ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 333

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

58ό έτος
19 Δεκεμβρίου 2015


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2015/2399 του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2015, για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Κολομβίας σχετικά με την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία διαμονή

1

 

 

Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Κολομβίας σχετικά με την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία διαμονή

3

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2015/2400 του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του τροποποιητικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις

10

 

 

Τροποποιητικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις

12

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/2401 της Επιτροπής, της 2ας Οκτωβρίου 2015, όσον αφορά το περιεχόμενο και τη λειτουργία του μητρώου για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα

50

 

*

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/2402 της Επιτροπής, της 12ης Οκτωβρίου 2015, με τον οποίο αναθεωρούνται οι εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας κατ' εφαρμογή της οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και καταργείται η εκτελεστική απόφαση 2011/877/ΕΕ της Επιτροπής

54

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2403 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κατευθυντήριων γραμμών για τα πρότυπα και τις τεχνικές απενεργοποίησης, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα καθίστανται αμετάκλητα ακατάλληλα για χρήση ( 1 )

62

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2404 της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για τη μείωση των αλιευτικών ποσοστώσεων που διατέθηκαν για ορισμένα αποθέματα το 2015 λόγω υπεραλίευσης άλλων αποθεμάτων κατά τα προηγούμενα έτη και για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/1801

73

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2405 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2015, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ενωσιακών δασμολογικών ποσοστώσεων για τα γεωργικά προϊόντα καταγωγής Ουκρανίας

89

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2406 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1126/2008 για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 1 ( 1 )

97

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2407 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2015, για την ανανέωση της παρέκκλισης από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1967/2006 του Συμβουλίου όσον αφορά την ελάχιστη απόσταση από την ακτή και το ελάχιστο βάθος θάλασσας που οφείλουν να τηρούν οι συρόμενοι από σκάφος γρίποι που αλιεύουν το είδος γωβιουδάκι άφια (Aphia minuta) σε ορισμένα χωρικά ύδατα της Ιταλίας

104

 

 

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2408 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2015, για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

108

 

 

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2409 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τον προσδιορισμό των ποσοτήτων που πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα που καθορίστηκε για την υποπερίοδο από την 1η Απριλίου έως τις 30 Ιουνίου 2016 στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσόστωσης που ανοίχθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 536/2007 για το κρέας πουλερικών καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής

110

 

 

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2410 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2015, για τον καθορισμό των ποσοτήτων που πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα που καθορίστηκε για την υποπερίοδο από 1 Απριλίου έως 30 Ιουνίου 2016 στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που ανοίχθηκαν με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/2077 για τα αυγά, τα προϊόντα αυγών και τις αυγοαλβουμίνες καταγωγής Ουκρανίας

112

 

 

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2411 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τον προσδιορισμό των ποσοτήτων που πρέπει να προστεθούν στην ποσότητα που καθορίστηκε για την υποπερίοδο από την 1η Απριλίου έως τις 30 Ιουνίου 2016 στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που ανοίχθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1384/2007 για το κρέας πουλερικών καταγωγής Ισραήλ

114

 

 

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2412 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τον καθορισμό των ποσοτήτων που πρέπει να προστίθενται στην ποσότητα που καθορίστηκε για την υποπερίοδο από 1 Απριλίου έως 30 Ιουνίου 2016 στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που ανοίχθηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 442/2009 στον τομέα του χοιρείου κρέατος

116

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

*

Απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/2413 της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφάλειας, της 9ης Δεκεμβρίου 2015, για την παράταση της θητείας της αρχηγού της Αστυνομικής Αποστολής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Αφγανιστάν (EUPOL AFGHANISTAN) (EUPOL Afghanistan/2/2015)

118

 

*

Εκτελεστική απόφαση (EE) 2015/2414 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με τη δημοσίευση με περιορισμό στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης των στοιχείων αναφοράς του εναρμονισμένου προτύπου EN 521:2006 Προδιαγραφές συσκευών που λειτουργούν αποκλειστικά με υγραέριο — Φορητές συσκευές υγραερίου με πίεση λειτουργίας την πίεση του αεριοποιημένου υγραερίου στο δοχείο τροφοδοσίας, σύμφωνα με την οδηγία 2009/142/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2015) 9145]  ( 1 )

120

 

*

Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/2415 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με την έγκριση, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1008/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τροποποιημένων κανόνων κατανομής της εναέριας κυκλοφορίας για τους αερολιμένες Μιλάνο Malpensa, Μιλάνο Linate και Orio al Serio (Bergamo) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2015) 9177]

124

 

*

Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2015/2416 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με την αναγνώριση ορισμένων περιοχών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ως απαλλαγμένων από τον επιβλαβή οργανισμό Agrilus planipennis Fairmaire [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2015) 9185]

128

 

*

Εκτελεστική απόφαση 2015/2417 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2015, για την τροποποίηση της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2015/789 σχετικά με μέτρα για την πρόληψη της εισαγωγής και της εξάπλωσης στην Ένωση του οργανισμού Xylella fastidiosa (Wells et al.) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2015) 9191]

143

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2015/2418 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2015, σχετικά με την τροποποίηση της απόφασης 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

148

 

 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

*

Σύσταση (ΕΕ) 2015/2419, της 16ης Μαρτίου 2015, σχετικά με την εφαρμογή της ατζέντας σύνδεσης ΕΕ-Ουκρανίας

150

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

19.12.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 333/1


ΑΠΌΦΑΣΗ (ΕΕ) 2015/2399 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 26ης Οκτωβρίου 2015

για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Κολομβίας σχετικά με την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία διαμονή

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 77 παράγραφος 2 στοιχείο α), σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 5,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 509/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1) μετέφερε την αναφορά στη Δημοκρατία της Κολομβίας από το παράρτημα I στο παράρτημα II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου (2).

(2)

Η εν λόγω αναφορά στην Δημοκρατία της Κολομβίας συνοδεύεται από υποσημείωση στην οποία επισημαίνεται ότι «η απαλλαγή από την απαίτηση θεώρησης εφαρμόζεται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος συμφωνίας περί απαλλαγής από τη θεώρηση, που θα συναφθεί με την Ευρωπαϊκή Ένωση».

(3)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 509/2014, η Επιτροπή αξιολόγησε την κατάσταση της Δημοκρατίας της Κολομβίας όσον αφορά τα κριτήρια που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό. Στις 29 Οκτωβρίου 2014 η Επιτροπή ενέκρινε έκθεση που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η σημαντική βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, καθώς και της κατάστασης ασφάλειας στην Κολομβία κατά τα τελευταία έτη, δικαιολογεί να χορηγηθεί στους Κολομβιανούς απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για την είσοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

(4)

Στις 19 Μαΐου 2015 το Συμβούλιο εξέδωσε απόφαση με την οποία εξουσιοδότησε την Επιτροπή να διαπραγματευτεί με την Δημοκρατία της Κολομβίας για τη σύναψη συμφωνίας ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Δημοκρατία της Κολομβίας σχετικά με την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία διαμονή (η «συμφωνία»).

(5)

Οι διαπραγματεύσεις για τη συμφωνία πραγματοποιήθηκαν στις 20 Μαΐου 2015 και περατώθηκαν επιτυχώς με τη μονογραφή της στις 9 Ιουνίου 2015.

(6)

Η συμφωνία θα πρέπει να υπογραφεί και οι επισυναπτόμενες στη συμφωνία δηλώσεις να εγκριθούν εξ ονόματος της Ένωσης. Η συμφωνία θα πρέπει να εφαρμοστεί προσωρινά από την επομένη της υπογραφής της, μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες για την επίσημη σύναψή της.

(7)

Η παρούσα απόφαση συνιστά ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει, σύμφωνα με την απόφαση 2000/365/ΕΚ του Συμβουλίου (3). Συνεπώς, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.

(8)

Η παρούσα απόφαση συνιστά ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στις οποίες η Ιρλανδία δεν συμμετέχει, σύμφωνα με την απόφαση 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου (4). Συνεπώς, η Ιρλανδία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η εξ ονόματος της Ένωσης υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Κολομβίας σχετικά με την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία διαμονή («συμφωνία») εγκρίνεται εξ ονόματος της Ένωσης, με την επιφύλαξη της σύναψης της συμφωνίας.

Το κείμενο της συμφωνίας επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση.

Άρθρο 2

Οι δηλώσεις που επισυνάπτονται στην παρούσα απόφαση εγκρίνονται εξ ονόματος της Ένωσης.

Άρθρο 3

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου εξουσιοδοτείται να ορίσει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που είναι αρμόδια να υπογράψουν τη συμφωνία εξ ονόματος της Ένωσης.

Άρθρο 4

Η συμφωνία εφαρμόζεται προσωρινά από την επομένη της υπογραφής της (5), μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες σύναψής της.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της έκδοσής της.

Λουξεμβούργο, 26 Οκτωβρίου 2015.

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

C. DIESCHBOURG


(1)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 509/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (ΕΕ L 149 της 20.5.2014, σ. 67).

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (ΕΕ L 81 της 21.3.2001, σ. 1).

(3)  Απόφαση 2000/365/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, σχετικά με το αίτημα του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 131 της 1.6.2000, σ. 43).

(4)  Απόφαση 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με το αίτημα της Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 64 της 7.3.2002, σ. 20).

(5)  Η ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου.


19.12.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 333/3


ΣΥΜΦΩΝΊΑ

μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Κολομβίας σχετικά με την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία διαμονή

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, καλούμενη εφεξής «Ένωση» ή «ΕΕ», και

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΟΜΒΙΑΣ (καλούμενη εφεξής «Κολομβία»),

καλούμενες εφεξής από κοινού «τα συμβαλλόμενα μέρη»,

ΜΕ ΣΚΟΠΟ την περαιτέρω ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και επιθυμώντας να διευκολύνουν τη μετάβαση εξασφαλίζοντας στους πολίτες τους είσοδο χωρίς θεώρηση και βραχεία διαμονή,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 509/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (1), με τη μεταφορά, μεταξύ άλλων, 19 τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Κολομβίας, στον κατάλογο τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία διαμονή στα κράτη μέλη,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΚΑΤΑ ΝΟΥ ότι το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 509/2014 αναφέρει ότι για τις 19 αυτές χώρες η απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης εφαρμόζεται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος συμφωνίας περί απαλλαγής από την υποχρέωση θεώρησης, που θα συναφθεί με την Ένωση,

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να διασφαλίσουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης όλων των πολιτών της ΕΕ,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ότι τα πρόσωπα που ταξιδεύουν με σκοπό την άσκηση αμειβόμενης δραστηριότητας κατά τη βραχεία διαμονή τους δεν καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία και, συνεπώς, για την κατηγορία αυτή εξακολουθούν να ισχύουν οι σχετικοί κανόνες του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου των κρατών μελών και του εθνικού δικαίου της Κολομβίας όσον αφορά την υποχρέωση ή την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης και την πρόσβαση σε απασχόληση,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το πρωτόκολλο για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και το πρωτόκολλο σχετικά με το κεκτημένο του Σένγκεν το οποίο έχει ενσωματωθεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει προσαρτηθεί στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και επιβεβαιώνοντας ότι οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας δεν εφαρμόζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΣΤΑ ΕΞΗΣ:

Άρθρο 1

Σκοπός

Η παρούσα συμφωνία προβλέπει δυνατότητα μετάβασης χωρίς θεώρηση για τους πολίτες της Ένωσης και για τους πολίτες της Κολομβίας, όταν ταξιδεύουν στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας:

α)

ως «κράτος μέλος» νοείται κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία·

β)

ως «πολίτης της Ένωσης» νοείται υπήκοος κράτους μέλους όπως ορίζεται στο στοιχείο α)·

γ)

ως «πολίτης της Κολομβίας» νοείται υπήκοος της Κολομβίας·

δ)

ως «χώρος Σένγκεν» νοείται ο χώρος χωρίς εσωτερικά σύνορα που περιλαμβάνει τα εδάφη των κρατών μελών όπως ορίζονται στο στοιχείο α) τα οποία εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν.

ε)

«κεκτημένο Σένγκεν», νοείται το σύνολο των μέτρων που αναφέρονται στο Πρωτόκολλο 19 σχετικά με το κεκτημένο του Σένγκεν το οποίο έχει ενσωματωθεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που επισυνάπτεται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και αποσκοπούν στην κατάργηση των ελέγχων των προσώπων στα εσωτερικά σύνορα, σε συνδυασμό με μια κοινή πολιτική για τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα και για τις θεωρήσεις, καθώς και τα αμέσως σχετιζόμενα συνοδευτικά μέτρα για την πρόληψη και καταπολέμηση της εγκληματικότητας.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.   Οι πολίτες της Ένωσης που κατέχουν έγκυρα κοινά, διπλωματικά, υπηρεσιακά, επίσημα ή ειδικά διαβατήρια που έχουν εκδοθεί από κράτος μέλος μπορούν να εισέλθουν και να παραμείνουν στο έδαφος της Κολομβίας χωρίς θεώρηση για την περίοδο διαμονής που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1.

Οι πολίτες της Κολομβίας που κατέχουν έγκυρα κοινά, διπλωματικά, υπηρεσιακά, επίσημα ή ειδικά διαβατήρια που έχουν εκδοθεί από την Κολομβία μπορούν να εισέλθουν και να παραμείνουν στο έδαφος των κρατών μελών χωρίς θεώρηση για την περίοδο διαμονής που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2.

2.   Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει για πρόσωπα που ταξιδεύουν με σκοπό την άσκηση αμειβόμενης δραστηριότητας.

Γι' αυτή την κατηγορία προσώπων, κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει μεμονωμένα αν θα επιβάλει υποχρέωση θεώρησης στους πολίτες της Κολομβίας ή αν θα την ανακαλέσει σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 539/2001 (2) του Συμβουλίου.

Γι' αυτήν την κατηγορία προσώπων, η Κολομβία μπορεί να αποφασίσει σχετικά με την υποχρέωση ή την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για τους πολίτες κάθε κράτους μέλους μεμονωμένα σύμφωνα με την εθνική της νομοθεσία.

3.   Η απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης που προβλέπει η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των νόμων των συμβαλλόμενων μερών που αφορούν τους όρους εισόδου και βραχείας διαμονής. Τα κράτη μέλη και η Κολομβία διατηρούν το δικαίωμα να αρνηθούν την είσοδο και τη βραχεία διαμονή στο έδαφός τους αν δεν πληρούνται ένας ή περισσότεροι από τους όρους αυτούς.

4.   Η απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης ισχύει ανεξάρτητα από το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιείται για τη διέλευση των συνόρων των συμβαλλόμενων μερών.

5.   Θέματα που δεν καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία διέπονται από το ενωσιακό δίκαιο, το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών και το εθνικό δίκαιο της Κολομβίας.

Άρθρο 4

Διάρκεια διαμονής

1.   Οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να μείνουν στο έδαφος της Κολομβίας για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών.

2.   Οι πολίτες της Κολομβίας μπορούν να μείνουν στο έδαφος των κρατών μελών που εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών. Η εν λόγω χρονική περίοδος υπολογίζεται ανεξάρτητα από τυχόν διαμονή σε κράτος μέλος που δεν εφαρμόζει ακόμη πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν.

Οι πολίτες της Κολομβίας μπορούν να μείνουν για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών στο έδαφος κάθε κράτους μέλους που δεν εφαρμόζει ακόμη πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν, ανεξάρτητα από την περίοδο διαμονής που υπολογίζεται για το έδαφος των κρατών μελών που εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν.

3.   Η παρούσα συμφωνία δεν επηρεάζει τη δυνατότητα της Κολομβίας και των κρατών μελών να επεκτείνουν την περίοδο διαμονής πέραν των 90 ημερών σύμφωνα με το εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο.

Άρθρο 5

Εδαφική εφαρμογή

1.   Όσον αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία, οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας εφαρμόζονται μόνο στο ευρωπαϊκό έδαφος της Γαλλικής Δημοκρατίας.

2.   Όσον αφορά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας εφαρμόζονται μόνο στο ευρωπαϊκό έδαφος του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.

Άρθρο 6

Μεικτή επιτροπή για τη διαχείριση της συμφωνίας

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη συγκροτούν μεικτή επιτροπή εμπειρογνωμόνων (εφεξής καλούμενη «επιτροπή»), η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους της Ένωσης και εκπροσώπους της Κολομβίας. Η Ένωση εκπροσωπείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

2.   Η επιτροπή έχει τα εξής καθήκοντα:

α)

να παρακολουθεί την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας·

β)

να προτείνει τροποποιήσεις ή προσθήκες στην παρούσα συμφωνία·

γ)

να διευθετεί τις διαφορές που προκύπτουν από την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας·

δ)

κάθε άλλο καθήκον που συμφωνείται αμοιβαία από τα συμβαλλόμενα μέρη.

3.   Η επιτροπή συνεδριάζει όταν κρίνεται αναγκαίο, μετά από αίτηση ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη.

4.   Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό της.

Άρθρο 7

Σχέση της παρούσας συμφωνίας με τις υφιστάμενες διμερείς απαλλαγές από την υποχρέωση θεώρησης μεταξύ των κρατών μελών και της Κολομβίας

Η παρούσα συμφωνία υπερισχύει κάθε διμερούς συμφωνίας ή ρύθμισης που έχει συναφθεί μεταξύ επιμέρους κρατών μελών και της Κολομβίας, στο μέτρο που καλύπτουν θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας.

Άρθρο 8

Τελικές διατάξεις

1.   Η παρούσα συμφωνία κυρώνεται ή εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις αντίστοιχες εσωτερικές διαδικασίες τους και τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα που έπεται της ημερομηνίας της τελευταίας εκ των δύο κοινοποιήσεων με τις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη γνωστοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των ανωτέρω διαδικασιών.

Εν αναμονή της έναρξης ισχύος της, η παρούσα συμφωνία θα ισχύει από την επομένη της υπογραφής της.

2.   Η παρούσα συμφωνία συνάπτεται για απεριόριστο χρονικό διάστημα, εκτός εάν καταγγελθεί σύμφωνα με την παράγραφο 5.

3.   Η παρούσα συμφωνία μπορεί να τροποποιηθεί με γραπτή συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών. Οι τροποποιήσεις αρχίζουν να ισχύουν μετά την αμοιβαία κοινοποίηση των συμβαλλόμενων μερών σχετικά με την ολοκλήρωση των εσωτερικών διαδικασιών που είναι αναγκαίες για τον σκοπό αυτόν.

4.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να αναστείλει εν όλω ή εν μέρει την παρούσα συμφωνία, ιδίως για λόγους δημόσιας τάξης, προστασίας της εθνικής ασφάλειας ή προστασίας της δημόσιας υγείας, παράτυπης μετανάστευσης ή εκ νέου θέσπισης της υποχρέωσης θεώρησης από ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Η απόφαση αναστολής κοινοποιείται στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος το αργότερο 2 μήνες πριν από την έναρξη ισχύος της. Το συμβαλλόμενο μέρος που ανέστειλε την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας ενημερώνει αμέσως το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μόλις εκλείψουν οι λόγοι της αναστολής και προβαίνει σε άρση της αναστολής.

5.   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία με γραπτή κοινοποίηση στο άλλο μέρος. Η παρούσα συμφωνία παύει να ισχύει 90 ημέρες μετά την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης.

6.   Η Κολομβία μπορεί να αναστείλει ή να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία μόνον όσον αφορά όλα τα κράτη μέλη.

7.   Η Ένωση μπορεί να αναστείλει ή να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία μόνον όσον αφορά όλα τα κράτη μέλη της.

Έγινε σε δύο αντίτυπα, στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα. Όλα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.

Съставено в Брюксел на втори декември две хиляди и петнадесета година.

Hecho en Bruselas, el dos de diciembre de dos mil quince.

V Bruselu dne druhého prosince dva tisíce patnáct.

Udfærdiget i Bruxelles den anden december to tusind og femten.

Geschehen zu Brüssel am zweiten Dezember zweitausendfünfzehn.

Kahe tuhande viieteistkümnenda aasta detsembrikuu teisel päeval Brüsselis.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις δύο Δεκεμβρίου δύο χιλιάδες δεκαπέντε.

Done at Brussels on the second day of December in the year two thousand and fifteen.

Fait à Bruxelles, le deux décembre deux mille quinze.

Sastavljeno u Bruxellesu drugog prosinca dvije tisuće petnaeste.

Fatto a Bruxelles, addì due dicembre duemilaquindici.

Briselē, divi tūkstoši piecpadsmitā gada otrajā decembrī.

Priimta du tūkstančiai penkioliktų metų gruodžio antrą dieną Briuselyje.

Kelt Brüsszelben, a kéteze-tizenötödik év december havának második napján.

Magħmul fi Brussell, fit-tieni jum ta’ Diċembru fis-sena elfejn u ħmistax.

Gedaan te Brussel, de tweede december tweeduizend vijftien.

Sporządzono w Brukseli dnia drugiego grudnia roku dwa tysiące piętnastego.

Feito em Bruxelas, em dois de dezembro de dois mil e quinze.

Întocmit la Bruxelles la doi decembrie două mii cincisprezece.

V Bruseli druhého decembra dvetisíctridsať.

V Bruslju, dne drugega decembra leta dva tisoč petnajst.

Tehty Brysselissä toisena päivänä joulukuuta vuonna kaksituhattaviisitoista.

Som skedde i Bryssel den andra december år tjugohundrafemton.

За Европейския съюз

Рог la Unión Europea

Za Evropskou unii

For Den Europæiske Union

Für die Europäische Union

Euroopa Liidu nimel

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση

For the European Union

Pour l'Union européenne

Za Europsku uniju

Per l'Unione europea

Eiropas Savienības vārdā –

Europos Sąjungos vardu

Az Európai Unió részéről

Għall-Unjoni Ewropea

Voor de Europese Unie

W imieniu Unii Europejskiej

Pela União Europeia

Pentru Uniunea Europeană

Za Európsku úniu

Za Evropsko unijo

Euroopan unionin puolesta

För Europeiska unionen

Image

За Република Колумбия

Por la República de Colombia

Za Kolumbijskou republiku

For Republikken Colombia

Für die Republik Kolumbien

Colombia Vabariigi nimel

Για τη Δημοκρατία της Κολομβίας

For the Republic of Colombia

Pour la République de la Colombie

Za Republiku Kolumbiju

Per la Repubblica di Colombia

Kolumbijas Republikas vārdā –

Kolumbijos Respublikos vardu

A Kolumbiai Köztársaság részéről

Għar-Repubblika tal-Kolombja

Voor de Republiek Colombia

W imieniu Republiki Kolumbii

Pela República da Colômbia

Pentru Republica Columbia

Za Kolumbijskú republiku

Za Republiko Kolumbijo

Kolumbian tasavallan puolesta

För Republiken Colombia

Image


(1)  ΕΕ L 149 της 20.5.2014, σ. 67.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 539/2001 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (ΕΕ L 81 της 21.3.2001, σ. 1).


ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΙΣΛΑΝΔΙΑ, ΤΗ ΝΟΡΒΗΓΙΑ, ΤΗΝ ΕΛΒΕΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΧΤΕΝΣΤΑΪΝ

Τα συμβαλλόμενα μέρη σημειώνουν τη στενή σχέση που υπάρχει μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Νορβηγίας, της Ισλανδίας, της Ελβετίας και του Λιχτενστάιν, ιδίως δυνάμει των συμφωνιών της 18ης Μαΐου 1999 και της 26ης Οκτωβρίου 2004 σχετικά με τη σύνδεση των εν λόγω χωρών με τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν.

Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι ευκταίο οι αρχές της Νορβηγίας, της Ισλανδίας, της Ελβετίας και του Λιχτενστάιν, αφενός, και της Κολομβίας, αφετέρου, να συνάψουν, αμελλητί, διμερείς συμφωνίες σχετικά με την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία διαμονή με όρους παρόμοιους με εκείνους της παρούσας συμφωνίας.


ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΑΜΕΙΒΟΜΕΝΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ, ΟΠΩΣ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 3 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2 ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Επιθυμώντας να διασφαλίσουν κοινή ερμηνεία, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι, για τον σκοπό της παρούσας συμφωνίας, η κατηγορία προσώπων που ασκούν αμειβόμενη δραστηριότητα καλύπτει πρόσωπα που εισέρχονται με σκοπό την άσκηση επικερδούς απασχόλησης/αμειβόμενης δραστηριότητας στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ως απασχολούμενοι ή ως πάροχοι υπηρεσιών.

Η κατηγορία αυτή δεν θα πρέπει να καλύπτει:

επιχειρηματίες, δηλαδή πρόσωπα που ταξιδεύουν για επιχειρηματικούς σκοπούς (και δεν απασχολούνται επαγγελματικά στη χώρα του άλλου συμβαλλόμενου μέρους),

αθλητές ή καλλιτέχνες που συμμετέχουν σε δραστηριότητα σε βάση ad-hoc,

δημοσιογράφους απεσταλμένους από μέσα μαζικής ενημέρωσης της χώρας διαμονής τους και

ασκούμενους ενδοϋπηρεσιακά αποσπασμένους.

Η εφαρμογή της παρούσας δήλωσης παρακολουθείται από τη μεικτή επιτροπή στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της βάσει του άρθρου 6 της παρούσας συμφωνίας· η επιτροπή μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις όταν το κρίνει αναγκαίο, με βάση την πείρα των συμβαλλόμενων μερών.


ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΤΩΝ 90 ΗΜΕΡΩΝ ΕΝΤΟΣ ΟΙΑΣΔΗΠΟΤΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 180 ΗΜΕΡΩΝ ΟΠΩΣ ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι η μέγιστη χρονική περίοδος των 90 ημερών εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 της παρούσας συμφωνίας, αντιστοιχεί είτε σε επίσκεψη διαρκείας είτε σε περισσότερες διαδοχικές επισκέψεις, η διάρκεια των οποίων δεν υπερβαίνει συνολικά τις 90 ημέρες εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών.

Αυτό συνεπάγεται την εφαρμογή κυλιόμενης περιόδου αναφοράς 180 ημερών, με αναδρομή στο παρελθόν και υπολογισμό κάθε ημέρας διαμονής που καλύπτεται από την τελευταία περίοδο 180 ημερών, προκειμένου να εξακριβωθεί αν εξακολουθεί να πληρούται η απαίτηση των 90 ημερών εντός οιασδήποτε περιόδου 180 ημερών. Μεταξύ άλλων, αυτό σημαίνει ότι η απουσία για αδιάλειπτο χρονικό διάστημα 90 ημερών επιτρέπει νέα διαμονή έως 90 ημέρες.


ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΘΕΩΡΗΣΗΣ

Αναγνωρίζοντας τη σημασία της διαφάνειας για τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τους πολίτες της Κολομβίας, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να διασφαλίσουν την πλήρη διάχυση των πληροφοριών σχετικά με το περιεχόμενο και τις συνέπειες της συμφωνίας απαλλαγής από την υποχρέωση θεώρησης και σχετικά με συναφή θέματα, όπως οι προϋποθέσεις εισόδου.


ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΒΙΟΜΕΤΡΙΚΩΝ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΟΛΟΜΒΙΑΣ

Η Δημοκρατία της Κολομβίας, ως συμβαλλόμενο μέρος, δηλώνει ότι έχει αναθέσει σύμβαση για την έκδοση βιομετρικών διαβατηρίων και δεσμεύεται να αρχίσει να εκδίδει βιομετρικά διαβατήρια στους πολίτες της το αργότερο έως τις 31 Αυγούστου 2015. Τα εν λόγω διαβατήρια θα συμμορφώνονται πλήρως με τις απαιτήσεις του ΔΟΠΑ που ορίζονται στο έγγραφο 9303 του ΔΟΠΑ.

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι η μη καθιέρωση βιομετρικών διαβατηρίων από τις 31 Δεκεμβρίου 2015 συνιστά επαρκή λόγο για την αναστολή της παρούσας συμφωνίας σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 4.


ΚΟΙΝΉ ΔΗΛΩΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΊΑ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΤΥΠΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Τα συμβαλλόμενα μέρη υπενθυμίζουν τη δέσμευσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 3 της συμφωνίας πολιτικού διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Κοινότητας των Άνδεων και των χωρών μελών της, αφετέρου όσον αφορά την επανεισδοχή των παράτυπων μεταναστών, που υπεγράφη στις 15 Δεκεμβρίου 2003.

Τα συμβαλλόμενα μέρη θα παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς αυτή τη δέσμευση. Συμφωνούν να συνάψουν, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών, και ιδίως σε περίπτωση αύξησης της παράτυπης μετανάστευσης και εμφάνισης προβλημάτων σχετικών με την επανεισδοχή των παράτυπων μεταναστών μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας για την απαλλαγή από την υποχρέωση θεώρησης βραχείας διαμονής, συμφωνία η οποία θα ρυθμίζει τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις των δύο μερών για την επανεισδοχή παράτυπων μεταναστών.

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι η εν λόγω συμφωνία επανεισδοχής θα αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την ενίσχυση των αμοιβαίων δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας και ότι η αποτυχία σύναψης συμφωνίας επανεισδοχής κατόπιν αιτήσεως συμβαλλομένου μέρους συνιστά επαρκή λόγο για την αναστολή της παρούσας συμφωνίας σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 4.


19.12.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 333/10


ΑΠΌΦΑΣΗ (ΕΕ) 2015/2400 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 8ης Δεκεμβρίου 2015

σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του τροποποιητικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 115 σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 6 στοιχείο β) και το άρθρο 218 παράγραφος 8 δεύτερο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με την απόφαση (ΕΕ) 2015/860 του Συμβουλίου (1), υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015 το τροποποιητικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, με την επιφύλαξη της σύναψης του σε μεταγενέστερη ημερομηνία.

(2)

Το κείμενο του τροποποιητικού πρωτοκόλλου, που είναι το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων, αντικατοπτρίζει δεόντως την οδηγία διαπραγμάτευσης που εξέδωσε το Συμβούλιο, δεδομένου ότι ευθυγραμμίζει τη συμφωνία με τις τελευταίες εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών, και συγκεκριμένα το παγκόσμιο πρότυπο για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών περί χρηματοοικονομικών λογαριασμών σε φορολογικά θέματα, που εκπονήθηκε από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Η Ένωση, τα κράτη μέλη της και η Ελβετική Συνομοσπονδία έχουν συμμετάσχει ενεργά στις εργασίες του ΟΟΣΑ. Το κείμενο της συμφωνίας, όπως τροποποιείται με το τροποποιητικό πρωτόκολλο, αποτελεί τη νομική βάση για την εφαρμογή του παγκόσμιου προτύπου στις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας.

(3)

Το τροποποιητικό πρωτόκολλο θα πρέπει να εγκριθεί εξ ονόματος της Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Το τροποποιητικό πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/ΕΚ για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις, εγκρίνεται εξ ονόματος της Ένωσης.

Το κείμενο του τροποποιητικού πρωτοκόλλου επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση.

Άρθρο 2

1.   Ο πρόεδρος του Συμβουλίου προβαίνει, εξ ονόματος της Ένωσης, στην κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του τροποποιητικού πρωτοκόλλου (2).

2.   Η Επιτροπή ενημερώνει την Ελβετική Συνομοσπονδία και τα κράτη μέλη για τις κοινοποιήσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών περί χρηματοοικονομικών λογαριασμών για τη βελτίωση της διεθνούς φορολογικής συμμόρφωσης, όπως προκύπτει από το τροποποιητικό πρωτόκολο.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 8 Δεκεμβρίου 2015.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

P. GRAMEGNA


(1)  Απόφαση (ΕΕ) 2015/860 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2015, σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του τροποποιητικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις (ΕΕ L 136 της 3.6.2015, σ. 5).

(2)  Η ημερομηνία έναρξης ισχύος του τροποιητικού πρωτοκόλλου θα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου.


19.12.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 333/12


ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΌ ΠΡΩΤΌΚΟΛΛΟ

της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ,

και

Η ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ, εφεξής αποκαλούμενη «Ελβετία»,

εφεξής αποκαλούμενες αμφότερες «συμβαλλόμενο μέρος» ή, από κοινού, «συμβαλλόμενα μέρη»,

ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ να τεθεί σε εφαρμογή το πρότυπο του ΟΟΣΑ για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών περί χρηματοοικονομικών λογαριασμών, εφεξής «παγκόσμιο πρότυπο», σε ένα πλαίσιο συνεργασίας που λαμβάνει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν μακροχρόνια και στενή σχέση όσον αφορά την αμοιβαία συνδρομή σε φορολογικά θέματα, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή μέτρων ισοδύναμων με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων (1), και την επιθυμία να βελτιώσουν τη διεθνή φορολογική συμμόρφωση με περαιτέρω αξιοποίηση της εν λόγω σχέσης,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούν να συνάψουν συμφωνία για τη βελτίωση της διεθνούς φορολογικής συμμόρφωσης με βάση αμοιβαία αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών, με την επιφύλαξη ορισμένων διατάξεων περί εμπιστευτικότητας και άλλων μέτρων προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που περιορίζουν τη χρήση των ανταλλασσόμενων πληροφοριών,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι το άρθρο 10 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις (εφεξής αποκαλούμενη η «συμφωνία») υπό τη μορφή πριν από την τροποποίησή της με το εν λόγω τροποποιητικό πρωτόκολλο, το οποίο προβλέπει επί του παρόντος την ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος οι οποίες περιορίζονται σε συμπεριφορά που συνιστά φορολογική απάτη και τα παρόμοια, πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το πρότυπο του ΟΟΣΑ για τη διαφάνεια και την ανταλλαγή πληροφοριών σε φορολογικά θέματα,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θα εφαρμόζουν τις αντίστοιχες νομοθεσίες και πρακτικές τους για την προστασία των δεδομένων στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων που ανταλλάσσονται βάσει της συμφωνίας όπως αυτή τροποποιείται δυνάμει του παρόντος τροποποιητικού πρωτοκόλλου και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ενημερώνονται αμοιβαία, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σε περίπτωση αλλαγής επί της ουσίας των εν λόγω νόμων και πρακτικών,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι τα κράτη μέλη και η Ελβετία διαθέτουν i) κατάλληλες εγγυήσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες που λαμβάνουν βάσει της συμφωνίας όπως αυτή τροποποιείται δυνάμει του παρόντος τροποποιητικού πρωτοκόλλου παραμένουν εμπιστευτικές και χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς και από τα πρόσωπα ή τις αρχές που ασχολούνται με την αξιολόγηση ή τη συλλογή ή την ανάκτηση, την επιβολή της εφαρμογής ή την άσκηση δίωξης, ή τον καθορισμό των μέσων προσφυγής σε σχέση με τους φόρους, ή την εποπτεία αυτών, καθώς και για άλλους εγκεκριμένους σκοπούς, και ii) την υποδομή για μια αποτελεσματική σχέση ανταλλαγής (συμπεριλαμβανομένων καθιερωμένων διαδικασιών για τη διασφάλιση της έγκαιρης, ακριβούς, ασφαλούς και εμπιστευτικής ανταλλαγής πληροφοριών, αποτελεσματικών και αξιόπιστων κοινοποιήσεων, και δυνατοτήτων για την ταχεία επίλυση ερωτημάτων και ζητημάτων σχετικά με τις ανταλλαγές ή τις αιτήσεις για ανταλλαγές και την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 της συμφωνίας, όπως τροποποιείται με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο),

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι οι κατηγορίες των Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων και των Δηλωτέων Λογαριασμών που καλύπτονται από τη συμφωνία, όπως τροποποιείται με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο είναι διαμορφωμένες ώστε να περιορίζονται οι δυνατότητες των φορολογουμένων να αποφεύγουν να δηλωθούν μεταφέροντας περιουσιακά στοιχεία σε Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα ή επενδύοντας σε χρηματοοικονομικά προϊόντα που δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας, όπως τροποποιείται με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο. Εντούτοις, ορισμένα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και λογαριασμοί που παρουσιάζουν χαμηλό κίνδυνο χρησιμοποίησης για φοροδιαφυγή θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής. Σε γενικές γραμμές, δεν θα πρέπει να περιλαμβάνονται κατώτατα όρια, καθώς αυτά θα μπορούσαν να παρακαμφθούν εύκολα μέσω της διάσπασης λογαριασμών σε διαφορετικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα. Οι χρηματοοικονομικές πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται και να ανταλλάσσονται δεν θα πρέπει να αφορούν μόνο κάθε σχετικό εισόδημα (τόκοι, μερίσματα και παρόμοια είδη εισοδήματος), αλλά και τα υπόλοιπα λογαριασμών και τα έσοδα από πωλήσεις χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, για την αντιμετώπιση καταστάσεων στις οποίες οι φορολογούμενοι επιδιώκουν την απόκρυψη κεφαλαίου που αποτελεί καθαυτό εισόδημα ή περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων έχει υπάρξει φοροδιαφυγή. Ως εκ τούτου, η επεξεργασία πληροφοριών στο πλαίσιο της συμφωνίας, όπως τροποποιείται με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο, είναι αναγκαία και αναλογική προκειμένου οι φορολογικές διοικήσεις των κρατών μελών και της Ελβετίας να είναι σε θέση να ταυτοποιούν ορθά και κατηγορηματικά τους σχετικούς φορολογούμενους, να εφαρμόζουν και να επιβάλλουν τη φορολογική τους νομοθεσία σε διασυνοριακές υποθέσεις, να αξιολογούν την πιθανότητα διάπραξης φοροδιαφυγής και να αποφεύγουν κάθε περιττή περαιτέρω έρευνα,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:

Άρθρο 1

H συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις (εφεξής αποκαλούμενη η «συμφωνία») τροποποιείται ως εξής:

1)

Ο τίτλος αντικαθίσταται από τον ακόλουθο:

«Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών περί χρηματοοικονομικών λογαριασμών για τη βελτίωση της διεθνούς φορολογικής συμμόρφωσης»

2)

Τα άρθρα 1 έως 22 αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«Άρθρο 1

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς παρούσας συμφωνίας:

α)

Ως “Ευρωπαϊκή Ένωση” νοείται η Ένωση όπως ορίζεται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και περιλαμβάνει τα εδάφη στα οποία εφαρμόζεται η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό τους όρους που καθορίζονται στην εν λόγω Συνθήκη.

β)

Ως “κράτος μέλος” νοείται ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

γ)

Ως“Ελβετία” νοείται το έδαφος της Ελβετικής Συνομοσπονδίας όπως ορίζεται από το δίκαιό της σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

δ)

Ως “αρμόδιες αρχές της Ελβετίας” και ως “αρμόδιες αρχές των κρατών μελών” νοούνται οι αρχές που παρατίθενται στο παράρτημα III στοιχεία α) και βέως αγ) αντίστοιχα. Το παράρτημα III αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας συμφωνίας. Ο κατάλογος των αρμόδιων αρχών στο παράρτημα III μπορεί να τροποποιηθεί με απλή κοινοποίηση στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος από την Ελβετία όσον αφορά την αρχή που αναφέρεται στο στοιχείο α) του εν λόγω παραρτήματος και από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τις άλλες αρχές που αναφέρονται στα στοιχεία β) έως αγ) του εν λόγω παραρτήματος.

ε)

Ως “Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κράτους μέλους” νοείται i) κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που έχει έδρα σε κράτος μέλος, εξαιρουμένου κάθε υποκαταστήματος αυτού του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος που βρίσκεται εκτός του εν λόγω κράτους μέλους, και ii) κάθε υποκατάστημα Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος το οποίο δεν έχει έδρα στο κράτος μέλος αυτό, εφόσον το εν λόγω υποκατάστημα βρίσκεται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

στ)

Ως “Ελβετικό Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα” νοείται i) κάθε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που έχει έδρα στην Ελβετία, εξαιρουμένου κάθε υποκαταστήματος αυτού του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος που βρίσκεται εκτός Ελβετίας, και ii) κάθε υποκατάστημα Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος το οποίο δεν έχει έδρα στην Ελβετία, εφόσον το εν λόγω υποκατάστημα βρίσκεται στην Ελβετία.

ζ)

Ως “Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα” νοείται κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κράτους μέλους ή της Ελβετίας, ανάλογα με την περίπτωση, το οποίο δεν είναι μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.

η)

Ως“Δηλωτέος Λογαριασμός” νοείται δηλωτέος λογαριασμός κράτους μέλους ή της Ελβετίας, ανάλογα με την περίπτωση, υπό την προϋπόθεση ότι έχει χαρακτηριστεί ως τέτοιος βάσει των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, σύμφωνα με τα παραρτήματα I και II, του εν λόγω κράτους μέλους ή της Ελβετίας.

θ)

Ως “Δηλωτέος Λογαριασμός κράτους μέλους” νοείται Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που τηρείται από Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα της Ελβετίας και κατέχεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα κράτους μέλους που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα ή από Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο κράτους μέλους.

ι)

Ως “Δηλωτέος Λογαριασμός Ελβετίας” νοείται Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που τηρείται από Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κράτους μέλους και κατέχεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα κατοίκους Ελβετίας που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα ή από Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο Ελβετίας.

ια)

Ως “Πρόσωπο κράτους μέλους” νοείται το φυσικό πρόσωπο ή η Οντότητα που χαρακτηρίζεται από Δηλούν ελβετικό Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κάτοικος κράτους μέλους σύμφωνα με διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που συνάδουν με τα παραρτήματα I και II, ή κληρονομία θανόντος, ο οποίος ήταν κάτοικος κράτους μέλους.

ιβ)

Ως “Πρόσωπο Ελβετίας” νοείται το φυσικό πρόσωπο ή η Οντότητα που χαρακτηρίζεται από Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κράτους μέλους κάτοικος Ελβετίας σύμφωνα με διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που συνάδουν με τα παραρτήματα I και II, ή κληρονομία θανόντος, ο οποίος ήταν κάτοικος Ελβετίας.

2.   Κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία γράμματα που δεν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα συμφωνία θα έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο κατά τον χρόνο εκείνο, i) για τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας (2) ή, κατά περίπτωση, το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους που εφαρμόζει τη συμφωνία, και ii) για την Ελβετία, δυνάμει της εθνικής της νομοθεσίας· η εν λόγω έννοια είναι συνεπής με την έννοια που καθορίζεται στα παραρτήματα I και ΙΙ.

Οιοσδήποτε όρος ο οποίος δεν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα συμφωνία ή στα παραρτήματα I ή ΙΙ, εκτός εάν απαιτείται διαφορετικά από τα συμφραζόμενα ή η Αρμόδια Αρχή κράτους μέλους και η Αρμόδια Αρχή της Ελβετίας συμφωνούν σε μια κοινή έννοια όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 (όπως επιτρέπεται από την εθνική νομοθεσία), θα έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο κατά τον χρόνο εκείνο σύμφωνα με το δίκαιο της οικείας δικαιοδοσίας που εφαρμόζει την παρούσα συμφωνία, i) για τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας ή, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, και ii) για την Ελβετία, σύμφωνα με το εθνικό της δίκαιο, κάθε έννοια σύμφωνα με την εφαρμοστέα φορολογική νομοθεσία της οικείας δικαιοδοσίας (είτε είναι κράτος μέλος είτε η Ελβετία) που υπερισχύει της έννοιας που δίδεται στον όρο σύμφωνα με τους νόμους της εν λόγω δικαιοδοσίας.

Άρθρο 2

Αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τους Δηλωτέους Λογαριασμούς

1.   Σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων κανόνων δήλωσης στοιχείων και δέουσας επιμέλειας, σύμφωνα με τα παραρτήματα I και ΙΙ, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας συμφωνίας, η Αρμόδια Αρχή της Ελβετίας θα ανταλλάσσει ετησίως με καθεμία από τις Αρμόδιες Αρχές των κρατών μελών, και καθεμία από τις Αρμόδιες Αρχές των κρατών μελών θα ανταλλάσσει ετησίως με την Αρμόδια Αρχή της Ελβετίας σε αυτόματη βάση τις πληροφορίες που αποκτώνται σύμφωνα με τους εν λόγω κανόνες και που διευκρινίζονται στην παράγραφο 2.

2.   Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται είναι, στην περίπτωση κράτους μέλους για κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό Ελβετίας, και στην περίπτωση της Ελβετίας για κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό κράτους μέλους:

α)

το όνομα, η διεύθυνση, ο ΑΦΜ και η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης (στην περίπτωση φυσικού προσώπου) κάθε Δηλωτέου Προσώπου που είναι Δικαιούχος του Λογαριασμού και, στην περίπτωση Οντότητας η οποία είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και για την οποία, κατόπιν εφαρμογής διαδικασιών δέουσας επιμέλειας σύμφωνων προς τα παραρτήματα I και ΙΙ, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, η επωνυμία, η διεύθυνση και ο ΑΦΜ της Οντότητας, καθώς και το όνομα, η διεύθυνση, ο ΑΦΜ και η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης κάθε Δηλωτέου Προσώπου·

β)

ο αριθμός λογαριασμού (ή λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει αριθμού λογαριασμού)·

γ)

η ονομασία και ο αριθμός ταυτοποίησης (εάν υπάρχει) του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος·

δ)

το υπόλοιπο ή η αξία του λογαριασμού (συμπεριλαμβανομένης, στην περίπτωση Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων, της Αξίας Εξαγοράς κατά τη λήξη ή της τιμής εξαγοράς σε περίπτωση πρόωρης λύσης του συμβολαίου) στο τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων, ή το κλείσιμο του λογαριασμού, εάν ο λογαριασμός έκλεισε κατά τη διάρκεια αυτού του έτους ή αυτής της περιόδου·

ε)

σε περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής:

i)

το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των μερισμάτων και το συνολικό ακαθάριστο ποσό λοιπών εισοδημάτων που προέκυψαν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που τηρούνται στον λογαριασμό, σε κάθε περίπτωση που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό (ή σε σχέση με τον λογαριασμό) κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων· και

ii)

τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα από την πώληση ή την εξαγορά Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων τα οποία καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων και για τα οποία το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ενήργησε ως θεματοφύλακας, μεσάζων, εντολοδόχος ή άλλως ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Κατόχου του Λογαριασμού.

στ)

σε περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων· και

ζ)

σε περίπτωση λογαριασμού που δεν περιγράφεται στο εδάφιο 2 στοιχείο ε) ή στ), το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον Δικαιούχο Λογαριασμού σε σχέση με τον λογαριασμό, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων, ως προς το οποίο το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα είναι οφειλέτης ή χρεώστης, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού ποσού τυχόν πληρωμών εξόφλησης προς τον Δικαιούχο Λογαριασμού κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων.

Άρθρο 3

Χρόνος και τρόπος αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών

1.   Για τους σκοπούς της ανταλλαγής πληροφοριών στο άρθρο 2, το ποσό και ο χαρακτηρισμός των πληρωμών που πραγματοποιούνται σε σχέση με Δηλωτέο Λογαριασμό καθορίζονται σύμφωνα με τις αρχές της φορολογικής νομοθεσίας της δικαιοδοσίας (είτε είναι κράτος μέλος είτε η Ελβετία) που ανταλλάσσει τις πληροφορίες.

2.   Για τους σκοπούς της ανταλλαγής πληροφοριών στο άρθρο 2, στις πληροφορίες που ανταλλάσσονται θα διευκρινίζεται το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται κάθε σχετικό ποσό.

3.   Όσον αφορά την παράγραφο 2 του άρθρου 2, η ανταλλαγή των πληροφοριών πρέπει να αφορά το πρώτο έτος που αρχίζει από την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015 και όλα τα επόμενα έτη και οι πληροφορίες θα ανταλλάσσονται εντός εννέα μηνών από το τέλος του ημερολογιακού έτους στο οποίο αναφέρονται οι πληροφορίες.

4.   Οι αρμόδιες αρχές θα ανταλλάσσουν αυτόματα τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 σε ένα σύστημα κοινού προτύπου αναφοράς σε Επεκτάσιμη Γλώσσα Σήμανσης (Extensible Markup Language — XML).

5.   Οι αρμόδιες αρχές θα συμφωνήσουν σχετικά με μία ή περισσότερες μεθόδους διαβίβασης στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των προτύπων κρυπτογράφησης.

Άρθρο 4

Συνεργασία για τη συμμόρφωση και επιβολή

Η Αρμόδια Αρχή κράτους μέλους θα ειδοποιεί την Αρμόδια Αρχή της Ελβετίας και η Αρμόδια Αρχή της Ελβετίας θα ειδοποιεί την Αρμόδια Αρχή κράτους μέλους όταν η πρωτοαναφερόμενη (ειδοποιούσα) Αρμόδια Αρχή έχει λόγο να πιστεύει ότι κάποιο σφάλμα μπορεί να έχει οδηγήσει σε εσφαλμένη ή ατελή διαβίβαση πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 2 ή υπάρχει μη συμμόρφωση από Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις αναφοράς και τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας σύμφωνα με τα παραρτήματα I και ΙΙ. Η ειδοποιούμενη Αρμόδια Αρχή θα λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα που είναι διαθέσιμα βάσει του εσωτερικού της δικαίου προκειμένου να διορθώσει τα σφάλματα ή τη μη συμμόρφωση που περιγράφονται στην ειδοποίηση.

Άρθρο 5

Ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος

1.   Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρο 2 και οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας που προβλέπει την ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος μεταξύ Ελβετίας και οιουδήποτε κράτους μέλους, οι Αρμόδιες Αρχές της Ελβετίας και η Αρμόδια Αρχή οιουδήποτε κράτους μέλους ανταλλάσσουν, κατόπιν αιτήματος, τοιαύτες πληροφορίες που, κατά πάσα πιθανότητα, είναι συναφείς για την εκτέλεση της παρούσας συμφωνίας ή τη διοίκηση ή την επιβολή της εγχώριας νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους κάθε είδους και την περιγραφή που επιβάλλεται για λογαριασμό της Ελβετίας και των κρατών μελών, ή των πολιτικών υποδιαιρέσεων ή τοπικών αρχών τους, στο βαθμό που η φορολογία σύμφωνα με την εν λόγω εθνική νομοθεσία δεν είναι αντίθετη προς ισχύουσα συμφωνία περί διπλής φορολόγησης μεταξύ της Ελβετίας και του σχετικού κράτους μέλους.

2.   Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 6, δεν θεωρείται ότι επιβάλλουν στην Ελβετία ή σε κράτος μέλος την υποχρέωση:

α)

να λαμβάνει διοικητικά μέτρα που διαφέρουν από τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική της Ελβετίας ή του εν λόγω κράτους μέλους, αντίστοιχα·

β)

να παρέχει πληροφορίες οι οποίες δεν θα μπορούσαν να ληφθούν βάσει της νομοθεσίας του ή στα πλαίσια της κανονικής διοικητικής πρακτικής της Ελβετίας ή του εν λόγω κράτους μέλους, αντίστοιχα·

γ)

να παρέχουν πληροφορίες που θα κοινοποιούσαν συναλλακτικά, επιχειρηματικά, βιομηχανικά, εμπορικά ή επαγγελματικά απόρρητα, ή εμπορική διαδικασία, ή πληροφορίες των οποίων η γνωστοποίηση θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη.

3.   Εάν ζητούνται πληροφορίες από ένα κράτος μέλος ή από την Ελβετία, που ενεργεί ως αιτούσα δικαιοδοσία σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η Ελβετία ή το κράτος μέλος που ενεργεί ως η δικαιοδοσία στην οποία υποβάλλεται το αίτημα χρησιμοποιεί τα μέτρα συγκέντρωσης πληροφοριών, προκειμένου να λάβει τις ζητούμενες πληροφορίες, ακόμη και αν η δικαιοδοσία στην οποία υποβάλλεται το αίτημα μπορεί να μην χρειάζεται τις πληροφορίες αυτές για δικούς της φορολογικούς σκοπούς. Η υποχρέωση που περιλαμβάνεται στην προηγούμενη πρόταση υπόκειται στους περιορισμούς της παραγράφου 2, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω περιορισμοί επιτρέπουν στη δικαιοδοσία στην οποία υποβάλλεται το αίτημα να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή η εν λόγω δικαιοδοσία δεν έχει εγχώριο συμφέρον για τις πληροφορίες αυτές.

4.   Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν θεωρείται ότι επιτρέπουν στην Ελβετία ή σε κράτος μέλος να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή κάτοχος των πληροφοριών είναι τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του πράκτορα ή του θεματοφύλακα ή επειδή οι πληροφορίες αφορούν ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου.

5.   Οι αρμόδιες αρχές θα συμφωνήσουν σχετικά με τα τυποποιημένα έντυπα καθώς και για μία ή περισσότερες μεθόδους διαβίβασης στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των προτύπων κρυπτογράφησης.

Άρθρο 6

Εμπιστευτικότητα και προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Κάθε πληροφορία που λαμβάνεται από δικαιοδοσία (είτε είναι κράτος μέλος είτε η Ελβετία) βάσει της παρούσας συμφωνίας αντιμετωπίζεται ως εμπιστευτική και προστατεύεται με τον ίδιο τρόπο όπως και οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει του εσωτερικού δικαίου της εν λόγω δικαιοδοσίας και, στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία, και τις διασφαλίσεις που προσδιορίζονται από τη δικαιοδοσία που παρέχει τις πληροφορίες όπως απαιτείται δυνάμει του εσωτερικού της δικαίου.

2.   Σε κάθε περίπτωση, οι πληροφορίες αυτές γνωστοποιούνται μόνο στα πρόσωπα ή στις αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών ή εποπτικών οργάνων) που ασχολούνται με την αξιολόγηση, τη συλλογή ή την ανάκτηση, την επιβολή ή την άσκηση δίωξης, ή τον καθορισμό των μέσων προσφυγής σε σχέση με τους φόρους της εν λόγω δικαιοδοσίας (είτε κράτους μέλους είτε της Ελβετίας), ή την επίβλεψη των ανωτέρω. Μόνο τα πρόσωπα ή οι αρχές που αναφέρονται ανωτέρω επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες και μόνο για σκοπούς που αναφέρονται στην προηγούμενη πρόταση. Μπορούν, παρά τις διατάξεις της παραγράφου 1, να τις κοινοποιούν σε δημόσιες διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίου ή σε δικαστικές αποφάσεις σχετικά με το εν λόγω είδος φόρων.

3.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, οι πληροφορίες που λαμβάνονται από μια δικαιοδοσία (είτε είναι κράτος μέλος είτε η Ελβετία) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς, όταν οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιούνται έτσι σύμφωνα με τη νομοθεσία της δικαιοδοσίας που παρέχει τις πληροφορίες (αντιστοίχως, η Ελβετία ή ένα κράτος μέλος) και η Αρμόδια Αρχή της εν λόγω δικαιοδοσίας επιτρέπει τη χρήση αυτή. Πληροφορίες που παρέχονται από μια δικαιοδοσία (είτε είναι κράτος μέλος είτε η Ελβετία) σε άλλη δικαιοδοσία (αντιστοίχως, την Ελβετία ή ένα κράτος μέλος) μπορούν να διαβιβάζονται από την τελευταία σε τρίτη δικαιοδοσία (άλλο κράτος μέλος), υπό τον όρο της προηγούμενης έγκρισης από την Αρμόδια Αρχή της πρώτης αναφερόμενης δικαιοδοσίας, από την οποία προέρχονταν οι πληροφορίες. Πληροφορίες που παρέχονται από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το εφαρμοστέο του δίκαιο για την εφαρμογή της οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, μπορούν να διαβιβάζονται στην Ελβετία, υπό τον όρο της προηγούμενης έγκρισης από την Αρμόδια Αρχή του κράτους μέλους από το οποίο προήλθαν οι πληροφορίες.

4.   Κάθε Αρμόδια Αρχή κράτους μέλους ή της Ελβετίας θα ενημερώνει αμέσως την άλλη Αρμόδια Αρχή, δηλαδή εκείνη της Ελβετίας ή του εν λόγω κράτους μέλους αντίστοιχα, σχετικά με τυχόν παραβίαση της εμπιστευτικότητας, μη τήρησης των διασφαλίσεων και τυχόν επακόλουθη επιβολή κυρώσεων και διορθωτικών μέτρων.

Άρθρο 7

Διαβουλεύσεις και αναστολή της συμφωνίας

1.   Εάν προκύψουν δυσκολίες κατά την εφαρμογή ή την ερμηνεία της παρούσας συμφωνίας, οποιαδήποτε από τις Αρμόδιες Αρχές της Ελβετίας ή κράτους μέλους μπορεί να ζητήσει διαβουλεύσεις μεταξύ της Αρμόδιας Αρχής της Ελβετίας και μιας ή περισσοτέρων από τις Αρμόδιες Αρχές των κρατών μελών προκειμένου να εκπονηθούν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλιστεί η τήρηση της παρούσας συμφωνίας. Οι εν λόγω Αρμόδιες Αρχές κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή και στις Αρμόδιες Αρχές των άλλων κρατών μελών τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεών τους. Σχετικά με προβλήματα ερμηνείας, η Επιτροπή μπορεί να λάβει, ενδεχομένως, μέρος στις διαβουλεύσεις εφόσον το ζητήσει οιαδήποτε από τις Αρμόδιες Αρχές.

2.   Αν η διαβούλευση αφορά σημαντικές περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας, και η διαδικασία που περιγράφεται στο σημείο 1 δεν προβλέπει κατάλληλη διευθέτηση, η Αρμόδια Αρχή κράτους μέλους ή της Ελβετίας μπορεί να αναστείλει την ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει της παρούσας συμφωνίας προς, αντιστοίχως, την Ελβετία ή ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος, με γραπτή προειδοποίηση προς την άλλη Αρμόδια Αρχή. Η εν λόγω αναστολή θα έχει άμεση ισχύ. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, σημαντική μη συμμόρφωση περιλαμβάνει, χωρίς να περιορίζεται, μη συμμόρφωση προς τις περί εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων διατάξεις της παρούσας συμφωνίας, παράλειψη της Αρμόδιας Αρχής κράτους μέλους ή της Ελβετίας να παράσχει έγκαιρη και επαρκή πληροφόρηση, όπως απαιτείται βάσει της παρούσας συμφωνίας, ή καθορισμός του καθεστώτος των οντοτήτων ή των λογαριασμών ως Μη Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και Εξαιρούμενοι Λογαριασμοί κατά τρόπο που ανατρέπει τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.

Άρθρο 8

Τροποποιήσεις

1.   Τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους κάθε φορά που θεσπίζεται μια σημαντική αλλαγή σε επίπεδο ΟΟΣΑ σε οποιοδήποτε από τα στοιχεία του παγκόσμιου προτύπου ή — εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη το κρίνουν απαραίτητο — προκειμένου να βελτιώσουν την τεχνική λειτουργία της παρούσας συμφωνίας ή να εκτιμήσουν και να αντικατοπτρίσουν άλλες διεθνείς εξελίξεις. Οι διαβουλεύσεις πραγματοποιούνται εντός ενός μηνός από την υποβολή του αιτήματος από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος ή το ταχύτερο δυνατόν σε επείγουσες περιπτώσεις.

2.   Με βάση την εν λόγω επαφή, τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να προβούν σε διαβουλεύσεις για να εξετάσουν κατά πόσον είναι απαραίτητες τροποποιήσεις της παρούσας συμφωνίας.

3.   Για τους σκοπούς των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, κάθε συμβαλλόμενο μέρος ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τις πιθανές εξελίξεις που είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ομαλή λειτουργία της παρούσας συμφωνίας. Περιλαμβάνεται επίσης κάθε σχετική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και τρίτου κράτους.

4.   Μετά το πέρας των διαβουλεύσεων, η παρούσα συμφωνία μπορεί να τροποποιηθεί με πρωτόκολλο ή νέα συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.

5.   Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει εφαρμόσει μια αλλαγή, που εγκρίθηκε από τον ΟΟΣΑ, στο παγκόσμιο πρότυπο, και επιθυμεί να προβεί σε αντίστοιχη τροποποίηση των παραρτημάτων I ή/και ΙΙ της παρούσας συμφωνίας, ενημερώνει σχετικά το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση λαμβάνει χώρα διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη καταλήξουν σε συναίνεση στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας διαβούλευσης σχετικά με τις αλλαγές που πρέπει να επέλθουν στα παραρτήματα I ή/και ΙΙ της παρούσας συμφωνίας, και για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την υλοποίηση της αλλαγής με τυπική τροποποίηση της συμφωνίας, το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο ζήτησε την αλλαγή μπορεί να εφαρμόσει προσωρινά την αναθεωρημένη έκδοση των παραρτημάτων I ή/και ΙΙ της παρούσας συμφωνίας, όπως εγκρίθηκε από τη διαδικασία διαβούλευσης, από την πρώτη μέρα του Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί την ολοκλήρωση της προαναφερθείσας διαδικασίας.

Ένα συμβαλλόμενο μέρος θεωρείται ότι έχει πραγματοποιήσει την αλλαγή, που εγκρίθηκε από τον ΟΟΣΑ, στο παγκόσμιο πρότυπο:

α)

για κράτη μέλη: όταν η αλλαγή έχει ενσωματωθεί στην οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας

β)

για την Ελβετία: όταν η αλλαγή έχει ενσωματωθεί σε συμφωνία με τρίτο κράτος ή στην εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 9

Μερίσματα, πληρωμές τόκων και δικαιωμάτων μεταξύ εταιρειών

1.   Με την επιφύλαξη της εφαρμογής, στην Ελβετία και στα κράτη μέλη, των εθνικών διατάξεων ή των διατάξεων που βασίζονται σε συμφωνία για την πρόληψη της απάτης ή των καταχρήσεων, τα μερίσματα που καταβάλλονται από θυγατρικές εταιρείες σε μητρικές εταιρείες δεν υπόκεινται σε φορολογία στο κράτος της παρακράτησης στην πηγή εφόσον:

η μητρική εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή 25 % στο μετοχικό κεφάλαιο της εν λόγω θυγατρικής επί τουλάχιστον δύο έτη, και

μία εταιρεία έχει φορολογική κατοικία σε κράτος μέλος και η άλλη εταιρεία έχει φορολογική κατοικία στην Ελβετία, και

βάσει συμφωνιών περί διπλής φορολόγησης με τρίτα κράτη, καμία από τις δύο εταιρείες δεν έχει φορολογική κατοικία στο εν λόγω τρίτο κράτος, και

αμφότερες οι εταιρείες υπόκεινται σε φόρο εταιρειών χωρίς να απαλλάσσονται και αμφότερες λαμβάνουν τη μορφή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (3).

2.   Με την επιφύλαξη της εφαρμογής, στην Ελβετία και στα κράτη μέλη, των εθνικών διατάξεων ή διατάξεων που βασίζονται σε συμφωνία για την πρόληψη της απάτης και των καταχρήσεων, οι καταβολές τόκων και δικαιωμάτων μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών ή των μόνιμων εγκαταστάσεών τους δεν υπόκεινται σε φορολογία στο κράτος της παρακράτησης στην πηγή, εφόσον:

οι εν λόγω εταιρείες συνδέονται με άμεση ελάχιστη συμμετοχή 25 % για τουλάχιστον δύο έτη ή ανήκουν αμφότερες σε τρίτη εταιρεία η οποία έχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή 25 % στο μετοχικό κεφάλαιο τόσο της πρώτης εταιρείας, όσο και της δεύτερης εταιρείας επί τουλάχιστον δύο έτη, και

μια εταιρεία έχει φορολογική κατοικία ή μόνιμη εγκατάσταση ευρισκόμενη σε κράτος μέλος και η άλλη εταιρεία έχει φορολογική κατοικία ή άλλη μόνιμη εγκατάσταση που βρίσκεται στην Ελβετία, και

βάσει συμφωνιών περί διπλής φορολόγησης με τρίτα κράτη, καμία από τις εταιρείες δεν έχει φορολογική κατοικία στο εν λόγω τρίτο κράτος και καμία από τις μόνιμες εγκαταστάσεις δεν βρίσκεται στο τρίτο κράτος αυτό, και

όλες οι εταιρείες υπόκεινται σε φόρο εταιρειών χωρίς να απαλλάσσονται ειδικότερα των καταβολών τόκων και δικαιωμάτων και εκάστη λαμβάνει τη μορφή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (3).

3.   Οι υφιστάμενες συμφωνίες περί διπλής φορολόγησης μεταξύ της Ελβετίας και των κρατών μελών που προβλέπουν ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση των μερισμάτων και πληρωμών τόκων και δικαιωμάτων δεν θίγονται.

Άρθρο 10

Καταγγελία

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία με σχετική κοινοποίηση καταγγελίας την οποία απευθύνει εγγράφως στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η καταγγελία αυτή ενεργοποιείται την πρώτη ημέρα του μηνός που έπεται της λήξης περιόδου 12 μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης καταγγελίας. Σε περίπτωση καταγγελίας, όλες οι πληροφορίες που λήφθηκαν προηγουμένως δυνάμει της παρούσας συμφωνίας θα παραμείνουν εμπιστευτικές και θα διέπονται από το άρθρο 6 της παρούσας συμφωνίας.

Άρθρο 11

Εδαφικό πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται, αφενός, στα εδάφη των κρατών μελών στα οποία εφαρμόζονται η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό τους όρους που προβλέπουν οι Συνθήκες αυτές και, αφετέρου, στο έδαφος της Ελβετίας».

3)

Τα παραρτήματα αντικαθίστανται από:

«

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Κοινό πρότυπο δήλωσης στοιχείων και δέουσας επιμέλειας όσον αφορά πληροφορίες επί χρηματοοικονομικών λογαριασμών (“Κοινό Πρότυπο Αναφοράς”)

ΤΜΗΜΑ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Α.

Με την επιφύλαξη των ενοτήτων Γ έως Ε, κάθε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να παρέχει στην Αρμόδια Αρχή της δικαιοδοσίας του (κράτος μέλος ή Ελβετία) τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό του:

1.

το όνομα, τη διεύθυνση, τη(τις) δικαιοδοσία(ες) κατοικίας (κράτος μέλος ή Ελβετία), τον/τους ΑΦΜ και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης (στην περίπτωση φυσικού προσώπου) κάθε Δηλωτέου Προσώπου που είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και, στην περίπτωση οντότητας η οποία είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και για την οποία, κατόπιν εφαρμογής των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας κατά τα τμήματα V, VI και VII, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, την ονομασία, τη διεύθυνση, τη(τις) δικαιοδοσία(ες) κατοικίας (κράτος μέλος ή Ελβετία ή άλλη δικαιοδοσία) και τον/τους ΑΦΜ της οντότητας, καθώς και το όνομα, τη διεύθυνση, τη(τις) δικαιοδοσία(ες) κατοικίας (κράτος μέλος ή Ελβετία), τον/τους ΑΦΜ και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Δηλωτέου Προσώπου·

2.

τον αριθμό λογαριασμού (ή λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει αριθμού λογαριασμού)·

3.

την ονομασία και τον αριθμό ταυτοποίησης (εάν υπάρχει) του δηλούντος χρηματοπιστωτικού ιδρύματος·

4.

το υπόλοιπο ή την αξία του λογαριασμού (συμπεριλαμβανομένης, στην περίπτωση Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων, της Αξίας Εξαγοράς κατά τη λήξη ή της τιμής εξαγοράς σε περίπτωση πρόωρης λύσης του συμβολαίου) στο τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων, ή το κλείσιμο του λογαριασμού, εάν ο λογαριασμός έκλεισε κατά τη διάρκεια αυτού του έτους ή αυτής της περιόδου·

5.

σε περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής:

α)

το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των μερισμάτων και το συνολικό ακαθάριστο ποσό λοιπών εισοδημάτων που προέκυψαν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που τηρούνται στον λογαριασμό, σε κάθε περίπτωση που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό (ή σε σχέση με τον λογαριασμό) κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων· και

β)

τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα από την πώληση ή την εξαγορά Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων τα οποία καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων και για τα οποία το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ενήργησε ως θεματοφύλακας, μεσάζων, εντολοδόχος ή άλλως ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Δικαιούχου του Λογαριασμού.

6.

σε περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων· και

7.

σε περίπτωση λογαριασμού που δεν περιγράφεται στην ενότητα Α παράγραφοι 5 ή 6, το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον Δικαιούχο Λογαριασμού σε σχέση με τον λογαριασμό, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων, ως προς το οποίο το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα είναι οφειλέτης ή χρεώστης, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού ποσού τυχόν πληρωμών εξόφλησης προς τον Δικαιούχο Λογαριασμού κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων.

Β.

Στις υποβληθείσες πληροφορίες πρέπει να διευκρινίζεται το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται κάθε ποσό.

Γ.

Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην ενότητα A παράγραφος 1, όσον αφορά κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό που συνιστά Προϋπάρχοντα Λογαριασμό, ο/οι ΑΦΜ ή η ημερομηνία γέννησης δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθούν εάν δεν υπάρχουν στα αρχεία του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος και εάν δεν απαιτείται άλλως η απόκτησή τους από το εν λόγω Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας ή οιασδήποτε νομικής πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κατά περίπτωση). Εντούτοις, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια προκειμένου να αποκτήσει τον/τους ΑΦΜ και την ημερομηνία γέννησης όσον αφορά Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς έως το τέλος του δεύτερου ημερολογιακού έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο οι προϋπάρχοντες λογαριασμοί χαρακτηρίστηκαν ως Δηλωτέοι Λογαριασμοί.

Δ.

Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην ενότητα A παράγραφος 1, ο ΑΦΜ δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθεί εάν δεν έχει εκδοθεί από το οικείο κράτος μέλος ή από άλλη δικαιοδοσία κατοικίας.

E.

Κατά παρέκκλιση από την ενότητα Α παράγραφος 1, ο τόπος γέννησης δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθεί, εκτός εάν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα υποχρεούται άλλως να τον πληροφορηθεί και να τον δηλώσει βάσει της εγχώριας νομοθεσίας και διατίθεται στα ηλεκτρονικώς αναζητήσιμα δεδομένα που τηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.

ΤΜΗΜΑ II

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ

Α.

Ένας λογαριασμός λογίζεται ως Δηλωτέος Λογαριασμός από την ημερομηνία κατά την οποία ταυτοποιείται ως τέτοιος, σύμφωνα με τις διατάξεις περί δέουσας επιμέλειας στα τμήματα II ως VII και, εάν δεν προβλέπεται διαφορετικά, οι πληροφορίες σχετικά με Δηλωτέο Λογαριασμό πρέπει να υποβάλλονται ετησίως κατά το ημερολογιακό έτος που έπεται του έτους το οποίο αφορούν οι πληροφορίες.

Β.

Το υπόλοιπο ή η αξία ενός λογαριασμού προσδιορίζεται την τελευταία ημέρα του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων.

Γ.

Όταν το κατώτατο όριο υπολοίπου ή αξίας πρέπει να προσδιοριστεί την τελευταία ημέρα ημερολογιακού έτους, το σχετικό υπόλοιπο ή αξία πρέπει να προσδιοριστεί την τελευταία ημέρα της περιόδου υποβολής στοιχείων που λήγει το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος ή εντός αυτού.

Δ.

Κάθε κράτος μέλος ή η Ελβετία μπορούν να επιτρέπουν στα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα να χρησιμοποιούν παρόχους υπηρεσιών για να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους σχετικά με την υποβολή στοιχείων και τη δέουσα επιμέλεια οι οποίες ισχύουν για τα εν λόγω Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα, όπως προβλέπεται στην εσωτερική νομοθεσία, αλλά οι υποχρεώσεις αυτές παραμένουν ευθύνη των Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων.

Ε.

Κάθε κράτος μέλος ή η Ελβετία μπορούν να επιτρέπουν στα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα να εφαρμόζουν τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για Νέους Λογαριασμούς σε Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς και τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας σε Λογαριασμούς Χαμηλότερης Αξίας. Όταν ένα κράτος μέλος ή η Ελβετία επιτρέπουν τη χρήση διαδικασιών δέουσας επιμέλειας για Νέους Λογαριασμούς σε Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς, παραμένουν σε ισχύ οι κανόνες που εφαρμόζονται κατά τα λοιπά στους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς.

ΤΜΗΜΑ III

ΔΕΟΥΣΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΠΡΟΫΠΑΡΧΟΝΤΕΣ ΑΤΟΜΙΚΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ

Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για τον σκοπό της ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Προϋπαρχόντων Ατομικών Λογαριασμών.

Α.

Λογαριασμοί που δεν είναι απαραίτητο να εξεταστούν, να ταυτοποιηθούν ή να δηλωθούν. Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός που είναι Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Περιοδικών Προσόδων δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί, να ταυτοποιηθεί ή να δηλωθεί, εφόσον το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εμποδίζεται ουσιαστικά από τη νομοθεσία να πωλεί τέτοιο Συμβόλαιο σε κατοίκους δηλωτέας δικαιοδοσίας.

Β.

Λογαριασμοί Χαμηλότερης Αξίας. Σε ό,τι αφορά τους Λογαριασμούς Χαμηλότερης Αξίας ισχύουν οι ακόλουθες διαδικασίες.

1.

Διεύθυνση κατοικίας. Αν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα έχει στα αρχεία του τρέχουσα διεύθυνση κατοικίας του Δικαιούχου Ατομικού Λογαριασμού που βασίζεται σε αποδεικτικό έγγραφο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να θεωρήσει ότι ο Δικαιούχος Ατομικού Λογαριασμού έχει τη φορολογική κατοικία του στο κράτος μέλος ή στην Ελβετία ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται η διεύθυνση, προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον ο συγκεκριμένος Δικαιούχος Ατομικού Λογαριασμού είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

2.

Έρευνα σε ηλεκτρονικό αρχείο. Αν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν στηρίζεται σε τρέχουσα διεύθυνση κατοικίας του Δικαιούχου Ατομικού Λογαριασμού που βασίζεται σε αποδεικτικό έγγραφο όπως αναφέρεται στην ενότητα Β παράγραφος 1, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να ερευνήσει στα ηλεκτρονικώς αναζητήσιμα στοιχεία που διατηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα για οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ενδείξεις και να εφαρμόσει την ενότητα Β παράγραφοι 3 ως 6:

α)

ταυτοποίηση του Δικαιούχου Λογαριασμού ως κατοίκου δηλωτέας δικαιοδοσίας·

β)

τρέχουσα ταχυδρομική διεύθυνση ή διεύθυνση κατοικίας (συμπεριλαμβανομένης ταχυδρομικής θυρίδας) σε δηλωτέα δικαιοδοσία·

γ)

ένας ή περισσότεροι τηλεφωνικοί αριθμοί σε δηλωτέα δικαιοδοσία και απουσία τηλεφωνικού αριθμού στην Ελβετία ή στο κράτος μέλος του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος, ανάλογα με την περίπτωση·

δ)

πάγιες εντολές (εκτός όσων σχετίζονται με Καταθετικό Λογαριασμό) για μεταφορά κεφαλαίων σε λογαριασμό που τηρείται σε δηλωτέα δικαιοδοσία·

ε)

ισχύον πληρεξούσιο ή δικαίωμα υπογραφής που χορηγείται σε πρόσωπο με διεύθυνση σε δηλωτέα δικαιοδοσία· ή

στ)

οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας (“hold mail”) ή διεύθυνση με την ένδειξη “φροντίδι του” σε δηλωτέα δικαιοδοσία αν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν έχει στα αρχεία του άλλη διεύθυνση για τον Δικαιούχο Λογαριασμού.

3.

Αν κατά την ηλεκτρονική έρευνα δεν βρεθεί καμία από τις ενδείξεις που απαριθμούνται στην ενότητα Β παράγραφος 2, τότε δεν απαιτείται καμία περαιτέρω ενέργεια μέχρις ότου υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις η οποία να έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό ή ο λογαριασμός να καταστεί Λογαριασμός Υψηλής Αξίας.

4.

Αν κατά την ηλεκτρονική έρευνα βρεθεί οποιαδήποτε από τις ενδείξεις που απαριθμούνται στην ενότητα Β παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε), ή αν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό, τότε το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να θεωρήσει ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού έχει τη φορολογική κατοικία του σε κάθε δηλωτέα δικαιοδοσία για την οποία ταυτοποιείται ένδειξη, εκτός αν επιλέξει να εφαρμόσει την ενότητα Β παράγραφος 6 και ισχύει μία από τις εξαιρέσεις της παραγράφου αυτής σε ό,τι αφορά τον εν λόγω λογαριασμό.

5.

Αν κατά την ηλεκτρονική έρευνα βρεθεί οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας (“hold mail”) ή διεύθυνση με την ένδειξη “φροντίδι του” και δεν βρεθεί άλλη διεύθυνση και καμία από τις ενδείξεις που απαριθμούνται στην ενότητα Β παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε) για τον Δικαιούχο Λογαριασμού, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει, με τη σειρά που αρμόζει καλύτερα στις περιστάσεις, να εφαρμόσει την έρευνα σε αρχείο εγγράφων που περιγράφεται στην ενότητα Γ παράγραφος 2 ή να επιδιώξει να εξασφαλίσει από τον Δικαιούχο Λογαριασμού αυτοπιστοποίηση ή αποδεικτικό έγγραφο ώστε να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες αυτού του Δικαιούχου Λογαριασμού. Αν δεν βρεθεί ένδειξη κατά την έρευνα σε αρχείο εγγράφων και δεν σταθεί δυνατό να εξασφαλιστεί η αυτοπιστοποίηση ή το αποδεικτικό έγγραφο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να δηλώσει τον λογαριασμό στην Αρμόδια Αρχή του κράτους μέλους του, ή της Ελβετίας, ανάλογα με την περίπτωση, ως μη τεκμηριωμένο λογαριασμό.

6.

Παρά την εξεύρεση ενδείξεων σύμφωνα με την ενότητα Β παράγραφος 2, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα δεν είναι υποχρεωμένα να θεωρήσουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας αν:

α)

στις πληροφορίες που αφορούν τον Δικαιούχο Λογαριασμού περιλαμβάνεται τρέχουσα ταχυδρομική διεύθυνση ή διεύθυνση κατοικίας στη Δηλωτέα Δικαιοδοσία, ένας ή παραπάνω τηλεφωνικοί αριθμοί στην εν λόγω Δηλωτέα Δικαιοδοσία (και δεν υπάρχει τηλεφωνικός αριθμός στην Ελβετία ή στο κράτος μέλος του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος) ή πάγιες εντολές (σε ό,τι αφορά Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς εκτός των Καταθετικών Λογαριασμών) για μεταφορά κεφαλαίων σε λογαριασμό που τηρείται σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία, και το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εξασφαλίζει ή έχει προηγουμένως εξετάσει και τηρεί αρχείο:

i)

αυτοπιστοποίησης από τον Δικαιούχο Λογαριασμού της(των) δικαιοδοσίας(ιών) κατοικίας (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, την Ελβετία ή άλλες δικαιοδοσίες) του εν λόγω Δικαιούχου Λογαριασμού που δεν περιλαμβάνει τέτοια Δηλωτέα Δικαιοδοσία· και

ii)

αποδεικτικών εγγράφων που βεβαιώνουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι μη δηλωτέος.

β)

στις πληροφορίες που αφορούν τον Δικαιούχο Λογαριασμού περιλαμβάνεται ισχύον πληρεξούσιο ή δικαίωμα υπογραφής που χορηγείται σε πρόσωπο με διεύθυνση στη Δηλωτέα Δικαιοδοσία, και το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εξασφαλίζει ή έχει προηγουμένως εξετάσει και τηρεί αρχείο:

i)

αυτοπιστοποίησης από τον Δικαιούχο Λογαριασμού της(των) δικαιοδοσίας(ιών) κατοικίας (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, την Ελβετία ή άλλες δικαιοδοσίες) του εν λόγω Δικαιούχου Λογαριασμού που δεν περιλαμβάνει τέτοια Δηλωτέα Δικαιοδοσία· ή

ii)

αποδεικτικών εγγράφων που βεβαιώνουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι μη δηλωτέος.

Γ.

Διαδικασίες ενισχυμένης εξέτασης για Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας. Σε ό,τι αφορά τους Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας ισχύουν οι ακόλουθες διαδικασίες ενισχυμένης εξέτασης.

1.

Έρευνα σε ηλεκτρονικό αρχείο. Σε ό,τι αφορά τους Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να αναζητήσει στα ηλεκτρονικώς αναζητήσιμα στοιχεία που τηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οποιαδήποτε από τις ενδείξεις οι οποίες αναφέρονται στην ενότητα Β παράγραφος 2.

2.

Έρευνα σε αρχείο εγγράφων. Αν οι βάσεις δεδομένων με δυνατότητα ηλεκτρονικής αναζήτησης του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος περιλαμβάνουν πεδία για τις πληροφορίες της ενότητας Γ παράγραφος 3 και περιέχουν όλα αυτά τα στοιχεία, τότε δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα σε αρχείο εγγράφων. Αν οι ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων δεν περιέχουν όλες αυτές τις πληροφορίες, τότε σε ό,τι αφορά Λογαριασμό Υψηλής Αξίας, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει επίσης να εξετάσει τον τρέχοντα κύριο φάκελο του πελάτη και, αν δεν περιλαμβάνονται στον τρέχοντα κύριο φάκελο του πελάτη, τα ακόλουθα έγγραφα που σχετίζονται με τον λογαριασμό και έχουν ληφθεί από το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εντός των τελευταίων πέντε ετών οποιαδήποτε από τις ενδείξεις που αναφέρονται στην ενότητα Β παράγραφος 2:

α)

το πιο πρόσφατο αποδεικτικό έγγραφο που παρελήφθη σε σχέση με τον λογαριασμό·

β)

την πιο πρόσφατη σύμβαση ανοίγματος λογαριασμού ή τεκμηρίωση·

γ)

την πιο πρόσφατη τεκμηρίωση που εξασφαλίστηκε από το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC ή για άλλους ρυθμιστικούς σκοπούς·

δ)

τυχόν ισχύον πληρεξούσιο ή δικαίωμα υπογραφής· και

ε)

τυχόν ισχύουσες πάγιες εντολές (εκτός όσων σχετίζονται με Καταθετικό Λογαριασμό) για μεταφορά κεφαλαίων.

3.

Εξαίρεση στην περίπτωση που οι βάσεις δεδομένων περιέχουν επαρκείς πληροφορίες. Α. Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα δεν είναι υποχρεωμένα να προβούν στην έρευνα σε αρχείο εγγράφων που περιγράφεται στην ενότητα Γ παράγραφος 2 στην περίπτωση που οι ηλεκτρονικώς αναζητήσιμες πληροφορίες των Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

το καθεστώς κατοικίας του Δικαιούχου Λογαριασμού·

β)

τη διεύθυνση κατοικίας και την ταχυδρομική διεύθυνση του Δικαιούχου Λογαριασμού που περιέχονται επί του παρόντος στον φάκελο που τηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα·

γ)

τον ή τους τηλεφωνικούς αριθμούς του Δικαιούχου Λογαριασμού οι οποίοι περιέχονται επί του παρόντος στον φάκελο που τηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, εάν υπάρχουν·

δ)

στην περίπτωση Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών εκτός των Καταθετικών Λογαριασμών, εάν υπάρχουν ισχύουσες πάγιες εντολές για μεταφορά κεφαλαίων του λογαριασμού σε άλλο λογαριασμό (συμπεριλαμβανομένου λογαριασμού σε άλλο υποκατάστημα του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος ή σε άλλο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα)·

ε)

εάν υπάρχει τρέχουσα διεύθυνση με την ένδειξη “φροντίδι του” ή οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας (“hold mail”) για τον Δικαιούχο Λογαριασμού· και

στ)

εάν υπάρχει πληρεξούσιο ή δικαίωμα υπογραφής για τον λογαριασμό.

4.

Έρευνα του συμβούλου πελατείας για πραγματική γνώση. Πέρα από την έρευνα σε ηλεκτρονικά αρχεία και σε αρχεία εγγράφων που περιγράφονται στην ενότητα Γ παράγραφοι 1 και 2, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να χειρίζεται ως Δηλωτέο Λογαριασμό οποιονδήποτε Λογαριασμό Υψηλής Αξίας έχει ανατεθεί σε σύμβουλο πελατείας (συμπεριλαμβανομένων Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που αθροίζονται με αυτόν τον Λογαριασμό Υψηλής Αξίας), αν ο σύμβουλος πελατείας γνωρίζει πραγματικά ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

5.

Αποτελέσματα της ανεύρεσης ενδείξεων.

α)

Αν κατά την ενισχυμένη εξέταση των Λογαριασμών Υψηλής Αξίας που περιγράφεται παραπάνω δεν βρεθεί καμία από τις ενδείξεις που περιγράφονται στην ενότητα Γ παράγραφος 2 και δεν έχει διαπιστωθεί ότι ο λογαριασμός τηρείται από Δηλωτέο Πρόσωπο σύμφωνα με την ενότητα Γ παράγραφος 4, τότε δεν απαιτείται καμία περαιτέρω ενέργεια μέχρις ότου υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις η οποία να έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό.

β)

Αν κατά την ενισχυμένη εξέταση των Λογαριασμών Υψηλής Αξίας που περιγράφεται στην ενότητα Γ βρεθεί οποιαδήποτε από τις ενδείξεις που περιγράφονται στην ενότητα Β παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε), ή αν υπάρξει μεταγενέστερη αλλαγή στις περιστάσεις η οποία να έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό, τότε το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να χειρίζεται τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό σε σχέση με κάθε Δηλωτέα Δικαιοδοσία για την οποία εντοπίζεται ένδειξη, εκτός αν επιλέξει να εφαρμόσει την ενότητα Β παράγραφος 6 και ισχύει μία από τις εξαιρέσεις της ενότητας αυτής όσον αφορά τον εν λόγω λογαριασμό.

γ)

Αν κατά την ενισχυμένη εξέταση των Λογαριασμών Υψηλής Αξίας που περιγράφεται στην ενότητα Γ βρεθεί οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας (“hold mail”) ή διεύθυνση με την ένδειξη “φροντίδι του” και δεν βρεθεί άλλη διεύθυνση και καμία από τις άλλες ενδείξεις που απαριθμούνται στην ενότητα Β παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε) για τον Δικαιούχο Λογαριασμού, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να εξασφαλίσει από αυτόν τον Δικαιούχο Λογαριασμού αυτοπιστοποίηση ή αποδεικτικό έγγραφο ώστε να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού. Αν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τέτοια αυτοπιστοποίηση ή αποδεικτικό έγγραφο, οφείλει να δηλώσει τον λογαριασμό στην Αρμόδια Αρχή του κράτους μέλους του ή της Ελβετίας, ανάλογα με την περίπτωση, ως μη τεκμηριωμένο λογαριασμό.

6.

Αν Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός δεν είναι Λογαριασμός Υψηλής Αξίας κατά την 31η Δεκεμβρίου που προηγείται της έναρξης ισχύος του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, αλλά καταστεί Λογαριασμός Υψηλής Αξίας κατά την τελευταία ημέρα επόμενου ημερολογιακού έτους, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να ολοκληρώσει τις διαδικασίες ενισχυμένης εξέτασης που περιγράφονται στην ενότητα Γ όσον αφορά αυτόν τον λογαριασμό εντός του ημερολογιακού έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο ο λογαριασμός καθίσταται Λογαριασμός Υψηλής Αξίας. Αν βάσει αυτής της εξέτασης αυτός ο λογαριασμός ταυτοποιηθεί ως Δηλωτέος Λογαριασμός, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα υποβάλλει τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με τον λογαριασμό αυτό σε σχέση με το έτος κατά το οποίο ταυτοποιείται ως Δηλωτέος Λογαριασμός και τα επόμενα έτη σε ετήσια βάση, εκτός αν ο Δικαιούχος Λογαριασμού πάψει να αποτελεί Δηλωτέο Πρόσωπο.

7.

Όταν τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα εφαρμόσουν τις διαδικασίες ενισχυμένης εξέτασης που περιγράφονται στην ενότητα Γ σε Λογαριασμό Υψηλής Αξίας, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα δεν είναι υποχρεωμένα να εφαρμόσουν εκ νέου τις διαδικασίες αυτές, εκτός από την έρευνα του συμβούλου πελατείας που περιγράφεται στην ενότητα Γ παράγραφος 4, στον ίδιο Λογαριασμό Υψηλής Αξίας τα επόμενα έτη, εκτός αν ο λογαριασμός είναι μη τεκμηριωμένος, οπότε τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα οφείλουν να τις εφαρμόσουν εκ νέου ετησίως μέχρις ότου αυτός ο λογαριασμός πάψει να είναι μη τεκμηριωμένος.

8.

Εάν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με Λογαριασμό Υψηλής Αξίας η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων που περιγράφονται στην ενότητα Β παράγραφος 2 με τον λογαριασμό, τότε το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να χειριστεί τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό σε ό,τι αφορά κάθε Δηλωτέα Δικαιοδοσία για την οποία ταυτοποιείται ένδειξη, εκτός αν επιλέξει να εφαρμόσει την ενότητα Β παράγραφος 6 και ισχύει μία από τις εξαιρέσεις της παραγράφου αυτής όσον αφορά αυτόν τον λογαριασμό.

9.

Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα θέτουν σε εφαρμογή διαδικασίες ώστε να διασφαλίσουν ότι ο σύμβουλος πελατείας ταυτοποιεί οποιαδήποτε αλλαγή στις περιστάσεις ενός λογαριασμού. Για παράδειγμα, αν ένας προσωπικός σύμβουλος ενημερωθεί ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού έχει νέα ταχυδρομική διεύθυνση σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα θεωρεί τη νέα διεύθυνση αλλαγή στις περιστάσεις και, αν επιλέξει να εφαρμόσει την ενότητα Β παράγραφος 6, εξασφαλίζει την κατάλληλη τεκμηρίωση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού.

Δ.

Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Ατομικών Λογαριασμών Υψηλής Αξίας πρέπει να ολοκληρωθεί εντός ενός έτους από τη θέση σε ισχύ του τροποποιητικού πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015. Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Ατομικών Λογαριασμών Χαμηλότερης Αξίας πρέπει να ολοκληρωθεί εντός δύο ετών από τη θέση σε ισχύ του τροποποιητικού πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015.

Ε.

Τυχόν Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός που έχει ταυτοποιηθεί ως Δηλωτέος Λογαριασμός βάσει του παρόντος τμήματος πρέπει να λογιστεί Δηλωτέος Λογαριασμός όλα τα επόμενα έτη, εκτός αν ο Δικαιούχος Λογαριασμού πάψει να αποτελεί Δηλωτέο Πρόσωπο.

ΤΜΗΜΑ IV

ΔΕΟΥΣΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΤΟΜΙΚΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ

Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για τον σκοπό της ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Νέων Ατομικών Λογαριασμών.

A.

Όσον αφορά τους Νέους Ατομικούς Λογαριασμούς, με το άνοιγμα του λογαριασμού το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εξασφαλίζει την αυτοπιστοποίηση, που μπορεί να είναι μέρος της τεκμηρίωσης για το άνοιγμα του λογαριασμού, η οποία επιτρέπει στο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού και να επιβεβαιώσει την ευλογοφάνεια της αυτοπιστοποίησης αυτής με βάση τις πληροφορίες που συνέλεξε το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα σε σχέση με το άνοιγμα του λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένης τυχόν τεκμηρίωσης που συγκέντρωσε σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC.

Β.

Αν από την αυτοπιστοποίηση διαπιστώνεται ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού έχει τη φορολογική κατοικία του σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα λογίζει τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό και η αυτοπιστοποίηση περιλαμβάνει επίσης τον ΑΦΜ του Δικαιούχου Λογαριασμού σε αυτή τη Δηλωτέα Δικαιοδοσία (με την επιφύλαξη της ενότητας Δ του τμήματος I) και την ημερομηνία γέννησης.

Γ.

Εάν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις που σχετίζονται με Νέο Ατομικό Λογαριασμό η οποία έχει ως αποτέλεσμα το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα να γνωρίζει, ή να θεωρεί ευλόγως, ότι η αρχική αυτοπιστοποίηση είναι λανθασμένη ή αναξιόπιστη, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχική αυτοπιστοποίηση και εξασφαλίζει ισχύουσα αυτοπιστοποίηση που βεβαιώνει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού.

ΤΜΗΜΑ V

ΔΕΟΥΣΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΠΡΟΫΠΑΡΧΟΝΤΕΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ

Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για τον σκοπό της ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Οντοτήτων.

Α.

Λογαριασμοί Οντοτήτων που δεν είναι απαραίτητο να εξεταστούν, να ταυτοποιηθούν ή να δηλωθούν. Εκτός αν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα αποφασίσει διαφορετικά, είτε σε ό,τι αφορά όλους τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων είτε, ξεχωριστά, σε ό,τι αφορά μια σαφώς προσδιορισμένη ομάδα τέτοιων λογαριασμών, Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που δεν υπερβαίνει ποσό 250 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας στις 31 Δεκεμβρίου που προηγείται της έναρξης ισχύος του τροποποιητικού πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί, να ταυτοποιηθεί ή να δηλωθεί ως Δηλωτέος Λογαριασμός έως ότου το αθροιστικό υπόλοιπο ή η αξία του λογαριασμού υπερβεί αυτό το ποσό κατά την τελευταία ημέρα οποιουδήποτε επόμενου ημερολογιακού έτους.

Β.

Λογαριασμοί Οντοτήτων που υπόκεινται σε εξέταση. Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που υπερβαίνει ποσό 250 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας στις 31 Δεκεμβρίου που προηγείται της έναρξης ισχύος του τροποποιητικού πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, και Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων που δεν υπερβαίνει στις 31 Δεκεμβρίου που προηγείται της έναρξης ισχύος του τροποποιητικού πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, το ποσό αυτό, αλλά το αθροιστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ή η αξία του υπερβαίνει το εν λόγω ποσό κατά την τελευταία ημέρα οποιουδήποτε επόμενου ημερολογιακού έτους, πρέπει να εξετάζεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην ενότητα Δ.

Γ.

Λογαριασμοί Οντοτήτων για τους οποίους απαιτείται δήλωση. Σε ό,τι αφορά τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων που περιγράφονται στην Ενότητα Β, μόνο οι λογαριασμοί που τηρούνται από μία ή περισσότερες οντότητες που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, ή από παθητικές ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα λογίζονται ως Δηλωτέοι Λογαριασμοί.

Δ.

Διαδικασίες εξέτασης για την ταυτοποίηση Λογαριασμών Οντοτήτων που πρέπει να δηλωθούν. Για τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων που περιγράφονται στην ενότητα Β, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα εφαρμόζουν τις ακόλουθες διαδικασίες εξέτασης ώστε να προσδιορίσουν εάν ο λογαριασμός τηρείται από ένα ή περισσότερα Δηλωτέα Πρόσωπα ή από παθητικές ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα:

1.

Προσδιορισμός του κατά πόσον η Οντότητα είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

α)

Εξέταση των πληροφοριών που τηρούνται για ρυθμιστικούς σκοπούς ή σκοπούς διαχείρισης σχέσεων με πελάτες (συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που συλλέγονται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC) ώστε να προσδιοριστεί αν οι πληροφορίες υποδεικνύουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας. Για τον σκοπό αυτό, οι πληροφορίες που υποδεικνύουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας περιλαμβάνουν τόπο ίδρυσης ή σύστασης ή διεύθυνση σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία.

β)

Αν οι πληροφορίες υποδεικνύουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος δηλωτέας δικαιοδοσίας, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα λογίζει τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό εκτός αν εξασφαλίσει αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή προσδιορίσει ευλόγως, βάσει πληροφοριών που έχει στην κατοχή του ή που είναι διαθέσιμες στο κοινό, ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού δεν είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

2.

Προσδιορισμός του κατά πόσον η Οντότητα είναι παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Όσον αφορά Δικαιούχο Λογαριασμού Προϋπάρχοντος Λογαριασμού Οντοτήτων (συμπεριλαμβανομένης Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο), το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα προσδιορίζει κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Αν οποιοδήποτε από τα Ελέγχοντα Πρόσωπα μιας παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τότε ο λογαριασμός λογίζεται ως Δηλωτέος Λογαριασμός. Προβαίνοντας στις ενέργειες αυτές, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ακολουθεί τις οδηγίες της ενότητας Δ παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) με τη σειρά που αρμόζει περισσότερο στις περιστάσεις.

α)

Προσδιορισμός του κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ. Προκειμένου να προσδιορίσει κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εξασφαλίζει αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ώστε να εξακριβώσει το καθεστώς του, εκτός αν έχει στην κατοχή του πληροφορίες ή υπάρχουν πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό βάσει των οποίων μπορεί να προσδιορίσει ευλόγως ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι ενεργή ΜΧΟ ή Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εκτός Επενδυτικής Οντότητας που περιγράφεται στην ενότητα A παράγραφος 6 στοιχείο β) του τμήματος VIII το οποίο δεν αποτελεί Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας.

β)

Προσδιορισμός των Ελεγχόντων Προσώπων Δικαιούχου Λογαριασμού. Προκειμένου να προσδιορίσουν τα Ελέγχοντα Πρόσωπα Δικαιούχου Λογαριασμού, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC.

γ)

Προσδιορισμός του κατά πόσον ένα Ελέγχον Πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο. Προκειμένου να προσδιορίσουν κατά πόσον ένα Ελέγχον Πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται:

i)

σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC στην περίπτωση Προϋπάρχοντος Λογαριασμού Οντοτήτων που τηρούν μία ή περισσότερες ΜΧΟ με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που δεν υπερβαίνει 1 000 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας· ή

ii)

σε αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή σχετικό Ελέγχον Πρόσωπο της(των) δικαιοδοσίας(δικαιοδοσιών) (είτε πρόκειται για κράτος μέλος είτε για την Ελβετία ή άλλες δικαιοδοσίες) όπου το Ελέγχον Πρόσωπο έχει τη φορολογική του κατοικία.

Ε.

Χρονοδιάγραμμα της εξέτασης και πρόσθετες διαδικασίες που εφαρμόζονται στους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων.

1.

Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που υπερβαίνει τα 250 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας, στις 31 Δεκεμβρίου που προηγείται της θέσης σε ισχύ του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, πρέπει να ολοκληρωθεί εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος της.

2.

Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που δεν υπερβαίνει τα 250 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας, στις 31 Δεκεμβρίου που προηγείται της θέσης σε ισχύ του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, αλλά υπερβαίνει αυτό το ποσό κατά την 31η Δεκεμβρίου επόμενου έτους, πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέσα στο ημερολογιακό έτος που έπεται του έτους κατά το οποίο το αθροιστικό υπόλοιπο ή η αξία του λογαριασμού υπερβαίνει αυτό το ποσό.

3.

Εάν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με Προϋπάρχοντα Λογαριασμό Οντοτήτων που έχει ως αποτέλεσμα το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα να γνωρίζει, ή να θεωρεί ευλόγως, ότι η αυτοπιστοποίηση ή άλλη τεκμηρίωση που σχετίζεται με έναν λογαριασμό είναι λανθασμένη ή αναξιόπιστη, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα προσδιορίζει εκ νέου το καθεστώς του λογαριασμού σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην ενότητα Δ.

ΤΜΗΜΑ VI

ΔΕΟΥΣΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΟΝΤΟΤΗΤΩΝ

Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για τον σκοπό της ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Νέων Λογαριασμών Οντοτήτων.

Α.

Διαδικασίες εξέτασης για την ταυτοποίηση Λογαριασμών Οντοτήτων που πρέπει να δηλωθούν. Για τους Νέους Λογαριασμούς Οντοτήτων, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα εφαρμόζουν τις ακόλουθες διαδικασίες εξέτασης ώστε να προσδιορίσουν εάν ο λογαριασμός τηρείται από ένα ή περισσότερα Δηλωτέα Πρόσωπα ή από παθητικές ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα:

1.

Προσδιορισμός του κατά πόσον η Οντότητα είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.

α)

Εξασφάλιση αυτοπιστοποίησης, που μπορεί να είναι μέρος της τεκμηρίωσης για το άνοιγμα του λογαριασμού, η οποία επιτρέπει στο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού και να επιβεβαιώσει την ευλογοφάνεια της αυτοπιστοποίησης αυτής με βάση τις πληροφορίες που συλλέγει το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα σε σχέση με το άνοιγμα του λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένης τεκμηρίωσης που συγκεντρώνεται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC. Αν η Οντότητα πιστοποιήσει ότι δεν έχει φορολογική κατοικία, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να βασίζεται στη διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας προκειμένου να προσδιορίσει την κατοικία του Δικαιούχου Λογαριασμού.

β)

Αν η αυτοπιστοποίηση υποδεικνύει ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Δηλωτέας Δικαιοδοσίας, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να χειριστεί τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό εκτός αν προσδιορίσει ευλόγως, βάσει πληροφοριών που έχει στην κατοχή του ή που είναι διαθέσιμες στο κοινό, ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού δεν είναι Δηλωτέο Πρόσωπο σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη Δηλωτέα Δικαιοδοσία.

2.

Προσδιορισμός του κατά πόσον η Οντότητα είναι παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Όσον αφορά Δικαιούχο Λογαριασμού Νέου Λογαριασμού Οντοτήτων (συμπεριλαμβανομένης Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο), το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα προσδιορίζει κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Αν οποιοδήποτε από τα Ελέγχοντα Πρόσωπα μιας παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τότε ο λογαριασμός λογίζεται ως Δηλωτέος Λογαριασμός. Προβαίνοντας στις ενέργειες αυτές, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ακολουθεί τις οδηγίες της ενότητας Α παράγραφος 2 στοιχεία α) ως γ) με τη σειρά που αρμόζει περισσότερο στις περιστάσεις.

α)

Προσδιορισμός του κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ. Προκειμένου να προσδιορίσει κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να βασιστεί σε αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ώστε να εξακριβώσει το καθεστώς του, εκτός αν έχει στην κατοχή του πληροφορίες ή υπάρχουν πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό βάσει των οποίων μπορεί να προσδιορίσει ευλόγως ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι ενεργή ΜΧΟ ή Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εκτός Επενδυτικής Οντότητας που περιγράφεται στην ενότητα A παράγραφος 6 στοιχείο β) του τμήματος VIII το οποίο δεν αποτελεί Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας.

β)

Προσδιορισμός των Ελεγχόντων Προσώπων Δικαιούχου Λογαριασμού. Προκειμένου να προσδιοριστούν τα Ελέγχοντα Πρόσωπα Δικαιούχου Λογαριασμού, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC.

γ)

Προσδιορισμός του κατά πόσον ένα Ελέγχον Πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο. Προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον Ελέγχον Πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή το σχετικό Ελέγχον Πρόσωπο.

ΤΜΗΜΑ VII

ΕΙΔΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ

Κατά την εφαρμογή των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που περιγράφονται ανωτέρω ισχύουν οι ακόλουθοι πρόσθετοι κανόνες:

Α.

Αξιοπιστία αυτοπιστοποιήσεων και αποδεικτικών εγγράφων. Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα δεν μπορούν να βασίζονται σε αυτοπιστοποίηση ή αποδεικτικό έγγραφο αν τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα γνωρίζουν ή θεωρούν ευλόγως ότι η αυτοπιστοποίηση ή το αποδεικτικό έγγραφο είναι λανθασμένα ή αναξιόπιστα.

Β.

Εναλλακτικές διαδικασίες για Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που τηρούν μεμονωμένοι Δικαιούχοι Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Προσόδων και για ομαδικά Ασφαλιστήρια Συμβόλαια με Αξία Εξαγοράς ή ομαδικά Συμβόλαια Προσόδων. Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να θεωρήσουν ότι μεμονωμένος δικαιούχος (εκτός του ιδιοκτήτη) Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων στον οποίο καταβάλλεται παροχή θανάτου δεν είναι Δηλωτέο Πρόσωπο και μπορούν να θεωρήσουν έναν τέτοιο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό μη Δηλωτέο Λογαριασμό, εκτός αν τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα γνωρίζουν πραγματικά, ή θεωρούν ευλόγως, ότι ο δικαιούχος είναι Δηλωτέο Πρόσωπο. Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα γνωρίζουν ευλόγως ότι ο δικαιούχος Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων είναι Δηλωτέο Πρόσωπο αν οι πληροφορίες που συλλέγονται από τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και σχετίζονται με τον δικαιούχο περιλαμβάνουν ενδείξεις κατά τα περιγραφόμενα στην ενότητα Β του τμήματος III. Αν τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα γνωρίζουν πραγματικά, ή θεωρούν ευλόγως, ότι ο δικαιούχος είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα οφείλουν να ακολουθήσουν τις διαδικασίες που προβλέπονται στην ενότητα Β του τμήματος III.

Ένα κράτος μέλος ή η Ελβετία έχουν την επιλογή να επιτρέπουν στα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα να χειρίζονται Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που αποτελεί συμμετοχικό δικαίωμα σε ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων ως Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που δεν είναι Δηλωτέος Λογαριασμός μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ένα ποσό είναι πληρωτέο στον εργαζόμενο/κάτοχο πιστοποιητικού ή τον δικαιούχο, αν ο Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που αποτελεί συμμετοχικό δικαίωμα σε ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Περιοδικών Προσόδων πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Περιοδικών Προσόδων εκδίδεται σε εργοδότη και καλύπτει 25 ή περισσότερους εργαζόμενους/κατόχους πιστοποιητικού·

β)

οι εργαζόμενοι/κάτοχοι πιστοποιητικού έχουν το δικαίωμα να λάβουν οποιαδήποτε συμβατική αξία σχετίζεται με τα συμφέροντά τους και να κατονομάσουν δικαιούχους για την παροχή που καταβάλλεται με τον θάνατο του εργαζομένου· και

γ)

το αθροιστικό ποσό που είναι πληρωτέο σε οποιονδήποτε εργαζόμενο/κάτοχο πιστοποιητικού ή δικαιούχο δεν υπερβαίνει 1 000 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας.

Ο όρος “ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς” σημαίνει Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς το οποίο i) παρέχει κάλυψη σε φυσικά πρόσωπα τα οποία συνδέονται μέσω εργοδότη, εμπορικής ένωσης, συνδικαλιστικής οργάνωσης ή άλλης ένωσης ή ομάδας· και ii) χρεώνει ασφάλιστρο για κάθε μέλος της ομάδας (ή μέλος κατηγορίας εντός της ομάδας) το οποίο καθορίζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ατομικά χαρακτηριστικά υγείας εκτός της ηλικίας, του φύλου, και των καπνιστικών συνηθειών του μέλους (ή της κατηγορίας μελών) της ομάδας.

Ο όρος“ομαδικό Συμβόλαιο Περιοδικών Προσόδων” σημαίνει σύμβαση προσόδων σύμφωνα με την οποία οι δανειστές είναι άτομα που συνδέονται μέσω εργοδότη, εμπορικής ένωσης, συνδικαλιστικής οργάνωσης ή άλλης ένωσης ή ομάδας.

Πριν από τη θέση σε ισχύ του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Ελβετία και η Ελβετία κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εάν έχουν ασκήσει το δικαίωμα επιλογής που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να συντονίσει τη διαβίβαση της κοινοποίησης από τα κράτη μέλη προς την Ελβετία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβιβάζει την κοινοποίηση από την Ελβετία σε όλα τα κράτη μέλη. Όλες οι περαιτέρω αλλαγές για την άσκηση της ευχέρειας αυτής από ένα κράτος μέλος ή την Ελβετία κοινοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο.

Γ.

Άθροιση υπολοίπων λογαριασμών και νομισματικοί κανόνες.

1.

Άθροιση Ατομικών Λογαριασμών. Για τον προσδιορισμό του αθροιστικού υπολοίπου ή της αθροιστικής αξίας Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που τηρούνται από φυσικό πρόσωπο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα αθροίζει όλους τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που τηρούνται στο ίδιο ή σε Συνδεόμενη Οντότητα, αλλά μόνο στον βαθμό που τα μηχανογραφημένα συστήματα του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος συνδέουν τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς μέσω στοιχείου όπως ο αριθμός πελάτη ή ο ΑΦΜ και επιτρέπουν την άθροιση των υπολοίπων ή των αξιών των λογαριασμών. Για την εφαρμογή των απαιτήσεων άθροισης που περιγράφονται στην παρούσα παράγραφο, σε καθέναν από τους δικαιούχους κοινού Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού καταλογίζεται ολόκληρο το υπόλοιπο ή η αξία του λογαριασμού αυτού.

2.

Άθροιση Λογαριασμών Οντοτήτων. Για τον προσδιορισμό του αθροιστικού υπολοίπου ή της αθροιστικής αξίας Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που τηρούνται από Οντότητα, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα λαμβάνει υπόψη όλους τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που τηρούνται στο ίδιο ή σε Συνδεόμενη Οντότητα, αλλά μόνο στον βαθμό που τα μηχανογραφημένα συστήματα του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος συνδέουν τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς μέσω στοιχείου όπως ο αριθμός πελάτη ή ο ΑΦΜ και επιτρέπουν την άθροιση των υπολοίπων ή των αξιών των λογαριασμών. Για την εφαρμογή των απαιτήσεων άθροισης που περιγράφονται στην παρούσα παράγραφο, σε καθέναν από τους δικαιούχους κοινού Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού καταλογίζεται ολόκληρο το υπόλοιπο ή η αξία του λογαριασμού αυτού.

3.

Ειδικός κανόνας άθροισης για τους συμβούλους πελατείας. Για τον προσδιορισμό του αθροιστικού υπολοίπου ή της αθροιστικής αξίας Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που τηρούνται από πρόσωπο, με σκοπό να προσδιοριστεί αν ένας Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός είναι Υψηλής Αξίας, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει επίσης να αθροίζει όλους τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που ο σύμβουλος πελατείας γνωρίζει ή ευλόγως θεωρεί ότι άμεσα ή έμμεσα ανήκουν, ελέγχονται ή έχουν ανοιχθεί (αλλά όχι με την ιδιότητα του θεματοφύλακα) από το ίδιο πρόσωπο.

4.

Ποσά που λογίζεται ότι περιλαμβάνουν το ισοδύναμό τους σε άλλα νομίσματα. Όλα τα ποσά που εκφράζονται σε δολάρια ή ποσά που εκφράζονται στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας λογίζεται ότι περιλαμβάνουν το ισοδύναμό τους σε άλλα νομίσματα, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία.

ΤΜΗΜΑ VIII

ΟΡΙΣΜΟΙ

Οι ακόλουθοι όροι έχουν τις κάτωθι έννοιες:

A.

Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα

1.

Ως “Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα” νοείται κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κράτους μέλους ή της Ελβετίας, ανάλογα με την περίπτωση, το οποίο δεν είναι μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.

2.

Ως “Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας” νοείται i) κάθε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που είναι κάτοικος σε Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία, εξαιρουμένου κάθε υποκαταστήματος αυτού του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος που ευρίσκεται εκτός της Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας αυτής, και ii) κάθε ευρισκόμενο σε Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία υποκατάστημα Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος το οποίο δεν είναι κάτοικος στη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία αυτή.

3.

Ως “Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα” νοείται κάθε Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Ίδρυμα Καταθέσεων, Επενδυτική Οντότητα ή Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία.

4.

Ως “Ίδρυμα Θεματοφυλακής” νοείται κάθε Οντότητα που αναπτύσσει δραστηριότητα της οποίας ουσιώδης πτυχή είναι η φύλαξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό τρίτων. Η φύλαξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό τρίτων συνιστά ουσιώδη πτυχή της δραστηριότητας οντότητας εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας από τη φύλαξη χρηματοοικονομικών στοιχείων και συναφείς χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ανέρχεται τουλάχιστον στο 20 % του ακαθάριστου εισοδήματός της κατά το βραχύτερο από τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: i) την τριετία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου (ή την τελευταία ημέρα μη ημερολογιακής ετήσιας λογιστικής περιόδου) πριν από το έτος του προσδιορισμού· ή ii) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα.

5.

Ως “Ίδρυμα Καταθέσεων” νοείται κάθε Οντότητα που δέχεται καταθέσεις στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρεμφερών δραστηριοτήτων.

6.

Ως “Επενδυτική Οντότητα” νοείται κάθε Οντότητα:

α)

η οποία ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες εργασίες ή πράξεις για λογαριασμό ή εξ ονόματος πελάτη:

i)

διαπραγμάτευση σε μέσα της χρηματαγοράς (επιταγές, γραμμάτια, πιστοποιητικά καταθέσεων, παράγωγα κ.λπ.)· αγορές συναλλάγματος· μέσα σε συνάλλαγμα, επιτόκια και δείκτες· κινητές αξίες· ή συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης επί βασικών εμπορευμάτων·

ii)

ατομική και συλλογική διαχείριση χαρτοφυλακίου· ή

iii)

άλλες δραστηριότητες επένδυσης, ή διαχείρισης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή χρημάτων εξ ονόματος τρίτων·

ή

β)

το καθαρό εισόδημα της οποίας προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, εάν την Οντότητα διαχειρίζεται άλλη Οντότητα που είναι Ίδρυμα Καταθέσεων, Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία ή Επενδυτική Οντότητα περιγραφόμενη στην ενότητα Α παράγραφος 6 στοιχείο α).

Μια Οντότητα θεωρείται ότι ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις εργασίες που περιγράφονται στην ενότητα Α παράγραφος 6 στοιχείο α) ή το ακαθάριστο εισόδημά της προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για τους σκοπούς της ενότητας A παράγραφος 6 στοιχείο β), εάν το ακαθάριστο εισόδημά της από τις σχετικές εργασίες ισούται ή υπερβαίνει το 50 % του ακαθάριστου εισοδήματός της κατά το βραχύτερο από τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: i) την τριετία που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους του προσδιορισμού· ή ii) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα. Στον όρο “Επενδυτική Οντότητα” δεν περιλαμβάνονται Οντότητες που αποτελούν ενεργές ΜΧΟ σύμφωνα με τα κριτήρια της ενότητας Δ παράγραφος 9 στοιχεία δ) έως ζ).

Η παρούσα παράγραφος ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με την παρεμφερή διατύπωση που χρησιμοποιείται για τον ορισμό του “Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος” στις συστάσεις της Ειδικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης.

7.

Στον όρο “Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο” περιλαμβάνονται οι τίτλοι (όπως μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών· εταιρικά δικαιώματα ή δικαιώματα επικαρπίας σε ευρείας συμμετοχής ή εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά προσωπικές εταιρείες ή καταπιστεύματα· γραμμάτια, ομολογίες, μη εγγυημένα ομόλογα ή άλλα αποδεικτικά οφειλής), εταιρικά δικαιώματα, εμπορεύματα, συμβάσεις ανταλλαγής (όπως συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων, συμβάσεις ανταλλαγής νομισμάτων, συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων διαφορετικής βάσης, συμβάσεις ανώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεις κατώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεις ανταλλαγής εμπορευμάτων, συμβάσεις ανταλλαγής μετοχών, συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με δείκτες μετοχών και παρεμφερείς συμφωνίες), ασφαλιστικές συμβάσεις ή συμβάσεις περιοδικών προσόδων, ή κάθε δικαίωμα (συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων μελλοντικής εκπλήρωσης, των προθεσμιακών συμβάσεων ή συναφών δικαιωμάτων προαίρεσης) επί τίτλου, εταιρικού δικαιώματος, εμπορεύματος, σύμβασης ανταλλαγής, ασφαλιστικής σύμβασης ή σύμβασης περιοδικών προσόδων. Στον όρο “Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο” δεν περιλαμβάνονται μη συνδεόμενα με οφειλή άμεσα δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας.

8.

Ως “Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία” νοείται κάθε Οντότητα η οποία είναι ασφαλιστική εταιρεία (ή η εταιρεία συμμετοχών που ελέγχει ασφαλιστική εταιρεία) που προσφέρει Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων ή υποχρεούται να καταβάλλει πληρωμές δυνάμει τέτοιου είδους συμβολαίων.

Β.

Μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα

1.

Ως “Μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα” νοείται κάθε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που είναι:

α)

κρατική οντότητα, διεθνής οργανισμός ή κεντρική τράπεζα, όχι όμως όσον αφορά πληρωμή προκύπτουσα από υποχρέωση που έχει αναληφθεί σε σχέση με εμπορική χρηματοπιστωτική δραστηριότητα ανήκουσα σε είδος δραστηριότητας που ασκείται από καθορισμένη ασφαλιστική εταιρεία, ίδρυμα θεματοφυλακής ή ίδρυμα καταθέσεων·

β)

συνταξιοδοτικό ταμείο ευρείας συμμετοχής· συνταξιοδοτικό ταμείο περιορισμένης συμμετοχής· συνταξιοδοτικό ταμείο κρατικής οντότητας, διεθνούς οργανισμού ή κεντρικής τράπεζας· ή εγκεκριμένος εκδότης πιστωτικών καρτών·

γ)

κάθε άλλη οντότητα που παρουσιάζει χαμηλό κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για φοροδιαφυγή, έχει ουσιωδώς παρεμφερή χαρακτηριστικά με οποιαδήποτε από τις οντότητες που περιγράφονται στην ενότητα Β παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), και που ορίζεται στο εσωτερικό δίκαιο ως μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, και, για τα κράτη μέλη, προβλέπεται στην παράγραφο 7α του άρθρου 8 της οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και έχει κοινοποιηθεί στην Ελβετία και για την Ελβετία έχει κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εφόσον το καθεστώς της οντότητας αυτής ως μη Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος δεν θέτει σε κίνδυνο τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας·

δ)

απαλλασσόμενος οργανισμός συλλογικών επενδύσεων· ή

ε)

καταπίστευμα στον βαθμό που ο καταπιστευματοδόχος είναι Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα και δηλώνει όλες τις πληροφορίες που πρέπει να δηλώνονται σύμφωνα με το τμήμα I για όλους τους Δηλωτέους Λογαριασμούς του καταπιστεύματος.

2.

Ως “Κρατική Οντότητα” νοείται η κυβέρνηση κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης δικαιοδοσίας, κάθε πολιτική υποδιαίρεση κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης δικαιοδοσίας (που, για την αποφυγή αμφιβολιών, καλύπτει ως όρος τα κράτη, τις επαρχίες, τις περιφέρειες ή τους δήμους) ή κάθε υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης δικαιοδοσίας ή ενός ή περισσοτέρων εκ των προαναφερόμενων (καθένα από τα οποία αποτελεί “Κρατική Οντότητα”). Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα συνιστώντα μέρη, οι ελεγχόμενες οντότητες και οι πολιτικές υποδιαιρέσεις κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης δικαιοδοσίας.

α)

Ως “συνιστών μέρος” κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης δικαιοδοσίας νοείται κάθε πρόσωπο, οργανισμός, υπηρεσία, γραφείο, ταμείο, όργανο ή άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας, που αποτελεί διοικούσα αρχή κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης δικαιοδοσίας. Τα καθαρά έσοδα της διοικούσας αρχής πρέπει να πιστώνονται στον λογαριασμό της ή στους λογαριασμούς του κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης δικαιοδοσίας και κανένα μερίδιό τους δεν πρέπει να καταλήγει προς όφελος ιδιώτη. Στον όρο “συνιστών μέρος” δεν περιλαμβάνονται φυσικά πρόσωπα ασκούντα εξουσία ή κατέχοντα επίσημες ή διοικητικές θέσεις τα οποία ενεργούν ως ιδιώτες ή υπό την προσωπική τους ιδιότητα.

β)

Ως “ελεγχόμενη οντότητα” νοείται κάθε οντότητα που είναι διακριτή ως προς τη μορφή της από το κράτος μέλος, την Ελβετία ή άλλη δικαιοδοσία ή συνιστά άλλως διακριτή νομική οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι:

i)

η οντότητα τελεί υπό την πλήρη κυριότητα και τον πλήρη έλεγχο μιας ή περισσοτέρων κρατικών οντοτήτων είτε άμεσα είτε μέσω μιας ή περισσοτέρων ελεγχόμενων οντοτήτων·

ii)

τα καθαρά έσοδα της οντότητας πιστώνονται στον λογαριασμό της ή στους λογαριασμούς ενός ή περισσοτέρων κρατικών οντοτήτων και κανένα μερίδιό του εισοδήματός της δεν καταλήγει προς όφελος ιδιώτη· και

iii)

με τη διάλυσή της, τα περιουσιακά στοιχεία της οντότητας περιέρχονται σε μια ή περισσότερες κρατικές οντότητες.

γ)

το εισόδημα δεν θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν τα πρόσωπα αυτά είναι οι προβλεπόμενοι δικαιούχοι κρατικού προγράμματος και οι δραστηριότητες του προγράμματος εκτελούνται υπέρ της κοινής ωφέλειας του γενικού πληθυσμού ή αφορούν τη διαχείριση ορισμένης πτυχής της διακυβέρνησης. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, το εισόδημα θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν προκύπτει από τη χρήση Κρατικής Οντότητας για την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως, παραδείγματος χάρη, εμπορικών τραπεζικών δραστηριοτήτων, μέσω των οποίων παρέχονται χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ιδιώτες.

3.

Ως “Διεθνής Οργανισμός” νοείται κάθε διεθνής οργανισμός ή υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα αυτού. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνεται κάθε διακυβερνητικός οργανισμός (συμπεριλαμβανομένων των υπερεθνικών) (i) που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από κυβερνήσεις· (ii) έχει συνάψει ισχύουσα συμφωνία έδρας ή παρεμφερή επί της ουσίας συμφωνία με το κράτος μέλος, την Ελβετία ή την άλλη δικαιοδοσία· και (iii) του οποίου το εισόδημα δεν καταλήγει προς όφελος ιδιωτών.

4.

Ως “Κεντρική Τράπεζα” νοείται κάθε ίδρυμα το οποίο, είτε διά νόμου είτε με την έγκριση της κυβέρνησης, αποτελεί, εκτός από την κυβέρνηση του κράτους μέλους, της Ελβετίας ή της άλλης δικαιοδοσίας αυτής καθεαυτήν, την κύρια αρχή έκδοσης μέσων προοριζόμενων να κυκλοφορήσουν ως νόμισμα. Στα ιδρύματα αυτά μπορεί να περιλαμβάνονται όργανα διακριτά από την κυβέρνηση του κράτους μέλους, της Ελβετίας ή της άλλης δικαιοδοσίας, είτε βρίσκονται υπό την πλήρη ή μερική κυριότητα του κράτους μέλους, της Ελβετίας ή της άλλης δικαιοδοσίας είτε όχι.

5.

Ως “Συνταξιοδοτικό Ταμείο Ευρείας Συμμετοχής” νοείται κάθε ταμείο που συνιστάται για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου ή συνδυασμό αυτών, ως αντάλλαγμα για παρασχεθείσες υπηρεσίες, σε δικαιούχους που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι (ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς) σε έναν ή περισσότερους εργοδότες, υπό την προϋπόθεση ότι το ταμείο:

α)

δεν έχει ένα μοναδικό δικαιούχο με δικαίωμα που να υπερβαίνει το 5 % των περιουσιακών στοιχείων του ταμείου·

β)

υπόκειται σε κρατική κανονιστική ρύθμιση και υποβάλλει δηλώσεις πληροφοριών στις φορολογικές αρχές· και

γ)

πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

το ταμείο απαλλάσσεται γενικά από φόρους επί του εισοδήματός του που προέρχεται από επενδύσεις ή στο εισόδημα αυτό επιβάλλεται αναβαλλόμενος φόρος ή φόρος με μειωμένο συντελεστή, επειδή πρόκειται για συνταξιοδοτικό πρόγραμμα·

ii)

το ταμείο λαμβάνει από τους εργοδότες που το χρηματοδοτούν τουλάχιστον το 50 % των συνολικών εισφορών του [πλην μεταφορών περιουσιακών στοιχείων από άλλα προγράμματα περιγραφόμενα στην ενότητα Β παράγραφοι 5 έως 7 ή από συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α)]·

iii)

διανομή ή ανάληψη ποσών από το ταμείο επιτρέπεται μόνο όταν επέρχονται συγκεκριμένα περιστατικά σχετιζόμενα με συνταξιοδότηση, αναπηρία ή θάνατο [πλην διανεμόμενων ποσών που επανατοποθετούνται σε άλλα συνταξιοδοτικά ταμεία περιγραφόμενα στην ενότητα B παράγραφοι 5 έως 7 ή σε συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α)]· διαφορετικά, εάν η διανομή ή η ανάληψη πραγματοποιηθεί πριν από τα συγκεκριμένα αυτά περιστατικά, επιβαρύνεται με ποινή· ή

iv)

οι εισφορές (πλην ορισμένων επιτρεπόμενων συμπληρωματικών εισφορών) των εργαζομένων στο ταμείο περιορίζονται σε συνάρτηση με το δεδουλευμένο εισόδημα του εργαζομένου ή δεν επιτρέπεται να υπερβούν ετησίως ποσό 50 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας, εφαρμοζομένων των κανόνων που ορίζονται στο τμήμα VII ενότητα Γ για την άθροιση των λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.

6.

Ως “Συνταξιοδοτικό Ταμείο Περιορισμένης Συμμετοχής” νοείται κάθε ταμείο που συνιστάται για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου, ως αντάλλαγμα για παρασχεθείσες υπηρεσίες, σε δικαιούχους που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι (ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς) σε έναν ή περισσότερους εργοδότες, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

το ταμείο έχει λιγότερους από 50 συμμετέχοντες·

β)

το ταμείο χρηματοδοτείται από έναν ή περισσότερους εργοδότες που δεν είναι επενδυτικές οντότητες ή παθητικές ΜΧΟ·

γ)

οι εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών στο ταμείο [πλην μεταφορών περιουσιακών στοιχείων από συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α)] περιορίζονται σε συνάρτηση με το δεδουλευμένο εισόδημα και την αμοιβή του εργαζομένου, αντιστοίχως·

δ)

οι συμμετέχοντες που δεν είναι κάτοικοι της δικαιοδοσίας (του κράτους μέλους ή της Ελβετίας) όπου έχει την έδρα του το ταμείο δεν έχουν δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων του ταμείου που να υπερβαίνει το 20 %· και

ε)

το ταμείο υπόκειται σε κρατική κανονιστική ρύθμιση και υποβάλλει πληροφορίες στις φορολογικές αρχές.

7.

Ως “Συνταξιοδοτικό Ταμείο Κρατικής Οντότητας, Διεθνούς Οργανισμού ή Κεντρικής Τράπεζας” νοείται κάθε ταμείο που συνιστάται από κρατική οντότητα, διεθνή οργανισμό ή κεντρική τράπεζα για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου σε δικαιούχους ή συμμετέχοντες που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι (ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς) ή που δεν είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι, εάν οι παροχές προς τους δικαιούχους ή τους συμμετέχοντες αυτούς χορηγούνται ως αντάλλαγμα για προσωπικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν για την κρατική οντότητα, τον διεθνή οργανισμό ή την κεντρική τράπεζα.

8.

Ως “Εγκεκριμένος Εκδότης Πιστωτικών Καρτών” νοείται κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

αποτελεί χρηματοπιστωτικό ίδρυμα απλώς και μόνον επειδή είναι εκδότης πιστωτικών καρτών ο οποίος δέχεται καταθέσεις μόνον όταν ο πελάτης καταβάλλει ποσό που υπερβαίνει το χρεωστικό υπόλοιπο της κάρτας και το καταβληθέν πλεονάζον ποσό δεν επιστρέφεται αμέσως στον πελάτη· και

β)

από ή πριν από την έναρξη ισχύος του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου το οποίο υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες ώστε είτε να μη δύναται ο πελάτης να καταβάλλει ποσό που να υπερβαίνει τα 50 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας, είτε να εξασφαλίζει ότι επιστρέφεται στον πελάτη εντός 60 ημερών κάθε πληρωμή που υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, εφαρμοζομένων σε αμφότερες τις περιπτώσεις των κανόνων που ορίζονται στο τμήμα VII ενότητα Γ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων. Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, το καταβληθέν από τον πελάτη πλεονάζον ποσό δεν αναφέρεται σε πιστωτικά υπόλοιπα στον βαθμό που αυτά σχετίζονται με αμφισβητηθείσες χρεώσεις, αλλά περιλαμβάνει πιστωτικά υπόλοιπα που προκύπτουν από επιστροφές εμπορευμάτων.

9.

Ως “Απαλλασσόμενος Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων” νοείται κάθε επενδυτική οντότητα που υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση ως οργανισμός συλλογικών επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα δικαιώματα επί του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων τηρούνται από φυσικά πρόσωπα ή οντότητες που δεν είναι Δηλωτέα Πρόσωπα ή μέσω τέτοιων φυσικών προσώπων ή οντοτήτων, εκτός από παθητικές ΜΧΟ με Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα.

Επενδυτική οντότητα που υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση ως οργανισμός συλλογικών επενδύσεων δεν παύει να θεωρείται δυνάμει της ενότητας Β παράγραφος 9 απαλλασσόμενος οργανισμός συλλογικών επενδύσεων απλώς και μόνον επειδή ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων έχει εκδώσει υλικές μετοχές στον κομιστή, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων δεν έχει εκδώσει και δεν εκδίδει υλικές μετοχές στον κομιστή μετά τις 31 Δεκεμβρίου που προηγείται της θέσης σε ισχύ του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015·

β)

ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων αποσύρει όλες τις μετοχές αυτές όταν του παραδίδονται·

γ)

ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων εκτελεί όλες τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα τμήματα II έως VII και δηλώνει όλες τις πληροφορίες που πρέπει να δηλώνονται για τις μετοχές αυτές όταν προσκομίζονται για εξαγορά ή άλλη πληρωμή· και

δ)

ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες που διασφαλίζουν την εξαγορά ή την ακινητοποίηση των μετοχών αυτών το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015.

Γ.

Χρηματοοικονομικός λογαριασμός

1.

Ως “Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός” νοείται λογαριασμός που τηρείται σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Στον όρο περιλαμβάνονται οι καταθετικοί λογαριασμοί, οι λογαριασμοί θεματοφυλακής και:

α)

σε περίπτωση επενδυτικής οντότητας, κάθε συμμετοχικό ή συνδεόμενο με οφειλή δικαίωμα επί του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Παρά τα οριζόμενα ανωτέρω, ο όρος “Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός” δεν περιλαμβάνει συμμετοχικά ή συνδεόμενα με οφειλή δικαιώματα επί οντότητας που αποτελεί επενδυτική οντότητα απλώς και μόνον επειδή i) παρέχει επενδυτικές συμβουλές σε πελάτη και ενεργεί εξ ονόματός του ή ii) διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια και ενεργεί εξ ονόματος πελάτη για την επένδυση ή τη διαχείριση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων κατατεθειμένων στο όνομα του πελάτη σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα διαφορετικό από την εν λόγω οντότητα

β)

σε περίπτωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που δεν περιγράφεται στην ενότητα Γ παράγραφος 1 στοιχείο α), κάθε συμμετοχικό ή συνδεόμενο με οφειλή δικαίωμα επί του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, εάν η κατηγορία των εν λόγω δικαιωμάτων δημιουργήθηκε με σκοπό την αποφυγή της υποβολής δηλώσεων σύμφωνα με το τμήμα I· και

γ)

κάθε Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Περιοδικών Προσόδων που προσφέρεται από Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ή τηρείται σε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, πλην των μη συνδεόμενων με επενδύσεις και μη μεταβιβάσιμων συμβολαίων προσόδων άμεσης καταβολής που προσφέρονται σε φυσικά πρόσωπα και καλύπτουν παροχές σύνταξης ή αναπηρίας καταβαλλόμενες στο πλαίσιο λογαριασμών που είναι εξαιρούμενοι.

Στον όρο “Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός” δεν περιλαμβάνονται οι λογαριασμοί που είναι εξαιρούμενοι.

2.

Ως “Καταθετικός Λογαριασμός” νοείται κάθε εμπορικός, τρεχούμενος, αποταμιευτικός ή προθεσμιακός λογαριασμός ή λογαριασμός βεβαιούμενος από πιστοποιητικό καταθέσεων, πιστοποιητικό αποταμίευσης, πιστοποιητικό επενδύσεων, πιστοποιητικό οφειλής ή άλλο παρόμοιο μέσο που τηρείται σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρόμοιων δραστηριοτήτων. Στον όρο “Καταθετικός Λογαριασμός” περιλαμβάνεται επίσης κάθε ποσό που τηρείται σε ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει συμβολαίου εγγυημένης απόδοσης ή παρόμοιας συμφωνίας για την καταβολή ή την πίστωση τόκου επί του ποσού αυτού.

3.

Ως “Λογαριασμός Θεματοφυλακής” νοείται κάθε λογαριασμός (πλην των Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων ή Συμβολαίων Περιοδικών Προσόδων) στον οποίο φυλάσσεται ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία προς όφελος τρίτου.

4.

Ως “Συμμετοχικό Δικαίωμα” νοείται, στην περίπτωση προσωπικής εταιρείας που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, δικαίωμα είτε επί του κεφαλαίου είτε επί των κερδών της εταιρείας. Στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, συμμετοχικό δικαίωμα θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε πρόσωπο λογίζεται καταπιστευματοπάροχος ή δικαιούχος του συνόλου ή μέρους του καταπιστεύματος ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο έχει τον τελικό πραγματικό έλεγχο του καταπιστεύματος. Τα Δηλωτέα Πρόσωπα λογίζονται δικαιούχοι καταπιστεύματος εάν έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν άμεσα ή έμμεσα (επί παραδείγματι, μέσω εντολοδόχου) υποχρεωτική διανομή ή μπορούν να λαμβάνουν, άμεσα ή έμμεσα, προαιρετική διανομή από το καταπίστευμα.

5.

Ως “Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο” νοείται κάθε συμβόλαιο (πλην των Συμβολαίων Προσόδων) βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλει ποσό όταν επέλθει καθορισμένο περιστατικό που αφορά θάνατο, ασθένεια, ατύχημα, ζημιά ή κίνδυνο σχετιζόμενο με ακίνητη περιουσία.

6.

Ως “Συμβόλαιο Περιοδικών Προσόδων” νοείται κάθε συμβόλαιο βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλλει πληρωμές για χρονική περίοδο που καθορίζεται εν όλω ή εν μέρει σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων. Στον όρο περιλαμβάνονται επίσης συμβόλαια που θεωρούνται Συμβόλαια Περιοδικών Προσόδων σύμφωνα με τους νόμους, τους κανονισμούς ή τις πρακτικές της δικαιοδοσίας (του κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης δικαιοδοσίας) όπου εκδόθηκε το συμβόλαιο και βάσει της οποίας ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλλει πληρωμές για μια σειρά ετών.

7.

Ως “Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς” νοείται κάθε Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (πλην συμβολαίου αντασφάλισης ζημιών μεταξύ δύο ασφαλιστικών εταιρειών) που έχει αξία εξαγοράς.

8.

Ως “Αξία Εξαγοράς” νοείται το μεγαλύτερο από τα δύο ακόλουθα ποσά: i) το ποσό που δικαιούται να λάβει ο αντισυμβαλλόμενος σε περίπτωση εξαγοράς ή λύσης της σύμβασης (το οποίο προσδιορίζεται χωρίς αφαίρεση τυχόν ποινής εξαγοράς ή δανείου ληφθέντος δυνάμει της ασφαλιστικής σύμβασης) και ii) το ποσό που μπορεί να δανείζεται ο αντισυμβαλλόμενος δυνάμει της σύμβασης ή σε σχέση με τη σύμβαση αυτή. Παρά τα οριζόμενα ανωτέρω, ο όρος “Αξία Εξαγοράς” δεν περιλαμβάνει τα ποσά που είναι καταβλητέα δυνάμει Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου:

α)

αποκλειστικά λόγω θανάτου φυσικού προσώπου που ήταν ασφαλισμένο με συμβόλαιο ασφάλισης ζωής·

β)

ως παροχή λόγω προσωπικής βλάβης ή ασθένειας ή άλλη παροχή που χορηγείται ως αποζημίωση για οικονομική απώλεια προκαλούμενη με την επέλευση του περιστατικού που καλύπτεται από την ασφάλιση·

γ)

ως επιστροφή προηγουμένως καταβληθέντων ασφαλίστρων (μείον το κόστος των ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, είτε έχουν όντως επιβληθεί είτε όχι) δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου (πλην συνδεδεμένου με επενδύσεις συμβολαίου ασφάλισης ζωής ή περιοδικών προσόδων) λόγω ακύρωσης ή λύσης του συμβολαίου, μείωσης της έκθεσης σε κινδύνους κατά την περίοδο ισχύος του συμβολαίου, ή διόρθωσης καταχώρισης ή παρόμοιου σφάλματος σε σχέση με τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται για το συμβόλαιο·

δ)

ως μέρισμα υπέρ του αντισυμβαλλόμενου (πλην του μερίσματος λύσης) εφόσον το μέρισμα σχετίζεται με ασφαλιστήριο συμβόλαιο δυνάμει του οποίου καταβλητέες είναι μόνον οι παροχές που περιγράφονται στην ενότητα Γ παράγραφος 8 στοιχείο β)· ή

ε)

ως επιστροφή προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή ασφαλίστρου κατατεθειμένου έναντι ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το οποίο το ασφάλιστρο καταβάλλεται τουλάχιστον ετησίως, εάν το ποσό του προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή του κατατεθειμένου για την κάλυψη μελλοντικών ασφαλίστρων ποσού δεν υπερβαίνει το επόμενο ετήσιο ασφάλιστρο που θα πρέπει να καταβληθεί δυνάμει του συμβολαίου.

9.

Ως “Προϋπάρχων Λογαριασμός” νοείται:

α)

χρηματοοικονομικός λογαριασμός που τηρείται σε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κατά την 31η Δεκεμβρίου πριν από την έναρξη ισχύος του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015.

β)

Ένα κράτος μέλος ή η Ελβετία έχει την ευχέρεια να επεκτείνει την έννοια του όρου “Προϋπάρχων Λογαριασμός” ώστε να νοείται επίσης κάθε Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός Δικαιούχου, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κατά την οποία ανοίχθηκε ο εν λόγω λογαριασμός, εάν:

i)

ο δικαιούχος τηρεί επίσης στο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ή σε συνδεόμενη οντότητα εντός της ίδιας δικαιοδοσίας (κράτος μέλος ή η Ελβετία) με το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που είναι Προϋπάρχων Λογαριασμός κατά την ενότητα Γ παράγραφος 9 στοιχείο α)·

ii)

το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα και, κατά περίπτωση, η συνδεόμενη οντότητα εντός της ιδίας δικαιοδοσίας (κράτος μέλος ή η Ελβετία) με το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, θεωρεί τους δύο προαναφερόμενους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς και κάθε άλλο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό του Δικαιούχου του Λογαριασμού που θεωρείται Προϋπάρχων Λογαριασμός κατά το στοιχείο β), ως ενιαίο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό για τους σκοπούς της τήρησης των απαιτήσεων γνώσης που ορίζονται στο τμήμα VII ενότητα Α και για τους σκοπούς του προσδιορισμού του υπολοίπου ή της αξίας οποιουδήποτε από τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς αυτούς, όταν εφαρμόζει οποιοδήποτε από τα όρια για τους λογαριασμούς·

iii)

για Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που υπόκειται σε διαδικασίες ΑΜL/KYC, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα επιτρέπεται να εκπληρώσει για τον συγκεκριμένο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό τα προβλεπόμενα στις διαδικασίες αυτές, στηριζόμενο στις διαδικασίες ΑΜL/KYC που έχουν εκτελεστεί για τον Προϋπάρχοντα Λογαριασμό που περιγράφεται στην ενότητα Γ παράγραφος 9 στοιχείο α)· και

iv)

το άνοιγμα του Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού δεν απαιτεί την παροχή νέων, πρόσθετων ή τροποποιημένων πληροφοριών πελάτη από τον δικαιούχο του λογαριασμού, εκτός εάν απαιτείται για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.

Πριν από την έναρξη ισχύος του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Ελβετία και η Ελβετία κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εάν έχουν ασκήσει το δικαίωμα επιλογής που προβλέπεται στο παρόν σημείο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να συντονίσει τη διαβίβαση της κοινοποίησης από τα κράτη μέλη προς την Ελβετία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβιβάζει την κοινοποίηση από την Ελβετία σε όλα τα κράτη μέλη. Όλες οι περαιτέρω αλλαγές για την άσκηση της ευχέρειας αυτής από ένα κράτος μέλος ή την Ελβετία κοινοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο.

10.

Ως “Νέος Λογαριασμός” νοείται Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που τηρείται σε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα και έχει ανοιχθεί την ή πριν από την έναρξη ισχύος του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, εκτός αν θεωρείται Προϋπάρχων Λογαριασμός κατά την επέκταση του ορισμού του όρου “Προϋπάρχων Λογαριασμός” στην ενότητα Γ παράγραφος 9.

11.

Ως “Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός” νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

12.

Ως “Νέος Ατομικός Λογαριασμός” νοείται νέος λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.

13.

Ως “Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων” νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από μία ή περισσότερες Οντότητες.

14.

Ως “Λογαριασμός Χαμηλότερης Αξίας” νοείται Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός με συνολικό υπόλοιπο ή αξία κατά την 31η Δεκεμβρίου πριν από την έναρξη ισχύος του Τροποποιητικού Πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015 που δεν υπερβαίνει τα 1 000 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας.

15.

Ως “Λογαριασμός Υψηλής Αξίας” νοείται Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός με συνολικό υπόλοιπο ή αξία που υπερβαίνει τα 1 000 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας, στις 31 Δεκεμβρίου που προηγείται της θέσης σε ισχύ του τροποποιητικού πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015 ή στις 31 Δεκεμβρίου οιουδήποτε επόμενου έτους.

16.

Ως “Νέος Λογαριασμός Οντοτήτων” νοείται Νέος Λογαριασμός που τηρείται από μία ή περισσότερες οντότητες.

17.

Ως “Εξαιρούμενος Λογαριασμός” νοείται οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους λογαριασμούς:

α)

συνταξιοδοτικός λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως προσωπικός συνταξιοδοτικός λογαριασμός ή αποτελεί μέρος καταχωρισμένου ή ρυθμιζόμενου συνταξιοδοτικού προγράμματος για παροχές σύνταξης (περιλαμβανομένων των παροχών αναπηρίας ή θανάτου)·

ii)

ο λογαριασμός υπόκειται σε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς (δηλαδή, οι εισφορές στον λογαριασμό, οι οποίες άλλως θα φορολογούνταν, εκπίπτουν ή εξαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα του Δικαιούχου του Λογαριασμού ή φορολογούνται με μειωμένο συντελεστή, ή το εισόδημα από επενδύσεις που προέρχεται από τον λογαριασμό υπόκειται σε αναβαλλόμενο φόρο ή σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή)·

iii)

απαιτείται η διαβίβαση πληροφοριών προς τις φορολογικές αρχές, σε ό,τι αφορά τον λογαριασμό·

iv)

επιτρέπονται οι αναλήψεις μόνον εφόσον έχει συμπληρωθεί συγκεκριμένο όριο ηλικίας, έχει επέλθει αναπηρία ή θάνατος· ή επιβάλλονται ποινές για τις αναλήψεις που πραγματοποιούνται πριν από την επέλευση τέτοιων καθορισμένων γεγονότων· και

v)

είτε i) οι ετήσιες εισφορές είναι ίσες ή κατώτερες των 50 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας, ή ii) προβλέπεται μέγιστο όριο εισφορών εφ' όρου ζωής ίσου ή κατώτερου του 1 000 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας, ενώ εφαρμόζονται και στις δύο περιπτώσεις οι κανόνες που προβλέπονται στο τμήμα VII ενότητα Γ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.

Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός, ο οποίος πληροί κατά τα λοιπά την απαίτηση που προβλέπεται στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α) σημείο v), δεν παραβιάζει την απαίτηση αυτή για τον λόγο και μόνον ότι ο εν λόγω χρηματοοικονομικός λογαριασμός μπορεί να δεχθεί περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια που μεταφέρονται από έναν ή περισσότερους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α) ή β) ή από ένα ή περισσότερα συνταξιοδοτικά ταμεία που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην ενότητα Β παράγραφοι 5 έως 7.

β)

λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως οργανισμός επενδύσεων με σκοπούς άλλους από αυτούς της συνταξιοδότησης και αποτελεί αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών ή ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως οργανισμός αποταμίευσης με σκοπούς άλλους από αυτούς της συνταξιοδότησης·

ii)

ο λογαριασμός υπόκειται σε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς (δηλαδή, οι εισφορές στον λογαριασμό, οι οποίες άλλως θα φορολογούνταν, εκπίπτουν ή εξαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα του Δικαιούχου του Λογαριασμού ή φορολογούνται με μειωμένο συντελεστή, ή το εισόδημα από επενδύσεις που προέρχεται από τον λογαριασμό υπόκειται σε αναβαλλόμενο φόρο ή σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή)·

iii)

επιτρέπονται οι αναλήψεις μόνον εφόσον έχουν εκπληρωθεί συγκεκριμένα κριτήρια που αφορούν τον σκοπό του λογαριασμού επένδυσης ή αποταμίευσης (για παράδειγμα την παροχή εκπαιδευτικών ή ιατρικών ωφελειών)· ή επιβάλλονται ποινές για τις αναλήψεις που πραγματοποιούνται πριν από την εκπλήρωση των εν λόγω κριτηρίων· και

iv)

οι ετήσιες εισφορές είναι ίσες ή κατώτερες των 50 000 USD ή ισοδύναμου ποσού εκφρασμένου στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας, τηρουμένων των κανόνων που προβλέπονται στο τμήμα VII ενότητα Γ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.

Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός, ο οποίος πληροί κατά τα λοιπά την απαίτηση που προβλέπεται στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο β) σημείο iv), δεν παραβιάζει την απαίτηση αυτή για τον λόγο και μόνον ότι ο εν λόγω χρηματοοικονομικός λογαριασμός μπορεί να δεχθεί περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια που μεταφέρονται από έναν ή περισσότερους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α) ή β) ή από ένα ή περισσότερα συνταξιοδοτικά ταμεία που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην ενότητα Β παράγραφοι 5 έως 7.

γ)

συμβόλαιο ασφάλισης ζωής με περίοδο κάλυψης που λήγει πριν συμπληρώσει ο ασφαλισμένος το ενενηκοστό έτος της ηλικίας του, υπό την προϋπόθεση ότι το συμβόλαιο πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

καταβάλλονται περιοδικά ασφάλιστρα, τα οποία δεν μειώνονται με την πάροδο του χρόνου, τουλάχιστον σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος του συμβολαίου ή μέχρι να συμπληρώσει ο ασφαλισμένος το ενενηκοστό έτος της ηλικίας του, αναλόγως ποιο χρονικό διάστημα είναι βραχύτερο·

ii)

δεν είναι δυνατόν για οποιοδήποτε πρόσωπο να λάβει παροχές του συμβολαίου (μέσω ανάληψης, δανείου ή με άλλον τρόπο), χωρίς λύση του συμβολαίου·

iii)

το ποσό (εκτός της παροχών θανάτου) που είναι πληρωτέο σε περίπτωση ακύρωσης ή λύσης του συμβολαίου δεν μπορεί να υπερβεί το άθροισμα των ασφαλίστρων που έχουν καταβληθεί για το συμβόλαιο, μείον το ποσό που αντιστοιχεί στις επιβαρύνσεις λόγω θανάτου, ασθένειας και δαπανών (είτε έχουν πράγματι επιβληθεί είτε όχι) για την περίοδο ή τις περιόδους ισχύος του συμβολαίου και τυχόν ποσών που έχουν καταβληθεί πριν από την ακύρωση ή τη λύση του συμβολαίου· και

iv)

το συμβόλαιο δεν διακρατείται από εκδοχέα έναντι αξίας.

δ)

λογαριασμός που ανήκει αποκλειστικά σε κληρονομία, εφόσον στα έγγραφα του λογαριασμού περιλαμβάνεται αντίγραφο της διαθήκης του θανόντος ή πιστοποιητικό θανάτου.

ε)

λογαριασμός που έχει ανοιχθεί σε σύνδεση με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i)

διαταγή ή απόφαση δικαστηρίου·

ii)

πώληση, ανταλλαγή ή μίσθωση εμπράγματης ή προσωπικής περιουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

ο λογαριασμός τροφοδοτείται αποκλειστικά με ποσά που προέρχονται από προκαταβολή, αρραβώνα, κατάθεση ποσού κατάλληλου για την εξασφάλιση ενοχής που συνδέεται άμεσα με τη συναλλαγή ή παρόμοια πληρωμή, ή τροφοδοτείται με χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που κατατίθεται στον λογαριασμό σε σύνδεση με την πώληση, την ανταλλαγή ή τη μίσθωση περιουσιακού στοιχείου·

ο λογαριασμός ανοίγεται και χρησιμοποιείται με αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση της υποχρέωσης του αγοραστή να καταβάλει το τίμημα της πώλησης του περιουσιακού στοιχείου, του πωλητή να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση για ενδεχόμενη υποχρέωση, ή του εκμισθωτή ή του μισθωτή να καταβάλει αποζημίωση σχετικά με το μισθωμένο περιουσιακό στοιχείο, όπως έχει συμφωνηθεί στα πλαίσια της μίσθωσης·

τα περιουσιακά στοιχεία που περιέχονται στον λογαριασμό, περιλαμβανομένου του εισοδήματος που προέρχεται από τον λογαριασμό, θα καταβληθούν ή θα διατεθούν με άλλον τρόπο προς όφελος του αγοραστή, του πωλητή, του εκμισθωτή ή του μισθωτή (μεταξύ άλλων για να εκπληρωθεί υποχρέωση του εν λόγω προσώπου), όταν το περιουσιακό στοιχείο πωληθεί, ανταλλαγεί ή παραδοθεί, ή όταν τερματιστεί η μίσθωση·

ο λογαριασμός δεν είναι λογαριασμός περιθωρίου ή παρόμοιος λογαριασμός που έχει ανοιχθεί στα πλαίσια πώλησης ή ανταλλαγής Χρηματοοικονομικού Περιουσιακού Στοιχείου· και

ο λογαριασμός δεν συνδέεται με λογαριασμό περιγραφόμενο στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο στ).

iii)

υποχρέωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που διαχειρίζεται δάνειο εξασφαλιζόμενο με εμπράγματο περιουσιακό στοιχείο να κρατά μέρος του καταβαλλόμενου ποσού με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της πληρωμής φόρων ή ασφάλισης σχετικά με το εμπράγματο περιουσιακό στοιχείο σε μεταγενέστερο χρόνο·

iv)

υποχρέωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που έχει αποκλειστικό σκοπό την πληρωμή φόρων σε μεταγενέστερο χρόνο.

στ)

Καταθετικός Λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

ο λογαριασμός υπάρχει μόνον διότι ο πελάτης καταβάλλει ποσό που υπερβαίνει το χρεωστικό υπόλοιπο πιστωτικής κάρτας ή άλλης ανακυκλούμενης πιστωτικής διευκόλυνσης και το πλεονάζον ποσό δεν επιστρέφεται αμέσως στον πελάτη· και

ii)

από ή πριν από την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού πρωτοκόλλου το οποίο υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες ώστε είτε να μη δύναται ο πελάτης να καταβάλλει ποσό που να υπερβαίνει τα 50 000 USD ή ισοδύναμο ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του κάθε κράτους μέλους ή της Ελβετίας, είτε να εξασφαλίζει ότι επιστρέφεται στον πελάτη εντός 60 ημερών κάθε πληρωμή που υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, εφαρμοζομένων σε αμφότερες τις περιπτώσεις των κανόνων που ορίζονται στο τμήμα VII ενότητα Γ για τη μετατροπή νομισμάτων. Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, το καταβληθέν από τον πελάτη πλεονάζον ποσό δεν αναφέρεται σε πιστωτικά υπόλοιπα στον βαθμό που αυτά σχετίζονται με αμφισβητηθείσες χρεώσεις, αλλά περιλαμβάνει πιστωτικά υπόλοιπα που προκύπτουν από επιστροφές εμπορευμάτων.

ζ)

κάθε άλλος λογαριασμός που παρουσιάζει χαμηλό κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για φοροδιαφυγή, έχει ουσιωδώς παρεμφερή χαρακτηριστικά με οποιονδήποτε από τους λογαριασμούς που περιγράφονται στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχεία α) έως στ), και που ορίζεται στο εσωτερικό δίκαιο ως Εξαιρούμενος Λογαριασμός και, για τα κράτη μέλη, προβλέπεται στην παράγραφο 7α του άρθρου 8 της οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και έχει κοινοποιηθεί στην Ελβετία, και για την Ελβετία έχει κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εφόσον το καθεστώς του λογαριασμού αυτού ως Εξαιρούμενου Λογαριασμού δεν θέτει σε κίνδυνο τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας·

Δ.

Δηλωτέος λογαριασμός

1.

Ως “Δηλωτέος Λογαριασμός” νοείται λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα Δηλωτέα Πρόσωπα ή Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, εφόσον έχει χαρακτηριστεί ως τέτοιος σύμφωνα με τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που περιγράφονται στα τμήματα II έως VII.

2.

Ως “Δηλωτέο Πρόσωπο” νοείται πρόσωπο Δηλωτέας Δικαιοδοσίας εκτός από: i) εταιρεία, η μετοχή της οποίας αποτελεί αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες αναγνωρισμένες αγορές κινητών αξιών· ii) εταιρεία που είναι συνδεόμενη οντότητα εταιρείας που περιγράφεται στο σημείο i)· iii) Κρατική Οντότητα· iv) Διεθνής Οργανισμός· v) Κεντρική Τράπεζα· ή vi) Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.

3.

Ως “Πρόσωπο Δηλωτέας Δικαιοδοσίας” νοείται άτομο ή Οντότητα με κατοικία σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία της εν λόγω δικαιοδοσίας ή κληρονομία θανόντος, ο οποίος ήταν κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας. Για τον σκοπό αυτόν, οντότητες όπως προσωπικές εταιρείες, ετερόρρυθμες εταιρείες ή παρόμοια νομικά μορφώματα, τα οποία δεν έχουν κατοικία για φορολογικούς σκοπούς λογίζονται ως κάτοικοι στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησής τους.

4.

Ως “Δηλωτέα Δικαιοδοσία” νοείται η Ελβετία σε σχέση με ένα κράτος μέλος ή ένα κράτος μέλος σε σχέση με την Ελβετία, στο πλαίσιο της υποχρέωσης να παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο τμήμα I.

5.

Ως “Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία” έναντι κράτους μέλους ή της Ελβετίας νοείται:

α)

κράτος μέλος σε σχέση με την αναφορά στην Ελβετία, ή

β)

η Ελβετία σε σχέση με την αναφορά σε κράτος μέλος, ή

γ)

οποιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία i) με την οποία το σχετικό κράτος μέλος ή η Ελβετία, ανάλογα με την περίπτωση, έχει συνάψει συμφωνία με την οποία η εν λόγω άλλη δικαιοδοσία θα παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο τμήμα I, και ii) η οποία περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύεται από το εν λόγω κράτος μέλος ή την Ελβετία και κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή·

δ)

σε σχέση με κράτη μέλη, οποιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία i) με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει συμφωνία με την οποία η εν λόγω άλλη δικαιοδοσία θα παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο τμήμα I, και ii) η οποία περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

6.

Ως “Ελέγχοντα Πρόσωπα” νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί Οντότητας. Στην περίπτωση του καταπιστεύματος, ως ελέγχοντα πρόσωπα νοούνται ο ή οι καταπιστευματοπάροχοι, ο ή οι καταπιστευματοδόχοι, ο ή οι προστάτες (εφόσον υπάρχουν), ο ή οι δικαιούχοι ή κατηγορίες των δικαιούχων και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα ασκούν τον τελικό πραγματικό έλεγχο επί του καταπιστεύματος· σε περίπτωση νομικού μορφώματος που δεν είναι καταπίστευμα, ως ελέγχοντα πρόσωπα νοούνται τα πρόσωπα που βρίσκονται σε ισοδύναμες ή παρόμοιες θέσεις. Ο όρος “Ελέγχοντα Πρόσωπα” δέον όπως ερμηνεύεται κατά τρόπο συμβατό με τις συστάσεις της Ειδικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης.

7.

Ως “ΜΧΟ” νοείται οποιαδήποτε οντότητα δεν είναι Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.

8.

Ως “παθητική ΜΧΟ” νοείται: ι) ΜΧΟ που δεν είναι ενεργή ΜΧΟ· ή ii) επενδυτική οντότητα περιγραφόμενη στην ενότητα Α παράγραφος 6 στοιχείο β), η οποία δεν αποτελεί Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας.

9.

Ως “ενεργή ΜΧΟ” νοείται οποιαδήποτε ΜΧΟ πληροί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

το ποσοστό του παθητικού εισοδήματος για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος ή άλλη κατάλληλη περίοδο δήλωσης στοιχείων είναι μικρότερο του 50 % του ακαθάριστου εισοδήματος της ΜΧΟ και το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων που παράγουν παθητικό εισόδημα ή διακρατούνται για την παραγωγή παθητικού εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος ή άλλη αντίστοιχη περίοδο υποβολής στοιχείων είναι μικρότερο του 50 % των περιουσιακών στοιχείων της ΜΧΟ·

β)

οι μετοχές της ΜΧΟ αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών ή η ΜΧΟ είναι Συνδεόμενη Οντότητα οντότητας οι μετοχές της οποίας αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών·

γ)

η ΜΧΟ είναι κρατική οντότητα, διεθνής οργανισμός, κεντρική τράπεζα ή οντότητα που ανήκει εξολοκλήρου σε μία ή περισσότερες από τις εν λόγω οντότητες·

δ)

κατ' ουσίαν, όλες οι δραστηριότητες της ΜΧΟ συνίστανται στην κατοχή (εν όλω ή εν μέρει) των εν κυκλοφορία τίτλων κεφαλαίου μιας ή περισσότερων θυγατρικών με δραστηριότητες σε επιχειρηματικούς κλάδους ή τομείς διάφορους από αυτούς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ή στην παροχή χρηματοδότησης και υπηρεσιών προς αυτήν ή αυτές· στην κατηγορία αυτή δεν δύναται να υπαχθεί οντότητα η οποία λειτουργεί (ή εμφανίζεται) ως επενδυτικό κεφάλαιο, όπως για παράδειγμα ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο (“private equity fund”), εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου (“venture capital fund”) ή κεφάλαιο εξαγορών μέσω μόχλευσης (“leveraged buyout fund”), ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός επενδύσεων σκοπός του οποίου είναι να αποκτήσει ή να χρηματοδοτήσει εταιρείες και να διατηρεί στη συνέχεια δικαιώματα στις εταιρείες αυτές ως τίτλους κεφαλαίου για επενδυτικούς σκοπούς·

ε)

η ΜΧΟ δεν έχει ακόμη επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν έχει προηγούμενο ιστορικό λειτουργίας, αλλά επενδύει κεφάλαιο σε περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας διάφορης από αυτήν των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον η εν λόγω εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στην ΜΧΟ μετά την πάροδο 24 μηνών από την ημερομηνία αρχικής σύστασης της ΜΧΟ·

στ)

η ΜΧΟ δεν υπήρξε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά τα τελευταία πέντε έτη και βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία ρευστοποίησης των περιουσιακών της στοιχείων ή η ΜΧΟ αναδιοργανώνεται με σκοπό να εξακολουθήσει να δραστηριοποιείται ή να δραστηριοποιηθεί εκ νέου σε επιχειρηματικό τομέα άλλον από αυτόν του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος·

ζ)

η ΜΧΟ ασκεί κυρίως δραστηριότητες χρηματοδότησης και αντιστάθμισης κινδύνου με ή για συνδεόμενες οντότητες που δεν είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και δεν παρέχει υπηρεσίες χρηματοδότησης ή αντιστάθμισης κινδύνου σε οντότητα που δεν είναι συνδεόμενη οντότητα, εφόσον ο όμιλος οποιασδήποτε τέτοιας συνδεόμενης οντότητας δραστηριοποιείται κυρίως σε χώρο άλλο από αυτόν των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων· ή

η)

η ΜΧΟ πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί εντός της δικαιοδοσίας της κατοικίας της (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, την Ελβετία ή άλλη δικαιοδοσία) αποκλειστικά για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς· είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί εντός της δικαιοδοσίας της κατοικίας της (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, την Ελβετία ή άλλη δικαιοδοσία) και αποτελεί επαγγελματική οργάνωση, σύνδεσμο επιχειρήσεων, εμπορικό επιμελητήριο, οργάνωση εργαζομένων, οργάνωση αγροτικών ή οπωροκηπευτικών εκμεταλλεύσεων, ένωση πολιτών ή οργάνωση που λειτουργεί αποκλειστικά για την προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας·

ii)

απαλλάσσεται από φόρο εισοδήματος στη δικαιοδοσία της κατοικίας της (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, την Ελβετία ή άλλη δικαιοδοσία)·

iii)

δεν διαθέτει μετόχους ή μέλη που έχουν δικαιώματα κυριότητας ή επικαρπίας επί των εσόδων ή των περιουσιακών της στοιχείων·

iv)

η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της ΜΧΟ (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, την Ελβετία ή άλλη δικαιοδοσία) ή τα συστατικά έγγραφα της ΜΧΟ δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε διανομή εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων της ΜΧΟ σε φυσικό πρόσωπο ή μη φιλανθρωπική οντότητα ή τη χρήση των εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων προς όφελος τους, εκτός αν η διανομή ή χρήση αυτή γίνεται στα πλαίσια της άσκησης των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της ΜΧΟ ή ως πληρωμή εύλογης αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών ή ως πληρωμή τιμήματος για την πραγματική εμπορική αξία ιδιοκτησίας που αγόρασε η ΜΧΟ· και

v)

η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η ΜΧΟ (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, την Ελβετία ή άλλη δικαιοδοσία) ή τα συστατικά έγγραφα της ΜΧΟ απαιτούν, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διάλυσης της ΜΧΟ, να διανέμονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία της σε κρατική οντότητα ή σε άλλη μη κερδοσκοπική οργάνωση ή να περιέρχονται στην κυβέρνηση όπου έχει την κατοικία της η ΜΧΟ (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, την Ελβετία ή άλλη δικαιοδοσία) ή σε άλλη διοικητική υποδιαίρεση.

Ε.

Διάφορα

1.

Ως “Δικαιούχος Λογαριασμού” νοείται πρόσωπο που καταχωρίζεται ή ταυτοποιείται ως δικαιούχος χρηματοοικονομικού λογαριασμού από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που τηρεί τον λογαριασμό. Πρόσωπο, άλλο από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, που τηρεί χρηματοοικονομικό λογαριασμό προς όφελος ή για λογαριασμό άλλου προσώπου ως αντιπρόσωπος, θεματοφύλακας, εντολοδόχος, υπογράφων, σύμβουλος επενδύσεων ή ενδιάμεσος δεν λογίζεται δικαιούχος του λογαριασμού για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, δικαιούχος του λογαριασμού λογίζεται το εν λόγω άλλο πρόσωπο. Σε περίπτωση Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων, δικαιούχος του λογαριασμού είναι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα να λάβει την αξία εξαγοράς ή να αλλάξει τον δικαιούχο της σύμβασης. Αν κανείς δεν δύναται να λάβει την αξία εξαγοράς ή να αλλάξει τον δικαιούχο, δικαιούχος του λογαριασμού είναι οποιοδήποτε πρόσωπο ορίζεται στο συμβόλαιο ως κύριος και οποιοδήποτε πρόσωπο έχει κατοχυρωμένη απαίτηση για την πληρωμή σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου. Κατά τη λήξη Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων, κάθε πρόσωπο που δικαιούται να λάβει πληρωμή σύμφωνα με το συμβόλαιο είναι δικαιούχος του λογαριασμού.

2.

Ως “Διαδικασίες καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες/Γνώρισε τον πελάτη σου” (AML/KYC) νοούνται οι σχετικές με τον πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή παρόμοιες απαιτήσεις, στις οποίες υπόκειται το εν λόγω Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.

3.

Ως “Οντότητα” νοείται νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα, όπως κεφαλαιουχική εταιρεία, προσωπική εταιρεία, καταπίστευμα ή ίδρυμα.

4.

Μία Οντότητα είναι “Συνδεόμενη Οντότητα” άλλης Οντότητας αν κάποια εκ των δύο οντοτήτων ελέγχει την άλλη οντότητα, ή οι δύο οντότητες τελούν υπό κοινό έλεγχο. Για τον σκοπό αυτόν, ο έλεγχος περιλαμβάνει την άμεση ή έμμεση κυριότητα ποσοστού μεγαλύτερου του 50 % των δικαιωμάτων ψήφου και αξίας της οντότητας. κράτος μέλος ή η Ελβετία έχουν την ευχέρεια να ορίζουν Οντότητα ως “Συνδεόμενη Οντότητα” άλλης Οντότητας εάν α) οιαδήποτε από τις Οντότητες ελέγχει την άλλη εξ αυτών· β) οι δύο οντότητες τελούν υπό κοινό έλεγχο· ή γ) οι δύο οντότητες είναι επενδυτικές οντότητες περιγραφόμενες στην ενότητα Α παράγραφος 6 στοιχείο β), τελούν υπό κοινή διαχείριση και η εν λόγω διαχείριση εκπληρώνει τις υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας των εν λόγω επενδυτικών οντοτήτων. Για τον σκοπό αυτόν, ο έλεγχος περιλαμβάνει την άμεση ή έμμεση κυριότητα ποσοστού μεγαλύτερου του 50 % των δικαιωμάτων ψήφου και αξίας της οντότητας.

Πριν από τη θέση σε ισχύ του τροποποιητικού πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Ελβετία και η Ελβετία κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εάν έχουν ασκήσει το δικαίωμα επιλογής που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να συντονίσει τη διαβίβαση της κοινοποίησης από τα κράτη μέλη προς την Ελβετία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβιβάζει την κοινοποίηση από την Ελβετία σε όλα τα κράτη μέλη. Όλες οι περαιτέρω αλλαγές για την άσκηση της ευχέρειας αυτής από ένα κράτος μέλος ή την Ελβετία κοινοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο.

5.

Ως “ΑΦΜ” νοείται ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ή λειτουργικό ισοδύναμο αν δεν υπάρχει αριθμός φορολογικού μητρώου).

6.

Ως “Αποδεικτικό Έγγραφο” νοείται οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

πιστοποιητικό κατοικίας που εκδίδεται από αρμόδιο κρατικό φορέα (για παράδειγμα, από την κυβέρνηση ή οργανισμό της ή από δημοτική αρχή) της δικαιοδοσίας (του κράτους μέλους, της Ελβετίας, ή άλλης δικαιοδοσίας) όπου ισχυρίζεται ότι έχει την κατοικία του ο δικαιούχος.

β)

σε ό,τι αφορά τα φυσικά πρόσωπα, οποιοδήποτε έγκυρο έγγραφο ταυτότητας έχει εκδοθεί από αρμόδιο κρατικό φορέα (για παράδειγμα, από την κυβέρνηση ή οργανισμό της ή από δημοτική αρχή), στο οποίο περιέχεται το όνομα του προσώπου και το οποίο χρησιμοποιείται κατά κανόνα για ταυτοποίηση.

γ)

σε ό,τι αφορά τις οντότητες, οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο έχει εκδοθεί από αρμόδιο κρατικό φορέα (για παράδειγμα, από την κυβέρνηση ή οργανισμό της ή από δημοτική αρχή), στο οποίο περιέχεται η ονομασία της οντότητας και είτε η διεύθυνση του κεντρικού της γραφείου στη δικαιοδοσία (στο κράτος μέλος, την Ελβετία ή σε άλλη δικαιοδοσία) όπου ισχυρίζεται ότι έχει την κατοικία της είτε δικαιοδοσία (το κράτος μέλος, η Ελβετία ή άλλη δικαιοδοσία) στην οποία συστάθηκε ή λειτουργεί.

δ)

οποιαδήποτε ελεγμένη οικονομική κατάσταση, έκθεση τρίτου για τη φερεγγυότητα, αίτηση πτώχευσης ή έκθεση από ρυθμιστική αρχή αγοράς κινητών αξιών.

Σε ό,τι αφορά Προϋπάρχοντα Λογαριασμό Οντότητας, κάθε κράτος μέλος, ή η Ελβετία έχει την ευχέρεια να επιτρέπει στα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα να χρησιμοποιήσουν ως αποδεικτικό έγγραφο οποιαδήποτε κατάταξη έχει γίνει στα αρχεία του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος σχετικά με τον δικαιούχο του λογαριασμού βάσει τυποποιημένου συστήματος κωδικοποίησης ανά κλάδο, η οποία καταχωρίστηκε από το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα σύμφωνα με τη συνήθη επιχειρηματική πρακτική του, για σκοπούς που αφορούν τις διαδικασίες AML/KYC ή για άλλους ρυθμιστικούς σκοπούς (εκτός των φορολογικών) και η οποία εφαρμοζόταν από το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η κατάταξη του χρηματοοικονομικού λογαριασμού ως Προϋπάρχοντος Λογαριασμού, εφόσον το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν γνωρίζει ή δεν έχει λόγο να πιστεύει ότι η εν λόγω κατάταξη είναι εσφαλμένη ή αναξιόπιστη. Ως “τυποποιημένο σύστημα κωδικοποίησης ανά κλάδο” νοείται σύστημα που χρησιμοποιείται για την κατάταξη των μορφωμάτων ανά είδος επιχείρησης για σκοπούς άλλους από τους φορολογικούς.

Πριν από τη θέση σε ισχύ του τροποποιητικού πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις 27 Μαΐου 2015, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Ελβετία και η Ελβετία κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εάν έχουν ασκήσει το δικαίωμα επιλογής που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να συντονίσει τη διαβίβαση της κοινοποίησης από τα κράτη μέλη προς την Ελβετία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβιβάζει την κοινοποίηση από την Ελβετία σε όλα τα κράτη μέλη. Όλες οι περαιτέρω αλλαγές για την άσκηση της ευχέρειας αυτής από ένα κράτος μέλος ή την Ελβετία κοινοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο.

ΤΜΗΜΑ IX

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Κάθε κράτος μέλος και η Ελβετία πρέπει να διαθέτουν κανόνες και διοικητικές διαδικασίες ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή και συμμόρφωση σχετικά με τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται ανωτέρω, περιλαμβανομένων των κάτωθι:

1.

κανόνων ώστε να αποτρέπονται οι πρακτικές Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, προσώπων ή ενδιαμέσων οι οποίες αποσκοπούν στην καταστρατήγηση των διαδικασιών υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας·

2.

κανόνων που απαιτούν από τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα να τηρούν αρχεία σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και τα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται για την τήρηση των διαδικασιών υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας, καθώς και να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόσβαση στα αρχεία αυτά·

3.

διοικητικών διαδικασιών ώστε να εξακριβώνεται η συμμόρφωση των Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων προς τις διαδικασίες δήλωσης στοιχείων και δέουσας επιμέλειας· διοικητικών διαδικασιών για τις επακόλουθες ενέργειες στο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, όταν δηλώνονται λογαριασμοί χωρίς τεκμηρίωση·

4.

διοικητικών διαδικασιών ώστε να διασφαλίζεται ότι εξακολουθεί να είναι μικρός ο κίνδυνος χρήσης των οντοτήτων και των λογαριασμών που ορίζονται στο εσωτερικό δίκαιο ως μη Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και εξαιρούμενοι λογαριασμοί για σκοπούς φοροδιαφυγής· και

5.

αποτελεσματικών διατάξεων επιβολής των κανόνων για την αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Συμπληρωματικοί κανόνες δήλωσης στοιχείων και δέουσας επιμέλειας όσον αφορά πληροφορίες επί χρηματοοικονομικών λογαριασμών

1.   Αλλαγή των περιστάσεων

Ως “αλλαγή των περιστάσεων” νοείται οποιαδήποτε μεταβολή η οποία έχει ως αποτέλεσμα την προσθήκη πληροφοριών σχετικών με το καθεστώς ενός προσώπου ή έρχεται σε αντίθεση με το καθεστώς αυτό με άλλον τρόπο. Επιπροσθέτως, ως αλλαγή των περιστάσεων νοείται οποιαδήποτε μεταβολή ή προσθήκη πληροφοριών στον Λογαριασμό του Δικαιούχου (περιλαμβανομένης της προσθήκης, της υποκατάστασης ή άλλης μεταβολής σχετικά με τον Δικαιούχο του Λογαριασμού) ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή ή προσθήκη πληροφοριών σε οποιοδήποτε λογαριασμό συνδέεται με τον εν λόγω λογαριασμό (εφαρμοζομένων των κανόνων περί άθροισης λογαριασμών που περιγράφονται στο παράρτημα I τμήμα VII ενότητα Γ παράγραφοι 1 έως 3), εάν η εν λόγω μεταβολή ή προσθήκη πληροφοριών επηρεάζει το καθεστώς του Δικαιούχου του Λογαριασμού.

Εάν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα έχει βασιστεί στην εξέταση αναφορικά με τη διεύθυνση κατοικίας, η οποία περιγράφεται στο παράρτημα I τμήμα III ενότητα Β παράγραφος 1 και επέλθει αλλαγή των περιστάσεων λόγω της οποίας το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα λαμβάνει γνώση ή έχει λόγο να πιστεύει ότι το αρχικό αποδεικτικό έγγραφο (ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο) είναι ανακριβές ή αναξιόπιστο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει, μέχρι τη μεταγενέστερη μεταξύ της τελευταίας ημέρας του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης ενδεδειγμένης περιόδου υποβολής στοιχείων ή των 90 ημερολογιακών ημερών μετά τη γνωστοποίηση ή την ανακάλυψη της εν λόγω αλλαγής των περιστάσεων να έχει στην κατοχή του αυτοπιστοποίηση και νέο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο για τη βεβαίωση της ή των φορολογικών κατοικιών του Δικαιούχου του Λογαριασμού. Εάν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα αδυνατεί να λάβει την αυτοπιστοποίηση και το νέο αποδεικτικό έγγραφο μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, πρέπει να εφαρμόσει τη διαδικασία έρευνας σε ηλεκτρονικό αρχείο που περιγράφεται στο παράρτημα I τμήμα III ενότητα Β παράγραφοι 2 έως 6.

2.   Αυτοπιστοποίηση για Νέους Λογαριασμούς Οντοτήτων

Σε ό,τι αφορά τους Νέους Λογαριασμούς Οντοτήτων, προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον το ελέγχον πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δύναται να βασίζεται σε αυτοπιστοποίηση μόνον από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή το Ελέγχον Πρόσωπο.

3.   Κατοικία Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος

Το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα έχει την “κατοικία” του σε κράτος μέλος, στην Ελβετία ή σε άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία εάν υπόκειται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας (δηλαδή η Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία δύναται να επιβάλει την υποβολή στοιχείων από το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα). Γενικώς, όταν το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα έχει τη φορολογική του κατοικία σε κράτος μέλος, στην Ελβετία ή σε άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία, υπόκειται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας και αποτελεί, ως εκ τούτου, Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κράτους μέλους, Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα της Ελβετίας ή Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας. Στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα (ανεξαρτήτως του αν έχει τη φορολογική του κατοικία σε κράτος μέλος, στην Ελβετία ή σε άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία), το καταπίστευμα θεωρείται ότι υπόκειται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας εάν ένας ή περισσότεροι από τους καταπιστευματοδόχους έχουν την κατοικία τους στο εν λόγω κράτος μέλος, στην Ελβετία ή σε άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία, εκτός εάν το καταπίστευμα δηλώνει σε άλλο κράτος μέλος όλες τις πληροφορίες που απαιτείται να δηλωθούν βάσει της παρούσας συμφωνίας ή άλλης συμφωνίας περί εφαρμογής του Παγκόσμιου Προτύπου σχετικά με τους Δηλωτέους Λογαριασμούς που τηρούνται από το καταπίστευμα σε άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία (κράτος μέλος, Ελβετία ή άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία), επειδή έχει τη φορολογική του κατοικία στην εν λόγω άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία. Εντούτοις, όταν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα (εκτός από καταπίστευμα) δεν έχει φορολογική κατοικία (για παράδειγμα επειδή λογίζεται φορολογικώς διαφανές ή ευρίσκεται σε δικαιοδοσία που δεν επιβάλλει φόρο εισοδήματος), θεωρείται ότι υπόκειται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας και αποτελεί, ως εκ τούτου, Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας εάν:

α)

έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους, της Ελβετίας ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας·

β)

έχει τον τόπο άσκησης της διοίκησής του (περιλαμβανομένης της πραγματικής διοίκησης) στο κράτος μέλος, την Ελβετία ή άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία ή

γ)

υπόκειται σε χρηματοοικονομική εποπτεία στο κράτος μέλος, στην Ελβετία ή άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία.

Όταν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα (εκτός από καταπίστευμα) έχει κατοικία σε δύο ή περισσότερες Συμμετέχουσες Δικαιοδοσίες (κράτος μέλος, Ελβετία ή άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία), το εν λόγω Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα θα υπόκειται στις υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας της Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας στην οποία τηρεί τον ή τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς.

4.   Τηρούμενος λογαριασμός

Γενικώς, θεωρείται ότι το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που τηρεί τον λογαριασμό είναι το εξής:

α)

σε περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής, το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που είναι ο θεματοφύλακας των περιουσιακών στοιχείων του λογαριασμού (συμπεριλαμβανομένου του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος που τηρεί στο όνομά του στο εν λόγω Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα περιουσιακά στοιχεία για Δικαιούχο του Λογαριασμού).

β)

σε περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που υποχρεούται να πραγματοποιεί πληρωμές σχετικά με τον λογαριασμό (με την εξαίρεση του αντιπροσώπου του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος ανεξαρτήτως του αν ο εν λόγω αντιπρόσωπος είναι Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα).

γ)

σε περίπτωση δικαιώματος επί του μετοχικού κεφαλαίου ή του χρέους Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος, το οποίο τηρείται υπό τη μορφή χρηματοοικονομικού λογαριασμού, το εν λόγω Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.

δ)

σε περίπτωση Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων, το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που υποχρεούται να πραγματοποιεί πληρωμές σχετικά με το συμβόλαιο.

5.   Καταπιστεύματα που είναι παθητικές ΜΧΟ

Οντότητες όπως προσωπικές εταιρείες, ετερόρρυθμες εταιρείες ή παρόμοια νομικά μορφώματα τα οποία δεν έχουν φορολογική κατοικία λογίζονται ως έχοντα την κατοικία τους στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησής τους, σύμφωνα με το παράρτημα I τμήμα VIII ενότητα Δ παράγραφος 3. Για τους σκοπούς αυτούς, νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα λογίζεται “παρόμοιο” με προσωπική και με ετερόρρυθμη εταιρεία όταν δεν αντιμετωπίζεται ως φορολογητέα μονάδα σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία της εν λόγω οντότητας. Εντούτοις, προκειμένου να αποτραπεί διπλή υποβολή στοιχείων (δεδομένης της ευρύτητας του πεδίου που καλύπτει ο όρος “Ελέγχοντα Πρόσωπα” στην περίπτωση των καταπιστευμάτων), καταπίστευμα που δεν είναι παθητική ΜΧΟ δεν θεωρείται παρόμοιο νομικό μόρφωμα.

6.   Διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας

Μία από τις απαιτήσεις που περιγράφεται στο παράρτημα I τμήμα VIII ενότητα Ε παράγραφος 6 στοιχείο γ) είναι, σε σχέση με Οντότητα, να περιλαμβάνεται στα επίσημα έγγραφα είτε η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας στο κράτος μέλος, την Ελβετία ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου ισχυρίζεται ότι έχει την κατοικία της, είτε το κράτος μέλος, η Ελβετία ή άλλη δικαιοδοσία όπου η οντότητα συστάθηκε ή οργανώθηκε. Η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας είναι συνήθως ο τόπος όπου ασκείται η πραγματική διοίκησή της. Η διεύθυνση του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος στο οποίο η Οντότητα διατηρεί λογαριασμό, η ταχυδρομική θυρίδα ή η διεύθυνση που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αλληλογραφία δεν είναι η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας, εκτός αν η εν λόγω διεύθυνση είναι η μόνη διεύθυνση που χρησιμοποιεί η Οντότητα και εμφανίζεται ως η καταχωρισμένη διεύθυνση της Οντότητας στα συστατικά της έγγραφα. Περαιτέρω, διεύθυνση, η οποία παρέχεται με οδηγίες να κρατηθεί όλη η αλληλογραφία που απευθύνεται σε αυτήν τη διεύθυνση, δεν είναι η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Κατάλογος αρμόδιων αρχών των συμβαλλομένων μερών

Οι Αρμόδιες Αρχές για την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας είναι:

α)

στην Ελβετία, Le chef du Département fédéral des finances ou son représentant autorisé/Der Vorsteher oder die Vorsteherin des Eidgenössischen Finanzdepartements oder die zu seiner oder ihrer Vertretung bevollmächtigte Person/Il capo del Dipartimento federale delle finanze o la persona autorizzata a rappresentarlo,

β)

στο Βασίλειο του Βελγίου: De Minister van Financiën/Le Ministre des Finances ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

γ)

στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας: Изпълнителният директор на Националната агенция за приходите ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

δ)

στην Τσεχική Δημοκρατία: Ministr financí ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

ε)

στο Βασίλειο της Δανίας: Skatteministeren ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

στ)

στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: Der Bundesminister der Finanzen ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

ζ)

στη Δημοκρατία της Εσθονίας: Rahandusminister ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

η)

στην Ελληνική Δημοκρατία: Ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

θ)

Στο Βασίλειο της Ισπανίας: El Ministro de Economía y Hacienda ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

ι)

στη Γαλλική Δημοκρατία: Le Ministre chargé du budget ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

ια)

στη Δημοκρατία της Κροατίας: Ministar financija ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος

ιβ)

στην Ιρλανδία: The Revenue Commissioners ή εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποί τους,

ιγ)

στην Ιταλική Δημοκρατία: Il Capo del Dipartimento per le Politiche Fiscali ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

ιδ)

στην Κυπριακή Δημοκρατία: Ο υπουργός Οικονομικών ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

ιε)

στη Δημοκρατία της Λετονίας: Finanšu ministrs ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

ιστ)

στη Δημοκρατία της Λιθουανίας: Finansų ministras ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

ιζ)

στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: Le Ministre des Finances ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

ιη)

στην Ουγγαρία: A pénzügyminiszter ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

ιθ)

στη Δημοκρατία της Μάλτας: Il-Ministru responsabbli għall-Finanzi ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

κ)

στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών: De Minister van Financiën ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

κα)

στη Δημοκρατία της Αυστρίας: Der Bundesminister für Finanzen ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

κβ)

στη Δημοκρατία της Πολωνίας: Minister Finansów ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

κγ)

στη Δημοκρατία της Πορτογαλίας: O Ministro das Finanças ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

κδ)

στη Ρουμανία: Președintele Agenției Naționale de Administrare Fiscală ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

κε)

στη Δημοκρατία της Σλοβενίας, Minister za financií ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

κστ)

στη Σλοβακική Δημοκρατία: Minister finance ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

αα)

στη Δημοκρατία της Φινλανδίας: Valtiovarainministeriö/Finansministeriet ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

αβ)

στο Βασίλειο της Σουηδίας: Chefen för Finansdepartementet ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,

αγ)

στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και στα ευρωπαϊκά εδάφη για τις εξωτερικές σχέσεις των οποίων είναι υπεύθυνο το Ηνωμένο Βασίλειο: the Commissioners of Inland Revenue ή οι εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποί τους και η αρμόδια αρχή του Γιβραλτάρ, την οποία θα ορίσει το Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με τις συμφωνηθείσες ρυθμίσεις σχετικά με τις αρχές του Γιβραλτάρ στο πλαίσιο των μέσων της ΕΕ και της ΕΚ και των σχετικών συνθηκών που κοινοποιήθηκαν στα κράτη μέλη και στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 19 Απριλίου 2000, αντίγραφο των οποίων κοινοποιείται στην Ελβετία από τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που ισχύουν για την παρούσα συμφωνία.

».

Άρθρο 2

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.   Το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο απαιτεί κύρωση ή έγκριση από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις οικίες διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των διαδικασιών αυτών. Το τροποποιητικό πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου που ακολουθεί την τελική κοινοποίηση.

2.   Όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος, η ανταλλαγή πληροφοριών που προβλέπεται στο παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο εφαρμόζεται σε αιτήσεις που υποβάλλονται κατά ή μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του για πληροφορίες που έχουν σχέση με τα οικονομικά έτη που αρχίζουν την ή μετά από την πρώτη μέρα του Ιανουαρίου του έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού πρωτοκόλλου. Το άρθρο 10 της συμφωνίας με τη μορφή πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο συνεχίζει να εφαρμόζεται, εκτός εάν εφαρμόζεται το άρθρο 5 της συμφωνίας όπως τροποποιήθηκε με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο.

3.   Οι απαιτήσεις φυσικών προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 9 της συμφωνίας, υπό τη μορφή πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο δεν θίγονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού πρωτοκόλλου.

4.   Η Ελβετία καταρτίζει λογαριασμό κλεισίματος στο τέλος της περιόδου εφαρμογής της συμφωνίας υπό τη μορφή πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο, πραγματοποιεί τελική πληρωμή στα κράτη μέλη και γνωστοποιεί τις πληροφορίες, που έλαβε από οργανισμούς πληρωμής που είναι εγκατεστημένοι στην Ελβετία, σύμφωνα με το άρθρο 2 της συμφωνίας, υπό τη μορφή πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο για το τελευταίο έτος εφαρμογής της συμφωνίας, πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο, ή οποιοδήποτε προηγούμενο έτος, ανάλογα με την περίπτωση.

Άρθρο 3

Η συμφωνία συμπληρώνεται από πρωτόκολλο με το ακόλουθο περιεχόμενο:

«Πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών περί χρηματοοικονομικών λογαριασμών για τη βελτίωση της διεθνούς φορολογικής συμμόρφωσης.

Με την ευκαιρία της υπογραφής του παρόντος τροποποιητικού πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, οι δεόντως εξουσιοδοτημένοι υπογράφοντες συμφώνησαν τις ακόλουθες διατάξεις που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας όπως τροποποιήθηκε με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο:

1.

Εξυπακούεται ότι η ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 5 της παρούσας συμφωνίας θα ζητηθεί μόνον εφόσον το αιτούν κράτος (το κράτος μέλος ή η Ελβετία) έχει εξαντλήσει όλες τις τακτικές πηγές πληροφοριών που είναι διαθέσιμες στο πλαίσιο της εσωτερικής φορολογικής διαδικασίας.

2.

Εξυπακούεται ότι η Αρμόδια Αρχή του αιτούντος κράτους μέλους (κράτος μέλος ή η Ελβετία) παρέχει τις ακόλουθες πληροφορίες στην Αρμόδια Αρχή του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση (που είναι, αντιστοίχως, η Ελβετία ή ένα κράτος μέλος) κατά την υποβολή αιτήματος παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 5 της παρούσας συμφωνίας:

i)

τα στοιχεία ταυτότητος του προσώπου που αποτελεί αντικείμενο εξέτασης ή έρευνας·

ii)

η χρονική περίοδος για την οποία ζητούνται οι πληροφορίες·

iii)

διευκρινίσεις σχετικά με τις ζητούμενες πληροφορίες καθώς και το είδος και τη μορφή υπό την οποία το αιτούν κράτος επιθυμεί να λάβει τις πληροφορίες από το κράτος στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα·

iv)

τον φορολογικό σκοπό για τον οποίο ζητούνται οι πληροφορίες·

v)

εφόσον είναι γνωστά, το όνομα και η διεύθυνση κάθε προσώπου που εικάζεται ότι έχει στην κατοχή του τις αιτούμενες πληροφορίες·

3.

Εξυπακούεται ότι η αναφορά στο πρότυπο της “προβλέψιμης συνάφειας” αποβλέπει σε πρόβλεψη ανταλλαγής πληροφοριών βάσει του άρθρου 5 της παρούσας συμφωνίας στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό και, ταυτόχρονα, σε διευκρίνιση ότι τα κράτη μέλη και η Ελβετία δεν είναι ελεύθερα να πραγματοποιούν “αλίευση πληροφοριών” ή να ζητούν πληροφορίες που είναι απίθανο να αφορούν φορολογικές υποθέσεις ενός συγκεκριμένου φορολογούμενου. Ενώ η παράγραφος 2 περιέχει σημαντικές διαδικαστικές υποχρεώσεις με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι δεν πραγματοποιούνται επιδρομές αλίευσης, οι ρήτρες i) έως v) της παραγράφου 2, ωστόσο, δεν πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπον ώστε να παρεμποδίζεται η αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών. Το πρότυπο της “προβλέψιμης συνάφειας” μπορεί να επιτευχθεί τόσο σε υποθέσεις που σχετίζονται με έναν φορολογούμενο (αν η ταυτότητα προσδιορίζεται ονομαστικώς ή με άλλο τρόπο) ή περισσότερους (αν οι φορολογούμενοι προσδιορίζονται ονομαστικώς ή με άλλο τρόπο).

4.

Εξυπακούεται ότι η παρούσα συμφωνία δεν περιλαμβάνει την ανταλλαγή πληροφοριών αυθόρμητα.

5.

Εξυπακούεται ότι στην περίπτωση ανταλλαγής πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας συμφωνίας, οι διοικητικοί διαδικαστικοί κανόνες όσον αφορά τα δικαιώματα των φορολογούμενων που προβλέπονται στο κράτος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση (κράτος μέλος ή η Ελβετία) εξακολουθούν να ισχύουν. Εξυπακούεται περαιτέρω ότι με τις διατάξεις αυτές επιδιώκεται η εγγύηση δίκαιης διαδικασίας έναντι του φορολογουμένου και όχι ότι παρεμποδίζεται ή καθυστερεί αδικαιολόγητα η διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών.»

Άρθρο 4

Γλώσσες

Το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο συντάσσεται σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτεζική, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα. Τα κείμενα σε όλες τις γλώσσες είναι εξίσου αυθεντικά.

ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι κάτωθι πληρεξούσιοι έθεσαν την υπογραφή τους.

Съставено в Брюксел на двадесет и седми май две хиляди и петнадесета година.

Hecho en Bruselas, el veintisiete de mayo de dos mil quince.

V Bruselu dne dvacátého sedmého května dva tisíce patnáct.

Udfærdiget i Bruxelles den syvogtyvende maj to tusind og femten.

Geschehen zu Brüssel am siebenundzwanzigsten Mai zweitausendfünfzehn.

Kahe tuhande viieteistkümnenda aasta maikuu kahekümne seitsmendal päeval Brüsselis.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις είκοσι εφτά Μαΐου δύο χιλιάδες δεκαπέντε.

Done at Brussels on the twenty-seventh day of May in the year two thousand and fifteen.

Fait à Bruxelles, le vingt-sept mai deux mille quinze.

Sastavljeno u Bruxellesu dvadeset sedmog svibnja dvije tisuće petnaeste.

Fatto a Bruxelles, addì ventisette maggio duemilaquindici.

Briselē, divi tūkstoši piecpadsmitā gada divdesmit septītajā maijā.

Priimta du tūkstančiai penkioliktų metų gegužės dvidešimt septintą dieną Briuselyje.

Kelt Brüsszelben, a kétezer-tizenötödik év május havának huszonhetedik napján.

Magħmul fi Brussell, fis-sebgħa u għoxrin jum ta’ Mejju tas-sena elfejn u ħmistax.

Gedaan te Brussel, de zevenentwintigste mei tweeduizend vijftien.

Sporządzono w Brukseli dnia dwudziestego siódmego maja roku dwa tysiące piętnastego.

Feito em Bruxelas, em vinte e sete de maio de dois mil e quinze.

Întocmit la Bruxelles la douăzeci și șapte mai două mii cincisprezece.

V Bruseli dvadsiateho siedmeho mája dvetisícpätnásť.

V Bruslju, dne sedemindvajsetega maja leta dva tisoč petnajst.

Tehty Brysselissä kahdentenakymmenentenäseitsemäntenä päivänä toukokuuta vuonna kaksituhattaviisitoista.

Som skedde i Bryssel den tjugosjunde maj tjugohundrafemton.

За Европейския съюз

Рог la Unión Europea

Za Evropskou unii

For Den Europæiske Union

Für die Europäische Union

Euroopa Liidu nimel

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση

For the European Union

Pour l'Union européenne

Za Europsku uniju

Per l'Unione europea

Eiropas Savienības vārdā –

Europos Sąjungos vardu

Az Európai Unió részéről

Għall-Unjoni Ewropea

Voor de Europese Unie

W imieniu Unii Europejskiej

Pela União Europeia

Pentru Uniunea Europeană

Za Európsku úniu

Za Evropsko unijo

Euroopan unionin puolesta

För Europeiska unionen

Image

За Конфедерация Швейцария

Por la Confederación Suiza

Za Švýcarskou konfederaci

For Det Schweiziske Forbund

Für die Schweizerische Eidgenossenschaft

Šveitsi Konföderatsiooni nimel

Για την Ελβετική Συνομοσπονδία

For the Swiss Confederation

Pour la Confédération suisse

Za Švicarsku Konfederaciju

Per la Confederazione svizzera

Šveices Konfederācijas vārdā –

Šveicarijos Konfederacijos vardu

A Svájci Államszövetség részéről

Għall-Konfederazzjoni Żvizzera

Voor de Zwitserse Bondsstaat

W imieniu Konfederacji Szwajcarskiej

Pela Confederação Suíça

Pentru Confederația Elvețiană

Za Švajčiarsku konfederáciu

Za Švicarsko konfederacijo

Sveitsin valaliiton puolesta

För Schweiziska edsförbundet

Image


(1)  ΕΕ L 157 της 26.6.2003, σ. 38.

(2)  ΕΕ L 64 της 11.3.2011, σ. 1.

(3)  Για την Ελβετία, ο όρος “limited company” περιλαμβάνει:

société anonyme / Aktiengesellschaft/società anonima·

société à responsabilité limitée / Gesellschaft mit beschränkter Haftung / società a responsabilità limitata·

société en commandite par actions / Kommanditaktiengesellschaft / società in accomandita per azioni.


ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ

Τα συμβαλλόμενα μέρη δηλώνουν ότι αναμένουν ότι οι συνταγματικές απαιτήσεις της Ελβετίας και οι απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά τη σύναψη διεθνών συμφωνιών θα εκπληρωθούν εγκαίρως ώστε να καταστεί δυνατή η έναρξη ισχύος του τροποποιητικού πρωτοκόλλου την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου 2017. Θα λάβουν όλα τα διαθέσιμα μέτρα για την επίτευξη αυτού του στόχου.

ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν, σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας και των παραρτημάτων, ότι τα σχόλια στο Υπόδειγμα συμφωνίας αρμόδιων αρχών και το Κοινό Πρότυπο Αναφοράς του ΟΟΣΑ θα πρέπει να αποτελούν πηγή παραδειγμάτων ή ερμηνειών προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέπεια της εφαρμογής.

ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 5 ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 5 σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος, ότι το σχόλιο για το άρθρο 26 του υποδείγματος φορολογικής σύμβασης του ΟΟΣΑ σχετικά με το εισόδημα και το κεφάλαιο θα πρέπει να αποτελεί πηγή ερμηνείας.

ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΤΜΗΜΑ III (Α) ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ I ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι θα εξετάσουν την πρακτική συνάφεια του τμήματος III (Α) του παραρτήματος I που προβλέπει ότι προϋπάρχοντα Ασφαλιστήρια Συμβόλαια με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαια Περιοδικών Προσόδων δεν είναι απαραίτητο να επανεξεταστούν, να ταυτοποιηθούν ή να δηλωθούν, εφόσον το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εμποδίζεται ουσιαστικά από τη νομοθεσία να πωλεί τέτοιου είδους συμβάσεις σε κατοίκους Δηλωτέας Δικαιοδοσίας.

Τα συμβαλλόμενα μέρη ερμηνεύουν από κοινού ότι στο τμήμα III (Α) του παραρτήματος I το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εμποδίζεται ουσιαστικά από τη νομοθεσία να πωλεί Ασφαλιστήρια Συμβόλαια με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαια Περιοδικών Προσόδων σε κατοίκους Δηλωτέας Δικαιοδοσίας μόνον εφόσον το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών ή το ελβετικό δίκαιο που διέπει το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα με έδρα σε Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία (είτε είναι κράτος μέλος είτε η Ελβετία) όχι μόνο αποτρέπει ουσιαστικά το εν λόγω Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εκ του νόμου να πωλεί Ασφαλιστήρια Συμβόλαια με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαια Περιοδικών Προσόδων σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία (αντιστοίχως, η Ελβετία ή ένα κράτος μέλος), αλλά τα εν λόγω δίκαια αποτρέπουν επίσης ουσιαστικά διά νόμου το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα να πωλεί Ασφαλιστήρια Συμβόλαια με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαια Περιοδικών Προσόδων σε κατοίκους της εν λόγω Δηλωτέας Δικαιοδοσίας σε οποιεσδήποτε άλλες περιστάσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, κάθε κράτος μέλος θα ενημερώσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της θα ενημερώσει την Ελβετία, σε περίπτωση που Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα στην Ελβετία αποτρέπονται εκ του νόμου να πωλούν τις εν λόγω συμβάσεις, ανεξάρτητα από τον τόπο οριστικοποίησής τους, στους κατοίκους της ημεδαπής με βάση το ισχύον δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το εθνικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους. Αναλόγως, η Ελβετία θα ενημερώσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της θα ενημερώσει τα κράτη μέλη, στην περίπτωση που Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη αποτρέπονται εκ του νόμου να πωλούν τις εν λόγω συμβάσεις, ανεξάρτητα από τον τόπο οριστικοποίησής τους, σε Ελβετούς κατοίκους με βάση το ελβετικό δίκαιο. Οι εν λόγω κοινοποιήσεις θα πραγματοποιούνται πριν από την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού πρωτοκόλλου σχετικά με την προβλεπόμενη νομική κατάσταση από την έναρξη ισχύος. Ελλείψει τοιαύτης κοινοποίησης θα θεωρείται ότι τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα δεν αποτρέπονται ουσιαστικά από το δίκαιο Δηλωτέας Δικαιοδοσίας σε μία ή περισσότερες περιπτώσεις από την πώληση Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίων Περιοδικών Προσόδων σε κατοίκους της συγκεκριμένης Δηλωτέας Δικαιοδοσίας. Εφόσον το δίκαιο της δικαιοδοσίας του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος επίσης δεν αποτρέπει ουσιαστικά τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα να πωλούν Ασφαλιστήρια Συμβόλαια με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαια Περιοδικών Προσόδων σε κατοίκους της Δηλωτέας Δικαιοδοσίας, το τμήμα III (Α) του παραρτήματος I δεν εφαρμόζεται στα σχετικά Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και συμβάσεις.

ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Η ελβετική αντιπροσωπεία ενημέρωσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι η Ελβετία δεν θα ανταλλάσσει πληροφορίες σε σχέση με αίτημα που βασίζεται σε στοιχεία τα οποία αποκτήθηκαν παράνομα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έλαβε υπόψη τη θέση της Ελβετίας.


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

19.12.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 333/50


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/2401 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 2ας Οκτωβρίου 2015

όσον αφορά το περιεχόμενο και τη λειτουργία του μητρώου για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (EE, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2014, σχετικά με το καθεστώς και τη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και των ευρωπαϊκών πολιτικών ιδρυμάτων (1), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 2 και το άρθρο 8 παράγραφος 3 στοιχείο α),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014 ορίζει ότι η Αρχή για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα (εφεξής «η Αρχή») συστήνει και διαχειρίζεται μητρώο για τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα (εφεξής «το μητρώο»).

(2)

Το μητρώο πρέπει να είναι το αποθετήριο των δεδομένων, των στοιχείων και των εγγράφων που υποβάλλονται με τις αιτήσεις για καταχώριση ως ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα ή ευρωπαϊκό πολιτικό ίδρυμα, καθώς και κάθε τυχόν μεταγενέστερων δεδομένων, στοιχείων και εγγράφων που υποβάλλονται από ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα ή ευρωπαϊκό πολιτικό ίδρυμα σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό.

(3)

Η Αρχή πρέπει να λαμβάνει τις πληροφορίες και τα έγγραφα τεκμηρίωσης που απαιτούνται προκειμένου εκτελεί τα καθήκοντά της σχετικά με το μητρώο.

(4)

Το μητρώο πρέπει να παρέχει δημόσια υπηρεσία για λόγους διαφάνειας, λογοδοσίας και ασφάλειας δικαίου. Για τον λόγο αυτό, η Αρχή πρέπει να χρησιμοποιεί το μητρώο κατά τρόπο που θα παρέχεται κατάλληλη πρόσβαση και επικύρωση των πληροφοριών που περιλαμβάνονται σε αυτό, ενώ παράλληλα θα τηρεί τις υποχρεώσεις της για προστασία των δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014, μεταξύ άλλων κατά την άσκηση του ρόλου της ως υπευθύνου επεξεργασίας δεδομένων που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2).

(5)

Η Αρχή πρέπει να παρέχει το τυποποιημένο απόσπασμα από το μητρώο το οποίο περιέχει τις πληροφορίες που ορίζει ο εκτελεστικός κανονισμός που εξέδωσε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014.

(6)

Πρέπει να εναπόκειται στην Αρχή να καθορίσει τις λειτουργικές λεπτομέρειες, οι οποίες πρέπει να παραμένουν αναλογικές.

(7)

Το μητρώο πρέπει να διακρίνεται από τον ιστότοπο που έχει δημιουργηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014, ωστόσο, ορισμένα από τα έγγραφα που αποθηκεύονται στο μητρώο πρέπει να δημοσιοποιούνται στον εν λόγω δικτυακό τόπο,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Περιεχόμενο του μητρώου

1.   Όσον αφορά τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα, το μητρώο περιλαμβάνει τα ακόλουθα έγγραφα, καθώς και τις επικαιροποιήσεις τους, εφόσον υπάρχουν:

α)

το καταστατικό, καθώς και όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρα 4 και 5 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014, και τις τυχόν τροποποιήσεις τους·

β)

την τυποποιημένη δήλωση που προσαρτάται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014, δεόντως συμπληρωμένη και υπογεγραμμένη·

γ)

όπου χρειάζεται, επιπλέον του καταστατικού, λεπτομερή περιγραφή της οικονομικής, διοικητικής και διαχειριστικής δομής του ευρωπαϊκού πολιτικού κόμματος και του ιδρύματος που συνδέεται με αυτό, εάν υπάρχει, που να αποδεικνύει σαφή διαχωρισμό μεταξύ των δύο οντοτήτων·

δ)

εφόσον απαιτείται από το κράτος μέλος στο οποίο ο αιτών έχει την έδρα του, δήλωση που εκδίδει το εν λόγω κράτος μέλος, η οποία πιστοποιεί ότι ο αιτών έχει συμμορφωθεί προς όλες τις σχετικές εθνικές απαιτήσεις για την αίτηση και ότι το καταστατικό του συνάδει με τυχόν εφαρμοστέες διατάξεις του εθνικού δικαίου·

ε)

τα έγγραφα και την αλληλογραφία που προέρχεται από τις αρχές των κρατών μελών όσον αφορά τα έγγραφα ή τις πληροφορίες που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.   Όσον αφορά τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα, το μητρώο περιέχει τα ακόλουθα έγγραφα, επιπλέον των εγγράφων που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

την αίτηση καταχώρισης ως ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα, δεόντως υπογεγραμμένη από τον πρόεδρο ή τον προεδρεύοντα της αιτούσας οντότητας·

β)

αντίγραφο των επίσημων αποτελεσμάτων των τελευταίων εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης καταχώρισης και, μόλις το ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα καταχωρισθεί, αντίγραφο των επίσημων αποτελεσμάτων μετά από κάθε εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

γ)

στην περίπτωση φυσικών προσώπων που συγκροτούν ένα ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα, δήλωση υπογεγραμμένη από τουλάχιστον επτά πρόσωπα από διαφορετικά κράτη μέλη που κατέχουν αιρετά αξιώματα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή σε εθνικά ή περιφερειακά κοινοβούλια ή συνελεύσεις, με την οποία επιβεβαιώνεται η πρόθεση τους να συμμετάσχουν στο οικείο ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα· πρέπει επίσης να περιλαμβάνονται οι τροποποιήσεις που προκύπτουν από το αποτέλεσμα των εκλογών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή των εθνικών ή περιφερειακών εκλογών ή ως αποτέλεσμα αλλαγών του μέλους, ή και τα δύο·

δ)

στην περίπτωση που υποβάλλει αίτηση πολιτικό κόμμα το οποίο δεν έχει ακόμη συμμετάσχει στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποδεικτικά έγγραφα για τη δημόσια εκφρασμένη πρόθεσή του να λάβει μέρος στις επόμενες εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με ένδειξη των εθνικών ή περιφερειακών πολιτικών κομμάτων τα οποία συνδέονται με αυτό, ή και τα δύο, και τα οποία σχεδιάζουν να προτείνουν υποψηφίους στις εκλογές·

ε)

τον ισχύοντα κατάλογο των κομμάτων-μελών, συνημμένο στο καταστατικό, στον οποίο αναφέρεται για κάθε κόμμα-μέλος η πλήρης επωνυμία, το ακρωνύμιο, το είδος της συμμετοχής και το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα του.

3.   Όσον αφορά τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα, το μητρώο περιλαμβάνει τα ακόλουθα έγγραφα, επιπλέον των εγγράφων που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

την αίτηση καταχώρισης ως ευρωπαϊκό πολιτικό ίδρυμα, δεόντως υπογεγραμμένη από τον πρόεδρο ή τον προεδρεύοντα της αιτούσας οντότητας και από τον πρόεδρο ή τον προεδρεύοντα του ευρωπαϊκού πολιτικού κόμματος με το οποίο συνδέεται το πολιτικό ίδρυμα που υποβάλλει αίτηση καταχώρισης·

β)

τον κατάλογο των μελών του διοικητικού συμβουλίου, με αναφορά της ιθαγένειας κάθε μέλους·

γ)

τον ισχύοντα κατάλογο των οργανώσεων-μελών, στον οποίο αναφέρεται για κάθε οργάνωση-μέλος η πλήρης επωνυμία, το ακρωνύμιο, το είδος συμμετοχής και το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα του.

4.   Οι ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με κάθε καταχωρισμένο στο μητρώο ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα και ευρωπαϊκό πολιτικό ίδρυμα επικαιροποιούνται στο μητρώο:

α)

το είδος της οντότητας (ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα ή ευρωπαϊκό πολιτικό ίδρυμα)·

β)

ο αριθμός καταχώρισης που χορηγείται από την Αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του εκτελεστικού κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με τις λεπτομερείς διατάξεις για το σύστημα αριθμητικής καταχώρισης που ισχύουν για το μητρώο των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και των ευρωπαϊκών πολιτικών ιδρυμάτων και τις πληροφορίες που παρέχονται από τα τυποποιημένα αποσπάσματα του μητρώου·

γ)

η πλήρης επωνυμία, το ακρωνύμιο και το λογότυπο·

δ)

το κράτος μέλος στο οποίο το ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα ή το ευρωπαϊκό πολιτικό ίδρυμα έχει την έδρα του·

ε)

στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το κράτος μέλος της έδρας προβλέπει παράλληλη καταχώριση, η επωνυμία, η διεύθυνση και ο ιστότοπος, εφόσον υπάρχουν, της οικείας αρχής καταχώρισης·

στ)

η διεύθυνση της έδρας, η ταχυδρομική διεύθυνση, εάν διαφέρει, η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ο δικτυακός τόπος, εάν υπάρχουν·

ζ)

η ημερομηνία καταχώρισης ως ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα ή ευρωπαϊκό πολιτικό ίδρυμα και, κατά περίπτωση, η ημερομηνία διαγραφής·

η)

εάν το ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα ή το ευρωπαϊκό πολιτικό ίδρυμα δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα μετατροπής από μια οντότητα που είναι καταχωρισμένη σε κράτος μέλος, η πλήρης επωνυμία και το νομικό καθεστώς της εν λόγω οντότητας, συμπεριλαμβανομένου του τυχόν εθνικού αριθμού καταχώρισης·

θ)

η ημερομηνία έγκρισης του καταστατικού, καθώς και τυχόν τροποποιήσεις του καταστατικού·

ι)

ο αριθμός των μελών του ευρωπαϊκού πολιτικού κόμματος ή των κομμάτων μελών, ανάλογα με την περίπτωση, τα οποία είναι μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·

ια)

η επωνυμία και ο αριθμός καταχώρισης του ευρωπαϊκού πολιτικού ιδρύματος που συνδέεται με το ευρωπαϊκό πολιτικό κόμμα, ανάλογα με την περίπτωση·

ιβ)

για τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα, η επωνυμία και ο αριθμός καταχώρισης του ευρωπαϊκού πολιτικού κόμματος που συνδέεται με αυτά·

ιγ)

η ταυτότητα, μεταξύ άλλων, το ονοματεπώνυμο, η ημερομηνία γέννησης, η ιθαγένεια και ο τόπος κατοικίας των προσώπων που είναι μέλη οργάνων ή έχουν την αρμοδιότητα της διοικητικής, οικονομικής και νομικής εκπροσώπησης, με σαφή ένδειξη της ιδιότητας τους και των αρμοδιοτήτων τους, μεμονωμένων ή συλλογικών, να δεσμεύουν την οντότητα έναντι τρίτων και να αντιπροσωπεύουν την οντότητα σε νομικές διαδικασίες.

5.   Στο μητρώο τηρούνται όλα τα έγγραφα και οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 χωρίς χρονικό περιορισμό.

Άρθρο 2

Συμπληρωματικές πληροφορίες και έγγραφα τεκμηρίωσης

Οι αιτούντες καταχώριση, καθώς και τα καταχωρισμένα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα, παρέχουν στην Αρχή, πέραν των απαιτήσεων του άρθρου 8 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014, τα έγγραφα και τις πληροφορίες, καθώς και τυχόν επικαιροποιήσεις τους, που αναφέρονται στο άρθρο 1.

Η Αρχή δύναται να απαιτεί από τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα να διορθώνουν τυχόν ελλιπή ή παρωχημένα έγγραφα και τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν.

Άρθρο 3

Υπηρεσίες που παρέχει το μητρώο

1.   Η Αρχή καθορίζει τα τυποποιημένα αποσπάσματα του μητρώου. Η Αρχή παρέχει το τυποποιημένο απόσπασμα σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εντός δέκα εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.

2.   Όταν η Αρχή έχει αρμοδιότητα δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014, η Αρχή, κατόπιν αιτήματος, βεβαιώνει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στο τυποποιημένο απόσπασμα είναι ακριβείς, επικαιροποιημένες και σύμφωνες με την ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης.

Εάν η Αρχή δεν έχει αρμοδιότητα δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014, βεβαιώνει, κατόπιν σχετικού αιτήματος, ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στο τυποποιημένο απόσπασμα είναι οι πλέον πλήρεις, επικαιροποιημένες και ορθές που έχει στη διάθεσή της μετά από τη διενέργεια όλων των εύλογων ελέγχων. Στους εν λόγω ελέγχους περιλαμβάνεται η επιβεβαίωση των πληροφοριών από τις οικείες αρχές των κρατών μελών, στον βαθμό που η σχετική εθνική νομοθεσία τους παρέχει τη βάση να το πράξουν. Η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν εφαρμόζεται στις αιτήσεις που καλύπτονται από το παρόν εδάφιο.

Στην πιστοποίηση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο η Αρχή αναγράφει ευκρινώς αν έχει αρμοδιότητα βάσει του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1141/2014.

3.   Η Αρχή παρέχει την πιστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, κατόπιν αιτήματος, σε θεσμικά και άλλα όργανα της ΕΕ, καθώς και στις αρχές και τα δικαστήρια των κρατών μελών. Παρέχει επίσης, κατόπιν αίτησης, την εν λόγω πιστοποίηση στα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα και τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα όσον αφορά το δικό τους καθεστώς.

Η Αρχή μπορεί επίσης να παρέχει την εν λόγω πιστοποίηση σε κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όταν τούτο απαιτείται για νομικές ή διοικητικές διαδικασίες, κατόπιν υποβολής δεόντως αιτιολογημένης αίτησης στην Αρχή.

4.   Η Αρχή καθορίζει λεπτομερώς τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων και έκδοσης τυποποιημένων αποσπασμάτων, καθώς και πιστοποίησης, περιλαμβανομένης και της χρήσης ηλεκτρονικών μέσων για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών.

Άρθρο 4

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 2 Οκτωβρίου 2015.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 317 της 4.11.2014, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).


19.12.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 333/54


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/2402 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 12ης Οκτωβρίου 2015

με τον οποίο αναθεωρούνται οι εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας κατ' εφαρμογή της οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και καταργείται η εκτελεστική απόφαση 2011/877/ΕΕ της Επιτροπής

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ (1), και ιδίως το άρθρο 14 παράγραφος 10 δεύτερο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2004/8/ΕΚ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) η Επιτροπή καθόρισε με την εκτελεστική απόφαση 2011/877/ΕΕ (3) εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, υπό μορφή πίνακα τιμών οι οποίες διαφοροποιούνται ανάλογα με τους σχετικούς παράγοντες, όπως το έτος κατασκευής και οι τύποι καυσίμου. Οι τιμές αυτές ισχύουν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015.

(2)

Η Επιτροπή επανεξέτασε τις εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας, λαμβάνοντας υπόψη δεδομένα από τη λειτουργική χρήση υπό πραγματικές συνθήκες, τα οποία διαβιβάστηκαν από τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ως αποτέλεσμα των εξελίξεων στη βέλτιστη διαθέσιμη και οικονομικώς συμφέρουσα τεχνολογία, που διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου 2011-2015, θα πρέπει να διατηρηθεί η διάκριση ανάλογα με το έτος κατασκευής της μονάδας συμπαραγωγής, που προβλέπεται στην απόφαση 2011/877/ΕΕ για τις εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού.

(3)

Η επανεξέταση των εναρμονισμένων τιμών αναφοράς ως προς την απόδοση επιβεβαίωσε ότι, με βάση την πρόσφατη πείρα και ανάλυση, οι διορθωτικοί συντελεστές σχετικά με τις κλιματικές συνθήκες οι οποίοι καθορίζονται στην απόφαση 2011/877/ΕΕ θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο στις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν αέρια καύσιμα.

(4)

Η εν λόγω επανεξέταση επιβεβαίωσε, με βάση την πρόσφατη πείρα και ανάλυση, ότι θα πρέπει να συνεχιστεί η εφαρμογή των διορθωτικών συντελεστών για τις αποφευχθείσες απώλειες δικτύου οι οποίοι καθορίζονται στην απόφαση 2011/877/ΕΕ. Προκειμένου να αποτυπώνονται καλύτερα οι αποφευχθείσες απώλειες χρειάζεται να επικαιροποιηθούν τα όρια ηλεκτρικής τάσης που χρησιμοποιούνται και οι τιμές των διορθωτικών συντελεστών.

(5)

Από την επανεξέταση προέκυψαν στοιχεία που δείχνουν ότι οι εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή θερμότητας θα πρέπει να τροποποιηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις. Προκειμένου να αποφευχθούν αναδρομικές αλλαγές των υφιστάμενων συστημάτων, η νέα δέσμη τιμών αναφοράς ισχύουν μόνο από το 2016, ενώ η μέχρι τώρα προβλεπόμενη δέσμη τιμών εξακολουθεί να ισχύει για τις μονάδες που έχουν κατασκευαστεί πριν από αυτή την ημερομηνία. Δεν απαιτήθηκαν διορθωτικοί συντελεστές για τις κλιματικές συνθήκες, επειδή οι θερμοδυναμικές παράμετροι της παραγωγής θερμότητας από καύσιμα δεν εξαρτώνται σημαντικά από τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος. Επιπλέον, δεν απαιτούνται συντελεστές διόρθωσης για τις θερμικές απώλειες των δικτύων, επειδή η θερμική ενέργεια χρησιμοποιείται πάντοτε πλησίον του τόπου παραγωγής της.

(6)

Από την εν λόγω επανεξέταση δεν προέκυψαν αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι θα πρέπει να διαφοροποιηθούν οι τιμές αναφοράς για την ενεργειακή απόδοση των λεβήτων παραγωγής ατμού ή ζεστού νερού.

(7)

Από τα δεδομένα λειτουργικής χρήσης υπό ρεαλιστικές συνθήκες δεν προκύπτει στατιστικά σημαντική βελτίωση της πραγματικής απόδοσης των πλέον προηγμένων εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούσαν συγκεκριμένα είδη καυσίμων κατά την υπό εξέταση περίοδο.

(8)

Επειδή χρειάζονται σταθερές συνθήκες ώστε να εξασφαλίζονται επενδύσεις σε έργα συμπαραγωγής και να συνεχιστεί η εμπιστοσύνη από τους επενδυτές, είναι σκόπιμο να καθοριστούν εναρμονισμένες τιμές αναφοράς για τον ηλεκτρισμό και τη θερμότητα.

(9)

Καθώς οι τιμές αναφοράς για τη χωριστή παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού που καθορίζονται στην απόφαση 2011/877/ΕΕ ισχύουν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015, οι νέες τιμές αναφοράς θα πρέπει να εφαρμόζονται από την 1η Ιανουαρίου 2016. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η εφαρμογή της νέας δέσμης τιμών αναφοράς από την ημερομηνία αυτή, ο ισχύων κανονισμός αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα από τη δημοσίευσή του.

(10)

Δυνάμει των άρθρων 14, 22 και 23 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις κατ' εξουσιοδότηση για την επικαιροποίηση των εναρμονισμένων τιμών αναφοράς για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας. Η εξουσία ανατίθεται στην Επιτροπή για πενταετή περίοδο, από τις 4 Δεκεμβρίου 2012. Προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν μη παράταση της εξουσιοδότησης πέραν της 4ης Δεκεμβρίου 2017, προβλέπεται να εξακολουθήσουν να ισχύουν οι τιμές αναφοράς που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Αν κατά την ενδιάμεση περίοδο εκχωρηθούν στην Επιτροπή νέες εξουσίες, η Επιτροπή προτίθεται να επανεξετάσει τις τιμές αναφοράς που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, το αργότερο τέσσερα έτη από την έναρξη ισχύος του.

(11)

Καθώς σκοπός της οδηγίας 2012/27/ΕΕ είναι η προώθηση της συμπαραγωγής, ώστε να εξοικονομείται ενέργεια, θα πρέπει να υπάρχει κίνητρο για την ανακαίνιση παλαιότερων μονάδων συμπαραγωγής, ώστε να βελτιωθεί η ενεργειακή τους απόδοση. Για τους λόγους αυτούς, και σύμφωνα με την απαίτηση για εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση οι οποίες θα πρέπει να βασίζονται στις αρχές που αναφέρονται στο παράρτημα II στοιχείο στ) της οδηγίας 2012/27/ΕΕ, οι τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τον ηλεκτρισμό προς εφαρμογή σε μονάδα συμπαραγωγής θα πρέπει να αυξάνονται από το ενδέκατο έτος μετά το έτος κατασκευής της μονάδας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Καθορισμός εναρμονισμένων τιμών αναφοράς ως προς την απόδοση

Οι εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας αναφέρονται στα παραρτήματα I και ΙΙ, αντιστοίχως.

Άρθρο 2

Διορθωτικοί συντελεστές για τις εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού

1.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τους διορθωτικούς συντελεστές που καθορίζονται στο παράρτημα III για να προσαρμόζουν τις εναρμονισμένες τιμές αναφοράς απόδοσης που καθορίζονται στο παράρτημα I στις μέσες κλιματικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε κράτος μέλος.

Αν στο έδαφος κράτους μέλους προκύπτει από τα επίσημα μετεωρολογικά δεδομένα ότι υφίστανται διαφορές στην ετήσια θερμοκρασία περιβάλλοντος μεγαλύτερες ή ίσες των 5 oC, το εν λόγω κράτος μέλος δύναται, κατόπιν σχετικής κοινοποίησης προς την Επιτροπή, να χρησιμοποιεί διάφορες κλιματικές ζώνες για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που περιγράφεται στο παράρτημα III.

2.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τους διορθωτικούς συντελεστές που καθορίζονται στο παράρτημα IV για να προσαρμόζουν τις εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση που καθορίζονται στο παράρτημα I για τις αποφευχθείσες απώλειες δικτύου.

3.   Αν κράτος μέλος εφαρμόζει τους διορθωτικούς συντελεστές που παρατίθενται στο παράρτημα III και εκείνους που παρατίθενται στο παράρτημα IV, εφαρμόζουν πρώτα τους συντελεστές του παραρτήματος III και έπειτα εκείνους του παραρτήματος IV.

Άρθρο 3

Εφαρμογή των εναρμονισμένων τιμών αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού

1.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση που παρατίθενται στο παράρτημα I σε συνάρτηση με το έτος κατασκευής της μονάδας συμπαραγωγής. Οι εν λόγω εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση ισχύουν επί 10 έτη από το έτος κατασκευής της μονάδας συμπαραγωγής.

2.   Από το ενδέκατο έτος που έπεται του έτους κατασκευής της μονάδας συμπαραγωγής, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση οι οποίες, βάσει της παραγράφου 1, ισχύουν για μονάδες συμπαραγωγής ηλικίας 10 ετών. Οι εν λόγω εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση ισχύουν ένα έτος.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το έτος κατασκευής της μονάδας συμπαραγωγής είναι το ημερολογιακό έτος κατά το οποίο η μονάδα παράγει ηλεκτρισμό για πρώτη φορά.

Άρθρο 4

Εφαρμογή των εναρμονισμένων τιμών αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή θερμότητας

1.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση που παρατίθενται στο παράρτημα II σε συνάρτηση με το έτος κατασκευής της μονάδας συμπαραγωγής.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το έτος κατασκευής της μονάδας συμπαραγωγής είναι το έτος κατασκευής για τους σκοπούς του άρθρου 3.

Άρθρο 5

Ανακαίνιση μονάδας συμπαραγωγής

Αν το κόστος της επένδυσης για την ανακαίνιση υφιστάμενης μονάδας συμπαραγωγής υπερβαίνει το 50 % του κόστος της επένδυσης για την κατασκευή ανάλογης νέας μονάδας συμπαραγωγής, ως έτος κατασκευής της ανακαινισμένης μονάδας συμπαραγωγής για τους σκοπούς των άρθρων 3 και 4 θεωρείται το ημερολογιακό έτος κατά το οποίο η ανακαινισμένη μονάδα συμπαραγωγής παράγει ηλεκτρισμό για πρώτη φορά.

Άρθρο 6

Μείγμα καυσίμου

Αν η μονάδα συμπαραγωγής λειτουργεί με περισσότερα από ένα είδη καυσίμου, οι εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή εφαρμόζονται αναλογικώς στο σταθμισμένο μέσο όρο της εισερχόμενης ενέργειας από τα διάφορα καύσιμα.

Άρθρο 7

Κατάργηση

Η απόφαση 2011/877/ΕΕ καταργείται.

Άρθρο 8

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2016.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 12 Οκτωβρίου 2015.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 1.

(2)  Οδηγία 2004/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για την προώθηση της συμπαραγωγής ενέργειας βάσει της ζήτησης για χρήσιμη θερμότητα στην εσωτερική αγορά ενέργειας και για την τροποποίηση της οδηγίας 92/42/ΕΟΚ (ΕΕ L 52 της 21.2.2004, σ. 50).

(3)  Εκτελεστική απόφαση 2011/877/ΕΕ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2011, για καθορισμό εναρμονισμένων τιμών αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας κατ' εφαρμογή της οδηγίας 2004/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της απόφασης 2007/74/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 343 της 23.12.2011, σ. 91).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Εναρμονισμένες τιμές αναφοράς απόδοσης για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού

(που προβλέπονται στο άρθρο 1)

Στον κατωτέρω πίνακα οι εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού βασίζονται στην καθαρή θερμογόνο δύναμη και σε πρότυπες ατμοσφαιρικές συνθήκες ISO (θερμοκρασία περιβάλλοντος 15 °C, πίεση 1,013 bar, σχετική υγρασία 60 %).

Κατηγορία

Τύπος καυσίμου

Έτος κατασκευής

Πριν το 2012

2012-2015

Από το 2016

Στερεά

S1

Λιθάνθρακας συμπεριλαμβανομένου του ανθρακίτη, ασφαλτούχος άνθρακας, υποασφαλτούχος άνθρακας, οπτάνθρακας, ημιοπτάνθρακας, οπτάνθρακας από πετρέλαιο

44,2

44,2

44,2

S2

Λιγνίτης, μπρικέτες λιγνίτη, σχιστολιθικό πετρέλαιο

41,8

41,8

41,8

S3

Τύρφη, μπρικέτες τύρφης

39,0

39,0

39,0

S4

Ξηρή βιομάζα στην οποία συγκαταλέγονται το ξύλο και άλλη στερεά βιομάζα, συμπεριλαμβανομένων σβόλων (πέλετ) και πλίνθων (μπρικετών) ξύλου, ξηρών ξυλοτεμαχίων, καθαρών και ξηρών υπολειμμάτων κατεργασίας ξύλου, κελυφών καρπών και ελαιοπυρήνων και άλλων πυρήνων

33,0

33,0

37,0

S5

Άλλη στερεά βιομάζα συμπεριλαμβανομένων παντός είδους ξύλου που δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία S4, καθώς και μαύρης αλισίβας και καφέ αλισίβας.

25,0

25,0

30,0

S6

Αστικά και βιομηχανικά (μη ανανεώσιμα) απόβλητα και ανανεώσιμα/βιοαποικοδομήσιμα απόβλητα

25,0

25,0

25,0

Υγρά

L7

Βαρύ μαζούτ, πετρέλαιο εσωτερικής καύσης/ντίζελ, άλλα προϊόντα πετρελαίου

44,2

44,2

44,2

L8

Βιοϋγρά, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η βιομεθανόλη, η βιοαιθανόλη, η βιοβουτανόλη, το βιοντίζελ και άλλα βιοϋγρά

44,2

44,2

44,2

L9

Υγρά απόβλητα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα βιοαποικοδομήσιμα και τα μη ανανεώσιμα απόβλητα (στα οποία περιλαμβάνονται στέατα, λίπη και χρησιμοποιημένα σπέρματα)

25,0

25,0

29,0

Αέρια

G10

Φυσικό αέριο, υγραέριο (LPG), υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) και βιομεθάνιο

52,5

52,5

53,0

G11

Αέρια διυλιστηρίου, υδρογόνο και αέριο σύνθεσης

44,2

44,2

44,2

G12

Βιοαέριο που παράγεται από αναερόβια ζύμωση, υγειονομική ταφή και επεξεργασία λυμάτων

42,0

42,0

42,0

G13

Αέριο εγκαταστάσεων οπτανθρακοποίησης, το αέριο υψικαμίνων και αέριο, φυσικό αέριο, άλλα αέρια ανάκτησης (πλην του αερίου διύλισης)

35,0

35,0

35,0

Άλλα

O14

Απορριπτόμενη θερμότητα (συμπεριλαμβανομένων των καυσαερίων από διεργασίες υψηλών θερμοκρασιών, των προϊόντων εξώθερμων χημικών αντιδράσεων)

 

 

30,0

O15

Πυρηνική ενέργεια

 

 

33,0

O16

Ηλιοθερμική ενέργεια

 

 

30,0

O17

Γεωθερμική ενέργεια

 

 

19,5

O18

Άλλα καύσιμα που δεν αναφέρονται ανωτέρω

 

 

30,0


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή θερμότητας

(που προβλέπονται στο άρθρο 1)

Στον κατωτέρω πίνακα οι εναρμονισμένες τιμές αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή θερμότητας βασίζονται στην καθαρή θερμογόνο δύναμη και σε πρότυπες ατμοσφαιρικές συνθήκες ISO (θερμοκρασία περιβάλλοντος 15 °C, πίεση 1,013 bar, σχετική υγρασία 60 %).

Κατηγορία

Τύπος καυσίμου:

Έτος κατασκευής

Πριν από το 2016

Από το 2016

Θερμό νερό

Ατμός (1)

Απευθείας χρήση καυσαερίων (2)

Θερμό νερό

Ατμός (1)

Απευθείας χρήση καυσαερίων (2)

Στερεά

S1

Λιθάνθρακας συμπεριλαμβανομένου του ανθρακίτη, ασφαλτούχος άνθρακας, υποασφαλτούχος άνθρακας, οπτάνθρακας, ημιοπτάνθρακας, οπτάνθρακας από πετρέλαιο

88

83

80

88

83

80

S2

Λιγνίτης, μπρικέτες λιγνίτη, σχιστολιθικό πετρέλαιο

86

81

78

86

81

78

S3

Τύρφη, μπρικέτες τύρφης

86

81

78

86

81

78

S4

Ξηρή βιομάζα στην οποία συγκαταλέγονται το ξύλο και άλλη στερεά βιομάζα, συμπεριλαμβανομένων σβόλων (πέλετ) και πλίνθων (μπρικετών) ξύλου, ξηρών ξυλοτεμαχίων, καθαρών και ξηρών υπολειμμάτων κατεργασίας ξύλου, κελυφών καρπών και ελαιοπυρήνων και άλλων πυρήνων

86

81

78

86

81

78

S5

Άλλη στερεά βιομάζα συμπεριλαμβανομένων παντός είδους ξύλου που δεν περιλαμβάνεται στην κατηγορία S4, καθώς και μαύρης αλισίβας και καφέ αλισίβας.

80

75

72

80

75

72

S6

Αστικά και βιομηχανικά (μη ανανεώσιμα) απόβλητα και ανανεώσιμα/βιοαποικοδομήσιμα απόβλητα

80

75

72

80

75

72

Υγρά

L7

Βαρύ μαζούτ, πετρέλαιο εσωτερικής καύσης/ντίζελ, άλλα προϊόντα πετρελαίου

89

84

81

85

80

77

L8

Βιοϋγρά, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η βιομεθανόλη, η βιοαιθανόλη, η βιοβουτανόλη, το βιοντίζελ και άλλα βιοϋγρά

89

84

81

85

80

77

L9

Υγρά απόβλητα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα βιοαποικοδομήσιμα και τα μη ανανεώσιμα απόβλητα (στα οποία περιλαμβάνονται στέατα, λίπη και χρησιμοποιημένα σπέρματα)

80

75

72

75

70

67

Αέρια

G10

Φυσικό αέριο, υγραέριο (LPG), υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) και βιομεθάνιο

90

85

82

92

87

84

G11

Αέρια διυλιστηρίου, υδρογόνο και αέριο σύνθεσης

89

84

81

90

85

82

G12

Βιοαέριο που παράγεται από αναερόβια ζύμωση, υγειονομική ταφή και επεξεργασία λυμάτων

70

65

62

80

75

72

G13

Αέριο εγκαταστάσεων οπτανθρακοποίησης, το αέριο υψικαμίνων και αέριο, φυσικό αέριο, άλλα αέρια ανάκτησης (πλην του αερίου διύλισης)

80

75

72

80

75

72

Άλλα

O14

Απορριπτόμενη θερμότητα (συμπεριλαμβανομένων των καυσαερίων από διεργασίες υψηλών θερμοκρασιών, των προϊόντων εξώθερμων χημικών αντιδράσεων)

92

87

O15

Πυρηνική ενέργεια

92

87

O16

Ηλιοθερμική ενέργεια

92

87

O17

Γεωθερμική ενέργεια

92

87

O18

Άλλα καύσιμα που δεν αναφέρονται ανωτέρω

92

87


(1)  Αν για τις ατμοηλεκτρικές εγκαταστάσεις δεν συνυπολογίζεται η επιστροφή συμπυκνωμάτων στον υπολογισμό της θερμικής απόδοσης ΣΘΗ, ο βαθμός απόδοσης της παραγωγής από ατμό που αναφέρεται στον ανωτέρω πίνακα θα πρέπει να αυξηθεί κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες.

(2)  Οι τιμές για την απευθείας χρήση καυσαερίων θα πρέπει να χρησιμοποιούνται αν η θερμοκρασία είναι ίση ή μεγαλύτερη των 250 °C.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Διορθωτικοί συντελεστές σχετιζόμενοι με τις κλιματικές συνθήκες και μέθοδος για τον καθορισμό κλιματικών ζωνών εφαρμογής των εναρμονισμένων τιμών αναφοράς απόδοσης για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού

(που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1)

α)   Διορθωτικοί συντελεστές σχετιζόμενοι με τις μέσες κλιματικές συνθήκες

Η διόρθωση βάσει της θερμοκρασίας περιβάλλοντος βασίζεται στη διαφορά μεταξύ της ετήσιας μέσης θερμοκρασίας στο κράτος μέλος και των πρότυπων ατμοσφαιρικών συνθηκών ISO (15 °C).

Η διόρθωση έχει ως εξής:

 

0,1 % απώλεια απόδοσης για κάθε βαθμό άνω των 15 °C·

 

0,1 % κέρδος απόδοσης για κάθε βαθμό κάτω των 15 °C.

Παράδειγμα:

Όταν η μέση ετήσια θερμοκρασία σε κράτος μέλος ανέρχεται σε 10 °C, η τιμή αναφοράς μονάδας συμπαραγωγής σε αυτό το κράτος μέλος πρέπει να αυξηθεί κατά 0,5 %.

β)   Η διόρθωση βάσει της θερμοκρασίας περιβάλλοντος ισχύει μόνο για τα αέρια καύσιμα (G10, G11, G12, G13).

γ)   Μέθοδος καθορισμού των κλιματικών ζωνών:

Τα σύνορα κάθε κλιματικής ζώνης καθορίζονται από ισοθερμικές καμπύλες (σε πλήρεις βαθμούς Κελσίου) της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας περιβάλλοντος που διαφέρουν τουλάχιστον κατά 4 °C. Η εφαρμοζόμενη σε γειτονικές κλιματικές ζώνες θερμοκρασιακή διαφορά μεταξύ των μέσων ετήσιων θερμοκρασιών περιβάλλοντος θα είναι τουλάχιστον 4 °C.

Παράδειγμα:

Αν, για παράδειγμα, η μέση ετήσια θερμοκρασία περιβάλλοντος σε συγκεκριμένο τόπο κράτους μέλους είναι 12 °C και σε άλλο τόπο εντός του ιδίου κράτους μέλους είναι 6 °C, τότε το κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να καθορίσει δύο κλιματικές ζώνες διαχωριζόμενες από την ισοθερμική καμπύλη των 9 °C:

μία κλιματική ζώνη μεταξύ των ισοθερμικών καμπυλών των 9 °C και των 13 °C (διαφορά 4 °C), με μέση ετήσια θερμοκρασία περιβάλλοντος 11 °C· και

άλλη κλιματική ζώνη μεταξύ των ισοθερμικών καμπυλών των 5 °C και των 9 °C, με μέση ετήσια θερμοκρασία περιβάλλοντος 7 °C.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Διορθωτικοί συντελεστές για τις αποφευχθείσες απώλειες δικτύου για την εφαρμογή των εναρμονισμένων τιμών αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού

(που προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2)

Επίπεδο τάσης σύνδεσης

Διορθωτικός συντελεστής (εκτός των εγκαταστάσεων)

Συντελεστής διόρθωσης (εντός των εγκαταστάσεων)

≥ 345 kV

1

0,976

≥ 200 — < 345 kV

0,972

0,963

≥ 100 — < 200 kV

0,963

0,951

≥ 50 — < 100 kV

0,952

0,936

≥ 12 — < 50 kV

0,935

0,914

≥ 0,45 — < 12 kV

0,918

0,891

< 0,45 kV

0,888

0,851

Παράδειγμα:

Μονάδα συμπαραγωγής ηλεκτρικής ισχύος εξόδου 100 kWel με παλινδρομική μηχανή τροφοδοτούμενη με φυσικό αέριο παράγει ηλεκτρική ενέργεια τάσης 380 V. Από αυτήν την ηλεκτρική ενέργεια ποσοστό 85 % χρησιμοποιείται για ιδία κατανάλωση και 15 % διοχετεύεται στο ηλεκτρικό δίκτυο. Η μονάδα κατασκευάστηκε το 2010. Η ετήσια θερμοκρασία περιβάλλοντος είναι 15 °C (οπότε δεν χρειάζεται διόρθωση κλιματικών συνθηκών).

Μετά τη διόρθωση για τις απώλειες δικτύου, η προκύπτουσα τιμή αναφοράς ως προς την απόδοση για τη χωριστή παραγωγή ηλεκτρισμού στη συγκεκριμένη μονάδα συμπαραγωγής θα είναι (με βάση το σταθμισμένο μέσο όρο των συντελεστών του παρόντος παραρτήματος):

Ref Εη = 52,5 % × (0,851 × 85 % + 0,888 × 15 %) = 45,0 %


19.12.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 333/62


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/2403 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 15ης Δεκεμβρίου 2015

σχετικά με τη θέσπιση κοινών κατευθυντήριων γραμμών για τα πρότυπα και τις τεχνικές απενεργοποίησης, με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα καθίστανται αμετάκλητα ακατάλληλα για χρήση

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 91/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1991, σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και της κατοχής όπλων (1) και ιδίως το δεύτερο εδάφιο του μέρους III του παραρτήματος I,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν ότι κάθε πυροβόλο όπλο ή μέρος του που κυκλοφορεί στην αγορά έχει σημανθεί και καταχωριστεί σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία ή ότι είναι απενεργοποιημένο.

(2)

Σύμφωνα με το παράρτημα I μέρος III πρώτο εδάφιο σημείο α) της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ τα αντικείμενα που περιλαμβάνονται στον ορισμό των πυροβόλων όπλων δεν περιλαμβάνονται στον εν λόγω ορισμό εάν έχουν καταστεί οριστικά ακατάλληλα για χρήση με την εφαρμογή απενεργοποίησης, η οποία εξασφαλίζει ότι όλα τα βασικά μέρη του πυροβόλου όπλου έχουν καταστεί οριστικά ακατάλληλα για χρήση και μη δυνάμενα να αφαιρεθούν, να αντικατασταθούν ή να τροποποιηθούν με σκοπό οποιαδήποτε επανενεργοποίηση.

(3)

Στο παράρτημα I μέρος III δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ απαιτείται από τα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις που αποσκοπούν στην επαλήθευση των μέτρων απενεργοποίησης από αρμόδια αρχή, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τροποποιήσεις που πραγματοποιούνται σε ένα πυροβόλο όπλο το καθιστούν αμετάκλητα ακατάλληλο για χρήση. Τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης να μεριμνούν για τη χορήγηση πιστοποιητικού ή εγγράφου που επιβεβαιώνει ότι το πυροβόλο όπλο έχει καταστεί ακατάλληλο για χρήση, ή την εν προκειμένω σήμανση του όπλου με σχετικό ευδιάκριτο σήμα.

(4)

Η Ένωση αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος του πρωτοκόλλου για την παράνομη κατασκευή και διακίνηση πυροβόλων όπλων, των εξαρτημάτων τους, των μερών τους και των πυρομαχικών, το οποίο συμπληρώνει τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος («το πρωτόκολλο») που συνήφθη με την απόφαση 2014/164/ΕΕ του Συμβουλίου (2).

(5)

Στο άρθρο 9 του πρωτοκόλλου παρατίθενται οι κοινές γενικές αρχές απενεργοποίησης με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται τα μέρη.

(6)

Τα πρότυπα και οι τεχνικές για την αμετάκλητη απενεργοποίηση των πυροβόλων όπλων που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό έχουν καθοριστεί με την τεχνική πραγματογνωμοσύνη της διεθνούς μόνιμης επιτροπής για τη δοκιμή των φορητών όπλων (C.I.P.). Η C.I.P. έχει συσταθεί για την επαλήθευση των δραστηριοτήτων των εθνικών οίκων πιστοποίησης πυροβόλων όπλων και, συγκεκριμένα, για την εξασφάλιση της θέσπισης σε κάθε χώρα νόμων και κανονισμών που εγγυώνται την αποτελεσματική και ενιαία δοκιμή των πυροβόλων όπλων και των πυρομαχικών.

(7)

Για να διασφαλιστεί το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ασφάλειας όσον αφορά την απενεργοποίηση πυροβόλων όπλων, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάζει και να επικαιροποιεί τακτικά τις τεχνικές προδιαγραφές που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό. Προς τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εμπειρία που αποκτούν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή τυχόν πρόσθετων μέτρων απενεργοποίησης.

(8)

Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ.

(9)

Λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο όσον αφορά την ασφάλεια, τα πυροβόλα όπλα που απενεργοποιήθηκαν πριν την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και τα οποία διατίθενται στην αγορά, συμπεριλαμβανομένης της δωρεάν μεταβίβασης, ανταλλαγής ή αντιπραγματισμού, ή εκείνα που μεταφέρονται σε άλλο κράτος μέλος μετά την εν λόγω ημερομηνία, θα πρέπει να υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

(10)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να θεσπίζουν μέτρα πέραν των τεχνικών προδιαγραφών που παρατίθενται στο παράρτημα I για την απενεργοποίηση πυροβόλων όπλων στο έδαφός τους, εφόσον έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή των κοινών προτύπων και τεχνικών απενεργοποίησης που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό.

(11)

Προκειμένου τα κράτη μέλη να είναι σε θέση να διασφαλίσουν το ίδιο επίπεδο ασφάλειας στο έδαφός τους, τα κράτη μέλη που θεσπίζουν πρόσθετα μέτρα για την απενεργοποίηση των πυροβόλων όπλων στο έδαφός τους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν αποδείξεις όσον αφορά τη συμμόρφωση των απενεργοποιημένων πυροβόλων όπλων που πρόκειται να μεταφερθούν στο έδαφός τους με τα εν λόγω πρόσθετα μέτρα.

(12)

Για να είναι σε θέση η Επιτροπή, κατά την αναθεώρηση του παρόντος κανονισμού, να λάβει υπόψη τις εξελίξεις και τις βέλτιστες πρακτικές που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη στο πεδίο της απενεργοποίησης πυροβόλων όπλων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή τα σχετικά μέτρα που εγκρίνουν όσον αφορά το πεδίο που καλύπτει ο παρών κανονισμός και τυχόν πρόσθετα μέτρα που θεσπίζουν. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι διαδικασίες κοινοποίησης της οδηγίας (EE) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3).

(13)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής που συστάθηκε βάσει της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός ισχύει για πυροβόλα όπλα των κατηγοριών Α, Β, Γ ή Δ, όπως ορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για πυροβόλα όπλα που έχουν απενεργοποιηθεί πριν την ημερομηνία εφαρμογής του, εκτός εάν τα εν λόγω πυροβόλα όπλα μεταφέρονται σε άλλο κράτος μέλος ή διατίθενται στην αγορά.

Άρθρο 2

Άτομα και οντότητες εξουσιοδοτημένες να απενεργοποιούν πυροβόλα όπλα

Η απενεργοποίηση των πυροβόλων όπλων διενεργείται από δημόσιες ή ιδιωτικές οντότητες ή από άτομα εξουσιοδοτημένα για τον σκοπό αυτό, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 3

Επαλήθευση και πιστοποίηση της απενεργοποίησης πυροβόλων όπλων

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν μια αρμόδια αρχή η οποία επαληθεύει ότι η απενεργοποίηση του πυροβόλου όπλου διενεργήθηκε σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζονται στο παράτημα Ι («η οντότητα επαλήθευσης»).

2.   Όταν η οντότητα επαλήθευσης είναι επίσης εξουσιοδοτημένη να απενεργοποιεί πυροβόλα όπλα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τον σαφή διαχωρισμό των εν λόγω εργασιών και των προσώπων που τις εκτελούν εντός την εν λόγω οντότητας.

3.   Η Επιτροπή δημοσιεύει στον δικτυακό τόπο της κατάλογο των οντοτήτων επαλήθευσης που έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη, καθώς και αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με αυτές και το σύμβολο που χρησιμοποιούν, και στοιχεία επικοινωνίας.

4.   Όταν η απενεργοποίηση του πυροβόλου όπλου έχει διενεργηθεί σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζονται στο παράρτημα I, η οντότητα επαλήθευσης χορηγεί στον κάτοχο του πυροβόλου όπλου πιστοποίηση απενεργοποίησης σύμφωνα με το υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα III. Όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό απενεργοποίησης παρέχονται στη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο εκδόθηκε το πιστοποιητικό απενεργοποίησης και στην αγγλική γλώσσα.

5.   Ο κάτοχος του απενεργοποιημένου πυροβόλου όπλου φυλάσσει το πιστοποιητικό απενεργοποίησης ανά πάσα στιγμή. Αν το απενεργοποιημένο πυροβόλο όπλο διατεθεί στην αγορά, συνοδεύεται από το πιστοποιητικό απενεργοποίησης.

6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τηρείται αρχείο των πιστοποιητικών που εκδίδονται για απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα, μέσω ένδειξης της ημερομηνίας απενεργοποίησης και του αριθμού του πιστοποιητικού, για περίοδο τουλάχιστον 20 ετών.

Άρθρο 4

Αιτήματα συνδρομής

Κάθε κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή των οντοτήτων που είναι εξουσιοδοτημένες να απενεργοποιούν πυροβόλα όπλα ή έχουν οριστεί ως οντότητες επαλήθευσης από άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να διενεργήσουν ή να επαληθεύσουν την απενεργοποίηση ενός πυροβόλου όπλου, αντίστοιχα. Στο πλαίσιο της αποδοχής του αιτήματος, όταν το εν λόγω αίτημα αφορά την επαλήθευση της απενεργοποίησης πυροβόλου όπλου, η αρχή επαλήθευσης που παρέχει συνδρομή εκδίδει πιστοποιητικό απενεργοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4.

Άρθρο 5

Σήμανση των απενεργοποιημένων πυροβόλων όπλων

Τα απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα επισημαίνονται με ένα κοινό μοναδικό σήμα σύμφωνα με το υπόδειγμα που ορίζεται στο παράρτημα II, το οποίο υποδηλώνει ότι έχουν απενεργοποιηθεί σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζονται στο παράρτημα I. Το σήμα τοποθετείται από την οντότητα επαλήθευσης σε όλα τα εξαρτήματα που τροποποιήθηκαν για τους σκοπούς της απενεργοποίησης του πυροβόλου όπλου και πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

είναι ευκρινές και δεν μπορεί να αφαιρεθεί·

β)

φέρει πληροφορίες για το κράτος μέλος στο οποίο διενεργήθηκε η απενεργοποίηση και την οντότητα επαλήθευσης που πιστοποίησε την απενεργοποίηση·

γ)

ο (οι) αρχικός(-οί) αριθμός(-οί) σειράς του πυροβόλου όπλου διατηρείται(-ούνται).

Άρθρο 6

Πρόσθετα μέτρα απενεργοποίησης

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν πρόσθετα μέτρα για την απενεργοποίηση των πυροβόλων όπλων στο έδαφός τους, τα οποία υπερβαίνουν τις τεχνικές προδιαγραφές που ορίζονται στο παράρτημα I.

2.   Η Επιτροπή αναλύει τακτικά με την επιτροπή που συστάθηκε βάσει της οδηγίας 91/477/ΕΟΚ κάθε πρόσθετο μέτρο που λαμβάνουν τα κράτη μέλη και εξετάζει το ενδεχόμενο αναθεώρησης των τεχνικών προδιαγραφών που ορίζονται στο παράρτημα I σε εύθετο χρόνο.

Άρθρο 7

Μεταφορά των απενεργοποιημένων πυροβόλων όπλων εντός της Ένωσης

1.   Τα απενεργοποιημένα πυροβόλα όπλα μπορούν να μεταφερθούν σε άλλο κράτος μέλος μόνον εφόσον φέρουν το κοινό ενιαίο σήμα και συνοδεύονται από πιστοποιητικό απενεργοποίησης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τα πιστοποιητικά απενεργοποίησης που εκδίδει άλλο κράτος μέλος, εφόσον το πιστοποιητικό πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Ωστόσο, τα κράτη μέλη που έχουν θεσπίσει πρόσθετα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 6, δύνανται να ζητήσουν αποδείξεις σχετικά με το εάν το απενεργοποιημένο πυροβόλο όπλο που πρόκειται να μεταφερθεί στο έδαφός τους συμμορφώνεται με τα εν λόγω πρόσθετα μέτρα.

Άρθρο 8

Απαιτήσεις κοινοποίησης

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τυχόν μέτρα που θεσπίζουν σχετικά με το πεδίο που καλύπτει ο παρών κανονισμός, καθώς και τυχόν πρόσθετα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διαδικασίες κοινοποίησης που προβλέπονται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/1535.

Άρθρο 9

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ισχύει από τις 8 Απριλίου 2016.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 15 Δεκεμβρίου 2015.

Για την Επιτροπή,

εξ ονόματος του Προέδρου,

Elżbieta BIEŃKOWSKA

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 256 της 13.9.1991, σ. 51.

(2)  Απόφαση 2014/164/ΕΕ του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2014, για τη σύναψη, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του πρωτοκόλλου για την παράνομη κατασκευή και διακίνηση πυροβόλων όπλων, των εξαρτημάτων τους, των μερών τους και των πυρομαχικών, το οποίο συμπληρώνει τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος (ΕΕ L 89 της 25.3.2014, σ. 7).

(3)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 241 της 17.9.2015, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Τεχνικές προδιαγραφές για την απενεργοποίηση των πυροβόλων όπλων

I.

Οι ενέργειες απενεργοποίησης που πρέπει να εκτελούνται προκειμένου τα πυροβόλα όπλα να καταστούν αμετάκλητα ακατάλληλα για χρήση καθορίζονται βάσει τριών πινάκων:

στον πίνακα I παρατίθενται τα διάφορα είδη πυροβόλων όπλων,

στον πίνακα II περιγράφονται οι ενέργειες που πρέπει να εκτελούνται προκειμένου να καταστεί κάθε ουσιώδες εξάρτημα των πυροβόλων όπλων αμετάκλητα ακατάλληλο για χρήση,

στον πίνακα ΙΙΙ καθορίζονται οι ενέργειες απενεργοποίησης που πρέπει να εκτελεστούν για τα διάφορα είδη πυροβόλων όπλων.

II.

Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνικές εξελίξεις που συντελούνται στα πυροβόλα όπλα και οι εργασίες απενεργοποίησης που διενεργούνται κατά καιρούς, οι παρούσες τεχνικές προδιαγραφές θα αναθεωρούνται και θα επικαιροποιούνται σε τακτική βάση, τουλάχιστον κάθε 2 έτη.

III.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή και ενιαία εφαρμογή των εργασιών απενεργοποίησης των πυροβόλων όπλων, η Επιτροπή θα συντάξει ορισμούς σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.

ΠΙΝΑΚΑΣ I: Κατάλογος ειδών πυροβόλων όλων

ΕΙΔΗ ΠΥΡΟΒΟΛΩΝ ΟΠΛΩΝ

1

Πιστόλια (μονής βολής, ημιαυτόματα)

2

Περίστροφα (συμπεριλαμβανομένων των περιστρόφων που οπλίζονται εκ νέου μέσω κυλίνδρου)

3

Μακρύκαννα πυροβόλα όπλα (μη αρθρωτά)

4

Αρθρωτά πυροβόλα όπλα (π.χ. λειόκαννα, με αυλακωτή κάννη, συνδυαστικά, ασφαλιζόμενου/περιστρεφόμενου κλείστρου, βραχέα και μακρύκαννα πυροβόλα όπλα)

5

Μακρύκαννα επαναληπτικά πυροβόλα όπλα (λειόκαννα, με αυλακωτή κάννη)

6

Ημιαυτόματα μακρύκαννα πυροβόλα όπλα (λειόκαννα, με αυλακωτή κάννη)

7

(Πλήρως) αυτόματα πυροβόλα όπλα: π.χ. επιλεγμένα όπλα εφόδου, (υπο) πολυβόλα, (πλήρως) αυτόματα πιστόλια

8

Πυροβόλα όπλα που δεν μπορούν να οπλισθούν παρά μόνο από την κάννη


ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Ειδικές ενέργειες ανά εξάρτημα

ΕΞΑΡΤΗΜΑ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.

ΚΑΝΝΗ

1.1.

Αν η κάννη είναι στερεωμένη στον σκελετόfn (1), ασφαλίστε τη σε ανοικτή θέση με έναν πείρο από σκληρυμένο χάλυβα (διάμετρος > 50 % της θαλάμης, τουλάχιστον 4,5 χιλ.), ο οποίος θα περνάει μέσω της θαλάμης και του σκελετού. Ο πείρος πρέπει να είναι συγκολλημένος (2).

1.2.

Αν η κάννη είναι ελεύθερη (όχι στερεωμένη), ανοίξτε μια διαμήκη σχισμή στο πλήρες μήκος του τοιχώματος της θαλάμης (πλάτος >

Formula

διαμετρήματος και μέγιστο 8 χιλ.) και συγκολλήστε καλά ένα πώμα ή μια ράβδο στην κάννη από την αρχή της θαλάμης (μήκος ≥ 2/3 του μήκους της κάννης).

1.3.

Στο πρώτο ένα τρίτο της κάννης από τη θαλάμη, είτε διανοίξτε οπές (πρέπει να έχουν διάμετρο τουλάχιστον τα 2/3 της διαμέτρου της κάννης για τα λειόκαννα όπλα και την πλήρη διάμετρο της κάννης για όλα τα υπόλοιπα όπλα· τη μία πίσω από την άλλη, 3 για τα βραχέα όπλα, 6 για τα μακρύκαννα) ή ανοίξτε, μετά τη θαλάμη, μια σχισμή σχήματος V (γωνία 60 ± 5°) ανοίγοντας τοπικά την κάννη, ή ανοίξτε, μετά τη θαλάμη, μια διαμήκη σχισμή (πλάτος 8-10 χιλ. ± 0,5 χιλ., μήκος ≥ 52 χιλ.) στην ίδια θέση με τις οπές, ή ανοίξτε μια διαμήκη σχισμή (πλάτος 4 - 6 χιλ. ± 5 χιλ. από τον θάλαμο έως το στόμιο της κάννης, αφήνοντας 5 χιλ. στο στόμιο της κάννης.

1.4.

Για κάννες με ράμπα προώθησης του φυσιγγίου, αφαιρέστε τη ράμπα.

1.5.

Αποτρέψτε την αφαίρεση της κάννης από τον σκελετό με τη βοήθεια ενός πείρου από σκληρυμένο χάλυβα ή με συγκόλληση.

2.

ΚΛΕΙΣΤΡΟ, ΠΕΡΟΝΗ

2.1.

Αφαιρέστε ή κοντύνετε τον επικρουστήρα.

2.2.

Λειάνετε την πρόσοψη της περόνης με γωνία τουλάχιστον 45 μοιρών και σε επιφάνεια μεγαλύτερη από 50 % της πρόσοψης του κλείστρου.

2.3.

Συγκολλήστε την οπή του επικρουστήρα.

3.

ΚΥΛΙΝΔΡΟΣ

3.1.

Αφαιρέστε όλα τα εσωτερικά τοιχώματα από τον κύλινδρο για τουλάχιστον τα 2/3 του μήκους του χαράζοντας έναν κυκλικό δακτύλιο ≥ διαμέτρου του κάλυκα.

3.2.

Όπου είναι δυνατό, πραγματοποιήστε συγκόλληση για να αποτρέψετε την αφαίρεση του κυλίνδρου από τον σκελετό ή, εφόσον είναι δυνατό, χρησιμοποιήστε τα κατάλληλα μέτρα που καθιστούν αδύνατη την αφαίρεση.

4.

ΟΛΚΟΣ

4.1.

Λειάνετε ή αφαιρέστε πάνω από το 50 % της πρόσοψης του κλείστρου με γωνία από 45 έως 90 μοίρες.

4.2.

Αφαιρέστε ή κοντύνετε τον επικρουστήρα.

4.3.

Λειάνετε και συγκολλήστε την οπή του επικρουστήρα.

4.4.

Λειάνετε τις υποδοχές ασφαλείας στο ολκό.

4.5.

Όπου είναι δυνατό, λειάνετε το εσωτερικό του άνω μπροστινού άκρου της θυρίδας απόρριψης στον ολκό σε γωνία 45 μοιρών.

5.

ΣΚΕΛΕΤΟΣ (ΠΙΣΤΟΛΙΑ)

5.1.

Αφαιρέστε τη ράμπα προώθησης του φυσιγγίου.

5.2.

Λειάνετε τουλάχιστον τα 2/3 των κλείστρων ολίσθησης και στις δύο πλευρές του σκελετού.

5.3.

Συγκολλήστε τον αναστολέα του κλείστρου.

5.4.

Αποτρέψτε την αποσυναρμολόγηση πιστολιών με σκελετό πολυμερούς με συγκόλληση. Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, η διαδικασία αυτή μπορεί να εκτελεστεί μετά τον έλεγχο από την εθνική αρχή.

6.

ΑΥΤΟΜΑΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

6.1.

Καταστρέψτε το έμβολο και το σύστημα αερίων με κοπή ή συγκόλληση.

6.2.

Αφαιρέστε το κλείστρο, αντικαταστήστε το με ένα κομμάτι χάλυβα και συγκολλήστε το. Εναλλακτικά, μειώστε το κλείστρο κατά 50 %, συγκολλήστε το και αποκόψτε τις υποδοχές ασφαλείας από την περόνη.

6.3.

Συγκολλήστε τον μηχανισμό της σκανδάλης και, εάν είναι δυνατό, και πάνω στον σκελετό. Αν δεν είναι δυνατή η συγκόλληση στον σκελετό: αφαιρέστε τον μηχανισμό πυροδότησης και πληρώστε το κενό καταλλήλως (π.χ. κολλώντας ένα τεμάχιο εφαρμογής ή γεμίζοντας με εποξική ρητίνη).

6.4.

Αποτρέψτε την αποσυναρμολόγηση του συστήματος της λαβής στον σκελετό με συγκόλληση ή χρησιμοποιήστε τα κατάλληλα μέτρα που καθιστούν αδύνατη την αφαίρεση. Συγκολλήστε καλά τον μηχανισμό τροφοδοσίας των όπλων με ιμάντα τροφοδοσίας φυσιγγίων.

7.

ΕΝΕΡΓΕΙΑ

7.1.

Λειάνετε ένα κωνικό τμήμα με γωνία 60 μοιρών τουλάχιστον (γωνία κορυφής), ώστε να αποκτήσετε διάμετρο βάσης 1 εκ. τουλάχιστον ή ίση με τη διάμετρο της πρόσοψης του κλείστρου.

7.2.

Αφαιρέστε τον επικρουστήρα, μεγεθύνετε την οπή του επικρουστήρα σε διάμετρο τουλάχιστον 5 χιλ. και συγκολλήστε την.

8.

ΓΕΜΙΣΤΗΡΑΣ (όπου ισχύει)

8.1.

Συγκολλήστε τον γεμιστήρα δημιουργώντας κηλίδες συγκόλλησης πάνω στον σκελετό ή τη λαβή, ανάλογα με τον τύπο όπλου, για να αποτρέψετε την αφαίρεση του γεμιστήρα.

8.2.

Αν ο γεμιστήρας λείπει, τοποθετήστε κηλίδες από το υλικό συγκόλλησης στη θέση του γεμιστήρα ή τοποθετήστε ένα σύστημα ασφάλισης για να αποτρέψετε μόνιμα την εισαγωγή του γεμιστήρα.

8.3.

Προωθήστε έναν πείρο από σκληρυμένο χάλυβα μέσα στον γεμιστήρα, τη θαλάμη και τον σκελετό. Ασφαλίστε με συγκόλληση.

9.

ΟΠΛΙΣΜΟΣ ΚΑΝΝΗΣ

9.1.

Αφαιρέστε ή συγκολλήστε την (τις) προστομίδα(-ες), συγκολλήστε την (τις) οπή(-ές).

10.

ΕΠΙΒΡΑΔΥΝΤΗΣ ΗΧΟΥ

10.1.

Αποτρέψτε την αφαίρεση του επιβραδυντή ήχου από την κάννη με τη βοήθεια ενός πείρου από σκληρυμένο χάλυβα ή με συγκόλληση, εάν ο επιβραδυντής ήχου αποτελεί τμήμα του όπλου.

10.2.

Αφαιρέστε όλα τα εσωτερικά μέρη του επιβραδυντή, καθώς και τα σημεία προσάρτησής τους, ώστε να παραμείνει μόνο ο σωλήνας. Διανοίξτε οπές διαμέτρου 5 εκ. έκαστη στον εξωτερικό σωλήνα που απομένει.

Σκληρότητα των παρεμβλημάτων

Σκληρότητα πείρου/πώματος/ράβδου = 58 — 0· + 6 HRC

Συγκόλληση με TIG ανοξείδωτου χάλυβα τύπου ER 316 L


ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Ειδικές ενέργειες ανά βασικό εξάρτημα κάθε είδους πυροβόλου όπλου

ΕΙΔΟΣ

1

2

3

4

5

6

7

8

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Πιστόλια (εκτός των αυτόματων)

Περίστροφα

Μακρύκαννα πυροβόλα όπλα (μη αρθρωτά)

Αρθρωτά πυροβόλα όπλα (λειόκαννα, με αυλακωτή κάννη, συνδυαστικά)

Μακρύκαννα επαναληπτικά πυροβόλα όπλα (λειόκαννα, με αυλακωτή κάννη)

Ημιαυτόματα μακρύκαννα πυροβόλα όπλα (λειόκαννα, με αυλακωτή κάννη)

Αυτόματα πυροβόλα όπλα: όπλα εφόδου, (υπο)πολυβόλα

Πυροβόλα όπλα που δεν μπορούν να οπλισθούν παρά μόνο από την κάννη

1.1

 

 

X

 

X

X

X

 

1.2 και 1.3

X

X

X

X

X

X

X

X

1.4

X

 

 

 

 

X

X

 

1.5

 

X

 

 

 

 

 

 

2.1

 

 

X

 

X

X

X

 

2.2

 

 

X

 

X

X

X

 

2.3

 

 

X

 

X

X

X

 

3.1

 

X

 

 

 

 

 

 

3.2

 

X

 

 

 

 

 

 

4.1

X

 

 

 

 

 

Χ (για αυτόματα πιστόλια)

 

4.2

X

 

 

 

 

 

Χ (για αυτόματα πιστόλια)

 

4.3

X

 

 

 

 

 

Χ (για αυτόματα πιστόλια)

 

4.4

X

 

 

 

 

 

Χ (για αυτόματα πιστόλια)

 

4.5

X

 

 

 

 

X

Χ (για αυτόματα πιστόλια)

 

5.1

X

 

 

 

 

 

Χ (για αυτόματα πιστόλια)

 

5.2

X

 

 

 

 

 

Χ (για αυτόματα πιστόλια)

 

5.3

X

 

 

 

 

 

Χ (για αυτόματα πιστόλια)

 

5.4

Χ (σκελετός από πολυμερές)

 

 

 

 

 

Χ (για αυτόματα πιστόλια)

 

6.1

 

 

 

 

 

X

X

 

6.2

 

 

 

 

 

X

X

 

6.3

 

 

 

 

 

 

X

 

6.4

 

 

 

 

 

 

X

 

7.1

 

 

 

X

 

 

 

 

7.2

 

X

 

X

 

 

 

 

8.1 ή 8.2

X

 

 

 

X

X

X

 

8.3

 

 

 

 

Χ (σωλήνας γεμιστήρα)

Χ (σωλήνας γεμιστήρα)

 

 

9.1

 

X

 

 

 

 

 

X

10.1

X

 

X

 

X

X

X

 

10.2

X

 

X

X

X

X

X

 


(1)  Κάννη στερεωμένη στον σκελετό με βίδες ή αρπάγες ή άλλη διαδικασία.

(2)  Η συγκόλληση είναι μια διαδικασία κατασκευής ή διαμόρφωσης με την οποία ενώνονται υλικά, συνήθως μέταλλα ή θερμοπλαστικά, προκαλώντας σύντηξη.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Υπόδειγμα σήμανσης των απενεργοποιημένων πυροβόλων όπλων

Image

1)

Σήμα απενεργοποίησης

2)

Χώρα απενεργοποίησης — επίσημος διεθνής κωδικός

3)

Σύμβολο της οντότητας που πιστοποίησε την απενεργοποίηση του πυροβόλου όπλου

4)

Έτος απενεργοποίησης

Το πλήρες σήμα τοποθετείται μόνο στον σκελετό του πυροβόλου όπλου, ενώ το σήμα απενεργοποίησης (1) και η χώρα απενεργοποίησης (2) τοποθετούνται σε όλα τα υπόλοιπα βασικά εξαρτήματα.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Image


19.12.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 333/73


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/2404 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 16ης Δεκεμβρίου 2015

για τη μείωση των αλιευτικών ποσοστώσεων που διατέθηκαν για ορισμένα αποθέματα το 2015 λόγω υπεραλίευσης άλλων αποθεμάτων κατά τα προηγούμενα έτη και για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/1801

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, τροποποιήσεως των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 847/96, (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, (ΕΚ) αριθ. 811/2004, (ΕΚ) αριθ. 768/2005, (ΕΚ) αριθ. 2115/2005, (ΕΚ) αριθ. 2166/2005, (ΕΚ) αριθ. 388/2006, (ΕΚ) αριθ. 509/2007, (ΕΚ) αριθ. 676/2007, (ΕΚ) αριθ. 1098/2007, (ΕΚ) αριθ. 1300/2008, (ΕΚ) αριθ. 1342/2008 και καταργήσεως των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93, (ΕΚ) αριθ. 1627/94 και (ΕΚ) αριθ. 1966/2006 (1) και ιδίως το άρθρο 105 παράγραφοι 1, 2, 3 και 5

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι αλιευτικές ποσοστώσεις για το 2014 καθορίστηκαν με:

τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1262/2012 του Συμβουλίου (2),

τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1180/2013 του Συμβουλίου (3),

τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 24/2014 (4), και

τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 43/2014 του Συμβουλίου (5).

(2)

Οι αλιευτικές ποσοστώσεις για το 2015 καθορίστηκαν με:

τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1221/2014 του Συμβουλίου (6),

τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1367/2014 του Συμβουλίου (7),

τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2015/104 του Συμβουλίου (8), και

τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/106 του Συμβουλίου (9).

(3)

Σύμφωνα με το άρθρο 105 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009, όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ένα κράτος μέλος υπερέβη τις ποσοστώσεις που του χορηγήθηκαν, επιβάλλει μειώσεις στις μελλοντικές ποσοστώσεις του εν λόγω κράτους μέλους.

(4)

Βάσει του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/1801 της Επιτροπής, (10) μειώθηκαν οι αλιευτικές ποσοστώσεις για ορισμένα αποθέματα το 2015 λόγω υπεραλίευσης κατά τα προηγούμενα έτη.

(5)

Εντούτοις, για ορισμένα κράτη μέλη δεν ήταν δυνατόν να επιβληθούν μειώσεις βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1801 σε ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν για τα αποθέματα που υπεραλιεύθηκαν, διότι οι εν λόγω ποσοστώσεις δεν ήταν διαθέσιμες για τα εν λόγω κράτη μέλη το 2015.

(6)

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ανταλλαγές αλιευτικών δυνατοτήτων που συμφωνήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 (11) επέτρεψαν μερικές μειώσεις. Οι υπόλοιπες ποσότητες θα πρέπει να μεταφερθούν σε άλλα αποθέματα, σύμφωνα με το άρθρο 105 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009.

(7)

Το άρθρο 105 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 ορίζει ότι, εάν δεν είναι δυνατόν να επιβληθούν μειώσεις επί των υπεραλιευόμενων αποθεμάτων κατά το έτος που έπεται της υπεραλίευσης επειδή το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν έχει διαθέσιμη ποσόστωση, η μείωση επιβάλλεται σε άλλα αποθέματα, διαθέσιμα στην ίδια γεωγραφική περιοχή ή με την ίδια εμπορική αξία. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής αριθ. 2012/C-72/07, (12) οι εν λόγω μειώσεις πρέπει να επιβάλλονται, κατά προτίμηση, στις ποσοστώσεις που έχουν χορηγηθεί για αποθέματα που έχουν αλιευθεί από τον ίδιο στόλο που έχει υπεραλιεύσει την ποσόστωση, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να αποφεύγονται οι απορρίψεις σε μεικτούς τύπους αλιείας.

(8)

Ζητήθηκε η γνώμη των οικείων κρατών μελών για τις προτεινόμενες μειώσεις σε ποσοστώσεις που χορηγήθηκαν για αποθέματα άλλα, πλην εκείνων που αποτέλεσαν αντικείμενο υπεραλίευσης.

(9)

Κατόπιν αιτήσεως της Πορτογαλίας, το κοκκινόψαρο στα νορβηγικά ύδατα των ζωνών I και II (RED/1N2AB.) θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως εναλλακτικό απόθεμα για να αντισταθμίσει την υπεραλίευση 371 766 χιλιογράμμων και 178 850 χιλιογράμμων μπακαλιάρου και μαύρου μπακαλιάρου αντιστοίχως στα νορβηγικά ύδατα των ζωνών I και II (HAD/1N2AB. και POK/1N2AB.) κατά τα προηγούμενα έτη. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η πορτογαλική ποσόστωση κοκκινόψαρου για το 2015 στα νορβηγικά ύδατα των ζωνών Ι και ΙΙ ανέρχεται σε 405 000 χιλιόγραμμα και δεν επαρκεί για να καλύψει τις μειώσεις που πρέπει να επιβληθούν για αμφότερα τα υπεραλιευόμενα αποθέματα, η εν λόγω ποσόστωση θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για το σύνολο της διαθέσιμης ποσότητας και η υπόλοιπη ποσότητα των 145 616 χιλιογράμμων θα πρέπει να αφαιρεθεί κατά το(τα) επόμενο(-α) έτος(-η) από τον μαύρο μπακαλιάρο στην ίδια περιοχή (POK/1N2AB.) μέχρι την πλήρη απόδοση της υπεραλιευθείσας ποσότητας.

(10)

Επιπλέον, ορισμένες μειώσεις που προβλέπονται βάσει του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/1801 φαίνεται πως είναι ανεπαρκείς. Οι απαιτούμενες μειώσεις φαίνεται πως είναι μεγαλύτερες από τις προσαρμοσμένες ποσοστώσεις που διατέθηκαν για το 2015 και, κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να επιβληθούν αποκλειστικά στην εν λόγω ποσόστωση. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής 2012/C-72/07, οι υπόλοιπες ποσότητες θα πρέπει να αφαιρεθούν από τις προσαρμοσμένες ποσοστώσεις που διατίθενται τα επόμενα έτη.

(11)

Βάσει του εκτελεστικού κανονισμού 2015/1170 της Επιτροπής (13), ποσότητα 3 369 χιλιογράμμων που αντιστοιχεί στο 10 % της ισπανικής προσαρμοσμένης ποσόστωσης καραβίδας για το 2014 στις ζώνες IX και Χ και στα ενωσιακά ύδατα της CECAF 34.1.1 (NEP/9/3411) δεν είναι πλέον διαθέσιμη για την Ισπανία λόγω μεταφοράς ποσόστωσης. Συνεπώς, η διαθέσιμη ποσότητα 9 287 χιλιογράμμων που αφαιρέθηκε από την οφειλόμενη εναπομένουσα μείωση 19 000 χιλιογράμμων για το εν λόγω απόθεμα θα πρέπει να μειωθεί σε 5 918 χιλιόγραμμα και θα πρέπει να εφαρμοστεί αμέσως περαιτέρω μείωση 3 369 χιλιογράμμων.

(12)

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/1801 θα πρέπει, επομένως, να τροποποιηθεί αναλόγως.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι αλιευτικές ποσοστώσεις για το 2015 που αναφέρονται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού μειώνονται με την επιβολή μειώσεων, εναλλακτικά, σε άλλα αποθέματα που ορίζονται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Το παράρτημα του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/1801 αντικαθίσταται από το κείμενο του παραρτήματος II του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 16 Δεκεμβρίου 2015.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1262/2012 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2012, περί καθορισμού για το 2013 και το 2014, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων βαθέων υδάτων, των αλιευτικών δυνατοτήτων για τα σκάφη της ΕΕ (ΕΕ L 356 της 22.12.2012, σ. 22).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1180/2013 του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2013, περί καθορισμού, για το 2014, των αλιευτικών δυνατοτήτων για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων στη Βαλτική θάλασσα (ΕΕ L 313 της 22.11.2013, σ. 4).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 24/2014 του Συμβουλίου, της 10ης Ιανουαρίου 2014, περί καθορισμού, για το 2014, των αλιευτικών δυνατοτήτων για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων στον Εύξεινο Πόντο (ΕΕ L 9 της 14.1.2014, σ. 4).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 43/2014 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2014, σχετικά με τον καθορισμό, για το 2014, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα, και για τα ενωσιακά σκάφη, σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα (ΕΕ L 24 της 28.1.2014, σ. 1).

(6)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1221/2014 του Συμβουλίου, της 10ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με τον καθορισμό, για το 2015, των αλιευτικών δυνατοτήτων για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που ισχύουν στη Βαλτική Θάλασσα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 43/2014 και (ΕΕ) αριθ. 1180/2013 (ΕΕ L 330 της 15.11.2014, σ. 16).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1367/2014 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2014, σχετικά με τον καθορισμό, για το 2015 και το 2016, των αλιευτικών δυνατοτήτων για τα ενωσιακά αλιευτικά σκάφη για ορισμένα αποθέματα ιχθύων βαθέων υδάτων (ΕΕ L 366 της 20.12.2014, σ. 1).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/104 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2015, σχετικά με τον καθορισμό, για το 2015, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων στα ενωσιακά ύδατα, και για τα ενωσιακά σκάφη, σε ορισμένα μη ενωσιακά ύδατα, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 43/2014 καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 779/2014 (ΕΕ L 22 της 28.1.2015, σ. 1).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/106 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2015, περί καθορισμού, για το 2015, των αλιευτικών δυνατοτήτων στον Εύξεινο Πόντο για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων (ΕΕ L 19 της 24.1.2015, σ. 8).

(10)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/1801 της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 2015, για τη μείωση αλιευτικών ποσοστώσεων που διατέθηκαν για ορισμένα αποθέματα το 2015 λόγω υπεραλίευσης κατά τα προηγούμενα έτη (ΕΕ L 263 της 8.10.2015, σ. 19).

(11)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1380/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την κοινή αλιευτική πολιτική, την τροποποίηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1954/2003 και (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 και (ΕΚ) αριθ. 639/2004 και της απόφασης 2004/585/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 354 της 28.12.2013, σ. 22).

(12)  ΕΕ C 72 της 10.3.2012, σ. 27.

(13)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/1170 της Επιτροπής, της 16ης Ιουλίου 2015, για την προσαύξηση των ποσοστώσεων αλιείας για το 2015, με την προσθήκη ορισμένων ποσοτήτων που διατηρήθηκαν το έτος 2014, δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 847/96 του Συμβουλίου (ΕΕ L 189 της 17.7.2015, σ. 2).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΩΝ ΓΙΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ ΑΛΛΑ, ΠΛΗΝ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΑΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΥΠΕΡΑΛΙΕΥΣΗΣ

Κράτος μέλος

Κωδικός είδους

Κωδικός περιοχής

Ονομασία είδους

Ονομασία περιοχής

Επιτρεπόμενες εκφορτώσεις για το 2014 (συνολική προσαρμοσμένη ποσότητα σε τόνους) (1)

Σύνολο αλιευμάτων 2014 (ποσότητα σε χιλιόγραμμα)

Κατανάλωση ποσόστωσης (%)

Υπεραλίευση που συνδέεται με επιτρεπόμενες εκφορτώσεις (ποσότητα σε χιλιόγραμμα)

Πολλαπλασιαστικός συντελεστής (2)

Πρόσθετος πολλαπλασιαστικός συντελεστής (3)  (4)

Εναπομένουσα μείωση από το 2014 (5) (ποσότητα σε χιλιόγραμμα)

Εναπομένον υπόλοιπο (6) ποσότητα σε χιλιόγραμμα)

Μειώσεις 2015 (ποσότητα σε χιλιόγραμμα)

Μειώσεις που εφαρμόζονται ήδη το 2015 για το ίδιο απόθεμα (ποσότητα σε χιλιόγραμμα) (7)

Εναπομένουσα ποσότητα που πρέπει να αφαιρεθεί από εναλλακτικό απόθεμα (σε χιλιόγραμμα)

 

ES

DWS

56789-

Καρχαρίες βαθέων υδάτων

Ενωσιακά και διεθνή ύδατα των V, VI, VII, VIII και IX

0

3 039

Α/A

3 039

/

A

/

/

4 559

0

4 559

Μείωση που πρέπει να γίνει στο παρακάτω απόθεμα

ES

BSF

56712-

Μαύρο σπαθόψαρο

Ενωσιακά και διεθνή ύδατα των ζωνών V, VI, VII και XII

/

/

/

/

/

/

/

/

/

/

4 559

 

ES

GHL

1N2AB.

Ιππόγλωσσα Γροιλανδίας

Νορβηγικά ύδατα των ζωνών I και II

0

22 685

Α/A

22 685

/

/

/

/

22 685

0

22 685

Μείωση που πρέπει να γίνει στο παρακάτω απόθεμα

ES

RED

1N2AB.

Κοκκινόψαρο

Νορβηγικά ύδατα των ζωνών I και II

/

/

/

/

/

/

/

/

/

/

22 685

 

ES

HAD

5BC6A.

Εγκλεφίνος

Ενωσιακά και διεθνή ύδατα των ζωνών Vb και VIa

2 840

18 933

666,65 %

16 093

/

A

12 540

/

36 680

2 564

34 116

Μείωση που πρέπει να γίνει στο παρακάτω απόθεμα

ES

LIN

6X14.

Μουρούνα

Ενωσιακά και διεθνή ύδατα των ζωνών VI, VII, VIII, IX, X, XII και XIV

/

/

/

/

/

/

/

/

/

/

34 116

 

ES

HAD

7X7A34

Εγκλεφίνος

VIIb-k, VIII, IX και X· Ενωσιακά ύδατα της CECAF 34.1.1.

0

3 075

Α/A

3 075

/

A

/

/

4 613

0

4 613

Μείωση που πρέπει να γίνει στο παρακάτω απόθεμα

ES

WHG

08

Νταούκι Ατλαντικού

VIII

/

/

/

/

/

/

/

/

/

/

4 613

 

ES

OTH

1N2AB.

Άλλα είδη

Νορβηγικά ύδατα των ζωνών I και II

0

26 744

Α/A

26 744

/

/

/

/

26 744

4 281

22 463

Μείωση που πρέπει να γίνει στο παρακάτω απόθεμα

ES

RED

1N2AB

Κοκκινόψαρο

Νορβηγικά ύδατα των ζωνών I και II

/

/

/

/

/

/

/

/

/

/

22 463

 

ES

POK

56-14

Μαύρος μπακαλιάρος

VI· Ενωσιακά και διεθνή ύδατα των ζωνών Vb, XII και XIV

4 810

8 703

180,94 %

3 893

/

/

/

/

3 893

0

3 893

Μείωση που πρέπει να γίνει στο παρακάτω απόθεμα

ES

BLI

5B67-

Μουρούνα διπτερύγιος

Ενωσιακά και διεθνή ύδατα των ζωνών Vb, VI, VII

/

/

/

/

/

/

/

/

/

/

3 893

 

NL

HKE

3A/BCD

Μπακαλιάρος

IIIa· Ενωσιακά ύδατα των υποδιαιρέσεων 22-32

0

1 655

Α/A

1 655

/

C

/

/

2 482

0

2 482

Μείωση που πρέπει να γίνει στο παρακάτω απόθεμα

NL

PLE

2A3AX4

Ευρωπαϊκή χωματίδα

IV· Ενωσιακά ύδατα της IIa· αυτό το μέρος της ζώνης IIIa δεν εντάσσεται στο Skagerrak και το Kattegat

/

/

/

/

/

/

/

/

/

/

2 482

 

NL

RED

1N2AB.

Κοκκινόψαρο

Νορβηγικά ύδατα των ζω