβούλιο συνεργασίας που ιδρύει το άρθρο 45 παράγραφος 1.

Στις περιπτώσεις τις οποίες ο ΕΕΠΔ κρίνει εξαιρετικά επείγουσες, μπορεί να αποφασίσει την λήψη άμεσων μέτρων. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ΕΕΠΔ ενημερώνει πάραυτα τις ενδιαφερόμενες εθνικές εποπτικές αρχές και αιτιολογεί τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης καθώς και τα μέτρα που έλαβε.

Άρθρο 45

Συμβούλιο συνεργασίας

1.   Δημιουργείται συμβούλιο συνεργασίας που έχει συμβουλευτικά καθήκοντα. Το συμβούλιο συνεργασίας απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο της εθνικής εποπτικής αρχής κάθε κράτους μέλους και από τον ΕΕΠΔ.

2.   Το συμβούλιο συνεργασίας ενεργεί με ανεξαρτησία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με την παράγραφο 3 και δεν ζητεί ούτε λαμβάνει οδηγίες από οποιονδήποτε.

3.   Το συμβούλιο συνεργασίας έχει τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

συζητεί τη γενική πολιτική και στρατηγική για την εποπτεία της προστασίας δεδομένων της Ευρωπόλ και τη νομιμότητα της διαβίβασης, ανάκτησης και τυχόν κοινοποίησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Ευρωπόλ από τα κράτη μέλη·

β)

εξετάζει τις δυσκολίες στην ερμηνεία ή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού·

γ)

μελετά τα γενικά προβλήματα που αφορούν την άσκηση ανεξάρτητης εποπτείας ή την άσκηση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων·

δ)

συζητεί και εκπονεί εναρμονισμένες προτάσεις για κοινές λύσεις στα ζητήματα που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 1·

ε)

συζητεί περιπτώσεις που υποβλήθηκαν από τον ΕΕΠΔ, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 4·

στ)

συζητεί περιπτώσεις που υποβάλλονται από οποιαδήποτε εθνική εποπτική αρχή· και

ζ)

προάγει την ευαισθητοποίηση του κοινού όσον αφορά τα δικαιώματα προστασίας των δεδομένων.

4.   Το συμβούλιο συνεργασίας μπορεί να εκδώσει γνώμες, οδηγίες, συστάσεις και βέλτιστες πρακτικές. Μη θιγομένης της ανεξαρτησίας τους, ο ΕΕΠΔ και οι εθνικές εποπτικές αρχές, ενεργώντας εντός του πεδίου των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, λαμβάνουν ιδιαιτέρως υπόψη τις ανωτέρω γνώμες, κατευθυντήριες γραμμές, συστάσεις και βέλτιστες πρακτικές.

5.   Το συμβούλιο συνεργασίας συνέρχεται όταν αυτό είναι αναγκαίο και τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο. Ο ΕΕΠΔ αναλαμβάνει τη διοργάνωση και φέρει τα έξοδα των συνεδριάσεων του συμβουλίου συνεργασίας.

6.   Ο εσωτερικός κανονισμός του συμβουλί