ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 183

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

58ό έτος
10 Ιουλίου 2015


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2015/1091 της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τα μέτρα κρατικής ενίσχυσης SA.34191 (2012/C) (πρώην 2012/NN) (πρώην 2012/CP) που έθεσε σε εφαρμογή η Λετονία υπέρ της A/S Air Baltic Corporation (airBaltic) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2014) 4552]  ( 1 )

1

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2015/1092 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις SA.34824 (2012/C), SA.36007 (2013/NN), SA.36658 (2014/NN), SA.37156 (2014/NN), SA.34534 (2012/NN), που εφάρμοσε η Ελλάδα για τον όμιλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με:
[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2014) 5201]
 ( 1 )

29

 

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΦΟΡΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΣΤΑΘΕΙ ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

 

*

Κανονισμός αριθ. 95 της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (OEE/HE) — Ενιαίες διατάξεις σχετικά με την έγκριση οχημάτων όσον αφορά την προστασία των επιβατών σε περίπτωση πλευρικής σύγκρουσης [2015/1093]

91

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

10.7.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 183/1


ΑΠΌΦΑΣΗ (ΕΕ) 2015/1091 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 9ης Ιουλίου 2014

σχετικά με τα μέτρα κρατικής ενίσχυσης SA.34191 (2012/C) (πρώην 2012/NN) (πρώην 2012/CP) που έθεσε σε εφαρμογή η Λετονία υπέρ της A/S Air Baltic Corporation (airBaltic)

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2014) 4552]

(Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Έχοντας υπόψη την απόφαση της Επιτροπής για την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το μέτρο ενίσχυσης SA.34191 (2012/C) (πρώην 2012/NN) (πρώην 2012/CP) (1),

Αφού κάλεσε τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.1.   Η ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ — SA.33799 (2011/PN)

(1)

Με την κοινοποίηση αριθ. 6332, της 18ης Οκτωβρίου 2011, μέσω του διαδραστικού συστήματος κοινοποίησης κρατικών ενισχύσεων SANI, η οποία καταχωρίστηκε στις 20 Οκτωβρίου 2011, η Λετονία κοινοποίησε προκαταρκτικά στην Επιτροπή δάνειο 16 εκατ. λετονικών λατς (LVL) (22,65 εκατ. ευρώ) (2) υπέρ της A/S Air Baltic Corporation (εφεξής «airBaltic» ή «η εταιρεία»). Μολονότι οι λετονικές αρχές ήταν της άποψης ότι το δάνειο δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση, προέβησαν σε προκαταρκτική κοινοποίηση για λόγους ασφάλειας δικαίου και διαφάνειας. Η εν λόγω προκαταρκτική κοινοποίηση καταχωρίστηκε με αριθμό αναφοράς SA.33799 (2011/PN).

(2)

Στις 27 Οκτωβρίου 2011 πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση με τις λετονικές αρχές και τους συμβούλους τους, μετά την οποία ακολούθησε η υποβολή συμπληρωματικών πληροφοριών από τις λετονικές αρχές με επιστολή της 7ης Νοεμβρίου 2011. Η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες με επιστολές ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 16ης Νοεμβρίου 2011, της 17ης Νοεμβρίου 2011, της 1ης Δεκεμβρίου 2011 και της 9ης Δεκεμβρίου 2011, στις οποίες οι λετονικές αρχές απάντησαν με επιστολές ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 16 Νοεμβρίου 2011, στις 22 Νοεμβρίου 2011, στις 7 Δεκεμβρίου 2011 και στις 13 Δεκεμβρίου 2011 αντίστοιχα.

(3)

Στις 4 Ιανουαρίου 2012, η Λετονία υπέβαλε συμπληρωματικές πληροφορίες και διευκρίνισε ότι το δάνειο των 16 εκατ. LVL, το οποίο αναφέρεται στο τμήμα 1.1, είχε χορηγηθεί στην εταιρεία ήδη από την 21η Οκτωβρίου 2011, χωρίς προηγούμενη έγκριση από την Επιτροπή. Επιπλέον, στις 13 Δεκεμβρίου 2011 το λετονικό κράτος αποφάσισε να προβεί σε αύξηση του κεφαλαίου της εταιρείας και στις 14 Δεκεμβρίου 2011 χορήγησε δεύτερο δάνειο στην airBaltic.

(4)

Λόγω του γεγονότος ότι το μέτρο ενίσχυσης είχε εφαρμοστεί υπέρ της εταιρείας και λόγω καταγγελίας που ελήφθη στις 9 Ιανουαρίου 2012 (βλέπε τμήμα 1.2 κατωτέρω), οι λετονικές αρχές απέσυραν την προκαταρκτική κοινοποίησή τους με επιστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 21ης Φεβρουαρίου 2012. Η υπόθεση κρατικής ενίσχυσης SA.33799 (2011/PN) περατώθηκε διοικητικώς στις 27 Φεβρουαρίου 2012.

1.2.   ΟΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ — SA.34191 (2012/C) (πρώην 2012/NN) (πρώην 2012/CP)

(5)

Στις 9 Ιανουαρίου 2012, η Επιτροπή έλαβε καταγγελία την οποία υπέβαλε η εταιρεία ιδιωτικού δικαίου SIA Baltijas aviācijas sistēmas (εφεξής «BAS» ή «η καταγγέλλουσα»), πρώην μέτοχος της airBaltic, σχετικά με ισχυρισμούς περί της λήψης διαφόρων μέτρων υπέρ της airBaltic από το λετονικό κράτος.

(6)

Με επιστολή της 23ης Ιανουαρίου 2012, η Επιτροπή διαβίβασε την καταγγελία στη Λετονία ώστε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, και η Λετονία απάντησε στις 13 Μαρτίου 2012. Με επιστολή της 14ης Μαΐου 2012, η Επιτροπή ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από τη Λετονία, η οποία και τις διαβίβασε στις 16 Ιουλίου 2012.

(7)

Με επιστολή της 18ης Ιουλίου 2012, η οποία καταχωρίστηκε στις 20 Ιουλίου 2012, η Επιτροπή έλαβε νέα καταγγελία από την κ. Inga Piterniece, πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου της BAS, σχετικά με ισχυρισμούς περί της λήψης και άλλου μέτρου υπέρ της airBaltic από το λετονικό κράτος. Με επιστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 24ης Ιουλίου 2012, η Επιτροπή διαβίβασε τη νέα καταγγελία στη Λετονία, ώστε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, και η Λετονία απάντησε στις 22 Αυγούστου και στις 4 Σεπτεμβρίου 2012.

(8)

Στις 5 Ιουλίου και στις 17 Αυγούστου 2012 πραγματοποιήθηκαν συνεδριάσεις με τις λετονικές αρχές, τους συμβούλους τους και εκπροσώπους της airBaltic.

(9)

Με επιστολή της 20ής Νοεμβρίου 2012, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Λετονία ότι είχε αποφασίσει να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ») σχετικά με το εν λόγω μέτρο ενίσχυσης («η απόφαση κίνησης της διαδικασίας»). Η Λετονία υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας με επιστολή της 23ης Ιανουαρίου 2013. Η Επιτροπή ζήτησε από τη Λετονία να παράσχει πληροφορίες με επιστολή της 6ης Μαρτίου 2013, στην οποία η Λετονία απάντησε στις 8 Απριλίου 2013. Επιπροσθέτως, στις 25 Ιουνίου 2013 πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση με τις λετονικές αρχές, μετά την οποία η Λετονία υπέβαλε συμπληρωματικές πληροφορίες στις 14 Αυγούστου, στις 18 Σεπτεμβρίου και στις 9 και 25 Οκτωβρίου 2013. Στις 22 Οκτωβρίου και 22 Νοεμβρίου 2013 καθώς και στις 10 Ιανουαρίου 2014 πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω συνεδριάσεις με τις λετονικές αρχές και τους νόμιμους εκπροσώπους τους. Η Λετονία υπέβαλε συμπληρωματικές πληροφορίες στις 7 και 8 Νοεμβρίου, στις 2, 13 και 20 Δεκεμβρίου 2013, καθώς και στις 28 και 31 Ιανουαρίου, στις 28 Φεβρουαρίου, στις 24 και 26 Μαρτίου, στις 9 Απριλίου και στις 16 Μαΐου 2014.

(10)

Η απόφαση κίνησης της διαδικασίας που εξέδωσε η Επιτροπή δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (3) στις 8 Μαρτίου 2013. Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα μέτρα.

(11)

Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τη Ryanair και την airBaltic, καθώς και από τρεις ιδιώτες εξ ονόματος πιστωτών της airBaltic (FLS, AB Jet και Eurobalt Junipro). Η Επιτροπή διαβίβασε τις παρατηρήσεις αυτές στη Λετονία, στην οποία δόθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει σχετικά τις απόψεις της· οι παρατηρήσεις της Λετονίας παρελήφθησαν με επιστολή της 27ης Μαΐου 2013.

(12)

Με επιστολή της 4ης Ιουλίου 2014, η Λετονία συμφώνησε να παραιτηθεί των δικαιωμάτων της που απορρέουν από το άρθρο 342 της ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1/1958, και να αποδεχθεί την έκδοση και την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης στην αγγλική γλώσσα.

2.   Η ΛΕΤΟΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ

(13)

Η αγορά αερομεταφορών στη Λετονία αναπτύχθηκε ταχύτατα μετά την προσχώρηση της Λετονίας στην ΕΕ. Κατά την περίοδο 2003-2007, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της επιβατικής κίνησης στον διεθνή αερολιμένα της Ρίγας, συμπεριλαμβανομένων των εξυπηρετούμενων επιβατών από σημείο σε σημείο και των μετεπιβιβαζόμενων επιβατών, άγγιξε το 47 %, σημειώνοντας αύξηση από περίπου 700 000 επιβάτες το 2003 σε 3,2 εκατ. επιβάτες το 2007. Η είσοδος αερομεταφορέων χαμηλού κόστους, ιδίως της Ryanair, στην αγορά συνέβαλε στην ανάπτυξη της αγοράς, δεδομένου ότι δημιουργήθηκε σημαντική νέα ζήτηση με την έναρξη λειτουργίας νέων δρομολογίων.

(14)

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-2009 έπληξε δριμύτατα την οικονομική ανάπτυξη της Λετονίας και, κατά συνέπεια, τη λετονική αγορά αερομεταφορών. Λόγω της κρίσης, ο αριθμός των εξυπηρετούμενων επιβατών από σημείο σε σημείο στη Λετονία μειώθηκε από 3,2 εκατ. το 2008 σε 2,7 εκατ. το 2009, παρά το γεγονός ότι ο συνολικός αριθμός επιβατών συνέχισε να αυξάνεται χάρη στους μετεπιβιβαζόμενους επιβάτες.

(15)

Από το 2010 και μετά ξεκίνησε εκ νέου η συνολική ανάπτυξη της αγοράς, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 12 %. Η αγορά της εξυπηρετούμενης επιβατικής κίνησης από σημείο σε σημείο παρουσίασε μέση ετήσια αύξηση 9 %, ενώ η ετήσια αύξηση της αγοράς μετεπιβιβαζόμενων επιβατών έφτασε στο 18 %. Στο μέλλον αναμένεται ότι η λετονική αγορά αερομεταφορών θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 7 % κατά την περίοδο 2012-2015.

(16)

Ο διεθνής αερολιμένας της Ρίγας κατέχει ηγετική θέση στην περιοχή της Βαλτικής. Το 2011, ταξίδεψαν από/προς τη Ρίγα περίπου 5,1 εκατ. επιβάτες, έναντι 1,9 εκατ. επιβατών που ταξίδεψαν από/προς το Τάλιν και 1,7 εκατ. επιβατών που ταξίδεψαν από/προς το Βίλνιους. Το 2011, η airBaltic εξυπηρέτησε το 66 % των επιβατών που διακινήθηκαν μέσω Ρίγας, ενώ η Ryanair, ο δεύτερος μεγαλύτερος αερομεταφορέας και κύριος ανταγωνιστής της airBaltic, εξυπηρέτησε το 20 % των επιβατών. Δρομολόγια από/προς τη Ρίγα εκτελούσαν και άλλες 15 εταιρείες (πάροχοι ολοκληρωμένων υπηρεσιών και αερομεταφορείς χαμηλού κόστους), οι οποίες κάλυπταν το 14 % του συνολικού αριθμού των επιβατών (4).

3.   Ο ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ

(17)

Η airBaltic ιδρύθηκε το 1995 μέσω κοινοπραξίας μεταξύ της Scandinavian Airlines SAS και του λετονικού κράτους. Τον Ιανουάριο του 2009, η SAS πούλησε στην BAS το σύνολο των μετοχών που κατείχε στην εταιρεία (47,2 %).

(18)

Από στοιχεία που δημοσιεύτηκαν στον Τύπο προκύπτει ότι η BAS είχε συσταθεί ως εταιρεία ιδιωτικού δικαίου, η οποία ανήκε εξ ολοκλήρου στην κυριότητα του κ. Bertolt Flick έως τον Δεκέμβριο του 2010, οπότε το 50 % των μετοχών της μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων Taurus Asset Management Fund Ltd («Taurus») με έδρα τις Μπαχάμες (5).

(19)

Τον Οκτώβριο του 2011, οι μέτοχοι της airBaltic ήταν το λετονικό κράτος, μέσω του Υπουργείου Μεταφορών, με μερίδιο 52,6 % των μετοχών, και η BAS, με μερίδιο 47,2 %, ενώ οι υπόλοιπες μετοχές (0,2 %) ανήκαν στη ρωσική αεροπορική εταιρεία Transaero. Εκείνη την περίοδο, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της airBaltic ήταν ο κ. Bertolt Flick. Από την 1η Νοεμβρίου 2011, διευθύνων σύμβουλος της airBaltic είναι ο κ. Martin Gauss, πρώην διευθύνων σύμβουλος των αερογραμμών Malév.

(20)

Βάσει των στοιχείων που διαβίβασαν οι λετονικές αρχές προκύπτει ότι η BAS είχε προσφέρει ως εγγύηση στη Latvijas Krājbanka, τη λετονική θυγατρική της λιθουανικής τράπεζας Snoras (6), το 47,2 % της συμμετοχής της στην airBaltic. Στις 16 Νοεμβρίου 2011, η Snoras κατέρρευσε και εθνικοποιήθηκε (7). Στις 17 Νοεμβρίου 2011, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών της Λετονίας εξέδωσε εντολή περιορισμού των τραπεζικών πράξεων της Latvijas Krājbanka που υπερέβαιναν το ποσό των 100 000 ευρώ (8). Με εντολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών της 21ης Νοεμβρίου 2011, οι πράξεις της Latvijas Krājbanka ανεστάλησαν και ορίστηκε διοίκηση από διαχειριστές (9).

(21)

Από τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν συνάγεται ότι η BAS αθέτησε ορισμένες από τις οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι της Latvijas Krājbanka. Κατά συνέπεια, στις 30 Νοεμβρίου 2011, η Latvijas Krājbanka πούλησε στο Υπουργείο Μεταφορών όλες τις μετοχές της airBaltic που κατείχε, και που προηγουμένως ανήκαν στην BAS, εκτός από μία, στην ονομαστική τους αξία, που ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 224 453 LVL (317 787 ευρώ) (10). Κατόπιν τούτου, η συμμετοχή της Λετονίας στην airBaltic αυξήθηκε στο ποσοστό του 99,8 %, ενώ η BAS διατήρησε στην κατοχή της μόνο μία μετοχή.

(22)

Από αναφορές στον Τύπο προκύπτει ακόμη ότι οι μέτοχοι της BAS είχαν προσφέρει επίσης ως εγγύηση στη Latvijas Krājbanka τις μετοχές που κατείχαν στην BAS (11). Στις 6 Φεβρουαρίου 2012, στο πλαίσιο της διαδικασίας αφερεγγυότητας που κινήθηκε έναντι της BAS (12), μια θυγατρική εταιρεία της Latvijas Krājbanka εξαγόρασε τις μετοχές της BAS από τους προηγούμενους μετόχους και διόρισε νέα διοίκηση.

(23)

Τέλος, φαίνεται ότι, στις 8 Ιουνίου 2012, το λετονικό κράτος αγόρασε από την BAS τη μοναδική μετοχή που κατείχε στην airBaltic έναντι 1 LVL. Επομένως, από την ημερομηνία αυτή και μετά, η BAS δεν είναι πλέον μέτοχος της airBaltic (13).

(24)

Όσον αφορά τη χρηματοοικονομική κατάσταση της airBaltic, οι λετονικές αρχές διευκρινίζουν ότι η εταιρεία ξεκίνησε να αντιμετωπίζει δυσχέρειες το 2008, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της δραματικής αύξησης στην τιμή του πετρελαίου. Συνεπεία τούτου, η airBaltic κατέγραψε το 2008 ζημίες 28 εκατ. LVL (39,64 εκατ. ευρώ). Το 2009, ωστόσο, η εταιρεία παρουσίασε εκ νέου κέρδη ύψους 14 εκατ. LVL (19,82 εκατ. ευρώ) (14). Το 2010, η airBaltic σημείωσε και πάλι ζημίες της τάξης των 34,2 εκατ. LVL (48,42 εκατ. ευρώ). Τον Ιούνιο του 2011, ο υπουργός Οικονομίας της Λετονίας δήλωσε ότι η airBaltic παρουσίαζε ζημίες ύψους 18 εκατ. LVL (25,48 εκατ. ευρώ) κατά τους πρώτους πέντε μήνες του 2011 και ότι βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας (15). Στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, η airBaltic υπέβαλε αίτηση νομικής προστασίας έναντι των πιστωτών της (16). Τα αποτελέσματα του λογιστικού ελέγχου που διενεργήθηκε για το 2011 καταδεικνύουν ζημία ύψους 83,5 εκατ. LVL (118,22 εκατ. ευρώ).

(25)

Στις 27 Αυγούστου 2012, η Λετονία δημοσίευσε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για δυνητικούς επενδυτές για την εξαγορά του 50 % των ψήφων επί του κεφαλαίου της airBaltic (17) πλην μιας, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται και πράξεις διαφορετικού χαρακτήρα. Ως βασικά κριτήρια για την επιλογή επενδυτή θα ήταν η ικανότητα στήριξης της ανάπτυξης της airBaltic, η φήμη και η πείρα του επενδυτή, καθώς και οι χρηματοοικονομικοί πόροι του. Η διαδικασία προβλέπεται να περατωθεί κατά τη διάρκεια του έτους 2014.

4.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

4.1.   Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ 3ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2011: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ ΤΗΣ BAS

(26)

Βάσει συμφωνίας με ημερομηνία 3 Οκτωβρίου 2011 («η συμφωνία»), η Λετονία συμφώνησε να παράσχει στην airBaltic δάνειο ύψους 16 εκατ. LVL (22,65 εκατ. ευρώ) («πρώτο κρατικό δάνειο», μέτρο 1), μαζί με άλλο δάνειο ύψους 14 εκατ. LVL (19,82 εκατ. ευρώ) από την BAS («δάνειο της BAS»). Οι όροι αμφότερων των δανείων ήταν συναφείς και όμοιοι, το δε αρχικό επιτόκιο ορίστηκε σε [11-13] (18) %. Εντούτοις, κατά τον χρόνο χορήγησης του δανείου στην airBaltic, η BAS παραιτήθηκε του δικαιώματός της να απαιτήσει την εξασφάλιση του δανείου της BAS.

(27)

Στη συμφωνία οριζόταν επίσης ότι, το αργότερο έως τις 15 Δεκεμβρίου 2011, το κράτος θα χορηγούσε πρόσθετο δάνειο στην airBaltic για απροσδιόριστο ποσό, κατ' αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου του, υπό τους ίδιους όρους που είχε χορηγηθεί και το πρώτο κρατικό δάνειο. Αμφότερα τα κρατικά δάνεια έπρεπε να κεφαλαιοποιηθούν εφόσον πληρούνταν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η έγκριση επιχειρηματικού σχεδίου/σχεδίου αναδιάρθρωσης από το διοικητικό συμβούλιο της airBaltic.

(28)

Οι όροι όσον αφορά τη μελλοντική αύξηση κεφαλαίου της airBaltic προβλέπονται στο άρθρο 7 της συμφωνίας. Ειδικότερα, το άρθρο 7.3 ορίζει ότι «το κρατικό δάνειο και το δάνειο της BAS […] μπορούν να προστεθούν στο συνολικό ποσό που πρέπει να κεφαλαιοποιηθεί». Δυνάμει του άρθρου 7.4, η BAS δεσμευόταν να ψηφίσει υπέρ της κεφαλαιοποίησης του δανείου και της αύξησης κεφαλαίου. Σε περίπτωση που η BAS δεν μπορούσε να τηρήσει τις δεσμεύσεις της, το άρθρο 7.4 προέβλεπε το δικαίωμα του κράτους να αγοράσει από την BAS τις μετοχές που κατείχε στην airBaltic έναντι της τιμής του 1 LVL (19).

(29)

Η Λετονία χορήγησε στην airBaltic το πρώτο κρατικό δάνειο στις 21 Οκτωβρίου 2011 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 3 ανωτέρω). Η BAS χορήγησε το δάνειο της BAS την 1η Νοεμβρίου 2011.

(30)

Στις 13 Δεκεμβρίου 2011, αφού η συμμετοχή της Λετονίας στην airBaltic είχε αυξηθεί σε 99,8 % (βλέπε αιτιολογική σκέψη 21 ανωτέρω), η λετονική κυβέρνηση αποφάσισε να επιτρέψει τη μείωση του επιτοκίου του πρώτου κρατικού δανείου από [11-13] % σε [2-4] %. Εφόσον οι όροι του πρώτου κρατικού δανείου και του δανείου της BAS ήταν συναφείς (βλέπε αιτιολογική σκέψη 26 ανωτέρω), η ίδια μείωση επιτοκίου εφαρμόστηκε και στο δάνειο της BAS.

4.2.   ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΡΑΤΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ ΤΗΣ 13ης ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2011

(31)

Στις 13 Δεκεμβρίου 2011, δηλαδή κατά την ημερομηνία μείωσης του επιτοκίου του πρώτου κρατικού δανείου (βλέπε αιτιολογική σκέψη 30 ανωτέρω), η λετονική κυβέρνηση αποφάσισε να χορηγήσει στην airBaltic μετατρέψιμο δάνειο ύψους 67 εκατ. LVL (94,86 εκατ. ευρώ), με επιτόκιο [9-11] %, το οποίο υποδιαιρέθηκε σε δύο δόσεις («δεύτερο κρατικό δάνειο», μέτρο 2) (20).

(32)

Η πρώτη δόση των 41,6 εκατ. LVL του δεύτερου κρατικού δανείου (58,89 εκατ. ευρώ) διατέθηκε άμεσα στην airBaltic με συμφωνία της 14ης Δεκεμβρίου 2011. Η δεύτερη δόση των 25,4 εκατ. LVL (35,96 εκατ. ευρώ) διατέθηκε στην εταιρεία στις 14 Δεκεμβρίου 2012, ήτοι μετά την έκδοση της απόφασης κίνησης της διαδικασίας από την Επιτροπή.

4.3.   Η ΑΥΞΗΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΤΗΣ airBaltic ΠΟΥ ΣΥΜΦΩΝΗΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 22 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2011

(33)

Κατά τη συνέλευση των μετόχων της airBaltic της 22ας Δεκεμβρίου 2011, το λετονικό κράτος και η BAS —παρά το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο κατείχε μόνο μία μετοχή στην εταιρεία— συμφώνησαν για αύξηση κεφαλαίου ύψους 110 εκατ. LVL (155,74 εκατ. ευρώ) («η αύξηση κεφαλαίου», μέτρο 3), διά της μετατροπής του πρώτου κρατικού δανείου, της πρώτης δόσης του δεύτερου κρατικού δανείου και του δανείου της BAS σε εταιρικό κεφάλαιο, μαζί με συνεισφορά σε μετρητά 37,7 εκατ. LVL (53,38 εκατ. ευρώ) από την BAS.

(34)

Στις 29 Δεκεμβρίου 2011, το λετονικό κράτος εκτέλεσε την απόφασή του να συμμετάσχει στην αύξηση κεφαλαίου της airBaltic και προέβη σε μετατροπή του πρώτου κρατικού δανείου και της πρώτης δόσης του δεύτερου κρατικού δανείου σε εταιρικό κεφάλαιο.

(35)

Με επιστολή της 4ης Ιανουαρίου 2012, το Υπουργείο Μεταφορών της Λετονίας ζήτησε τη συμμετοχή της BAS στην αύξηση του κεφαλαίου διά της μετατροπής του δανείου της BAS και της εισφοράς σε μετρητά. Παρά τα αιτήματα των λετονικών αρχών, η BAS δεν φαινόταν διατεθειμένη να τηρήσει τη συμφωνία που είχε επιτευχθεί κατά τη συνέλευση των μετόχων. Πράγματι, με επιστολές της από τις 6 έως τις 26 Ιανουαρίου 2012, η BAS αμφισβήτησε την εξαγορά, εκ μέρους του λετονικού κράτους, των μετοχών της airBaltic από τη Latvijas Krājbanka, οι οποίες προηγουμένως ανήκαν στην BAS (βλέπε αιτιολογική σκέψη 21 ανωτέρω) και ζήτησε από το λετονικό κράτος να μην προβαίνει σε έκδοση αποφάσεων σχετικά με μεταβολές του κεφαλαίου της airBaltic. Στις 19 Ιανουαρίου 2012, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών εξέδωσε κατά της BAS και της airBaltic επίσημη απαγόρευση συμπερίληψης του δανείου της BAS στην αύξηση κεφαλαίου.

(36)

Έως τις 30 Ιανουαρίου 2012, δηλαδή κατά τη λήξη του πρώτου σταδίου της περιόδου εγγραφής για την αύξηση κεφαλαίου, η BAS δεν είχε ακόμα μετατρέψει το δάνειό της ούτε είχε προβεί σε εισφορά σε μετρητά.

4.4.   Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ BAS ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

(37)

Η καταγγελία που υποβλήθηκε στην Επιτροπή στις 9 Ιανουαρίου 2012 αφορούσε το πρώτο και το δεύτερο κρατικό δάνειο, καθώς και την αύξηση κεφαλαίου. Επιπλέον, η BAS προέβη σε καταγγελία όσον αφορά άλλα δύο μέτρα, τα οποία μπορούσαν δυνητικά να συνεπάγονται κρατική ενίσχυση προς την airBaltic, ήτοι την απόκτηση από το λετονικό κράτος ομολόγων μηδενικού τοκομεριδίου που εξέδωσε η airBaltic τον Απρίλιο του 2010 (μέτρο 4), καθώς και την πληρωμή ποσού ύψους 2,8 εκατ. ευρώ από τη Latvijas Krājbanka στην airBaltic στις 21 και 22 Νοεμβρίου 2011 (μέτρο 5).

(38)

Η Λετονία διευκρίνισε ότι το μέτρο 4 συνεπαγόταν την απόκτηση ομολόγων μηδενικού τοκομεριδίου αξίας 30 εκατ. LVL (42,47 εκατ. ευρώ) που εξέδωσε η airBaltic από τους τότε πλειοψηφούντες μετόχους της airBaltic, δηλαδή το λετονικό κράτος και την BAS. Το μερίδιο που αντιστοιχούσε στη Λετονία δεν είχε εγγραφεί απευθείας από το Υπουργείο Μεταφορών, ήτοι τον πραγματικό κάτοχο των μετοχών της airBaltic, αλλά από το κέντρο κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης της Λετονίας (LVRTC), μια επιχείρηση που ανήκει εξ ολοκλήρου στην κυριότητα του κράτους. Τα ομόλογα αποκτήθηκαν στην ονομαστική αξία του 1 LVL έκαστο, χωρίς την καταβολή τόκων, και αγοράστηκαν από τη Λετονία και την BAS κατ' αναλογία της συμμετοχής τους. Η πράξη αυτή θα είχε ως συνέπεια την απόκτηση ομολόγων μηδενικού τοκομεριδίου της airBaltic από το λετονικό κράτος έναντι ποσού της τάξης των 15,78 εκατ. LVL (22,34 εκατ. ευρώ) περίπου και από την BAS έναντι ποσού της τάξης 14,22 εκατ. LVL (20,13 εκατ. ευρώ) περίπου. Τα ομόλογα πρόκειται να μετατραπούν σε κεφάλαιο την 1η Ιουλίου 2015, σε αναλογία μιας μετοχής ανά ομόλογο.

(39)

Όσον αφορά το μέτρο 5, οι λετονικές αρχές διευκρίνισαν ότι, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της καταγγέλλουσας, στις 21 και 22 Νοεμβρίου 2011 δεν πραγματοποιήθηκε καμία πληρωμή στην airBaltic. Ωστόσο, η airBaltic υπέβαλε τρία εντάλματα πληρωμής στη Latvijas Krājbanka πριν από την έκδοση των αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών, της 17ης Νοεμβρίου 2011, για τον περιορισμό των τραπεζικών πράξεων άνω των 100 000 ευρώ και για την παύση όλων των δραστηριοτήτων της Latvijas Krājbanka στις 21 Νοεμβρίου 2011 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 20 ανωτέρω). Η Latvijas Krājbanka εκτέλεσε τις εντολές αυτές μετά την παρέλευση αρκετών ημερών. Συγκεκριμένα, οι επίμαχες πράξεις αφορούσαν την καταβολή δύο πληρωμών, ύψους […] εκατ. δολαρίων ΗΠΑ στο γραφείο συμψηφισμού της IATA και […] εκατ. ευρώ στον διεθνή αερολιμένα της Ρίγας, οι οποίες εκτελέστηκαν στις 25 Νοεμβρίου 2011, καθώς και μια τραπεζική μεταφορά ύψους […] εκατ. ευρώ σε εναλλακτικό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η airBaltic στην τράπεζα Swedbank στις 30 Νοεμβρίου 2011.

4.4.1.   Το σχέδιο «reShape» του Μαρτίου του 2012

(40)

Τον Μάρτιο του 2012, η airBaltic ενέκρινε επιχειρηματικό σχέδιο με την ονομασία «reShape». Το σχέδιο προβλέπει μια σειρά μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς αποδοτικότερων αεροσκαφών (21) και της διακοπής ορισμένων δρομολογίων, τα οποία μέτρα θα πρέπει να επιτρέψουν στην εταιρεία να επιτύχει το νεκρό σημείο του κύκλου εργασιών το 2014 βάσει των ρεαλιστικών και αισιόδοξων σεναρίων. Εντούτοις, στο πλαίσιο του απαισιόδοξου σεναρίου, προβλέπεται ότι η airBaltic θα έχει αρνητικά κέρδη προ φόρων και τόκων (EBIT) τουλάχιστον μέχρι το 2016.

(41)

Στο σχέδιο «reShape» προβλέπεται ότι, επιπλέον των 83 εκατ. LVL (117,51 εκατ. ευρώ) που έχουν ήδη δεσμευθεί για την εταιρεία (22), θα χρειαστεί πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους [45-55] εκατ. LVL ([64-78] εκατ. ευρώ) […] στο πλαίσιο του ρεαλιστικού σεναρίου. Το ποσό αυτό αναμένεται να μειωθεί σε [5-15] εκατ. LVL ([7-21] εκατ. ευρώ) βάσει του αισιόδοξου σεναρίου, αλλά να αυξηθεί σε [135-145] εκατ. LVL ([192-206] εκατ. ευρώ) βάσει του απαισιόδοξου σεναρίου.

4.5.   Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ 18ης ΙΟΥΛΙΟΥ 2012

(42)

Εκτός από το λετονικό κράτος και την BAS, συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία ήταν και διάφοροι άλλοι επενδυτές. Οι επενδυτές αυτοί συμφώνησαν να χορηγήσουν στην airBaltic δύο κοινοπρακτικά δάνεια ύψους 35 εκατ. ευρώ έκαστο, με αρχικό επιτόκιο της τάξης του [5-7] %. Το πρώτο κοινοπρακτικό δάνειο επρόκειτο να χορηγηθεί από τη Latvijas Krājbanka και τη λιθουανική τράπεζα Snoras. Το δεύτερο κοινοπρακτικό δάνειο επρόκειτο να χορηγηθεί από διάφορες εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η εταιρεία Taurus. Τα εν λόγω κοινοπρακτικά δάνεια επρόκειτο να χορηγηθούν με σκοπό την ανανέωση μιας σειράς απαιτήσεων που αξίωναν οι συγκεκριμένοι επενδυτές έναντι της airBaltic. Σε περίπτωση μη τήρησης των δεσμεύσεων που ανέλαβε η BAS στο πλαίσιο της συμφωνίας, σύμφωνα με το αντίστοιχο άρθρο 7.4, οι επενδυτές που έπρεπε να χορηγήσουν το δεύτερο κοινοπρακτικό δάνειο στην airBaltic, συμπεριλαμβανομένης της Taurus, μετόχου της BAS, αποδέχονταν «να παραχωρήσουν και να μεταβιβάσουν στο κράτος, ή στην ορισθείσα εταιρεία του, το σύνολο των απαιτήσεων που απορρέουν από το […] οφειλόμενο δεύτερο [κοινοπρακτικό] δάνειο έναντι ποσού 1 LVL».

(43)

Στις 18 Ιουλίου 2012 η Επιτροπή έλαβε και άλλη καταγγελία (βλέπε αιτιολογική σκέψη 7 ανωτέρω) σχετικά με την υποχρέωση των επενδυτών, δυνάμει του άρθρου 7.4 της συμφωνίας, να παραχωρήσουν και να μεταβιβάσουν στο κράτος, ή στην ορισθείσα εταιρεία του, το σύνολο των απαιτήσεων που απορρέουν από το δεύτερο κοινοπρακτικό δάνειο έναντι μόνον 1 LVL (βλέπε αιτιολογική σκέψη 28 ανωτέρω). Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται ότι, με επιστολές της 9ης Φεβρουαρίου και 12ης Ιουνίου 2012, το λετονικό κράτος είχε αποφανθεί ότι η απαίτηση ύψους 5 εκατ. ευρώ έναντι της airBaltic στο πλαίσιο του δεύτερου κοινοπρακτικού δανείου, ήτοι το μερίδιο που χορήγησε η εταιρεία Taurus από το συνολικό ποσό των 35 εκατ. ευρώ, έπρεπε να παραχωρηθεί στην airBaltic έναντι της τιμής του 1 LVL (μέτρο 6).

5.   Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

(44)

Στις 20 Νοεμβρίου 2012, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας. Στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή κατέληξε στην προκαταρκτική διαπίστωση ότι η airBaltic μπορούσε να θεωρηθεί προβληματική επιχείρηση κατά τη στιγμή λήψης των προσδιορισθέντων μέτρων. Εξέφρασε επίσης αμφιβολίες όσον αφορά τα έξι υπό αξιολόγηση μέτρα και συνήγαγε το προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι όλα τα εν λόγω μέτρα συνεπάγονταν κρατική ενίσχυση.

(45)

Η Επιτροπή επισήμανε καταρχάς ότι το πρώτο κρατικό δάνειο (μέτρο 1) χορηγήθηκε από το κράτος ταυτόχρονα με το δάνειο της BAS, κατ' αναλογία της συμμετοχής τους, και υπό τους ίδιους όρους, στοιχείο το οποίο, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να υποδηλώνει ότι τα δάνεια χορηγήθηκαν με ίσους όρους. Ωστόσο, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να αξιολογήσει το πρώτο κρατικό δάνειο και το δάνειο της BAS σε μεμονωμένη βάση αλλά στο συνολικό πλαίσιο των διατάξεων της συμφωνίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επισήμανε ότι από τη συμφωνία δεν προκύπτει ότι, επιπλέον του δανείου της BAS, η BAS όφειλε επίσης να εκδώσει μετατρέψιμο δάνειο στην airBaltic παράλληλα με το δεύτερο κρατικό δάνειο και ότι το κράτος είχε αναλάβει διαφορετικές και οικονομικά σημαντικότερες δεσμεύσεις από εκείνες που είχε αναλάβει η BAS. Η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι η απόφαση της BAS να επενδύσει στην airBaltic είχε ληφθεί σε μια συγκυρία κατά την οποία οι δημόσιες αρχές είχαν ήδη εκδηλώσει την πρόθεσή τους να παράσχουν χρηματοδοτική στήριξη στην εταιρεία.

(46)

Όσον αφορά το επιτόκιο του πρώτου κρατικού δανείου και τη μείωση του επιτοκίου κατά [5-15] ποσοστιαίες μονάδες που εφαρμόστηκε τον Δεκέμβριο του 2011 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 30 ανωτέρω), η Επιτροπή θεώρησε αμφίβολη τη δυνατότητα εφαρμογής των εν λόγω επιτοκίων σε επίπεδο αγοράς λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών δυσχερειών που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο η airBaltic.

(47)

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο κρατικό δάνειο (μέτρο 2), η Επιτροπή παρατηρεί καταρχάς ότι προβλεπόταν ήδη στη συμφωνία, αν και για απροσδιόριστο ποσό και με την επιφύλαξη διαφόρων παραγόντων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ότι το δεύτερο κρατικό δάνειο χορηγήθηκε με ίσους όρους διότι, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Λετονίας, από τη συμφωνία δεν προέκυπτε ότι, επιπλέον του δανείου της BAS, η BAS έπρεπε επίσης να εκδώσει μετατρέψιμο δάνειο υπέρ της airBaltic. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, όταν η Λετονία αποφάσισε να χορηγήσει το δεύτερο κρατικό δάνειο στην airBaltic, αποκλειόταν κάθε περίπτωση αλληλεξάρτησης από την πλευρά της BAS, δεδομένου ότι η BAS δεν δεν είχε καμία υποχρέωση να χορηγήσει άλλο δάνειο στην airBaltic.

(48)

Όσον αφορά το επιτόκιο του δεύτερου κρατικού δανείου ([9-11] %), η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε χορηγήσει δάνειο στην εταιρεία με το συγκεκριμένο επιτόκιο, λαμβανομένων υπόψη των δυσκολιών που αντιμετώπιζε η airBaltic και του γεγονότος ότι η παρασχεθείσα εγγύηση ήταν η ίδια με την εγγύηση που παρασχέθηκε στην περίπτωση του πρώτου κρατικού δανείου.

(49)

Σχετικά με την αύξηση κεφαλαίου που συμφωνήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2011 (μέτρο 3), η Επιτροπή επισημαίνει ότι κατά τη στιγμή λήψης της απόφασης ανακεφαλαιοποίησης, η BAS είχε παραχωρήσει όλες τις μετοχές που κατείχε στην airBaltic εκτός από μία (δεδομένου ότι είχαν περιέλθει μέσω της Latvijas Krājbanka στην κυριότητα του κράτους). Κατά συνέπεια, η συμμετοχή του κράτους στην εταιρεία αυξήθηκε σε 99,8 % (βλέπε αιτιολογική σκέψη 21 ανωτέρω). Επομένως, η μετατροπή από οικονομική άποψη είχε μικρή σημασία για την BAS, η οποία, προκειμένου να ανακτήσει το προηγούμενο ποσοστό συμμετοχής της, ήταν υποχρεωμένη όχι μόνο να μετατρέψει το δάνειο της BAS σε κεφάλαιο, αλλά όφειλε επίσης να καταβάλει εισφορά κεφαλαίου ύψους 37,7 εκατ. LVL (53,38 εκατ. ευρώ) σε μετρητά, και όλα αυτά με περιορισμένες πιθανότητες απόδοσης του μετοχικού κεφαλαίου σε βραχυπρόθεσμο έως μεσοπρόθεσμο ορίζοντα λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών της εταιρείας. Επιπλέον, η Επιτροπή διατύπωσε αμφιβολίες σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε πράγματι σε εφαρμογή το μέτρο 3.

(50)

Η Επιτροπή επισημαίνει ακόμη ότι η BAS και το κράτος έπρεπε να προβούν σε εισφορά κεφαλαίου στην airBaltic εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, προφανώς έως τις 30 Ιανουαρίου 2012, δηλαδή κατά τη λήξη του πρώτου σταδίου της περιόδου εγγραφής για την αύξηση κεφαλαίου. Ωστόσο, μολονότι το κράτος το έπραξε στις 29 ή 30 Δεκεμβρίου 2011, η BAS δεν προέβη εντέλει ούτε σε μετατροπή του δανείου της ούτε σε εισφορά σε μετρητά. Σύμφωνα με την Επιτροπή, πριν από τη μετατροπή των δανείων, η Λετονία έπρεπε να περιμένει μέχρι να λάβει εύλογες διαβεβαιώσεις ότι και η BAS θα τηρούσε τις δικές της υποχρεώσεις. Βάσει του σκεπτικού αυτού, η Επιτροπή διατύπωσε την άποψη ότι το μέτρο 3 δεν φαίνεται να είναι συμβιβάσιμο με την αρχή του ιδιώτη επενδυτή στην οικονομία της αγοράς («ΑΙΕΟΑ»).

(51)

Όσον αφορά την απόκτηση ομολόγων μηδενικού τοκομεριδίου, αξίας 30 εκατ. LVL (42,47 εκατ. ευρώ) που εξέδωσε η airBaltic τον Απρίλιο του 2010 (μέτρο 4), η Επιτροπή επισημαίνει ότι, λόγω των χαρακτηριστικών τους, τα συγκεκριμένα ομόλογα μπορούσαν να θεωρηθούν ανάλογα της εισφοράς κεφαλαίου. Δεδομένου ότι είχε αποκλειστεί εξαρχής κάθε περίπτωση αποδοτικότητας, εφόσον δεν είχε εφαρμοστεί επιτόκιο στα ομόλογα και η μελλοντική αποδοτικότητα επί της μετατροπής φαινόταν μάλλον απίθανη λόγω των δυσχερειών της εταιρείας, της κατάστασης του κλάδου των αερομεταφορών και της μη ύπαρξης, εκείνη την περίοδο, κάποιου σχεδίου για την επαναφορά της εταιρείας σε τροχιά κερδοφορίας, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον το μέτρο 4 είναι συμβιβάσιμο με την αγορά. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αποκλείσει το ενδεχόμενο απόκτησης των ομολόγων από την BAS λόγω του έντονου ενδιαφέροντος που είχε εκδηλώσει το λετονικό κράτος για την airBaltic πριν από την έκδοση των ομολόγων.

(52)

Όσον αφορά την πληρωμή του ποσού των 2,8 εκατ. ευρώ από τη Latvijas Krājbanka (μέτρο 5), η Επιτροπή δεν μπόρεσε να διαπιστώσει με βεβαιότητα κατά πόσον, τη χρονική στιγμή καταβολής των εν λόγω πληρωμών, οι ενέργειες της Latvijas Krājbanka, η οποία είναι αμιγώς κρατική τράπεζα, ήταν ανεξάρτητες από εκείνες του κράτους. Ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Λετονία δεν είχε προσκομίσει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η airBaltic υπέβαλε τα εντάλματα πληρωμής και μεταφοράς πριν από την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών, της 17ης Νοεμβρίου 2011, για τον περιορισμό των τραπεζικών πράξεων άνω των 100 000 ευρώ ανά πελάτη.

(53)

Τέλος, όσον αφορά την παραχώρηση της απαίτησης των 5 εκατ. ευρώ στην airBaltic (μέτρο 6), η Επιτροπή διευκρίνισε στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας που εξέδωσε ότι, δυνάμει του άρθρου 7.4 της συμφωνίας, η Λετονία είχε αποφανθεί ότι η απαίτηση ύψους 5 εκατ. ευρώ έναντι της airBaltic στο πλαίσιο του δεύτερου κοινοπρακτικού δανείου, ήτοι το μερίδιο που χορήγησε η εταιρεία Taurus επί του συνολικού ποσού των 35 εκατ. ευρώ, έπρεπε να παραχωρηθεί στην airBaltic έναντι της τιμής του 1 LVL. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, από οικονομική άποψη, η εν λόγω πράξη αντιστοιχούσε εν πολλοίς σε παραίτηση από οφειλή, μέσω της οποίας η Λετονία απάλλασσε την airBaltic από την υποχρέωσή της να καταβάλλει τόκους και να αποπληρώσει μέρος του δεύτερου κοινοπρακτικού δανείου στον κομιστή της απαίτησης. Επιπλέον, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το μέτρο 6 δεν ήταν συμβιβάσιμο με την ΑΙΕΟΑ, διότι, βάσει της συμφωνίας, η airBaltic δεν είχε το δικαίωμα να λάβει τη συγκεκριμένη πίστωση έναντι 1 LVL.

(54)

Όσον αφορά τις λοιπές απαιτήσεις στο πλαίσιο του δεύτερου κοινοπρακτικού δανείου, συνολικού ύψους 30 εκατ. LVL (42,47 εκατ. ευρώ) (βλέπε αιτιολογική σκέψη 42 ανωτέρω), η Επιτροπή επισήμανε ότι το προαναφερόμενο σκεπτικό ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, και για τις εν λόγω απαιτήσεις.

(55)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι τα έξι υπό αξιολόγηση μέτρα συνεπάγονταν παράνομη κρατική ενίσχυση, διότι είχαν εφαρμοστεί κατά παράβαση της κοινοποίησης και των υποχρεώσεων διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης που κατοχυρώνονται στο άρθρο 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ.

(56)

Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον τα έξι υπό αξιολόγηση μέτρα είναι συμβιβάσιμα με την εσωτερική αγορά, δεδομένου ιδίως ότι οι λετονικές αρχές δεν παρείχαν πιθανή αιτιολόγηση για το συμβιβάσιμο των εν λόγω μέτρων. Σχετικά με την πιθανή αιτιολόγηση του συμβιβάσιμου των μέτρων, η Επιτροπή έκρινε προκαταρκτικά ότι, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών που αντιμετώπιζε η airBaltic, τα μοναδικά εφαρμοστέα κριτήρια ήταν εκείνα που αφορούσαν τις ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων δυνάμει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ, βάσει των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (23) («κατευθυντήριες γραμμές για τη Δ&Α»). Ως προς το σημείο αυτό, βάσει των στοιχείων που είχε στη διάθεσή της εκείνη την περίοδο, η Επιτροπή ήταν της άποψης ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση ενίσχυσης διάσωσης, και ότι το σχέδιο «reShape» δεν περιλάμβανε κανένα από τα στοιχεία που απαιτούνται για να χαρακτηριστεί σχέδιο αναδιάρθρωσης κατά την έννοια του τμήματος 3.2 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α.

6.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

6.1.   ΟΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΛΕΤΟΝΙΑΣ

(57)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας που εξέδωσε η Επιτροπή, η Λετονία επισημαίνει ότι τα μέτρα 1, 2, 3 και 6 είναι αλληλεξαρτώμενα και ότι απορρέουν από τη συμφωνία, και συνεπώς αποτελούν κατ' ουσίαν μία ενιαία χρηματοοικονομική πράξη, η οποία πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, δηλαδή στις 3 Οκτωβρίου 2011. Στη βάση αυτή, η Λετονία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα ανωτέρω μέτρα είναι αλληλεξαρτώμενα και συμβιβάσιμα με την ΑΙΕΟΑ και, ως εκ τούτου, αποκλείεται η περίπτωση κρατικής ενίσχυσης.

(58)

Η Λετονία ισχυρίζεται ότι συντάκτης της συμφωνίας ήταν η BAS, η οποία και ζήτησε ουσιαστικά από το κράτος να συμμετάσχει στην αύξηση κεφαλαίου. Εντέλει, το κράτος συμφώνησε για την επένδυση, με την επιφύλαξη των αυστηρών προϋποθέσεων που προβλέπονται στη συμφωνία. Ένα από τα βασικά στοιχεία της συμφωνίας ήταν η εισφορά κεφαλαίου ύψους περίπου 100 εκατ. LVL (141,58 εκατ. ευρώ) από το κράτος και την BAS σε δύο στάδια: i) 30 εκατ. LVL (42,47 εκατ. ευρώ), υπό τη μορφή του πρώτου κρατικού δανείου και του δανείου της BAS· και ii) περίπου 70 εκατ. LVL (99,1 εκατ. ευρώ), τα οποία έπρεπε να χορηγηθούν από το κράτος και τη BAS κατ' αναλογία της συμμετοχής τους. Σύμφωνα, επομένως, με την άποψη της Λετονίας, η BAS είχε δεσμευθεί δυνάμει συμβατικής υποχρέωσης να προβεί σε εισφορά συμπληρωματικού κεφαλαίου στην airBaltic, κατ' αναλογία της συμμετοχής της. Η Λετονία εξάγει το συμπέρασμα αυτό από το άρθρο 7.2 της συμφωνίας, το οποίο ορίζει ότι το κράτος θα χορηγούσε στην airBaltic δεύτερο δάνειο «κατ' αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου το», πράγμα το οποίο, κατά τη γνώμη της Λετονίας, σημαίνει ότι και η BAS έπρεπε να καταβάλει εισφορά σε μετρητά, επίσης κατ' αναλογία της συμμετοχής της.

(59)

Η Λετονία επισημαίνει επίσης ότι στη συμφωνία προβλέπεται μια σειρά μέτρων έκτακτης ανάγκης που αποσκοπούν στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων του κράτους σε περίπτωση αδυναμίας της BAS να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της: i) το δικαίωμα του κράτους να εξαγοράσει τις μετοχές από την BAS έναντι 1 LVL· ii) την υποχρέωση των ιδιωτών επενδυτών που χορήγησαν το δεύτερο κοινοπρακτικό δάνειο στην airBaltic να παραχωρήσουν τις απαιτήσεις τους έναντι της airBaltic στο κράτος υπό ορισμένες προϋποθέσεις· και iii) την υποχρέωση των επενδυτών να αποζημιώσουν την airBaltic για ορισμένες υποχρεώσεις εκτός ισολογισμού, οι οποίες ανέρχονται περίπου σε […] εκατ. ευρώ (24). Το γεγονός ότι η BAS και οι επενδυτές αποδέχθηκαν τα εν λόγω μέτρα έκτακτης ανάγκης συνιστά, κατά την άποψη της Λετονίας, απόδειξη της βεβαιότητας των επενδυτών ότι η BAS θα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της. Στη βάση αυτή, η Λετονία θεωρεί ότι τα μέτρα 1, 2 και 3 ήταν αλληλοεξαρτώμενα και ορθολογικά σύμφωνα με την ΑΙΕΟΑ. Επιπλέον, δεδομένου ότι το μέτρο 6 ήταν απόρροια των μέτρων έκτακτης ανάγκης, η Λετονία ισχυρίζεται ότι ούτε το εν λόγω μέτρο συνεπάγεται κρατική ενίσχυση.

(60)

Επιπροσθέτως, όσον αφορά το μέτρο 1, η Λετονία προσθέτει ότι το επιτόκιο ήταν συμβατό με την ΑΙΕΟΑ και την ανακοίνωση για τα επιτόκια αναφοράς (25) και ισχυρίζεται ότι η μείωση του επιτοκίου από [11-13] % σε [2-4] % ήταν οικονομικά ορθολογική για το κράτος, προκειμένου να μειωθεί το κόστος χρηματοδότησης της airBaltic (καθώς το κράτος τότε κατείχε ήδη το 99,8 % των μετοχών της εταιρείας). Όσον αφορά το μέτρο 2, η Λετονία είναι της άποψης ότι το επιτόκιο ήταν σύμφωνο με την ΑΙΕΟΑ.

(61)

Όσον αφορά το μέτρο 3, οι λετονικές αρχές ισχυρίζονται ότι η μετατροπή του πρώτου κρατικού δανείου και της πρώτης δόσης του δεύτερου κρατικού δανείου σε κεφάλαιο πραγματοποιήθηκε με βάση την παράλληλη απόφαση της BAS για τη μετατροπή του δανείου της BAS και για την εισφορά κεφαλαίου ύψους 37,7 εκατ. LVL (53,38 εκατ. ευρώ) σε μετρητά, η οποία ελήφθη κατά τη συνέλευση των μετόχων της airBaltic της 22ας Δεκεμβρίου 2011. Οι λετονικές αρχές επαναλαμβάνουν ότι τα μέτρα 1, 2 και 3 δεν πρέπει να αξιολογηθούν μεμονωμένα, αλλά μόνο σε συνδυασμό με τη γενικότερη πράξη της οποίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος. Δεδομένου ότι η εν λόγω πράξη προέκυψε ταυτόχρονα, με συμφωνία μεταξύ της BAS και του κράτους, η Λετονία αποκλείει την ύπαρξη ενίσχυσης. Η Λετονία υποστηρίζει περαιτέρω ότι το γεγονός ότι η BAS δεν τήρησε τη δέσμευση που είχε αναλάβει εντός της μέγιστης προθεσμίας (δηλαδή έως τις 30 Ιανουαρίου 2012) είναι άνευ σημασίας και ότι το κράτος δεν είχε άλλη επιλογή παρά να προβεί σε μετατροπή του πρώτου κρατικού δανείου και της πρώτης δόσης του δεύτερου κρατικού δανείου σε κεφάλαιο, όπως και έπραξε στις 29 Δεκεμβρίου 2011. Επιπλέον, η Λετονία διευκρινίζει ότι το κράτος προέβη σε όλες τις δυνατές ενέργειες ώστε να υποχρεώσει την BAS να τηρήσει τη δέσμευσή της.

(62)

Σε ό,τι αφορά το μέτρο 6, η Λετονία προσθέτει ότι η παραχώρηση των απαιτήσεων στην airBaltic ήταν απόρροια των μέτρων που προβλέπονταν στο άρθρο 7.4 της συμφωνίας. Κατά την άποψη της Λετονίας, με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η εκτέλεση ολόκληρης της συμφωνίας με ίσους όρους, διότι η παραχώρηση της απαίτησης στην airBaltic εξασφαλίζει την αναλογική συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών στη χρηματοδοτική εισφορά προς την airBaltic.

(63)

Όσον αφορά το μέτρο 4, η Λετονία είναι της άποψης ότι η έκδοση ομολόγων μηδενικού τοκομεριδίου πραγματοποιήθηκε ταυτόχρονα από το κράτος και την BAS υπό τους ίδιους όρους και, ως εκ τούτου, αποκλείεται η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης. Η Λετονία διευκρινίζει επίσης ότι η απόφαση έκδοσης ομολόγων ελήφθη με πρωτοβουλία της BAS. Όσον αφορά το γεγονός ότι τα εν λόγω ομόλογα δεν απέφεραν αποδόσεις, η Λετονία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έπρεπε να συνεκτιμήσει τον λεγόμενο «παράγοντα ιδιοκτήτη» και να λάβει υπόψη το γεγονός ότι το κράτος, ως μέτοχος της airBaltic, είχε διαφορετικά κίνητρα από ό,τι ένας εξωτερικός επενδυτής.

(64)

Τέλος, όσον αφορά το μέτρο 5, η Λετονία είναι της άποψης ότι το μέτρο αυτό δεν συνεπαγόταν τη χρήση κρατικών πόρων και ότι, σε κάθε περίπτωση, οι ενέργειες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών δεν μπορούσαν να καταλογιστούν στο κράτος.

(65)

Βάσει της άποψής της ότι δεν υπήρχε κρατική ενίσχυση, η Λετονία αρχικά δεν προέβαλε επιχειρήματα σχετικά με το συμβιβάσιμο των μέτρων με την εσωτερική αγορά. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Λετονία υπέβαλε σχετικά επιχειρήματα και επισήμανε ότι εάν υπήρχε κρατική ενίσχυση, θα συνιστούσε συμβιβάσιμη ενίσχυση αναδιάρθρωσης δυνάμει των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α.

(66)

Στη βάση αυτή, η Λετονία υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 2013 σχέδιο αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με το οποίο η αναδιάρθρωση της airBaltic ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2011, όταν υποβλήθηκε στη διοίκηση της εταιρείας μια πρώτη εκδοχή του σχεδίου. Στο συγκεκριμένο έγγραφο προσδιορίζονταν ορισμένες από τις αδυναμίες της airBaltic και διαπιστωνόταν η ανάγκη άντλησης κεφαλαίων ύψους [175-185] εκατ. ευρώ. Αυτή η πρώτη εκδοχή του σχεδίου εξελίχθηκε στο επιχειρηματικό σχέδιο «reShape» του Μαρτίου του 2012, το οποίο αποτελούσε, σύμφωνα με τη Λετονία, προκαταρκτικό στάδιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης που υποβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 2013.

(67)

Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης προβλέπεται πενταετής περίοδος αναδιάρθρωσης από τον Απρίλιο του 2011 έως τον Απρίλιο του 2016 και συνολικό κόστος αναδιάρθρωσης της τάξης των [150-170] εκατ. LVL ([214-242] εκατ. ευρώ). Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης προβλέπονται τρία είδη μέτρων αναδιάρθρωσης: i) βελτιστοποίηση των εσόδων και των δαπανών για τις υφιστάμενες δραστηριότητες· ii) αναδιαμόρφωση του δικτύου, με συνακόλουθη αναπροσαρμογή των προορισμών, των συχνοτήτων και των ωραρίων δρομολογίων· και iii) βελτιστοποίηση του δικτύου και του στόλου. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλαμβάνει συνολικά 26 πρωτοβουλίες που αφορούν τα έσοδα και τις δαπάνες, σε συνδυασμό με συμπληρωματικές πρωτοβουλίες στον τομέα της αναδιαμόρφωσης του δικτύου και της ανανέωσης του στόλου. Όσον αφορά την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της airBaltic, σύμφωνα με το σχέδιο αναμένεται ότι, χάρη στις εν λόγω πρωτοβουλίες, η εταιρεία θα επιτύχει το νεκρό σημείο του κύκλου εργασιών το 2014 και θα διατηρήσει εν συνεχεία την αποδοτικότητά της, με κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) έως [1-3] εκατ. LVL ([1,4-4,2] εκατ. ευρώ) το 2014 και [9-12] εκατ. LVL ([12,8-17] εκατ. ευρώ) το 2016. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλαμβάνει επίσης αναθεωρημένες οικονομικές προβλέψεις βάσει ρεαλιστικών, απαισιόδοξων και αισιόδοξων σεναρίων, τα οποία υπόκεινται σε ανάλυση ευαισθησίας με σκοπό την αξιολόγηση των κινδύνων και των πιθανών επιπτώσεών τους.

(68)

Στο σχέδιο προτείνονται επίσης διάφορα αντισταθμιστικά μέτρα: i) μείωση του στόλου κατά 27 %· ii) παύση 14 αποδοτικών δρομολογίων· και iii) παραίτηση από […] ζεύγη διαθέσιμου χρόνου χρήσης σε συντονισμένους αερολιμένες. Κατά την περίοδο 2011-2016, η airBaltic θα μειώσει τη μεταφορική της ικανότητα κατά [17-20] % σε επίπεδο ΔΘΧ (26) ([7-10] % εάν ληφθούν υπόψη μόνο τα αποδοτικά δρομολόγια). Σύμφωνα με τη Λετονία, μια τέτοια μείωση της μεταφορικής ικανότητας συνάδει με προγενέστερες περιπτώσεις. Επιπλέον, το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλαμβάνει την αποδέσμευση […] ζευγών διαθέσιμου χρόνου χρήσης λόγω της διακοπής αρκετών δρομολογίων.

(69)

Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, οι δαπάνες αναδιάρθρωσης εκτιμώνται στο ποσό των [150-170] εκατ. LVL ([214-242] εκατ. ευρώ), το οποίο θα χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή δανείων τρίτων, για την αντιστάθμιση ζημιών που προκύπτουν από τη σταδιακή απόσυρση και διάθεση ορισμένων αεροσκαφών, για την καταβολή αποζημιώσεων απόλυσης, για την αγορά νέων αεροσκαφών κ.λπ.

(70)

Λαμβανομένων υπόψη των συνολικών δαπανών αναδιάρθρωσης, η προτεινόμενη ιδία συνεισφορά της airBaltic σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης ανέρχεται σε [100-110] εκατ. LVL ([141-155] εκατ. ευρώ), ήτοι σε ποσοστό [60-70] % των συνολικών δαπανών αναδιάρθρωσης. Βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης, οι πόροι της ιδίας συνεισφοράς επρόκειτο να εξασφαλιστούν με αρκετές εισφορές κεφαλαίου από ιδιώτες (συμπεριλαμβανομένης μιας ταμειακής διευκόλυνσης και προκαταβολών), ιδιωτικά δάνεια, σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης για την απόκτηση νέων αεροσκαφών και μερική παραγραφή χρέους με δύο τράπεζες.

6.2.   ΟΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

(71)

Κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τη Ryanair και την airBaltic, καθώς και από τρεις ιδιώτες εξ ονόματος πιστωτών της airBaltic.

(72)

Η Ryanair συμφωνεί με τις προκαταρκτικές διαπιστώσεις της Επιτροπής, σύμφωνα με τις οποίες τα υπό αξιολόγηση μέτρα δεν συνάδουν με την αρχή του ιδιώτη επενδυτή στην οικονομία της αγοράς (ΑΙΕΟΑ) και δεν είναι συμβιβάσιμα με την εσωτερική αγορά. Η Ryanair ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι η αξιολόγηση της Επιτροπής ως προς την ΑΙΕΟΑ που διατυπώθηκε στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας δεν ήταν ολοκληρωμένη, διότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε εξετάσει εάν ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε επιλέξει εξαρχής την υπαγωγή της airBaltic σε καθεστώς εκκαθάρισης αντί για την εισφορά συμπληρωματικού κεφαλαίου (27). Η Ryanair προβάλλει επίσης το επιχείρημα ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε αξιολογήσει στο πλαίσιο της απόφασης κίνησης της διαδικασίας εάν η εκκαθάριση της airBaltic ήταν αποδοτικότερη για το κράτος από ό,τι η παροχή συμπληρωματικών χρηματοδοτικών πόρων. Παρότι η Ryanair θεωρεί ότι δεν είχε στη διάθεσή της επαρκείς πληροφορίες για να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με το σχέδιο «reShape», εκφράζει τις αμφιβολίες της ως προς την επαναφορά της airBaltic σε τροχιά κερδοφορίας και εκτιμά ότι η εταιρεία έπρεπε να είχε υπαχθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης.

(73)

Η Ryanair προβάλλει επίσης το επιχείρημα ότι η χορήγηση ενίσχυσης στην airBaltic θα έβλαπτε τη δική της θέση στην αγορά, δεδομένου ότι η Ryanair εκτελεί 13 δρομολόγια με αφετηρία τη Ρίγα, εκ των οποίων πάνω από τα μισά είναι σε άμεσο ανταγωνισμό με αντίστοιχα της airBaltic.

(74)

Η airBaltic επισημαίνει στις παρατηρήσεις της ότι οι δυσχέρειες της εταιρείας οφείλονταν στις ενέργειες της προηγούμενης διοίκησης και στις ατυχείς αποφάσεις που είχε λάβει πριν από τον Οκτώβριο του 2011 ο κ. Flick, ο οποίος —κατά την airBaltic— επικεντρώθηκε σε μια εμπορική στρατηγική που βασιζόταν αποκλειστικά στην επέκταση της εταιρείας και όχι στην αποδοτικότητά της. Επίσης, η airBaltic εξηγεί ότι η προηγούμενη διοίκηση της εταιρείας προέβη σε σύναψη πολλών ασύμφορων συμβάσεων και σε εκτέλεση πράξεων χωρίς επιχειρηματικό σκεπτικό πέραν της συγκρότησης μιας αδιαφανούς επιχειρησιακής και οργανωτικής δομής.

(75)

Σύμφωνα ακόμη με την άποψη της airBaltic, όταν η Λετονία αποφάσισε να συμμετάσχει στη συμφωνία και να προβεί στην εκτέλεσή της, ενήργησε ως ορθολογικός ιδιώτης επενδυτής. Η airBaltic επισημαίνει ότι η επένδυση της Λετονίας και η επένδυση της BAS ήταν αλληλεξαρτώμενες και ότι απαιτήθηκαν επώδυνες θυσίες τόσο από την BAS όσο και από άλλους ιδιώτες επενδυτές. Επιπλέον, η συμφωνία περιλάμβανε επαρκείς διασφαλίσεις για την πλήρη προστασία των συμφερόντων της Λετονίας έναντι της BAS· η αξιοποίηση των εν λόγω διασφαλίσεων ήταν, κατά την άποψη της airBaltic, περισσότερο ορθολογική για τη Λετονία από ό,τι η αθέτηση των επενδυτικών της δεσμεύσεων, η οποία θα είχε ως συνέπεια την πτώχευση της εταιρείας, την καταστροφή της αξίας των υφιστάμενων μετοχών και την έκθεσή της στον κίνδυνο άσκησης αγωγών αποζημίωσης από τους ιδιώτες επενδυτές. Βάσει των προαναφερομένων, η airBaltic καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Λετονίας να συνάψει την εν λόγω συμφωνία δεν εμπεριέχει στοιχεία κρατικής ενίσχυσης.

(76)

Όσον αφορά την απόκτηση από το κράτος ομολόγων μηδενικού τοκομεριδίου που εξέδωσε η airBaltic τον Απρίλιο του 2010 (μέτρο 4), η airBaltic είναι της άποψης ότι επρόκειτο για οικονομικά ορθολογική και απολύτως αλληλεξαρτώμενη επένδυση εκ μέρους του κράτους και της BAS και συνάγει, επομένως, ότι δεν συνεπαγόταν τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης. Σε ό,τι αφορά την πληρωμή ποσού ύψους 2,8 εκατ. ευρώ από τη Latvijas Krājbanka στην airBaltic στις 21 και 22 Νοεμβρίου 2011 (μέτρο 5), η airBaltic εκτιμά ότι οι σχετικές αποφάσεις ελήφθησαν στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της airBaltic και ότι αφορούν ιδιωτικά κεφάλαια και, ως εκ τούτου, αποκλείεται η ύπαρξη κρατικών πόρων.

(77)

Τέλος, η airBaltic επισημαίνει τον ρόλο της airBaltic στη διατήρηση της σύνδεσης της Λετονίας με την υπόλοιπη ΕΕ και παρέχει ορισμένες πληροφορίες σχετικά με την υλοποίηση του σχεδίου «reShape» από τη νέα διοίκηση της εταιρείας.

(78)

Όσον αφορά τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν τρεις ιδιώτες εξ ονόματος πιστωτών της airBaltic, οι εν λόγω παρατηρήσεις διαρθρώνονταν με παρόμοιο τρόπο. Οι πιστωτές διαμαρτύρονται εν γένει για τα μέτρα που αποτέλεσαν αντικείμενο της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, ιδίως όσον αφορά το μέτρο 6. Επιπλέον, κάνουν λόγο για ορισμένες ανεξόφλητες οφειλές της airBaltic που, όπως φαίνεται, είχαν προκύψει από τη συμφωνία και οδήγησαν, κατά τα λεγόμενα, κάποιους από τους πιστωτές σε κατάσταση αφερεγγυότητας.

6.3.   ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΛΕΤΟΝΙΑΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΜΕΡΩΝ

(79)

Στα σχόλιά της επί των παρατηρήσεων των τρίτων μερών, η Λετονία συμμερίζεται τις απόψεις της airBaltic σύμφωνα με τις οποίες τα υπό αξιολόγηση μέτρα δεν συνεπάγονταν κρατική ενίσχυση.

(80)

Όσον αφορά τις παρατηρήσεις της Ryanair, η Λετονία επισημαίνει ότι η νομολογία που επικαλείται η Ryanair, βάσει της οποίας υποδηλώνεται ότι το κράτος έπρεπε να είχε προβεί σε εκκαθάριση της airBaltic και όχι σε χορήγηση χρηματοδοτικών πόρων, δεν είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω διότι, εκείνη την περίοδο, το κράτος ήταν απλώς και μόνο μέτοχος της airBaltic και όχι σημαντικός πιστωτής της. Σύμφωνα με τη Λετονία, το κριτήριο του ιδιώτη πιστωτή δεν είναι επαρκές για την αξιολόγηση του ορθολογικού χαρακτήρα των επενδυτικών αποφάσεων του κράτους στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επιπλέον, η Λετονία ισχυρίζεται ότι όταν αποφάσισε να συνάψει τη συμφωνία, επέλεξε να υποστεί ζημίες σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, με την προοπτική να επανέλθει σε τροχιά κερδοφορίας σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, και ότι οι συγκεκριμένες επενδυτικές αποφάσεις ελήφθησαν με πρωτοβουλία της BAS. Η Λετονία επισημαίνει επίσης ότι οι ζημίες της airBaltic είχαν μειωθεί και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ryanair ως αβάσιμους.

(81)

Τέλος, σχετικά με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι ιδιώτες εξ ονόματος πιστωτών της airBaltic, η Λετονία εκτιμά ότι δεν αφορούν τα μέτρα που αποτελούν αντικείμενο της απόφασης κίνησης της διαδικασίας και ότι φαίνεται να αποσκοπούν στη βελτίωση της θέσης των πιστωτών στο πλαίσιο των εμπορικών διαφορών τους με την airBaltic.

7.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

(82)

Στην παρούσα απόφαση εξετάζεται, καταρχάς, το ζήτημα κατά πόσον η airBaltic μπορεί να χαρακτηριστεί ως προβληματική επιχείρηση κατά την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α (τμήμα 7.1 κατωτέρω). Στη συνέχεια εξετάζεται αναλυτικά αν τα υπό αξιολόγηση μέτρα συνεπάγονται κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ (τμήμα 7.2 κατωτέρω) και κατά πόσον η εν λόγω ενίσχυση είναι νόμιμη (τμήμα 7.3 κατωτέρω) και συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά (τμήμα 7.4 κατωτέρω).

7.1.   ΟΙ ΔΥΣΧΕΡΕΙΕΣ ΤΗΣ airBaltic

(83)

Όπως επισημαίνεται ήδη στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, οι ίδιες οι λετονικές αρχές διευκρινίζουν ότι οι δυσχέρειες της airBaltic ξεκίνησαν το 2008, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης και της δραματικής αύξησης της τιμής του πετρελαίου. Συνεπεία τούτου, η airBaltic κατέγραψε το 2008 ζημίες της τάξης των 28 εκατ. LVL (39,64 εκατ. ευρώ). Το 2009, η airBaltic παρουσίασε κέρδη ύψους 6 εκατ. LVL (8,49 εκατ. ευρώ). Το 2010, ωστόσο, η airBaltic σημείωσε εκ νέου ζημίες, της τάξης των 34,2 εκατ. LVL (48,42 εκατ. ευρώ), οι οποίες αυξήθηκαν σε 84,7 εκατ. LVL (119,2 εκατ. ευρώ) το 2011. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο υπουργός Οικονομίας της Λετονίας δήλωσε τον Ιούνιο του 2011 ότι η airBaltic βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας (28), ενώ σύμφωνα με αναφορές στον Τύπο, η εταιρεία υπέβαλε αίτηση νομικής προστασίας έναντι των πιστωτών της στις 21 Σεπτεμβρίου 2011 (29).

(84)

Από τον έλεγχο των ετήσιων λογαριασμών της airBaltic προκύπτει ότι η εταιρεία παρουσίαζε αρνητική καθαρή θέση κατά την περίοδο 2009-2012, η οποία μάλιστα παρουσίαζε επιδείνωση κάθε έτος. Πράγματι, η airBaltic παρουσίαζε αρνητική καθαρή θέση της τάξης των 19,2 εκατ. LVL (27,18 εκατ. ευρώ) το 2009, ποσό που αυξήθηκε σε 23,3 εκατ. LVL (32,99 εκατ. ευρώ) το 2010, σε 105,6 εκατ. LVL (149,51 εκατ. ευρώ) το 2011 και σε 125,1 εκατ. LVL (177,12 εκατ. ευρώ) το 2012.

Πίνακας

Βασικά χρηματοοικονομικά στοιχεία της airBaltic κατά την περίοδο 2007-Ιούνιος 2011 (σε χιλιάδες LVL)

 

2009

2010

2011

2012

Καθαρό αποτέλεσμα

6 004

(34 207)

(84 761)

(19 117)

Λειτουργικές δαπάνες

(207 312)

(266 930)

(306 183)

(248 168)

Χρηματοοικονομικές δαπάνες

(2 592)

(3 877)

(17 446)

(4 582)

Ίδια κεφάλαια

(19 282)

(23 359)

(105 620)

(125 145)

(85)

Στο σημείο 10 στοιχείο γ) των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α ορίζεται ότι μια επιχείρηση θεωρείται προβληματική «εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου που τη διέπει όσον αφορά την υπαγωγή της σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία». Αυτό φαίνεται ότι ίσχυε στην περίπτωση της airBaltic, τουλάχιστον στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, εάν όχι νωρίτερα, όταν η εταιρεία υπέβαλε αίτηση νομικής προστασίας έναντι των πιστωτών της. Η Επιτροπή επισημαίνει, εντούτοις, ότι, κατά τα λεγόμενα, το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση νομικής προστασίας μετά από λίγες ημέρες, προφανώς λόγω των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Λετονίας και της BAS, οι οποίες κατέληξαν στη σύναψη της συμφωνίας. Ανεξαρτήτως αυτού, πάντως, η Επιτροπή εκτιμά ότι, σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι η airBaltic συνιστά προβληματική επιχείρηση κατά την έννοια του σημείου 11 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α.

(86)

Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, μια εταιρεία μπορεί να θεωρηθεί προβληματική «όταν υπάρχουν οι συνήθεις ενδείξεις μιας προβληματικής επιχείρησης όπως αύξηση των ζημιών, μείωση του κύκλου εργασιών, διόγκωση των αποθεμάτων, πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, φθίνουσα ταμειακή ροή, αυξανόμενη δανειοληψία, αύξηση των οικονομικών επιβαρύνσεων καθώς και εξασθένιση ή εξαφάνιση της αξίας του καθαρού ενεργητικού». Από τον πίνακα ανωτέρω αναδεικνύεται σαφώς ότι η airBaltic παρουσίαζε ζημιογόνο δραστηριότητα από το 2008 (με εξαίρεση το έτος 2009). Ωστόσο, φαίνεται ότι η airBaltic κατόρθωσε να δημιουργήσει κέρδη το 2009, αποκλειστικά και μόνο χάρη στην έκτακτη πτώση της τιμής των καυσίμων. Επομένως, όπως επισημαίνεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, φαίνεται ότι η επαναφορά της εταιρείας σε τροχιά κερδοφορίας το 2009 δεν ήταν ενδεικτική μιας συγκεκριμένης διαρθρωτικής τάσης, αλλά μια μεμονωμένη συγκυρία λόγω έκτακτων περιστάσεων. Οι οφειλές και οι χρηματοοικονομικές δαπάνες της εταιρείας αυξήθηκαν σε μεγάλο βαθμό κατά την περίοδο 2008-2009, αλλά πολύ περισσότερο κατά την περίοδο 2009-2010, όταν το κόστος χρηματοδότησης αυξήθηκε από 3,8 εκατ. LVL (5,38 εκατ. ευρώ) σε 17,4 εκατ. LVL (24,64 εκατ. ευρώ) (30). Συνάγεται επίσης ότι οι μεταβλητές της airBaltic που σχετίζονται με το κόστος αυξάνονταν με ρυθμό [5-10] % ετησίως, ήτοι ταχύτερα από ό,τι οι μεταβλητές που σχετίζονται με τα έσοδα, οι οποίες παρουσίαζαν ετήσιο ρυθμό αύξησης της τάξης του [2-7] %. Τέλος, η Επιτροπή επαναλαμβάνει τη διαπίστωση που διατυπώνεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία οι ζημίες της airBaltic ήταν τέτοιου μεγέθους ώστε να παρουσιάζει το 2010 αρνητική καθαρή θέση της τάξης των 23,3 εκατ. LVL (32,99 εκατ. ευρώ) περίπου, η οποία αυξήθηκε σε 105,6 εκατ. LVL (149,51 εκατ. ευρώ) περίπου λόγω των πρόσθετων ζημιών που κατέγραψε το 2011. Λαμβανομένων υπόψη όλων των προαναφερομένων παραγόντων, φαίνεται ότι πληρούνται τα κριτήρια του σημείου 11 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α.

(87)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η airBaltic συνιστούσε προβληματική επιχείρηση κατά την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α τουλάχιστον από το 2011.

7.2.   ΥΠΑΡΞΗ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(88)

Σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(89)

Προκειμένου να συναχθεί συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη ή μη κρατικής ενίσχυσης, η Επιτροπή πρέπει να αξιολογήσει αν πληρούνται τα σωρευτικά κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ (δηλαδή η μεταφορά κρατικών πόρων, το επιλεκτικό πλεονέκτημα, η δυνητική στρέβλωση του ανταγωνισμού και οι επιπτώσεις στις ενδοενωσιακές εμπορικές συναλλαγές) για καθένα από τα έξι μέτρα που αποτελούν αντικείμενο αξιολόγησης.

7.2.1.   Τα μέτρα 1, 2, 3 και 6 ως ενιαία πράξη

(90)

Η Λετονία ισχυρίζεται ότι το μέτρο 1 πρέπει να αξιολογηθεί σε συνδυασμό με τα μέτρα 2, 3 και 6, διότι η εφαρμογή τους συμφωνήθηκε την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 3 Οκτωβρίου 2011, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η Λετονία και η BAS ήταν αμφότερες σημαντικοί μέτοχοι της airBaltic.

(91)

Η Επιτροπή συμφωνεί με τις λετονικές αρχές ως προς το ότι το πρώτο κρατικό δάνειο (μέτρο 1) και το δάνειο της BAS δεν μπορούν να αξιολογηθούν μεμονωμένα και ότι πρέπει, συνεπώς, να εξεταστούν ως μέρος του συνολικού πλαισίου της συμφωνίας, βάσει της οποίας χορηγήθηκαν και τα δύο δάνεια. Η Επιτροπή διαφωνεί, ωστόσο, με τον ισχυρισμό της Λετονίας ότι τα άλλα μέτρα πρέπει να αξιολογηθούν από κοινού ως ενιαία πράξη.

(92)

Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι, στις 3 Οκτωβρίου 2011, ήτοι την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας, η BAS και το κράτος ανέλαβαν με απόλυτη βεβαιότητα τη δέσμευση για τη χορήγηση του πρώτου κρατικού δανείου (μέτρο 1) και του δανείου της BAS. Μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν την ίδια ημερομηνία. Εντούτοις, τα ακριβή ποσά του δεύτερου κρατικού δανείου (μέτρο 2) και της αύξησης κεφαλαίου (μέτρο 3) δεν μπορούν να εξακριβωθούν με βεβαιότητα από τα στοιχεία της συμφωνίας. Ειδικότερα, όσον αφορά το μέτρο 2, στη συμφωνία ορίζεται απλώς ότι η Λετονία δεσμεύεται να χορηγήσει δάνειο κατ' αναλογία της συμμετοχής της, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται το ποσό του δανείου. Ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 7.1 της συμφωνίας ορίζει ότι η προβλέψιμη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου (που απορρέει από την κεφαλαιοποίηση του πρώτου και του δεύτερου κρατικού δανείου, καθώς και του δανείου της BAS, παράλληλα με πρόσθετη εισφορά σε μετρητά από την BAS) δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 100 εκατ. LVL (141,58 εκατ. ευρώ). Πλην όμως, είναι σκόπιμο να επισημανθούν τα ακόλουθα στοιχεία. Πρώτον, στη συμφωνία προσδιορίζονταν μόνο τα ποσά του πρώτου κρατικού δανείου και του δανείου της BAS, τα οποία ανέρχονται σε 16 εκατ. LVL και 14 εκατ. LVL αντιστοίχως. Το ποσό των 100 εκατ. LVL αποτελούσε απλώς και μόνο πρόβλεψη, εκτίμηση του απαιτούμενου ή προσδοκώμενου ενδεχομένως ποσού όσον αφορά την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου έως το τέλος του έτους· το ποσό της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου δεν προσδιοριζόταν με σαφήνεια στη συμφωνία. Μάλιστα, το πραγματικό ποσό της αύξησης κεφαλαίου που συμφωνήθηκε τον Δεκέμβριο του 2011 ανερχόταν ουσιαστικά σε 110 εκατ. LVL (βλέπε αιτιολογική σκέψη 33 ανωτέρω), δηλαδή υπερέβαινε το αντίστοιχο ποσό που προβλεπόταν στη συμφωνία. Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι τα ποσά των μέτρων 2 και 3 είτε δεν είχαν καθοριστεί είτε δεν είχαν επιβεβαιωθεί στις 3 Οκτωβρίου 2011.

(93)

Ομοίως, όσον αφορά το μέτρο 6, η Επιτροπή παρατηρεί ότι κατά την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας στις 3 Οκτωβρίου 2011, το κράτος δεν γνώριζε εάν θα χρειαζόταν να κάνει χρήση του άρθρου 7.4 της συμφωνίας και να αναλάβει κατόπιν παραχώρησης τις απαιτήσεις ιδιωτών επενδυτών. Επιπλέον, το κράτος δεν ήταν υποχρεωμένο να παραχωρήσει στην airBaltic τις απαιτήσεις που προέκυψαν από το δεύτερο κοινοπρακτικό δάνειο. Η παραχώρηση των απαιτήσεων ιδιωτών επενδυτών στο κράτος αποτελούσε απλώς και μόνο ενδεχόμενο σε περίπτωση που η BAS δεν θα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει δυνάμει της συμφωνίας, εξέλιξη που δεν μπορούσε να είναι γνωστή στις 3 Οκτωβρίου 2011, αλλά ούτε και συνέτρεχαν λόγοι σχετικής υπόνοιας. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το μέτρο 6 ελήφθη κατά τη χρονική στιγμή που υπεγράφη η συμφωνία και δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι ελήφθη με τους ίδιους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκαν το πρώτο κρατικό δάνειο και το δάνειο της BAS.

(94)

Επιπροσθέτως, η Λετονία ισχυρίζεται ότι η πλειονότητα των απαιτήσεων των ιδιωτών επενδυτών, που αναμενόταν να ανανεωθούν στο πλαίσιο των δύο κοινοπρακτικών δανείων, δεν ήταν εξασφαλισμένες, και σε περίπτωση που το κράτος επέτρεπε την κήρυξη της εταιρείας σε πτώχευση, οι ιδιώτες επενδυτές θα είχαν ασκήσει αγωγές αποζημίωσης κατά του κράτους, εξέλιξη που θα ήταν σαφώς πιο δαπανηρή για το κράτος από ό,τι η λήψη των υπόλοιπων μέτρων υπέρ της airBaltic.

(95)

Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο ισχυρισμός ότι οι ιδιώτες επενδυτές θα ασκούσαν αγωγές αποζημίωσης κατά του κράτους είναι αμιγώς υποθετικός και δεν τεκμηριώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Επιπλέον, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η Λετονία έλαβε πράγματι υπόψη τις συγκεκριμένες εκτιμήσεις κατά την παροχή στήριξης στην airBaltic.

(96)

Βάσει των προαναφερομένων, η Επιτροπή εξάγει το συμπέρασμα ότι το επιχείρημα της αλληλεξάρτησης που επικαλούνται οι λετονικές αρχές δεν ευσταθεί. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή αποφαίνεται ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα μέτρα 1, 2, 3 και 6 συνιστούν μία ενιαία πράξη που αποφασίστηκε στις 3 Οκτωβρίου 2011 και, ως εκ τούτου, θα τα αξιολογήσει ξεχωριστά.

7.2.2.   Το πρώτο κρατικό δάνειο (μέτρο 1)

(97)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το πρώτο κρατικό δάνειο χορηγήθηκε απευθείας από το λετονικό κράτος μέσω του Δημόσιου Ταμείου, κατόπιν αιτήματος του Υπουργείου Μεταφορών. Το στοιχείο αυτό αναφέρεται ρητώς στη συμφωνία. Είναι, συνεπώς, προφανές, ότι το μέτρο 1 συνεπάγεται τη χρήση κρατικών πόρων και ότι μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος. Η Λετονία δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το στοιχείο αυτό.

(98)

Προκειμένου να εκτιμηθεί αν το μέτρο 1 συνεπαγόταν αδικαιολόγητο επιλεκτικό πλεονέκτημα υπέρ της airBaltic, η Επιτροπή επισημαίνει καταρχάς ότι η χορήγηση του πρώτου κρατικού δανείου και του δανείου της BAS συμφωνήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 2011, δηλαδή την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Τη δεδομένη χρονική στιγμή, η Λετονία και η BAS αποτελούσαν τους μεγαλύτερους μετόχους της εταιρείας και τα δάνεια χορηγήθηκαν κατ' αναλογία της συμμετοχής τους (52,6 % και 47,2 % αντιστοίχως), και μάλιστα υπό όμοιους και συναφείς όρους.

(99)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 45 ανωτέρω, η Επιτροπή είχε επισημάνει στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας ότι η πρόθεση των δημόσιων αρχών να στηρίξουν χρηματοδοτικά την εταιρεία μπορεί να επηρέασε θετικά την απόφαση της BAS να επενδύσει στην airBaltic. Εντούτοις, παρότι αληθεύει ότι η λετονική κυβέρνηση είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον της για τη διατήρηση της airBaltic ως εθνικού αερομεταφορέα (31), η Επιτροπή παρατηρεί ότι η παροχή στήριξης από το λετονικό κράτος ήταν υπό διαπραγμάτευση και παρέμενε απροσδιόριστη, ενώ επίσης υπόκειτο σε ορισμένες προϋποθέσεις. Βάσει του σκεπτικού αυτού, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο το πρώτο κρατικό δάνειο και το δάνειο της BAS να χορηγήθηκαν ταυτόχρονα, οπότε στην περίπτωση αυτή αποκλείεται η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης. Όπως έχει καταστήσει σαφές το Γενικό Δικαστήριο, «η χρονική σύμπτωση δεν μπορεί, αυτή και μόνο, ακόμη και αν υπάρχουν σημαντικές ιδιωτικές επενδύσεις, να αποτελέσει στοιχείο εκ του οποίου θα μπορούσε να συναχθεί ότι δεν υπήρξε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου [107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ] χωρίς να ληφθούν υπόψη τα λοιπά κρίσιμα πραγματικά ή νομικά στοιχεία» (32).

(100)

Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή εξέτασε επίσης κατά πόσον μπορεί να θεωρηθεί ότι το συμφωνηθέν επιτόκιο [11-13] % για το πρώτο κρατικό δάνειο (και για το δάνειο της BAS) είναι σε επίπεδο αγοράς.

(101)

Κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Λετονία προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την αξία της εγγύησης (εμπορικά σήματα και εισπρακτέες απαιτήσεις), η οποία αποτέλεσε αντικείμενο εκτίμησης από ανεξάρτητο ελεγκτή […] στο πλαίσιο λογιστικού ελέγχου της εταιρείας που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2011. Δεδομένου ότι οι εισπρακτέες απαιτήσεις (σύμφωνα με στοιχεία της 30ής Σεπτεμβρίου 2011) συνιστούσαν μέρος των συναφών χρηματοοικονομικών στοιχείων, αποτέλεσαν εξίσου αντικείμενο εκτίμησης, η οποία διενεργήθηκε από […]. Όσον αφορά τα εμπορικά σήματα, ο καθορισμός της αξίας τους βασίστηκε στην τιμή έναντι της οποίας η airBaltic επαναγόρασε τα εμπορικά σήματα από την BAS. Προκειμένου να προσδιορίσει την αξία εκκαθάρισης της εγγύησης, η Λετονία εφάρμοσε επιτόκιο προεξόφλησης της τάξης του […] %, σύμφωνα με την εσωτερική μεθοδολογία αποτίμησης εξασφαλίσεων του Δημόσιου Ταμείου της Λετονίας, την οποία η Επιτροπή κρίνει κατάλληλη λαμβανομένης υπόψη της φύσης των εξασφαλίσεων. Σε αυτή τη βάση, η αξία εκκαθάρισης της εγγύησης ορίστηκε σε [15-25] εκατ. LVL ([21,3-35,5] εκατ. ευρώ), ποσό κατά [15-25] % υψηλότερο από το ποσό του πρώτου κρατικού δανείου.

(102)

Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, δεδομένων των σημαντικών εξασφαλίσεων του πρώτου κρατικού δανείου, η εφαρμογή επιτοκίου της τάξης του [11-13] % φαίνεται να συνάδει με την ανακοίνωση για τα επιτόκια αναφοράς (33). Ο ισχυρισμός ότι η εφαρμογή επιτοκίου της τάξης του [11-13] % ήταν συμβιβάσιμη με την αγορά τεκμηριώνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι η BAS (ως ιδιώτης επενδυτής) είχε παραιτηθεί του δικαιώματός της να απαιτήσει την εξασφάλιση του δανείου της BAS (βλέπε αιτιολογική σκέψη 26 ανωτέρω). Κατά συνέπεια, μολονότι το δάνειο της BAS ήταν υψηλότερου κινδύνου από ό,τι το κρατικό δάνειο, χορηγήθηκε με το ίδιο επιτόκιο.

(103)

Έχοντας υπόψη το επίπεδο των εξασφαλίσεων και το επιτόκιο που εφαρμόστηκε, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μέτρο 1 δεν συνεπαγόταν επιλεκτικό πλεονέκτημα για την airBaltic και ότι μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης, χωρίς να κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί περαιτέρω κατά πόσον πληρούνται τα υπόλοιπα σωρευτικά κριτήρια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ (34).

Η μείωση του επιτοκίου του πρώτου κρατικού δανείου από [11-13] % σε [2-4] %

(104)

Στις 13 Δεκεμβρίου 2011, δηλαδή αφού η συμμετοχή της Λετονίας στην airBaltic είχε αυξηθεί σε 99,8 % (βλέπε αιτιολογική σκέψη 21 ανωτέρω), η λετονική κυβέρνηση αποφάσισε να επιτρέψει τη μείωση του επιτοκίου του πρώτου κρατικού δανείου —και επομένως και του δανείου της BAS— από [11-13] % σε [2-4] %, ήτοι κατά [9-11] ποσοστιαίες μονάδες, οι οποίες αντιστοιχούν στο ασφάλιστρο κινδύνου.

(105)

Η Λετονία θεωρεί ότι η μείωση του επιτοκίου ήταν αιτιολογημένη, διότι το δάνειο ήταν άνευ κινδύνου, δεδομένου ότι η αξία εκκαθάρισης της εγγύησης είχε εκτιμηθεί σε [15-25] εκατ. LVL ([21,3-35,5] εκατ. ευρώ), ήτοι κατά [15-25] % υψηλότερη από το ποσό του πρώτου κρατικού δανείου (βλέπε αιτιολογική σκέψη 101 ανωτέρω).

(106)

Η Επιτροπή κρίνει ότι δεν είναι πειστικά τα επιχειρήματα της Λετονίας όταν ισχυρίζεται ότι, μέσω της μείωσης του επιτοκίου, το κράτος μείωσε το κόστος χρηματοδότησης της airBaltic (δεδομένου ότι μειώθηκε και το επιτόκιο του δανείου της BAS), η οποία ανήκε εκείνη την εποχή σχεδόν αποκλειστικά στην κυριότητα του κράτους, το οποίο κατείχε το 99,8 % των μετοχών της. Κατά την άποψη της Λετονίας, επρόκειτο για ορθολογική απόφαση εκ μέρους του κράτους, διότι τα διαφυγόντα έσοδα για το κράτος υπό τη μορφή τόκων μπορούσαν να αντισταθμιστούν από το πλεονέκτημα που προέκυπτε για το κράτος, υπό την ιδιότητά του ως πλειοψηφούντος μετόχου της airBaltic, από την καταβολή χαμηλότερου επιτοκίου από την εταιρεία.

(107)

Από την άλλη πλευρά, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη χρονική στιγμή χορήγησης του πρώτου κρατικού δανείου και του δανείου της BAS, στη συμφωνία προβλέπονταν όμοιοι και συναφείς όροι για αμφότερα τα δάνεια και, κατά συνέπεια, οποιαδήποτε τροποποίηση σε ένα από τα δάνεια θα είχε ως συνέπεια την ίδια ακριβώς τροποποίηση και στο άλλο δάνειο. Η μείωση, επομένως, του επιτοκίου ισχύει και για τα δύο δάνεια, ενώ παραμένει αμετάβλητο το πολύ υψηλό επίπεδο εξασφαλίσεων του δανείου, καθώς και το γεγονός ότι το δάνειο της BAS δεν ήταν εξασφαλισμένο. Δεδομένου ότι η BAS είχε συμφωνήσει εκ των προτέρων τη σύνδεση των όρων του δανείου της BAS με τους όρους του πρώτου κρατικού δανείου, δεν συντρέχουν λόγοι να θεωρήσει η Επιτροπή ότι επρόκειτο για απόφαση που δεν συνάδει με τους όρους της αγοράς.

(108)

Βάσει των προαναφερομένων, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η μείωση του επιτοκίου, το μέτρο 1 δεν παρείχε επιλεκτικό πλεονέκτημα στην airBaltic και μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης.

7.2.3.   Το δεύτερο κρατικό δάνειο (μέτρο 2)

(109)

Το δεύτερο κρατικό δάνειο χορηγήθηκε απευθείας από το λετονικό κράτος μέσω του Δημόσιου Ταμείου, με απόφαση της λετονικής κυβέρνησης της 13ης Δεκεμβρίου 2011 που επέτρεπε στο Υπουργείο Οικονομικών να προβλέψει στον κρατικό προϋπολογισμό τη χορήγηση στην airBaltic μετατρέψιμου δανείου ύψους 67 εκατ. LVL (94,86 εκατ. ευρώ). Ως εκ τούτου, το μέτρο 2 συνεπάγεται τη χρήση κρατικών πόρων και μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος.

(110)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατά τη χρονική στιγμή χορήγησης του δεύτερου κρατικού δανείου, δηλαδή στις 13 Δεκεμβρίου 2011, η BAS είχε παραχωρήσει εξ ολοκλήρου τη συμμετοχή της στην airBaltic, εκτός από μία μετοχή, και ότι το κράτος κατείχε πλέον το 99,8 % των μετοχών της εταιρείας. Επομένως, το κράτος και η BAS δεν βρίσκονταν πλέον σε παρόμοια θέση ως μέτοχοι.

(111)

Η Λετονία ισχυρίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 7.2 της συμφωνίας, το οποίο ορίζει ότι η Λετονία δεσμευόταν να παράσχει στην airBaltic δάνειο «κατ' αναλογία της συμμετοχής της», η BAS ήταν υποχρεωμένη να χορηγήσει στην airBaltic χρηματοδοτικούς πόρους των οποίων το ποσό έπρεπε να αντιστοιχεί στον αριθμό των μετοχών της. Η BAS όφειλε να το πράξει κατά τη χρονική στιγμή της εισφοράς κεφαλαίου τον Δεκέμβριο του 2011 υπό τη μορφή μετρητών. Η Επιτροπή επισημαίνει, ωστόσο, ότι στις 13 Δεκεμβρίου 2011, η BAS κατείχε μόνο μία μετοχή στην airBaltic. Έπεται, συνεπώς, ότι το κράτος όφειλε να υιοθετήσει τη θέση συνετού επενδυτή στην οικονομία της αγοράς και να διακριβώσει, δεδομένης της αλλαγής των συνθηκών όσον αφορά τα ποσοστά συμμετοχής, εάν η BAS είχε όντως κίνητρα να προβεί στην εισφορά μετρητών στην εταιρεία κατά τη χρονική στιγμή της αύξησης κεφαλαίου, Στην πραγματικότητα, το κράτος είχε προβλέψει αυτό το ενδεχόμενο και συμπεριέλαβε στη συμφωνία αρκετά μέτρα έκτακτης ανάγκης, ιδίως στο άρθρο 7.4, σε περίπτωση που η BAS δεν τηρούσε τις δεσμεύσεις της. Επιπλέον, όπως αναγνωρίζει και η Λετονία, η δεύτερη δόση του δεύτερου κρατικού δανείου έπρεπε να εκταμιευθεί σε περίπτωση που η BAS δεν μπορούσε να παράσχει συμπληρωματικούς χρηματοδοτικούς πόρους.

(112)

Το άρθρο 7.4 της συμφωνίας παρείχε στο κράτος το δικαίωμα να εξαγοράσει από την BAS το σύνολο των μετοχών που κατείχε στην airBaltic έναντι 1 LVL. Κατά τη χρονική στιγμή που υπεγράφη η συμφωνία, τούτο συνιστούσε εγγύηση για το κράτος ότι η BAS θα τηρούσε τις δεσμεύσεις της διότι, σε αντίθετη περίπτωση, έπρεπε να παραχωρήσει όλες τις μετοχές που κατείχε στην airBaltic. Εντούτοις, η κατάσταση άλλαξε ριζικά στις 30 Νοεμβρίου 2011, όταν η Latvijas Krājbanka πούλησε στο λετονικό κράτος όλες τις μετοχές της airBaltic που ανήκαν στην κυριότητα της BAS εκτός από μία (βλέπε αιτιολογική σκέψη 21 ανωτέρω). Στο νέο αυτό πλαίσιο, οι διατάξεις του άρθρου 7.4 στερούνταν πλέον νοήματος. Πράγματι, έχοντας στην κατοχή της μόνο μία μετοχή, η BAS δεν είχε ουσιαστικά κίνητρο ώστε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, δεδομένου ότι η αθέτηση των υποχρεώσεών της θα είχε απλώς ως συνέπεια την απώλεια της μιας και μοναδικής μετοχής που κατείχε στην airBaltic. Ένας συνετός ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς θα είχε εξετάσει προσεκτικά το ενδεχόμενο παροχής πρόσθετων χρηματοδοτικών πόρων στην airBaltic υπό τις νέες αυτές συνθήκες και θα είχε ζητήσει, τουλάχιστον, από το άλλο μέρος (ήτοι από την BAS) διαβεβαιώσεις ότι θα διέθετε πράγματι χρηματοδοτικούς πόρους στην εταιρεία. Η Επιτροπή παρατηρεί επιπλέον ότι ήταν μάλλον απίθανο να παρασχεθούν οι διαβεβαιώσεις αυτές, διότι η BAS θα έπρεπε να προβεί σε εισφορά πολύ υψηλού χρηματικού ποσού —μακράν υψηλότερου από ό,τι μπορούσε να εκτιμηθεί αρχικά— προκειμένου να ανακτήσει το παλαιό ποσοστό συμμετοχής της, της τάξης του 47,2 %, ή οποιουδήποτε άλλου σημαντικού ποσοστού μετοχών στην airBaltic.

(113)

Η Λετονία αναφέρει επίσης ότι το δεύτερο κρατικό δάνειο χορηγήθηκε υπό όρους της αγοράς, με συνέπεια να αποκλείεται κάθε ενδεχόμενο παροχής αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος στην airBaltic.

(114)

Όσον αφορά την εγγύηση των δανείων, η Λετονία επισημαίνει ότι το δεύτερο κρατικό δάνειο χορηγήθηκε με την ίδια εγγύηση που είχε χορηγηθεί και το πρώτο κρατικό δάνειο, δηλαδή εισπρακτέες απαιτήσεις και τα εμπορικά σήματα της airBaltic. Όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 101 ανωτέρω, η αξία εκκαθάρισης της εγγύησης εκτιμήθηκε στο ποσό των [15-25] εκατ. LVL ([21,3-35,5] εκατ. ευρώ). Συνάγεται, επομένως, ότι το επίπεδο των εξασφαλίσεων που ήταν διαθέσιμες για το δεύτερο κρατικό δάνειο αναμενόταν να είναι χαμηλό. Επιπλέον, δεν συντρέχει κανένας λόγος να υποτεθεί ότι ένας ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς θα δεχόταν μείωση των εξασφαλίσεων βάσει των οποίων είχε ήδη χορηγηθεί το πρώτο κρατικό δάνειο τουλάχιστον κάτω από το 100 %.

(115)

Προκειμένου να εξακριβώσει τη συμμόρφωση του επιτοκίου που εφαρμόστηκε στην πρώτη δόση του δεύτερου κρατικού δανείου με τους όρους της αγοράς, η Επιτροπή θα χρησιμοποιήσει ως βέλτιστο διαθέσιμο αντιπροσωπευτικό το επιτόκιο που προκύπτει από την εφαρμογή της ανακοίνωσης για τα επιτόκια αναφοράς. Στις 13 Δεκεμβρίου 2011, το βασικό επιτόκιο για τη Λετονία ήταν 2,2 %. Στην τιμή αυτή είναι σκόπιμο να προστεθεί περιθώριο ανάλογα με την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας του δικαιούχου και τις εξασφαλίσεις του δανείου. Όπως αναφέρεται στην προηγούμενη αιτιολογική σκέψη, το επίπεδο των εξασφαλίσεων είναι χαμηλό. Δεδομένων των δυσχερειών που αντιμετώπιζε η airBaltic εκείνη την περίοδο, από την ανακοίνωση για τα επιτόκια αναφοράς προκύπτει ότι είναι σκόπιμο να προστεθούν 1 000 μονάδες βάσης στο βασικό επιτόκιο και να διαμορφωθεί τελικά επιτόκιο της τάξης του 12,2 %. Δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι το επιτόκιο της τάξης του [9-11] % επί της πρώτης δόσης του δεύτερου κρατικού δανείου συμμορφώνεται με τους όρους της αγοράς.

(116)

Η δεύτερη δόση του δεύτερου κρατικού δανείου τέθηκε στη διάθεση της εταιρείας στις 14 Δεκεμβρίου 2012 με επιτόκιο [6-8] %. Η Λετονία ισχυρίζεται ότι το εν λόγω επιτόκιο είναι υψηλότερο από εκείνο που προκύπτει από την ανακοίνωση για τα επιτόκια αναφοράς και, ως εκ τούτου, συνάδει με την ΑΙΕΟΑ.

(117)

Σύμφωνα με την ανακοίνωση για τα επιτόκια αναφοράς, το εφαρμοστέο βασικό επιτόκιο για τη Λετονία στις 14 Δεκεμβρίου 2012 ήταν 1,91 %. Το περιθώριο που πρέπει να προστεθεί σε αυτό το βασικό επιτόκιο εξαρτάται από την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας του δικαιούχου και από το επίπεδο των εξασφαλίσεων. Όπως διευκρινίζεται στο τμήμα 7.1 ανωτέρω, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι η airBaltic συνιστούσε προβληματική επιχείρηση τουλάχιστον από το 2011. Επιπλέον, η δεύτερη δόση χορηγήθηκε με εγγύηση τις εισπρακτέες απαιτήσεις και τα εμπορικά σήματα της airBaltic. Τα επιχειρήματα περί ανεπαρκών εξασφαλίσεων ισχύουν τηρουμένων των αναλογιών και είναι, επομένως, σκόπιμο να προστεθεί περιθώριο 1 000 μονάδων βάσης. Κατά συνέπεια, το επιτόκιο αναφοράς που θα προέκυπτε θα ανερχόταν σε 11,91 % και θα ήταν, επομένως, σαφώς υψηλότερο από το [6-8] % που πράγματι εφαρμόστηκε.

(118)

Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Επιτροπή θεωρεί ότι ένας συνετός ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς δεν θα είχε χορηγήσει το δεύτερο κρατικό δάνειο στην airBaltic.

(119)

Βάσει του σκεπτικού αυτού, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μέτρο 2 παρείχε αδικαιολόγητο πλεονέκτημα στην airBaltic. Το εν λόγω πλεονέκτημα ήταν επιλεκτικού χαρακτήρα δεδομένου ότι μοναδικός δικαιούχος του μέτρου ήταν η airBaltic.

(120)

Η Επιτροπή πρέπει επίσης να εξετάσει κατά πόσον το μέτρο 2 ήταν πιθανόν να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, με την παροχή πλεονεκτήματος στην airBaltic έναντι των ανταγωνιστών της που δεν έλαβαν δημόσια στήριξη. Είναι μάλλον σαφές ότι το μέτρο 2 μπορούσε να επηρεάσει τις ενδοενωσιακές συναλλαγές και τον ανταγωνισμό, δεδομένου ότι η airBaltic βρίσκεται σε ανταγωνισμό με άλλες αεροπορικές εταιρείες της ΕΕ, ιδίως μετά την έναρξη ισχύος του τρίτου σταδίου της ελευθέρωσης των αερομεταφορών («τρίτη δέσμη μέτρων») από την 1η Ιανουαρίου 1993. Επιπλέον, δεδομένου του ανταγωνισμού μεταξύ των εναέριων μεταφορών και των οδικών και σιδηροδρομικών μεταφορών όσον αφορά τα δρομολόγια σχετικά μικρότερων αποστάσεων εντός της ΕΕ, είναι πιθανόν να επηρεάζονται επίσης οι οδικοί μεταφορείς και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις.

(121)

Επομένως, το μέτρο 2 παρέσχε στην airBaltic τη δυνατότητα να συνεχίσει τη δραστηριότητά της ώστε να μην βρεθεί αντιμέτωπη με τις συνέπειες που θα επέσυρε υπό κανονικές συνθήκες η δυσχερής χρηματοοικονομική της κατάσταση. Βάσει των προαναφερόμενων εκτιμήσεων, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μέτρο 2 συνεπαγόταν τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ υπέρ της airBaltic.

7.2.4.   Η αύξηση κεφαλαίου που συμφωνήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2011 (μέτρο 3)

(122)

Όπως προαναφέρθηκε, το πρώτο κρατικό δάνειο και η πρώτη δόση του δεύτερου κρατικού δανείου συνεπάγονται τη χρήση κρατικών πόρων και μπορούν να καταλογιστούν στο κράτος. Η μετατροπή τους σε κεφάλαιο αποτέλεσε αντικείμενο απόφασης που εξέδωσε το Υπουργείο Μεταφορών της Λετονίας, ήτοι ο μέτοχος που κατείχε το 99,8 % των μετοχών της airBaltic από τις 30 Νοεμβρίου 2011. Ως εκ τούτου, το μέτρο 3 συνεπάγεται επίσης τη χρήση κρατικών πόρων και μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος.

(123)

Η Επιτροπή δεν συμμερίζεται την άποψη των λετονικών αρχών ότι το μέτρο 3 δεν συνεπάγεται κρατική ενίσχυση. Καταρχάς, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι τα συμπεράσματα που συνάγονται στο τμήμα 7.2.1 ανωτέρω ισχύουν και για το μέτρο 3. Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι το μέτρο 3 δεν χορηγήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2011 (δηλαδή κατά την ημερομηνία διεξαγωγής της συνέλευσης των μετόχων της airBaltic), αλλά στις 29 Δεκεμβρίου 2011, ημερομηνία κατά την οποία το κράτος προέβη σε μετατροπή των δανείων του. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία που διαβίβασαν οι λετονικές αρχές κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας, κατ' εφαρμογή των ισχυόντων κανόνων, η BAS και το λετονικό κράτος όφειλαν να ολοκληρώσουν, έως τις 30 Ιανουαρίου 2012, τις επίσημες διατυπώσεις για τη μετατροπή που αποφασίστηκε κατά τη συνέλευση των μετόχων της airBaltic.

(124)

Η Επιτροπή επισημαίνει ακόμη ότι, στις 29 Δεκεμβρίου 2011, η Λετονία μπορούσε να έχει εύλογες επιφυλάξεις ως προς την πρόθεση της BAS να τηρήσει τις δεσμεύσεις της. Πράγματι, υπήρχαν ήδη ενδείξεις ότι η BAS δεν επρόκειτο να μετατρέψει το δάνειό της· μάλιστα η ίδια η Λετονία παραδέχεται ότι η δεύτερη δόση του δεύτερου κρατικού δανείου, που αποφασίστηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2011, είχε προβλεφθεί ακριβώς για την αντιστάθμιση του ενδεχομένου αθέτησης των δεσμεύσεων της BAS. Επιπλέον, από τις 30 Νοεμβρίου 2011 και εξής, το κράτος και η BAS δεν βρίσκονταν πλέον σε παρόμοια θέση ως μέτοχοι, δεδομένου ότι η BAS είχε παραχωρήσει εξ ολοκλήρου τη συμμετοχή της στην airBaltic, με εξαίρεση μία μετοχή, και το κράτος πλέον είχε στην κατοχή του το 99,8 % των μετοχών της εταιρείας.

(125)

Λόγω των εξελίξεων αυτών, και πριν προβεί ουσιαστικά σε μετατροπή των κρατικών δανείων, το κράτος έπρεπε να συναγάγει το συμπέρασμα —ή τουλάχιστον να έχει βάσιμες υπόνοιες— από τις ενέργειες της BAS ότι η εν λόγω εταιρεία δεν σκόπευε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της (βλέπε αιτιολογική σκέψη 35 ανωτέρω). Επιπροσθέτως, δεδομένου ότι η BAS είχε παραχωρήσει όλες τις μετοχές που κατείχε στην airBaltic εκτός από μία, τα διορθωτικά μέτρα που προβλέπονταν στο άρθρο 7.4 της συμφωνίας, δηλαδή το δικαίωμα του κράτους να εξαγοράσει από την BAS το σύνολο των μετοχών που κατείχε στην airBaltic έναντι 1 LVL, στερούνταν πλέον νοήματος: το κράτος είχε απολέσει τα μέσα με τα οποία μπορούσε να υποχρεώσει την BAS να τηρήσει τις δεσμεύσεις που είχε συμφωνήσει να αναλάβει.

(126)

Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερόμενων στοιχείων, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ένας συνετός ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς δεν θα είχε μετατρέψει τα δάνειά του σε κεφάλαιο εάν δεν είχε βεβαιωθεί προηγουμένως ότι το έτερο μέρος θα προέβαινε σε μετατροπή του δικού του δανείου και σε εισφορά μετρητών και, στο πλαίσιο αυτό, θα εξέταζε ενδελεχώς τα κίνητρα του έτερου μέρους όσον αφορά την τήρηση των των δεσμεύσεών του.

(127)

Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, ακόμη και αν η BAS είχε τηρήσει τους όρους της συμφωνίας που συνάφθηκε κατά τη συνέλευση των μετόχων, δεν θα ήταν σε θέση να ανακτήσει το παλαιό ποσοστό συμμετοχής της στην airBaltic. Προκειμένου να εξασφαλίσει ποσοστό συμμετοχής της τάξης του 47,2 %, η BAS όφειλε να επενδύσει σαφώς υψηλότερα ποσά από εκείνα που συμφωνήθηκαν κατά την εν λόγω συνέλευση των μετόχων. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή διατυπώνει την άποψη ότι, εάν το κράτος είχε ενεργήσει σύμφωνα με την ΑΙΕΟΑ, θα έπρεπε να είχε εξετάσει διεξοδικά κατά πόσον η BAS προτίθετο να επενδύσει σημαντικά χρηματικά ποσά, ήτοι το δάνειο της BAS και μετρητά ύψους 37,7 εκατ. LVL (53,38 εκατ. ευρώ), προκειμένου να αποκτήσει συμμετοχή μειοψηφίας στην airBaltic.

(128)

Ως πρόσθετο επιχείρημα, η Λετονία διευκρινίζει ότι η υποχρέωση της BAS να προβεί σε εισφορά μετρητών και σε μετατροπή του δανείου της BAS επιβεβαιώθηκε από την ύπαρξη εγγύησης εκ μέρους ενός ρώσου επιχειρηματία, του κ. Vladimir Antonov, ο οποίος συμφώνησε να καταβάλει τις απαιτούμενες πληρωμές για λογαριασμό της BAS (35). Ωστόσο, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή προκύπτει ότι η εν λόγω εγγύηση ουδέποτε παρασχέθηκε στην πραγματικότητα.

(129)

Η Λετονία αναφέρει επίσης ότι οι προϋποθέσεις όσον αφορά την απαίτηση κεφαλαιοποίησης των κρατικών δανείων δυνάμει του άρθρου 7.2 της συμφωνίας εκπληρώθηκαν στις 13 Δεκεμβρίου 2011, όταν της υποβλήθηκε επιχειρηματικό σχέδιο στο οποίο παρουσιαζόταν η επαναφορά της airBaltic σε τροχιά κερδοφορίας το 2015, και ισχυρίζεται ότι ως εκ τούτου η απόφαση για τη μετατροπή των κρατικών δανείων σε κεφάλαιο ήταν σύμφωνη με την ΑΙΕΟΑ. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν πείστηκε από τα επιχειρήματα της Λετονίας, διότι το σχέδιο δεν ήταν ολοκληρωμένο και ένας ορθολογικός ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς δεν θα βασιζόταν σε αυτό για να προβεί σε εισφορά σημαντικού κεφαλαίου σε μια προβληματική επιχείρηση.

(130)

Βάσει των προαναφερομένων, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Λετονία δεν ενήργησε με ίσους όρους κατά τη μετατροπή των δανείων της και, επομένως, κατά την αύξηση κεφαλαίου της airBaltic. Επιπλέον, η συμπεριφορά του κράτους δεν ήταν σύμφωνη με την ΑΙΕΟΑ. Ως εκ τούτου, η airBaltic απέκτησε από την εφαρμογή του μέτρου 3 αδικαιολόγητο πλεονέκτημα, το οποίο είναι επιλεκτικό διότι μοναδικός δικαιούχος ήταν η εταιρεία.

(131)

Η Επιτροπή πρέπει επίσης να εξετάσει κατά πόσον το μέτρο 3 ήταν πιθανόν να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, με την παροχή πλεονεκτήματος στην airBaltic έναντι των ανταγωνιστών της που δεν έλαβαν δημόσια στήριξη. Τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν τα συμπεράσματα που συνάγονται στην αιτιολογική σκέψη 120 ανωτέρω.

(132)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μετατροπή του πρώτου κρατικού δανείου και της πρώτης δόσης του δεύτερου κρατικού δανείου σε κεφάλαιο συνεπαγόταν τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ υπέρ της airBaltic.

7.2.5.   Τα ομόλογα μηδενικού τοκομεριδίου (μέτρο 4)

(133)

Όπως επισημαίνεται ήδη στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, από τη συμφωνία της 30ής Απριλίου 2010 για την επισημοποίηση της αγοράς των ομολόγων μηδενικού τοκομεριδίου προκύπτει ότι ο αγοραστής, δηλαδή το κέντρο κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης της Λετονίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 38 ανωτέρω), ενήργησε εξ ονόματος του λετονικού κράτους. Επιπλέον, η Λετονία ισχυρίζεται ότι το κέντρο κρατικής ραδιοφωνίας και τηλεόρασης προέβη στην αγορά των ομολόγων αυτών για δημοσιονομικούς λόγους. Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι το μέτρο 4 συνεπάγεται τη χρήση κρατικών πόρων και ότι μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος, στοιχεία μάλιστα που η Λετονία δεν θέτει υπό αμφισβήτηση.

(134)

Κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Λετονία προσκόμισε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τόσο το κράτος όσο και η BAS απέκτησαν τα ομόλογα κατ' αναλογία της συμμετοχής τους στην airBaltic και υπό τους ίδιους όρους. Επιπροσθέτως, φαίνεται ότι το κράτος δεν χορήγησε χρηματοδότηση στην airBaltic πριν από τον Απρίλιο του 2010, ενώ η BAS είχε επενδύσει στην πραγματικότητα σημαντικά χρηματικά ποσά στην εταιρεία πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Τέλος, από την έρευνα συνάγεται ότι η συμφωνία έκδοσης ομολόγων εγκρίθηκε με πρωτοβουλία της BAS και της διοίκησης της airBaltic, η οποία είχε ήδη προτείνει στο κράτος τον Απρίλιο και τον Ιούνιο του 2009 αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου κατ' αναλογία της συμμετοχής τους.

(135)

Όπως επισημαίνεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι η αγορά των ομολόγων μηδενικού επιτοκίου δεν συνιστούσε συνήθη μορφή επένδυσης για έναν συνετό επενδυτή στην οικονομία της αγοράς. Ωστόσο, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το λετονικό κράτος και η BAS αποτελούσαν εκείνη την περίοδο σημαντικούς μετόχους της airBaltic και η επενδυτική τους απόφαση έπρεπε να αξιολογηθεί από τη σκοπιά αυτή και όχι από τη σκοπιά ενός αμιγώς εξωτερικού επενδυτή. Πράγματι, θα μπορούσε να συναχθεί ευλόγως ότι οι ιδιοκτήτες της airBaltic δεν επιζητούσαν την εξασφάλιση βραχυπρόθεσμου κέρδους εκείνη την περίοδο, αλλά τους ενδιέφερε η διάσωση της εταιρείας.

(136)

Βάσει των προαναφερομένων, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Λετονία ενήργησε ως συνετός επενδυτής στην οικονομία της αγοράς κατά την αγορά των ομολόγων μηδενικού τοκομεριδίου από κοινού με τον ιδιώτη επενδυτή, ήτοι την εταιρεία BAS. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποκλείει την ύπαρξη αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος όσον αφορά το μέτρο 4 και κρίνει περιττή την αξιολόγηση των λοιπών σωρευτικών κριτηρίων που καθορίζονται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ σχετικά με την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης.

7.2.6.   Η πληρωμή του ποσού των 2,8 εκατ. ευρώ από τη Latvijas Krājbanka (μέτρο 5)

(137)

Το μέτρο 5 αφορά την πληρωμή ποσού ύψους 2,8 εκατ. ευρώ από τη Latvijas Krājbanka στην airBaltic στις 21 και 22 Νοεμβρίου 2011. Όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 39 ανωτέρω, η airBaltic υπέβαλε τρία εντάλματα πληρωμής στη Latvijas Krājbanka πριν από την έκδοση των αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών της 17ης Νοεμβρίου 2011, για τον περιορισμό των τραπεζικών πράξεων άνω των 100 000 ευρώ, και της 21ης Νοεμβρίου 2011, για την παύση όλων των δραστηριοτήτων της Latvijas Krājbanka. Η Λετονία θεωρεί ότι το μέτρο αυτό δεν συνεπάγεται τη χρήση κρατικών πόρων, δεδομένου ότι οι σχετικές πράξεις αφορούσαν τρία εντάλματα πληρωμής από την airBaltic στο γραφείο συμψηφισμού της IATA, στον διεθνή αερολιμένα της Ρίγας και σε εναλλακτικό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η airBaltic σε άλλη τράπεζα (βλέπε αιτιολογική σκέψη 39 ανωτέρω). Κατά την άποψη της Λετονίας, επρόκειτο μόνο για απλές τραπεζικές πράξεις που αφορούσαν ιδιωτικούς χρηματοδοτικούς πόρους της airBaltic. Η Λετονία ισχυρίζεται επίσης ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών δεν μπορούσαν να καταλογιστούν στο κράτος.

(138)

Η Λετονία διευκρίνισε ότι η μεταφορά χρηματοδοτικών πόρων προέκυψε από την εκτέλεση ενταλμάτων πληρωμής που υπέβαλε η airBaltic προτού η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών εκδώσει εντολή για την αναστολή των δραστηριοτήτων της Latvijas Krājbanka στις 21 Νοεμβρίου 2011. Η Latvijas Krājbanka εκτέλεσε τις εν λόγω πράξεις στις 25 και 30 Νοεμβρίου 2011.

(139)

Επιπλέον, δυνάμει του νόμου σχετικά με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών της 1ης Ιουνίου 2000, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών εκδίδει τις αποφάσεις της χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις ή τις οδηγίες άλλων δημόσιων αρχών. Επιπροσθέτως, η χρηματοδότηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών δεν εξαρτάται από το κράτος, διότι οι δραστηριότητές της χρηματοδοτούνται μέσω πληρωμών που καταβάλλουν διάφορα μέρη τα οποία δραστηριοποιούνται στη χρηματοπιστωτική αγορά και στην κεφαλαιαγορά της Λετονίας. Από τους ισχύοντες νόμους προκύπτει επίσης ότι το κράτος δεν παρεμβαίνει στην άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών όσον αφορά την επιβολή του νόμου και των δικαιωμάτων σε σχέση με την εποπτεία της επί των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(140)

Βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή της, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι διαχειριστές που όρισε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και Οικονομικών ενήργησαν ανεξάρτητα από το κράτος, στοιχείο που θα έπρεπε να αποκλείει τον καταλογισμό των ενεργειών τους στο λετονικό κράτος.

(141)

Βάσει των προαναφερομένων, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μέτρο 5 δεν συνεπαγόταν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

7.2.7.   Η παραχώρηση της απαίτησης των 5 εκατ. ευρώ από την Taurus στην airBaltic (μέτρο 6)

(142)

Η επόμενη καταγγελία που ελήφθη στις 18 Ιουλίου 2012 αφορά την υποχρέωση των επενδυτών δυνάμει του άρθρου 7.4 της συμφωνίας να παραχωρήσουν στο κράτος ή στην ορισθείσα εταιρεία του, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τις εκκρεμείς απαιτήσεις που απορρέουν από το δεύτερο κοινοπρακτικό δάνειο έναντι 1 LVL (βλέπε αιτιολογική σκέψη 42 ανωτέρω).

(143)

Σύμφωνα με το άρθρο 7.4 της συμφωνίας, η εταιρεία Taurus παραχώρησε στη Λετονία, έναντι 1 LVL, απαίτηση ύψους 5 εκατ. ευρώ που αξίωνε από την airBaltic. Στη συνέχεια, η Λετονία παραχώρησε την απαίτηση αυτή στην airBaltic.

(144)

Όσον αφορά τις υπόλοιπες απαιτήσεις, συνολικού ποσού 30 εκατ. LVL (42,47 εκατ. ευρώ), οι οποίες επρόκειτο να ανανεωθούν στο πλαίσιο του δεύτερου κοινοπρακτικού δανείου, οι λετονικές αρχές ζήτησαν από τους επενδυτές, με επιστολή της 9ης Φεβρουαρίου 2012, να τους παραχωρήσουν τις αντίστοιχες απαιτήσεις έναντι 1 LVL έκαστη. Περαιτέρω, η Λετονία άσκησε ενώπιον του πρωτοδικείου της Ρίγας αγωγή κατά τριών από τους επενδυτές για την επιβολή της εφαρμογής του άρθρου 7.4 της συμφωνίας. Η Λετονία δήλωσε την πρόθεσή της να προβεί εξίσου σε παραχώρηση των εν λόγω απαιτήσεων στην airBaltic.

(145)

Η Λετονία ισχυρίζεται ότι η παραχώρηση της απαίτησης ύψους 5 εκατ. ευρώ στην airBaltic συνιστούσε μέτρο έκτακτης ανάγκης που αποσκοπούσε στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων του κράτους και έπρεπε να εκληφθεί ως μέτρο που ελήφθη με ίσους όρους δυνάμει της συμφωνίας και, επομένως, να αποκλειστεί η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης.

(146)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι από το άρθρο 7.4 της συμφωνίας προκύπτει καταφανώς ότι οι αντίστοιχες απαιτήσεις έπρεπε να παραχωρηθούν ή να μεταβιβαστούν «στο κράτος ή στην ορισθείσα εταιρεία του έναντι ποσού 1 LVL». Για τον λόγο αυτό, εφόσον η απόφαση παραχώρησης της απαίτησης των 5 εκατ. ευρώ στην airBaltic είχε ληφθεί από το λετονικό κράτος, η απόφαση αυτή καταλογίζεται στο κράτος και συνεπάγεται τη χρήση κρατικών πόρων.

(147)

Κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας διαπιστώθηκε ότι ουδέποτε είχαν υπογραφεί οι συμβάσεις για τη χορήγηση των κοινοπρακτικών δανείων. Ωστόσο, από τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε η Λετονία προκύπτει ότι τα δικαστήρια αναγνώρισαν την εγκυρότητα της συμφωνίας όσον αφορά την υποχρέωση των ιδιωτών επενδυτών να παραχωρήσουν στο κράτος ή στην ορισθείσα εταιρεία του τις απαιτήσεις που απορρέουν από το δεύτερο κοινοπρακτικό δάνειο.

(148)

Ως προς το σημείο αυτό, η Λετονία αναφέρει ότι, σύμφωνα με αρκετές αποφάσεις που εξέδωσαν τα λετονικά δικαστήρια, ο κύριος της απαίτησης των 5 εκατ. ευρώ δεν έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την επιστροφή του εν λόγω ποσού, αλλά μόνο την απόκτηση μετοχών της airBaltic, η αξία των οποίων αντιστοιχεί σε προκαταβολή ύψους 5 εκατ. ευρώ στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Εφόσον το κράτος κατείχε ήδη το 99,8 % των μετοχών της airBaltic, η Λετονία προβάλλει το επιχείρημα ότι το δικαίωμα απόκτησης επιπρόσθετων μετοχών δεν έχει ουσιαστική οικονομική αξία για το κράτος.

(149)

Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Λετονίας, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, μολονότι τα δικαστήρια αναγνώρισαν το δικαίωμα του κράτους να αποκτήσει υπό τον έλεγχό του τις απαιτήσεις που απορρέουν από το δεύτερο κοινοπρακτικό δάνειο σύμφωνα με το άρθρο 7.4 τους συμφωνίας, αυτό δεν σημαίνει ότι η Λετονία ήταν υποχρεωμένη να παραχωρήσει την εν λόγω απαίτηση στην airBaltic. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ένας συνετός ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς δεν θα είχε παραχωρήσει την απαίτηση στην airBaltic έναντι 1 LVL. Η Λετονία δεν υπέβαλε αποδεικτικά στοιχεία ως προς τους λόγους για τους οποίους ήταν προτιμότερο για το κράτος να παραχωρήσει την απαίτηση στην airBaltic από ό,τι να τη διατηρήσει στην κατοχή της ή να τη χρησιμοποιήσει για κάποιον άλλο σκοπό. Με την εν λόγω παραχώρηση, η Λετονία έθεσε την εταιρεία σε ευνοϊκότερη θέση από τους ανταγωνιστές της.

(150)

Επιπλέον, η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τους ισχυρισμούς των λετονικών αρχών και επισημαίνει ότι οποιαδήποτε επιπλέον μετοχή στην airBaltic θα είχε επιπρόσθετη αξία για το κράτος, έστω και μικρή, και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης (36). Πέραν τούτου, με την παραχώρηση της απαίτησης στην airBaltic, το κράτος δεν παραιτήθηκε μόνο από τη συγκεκριμένη απαίτηση, αλλά και από κάθε δικαίωμα είσπραξης τόκων επ' αυτής με επιτόκιο [5-7] %.

(151)

Τέλος, η Λετονία υποστηρίζει ότι το μέτρο 6 έπρεπε να θεωρηθεί ότι ελήφθη, για τους σκοπούς των νομοθετικών διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων, στις 3 Οκτωβρίου 2011, δηλαδή κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, παράλληλα με τα μέτρα 1, 2 και 3.

(152)

Η Επιτροπή επαναλαμβάνει τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε στο τμήμα 7.2.1 ανωτέρω, δηλαδή ότι, κατά την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας στις 3 Οκτωβρίου 2011, το κράτος δεν γνώριζε εάν θα χρειαζόταν να κάνει χρήση του άρθρου 7.4 της συμφωνίας. Επιπλέον, το κράτος δεν ήταν υποχρεωμένο να παραχωρήσει στην airBaltic τις απαιτήσεις που επηρεάζονται από την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

(153)

Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η Λετονία δεν τεκμηρίωσε τον ισχυρισμό της σύμφωνα με τον οποίο σκοπός του άρθρου 7.4 της συμφωνίας ήταν η εξασφάλιση της κρατικής επένδυσης στην airBaltic με την πρόληψη τυχόν ζημιών για το κράτος σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων εκ μέρους της BAS.

(154)

Η Επιτροπή συνάγει, επομένως, το συμπέρασμα ότι, με τη λήψη του μέτρου 6, ούτε το κράτος ενήργησε ως επενδυτής στην οικονομία της αγοράς ούτε η πράξη πραγματοποιήθηκε με ίσους όρους σε σχέση με τα μέτρα 1, 2 και 3. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι το μέτρο 6 παρείχε αδικαιολόγητο πλεονέκτημα στην airBaltic. Το εν λόγω πλεονέκτημα ήταν επιλεκτικού χαρακτήρα δεδομένου ότι μοναδικός δικαιούχος του μέτρου ήταν η airBaltic.

(155)

Για τους λόγους που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 120 ανωτέρω, το μέτρο 6 ήταν πιθανό να νοθεύσει των ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(156)

Βάσει των προαναφερόμενων επιχειρημάτων, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μέτρο 6 συνεπαγόταν τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ υπέρ της airBaltic.

7.2.8.   Συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης

(157)

Η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα ότι, για τους λόγους που παρατίθενται ανωτέρω, τα μέτρα 1, 4 και 5 δεν συνεπάγονταν τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης.

(158)

Εντούτοις, η Επιτροπή εκτιμά ότι τα μέτρα 2, 3 και 6 συνιστούσαν κρατική ενίσχυση υπέρ της airBaltic. Προκειμένου να προσδιοριστεί το ποσό της ενίσχυσης που είχε ήδη εκταμιευθεί υπέρ της airBaltic, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το μέτρο 3 αφορούσε την κεφαλαιοποίηση του πρώτου κρατικού δανείου των 16 εκατ. LVL (22,65 εκατ. ευρώ) και της πρώτης δόσης των 41,6 εκατ. LVL (58,89 εκατ. ευρώ) του δεύτερου κρατικού δανείου. Η δεύτερη δόση των 25,4 εκατ. LVL (35,96 εκατ. ευρώ) του δεύτερου κρατικού δανείου, η οποία τέθηκε στη διάθεση της airBaltic στις 14 Δεκεμβρίου 2012, δηλαδή το υπόλοιπο μέρος του μέτρου 2 που δεν είχε κεφαλαιοποιηθεί, έπρεπε να προστεθεί στο συγκεκριμένο ποσό, μαζί με το ποσό των 5 εκατ. ευρώ που παραχωρήθηκαν στην airBaltic στο πλαίσιο του μέτρου 6. Κατά συνέπεια, το γενικό συνολικό ποσό κρατικής ενίσχυσης που χορηγήθηκε στην airBaltic ανέρχεται κατά προσέγγιση σε 86,53 εκατ. LVL (122,51 εκατ. ευρώ).

7.3.   ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(159)

Το άρθρο 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα ενίσχυσης πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση περί της έγκρισης των εν λόγω μέτρων.

(160)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η Λετονία έθεσε σε εφαρμογή τα μέτρα 2, 3 και 6 υπέρ της airBaltic, χωρίς να τα κοινοποιήσει προηγουμένως στην Επιτροπή προς έγκριση. Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Λετονία δεν τήρησε την υποχρέωση διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης και παραβίασε, συνεπώς, την υποχρέωση που υπέχει δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ.

(161)

Όσον αφορά την πρόθεση των λετονικών αρχών να χορηγήσουν στην airBaltic το ποσό των 30 εκατ. ευρώ στο πλαίσιο του δεύτερου κοινοπρακτικού δανείου και σε συνάφεια με το μέτρο 6, η Επιτροπή υπενθυμίζει την υποχρέωση των λετονικών αρχών δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ να ενημερώσουν την Επιτροπή εγκαίρως, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, σχετικά με τυχόν σχέδια για τη χορήγηση ενίσχυσης.

7.4.   ΤΟ ΣΥΜΒΙΒΑΣΙΜΟ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(162)

Στον βαθμό που τα μέτρα 2, 3 και 6 συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, το συμβιβάσιμο των εν λόγω μέτρων πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των εξαιρέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου. Όπως αναφέρεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, δεδομένης της φύσης των μέτρων και των δυσχερειών της airBaltic, τα μόνα κατάλληλα κριτήρια του συμβιβάσιμου των μέτρων φαίνεται να είναι εκείνα που αφορούν τις ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ, βάσει των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α, και ιδίως των διατάξεων σχετικά με τις ενισχύσεις αναδιάρθρωσης.

(163)

Οι λετονικές αρχές ήταν αρχικά της άποψης ότι κανένα από τα συγκεκριμένα μέτρα δεν συνεπαγόταν κρατική ενίσχυση. Ωστόσο, βάσει των αμφιβολιών που εξέφρασε η Επιτροπή στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Λετονία διατύπωσε ισχυρισμούς σχετικά με το συμβιβάσιμο των μέτρων και υποστήριξε ότι τα εν λόγω μέτρα συνιστούν συμβιβάσιμη ενίσχυση αναδιάρθρωσης.

(164)

Ειδικότερα, η Λετονία υπέβαλε επικαιροποιημένο σχέδιο αναδιάρθρωσης τον Δεκέμβριο του 2013, το οποίο συμπληρώθηκε με παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στις 28 Ιανουαρίου, στις 28 Φεβρουαρίου και στις 24 Μαρτίου 2014. Η Λετονία επισημαίνει ότι η αναδιάρθρωση της airBaltic ξεκίνησε στις 18 Απριλίου 2011, ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκε ένα πρώτο σχέδιο στη διοίκηση της εταιρείας. Σε αυτό το πρώτο σχέδιο, το οποίο διαβιβάστηκε στην Επιτροπή, προσδιορίστηκαν ορισμένες από τις αδυναμίες της airBaltic και κρίθηκε ότι χρειαζόταν ποσό της τάξης περίπου των [175-185] εκατ. ευρώ, υπό τη μορφή μετοχικού κεφαλαίου, ούτως ώστε η εταιρεία να είναι σε θέση να ανανεώσει τον στόλο της και να μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον ανταγωνισμό των αερομεταφορέων χαμηλού κόστους. Η Λετονία ισχυρίζεται ότι από τον Απρίλιο του 2011 ελήφθησαν αρκετά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της παύσης λειτουργίας του κεντρικού αερολιμένα της airBaltic στο Βίλνιους και της ακύρωσης δρομολογίων, τα οποία σηματοδοτούσαν συνεπώς την έναρξη της διαδικασίας αναδιάρθρωσης της airBaltic. Προκειμένου να διασφαλιστεί η επαναφορά της airBaltic στην κερδοφορία, αναπτύχθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο μια ολοκληρωμένη δέσμη πρωτοβουλιών (το σχέδιο «reShape») που αφορούσαν τα έσοδα, τις δραστηριότητες, το δίκτυο, τον στόλο και τη συνολική οργάνωση.

(165)

Αυτό το πρώτο σχέδιο καταρτίστηκε το 2011 και περιλάμβανε τις κυριότερες χρηματοοικονομικές πτυχές της αναδιάρθρωσης. Κατά την άποψη της Λετονίας, αυτό οδήγησε στη σύναψη της συμφωνίας και κατέληξε εντέλει στο σχέδιο «reShape» του Μαρτίου του 2012.

(166)

Οι ισχυρισμοί της Λετονίας θα εξεταστούν στα επόμενα τμήματα.

7.4.1.   Επιλεξιμότητα

(167)

Σύμφωνα με το σημείο 33 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α, επιλέξιμες για χορήγηση ενισχύσεων αναδιάρθρωσης είναι μόνο οι προβληματικές επιχειρήσεις κατά την έννοια των σημείων 9 έως 13 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α. Η Επιτροπή έχει ήδη συμπεράνει ότι η airBaltic συνιστούσε προβληματική επιχείρηση τουλάχιστον από το 2011 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 87 ανωτέρω).

(168)

Στο σημείο 12 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α ορίζεται ότι μία νεοσύστατη επιχείρηση δεν είναι επιλέξιμη για ενισχύσεις διάσωσης ή αναδιάρθρωσης, ακόμη και αν η αρχική της χρηματοοικονομική θέση είναι επισφαλής. Μια επιχείρηση καταρχήν θεωρείται νεοσύστατη κατά τα πρώτα τρία έτη μετά την έναρξη λειτουργίας στον σχετικό τομέα δραστηριοτήτων. Η airBaltic ιδρύθηκε το 1995 και δεν μπορεί να θεωρηθεί νεοσύστατη επιχείρηση. Επίσης, η airBaltic δεν ανήκει σε επιχειρηματικό όμιλο κατά την έννοια του σημείου 13 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α.

(169)

Η Επιτροπή συνάγει επομένως το συμπέρασμα ότι η airBaltic είναι επιλέξιμη για ενίσχυση αναδιάρθρωσης.

7.4.2.   Η εγκυρότητα του σχεδίου αναδιάρθρωσης

(170)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αναδιάρθρωση της airBaltic ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2011, όταν η διοίκηση της εταιρείας κατάρτισε ένα πρώτο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Το εν λόγω σχέδιο επικεντρωνόταν κατά κύριο λόγο στη βελτιστοποίηση του στόλου και στην ανάγκη αντικατάστασης των αεροσκαφών της εταιρείας με αποδοτικότερα αεροσκάφη, στοιχείο που αποτελεί επίσης ακρογωνιαίο λίθο του μεταγενέστερου σχεδίου «reShape». Την ίδια χρονική περίοδο έκλεισε και ο κεντρικός αερολιμένας του Βίλνιους. Μετά την παρέλευση αρκετών εβδομάδων, και κατόπιν επανεξέτασης του σχεδίου από […], η διοίκηση της airBaltic συμπεριέλαβε στο σχέδιο περικοπές προσωπικού της τάξης του [8-12] %.

(171)

Το σχέδιο του 2011 επικαιροποιήθηκε και έλαβε τη μορφή του σχεδίου «reShape», το οποίο αναφέρεται ανωτέρω και εγκρίθηκε επισήμως κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 2012. Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 164 ανωτέρω, οι λετονικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή σχέδιο αναδιάρθρωσης τον Δεκέμβριο του 2013, επικαιροποιώντας με τον τρόπο αυτόν το σχέδιο «reShape».

(172)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι στο σχέδιο αναδιάρθρωσης του Απριλίου του 2011 καθορίζονταν οι κυριότερες ανάγκες της airBaltic. Παρότι το σχέδιο αυτό δεν ήταν ολοκληρωμένο, αποτέλεσε μια πρώτη βάση για τον προσδιορισμό των αναγκών αναδιάρθρωσης της airBaltic και για την εξασφάλιση της επαναφοράς της εταιρείας σε τροχιά βιωσιμότητας. Αποτέλεσε επιπλέον τη βάση του σχεδίου «reShape», το οποίο βρισκόταν στο στάδιο της κατάρτισης κατά τη χρονική στιγμή που υπεγράφη η συμφωνία (δηλαδή στις 3 Οκτωβρίου 2011) και οριστικοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2012.

(173)

Κατά το παρελθόν, η πρακτική της Επιτροπής ήταν να κάνει δεκτή την περαιτέρω επεξεργασία των σχεδίων αναδιάρθρωσης με την πάροδο του χρόνου και να θεωρεί τα αρχικά σχέδια ως σημείο έναρξης της περιόδου αναδιάρθρωσης. Στην απόφαση (37) που εξέδωσε, για παράδειγμα, στην υπόθεση Βαρβαρέσος ΑΕ, η Επιτροπή έκρινε ότι τα μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή υπέρ της εν λόγω επιχείρησης κατά την περίοδο 2006-2009 έπρεπε να εξεταστούν ως μέρος ενός ενιαίου συνόλου μέτρων αναδιάρθρωσης, βάσει ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης του 2009 (που κάλυπτε την περίοδο 2006-2011). Όπως και στην περίπτωση της airBaltic, το σχέδιο αναδιάρθρωσης του 2009 για την εταιρεία Βαρβαρέσος ΑΕ αποτελούσε την εξελιγμένη εκδοχή ενός «στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδίου», το οποίο χρονολογούνταν από το 2006.

7.4.3.   Αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας

(174)

Σύμφωνα με το σημείο 34 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α, η χορήγηση της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης πρέπει να εξαρτάται από την εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης το οποίο πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή για όλες τις περιπτώσεις επιμέρους ενισχύσεων. Στο σημείο 35 διευκρινίζεται ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης, του οποίου η διάρκεια πρέπει να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερη, πρέπει να επιτρέπει την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της επιχείρησης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και να βασίζεται σε ρεαλιστικές υποθέσεις όσον αφορά τις μελλοντικές συνθήκες λειτουργίας.

(175)

Σύμφωνα με το σημείο 36, στο σχέδιο πρέπει να περιγράφονται οι περιστάσεις που προκάλεσαν τις δυσχέρειες της επιχείρησης και να λαμβάνονται υπόψη η παρούσα κατάσταση καθώς και οι μελλοντικές προοπτικές στην αγορά, με προβλέψεις που αντικατοπτρίζουν την αισιόδοξη, απαισιόδοξη και ενδιάμεση εκδοχή.

(176)

Το σχέδιο πρέπει να προβλέπει μία μεταστροφή της επιχείρησης η οποία να της παρέχει τη δυνατότητα να καλύπτει, μετά την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης, όλα της τα έξοδα, περιλαμβανομένων των αποσβέσεων και των χρηματοοικονομικών δαπανών. Η προσδοκώμενη απόδοση των κεφαλαίων πρέπει να είναι τέτοια ώστε η αναδιαρθρωμένη επιχείρηση να μπορεί να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό στην αγορά με τις δικές της δυνάμεις (σημείο 37).

(177)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι στο σχέδιο αναδιάρθρωσης περιγράφονται οι περιστάσεις που προκάλεσαν τις δυσχέρειες της airBaltic, και οφείλονται κατά κύριο λόγο στην παγκόσμια οικονομική κρίση της περιόδου 2008-2009, η οποία είχε σοβαρές επιπτώσεις στην περιοχή της Βαλτικής και επηρέασε επίσης τον τομέα των αεροπορικών μεταφορών.

(178)

Επιπλέον, στο σχέδιο αναδιάρθρωσης διευκρινίζεται ότι τόσο η εμπορική στρατηγική που εφαρμόστηκε κατά το παρελθόν όσο και μια σειρά αποφάσεων που έλαβε η προηγούμενη διοίκηση της airBaltic συντέλεσαν περαιτέρω στις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε η εταιρεία. Ειδικότερα, όσον αφορά την εμπορική στρατηγική της airBaltic, στο σχέδιο αναδιάρθρωσης επισημαίνεται ότι η εταιρεία είχε επικεντρωθεί κατά το παρελθόν αποκλειστικά και μόνο στην επέκταση και όχι στην αποδοτικότητά της, με συνέπεια το άνοιγμα της εταιρείας σε μη βιώσιμες, επαχθείς δαπάνες. Επιπλέον, οι δαπάνες αυξήθηκαν κατά πολύ λόγω του στόλου, ο οποίος περιλάμβανε τέσσερις διαφορετικούς τύπους αεροσκαφών, καθώς και λόγω του υψηλού κόστους μίσθωσης αεροσκαφών. Εγκαινιάστηκαν νέα δρομολόγια χωρίς να έχει προηγηθεί κατάλληλη εκτίμηση της αποδοτικότητάς τους, και πολλά από αυτά ήταν συνεπώς ζημιογόνα.

(179)

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης καλύπτει πενταετή περίοδο αναδιάρθρωσης, με έναρξη τον Απρίλιο του 2011, και εικάζεται ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της airBaltic θα αποκατασταθεί το αργότερο έως τον Απρίλιο του 2016, παρότι, σύμφωνα με την ενδιάμεση εκδοχή των προβλέψεων, εκτιμάται ότι η airBaltic θα επανέλθει σε τροχιά κερδοφορίας το 2014. Η διάρκεια της αναδιάρθρωσης ορίζεται, επομένως, σε μέγιστο χρονικό διάστημα πέντε ετών, σύμφωνα με την πρακτική προηγούμενων περιπτώσεων στον τομέα των εναέριων επιβατικών μεταφορών (38). Πράγματι, η Επιτροπή εμμένει στην άποψη ότι, κατά την τρέχουσα οικονομική συγκυρία, είναι σημαντικό να δημιουργηθεί μια στέρεη βάση για τη μελλοντική ανάπτυξη και να αποφευχθεί, αντιθέτως, μια βραχυπρόθεσμη απλώς αντιστροφή της τάσης. Στο πλαίσιο αυτό, η αναγκαία σταθεροποίηση των λειτουργικών και υπηρεσιακών επιδόσεων απαιτεί διάρκεια αρκετών ετών.

(180)

Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης δίδεται έμφαση στην αλλαγή της εμπορικής στρατηγικής της airBaltic, η οποία σκοπεύει να καταστεί υβριδική αεροπορική εταιρεία, στοχεύοντας σε πελάτες υψηλότερης απόδοσης μέσω της πλειονότητας των υπηρεσιών που παρέχουν κατά παράδοση οι οργανωμένοι σε δίκτυο αερομεταφορείς, επιδιώκοντας ταυτόχρονα την εξασφάλιση της οικονομικής απόδοσης που επιτυγχάνουν κατά κανόνα οι αερομεταφορείς χαμηλού κόστους. Η στρατηγική αυτή εφαρμόζεται ήδη από τον Οκτώβριο του 2011 σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη νέα διοίκηση της εταιρείας. Επιπροσθέτως, στο σχέδιο αναδιάρθρωσης προβλέπονται τρία βασικά είδη μέτρων αναδιάρθρωσης: i) βελτιστοποίηση των εσόδων και των δαπανών για τις υφιστάμενες δραστηριότητες· ii) αναδιαμόρφωση του δικτύου, με συνακόλουθη αναπροσαρμογή των προορισμών, των συχνοτήτων και των ωραρίων δρομολογίων, με σκοπό τη βελτιστοποίηση των δεικτών ΕΔΘΧ και ΚΔΘΧ (39) σε επίπεδο δρομολογίου· και iii) βελτιστοποίηση του δικτύου και του στόλου, με στόχο την επανεξέταση και τον προσδιορισμό του βέλτιστου μεγέθους δικτύου και στόλου. Συνολικά καταρτίστηκαν 13 πρωτοβουλίες σχετικά με τα έσοδα και 13 πρωτοβουλίες σχετικά με τις δαπάνες, ενώ καταρτίστηκαν άλλες δύο συμπληρωματικές πρωτοβουλίες όσον αφορά την αναδιαμόρφωση του δικτύου και την ανανέωση του στόλου.

(181)

Όσον αφορά τη βελτιστοποίηση του στόλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η διαφοροποίηση και η παλαιότητα του στόλου της airBaltic συνεπάγεται χαμηλότερη απόδοση καυσίμου και υψηλότερη ένταση συντήρησης από εκείνες των στόλων των ανταγωνιστών, στοιχείο που συνεπάγεται αυξανόμενες δαπάνες. Κατά τη διάρκεια των ετών 2012 και 2013, η airBaltic αποφάσισε να διατηρήσει σε επιχειρησιακή λειτουργία μέρος μόνο των αεροσκαφών που είχε στη διάθεσή της, ούτως ώστε να μειώσει τις δαπάνες. Το 2013, προκειμένου να αντισταθμίσει εν μέρει την απώλεια μεταφορικής ικανότητας που προέκυψε από την απόσυρση των στόλων των αεροσκαφών τύπου Fokker και Boeing 757, η airBaltic πρόσθεσε στον στόλο της δύο αεροσκάφη τύπου Q400 Bombardier. Επιπλέον, ενόψει της αντικατάστασης του στόλου, οι ισχύουσες συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης αποτέλεσαν αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης για την εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων έως ότου καταστούν διαθέσιμα τα νέα αεροσκάφη τύπου Bombardier CS300 το […] ή το […]. Έως το τέλος του 2014, η επιχειρησιακή λειτουργία της airBaltic θα εξασφαλίζεται με την εκμετάλλευση 25 αεροσκαφών και θα διατηρηθεί στο ίδιο επίπεδο έως τη λήξη της περιόδου αναδιάρθρωσης το 2016. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναδιάρθρωσης θα σημειωθεί μείωση του στόλου των αεροσκαφών κατά 27 %.

(182)

Όσον αφορά την αναδιαμόρφωση του δικτύου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, το 2013, το νέο δίκτυο απέφερε επιπλέον [16-21] εκατ. LVL ([22,7-29,8] εκατ. ευρώ) σε επίπεδο C1 (40) συγκριτικά με το προηγούμενο έτος,μεταξύ άλλων, λόγω της ακύρωσης μη αποδοτικών δρομολογίων (π.χ. […]) και της μείωσης των συχνοτήτων ([…] στις […], […] και […]).

(183)

Οι πρωτοβουλίες σχετικά με τα έσοδα περιλαμβάνουν την εισαγωγή νέας διάρθρωσης των ναύλων ή τη βελτιστοποίηση της διάρθρωσης των τελών αποσκευών. Επιπλέον, θα προαχθεί ο διαδικτυακός έλεγχος εισιτηρίων, ενώ τα μέλη του πληρώματος θαλάμου επιβατών και του προσωπικού πωλήσεων θα αμείβονται μέσω ευέλικτου συστήματος αποδοχών. Όσον αφορά τις πρωτοβουλίες για τις δαπάνες, περιλαμβάνουν την επαναδιαπραγμάτευση των τιμών καυσίμου με τους υφιστάμενους προμηθευτές, καθώς και των συμβάσεων διεξαγωγής ελέγχων, επιθεωρήσεων και επισκευών των κινητήρων, τη βελτιστοποίηση των χρηματοδοτικών μισθώσεων και τη μείωση των δαπανών για τα υπόστεγα αεροσκαφών και των δαπανών που συνδέονται με τη διαμονή μελών του πληρώματος σε ξενοδοχεία. Αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης θα αποτελέσουν επίσης οι υφιστάμενες συμβάσεις με τους παρόχους υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης.

(184)

Τα περισσότερα από τα μέτρα αναδιάρθρωσης που περιγράφονται στις προηγούμενες αιτιολογικές σκέψεις έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Χάρη στις πρωτοβουλίες για τη βελτιστοποίηση των εσόδων και τις πρωτοβουλίες για τη μείωση των δαπανών, καθώς και χάρη στην ανανέωση του στόλου και την αναδιαμόρφωση του δικτύου, η airBaltic έκλεισε το έτος 2012 με αρνητικά κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) της τάξης των 30 εκατ. LVL (42,47 εκατ. ευρώ), σε αντιδιαστολή με τα αρνητικά κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) ύψους 38 εκατ. LVL (53,8 εκατ. ευρώ) που αναγράφονταν στον προϋπολογισμό. Το 2013, τα αρνητικά κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) μειώθηκαν σε 7,7 εκατ. LVL (10,9 εκατ. ευρώ), ποσό που επίσης υπερέβη τον στόχο. Αναμένεται ότι η εταιρεία θα επιτύχει το νεκρό σημείο του κύκλου εργασιών το 2014 και θα διατηρήσει εν συνεχεία την αποδοτικότητά της, με κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) έως και [1-3] εκατ. LVL ([1,4-4,2] εκατ. ευρώ) το 2014 και [9-12] εκατ. LVL ([12,8-17] εκατ. ευρώ) το 2016. Η απόδοση του μετοχικού κεφαλαίου (ROE) αναμένεται να αγγίξει το [3-6] % έως το 2014 και το [18-21] % έως το 2016.

(185)

Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλαμβάνονται αναθεωρημένες οικονομικές προβλέψεις με βάση ρεαλιστικές, απαισιόδοξες και αισιόδοξες εκδοχές που βασίζονται σε αξιόπιστες παραδοχές. Για παράδειγμα, βάσει της ρεαλιστικής εκδοχής εικάζεται ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της αγοράς θα ανέλθει στο [6-8] %, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης της airBaltic θα περιοριστεί στο [1-3] % το 2014 και στο [2-4] % το 2015 και το 2016, με ποσοστό πληθωρισμού [1-3] % ετησίως και αυξανόμενο κόστος καυσίμου, το οποίο θα αυξηθεί από [950-1 000] δολάρια ΗΠΑ/τόνο το 2014 σε [1 000-1 050] δολάρια ΗΠΑ/τόνο το 2016. Ο συντελεστής πληρότητας κυμαίνεται από [69-71] % το 2014 έως [71-75] % το 2016. Βάσει του σεναρίου αυτού, χάρη στην υλοποίηση των πρωτοβουλιών, η airBaltic θα επιτύχει το νεκρό σημείο του κύκλου εργασιών το 2014 (με κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) [1-3] εκατ. LVL ([1,4-4,2] εκατ. ευρώ)], ενώ η εταιρεία θα διατηρήσει εν συνεχεία την αποδοτικότητά της, με κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) της τάξης των [6-9] εκατ. LVL ([8,5-12,8] εκατ. ευρώ) το 2015 και [9-12] εκατ. LVL ([12,8-17] εκατ. ευρώ) το 2016.

(186)

Σε όλες τις εκδοχές προβλέπεται έως το 2016 θετικό πρόσημο για τα κέρδη της airBaltic προ τόκων και φόρων (EBIT), τα οποία θα κυμαίνονται από [10-15] εκατ. LVL ([14,2-21,3] εκατ. ευρώ), βάσει του αισιόδοξου σεναρίου, έως [5-10] εκατ. LVL ([7,1-14,2] εκατ. ευρώ), βάσει του απαισιόδοξου σεναρίου. Τα εν λόγω σενάρια υπόκεινται επίσης σε ανάλυση ευαισθησίας με σκοπό την αξιολόγηση των κινδύνων και των πιθανών επιπτώσεών τους έως το 2016, ιδίως όσον αφορά τους συναλλαγματικούς κινδύνους (ανατίμηση/υποτίμηση του δολαρίου ΗΠΑ έναντι του LVL και του ευρώ) και τις μεταβολές των συντελεστών πληρότητας, της αγοραίας τιμής καυσίμου, της απόδοσης και του αριθμού των επιβατών.

(187)

Η Επιτροπή αξιολόγησε το σχέδιο αναδιάρθρωσης και είναι της άποψης ότι αναμένεται να επιτρέψει στην airBaltic να επιτύχει την προσδοκώμενη αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας το αργότερο έως τον Απρίλιο του 2016. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλαμβάνει αναλυτική εκτίμηση των περιστάσεων που προκάλεσαν τις δυσχέρειες της airBaltic, οι οποίες αντιμετωπίζονται δεόντως με την εφαρμογή των μέτρων αναδιάρθρωσης υπό μορφή πρωτοβουλιών για τα έσοδα και τις δαπάνες, καθώς και υπό μορφή πρωτοβουλιών για την αναδιαμόρφωση του δικτύου και την ανανέωση του στόλου.

(188)

Επιπλέον, η Επιτροπή εκτιμά ότι στο σχέδιο αναδιάρθρωσης που υπέβαλε η Λετονία προσδιορίζονται ποσοτικά οι επιπτώσεις των διαφόρων μέτρων αναδιάρθρωσης, ότι οι παραδοχές είναι επαρκείς και κατάλληλες στο πλαίσιο του τομέα των επιβατικών αερομεταφορών και ότι, σύμφωνα με όλα τα σενάρια, προβλέπεται επαρκές επίπεδο βιωσιμότητας καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αναδιάρθρωσης. Η ανάλυση ευαισθησίας είναι επαρκής και καταδεικνύει ότι ο αντίκτυπος που θα έχουν στα κέρδη προ τόκων και φόρων (EBIT) οι συνεκτιμώμενοι παράγοντες αναμένεται να είναι περιορισμένος.

(189)

Ως εκ τούτου, λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών μέτρων αναδιάρθρωσης που έχουν ληφθεί και της προόδου που έχει σημειωθεί μέχρι στιγμής, η Επιτροπή θεωρεί ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα επιτρέψει στην airBaltic να αποκαταστήσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της σε εύλογο χρονικό διάστημα.

(190)

Επιπλέον, τα στοιχεία που υπέβαλε η Λετονία αποδεικνύουν ότι η airBaltic βρίσκεται επί του παρόντος σε πορεία επίτευξης της πλειονότητας των στόχων που καθορίζονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, γεγονός που αποτελεί επιπλέον ένδειξη της αξιοπιστίας του σχεδίου.

7.4.4.   Αποτροπή αθέμιτων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού (αντισταθμιστικά μέτρα)

(191)

Σύμφωνα με το σημείο 38 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α, πρέπει να ληφθούν αντισταθμιστικά μέτρα για να διασφαλιστεί ότι θα μειωθούν σε αποδεκτό επίπεδο τα αποτελέσματα της ενίσχυσης που αλλοιώνουν τις συναλλαγές. Μεταξύ των πιθανών μέτρων περιλαμβάνονται η εκποίηση στοιχείων του ενεργητικού, η μείωση της παραγωγικής ικανότητας ή της παρουσίας στην αγορά και η μείωση των εμποδίων εισόδου στις συγκεκριμένες αγορές (σημείο 39).

(192)

Από την άποψη αυτή, το κλείσιμο ζημιογόνων δραστηριοτήτων που είναι οπωσδήποτε απαραίτητο για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας δεν θεωρείται μείωση της παραγωγικής ικανότητας ή της παρουσίας στην αγορά για τους σκοπούς της αξιολόγησης των αντισταθμιστικών μέτρων (σημείο 40).

(193)

Η Λετονία προτείνει ως αντισταθμιστικά μέτρα για την airBaltic την ακύρωση αποδοτικών δρομολογίων, η οποία συνεπάγεται μείωση της παραγωγικής ικανότητας, και την παραίτηση από ζεύγη διαθέσιμου χρόνου χρήσης σε συντονισμένους αερολιμένες.

(194)

Εκτός από την εγκατάλειψη μη αποδοτικών δρομολογίων που απαιτείται για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας, στο σχέδιο αναδιάρθρωσης προβλέπεται η παύση 14 αποδοτικών δρομολογίων (41) στο πλαίσιο του περιθωρίου συνεισφοράς C1. Κατά την πάγια πρακτική της Επιτροπής, δρομολόγια θεωρούνται αποδοτικά εάν είχαν θετική συνεισφορά C1 στα κέρδη κατά το έτος πριν από την παύση τους (42). Η συνεισφορά C1 λαμβάνει υπόψη το κόστος πτήσεων, επιβατών και διανομής (δηλαδή τα μεταβλητά στοιχεία του κόστους) που συνδέονται με το κάθε επιμέρους αεροπορικό δρομολόγιο. Το περιθώριο συνεισφοράς C1 είναι το κατάλληλο, εφόσον λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία κόστους που συνδέονται άμεσα με το συγκεκριμένο δρομολόγιο. Τα δρομολόγια με θετική συνεισφορά C1 δεν καλύπτουν μόνο τα μεταβλητά στοιχεία του κόστους ενός δρομολογίου, αλλά συμβάλλουν επίσης στην κάλυψη πάγιων εξόδων της εταιρείας.

(195)

Όσον αφορά την παραγωγική ικανότητα, στο σχέδιο αναδιάρθρωσης αναφέρεται σχετικά ότι η συνολική μεταφορική ικανότητα της εταιρείας ανερχόταν σε [5-5,5] δισεκατ. ΔΘΧ τον Απρίλιο του 2011, ενώ κατά τη λήξη της περιόδου αναδιάρθρωσης τον Απρίλιο του 2016, η μεταφορική ικανότητα της airBaltic αναμένεται να ανέρχεται σε [4-4,5] δισεκατ. ΔΘΧ, δηλαδή θα παρουσιάζει μείωση της τάξης του [17-20] %. Η Επιτροπή επισημαίνει εν προκειμένω ότι, κυρίως στο πλαίσιο της αποκατάστασης της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας, ο στόλος θα μειωθεί από 34 αεροσκάφη τον Απρίλιο του 2011 σε 25 αεροσκάφη έως το τέλος του 2014 και θα διατηρηθεί σε αυτό το επίπεδο έως τη λήξη της περιόδου αναδιάρθρωσης τον Απρίλιο του 2016 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 181 ανωτέρω). Εάν ληφθούν υπόψη μόνο τα αποδοτικά δρομολόγια, η μείωση της μεταφορικής ικανότητας εκτιμάται σε ποσοστό [7-10] %.

(196)

Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η airBaltic ακύρωσε μια σειρά δρομολογίων που εκτελούνταν από τους πλήρως συντονισμένους (43) αερολιμένες […]. Κατά συνέπεια, το 2011 και το 2012 αποδεσμεύτηκαν […] ζεύγη διαθέσιμου χρόνου χρήσης σε πλήρως συντονισμένους αερολιμένες, εξέλιξη που δημιουργεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για τις ανταγωνιστικές αερογραμμές όσον αφορά την εκτέλεση δρομολογίων από και προς τους εν λόγω αερολιμένες και την ενίσχυση της παρουσίας τους σε αυτούς.

(197)

Όταν η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον τα αντισταθμιστικά μέτρα είναι κατάλληλα, θα λαμβάνει υπόψη τη διάρθρωση της αγοράς και τις συνθήκες ανταγωνισμού κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι κανένα από τα εν λόγω μέτρα δεν θα έχει σαν αποτέλεσμα την επιδείνωση της διάρθρωσης της αγοράς (σημείο 39 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α). Τα αντισταθμιστικά μέτρα πρέπει να είναι ανάλογα με τις στρεβλωτικές επιπτώσεις που έχει η ενίσχυση και ιδίως με το μέγεθος και το σχετικό βάρος της επιχείρησης στην αγορά ή τις αγορές της. Ο βαθμός μείωσης πρέπει να αποφασίζεται για κάθε περίπτωση χωριστά (σημείο 40 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α).

(198)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η airBaltic αποτελεί πολύ μικρό παράγοντα στην ευρωπαϊκή αγορά των αεροπορικών μεταφορών, δεδομένου ότι αντιπροσωπεύει το 0,5 % του αποτελέσματος ολόκληρου του ευρωπαϊκού κλάδου αερομεταφορών.

(199)

Επιπλέον, η Επιτροπή διατυπώνει την άποψη ότι η μείωση της παραγωγικής ικανότητας της airBaltic κατά [7-10] % δεν είναι αμελητέα εάν ληφθεί υπόψη το σχετικά μικρό μέγεθος της airBaltic σε σύγκριση με το σύνολο της παραγωγικής ικανότητας και αποτελέσματος του ευρωπαϊκού κλάδου αερομεταφορών από πλευράς αριθμού επιβατών. Για έναν σχετικά μικρό αερομεταφορέα όπως η airBaltic, περαιτέρω μειώσεις του στόλου και της παραγωγικής της ικανότητας θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της εταιρείας, χωρίς να προσφέρουν στους ανταγωνιστές της ουσιαστικές ευκαιρίες στην αγορά. Πέραν τούτου, μολονότι η airBaltic είναι ο μεγαλύτερος αερομεταφορέας της Λετονίας, το μερίδιο αγοράς που κατέχει στη Ρίγα θα μειωθεί από [65-70] % το 2011 σε [55-60] % το 2016.

(200)

Η Επιτροπή επισημαίνει περαιτέρω ότι η Λετονία αποτελεί ενισχυόμενη περιοχή για τους σκοπούς των περιφερειακών επενδυτικών ενισχύσεων κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο α) της ΣΛΕΕ (44). Σύμφωνα με το σημείο 56 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α, «οι προϋποθέσεις για την έγκριση ενίσχυσης [στις ενισχυόμενες περιοχές] μπορεί να είναι λιγότερο αυστηρές όσον αφορά την εφαρμογή αντισταθμιστικών μέτρων και το μέγεθος της συμβολής του δικαιούχου. Εφόσον δικαιολογείται από ανάγκες περιφερειακής ανάπτυξης, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η μείωση της παραγωγικής ικανότητας ή της παρουσίας στην αγορά εμφανίζεται να είναι το πλέον ενδεδειγμένο μέτρο για να αποφευχθούν αθέμιτες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, η απαιτούμενη μείωση θα είναι μικρότερη στις ενισχυόμενες περιοχές από ό,τι στις μη ενισχυόμενες».

(201)

Κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας των προτεινόμενων αντισταθμιστικών μέτρων, η Επιτροπή συνεκτίμησε επίσης τις ιδιαιτερότητες της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη την περιφερειακή γεωγραφική θέση της Λετονίας και την προσβασιμότητά της στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Εν προκειμένω, η Επιτροπή επισημαίνει ότι στο μεγαλύτερο μέρος του σιδηροδρομικού δικτύου της Λετονίας χρησιμοποιείται το ρωσικό εύρος σιδηροτροχιών, το οποίο είναι μεγαλύτερου πλάτους από το τυποποιημένο εύρος σιδηροτροχιών που χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον στην ΕΕ, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα διαλειτουργικότητας με τις γειτονικές χώρες της ΕΕ. Οι θαλάσσιες μεταφορές φαίνεται επίσης να παρέχουν περιορισμένες δυνατότητες υποκατάστασης έναντι των εναέριων μεταφορών, ιδίως όσον αφορά τις επιβατικές μεταφορές. Τέλος, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι πλησιέστεροι διεθνείς αερολιμένες που είναι προσβάσιμοι μέσω των οδικών μεταφορικών είναι οι διεθνείς αερολιμένες του Βίλνιους και του Τάλιν, σε απόσταση περίπου 300 χιλιομέτρων από τη Ρίγα, και δεν συνιστούν επομένως εξυπηρετικούς εναλλακτικούς κεντρικούς αερολιμένες, ιδίως για τους επιβάτες που ταξιδεύουν για επαγγελματικούς λόγους.

(202)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι τα αντισταθμιστικά μέτρα που έλαβε η airBaltic, δηλαδή η μείωση της μεταφορικής ικανότητας κατά [7-10] % και η παραίτηση από ζεύγη διαθέσιμου χρόνου χρήσης σε συντονισμένους αερολιμένες, είναι αποδεκτά υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Κατά συνέπεια, τα αντισταθμιστικά μέτρα που προτείνει η Λετονία είναι επαρκή βάσει των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α για να διασφαλιστεί ότι θα μειωθούν, σε αποδεκτό επίπεδο, τα αποτελέσματα της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης υπέρ της airBaltic που αλλοιώνουν τις συναλλαγές.

7.4.5.   Ενίσχυση περιοριζόμενη στο ελάχιστο (ίδια συνεισφορά)

(203)

Σύμφωνα με το σημείο 43 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α, για να περιορίζεται το ποσό της ενίσχυσης στο απολύτως ελάχιστο, οι αποδέκτες πρέπει να συμβάλλουν σημαντικά στα έξοδα αναδιάρθρωσης με δικούς τους πόρους. Η συνεισφορά αυτή δύναται να περιλαμβάνει την πώληση στοιχείων ενεργητικού που δεν είναι απαραίτητα για την επιβίωση της επιχείρησης ή εξωτερική χρηματοδότηση υπό τους όρους της αγοράς.

(204)

Η ίδια συνεισφορά πρέπει να είναι πραγματική, δηλαδή ουσιαστική, αποκλείοντας όλα τα μελλοντικά προσδοκώμενα κέρδη όπως οι ταμειακές εισροές (σημείο 43 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α). Εγγενώς, η ίδια συνεισφορά δεν πρέπει να περιέχει κανένα πρόσθετο στοιχείο κρατικής ενίσχυσης. Για τις μεγάλες επιχειρήσεις, η Επιτροπή συνήθως θεωρεί ικανοποιητική τη συνεισφορά τουλάχιστον κατά 50 % στα έξοδα αναδιάρθρωσης. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιστάσεις και σε περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας, η Επιτροπή μπορεί να δέχεται χαμηλότερη συμμετοχή (σημείο 44 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α).

(205)

Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, οι δαπάνες αναδιάρθρωσης εκτιμώνται στο ποσό των [150-170] εκατ. LVL ([214-242] εκατ. ευρώ), με βάση τα απαιτούμενα κεφάλαια για την αποπληρωμή δανείων τρίτων ([5-15] εκατ. LVL ([7,1-21,3] εκατ. ευρώ)), για την αντιστάθμιση ζημιών που προκύπτουν από τη σταδιακή απόσυρση και διάθεση ορισμένων αεροσκαφών ([15-25] εκατ. LVL ([21,3-35,5] εκατ. ευρώ)), για την πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων που η εταιρεία δεν θα ήταν σε θέση να ανακτήσει ([5-10] εκατ. LVL ([7,1-15,3] εκατ. ευρώ)), για την καταβολή αποζημιώσεων απόλυσης προσωπικού ([1-4] εκατ. LVL ([1,4-5,6] εκατ. ευρώ)), για την αγορά νέων αεροσκαφών, ιδίως […] Bombardier Q400NG και […] Boeing 737-500 (έναντι συνολικού ποσού [50-60] εκατ. LVL ([71,1-85,3] εκατ. ευρώ)), για την επαναγορά εμπορικών σημάτων από την BAS ([5-15] εκατ. LVL ([7,1-21,3] εκατ. ευρώ)), για απρόβλεπτες υποχρεώσεις εκτός ισολογισμού που προκύπτουν από απαίτηση εκ μέρους […] ([5-15] εκατ. LVL ([7,1-21,3] εκατ. ευρώ)), καθώς και [45-55] εκατ. LVL ([64-78,2] εκατ. ευρώ) για τον μετριασμό των αναμενόμενων ζημιών έως ότου επανέλθει η airBaltic σε τροχιά κερδοφορίας.

(206)

Λαμβανομένων υπόψη των συνολικών δαπανών αναδιάρθρωσης ύψους [150-170] εκατ. LVL ([214-242] εκατ. ευρώ), η προτεινόμενη ιδία συνεισφορά της airBaltic σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης ανέρχεται στο ποσό των [100-110] εκατ. LVL ([141-155] εκατ. ευρώ), ήτοι στο [60-70] % των συνολικών δαπανών αναδιάρθρωσης. Η ιδία συνεισφορά αναλύεται κατωτέρω ως εξής:

(i)

Ιδιωτικές χρηματοδοτικές εισφορές [20-30] εκατ. LVL ([28,4-42,6] εκατ. ευρώ) που χορηγήθηκαν από την BAS και τους ιδιώτες επενδυτές THC και […] κατά την περίοδο Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2011. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονται […] εκατ. LVL ([…] εκατ. ευρώ) υπό μορφή ταμειακής διευκόλυνσης που χορηγήθηκε από την […] τον Μάρτιο και τον Μάιο του 2011 για την αγορά ανταλλακτικών από την airBaltic· […] εκατ. LVL ([…] εκατ. ευρώ) και […] εκατ. LVL ([…] εκατ. ευρώ) υπό μορφή προκαταβολών στο μετοχικό κεφάλαιο της airBaltic που πραγματοποιήθηκαν αντιστοίχως από την […] και την […]· και [6-8] εκατ. LVL ([8,5-12,3] εκατ. ευρώ) από τον όμιλο Transatlantic Holdings που προέκυψαν από συμφωνία αγοράς μετοχών.

(ii)

Ιδιωτικά δάνεια [20-30] εκατ. LVL ([28,4-42,6] εκατ. ευρώ) που χορηγήθηκαν από την BAS μετά τη σύναψη της συμφωνίας, και συγκεκριμένα το δάνειο της BAS (14 εκατ. LVL (19,82 εκατ. ευρώ)) και ένα δάνειο προμηθευτή [5-15] εκατ. LVL ([7,1-21,3] εκατ. ευρώ) για την επαναγορά εμπορικών σημάτων.

(iii)

Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης νέων αεροσκαφών αξίας [45-55] εκατ. LVL ([64-78] εκατ. ευρώ).

(iv)

[…] εκατ. LVL ([…] εκατ. ευρώ) από τμηματική διαγραφή χρέους λόγω της αναδιάρθρωσης του χρέους της airBaltic κατόπιν συμφωνίας με τη Latvijas Krājbanka και τη Snoras τον Μάρτιο του 2014.

(207)

Όσον αφορά τις ιδιωτικές χρηματοδοτικές εισφορές που αναφέρονται στο σημείο i) ανωτέρω, η Λετονία κατέδειξε ότι η BAS κατέβαλε προκαταβολές στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των [7-9] εκατ. LVL ([10-13] εκατ. ευρώ) στο διάστημα μεταξύ του Ιουνίου και του Ιουλίου του 2011. Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι οι εν λόγω πληρωμές συνιστούν ιδία συνεισφορά κατά την έννοια του σημείου 43 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α, δεδομένου ότι η BAS ήταν ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς και δεν συντρέχουν λόγοι ώστε η Επιτροπή να θεωρήσει ότι η BAS δεν ενήργησε σύμφωνα με τη λογική της αγοράς. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και για το ποσό των [6-8] εκατ. LVL ([8,5-12,3] εκατ. ευρώ) που χορήγησε ο όμιλος Transatlantic Holdings έναντι […] εκκρεμών μη καταβληθεισών μετοχών στην airBaltic, πράξη που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2011.

(208)

Όσον αφορά το σημείο ii) ανωτέρω, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι το δάνειο των 14 εκατ. LVL (19,82 εκατ. ευρώ) που χορηγήθηκε από την BAS, δηλαδή το δάνειο της BAS, συνιστά εξωτερική χρηματοδότηση υπό όρους της αγοράς, η οποία μπορεί να γίνει δεκτή ως ιδία συνεισφορά από ιδιώτη επενδυτή που ήταν μέτοχος της εταιρείας εκείνη την περίοδο.

(209)

Σε ό,τι αφορά τις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης νέων αεροσκαφών αξίας [45-55] εκατ. LVL ([64-78] εκατ. ευρώ) [σημείο iii) ανωτέρω], στο σχέδιο αναδιάρθρωσης διευκρινίζεται ότι, τον Μάρτιο του 2013, η airBaltic προέβη σε σύναψη νέων συμβάσεων μίσθωσης αεροσκαφών με αντισυμβαλλόμενα μέρη από τον ιδιωτικό τομέα στο πλαίσιο του προγράμματος μείωσης και βελτιστοποίησης του στόλου της. Οι συμβάσεις αφορούν την καθαρή χρηματοδοτική μίσθωση […] αεροσκαφών τύπου Bombardier Dash 8 Q400NG χρονικής διάρκειας δέκα ετών και συνολικού ποσού περίπου […] εκατ. δολαρίων ΗΠΑ ([…] εκατ. ευρώ), δηλαδή μηνιαίου μισθώματος περίπου […] δολαρίων ΗΠΑ ([…] ευρώ).

(210)

Σύμφωνα με το σχέδιο αναδιάρθρωσης, η χρηματοδοτική μίσθωση χορηγήθηκε υπό όρους της αγοράς από την […]. Το μηνιαίο μίσθωμα προορίζεται να καλύψει την απόσβεση της τιμής αγοράς, αφαιρουμένης της υπολειμματικής αξίας στο τέλος του δέκατου έτους, του αντίστοιχου αεροσκάφους (με την προσθήκη ορισμένου εμπορικού περιθωρίου, για την κάλυψη των χρηματοδοτικών και λειτουργικών δαπανών της […], καθώς και ενός περιθωρίου κέρδους), με αποτέλεσμα την αντιστάθμιση ουσιαστικά της τιμής αγοράς των νέων αεροσκαφών.

(211)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι εν λόγω διακανονισμοί χρηματοδοτικής μίσθωσης αποτελούν τυποποιημένη μορφή χρηματοδότησης στον κλάδο των αερομεταφορών και μπορούν να εξομοιωθούν με τα δάνεια που χορηγούνται σε μια εταιρεία υπό καθεστώς αναδιάρθρωσης. Το γεγονός ότι σημαντικό μέρος του δανείου καλύπτεται με εξασφαλίσεις δεν αποκλείει τη δυνατότητα να χαρακτηριστεί το δάνειο ως «ίδια συνεισφορά». Επιπλέον, η Λετονία διαβεβαίωσε ότι οι διακανονισμοί χρηματοδοτικής μίσθωσης υπόκεινται σε τυποποιημένες εξασφαλίσεις (δηλαδή τη δυνατότητα κατάσχεσης του αεροσκάφους σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων και την κατάθεση χρηματικής εγγύησης). Ως εκ τούτου, ο εκμισθωτής διατρέχει πιστωτικό κίνδυνο ορισμένου βαθμού, δεδομένου ότι θα υποστεί σημαντικές ζημίες σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων εκ μέρους της airBaltic, ήτοι την άμεση απώλεια εισοδήματος από το μίσθωμα, το οποίο συνεχίζει να τρέχει έως ότου καταστεί δυνατή η εκ νέου μίσθωση των αεροσκαφών από νέο πελάτη, καθώς και τις δαπάνες που προκύπτουν κατά την αναδιαμόρφωση των αεροσκαφών για τον επόμενο φορέα εκμετάλλευσης (45).

(212)

Βάσει των προαναφερομένων, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης καταδεικνύουν ότι η airBaltic ήταν σε θέση να λάβει εξωτερική χρηματοδότηση υπό όρους της αγοράς. Κατά συνέπεια, οι συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορούν να εκληφθούν ως απόδειξη του γεγονότος ότι η αγορά πιστεύει στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της airBaltic, δεδομένου ότι οι συμβάσεις διασφαλίζονται μόνο με την τυποποιημένη μορφή εξασφαλίσεων και ο χρηματοδότης εξακολουθεί να διατρέχει, σε ορισμένο βαθμό, πιστωτικό κίνδυνο. Η διαπίστωση αυτή συνάδει με το σημείο 43 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α, στο οποίο αναφέρεται ότι οι πόροι της ιδίας συνεισφοράς πρέπει να προέρχονται από εξωτερική χρηματοδότηση υπό όρους της αγοράς και ότι αυτή η συμβολή αποτελεί ένδειξη ότι οι αγορές πιστεύουν στο εφικτό της προβλεπόμενης επιστροφής σε βιωσιμότητα. Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι χρηματοδοτικές μισθώσεις ύψους [45-55] εκατ. LVL ([64-78] εκατ. ευρώ) αποτελούν μέρος της ιδίας συνεισφοράς. Το συμπέρασμα αυτό συνάδει επιπλέον με την προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής, για παράδειγμα, στην υπόθεση Czech Airlines  (46).

(213)

Εντούτοις, η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες σχετικά με ορισμένες από τις μορφές ιδίας συνεισφοράς που προτείνονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης, όπως διευκρινίζεται κατωτέρω.

(214)

Όσον αφορά την προκαταβολή […] εκατ. LVL ([…] εκατ. ευρώ) στο μετοχικό κεφάλαιο της airBaltic που πραγματοποίησε η […] τον Ιούλιο του 2011, από τα στοιχεία που διαβίβασε η Λετονία προκύπτει ότι η πράξη αυτή συνδέεται άμεσα με το μέτρο 6, το οποίο, όπως έχει ήδη συναχθεί, συνεπάγεται κρατική ενίσχυση. Για τον λόγο αυτό, η προκαταβολή που πραγματοποίησε η […] στο μετοχικό κεφάλαιο της airBaltic δεν μπορεί να θεωρηθεί ίδια συνεισφορά, η οποία πρέπει υποχρεωτικά να μην εμπεριέχει κανένα στοιχείο ενίσχυσης.

(215)

Σχετικά με την ταμειακή διευκόλυνση των […] εκατ. LVL ([…] εκατ. ευρώ) που χορήγησε η […] κατά την περίοδο μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου του 2011 για την αγορά ανταλλακτικών, οι λετονικές αρχές δεν υπέβαλαν αποδεικτικά στοιχεία που να επιτρέπουν στην Επιτροπή να αποκτήσει σαφή εικόνα του εν λόγω μέτρου και της σημασίας του όσον αφορά την πεποίθηση ότι θα αποκατασταθεί η βιωσιμότητα του δικαιούχου. Συνεπώς, η Επιτροπή αδυνατεί να καταλήξει με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη διευκόλυνση μπορεί να γίνει δεκτή ως ίδια συνεισφορά.

(216)

Όσον αφορά το δάνειο προμηθευτή ποσού [5-15] εκατ. LVL ([7,1-21,3] εκατ. ευρώ) που χορήγησε η BAS η airBaltic για την επαναγορά εμπορικών σημάτων, η Λετονία δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το εν λόγω δάνειο είχε πράγματι χορηγηθεί.

(217)

Βάσει των προαναφερομένων, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως ίδια συνεισφορά ούτε η προκαταβολή των […] εκατ. LVL ([…] εκατ. ευρώ) στο μετοχικό κεφάλαιο της airBaltic που πραγματοποίησε η […] τον Ιούλιο του 2011 ούτε η ταμειακή διευκόλυνση ύψους […] εκατ. LVL ([…] εκατ. ευρώ) που χορήγησε η […] κατά την περίοδο μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου του 2011 για την αγορά ανταλλακτικών ούτε το δάνειο προμηθευτή των [5-15] εκατ. LVL ([7,1-21,3] εκατ. ευρώ) από την BAS στην airBaltic για την επαναγορά εμπορικών σημάτων και τη μερική διαγραφή χρέους […] εκατ. LVL([…] εκατ. ευρώ). Η Επιτροπή εκφράζει επίσης αμφιβολίες, ιδίως βάσει των συναφών στοιχείων που υποβλήθηκαν και δεν οδηγούν σε ασφαλή συμπεράσματα εν προκειμένω (ασάφεια ως προς τη φύση των συγκεκριμένων οφειλών, συμπεριλαμβανομένων αρκετών απαιτήσεων και εμπορικών σημάτων της airBaltic), σχετικά με το κατά πόσον η μερική διαγραφή χρέους […] εκατ. LVL ([…] εκατ. ευρώ) μπορεί να λογιστεί ως ίδια συνεισφορά.

(218)

Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα υπόλοιπα μέτρα που προτείνονται ως ίδια συνεισφορά συνάδουν, ωστόσο, με το σημείο 43 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α και ότι το επίπεδο ιδίας συνεισφοράς είναι, κατά συνέπεια, αποδεκτό. Πράγματι, ανέρχεται στο ποσό των [75-85] εκατ. LVL ([107-120] εκατ. ευρώ), το οποίο ισοδυναμεί περίπου με το [48-50] % των δαπανών αναδιάρθρωσης. Κατά κανόνα, για μια μεγάλη επιχείρηση όπως η airBaltic, το ποσοστό ιδίας συνεισφοράς πρέπει να ανέρχεται στο 50 %. Εντούτοις, σύμφωνα με το σημείο 56 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α, η Επιτροπή μπορεί να είναι λιγότερο αυστηρή όσον αφορά το μέγεθος της ιδίας συνεισφοράς στις ενισχυόμενες περιοχές, όπως στην περίπτωση της Λετονίας κατά τη στιγμή λήψης των μέτρων (βλέπε αιτιολογική σκέψη 200 ανωτέρω).

(219)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του σημείου 43 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α.

7.4.6.   Η αρχή της «εφάπαξ ενίσχυσης»

(220)

Τέλος, πρέπει να τηρούνται οι διατάξεις του σημείου 72 των κατευθυντήριων γραμμών για τη Δ&Α, στο οποίο προβλέπεται ότι επιχείρηση που έχει λάβει ενίσχυση διάσωσης και αναδιάρθρωσης κατά τα τελευταία δέκα έτη δεν είναι επιλέξιμη για ενισχύσεις διάσωσης ή αναδιάρθρωσης (αρχή της «εφάπαξ ενίσχυσης»).

(221)

Δεδομένου ότι τα μέτρα 1, 4 και 5 δεν συνεπάγονται τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης, δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς της αρχής της «εφάπαξ ενίσχυσης». Επιπλέον, οι λετονικές αρχές διαβεβαίωσαν ότι η airBaltic δεν έχει λάβει καμία ενίσχυση διάσωσης ή αναδιάρθρωσης κατά τα τελευταία δέκα έτη. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι τηρείται η αρχή της «εφάπαξ ενίσχυσης».

7.5.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΑ ΜΕΤΡΑ 2, 3 ΚΑΙ 6

(222)

Βάσει των προαναφερομένων, η Επιτροπή κρίνει ότι η Λετονία έθεσε παρανόμως σε εφαρμογή τα μέτρα 2, 3 και 6 υπέρ της airBaltic, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, η Επιτροπή εκτιμά ότι τα εν λόγω μέτρα και το σχέδιο αναδιάρθρωσης πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις δυνάμει των κατευθυντήριων οδηγιών για τη Δ&Α. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση είναι συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά.

(223)

Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Λετονία αποδέχθηκε την έκδοση και την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης στην αγγλική γλώσσα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Το πρώτο κρατικό δάνειο των 16 εκατ. LVL, το οποίο χορήγησε η Δημοκρατία της Λετονίας στην airBaltic το 2011, καθώς και η απόκτηση από το κράτος ομολόγων μηδενικού τοκομεριδίου που εξέδωσε η airBaltic τον Απρίλιο του 2010 και η πληρωμή ποσού ύψους 2,8 εκατ. ευρώ από τη Latvijas Krājbanka στην airBaltic τον Νοέμβριο του 2011 δεν συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 2

Το δεύτερο κρατικό δάνειο των 67 εκατ. LVL και η αύξηση κεφαλαίου της airBaltic, που εφάρμοσε η Δημοκρατία της Λετονίας το 2011, καθώς και η παραχώρηση στην airBaltic απαίτησης ύψους 5 εκατ. ευρώ, που εφάρμοσε η Δημοκρατία της Λετονίας το 2012, συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η εν λόγω ενίσχυση είναι συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Δημοκρατία της Λετονίας.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2014.

Για την Επιτροπή

Joaquín ALMUNIA

Αντιπρόεδρος


(1)  ΕΕ C 69 της 8.3.2013, σ. 40.

(2)  Συναλλαγματική ισοτιμία: 1 ευρώ = 0,7063 LVL. Μέση συναλλαγματική ισοτιμία για το έτος 2011 που δημοσιεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και είναι διαθέσιμη στην ακόλουθη διεύθυνση: http://sdw.ecb.europa.eu/reports.do?node=100000233

(3)  Πρβλ. υποσημείωση 1.

(4)  Πηγή: Επετηρίδα του διεθνούς αερολιμένα της Ρίγας για το έτος 2011, διαθέσιμη στην ακόλουθη διεύθυνση: http://www.riga-airport.com/en/main/about-company/gada-gramata

(5)  Βλέπε http://bnn-news.com/airbaltic-shareholders-structure-11608 Στον Τύπο αναφέρονται ορισμένοι δεσμοί μεταξύ της Taurus και ενός ρώσου επιχειρηματία ονόματι Vladimir Antonov.

(6)  Ο πρώην βασικός μέτοχος και πρόεδρος της λιθουανικής τράπεζας Snoras ήταν ο κ. Vladimir Antonov.

(7)  Η Κεντρική Τράπεζα της Λιθουανίας διευκρίνισε ότι η εθνικοποίηση της Snoras κρίθηκε αναγκαία λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των κανονιστικών απαιτήσεων, αδυναμίας παροχής των στοιχείων που της ζητήθηκαν και λόγω της δεινής κατάστασης των στοιχείων του ενεργητικού της. Βλέπε http://en.rian.ru/ business/20120523/173624459.html και http://www.bloomberg.com/news/2011-12-19/antonov-says-he-invested-50-million-euros-in-latvia-s-airbaltic.html

(8)  Βλέπε http://www.lkb.lv/en/about_bank/news/archyve?item=2022&page=6

(9)  Βλέπε http://www.fktk.lv/en/publications/other_publications/2012-02-07_jsc_latvijas_krajbanka_c/

(10)  Το Υπουργείο Μεταφορών διευκρίνισε ότι σκοπός της εξαγοράς ήταν η προστασία των καταθετών της Latvijas Krājbanka. Κατά τα φαινόμενα, λόγω των χρηματοοικονομικών προβλημάτων της BAS υπήρχε ο κίνδυνος να αποτραπεί το κράτος από την επένδυση στο κεφάλαιο της airBaltic και, ως εκ τούτου, η κυβέρνηση αποφάσισε να προβεί σε ενέργειες για την υπεράσπιση των συμφερόντων της και να αποκτήσει τον έλεγχο της airBaltic. Βλέπε http://www.bloomberg.com/news/2011-12-01/latvia-buys-out-minority-shareholder-in-airbaltic-ministry-says.html και http://www.sam.gov.lv/?cat=8& art_id=2598

(11)  Βλέπε http://www.baltic-course.com/eng/transport/?doc=54423 Σύμφωνα επίσης με αναφορές που δημοσιεύτηκαν στον Τύπο, εικάζεται ότι η BAS όφειλε στη Latvijas Krājbanka το ποσό των 14 εκατ. LVL (βλέπε, για παράδειγμα, http://www.baltic-course.com/eng/transport/?doc=53861).

(12)  Σύμφωνα με τη Λετονία, έως τον Αύγουστο του 2013, η BAS δεν είχε κηρυχθεί σε πτώχευση, παρά τις απόπειρες αρκετών από τους πιστωτές της.

(13)  Επιπλέον, φαίνεται ότι το καθεστώς σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των κύριων μετόχων της airBaltic, ήτοι μεταξύ του λετονικού κράτους και της BAS, χρονολογούνταν τουλάχιστον από το έτος 2010, δεδομένου ότι στον Τύπο αναφέρεται ότι ασκήθηκαν πολυάριθμες αγωγές μεταξύ του λετονικού κράτους και της BAS (βλέπε, για παράδειγμα, http://atwonline.com/airline-finance-data/news/airbaltic-files-bankruptcy-0921).

(14)  Βλέπε http://centreforaviation.com/analysis/airbaltics-restructuring-plan-is-in-full-swing-but-competition-from-estonian-air-is-rising-74754

(15)  Βλέπε http://www.eurofound.europa.eu/emcc/erm/factsheets/18371/Air%20Baltic%20Corporation? Template=searchfactsheets&kSel=1 και http://www.baltic-course.com/eng/transport/?doc=42089

(16)  Βλέπε https://www.airbaltic.com/en/bottom_menu/press-room/press_releases/2011/airbaltic-files-for-legal-protection-airbaltic-to-continue-operations

(17)  Το Υπουργείο Μεταφορών της Λετονίας δημοσίευσε σχετική προκήρυξη στις ευρωπαϊκές και βρετανικές εκδόσεις της εφημερίδας Financial Times της 27ης Αυγούστου 2012, με πρόσκληση υποβολής μη δεσμευτικής εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη συμμετοχή στην πώληση μετοχών που εξέδωσε η airBaltic. Βλέπε http://prudentia.lv/upload_file/27082012-ABC%20ad%20EN.pdf

(18)  Επιχειρηματικό απόρρητο.

(19)  Όπως φαίνεται, το λετονικό κράτος άσκησε το δικαίωμα αυτό στις 8 Ιουνίου 2012 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 23 ανωτέρω).

(20)  Σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική σκέψη 80 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή επισήμανε ότι η BAS δεν ήταν υποχρεωμένη βάσει της συμφωνίας να παράσχει μετατρέψιμο δάνειο με ίσους όρους, παράλληλα με το δεύτερο κρατικό δάνειο.

(21)  Στις 10 Ιουλίου 2012 η airBaltic υπέγραψε δήλωση προθέσεων με την εταιρεία Bombardier για την αγορά δέκα αεροσκαφών τύπου CS300 και την απόκτηση δικαιωμάτων αγοράς άλλων δέκα αεριωθούμενων αεροσκαφών τύπου CS300. Βάσει της τιμής καταλόγου των αεριωθούμενων αεροσκαφών τύπου CS300, η αξία της σύμβασης οριστικής παραγγελίας θα αποτιμάται περίπου σε 764 εκατ. δολάρια ΗΠΑ (621,74 εκατ. ευρώ), με δυνατότητα αύξησης στο ποσό των 1,57 δισεκατ. δολαρίων ΗΠΑ (1,28 δισεκατ. ευρώ) σε περίπτωση μετατροπής των δικαιωμάτων αγοράς σε οριστικές παραγγελίες. Βλέπε http://www.airbaltic.com/public/49780.html Συναλλαγματική ισοτιμία: 1 ευρώ = 1,2288 δολάρια ΗΠΑ. Μέση συναλλαγματική ισοτιμία για τον Ιούλιο του 2012 που δημοσιεύτηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και είναι διαθέσιμη στην ακόλουθη διεύθυνση: http://sdw.ecb.europa.eu/reports.do?node=100000233

(22)  Το πρώτο κρατικό δάνειο των 16 εκατ. LVL και το δεύτερο κρατικό δάνειο των 67 εκατ. LVL (συμπεριλαμβανομένης της δεύτερης δόσης των 25,4 εκατ. LVL, η οποία, σύμφωνα με το σχέδιο «reShape», είχε καταβληθεί στην εταιρεία κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2012).

(23)  ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2.

(24)  Το ποσό των […] εκατ. ευρώ συνιστά μεν απαίτηση της Λετονίας, αλλά δεν προκύπτει από τη συμφωνία.

(25)  Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση της μεθόδου καθορισμού των επιτοκίων αναφοράς και προεξόφλησης (ΕΕ C 14 της 19.1.2008, σ. 6).

(26)  Ως ΔΘΧ νοούνται οι διαθέσιμες θέσεις ανά χιλιόμετρο (το γινόμενο των θέσεων πτήσης επί τον αριθμό των διανυόμενων χιλιομέτρων). Η παράμετρος ΔΘΧ αποτελεί τον σημαντικότερο δείκτη μεταφορικής ικανότητας ενός αερομεταφορέα, όπως έχει χρησιμοποιηθεί από τον κλάδο των αεροπορικών μεταφορών και από την ίδια την Επιτροπή σε προηγούμενες περιπτώσεις αναδιάρθρωσης στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών.

(27)  Η Ryanair παραπέμπει στην απόφαση της 21ης Μαρτίου 2013 στην υπόθεση C-405/11 P, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Buczek Automotive sp. z o.o., δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 55 έως 57.

(28)  Βλέπε http://www.eurofound.europa.eu/emcc/erm/factsheets/18371/Air%20Baltic%20Corporation? Template=searchfactsheets&kSel=1 και http://www.baltic-course.com/eng/transport/?doc=42089

(29)  Βλέπε http://atwonline.com/airline-finance-data/news/airbaltic-files-bankruptcy-0921

(30)  Πηγή: Ετήσια έκθεση της airBaltic για το 2011.

(31)  Βλέπε, για παράδειγμα, το δελτίο τύπου που εξέδωσε το Υπουργικό Συμβούλιο της Λετονίας στις 7 Σεπτεμβρίου 2011 (http://www.mk.gov.lv/en/aktuali/zinas/2011/09/070911-cm-01/), στο οποίο αναφέρεται ότι ο τότε πρωθυπουργός δήλωσε ότι «η διατήρηση της airBaltic ως εθνικού αερομεταφορέα είναι καίριας σημασίας, διότι δημιουργεί σημαντικά πλεονεκτήματα για την Λετονία στον τομέα της εφοδιαστικής και ως προς την προσέλκυση τουρισμού, ενώ επίσης ενισχύει την ιδιότητά της ως σημαντικού εργοδότη, ωστόσο, τονίζει την ανάγκη επιλογής των πλέον ευνοϊκών λύσεων για το δημόσιο συμφέρον».

(32)  Απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2012 στην υπόθεση T-565/08, Corsica Ferries France SAS κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 122.

(33)  Βλέπε υποσημείωση 24. Στις 3 Οκτωβρίου 2011 το βασικό επιτόκιο για τη Λετονία ήταν 2,2 %. Στην τιμή αυτή είναι σκόπιμο να προστεθεί περιθώριο 400 μονάδων βάσης, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών που αντιμετώπιζε η airBaltic εκείνη την περίοδο και του σημαντικού επιπέδου των εξασφαλίσεων του δανείου, με συνέπεια τη διαμόρφωση επιτοκίου της τάξης του 6,2 %.

(34)  Παρά ταύτα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το πρώτο κρατικό δάνειο κεφαλαιοποιήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2011 στο πλαίσιο του μέτρου 3. Η αξιολόγηση του μέτρου 3 παρατίθεται στο τμήμα 7.2.4 κατωτέρω.

(35)  Στην εγγυητική επιστολή της 3ης Οκτωβρίου 2011 αναφέρεται ότι η εγγύηση θεωρείται άκυρη σε περίπτωση που το κράτος «έχει κάνει χρήση των δικαιωμάτων του σύμφωνα με […] το άρθρο 7.4 [της συμφωνίας] και εφόσον το ποσοστό συμμετοχής του κράτους ανέρχεται πλέον σε 99,78 % τουλάχιστον των μετοχών με δικαίωμα ψήφου της [airBaltic]». Πράγματι, η Λετονία απέκτησε ποσοστό συμμετοχής 99,8 % στην airBaltic στις 30 Νοεμβρίου 2011.

(36)  Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003 στην υπόθεση C-280/00, Altmark Trans GmbH και Regierungspräsidium Magdeburg κατά Nahverkehrsgesellschaft Altmark GmbH (Altmark), Συλλογή 2003, σ. I-7747, σκέψη 81.

(37)  Απόφαση 2011/414/ΕΕ της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2010, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 8/10 (πρώην N 21/09 και NN 15/10) που εφάρμοσε η Ελλάδα υπέρ της Βαρβαρέσος Α.Ε. (ΕΕ L 184 της 14.7.2011, σ. 9).

(38)  Βλέπε απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης SA.30908, CSA — Czech Airlines — Σχέδιο αναδιάρθρωσης, αιτιολογική σκέψη 107, και απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης SA.33015, Air Malta plc., αιτιολογική σκέψη 93. Βλέπε, επίσης, απόφαση 2010/137/EΕ της Επιτροπής, της 28ης Αυγούστου 2009, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 6/09 (πρώην N 663/08) — Αυστρία Austrian Airlines — Σχέδιο αναδιάρθρωσης (ΕΕ L 59 της 9.3.2010, σ. 1) αιτιολογική σκέψη 296, και απόφαση 2012/542/ΕΕ της Επιτροπής, της 21ης Μαρτίου 2012, σχετικά με το μέτρο SA.31479 (2011/C) (πρώην 2011/N) που προτίθεται να εφαρμόσει το Ηνωμένο Βασίλειο υπέρ της Royal Mail Group (ΕΕ L 279 της 12.10.2012, σ. 40) αιτιολογική σκέψη 217.

(39)  Ως ΕΔΘΧ και ΚΔΘΧ νοούνται αντιστοίχως τα έσοδα ανά διαθέσιμη θέση ανά χιλιόμετρο και το κόστος ανά διαθέσιμη θέση ανά χιλιόμετρο.

(40)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 194 κατωτέρω.

(41)  Πρόκειται ειδικότερα για τα δρομολόγια μεταξύ […]. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η κατάργηση των εν λόγω δρομολογίων συνιστά αμιγώς αντισταθμιστικό μέτρο, εφόσον δεν υπάρχουν ενδείξεις που να αιτιολογούν την κατάργηση αυτών των δρομολογίων ως αναγκαία συνέπεια της μείωσης του στόλου.

(42)  Βλέπε την απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης SA.30908, CSA — Czech Airlines — Σχέδιο αναδιάρθρωσης, αιτιολογικές σκέψεις 130 και 131.

(43)  Ο ορισμός των πλήρως συντονισμένων αερολιμένων παρέχεται στο άρθρο 2 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 95/93 του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 1993, σχετικά με τους κοινούς κανόνες κατανομής του διαθέσιμου χρόνου χρήσης (slots) στους κοινοτικούς αερολιμένες (ΕΕ L 14 της 22.1.1993, σ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 95/93, οι εν λόγω αερολιμένες υπόκεινται, τουλάχιστον για ορισμένες περιόδους, σε περιορισμούς όσον αφορά τη χωρητικότητα.

(44)  Βλέπε την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Σεπτεμβρίου 2006 στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης N 447/2006, Λετονία — Χάρτης περιφερειακών ενισχύσεων 2007-2013.

(45)  Το συνολικό κόστος μεταβίβασης των αεροσκαφών από φορέα εκμετάλλευσης που δεν τήρησε τις απαιτήσεις παράδοσης για νέο πελάτη μπορεί εύκολα να αυξηθεί έως το […] % της λογιστικής αξίας των αεροσκαφών.

(46)  Βλέπε την απόφαση στην υπόθεση Czech Airlines, αιτιολογικές σκέψεις 119 και 145.


10.7.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 183/29


ΑΠΌΦΑΣΗ (ΕΕ) 2015/1092 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 23ης Ιουλίου 2014

σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις SA.34824 (2012/C), SA.36007 (2013/NN), SA.36658 (2014/NN), SA.37156 (2014/NN), SA.34534 (2012/NN), που εφάρμοσε η Ελλάδα για τον όμιλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με:

την ανακεφαλαιοποίηση και αναδιάρθρωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ,

την εξυγίανση της First Business Bank SA μέσω εντολής μεταβίβασης στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ,

την εξυγίανση της ProBank SA μέσω εντολής μεταβίβασης στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ,

την εξυγίανση της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λέσβου — Λήμνου, της Συνεταιριστικής Τράπεζας Αχαΐας και της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λαμίας

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2014) 5201]

(Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και συγκεκριμένα το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τα κράτη μέλη και τους λοιπούς ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΟΜΙΛΟ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (1) («Η ΤΡΑΠΕΖΑ»)

(1)

Με απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2008, η Επιτροπή ενέκρινε καθεστώς ενισχύσεων με τίτλο «Μέτρα στήριξης των πιστωτικών ιδρυμάτων της Ελλάδας» (στο εξής «καθεστώς στήριξης των ελληνικών τραπεζών») με σκοπό να διασφαλισθεί η σταθερότητα του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το καθεστώς στήριξης των ελληνικών τραπεζών προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεων βάσει των τριών συστατικών μέτρων του: ενός μέτρου ανακεφαλαιοποίησης, ενός μέτρου παροχής εγγυήσεων και ενός μέτρου ομολογιακών δανείων του Δημοσίου (2).

(2)

Στην αιτιολογική σκέψη 14 της απόφασης της 19ης Νοεμβρίου 2008 αναφερόταν ότι επρόκειτο να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή σχέδιο αναδιάρθρωσης όσον αφορά τους δικαιούχους του μέτρου ανακεφαλαιοποίησης.

(3)

Τον Μάιο του 2009 η Τράπεζα ανακεφαλαιοποιήθηκε στο πλαίσιο του μέτρου ανακεφαλαιοποίησης του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών.

(4)

Στις 2 Αυγούστου 2010 οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή σχέδιο αναδιάρθρωσης όσον αφορά την Τράπεζα. Η Επιτροπή καταχώρισε το εν λόγω σχέδιο και τις μεταγενέστερες επικαιροποιήσεις του, καθώς και πρόσθετες πληροφορίες που υποβλήθηκαν από τις ελληνικές αρχές, ως υπόθεση SA.30342 (PN 26/2010) και στη συνέχεια υπόθεση SA.32788 (2011/PN).

(5)

Τον Δεκέμβριο του 2011 η Τράπεζα ανακεφαλαιοποιήθηκε εκ νέου από την Ελλάδα βάσει του μέτρου ανακεφαλαιοποίησης. Στις 22 Δεκεμβρίου 2011, η Επιτροπή ενέκρινε τη δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας (3).

(6)

Η Τράπεζα έχει λάβει επανειλημμένως κρατικές εγγυήσεις για χρεόγραφα και ομολογιακά δάνεια του Δημοσίου στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών (4). Έλαβε επίσης επείγουσα παροχή ρευστότητας με κρατική εγγύηση (εφεξής «ΕΠΡ με εγγύηση του Δημοσίου»).

(7)

Στις 18 Μαρτίου 2012 η Τράπεζα της Ελλάδος προέβη στην ανάκληση των αδειών τριών συνεταιριστικών τραπεζών («των τριών συνεταιριστικών τραπεζών»), δηλαδή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λέσβου-Λήμνου («Τράπεζα Λέσβου — Λήμνου»), της Συνεταιριστικής Τράπεζας Αχαΐας («τράπεζα Αχαΐας») και της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λαμίας («τράπεζα Λαμίας») και τις έθεσε υπό εκκαθάριση.

(8)

Η Επιτροπή καταχώρισε τα ανεπίσημα στοιχεία που έλαβε από την Ελλάδα σχετικά με την εξυγίανση των συνεταιριστικών τραπεζών ως υπόθεση SA.34534 (2012/NN).

(9)

Στις 23 Μαρτίου 2012 η Τράπεζα της Ελλάδος προέβη στη μεταβίβαση επιλεγμένων στοιχείων παθητικού των τριών συνεταιριστικών τραπεζών στην Τράπεζα και καθόρισε το ύψος των χρηματοδοτικών κενών (5) που θα καλυφθούν από το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (εφεξής «ελληνικό ΤΧΣ») δυνάμει του νόμου 4051/2012 (6). Τα χρηματοδοτικά κενά ήταν ίσα με την αξία των μεταβιβασθέντων στοιχείων παθητικού, δεδομένου ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού των τριών συνεταιριστικών τραπεζών.

(10)

Στις 20 Απριλίου 2012 το ελληνικό ΤΧΣ χορήγησε επιστολή δέσμευσης στην Τράπεζα για τη συμμετοχή του σε προγραμματισθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της. Στις 28 Μαΐου 2012, το ελληνικό ΤΧΣ χορήγησε ποσό 7 430 εκατ. ευρώ στην Τράπεζα ως προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση («πρώτη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση»).

(11)

Τον Μάιο του 2012 οι ελληνικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή την επιστολή ανάληψης δέσμευσης που απέστειλε το ελληνικό ΤΧΣ στην Τράπεζα. Η Επιτροπή την καταχώρισε ως μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση (υπόθεση SA. 34824 (2012/NN)), διότι το μέτρο είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή.

(12)

Στις 27 Ιουλίου 2012 η Επιτροπή κίνησε επίσημη διαδικασία έρευνας σχετικά με την πρώτη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση («απόφαση κίνησης διαδικασίας για την ΕΤΕ») (7).

(13)

Τον Δεκέμβριο του 2012 το ελληνικό ΤΧΣ χορήγησε στην Τράπεζα ποσό 2 326 εκατ. ευρώ ως δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση («η δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση») (8). Οι ελληνικές αρχές κοινοποίησαν το εν λόγω μέτρο στην Επιτροπή στις 27 Δεκεμβρίου 2012. Η Επιτροπή καταχώρισε τα μέτρα αυτά ως υπόθεση SA.36007 (2013/NN).

(14)

Τον Ιούνιο του 2013 η Τράπεζα ανακοίνωσε την επιτυχή ολοκλήρωση της έκδοσης δικαιωμάτων 1 079 εκατ. ευρώ (9), ενώ το ελληνικό ΤΧΣ μετέτρεψε εν μέρει την πρώτη και τη δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση σε μετοχικό κεφάλαιο («ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013», η οποία περιλαμβάνει την έκδοση δικαιωμάτων 1 079 εκατ. ευρώ, καθώς και τη μετατροπή της πρώτης και δεύτερης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης). Το συνολικό ποσό της ανακεφαλαιοποίησης της άνοιξης του 2013 ήταν 9 756 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 8 677 εκατ. ευρώ διατέθηκαν από το ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας («συμμετοχή του ελληνικού ΤΧΣ στην ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013»).

(15)

Στις 19 Δεκεμβρίου 2013 οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τους όρους ανακεφαλαιοποίησης της άνοιξης του 2013.

(16)

Στις 25 Ιουνίου 2014 οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν τελικό σχέδιο αναδιάρθρωσης για την Τράπεζα (εφεξής «το σχέδιο αναδιάρθρωσης») στην Επιτροπή. Την ίδια ημερομηνία, διαβίβασαν πληροφορίες σχετικά με την ΕΠΡ με εγγύηση του Δημοσίου. Δήλωσαν την πρόθεσή τους να συνεχίσουν να παρέχουν στην Τράπεζα αυτή τη στήριξη ρευστότητας καθώς και κρατικές εγγυήσεις για χρεόγραφα και ομολογιακά δάνεια στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών. Η Επιτροπή καταχώρισε την κοινοποίηση με αριθμό SA.34824 (2012/C).

(17)

Η Επιτροπή πραγματοποίησε πολλές συσκέψεις, τηλεδιασκέψεις και ανταλλαγές ηλεκτρονικών μηνυμάτων με εκπροσώπους των ελληνικών αρχών και της Τράπεζας.

(18)

Η Ελλάδα αποδέχεται κατ' εξαίρεση την έκδοση της παρούσας απόφασης μόνο στην αγγλική γλώσσα.

1.2.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΕΞΑΓΟΡΑΣΘΕΙΣΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

1.2.1.   Διαδικασία σχετικά με τη First Business Bank SA

(19)

Τον Ιούλιο του 2009 η Ελλάδα προέβη σε ανακεφαλαιοποίηση της First Business Bank SA (εφεξής «FB Bank»), στο πλαίσιο του μέτρου ανακεφαλαιοποίησης του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών (10), με ποσό ύψους 50 εκατ. ευρώ.

(20)

Την άνοιξη του 2013 η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να προχωρήσει στην εξυγίανση της FB Bank μέσω διαδικασίας αγοράς και ανάληψης (11).

(21)

Την 1η Μαΐου 2013 η Τράπεζα της Ελλάδος ζήτησε από τις τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες στην Ελλάδα να υποβάλουν μη δεσμευτικές προσφορές για χαρτοφυλάκιο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της FB Bank. Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε επιστολή της προς τους προσφέροντες, δήλωσε ότι το ελληνικό ΤΧΣ, πέραν του κενού χρηματοδότησης, θα κάλυπτε τις κεφαλαιακές ανάγκες του αγοραστή που αφορούσαν τα μεταβιβασθέντα από την FB Bank στοιχεία ενεργητικού.

(22)

Στις 8 Μαΐου 2013 η Τράπεζα και ακόμη μία τράπεζα υπέβαλαν τις προκαταρκτικές τους προσφορές.

(23)

Στις 10 Μαΐου 2013 η Τράπεζα αναθεώρησε την προσφορά της.

(24)

Την ίδια ημερομηνία, η Τράπεζα της Ελλάδος προέβη στην εξυγίανση της FB Bank και στη μεταβίβαση επιλεγμένων στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού στην Τράπεζα.

(25)

Στις 11 Μαΐου 2013 οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με την εξυγίανση της FB Bank. Η Επιτροπή καταχώρισε τις πληροφορίες αυτές, καθώς και τις μεταγενέστερες παρατηρήσεις των ελληνικών αρχών, ως υπόθεση SA.36658 (2014/NN).

(26)

Στις 28 Ιουνίου 2013 το ελληνικό ΤΧΣ εκταμίευσε τα 2/3 του χρηματοδοτικού κενού όπως είχε αρχικά αποτιμηθεί.

(27)

Στις 29 Ιουλίου 2013 οι ελληνικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού για συνολικό ποσό ύψους περίπου 524 εκατ. ευρώ, όπως αποτιμήθηκε τη στιγμή της εξυγίανσης με βάση στοιχεία της 31ης Μαρτίου 2013.

(28)

Στις 7 Νοεμβρίου 2013 η Τράπεζα της Ελλάδος οριστικοποίησε τον υπολογισμό του συνολικού χρηματοδοτικού κενού, το οποίο ανερχόταν σε 457 εκατ. ευρώ (12).

(29)

Στις 13 Νοεμβρίου 2013 το ελληνικό ΤΧΣ κατέβαλε στην Τράπεζα το υπόλοιπο του χρηματοδοτικού κενού.

(30)

Στις 25 Ιουνίου 2014 οι ελληνικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή ότι η Τράπεζα δεν σκοπεύει να ζητήσει από το ελληνικό ΤΧΣ να εισφέρει στην Τράπεζα το ποσό των κεφαλαιακών αναγκών που δημιουργήθηκαν από την απόκτηση των στοιχείων ενεργητικού της FB Bank.

1.2.2.   Διαδικασία σχετικά με την ProBank SA

(31)

Στις 10 Μαΐου 2013 η Τράπεζα της Ελλάδος διόρισε Επίτροπο στην ProBank SA (εφεξής «ProBank»).

(32)

Την άνοιξη του 2013 η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να προχωρήσει στην εξυγίανση της Probank μέσω διαδικασίας αγοράς και ανάληψης.

(33)

Την 1η Μαΐου του 2013 η Τράπεζα της Ελλάδος ζήτησε από τις τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες της Ελλάδας να υποβάλουν προσφορές για χαρτοφυλάκιο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της ProBank. Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε επιστολή της προς τους προσφέροντες, δήλωσε ότι το ελληνικό ΤΧΣ, πέραν του κενού χρηματοδότησης, θα κάλυπτε τις κεφαλαιακές ανάγκες του αγοραστή σχετικά με τα μεταβιβασθέντα από την ProBank στοιχεία ενεργητικού.

(34)

Στις 24 Ιουλίου 2013 μια τράπεζα υπέβαλε σχέδιο προσφοράς και στις 25 Ιουλίου 2013 η Τράπεζα υπέβαλε τη δεσμευτική της προσφορά.

(35)

Στις 26 Ιουλίου 2013 η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε στην εξυγίανση της ProBank και τη μεταβίβαση στην Τράπεζα επιλεγμένων στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της.

(36)

Στις 29 Ιουλίου 2013 οι ελληνικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού για συνολικό ποσό ύψους 238 εκατ. ευρώ περίπου, όπως αποτιμήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση στοιχεία της 31ης Μαρτίου 2013. Η Επιτροπή καταχώρισε την εν λόγω κοινοποίηση, καθώς και τις μεταγενέστερες πληροφορίες που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές ως υπόθεση SA.37156 (2014/NN).

(37)

Στις 9 Αυγούστου 2013 το ελληνικό ΤΧΣ εκταμίευσε τα 2/3 του χρηματοδοτικού κενού όπως είχε αρχικά αποτιμηθεί.

(38)

Στις 30 Δεκεμβρίου 2013 η Τράπεζα της Ελλάδος οριστικοποίησε τον υπολογισμό του συνολικού χρηματοδοτικού κενού, το οποίο ανερχόταν σε 563 εκατ. ευρώ.

(39)

Στις 31 Δεκεμβρίου 2013 το ελληνικό ΤΧΣ κατέβαλε στην Τράπεζα το υπόλοιπο του χρηματοδοτικού κενού.

(40)

Την ίδια ημερομηνία η Τράπεζα της Ελλάδος διαβίβασε στην Επιτροπή περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την οριστικοποίηση του χρηματοδοτικού κενού.

(41)

Στις 25 Ιουνίου 2014 οι ελληνικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή ότι η Τράπεζα δεν σκοπεύει να ζητήσει από το ελληνικό ΤΧΣ να εισφέρει στην Τράπεζα το ποσό των κεφαλαιακών αναγκών που δημιουργήθηκαν από την απόκτηση των στοιχείων ενεργητικού της Probank.

2.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

2.1.   Η ΤΡΆΠΕΖΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΊΕΣ ΤΗΣ

2.1.1.   Γενικό πλαίσιο του ελληνικού τραπεζικού τομέα

(42)

Το πραγματικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (εφεξής «ΑΕΠ») της Ελλάδας μειώθηκε κατά 20 % από το 2008 έως το 2012, όπως εμφαίνεται στον πίνακα 1. Ως εκ τούτου, οι ελληνικές τράπεζες αντιμετώπισαν ένα ταχέως αυξανόμενο ποσοστό αθέτησης των υποχρεώσεων εξυπηρέτησης δανείων των ελληνικών νοικοκυριών και επιχειρήσεων (13). Οι εξελίξεις αυτές επηρέασαν αρνητικά την απόδοση των στοιχείων ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών και προκάλεσαν μεγάλες δανειακές ζημίες.

Πίνακας 1

Αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στην Ελλάδα, 2008-2013

Ελλάδα

2008

2009

2010

2011

2012

2013

Αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ, %

– 0,2

– 3,1

– 4,9

– 7,1

– 6,4

– 3,9

Πηγή: Eurostat, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://epp.eurostat.ec.europa.eu/tgm/table.do?tab=table&init=1&plugin=1&language=en&pcode=tec00115)

(43)

Επιπλέον, τον Φεβρουάριο του 2012 η Ελλάδα εφάρμοσε ανταλλαγή ομολόγων του ιδιωτικού τομέα, γνωστή ως συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα (εφεξής «πρόγραμμα PSI»). Ελληνικές τράπεζες συμμετείχαν στο πρόγραμμα PSI, στη διάρκεια του οποίου η ελληνική κυβέρνηση προσέφερε στους παλαιούς ιδιώτες ομολογιούχους νέους τίτλους (συμπεριλαμβανομένων των νέων ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου (εφεξής «ΟΕΔ»), τίτλους συνδεδεμένους με το ελληνικό ΑΕΠ και ομόλογα πληρωμής PSI που εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (εφεξής «ΕΤΧΣ») σε αντάλλαγμα των υφιστάμενων ΟΕΔ, με ονομαστική έκπτωση 53,5 % και μεγαλύτερες ληκτότητες (14). Οι ελληνικές αρχές ανακοίνωσαν τα αποτελέσματα της εν λόγω ανταλλαγής ομολόγων στις 9 Μαρτίου 2012 (15). Η ανταλλαγή είχε ως αποτέλεσμα σημαντικές ζημίες για τους ομολογιούχους (που αποτιμήθηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδας στο 78 % της ονομαστικής αξίας των παλαιών ΟΕΔ κατά μέσο όρο για τις ελληνικές τράπεζες) και κεφαλαιακές ανάγκες οι οποίες καταλογίστηκαν αναδρομικά στις οικονομικές καταστάσεις των ελληνικών τραπεζών του 2011.

Πίνακας 2

Συνολικές ζημίες των κύριων ελληνικών τραπεζών λόγω PSI (σε εκατ. ευρώ)

Τράπεζες

Ονομαστικό ποσό των ΟΕΔ (1)

Ονομαστικό ποσό κρατικών δανείων (2)

Συνολικό ονομαστικό ποσό

(3)=(1)+(2)

Ζημία στα ΟΕΔ λόγω του PSI (4)

Ζημία λόγω του PSI στα κρατικά δάνεια (5)

Συνολική ακαθάριστη ζημία λόγω PSI

(6)=(4)+(5)

Συνολική ακαθάριστη ζημία λόγω PSI/Κύρια βασικά ίδια κεφάλαια (16) (%) κατηγορίας 1

(Δεκ. 2011)

Συνολική ακαθάριστη ζημία λόγω PSI/Σύνολο στοιχείων ενεργητικού

(Δεκ. 2011)

ΕΤΕ

13 748

1 001

14 749

10 985

751

11 735

161,0

11,0

Eurobank

7 001

335

7 336

5 517

264

5 781

164,5

7,5

Alpha

3 898

2 145

6 043

3 087

1 699

4 786

105,7

8,1

Πειραιώς

7 063

280

7 343

5 686

225

5 911

226,0

12,0

ProBank

415

0

415

295

0

295

105,1

8,7

FB Bank

70

0

70

49

0

49

33,8

3,1

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση για την ανακεφαλαιοποίηση και αναδιάταξη του ελληνικού τραπεζικού τομέα, Δεκέμβριος 2012, σ. 14.

(44)

Δεδομένου ότι οι ελληνικές τράπεζες αντιμετώπισαν σημαντικές ελλείψεις κεφαλαίων εξαιτίας του προγράμματος PSI και της συνεχιζόμενης ύφεσης, στο πλαίσιο του μνημονίου οικονομικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής (εφεξής «ΜΟΧΠ») του δεύτερου προγράμματος προσαρμογής για την Ελλάδα μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (εφεξής «ΔΝΤ») και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (εφεξής «ΕΚΤ»), της 11ης Μαρτίου 2012, κατέστησαν διαθέσιμα κεφάλαια για την ανακεφαλαιοποίηση αυτών των τραπεζών. Οι ελληνικές αρχές εκτίμησαν τις συνολικές ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης και το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών που θα χρηματοδοτούνταν από το πρόγραμμα σε 50 δισεκατ. ευρώ (17). Το ποσό αυτό υπολογίστηκε με βάση την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων που διενήργησε η Τράπεζα της Ελλάδος για την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 2011 και Δεκεμβρίου 2014 (εφεξής «προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του 2012»), η οποία βασίστηκε στις προβλέψεις ζημιών από δάνεια που διενήργησε η BlackRock (18). Τα κεφάλαια για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών είναι διαθέσιμα μέσω του ελληνικού ΤΧΣ. Ο πίνακας 3 συνοψίζει τον υπολογισμό των κεφαλαιακών αναγκών για τις κυριότερες ελληνικές τράπεζες όπως προκύπτουν από τις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων του 2012.

Πίνακας 3

Προσομοίωση ακραίων καταστάσεων 2012: Κεφαλαιακές ανάγκες των κύριων ελληνικών τραπεζών (σε εκατ. ευρώ)

Τράπεζες

Κύρια βασικά ίδια κεφάλαια αναφοράς κατηγορίας 1

(Δεκ. 2011) (1)

Συνολική ακαθάριστη ζημία λόγω PSI

(Δεκ. 2011) (2)

Προβλέψεις σε σχέση με το PSI

(Ιούνιος 2011) (3)

Προβλέψεις σε σχέση με το PSI

Προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο (4)

Αποθεματικά για ζημίες από δάνεια

(Δεκ. 2011) (5)

Εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου (6)

Στόχος για τα κύρια βασικά ίδια κεφάλαια κατηγορίας 1

(Δεκ. 2014) (7)

Κεφαλαιακές ανάγκες

(8) = (7) – (1) – (2) – (3) – (4) – (5) – (6)

ΕΤΕ

7 287

– 11 735

1 646

– 8 366

5 390

4 681

8 657

9 756

Eurobank

3 515

– 5 781

830

– 8 226

3 514

2 904

2 595

5 839

Alpha

4 526

– 4 786

673

– 8 493

3 115

2 428

2 033

4 571

Πειραιώς

2 615

– 5 911

1 005

– 6 281

2 565

1 080

2 408

7 335

ProBank

281

– 295

59

– 462

168

147

180

282

FB Bank

145

– 49

0

– 285

167

– 29

116

168

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση για την ανακεφαλαιοποίηση και αναδιάταξη του ελληνικού τραπεζικού τομέα, Δεκέμβριος 2012, σ. 8.

(45)

Σύμφωνα με το ΜΟΧΠ του Μαρτίου 2012, «οι τράπεζες που υποβάλλουν βιώσιμα σχέδια άντλησης κεφαλαίων θα έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν και να λάβουν στήριξη του Δημοσίου κατά τρόπο που να διατηρεί κίνητρα για τον ιδιωτικό τομέα όσον αφορά την εισφορά κεφαλαίου και, ως εκ τούτου, να ελαχιστοποιεί την επιβάρυνση των φορολογουμένων» (19). Η Τράπεζα της Ελλάδος διαπίστωσε ότι μόνον οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες (Eurobank, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank) ήταν βιώσιμες (20). Οι τράπεζες αυτές έλαβαν μία πρώτη ανακεφαλαιοποίηση από το ελληνικό ΤΧΣ τον Μάιο του 2012.

(46)

Οι εγχώριες καταθέσεις στις τράπεζες της Ελλάδας μειώθηκαν συνολικά κατά 37 % από το τέλος του 2009 έως τον Ιούνιο του 2012, λόγω της ύφεσης και της πολιτικής αβεβαιότητας. Οι τράπεζες αυτές αναγκάστηκαν να χορηγήσουν υψηλότερα επιτόκια στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τις καταθέσεις. Το κόστος των καταθέσεων αυξήθηκε, μειώνοντας το καθαρό περιθώριο επιτοκίου των τραπεζών. Καθώς οι ελληνικές τράπεζες αποκλείστηκαν από τις αγορές χονδρικής χρηματοδότησης, κατέστησαν εξ ολοκλήρου εξαρτημένες από τη χρηματοδότηση του Ευρωσυστήματος (21), αυξανόμενο μέρος της οποίας είχε τη μορφή ΕΠΡ με εγγύηση του Δημοσίου που χορηγήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος.

(47)

Στις 3 Δεκεμβρίου 2012 η Ελλάδα έθεσε σε εφαρμογή πρόγραμμα επαναγοράς των νέων ΟΕΔ που ελήφθησαν από τους επενδυτές στο πλαίσιο του προγράμματος PSI, σε τιμές που κυμαίνονταν από το 30,2 % έως το 40,1 % της ονομαστικής τους αξίας (22). Οι ελληνικές τράπεζες συμμετείχαν στο εν λόγω πρόγραμμα επαναγοράς που επέφερε περαιτέρω ζημίες στον ισολογισμό τους, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος της λογιστικής ζημίας (δηλαδή η διαφορά μεταξύ αγοραίας και ονομαστικής αξίας) καταλογίστηκε στα νέα αυτά ΟΕΔ κατά τον χρόνο που το πρόγραμμα PSI κατέστη οριστικό και αμετάκλητο (23).

(48)

Τον Δεκέμβριο του 2012 οι τέσσερις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες έλαβαν δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση από το ελληνικό ΤΧΣ.

(49)

Την άνοιξη του 2013 η προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση των τεσσάρων τραπεζών μετατράπηκε σε μόνιμη ανακεφαλαιοποίηση σε κοινές μετοχές, με το ελληνικό ΤΧΣ να κατέχει άνω του 80 % του μετοχικού κεφαλαίου καθεμιάς από τις τέσσερις τράπεζες. Για τις τράπεζες που κατόρθωσαν να προσελκύσουν προκαθορισμένο ποσό ιδιωτικών κεφαλαίων, το ελληνικό ΤΧΣ έλαβε μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, ενώ στους ιδιώτες επενδυτές που εισέφεραν νέους πόρους, παράλληλα με το ελληνικό ΤΧΣ, χορηγήθηκαν δικαιώματα αγοράς επί των μετοχών που αποκτά το ελληνικό ΤΧΣ.

(50)

Τον Ιούλιο του 2013 η Τράπεζα της Ελλάδος ανέθεσε σε σύμβουλο τη διενέργεια διαγνωστικής μελέτης σχετικά με τα χαρτοφυλάκια δανείων όλων των ελληνικών τραπεζών. Ο εν λόγω σύμβουλος πραγματοποίησε προβλέψεις ζημιών από δάνεια (εφεξής «ΠΖΔ») σε όλα τα χαρτοφυλάκια χορηγήσεων των ελληνικών τραπεζών καθώς και από δάνεια σε ξένα υποκαταστήματα και θυγατρικές που είναι εκτεθειμένα στον κίνδυνο της Ελλάδας για διάστημα τριάμισι ετών και σε ορίζοντα διάρκειας δανείου. Η ανάλυση παρείχε ΠΖΔ βάσει δύο μακροοικονομικών σεναρίων, ενός βασικού και ενός δυσμενούς σεναρίου. Οι ΠΖΔ για δανειακά χαρτοφυλάκια του εξωτερικού αποτιμήθηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος με τη χρησιμοποίηση ορισμένων στοιχείων που συνεισέφερε ο σύμβουλος.

(51)

Βάσει της αξιολόγησης των ΠΖΔ από τον σύμβουλο, το φθινόπωρο του 2013, η Τράπεζα της Ελλάδος δρομολόγησε νέα διαδικασία προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (εφεξής «προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του 2013») για να αξιολογήσει την ευρωστία της κεφαλαιακής θέσης των ελληνικών τραπεζών βάσει αφενός ενός βασικού και αφετέρου ενός δυσμενούς σεναρίου. Η Τράπεζα της Ελλάδος προέβη στην αποτίμηση των κεφαλαιακών αναγκών με την τεχνική υποστήριξη ενός δεύτερου συμβούλου.

(52)

Τα βασικά στοιχεία της αποτίμησης των κεφαλαιακών αναγκών σύμφωνα με την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του 2013 ήταν i) οι ΠΖΔ (24) όσον αφορά τα χαρτοφυλάκια χορηγήσεων των τραπεζών σε ενοποιημένη βάση που είναι εκτεθειμένα σε ελληνικό κίνδυνο και σε κίνδυνο εξωτερικού, αφαιρουμένων των υφιστάμενων αποθεματικών για ζημίες από δάνεια, και ii) η εκτιμώμενη επιχειρησιακή απόδοση των τραπεζών για την περίοδο μεταξύ Ιουνίου 2013 και Δεκεμβρίου 2016, με βάση μια συντηρητική προσαρμογή των σχεδίων αναδιάρθρωσης που είχαν υποβληθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2013. Στον πίνακα 4 συνοψίζεται ο υπολογισμός των κεφαλαιακών αναγκών των κύριων ελληνικών τραπεζών σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το βασικό σενάριο για την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του 2013.

Πίνακας 4

Προσομοίωση ακραίων καταστάσεων 2013: Κεφαλαιακές ανάγκες των ελληνικών τραπεζών σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το βασικό σενάριο (σε εκατ. ευρώ)

Τράπεζες

Κύρια βασικά ίδια κεφάλαια αναφοράς κατηγορίας 1

(Ιούνιος 2013) (1)

Αποθεματικά για ζημίες από δάνεια

(Ιούνιος 2013) (2)

ΠΖΔ για τον ελληνικό κίνδυνο (3)

ΠΖΔ για τον κίνδυνο εξωτερικού (25) (4)

Εσωτερική δημιουργία κεφαλαίων (5)

Δείκτης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων κυρίων βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1

(Δεκέμβριος 2016) (6)

Κεφαλαιακές ανάγκες

(7) = (6) – (1) – (2) – (3) – (4) – (5)

ΕΤΕ (26)

4 821

8 134

– 8 745

– 3 100

1 451

4 743

2 183

Eurobank (27)

2 228

7 000

– 9 519

– 1 628

2 106

3 133

2 945

Alpha

7 380

10 416

– 14 720

– 2 936

4 047

4 450

262

Πειραιώς

8 294

12 362

– 16 132

– 2 342

2 658

5 265

425

Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος, Προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του ελληνικού τραπεζικού τομέα, Μάρτιος 2014, σ. 42.

(53)

Στις 6 Μαρτίου 2014 η Τράπεζα της Ελλάδος ανακοίνωσε τα αποτελέσματα της προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2013 και ζήτησε από τις τράπεζες να υποβάλουν τα σχέδια άντλησης κεφαλαίων έως τα μέσα Απριλίου 2014 για να καλύψουν τις κεφαλαιακές ανάγκες σύμφωνα με το βασικό σενάριο.

(54)

Από τα τέλη Μαρτίου 2013 έως τις αρχές Μαΐου 2014, οι τέσσερις τράπεζες πραγματοποίησαν αυξήσεις κεφαλαίου.

2.1.2.   Ο δικαιούχος

(55)

Η Τράπεζα παρέχει γενικές τραπεζικές υπηρεσίες κυρίως στην Ελλάδα, την Τουρκία και άλλες χώρες της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης (Κύπρο, Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία, Αλβανία και πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ)). Προσφέρει πλήρες φάσμα τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Δραστηριοποιείται στη λιανική, επιχειρηματική και ιδιωτική τραπεζική, τη διαχείριση στοιχείων ενεργητικού, τις ασφαλίσεις, τη διαχείριση κεφαλαίων, τις κεφαλαιαγορές και άλλες υπηρεσίες. Η Τράπεζα έχει συσταθεί στην Ελλάδα και οι μετοχές της είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2012, η Τράπεζα απασχολούσε συνολικά 37 831 άτομα (28), εκ των οποίων περίπου το ένα τρίτο απασχολούνταν στην Ελλάδα και το ένα τρίτο στην Τουρκία, ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο σε άλλες χώρες, κυρίως της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

(56)

Η Τράπεζα συμμετείχε στο πρόγραμμα PSI, ανταλλάσσοντας ΟΕΔ και κρατικά δάνεια ονομαστικής αξίας 14 749 εκατ. ευρώ. Οι συνολικές της επιβαρύνσεις στο πλαίσιο του PSI ανήλθαν σε 11 735 εκατ. ευρώ περίπου προ φόρων και καταλογίστηκαν εξ ολόκληρου στους λογαριασμούς του 2011 (29). Κατά τη διάρκεια του προγράμματος επαναγοράς του Δεκεμβρίου 2012, η Τράπεζα πώλησε τα νέα ΟΕΔ που έλαβε στο πλαίσιο του PSI σε τιμή σημαντικά χαμηλότερη από την ονομαστική τους αξία. Με την πώληση παγιώθηκαν οι ζημίες της Τράπεζας στα νέα ΟΕΔ.

(57)

Τα βασικά στοιχεία της Τράπεζας τον Δεκέμβριο του 2010, τον Δεκέμβριο του 2011, τον Δεκέμβριο του 2012 και τον Δεκέμβριο του 2013 (ενοποιημένα δεδομένα ανά ετήσια οικονομική κατάσταση) παρουσιάζονται στον πίνακα 5.

Πίνακας 5

Βασικά αριθμητικά στοιχεία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, 2010, 2011, 2012 και 2013  (30)

Κέρδη και ζημίες (εκατ. ευρώ)

2010

2011

2012

2013

Καθαρά έσοδα από τόκους

4 148

3 843

3 365

3 157

Συνολικά έσοδα εκμετάλλευσης

4 639

4 372

3 527

3 771

Συνολικές λειτουργικές δαπάνες

– 2 512

– 2 541

– 2 322

– 2 547

Έσοδα προ προβλέψεων

2 127

1 833

1 205

1 224

Ζημίες απομείωσης για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου

– 1 450

– 3 439

– 2 966

– 1 373

Ζημίες απομείωσης για ΟΕΔ και δάνεια επιλέξιμα στο PSI

0

– 11 783

– 187

0

Καθαρό κέρδος/ζημία

440

– 12 325

– 2 131

807

Επιλεκτικά στοιχεία για τον όγκο πωλήσεων (σε εκατ. ευρώ)

31 Δεκεμβρίου 2010

31 Δεκεμβρίου 2011

31 Δεκεμβρίου 2012

31 Δεκεμβρίου 2013

Συνολικά δάνεια και προκαταβολές σε πελάτες

77 262

71 496

69 135

67 250

Καταθέσεις

68 039

59 544

58 722

62 876

Σύνολο στοιχείων ενεργητικού

120 745

106 870

104 798

110 930

Σύνολο ιδίων κεφαλαίων (31)

10 905

– 253

– 2 042

7 874

(58)

Ο πίνακας 5 δείχνει ότι, εκτός από τις τεράστιες απώλειες που κατέγραψε το 2011 λόγω του προγράμματος PSI (11 735 εκατ. ευρώ (32)), η Τράπεζα επλήγη από μείωση εσόδων (μεταξύ άλλων και λόγω του υψηλότερου κόστους των καταθέσεων) και από τις υψηλές και αυξανόμενες ζημίες απομείωσης στα χαρτοφυλάκια χορηγήσεών της στην Ελλάδα και την αλλοδαπή. Η κατάσταση ρευστότητας της Τράπεζας επλήγη από τις εκροές καταθέσεων, αλλά ο καθαρός δείκτης χορηγήσεων προς καταθέσεις παρέμεινε σχετικά χαμηλός σε σύγκριση με άλλες ελληνικές τράπεζες (118 % στις 31 Δεκεμβρίου 2012 (33)).

(59)

Μετά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του 2013, σύμφωνα με την οποία οι κεφαλαιακές ανάγκες της Τράπεζας αποτιμήθηκαν σε 2 183 εκατ. ευρώ σύμφωνα με το βασικό σενάριο, η Τράπεζα επιδίωξε να αντλήσει κεφάλαιο 2,5 δισεκατ. ευρώ στην αγορά.

(60)

Στις 6 Μαΐου 2014 η Τράπεζα ανήγγειλε την έναρξη της άσκησης book-building (μηχανισμός καταχώρισης σε βιβλίο) (34) για ποσό ύψους 2,5 δισεκατ. ευρώ (35).

(61)

Στις 9 Μαΐου 2014 η Τράπεζα ανακοίνωσε την έκδοση και τοποθέτηση ποσού ύψους 1 136,4 εκατ. σε νέες κοινές μετοχές, στην τιμή των 2,20 ευρώ ανά μετοχή, για το σύνολο των ακαθάριστων εσόδων ύψους 2,5 δισεκατ. ευρώ (36). Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε μέσω της ακύρωσης των δικαιωμάτων προτίμησης των παλαιών μετόχων, όπως αποφασίστηκε κατά τη γενική συνέλευση των μετόχων που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2014 (37). Το ελληνικό ΤΧΣ ενέκρινε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με βάση δύο εκθέσεις αποτίμησης που εκπονήθηκαν από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες σύμφωνα με τον νόμο 3864 (38).

2.2.   Η ΕΞΑΓΟΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ

2.2.1.   Εξαγορά επιλεγμένων στοιχείων παθητικού των τριών συνεταιριστικών τραπεζών

(62)

Στις 18 Μαρτίου 2012 η Τράπεζα της Ελλάδος επισήμανε ότι οι τρεις συνεταιριστικές τράπεζες δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις επάρκειας ιδίων κεφαλαίων και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ικανές να αυξήσουν το κεφάλαιό τους. Ως εκ τούτου, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να ανακαλέσει τις άδειες λειτουργίας τους και να τις θέσει υπό εκκαθάριση.

(63)

Η Τράπεζα της Ελλάδος θεώρησε ότι η λήψη μέτρων εξυγίανσης και ιδίως ο πλειστηριασμός των καταθέσεων σύμφωνα με το πλαίσιο εξυγίανσης (άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007), καθώς και η κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού ήταν ζωτικής σημασίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταθετών που επήλθε μετά την επιτυχή έκβαση του PSI και του δεύτερου προγράμματος προσαρμογής και ότι, παρά την πρόσφατη μεταστροφή της ψυχολογίας της αγοράς, η ψυχολογία αυτή παρέμενε εύθραυστη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, στις 19 Μαρτίου 2012 το συνολικό ποσό των καταθέσεων των πελατών (με βάση τα μη ελεγμένα στοιχεία της 30ής Σεπτεμβρίου 2013) στις τρεις αυτές συνεταιριστικές τράπεζες ανερχόταν σε 325 εκατ. ευρώ περίπου.

(64)

Η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε σε διαδικασία αγοράς και ανάληψης κατά την οποία όλες οι καταθέσεις, περιλαμβανομένων και των διατραπεζικών καταθέσεων, και οι απαιτήσεις και υποχρεώσεις έναντι του ελληνικού Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (εφεξής «ΕΤΕΚΕ»), αλλά όχι τα δάνεια, θα μεταβιβάζονταν σε αγοραστή. Στις 20 Μαρτίου 2012, η Τράπεζα της Ελλάδος ζήτησε από τα πέντε μεγαλύτερα, την περίοδο εκείνη, ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να υποβάλουν τις προσφορές τους. Η Τράπεζα και τρεις άλλες τράπεζες υπέβαλαν δεσμευτικές προσφορές. Η προσφορά της Τράπεζας προκρίθηκε από πλευράς τιμήματος και απαιτούμενου χρόνου για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης. Η Τράπεζα προσφέρθηκε να καταβάλει ως τίμημα ποσό ίσο με το […] (39) % των μεταβιβαζόμενων καταθέσεων και εκτίμησε ότι η μεταβίβαση μπορούσε να ολοκληρωθεί εντός μιας εργάσιμης ημέρας.

2.2.1.1.   Συνεταιριστική Τράπεζα Λέσβου — Λήμνου (εφεξής «Τράπεζα Λέσβου-Λήμνου»)

(65)

Στις 23 Μαρτίου 2012 η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε τη μεταβίβαση στην Τράπεζα των καταθέσεων και των απαιτήσεων και υποχρεώσεων της Τράπεζας Λέσβου — Λήμνου έναντι του ΕΤΕΚΕ (40). Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (41), η εύλογη αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων παθητικού ανήλθε σε […] εκατ. ευρώ, ενώ δεν μεταβιβάστηκαν στοιχεία του ενεργητικού. Το τίμημα υπολογίστηκε (42) σε […] εκατ. ευρώ, δηλαδή […] % των μεταβιβασθεισών καταθέσεων. Το χρηματοδοτικό κενό καλύφθηκε από το ελληνικό ΤΧΣ σύμφωνα με το άρθρο 63Δ παράγραφος 13 του ν. 3601/2007. Τον Δεκέμβριο του 2013, το ελληνικό ΤΧΣ εκταμίευσε τα δύο τρίτα του συνολικού ποσού του χρηματοδοτικού κενού σε τίτλους του ελληνικού ΤΧΣ, ενώ δεσμεύτηκε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό κατά τον τελικό προσδιορισμό του χρηματοδοτικού κενού. Στις 22 Ιουνίου 2012, η Τράπεζα της Ελλάδος προσδιόρισε ότι το τελικό χρηματοδοτικό κενό της Τράπεζας Λέσβου -Λήμνου ανερχόταν σε 56,6 εκατ. ευρώ. Το ελληνικό ΤΧΣ κάλυψε το μη εκταμιευθέν μέρος του χρηματοδοτικού κενού στις 20 Ιουλίου 2012.

(66)

Κατά τον χρόνο εξυγίανσής της, η Τράπεζα Λέσβου — Λήμνου απασχολούσε 37 άτομα και διέθετε 3 υποκαταστήματα. Η Τράπεζα δεν εξαγόρασε υποκαταστήματα της Τράπεζας Λέσβου — Λήμνου και οι υπάλληλοί της απολύθηκαν.

2.2.1.2.   Συνεταιριστική τράπεζα Αχαΐας (εφεξής «τράπεζα Αχαΐας»)

(67)

Στις 23 Μαρτίου 2012 η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε τη μεταβίβαση στην Τράπεζα των καταθέσεων και των απαιτήσεων και υποχρεώσεων της τράπεζας Αχαΐας έναντι του ΕΤΕΚΕ (43). Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (44), η εύλογη αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων παθητικού ανήλθε σε […] εκατ. ευρώ, ενώ δεν μεταβιβάστηκαν στοιχεία του ενεργητικού. Το τίμημα υπολογίστηκε (45) σε […] εκατ. ευρώ, δηλαδή […] % του κεφαλαίου των μεταβιβασθεισών καταθέσεων. Το χρηματοδοτικό κενό καλύφθηκε από το ελληνικό ΤΧΣ σύμφωνα με το άρθρο 63Δ παράγραφος 13 του ν. αριθ. 3601/2007. Τον Δεκέμβριο του 2013, το ελληνικό ΤΧΣ εκταμίευσε τα δύο τρίτα του συνολικού ποσού του χρηματοδοτικού κενού σε τίτλους του ελληνικού ΤΧΣ, ενώ δεσμεύτηκε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό κατά τον τελικό προσδιορισμό του χρηματοδοτικού κενού. Στις 22 Ιουνίου 2012, η Τράπεζα της Ελλάδος προσδιόρισε ότι το τελικό χρηματοδοτικό κενό της τράπεζας Αχαΐας ανερχόταν σε 212,9 εκατ. ευρώ. Το ελληνικό ΤΧΣ κάλυψε το μη εκταμιευθέν μέρος του χρηματοδοτικού κενού στις 20 Ιουλίου 2012.

(68)

Κατά τον χρόνο εξυγίανσής της, η τράπεζα Αχαΐας απασχολούσε 103 άτομα και διέθετε 13 υποκαταστήματα. Η Τράπεζα δεν εξαγόρασε υποκαταστήματα της τράπεζας Αχαΐας και οι υπάλληλοί της απολύθηκαν.

2.2.1.3.   Συνεταιριστική τράπεζα Λαμίας (εφεξής «τράπεζα Λαμίας»)

(69)

Στις 23 Μαρτίου 2012 η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε τη μεταβίβαση στην Τράπεζα των καταθέσεων και των απαιτήσεων και υποχρεώσεων της τράπεζας Λαμίας έναντι του ΕΤΕΚΕ (46). Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η εύλογη αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων παθητικού ανήλθε σε […] εκατ. ευρώ, ενώ δεν μεταβιβάστηκαν στοιχεία ενεργητικού. Το τίμημα υπολογίστηκε (47) σε […] εκατ. ευρώ, δηλαδή […] % του κεφαλαίου των μεταβιβασθεισών καταθέσεων. Το χρηματοδοτικό κενό καλύφθηκε από το ελληνικό ΤΧΣ σύμφωνα με το άρθρο 63Δ παράγραφος 13 του ν. 3601/2007. Τον Δεκέμβριο του 2013, το ελληνικό ΤΧΣ εκταμίευσε τα δύο τρίτα του συνολικού ποσού του χρηματοδοτικού κενού σε τίτλους του ελληνικού ΤΧΣ, ενώ δεσμεύτηκε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό κατά τον τελικό προσδιορισμό του χρηματοδοτικού κενού. Στις 22 Ιουνίου 2012, η Τράπεζα της Ελλάδος προσδιόρισε το τελικό χρηματοδοτικό κενό της Τράπεζας Δωδεκανήσου σε 56,3 εκατ. ευρώ. Το ελληνικό ΤΧΣ κάλυψε το μη εκταμιευθέν μέρος του χρηματοδοτικού κενού στις 20 Ιουλίου 2012.

(70)

Κατά τον χρόνο εξυγίανσής της, η τράπεζα Λαμίας απασχολούσε 47 άτομα και διέθετε 5 υποκαταστήματα. Η Τράπεζα δεν εξαγόρασε υποκαταστήματα της τράπεζας Λαμίας και οι υπάλληλοί της απολύθηκαν.

(71)

Τα βασικά στοιχεία των τριών συνεταιριστικών τραπεζών παρουσιάζονται στον πίνακα 6.

Πίνακας 6

Τελικά χρηματοδοτικά κενά των τριών συνεταιριστικών τραπεζών

 

Τελικό χρηματοδοτικό κενό

(σε εκατ. ευρώ)

Τράπεζα Λέσβου-Λήμνου

56,6

Τράπεζα Αχαΐας

212,9

Τράπεζα Λαμίας

56,3

Σύνολο

325,8

Πηγές: Αποφάσεις 3/1, 3/2, 3/3 της 22ας Ιουνίου 2012 της επιτροπής μέτρων εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος.

2.2.2.   Απόκτηση επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της First Business Bank

(72)

Η FB Bank ήταν μικρή τράπεζα με συνολικό ισολογισμό ύψους 1,4 δισεκατ. ευρώ κατά τον χρόνο της εξυγίανσής της και με μερίδιο αγοράς κατώτερο του 1 % σε δάνεια και καταθέσεις. Στις 31 Δεκεμβρίου 2012 η FB Bank διέθετε 19 υποκαταστήματα σε ολόκληρη την Ελλάδα και απασχολούσε 260 εργαζομένους.

(73)

Στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών η FB Bank έλαβε i) εισφορά κεφαλαίου ύψους 50 εκατ. ευρώ από το ελληνικό κράτος τον Ιούλιο του 2009, ii) τίτλους του ελληνικού Δημοσίου αξίας 60 εκατ. ευρώ τον Μάιο του 2012 (48) και iii) κρατική εγγύηση για την έκδοση ομολόγων ονομαστικής αξίας 50 εκατ. ευρώ τον Μάρτιο του 2011.

(74)

Η FB Bank συμμετείχε στο πρόγραμμα PSI, ανταλλάσσοντας ΟΕΔ ονομαστικής αξίας 70 εκατ. ευρώ. Όπως εμφαίνεται στον πίνακα 2, οι συνολικές της επιβαρύνσεις στο πλαίσιο του PSI ανήλθαν περίπου σε 49 εκατ. ευρώ προ φόρων. Όπως εμφαίνεται στον πίνακα 3, οι κεφαλαιακές ανάγκες της FB Bank αποτιμήθηκαν σε 168 εκατ. ευρώ κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του 2012.

Εξαγορά της First Business Bank

(75)

Στις 8 Νοεμβρίου 2012 η Τράπεζα της Ελλάδος ζήτησε από την FB Bank να ολοκληρώσει την αύξηση κεφαλαίου έως τις 30 Απριλίου 2013 ούτως ώστε να αποκατασταθεί ο δείκτης κυρίων βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1.

(76)

Δεδομένου ότι η FB Bank δεν κατόρθωσε να αυξήσει το απαιτούμενο κεφάλαιο έως τις 30 Απριλίου 2013, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να προβεί στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας της FB Bank και να τη θέσει υπό εκκαθάριση.

(77)

Η Τράπεζα της Ελλάδος θεώρησε ότι η λήψη μέτρων εξυγίανσης μέσω της διαδικασίας αγοράς και ανάληψης, ειδικότερα η κάλυψη του σχετικού χρηματοδοτικού κενού και η συναφής κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών που σχετίζονταν με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού, είχε ζωτική σημασία για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των καταθετών στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και, ως εκ τούτου, για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτίμησε ότι, στις 31 Δεκεμβρίου 2012, το συνολικό ποσό των καταθέσεων των πελατών της FB Bank ανερχόταν περίπου σε 1 278 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων μόνο 830 εκατ. ευρώ ήταν εγγυημένα από το ΕΤΕΚΕ. Συνεπώς, αν η FB Bank είχε τεθεί σε εκκαθάριση χωρίς την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, θα είχαν μείνει ακάλυπτες καταθέσεις ύψους 448 εκατ. ευρώ περίπου.

(78)

Γι' αυτούς τους λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε στον πλειστηριασμό των επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της FB Bank, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων. Ωστόσο, η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων της FB Bank θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω κεφαλαιακές ανάγκες για τον αγοραστή και, ως εκ τούτου, καμία τράπεζα δεν θα δεχόταν να εξαγοράσει τα επιλεγμένα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού. Η Τράπεζα της Ελλάδος, στην επιστολή της προς το ελληνικό ΤΧΣ στις 8 Μαΐου 2013, ανέφερε ότι έκρινε σκόπιμο να καλύψει το ελληνικό ΤΧΣ τις εν λόγω κεφαλαιακές ανάγκες, στο πλαίσιο του κόστους της εξυγίανσης. Στην τελική δεσμευτική προσφορά της στις 10 Μαΐου 2013, η Τράπεζα ζήτησε να καλυφθούν από το ελληνικό ΤΧΣ οι κεφαλαιακές ανάγκες που θα δημιουργούνταν από την απόκτηση των μεταβιβασθέντων από την FB Bank στοιχείων ενεργητικού. Το ύψος των εν λόγω κεφαλαιακών αναγκών ανερχόταν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, σε 100 εκατ. ευρώ περίπου κατά τον χρόνο της εξυγίανσης (49).

(79)

Στις 8 Μαΐου 2013 μόνον η Τράπεζα και μία ακόμη τράπεζα υπέβαλαν μη δεσμευτικές προσφορές. Οι προσφορές αμφότερων των τραπεζών στηρίζονταν στην παραδοχή ότι το ελληνικό ΤΧΣ θα κάλυπτε το χρηματοδοτικό κενό και τις κεφαλαιακές ανάγκες που συνδέονταν με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού. Στις 10 Μαΐου 2013 η Τράπεζα υπέβαλε την τελική της προσφορά. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να μεταβιβάσει τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της FB Bank στην Τράπεζα, η προσφορά της οποίας προκρίθηκε.

(80)

Τα δάνεια πελατών (εκτός από τα μονίμως καθυστερούμενα) και τα περισσότερα ταμειακά υπόλοιπα, καθώς και τα άυλα περιουσιακά στοιχεία και η υπεραξία, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, οι συμβάσεις μίσθωσης ή αγοράς ακινήτων, οι διατραπεζικές υποχρεώσεις και οι καταθέσεις πελατών μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα.

(81)

Σύμφωνα με την αρχική αξιολόγηση της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον χρόνο της εξυγίανσης (50), η αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν από την FB Bank στην Τράπεζα είχε αποτιμηθεί σε 1 402 εκατ. ευρώ, ενώ η αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού αποτιμήθηκε σε 878 εκατ. ευρώ, η δε διαφορά των δύο ποσών είναι το χρηματοδοτικό κενό ύψους 524 εκατ. ευρώ. Το χρηματοδοτικό κενό καλύφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 63Δ παράγραφος 13 του νόμου 3601/2007 από το ελληνικό ΤΧΣ, το οποίο στις 28 Ιουνίου 2013 εκταμίευσε τα δύο τρίτα του εκτιμώμενου χρηματοδοτικού κενού, ήτοι 349,6 εκατ. ευρώ. Μετά την ολοκλήρωση του υπολογισμού του χρηματοδοτικού κενού από την Τράπεζα της Ελλάδος στις 7 Νοεμβρίου 2013 (51) σε 457 εκατ. ευρώ, στις 13 Νοεμβρίου 2013 (52) το ελληνικό ΤΧΣ κατέβαλε στην Τράπεζα το υπόλοιπο ύψους 107,4 εκατ. ευρώ.

2.2.3.   Απόκτηση επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της Probank

(82)

Στις 31 Μαρτίου 2013 η ProBank διέθετε δίκτυο 112 υποκαταστημάτων ανά την Ελλάδα και απασχολούσε 1 087 άτομα (53).

(83)

Ο ισολογισμός της ProBank ανερχόταν περίπου σε 3,2 δισεκατ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2013 (54). Στις 31 Μαρτίου 2013 η Probank είχε μερίδιο αγοράς 1,1 % σε δάνεια και 1,7 % σε καταθέσεις.

(84)

Η Τράπεζα συμμετείχε στο πρόγραμμα PSI, ανταλλάσσοντας ΟΕΔ ονομαστικής αξίας 415 εκατ. ευρώ. Όπως εμφαίνεται στον πίνακα 2, οι συνολικές της επιβαρύνσεις στο πλαίσιο του PSI ανήλθαν περίπου σε 295 εκατ. ευρώ προ φόρων. Όπως εμφαίνεται στον πίνακα 3, οι κεφαλαιακές ανάγκες της Probank εκτιμήθηκαν σε 282 εκατ. ευρώ κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του 2012.

Εξαγορά της Probank

(85)

Στις 26 Οκτωβρίου 2012 η Τράπεζα της Ελλάδος ζήτησε από την ProBank να αυξήσει το κεφάλαιό της κατά 282 εκατ. ευρώ.

(86)

Δεδομένου ότι η Probank δεν κατόρθωσε να αυξήσει το κεφάλαιό της, τον Ιούλιο του 2013 η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να προβεί στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας της και να τη θέσει υπό εκκαθάριση (55). Πιο συγκεκριμένα, τα ίδια κεφάλαια της ProBank ήταν αρνητικά και εκτιμήθηκαν σε περίπου -16 εκατ. ευρώ με βάση στοιχεία της 31ης Μαρτίου 2013 σε ενοποιημένη βάση. Ως εκ τούτου, η ProBank δεν πληρούσε τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις της και τα ίδια κεφάλαιά της ήταν χαμηλότερα από το ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο για οποιαδήποτε τράπεζα, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4 στοιχείο α) του Ν. 3601/2007.

(87)

Η Τράπεζα της Ελλάδος θεώρησε ότι τα μέτρα εξυγίανσης ήταν ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των καταθετών στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και, κατά συνέπεια, για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, στις 31 Μαρτίου 2013 το συνολικό ποσό των καταθέσεων των πελατών της ProBank ανερχόταν περίπου σε 3 123 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων μόνο 1 998 εκατ. ευρώ ήταν εγγυημένα από το ΕΤΕΚΕ. Συνεπώς, αν η Probank είχε τεθεί υπό εκκαθάριση χωρίς την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, θα είχαν μείνει ακάλυπτες καταθέσεις ύψους 1 125 εκατ. ευρώ περίπου.

(88)

Γι' αυτούς τους λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε στον πλειστηριασμό επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της ProBank, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων. Ωστόσο, η απόκτηση στοιχείων ενεργητικού της ProBank θα μπορούσε να έχει προκαλέσει περαιτέρω κεφαλαιακές ανάγκες για τον αγοραστή και, ως εκ τούτου, καμία τράπεζα δεν θα δεχόταν να εξαγοράσει τα επιλεγμένα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού. Ως εκ τούτου, στην τελική δεσμευτική προσφορά της στις 25 Ιουλίου 2013, η Τράπεζα ζήτησε να καλυφθούν από το ελληνικό ΤΧΣ οι κεφαλαιακές ανάγκες που προέκυψαν από την εξαγορά των μεταβιβασθέντων από την ProBank στοιχείων ενεργητικού. Η αιτούμενη δέσμευση να καλυφθούν οι εν λόγω κεφαλαιακές ανάγκες ελήφθη υπόψη από το ελληνικό ΤΧΣ κατά την αξιολόγηση των προσφορών που υποβλήθηκαν. Το ποσό των εν λόγω κεφαλαιακών αναγκών εκτιμήθηκε σε [180 έως 280] εκατ. ευρώ (56).

(89)

Στις 24 Ιουλίου 2013 μια άλλη μεγάλη ελληνική τράπεζα υπέβαλε σχέδιο προσφοράς και στις 25 Ιουλίου 2013 η Τράπεζα υπέβαλε τη δική της προσφορά. Οι προσφορές αμφότερων των τραπεζών στηρίζονταν στην παραδοχή ότι το ελληνικό ΤΧΣ θα κάλυπτε το χρηματοδοτικό κενό καθώς και τις κεφαλαιακές ανάγκες που δημιουργούσαν τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να μεταβιβάσει τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της ProBank στην Τράπεζα, η προσφορά της οποίας προκρίθηκε.

(90)

Τα δάνεια πελατών (εκτός από τα μονίμως καθυστερούμενα) και τα περισσότερα ταμειακά υπόλοιπα, καθώς και τα άυλα περιουσιακά στοιχεία και η υπεραξία, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, οι συμβάσεις μίσθωσης ή αγοράς ακινήτων, οι διατραπεζικές υποχρεώσεις και οι καταθέσεις πελατών μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα.

(91)

Σύμφωνα με την αρχική αξιολόγηση της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον χρόνο της εξυγίανσης (57), η αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν από την ProBank στην Τράπεζα αποτιμήθηκε σε 3 198,9 εκατ. ευρώ, ενώ η αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού εκτιμήθηκε σε 2 961,4 εκατ. ευρώ, η δε διαφορά των δύο ποσών είναι το χρηματοδοτικό κενό ύψους 237,6 εκατ. ευρώ. Το χρηματοδοτικό κενό καλύφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 63Δ παράγραφος 13 του νόμου 3601/2007 από το ελληνικό ΤΧΣ, το οποίο στις 9 Αυγούστου 2013 εκταμίευσε τα δύο τρίτα του εκτιμώμενου χρηματοδοτικού κενού, ήτοι 158,4 εκατ. ευρώ. Το χρηματοδοτικό κενό, ο υπολογισμός του οποίου ολοκληρώθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος στις 30 Δεκεμβρίου 2013, ανήλθε σε 562,7 ευρώ (58). Στις 31 Δεκεμβρίου 2013, το ΕΤΧΣ κατέβαλε τοις μετρητοίς στην Τράπεζα το υπόλοιπο των 404,4 εκατ. ευρώ (59).

2.3.   ΤΑ ΜΈΤΡΑ ΕΝΊΣΧΥΣΗΣ

2.3.1   Μέτρα ενίσχυσης που χορηγήθηκαν στην Τράπεζα στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών (μέτρα L1 και A)

(92)

Η Τράπεζα έλαβε ενισχύσεις διαφόρων μορφών στο πλαίσιο του μέτρου ανακεφαλαιοποίησης, του μέτρου εγγυήσεων και του μέτρου ομολογιακών δανείων του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών.

2.3.1.1.   Κρατική στήριξη της ρευστότητας που χορηγήθηκε βάσει των μέτρων εγγυήσεων και κρατικών ομολογιακών δανείων (μέτρο L1)

(93)

Η Τράπεζα έχει επωφεληθεί και εξακολουθεί να επωφελείται από ενισχύσεις στο πλαίσιο των μέτρων εγγυήσεων και κρατικών ομολογιακών δανείων. Οι εν λόγω ενισχύσεις περιγράφονται στην παρούσα απόφαση ως «μέτρο L1». Στις 30 Νοεμβρίου 2013 (60), οι χορηγηθείσες στην Τράπεζα εγγυήσεις ανέρχονταν περίπου σε 14,8 δισεκατ. ευρώ. Κατά την ημερομηνία αυτή, τα εκκρεμή δάνεια των κρατικών ομολόγων στην Τράπεζα ανέρχονταν σε 847 εκατ. ευρώ. Στις 15 Απριλίου 2011, η Τράπεζα είχε λάβει δάνεια κρατικών ομολόγων συνολικού ύψους 787 εκατ. ευρώ και κρατικές εγγυήσεις ύψους 12,9 δισεκατ. ευρώ.

(94)

Στο σχέδιο αναδιάρθρωσης της Τράπεζας που υπέβαλαν οι ελληνικές αρχές στις 25 Ιουνίου 2014 στην Επιτροπή, οι ελληνικές αρχές δήλωσαν την πρόθεσή τους να συνεχίσουν, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναδιάρθρωσης, τη χορήγηση εγγυήσεων και κρατικών ομολογιακών δανείων στην Τράπεζα στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών.

2.3.1.2.   Κρατική ανακεφαλαιοποίηση που χορηγήθηκε στο πλαίσιο του μέτρου ανακεφαλαιοποίησης (μέτρο Α)

(95)

Τον Μάιο του 2009 και τον Δεκέμβριο του 2011, η Τράπεζα έλαβε από την Ελλάδα, στο πλαίσιο του μέτρου ανακεφαλαιοποίησης, εισφορές κεφαλαίου ύψους 350 εκατ. ευρώ και 1 000 εκατ. ευρώ αντιστοίχως, δηλαδή συνολικά 1 350 εκατ. ευρώ (μέτρο Α), που αντιστοιχούν περίπου στο 2 % των περιουσιακών στοιχείων σταθμισμένου κινδύνου (εφεξής «ΠΣΣΚ») της Τράπεζας κατά την εν λόγω χρονική στιγμή.

(96)

Η ανακεφαλαιοποίηση είχε τη μορφή προνομιούχων μετοχών που αναλήφθηκαν από το ελληνικό Δημόσιο με τοκομερίδιο 10 % και ληκτότητα πέντε ετών. Το 2010 η διάρκεια των προνομιούχων μετοχών παρατάθηκε και η αμοιβή τους αυξήθηκε. Από τη λήξη της αρχικής πενταετούς περιόδου, αν οι προνομιούχες μετοχές δεν εξαγοραστούν και δεν ληφθεί απόφαση από τη γενική συνέλευση των μετόχων όσον αφορά την εξαγορά των μετοχών αυτών, ο υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας θα αυξήσει το τοκομερίδιο κατά 2 % ετησίως σε σωρευτική βάση (δηλαδή τοκομερίδιο 12 % για το έκτο έτος, 14 % για το έβδομο έτος κ.λπ…).

2.3.2.   Επείγουσα παροχή ρευστότητας (ΕΠΡ) με την εγγύηση του Δημοσίου (μέτρο L2)

(97)

Η ΕΠΡ είναι έκτακτο μέτρο που επιτρέπει σε ένα φερέγγυο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, που αντιμετωπίζει προσωρινά προβλήματα ρευστότητας να λάβει χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα, χωρίς η πράξη αυτή να εντάσσεται στην ενιαία νομισματική πολιτική. Το επιτόκιο που καταβάλλει αυτό το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα για την ΕΠΡ είναι κατά […] μονάδες βάσης υψηλότερο από το επιτόκιο που καταβάλλει για την τακτική αναχρηματοδότηση από την ΕΚΤ.

(98)

Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι αρμόδια για το πρόγραμμα ΕΠΡ, πράγμα που σημαίνει ότι αναλαμβάνει το κόστος και τους κινδύνους που απορρέουν από τη χορήγηση της ΕΠΡ (61). Το ελληνικό Δημόσιο χορήγησε στην Τράπεζα της Ελλάδος κρατική εγγύηση η οποία καλύπτει το συνολικό ποσό της ΕΠΡ που χορηγεί η Τράπεζα της Ελλάδος. Η θέσπιση του άρθρου 50 παράγραφος 7 του νόμου 3943/2011, με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 65 παράγραφος 1 του νόμου 2362/1995, επέτρεψε στο Υπουργείο Οικονομικών να χορηγεί εγγυήσεις προς την Τράπεζα της Ελλάδος εξ ονόματος του Δημοσίου ούτως ώστε να διασφαλιστούν οι απαιτήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος έναντι των πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι τράπεζες που λαμβάνουν ΕΠΡ οφείλουν να καταβάλλουν στο κράτος τέλη εγγύησης ύψους […] μονάδων βάσης.

(99)

Στις 31 Ιανουαρίου 2012, η Τράπεζα είχε λάβει ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου ύψους 8,6 δισεκατ. ευρώ (62), ενώ στις 31 Δεκεμβρίου 2012 η Τράπεζα είχε λάβει ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου ύψους 30,9 δισεκατ. ευρώ (63).

2.3.3   Μέτρα ενίσχυσης που χορηγήθηκαν στην Τράπεζα μέσω του ελληνικού ΤΧΣ (μέτρα B1, B2 και B3)

(100)

Μετά το 2012 η Τράπεζα έχει επωφεληθεί από διάφορα μέτρα κεφαλαιακής ενίσχυσης που χορηγήθηκαν από το ελληνικό ΤΧΣ. Ο πίνακας 7 παρέχει επισκόπηση αυτών των μέτρων ενίσχυσης.

Πίνακας 7

Μέτρα ενίσχυσης που χορηγήθηκαν στην Τράπεζα μέσω του ελληνικού ΤΧΣ

 

1η προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση — Μάιος 2012 (εκατ. ευρώ)

2η προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση — Δεκέμβριος 2012 (εκατ. ευρώ)

Ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013 — Μάιος 2013 (εκατ. ευρώ)

Μέτρο

Β1

Β2

Β3

Ποσό

(σε εκατ. ευρώ)

7 430

2 326

8 677

2.3.3.1.   Η πρώτη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση (μέτρο Β1)

(101)

Οι αιτιολογικές σκέψεις 14 έως 33 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας για την ΕΤΕ παρέχουν λεπτομερή περιγραφή της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης του Μαΐου (64) 2012 (μέτρο Β1). Το πλαίσιο και τα κύρια χαρακτηριστικά του εν λόγω μέτρου παρατίθενται στο παρόν τμήμα.

(102)

Στις 20 Απριλίου 2012, το ελληνικό ΤΧΣ απέστειλε στην Τράπεζα επιστολή με την οποία δεσμευόταν να συμμετάσχει σε προγραμματισθείσα αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας για ποσό ύψους έως 6,9 δισεκατ. ευρώ.

(103)

Στο πλαίσιο του μέτρου Β1, στις 28 Μαΐου 2012 το ελληνικό ΤΧΣ μεταβίβασε στην Τράπεζα ομόλογα του EFSF (ευρωπαϊκού ΤΧΣ) αξίας 7,4 δισεκατ. ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις περί προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης που ορίζονται στον νόμο 3864/2010 για την ίδρυση του ελληνικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (εφεξής «νόμος για το ελληνικό ΤΧΣ»). Η Επιτροπή έχει ήδη αποφανθεί, στην αιτιολογική σκέψη (50) της απόφασης κίνησης της διαδικασίας για την ΕΤΕ ότι «η προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση που οριστικοποιήθηκε στις 28 Μαΐου 2012 είναι η εκπλήρωση της αναληφθείσας υποχρέωσης στην επιστολή δέσμευσης και, ως εκ τούτου αποτελεί συνέχεια της ίδιας ενίσχυσης». Τα ποσά που προβλέπονταν τόσο στην επιστολή δέσμευσης όσο και στην πρώτη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση υπολογίστηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η Τράπεζα είχε συνολικό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 8 % στις 31 Δεκεμβρίου 2011, ημερομηνία της αναδρομικής λογιστικής καταχώρισης της προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης στα αρχεία της Τράπεζας. Όπως προκύπτει από τον πίνακα 3, το μέτρο Β1 δεν κάλυπτε πλήρως τις κεφαλαιακές ανάγκες που διαπιστώθηκαν κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του 2012. Η Τράπεζα εικαζόταν ότι θα αντλήσει το κεφάλαιο μέσω μελλοντικής αύξησης κεφαλαίου και ότι σκοπός της προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης ήταν μόνον η διατήρηση του δικαιώματος χρηματοδότησης της Τράπεζας από την ΕΚΤ έως ότου πραγματοποιηθεί η εν λόγω αύξηση κεφαλαίου.

(104)

Για το διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης και της ημερομηνίας μετατροπής της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης σε κοινές μετοχές και άλλα χρηματοοικονομικά μέσα, η συμφωνία προεγγραφής μεταξύ της Τράπεζας και του ελληνικού ΤΧΣ όριζε ότι η Τράπεζα έπρεπε να καταβάλλει στο ελληνικό ΤΧΣ ετήσια προμήθεια 1 % επί της ονομαστικής αξίας των τίτλων του ΕΤΧΣ, ενώ τυχόν πληρωμές τοκομεριδίων και δεδουλευμένοι τόκοι για τους τίτλους του ΕΤΧΣ για την περίοδο αυτή θα υπολογίζονταν ως πρόσθετη εισφορά κεφαλαίου από το ελληνικό ΤΧΣ στην Τράπεζα (65).

2.3.3.2.   Η δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση (μέτρο Β2)

(105)

Η Τράπεζα κατέγραψε πρόσθετες ζημίες το φθινόπωρο του 2012. Ως εκ τούτου, το κεφάλαιό της μειώθηκε εκ νέου κάτω από το επίπεδο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων που θα της επέτρεπαν να διατηρήσει το δικαίωμα αναχρηματοδότησής της από την ΕΚΤ.

(106)

Το γεγονός αυτό κατέστησε αναγκαία τη δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση. Στις 21 Δεκεμβρίου 2012 το ελληνικό ΤΧΣ προέβη σε δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση ύψους 2 326 εκατ. ευρώ (μέτρο Β2), η οποία πραγματοποιήθηκε και πάλι με τη μεταβίβαση ομολόγων του ΕΤΧΣ στην Τράπεζα.

(107)

Το σύνολο των δύο προσωρινών ανακεφαλαιοποιήσεων (μέτρα Β1 και Β2) σήμαινε ότι οι συνολικές κεφαλαιακές ανάγκες που είχαν προσδιοριστεί κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του 2012 (9,76 δισεκατ. ευρώ (66)) είχαν ήδη εκταμιευθεί από το ελληνικό ΤΧΣ στις 21 Δεκεμβρίου 2012.

2.3.3.3.   Συμμετοχή του ελληνικού ΤΧΣ στην ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013 (μέτρο Β4)

(108)

Στις 22 Μαΐου 2013 το διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας ανακοίνωσε την έκδοση 2 274,1 εκατ. νέων μετοχών ονομαστικής αξίας 0,30 ευρώ στην τιμή των 4,29 ευρώ ανά μετοχή (67).

(109)

Στις 21 Ιουνίου 2013 (68) η Τράπεζα ανακοίνωσε την πλήρη καταβολή της συνολικής αύξησης των μετοχών για συνολικό ποσό ύψους 9 756 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των ποσών των πριμοδοτήσεων. Η συνολική ιδιωτική συμμετοχή στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας ανήλθε σε 1 079 εκατ. ευρώ (69). Η συμμετοχή του ελληνικού ΤΧΣ στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας ανήλθε, συνεπώς, σε 8 677 εκατ. ευρώ (μέτρο Β3).

(110)

Το ποσό αυτό ισούται με το άθροισμα των μέτρων Β1 και Β2, μετά την αφαίρεση του ποσού της ιδιωτικής συμμετοχής. Με την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας, η πρώτη και η δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση (μέτρα Β1 και Β2) μετατράπηκαν εν μέρει σε μόνιμη ανακεφαλαιοποίηση.

(111)

Η τιμή των νέων μετοχών καθορίστηκε στο 50 % της μέσης χρηματιστηριακής τιμής σταθμισμένης με τον ημερήσιο όγκο των συναλλαγών κατά τις τελευταίες 50 ημέρες διαπραγμάτευσης που προηγήθηκαν του καθορισμού της τιμής της προσφοράς. Ως αποτέλεσμα της σύμπτυξης του αριθμού των μετοχών (reverse split) και της μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας, που αποφασίστηκαν κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων στις 29 Απριλίου 2012 (70), η τιμή των νέων μετοχών ορίστηκε σε 4,29 ευρώ ανά μετοχή.

(112)

Αμέσως μετά την ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013, το ελληνικό ΤΧΣ κατέστη ο σημαντικότερος μέτοχος της Τράπεζας με μερίδιο 84,39 % (71). Το ελληνικό ΤΧΣ εξέδωσε 245 779,6 εκατ. δικαιώματα αγοράς μετοχών (warrants) και διέθεσε στους ιδιώτες επενδυτές ένα δικαίωμα για κάθε μετοχή στην οποία έγινε προεγγραφή, χωρίς αντίτιμο (72). Κάθε δικαίωμα κτήσης μετοχών εμπεριέχει το δικαίωμα αγοράς 8,23 μετοχών του ελληνικού ΤΧΣ, σε καθορισμένη συχνότητα και τιμές άσκησης. Η πρώτη ημερομηνία άσκησης δικαιώματος είναι η 26η Δεκεμβρίου 2013, και στη συνέχεια τα δικαιώματα αγοράς μπορούν να ασκούνται κάθε έξι μήνες έως τις 26 Δεκεμβρίου 2017. Η τιμή άσκησης δικαιώματος ισούται με την τιμή εγγραφής των 4,29 ευρώ προσαυξημένη κατά ετήσιο επιτόκιο (4 % για το πρώτο έτος, 5 % για το δεύτερο έτος, 6 % για το τρίτο έτος, 7 % για το τέταρτο έτος και 8 % σε ετήσια βάση κατά το τελευταίο εξάμηνο) (73).

(113)

Ο νόμος για το ελληνικό ΤΧΣ, όπως τροποποιήθηκε το 2014, προβλέπει ότι μόνον οι τιμές άσκησης δικαιώματος μπορούν να προσαρμοστούν σε περίπτωση έκδοσης δικαιωμάτων. Επιπλέον, η προσαρμογή πρέπει να πραγματοποιείται εκ των υστέρων και μόνο μέχρι το ύψος των πραγματοποιηθέντων εσόδων από την πώληση των δικαιωμάτων προτίμησης του ελληνικού ΤΧΣ. Δεν προβλέπεται καμία προσαρμογή σε περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου χωρίς δικαίωμα προτίμησης.

2.3.4.   Μέτρα ενίσχυσης για την εξαγορασθείσα επιχείρηση

2.3.4.1.   Κρατική στήριξη προς τις τρεις συνεταιριστικές τράπεζες

(114)

Όπως ήδη αναφέρθηκε στο τμήμα 2.2.1, τα χρηματοδοτικά κενά της Τράπεζας Λέσβου — Λήμνου, της τράπεζας Αχαΐας και της τράπεζας Λαμίας, ύψους 56,6 εκατ. ευρώ, 212,9 εκατ. ευρώ και 56,3 εκατ. ευρώ αντίστοιχα, καλύφθηκαν από το ελληνικό ΤΧΣ. Ως εκ τούτου, το συνολικό ύψος των χρηματοδοτικών κενών ανήλθε σε 325,8 εκατ. ευρώ.

2.3.4.2.   Μέτρα ενίσχυσης στην FB Bank

(115)

Από το 2009, η FB Bank έχει επωφεληθεί από διάφορα μέτρα ενίσχυσης. Ο πίνακας 8 παρέχει επισκόπηση αυτών των μέτρων ενίσχυσης.

Πίνακας 8

Επισκόπηση των μέτρων ενίσχυσης στην FB Bank

Δικαιούχος της ενίσχυσης

Μέτρο

Περιγραφή

Οντότητα που χορήγησε την ενίσχυση

Ημερομηνία

Ποσό κρατικής ενίσχυσης (σε εκατ. ευρώ)

Δραστηριότητες της FB Bank

FB1

Προνομιούχες μετοχές που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών

Κράτος

Ιούλιος 2009

50

FB2

Δανεισμός ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών

Κράτος

Από τον Ιανουάριο του 2009

60

FB3

Κρατική εγγύηση για την έκδοση ομολόγων στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών

Κράτος

Μάρτιος 2011

50

FB4

Κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού για τα στοιχεία ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα από την FB Bank

Ελληνικό ΤΧΣ

10.5.2013

(Ημερομηνία της εξυγίανσης)

456,97

FB5

Δέσμευση κάλυψης των κεφαλαιακών αναγκών σχετικά με τα μεταβιβασθέντα στην Τράπεζα στοιχεία ενεργητικού της FB Bank

Ελληνικό ΤΧΣ

10.5.2013

(Ημερομηνία της εξυγίανσης)

100

 

Συνολικό ποσό FB4 και FB5

 

 

556,97

2.3.4.2.1.   Κρατική ανακεφαλαιοποίηση που έλαβε η FB Bank (μέτρο FB B1)

(116)

Τον Ιούλιο του 2009, η Ελλάδα εισέφερε 50 εκατ. ευρώ στην FB Bank, ποσό που ισοδυναμούσε περίπου με το 3 % των ΠΣΣΚ τη δεδομένη χρονική στιγμή. Η εν λόγω εισφορά κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε βάσει του μέτρου ανακεφαλαιοποίησης, που εντάσσεται στο καθεστώς στήριξης των ελληνικών τραπεζών. Η ανακεφαλαιοποίηση έγινε υπό μορφή προνομιούχων μετοχών.

2.3.4.2.2.   Κρατική ενίσχυση ρευστότητας που έλαβε η FB Bank (μέτρα FB2 και FB3)

(117)

Η FB Bank επωφελήθηκε επίσης από τα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας βάσει των μέτρων εγγύησης και ομολογιακών δανείων του Δημοσίου που αποτελούν μέρος του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών. Τον Ιανουάριο του 2009, η FB Bank έλαβε τίτλους του ελληνικού Δημοσίου ύψους 60 εκατ. ευρώ, οι οποίοι έληγαν τον Δεκέμβριο του 2011 (μέτρο FB2). Τον Μάιο του 2012, έλαβε τίτλους του ελληνικού δημοσίου συνολικού ύψους 60 εκατ. ευρώ, οι οποίοι θεωρητικά έληγαν τον Απρίλιο του 2015, αλλά ακυρώθηκαν στις 23 Μαΐου 2013 (μέτρο FB3) (74). Τον Μάρτιο του 2011, η FB Bank έλαβε επίσης κρατική εγγύηση για την έκδοση ομολόγων ονομαστικής αξίας 50 εκατ. ευρώ.

2.3.4.2.3   Μέτρα που σχετίζονται με την εξυγίανση της FB Bank (μέτρα FB4 και FB5)

i)   κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν από την FB Bank στην Τράπεζα για ποσό ύψους 456,97 εκατ. ευρώ (μέτρο FB4)

(118)

Το ελληνικό ΤΧΣ κάλυψε το χρηματοδοτικό κενό (75) των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα από την FB Bank. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος της 10ης Μαΐου και της 7ης Νοεμβρίου 2013, το ελληνικό ΤΧΣ κατέβαλε το συνολικό ποσό των 456.97 εκατ. ευρώ σε δύο δόσεις, στις 26 Ιουλίου και στις 13 Νοεμβρίου 2013 (76).

ii)   δέσμευση του ελληνικού ΤΧΣ για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών σχετικά με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού (μέτρο FB5)

(119)

Στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης, το ελληνικό ΤΧΣ δεσμεύθηκε να καλύψει τις κεφαλαιακές ανάγκες που προκύπτουν από την απόκτηση των μεταβιβασθέντων από την FB Bank στοιχείων του ενεργητικού. Ως εκ τούτου, το ελληνικό ΤΧΣ υποχρεούται να εισφέρει κεφάλαιο ίσο με το 9 % των μεταβιβασθέντων στην Τράπεζα ΠΣΣΚ. Κατά τον χρόνο της εξυγίανσης, οι κεφαλαιακές ανάγκες σχετικά με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού αποτιμήθηκαν σε 100 εκατ. ευρώ περίπου.

(120)

Όπως ήδη αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη(30), το ελληνικό ΤΧΣ δεν θα εισφέρει συμπληρωματικό κεφάλαιο στην Τράπεζα, δεδομένου ότι στο σχέδιο αναδιάρθρωσης η Τράπεζα παραιτείται από το δικαίωμά της να ζητήσει από το ελληνικό ΤΧΣ να καλύψει ενδεχόμενες κεφαλαιακές ανάγκες που σχετίζονται με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού.

2.3.4.3.   Μέτρα ενίσχυσης στην Probank

(121)

Η ProBank δεν έχει λάβει καμία ενίσχυση στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών. Ο πίνακας 9 παρέχει επισκόπηση των άλλων μέτρων ενίσχυσης από τα οποία επωφελήθηκε η ProBank.

Πίνακας 9

Επισκόπηση των μέτρων ενίσχυσης στην Probank

Δικαιούχος της ενίσχυσης

Μέτρο

Περιγραφή

Οντότητα που χορήγησε την ενίσχυση

Ημερομηνία

Ποσό κρατικής ενίσχυσης (σε εκατ. ευρώ)

Δραστηριότητες της Probank

PB1

Χρηματοδότηση του χρηματοδοτικού κενού για τα στοιχεία ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα από την Probank

Ελληνικό ΤΧΣ

26.7.2013

(Ημερομηνία της εξυγίανσης)

562,73

PB2

Δέσμευση για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών για τα μεταβιβασθέντα στην Τράπεζα στοιχεία ενεργητικού της Probank

Ελληνικό ΤΧΣ

26.7.2013

(Ημερομηνία της εξυγίανσης)

[180 έως 280]

 

Συνολικό ποσό PB1 και PB2

 

 

[742,73 έως 842,73]

2.3.4.3.1.   Κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα από την Probank για ποσό ύψους 562,73 εκατ. ευρώ (μέτρο PB1)

(122)

Το ελληνικό ΤΧΣ κάλυψε το χρηματοδοτικό κενό από τα στοιχεία ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα από την Probank. Σύμφωνα με τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος της 26ης Ιουλίου και της 30ής Δεκεμβρίου 2013, το ελληνικό ΤΧΣ κατέβαλε το συνολικό ποσό των 562,73 εκατ. ευρώ σε δύο δόσεις, στις 9 Αυγούστου και στις 31 Δεκεμβρίου 2013.

2.3.4.3.2.   Δέσμευση του ΕΤΧΣ για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών σχετικά με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού (μέτρο PB2)

(123)

Στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγίανσης, το ελληνικό ΤΧΣ δεσμεύτηκε να καλύψει τις κεφαλαιακές ανάγκες του αγοραστή που προκύπτουν από την απόκτηση των στοιχείων ενεργητικού της Probank. Ως εκ τούτου, το ελληνικό ΤΧΣ υποχρεούται να εισφέρει κεφάλαιο ίσο με το 9 % των μεταβιβασθέντων στην Τράπεζα ΠΣΣΚ. Κατά τον χρόνο της εξυγίανσης, οι κεφαλαιακές ανάγκες σχετικά με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού αποτιμήθηκαν σε [180 έως 280] εκατ. ευρώ περίπου.

(124)

Όπως ήδη αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 41, το ελληνικό ΤΧΣ δεν θα εισφέρει συμπληρωματικό κεφάλαιο στην Τράπεζα, δεδομένου ότι στο σχέδιο αναδιάρθρωσης η Τράπεζα παραιτείται του δικαιώματός της να ζητήσει από το ελληνικό ΤΧΣ να καλύψει ενδεχόμενες κεφαλαιακές ανάγκες που σχετίζονται με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού.

2.4.   ΤΟ ΣΧΈΔΙΟ ΑΝΑΔΙΆΡΘΡΩΣΗΣ

(125)

Στις 25 Ιουνίου 2014, η Ελλάδα υπέβαλε το σχέδιο αναδιάρθρωσης της Τράπεζας, στο οποίο επεξηγείται ο τρόπος με τον οποίο η Τράπεζα, ως ενοποιημένη οντότητα που θα προκύψει από τις εξαγορές της FB Bank, της Probank και των τριών συνεταιριστικών τραπεζών, προτίθεται να αποκαταστήσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της.

2.4.1.   Εγχώριες δραστηριότητες

(126)

Μέσω του σχεδίου αναδιάρθρωσης, η Τράπεζα θα εστιαστεί στις βασικές τραπεζικές δραστηριότητές της στην Ελλάδα και την Τουρκία.

(127)

Όσον αφορά την Ελλάδα, η βασική προτεραιότητα της Τράπεζας είναι η αποκατάσταση της αποδοτικότητας και της βιωσιμότητας των τραπεζικών δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα έως το τέλος της περιόδου αναδιάρθρωσης (31 Δεκεμβρίου 2018). Για τον σκοπό αυτό, το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιλαμβάνει δέσμη μέτρων που αποσκοπούν στη βελτίωση της επιχειρησιακής απόδοσης και του καθαρού περιθωρίου επιτοκίου της Τράπεζας, καθώς και μέτρα για την ενίσχυση της κεφαλαιακής της θέσης και της δομής του ισολογισμού.

(128)

Όσον αφορά την επιχειρησιακή απόδοση, η Τράπεζα έχει ήδη ξεκινήσει ευρύ πρόγραμμα εξορθολογισμού. Από τις 31 Δεκεμβρίου 2009 έως τις 30 Δεκεμβρίου 2012, η Τράπεζα μείωσε τη φυσική παρουσία της στην Ελλάδα. Μείωσε τον αριθμό των υποκαταστημάτων της από 575 το 2009 (77) σε 511 το 2012 (78) και επίσης μείωσε το εργατικό δυναμικό των ελληνικών τραπεζικών της δραστηριοτήτων (από 12 534 τον Δεκέμβριο του 2009 (79) σε 11 230 τον Δεκέμβριο του 2012 (80)).

(129)

Από τον Δεκέμβριο του 2012 έως το τέλος του 2017, η Τράπεζα σχεδιάζει να μειώσει περαιτέρω τον αριθμό των εργαζομένων στην Ελλάδα (από 13 675 σε […]) (81) παρά τον αντίκτυπο των εξαγορών της FB Bank και της Probank που απασχολούσαν 260 και 1087 υπαλλήλους (82) αντίστοιχα. Η διαφορά μεταξύ του εργατικού δυναμικού των ελληνικών τραπεζικών δραστηριοτήτων στις 31 Δεκεμβρίου 2012 (11 230) και του συνολικού ελληνικού εργατικού δυναμικού στα τέλη του 2012 (13 675) οφείλεται στον αριθμό εργαζομένων σε μη τραπεζικές δραστηριότητες, όπως οι ασφαλίσεις (Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών η «Εθνική»), ο τουρισμός (Αστήρ Παλάς Βουλιαγμένης Α.Ξ.Ε.) ή τα ακίνητα (Εθνική Πανγαία ΑΕΕΑΠ).

(130)

Από τον Δεκέμβριο του 2012 έως το τέλος του 2017 η Τράπεζα θα συνεχίσει τον εξορθολογισμό του εγχώριου δικτύου της. Ο αριθμός των υποκαταστημάτων θα αυξηθεί ως τις […], από 511 σε […]. Υπενθυμίζεται ότι το 2013 η Τράπεζα απέκτησε τα τραπεζικά δίκτυα της FB Bank και της ProBank με 19 και 112 καταστήματα αντιστοίχως.

(131)

Η αύξηση της αποδοτικότητας των υποκαταστημάτων και του προσωπικού θα συμβάλει στη μείωση του συνολικού κόστους των δραστηριοτήτων της στην Ελλάδα κατά […] %, από 1 301 εκατ. ευρώ σε προσωρινή βάση το 2012 σε […] εκατ. ευρώ το 2017 (83). Ως εκ τούτου, ο αναμενόμενος δείκτης αποτελεσματικότητας των τραπεζικών της δραστηριοτήτων στην Ελλάδα θα υποχωρήσει κάτω του […] % στο τέλος της περιόδου αναδιάρθρωσης.

(132)

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιγράφει επίσης τον τρόπο με τον οποίο η Τράπεζα θα μειώσει το κόστος χρηματοδότησης, στοιχείο καθοριστικό για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας. Η Τράπεζα εκτιμά ότι θα είναι σε θέση να πληρώνει χαμηλότερα επιτόκια καταθέσεων βασιζόμενη στο σταθερότερο περιβάλλον, και ιδίως στην προβλεπόμενη σταθεροποίηση και ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, η οποία αναμένεται να εισέλθει και πάλι σε πορεία ανάπτυξης από το 2014 και μετά. Οι αποκλίσεις μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων (μέσος όρος των επιτοκίων των προθεσμιακών καταθέσεων, των καταθέσεων όψεως και των καταθέσεων ταμιευτηρίου) αναμένεται να μειωθούν στην Ελλάδα. Ομοίως, η εξάρτηση της Τράπεζας από την ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου και γενικότερα από τη χρηματοδότηση από το Ευρωσύστημα θα μειωθεί κατά την περίοδο αναδιάρθρωσης.

(133)

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης προβλέπει επίσης ενίσχυση του ισολογισμού της Τράπεζας. Ο καθαρός δείκτης χορηγήσεων προς καταθέσεις στην Ελλάδα θα μειωθεί περαιτέρω, ενώ θα βελτιωθεί η επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων (από δείκτη κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 στο επίπεδο του ομίλου της τάξης του 8,4 % στις 31 Δεκεμβρίου 2013).

(134)

Μια άλλη προτεραιότητα της Τράπεζας είναι η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η Τράπεζα θα ενισχύσει τις πιστωτικές της διαδικασίες όσον αφορά τόσο τις διαδικασίες δανειοδότησης (βελτίωση της εξασφάλισης, μειωμένα όρια) όσο και τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα […], με αναμενόμενο ποσοστό […] % στο τέλος της περιόδου αναδιάρθρωσης (84). Το κόστος του κινδύνου (ζημίες απομείωσης δανείων) θα μειωθεί από 2 δισεκατ. ευρώ το 2012 σε […] δισεκατ. ευρώ το 2018 (85).

(135)

Η βελτίωση της επιχειρησιακής απόδοσης, η αύξηση του καθαρού περιθωρίου επιτοκίου και η μείωση του κόστους του κινδύνου θα επιτρέψουν στην Τράπεζα να αυξήσει την κερδοφορία της. Η Τράπεζα προβλέπει ότι τα κέρδη της στην Ελλάδα θα ανέλθουν αντίστοιχα σε […] εκατ. ευρώ και […] εκατ. ευρώ το 2014 και το 2018. Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων θα ανέλθει στο […] % το 2017 για τις ελληνικές δραστηριότητες (86), ποσοστό επαρκές λαμβανομένου υπόψη του προφίλ κινδύνου της Τράπεζας κατά την εν λόγω ημερομηνία (87).

2.4.2.   Διεθνείς τραπεζικές δραστηριότητες (εξαιρουμένης της Τουρκίας)

(136)

Η Τράπεζα έχει ήδη ξεκινήσει την απομόχλευση και αναδιάρθρωση του διεθνούς της δικτύου. Ο αριθμός των υποκαταστημάτων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη μειώθηκε κατά 170 μετά το 2009 (88).

(137)

Η Τράπεζα θα συνεχίσει την αναδιάρθρωση και απομόχλευση του διεθνούς της δικτύου. Ειδικότερα, η Τράπεζα θα πωλήσει τις ξένες θυγατρικές της στην/στο […] και θα εκποιήσει τα υποκαταστήματά της στην/στο […]. Στα τέλη του 2012 οι εν λόγω εκποιήσεις αντιστοιχούσαν στο […] % των στοιχείων ενεργητικού της Τράπεζας εκτός Ελλάδας και Τουρκίας, δηλαδή σε […] εκατ. ευρώ από 12,101 εκατ. ευρώ.

(138)

Τα υποκαταστήματα στην/στο […] και στην/στο […] καθώς και η θυγατρική στην/στο […] θα […].

(139)

Συνεπεία των εκποιήσεων αυτών, η καθαρή μητρική χρηματοδότηση θα εξαλειφθεί μέχρι τη λήξη της περιόδου αναδιάρθρωσης.

2.4.3.   Τουρκία

(140)

Η Τράπεζα προτίθεται να μειώσει το ποσοστό ιδιοκτησίας της στη Finansbank στο 60 % […].

(141)

[…] θα παράσχει στη Finansbank […] και θα ενισχύσει τη δέσμευση της Τράπεζας να παράσχει […] στη Finansbank κατά την περίοδο αναδιάρθρωσης.

(142)

Η Τράπεζα σχεδιάζει σημαντική ανάπτυξη της Finansbank κατά την περίοδο αναδιάρθρωσης. Επίσης, θα εφαρμόσει σχέδιο ελέγχου του κόστους. Το 2014, η Finansbank προτίθεται να […] και να […]. Κατά τα επόμενα έτη, το […], με αποτέλεσμα τη μείωση του δείκτη αποτελεσματικότητας από […] σε […] στο τέλος της περιόδου αναδιάρθρωσης (89).

(143)

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης προβλέπει αυστηρό έλεγχο των κινδύνων που αναλαμβάνει η Finansbank. Αναμένεται ότι οι απομειώσεις θα ανέλθουν σε λιγότερο από […] % των δανείων σε πελάτες από το 2014 έως το 2018, με αναμενόμενη απόδοση των στοιχείων ενεργητικού στο […] % το 2018. Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων της Finansbank θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου.

(144)

Η Τράπεζα πώλησε τις τουρκικές ασφαλιστικές της δραστηριότητες (κλάδοι ασφάλισης ζωής και ασφάλισης ζημιών) το 2012 με κεφαλαιακό κέρδος ύψους […] εκατ. ευρώ (90).

2.4.4.   Μη τραπεζικές δραστηριότητες: πώληση των[…] δραστηριοτήτων διαχείρισης ακίνητης περιουσίας

(145)

Η Τράπεζα έχει μειώσει κάτω από το 35 % τη συμμετοχή της στη θυγατρική της «Πανγαία» που δραστηριοποιείται στον τομέα των ακινήτων με θετική επίπτωση στον δείκτη κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 της Τράπεζας (91). Η Τράπεζα σχεδιάζει επίσης να πωλήσει […] έως τις […] και τη θυγατρική της ιδιωτικών επενδύσεων έως τις […].

2.4.5.   Άντληση ιδιωτικών κεφαλαίων και εισφορές από τους υφιστάμενους μετόχους και πιστωτές μειωμένης εξασφάλισης

(146)

Η Τράπεζα κατόρθωσε να συγκεντρώσει σημαντικά κεφάλαια στην αγορά και, ως εκ τούτου, μειώθηκε η κρατική ενίσχυση την οποία είχε ανάγκη.

(147)

Πρώτον, η Τράπεζα άντλησε ιδιωτικά κεφάλαια το 2009 με έκδοση δικαιωμάτων ύψους 1 247 εκατ. ευρώ. Το 2010, η Τράπεζα άντλησε εκ νέου από την αγορά ιδιωτικά κεφάλαια ύψους 1 815 εκατ. ευρώ (92). Όπως αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη (109), η Τράπεζα κατόρθωσε επίσης να αντλήσει κεφάλαια ύψους 1 079 ευρώ από ιδιώτες επενδυτές με την ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013. Οι μέτοχοι, μεταξύ των οποίων εκείνοι που συμμετείχαν στις αυξήσεις κεφαλαίου το 2009 και το 2010, υπέστησαν σοβαρή ζημία από την ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013: το ελληνικό ΤΧΣ έλαβε το 84,4 % των μετοχών της Τράπεζας και οι νέοι επενδυτές έλαβαν το 10,5 % των μετοχών, με αποτέλεσμα οι προϋπάρχοντες μέτοχοι να μείνουν μόνο με ποσοστό 5,1 %. Επιπλέον, από το 2007 δεν έχει καταβληθεί κανένα μέρισμα στους κατόχους κοινών μετοχών και από το 2009 κανένα μέρισμα στους κατόχους προνομιούχων μετοχών ΗΠΑ (93).

(148)

Τον Μάιο του 2014 η Τράπεζα άντλησε κεφάλαια 2,5 δισεκατ. ευρώ από την αγορά. Η Τράπεζα προτίθεται να […].

(149)

Όσον αφορά τη συνεισφορά των κατόχων υβριδικών μέσων και δανείων μειωμένης εξασφάλισης, στις 3 Ιανουαρίου 2012 η Τράπεζα προσφέρθηκε να αγοράσει προνομιούχους τίτλους σε τιμές που κυμαίνονταν από το 45 % έως το 70 % της ονομαστικής τους αξίας. Με την ευκαιρία αυτή, η Τράπεζα εξαγόρασε επίσης καλυμμένα ομόλογα. Για καθεμία από τις εν λόγω επαναγορές, η τιμή καθορίστηκε με βάση την αγοραία αξία των μέσων και περιελάμβανε ανώτατη πριμοδότηση δέκα εκατοστιαίων μονάδων, η οποία προστέθηκε με σκοπό την ενθάρρυνση των επενδυτών να συμμετάσχουν στην επαναγορά. Το ποσοστό αποδοχής ήταν 44 % και η συνολική αύξηση κεφαλαίου ανήλθε σε 302 εκατ. ευρώ (94).

(150)

Αργότερα, το 2012 και το 2013, η Τράπεζα δρομολόγησε συμπληρωματικές πράξεις διαχείρισης παθητικού σχετικά με τίτλους που εκδόθηκαν προς τους επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων καλυμμένων ομολόγων, υβριδικών μέσων, μέσων της κατηγορίας 2 και προνομιούχων μετοχών που εκδόθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι εν λόγω επαναγορές δημιούργησαν πρόσθετο κεφάλαιο ύψους […] εκατ. ευρώ. Συνολικά, η Τράπεζα αναφέρει ότι το συνολικό ποσό των κεφαλαίων που προέκυψαν από τη διαχείριση του παθητικού κατά τα τελευταία έτη ανέρχεται σε περίπου […] εκατ. ευρώ (95). Αποτέλεσμα των επαναγορών αυτών ήταν η μείωση της αξίας του υπολοίπου των χρεογράφων και υβριδικών μέσων μειωμένης εξασφάλισης σε 293 εκατ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2013.

2.5.   ΑΝΆΛΗΨΗ ΔΕΣΜΕΎΣΕΩΝ ΑΠΌ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΈΣ ΑΡΧΈΣ

(151)

Η Ελλάδα δεσμεύτηκε ότι η Τράπεζα και οι θυγατρικές της θα εφαρμόσουν το σχέδιο αναδιάρθρωσης που υποβλήθηκε στις 25 Ιουνίου 2014 και ανέλαβε πρόσθετες δεσμεύσεις ως προς την εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης (εφεξής «οι δεσμεύσεις»). Οι δεσμεύσεις, που απαριθμούνται στο παράρτημα, συνοψίζονται στο παρόν τμήμα.

(152)

Πρώτον, η Ελλάδα δεσμεύτηκε ότι η Τράπεζα θα προβεί σε αναδιάρθρωση των ελληνικών εμπορικών της δραστηριοτήτων, ορίζοντας τον ανώτατο αριθμό υποκαταστημάτων και εργαζομένων καθώς και το μέγιστο ποσό των συνολικών δαπανών έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017 (96).

(153)

Η Ελλάδα έχει αναλάβει επίσης τη δέσμευση ότι η Τράπεζα θα περιορίσει το κόστος των καταθέσεων που εισπράττονται στην Ελλάδα και θα τηρήσει ανώτατο δείκτη καθαρών δανείων προς καταθέσεις (97) έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017 (98).

(154)

Όσον αφορά τις ξένες θυγατρικές της Τράπεζας, η Ελλάδα δεσμεύτηκε ότι η Τράπεζα δεν θα παράσχει […], και ότι θα εκποιήσει μειοψηφικό μερίδιο σε αυτή τη θυγατρική. Η Ελλάδα δεσμεύτηκε ακόμη ότι η Τράπεζα θα προβεί στην απομόχλευση ορισμένων ξένων θυγατρικών της έως τις 30 Ιουνίου 2018 (99).

(155)

Η Ελλάδα δεσμεύτηκε ότι η Τράπεζα θα εκποιήσει […] και τη θυγατρική της εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς και σειρά τίτλων. Επιπλέον, η Τράπεζα δεν θα αγοράζει τίτλους μη επενδυτικής κατηγορίας, με περιορισμένες εξαιρέσεις (100).

(156)

Η Ελλάδα ανέλαβε ορισμένες δεσμεύσεις σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση της Τράπεζας. Δεσμεύτηκε να περιορίσει τις αμοιβές των υπαλλήλων και των διοικητικών στελεχών της Τράπεζας, […] (101).

(157)

Η Ελλάδα ανέλαβε επίσης τη δέσμευση ότι η Τράπεζα θα ενισχύσει την πιστωτική πολιτική της, ώστε να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για τη χορήγηση και την αναδιάρθρωση δανείων αποσκοπούν στη μεγιστοποίηση της βιωσιμότητας και της κερδοφορίας της Τράπεζας. Η Ελλάδα δεσμεύτηκε ότι η Τράπεζα θα τηρεί αυστηρά πρότυπα όσον αφορά την παρακολούθηση του πιστωτικού κινδύνου, καθώς και την αναδιάρθρωση δανείων (102).

(158)

Ορισμένες δεσμεύσεις αφορούν τις συναλλαγές της Τράπεζας με συνδεδεμένους δανειολήπτες. Σκοπός των εν λόγω δεσμεύσεων είναι να διασφαλιστεί ότι η Τράπεζα δεν παρεκκλίνει από τις συνετές τραπεζικές πρακτικές κατά τη χορήγηση ή την αναδιάρθρωση δανείων στους υπαλλήλους, τα διοικητικά στελέχη και τους μετόχους της, καθώς και σε δημόσιους φορείς, πολιτικά κόμματα και τις εταιρείες μέσων μαζικής ενημέρωσης (103).

(159)

Τέλος, η Ελλάδα δεσμεύτηκε ότι η Τράπεζα θα συμμορφωθεί με ορισμένους περιορισμούς συμπεριφοράς, όπως η απαγόρευση καταβολής τοκομεριδίων και μερισμάτων, η απαγόρευση εξαγοράς επιχειρήσεων και η απαγόρευση διαφήμισης της κρατικής στήριξης (104).

(160)

Οι εν λόγω δεσμεύσεις θα παρακολουθούνται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2018 από τον εντολοδόχο παρακολούθησης.

(161)

Εξάλλου, η Ελλάδα έχει αναφέρει ότι θα ζητήσει την έγκριση της Επιτροπής πριν από οποιαδήποτε επαναγορά δικαιωμάτων μελλοντικής αγοράς μετοχών από την Τράπεζα ή από οποιονδήποτε κρατικό φορέα, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού ΤΧΣ (105).

3.   ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΗ

(162)

Στις 27 Ιουλίου 2012 η Επιτροπή κίνησε την επίσημη διαδικασία έρευνας για να διαπιστώσει αν πληρούνται οι όροι της τραπεζικής ανακοίνωσης του 2008 (106) σχετικά με την καταλληλότητα, την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης από το ελληνικό ΤΧΣ υπέρ της Τράπεζας (μέτρο Β1).

(163)

Όσον αφορά την καταλληλότητα του μέτρου, εφόσον η ενίσχυση χορηγήθηκε κατόπιν προηγούμενης ανακεφαλαιοποίησης και ενίσχυσης της ρευστότητας και λόγω της παρατεταμένης περιόδου διάσωσης, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες για το αν η Τράπεζα είχε λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να αποφευχθεί η ανάγκη ενίσχυσης στο μέλλον (107). Επιπλέον, δεν ήταν σαφές για την Επιτροπή ποιος θα είχε τον έλεγχο της Τράπεζας μετά την αντικατάσταση της προσωρινής από μόνιμη ανακεφαλαιοποίηση (108) δεδομένου ότι η Τράπεζα θα μπορούσε να τεθεί είτε υπό κρατικό έλεγχο είτε υπό τον έλεγχο της μειοψηφίας των ιδιωτών ιδιοκτητών. Η Επιτροπή επισήμανε ότι θα ήθελε να διασφαλίσει ότι σε καμία περίπτωση δεν θα υποβαθμιστεί η ποιότητα της διαχείρισης της Τράπεζας, και ιδίως η διαδικασία δανειοδότησης.

(164)

Όσον αφορά την αναγκαιότητα της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης, στην αιτιολογική σκέψη 67 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας για την ΕΤΕ, η Επιτροπή διατύπωνε αμφιβολίες κατά πόσο είχαν ληφθεί όλα τα δυνατά μέτρα για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να χρειαστεί η Τράπεζα νέα ενίσχυση στο μέλλον. Επιπλέον, δεδομένου ότι η διάρκεια της περιόδου προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης ήταν αβέβαιη, η Επιτροπή δεν μπορούσε να κρίνει αν η αντιστάθμιση ήταν επαρκής και σύμφωνη με τις αρχές περί αντιστάθμισης και επιμερισμού των βαρών βάσει των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Εξάλλου, καθώς οι όροι μετατροπής της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης σε μόνιμη δεν ήταν γνωστοί όταν εκδόθηκε η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας για την ΕΤΕ, η Επιτροπή δεν μπορούσε να τους αξιολογήσει.

(165)

Όσον αφορά την αναλογικότητα του μέτρου, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες για το αν οι διασφαλίσεις (απαγόρευση διαφήμισης της κρατικής στήριξης, απαγόρευση καταβολής τοκομεριδίων και μερισμάτων, απαγόρευση του δικαιώματος προαίρεσης και επαναγοράς, όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 71 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας για την ΕΤΕ) ήταν επαρκείς σε σχέση με την πρώτη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση. Επιπλέον, στην αιτιολογική σκέψη 72 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας για την ΕΤΕ, η Επιτροπή ανέφερε ότι η έλλειψη κανόνων που να εμποδίζουν το ελληνικό ΤΧΣ να συντονίζει τις τέσσερις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες (δηλαδή την Τράπεζα, την Alpha Bank, τη Eurobank και την Τράπεζα Πειραιώς) και η έλλειψη επαρκών διασφαλίσεων που θα τις αποτρέπουν από τη μεταξύ τους ανταλλαγή εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών θα μπορούσαν να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή πρότεινε λοιπόν τον διορισμό εντολοδόχου παρακολούθησης με φυσική παρουσία στην Τράπεζα.

4.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΗ

Παρατηρήσεις ελληνικής τράπεζας

(166)

Στις 3 Ιανουαρίου 2013 η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις που υπέβαλε μια ελληνική τράπεζα σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας για την ΕΤΕ. Η εν λόγω ελληνική τράπεζα παρατήρησε ότι η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών από το ελληνικό ΤΧΣ συνιστούσε, καταρχήν, ένα ευπρόσδεκτο βήμα προς ένα υγιέστερο και περισσότερο βιώσιμο τραπεζικό σύστημα και δεν διατύπωσε καμία αντίρρηση για την ανακεφαλαιοποίηση της ΕΤΕ.

(167)

Ωστόσο, εκφράζοντας παράλληλα την αμέριστη υποστήριξή της για την αρχή της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών από το ελληνικό ΤΧΣ, η ελληνική τράπεζα εξήγησε ότι, για να ελαχιστοποιηθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να αποφεύγονται οι διακρίσεις, ανέμενε ότι η ανακεφαλαιοποίηση από το ελληνικό ΤΧΣ θα είναι ανοικτή σε όλες τις τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα υπό παρόμοιους όρους.

5.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΗ

(168)

Στις 5 Σεπτεμβρίου 2012 η Ελλάδα υπέβαλε τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν η Τράπεζα της Ελλάδος και το ελληνικό ΤΧΣ.

5.1.   ΠΑΡΑΤΗΡΉΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΆΔΟΣ

(169)

Όσον αφορά την καταλληλότητα της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης, η Τράπεζα της Ελλάδος επισήμανε ότι το κεφάλαιο των 18 δισεκατ. ευρώ με τα οποίο το ελληνικό ΤΧΣ ανακεφαλαιοποίησε, τον Μάιο του 2012, τις τέσσερις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες ήταν μικρότερο από το τελικό ποσό που ήταν αναγκαίο ώστε σταδιακά οι εν λόγω τράπεζες να επιτύχουν και να διατηρήσουν δείκτη βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 που ορίστηκε στο 10 % για τον Ιούνιο του 2012 και δείκτη βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 ίσο με 7 % βάσει τριετούς δυσμενούς σεναρίου ακραίων καταστάσεων. Επισήμανε επίσης ότι η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση ήταν προσωρινή, δεδομένου ότι η διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης θα ολοκληρωνόταν από τις εν λόγω τέσσερις τράπεζες με αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.

(170)

Η Τράπεζα της Ελλάδος παρατήρησε ακόμη ότι η ανακεφαλαιοποίηση των μεγαλύτερων ελληνικών τραπεζών εντάσσεται στη μακροπρόθεσμη αναδιάρθρωση του ελληνικού τραπεζικού τομέα. Επισήμανε ότι, όταν μια τράπεζα παραμένει στην κατοχή ιδιωτών, η διαχείριση πιθανότατα παραμένει η ίδια, ενώ αν μια τράπεζα περιέλθει στην ιδιοκτησία του κράτους (δηλαδή στην κυριότητα του ελληνικού ΤΧΣ), το ελληνικό ΤΧΣ μπορεί να διορίσει νέα διοίκηση η οποία, σε κάθε περίπτωση, θα αξιολογείται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδας ανέφερε ότι αξιολογεί σε συνεχή βάση το πλαίσιο της εταιρικής διακυβέρνησης, την επάρκεια της διαχείρισης και το προφίλ κινδύνου κάθε τράπεζας, ώστε να εξασφαλίζεται ότι δεν αναλαμβάνονται υπερβολικοί κίνδυνοι. Επισήμανε επίσης ότι το ελληνικό ΤΧΣ είχε ήδη ορίσει εκπροσώπους στο Διοικητικό Συμβούλιο των τραπεζών που ανακεφαλαιοποιήθηκαν.

(171)

Όσον αφορά την αναγκαιότητα της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης, η Τράπεζα της Ελλάδος παρατήρησε ότι η ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας ήταν περιορισμένη, ώστε να εξασφαλιστεί ότι πληρούνταν οι τότε εφαρμοστέες ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις (8 %). Ανέφερε επίσης ότι η παρατεταμένη χρονική περίοδος πριν από τις ανακεφαλαιοποιήσεις οφειλόταν στην απότομη επιδείνωση του επιχειρησιακού περιβάλλοντος στην Ελλάδα και στον αντίκτυπο του προγράμματος PSI, στην πολυπλοκότητα του όλου έργου, καθώς και στην ανάγκη να μεγιστοποιηθεί η συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου.

(172)

Όσον αφορά την αναλογικότητα της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης, η Τράπεζα της Ελλάδος τόνισε ότι η πλήρης εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης που υποβάλλεται στην Επιτροπή διασφαλίζεται από το γεγονός ότι η αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου του ελληνικού ΤΧΣ αίρεται, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση σοβαρής παραβίασης του σχεδίου αναδιάρθρωσης. Η Τράπεζα της Ελλάδος παρατήρησε επίσης ότι οι δυσκολίες της Τράπεζας δεν οφείλονταν σε υποτίμηση των κινδύνων από τη διοίκηση της Τράπεζας ούτε σε εμπορικά επιθετικές ενέργειες.

5.2.   ΠΑΡΑΤΗΡΉΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΎ ΤΧΣ

(173)

Όσον αφορά την καταλληλότητα της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης, για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της πιθανής κρατικής παρέμβασης σε περίπτωση που το κράτος χορηγήσει υψηλά ποσά κρατικών ενισχύσεων μέσω του ελληνικού ΤΧΣ και το ελληνικό ΤΧΣ έχει πλήρη δικαιώματα ψήφου, το ελληνικό ΤΧΣ δήλωσε ότι οι χρηματοδοτούμενες από αυτό τράπεζες δεν θεωρούνται δημόσιες οντότητες ή οντότητες υπό κρατικό έλεγχο και ότι δεν θα ελέγχονται από το κράτος μετά την οριστική ανακεφαλαιοποίησή τους από το ελληνικό ΤΧΣ. Το ελληνικό ΤΧΣ τόνισε ότι είναι απολύτως ανεξάρτητη νομική οντότητα ιδιωτικού δικαίου με αυτονομία αποφάσεων. Δεν υπόκειται σε κρατικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 16Γ παράγραφος 2 του νόμου για το ελληνικό ΤΧΣ, βάσει του οποίου τα πιστωτικά ιδρύματα που λαμβάνουν κεφαλαιακή ενίσχυση από το ελληνικό ΤΧΣ δεν ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Αναφέρθηκε επίσης στη διοικητική διάρθρωση του ελληνικού ΤΧΣ.

(174)

Όσον αφορά την παρέμβασή του στη διοίκηση της Τράπεζας, το ελληνικό ΤΧΣ επεσήμανε ότι θα σεβαστεί την αυτονομία της Τράπεζας και δεν θα παρεμβαίνει στην καθημερινή της διαχείριση, δεδομένου ότι ο ρόλος του περιορίζεται στα προβλεπόμενα από τον νόμο για το ελληνικό ΤΧΣ. Δήλωσε ότι δεν θα υπάρχει καμία κρατική παρέμβαση ή συντονισμός και ότι οι αποφάσεις της Τράπεζας σχετικά με τη διαδικασία δανειοδοτήσεων (μεταξύ άλλων για τις εξασφαλίσεις, την τιμολόγηση και τη φερεγγυότητα των δανειοληπτών) θα λαμβάνονται βάσει εμπορικών κριτηρίων.

(175)

Το ελληνικό ΤΧΣ επισήμανε ότι ο νόμος για το ελληνικό ΤΧΣ και η συμφωνία προεγγραφής ορίζουν τις κατάλληλες εγγυήσεις ώστε να αποτραπεί η ανάληψη υπερβολικών κινδύνων από τους υφιστάμενους ιδιώτες μετόχους. Επισήμανε στοιχεία όπως i) ο διορισμός εκπροσώπων του ελληνικού ΤΧΣ ως ανεξάρτητων μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας και η παρουσία τους σε επιτροπές, ii) η επίδειξη της δέουσας επιμέλειας στην τράπεζα από το ελληνικό ΤΧΣ και iii) το γεγονός ότι, μετά την τελική ανακεφαλαιοποίηση, το δικαίωμα ψήφου του θα ήταν περιορισμένο μόνο για όσο διάστημα η Τράπεζα τηρούσε τους όρους του σχεδίου αναδιάρθρωσης.

(176)

Όσον αφορά την αναγκαιότητα της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης και ειδικότερα όσον αφορά το επίπεδο αμοιβής για την ενίσχυση, το ελληνικό ΤΧΣ δήλωσε ότι η αμοιβή είχε συμφωνηθεί με τους εκπροσώπους της Επιτροπής, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. Το εν λόγω συμφωνηθέν επίπεδο αμοιβής ελάμβανε υπόψη ότι η πρώτη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση θα μετατρεπόταν σε μόνιμη πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 2012, προθεσμία που ορίστηκε τον Μάρτιο του 2012 στο ΜΟΧΠ μεταξύ της Επιτροπής, της ΕΚΤ, του ΔΝΤ και της Ελλάδας.

(177)

Όσον αφορά την αναλογικότητα της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης, το ελληνικό ΤΧΣ επεσήμανε ότι τα μέτρα που έλαβε, όπως εκείνα που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη (175), αποτελούν επαρκείς διασφαλίσεις λόγω των μεγάλων ποσών ενισχύσεων που ελήφθησαν και λόγω της παρατεταμένης περιόδου διάσωσης. Επιπλέον, το ελληνικό ΤΧΣ δήλωσε ότι έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλιστεί ότι οι τράπεζες στις οποίες συμμετέχει το ελληνικό ΤΧΣ δεν ανταλλάσσουν μεταξύ τους εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν τον διορισμό διαφόρων εκπροσώπων του ελληνικού ΤΧΣ στις τράπεζες, τις εντολές στους εν λόγω αντιπροσώπους, οι οποίες διασφαλίζουν ειδικά την προστασία από τη ροή πληροφοριών από έναν αντιπρόσωπο σε άλλο, και σαφείς εσωτερικές οδηγίες σε αυτά τα στελέχη να μην κοινοποιούν εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες των τραπεζών. Επιπλέον, το ελληνικό ΤΧΣ δήλωσε ότι δεν ασκεί τα δικαιώματά του σε σχέση με τις τράπεζες κατά τρόπο που θα μπορούσε να εμποδίσει, να περιορίσει, να νοθεύσει ή να μειώσει σημαντικά ή να παρακωλύσει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό. Τέλος, το ελληνικό ΤΧΣ επισήμανε ότι τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και οι υπάλληλοί του υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες εμπιστευτικότητας και διαχειριστικά καθήκοντα και δεσμεύονται από τις διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου όσον αφορά τις υποθέσεις του.

6.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΕΞΑΓΟΡΑΣΘΕΙΣΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

6.1.   ΑΞΙΟΛΌΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΉΣ ΣΤΉΡΙΞΗΣ ΣΕ ΣΧΈΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΥΓΊΑΝΣΗ ΤΩΝ ΤΡΙΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΏΝ ΤΡΑΠΕΖΏΝ

6.1.1.   Ύπαρξη και ποσό της κρατικής ενίσχυσης

(178)

Καταρχάς, η Επιτροπή πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσον η κρατική στήριξη που συνδέεται με την εξυγίανση των τριών συνεταιριστικών τραπεζών (δηλαδή η κάλυψη των χρηματοδοτικών κενών που επέτρεψαν τη μεταβίβαση των καταθέσεων) συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, κρατικές ενισχύσεις είναι οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(179)

Η Επιτροπή θα αξιολογήσει καταρχάς αν υπήρχε πλεονέκτημα για τους ακόλουθους δυνητικούς δικαιούχους: i) τις συνεταιριστικές τράπεζες και τις δυνητικά μεταβιβασθείσες στην Τράπεζα «δραστηριότητες»· και ii) την Τράπεζα.

i)   Ύπαρξη ενίσχυσης στις συνεταιριστικές τράπεζες και τις δυνητικά μεταβιβασθείσες στην Τράπεζα «δραστηριότητες»

(180)

Όσον αφορά τις τρεις συνεταιριστικές τράπεζες, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Τράπεζα Λέσβου — Λήμνου, η τράπεζα Αχαΐας και η τράπεζα Λαμίας είχαν τεθεί υπό εκκαθάριση και οι τραπεζικές τους άδειες είχαν ανακληθεί. Ως εκ τούτου, δεν θα ασκούν πλέον οικονομικές δραστηριότητες στην τραπεζική αγορά.

(181)

Η κρατική στήριξη, δηλαδή η κάλυψη των χρηματοδοτικών κενών, θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση προς τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις και υποχρεώσεις, κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης μόνον εάν αυτές από κοινού συνιστούσαν επιχείρηση. Η έννοια της επιχείρησης περιλαμβάνει οποιαδήποτε οντότητα ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό της καθεστώς και τον τρόπο χρηματοδότησής της. Συνιστά οικονομική δραστηριότητα κάθε δραστηριότητα διάθεσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει ενίσχυση σε μια επιχείρηση, θα πρέπει να αξιολογηθεί αν η μεταβίβαση απαιτήσεων και υποχρεώσεων συνεπάγεται τη μεταβίβαση οικονομικής δραστηριότητας.

(182)

Όπως αναφέρεται στο τμήμα 2.2.1, μετά την εξυγίανση των τριών συνεταιριστικών τραπεζών, στην Τράπεζα μεταβιβάστηκαν μόνον οι καταθέσεις, οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις έναντι του ΕΤΕΚΕ. Οι τρεις συνεταιριστικές τράπεζες απασχολούσαν συνολικά 187 εργαζομένους και διέθεταν 21 υποκαταστήματα. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υφίσταται αυτόματη μεταβίβαση υποκαταστημάτων ή συμβάσεων απασχόλησης ή δανείων μεταξύ των τριών συνεταιριστικών τραπεζών και της Τράπεζας. Επομένως, το γεγονός ότι τα δάνεια δεν μεταβιβάζονται στην Τράπεζα αλλά παραμένουν στις υπό εκκαθάριση τρεις συνεταιριστικές τράπεζες, το γεγονός ότι κανένα υποκατάστημα δεν μεταβιβάστηκε και η απουσία αυτόματης μεταβίβασης συμβάσεων εργασίας συντείνουν (109) στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται μεταβίβαση οικονομικής δραστηριότητας. Οι μεταβιβασθείσες υποχρεώσεις (καταθέσεις) δεν μπορεί να θεωρηθούν δικαιούχος της κρατικής στήριξης, διότι δεν συνιστούν επιχείρηση.

(183)

Εν ολίγοις, οι τρεις υφιστάμενες νομικές οντότητες έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση και δεν ασκούν πλέον τραπεζική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα, τα μεταβιβασθέντα στοιχεία παθητικού δεν συνιστούν οικονομική δραστηριότητα.

(184)

Συνάγεται, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι η χορήγηση ομολόγων του ΕΤΧΣ από το ελληνικό ΤΧΣ στην Τράπεζα για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού των αποκτηθέντων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των τριών συνεταιριστικών τραπεζών δεν επιτρέπει τη συνέχιση των οικονομικών δραστηριοτήτων τους. Ως εκ τούτου, η στήριξη του ελληνικού ΤΧΣ δεν συνιστά ούτε ενίσχυση προς τις εκκαθαρισθείσες οντότητες ούτε ενίσχυση προς τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού.

ii)   Ύπαρξη ενίσχυσης στην Τράπεζα

(185)

Όσον αφορά το αν η πώληση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των τριών συνεταιριστικών τραπεζών συνεπάγεται κρατική ενίσχυση προς την Τράπεζα, η Επιτροπή πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσο πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, και ιδίως αν i) η διαδικασία πώλησης ήταν ανοικτή, χωρίς όρους και χωρίς διακρίσεις, ii) η πώληση πραγματοποιήθηκε με τους όρους της αγοράς, και iii) το Δημόσιο πέτυχε την ανώτερη δυνατή τιμή πώλησης των σχετικών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού (110).

(186)

Όπως ήδη αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 64, η Τράπεζα της Ελλάδος επικοινώνησε μόνο με τα πέντε μεγαλύτερα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα κατά την εν λόγω περίοδο. Παρά τον περιορισμένο αριθμό αγοραστών με τους οποίους υπήρξε επικοινωνία, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι ο διαγωνισμός ήταν ανοικτός, δεδομένου ότι επρόκειτο για τα μόνα πιστωτικά ιδρύματα που ενδεχομένως θα ενδιαφέρονταν να υποβάλουν προσφορά. Πράγματι, το προς πώληση πακέτο περιελάμβανε μόνο καταθέσεις. Ως εκ τούτου, για να υπάρξει όφελος από συνέργειες σχετικά με τις εν λόγω καταθέσεις, είναι αναγκαία η δραστηριοποίηση στην οικεία γεωγραφική περιοχή. Μια τράπεζα χωρίς παρουσία στις περιοχές αυτές δεν θα μπορούσε να προσφέρει υπηρεσίες στους καταθέτες, επομένως η διατήρηση καταθέσεων θα ήταν ελάχιστη και ο αγοραστής θα υφίστατο το κόστος εξαγοράς των καταθέσεων χωρίς κανένα όφελος. Η Τράπεζα της Ελλάδος θα μπορούσε, επομένως ευλόγως να υποθέσει εντός του σύντομου χρονικού πλαισίου που ήταν διαθέσιμο για την εξυγίανση των τριών συνεταιριστικών τραπεζών ότι ενδιαφέρον για την απόκτηση των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού θα είχαν μόνο τα πιστωτικά ιδρύματα το επιχειρηματικό μοντέλο των οποίων τα καθιστούσε ικανά να εξυπηρετήσουν τους εν λόγω καταθέτες. Η Τράπεζα και τρεις άλλες τράπεζες υπέβαλαν δεσμευτικές προσφορές. Η προσφορά της Τράπεζας κρίθηκε προτιμητέα, από την άποψη του τιμήματος και του χρόνου που θα απαιτείτο για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης. Η Τράπεζα προσφέρθηκε να καταβάλει ως τίμημα ποσό ίσο με το […] % των μεταβιβαζόμενων καταθέσεων και εκτίμησε ότι η μεταβίβαση μπορούσε να ολοκληρωθεί εντός μιας εργάσιμης ημέρας.

(187)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κρατική ενίσχυση προς την Τράπεζα μπορεί να εξαιρεθεί, σύμφωνα με το σημείο 20 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης και την πρακτική της Επιτροπής όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων (111).

iii)   Συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη ενίσχυσης

(188)

Η κρατική στήριξη την οποία ενείχε η πώληση των τριών συνεταιριστικών τραπεζών δεν συνιστά κρατική ενίσχυση υπέρ των τριών συνεταιριστικών τραπεζών, των μεταβιβασθέντων στοιχείων ενεργητικού ή της Τράπεζας. Συνεπώς, το μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

6.2.   ΑΞΙΟΛΌΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΊΣΧΥΣΗΣ ΣΕ ΣΧΈΣΗ ΜΕ ΤΗ FIRST BUSINESS BANK

6.2.1.   Ύπαρξη και ποσό της κρατικής ενίσχυσης

(189)

Η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει κατά πόσο τα μέτρα συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

6.2.1.1.   Ύπαρξη ενίσχυσης στα μέτρα που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών (μέτρα FB1, FB2 και FB3)

(190)

Η εισφορά κεφαλαίου ύψους 50 εκατ. ευρώ από την Ελλάδα στην FB Bank τον Ιούλιο του 2009 (μέτρο FB1), οι τίτλοι του ελληνικού Δημοσίου αξίας 60 εκατ. ευρώ τον Μάιο του 2012 (μέτρο FB2) και η κρατική εγγύηση που δόθηκε στην FB Bank για την έκδοση ομολόγων ονομαστικής αξίας 50 εκατ. ευρώ τον Μάρτιο του 2011 (μέτρο FB3) χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών (112). Στην απόφαση έγκρισης του εν λόγω καθεστώτος, η Επιτροπή κατέληγε στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος αυτού συνιστούσαν κρατική ενίσχυση.

(191)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι μεταβιβασθείσες δραστηριότητες θα έπαυαν να υφίστανται χωρίς τα εν λόγω μέτρα. Τα εν λόγω μέτρα έχουν συμβάλει στη σταθεροποίηση και τη συνέχιση των οικονομικών δραστηριοτήτων οι οποίες μεταβιβάστηκαν αργότερα στην Τράπεζα και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι έχουν ωφελήσει τις οικονομικές δραστηριότητες της FB Bank οι οποίες μεταβιβάστηκαν αργότερα στην Τράπεζα και ότι συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

6.2.1.2.   Ύπαρξη ενίσχυσης στα μέτρα που χορηγήθηκαν για την εξυγίανση της FB Bank (μέτρα FB4 και FB5)

(192)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το ελληνικό ΤΧΣ είναι μια οντότητα που συστάθηκε και χρηματοδοτείται από την Ελλάδα για τη στήριξη των τραπεζών και, ως εκ τούτου, τα μέτρα FB4 και FB5 εμπεριέχουν κρατικούς πόρους. Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι τα μέτρα FB4 και FB5 έχουν επιλεκτικό χαρακτήρα, διότι ωφελούν μόνο τις δραστηριότητες της FB Bank.

(193)

Επιπλέον η Επιτροπή εκτιμά ότι τα μέτρα FB4 και FB5 παρέχουν στην FB Bank σαφές πλεονέκτημα εφόσον συμβάλλουν στη συνέχιση των δραστηριοτήτων της. Η εντολή μεταβίβασης στην περίπτωση αυτή είναι πράγματι πώληση «ως σύνολο». Παρόλο που τα ίδια κεφάλαια και τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης δεν θα μεταβιβαστούν, τα βασικά παραγωγικά τραπεζικά στοιχεία ενεργητικού θα μεταβιβαστούν (υποκαταστήματα, καταθέσεις και δάνεια). Το μέτρο FB4 παρέχει συνεπώς πλεονέκτημα στις μεταβιβασθείσες δραστηριότητες διότι προσφέρει επαρκή στοιχεία ενεργητικού για την κάλυψη των καταθέσεων, ενώ οι μεταβιβαζόμενες δραστηριότητες εξακολουθούν να υφίστανται λόγω της πώλησης «ως συνόλου» των στοιχείων ενεργητικού της FB Bank.

(194)

Επιπλέον, χωρίς το μέτρο FB5, η πώληση δεν θα ήταν δυνατή διότι η μεταβίβαση θα είχε ενδεχομένως αρνητικές επιπτώσεις στον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας του αγοραστή. Ως εκ τούτου, οι μεταβιβασθείσες δραστηριότητες θα έπαυαν να υφίστανται και επομένως τα μέτρα FB4 και FB5 τους παρέχουν σαφές πλεονέκτημα.

(195)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα μέτρα FB4 και FB5 δεν συνάδουν με την αρχή του επενδυτή σε οικονομία της αγοράς. Στην πραγματικότητα, το ελληνικό ΤΧΣ δεν έχει καμία προοπτική κέρδους από τη συμβολή του: σε αντάλλαγμα για τη συμβολή του, δεν έλαβε καμία απαίτηση έναντι της Τράπεζας αλλά μόνο μια απαίτηση κατά της οντότητας υπό εκκαθάριση, δηλαδή της FB Bank (113). Συνεπώς, το ελληνικό ΤΧΣ κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ανακτήσει πλήρως το χρηματικό ποσό που συνεισέφερε.

(196)

Αυτό το επιλεκτικό πλεονέκτημα που παρέχουν τα μέτρα FB4 και FB5 νοθεύει τον ανταγωνισμό διότι επιτρέπει σε μια τράπεζα να συνεχίσει τις δραστηριότητές της, παρέχοντάς της τη δυνατότητα να δραστηριοποιείται στην αγορά και να ανταγωνίζεται με άλλες τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων θυγατρικών ξένων τραπεζών, που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ή θα επιθυμούσαν ενδεχομένως να εισέλθουν στην ελληνική αγορά. Ως εκ τούτου, τα μέτρα FB4 και FB5 έχουν επίπτωση στις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές και θα μπορούσαν δυνητικά να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό.

(197)

Η Επιτροπή συνάγει, επομένως, το συμπέρασμα ότι η κάλυψη από το ελληνικό ΤΧΣ του χρηματοδοτικού κενού ύψους 456,97 ευρώ σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν από την FB Bank στην Τράπεζα και η δέσμευση του ελληνικού ΤΧΣ να καλύψει τις κεφαλαιακές ανάγκες για τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού, οι οποίες μπορεί να ανέλθουν σε 100 εκατ. ευρώ, συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

Δικαιούχος των μέτρων FB4 και FB5

(198)

Όπως ήδη αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 193, η Επιτροπή θεωρεί τις δραστηριότητες της FB Bank ως τον δικαιούχο των μέτρων FB4 και FB5, αφού οι ενισχύσεις επέτρεψαν τη συνέχιση αυτών των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Τράπεζα.

(199)

Ως προς το κατά πόσο η πώληση της FB Bank συνιστά κρατική ενίσχυση στην Τράπεζα, σύμφωνα με την παράγραφο 49 της τραπεζικής ανακοίνωσης του 2008, η Επιτροπή οφείλει να αξιολογήσει κατά πόσο πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Πρέπει να εξετάσει ειδικότερα αν: i) η διαδικασία πώλησης ήταν ανοικτή και χωρίς διακρίσεις, ii) η πώληση πραγματοποιήθηκε με τους όρους της αγοράς, και iii) αν το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή το Δημόσιο πέτυχε την ανώτερη δυνατή τιμή πώλησης των σχετικών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.

(200)

Η Τράπεζα απέκτησε τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της FB Bank διότι υπέβαλε την προκριθείσα προσφορά στο πλαίσιο χωρίς διακρίσεις διαγωνισμού ανοικτού σε άλλες τράπεζες. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να απευθυνθεί μόνο στις τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα, εκ των οποίων μόνον η Τράπεζα και μία άλλη τράπεζα υπέβαλαν μη δεσμευτικές προσφορές. Η Τράπεζα της Ελλάδος κάλεσε τους δύο υποψηφίους να υποβάλουν βελτιωμένες προσφορές. Η Τράπεζα της Ελλάδος επέλεξε την ΕΤΕ διότι η προσφορά της συνεπάγεται χαμηλότερες δαπάνες εξυγίανσης (114).

(201)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η Τράπεζα της Ελλάδος απευθύνθηκε μόνο σε τέσσερις τράπεζες (115). Παρά τον περιορισμένο αριθμό αγοραστών με τους οποίους υπήρξε επικοινωνία, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι ο διαγωνισμός ήταν ανοικτός, λόγω της έλλειψης άλλων δραστηριοποιούμενων στην Ελλάδα τραπεζών αρκετά μεγάλου μεγέθους ώστε να απορροφήσουν τα δημοπρατούμενα στοιχεία ενεργητικού και με επαρκή κεφάλαια κατά τον χρόνο της εξυγίανσης και δεδομένου του περιορισμένου ενδιαφέροντος, κατά τη στιγμή της εξυγίανσης, ξένων πιστωτικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να επιδοθούν σε τραπεζικές δραστηριότητες στην Ελλάδα. Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος καθόρισε εκ των προτέρων το χαρτοφυλάκιο των προς μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, καθώς και το χρονοδιάγραμμα που θα έπρεπε να πληρούν οι προσφορές για να είναι έγκυρες. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η διαδικασία πώλησης ήταν ανοικτή και χωρίς διακρίσεις.

(202)

Η αρνητική τιμή (δηλαδή, λαμβανομένων υπόψη του χρηματοδοτικού κενού και της κάλυψης των προαναφερθέντων κεφαλαιακών αναγκών) για τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της FB Bank δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να αποτυπώνει η τιμή πώλησης την αγοραία αξία της επιχείρησης (116). Η Επιτροπή δεν έχει λόγο να θεωρεί ότι η υποβληθείσα προσφορά και το καταβληθέν τίμημα δεν αποτυπώνουν την αγοραία αξία της επιχείρησης. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, η εύλογη αξία των μεταβιβασθέντων στοιχείων ενεργητικού αποτιμάται αρχικά από την Τράπεζα της Ελλάδος και, στη συνέχεια, ελέγχεται και προσαρμόζεται από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες κατά τους επόμενους έξι μήνες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η πώληση πραγματοποιήθηκε με τους όρους της αγοράς. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την παράγραφο 49 της τραπεζικής ανακοίνωσης του 2008, την παράγραφο 20 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης και την πρακτική της Επιτροπής όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων (117), η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ενδεχόμενο ενίσχυσης προς την Τράπεζα μπορεί να αποκλειστεί.

6.2.1.3.   Συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη και το συνολικό ποσό της εισπραχθείσας ενίσχυσης

(203)

Βάσει των αιτιολογικών σκέψεων 190 έως 197, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα μέτρα FB1, FB2, FB3, FB4 και FB5 πληρούν όλα τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης και συνιστούν κρατική ενίσχυση.

(204)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα ότι οι δραστηριότητες της FB Bank έλαβαν κρατική ενίσχυση υπό μορφή κεφαλαιακής στήριξης ύψους 606,97 εκατ. ευρώ (μέτρα FB1, FB4 και FB5), πέραν των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου ύψους 60 εκατ. ευρώ (μέτρο FB2) και κρατικών εγγυήσεων ύψους 50 εκατ. ευρώ (μέτρο FB3), όπως συνοψίζεται στον πίνακα 10.

Πίνακας 10

Επισκόπηση της συνολικής ενίσχυσης των δραστηριοτήτων της FB Bank

Δικαιούχος της ενίσχυσης

Μέτρο

Χαρακτήρας της ενίσχυσης

Ύψος της ενίσχυσης (σε εκατ. ευρώ)

Δραστηριότητες της FB Bank

FB1

Ανακεφαλαιοποίηση

50

FB4

Κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού από την FB Bank στην Τράπεζα

456,97

FB5

Επιστολή δέσμευσης για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών σχετικά με τα μεταβιβασθέντα στην Τράπεζα στοιχεία ενεργητικού της FB Bank

100

Συνολική χορηγηθείσα κεφαλαιακή ενίσχυση

606,97

Συνολική καταβληθείσα κεφαλαιακή ενίσχυση

506,97

Δικαιούχοι

Μέτρο

Χαρακτήρας της ενίσχυσης

 

Δραστηριότητες της FB Bank

FB2

Ομολογιακό δάνειο

60

 

FB3

Εγγύηση

50

Συνολική χορηγηθείσα ενίσχυση ρευστότητας

110

6.2.2.   Νομική βάση για την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου

(205)

Το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της Συνθήκης ορίζει ότι η Επιτροπή δύναται να θεωρεί ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά ενισχύσεις που προορίζονται «για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους».

(206)

Η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει ότι η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση μπορεί να δημιουργήσει σοβαρή διαταραχή στην οικονομία ενός κράτους μέλους και ότι μέτρα που στηρίζουν τις τράπεζες μπορούν να αποκαταστήσουν αυτή τη διαταραχή. Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε στην τραπεζική ανακοίνωση του 2008, στην ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης και στην ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης. Η Επιτροπή εξακολουθεί να θεωρεί ότι πληρούνται οι απαιτήσεις για την έγκριση της κρατικής ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές δέχονται εκ νέου πίεση. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε αυτή την άποψη με την έκδοση της ανακοίνωσης περί παράτασης του 2011 (118) και της τραπεζικής ανακοίνωσης του 2013 (119).

(207)

Όσον αφορά την ελληνική οικονομία, στις αποφάσεις της για την έγκριση και την παράταση του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών, καθώς και την έγκριση μέτρων κρατικής ενίσχυσης που χορηγήθηκαν από την Ελλάδα σε μεμονωμένες τράπεζες, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι υφίσταται κίνδυνος σοβαρής διαταραχής της ελληνικής οικονομίας και ότι η κρατική στήριξη των τραπεζών είναι ενδεδειγμένη για την άρση αυτής της διαταραχής. Ως εκ τούτου, η νομική βάση για την αξιολόγηση του μέτρου ενίσχυσης θα πρέπει να είναι το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της Συνθήκης.

(208)

Σύμφωνα με την παράγραφο 15 της τραπεζικής ανακοίνωσης του 2008, για να είναι μία ενίσχυση συμβιβάσιμη βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της Συνθήκης, πρέπει να είναι σύμφωνη με τα γενικά κριτήρια συμβατότητας:

α)   Καταλληλότητα: Η ενίσχυση πρέπει να είναι καλά στοχοθετημένη, ώστε να μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικά ο στόχος της αντιμετώπισης σοβαρής διαταραχής της οικονομίας. Αυτό δεν θα ήταν εφικτό, εάν το μέτρο δεν ήταν κατάλληλο για την άρση της διαταραχής.

β)   Αναγκαιότητα: Το μέτρο ενίσχυσης πρέπει, ως προς το ύψος και τη μορφή του, να είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου. Πρέπει, συνεπώς, να περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο ποσό για την επίτευξη του στόχου και να έχει την πλέον κατάλληλη μορφή για την άρση της διαταραχής.

γ)   Αναλογικότητα: Τα θετικά αποτελέσματα του μέτρου ενίσχυσης πρέπει αντισταθμίζουν καταλλήλως τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, έτσι ώστε οι στρεβλώσεις αυτές να περιορίζονται στο ελάχιστο αναγκαίο προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του μέτρου.

(209)

Κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η Επιτροπή ανέπτυξε κριτήρια συμβατότητας για διάφορα είδη μέτρων ενίσχυσης. Αρχές για την αξιολόγηση των μέτρων ενίσχυσης καθορίστηκαν για πρώτη φορά στην τραπεζική ανακοίνωση του 2008.

(210)

Η ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης περιέχει πρόσθετες οδηγίες σχετικά με το ύψος της αμοιβής που απαιτείται για τις εισφορές κεφαλαίων από το κράτος.

(211)

Τέλος, η Επιτροπή εξήγησε στην ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογεί τα σχέδια αναδιάρθρωσης. Κατά την αξιολόγηση του σχεδίου αναδιάρθρωσης της Τράπεζας σύμφωνα με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης, η Επιτροπή θα λάβει υπόψη της όλα τα μέτρα ενίσχυσης που αναφέρονται στον πίνακα 10.

6.2.3.   Συμβατότητα των μέτρων ενίσχυσης με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008 και την ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης

6.2.3.1   Συμβατότητα των μέτρων FB1, FB2 και FB3 με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008

(212)

Τα μέτρα FB1, FB2 και FB3 χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών. Τα μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού έχουν ήδη κριθεί συμβιβάσιμα με την εσωτερική αγορά στην απόφαση της Επιτροπής της 19ης Νοεμβρίου 2008.

6.2.3.2   Συμβατότητα των μέτρων FB4 και FB5 με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008 και την ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης

6.2.3.2.1.   Καταλληλότητα

(213)

Όσον αφορά την καταλληλότητα των μέτρων FB4 και FB5, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα εν λόγω μέτρα είναι κατάλληλα διότι προστάτευσαν τους καταθέτες της FB Bank και, ως εκ τούτου, διαφύλαξαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η συνέχιση αυτών των δραστηριοτήτων θα ήταν αδύνατη χωρίς την ενίσχυση από το ελληνικό ΤΧΣ, δεδομένου ότι η FB Bank είχε αρνητικά ίδια κεφάλαια κατά τη στιγμή της εξυγίανσης και, στις επικρατούσες τότε δυσχερείς συνθήκες της αγοράς, καμία τράπεζα δεν θα είχε αγοράσει χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού και παθητικού με αρνητική αξία τα οποία θα είχαν επιδεινώσει τη θέση της από πλευράς κεφαλαιακής επάρκειας. Ως εκ τούτου, τα μέτρα διασφάλισαν τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ελλάδα. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα μέτρα είναι κατάλληλα ως ενίσχυση διάσωσης.

6.2.3.2.2.   Αναγκαιότητα

(214)

Σύμφωνα με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008, το μέτρο ενίσχυσης πρέπει, ως προς το ύψος και τη μορφή του, να είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου του μέτρου. Αυτό σημαίνει ότι η εισφορά κεφαλαίου πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο ποσό για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(215)

Όπως ανέφερε η Τράπεζα της Ελλάδος στην επιστολή της 8ης Μαΐου 2013, παρά το μικρό μέγεθος της FB Bank, η ανάκληση της άδειάς της χωρίς την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης θα μπορούσε να βλάψει την εμπιστοσύνη των καταθετών στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και, συνεπώς, να έχει αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Επίσης, η Τράπεζα της Ελλάδος δήλωσε ότι από τις διάφορες επιλογές για εξυγίανση προτίμησε την εξυγίανση της FB Bank μέσω της εφαρμογής της διαδικασίας αγοράς και ανάληψης σύμφωνα με το ΜΟΧΠ του Δεκεμβρίου 2012. Έκρινε δε ότι η εν λόγω διαδικασία προσέφερε άμεση και οριστική λύση στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η FB Bank. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτά τα στοιχεία χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στηρίζουν την αναγκαιότητα των μέτρων FB4 και FB5.

(216)

Όσον αφορά το ύψος της παρέμβασης, η Τράπεζα της Ελλάδος με την απόφασή της 10/1/10.5.2013 δήλωσε ότι η εντολή μεταβίβασης των επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού ήταν η προτιμώμενη λύση, καθώς μείωνε στο ελάχιστο το κόστος της εξυγίανσης. Η απόφαση αυτή ήταν επίσης σύμφωνη με το ΜΟΧΠ του Μαρτίου 2012. Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το τελικό ύψος του χρηματοδοτικού κενού αξιολογήθηκε προσεκτικά από τις ελληνικές αρχές, οι οποίες έλαβαν υπόψη την έκθεση αποτίμησης που καταρτίστηκε από νόμιμο ελεγκτή. Η συνεισφορά κάλυπτε ακριβώς τη διαφορά μεταξύ της εύλογης αξίας των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν και της αξίας των στοιχείων παθητικού. Επιπλέον, το ελληνικό ΤΧΣ δεσμεύθηκε να καλύψει τις κεφαλαιακές ανάγκες μόνο μέχρι το 9 % των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν, όπως εκτιμήθηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος. Το γεγονός ότι μόνον η Τράπεζα, μεταξύ των δύο υποψηφίων, συμφώνησε να αναθεωρήσει την προσφορά της ενισχύει το συμπέρασμα ότι η συνεισφορά δεν ήταν υπερβολική.

(217)

Επιπλέον, τα ίδια κεφάλαια της FB Bank δεν μεταβιβάστηκαν και, ως εκ τούτου, παρέμειναν στην υπό εκκαθάριση οντότητα, δηλαδή στην FB Bank. Συνεπώς, οι μέτοχοι θα υποστούν πλήρη απώλεια και η συνεισφορά του ελληνικού ΤΧΣ δεν αυξάνεται από το κόστος της διάσωσής τους.

(218)

Όσον αφορά την αμοιβή για την ενίσχυση, όπως προαναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 195, το ελληνικό ΤΧΣ κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ανακτήσει πλήρως το χρηματικό ποσό που συνεισέφερε (120). Επομένως, σαφώς δεν αμείβεται και η συνεισφορά του εξομοιώνεται με επιχορήγηση. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 44 της ανακοίνωσης περί ανακεφαλαιοποίησης, μια ανεπαρκώς αμειβόμενη ανακεφαλαιοποίηση μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο στην περίπτωση προβληματικών τραπεζών που δεν μπορούν να καταβάλουν καμία αμοιβή. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η FB Bank εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία. Η απουσία αμοιβής δημιουργεί την ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με την ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης.

(219)

Συμπερασματικά, τα μέτρα FB4 και FB5 είναι αναγκαία ως ενίσχυση διάσωσης, τόσο ως προς το ύψος όσο και ως προς τη μορφή, για να επιτευχθούν οι στόχοι του περιορισμού της διαταραχής στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και της οικονομίας στο σύνολό της.

6.2.3.2.3.   Αναλογικότητα

(220)

Η Επιτροπή σημειώνει ότι η FB Bank δεν υφίσταται πλέον όπως υφίστατο προηγουμένως. Το γεγονός ότι η ενίσχυση διασώζει τις δραστηριότητες που μεταβιβάστηκαν από αυτήν θα μπορούσε, θεωρητικά, να δημιουργήσει στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό. Ωστόσο, η Επιτροπή σημειώνει με θετικό πρόσημο το μικρό μέγεθος της FB Bank και τη διαδικασία πώλησης κατά την οποία οι ανταγωνιστές είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν προσφορές για τα επιλεγμένα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της FB Bank. Επιπλέον, αμέσως μετά τη μεταβίβασή τους, οι οικονομικές δραστηριότητες της FB Bank ενσωματώθηκαν πλήρως στην Τράπεζα και έπαυσαν να υφίστανται ως χωριστές οικονομικές δραστηριότητες ή να ασκούν ανταγωνιστικές πιέσεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση δεν δημιουργεί αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

Συμπέρασμα σχετικά με τη συμβατότητα των μέτρων FB4 και FB5

(221)

Συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα μέτρα FB4 και FB5 είναι κατάλληλα και αναγκαία και, λαμβανομένου υπόψη του μικρού μεγέθους της FB Bank και της εξαφάνισής της ως ανεξάρτητου ανταγωνιστή με την πλήρη ενσωμάτωσή της στην Τράπεζα, είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο στόχο, σύμφωνα με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008 και την ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης.

6.2.4.   Συμβατότητα των μέτρων ενίσχυσης με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης

(222)

Όσον αφορά την αμοιβή του μέτρου FB4, η Επιτροπή επισήμανε στην αιτιολογική σκέψη(218) ότι το ελληνικό ΤΧΣ κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να ανακτήσει πλήρως τα 456,97 εκατ. ευρώ που χορηγήθηκαν για την εξυγίανση της FB Bank (μέτρο FB4). Η απουσία αμοιβής δημιουργεί την ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης, τόσο ως προς τα μέτρα βιωσιμότητας όσο και ως προς τα μέτρα για τον περιορισμό των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.

6.2.4.1.   Μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δραστηριοτήτων της FB Bank μέσω της πώλησης

(223)

Η παράγραφος 21 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης προβλέπει ότι, θα πρέπει πάντοτε να εξετάζεται το ενδεχόμενο εύτακτης εκκαθάρισης ή θέσης σε πλειστηριασμό ενός προβληματικού πιστωτικού ιδρύματος όταν το ίδρυμα δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσει με αξιόπιστο τρόπο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να ενθαρρύνουν την έξοδο των μη βιώσιμων φορέων της αγοράς, επιτρέποντας συγχρόνως την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξόδου σε κατάλληλο χρονικό πλαίσιο που διασφαλίζει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(224)

Ωστόσο, η FB Bank δεν ήταν βιώσιμη σε αυτόνομη βάση και τέθηκε υπό εκκαθάριση. Ως προς αυτό, η παράγραφος 17 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης διευκρινίζει ότι «η πώληση μιας προβληματικής τράπεζας σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας, εάν ο αγοραστής είναι βιώσιμος και ικανός να απορροφήσει τη μεταβίβαση της προβληματικής τράπεζας, και μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της αγοράς».

(225)

Όπως αναφέρεται στο τμήμα 7.5.2, βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσής της, η Τράπεζα μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη επιχείρηση. Επομένως, το γεγονός ότι οι δραστηριότητες της FB Bank έχουν μεταβιβαστεί στην Τράπεζα επιτρέπει την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς τους. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι δραστηριότητες της FB Bank ενσωματώθηκαν πλήρως (121) στην Τράπεζα, οπότε έπαυσαν να λειτουργούν ως ανεξάρτητος ανταγωνιστής, συνιστά ριζική αναδιάρθρωση, όπως απαιτείται λόγω της ανεπαρκούς αμοιβής για την κρατική ενίσχυση.

6.2.4.2.   Ίδια συνεισφορά και επιμερισμός των επιβαρύνσεων

(226)

Όπως εξηγήθηκε στην αιτιολογική σκέψη 216, ο επιλεγείς τρόπος εξυγίανσης της FB Bank εξασφαλίζει τον περιορισμό του κόστους αναδιάρθρωσης στο ελάχιστο. Πρώτον, το χρηματοδοτικό κενό αξιολογήθηκε προσεκτικά από τις ελληνικές αρχές, με βάση έκθεση που εκπονήθηκε από ανεξάρτητους ελεγκτές. Επιπλέον, το ελληνικό ΤΧΣ δεσμεύθηκε να καλύψει τις κεφαλαιακές ανάγκες του αγοραστή οι οποίες απορρέουν από τις μεταβιβασθείσες δραστηριότητες μόνο μέχρι το ελάχιστο ποσό που ορίζει ο νόμος. Επιπλέον, η ενσωμάτωση των οικονομικών δραστηριοτήτων της FB Bank σε μια ευρύτερη οντότητα και η συνακόλουθη υλοποίηση των συνεργιών, μέσω του εξορθολογισμού του δικτύου υποκαταστημάτων της FB Bank, η παγίωση της υποδομής ΤΠ και η μείωση του κόστους χρηματοδότησης βοηθούν στη μείωση του κόστους της αναδιάρθρωσης στο ελάχιστο σε σύγκριση με ένα σενάριο όπου το κράτος θα είχε προσπαθήσει να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα της FB Bank σε αυτόνομη βάση.

(227)

Τα ίδια κεφάλαια και τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης δεν μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα, αλλά παρέμειναν στην FB Bank, την οντότητα υπό εκκαθάριση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι επιτεύχθηκε επαρκής καταμερισμός των επιβαρύνσεων στους μετόχους, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δικαιούνται έσοδα από την εκκαθάριση μόνον εάν τα έσοδα είναι επαρκή για να εξοφλήσουν πρώτα το ελληνικό ΤΧΣ, το οποίο έχει απαίτηση πρώτης προτεραιότητας έναντι άλλων πιστωτών. Ως εκ τούτου, δεδομένης της ανεπάρκειας των ρευστοποιηθέντων στοιχείων ενεργητικού, οι μέτοχοι δεν έχουν πιθανότητες να ανακτήσουν τις επενδύσεις τους.

6.2.4.3.   Μέτρα για τον περιορισμό των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού

(228)

Όσον αφορά τα μέτρα για τον περιορισμό των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, η παράγραφος 30 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης προβλέπει ότι «η Επιτροπή λαμβάνει ως σημείο εκκίνησης για την αξιολόγηση της ανάγκης θέσπισης τέτοιων μέτρων, το μέγεθος, την κλίμακα και την έκταση των δραστηριοτήτων τις οποίες αναμένεται να ασκήσει η οικεία τράπεζα μετά την εφαρμογή ενός αξιόπιστου σχεδίου αναδιάρθρωσης […]. Η φύση και η μορφή των μέτρων αυτών θα εξαρτηθεί από δύο κριτήρια: πρώτον, από το ύψος της ενίσχυσης και τους όρους και τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε και, δεύτερον, από τα χαρακτηριστικά της αγοράς ή των αγορών στις οποίες θα δραστηριοποιηθεί η δικαιούχος τράπεζα».

(229)

Η συνολική ενίσχυση που χορηγήθηκε υπό μορφή κεφαλαίου ανέρχεται σε 606,97 εκατ. ευρώ (μέτρα FB1, FB4 και FB5), εκτός από τους τίτλους του ελληνικού Δημοσίου ύψους 60 εκατ. ευρώ (μέτρο FB2) και τις κρατικές εγγυήσεις ύψους 50 εκατ. ευρώ (μέτρο FB3). Το μέτρο FB1 αντιστοιχούσε στο 3,25 % των ΠΣΣΚ της FB Bank στις 31 Δεκεμβρίου 2008. Το μέτρο FB4, η χρηματοδότηση του χρηματοδοτικού κενού από την FB Bank στην Τράπεζα, αντιστοιχούσε σε περίπου 33,44 % των ΠΣΣΚ της FB Bank στις 31 Μαρτίου 2013. Το μέτρο FB5, εξ ορισμού, αντιστοιχούσε στο 9 % των ΠΣΣΚ της FB Bank που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα. Τέτοια ποσά ενίσχυσης, σε συνδυασμό με την απουσία αμοιβής, επιβάλλουν σημαντική μείωση της παρουσίας του δικαιούχου στην αγορά.

(230)

Όσον αφορά την αγορά στην οποία δραστηριοποιείτο η FB Bank, η Επιτροπή σημειώνει ότι η FB Bank ήταν μια πολύ μικρή τράπεζα (με μερίδιο λιγότερο από 0,5 % των συνολικών στοιχείων ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών και μερίδιο αγοράς μικρότερο του 1 % για τα δάνεια και τις καταθέσεις στην Ελλάδα) και κατά συνέπεια τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της FB Bank που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα ήταν μικρά σε σχέση με το μέγεθος του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

(231)

Επιπλέον, οι δραστηριότητες της FB Bank προσφέρθηκαν σε ανταγωνιστές μέσω ανοικτού πλειστηριασμού. Μετά την πώλησή της, η FB Bank έπαψε να υφίσταται ως ανεξάρτητος ανταγωνιστής, διότι οι δραστηριότητές της ενσωματώθηκαν πλήρως στην Τράπεζα.

(232)

Συνάγεται το συμπέρασμα ότι, λόγω του μικρού μεγέθους των δραστηριοτήτων που μεταβιβάστηκαν, της ανοικτής διαδικασίας πώλησης και της πλήρους ενσωμάτωσης των δραστηριοτήτων της FB Bank στην Τράπεζα, δεν υπάρχουν αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, παρά το πολύ σημαντικό ποσό των ενισχύσεων και την απουσία αμοιβής.

6.2.4.4.   Συμπέρασμα σχετικά με τη συμβατότητα με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης

(233)

Βάσει αυτής της ανάλυσης, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η πώληση των επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της FB Bank και η ενσωμάτωσή τους στην Τράπεζα διασφαλίζουν ότι οι δραστηριότητες της FB Bank αποκαθιστούν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους, ότι η ενίσχυση περιορίζεται στο ελάχιστο απαραίτητο και ότι δεν υπάρχουν αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, σύμφωνα με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης.

6.2.5.   Συμπέρασμα σχετικά με το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης υπέρ της FB Bank με την εσωτερική αγορά

(234)

Όλα τα μέτρα ενίσχυσης που απαριθμούνται στον πίνακα 10 είναι επομένως συμβιβάσιμα με την εσωτερική αγορά.

6.3.   ΑΞΙΟΛΌΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΊΣΧΥΣΗΣ ΥΠΈΡ ΤΗΣ PROBANK

6.3.1.   Ύπαρξη και ποσό της ενίσχυσης

(235)

Η Επιτροπή οφείλει καταρχάς να εξετάσει κατά πόσο τα μέτρα συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

6.3.1.1.   Ύπαρξη ενίσχυσης στα μέτρα που χορηγήθηκαν για την εξυγίανση της ProBank (μέτρα PB1 και PB2)

(236)

Το ελληνικό ΤΧΣ αποτελεί οικονομική οντότητα που συστάθηκε και χρηματοδοτείται από την Ελλάδα για τη στήριξη των τραπεζών. Τα μέτρα PB1 και PB2, συνεπώς, αφορούν κρατικούς πόρους. Τα μέτρα PB1 και PB2 έχουν επίσης επιλεκτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι ωφελούν μόνο τις δραστηριότητες της Probank.

(237)

Επιπλέον τα μέτρα PB1 και PB2 παρέχουν στην Probank σαφές πλεονέκτημα εφόσον συμβάλλουν στη συνέχιση των δραστηριοτήτων της. Η εντολή μεταβίβασης στην περίπτωση αυτή είναι η πώληση «ως σύνολο» διότι, ενώ τα ίδια κεφάλαια δεν θα μεταβιβαστούν, τα βασικά παραγωγικά τραπεζικά στοιχεία ενεργητικού θα μεταβιβαστούν (υποκαταστήματα, καταθέσεις και δάνεια).

(238)

Τα μέτρα PB1 και PB2 δεν συνάδουν με την αρχή του επενδυτή σε οικονομία της αγοράς. Στην πραγματικότητα, το ελληνικό ΤΧΣ δεν έχει καμία προοπτική κέρδους από τη συνεισφορά του: σε αντάλλαγμα για τη συνεισφορά του δεν έλαβε καμία απαίτηση έναντι της Τράπεζας αλλά μόνο μια απαίτηση έναντι της υπό εκκαθάριση οντότητας, δηλαδή της Probank (122). Συνεπώς, το ελληνικό ΤΧΣ κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ανακτήσει πλήρως το χρηματικό ποσό που συνεισέφερε.

(239)

Αυτό το επιλεκτικό πλεονέκτημα που παρέχουν τα μέτρα PB1 και PB2 νοθεύει τον ανταγωνισμό διότι επιτρέπει σε μια τράπεζα να συνεχίσει τις δραστηριότητές της, παρέχοντάς της τη δυνατότητα να δραστηριοποιείται στην αγορά και να ανταγωνίζεται με άλλες τράπεζες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ή θα επιθυμούσαν ενδεχομένως να εισέλθουν στην ελληνική αγορά. Ως εκ τούτου, τα μέτρα PB1 και PB2 έχουν επίπτωση στις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές και θα μπορούσαν δυνητικά να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό.

(240)

Συνάγεται, επομένως, το συμπέρασμα ότι η κάλυψη από το ελληνικό ΤΧΣ του χρηματοδοτικού κενού από την Probank στην Τράπεζα, ύψους 562,73 εκατ. ευρώ, και η δέσμευση του ελληνικού ΤΧΣ να καλύψει τις κεφαλαιακές ανάγκες για τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού, οι οποίες μπορεί να ανέλθουν σε [180 έως 280] εκατ. ευρώ, συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

Δικαιούχος των μέτρων PB1 και PB2

(241)

Δικαιούχος των μέτρων PB1 και PB2 είναι οι δραστηριότητες της Probank, διότι τα μέτρα αυτά επέτρεψαν τη συνέχιση αυτών των δραστηριοτήτων εντός της Τράπεζας.

(242)

Ως προς το κατά πόσο η πώληση των δραστηριοτήτων της Probank συνιστά κρατική ενίσχυση στην Τράπεζα, σύμφωνα με την παράγραφο 49 της τραπεζικής ανακοίνωσης του 2008, η Επιτροπή οφείλει να αξιολογήσει κατά πόσο πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Πρέπει να εξετάσει ειδικότερα: i) αν η διαδικασία πώλησης ήταν ανοικτή και χωρίς διακρίσεις· ii) αν η πώληση πραγματοποιήθηκε με τους όρους της αγοράς, και iii) αν το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή το Δημόσιο πέτυχε την ανώτερη δυνατή τιμή πώλησης των σχετικών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.

(243)

Η Τράπεζα απέκτησε τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της Probank διότι υπέβαλε την προκριθείσα προσφορά στο πλαίσιο χωρίς διακρίσεις διαγωνισμού ανοικτού σε άλλες τράπεζες. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποφάσισε να απευθυνθεί μόνο στις τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα, εκ των οποίων μόνον η Τράπεζα και μία ακόμη τράπεζα υπέβαλαν προσφορές. Η Τράπεζα ήταν ο επικρατέστερος υποψήφιος όσον αφορά την τιμή και τις αναμενόμενες συνέργειες.

(244)

Η Τράπεζα της Ελλάδος απευθύνθηκε μόνο σε τέσσερις τράπεζες. Το γεγονός ότι απευθύνθηκε σε περιορισμένο αριθμό αγοραστών δεν μπορεί να αποκλείσει ότι ο διαγωνισμός ήταν ανοικτός, δεδομένου ότι δεν λειτουργούν στην Ελλάδα άλλες τράπεζες που να έχουν επαρκές μέγεθος ώστε να απορροφήσουν τις δραστηριότητες που δημοπρατήθηκαν και με επαρκή κεφάλαια κατά τον χρόνο της εξυγίανσης. Επιπλέον, έως την εξυγίανση της Probank, κανένα ξένο πιστωτικό ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δεν είχε υποβάλει έγκυρη δεσμευτική πρόταση για την εξαγορά της Probank παρά την επανειλημμένη αναβολή της προθεσμίας. Κατά τον χρόνο της εξυγίανσης, το ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε από ξένα πιστωτικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να αναλάβουν τραπεζικές δραστηριότητες στην Ελλάδα ήταν πολύ περιορισμένο. Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος είχε καθορίσει εκ των προτέρων το χαρτοφυλάκιο των προς μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και το χρονοδιάγραμμα που έπρεπε να πληρούν οι προσφορές ώστε να είναι έγκυρες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία πώλησης ήταν ανοικτή και χωρίς διακρίσεις.

(245)

Η αρνητική τιμή (δηλαδή, αφού ληφθούν υπόψη το χρηματοδοτικό κενό και η κάλυψη των εν λόγω κεφαλαιακών αναγκών) για τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της Probank δεν αποκλείει ότι η τιμή πώλησης αποτυπώνει την αγοραία αξία της επιχείρησης (123). Η Επιτροπή δεν έχει λόγο να θεωρεί ότι η υποβληθείσα προσφορά και το καταβληθέν τίμημα δεν αποτυπώνουν την αγοραία αξία της επιχείρησης. Πράγματι, η εύλογη αξία των στοιχείων ενεργητικού εκτιμήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος και επαληθεύτηκε από εξωτερικούς ελεγκτές. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η πώληση πραγματοποιήθηκε με τους όρους της αγοράς. Βάσει των ανωτέρω, σύμφωνα με το σημείο 49 της τραπεζικής ανακοίνωσης του 2008, το σημείο 20 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης και την πρακτική σε θέματα λήψης αποφάσεων της Επιτροπής (124), συνάγεται το συμπέρασμα ότι η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης προς την Τράπεζα μπορεί να αποκλειστεί.

6.3.1.2.   Συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη και το συνολικό ποσό της εισπραχθείσας ενίσχυσης

(246)

Βάσει των αιτιολογικών σκέψεων 236 έως 240, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα μέτρα PB1 και PB2 πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης και συνιστούν κρατική ενίσχυση.

(247)

Επομένως, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι δραστηριότητες της Probank έχουν λάβει κρατική ενίσχυση με τη μορφή κεφαλαιακής ενίσχυσης ύψους [742,7 έως 842,7] εκατ. ευρώ (μέτρα PB1 και PB2), όπως συνοψίζονται στον πίνακα 11.

Πίνακας 11

Επισκόπηση της συνολικής ενίσχυσης των δραστηριοτήτων της Probank

Δικαιούχοι της ενίσχυσης

Μέτρο

Φύση της ενίσχυσης

Ποσό της ενίσχυσης (σε εκατ. ευρώ)

Δραστηριότητες της Probank

PB1

Χρηματοδότηση του χρηματοδοτικού κενού από την Probank στην Τράπεζα

562,7

PB2

Επιστολή δέσμευσης για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών σχετικά με τα μεταβιβασθέντα στην Τράπεζα στοιχεία ενεργητικού της ProBank

[180 έως 280]

Συνολική χορηγηθείσα κεφαλαιακή ενίσχυση

[742,7 έως 842,7]

Συνολική καταβληθείσα κεφαλαιακή ενίσχυση

[742,7 έως 842,7]

6.3.2.   Νομική βάση για την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου

(248)

Το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της Συνθήκης ορίζει ότι η Επιτροπή δύναται να θεωρεί ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά ενισχύσεις που προορίζονται «για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους».

(249)

Όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 206 και 207, επί του παρόντος η νομική βάση για την αξιολόγηση των μέτρων ενίσχυσης στις ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να είναι το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της Συνθήκης.

(250)

Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 208, σύμφωνα με την παράγραφο 15 της τραπεζικής ανακοίνωσης του 2008, για να είναι μία ενίσχυση συμβιβάσιμη βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της Συνθήκης, πρέπει να είναι σύμφωνη με τα γενικά κριτήρια συμβατότητας: καταλληλότητα, αναγκαιότητα και αναλογικότητα.

(251)

Η ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης περιέχει πρόσθετες οδηγίες σχετικά με το ύψος της αμοιβής που απαιτείται για τις εισφορές κεφαλαίων από το κράτος.

(252)

Τέλος, η Επιτροπή εξήγησε στην ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης τον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογεί τα σχέδια αναδιάρθρωσης. Κατά την αξιολόγηση του σχεδίου αναδιάρθρωσης σύμφωνα με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης, η Επιτροπή θα λάβει υπόψη της όλα τα μέτρα ενίσχυσης που αναφέρονται στον πίνακα 11.

6.3.3.   Συμβατότητα των μέτρων ενίσχυσης με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008 και την ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης

6.3.3.1.   Καταλληλότητα

(253)

Όσον αφορά την καταλληλότητα των μέτρων PB1 και PB2, η Επιτροπή θεωρεί ότι η κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού και η δέσμευση για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών του αγοραστή σε σχέση με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού είναι μέτρα κατάλληλα διότι επέτρεψαν την πώληση, προστάτευσαν τους καταθέτες της Probank και, κατ' αυτόν τον τρόπο, διαφύλαξαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η συνέχιση αυτών των δραστηριοτήτων θα ήταν αδύνατη χωρίς την ενίσχυση από το ελληνικό ΤΧΣ, διότι η Probank είχε αρνητικά ίδια κεφάλαια κατά τον χρόνο της εξυγίανσης. Στις δυσχερείς συνθήκες της αγοράς που επικρατούσαν τότε, καμία τράπεζα δεν θα είχε αγοράσει χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού και παθητικού με αρνητική αξία που θα είχε επιδεινώσει τη θέση της από πλευράς κεφαλαιακής επάρκειας. Στις 10 Μαΐου 2013, η Τράπεζα της Ελλάδος διόρισε επίτροπο στην ProBank, αποστολή του οποίου ήταν να διασφαλίσει τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την ολοκλήρωση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της ProBank. Το γεγονός ότι μέχρι τη στιγμή της εξυγίανσης κανένας ιδιώτης επενδυτής δεν είχε υποβάλει τελική δεσμευτική πρόταση εξαγοράς της ProBank, παρά τις προσπάθειες του επιτρόπου που διορίστηκε στην ProBank και την επανειλημμένη παράταση της προθεσμίας για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, συνηγορεί υπέρ της διαπίστωσης ότι η συνέχιση αυτών των δραστηριοτήτων θα ήταν αδύνατη χωρίς την ενίσχυση από το ελληνικό ΤΧΣ. Ως εκ τούτου, τα μέτρα διασφάλισαν τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ελλάδα. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα μέτρα είναι κατάλληλα ως ενίσχυση διάσωσης.

6.3.3.2.   Αναγκαιότητα

(254)

Σύμφωνα με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008, το μέτρο ενίσχυσης πρέπει, ως προς το ύψος και τη μορφή του, να είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου του μέτρου. Αυτό σημαίνει ότι η εισφορά κεφαλαίου πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο ποσό για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(255)

Το μνημόνιο οικονομικής και χρηματοοικονομικής πολιτικής (ΜΟΧΠ) του Μαΐου 2013 προέβλεπε ότι, για τις μη κύριες τράπεζες (125) που δεν πληρούν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους, η Τράπεζα της Ελλάδος, σε συντονισμό με το ελληνικό ΤΧΣ, θα εξετάζει τις επιλογές για την ελαχιστοποίηση του κόστους για τους φορολογουμένους, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών αγοράς και ανάληψης, διασφαλίζοντας παράλληλα την ασφάλεια των καταθετών.

(256)

Όπως ανέφερε η Τράπεζα της Ελλάδας στην απόφασή της 26ης Ιουλίου 2013 (126), η ανάκληση της άδειας της ProBank χωρίς την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(257)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτά τα στοιχεία χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στηρίζουν την αναγκαιότητα των μέτρων PB1 και PB2.

(258)

Όσον αφορά το ύψος του μέτρου, το χρηματοδοτικό κενό αξιολογήθηκε προσεκτικά από τις ελληνικές αρχές, οι οποίες έλαβαν υπόψη την έκθεση αποτίμησης που καταρτίστηκε από νόμιμο ελεγκτή. Η συνεισφορά κάλυπτε ακριβώς τη διαφορά μεταξύ της εύλογης αξίας των μεταβιβασθέντων στοιχείων ενεργητικού και της αξίας των στοιχείων παθητικού. Η Τράπεζα της Ελλάδος με την απόφασή της 12/1/26.7.2013 δήλωσε ότι η εντολή μεταβίβασης των επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού ήταν η προτιμώμενη λύση, καθώς μείωνε στο ελάχιστο το κόστος της εξυγίανσης. Η απόφαση αυτή είναι επίσης σύμφωνη με το δεύτερο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής για την Ελλάδα του Ιουλίου 2013. Επιπλέον, το ελληνικό ΤΧΣ δεσμεύθηκε να καλύψει τις κεφαλαιακές ανάγκες, όπως εκτιμήθηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος, μόνο μέχρι το 9 % των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν.

(259)

Επιπλέον, τα ίδια κεφάλαια δεν είχαν μεταβιβαστεί στην Τράπεζα και, ως εκ τούτου, θα παραμείνουν στην υπό εκκαθάριση οικονομική οντότητα. Συνεπώς, οι μέτοχοι της Probank θα υποστούν πλήρη απώλεια και η συνεισφορά του ελληνικού ΤΧΣ δεν αυξάνεται από το κόστος της διάσωσής τους.

(260)

Όσον αφορά την αμοιβή για την ενίσχυση, όπως προαναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη (238), το ελληνικό ΤΧΣ κατά πάσα πιθανότητα δεν θα ανακτήσει πλήρως το χρηματικό ποσό που συνεισέφερε. Επομένως, σαφώς δεν αμείβεται και η συνεισφορά του εξομοιώνεται με επιχορήγηση. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 44 της ανακοίνωσης περί ανακεφαλαιοποίησης, μια ανεπαρκώς αμειβόμενη ανακεφαλαιοποίηση μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο στην περίπτωση προβληματικών τραπεζών που δεν μπορούν να καταβάλουν καμία αμοιβή. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Probank εμπίπτει σε αυτή την περίπτωση. Η απουσία αμοιβής δημιουργεί την ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με την ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης.

(261)

Συμπερασματικά, τα μέτρα είναι αναγκαία ως ενίσχυση διάσωσης, τόσο ως προς το ύψος όσο και ως προς τη μορφή τους, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του περιορισμού της διαταραχής στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την οικονομία στο σύνολό της.

6.3.3.3.   Αναλογικότητα

(262)

Η ProBank δεν υφίσταται πλέον όπως υφίστατο προηγουμένως. Το γεγονός ότι η ενίσχυση διασώζει τις δραστηριότητες που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα θα μπορούσε, θεωρητικά, να δημιουργήσει στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό. Ωστόσο, η Επιτροπή επισημαίνει το μικρό μέγεθος της Probank και τη διαδικασία πώλησης, κατά την οποία οι ανταγωνιστές είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν προσφορές για τα επιλεγμένα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της Probank. Επιπλέον, αμέσως μετά τη μεταβίβασή τους, οι οικονομικές δραστηριότητες της Probank ενσωματώθηκαν πλήρως στην Τράπεζα και έπαυσαν να υφίστανται ως χωριστές οικονομικές δραστηριότητες και να ασκούν ανταγωνιστικές πιέσεις. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση δεν δημιουργεί αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

6.3.3.4.   Συμπέρασμα σχετικά με τη συμβατότητα των μέτρων PB1 και PB2 με την τραπεζική ανακοίνωση και την ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης

(263)

Συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα μέτρα PB1 και PB2 είναι κατάλληλα και αναγκαία και, υπό το πρίσμα της προβλεπόμενης ριζικής αναδιάρθρωσης της Τράπεζας, στην οποία μεταβιβάστηκαν οι οικονομικές δραστηριότητες της Probank, είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο στόχο, σύμφωνα με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008 και την ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης.

6.3.4.   Συμβατότητα των μέτρων ενίσχυσης με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης

(264)

Στην αιτιολογική σκέψη (260) η Επιτροπή επισήμανε όσον αφορά την αμοιβή του μέτρου PB1 ότι το ελληνικό ΤΧΣ κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να ανακτήσει πλήρως τα 562,73 εκατ. ευρώ που χορηγήθηκαν για την εξυγίανση της Probank (μέτρο PB1). Η απουσία αμοιβής δημιουργεί την ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης, τόσο ως προς τα μέτρα βιωσιμότητας όσο και ως προς τα μέτρα για τον περιορισμό των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.

6.3.4.1.   Μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δραστηριοτήτων της Probank μέσω της πώλησης

(265)

Η παράγραφος 21 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης προβλέπει ότι, όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσει με αξιόπιστο τρόπο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του, πρέπει πάντοτε να εξετάζεται το ενδεχόμενο εύτακτης εκκαθάρισης ή θέσης σε πλειστηριασμό. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να ενθαρρύνουν την έξοδο των μη βιώσιμων φορέων της αγοράς, επιτρέποντας συγχρόνως την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξόδου σε κατάλληλο χρονικό πλαίσιο που διασφαλίζει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(266)

Ωστόσο, η Probank δεν ήταν βιώσιμη σε αυτόνομη βάση και τέθηκε υπό εκκαθάριση. Ως προς αυτό, η παράγραφος 17 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης διευκρινίζει ότι «η πώληση μιας προβληματικής τράπεζας σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας, εάν ο αγοραστής είναι βιώσιμος και ικανός να απορροφήσει τη μεταβίβαση της προβληματικής τράπεζας, και μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της αγοράς».

(267)

Όπως αναφέρεται στο τμήμα 7.5.2, βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσής της, η Τράπεζα μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη επιχείρηση. Επομένως, το γεγονός ότι οι δραστηριότητες της Probank έχουν μεταβιβαστεί στην Τράπεζα επιτρέπει την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς τους. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι δραστηριότητες της Probank ενσωματώθηκαν πλήρως (127) στην Τράπεζα και έπαυσαν να λειτουργούν ως ανεξάρτητη οντότητα συνιστά ριζική αναδιάρθρωση, όπως απαιτείται λόγω της ανεπαρκούς αμοιβής για την κρατική ενίσχυση.

6.3.4.2.   Ίδια συνεισφορά και επιμερισμός των επιβαρύνσεων

(268)

Όπως εξηγήθηκε στην αιτιολογική σκέψη 258, ο επιλεγείς τρόπος εξυγίανσης της Probank εξασφαλίζει τον περιορισμό του κόστους αναδιάρθρωσης στο ελάχιστο. Πρώτον, το χρηματοδοτικό κενό αξιολογήθηκε προσεκτικά από τις ελληνικές αρχές, με βάση έκθεση που εκπονήθηκε από ανεξάρτητους ελεγκτές. Επιπλέον, το ελληνικό ΤΧΣ δεσμεύθηκε να καλύψει τις κεφαλαιακές ανάγκες του αγοραστή οι οποίες απορρέουν από τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού μόνο μέχρι το ελάχιστο ποσό που ορίζει ο νόμος. Επιπλέον, η ενσωμάτωση των οικονομικών δραστηριοτήτων της Probank σε μια ευρύτερη οντότητα και η συνακόλουθη υλοποίηση των συνεργιών, ιδίως μέσω του εξορθολογισμού του δικτύου υποκαταστημάτων της Probank, η παγίωση της υποδομής ΤΠ και η μείωση του κόστους χρηματοδότησης, συντελούν στη μείωση του κόστους της αναδιάρθρωσης στο ελάχιστο, σε σύγκριση με ένα σενάριο όπου το κράτος θα είχε προσπαθήσει να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα της Probank σε αυτόνομη βάση.

(269)

Τα ίδια κεφάλαια και τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης δεν μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα, αλλά παρέμειναν στην υπό εκκαθάριση οντότητα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι επιτεύχθηκε επαρκής καταμερισμός των επιβαρύνσεων στους μετόχους, δεδομένου ότι οι τελευταίοι δικαιούνται έσοδα από την εκκαθάριση μόνον εάν τα έσοδα είναι επαρκή για να εξοφλήσουν πρώτα το ελληνικό ΤΧΣ, το οποίο έχει απαίτηση πρώτης προτεραιότητας έναντι άλλων πιστωτών. Ως εκ τούτου, δεδομένης της ανεπάρκειας των ρευστοποιηθέντων στοιχείων ενεργητικού, οι μέτοχοι δεν έχουν πιθανότητες να ανακτήσουν τις επενδύσεις τους.

6.3.4.3.   Μέτρα για τον περιορισμό των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού

(270)

Όσον αφορά τα μέτρα για τον περιορισμό των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, η παράγραφος 30 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης προβλέπει ότι «η Επιτροπή λαμβάνει ως σημείο εκκίνησης για την αξιολόγηση της ανάγκης θέσπισης τέτοιων μέτρων, το μέγεθος, την κλίμακα και την έκταση των δραστηριοτήτων τις οποίες αναμένεται να ασκήσει η οικεία τράπεζα μετά την εφαρμογή ενός αξιόπιστου σχεδίου αναδιάρθρωσης […]. Η φύση και η μορφή των μέτρων αυτών θα εξαρτηθεί από δύο κριτήρια: πρώτον, από το ύψος της ενίσχυσης και τους όρους και της συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε και, δεύτερον, από τα χαρακτηριστικά της αγοράς ή των αγορών στις οποίες θα δραστηριοποιηθεί η δικαιούχος τράπεζα».

(271)

Όσον αφορά το ποσό της ενίσχυσης που έλαβε, η συνολική ενίσχυση που χορηγήθηκε υπό μορφή κεφαλαίου ανήλθε σε [742,7 έως 842,7] εκατ. ευρώ (μέτρα PB1 και PB2). Το μέτρο PB1 αντιστοιχούσε σε περίπου 21,15 % των ΠΣΣΚ της Probank, στις 30 Ιουνίου 2013. Το μέτρο PB2 εξ ορισμού αντιστοιχούσε σε […] % των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάστηκαν από την Probank. Τέτοια ποσά ενίσχυσης, σε συνδυασμό με την απουσία αμοιβής, επιβάλλουν σημαντική μείωση της παρουσίας του δικαιούχου στην αγορά.

(272)

Όσον αφορά την αγορά στην οποία λειτουργούσε η Probank, η Επιτροπή σημειώνει ότι Probank ήταν μια πολύ μικρή τράπεζα (με μερίδιο περίπου 1 % των συνολικών στοιχείων ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών και μερίδιο αγοράς περίπου 1 % για τα δάνεια και λιγότερο από 2 % για τις καταθέσεις) και κατά συνέπεια τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της Probank που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα ήταν μικρά σε σύγκριση με το μέγεθος του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

(273)

Επιπλέον, οι δραστηριότητες της Probank προσφέρθηκαν σε ανταγωνιστές μέσω ανοικτού πλειστηριασμού. Μετά την πώλησή της, η Probank έπαψε να υφίσταται ως ανεξάρτητος ανταγωνιστής, διότι οι δραστηριότητές της ενσωματώθηκαν πλήρως στην Τράπεζα.

(274)

Συνάγεται το συμπέρασμα ότι, λόγω του μικρού μεγέθους των δραστηριοτήτων που μεταβιβάστηκαν, της ανοικτής διαδικασίας πώλησης καθώς και της πλήρους ενσωμάτωσης των δραστηριοτήτων της Probank στην Τράπεζα, δεν υπάρχουν αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, παρά το πολύ σημαντικό ποσό των ενισχύσεων και την απουσία αμοιβής.

6.3.4.4.   Συμπέρασμα σχετικά με τη συμβατότητα με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης

(275)

Βάσει αυτής της ανάλυσης, η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα ότι η πώληση των επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της Probank και η ενσωμάτωσή τους στην Τράπεζα διασφαλίζουν ότι οι δραστηριότητες της Probank αποκαθιστούν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους, ότι η ενίσχυση περιορίζεται στο ελάχιστο απαραίτητο και ότι δεν υπάρχουν αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, σύμφωνα με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης.

6.3.5.   Συμπέρασμα σχετικά με το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης υπέρ της Probank με την εσωτερική αγορά

(276)

Όλα τα μέτρα ενίσχυσης που απαριθμούνται στον πίνακα 11 είναι επομένως συμβιβάσιμα με την εσωτερική αγορά.

7.   ΑΞΙΟΛΌΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΊΣΧΥΣΗΣ ΠΟΥ ΧΟΡΗΓΉΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΤΡΆΠΕΖΑ

7.1.   ΎΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΠΟΣΌ ΤΗΣ ΕΝΊΣΧΥΣΗΣ

(277)

Η Επιτροπή πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

7.1.1.   Ύπαρξη ενίσχυσης στα μέτρα που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών (μέτρα L1 και A)

7.1.1.1.   Κρατική ενίσχυση ρευστότητας που χορηγήθηκε βάσει των μέτρων εγγύησης και ομολογιακών δανείων (μέτρο L1)

(278)

Η Επιτροπή έχει ήδη διαπιστώσει, στις αποφάσεις για την έγκριση και την παράταση του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών (128) ότι η ενίσχυση ρευστότητας που χορηγήθηκε στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης συνιστά ενίσχυση. Το τρέχον υπόλοιπο σε κεφάλαιο των εγγυήσεων στις 15 Απριλίου 2011 ανερχόταν σε 12.873 εκατ. ευρώ και σε 14.798 εκατ. ευρώ στις 30 Νοεμβρίου 2013. Κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, τα εκκρεμή δάνεια των κρατικών ομολόγων στην Τράπεζα ανέρχονταν σε 787 εκατ. ευρώ και 847 εκατ. ευρώ, αντιστοίχως. Μελλοντική χορήγηση ενίσχυσης ρευστότητας βάσει του καθεστώτος αυτού θα συνιστούσε επίσης ενίσχυση.

7.1.1.2.   Κρατική ανακεφαλαιοποίηση που χορηγήθηκε στο πλαίσιο του καθεστώτος ανακεφαλαιοποίησης (μέτρο Α)

(279)

Η Επιτροπή έχει ήδη κρίνει, στην απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2008 σχετικά με το καθεστώς στήριξης των ελληνικών τραπεζών ότι οι ανακεφαλαιοποιήσεις που επρόκειτο να χορηγηθούν στο πλαίσιο του μέτρου ανακεφαλαιοποίησης και που περιλαμβάνονται στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού θα συνιστούσαν ενίσχυση. Η Τράπεζα έχει εισπράξει 1 350 εκατ. ευρώ σε προνομιούχες μετοχές, ποσό που αντιστοιχεί στο 2,1 % των ΠΣΣΚ της Τράπεζας (129).

(280)

Το 2010, η Ελλάδα εισήγαγε αρκετές αλλαγές όσον αφορά τις τεχνικές παραμέτρους των εν λόγω προνομιούχων μετοχών βάσει των οποίων, εάν οι προνομιούχες μετοχές δεν εξαγοραστούν εντός πέντε ετών, το τοκομερίδιο αυξάνεται κατά 2 % ετησίως. Δεδομένου ότι οι αλλαγές επέφεραν αύξηση της αμοιβής του κράτους, σε περίπτωση που αυτές δεν εξαγοραστούν ή μετατραπούν μετά από πέντε έτη, η Επιτροπή κρίνει ότι οι τροποποιήσεις των τεχνικών παραμέτρων δεν παρέχουν κανένα πλεονέκτημα στην Τράπεζα και, ως εκ τούτου, δεν συνεπάγονται πρόσθετη κρατική ενίσχυση.

7.1.2.   Ύπαρξη ενίσχυσης στην επείγουσα παροχή ρευστότητας με την εγγύηση του δημοσίου (μέτρο L2)

(281)

Η Επιτροπή διευκρίνισε στην παράγραφο 51 της τραπεζικής ανακοίνωσης του 2008 ότι η χορήγηση κεφαλαίων της κεντρικής τράπεζας σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεν συνιστά ενίσχυση, εάν πληρούνται σωρευτικά τέσσερις προϋποθέσεις όσον αφορά τη φερεγγυότητα του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, την παροχή εξασφαλίσεων για τη διευκόλυνση, το επιτόκιο που χρεώνεται στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και την απουσία αντεγγύησης από το κράτος. Δεδομένου ότι η επείγουσα παροχή ρευστότητας (ΕΠΡ) στην Τράπεζα με την εγγύηση του Δημοσίου δεν πληροί αυτές τις τέσσερις σωρευτικές προϋποθέσεις, ιδίως επειδή παρέχεται κρατική εγγύηση και χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα μέτρα στήριξης, δεν είναι δυνατό να συναχθεί ότι η ΕΠΡ δεν συνιστά κρατική ενίσχυση.

(282)

Η ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Πρώτον, επειδή το μέτρο αυτό περιλαμβάνει κρατική εγγύηση υπέρ της Τράπεζας της Ελλάδος, οποιαδήποτε ζημία θα βαρύνει το κράτος. Κατά συνέπεια, το μέτρο αφορά κρατικούς πόρους. Η ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου επιτρέπει στις τράπεζες να αντλούν χρηματοδότηση σε χρονική στιγμή κατά την οποία δεν έχουν πρόσβαση στην αγορά χονδρικής χρηματοδότησης και στις συνήθεις πράξεις αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος. Η ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου παρέχει, κατά συνέπεια, πλεονέκτημα στην Τράπεζα. Εφόσον η ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου περιορίζεται στον τραπεζικό τομέα, το μέτρο είναι επιλεκτικό. Δεδομένου ότι η ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου επιτρέπει στην Τράπεζα να συνεχίσει να λειτουργεί στην αγορά και να αποφύγει την αθέτηση και την έξοδο από την αγορά, νοθεύει τον ανταγωνισμό. Δεδομένου ότι η Τράπεζα δραστηριοποιείται σε άλλα κράτη μέλη και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα άλλων κρατών μελών λειτουργούν ή θα ενδιαφέρονταν δυνητικά να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα, το πλεονέκτημα που χορηγήθηκε στην Τράπεζα επηρεάζει τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(283)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ΕΠΡ με την εγγύηση του δημοσίου (μέτρο L2) συνιστά κρατική ενίσχυση. Το ποσό της ΕΠΡ με την εγγύηση του δημοσίου μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Στις 31 Δεκεμβρίου 2012, ανερχόταν σε περίπου 30,9 δισεκατ. ευρώ.

7.1.3.   Ύπαρξη ενίσχυσης στα μέτρα που χορηγήθηκαν μέσω του ελληνικού ΤΧΣ (μέτρα B1, B2 και B3)

7.1.3.1.   Πρώτη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση (μέτρο Β1)

(284)

Στο τμήμα 5.1 της απόφασης κίνησης διαδικασίας για την ΕΤΕ, η Επιτροπή έχει ήδη αποφανθεί ότι η πρώτη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση συνιστά κρατική ενίσχυση. Το εισπραχθέν κεφάλαιο ανήλθε σε 7 430 εκατ. ευρώ.

7.1.3.2.   Δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση (μέτρο Β2)

(285)

Το μέτρο Β2 τέθηκε σε εφαρμογή με πόρους του ελληνικού ΤΧΣ και, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 49 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας για την ΕΤΕ, αφορούσε κρατικούς πόρους.

(286)

Όσον αφορά την ύπαρξη πλεονεκτήματος, το μέτρο Β2 αύξησε τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας σε επίπεδο που της επέτρεψε να συνεχίσει να δραστηριοποιείται στην αγορά και να έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση του Ευρωσυστήματος. Επιπλέον, η αμοιβή του μέτρου Β2 συνίσταται σε δεδουλευμένους τόκους για τους τίτλους του ΕΤΧΣ και σε πρόσθετη αμοιβή 1 %. Επειδή η ανωτέρω αμοιβή είναι προδήλως κατώτερη από την αμοιβή παρόμοιων κεφαλαιακών μέσων στην αγορά, η Τράπεζα δεν θα ήταν ασφαλώς σε θέση να αντλήσει αυτό το κεφάλαιο με αυτούς τους όρους στην αγορά. Ως εκ τούτου, το μέτρο Β2 παρέσχε στην Τράπεζα πλεονέκτημα από κρατικούς πόρους. Εφόσον το μέτρο ήταν διαθέσιμο μόνο για την Τράπεζα, είχε επιλεκτικό χαρακτήρα.

(287)

Η θέση της Τράπεζας ενισχύθηκε λόγω του μέτρου B2, καθόσον της χορηγήθηκαν οι αναγκαίοι χρηματοδοτικοί πόροι για να συνεχίσει να ικανοποιεί τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα τη δημιουργία στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι η Τράπεζα δραστηριοποιείται σε τραπεζικές αγορές άλλων κρατών μελών και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα άλλων κρατών μελών λειτουργούν στην Ελλάδα, ιδίως στην ασφαλιστική αγορά, το μέτρο Β2 επηρεάζει επίσης τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

(288)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το μέτρο Β2 συνιστά κρατική ενίσχυση. Κοινοποιήθηκε ως ενίσχυση από τις εθνικές αρχές. Το εισπραχθέν κεφάλαιο ανήλθε σε 2 326 εκατ. ευρώ.

7.1.3.3.   Η συμμετοχή του ελληνικού ΤΧΣ στην ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013 (Μέτρο Β3)

(289)

Η συμμετοχή του ελληνικού ΤΧΣ της στην ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013 (μέτρο Β3) είναι η μερική μετατροπή της πρώτης και της δεύτερης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης (μέτρα Β1 και Β2) σε μόνιμη ανακεφαλαιοποίηση ύψους 8 677 εκατ. ευρώ σε κοινές μετοχές. Δεδομένου ότι το μέτρο Β3 συνιστά μετατροπή ενισχύσεων που έχουν ήδη χορηγηθεί, εξακολουθεί να ενέχει κρατικούς πόρους αλλά δεν αυξάνει το ονομαστικό ποσό της ενίσχυσης. Ωστόσο, για δεδομένο ονομαστικό ποσό της ενίσχυσης, αυξάνει το πλεονέκτημα για την Τράπεζα (και, κατά συνέπεια, τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού), δεδομένου ότι πρόκειται για μόνιμη και όχι προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση, όπως και στην περίπτωση των μέτρων Β1 και Β2.

(290)

Η εν λόγω ενίσχυση δεν χορηγήθηκε σε όλες τις τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα. Όσον αφορά τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και τις επιπτώσεις στο εμπόριο, η Επιτροπή επισημαίνει, ενδεικτικά, ότι η ενίσχυση επέτρεψε στην Τράπεζα να συνεχίσει τις δραστηριότητές της σε άλλα κράτη μέλη, όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία. Ενδεχόμενη εκκαθάριση της Τράπεζας θα είχε ως αποτέλεσμα την παύση των δραστηριοτήτων της στην αλλοδαπή, με την εκκαθάριση των εν λόγω δραστηριοτήτων ή την πώληση των εν λόγω επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι ασφαλιστικές δραστηριότητες της Τράπεζας στην Ελλάδα ανταγωνίζονται τις δραστηριότητες των θυγατρικών ασφαλιστικών εταιρειών άλλων κρατών μελών. Ως εκ τούτου, το μέτρο νοθεύει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το μέτρο Β3 συνιστά, επομένως, κρατική ενίσχυση.

7.1.3.4.   Συμπέρασμα σχετικά με τα μέτρα Β1, Β2 και Β3

(291)

Τα μέτρα B1, B2 και B3 συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Το ύψος της κρατικής ενίσχυσης που εμπεριέχεται στα μέτρα Β1, Β2 και Β3 είναι 9 756 εκατ. ευρώ. Όπως αναφέρεται στο τμήμα 7.1.3.3, μέρος μόνο της πρώτης και της δεύτερης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης (μέτρα Β1 και Β2) μετατράπηκε σε μόνιμη ανακεφαλαιοποίηση ύψους 8 677 εκατ. ευρώ (μέτρο Β3), ενώ το υπόλοιπο επιστράφηκε στο ελληνικό ΤΧΣ έξι μήνες μετά τη χορήγησή του (130).

(292)

Η παράγραφος 31 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης αναφέρει ότι, εκτός από το απόλυτο ποσό της ενίσχυσης, η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη την ενίσχυση «σε σχέση με τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας». Τα μέτρα Β1, Β2 και Β3 χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια περιόδου ενός έτους, μεταξύ Απριλίου 2012 (131) και Μαΐου 2013. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, τα ΠΣΣΚ της Τράπεζας μεταβλήθηκαν. Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα έως ποιο επίπεδο θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα ΠΣΣΚ, και ιδίως κατά πόσον η κρατική ενίσχυση πρέπει να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με τα ΠΣΣΚ που υπήρχαν κατά την έναρξη ή το τέλος της περιόδου. Τα μέτρα Β1, Β2 και Β3 αποσκοπούν στην κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών που διαπίστωσε η Τράπεζα της Ελλάδος τον Μάρτιο του 2012 (προσομοίωση ακραίων καταστάσεων του 2012). Με άλλα λόγια, οι κεφαλαιακές ανάγκες στην αντιμετώπιση των οποίων αποσκοπούν εκείνα τα μέτρα κρατικής στήριξης υπήρχαν ήδη τον Μάρτιο του 2012. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι το ποσό της ενίσχυσης που ενείχαν τα μέτρα Β1, Β2 και Β3 πρέπει να συγκριθεί με τα ΠΣΣΚ της Τράπεζας στις 31 Μαρτίου 2012. Υπενθυμίζεται επίσης ότι, μετά τον Μάρτιο του 2012 και έως την ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013, η Τράπεζα της Ελλάδος δεν έλαβε υπόψη τις εξαγορές που πραγματοποίησαν οι ελληνικές τράπεζες για να προσαρμόσουν τις κεφαλαιακές ανάγκες τους προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Το στοιχείο αυτό δείχνει ακόμη ότι τα μέτρα Β1, Β2 και Β3 ήταν μέτρα ενίσχυσης που σχετίζονταν με το μέγεθος της Τράπεζας όπως ήταν στις 31 Μαρτίου 2012.

(293)

Η πρώτη και η δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση ανέρχονταν συνολικά σε 9 756 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 15,3 % των ΠΣΣΚ της Τράπεζας στις 31 Μαρτίου 2012.

(294)

Δεδομένου ότι η Τράπεζα κατόρθωσε να προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια, το πραγματικό ποσό της εισφοράς του ελληνικού ΤΧΣ στην Τράπεζα ανήλθε σε μόλις 8 677 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιπροσωπεύει το 13,6 % των ΠΣΣΚ της Τράπεζας στις 31 Μαρτίου 2012.

7.1.4.   Συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη και το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που έλαβε η Τράπεζα

(295)

Τα μέτρα A, B1, B2, B3 L1 και L2 συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Τα μέτρα αυτά συνοψίζονται στον πίνακα 12.

Πίνακας 12

Επισκόπηση της συνολικής ενίσχυσης που έλαβε η Τράπεζα

Σχετ.

Μέτρο

Τύπος μέτρου

Ποσό της ενίσχυσης

Ενίσχυση/ΠΣΣΚ

Α

Προνομιούχες μετοχές

Κεφαλαιακή ενίσχυση

1 350 εκατ. ευρώ

2,1 %

B1

B2

Πρώτη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση

Δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση

Κεφαλαιακή ενίσχυση

7 430 εκατ. ευρώ

2 326 εκατ. ευρώ

15,3 %

Συνολική ενίσχυση κεφαλαίου που χορηγήθηκε στην Τράπεζα

11 106 εκατ. ευρώ

17,3 %

B3

Ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013

Κεφαλαιακή ενίσχυση

8 677 εκατ. ευρώ

 

Συνολική ενίσχυση κεφαλαίου που χορηγήθηκε στην Τράπεζα, εξαιρουμένης της ενίσχυσης που ανακτήθηκε εντός 6 μηνών

10 027 εκατ. ευρώ

15,6 %

Σχετ.

Μέτρο

Τύπος μέτρου

Ονομαστικό ποσό ενίσχυσης

 

L1

Στήριξη της ρευστότητας

Εγγύηση

Ομολογιακό δάνειο

Εγγυήσεις: 14,8 δισεκατ. ευρώ

Ομολογιακά δάνεια: 0,8 δισεκατ. ευρώ

Στις 30 Νοεμβρίου 2013

L2

ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου

Χρηματοδότηση και εγγύηση

30,9 δισεκατ. ευρώ

Στις 31 Δεκεμβρίου 2012

Συνολικό ποσό ενίσχυσης ρευστότητας που χορηγήθηκε στην Τράπεζα

46,5 δισεκατ. ευρώ

 

7.2.   ΝΟΜΙΚΉ ΒΆΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΌΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΙΒΆΣΙΜΟΥ

(296)

Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 207, η νομική βάση για την αξιολόγηση των μέτρων ενίσχυσης θα πρέπει να είναι το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της Συνθήκης (132).

(297)

Κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, η Επιτροπή ανέπτυξε κριτήρια συμβατότητας για διάφορα είδη μέτρων ενίσχυσης. Αρχές για την αξιολόγηση των μέτρων ενίσχυσης καθορίστηκαν για πρώτη φορά στην τραπεζική ανακοίνωση του 2008.

(298)

Καθοδήγηση για τα μέτρα ανακεφαλαιοποίησης παρέχεται στην ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης και στην ανακοίνωση περί παράτασης του 2011.

(299)

Η ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης ορίζει την προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή όσον αφορά την αξιολόγηση των σχεδίων αναδιάρθρωσης, και ιδίως την ανάγκη αποκατάστασης της βιωσιμότητας, ώστε να διασφαλίσει κατάλληλη συνεισφορά του δικαιούχου και να περιορίσει τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

(300)

Το εν λόγω πλαίσιο συμπληρώθηκε με την τραπεζική ανακοίνωση του 2013, η οποία εφαρμόζεται σε μέτρα ενισχύσεων που κοινοποιήθηκαν ή χορηγήθηκαν χωρίς προηγούμενη έγκριση μετά την 1η Αυγούστου 2013.

7.2.1.   Νομική βάση για την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου της ενίσχυσης της ρευστότητας στην Τράπεζα (μέτρο L1)

(301)

Η ενίσχυση της ρευστότητας που έλαβε ήδη η Τράπεζα έχει εγκριθεί οριστικά με τις διαδοχικές αποφάσεις έγκρισης των μέτρων στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης των ελληνικών τραπεζών και με τις τροποποιήσεις και παρατάσεις του καθεστώτος (133). Κάθε μελλοντική ενίσχυση της ρευστότητας της Τράπεζας θα πρέπει να χορηγείται στο πλαίσιο ενός καθεστώτος δεόντως εγκεκριμένου από την Επιτροπή. Οι όροι της εν λόγω ενίσχυσης θα πρέπει να εγκρίνονται από την Επιτροπή πριν από τη χορήγησή της και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται διεξοδικότερη αξιολόγησή τους στην παρούσα απόφαση.

7.2.2.   Νομική βάση για την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των προνομιούχων μετοχών (μέτρο Α)

(302)

Η ανακεφαλαιοποίηση που χορηγήθηκε το 2009 με τη μορφή προνομιούχων μετοχών (μέτρο Α) χορηγήθηκε βάσει του μέτρου ανακεφαλαιοποίησης του καθεστώτος ενίσχυσης των ελληνικών τραπεζών, το οποίο εγκρίθηκε το 2008 σύμφωνα με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008. Επομένως, δεν απαιτείται εκ νέου αξιολόγησή της σύμφωνα με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008 και πρέπει να αξιολογηθεί μόνο βάσει της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης.

7.2.3.   Νομική βάση για την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου της ΕΠΡ με την εγγύηση του δημοσίου (μέτρο L2)

(303)

Το συμβιβάσιμο της ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου (μέτρο L2) θα πρέπει πρώτα να αξιολογηθεί με βάση την τραπεζική ανακοίνωση του 2008 και την ανακοίνωση περί παράτασης του 2011. Κάθε ΕΠΡ με την εγγύηση του δημοσίου που χορηγήθηκε μετά τις 31 Ιουλίου 2013 εμπίπτει στην τραπεζική ανακοίνωση του 2013.

7.2.4.   Νομική βάση για την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των ανακεφαλαιοποιήσεων από το ελληνικό ΤΧΣ (μέτρα B1, B2 και B3)

(304)

Το συμβιβάσιμο των ανακεφαλαιοποιήσεων από το ελληνικό ΤΧΣ (μέτρα Β1, Β2 και Β3), και ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, θα πρέπει να αξιολογηθεί καταρχάς με βάση την τραπεζική ανακοίνωση του 2008, την ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης και την ανακοίνωση περί παράτασης του 2011. Στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας για την ΕΤΕ, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το συμβιβάσιμο του μέτρου Β1 με τις εν λόγω ανακοινώσεις. Εφόσον έχουν τεθεί σε εφαρμογή πριν από την 1η Αυγούστου 2013, τα εν λόγω μέτρα δεν εμπίπτουν στην τραπεζική ανακοίνωση του 2013. Η συμβατότητα των ανακεφαλαιοποιήσεων από το ελληνικό ΤΧΣ (μέτρα Β1, Β2 και Β3) θα πρέπει επίσης να αξιολογηθεί βάσει της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης.

7.3.   ΣΥΜΒΑΤΌΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΈΤΡΟΥ L2 ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΉ ΑΝΑΚΟΊΝΩΣΗ ΤΟΥ 2008, ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΊΝΩΣΗ ΠΕΡΊ ΠΑΡΆΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 2011 ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΉ ΑΝΑΚΟΊΝΩΣΗ ΤΟΥ 2013

(305)

Για να είναι μία ενίσχυση συμβιβάσιμη βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της Συνθήκης, πρέπει να είναι σύμφωνη με τα γενικά κριτήρια συμβατότητας: καταλληλότητα, αναγκαιότητα και αναλογικότητα.

(306)

Επειδή οι ελληνικές τράπεζες ήταν αποκλεισμένες από τις αγορές χονδρικής και ήταν εξ ολοκλήρου εξαρτημένες από τη χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας, όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 46, και επειδή η Τράπεζα δεν θα μπορούσε να δανειστεί επαρκές ποσό κεφαλαίων με τις συνήθεις πράξεις αναχρηματοδότησης, η Τράπεζα βασίστηκε στην ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου για να αποκτήσει επαρκή ρευστότητα που θα απέτρεπε την αθέτηση υποχρέωσης της Τράπεζας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το μέτρο L2 αποτελεί κατάλληλο μηχανισμό για την αντιμετώπιση της σοβαρής διαταραχής που θα προκαλούνταν από την αθέτηση υποχρέωσης της Τράπεζας.

(307)

Εφόσον η ΕΠΡ με την εγγύηση του δημοσίου συνεπάγεται σχετικά υψηλό κόστος χρηματοδότησης για την Τράπεζα, η Τράπεζα έχει επαρκές κίνητρο για να αποφύγει την εξάρτησή της από την εν λόγω πηγή χρηματοδότησης για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της. Η Τράπεζα όφειλε να καταβάλει επιτόκιο […] μονάδων βάσης υψηλότερο από αυτό των συνήθων πράξεων αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος. Επιπλέον, η Τράπεζα όφειλε να καταβάλει προμήθεια εγγύησης […] μονάδων βάσης στο κράτος. Ως εκ τούτου, το συνολικό κόστος της ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου για την Τράπεζα είναι πολύ υψηλότερο από το σύνηθες κόστος αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ. Συγκεκριμένα, η διαφορά μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κόστους είναι υψηλότερη από το επίπεδο του τέλους εγγύησης που επιβάλλει η ανακοίνωση περί παράτασης του 2011. Ως εκ τούτου, η συνολική αμοιβή την οποία χρέωσε το κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής. Όσον αφορά το ποσό της ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου, αυτό επανεξετάζεται τακτικά από την Τράπεζα της Ελλάδος και την ΕΚΤ με βάση τις πραγματικές ανάγκες της Τράπεζας. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η ΕΚΤ παρακολουθούν στενά τη χρήση του και διασφαλίζουν ότι περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο. Κατά συνέπεια, το μέτρο L2 δεν παρέχει στην Τράπεζα πλεονάζουσα ρευστότητα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που νοθεύουν τον ανταγωνισμό. Περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο ποσό.

(308)

Αυτή η αυστηρή παρακολούθηση της χρησιμοποίησης της ΕΠΡ με την εγγύηση του Δημοσίου και η τακτική εξακρίβωση του ότι η χρήση της περιορίζεται στο ελάχιστο διασφαλίζει επίσης ότι η ρευστότητα είναι αναλογική και δεν προκαλεί αδικαιολόγητη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η Ελλάδα δεσμεύτηκε ότι η Τράπεζα θα εφαρμόζει ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, το οποίο θα μειώσει την εξάρτησή της από τη χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας και ότι η Τράπεζα θα συμμορφώνεται με τους περιορισμούς συμπεριφοράς, όπως αναλύεται στο τμήμα 7.6. Αυτό εξασφαλίζει ότι η εξάρτηση από την ενίσχυση της ρευστότητας θα λήξει το ταχύτερο δυνατόν και ότι η ενίσχυση αυτή είναι αναλογική.

(309)

Το μέτρο L2 συνάδει συνεπώς με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008 και την ανακοίνωση περί παράτασης του 2011. Εφόσον η τραπεζική ανακοίνωση του 2013 δεν θέσπισε πρόσθετες απαιτήσεις όσον αφορά τις εγγυήσεις, το μέτρο L2 συνάδει και με την τραπεζική ανακοίνωση του 2013.

7.4.   ΣΥΜΒΑΤΌΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΈΤΡΩΝ Β1, Β2 ΚΑΙ Β3 ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΉ ΑΝΑΚΟΊΝΩΣΗ ΤΟΥ 2008, ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΊΝΩΣΗ ΠΕΡΊ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΊΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΊΝΩΣΗ ΠΕΡΊ ΠΑΡΆΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 2011

(310)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 305, για να είναι μία ενίσχυση συμβιβάσιμη βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο β) της Συνθήκης, πρέπει να συνάδει με τα γενικά κριτήρια συμβατότητας (134): καταλληλότητα, αναγκαιότητα και αναλογικότητα.

(311)

Η ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης και η ανακοίνωση περί παράτασης του 2011 παρέχουν πρόσθετες οδηγίες σχετικά με το ύψος της αμοιβής που απαιτείται για τις εισφορές κεφαλαίων από το κράτος.

7.4.1.   Καταλληλότητα των μέτρων

(312)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ανακεφαλαιοποιήσεις από το ελληνικό ΤΧΣ (μέτρα Β1, Β2 και Β3) είναι κατάλληλες, διότι αποτρέπουν την πτώχευση της Τράπεζας. Χωρίς αυτές, θα ήταν αδύνατη η συνέχιση των δραστηριοτήτων της, διότι η Τράπεζα είχε αρνητικά ίδια κεφάλαια στο τέλος του 2012 (135).

(313)

Στο πλαίσιο αυτό, στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας για τη ΕΤΕ, η Επιτροπή ανέφερε ότι η Τράπεζα είναι ένα από τα μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα στην Ελλάδα, τόσο σε χορηγήσεις δανείων όσο και σε καταθέσεις. Ως εκ τούτου, η Τράπεζα αποτελεί συστημικά σημαντική τράπεζα στην Ελλάδα. Κατά συνέπεια, τυχόν αθέτηση υποχρέωσης της Τράπεζας θα δημιουργούσε σοβαρή διαταραχή στην ελληνική οικονομία. Με βάση τις τότε επικρατούσες συνθήκες, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα είχαν δυσκολίες πρόσβασης σε χρηματοδότηση. Η εν λόγω έλλειψη χρηματοδότησης περιόριζε την ικανότητά τους να χορηγούν δάνεια στην ελληνική οικονομία. Υπό αυτές τις συνθήκες, η αθέτηση υποχρέωσης από την Τράπεζα θα επιδείνωνε τη διαταραχή της οικονομίας. Επιπλέον, τα μέτρα Β1, Β2 και Β3 ήταν απόρροια κυρίως του προγράμματος PSI, ενός έκτακτου και απρόβλεπτου γεγονότος, και όχι πρωτίστως το αποτέλεσμα κακής διαχείρισης ή ανάληψης υπερβολικών κινδύνων από την Τράπεζα. Τα μέτρα, συνεπώς, πραγματεύονται κατά κύριο λόγο τα αποτελέσματα του προγράμματος PSI και συμβάλλουν στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ελλάδα.

(314)

Στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας για την ΕΤΕ, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσον είχαν ληφθεί αμέσως όλα τα δυνατά μέτρα για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να έχει η Τράπεζα ανάγκη νέας ενίσχυσης στο μέλλον. Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 156, 157, 158 της παρούσας απόφασης, η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να εφαρμόσει ένα σύνολο δράσεων στο πεδίο της εταιρικής διακυβέρνησης και των εμπορικών δραστηριοτήτων της Τράπεζας. Όπως περιγράφεται στο τμήμα 2.4, η Τράπεζα έχει επίσης αρχίσει να αναδιαρθρώνει τις δραστηριότητές της, έχοντας πραγματοποιήσει ήδη μειώσεις κόστους. Ως εκ τούτου, οι αμφιβολίες της Επιτροπής έχουν αρθεί.

(315)

Στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας για την ΕΤΕ, η Επιτροπή εξέφρασε επίσης αμφιβολίες για το κατά πόσον υπήρχαν επαρκείς διασφαλίσεις σε περίπτωση που η Τράπεζα ετίθετο υπό τον έλεγχο του κράτους, ή σε περίπτωση που παρέμενε υπό τον έλεγχο ιδιωτών μετόχων, ενώ το κράτος θα διατηρούσε την πλειοψηφική συμμετοχή. Οι δεσμεύσεις που περιγράφονται στις αιτιολογικές σκέψεις (156), (157), (158) διασφαλίζουν ότι οι πιστοδοτικές πράξεις της Τράπεζας θα ασκούνται σε εμπορική βάση και η καθημερινή λειτουργία θα προστατεύεται έναντι της κρατικής παρέμβασης. Το πλαίσιο των σχέσεων που συμφωνήθηκε μεταξύ του ελληνικού ΤΧΣ και της Τράπεζας εξασφαλίζει επίσης ότι τα συμφέροντα του κράτους ως βασικού μετόχου προστατεύονται έναντι της ανάληψης υπερβολικών κινδύνων από τη διοίκηση της Τράπεζας.

(316)

Τα μέτρα Β1, Β2 και Β3 εξασφαλίζουν, συνεπώς, τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ελλάδα. Έχουν ληφθεί σημαντικά μέτρα για να ελαχιστοποιηθούν μελλοντικές ζημίες και να διασφαλιστεί ότι οι δραστηριότητες της Τράπεζας δεν θα τεθούν σε κίνδυνο λόγω κακοδιοίκησης. Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή διαπιστώνει την καταλληλότητα των μέτρων Β1, Β2 και Β3.

7.4.2.   Αναγκαιότητα — περιορισμός της ενίσχυσης στο ελάχιστο

(317)

Σύμφωνα με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008, το μέτρο ενίσχυσης πρέπει, ως προς το ύψος και τη μορφή του, να είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου. Αυτό σημαίνει ότι η εισφορά κεφαλαίου πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο ποσό για την επίτευξη του στόχου.

(318)

Το ποσό της κεφαλαιακής ενίσχυσης υπολογίστηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος στο πλαίσιο της προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2012, ώστε να εξασφαλιστεί ότι ο δείκτης βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 της Τράπεζας παρέμενε πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο κατά την περίοδο 2012-2014, όπως αποτυπώνεται στον πίνακα 3. Συνεπώς, τα μέτρα Β1, Β2 και Β3 δεν παρέχουν στην Τράπεζα πλεονάζον κεφάλαιο. Όπως επεξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 314, τα μέτρα ελήφθησαν για να μειωθεί ο κίνδυνος να χρειαστεί η Τράπεζα πρόσθετη ενίσχυση στο μέλλον.

(319)

Όσον αφορά την αμοιβή για την πρώτη και τη δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση (μέτρα Β1 και Β2), η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι χορηγήθηκαν τον Μάιο και τον Δεκέμβριο του 2012 και καταβλήθηκαν σε είδος με τη μορφή ομολόγων του ελληνικού ΤΧΣ. Το ελληνικό ΤΧΣ εισέπραξε ως αμοιβή, από την ημερομηνία εκταμίευσης των εν λόγω ομολόγων του ΕΤΧΣ έως την ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013, τους δεδουλευμένους τόκους από τους τίτλους του ΕΤΧΣ και πρόσθετη αμοιβή 1 % (136). Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας για τη ΕΤΕ, οι εν λόγω αμοιβές είναι χαμηλότερες από το 7 % έως 9 % που ορίζεται στην ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης. Ωστόσο, η περίοδος της χαμηλής αμοιβής περιορίστηκε σε ένα έτος για το μέτρο Β1 και σε πέντε μήνες για το μέτρο Β2 (δηλαδή έως τη μετατροπή της προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης σε μόνιμη ανακεφαλαιοποίηση σε κοινές μετοχές, συγκεκριμένα το μέτρο Β3). Ενώ η πρώτη και η δεύτερη προσωρινή ανακεφαλαιοποίηση δεν προκάλεσαν μείωση της συμμετοχής των υφιστάμενων μετόχων, η ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013, η οποία ήταν η μερική μετατροπή της πρώτης και της δεύτερης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης, μείωσε δραστικά το μερίδιο των παλαιών μετόχων στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας, εφόσον η συμμετοχή τους μειώθηκε στο 5,1 %. Τότε τερματίστηκε η μη φυσιολογική κατάσταση που επικρατούσε από την ημερομηνία της πρώτης προσωρινής ανακεφαλαιοποίησης. Συνεπώς, έχουν εξαλειφθεί οι αμφιβολίες που διατυπώθηκαν στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας για την ΕΤΕ.

(320)

Επιπλέον, λόγω της άτυπης πηγής των δυσχερειών της Τράπεζας, καθώς οι ζημίες προέρχονται κυρίως από τη διαγραφή χρέους υπέρ του Δημοσίου (με το πρόγραμμα PSI και την επαναγορά χρέους που παρέχουν σημαντικό πλεονέκτημα στο κράτος, δηλαδή μείωση του χρέους) και από τις συνέπειες παρατεταμένης ύφεσης στην εσωτερική οικονομία της Τράπεζας, η Επιτροπή μπορεί να αποδεχθεί μια τέτοια προσωρινή παρέκκλιση από τις συνήθεις απαιτήσεις αμοιβής που ορίζονται στην ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης (137).

(321)

Όσον αφορά το μέτρο Β3, σύμφωνα με την παράγραφο 8 της ανακοίνωσης περί παράτασης του 2011, οι εισφορές κεφαλαίου θα πρέπει να αναλαμβάνονται με επαρκή έκπτωση στην τιμή της μετοχής, προσαρμοσμένης ώστε να λαμβάνεται υπόψη το φαινόμενο της μείωσης της συμμετοχής των μετόχων, ώστε να υπάρχει εύλογη βεβαιότητα επαρκούς αμοιβής για το κράτος. Παρόλο που το μέτρο Β3 δεν προέβλεπε σημαντική έκπτωση της τιμής της μετοχής όπως προσαρμόστηκε ώστε να λαμβάνεται υπόψη το φαινόμενο της μείωσης της συμμετοχής των μετόχων, στην πραγματικότητα ήταν αδύνατο να επιτευχθεί σημαντική έκπτωση της θεωρητικής τιμής χωρίς δικαίωμα εγγραφής (138). Πριν από την ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013, το κεφάλαιο της Τράπεζας ήταν αρνητικό και η χρηματιστηριακή της αξία ήταν μόλις ένα μικρό ποσοστό του ποσού της αύξησης του κεφαλαίου που επρόκειτο να ολοκληρωθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, τίθεται το ερώτημα εάν θα έπρεπε να διαγραφούν παντελώς οι υφιστάμενοι μέτοχοι. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η τιμή έκδοσης ορίστηκε στο 50 % της μέσης χρηματιστηριακής τιμής των πενήντα τελευταίων ημερών πριν από τον καθορισμό της τιμής έκδοσης. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η μείωση της συμμετοχής των παλαιών μετόχων ήταν τεράστια, διότι μετά την εν λόγω ανακεφαλαιοποίηση κατείχαν μόνο το 5,1 % του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή πρόσθετης έκπτωσης στη χρηματιστηριακή τιμή θα είχε περιορισμένη επίπτωση στην αμοιβή του ελληνικού ΤΧΣ. Λαμβανομένης υπόψη της ειδικής κατάστασης των ελληνικών τραπεζών η οποία επεξηγείται στην αιτιολογική σκέψη (320), και δεδομένου ότι η ανάγκη για ενίσχυση οφείλεται σε διαγραφή χρέους υπέρ του δημοσίου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η τιμή έκδοσης των μετοχών που αναλήφθηκαν από το κράτος ήταν αρκούντως χαμηλή.

(322)

Το ελληνικό ΤΧΣ εξέδωσε επίσης παραστατικούς τίτλους δικαιωμάτων αγοράς μετοχών και χορήγησε ένα δικαίωμα αγοράς για κάθε νέα μετοχή στην οποία έκανε προεγγραφή ο ιδιώτης επενδυτής που συμμετείχε στην ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013. Το ελληνικό ΤΧΣ χορήγησε δωρεάν τα εν λόγω δικαιώματα αγοράς μετοχών. Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 112, κάθε δικαίωμα αγοράς μετοχών ενσωματώνει το δικαίωμα αγοράς 8,23 μετοχών του ελληνικού ΤΧΣ, με προκαθορισμένη συχνότητα και τιμή άσκησης του δικαιώματος. Η τιμή άσκησης είναι ίση με την τιμή διάθεσης του ελληνικού ΤΧΣ η οποία αυξάνεται από ετήσιο και σωρευτικό περιθώριο (4 % για το πρώτο έτος, 5 % για το δεύτερο έτος, το 6 % για το τρίτο έτος, το 7 % για το τέταρτο έτος και 8 % σε ετήσια βάση κατά το τελευταίο εξάμηνο). Η αμοιβή που λαμβάνει το ελληνικό ΤΧΣ για τις μετοχές που κατέχει είναι εκ των πραγμάτων προσαρμοσμένη στα επίπεδα αυτά. Η εν λόγω αμοιβή είναι χαμηλότερη από το 7 % έως 9 % που ορίζεται στην ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης. Ωστόσο, επειδή τα εν λόγω δικαιώματα αγοράς μετοχών αποτέλεσαν βασικό παράγοντα επιτυχίας της έκδοσης δικαιωμάτων και της ιδιωτικής τοποθέτησης που δρομολόγησε η Τράπεζα πριν από την ανακεφαλαιοποίηση της άνοιξης του 2013, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα εν λόγω δικαιώματα αγοράς μετοχών επέτρεψαν στην Τράπεζα να μειώσει το ποσό της ενίσχυσης κατά 1 079 εκατ. ευρώ. Πράγματι, λόγω του χαμηλού δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας πριν από την ανακεφαλαιοποίηση και της μεγάλης αβεβαιότητας που επικρατούσε την εποχή εκείνη, οι προσομοιώσεις που ήταν διαθέσιμες τότε έδειξαν ότι χωρίς τα δικαιώματα αγοράς μετοχών οι ιδιώτες επενδυτές δεν θα είχαν επιτύχει ικανοποιητική απόδοση και δεν θα είχαν συμμετάσχει. Για τους λόγους που εξηγούνται στις αιτιολογικές σκέψεις 313 και (320), δεδομένου ότι το ελληνικό ΤΧΣ θα λάμβανε ελάχιστη θετική αμοιβή εάν ασκούνταν τα δικαιώματα αγοράς μετοχών και δεδομένου ότι στόχο του ΜΟΧΠ αποτελούσε η προσέλκυση ορισμένων ιδιωτών επενδυτών προκειμένου να παραμείνουν ορισμένες τράπεζες υπό ιδιωτική διαχείριση και να αποφευχθούν καταστάσεις στις οποίες το σύνολο του τραπεζικού τομέα θα ελεγχόταν από το ελληνικό ΤΧΣ, η Επιτροπή μπορεί να αποδεχθεί μια τέτοια παρέκκλιση από τις συνήθεις απαιτήσεις αμοιβής που ορίζονται στην ανακοίνωση για την ανακεφαλαιοποίηση. Η αποδοχή αυτή βασίζεται επίσης στο γεγονός ότι ο νόμος για το ελληνικό ΤΧΣ, όπως τροποποιήθηκε τον Μάρτιο του 2014, δεν προβλέπει καμία προσαρμογή των δικαιωμάτων αγοράς μετοχών σε περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου χωρίς δικαίωμα προτίμησης, και ότι σε περίπτωση έκδοσης δικαιωμάτων, μόνο το δικαίωμα αγοράς μετοχών μπορεί να προσαρμοστεί και η προσαρμογή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον εκ των υστέρων και μόνο μέχρι το ποσό των εσόδων που θα προκύψουν από την πώληση των δικαιωμάτων προτίμησης του ελληνικού ΤΧΣ. Επιπλέον, η δέσμευση που ανέλαβε η Ελλάδα ότι θα επιδιώξει την έγκριση της Επιτροπής πριν από την επαναγορά των δικαιωμάτων αγοράς μετοχών που έχει εκδώσει το ελληνικό ΤΧΣ θα επιτρέψει στην Επιτροπή να εξασφαλίσει ότι οι ενδεχόμενες μελλοντικές επαναγορές δεν μειώνουν περαιτέρω την αμοιβή του ελληνικού ΤΧΣ, ενώ αυξάνουν την αμοιβή των κατόχων δικαιωμάτων αγοράς μετοχών.

(323)

Όσον αφορά το γεγονός ότι οι μετοχές του ελληνικού ΤΧΣ είναι χωρίς ψήφο, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η ανάγκη για ενίσχυση δεν προέρχεται κυρίως από την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων. Επιπλέον, στόχος του προγράμματος μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης, της Ένωσης, του ΔΝΤ και της ΕΚΤ ήταν να παραμείνουν ορισμένες τράπεζες υπό ιδιωτική διαχείριση. Επιπλέον, το πλαίσιο των σχέσεων και η αυτόματη επαναφορά των δικαιωμάτων ψήφου σε περίπτωση μη εφαρμογής του σχεδίου αναδιάρθρωσης παρέχουν διασφαλίσεις έναντι μελλοντικής ανάληψης υπερβολικού κινδύνου από ιδιωτικούς διαχειριστές. Τέλος, το PSI και η επαναγορά του Δεκεμβρίου 2012 αποτελούν είδος αμοιβής για το κράτος, δεδομένου ότι χορηγήθηκε σε αυτό μείωση του χρέους του έναντι της Τράπεζας κατά αρκετά δισεκατ. ευρώ. Για όλους αυτούς τους λόγους, η Επιτροπή δέχεται να λάβει το ελληνικό ΤΧΣ μετοχές χωρίς ψήφο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μέτρο B3 ήταν αναγκαίο.

(324)

Εν κατακλείδι, τα μέτρα Β1, Β2 και Β3 είναι αναγκαία ως ενίσχυση διάσωσης, τόσο ως προς το ύψος τους όσο και ως προς τη μορφή τους.

7.4.3.   Αναλογικότητα — μέτρα που περιορίζουν τις αρνητικές δευτερογενείς επιπτώσεις

(325)

Η Τράπεζα έχει λάβει πολύ μεγάλο ποσό κρατικής ενίσχυσης. Επομένως, η κατάσταση αυτή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Ωστόσο, η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να εφαρμόσει ένα σύνολο μέτρων που αποσκοπούν στη μείωση των αρνητικών δευτερογενών επιπτώσεων. Ειδικότερα, οι δεσμεύσεις προβλέπουν ότι η Τράπεζα θα συνεχίσει να λειτουργεί σε εμπορική βάση, όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις (157) και (158). Η Ελλάδα έχει δεσμευθεί επίσης να απαγορεύσει τις εξαγορές και να πραγματοποιήσει διάφορες εκποιήσεις στο εξωτερικό και σε μη τραπεζικές δραστηριότητες στην Ελλάδα, όπως ορίζονται στην αιτιολογική σκέψη (159). Τα όρια στις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού εξετάζονται διεξοδικότερα στο τμήμα 7.6.

(326)

Έχει διοριστεί στην Τράπεζα εντολοδόχος παρακολούθησης για να παρακολουθεί τη σωστή εφαρμογή των δεσμεύσεων σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση και τις εμπορικές δραστηριότητες. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα αποφεύγονται τυχόν επιζήμιες αλλαγές στις εμπορικές πρακτικές της Τράπεζας και θα μειωθούν οι αρνητικές δευτερογενείς επιπτώσεις.

(327)

Τέλος, στις 25 Ιουνίου 2014 υποβλήθηκε στην Επιτροπή ένα νέο ολοκληρωμένο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα αξιολογηθεί στο τμήμα 7.6.

(328)

Εν κατακλείδι, οι αμφιβολίες που διατυπώθηκαν στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας για την ΕΤΕ έχουν αρθεί. Τα μέτρα Β1, Β2 και Β3 είναι αναλογικά βάσει της παραγράφου 15 της τραπεζικής ανακοίνωσης του 2008.

7.4.4.   Συμπέρασμα σχετικά με τη συμβατότητα των ανακεφαλαιοποιήσεων του ελληνικού ΤΧΣ με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008, την ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης και την ανακοίνωση περί παράτασης του 2011

(329)

Συνάγεται, επομένως, το συμπέρασμα ότι οι ανακεφαλαιοποιήσεις του ελληνικού ΤΧΣ (μέτρα Β1, Β2 και Β3) είναι κατάλληλες, αναγκαίες και αναλογικές, σύμφωνα με την παράγραφο 15 της τραπεζικής ανακοίνωσης του 2008, της ανακοίνωσης περί ανακεφαλαιοποίησης και της ανακοίνωσης περί παράτασης του 2011. Τα μέτρα Β1, Β2 και Β3 συνάδουν επομένως με την τραπεζική ανακοίνωση του 2008, την ανακοίνωση περί ανακεφαλαιοποίησης και την ανακοίνωση περί παράτασης του 2011

7.5.   ΣΥΜΒΑΤΌΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΞΑΓΟΡΏΝ ΤΡΙΏΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΏΝ ΤΡΑΠΕΖΏΝ, ΤΗΣ FB BANK ΚΑΙ ΤΗΣ PROBANK ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΊΝΩΣΗ ΠΕΡΊ ΑΝΑΔΙΆΡΘΡΩΣΗΣ

(330)

Η παράγραφος 23 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης εξηγεί ότι οι εξαγορές επιχειρήσεων από ενισχυόμενες τράπεζες δεν μπορούν να χρηματοδοτούνται από κρατική ενίσχυση, εκτός εάν αυτό είναι απαραίτητο για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας μιας επιχείρησης. Επιπλέον, οι παράγραφοι 40 και 41 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης αναφέρουν ότι οι τράπεζες δεν πρέπει να χρησιμοποιούν τις κρατικές ενισχύσεις για την εξαγορά ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, εκτός εάν η εξαγορά αποτελεί μέρος διαδικασίας εξυγίανσης απαραίτητης για την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ή για την εξασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Επιπλέον, οι εξαγορές είναι δυνατό να θέσουν σε κίνδυνο ή να δυσχεράνουν την αποκατάσταση της βιωσιμότητας. Η Επιτροπή οφείλει, συνεπώς, να αξιολογήσει κατά πόσον οι εξαγορές που πραγματοποίησε η Τράπεζα μπορούν να συμβιβαστούν με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης.

7.5.1.   Συμβατότητα της εξαγοράς των επιλεγμένων στοιχείων παθητικού των τριών Συνεταιριστικών Τραπεζών με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης

7.5.1.1.   Επίπτωση της εξαγοράς στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της Τράπεζας

(331)

Η εξαγορά των επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των τριών Συνεταιριστικών Τραπεζών ενισχύει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της Τράπεζας.

(332)

Πιο συγκεκριμένα, κατά τον χρόνο της εξαγοράς, οι ελληνικές τράπεζες είχαν ήδη πληγεί από σημαντικές εκροές καταθέσεων από το 2010 έως τα μέσα του 2012 και είχαν αποκλεισθεί από τις διεθνείς χρηματοδοτικές αγορές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τέσσερις από τις πέντε μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες υπέβαλαν προσφορές για την εξαγορά των καταθέσεων των τριών Συνεταιριστικών Τραπεζών. Η ενοποίηση των καταθέσεων των τριών Συνεταιριστικών Τραπεζών στον ισολογισμό της Τράπεζας υπήρξε επωφελής για το προφίλ ρευστότητάς της. Εάν η Τράπεζα δεν είχε εξαγοράσει τις καταθέσεις των τριών Συνεταιριστικών Τραπεζών, η καθαρή αναλογία δανείων προς καταθέσεις της Τράπεζας θα ήταν υψηλότερη.

(333)

Επιπλέον, η Τράπεζα γρήγορα ενσωμάτωσε τις εξαγορασμένες καταθέσεις χωρίς να εξαγοράσει τυχόν δαπανηρές υποδομές ή δαπανηρό δίκτυο υποκαταστημάτων. Επιπλέον, η Τράπεζα δεν εξαγόρασε κανένα δάνειο· ως εκ τούτου, η εξαγορά δεν αύξησε τους κινδύνους ή τις κεφαλαιακές της απαιτήσεις.

7.5.1.2.   Επίπτωση της εξαγοράς στο ποσό της ενίσχυσης που χρειάζεται η Τράπεζα

(334)

Σύμφωνα με την παράγραφο 23 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης, η ενίσχυση αναδιάρθρωσης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την αγορά άλλων εταιρειών, αλλά απλώς για την κάλυψη των δαπανών αναδιάρθρωσης που είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της Τράπεζας. Στην περίπτωση αυτή, αν και η εξαγορά έχει θετικές συνέπειες για τη βιωσιμότητα της Τράπεζας, δεν είναι ουσιώδης για τη βιωσιμότητά της, κατά την έννοια της παραγράφου 23 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης.

(335)

Ωστόσο, η τιμή αγοράς ήταν πολύ χαμηλή. Το τίμημα που κατέβαλε η Τράπεζα για την εξαγορά των μεταβιβασθέντων στοιχείων παθητικού και των τριών Συνεταιριστικών Τραπεζών καθορίστηκε στο […] % της αξίας των καταθέσεων που μεταβιβάστηκαν και ανήλθε σε λιγότερο από […] εκατ. ευρώ, ποσό ισοδύναμο με περίπου [0 έως 0,02] % των συνολικών στοιχείων ενεργητικού της Τράπεζας τον Δεκέμβριο του 2011. Το τίμημα αυτό μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί πολύ χαμηλό.

(336)

Συμπεραίνεται ότι η εξαγορά των τριών Συνεταιριστικών Τραπεζών δεν υπονόμευσε τον περιορισμό του κόστους αναδιάρθρωσης στο ελάχιστο αναγκαίο.

7.5.1.3.   Στρεβλωτικό αποτέλεσμα της εξαγοράς στον ανταγωνισμό

(337)

Σύμφωνα με τις παραγράφους 39 και 40 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης, οι κρατικές ενισχύσεις δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εις βάρος των επιχειρήσεων που δεν λαμβάνουν ενίσχυση για την εξαγορά ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Η παράγραφος 41 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης αναφέρει επίσης ότι μπορεί να επιτρέπονται οι εξαγορές όταν αποτελούν μέρος διαδικασίας εξυγίανσης αναγκαίας για την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ή για την εξασφάλιση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού και ότι η διαδικασία εξαγοράς πρέπει να τηρεί την αρχή της παροχής ίσων ευκαιριών σε όλους τους δυνητικούς αγοραστές και το αποτέλεσμα πρέπει να εξασφαλίζει συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις σχετικές αγορές.

(338)

Η Τράπεζα της Ελλάδος έκρινε ότι οι τρεις Συνεταιριστικές Τράπεζες δεν είναι βιώσιμες και ότι η έγκριση των μέτρων εξυγίανσης είναι αναγκαία για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η εξαγορά των τριών Συνεταιριστικών Τραπεζών μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί μέρος διαδικασίας εξυγίανσης που απαιτείται για την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 41 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης.

(339)

Επίσης, η τιμή αγοράς ήταν πολύ χαμηλή. Κανένας υποψήφιος που δεν έχει λάβει ενίσχυση δεν υπέβαλε έγκυρη προσφορά για την εξαγορά των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού των τριών Συνεταιριστικών Τραπεζών, και η διαδικασία πώλησης ήταν ανοικτή και χωρίς διακρίσεις. Η εξαγορά των επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της τράπεζας της Αχαΐας από την Τράπεζα εγκρίθηκε (139) επίσης από την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού (140). Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί ότι η έκβαση της διαδικασίας πώλησης δεν θέτει σε κίνδυνο τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην Ελλάδα.

(340)

Η εξαγορά εμπίπτει, ως εκ τούτου, στην απαλλαγή σύμφωνα με το σημείο 41 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης.

7.5.1.4.   Συμπέρασμα σχετικά με την εξαγορά των επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των τριών Συνεταιριστικών Τραπεζών

(341)

Λόγω της μοναδικής κατάστασης των ελληνικών τραπεζών (141) και των ιδιαιτεροτήτων της εξαγοράς των τριών Συνεταιριστικών Τραπεζών, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η εξαγορά συνάδει με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης.

7.5.2.   Συμβατότητα της εξαγοράς της FB Bank με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης

7.5.2.1.   Επίπτωση της εξαγοράς της FB Bank στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της Τράπεζας

(342)

Όσον αφορά τη λειτουργική αποδοτικότητα, η εξαγορά της FB Bank θα ενισχύσει την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της Τράπεζας, αφού η συγχώνευση δύο τραπεζών στην ίδια γεωγραφική αγορά παρέχει την ευκαιρία να επιτευχθούν σημαντικές συνέργειες. Ειδικότερα, κατά τον χρόνο της εξαγοράς, η Τράπεζα ανέμενε την επίτευξη συνεργειών με τον εξορθολογισμό του δικτύου υποκαταστημάτων, την ευθυγράμμση της προσφοράς προϊόντων και των πιστωτικών πολιτικών, τον εκσυγχρονισμό και την παγίωση της πλατφόρμας ΤΠ. Στην τελική της προσφορά η Τράπεζα εκτιμούσε ότι θα καταργήσει το μεγαλύτερο μέρος των λειτουργικών δαπανών της FB Bank και ανέμενε ευθυγράμμιση του κόστους των καταθέσεων που μεταβιβάστηκαν με την πολιτική επιτοκίων της Τράπεζας, δηλαδή, μέσω της μείωσης του επιτοκίου των καταθέσεων της FB Bank στα επίπεδα που καταβάλλει η Τράπεζα για τις καταθέσεις της, με παράλληλη διατήρηση των υφιστάμενων πελατών της FB Bank.

(343)

Όσον αφορά τις μελλοντικές ζημίες από δάνεια, η Τράπεζα εξαγοράζει τα δάνεια της FB Bank σε εύλογη αξία, και όχι βάσει της λογιστικής αξίας. Το στοιχείο αυτό περιορίζει τον κίνδυνο μελλοντικών απομειώσεων.

(344)

Όσον αφορά τη ρευστότητα, η εξαγορά έχει θετική επίπτωση στην Τράπεζα, δεδομένου ότι εξαγόρασε περισσότερες καταθέσεις παρά καθαρά δάνεια.

(345)

Όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, υπενθυμίζεται ότι προϋπόθεση για την προσφορά της Τράπεζας ήταν να καλύψει το ελληνικό ΤΧΣ τις κεφαλαιακές ανάγκες που δημιουργήθηκαν από την εξαγορά των στοιχείων ενεργητικού της FB Bank. Η Τράπεζα τελικά δεν έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας, δεδομένου ότι κατόρθωσε να συγκεντρώσει επαρκή ιδιωτικά κεφάλαια από την αγορά τον Μάιο του 2014.

(346)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εξαγορά είναι θετική για την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της Τράπεζας.

7.5.2.2.   Επίπτωση των εξαγορών στο ποσό της ενίσχυσης που χρειάζεται η Τράπεζα

(347)

Σύμφωνα με την παράγραφο 23 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης, η ενίσχυση αναδιάρθρωσης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την αγορά άλλων εταιρειών, αλλά απλώς για την κάλυψη των δαπανών αναδιάρθρωσης που είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της Τράπεζας. Στην περίπτωση αυτή, αν και η εξαγορά έχει θετικές συνέπειες για τη βιωσιμότητα της Τράπεζας, δεν είναι ουσιώδης για τη βιωσιμότητά της, κατά την έννοια της παραγράφου 23 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης.

(348)

Η Τράπεζα δεν κατέβαλε κανένα τίμημα για την αγορά των επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της FB Bank. Επίσης, προϋπόθεση για την προσφορά της Τράπεζας ήταν να καλύψει το ελληνικό ΤΧΣ τις κεφαλαιακές ανάγκες που δημιουργήθηκαν από την εξαγορά των στοιχείων ενεργητικού της FB Bank. Κατά συνέπεια, η εξαγορά δεν είχε ως αποτέλεσμα να χρειάζεται ο αγοραστής περαιτέρω κρατική ενίσχυση. Όσον αφορά τις πιθανές μελλοντικές κεφαλαιακές ανάγκες που δημιουργούνται από την εξαγορά, επισημαίνεται ότι τα στοιχεία ενεργητικού είχαν εξαγοραστεί στην εύλογη αξία, γεγονός το οποίο περιορίζει τον κίνδυνο μελλοντικών πρόσθετων ζημιών.

(349)

Συμπερασματικά, η Τράπεζα δεν χρησιμοποίησε την ενίσχυση για να χρηματοδοτήσει την εξαγορά της FB Bank και η εξαγορά αυτή δεν αντιβαίνει στην αρχή ότι η ενίσχυση πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο.

7.5.2.3.   Στρεβλωτικό αποτέλεσμα των εξαγορών στον ανταγωνισμό

(350)

Σύμφωνα με τις παραγράφους 39 και 40 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης, οι κρατικές ενισχύσεις δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εις βάρος των επιχειρήσεων που δεν λαμβάνουν ενίσχυση για την εξαγορά ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Η παράγραφος 41 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης αναφέρει επίσης ότι μπορεί να επιτρέπονται οι εξαγορές όταν αποτελούν μέρος διαδικασίας εξυγίανσης αναγκαίας για την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ή για την εξασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, ότι η διαδικασία εξαγοράς πρέπει να είναι δίκαιη και να διασφαλίζει τις συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην οικεία αγορά.

(351)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 76, η FB Bank δεν ήταν βιώσιμη τράπεζα σε αυτόνομη βάση. Το ΜΟΧΠ του Δεκεμβρίου 2012 προέβλεπε την εξυγίανση των ανεπαρκώς κεφαλαιοποιημένων τραπεζών μέσω της διαδικασίας αγοράς και ανάληψης ή, ως δεύτερη καλύτερη επιλογή, μέσω της δημιουργίας μιας ενδιάμεσης τράπεζας. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 77, και σύμφωνα με το ΜΟΧΠ, η Τράπεζα της Ελλάδος επισήμανε ότι η έγκριση των μέτρων εξυγίανσης είναι ζωτικής σημασίας για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των καταθετών στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η πράξη μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως μέρος της διαδικασίας εξυγίανσης που είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 41 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης.

(352)

Κανένας υποψήφιος που δεν έχει λάβει ενίσχυση δεν υπέβαλε έγκυρη προσφορά για την εξαγορά της FB Bank, και η διαδικασία πώλησης ήταν ανοικτή και χωρίς διακρίσεις. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε κανένας αποκλεισμός υποψηφίου που δεν έχει λάβει ενίσχυση από την Τράπεζα. Η εξαγορά της FB Bank εγκρίθηκε από την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού (142). Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί ότι η έκβαση της διαδικασίας πώλησης δεν θέτει σε κίνδυνο τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην Ελλάδα.

(353)

Με βάση τα στοιχεία αυτά, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εξαγορά της FB Bank εμπίπτει στην εξαίρεση της παραγράφου 41 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης.

7.5.2.4.   Συμπέρασμα σχετικά με την εξαγορά της FB Bank

(354)

Συνάγεται το συμπέρασμα ότι, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της εξαγοράς της FB Bank, η εν λόγω εξαγορά συνάδει με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης.

7.5.3.   Συμβατότητα της εξαγοράς της Probank με την ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης

7.5.3.1.   Επίπτωση της εξαγοράς της Probank στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της Τράπεζας

(355)

Όσον αφορά τη λειτουργική αποδοτικότητα, η εξαγορά της Probank θα ενισχύσει την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της Τράπεζας, διότι η Τράπεζα θα επιτύχει σημαντικές συνέργειες. Ειδικότερα, κατά τον χρόνο της εξαγοράς η Τράπεζα ανέμενε ετήσιες συνέργειες που ανέρχονται σε […] εκατ. ευρώ έως το τέλος του 2015 (143). Η Τράπεζα ανέμενε να αξιοποιήσει αυτές τις συνέργειες με τον εξορθολογισμό του δικτύου υποκαταστημάτων και τη μείωση του προσωπικού της ενοποιημένης οντότητας, τη συγχώνευση των εταιρικών καθηκόντων, την ενοποίηση των συστημάτων ΤΠ, καθώς και με κεντρικές ενέργειες. Επιπλέον, η Τράπεζα ανέμενε να επιτύχει σημαντικό μέρος των συνεργειών με την εναρμόνιση του κόστους των καταθέσεων που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα με την πολιτική επιτοκίων της Τράπεζας, δηλαδή, μέσω της μείωσης του επιτοκίου των καταθέσεων της Probank στα επίπεδα που καταβάλλονται επί των καταθέσεων της Τράπεζας.

(356)

Όσον αφορά τον κίνδυνο μελλοντικών ζημιών από δάνεια, η Τράπεζα εξαγόρασε τα δάνεια της Probank σε εύλογη αξία, και όχι βάσει της λογιστικής αξίας. Αυτό περιορίζει τον κίνδυνο μελλοντικών απομειώσεων.

(357)

Όσον αφορά τη ρευστότητα, η εξαγορά έχει θετική επίπτωση στην Τράπεζα, δεδομένου ότι εξαγόρασε περισσότερες καταθέσεις παρά καθαρά δάνεια. Η εξαγορά συμβάλλει, ως εκ τούτου, στη βελτίωση του δείκτη χορηγήσεων προς καταθέσεις της Τράπεζας.

(358)

Όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, υπενθυμίζεται ότι προϋπόθεση για την προσφορά της Τράπεζας ήταν να καλύψει το ελληνικό ΤΧΣ τις κεφαλαιακές ανάγκες που δημιουργήθηκαν από την εξαγορά των στοιχείων ενεργητικού της Probank. Η Τράπεζα τελικά δεν έκανε χρήση αυτής της δυνατότητας, δεδομένου ότι κατόρθωσε να συγκεντρώσει επαρκή ιδιωτικά κεφάλαια από την αγορά τον Μάιο του 2014.

(359)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εξαγορά είναι θετική για την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της Τράπεζας.

7.5.3.2.   Επίπτωση των εξαγορών στο ποσό της ενίσχυσης που χρειάζεται η Τράπεζα

(360)

Σύμφωνα με την παράγραφο 23 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης, η ενίσχυση αναδιάρθρωσης δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την αγορά άλλων εταιρειών, αλλά απλώς για την κάλυψη των δαπανών αναδιάρθρωσης που είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της Τράπεζας. Στην περίπτωση αυτή, αν και η εξαγορά έχει θετικές συνέπειες για τη βιωσιμότητα της Τράπεζας, δεν είναι ουσιώδης για τη βιωσιμότητά της κατά την έννοια της παραγράφου 23 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης.

(361)

Η Τράπεζα δεν κατέβαλε κανένα τίμημα για την αγορά των επιλεγμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της Probank. Επίσης, προϋπόθεση για την προσφορά της Τράπεζας ήταν να καλύψει το ελληνικό ΤΧΣ τις κεφαλαιακές ανάγκες που δημιουργήθηκαν από την εξαγορά των στοιχείων ενεργητικού της Probank. Κατά συνέπεια, η εξαγορά δεν είχε ως αποτέλεσμα να χρειάζεται ο αγοραστής περαιτέρω κρατική ενίσχυση. Όσον αφορά τις πιθανές μελλοντικές κεφαλαιακές ανάγκες που δημιουργούνται από την εξαγορά, επισημαίνεται ότι τα στοιχεία ενεργητικού είχαν εξαγοραστεί στην εύλογη αξία, γεγονός το οποίο περιορίζει τον κίνδυνο μελλοντικών πρόσθετων ζημιών.

(362)

Συμπερασματικά, η Τράπεζα δεν χρησιμοποίησε την ενίσχυση για να χρηματοδοτήσει την εξαγορά της Probank και η εξαγορά αυτή δεν αντιβαίνει στην αρχή ότι η ενίσχυση πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο.

7.5.3.3.   Στρεβλωτικό αποτέλεσμα της εξαγοράς στον ανταγωνισμό

(363)

Σύμφωνα με τις παραγράφους 39 και 40 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης, οι κρατικές ενισχύσεις δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται εις βάρος των επιχειρήσεων που δεν λαμβάνουν ενίσχυση για την εξαγορά ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Η παράγραφος 41 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης αναφέρει επίσης ότι μπορεί να επιτρέπονται οι εξαγορές όταν αποτελούν μέρος διαδικασίας εξυγίανσης αναγκαίας για την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ή για την εξασφάλιση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού και ότι η διαδικασία εξαγοράς πρέπει να τηρεί την αρχή της παροχής ίσων ευκαιριών σε όλους τους δυνητικούς αγοραστές και το αποτέλεσμα πρέπει να εξασφαλίζει συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις σχετικές αγορές.

(364)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 86, η Probank δεν ήταν βιώσιμη σε αυτόνομη βάση. Το ΜΟΧΠ του Μαΐου 2013 προέβλεπε την εξυγίανση των ανεπαρκώς κεφαλαιοποιημένων τραπεζών μέσω της διαδικασίας αγοράς και ανάληψης. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 87, η Τράπεζα της Ελλάδος επισήμανε ότι η έγκριση των μέτρων εξυγίανσης είναι ζωτικής σημασίας για να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των καταθετών στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η εξαγορά μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί μέρος διαδικασίας εξυγίανσης που απαιτείται για την αποκατάσταση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 41 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης.

(365)

Κανένας υποψήφιος που δεν έχει λάβει ενίσχυση δεν υπέβαλε έγκυρη προσφορά για την εξαγορά της Probank, και η διαδικασία πώλησης ήταν ανοικτή και χωρίς διακρίσεις. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε από την Τράπεζα κανένας αποκλεισμός υποψηφίου που δεν έχει λάβει ενίσχυση. Η εξαγορά της Probank εγκρίθηκε επίσης από την Ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού. Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί ότι η έκβαση της διαδικασίας πώλησης δεν θέτει σε κίνδυνο τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην Ελλάδα.

(366)

Με βάση τα στοιχεία αυτά, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εξαγορά της Probank εμπίπτει στην απαλλαγή σύμφωνα με την παράγραφο 41 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης.

7.5.3.4.   Συμπέρασμα σχετικά με την εξαγορά της Probank

(367)

Συνάγεται το συμπέρασμα ότι, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της εξαγοράς της Probank, η εν λόγω εξαγορά συνάδει με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην ανακοίνωση περί αναδιάρθρωσης.

7.6.   ΣΥΜΒΑΤΌΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΈΤΡΩΝ A, B1, B2 ΚΑΙ B3 ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΊΝΩΣΗ ΠΕΡΊ ΑΝΑΔΙΆΡΘΡΩΣΗΣ

7.6.1.   Πηγές δυσχερειών και συνέπειες για την αξιολόγηση βάσει της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης

(368)

Όπως αναφέρεται στα τμήματα 2.1.1 και 2.1.2, οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζει η Τράπεζα προέρχονται κυρίως από την κρίση του ελληνικού δημόσιου χρέους και τη βαθιά ύφεση στην Ελλάδα και τη Νότια Ευρώπη. Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο, η ελληνική κυβέρνηση έπαψε να έχει πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές και, εντέλει, αναγκάστηκε να διαπραγματευθεί συμφωνία με τους εγχώριους και διεθνείς πιστωτές της, δηλαδή το πρόγραμμα PSI, γεγονός που οδήγησε σε κούρεμα των απαιτήσεων έναντι του ελληνικού κράτους κατά 53,3 %. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή του 31,5 % των απαιτήσεων με νέα ΟΕΔ με χαμηλότερα επιτόκια και μεγαλύτερες ληκτότητες. Το Δημόσιο επαναγόρασε αυτά τα νέα ΟΕΔ από τις ελληνικές τράπεζες τον Δεκέμβριο του 2012 σε τιμή μεταξύ του 30,2 % και του 40,1 % της ονομαστικής αξίας τους και, με τον τρόπο αυτό, οριστικοποιήθηκε πρόσθετη ζημία για τις ελληνικές τράπεζες. Εκτός από τις συνέπειες του προγράμματος PSI και της επαναγοράς χρέους για την κεφαλαιακή της θέση, η Τράπεζα επλήγη επίσης από σημαντική εκροή καταθέσεων από το 2010 έως τα μέσα του 2012, λόγω του κινδύνου εξόδου της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ συνεπεία ενός μη βιώσιμου δημόσιου χρέους και της οικονομικής ύφεσης.

(369)

Τα μέτρα Β1, Β2 και Β3 αντιπροσωπεύουν ποσό 9 756 εκατ. ευρώ, το οποίο είναι μικρότερο από το ποσό της ζημίας που καταλογίστηκε μετά το πρόγραμμα PSI (11 735 εκατ. ευρώ). Στην περίπτωση αυτή, και εάν οι δυσκολίες δεν οφείλονται κυρίως στη συμπεριφορά ανάληψης υπερβολικών κινδύνων, η παράγραφος 14 της ανακοίνωσης περί παράτασης του 2011 προβλέπει ότι η Επιτροπή θα μετριάσει τις απαιτήσεις της.

(370)

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ορισμένες από τις κεφαλαιακές ανάγκες προκύπτουν από τη συνήθη έκθεση ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος στον κίνδυνο μη πληρωμής λόγω αδυναμίας του Δημοσίου της οικείας χώρας. Το γεγονός αυτό επισημάνθηκε επίσης στις αιτιολογικές σκέψεις 60 και 71 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας για την ΕΤΕ. Κατά συνέπεια, η ανάγκη να αντιμετωπίσει η Τράπεζα ζητήματα ηθικού κινδύνου στο σχέδιο αναδιάρθρωσής της είναι μικρότερη από ό,τι για άλλα ενισχυόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που είχαν συσσωρεύσει υπερβολικούς κινδύνους. Εφόσον τα μέτρα ενίσχυσης είναι λιγότερο στρεβλωτικά, θα πρέπει και τα μέτρα που ελήφθησαν για τον περιορισμό των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού να είναι αναλογικά πιο ήπια. Εφόσον το πρόγραμμα PSI και η επαναγορά χρέους συνιστούν διαγραφή χρέους υπέρ του Δημοσίου, η αμοιβή του κράτους κατά την ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας μπορεί να είναι χαμηλότερη. Η Επιτροπή παρατηρεί, ωστόσο, ότι η Τράπεζα ήταν περισσότερο εκτεθειμένη στον κίνδυνο μη πληρωμής λόγω αδυναμίας του ελληνικού Δημοσίου σε σχέση με ορισμένες άλλες μεγάλες ελληνικές τράπεζες. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί το σύνολο των ζημιών στα ΟΕΔ να αποδοθεί στη συνήθη έκθεση ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος στον κίνδυνο μη πληρωμής λόγω αδυναμίας του Δημοσίου της οικείας χώρας.

(371)

Η δεύτερη πηγή ζημιών της Τράπεζας είναι οι ζημίες από τα δάνεια που χορήγησε σε ελληνικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εν λόγω ζημίες οφείλονται κυρίως στην εξαιρετικά βαθιά και παρατεταμένη συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά περίπου 25 % σε διάστημα πέντε ετών και όχι σε επισφαλείς πρακτικές δανειοδοσίας της Τράπεζας. Ως εκ τούτου, η ενίσχυση που χορηγήθηκε για να καλυφθούν οι εν λόγω ζημίες δεν δημιουργεί ηθικό κίνδυνο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που η ενίσχυση προστατεύει μια τράπεζα από τις συνέπειες των επικίνδυνων συμπεριφορών του παρελθόντος. Ως εκ τούτου, η ενίσχυση αυτή νοθεύει λιγότερο τον ανταγωνισμό (144).

(372)

Ωστόσο, ορισμένες από τις κεφαλαιακές ανάγκες και ζημίες από δάνεια της Τράπεζας προέρχονται από ορισμένες διεθνείς θυγατρικές. Το 2012, για παράδειγμα, οι δραστηριότητες στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία ήταν ζημιογόνες. Τα αλλοδαπά στοιχεία ενεργητικού αποτελούσαν επίσης παθητικό για τη ρευστότητα δεδομένου ότι η εσωτερική χρηματοδότηση του ομίλου ανερχόταν σε περίπου […] δισεκατ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2012.

(373)

Συμπερασματικά, σημαντικό μέρος των ζημιών και η ανάγκη για ενίσχυση εμπίπτουν στην παράγραφο 14 της ανακοίνωσης του 2011 περί παράτασης, η οποία επιτρέπει στην Επιτροπή να μειώσει τις απαιτήσεις της. Μέρος της ανάγκης για ενίσχυση απορρέει από τις ζημίες από ελληνικά δάνεια λόγω της εξαιρετικά βαθιάς και παρατεταμένης ύφεσης και όχι από δάνεια υψηλού κινδύνου. Τέτοιες ενισχύσεις δεν δημιουργούν ηθικό κίνδυνο και, επομένως, είναι λιγότερο στρεβλωτικές για τον ανταγωνισμό.

(374)

Τέλος, περιορισμένο μέρος της ανάγκης για ενίσχυση οφείλεται στην ανάληψη κινδύνων από την ίδια την Τράπεζα.

(375)

Ωστόσο, αφού από το 2008 και μετά η ελληνική οικονομία έχει συρρικνωθεί κατά περίπου 25 %, η Τράπεζα οφείλει να προσαρμόσει την οργάνωσή της, τη διάρθρωση του κόστους και το εμπορικό της δίκτυο σε αυτό το νέο περιβάλλον, ώστε να αποκαταστήσει επαρκή κερδοφορία. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της ενίσχυσης δεν απορρέει από την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων, η Τράπεζα πρέπει να αναδιαρθρώσει τις δραστηριότητές της προκειμένου να εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της.

7.6.2.   Βιωσιμότητα

(376)

Ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης πρέπει να διασφαλίζει ότι το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα είναι σε θέση να αποκαταστήσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του έως το τέλος της περιόδου αναδιάρθρωσης (τμήμα 2 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης). Στην προκειμένη περίπτωση, ως περίοδος αναδιάρθρωσης ορίζεται το διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας έκδοσης της παρούσας απόφασης και της 31ης Δεκεμβρίου 2018.

(377)

Σύμφωνα με τις παραγράφους 9, 10 και 11 της ανακοίνωσης περί αναδιάρθρωσης, η Ελλάδα υπέβαλε ολοκληρωμένο και αναλυτικό σχέδιο αναδιάρθρωσης με πλήρη στοιχεία για το επιχειρηματικό μοντέλο της Τράπεζας. Το σχέδιο προσδιορίζει επίσης τις αιτίες των δυσχερειών που αντιμετώπιζε η Τράπεζα, καθώς και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για να αντιμετωπιστούν όλα τα ζητήματα βιωσιμότητας που αντιμετώπιζε. Συγκεκριμένα, το σχέδιο αναδιάρθρωσης περιγράφει τη στρατηγική που έχει υιοθετηθεί για τη διατήρηση της λειτουργικής αποδοτικότητας της Τράπεζας και τον χειρισμό του υψηλού ποσοστού μη εξυπηρετούμενων δανείων, της επισφαλούς ρευστότητας και της κεφαλαιακής θέσης της, καθώς και των αλλοδαπών θυγατρικών της οι οποίες εξαρτώνταν από τη μητρική τους εταιρεία για τη χρηματοδότηση και τα κεφάλαια τους.