|
ISSN 1977-0669 |
||
|
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 79 |
|
|
||
|
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Νομοθεσία |
59ό έτος |
|
Περιεχόμενα |
|
II Μη νομοθετικές πράξεις |
Σελίδα |
|
|
|
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ |
|
|
|
* |
||
|
|
|
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ |
|
|
|
* |
||
|
|
* |
Κανονισμός (ΕΕ) 2016/452 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 2016, για την τροποποίηση των παραρτημάτων II και III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ανώτατα όρια καταλοίπων για τις ουσίες captan, propiconazole και spiroxamine μέσα ή πάνω σε ορισμένα προϊόντα ( 1 ) |
|
|
|
|
||
|
|
|
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ |
|
|
|
* |
||
|
|
* |
||
|
|
* |
||
|
|
* |
|
|
|
|
|
(1) Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ |
|
EL |
Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος. Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο. |
II Μη νομοθετικές πράξεις
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ
|
30.3.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 79/1 |
Ενημέρωση σχετικά με την έναρξη ισχύος του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της συμφωνίας για το Εμπόριο, την Ανάπτυξη και τη Συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, αφετέρου, ώστε να ληφθεί υπόψη η προσχώρηση της Δημοκρατίας της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της συμφωνίας για το Εμπόριο, την Ανάπτυξη και τη Συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, αφετέρου, ώστε να ληφθεί υπόψη η προσχώρηση της Δημοκρατίας της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (1), το οποίο κοινοποιήθηκε στις 29 Ιουλίου 2015 και στις 24 Φεβρουαρίου 2016 αντίστοιχα, άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 αυτού, την 1η Μαρτίου 2016.
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ
|
30.3.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 79/2 |
ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2016/451 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 16ης Δεκεμβρίου 2015
για τον καθορισμό γενικών αρχών και κριτηρίων για την επενδυτική στρατηγική και κανόνων για τη διοίκηση του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (1), και ιδίως το άρθρο 75 παράγραφος 4,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 ιδρύεται το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (εφεξής «Ταμείο»), το οποίο ανήκει στο Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (εφεξής «Συμβούλιο Εξυγίανσης»). |
|
(2) |
Οι γενικές αρχές και τα κριτήρια που διέπουν την επενδυτική στρατηγική του Ταμείου θα πρέπει να καθορίζουν τα απαραίτητα και θεμελιώδη στοιχεία της επενδυτικής στρατηγικής που θα υιοθετηθεί από το Συμβούλιο Εξυγίανσης. Οι επενδυτικοί στόχοι θα πρέπει να αποτελούν ένα από τα στοιχεία αυτά. Σύμφωνα με την απαίτηση εφαρμογής μιας ασφαλούς και συνετής επενδυτικής στρατηγικής από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, πρωταρχικός στόχος θα πρέπει να είναι η προστασία της αξίας του Ταμείου και η εκπλήρωση των απαιτήσεων όσον αφορά τη ρευστότητά του. Ωστόσο, λόγω του εγγενούς χαρακτήρα των επενδύσεων, των μεταβαλλόμενων συνθηκών της αγοράς και του περιβάλλοντος των επιτοκίων, ακόμη και τα πλέον ασφαλή και ρευστά στοιχεία ενεργητικού ενδέχεται να οδηγήσουν σε αρνητική απόδοση. Από αυτή την άποψη, τυχόν ζημία στο χαρτοφυλάκιο δεν θα πρέπει να υποδηλώνει παραβίαση των επενδυτικών στόχων. |
|
(3) |
Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, τα ποσά που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου πρέπει να επενδύονται σε χρεόγραφα κρατών μελών ή διακυβερνητικών οργανισμών ή σε στοιχεία ενεργητικού υψηλής ρευστότητας και υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, λαμβανομένου υπόψη του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής (2), που ορίζει τα στοιχεία ενεργητικού υψηλής ρευστότητας και υψηλής πιστωτικής ποιότητας και καθορίζει απαιτήσεις για τη σύνθεσή τους. Επομένως, θα πρέπει να καθοριστούν περιουσιακά στοιχεία που είναι επιλέξιμα για τις επενδύσεις του Ταμείου και κριτήρια για τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου σύμφωνα με τον κατ' εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/61. Η επιλεξιμότητα ενός στοιχείου ενεργητικού για επένδυση δεν θα πρέπει να οδηγεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης αυτομάτως στη λήψη επενδυτικής απόφασης. Αντιθέτως, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να διεξάγει πάντοτε αξιολόγηση των επιλέξιμων στοιχείων ενεργητικού. Θα πρέπει να εξετάζεται η αλληλεπίδραση με ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων, κατά τον προσδιορισμό του συνετού χαρακτήρα μιας μεμονωμένης επένδυσης. Για παράδειγμα, ένα ευμετάβλητο στοιχείο ενεργητικού το οποίο συσχετίζεται αρνητικά με το χαρτοφυλάκιο θα μπορούσε να κριθεί μεμονωμένα ως υπερβολικά ριψοκίνδυνο, αλλά να έχει θετικό αντίκτυπο συνολικά για το χαρτοφυλάκιο όσον αφορά τη διαφοροποίησή του. Για την αξιολόγηση αυτή, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να επιλέγει μεταξύ των διαφόρων επιπέδων (εκδότης, κατηγορία στοιχείου ενεργητικού, ασφάλεια) και των πηγών πληροφοριών που του επιτρέπουν την αξιολόγηση της ρευστότητας, της πιστοληπτικής διαβάθμισης και της συμβατότητας με τους επενδυτικούς στόχους. |
|
(4) |
Θα πρέπει να παρέχονται κριτήρια για τον περαιτέρω προσδιορισμό της τομεακής διαφοροποίησης. Για να εφαρμόζεται η τομεακή διαφοροποίηση, θα πρέπει να δοθεί ένας ορισμός του «τομέα». Για πρακτικούς λόγους, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν υψηλά επίπεδα τομεακής ταξινόμησης. Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου (3) καθορίζονται οι θεσμικοί τομείς που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διαφοροποίηση των επενδύσεων του Ταμείου ανά τύπο οικονομικής δραστηριότητας. Επίσης, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) καθορίζει μια στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων των οποίων το υψηλότερο επίπεδο (τομέας) είναι κατάλληλο για την παροχή κριτηρίων διαφοροποίησης στο Συμβούλιο Εξυγίανσης. Τέλος, δεδομένης της αποστολής του Ταμείου, θα πρέπει να περιορίζονται όχι μόνον τα άμεσα αλλά και τα έμμεσα ανοίγματα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. |
|
(5) |
Θα πρέπει να καθοριστούν κριτήρια για τον περαιτέρω προσδιορισμό της γεωγραφικής διαφοροποίησης. Για να εξασφαλιστεί επαρκής γεωγραφική διαφοροποίηση, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να χρησιμοποιεί κριτήρια που είναι άμεσα διαθέσιμα, δηλαδή τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 77 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014, οι οποίες συνεπάγονται τον υπολογισμό των μεριδίων των εισφορών των ιδρυμάτων που εδρεύουν σε κάθε συμμετέχον κράτος μέλος. Δεδομένου ότι τα μερίδια αυτά βασίζονται στο μέγεθος των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων που πραγματοποιούν εισφορές και είναι προσαρμοσμένα στο προφίλ κινδύνου τους, θα συσχετίζονται θετικά με το μέγεθος και το βάθος των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών αγορών. Δεδομένου ότι, βάσει άλλων εκτιμήσεων, ενδέχεται να δικαιολογούνται πρόσθετες επενδύσεις σε ένα δεδομένο συμμετέχον κράτος μέλος, θα πρέπει να καθοριστεί ένα απόθεμα ασφαλείας, ώστε να καθίσταται δυνατό ένα περαιτέρω περιθώριο εκτιμήσεων από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, εξασφαλίζοντας παράλληλα ελάχιστη διαφοροποίηση μεταξύ ενός επαρκούς αριθμού συμμετεχόντων κρατών μελών. Επίσης, δεδομένου ότι τα μερίδια αυτά μπορεί να μην υπολογίζονται για επενδύσεις σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες, θα πρέπει να υπόκεινται σε όρια που θα καθοριστούν από το Συμβούλιο Εξυγίανσης κατ' αναλογία των ορίων για τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, βάσει των ομοιοτήτων μεταξύ των χωρών. |
|
(6) |
Θα πρέπει να καθοριστούν κριτήρια για τον περαιτέρω προσδιορισμό της αναλογικής διαφοροποίησης. Είναι συνετό να περιορίζει το Συμβούλιο Εξυγίανσης την έκθεση σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη έκδοση ή εκδότη και να χρησιμοποιεί διαφορετικές ημερομηνίες λήξης για την επίτευξη των επενδυτικών του στόχων. Όσον αφορά επιμέρους εκδόσεις, τα εμπορικά χρεόγραφα εκδίδονται με διεθνή κωδικό αναγνώρισης τίτλων (ISIN) που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη επένδυση του επενδυτή (όσον αφορά την ημερομηνία λήξης, το ποσό και άλλα χαρακτηριστικά), ούτως ώστε ο επενδυτής να κατέχει το 100 % του τίτλου, ακόμη και εάν δεν κατέχει το 100 % ολόκληρου του προγράμματος έκδοσης εμπορικών χρεογράφων. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των ορίων ανοίγματος σε μια συγκεκριμένη έκδοση. Επίσης, δεδομένου ότι οι αμετάκλητες αναλήψεις πληρωμών μπορεί να αποτελούν σημαντικό μερίδιο του συνολικού ύψους των εισφορών στο Ταμείο, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει επίσης να εξετάζει την εξασφάλιση που ενεχυριάζεται για την κάλυψη των αμετάκλητων αναλήψεων πληρωμών, κατά την παρακολούθηση του συνολικού κινδύνου συγκέντρωσης. |
|
(7) |
Δεδομένης της ανάγκης ανάπτυξης μιας συνετής και ασφαλούς επενδυτικής στρατηγικής, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να περιορίζει τη χρήση παραγώγων. Για την ελαχιστοποίηση του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να χρησιμοποιεί μόνον παράγωγα που εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5). Οι συναλλαγές με ορισμένες κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν επίσης να συνάδουν με τον στόχο της ελαχιστοποίησης του κινδύνου αντισυμβαλλομένου, εφόσον άλλοι κίνδυνοι, όπως ο πιστωτικός κίνδυνος, ελέγχονται καταλλήλως. Δεδομένου ότι τα παράγωγα εκδίδονται συνήθως από πιστωτικά ιδρύματα και άλλες οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61, η γενική απαγόρευση επένδυσης σε περιουσιακά στοιχεία που εκδίδονται από αυτές τις οντότητες, η οποία προβλέπεται στη συγκεκριμένη διάταξη, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στη χρήση παραγώγων. |
|
(8) |
Το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να προσπαθεί να αντισταθμίζει τον συναλλαγματικό κίνδυνο σε έναν συνδυασμό νομισμάτων των κρατών μελών που συμμετέχουν στο Ταμείο, βάσει της οικονομικής επάρκειας του Ταμείου και των αναμενόμενων εκταμιεύσεων, όπως αυτές καθορίζονται από τρέχουσες πληροφορίες, παραδοχές και σενάρια ακραίων καταστάσεων. Ο βαθμός της αντιστάθμισης και, κατά συνέπεια, του υπολειπόμενου ανοίγματος στον συναλλαγματικό κίνδυνο, θα πρέπει να διακριβώνεται, ώστε να περιορίζεται ο συναλλαγματικός κίνδυνος για το Ταμείο στον βαθμό που είναι κατάλληλος και συμβατός με τους επενδυτικούς στόχους του. |
|
(9) |
Όσον αφορά τη διαχείριση κινδύνου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να χρησιμοποιεί βέλτιστες πρακτικές και να καθορίζει εσωτερικούς ρόλους και λειτουργίες για την εφαρμογή τους. Η κατάλληλη μέτρηση του κινδύνου θα πρέπει να αποτελεί απαραίτητο στοιχείο αυτής της συνεχούς διαδικασίας. |
|
(10) |
Παρά το γεγονός ότι το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει δικαίωμα να αποφασίζει για την πραγματοποίηση επενδύσεων και, επομένως, να αναθέτει σε εξωτερικούς φορείς ένα μέρος του συνόλου των επενδυτικών του καθηκόντων, θα πρέπει να αποφεύγεται οποιαδήποτε περίπτωση σύγκρουσης με τη συνετή και ασφαλή συμπεριφορά που θα πρέπει να διατηρεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης και με τους συνολικούς επενδυτικούς στόχους του, έχοντας υπόψη το δημόσιο συμφέρον που συνεπάγεται η ικανότητα του Ταμείου να εκπληρώνει τα καθήκοντά του ανά πάσα στιγμή. Συνεπώς, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να αναθέτει επενδυτικά καθήκοντα μόνον σε παρόχους υπηρεσιών που δεν είναι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Η ανωτέρω υποχρέωση δεν θα πρέπει να αποκλείει την ανάθεση, από παρόχους υπηρεσιών και το Συμβούλιο Εξυγίανσης, των αναγκαίων υπηρεσιών σε άλλα τρίτα μέρη για σκοπούς εκτέλεσης. Επίσης, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να διατηρεί την ευθύνη και την εποπτεία ανά πάσα στιγμή, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε απόφασης για εξωτερική ανάθεση. Όταν γίνεται αναφορά στις βέλτιστες επιχειρηματικές πρακτικές σχετικά με την εξωτερική ανάθεση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, στο μέτρο του δυνατού, υφιστάμενες βέλτιστες πρακτικές, όπως οι κατευθυντήριες οδηγίες για την εξωτερική ανάθεση, της 14ης Δεκεμβρίου 2006, της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας. |
|
(11) |
Έως ότου εκδώσει την πρώτη επενδυτική στρατηγική του, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να εφαρμόζει το άρθρο 75 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 μέσω καταθέσεων σε κεντρικές τράπεζες. Αντιστοίχως, θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιεί εκτιμήσεις για τον προσδιορισμό των ποσοστιαίων ορίων γεωγραφικής συγκέντρωσης που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, έως ότου καταστούν διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία για τον υπολογισμό τους. |
|
(12) |
Δεδομένου του μοναδικού χαρακτήρα του Ταμείου, οι γενικές αρχές και τα κριτήρια που διέπουν την επενδυτική στρατηγική του και οι κανόνες για τη διοίκησή του, που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, ενδέχεται να πρέπει να επανεξεταστούν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά την έναρξη ισχύος τους, μόλις αρχίσει η εφαρμογή τους από το Συμβούλιο Εξυγίανσης. Για τον σκοπό αυτό, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να παράσχει στην Επιτροπή επαρκείς πληροφορίες για την πρακτική εφαρμογή των νέων κανόνων ένα έτος μετά την ίδρυση του Ταμείου, σύμφωνα με το άρθρο 99 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014. |
|
(13) |
Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2016, όταν το Ταμείο τεθεί σε λειτουργία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής
1. Ο παρών κανονισμός καθορίζει κανόνες σχετικά με την επένδυση από το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (εφεξής «Συμβούλιο Εξυγίανσης») των ποσών που βρίσκονται στην κατοχή του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης (εφεξής «Ταμείο») και τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 75 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
2. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε εξασφαλίσεις με περιουσιακά στοιχεία χαμηλού κινδύνου που δεν βαρύνονται από τυχόν δικαιώματα τρίτων μερών, στην απόλυτη διάθεση του Συμβουλίου Εξυγίανσης και προοριζόμενα για αποκλειστική χρήση από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1) «θεσμικοί τομείς»: οι θεσμικοί τομείς που ορίζονται στο σημείο 1.28 του παραρτήματος Α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2223/96·
2) «τομείς οικονομικής δραστηριότητας»: οι τομείς που ορίζονται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1893/2006·
3) «οργανισμοί δημοσίου δικαίου»: οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 9 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6)·
4) «κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ»: οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 45) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).
Άρθρο 3
Επενδυτικοί στόχοι
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εφαρμόζει μια συνετή και ασφαλή επενδυτική στρατηγική με στόχο την προστασία της αξίας των ποσών που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου και την εκπλήρωση των απαιτήσεων ρευστότητας του Ταμείου. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τόσο την οικονομική επάρκεια του Ταμείου όσο και τις αναμενόμενες εκταμιεύσεις, σύμφωνα με την αποστολή του Ταμείου που ορίζεται στο άρθρο 76 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014. Λαμβάνει υπόψη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και επαρκείς παραδοχές και σενάρια ακραίων καταστάσεων.
2. Η επενδυτική στρατηγική περιλαμβάνει καθορισμό της διάθεσης για ανάληψη κινδύνων, με ποσοτικό προσδιορισμό της μέγιστης ανεκτής δυνητικής ζημίας σε έναν καθορισμένο χρονικό ορίζοντα με καθορισμένη πιθανότητα.
3. Τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού ποσά επενδύονται συνολικά ως μια ενιαία ομάδα πόρων, ανεξαρτήτως της διαίρεσης του Ταμείου σε εθνικά τμήματα, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 77 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
Άρθρο 4
Επιλέξιμα περιουσιακά στοιχεία για επενδύσεις
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης καθορίζει την επιλεξιμότητα των περιουσιακών στοιχείων βάσει των γενικών απαιτήσεων για ρευστά περιουσιακά στοιχεία πιστωτικών ιδρυμάτων που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 2, 4, 5 και 6 και στο άρθρο 7 παράγραφος 7 στοιχεία α) και β) του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης επενδύει τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παράγραφος 1 ποσά αποκλειστικά σε περιουσιακά στοιχεία που πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1, στο άρθρο 11 παράγραφος 1, στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) και στο άρθρο 15 παράγραφος 1 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61.
3. Δεν εφαρμόζονται για το Συμβούλιο Εξυγίανσης οι απαιτήσεις όσον αφορά τα πιστωτικά ιδρύματα που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο δ) δεύτερη περίοδος, στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο στ) σημείο iii), στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο iii), στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σημείο v) και στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο ε) σημείο ii) του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61.
4. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης αξιολογεί καταλλήλως ένα επιλέξιμο περιουσιακό στοιχείο πριν να επενδύσει σε αυτό, αξιολογώντας, μεταξύ άλλων, τη ρευστότητα και την πιστοληπτική διαβάθμισή του, καθώς και τη συμβατότητά του με τους επενδυτικούς στόχους που ορίζονται στο άρθρο 3. Θα πρέπει να εξετάζεται η αλληλεπίδραση με ολόκληρο το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων, κατά τον προσδιορισμό του συνετού χαρακτήρα μιας μεμονωμένης επένδυσης.
5. Εάν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο καταστεί μη επιλέξιμο, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μειώνει σταδιακά το άνοιγμα του Ταμείου σε αυτό. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μειώνει το εν λόγω άνοιγμα εντός ενός χρονικού πλαισίου και κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιείται οποιαδήποτε επίπτωση στις τιμές της αγοράς.
Άρθρο 5
Σύνθεση του χαρτοφυλακίου
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις όσον αφορά τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου του Ταμείου:
|
α) |
ελάχιστο ποσοστό 60 % του χαρτοφυλακίου αποτελείται από στοιχεία ενεργητικού που πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61· |
|
β) |
ελάχιστο ποσοστό 30 % του χαρτοφυλακίου αποτελείται από στοιχεία ενεργητικού που πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) και ζ) του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61· |
|
γ) |
μέγιστο ποσοστό 15 % του χαρτοφυλακίου αποτελείται από στοιχεία ενεργητικού που πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61. |
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα στοιχεία ενεργητικού που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 15 παράγραφος 1 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 αντιμετωπίζονται ισοδύναμα με τα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού της σχετικής επιχείρησης.
Άρθρο 6
Τομεακή διαφοροποίηση
1. Οι επενδύσεις των ποσών που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου πρέπει να είναι επαρκώς διαφοροποιημένες μεταξύ των διαφόρων τομέων.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης περιορίζει τα ανοίγματα σε μεμονωμένους θεσμικούς τομείς και σε μεμονωμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας.
3. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη του ότι οι συσχετισμοί μεταξύ τομέων οικονομικής δραστηριότητας ενδέχεται να μειώνουν την πραγματική διαφοροποίηση που επιτυγχάνεται μέσω της εφαρμογής της παραγράφου 2.
4. Επιπροσθέτως των απαιτήσεων του άρθρου 4 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο Εξυγίανσης περιορίζει επίσης τα έμμεσα ανοίγματα στους εκδότες που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61.
Άρθρο 7
Γεωγραφική διαφοροποίηση
1. Οι επενδύσεις των ποσών που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου πρέπει να είναι γεωγραφικά διαφοροποιημένες, λαμβάνοντας υπόψη τη δομή και τη σύνθεση των όποιων δαπανών του Ταμείου που εκτιμώνται στο μέρος II του προϋπολογισμού του Ταμείου, σύμφωνα με το άρθρο 60 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
2. Τα ανοίγματα σε επιλέξιμα περιουσιακά στοιχεία που προσδιορίζονται στο άρθρο 4 από εκδότες που εδρεύουν σε ένα δεδομένο συμμετέχον κράτος μέλος, ως μερίδιο των συνολικών ανοιγμάτων του Ταμείου, δεν υπερβαίνουν κατά 1,2 φορές το μερίδιο των εισφορών εκ των προτέρων που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 από ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο αντίστοιχο κράτος μέλος.
3. Τα ανοίγματα σε επιλέξιμα περιουσιακά στοιχεία που προσδιορίζονται στο άρθρο 4 από εκδότες που εδρεύουν σε ένα δεδομένο μη συμμετέχον κράτος μέλος ή σε μια δεδομένη τρίτη χώρα, εκφραζόμενα ως μερίδιο των συνολικών ανοιγμάτων του Ταμείου, πρέπει να είναι επαρκώς διαφοροποιημένα γεωγραφικά, λαμβομένων υπόψη κριτηρίων όπως το μέγεθος της οικονομίας, το βάθος και η ρευστότητα της χρηματοπιστωτικής αγοράς και οι πρόσθετες επενδυτικές ευκαιρίες, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη διαφοροποίηση του κινδύνου.
Το άνοιγμα αυτό δεν υπερβαίνει, σε καμία περίπτωση, το ανώτατο όριο που ορίζεται στην παράγραφο 2.
Άρθρο 8
Διαφοροποίηση ανά εκδότη και έκδοση
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης καθορίζει ένα ανώτατο όριο ύψους έως 30 % οποιασδήποτε μεμονωμένης έκδοσης στην οποία μπορούν να επενδυθούν τα ποσά που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου. Υπέρβαση αυτού του ανώτατου ορίου επιτρέπεται μόνον όταν, δεδομένου του χαρακτήρα της επένδυσης, η αγορά οποιουδήποτε ποσού ενός τίτλου αυτής της δεδομένης επένδυσης έχει ως αποτέλεσμα την κυριότητα του 100 % του αντίστοιχου διεθνούς αριθμού αναγνώρισης τίτλων (ISIN).
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης καθορίζει ένα ανώτατο όριο ύψους έως 30 % των συνολικών εκδόσεων οποιουδήποτε εκδότη στις οποίες μπορεί να επενδυθούν τα ποσά που βρίσκονται στην κατοχή του Ταμείου.
Άρθρο 9
Πρόσθετα κριτήρια για τη διαφοροποίηση
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, το Συμβούλιο Εξυγίανσης προσπαθεί να διαφοροποιεί τις επενδύσεις όσον αφορά την ημερομηνία λήξης.
2. Όταν αποφασίζει αναφορικά με τη διαφοροποίηση, το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και, κατά περίπτωση, τη ρευστότητα και τα άλλα χαρακτηριστικά των εξασφαλίσεων που αναφέρονται στο άρθρο 70 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
Άρθρο 10
Παράγωγα
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης χρησιμοποιεί παράγωγα μόνον για σκοπούς διαχείρισης κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης του κινδύνου αγοράς και του κινδύνου ρευστότητας. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τον προσδιορισμό των επιλέξιμων χρήσεων παραγώγων.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης χρησιμοποιεί μόνον παράγωγα που εκκαθαρίζονται από:
|
α) |
κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 14 ή του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή που έχει αναγνωριστεί δυνάμει του άρθρου 25 του εν λόγω κανονισμού· ή |
|
β) |
κεντρική τράπεζα, εφόσον τα ανοίγματα έναντι αυτής της κεντρικής τράπεζας ή της κεντρικής της κυβέρνησης έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης (ΕΟΠΑ), η οποία είναι τουλάχιστον βαθμίδας πιστωτικής ποιότητας 1, σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. |
3. Η απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/61 δεν εφαρμόζεται στη χρήση παραγώγων από το Συμβούλιο Εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Άρθρο 11
Νόμισμα
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης αντισταθμίζει τον συναλλαγματικό κίνδυνο σε ευρώ ή στα νομίσματα των συμμετεχόντων κρατών μελών που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ, ώστε να εξασφαλίζεται περιορισμένος υπολειπόμενος συναλλαγματικός κίνδυνος για το Ταμείο.
2. Κατά περίπτωση, για τη διαχείριση του συναλλαγματικού κινδύνου μεταξύ των διαφόρων νομισμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1.
Άρθρο 12
Πρόσθετες γενικές αρχές
1. Για όλες τις επενδυτικές αποφάσεις, το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τις πιθανές συνέπειες στην πιστοληπτική ικανότητα του Ταμείου, ούτως ώστε να διασφαλίζονται τα δικαιώματα του Ταμείου όσον αφορά τόσο τα εναλλακτικά χρηματοδοτικά μέσα, που καθορίζονται στο άρθρο 73 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014, όσο και η πρόσβαση σε ρυθμίσεις χρηματοδότησης για την άμεση διαθεσιμότητα πρόσθετων χρηματοδοτικών μέσων, σύμφωνα με το άρθρο 74 του εν λόγω κανονισμού.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, το Συμβούλιο Εξυγίανσης διενεργεί όλες τις συναλλαγές σχετικά με τις επενδύσεις του Ταμείου κατά τρόπο ώστε να περιορίζονται τυχόν επιπτώσεις στις τιμές της αγοράς, ακόμα και σε περιπτώσεις άσκησης πιέσεων στην αγορά.
3. Δεδομένου ότι μια άμεση επένδυση ή εκποίηση των ποσών που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 μπορεί να προκαλέσει επιπτώσεις στην αγορά, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να ανεχθεί κάποια προσωρινή απόκλιση από τις γενικές αρχές και τα κριτήρια που ισχύουν για την επενδυτική στρατηγική του Ταμείου.
Άρθρο 13
Επανεξέταση της στρατηγικής
Το Συμβούλιο Εξυγίανσης επανεξετάζει την επενδυτική στρατηγική κάθε χρόνο.
Άρθρο 14
Διοίκηση
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης υιοθετεί ένα πλαίσιο διακυβέρνησης, το οποίο περιλαμβάνει κατανομή καθηκόντων και ευθυνών και απαραίτητες αναθέσεις, ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της επενδυτικής στρατηγικής.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εγκρίνει πρότυπα εσωτερικού ελέγχου για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης μεταξύ της εφαρμογής της επενδυτικής στρατηγικής, της επενδυτικής στρατηγικής και των κανόνων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.
3. Η εκτελεστική σύνοδος του Συμβουλίου Εξυγίανσης ενημερώνει την ολομέλεια σχετικά με τα αποτελέσματα της εφαρμογής της επενδυτικής στρατηγικής.
4. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εκδίδει τους εσωτερικούς κανόνες και τις διαδικασίες που απαιτούνται για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
5. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης ενδέχεται να συστήσει μια επιτροπή ολομέλειας, η αποστολή της οποίας θα είναι να συνδράμει το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 15
Διαχείριση κινδύνου
1. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης συμμορφώνεται με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και διαχείρισης κινδύνου.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης προσδιορίζει ποσοτικά όλους τους κινδύνους, με τη χρήση κατάλληλων μέτρων για τη διαχείριση και τον έλεγχο των αντίστοιχων κατηγοριών κινδύνου.
3. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εφαρμόζει πολλαπλά μέτρα κινδύνου για κάθε κατηγορία κινδύνου, καλύπτει τόσο τις τρέχουσες όσο και τις μελλοντικές πτυχές του κινδύνου και χρησιμοποιεί ποσοτικές και ποιοτικές πληροφορίες, προκειμένου να αποφεύγεται η υπερβολική στήριξη σε ένα μεμονωμένο μέτρο κινδύνου.
4. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης συμπληρώνει την τακτική μέτρηση του κινδύνου με ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και ανάλυση σεναρίων, ώστε να εντοπίζονται οι τομείς υψηλού κινδύνου και να αξιολογούνται οι συνδυασμένες επιπτώσεις των χρηματοπιστωτικών κραδασμών.
Άρθρο 16
Εξωτερική ανάθεση
1. Η εκτελεστική σύνοδος του Συμβουλίου Εξυγίανσης μπορεί να αποφασίζει την πλήρη ή μερική εξωτερική ανάθεση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων που έχουν ανατεθεί στο Συμβούλιο Εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 75 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
2. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να αναθέτει τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μόνον σε έναν ή περισσότερους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ, διεθνή όργανα που έχουν ιδρυθεί βάσει του δημόσιου διεθνούς δικαίου ή θεσμικά όργανα που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, εφόσον διαθέτουν καθιερωμένη πρακτική διαχείρισης παρόμοιων επενδύσεων και με την επιφύλαξη της ικανότητας του παρόχου υπηρεσιών να συμβάλλεται με τρίτους για την παροχή υπηρεσιών.
3. Η εντολή από το Συμβούλιο Εξυγίανσης στον πάροχο υπηρεσιών για την πραγματοποίηση επενδύσεων ορίζει σαφώς τουλάχιστον τη διάρκεια, την ημερομηνία λήξης, τις απαιτήσεις επιλέξιμου συνόλου αναφοράς και συγκριτικής αξιολόγησης, καθώς και ένα πλαίσιο τακτικής υποβολής αναφορών από τον πάροχο υπηρεσιών προς το Συμβούλιο Εξυγίανσης.
4. Οποιαδήποτε σύμβαση μεταξύ του Συμβουλίου Εξυγίανσης και ενός παρόχου υπηρεσιών για τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 δραστηριότητες περιλαμβάνει ρήτρες που διέπουν τα δικαιώματα ακύρωσης από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, τις αλυσίδες εξωτερικής ανάθεσης και τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του παρόχου υπηρεσιών.
5. Η εκτελεστική σύνοδος του Συμβουλίου Εξυγίανσης ενημερώνει την ολομέλεια σχετικά με τις επερχόμενες αποφάσεις εξωτερικής ανάθεσης.
6. Εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης προβεί σε πλήρη ή μερική εξωτερική ανάθεση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παραμένει πλήρως υπεύθυνο για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών του δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και του παρόντος κανονισμού.
7. Σε περίπτωση που το Συμβούλιο Εξυγίανσης αποφασίσει να αναθέσει εξωτερικά οποιαδήποτε δραστηριότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ανατρέχει στις βέλτιστες επιχειρηματικές πρακτικές όσον αφορά την εξωτερική ανάθεση στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
8. Εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης προβεί σε πλήρη ή μερική εξωτερική ανάθεση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οφείλει να εξασφαλίζει ανά πάσα στιγμή ότι:
|
α) |
η εξωτερική ανάθεση δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της ευθύνης του Συμβουλίου Εξυγίανσης· |
|
β) |
η εξωτερική ανάθεση δεν αποκλείει την υποχρέωση λογοδοσίας του Συμβουλίου Εξυγίανσης, δυνάμει του άρθρου 45 και του άρθρου 46 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014, ή την ανεξαρτησία του, δυνάμει του άρθρου 47 του κανονισμού αυτού· |
|
γ) |
η εξωτερική ανάθεση δεν έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης τα αναγκαία συστήματα και μέσα ελέγχου προκειμένου να διαχειρίζεται τους κινδύνους που αντιμετωπίζει· |
|
δ) |
ο πάροχος υπηρεσιών εφαρμόζει ισοδύναμες ρυθμίσεις αδιάλειπτης λειτουργίας με αυτές που εφαρμόζει το Συμβούλιο Εξυγίανσης· |
|
ε) |
το Συμβούλιο Εξυγίανσης διατηρεί την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη και τους αναγκαίους πόρους προκειμένου να αξιολογεί την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την οργανωτική και κεφαλαιακή επάρκεια του παρόχου υπηρεσιών, καθώς και την ικανότητα να εποπτεύει αποτελεσματικά τα ανατεθέντα καθήκοντα και να διαχειρίζεται τους κινδύνους που συνδέονται με την εξωτερική ανάθεση, όπως και να εποπτεύει τα εν λόγω καθήκοντα και να διαχειρίζεται αυτούς τους κινδύνους σε διαρκή βάση· |
|
στ) |
το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει άμεση πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τις ανατεθείσες δραστηριότητες· |
|
ζ) |
ο πάροχος υπηρεσιών προστατεύει οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με το Συμβούλιο Εξυγίανσης. |
Άρθρο 17
Μεταβατικές διατάξεις
1. Πριν από την έκδοση της πρώτης επενδυτικής στρατηγικής του, το Συμβούλιο Εξυγίανσης δύναται να καταθέτει όλα τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 σε κεντρικές τράπεζες ενός ή περισσότερων κρατών μελών.
2. Πριν πραγματοποιήσει για πρώτη φορά τους υπολογισμούς που απαιτούνται για τον καθορισμό των μεριδίων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να χρησιμοποιήσει εκτιμήσεις για την εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφοι 2 και 3.
Άρθρο 18
Έκθεση
Το Συμβούλιο Εξυγίανσης υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016.
Άρθρο 19
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2016.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 16 Δεκεμβρίου 2015.
Για την Επιτροπή
Ο Πρόεδρος
Jean-Claude JUNCKER
(1) ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1.
(2) Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2015/61 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα (ΕΕ L 11 της 17.1.2015, σ. 1).
(3) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1996, περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας (ΕΕ L 310 της 30.11.1996, σ. 1).
(4) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση της στατιστικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων NACE — αναθεώρηση 2 και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3037/90 του Συμβουλίου, καθώς και ορισμένων κανονισμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικών με ειδικούς στατιστικούς τομείς (ΕΕ L 393 της 30.12.2006, σ. 1).
(5) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).
(6) Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114).
(7) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
|
30.3.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 79/10 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2016/452 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 29ης Μαρτίου 2016
για την τροποποίηση των παραρτημάτων II και III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ανώτατα όρια καταλοίπων για τις ουσίες captan, propiconazole και spiroxamine μέσα ή πάνω σε ορισμένα προϊόντα
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 2005, για τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα ή πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προέλευσης και για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 49 παράγραφος 2,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Για τις ουσίες captan, propiconazole και spiroxamine έχουν καθοριστεί ανώτατα όρια καταλοίπων (ΑΟΚ) στο παράρτημα II και στο μέρος B του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005. |
|
(2) |
Όσον αφορά την ουσία captan, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων, στο εξής «η Αρχή», υπέβαλε αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με τα υφιστάμενα ΑΟΚ σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου (2). Η Αρχή πρότεινε να αλλάξει ο ορισμός του καταλοίπου για φυτικά προϊόντα. Συνέστησε την αύξηση ή διατήρηση των υφιστάμενων ΑΟΚ για όλα τα προϊόντα. Η Αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τα ΑΟΚ για μήλα, αχλάδια, κυδώνια, μούσμουλα, ιαπωνικά μούσμουλα, βερίκοκα, κεράσια, ροδάκινα, δαμάσκηνα, φράουλες, μούρα, σμέουρα, μύρτιλλα, φραγκοστάφυλα, πράσινα φραγκοστάφυλα και τομάτες, ορισμένες πληροφορίες δεν ήταν διαθέσιμες και ότι απαιτούνταν περαιτέρω εξέταση από τους διαχειριστές κινδύνου. Δεδομένου ότι δεν συντρέχει κίνδυνος για τους καταναλωτές, τα ΑΟΚ για τα εν λόγω προϊόντα θα πρέπει να καθορίζονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 στο υφιστάμενο επίπεδο ή στο επίπεδο που προσδιορίζεται από την Αρχή. Τα εν λόγω ΑΟΚ θα επανεξεταστούν· κατά την επανεξέταση θα ληφθούν υπόψη οι διαθέσιμες πληροφορίες που θα προκύψουν εντός δύο ετών από τη δημοσίευση του παρόντος κανονισμού. Η Αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τα ΑΟΚ για αμύγδαλα, επιτραπέζια σταφύλια, οινοποιήσιμα σταφύλια, πατάτες, αγγουράκια, καρπούζια, σκαρόλες, πράσα, καλαμπόκι και σόργο δεν υπήρχαν διαθέσιμες πληροφορίες και ότι ήταν αναγκαία περαιτέρω εξέταση από τους διαχειριστές κινδύνου. Τα ΑΟΚ για τα εν λόγω προϊόντα θα πρέπει να καθοριστούν στο συγκεκριμένο όριο προσδιορισμού. |
|
(3) |
Όσον αφορά την ουσία propiconazole, η Αρχή υπέβαλε αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με τα ισχύοντα ΑΟΚ σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 παράγραφος 1 (3). Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τα ΑΟΚ για τα γκρέιπφρουτ, τα λεμόνια, τα γλυκολέμονα, τα μανταρίνια, τα μήλα, τα βερίκοκα, τα επιτραπέζια και οινοποιήσιμα σταφύλια, τις μπανάνες, τους σπόρους ελαιοκράμβης, τους σπόρους κριθαριού, τους σπόρους βρώμης, τους σπόρους ρυζιού, τους σπόρους σίκαλης, τους σπόρους σιταριού, τα ζαχαρότευτλα (ρίζα), τους μυς και το λίπος χοίρων, τους μυς και το λίπος βοοειδών, τους μυς και το λίπος αιγοπροβάτων και τους μυς και το λίπος πουλερικών, το γάλα βοοειδών και αιγοπροβάτων και τα αυγά πτηνών, ορισμένες πληροφορίες δεν ήταν διαθέσιμες και ότι απαιτούνταν περαιτέρω εξέταση από τους διαχειριστές κινδύνου. Δεδομένου ότι δεν συντρέχει κίνδυνος για τους καταναλωτές, τα ΑΟΚ για τα εν λόγω προϊόντα θα πρέπει να καθορίζονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 στο υφιστάμενο επίπεδο ή στο επίπεδο που προσδιορίζεται από την Αρχή. Τα εν λόγω ΑΟΚ θα επανεξεταστούν· κατά την επανεξέταση θα ληφθούν υπόψη οι διαθέσιμες πληροφορίες που θα προκύψουν εντός δύο ετών από τη δημοσίευση του παρόντος κανονισμού. Η Αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τα ΑΟΚ για τα αμύγδαλα, τα κεράσια, τα δαμάσκηνα, τις φράουλες, τα φραγκοστάφυλα (κόκκινα, μαύρα και άσπρα), τα πράσινα φραγκοστάφυλα, τις πιπεριές, τα αγγούρια, τις αγκινάρες, τα φιστίκια και το τσάι, ορισμένες πληροφορίες δεν ήταν διαθέσιμες και ότι απαιτούνταν περαιτέρω εξέταση από τους διαχειριστές κινδύνου. Τα ΑΟΚ για τα εν λόγω προϊόντα θα πρέπει να καθοριστούν στο συγκεκριμένο όριο προσδιορισμού. |
|
(4) |
Όσον αφορά την ουσία spiroxamine, η Αρχή υπέβαλε αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με τα ισχύοντα ΑΟΚ σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 παράγραφος 1 (4). Η Αρχή πρότεινε να αλλάξει ο ορισμός του καταλοίπου και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τα ΑΟΚ για τα επιτραπέζια και οινοποιήσιμα σταφύλια, τις μπανάνες, το κριθάρι, τη βρώμη, τη σίκαλη, το σιτάρι, τους μυς, το λίπος και το ήπαρ πουλερικών και τα αυγά πτηνών, ορισμένες πληροφορίες δεν ήταν διαθέσιμες και ότι απαιτούνταν περαιτέρω εξέταση από τους διαχειριστές κινδύνου. Δεδομένου ότι δεν συντρέχει κίνδυνος για τους καταναλωτές, τα ΑΟΚ για τα εν λόγω προϊόντα θα πρέπει να καθορίζονται στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 στο υφιστάμενο επίπεδο ή στο επίπεδο που προσδιορίζεται από την Αρχή. Τα εν λόγω ΑΟΚ θα επανεξεταστούν· κατά την επανεξέταση θα ληφθούν υπόψη οι διαθέσιμες πληροφορίες που θα προκύψουν εντός δύο ετών από τη δημοσίευση του παρόντος κανονισμού. Δεδομένου ότι είναι σκόπιμο να καθοριστεί ο ορισμός του καταλοίπου για τα προϊόντα ζωικής προέλευσης, ως «μεταβολίτης spiroxamine-καρβοξυλικό οξύ (M06), εκφρασμένος ως spiroxamine (άθροισμα ισομερών)», διατίθενται επαρκείς πληροφορίες για τον καθορισμό ανώτατων ορίων καταλοίπων για τους μυς, τον λιπώδη ιστό, το ήπαρ και τους νεφρούς χοίρων, για τους μυς, τον λιπώδη ιστό, το ήπαρ και τους νεφρούς αιγοπροβάτων, για το γάλα βοοειδών και αιγοπροβάτων. Καθώς τα ΑΟΚ για το κριθάρι και τη βρώμη των 0,4 mg/kg βασίζονται σε ορθή γεωργική πρακτική η οποία δεν υποστηρίζεται πλέον, τα ΑΟΚ για τα εν λόγω προϊόντα θα πρέπει να μειωθούν σε 0,05 mg/kg. |
|
(5) |
Όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία η χρήση του οικείου φυτοπροστατευτικού προϊόντος δεν έχει εγκριθεί, και για τα οποία δεν υπάρχουν ανοχές κατά την εισαγωγή ούτε ανώτατα όρια καταλοίπων του Codex (CXL), τα ΑΟΚ θα πρέπει να καθορίζονται στο συγκεκριμένο όριο προσδιορισμού ή στο προκαθορισμένο ΑΟΚ, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005. |
|
(6) |
Η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη των εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων όσον αφορά την ανάγκη για προσαρμογή ορισμένων ορίων προσδιορισμού. Σχετικά με ορισμένες ουσίες, τα εν λόγω εργαστήρια κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, για ορισμένα αγαθά, η τεχνική εξέλιξη απαιτεί τον καθορισμό συγκεκριμένων ορίων προσδιορισμού. |
|
(7) |
Με βάση τις αιτιολογημένες γνώμες της Αρχής και λαμβανομένων υπόψη των συναφών με το υπό εξέταση θέμα παραγόντων, οι ενδεικνυόμενες τροποποιήσεις των ΑΟΚ πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 14 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005. |
|
(8) |
Μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ζητήθηκε η γνώμη των εμπορικών εταίρων της Ένωσης για τα νέα ΑΟΚ. Ελήφθησαν παρατηρήσεις από διάφορες τρίτες χώρες σχετικά με τον νέο ορισμό του καταλοίπου και το ΑΟΚ για την ουσία captan σε οινοποιήσιμα σταφύλια. Είναι σκόπιμο να διατηρηθεί προσωρινά ο υφιστάμενος ορισμός του καταλοίπου και του ΑΟΚ, ώστε να επιτρέπουν την παραγωγή δεδομένων σχετικά με τα κατάλοιπα σε οινοποιήσιμα σταφύλια σύμφωνα με τον νέο προτεινόμενο ορισμό του υπολείμματος. Το εν λόγω ΑΟΚ θα επανεξεταστεί· κατά την επανεξέταση θα ληφθούν υπόψη οι διαθέσιμες πληροφορίες που θα προκύψουν εντός δύο ετών από τη δημοσίευση του παρόντος κανονισμού. |
|
(9) |
Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 396/2005 θα πρέπει να τροποποιηθεί ανάλογα. |
|
(10) |
Για να καταστεί δυνατή η κανονική διάθεση στην αγορά, η μεταποίηση και η κατανάλωση των προϊόντων, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει μεταβατική ρύθμιση για τα προϊόντα που έχουν παραχθεί νόμιμα πριν από την τροποποίηση των ΑΟΚ και για τα οποία προκύπτει από τα στοιχεία ότι τηρείται υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. |
|
(11) |
Πριν από την έναρξη ισχύος των τροποποιημένων ΑΟΚ θα πρέπει να μεσολαβήσει εύλογο χρονικό διάστημα, ώστε να επιτρέψει στα κράτη μέλη, στις τρίτες χώρες και στις επιχειρήσεις τροφίμων να προετοιμαστούν για να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις που θα προκύψουν από την τροποποίηση των ΑΟΚ. |
|
(12) |
Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Τα παραρτήματα II και III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 τροποποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 2
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 396/2005, ως είχε πριν από την τροποποίησή του από τον παρόντα κανονισμό, εξακολουθεί να εφαρμόζεται στα προϊόντα που έχουν παραχθεί πριν από τις 19 Οκτωβρίου 2016.
Άρθρο 3
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εφαρμόζεται από τις 19 Οκτωβρίου 2016.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 29 Μαρτίου 2016.
Για την Επιτροπή
Ο Πρόεδρος
Jean-Claude JUNCKER
(1) ΕΕ L 70 της 16.3.2005, σ. 1.
(2) Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕFSA), 2014. Αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με την επανεξέταση των υφιστάμενων ανώτατων ορίων καταλοίπων (ΑΟΚ) για την ουσία captan, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005. EFSA Journal 2014·12(4):3663, 55 σ..
(3) Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων· επανεξέταση των ισχυόντων ανώτατων ορίων καταλοίπων (ΑΟΚ) για την ουσία propiconazole, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005. EFSA Journal 2015· 13(1):3975.
(4) Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων· επανεξέταση των ισχυόντων ανώτατων ορίων καταλοίπων (ΑΟΚ) για την ουσία spiroxamine, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005. EFSA Journal 2015· 13(1):3992.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Τα παραρτήματα II και ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 τροποποιούνται ως εξής:
|
1. |
Οι στήλες για τις ουσίες captan, propiconazole και spiroxamine αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: «Κατάλοιπα φυτοφαρμάκων και ανώτατα όρια καταλοίπων (mg/kg)
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
2. |
Στο παράρτημα III μέρος Β, οι στήλες για τις ουσίες captan, propiconazole και spiroxamine διαγράφονται. |
(*1) Αναφέρεται στο κατώτατο όριο αναλυτικού προσδιορισμού
(1) Για τον πλήρη κατάλογο προϊόντων φυτικής και ζωικής προέλευσης στα οποία εφαρμόζονται ΑΟΚ, θα πρέπει να γίνεται αναφορά στο παράρτημα I.
|
30.3.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 79/28 |
ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2016/453 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 29ης Μαρτίου 2016
για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (1),
Έχοντας υπόψη τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 543/2011 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2011, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 136 παράγραφος 1,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 543/2011 προβλέπει, κατ' εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ' αποκοπή τιμών εισαγωγής από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XVI μέρος A του εν λόγω κανονισμού. |
|
(2) |
Η κατ' αποκοπή τιμή εισαγωγής υπολογίζεται κάθε εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011, λαμβανομένων υπόψη των ημερήσιων μεταβλητών στοιχείων. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Οι κατ' αποκοπή τιμές εισαγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 136 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 2
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 29 Μαρτίου 2016.
Για την Επιτροπή,
εξ ονόματος του Προέδρου,
Jerzy PLEWA
Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Οι κατ' αποκοπή τιμές εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών
|
(ευρώ/100 kg) |
||
|
Κωδικός ΣΟ |
Κωδικός τρίτων χωρών (1) |
Κατ' αποκοπή τιμή εισαγωγής |
|
0702 00 00 |
EG |
109,3 |
|
IL |
136,2 |
|
|
MA |
67,4 |
|
|
SN |
144,4 |
|
|
TR |
94,3 |
|
|
ZZ |
110,3 |
|
|
0707 00 05 |
MA |
77,1 |
|
TR |
137,0 |
|
|
ZZ |
107,1 |
|
|
0709 93 10 |
EG |
44,3 |
|
MA |
41,8 |
|
|
TR |
159,5 |
|
|
ZZ |
81,9 |
|
|
0805 10 20 |
EG |
51,3 |
|
IL |
69,5 |
|
|
MA |
55,6 |
|
|
TN |
69,7 |
|
|
TR |
72,3 |
|
|
ZZ |
63,7 |
|
|
0805 50 10 |
MA |
85,8 |
|
TR |
88,5 |
|
|
ZZ |
87,2 |
|
|
0808 10 80 |
BR |
91,0 |
|
CL |
130,3 |
|
|
US |
134,5 |
|
|
ZA |
99,3 |
|
|
ZZ |
113,8 |
|
|
0808 30 90 |
AR |
78,4 |
|
CL |
163,1 |
|
|
CN |
88,3 |
|
|
TR |
159,2 |
|
|
ZA |
121,7 |
|
|
ZZ |
122,1 |
|
(1) Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1106/2012 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 2012, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 471/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις κοινοτικές στατιστικές του εξωτερικού εμπορίου με τις τρίτες χώρες, όσον αφορά την επικαιροποίηση της ονοματολογίας των χωρών και εδαφών (ΕΕ L 328 της 28.11.2012, σ. 7). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ
|
30.3.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 79/30 |
ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ, Ευρατόμ) 2016/454 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 22ας Μαρτίου 2016
για τον διορισμό τριών δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 257 τέταρτο εδάφιο,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 106α παράγραφος 1,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Η θητεία δύο δικαστών του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης») έχει λήξει από τις 30 Σεπτεμβρίου 2014 και η θητεία ενός ακόμη δικαστή έχει λήξει από τις 31 Αυγούστου 2015. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο, σύμφωνα με το άρθρο 2 και το άρθρο 3 παράγραφος 1 του παραρτήματος I του πρωτοκόλλου αριθ. 3 περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, να διορισθούν τρεις δικαστές για την κάλυψη αυτών των κενών θέσεων εργασίας. |
|
(2) |
Έπειτα από δημόσια πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων που δημοσιεύτηκε το 2013 (1) για τον διορισμό δύο δικαστών στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιτροπή που συγκροτήθηκε δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 3 του παραρτήματος I του πρωτοκόλλου αριθ. 3 («επιτροπή επιλογής») εξέδωσε γνώμη σχετικά με την επάρκεια των υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων του δικαστή του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Η επιτροπή επιλογής συνόδευσε τη γνώμη της με κατάλογο έξι υποψηφίων οι οποίοι διαθέτουν την πλέον κατάλληλη υψηλού επιπέδου πείρα. |
|
(3) |
Μετά την πολιτική συμφωνία σχετικά με τη μεταρρύθμιση του δικαστικού αρχιτεκτονήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/2422 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), το Δικαστήριο υπέβαλε, στις 17 Νοεμβρίου 2015, πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων της, με ισχύ από την 1η Σεπτεμβρίου 2016. |
|
(4) |
Υπό τις συνθήκες αυτές, για λόγους χρονοδιαγράμματος, είναι σκόπιμο να μη δημοσιευθεί νέα δημόσια πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων, αλλά να αξιοποιηθεί ο κατάλογος των έξι υποψηφίων με την πλέον κατάλληλη υψηλού επιπέδου πείρα που καταρτίσθηκε από την επιτροπή επιλογής μετά τη δημόσια πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων η οποία δημοσιεύθηκε το 2013. |
|
(5) |
Συνεπώς, ενδείκνυται να διορισθούν δικαστές του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης τρία από τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στον εν λόγω κατάλογο, κατά τρόπον ώστε να διασφαλισθεί ισορροπημένη σύνθεση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών και όσον αφορά τα εκπροσωπούμενα εθνικά νομικά συστήματα. Τα τρία πρόσωπα στον εν λόγω κατάλογο που έχουν την πλέον κατάλληλη υψηλού επιπέδου εμπειρία είναι ο κ. Sean VAN RAEPENBUSCH, ο κ. João SANT'ANNA και ο κ. Alexander KORNEZOV. Ο κ. João SANT'ANNA και ο κ. Alexander KORNEZOV θα πρέπει να διοριστούν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης. Δεδομένου ότι ο κ. Sean VAN RAEPENBUSCH ήταν ήδη δικαστής του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2014 και συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντά του μέχρι την έκδοση απόφασης του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 5 του πρωτοκόλλου αριθ. 3, είναι σκόπιμο να διοριστεί για μια νέα θητεία από την επομένη της λήξης της προηγούμενης θητείας του. |
|
(6) |
Βάσει του άρθρου 2 του παραρτήματος I του πρωτοκόλλου αριθ. 3, οι κενές θέσεις πρέπει να πληρούνται με τον διορισμό νέων δικαστών για περίοδο έξι ετών. Ωστόσο, με την εφαρμογή του προτεινόμενου κανονισμού για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ένωσης και των υπαλλήλων της, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν θα υφίσταται πλέον και η θητεία των τριών δικαστών που διορίζονται με την παρούσα απόφαση θα λήξει έτσι αυτοδικαίως την προηγούμενη ημέρα από εκείνη κατά την οποία θα εφαρμοστεί ο εν λόγω κανονισμός, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Οι ακόλουθοι διορίζονται δικαστές στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
|
— |
κ. Sean VAN RAEPENBUSCH, από την 1η Οκτωβρίου 2014, |
|
— |
κ. João SANT'ANNA, από την 1η Απριλίου 2016, |
|
— |
κ. Alexander KORNEZOV, από την 1η Απριλίου 2016. |
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την 1η Απριλίου 2016.
Βρυξέλλες, 22 Μαρτίου 2016.
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
A.G. KOENDERS
(1) ΕΕ C 353 της 3.12.2013, σ. 11.
(2) Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/2422 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την τροποποίηση του πρωτοκόλλου αριθ. 3 περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 341 της 24.12.2015, σ. 14).
|
30.3.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 79/32 |
ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2016/455 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 22ας Μαρτίου 2016
με την οποία εξουσιοδοτείται η έναρξη διαπραγματεύσεων εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα στοιχεία σχεδίου κειμένου νομικώς δεσμευτικής διεθνούς πράξης στο πλαίσιο της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας σχετικά με τη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας σε περιοχές πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 192 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφοι 3 και 4,
Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Η Ένωση συνήψε τυπικά τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS) με την απόφαση 98/392/ΕΚ του Συμβουλίου (1) όσον αφορά τα ζητήματα τα οποία διέπει η UNCLOS και η αρμοδιότητα για τα οποία έχει ανατεθεί στην Ένωση από τα κράτη μέλη της, ούσα έως σήμερα ο μοναδικός διεθνής οργανισμός ο οποίος είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω σύμβασης κατά την έννοια του άρθρου 305 παράγραφος 1 στοιχείο στ) και του άρθρου 1 του παραρτήματος IX της UNCLOS. |
|
(2) |
Ως συμβαλλόμενο μέρος της UNCLOS, η Ένωση μαζί με τα κράτη μέλη της, συμμετείχε στην άτυπη ad hoc ανοικτή ομάδα εργασίας των ΗΕ (η «ομάδα εργασίας») για την εξέταση ζητημάτων που αφορούν τη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας πέραν των περιοχών εθνικής δικαιοδοσίας. Κατά την τελευταία συνεδρίαση της ομάδας εργασίας, προτάθηκε η εκπόνηση νομικώς δεσμευτικής διεθνούς πράξης στο πλαίσιο της UNCLOS για τη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας σε περιοχές πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας (η «πράξη»). |
|
(3) |
Μετά τις συστάσεις που εγκρίθηκαν από την ομάδα εργασίας στις 23 Ιανουαρίου 2015, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε στις 19 Ιουνίου 2015 το ψήφισμα 69/292 με το οποίο, πριν από τη διεξαγωγή διακυβερνητικής διάσκεψης, συγκροτείται προπαρασκευαστική επιτροπή, ανοικτή σε όλα τα κράτη μέλη των ΗΕ, στα μέλη των ειδικευμένων υπηρεσιών και στα συμβαλλόμενα μέρη της UNCLOS, η οποία έχει ως αποστολή την υποβολή ουσιαστικών συστάσεων στη Γενική Συνέλευση σχετικά με τα στοιχεία του σχεδίου πράξης. Η προπαρασκευαστική επιτροπή θα ξεκινήσει τις εργασίες της το 2016, ενώ ως το τέλος του 2017 θα υποβάλει έκθεση προόδου στη Συνέλευση, η οποία θα αποφασίσει σχετικά με τη σύγκληση και την ημερομηνία έναρξης της διακυβερνητικής διάσκεψης, ώστε να εξεταστούν οι συστάσεις της προπαρασκευαστικής επιτροπής για τα στοιχεία και να καταρτιστεί το κείμενο της νομικώς δεσμευτικής διεθνούς πράξης στο πλαίσιο της UNCLOS. |
|
(4) |
Η Ένωση και τα κράτη μέλη της είναι συμβαλλόμενα μέρη της UNCLOS. Μαζί με τα κράτη μέλη της, η Ένωση θα πρέπει να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις για τα στοιχεία του σχεδίου πράξης που θα καταρτίσει η προπαρασκευαστική επιτροπή. Τα δικαιώματα συμμετοχής της Ένωσης όσον αφορά τη συνεδρίαση της εν λόγω επιτροπής καλύπτονται από την παράγραφο 1(j) του ψηφίσματος 69/292. |
|
(5) |
Η παρούσα απόφαση για την έναρξη των διαπραγματεύσεων και τις οδηγίες διαπραγμάτευσης μπορεί να συνοδεύεται σε μεταγενέστερο στάδιο από νέα απόφαση με οδηγίες διαπραγμάτευσης για τη συμμετοχή σε οποιαδήποτε διακυβερνητική διάσκεψη. |
|
(6) |
Τα θέματα που καλύπτονται από τις διαπραγματεύσεις μπορούν να εμπίπτουν στους τομείς αρμοδιότητας της Ένωσης, καθώς και στους τομείς αρμοδιότητας των κρατών μελών, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να διαπραγματευθεί, εξ ονόματος της Ένωσης, όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης και για τα οποία η Ένωση έχει εγκρίνει κανόνες, τα στοιχεία σχεδίου κειμένου νομικώς δεσμευτικής διεθνούς πράξης στο πλαίσιο της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας σχετικά με τη διατήρηση και τη βιώσιμη χρήση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας σε περιοχές πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας στις συνεδριάσεις της προπαρασκευαστικής επιτροπής των ΗΕ που συστάθηκε σύμφωνα με το ψήφισμα 69/292 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.
Άρθρο 2
Η Επιτροπή διεξάγει τις εν λόγω διαπραγματεύσεις εξ ονόματος της Ένωσης, όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης και για τα οποία η Ένωση έχει εγκρίνει κανόνες, σύμφωνα με τις οδηγίες διαπραγμάτευσης που επισυνάπτονται ως προσθήκη στην παρούσα απόφαση. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι οδηγίες διαπραγμάτευσης επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπον τις αντίστοιχες αρμοδιότητες της Ένωσης και των κρατών μελών.
Άρθρο 3
Η Επιτροπή διεξάγει τις διαπραγματεύσεις σε διαβούλευση με ειδική επιτροπή η οποία συγκροτείται διά της παρούσης. Η ειδική επιτροπή είναι η ομάδα «Δίκαιο της Θάλασσας» (COMAR).
Άρθρο 4
Στον βαθμό που το αντικείμενο των διαπραγματεύσεων εμπίπτει στις αρμοδιότητες και της Ένωσης και των κρατών μελών της, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεργαστούν στενά κατά τη διαπραγματευτική διαδικασία, αποβλέποντας στην ενότητα όσον αφορά τη διεθνή εκπροσώπηση της Ένωσης και των κρατών μελών της.
Άρθρο 5
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Επιτροπή.
Βρυξέλλες, 22 Μαρτίου 2016.
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
A.G. KOENDERS
(1) Απόφαση 98/392/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1998, για τη σύναψη από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών, της 10ης Δεκεμβρίου 1982, για το δίκαιο της θάλασσας και της συμφωνίας, της 28ης Ιουλίου 1994, σχετικά με την εφαρμογή του μέρους ΧΙ της εν λόγω σύμβασης (ΕΕ L 179 της 23.6.1998, σ. 1).
|
30.3.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 79/34 |
ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2016/456 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ
της 4ης Μαρτίου 2016
σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις διεξαγωγής ερευνών της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στο πλαίσιο καταπολέμησης της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης (ΕΚΤ/2016/3)
(αναδιατύπωση)
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ιδίως το άρθρο 12.3,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 7,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 προβλέπει ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (εφεξής «η Υπηρεσία») αποφασίζει για την έναρξη διοικητικών ερευνών σε περιπτώσεις απάτης (εφεξής «οι εσωτερικές έρευνες»), τις οποίες και διεξάγει εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών που έχουν ιδρυθεί με τις Συνθήκες ή βάσει αυτών, με σκοπό την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας που ασκείται εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Προς τούτο διερευνά σοβαρές υποθέσεις σχετικές με την άσκηση επαγγελματικών καθηκόντων, οι οποίες είτε αφορούν παράλειψη των υποχρεώσεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ένωσης και είναι ικανές να επισύρουν πειθαρχική ή, ενδεχομένως, και ποινική δίωξη είτε αφορούν ανάλογη παράλειψη υποχρεώσεων μελών θεσμικών και λοιπών οργάνων, διευθυντικών στελεχών λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή μελών του προσωπικού θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών που δεν διέπονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης»). |
|
(2) |
Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), τα επαγγελματικά αυτά καθήκοντα και οι υποχρεώσεις, ιδίως όσες συνδέονται με την επαγγελματική συμπεριφορά και το επαγγελματικό απόρρητο, καθορίζονται α) στους όρους απασχόλησης του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, β) στους κανόνες για θέματα προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, γ) στο παράρτημα IΙβ των όρων απασχόλησης, που αφορά τους όρους βραχυπρόθεσμης απασχόλησης, και δ) στους κανόνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τη βραχυπρόθεσμη απασχόληση, ενώ περαιτέρω καθοδήγηση παρέχεται ε) στον κώδικα συμπεριφοράς των μελών του διοικητικού συμβουλίου (2), στ) στον συμπληρωματικό κώδικα κριτηρίων δεοντολογίας για τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (3) και ζ) στον κώδικα συμπεριφοράς των μελών του εποπτικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (4) (εφεξής καλουμένων από κοινού «όροι απασχόλησης της ΕΚΤ»). |
|
(3) |
Σε σχέση με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και την καταπολέμηση της απάτης και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας που τα θίγει, το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 προβλέπει ότι η Υπηρεσία «διενεργεί διοικητικές έρευνες εντός των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών» σύμφωνα με τους όρους του εν λόγω κανονισμού και των αποφάσεων που εκδίδονται από τα οικεία θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς. Το άρθρο 4 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 προβλέπει την υποχρέωση κάθε θεσμικού ή λοιπού οργάνου ή οργανισμού να λάβει απόφαση η οποία να «περιλαμβάνει ειδικότερα κανόνα που αφορά την υποχρέωση των υπαλλήλων, των μελών του λοιπού προσωπικού, των μελών θεσμικών ή λοιπών οργάνων, των διευθυντικών στελεχών λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή των μελών του προσωπικού να συνεργάζονται με την Υπηρεσία και να την ενημερώνουν, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της εσωτερικής έρευνας». Σύμφωνα με την ενωσιακή νομολογία, η Υπηρεσία μπορεί να αρχίσει έρευνα μόνον επί τη βάσει αρκούντως σοβαρών υπονοιών (5). |
|
(4) |
Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, οι έρευνες θα πρέπει να διεξάγονται σύμφωνα με τις Συνθήκες, και ιδίως το πρωτόκολλο αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να τηρούν τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, ιδίως την αρχή της ισότητας, το δικαίωμα ακρόασης του ενδιαφερομένου σε σχέση με γεγονότα που τον αφορούν, την αρχή της κατάρτισης των πορισμάτων κάθε έρευνας αποκλειστικά βάσει στοιχείων με αποδεικτική αξία, καθώς και τις γενικές αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη μέλη και αναγνωρίζονται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως, παραδείγματος χάριν, ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της νομικής συμβουλής (επαγγελματικό απόρρητο). Ενόψει τούτου, τα θεσμικά όργανα, λοιπά όργανα και οργανισμοί θα πρέπει να καθορίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις διεξαγωγής των εσωτερικών ερευνών. |
|
(5) |
Η έκδοση της απόφασης ΕΚΤ/2004/11 (6) σκοπό είχε τον καθορισμό των όρων και προϋποθέσεων διεξαγωγής εσωτερικών ερευνών στην ΕΚΤ βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7). Προκειμένου να ληφθούν υπόψη, αφενός, η κατάργηση και αντικατάσταση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 και, αφετέρου, η σύσταση νέων οργάνων στην ΕΚΤ μετά την έκδοση της απόφασης ΕΚΤ/2004/11, καθίσταται αναγκαία η αναθεώρηση του ισχύοντος νομικού πλαισίου. |
|
(6) |
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου (8) συνέστησε το εποπτικό συμβούλιο ως εσωτερικό όργανο της ΕΚΤ με σκοπό τον σχεδιασμό και την εκτέλεση των ειδικών καθηκόντων που ανατέθηκαν σε εκείνη σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων. Βάσει του άρθρου 24 παράγραφος 1 και του άρθρου 25 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, η ΕΚΤ συνέστησε διοικητικό συμβούλιο επανεξέτασης (9) και επιτροπή μεσολάβησης (10), αντίστοιχα. Ακόμη, βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 και του άρθρου 143 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2014/17) (11), η ΕΚΤ συνέστησε, αντίστοιχα, μεικτές εποπτικές ομάδες για την εποπτεία σημαντικών εποπτευόμενων οντοτήτων ή ομίλων και ομάδες επιτόπιας επιθεώρησης. Εν συνεχεία, βάσει των άρθρων 9α και 9β του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (12), η ΕΚΤ συνέστησε επιτροπή δεοντολογίας (13) και επιτροπή επιθεώρησης, αντίστοιχα. |
|
(7) |
Η παρούσα απόφαση θα πρέπει να εφαρμόζεται στα μέλη των μεικτών εποπτικών ομάδων και των ομάδων επιτόπιων επιθεωρήσεων που δεν διέπονται από τους όρους απασχόλησης της ΕΚΤ. Τα μέλη του προσωπικού των εθνικών αρμόδιων αρχών που είναι μέλη των μεικτών εποπτικών ομάδων και των ομάδων επιτόπιων επιθεωρήσεων υπάγονται στη σφαίρα ελέγχου της ΕΚΤ σε θέματα που σχετίζονται με τη συμβολή τους στην εκτέλεση καθηκόντων που ανατίθενται στην ΕΚΤ δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού αυτού, η ΕΚΤ είναι υπεύθυνη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής και συνεπούς λειτουργίας του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (ΕΕΜ). Το άρθρο 6 παράγραφος 1 και το άρθρο 146 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 468/2014 (ΕΚΤ/2014/17) προβλέπουν ότι τα μέλη των μεικτών εποπτικών ομάδων και των ομάδων επιτόπιων επιθεωρήσεων υπόκεινται στις οδηγίες του συντονιστή της οικείας ομάδας. Οι διατάξεις αυτές βασίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, το οποίο παρέχει στην ΕΚΤ την εξουσία να θεσπίζει πλαίσιο οργάνωσης των πρακτικών λεπτομερειών εφαρμογής του συντονιστικού έργου εντός του ΕΕΜ. |
|
(8) |
Στο πλαίσιο έκδοσης της παρούσας απόφασης, η ΕΚΤ φέρει το βάρος της δικαιολόγησης τυχόν περιορισμών στη διεξαγωγή των εσωτερικών ερευνών που επηρεάζουν τα ειδικά καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της δυνάμει των άρθρων 127 και 128 της Συνθήκης και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013. Οι εν λόγω περιορισμοί αναμένεται ότι θα διασφαλίσουν την απαραίτητη εμπιστευτικότητα ορισμένων πληροφοριών της ΕΚΤ και ότι θα υλοποιήσουν την πρόθεση του νομοθέτη να ενισχύσει την καταπολέμηση της απάτης. Όπως συμβαίνει και σε σχέση με τα ειδικά αυτά καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της, η ΕΚΤ θα πρέπει και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης να αντιμετωπίζεται ως δημόσιος οργανισμός παρόμοιος με τα άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα της Κοινότητας. |
|
(9) |
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η διάδοση εκτός της ΕΚΤ ορισμένων εμπιστευτικών πληροφοριών που αυτή κατέχει για σκοπούς άσκησης των καθηκόντων της θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά τη λειτουργία της. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση για το αν θα χορηγείται στην Υπηρεσία πρόσβαση σε πληροφορίες ή αν θα διαβιβάζονται πληροφορίες σε αυτήν θα πρέπει να λαμβάνεται από την εκτελεστική επιτροπή. Σε τομείς όπως οι αποφάσεις νομισματικής πολιτικής ή οι πράξεις που σχετίζονται με τη διαχείριση των συναλλαγματικών διαθεσίμων και τις παρεμβάσεις στις αγορές συναλλάγματος, θα πρέπει να χορηγείται πρόσβαση σε πληροφορίες οι οποίες είναι παλαιότερες του ενός έτους. Οι περιορισμοί σε άλλους τομείς, όπως στις περιπτώσεις πληροφοριών σχετικών με τα καθήκοντα που αντίθενται στην ΕΚΤ με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, πληροφοριών που παρέχουν στην ΕΚΤ εθνικές αρμόδιες αρχές σχετικά με τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή με μεμονωμένα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και πληροφοριών σχετικών με τα χαρακτηριστικά ασφαλείας και τις τεχνικές προδιαγραφές των εκάστοτε ισχυόντων τραπεζογραμματίων ευρώ, δεν θα πρέπει να έχουν συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Αν και η παρούσα απόφαση θα πρέπει να περιορίσει σε κάποιους συγκεκριμένους τομείς δραστηριότητας το πεδίο των πληροφοριών των οποίων η διάδοση εκτός ΕΚΤ θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά τη λειτουργία της ίδιας της ΕΚΤ, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα προσαρμογής της εν λόγω απόφασης με σκοπό την κάλυψη απρόβλεπτων εξελίξεων, έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι η ΕΚΤ θα εξακολουθεί να είναι σε θέση να εκπληρώνει τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί βάσει της Συνθήκης. |
|
(10) |
Η παρούσα απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη, αφενός, ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και του γενικού συμβουλίου της ΕΚΤ που δεν είναι και μέλη της εκτελεστικής της επιτροπής ασκούν και εθνικές αρμοδιότητες, πέραν των αρμοδιοτήτων τους εντός του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, και, αφετέρου, ότι τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου της ΕΚΤ, της επιτροπής διαμεσολάβησης, των μεικτών εποπτικών ομάδων και των ομάδων επιθεώρησης που είναι εκπρόσωποι των εθνικών αρμόδιων αρχών των συμμετεχόντων κρατών μελών ασκούν και εθνικές αρμοδιότητες πέραν των αρμοδιοτήτων τους βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013. Η άσκηση των εθνικών αυτών αρμοδιοτήτων άπτεται του εθνικού δικαίου και κείται εκτός του πεδίου των εσωτερικών ερευνών της Υπηρεσίας. Συνεπώς, η παρούσα απόφαση θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις επαγγελματικές δραστηριότητες που ασκούν τα εν λόγω πρόσωπα με την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου, του γενικού συμβουλίου, του εποπτικού συμβουλίου της ΕΚΤ, της επιτροπής διαμεσολάβησης, των μεικτών εποπτικών ομάδων και των ομάδων επιθεώρησης. |
|
(11) |
Η παρούσα απόφαση θα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη το γεγονός ότι τα εξωτερικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης, της επιτροπής επιθεώρησης και της επιτροπής δεοντολογίας της ΕΚΤ μπορούν να ασκούν και αρμοδιότητες πέραν των εντολών τους. Η άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών κείται εκτός του πεδίου των εσωτερικών ερευνών της Υπηρεσίας. Συνεπώς, η παρούσα απόφαση θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις επαγγελματικές δραστηριότητες που ασκούν τα εν λόγω πρόσωπα με την ιδιότητα μέλους του διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης, της επιτροπής επιθεώρησης και της επιτροπής δεοντολογίας της ΕΚΤ. |
|
(12) |
Σύμφωνα με το άρθρο 37.1 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (εφεξής «το καταστατικό του ΕΣΚΤ»), τα μέλη των διοικητικών οργάνων και του προσωπικού της ΕΚΤ υποχρεούνται, ακόμη και όταν θα έχουν παύσει να ασκούν τα καθήκοντά τους, να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες οι οποίες, λόγω της φύσης τους, καλύπτονται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου. Σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου, του προσωπικού της ΕΚΤ και τα αποσπασμένα μέλη του προσωπικού των συμμετεχόντων κρατών μελών που ασκούν εποπτικά καθήκοντα υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου και μετά την παύση άσκησης των καθηκόντων τους. Το άρθρο 22 παράγραφος 1 της απόφασης ΕΚΤ/2014/16 και το άρθρο 2 παράγραφος 4 της απόφασης (ΕΕ) 2015/433 (ΕΚΤ/2014/59), αντίστοιχα, προβλέπουν το ίδιο και για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης της ΕΚΤ και τους αναπληρωτές τους, καθώς και για τα μέλη της επιτροπής δεοντολογίας της ΕΚΤ. Η παράγραφος 6 της εντολής της επιτροπής επιθεώρησης (14) προβλέπει ότι τα μέλη της δεν αποκαλύπτουν σε πρόσωπα ή όργανα εκτός της ΕΚΤ / του Ευρωσυστήματος πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα που περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, η Υπηρεσία και οι υπάλληλοί της υπόκεινται στους ίδιους όρους εμπιστευτικότητας και επαγγελματικού απορρήτου με αυτούς που εφαρμόζονται στο προσωπικό της ΕΚΤ βάσει του καταστατικού του ΕΣΚΤ και των όρων απασχόλησης της ΕΚΤ. |
|
(13) |
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, οι εθνικές αρμόδιες αρχές παρέχουν στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις, την αναγκαία υποστήριξη για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και η ΕΚΤ συνήψαν συμφωνία περί της έδρας, με ημερομηνία 18 Σεπτεμβρίου 1998 (15), η οποία θέτει σε εφαρμογή το πρωτόκολλο αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την ΕΚΤ και περιέχει διατάξεις για το απαραβίαστο των εγκαταστάσεων, αρχείων και επικοινωνιών της ΕΚΤ, καθώς και για τα διπλωματικά προνόμια και τις ασυλίες των μελών της εκτελεστικής της επιτροπής. |
|
(14) |
Λόγω της αντικατάστασης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 και τον σημαντικό αριθμό τροποποιήσεων που καθίστανται αναγκαίες, η απόφαση ΕΚΤ/2004/11 θα πρέπει να τροποποιηθεί και να αντικατασταθεί από την παρούσα, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής
Η παρούσα απόφαση έχει εφαρμογή:
|
— |
στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και του γενικού συμβουλίου της ΕΚΤ, σε θέματα που σχετίζονται με την ιδιότητά τους ως μελών των εν λόγω οργάνων λήψης αποφάσεων, |
|
— |
στα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής της ΕΚΤ, |
|
— |
στα μέλη του εποπτικού συμβουλίου της ΕΚΤ, σε θέματα που σχετίζονται με την ιδιότητά τους ως μελών του εν λόγω οργάνου, |
|
— |
στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης της ΕΚΤ, σε θέματα που σχετίζονται με την ιδιότητά τους ως μελών του εν λόγω οργάνου, |
|
— |
στα μέλη της επιτροπής μεσολάβησης της ΕΚΤ, σε θέματα που σχετίζονται με την ιδιότητά τους ως μελών του εν λόγω οργάνου, |
|
— |
στα μέλη της επιτροπής επιθεώρησης της ΕΚΤ, σε θέματα που σχετίζονται με την ιδιότητά τους ως μελών του εν λόγω οργάνου, |
|
— |
στα μέλη της επιτροπής δεοντολογίας της ΕΚΤ, σε θέματα που σχετίζονται με την ιδιότητά τους ως μελών του εν λόγω οργάνου, |
|
— |
στα μέλη των διοικητικών οργάνων και στα μέλη του προσωπικού των εθνικών κεντρικών τραπεζών ή των εθνικών αρμόδιων αρχών, τα οποία συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου, του γενικού συμβουλίου και του εποπτικού συμβουλίου της ΕΚΤ ως αναπληρωτές ή/και ως συνοδεύοντα πρόσωπα, σε θέματα που σχετίζονται με την ιδιότητά τους αυτή |
(εφεξής καλούμενα από κοινού «συμμετέχοντες σε όργανα λήψης αποφάσεων και λοιπά όργανα»), και
|
— |
στα μόνιμα ή προσωρινά μέλη του προσωπικού της ΕΚΤ, τα οποία διέπονται από τους όρους απασχόλησης της ΕΚΤ, |
|
— |
στα πρόσωπα που εργάζονται για την ΕΚΤ, εκτός όσων εργάζονται στη βάση σύμβασης απασχόλησης, περιλαμβανομένων των μελών του προσωπικού εθνικών αρμόδιων αρχών τα οποία είναι μέλη μεικτών εποπτικών ομάδων και ομάδων επιτόπιων επιθεωρήσεων, σε θέματα που σχετίζονται με την εργασία τους για την ΕΚΤ |
(εφεξής καλούμενα από κοινού «απασχολούμενα πρόσωπα»).
Άρθρο 2
Υποχρέωση συνεργασίας με την Υπηρεσία
Με την επιφύλαξη, αφενός, των σχετικών διατάξεων των Συνθηκών, του πρωτοκόλλου αριθ. 7 περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του καταστατικού του ΕΣΚΤ και του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και σεβόμενοι πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις θεμελιώδεις ελευθερίες και τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα κράτη μέλη και, αφετέρου, των διαδικασιών οι οποίες καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 και των κανόνων της παρούσας απόφασης, οι συμμετέχοντες σε όργανα λήψης αποφάσεων και λοιπά όργανα και τα απασχολούμενα πρόσωπα συνεργάζονται με την Υπηρεσία και της παρέχουν πληροφορίες, διασφαλίζοντας παράλληλα την εμπιστευτικότητα των εσωτερικών ερευνών.
Άρθρο 3
Υποχρέωση γνωστοποίησης πληροφοριών σχετικών με παράνομη δραστηριότητα
1. Τα απασχολούμενα πρόσωπα που λαμβάνουν γνώση πληροφοριών οι οποίες εγείρουν υπόνοιες περί της πιθανής ύπαρξης περιπτώσεων απάτης, διαφθοράς ή άλλης παράνομης δραστηριότητας που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης παρέχουν αμελλητί τις πληροφορίες στον διευθυντή της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης, στο ανώτατο διευθυντικό στέλεχος που προΐσταται της υπηρεσιακής τους μονάδας ή στο μέλος της εκτελεστικής επιτροπής που είναι πρωτίστως αρμόδιο για τη συγκεκριμένη μονάδα. Εν συνεχεία, οι ως άνω αποδέκτες των πληροφοριών τις διαβιβάζουν αμελλητί στον γενικό διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Γραμματείας. Τα απασχολούμενα πρόσωπα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υφίστανται άδικη ή διακριτική εις βάρος τους μεταχείριση λόγω της γνωστοποίησης των πληροφοριών κατά το παρόν άρθρο.
2. Οι συμμετέχοντες σε όργανα λήψης αποφάσεων και λοιπά όργανα που λαμβάνουν γνώση πληροφοριών της παραγράφου 1 ενημερώνουν σχετικά τον γενικό διευθυντή της Διεύθυνσης Γραμματείας ή τον πρόεδρο.
3. Αφότου ο γενικός διευθυντής της Διεύθυνσης Γραμματείας ή, ανάλογα με την περίπτωση, ο πρόεδρος, λάβει πληροφορίες σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2, τις διαβιβάζει αμελλητί στην Υπηρεσία, με την επιφύλαξη του άρθρου 4 της παρούσας απόφασης, και ενημερώνει σχετικά την Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης και, ανάλογα με την περίπτωση, τον πρόεδρο.
4. Συμμετέχων σε όργανα λήψης αποφάσεων και λοιπά όργανα ή απασχολούμενο πρόσωπο που διαθέτει απτές πληροφορίες οι οποίες ενισχύουν την υπόνοια περί πιθανής ύπαρξης περίπτωσης απάτης, διαφθοράς ή άλλης παράνομης δραστηριότητας κατά την έννοια της παραγράφου 1, και ταυτόχρονα έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι η εφαρμογή της ως άνω προβλεπόμενης διαδικασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση θα εμπόδιζε τη γνωστοποίησή τους στην Υπηρεσία με τον δέοντα τρόπο, μπορεί να τις γνωστοποιεί απευθείας στην Υπηρεσία, χωρίς να υπόκειται στην εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4.
Άρθρο 4
Συνεργασία με την Υπηρεσία σε σχέση με ευαίσθητες πληροφορίες
1. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που η διάδοση ορισμένων πληροφοριών εκτός της ΕΚΤ θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά τη λειτουργία της τελευταίας, η απόφαση για το αν θα χορηγείται στην Υπηρεσία πρόσβαση σε αυτές ή αν αυτές θα διαβιβάζονται στην Υπηρεσία θα λαμβάνεται από την εκτελεστική επιτροπή. Αυτό ισχύει για πληροφορίες που αφορούν αποφάσεις νομισματικής πολιτικής ή πράξεις που σχετίζονται με τη διαχείριση των συναλλαγματικών διαθεσίμων και τις παρεμβάσεις στις αγορές συναλλάγματος, εφόσον δεν είναι παλαιότερες του ενός έτους· για πληροφορίες σχετικές με τα καθήκοντα που ανατίθενται στην ΕΚΤ με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013· για πληροφορίες που παρέχουν στην ΕΚΤ εθνικές αρμόδιες αρχές σχετικά με τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή μεμονωμένα πιστωτικά ιδρύματα· και για πληροφορίες σχετικές με τα χαρακτηριστικά ασφαλείας και τις τεχνικές προδιαγραφές των τραπεζογραμματίων ευρώ.
2. Κατά τη λήψη της ως άνω απόφασης, η εκτελεστική επιτροπή λαμβάνει υπόψη όλους τους κρίσιμους παράγοντες, όπως τον βαθμό ευαισθησίας των πληροφοριών που ζητεί η Υπηρεσία για την έρευνα, τη σημασία τους για την έρευνα, και τη σοβαρότητα της υπόνοιας όπως παρουσιάζεται στον πρόεδρο από την Υπηρεσία, από το μέλος των οργάνων λήψης αποφάσεων ή λοιπών οργάνων ή το απασχολούμενο πρόσωπο, καθώς και τον βαθμό του κινδύνου για τη μελλοντική λειτουργία της ΕΚΤ. Τυχόν απόφαση περί μη χορήγησης πρόσβασης αιτιολογείται. Όσον αφορά τις πληροφορίες που παρέχουν στην ΕΚΤ εθνικές αρμόδιες αρχές σχετικά με τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή με μεμονωμένα πιστωτικά ιδρύματα, η εκτελεστική επιτροπή μπορεί με απόφασή της να μη χορηγήσει πρόσβαση στην Υπηρεσία εάν αυτή ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή θεωρεί ότι η αποκάλυψή τους θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος.
3. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις η εκτελεστική επιτροπή μπορεί με απόφασή της να μη χορηγεί προσωρινά στην Υπηρεσία πρόσβαση σε πληροφορίες οι οποίες σχετίζονται με συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας της ΕΚΤ και είναι ανάλογης ευαισθησίας με εκείνη των κατηγοριών πληροφοριών της παραγράφου 1. Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται στις αποφάσεις αυτές, οι οποίες ισχύουν για μέγιστη περίοδο έξι μηνών. Με την παρέλευση της περιόδου αυτής η Υπηρεσία αποκτά πρόσβαση στις ως άνω πληροφορίες, εκτός εάν στο μεταξύ το διοικητικό συμβούλιο τροποποιήσει την παρούσα απόφαση, υπάγοντας και τη συγκεκριμένη κατηγορία πληροφοριών στις κατηγορίες πληροφοριών της παραγράφου 1.
Άρθρο 5
Συνδρομή των εσωτερικών ερευνών από την ΕΚΤ
1. Με την έναρξη εσωτερικής έρευνας στην ΕΚΤ, το διευθυντικό της στέλεχος που είναι αρμόδιο για θέματα ασφαλείας χορηγεί στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας πρόσβαση στις εγκαταστάσεις της ΕΚΤ εφόσον αυτοί προσκομίσουν από τον γενικό διευθυντή της Υπηρεσίας γραπτή εξουσιοδότηση η οποία περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:
|
α) |
την ταυτότητα και την επαγγελματική τους ιδιότητα στην Υπηρεσία· |
|
β) |
το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας· και |
|
γ) |
τις διατάξεις που συνθέτουν τη νομική βάση διεξαγωγής της έρευνας και τις απορρέουσες από αυτή εξουσίες έρευνας. |
Ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και ο διευθυντής της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης ενημερώνονται αμέσως.
2. Η Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης συνδράμει την Υπηρεσία σε πρακτικά θέματα οργάνωσης των ερευνών.
3. Οι συμμετέχοντες σε όργανα λήψης αποφάσεων και λοιπά όργανα και τα απασχολούμενα πρόσωπα παρέχουν στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας που διεξάγουν έρευνα οποιαδήποτε πληροφορία τους ζητείται, εκτός εάν πρόκειται για πληροφορίες που θα μπορούσαν να είναι ευαίσθητες κατά την έννοια του άρθρου 4, οπότε και αποφασίζει ως προς την πρόσβαση η εκτελεστική επιτροπή. Η Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης καταγράφει όλες τις παρεχόμενες πληροφορίες.
Άρθρο 6
Ενημέρωση των ενδιαφερομένων
1. Στην περίπτωση που ανακύπτει ζήτημα πιθανής εμπλοκής συμμετέχοντα σε όργανα λήψης αποφάσεων και λοιπά όργανα ή απασχολούμενου προσώπου σε απάτη, διαφθορά και κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1, ο ενδιαφερόμενος ενημερώνεται γρήγορα, εφόσον τούτο δεν πρόκειται να βλάψει την έρευνα (16). Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται η κατάρτιση πορισμάτων με ονομαστική αναφορά σε συμμετέχοντες σε όργανα λήψης αποφάσεων και λοιπά όργανα ή σε απασχολούμενα πρόσωπα χωρίς να τους έχει δοθεί η δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους για το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που τους αφορούν και για τυχόν ύπαρξη στοιχείων επιβαρυντικών για τους ίδιους. Οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να τηρούν σιωπή, να μην ενοχοποιούν τον εαυτό τους και να ζητούν προσωπική νομική συνδρομή.
2. Σε περιπτώσεις στις οποίες η διεξαγωγή έρευνας καθιστά αναγκαία την αυστηρή τήρηση του απορρήτου ή/και απαιτεί την εφαρμογή διαδικασιών έρευνας αναγόμενων στο πεδίο δράσης εθνικών δικαστικών αρχών, η τήρηση της υποχρέωσης ακρόασης ορισμένου συμμετέχοντα σε όργανα λήψης αποφάσεων και λοιπά όργανα ή απασχολούμενου προσώπου είναι δυνατό να αναβάλλεται για περιορισμένο χρονικό διάστημα σε συμφωνία με τον πρόεδρο ή τον αντιπρόεδρο.
Άρθρο 7
Ενημέρωση σχετικά με τη θέση έρευνας στο αρχείο χωρίς να δοθεί συνέχεια
Εφόσον με την ολοκλήρωση ορισμένης εσωτερικής έρευνας δεν προκύπτει επιβαρυντικό στοιχείο για συμμετέχοντα σε όργανα λήψης αποφάσεων και λοιπά όργανα ή απασχολούμενο πρόσωπο, η έρευνα τίθεται στο αρχείο χωρίς να δοθεί συνέχεια, με απόφαση του γενικού διευθυντή της Υπηρεσίας, ο οποίος ενημερώνει γραπτώς τον ενδιαφερόμενο.
Άρθρο 8
Άρση ασυλίας
Τυχόν αίτημα εθνικής αστυνομικής ή δικαστικής αρχής για άρση της ετεροδικίας συμμετέχοντα σε όργανα λήψης αποφάσεων και λοιπά όργανα ή απασχολούμενου προσώπου σε σχέση με πιθανές περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης διαβιβάζεται στον γενικό διευθυντή της Υπηρεσίας για γνωμοδότηση. Για την ασυλία συμμετεχόντων σε όργανα λήψης αποφάσεων και λοιπά όργανα αποφασίζει το διοικητικό συμβούλιο, ενώ για την ασυλία απασχολούμενων προσώπων η εκτελεστική επιτροπή.
Άρθρο 9
Έναρξη ισχύος και κατάργηση
1. Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2. Η απόφαση ΕΚΤ/2004/11 καταργείται από την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3. Κάθε αναφορά στην απόφαση ΕΚΤ/2004/11 θεωρείται ότι γίνεται στην παρούσα απόφαση.
Φρανκφούρτη, 4 Μαρτίου 2016.
Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ
Mario DRAGHI
(1) ΕΕ L 248 της 18.9.2013, σ. 1.
(2) Κώδικας συμπεριφοράς των μελών του διοικητικού συμβουλίου (ΕΕ C 123 της 24.5.2002, σ. 9).
(3) Συμπληρωματικός κώδικας κριτηρίων δεοντολογίας για τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (δυνάμει του άρθρου 11.3 του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) (ΕΕ C 104 της 23.4.2010, σ. 8).
(4) Κώδικας συμπεριφοράς των μελών του εποπτικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ C 93 της 20.3.2015, σ. 2).
(5) Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Υπόθεση C-11/00, ECLI:EU:C:2003:395.
(6) Απόφαση ΕΚΤ/2004/11, της 3ης Ιουνίου 2004, σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες διεξαγωγής ερευνών από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης, της δωροδοκίας και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας επιζήμιας για τα οικονομικά συμφέροντα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και σχετικά με την τροποποίηση των όρων απασχόλησης του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ L 230 της 30.6.2004, σ. 56).
(7) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1).
(8) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63).
(9) Απόφαση ΕΚΤ/2014/16, της 14ης Απριλίου 2014, σχετικά με την ίδρυση διοικητικού συμβουλίου επανεξέτασης και τον κανονισμό λειτουργίας του (ΕΕ L 175 της 14.6.2014, σ. 47).
(10) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 673/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 2ας Ιουνίου 2014, σχετικά με την ίδρυση επιτροπής μεσολάβησης και τον εσωτερικό της κανονισμό (ΕΚΤ/2014/26) (ΕΕ L 179 της 19.6.2014, σ. 72).
(11) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 468/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 16ης Απριλίου 2014, που θεσπίζει το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και των εθνικών εντεταλμένων αρχών εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού (κανονισμός για το πλαίσιο ΕΕΜ) (ΕΚΤ/2014/17) (ΕΕ L 141 της 14.5.2014, σ. 1).
(12) Απόφαση ΕΚΤ/2004/2, της 19ης Φεβρουαρίου 2004, για τη θέσπιση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ L 80 της 18.3.2004, σ. 33).
(13) Απόφαση (ΕΕ) αριθ. 2015/433 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 17ης Δεκεμβρίου 2014, σχετικά με τη σύσταση επιτροπής δεοντολογίας και τον εσωτερικό της κανονισμό (ΕΚΤ/2014/59) (ΕΕ L 70 της 14.3.2015, σ. 58).
(14) Διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο της ΕΚΤ (www.ecb.europa.eu).
(15) Ομοσπονδιακή Επίσημη Εφημερίδα (Bundesgesetzblatt) αριθ. 45, 1998 της 27.10.1998 και αριθ. 12, 1999 της 6.5.1999.
(16) Το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1) εφαρμόζεται σε οποιονδήποτε περιορισμό αφορά την παροχή πληροφοριών σε υποκείμενα των δεδομένων σε περίπτωση επεξεργασίας δεδομένων.
|
30.3.2016 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 79/41 |
ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2016/457 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ
της 16ης Μαρτίου 2016
σχετικά με την καταλληλότητα εμπορεύσιμων χρεογράφων έκδοσης ή πλήρους εγγύησης της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΕΚΤ/2016/5)
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 127 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση,
Έχοντας υπόψη το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ιδίως το άρθρο 3.1 πρώτη περίπτωση, το άρθρο 12.1, το άρθρο 18 και το άρθρο 34.1 δεύτερη περίπτωση,
Έχοντας υπόψη την κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/510 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 19ης Δεκεμβρίου 2014, σχετικά με την εφαρμογή του πλαισίου νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος (κατευθυντήρια γραμμή γενικής τεκμηρίωσης) (ΕΚΤ/2014/60) (1), και ιδίως το άρθρο 1 παράγραφος 4, τους τίτλους I, II, IV, V, VI και VIII του τέταρτου μέρους και το έκτο μέρος της,
Έχοντας υπόψη την κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/2014/31 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 9ης Ιουλίου 2014, σχετικά με συμπληρωματικά προσωρινά μέτρα όσον αφορά τις πράξεις αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος και την καταλληλότητα των ασφαλειών και σχετικά με την τροποποίηση της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2007/9 (2), και ιδίως το άρθρο 1 παράγραφος 3 και το άρθρο 8,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Σύμφωνα με το άρθρο 18.1 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ μπορούν να διενεργούν πιστοδοτικές και πιστοληπτικές πράξεις με πιστωτικά ιδρύματα και άλλους φορείς της αγοράς, με επαρκή ασφάλεια προκειμένου για δάνεια. Τα ενιαία κριτήρια και οι ελάχιστες απαιτήσεις πιστοληπτικής διαβάθμισης του Ευρωσυστήματος, βάσει των οποίων καθορίζεται η καταλληλότητα της χρήσης των εμπορεύσιμων περιουσιακών στοιχείων ως ασφαλειών για τις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, προβλέπονται στην κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/510 (ΕΚΤ/2014/60), και ιδίως στο άρθρο 59 και στον τίτλο II του τέταρτου μέρους της. |
|
(2) |
Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 4 της κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2015/510 (ΕΚΤ/2014/60), το διοικητικό συμβούλιο μπορεί οποτεδήποτε να τροποποιεί τα εργαλεία, τα μέσα, τις απαιτήσεις, τα κριτήρια και τις διαδικασίες που αφορούν την εκτέλεση των πράξεων νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος. Σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 6 της ίδιας κατευθυντήριας γραμμής, το Ευρωσύστημα διατηρεί το δικαίωμα να αποφαίνεται, βάσει οποιασδήποτε πληροφορίας ενδέχεται να θεωρεί σημαντική για τη διασφάλιση της επαρκούς προστασίας του από κινδύνους, αν ορισμένη έκδοση ή ορισμένος εκδότης, οφειλέτης ή εγγυητής πληροί τις απαιτήσεις πιστοληπτικής διαβάθμισης που αυτό θεσπίζει. |
|
(3) |
Κατά παρέκκλιση από τις απαιτήσεις πιστοληπτικής διαβάθμισης του Ευρωσυστήματος όσον αφορά τα εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία, το άρθρο 8 της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2014/31 προβλέπει ότι τα ελάχιστα όρια πιστοληπτικής διαβάθμισης του Ευρωσυστήματος δεν εφαρμόζονται στα εμπορεύσιμα χρεόγραφα τα οποία εκδίδει ή εγγυάται πλήρως κεντρική κυβέρνηση κράτους μέλους της ζώνης του ευρώ βάσει προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης / του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, εκτός εάν το διοικητικό συμβούλιο αποφασίσει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με τους όρους της οικονομικής στήριξης και/ή του μακροοικονομικού προγράμματος. |
|
(4) |
Η απόφαση ΕΚΤ/2013/13 (3) ανέστειλε προσωρινά εν είδει έκτακτου μέτρου τις ελάχιστες απαιτήσεις του Ευρωσυστήματος όσον αφορά τα όρια πιστοληπτικής διαβάθμισης που εφαρμόζονται στα εμπορεύσιμα χρεόγραφα έκδοσης ή πλήρους εγγύησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με την ολοκλήρωση άσκησης διαχείρισης χρέους από την Κυπριακή Δημοκρατία και την επιβεβαίωση της συμμόρφωσής της με τους όρους του προγράμματος οικονομικής και χρηματοπιστωτικής προσαρμογής που αυτή είχε συνομολογήσει, η απόφαση ΕΚΤ/2013/22 (4) αποκατέστησε εκ νέου την καταλληλότητα των εμπορεύσιμων χρεογράφων έκδοσης ή πλήρους εγγύησης της Κυπριακής Δημοκρατίας για τους σκοπούς των πράξεων νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, με την επιφύλαξη της εφαρμογής σε αυτούς συγκεκριμένων περικοπών αποτίμησης και υπό την προϋπόθεση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θεωρείται κράτος μέλος της ζώνης του ευρώ που συμμορφώνεται με πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης / του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. |
|
(5) |
Το ισχύον άρθρο 1 παράγραφος 3 της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2014/31 προβλέπει ότι, για τους σκοπούς του άρθρου 8 αυτής, η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να θεωρείται κράτος μέλος της ζώνης του ευρώ που συμμορφώνεται με πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Εξάλλου, το άρθρο 8 παράγραφος 3 της ίδιας κατευθυντήριας γραμμής προβλέπει ότι τα εμπορεύσιμα χρεόγραφα που εκδίδει ή εγγυάται πλήρως η Κυπριακή Δημοκρατία υπόκεινται στην εφαρμογή συγκεκριμένων περικοπών αποτίμησης που προβλέπονται στο παράρτημα II αυτής. |
|
(6) |
Βάσει σχετικού αιτήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το πρόγραμμα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) που είχε συνομολογήσει διακόπηκε με ισχύ από την 7η Μαρτίου 2016 (5). Σύμφωνα με το άρθρο 1 της συμφωνίας για διευκόλυνση χρηματοδοτικής στήριξης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (6), η ημερομηνία λήξης της περιόδου διαθεσιμότητας του προγράμματος ΕΜΣ είναι η 31η Μαρτίου 2016. Επομένως, από την 1η Απριλίου 2016 η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να εξακολουθήσει να θεωρείται κράτος μέλος που τελεί υπό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Από την εν λόγω ημερομηνία και έπειτα, θα παύσουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις της προσωρινής αναστολής των ελάχιστων ορίων πιστοληπτικής διαβάθμισης του Ευρωσυστήματος ως προς τα εμπορεύσιμα χρεόγραφα έκδοσης ή πλήρους εγγύησης της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 παράγραφος 2 της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2014/31. |
|
(7) |
Για τους λόγους αυτούς το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε ότι από την 1η Απριλίου 2016 θα πρέπει στα εμπορεύσιμα χρεόγραφα που εκδίδει ή εγγυάται πλήρως η Κυπριακή Δημοκρατία να εφαρμόζονται τα ενιαία κριτήρια και τα ελάχιστα όρια πιστοληπτικής διαβάθμισης του Ευρωσυστήματος και ότι τα εν λόγω χρεόγραφα θα υπόκεινται στις ενιαίες περικοπές αποτίμησης που καθορίζονται στην κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2016/65 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2015/35) (7), |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Καταλληλότητα εμπορεύσιμων χρεογράφων έκδοσης ή πλήρους εγγύησης της Κυπριακής Δημοκρατίας
1. Για τους σκοπούς του άρθρου 8 της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2014/31 η Κυπριακή Δημοκρατία παύει να θεωρείται κράτος μέλος που τελεί υπό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης / του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
2. Στα εμπορεύσιμα χρεόγραφα έκδοσης ή πλήρους εγγύησης της Κυπριακής Δημοκρατίας εφαρμόζονται οι ελάχιστες απαιτήσεις του Ευρωσυστήματος όσον αφορά τα όρια πιστοληπτικής διαβάθμισης, όπως καθορίζονται στην κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2015/510 (ΕΚΤ/2014/60), και ιδίως στο άρθρο 59 και στον τίτλο II του τέταρτου μέρους της.
3. Τα εμπορεύσιμα χρεόγραφα που εκδίδει ή εγγυάται πλήρως η Κυπριακή Δημοκρατία παύουν να υπόκεινται στην εφαρμογή των συγκεκριμένων περικοπών αποτίμησης που προβλέπονται στο παράρτημα II της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2014/31.
4. Σε περίπτωση διαφορών μεταξύ, αφενός, της παρούσας απόφασης και, αφετέρου, της κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2015/510 (ΕΚΤ/2014/60) ή της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2014/31, όπως αυτές ενσωματώνονται σε εθνικό επίπεδο από τις οικείες εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ, κατισχύει η παρούσα απόφαση.
Άρθρο 2
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την 1η Απριλίου 2016.
Φρανκφούρτη, 16 Μαρτίου 2016.
Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ
Mario DRAGHI
(1) ΕΕ L 91 της 2.4.2015, σ. 3.
(2) ΕΕ L 240 της 13.8.2014, σ. 28.
(3) Απόφαση ΕΚΤ/2013/13, της 2ας Μαΐου 2013, σχετικά με προσωρινά μέτρα που αφορούν την καταλληλότητα των εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΕΕ L 133 της 17.5.2013, σ. 26).
(4) Απόφαση ΕΚΤ/2013/22, της 5ης Ιουλίου 2013, σχετικά με προσωρινά μέτρα που αφορούν την καταλληλότητα εμπορεύσιμων χρεογράφων εκδόσεως ή πλήρους εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΕΕ L 195 της 18.7.2013, σ. 27).
(5) Δήλωση της 7ης Μαρτίου 2016 της διευθύντριας του ΔΝΤ, Christine Lagarde, για την Κύπρο, δελτίο Τύπου αριθ. 16/94.
(6) Διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο του ΕΜΣ (www.esm.europa.eu).
(7) Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2016/65 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 18ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με τις περικοπές αποτίμησης κατά την εφαρμογή του πλαισίου νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος (ΕΚΤ/2015/35) (ΕΕ L 14 της 21.1.2016, σ. 30).