ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 189

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

57ό έτος
27 Ιουνίου 2014


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 652/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με τη διαχείριση των δαπανών που αφορούν, αφενός, τη διατροφική αλυσίδα, την υγεία των ζώων και την καλή μεταχείριση των ζώων και, αφετέρου, την υγεία των φυτών και το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 98/56/ΕΚ, 2000/29/ΕΚ και 2008/90/ΕΚ, των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 178/2002, (ΕΚ) αριθ. 882/2004 και (ΕΚ) αριθ. 396/2005, της οδηγίας 2009/128/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 66/399/ΕΟΚ, 76/894/ΕΟΚ και 2009/470/ΕΚ

1

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 653/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 όσον αφορά την ηλεκτρονική αναγνώριση των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος

33

 

*

Κανονισμός (EE) αριθ. 654/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, περί ασκήσεως των δικαιωμάτων της Ένωσης για την εφαρμογή και την επιβολήτων διεθνών εμπορικών κανόνων και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3286/94 του Συμβουλίου που καθορίζει κοινοτικές διαδικασίες στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής για να διασφαλιστεί η άσκηση των δικαιωμάτων της Κοινότητας στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς εμπορίου, ιδίως αυτών που έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου

50

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 655/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, περί της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού προς διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

59

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 656/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, περί κανόνων επιτηρήσεως των εξωτερικών θαλάσσιων συνόρων στο πλαίσιο της επιχειρησιακής συνεργασίας που συντονίζεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

93

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 657/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2173/2005 του Συμβουλίου, όσον αφορά την ανάθεση κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικών εξουσιών στην Επιτροπή

108

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 658/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, σχετικά με τα τέλη που καταβάλλονται στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων για τη διενέργεια των δραστηριοτήτων φαρμακοεπαγρύπνησης όσον αφορά τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση ( 1 )

112

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 659/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 638/2004 σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές για τις συναλλαγές αγαθών μεταξύ κρατών μελών, όσον αφορά την ανάθεση στην Επιτροπή κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιοτήτων και εκτελεστικών αρμοδιοτήτων για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων, την κοινοποίηση πληροφοριών από την τελωνειακή διοίκηση, την ανταλλαγή εμπιστευτικών δεδομένων μεταξύ κρατών μελών και τον ορισμό της στατιστικής αξίας

128

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 660/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 για τις μεταφορές αποβλήτων

135

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 661/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2012/2002 του Συμβουλίου για την ίδρυση του Ταμείου Αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ένωσης

143

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 662/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 525/2013 όσον αφορά την τεχνική εφαρμογή του πρωτοκόλλου του Κιότο στη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος ( 1 )

155

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2014/64/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τις ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων που αποτελούν μέρος των δικτύων επιτήρησης στα κράτη μέλη

161

 

*

Οδηγία 2014/68/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα του εξοπλισμού υπό πίεση στην αγορά ( 1 )

164

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1295/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για την θέσπιση του προγράμματος Δημιουργική Ευρώπη (2014 έως 2020) και την κατάργηση των αποφάσεων αριθ. 1718/2006/ΕΚ, 1855/2006/ΕΚ και 1041/2009/ΕΚ ( ΕΕ L 347 της 20.12.2013 )

260

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου ( ΕΕ L 347 της 20.12.2013 )

261

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

27.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 189/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 652/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 15ης Μαΐου 2014

για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με τη διαχείριση των δαπανών που αφορούν, αφενός, τη διατροφική αλυσίδα, την υγεία των ζώων και την καλή μεταχείριση των ζώων και, αφετέρου, την υγεία των φυτών και το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 98/56/ΕΚ, 2000/29/ΕΚ και 2008/90/ΕΚ, των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 178/2002, (ΕΚ) αριθ. 882/2004 και (ΕΚ) αριθ. 396/2005, της οδηγίας 2009/128/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 66/399/ΕΟΚ, 76/894/ΕΟΚ και 2009/470/ΕΚ

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφος 2 και το άρθρο 168 παράγραφος 4 στοιχείο β),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει απαιτήσεις για τα τρόφιμα και την ασφάλεια των τροφίμων και για τις ζωοτροφές και την ασφάλεια των ζωοτροφών σε όλα τα στάδια παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων κανόνων που αποσκοπούν στη διασφάλιση δίκαιων πρακτικών στο εμπόριο και στην ενημέρωση των καταναλωτών. Θεσπίζει επίσης απαιτήσεις για την πρόληψη και τον έλεγχο των μεταδοτικών νόσων των ζώων και των ζωοανθρωπονόσων, καθώς και απαιτήσεις για την καλή μεταχείριση των ζώων, τα ζωικά υποπροϊόντα, την υγεία των φυτών και το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό, την προστασία των φυτικών ποικιλιών, τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και τη χρήση τους, και την ορθολογική χρήση των παρασιτοκτόνων. Το δίκαιο της Ένωσης προβλέπει επίσης επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής και στην τήρηση των εν λόγω απαιτήσεων.

(2)

Ο γενικός στόχος του δικαίου της Ένωσης στους τομείς αυτούς είναι να συμβάλλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών σε όλη την έκταση της διατροφικής αλυσίδας, στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας και ενημέρωσης των καταναλωτών και στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος, προάγοντας συγχρόνως την ανταγωνιστικότητα και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

(3)

Η επίτευξη αυτού του γενικού στόχου απαιτεί κατάλληλους χρηματοοικονομικούς πόρους. Είναι, ως εκ τούτου, ανάγκη να συμβάλλει η Ένωση στη χρηματοδότηση των μέτρων που αναλαμβάνονται στους διάφορους τομείς οι οποίοι έχουν σχέση με τον εν λόγω γενικό στόχο. Επιπλέον, για την αποδοτική στόχευση των πραγματοποιούμενων δαπανών, θα πρέπει να καθοριστούν ειδικοί στόχοι και δείκτες για την αξιολόγηση της επίτευξης των στόχων αυτών.

(4)

Στο παρελθόν η χρηματοδότηση που παρείχε η Ένωση για τις δαπάνες που αφορούν τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές είχε τη μορφή επιδοτήσεων, συμβάσεων και πληρωμών σε διεθνείς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα. Είναι σκόπιμο να συνεχιστεί η χρηματοδότηση αυτή με τον ίδιο τρόπο.

(5)

Η χρηματοδότηση της Ένωσης μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί από τα κράτη μέλη για να τα στηρίξει σε δράσεις σχετικά με την υγεία των φυτών ή των ζώων για τον έλεγχο, την πρόληψη ή την καταπολέμηση βλαβερών οργανισμών ή νόσων των ζώων, οι οποίες πραγματοποιούνται από δραστηριοποιούμενες στους τομείς αυτούς οργανώσεις.

(6)

Για λόγους δημοσιονομικής πειθαρχίας, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί στον παρόντα κανονισμό κατάλογος επιλέξιμων μέτρων τα οποία μπορούν να χρηματοδοτηθούν από την Ένωση και να καθοριστούν οι επιλέξιμες δαπάνες και τα εφαρμοστέα ποσοστά χρηματοδότησης.

(7)

Λαμβάνοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 1311/2013 του Συμβουλίου (3), το ανώτατο ποσό για τις δαπάνες στον τομέα των τροφίμων και των ζωοτροφών για το σύνολο της περιόδου 2014 έως 2020 πρόκειται να ανέλθει σε 1 891 936 000 EUR.

(8)

Επιπλέον, θα πρέπει να παρασχεθεί χρηματοδότηση σε επίπεδο Ένωσης προκειμένου να αντιμετωπισθούν εξαιρετικές περιστάσεις, όπως καταστάσεις επείγουσας ανάγκης που αφορούν την υγεία των ζώων και των φυτών, αν οι πιστώσεις του τομέα 3 του προϋπολογισμού δεν επαρκούν, αλλά απαιτούνται επείγοντα μέτρα. Η χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση τέτοιων κρίσεων θα πρέπει να κινητοποιηθεί με την προσφυγή, για παράδειγμα, στον μηχανισμό ευελιξίας, σύμφωνα με τη διοργανική συμφωνία της 2ας Δεκεμβρίου 2013 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τη δημοσιονομική πειθαρχία, για τη συνεργασία σε δημοσιονομικά θέματα και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση (4).

(9)

Το ισχύον δίκαιο προβλέπει ότι ορισμένες από τις επιλέξιμες δαπάνες πρέπει να επιστρέφονται βάσει καθορισμένων ποσοστών. Σχετικά με άλλες δαπάνες, δεν προβλέπονται από το δίκαιο περιορισμοί για την επιστροφή. Για να εξορθολογιστεί και να απλουστευθεί το σύστημα, θα πρέπει να καθοριστεί ένα σταθερό ανώτατο ποσοστό επιστροφής. Το ποσοστό αυτό ενδείκνυται να είναι το επίπεδο που εφαρμόζεται συνήθως για τις επιδοτήσεις. Είναι επίσης αναγκαίο να προβλεφθεί η δυνατότητα αύξησης του εν λόγω ανώτατου ποσοστού σε ορισμένες περιστάσεις.

(10)

Λόγω της σημασίας που έχει η επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού, είναι σκόπιμο να χρηματοδοτείται το 100 % των επιλέξιμων δαπανών ορισμένων δράσεων, υπό την προϋπόθεση ότι η υλοποίηση των δράσεων αυτών συνεπάγεται επίσης και την πραγματοποίηση δαπανών που δεν είναι επιλέξιμες.

(11)

Η Ένωση έχει την ευθύνη να εξασφαλίζει τη σωστή χρήση των κεφαλαίων, αλλά και να λαμβάνει μέτρα απλούστευσης των χρηματοδοτικών προγραμμάτων της, με στόχο τη μείωση του διοικητικού φόρτου και των δαπανών των δικαιούχων των κεφαλαίων και όλων των εμπλεκόμενων παραγόντων, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών της 8ης Οκτωβρίου 2010 με τίτλο «Έξυπνη νομοθεσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

(12)

Το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εφαρμόζουν ορισμένα μέτρα όταν ορισμένες νόσοι των ζώων ή ζωοανθρωπονόσοι εκδηλώνονται ή εξαπλώνονται. Συνεπώς, η Ένωση θα πρέπει να παρέχει χρηματοδοτική συνδρομή για παρόμοια μέτρα επείγουσας ανάγκης.

(13)

Είναι επίσης αναγκαίο να μειωθεί ο αριθμός των εστιών νόσων των ζώων και ζωοανθρωπονόσων που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου και των ζώων και να προληφθεί η εκδήλωση τέτοιων εστιών, με κατάλληλα μέτρα καταπολέμησης, ελέγχου και παρακολούθησης. Συνεπώς, τα εθνικά προγράμματα καταπολέμησης, ελέγχου και παρακολούθησης των εν λόγω νόσων των ζώων και ζωοανθρωπονόσων θα πρέπει να χρηματοδοτούνται από την Ένωση.

(14)

Για οργανωτικούς λόγους και λόγους αποδοτικότητας όσον αφορά τη διεκπεραίωση της χρηματοδότησης στους τομείς της υγείας των ζώων και των φυτών, ενδείκνυται να οριστούν κανόνες σχετικά με το περιεχόμενο, την υποβολή, την αξιολόγηση και την έγκριση των εθνικών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εφαρμόζονται στις εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 349 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»). Για τους ίδιους λόγους, θα πρέπει επίσης να καθοριστούν προθεσμίες για την υποβολή των σχετικών εκθέσεων και την αρχειοθέτηση των αιτήσεων πληρωμής.

(15)

Η οδηγία 2000/29/ΕΚ του Συμβουλίου (5) επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν ορισμένα επείγοντα μέτρα για την καταπολέμηση των οργανισμών που είναι επιβλαβείς για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα («επιβλαβείς οργανισμοί»). Η Ένωση θα πρέπει να συμβάλλει, με τη χρηματοδοτική της συνδρομή, στην καταπολέμηση των εν λόγω επιβλαβών οργανισμών. Θα πρέπει να προβλέπεται επίσης, υπό ορισμένους όρους, χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης για επείγοντα μέτρα τα οποία αποσκοπούν στον περιορισμό της εξάπλωσης των επιβλαβών οργανισμών που έχουν τις σοβαρότερες επιπτώσεις για την Ένωση και οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθούν σε ορισμένες ζώνες, καθώς και για μέτρα πρόληψης σχετικά με τους εν λόγω επιβλαβείς οργανισμούς.

(16)

Τα επείγοντα μέτρα που λαμβάνονται κατά των επιβλαβών οργανισμών θα πρέπει να είναι επιλέξιμα για συγχρηματοδότηση από την Ένωση υπό τον όρο να έχουν ως αποτέλεσμα προστιθέμενη αξία για το σύνολο της Ένωσης. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να προβλέπεται χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης για την αντιμετώπιση των επιβλαβών οργανισμών που καταγράφονται στο παράρτημα I μέρος Α κεφάλαιο I και στο παράρτημα II μέρος Α κεφάλαιο I της οδηγίας 2000/29/ΕΚ, υπό την επικεφαλίδα «Επιβλαβείς οργανισμοί που δεν απαντώνται στην Ένωση και στο σύνολο του εδάφους της». Αν οι επιβλαβείς οργανισμοί είναι γνωστό ότι απαντώνται στην Ένωση, επιλέξιμα για χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης θα πρέπει να είναι μόνο τα μέτρα που αφορούν εκείνους που έχουν τις σοβαρότερες επιπτώσεις για την Ένωση. Σ’ αυτούς τους επιβλαβείς οργανισμούς περιλαμβάνονται ιδίως οι οργανισμοί που υπόκεινται στα μέτρα των οδηγιών του Συμβουλίου 69/464/ΕΟΚ (6), 93/85/ΕΟΚ (7), 98/57/ΕΚ (8) ή 2007/33/ΕΚ (9). Θα πρέπει επίσης να διατίθεται χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης για τους επιβλαβείς οργανισμούς εκείνους που δεν παρατίθενται στο παράρτημα I ή στο παράρτημα II της οδηγίας 2000/29/ΕΚ, οι οποίοι υπόκεινται σε εθνικά μέτρα και οι οποίοι είναι προσωρινά επιλέξιμοι για να περιληφθούν στο παράρτημα I μέρος Α κεφάλαιο I της οδηγίας 2000/29/ΕΚ ή στο παράρτημα II μέρος Α κεφάλαιο I αυτής. Επιλέξιμα για χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης θα πρέπει επίσης να είναι τα μέτρα που αφορούν επιβλαβείς οργανισμούς οι οποίοι υπόκεινται σε επείγοντα μέτρα της Ένωσης για την εξάλειψή τους.

(17)

Είναι αναγκαία η έγκαιρη ανίχνευση της παρουσίας ορισμένων επιβλαβών οργανισμών. Οι επισκοπήσεις σχετικά με την ανίχνευση της παρουσίας αυτής που διεξάγονται από τα κράτη μέλη έχουν ζωτική σημασία για την εξασφάλιση της άμεσης καταπολέμησης των εστιών των εν λόγω επιβλαβών οργανισμών. Οι επισκοπήσεις που διεξάγονται από τα επιμέρους κράτη μέλη έχουν ζωτική σημασία για την προστασία του εδάφους όλων των άλλων κρατών μελών. Η Ένωση μπορεί να συνεισφέρει στη χρηματοδότηση αυτών των επισκοπήσεων εν γένει, υπό τον όρο ότι το πεδίο εφαρμογής τους περιλαμβάνει τουλάχιστον μία από τις δύο κρίσιμες κατηγορίες επιβλαβών οργανισμών, και συγκεκριμένα τους επιβλαβείς οργανισμούς που δεν είναι γνωστό αν απαντώνται στην Ένωση και τους επιβλαβείς οργανισμούς που υπόκεινται σε επείγοντα μέτρα της Ένωσης.

(18)

Η χρηματοδότηση της Ένωσης για μέτρα στον τομέα της υγείας των ζώων και των φυτών θα πρέπει να καλύπτει ειδικές επιλέξιμες δαπάνες. Θα πρέπει επίσης, σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να καλύπτει τις δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται τα κράτη μέλη για την εκτέλεση άλλων αναγκαίων μέτρων. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν την εκτέλεση ενισχυμένων μέτρων βιοπροστασίας σε περίπτωση επιδημικής έκρηξης ή παρουσίας επιβλαβών οργανισμών, την καταστροφή και τη μεταφορά σφαγίων κατά τη διάρκεια προγράμματος καταπολέμησης νόσων, και τις δαπάνες αποζημίωσης σε ιδιοκτήτες οι οποίες προκύπτουν από επείγουσες εκστρατείες εμβολιασμού.

(19)

Οι εξόχως απόκεντρες περιοχές των κρατών μελών αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω της απομόνωσης και της εξάρτησής τους από περιορισμένο αριθμό προϊόντων. Είναι σκόπιμο να παρέχει η Ένωση χρηματοδοτική συνδρομή στα κράτη μέλη για τα προγράμματα που εφαρμόζουν για την καταπολέμηση επιβλαβών οργανισμών στις εν λόγω εξόχως απόκεντρες περιοχές σύμφωνα με τους στόχους του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 228/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10). Εφόσον ορισμένες εξόχως απόκεντρες περιοχές υπόκεινται σε εθνικούς κανόνες ειδικούς για τις περιοχές αυτές, και όχι στους κανόνες της Ένωσης που ορίζονται στην οδηγία 2000/29/ΕΚ, αυτή η χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης θα πρέπει να αφορά τους ισχύοντες για τις περιοχές αυτές κανόνες, ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για ενωσιακούς ή εθνικούς κανόνες.

(20)

Οι επίσημοι έλεγχοι που διενεργούνται από τα κράτη μέλη είναι μέσο ουσιαστικής σημασίας για την επαλήθευση και την παρακολούθηση της εφαρμογής, της τήρησης και της επιβολής των σχετικών απαιτήσεων της Ένωσης. Η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα των επίσημων συστημάτων ελέγχου έχουν ζωτική σημασία για τη διατήρηση υψηλού επιπέδου ασφάλειας για τους ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά σε όλη τη διατροφική αλυσίδα, εξασφαλίζοντας, παράλληλα, υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος. Θα πρέπει να προβλέπεται χρηματοδοτική στήριξη της Ένωσης για τα εν λόγω μέτρα ελέγχου. Ειδικότερα, θα πρέπει να προβλέπεται χρηματοδοτική συνδρομή για τα εργαστήρια αναφοράς της Ένωσης, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν τις δαπάνες που προκύπτουν από την εφαρμογή των προγραμμάτων εργασίας που εγκρίνει η Επιτροπή. Επιπλέον, καθώς η αποτελεσματικότητα των επίσημων ελέγχων εξαρτάται επίσης από τη στελέχωση των αρχών ελέγχου με καλά εκπαιδευμένο προσωπικό με κατάλληλη γνώση του δικαίου της Ένωσης, η Ένωση θα πρέπει να είναι σε θέση να συμβάλλει στην κατάρτιση των ατόμων αυτών και στην εφαρμογή σχετικών προγραμμάτων ανταλλαγών που οργανώνονται από τις αρμόδιες αρχές.

(21)

Η αποδοτική διαχείριση των επίσημων ελέγχων εξαρτάται από την ταχεία ανταλλαγή δεδομένων και πληροφοριών σχετικά με τους εν λόγω ελέγχους. Επιπλέον, η ορθή και εναρμονισμένη εφαρμογή των σχετικών κανόνων εξαρτάται από την ύπαρξη αποδοτικών συστημάτων στα οποία συμμετέχουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, η δημιουργία και λειτουργία βάσεων δεδομένων και ηλεκτρονικών συστημάτων διαχείρισης πληροφοριών για τους εν λόγω σκοπούς θα πρέπει επίσης να είναι επιλέξιμη για χρηματοδοτική συνδρομή.

(22)

Η Ένωση θα πρέπει να διαθέτει χρηματοδότηση για τις τεχνικές, επιστημονικές, συντονιστικές και επικοινωνιακές δραστηριότητες που είναι αναγκαίες για να εξασφαλιστούν η ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και η προσαρμογή του στις επιστημονικές, τεχνολογικές και κοινωνικές εξελίξεις. Θα πρέπει επίσης να προβλεφθεί χρηματοδότηση για προγράμματα που αποσκοπούν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των επίσημων ελέγχων.

(23)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), κάθε πρόταση που υποβάλλεται στη νομοθετική αρχή και περιέχει παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή επισήμανση των παρεκκλίσεων αυτών και να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους που δικαιολογούν τις εν λόγω παρεκκλίσεις. Ως εκ τούτου, λόγω της ιδιαίτερης φύσης ορισμένων από τους στόχους που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών είναι οι πλέον ενδεδειγμένες για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τους εν λόγω στόχους, οι αρχές αυτές θα πρέπει να θεωρηθούν ως προσδιορισμένοι δικαιούχοι για τους σκοπούς του άρθρου 128 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012. Συνεπώς, θα πρέπει να είναι δυνατή η χορήγηση επιδοτήσεων στις εν λόγω αρχές χωρίς να προηγηθεί δημοσίευση προσκλήσεων υποβολής προτάσεων.

(24)

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 86 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 και κατ’ εξαίρεση από την αρχή της μη αναδρομικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 130 του εν λόγω κανονισμού, οι δαπάνες για τα επείγοντα μέτρα που καλύπτονται από τα άρθρα 7 και 17 του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι επιλέξιμες από την ημερομηνία κοινοποίησης της εκδήλωσης μιας νόσου ή της παρουσίας ενός επιβλαβούς οργανισμού από το κράτος μέλος στην Επιτροπή λόγω της επείγουσας και απρόβλεπτης φύσης των μέτρων αυτών. Οι αντίστοιχες δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων και η πληρωμή των επιλέξιμων δαπανών θα πρέπει να γίνεται από την Επιτροπή, έπειτα από αξιολόγηση των αιτήσεων πληρωμής που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη.

(25)

Είναι πολύ σημαντική η άμεση εφαρμογή αυτών των επειγόντων μέτρων. Ως εκ τούτου, θα ήταν αντιπαραγωγικό να αποκλειστούν από τη χρηματοδότηση οι δαπάνες που πραγματοποιούνται πριν από την υποβολή της αίτησης επιδότησης, διότι αυτό θα ενθάρρυνε τα κράτη μέλη να επικεντρώσουν τις άμεσες προσπάθειές τους στην προετοιμασία της αίτησης επιδότησης αντί για την εφαρμογή των επειγόντων μέτρων.

(26)

Λόγω της έκτασης του ισχύοντος στην Ένωση δικαίου για την εφαρμογή των μέτρων καταπολέμησης και παρακολούθησης και λόγω των τεχνικών περιορισμών όσον αφορά την πρόσβαση σε άλλη διαθέσιμη εμπειρογνωμοσύνη, η εφαρμογή των μέτρων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό χρειάζεται να γίνει κυρίως από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να συγχρηματοδοτούνται, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι δαπάνες μισθοδοσίας του προσωπικού των εθνικών δημόσιων υπηρεσιών.

(27)

Ο προγραμματισμός καθιστά δυνατό τον συντονισμό και τον καθορισμό προτεραιοτήτων και, με τον τρόπο αυτό, συμβάλλει στην αποτελεσματική χρήση των δημοσιονομικών πόρων της Ένωσης. Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή για την έγκριση προγραμμάτων εργασίας σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων μέτρων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

(28)

Για να εξασφαλιστεί η υπεύθυνη και αποτελεσματική χρήση των δημοσιονομικών πόρων της Ένωσης, θα πρέπει να δοθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να ελέγχει, είτε με επιτόπιους ελέγχους είτε με ελέγχους εγγράφων, ότι η χρηματοδότηση της Ένωσης χρησιμοποιείται πράγματι για την εφαρμογή των επιλέξιμων μέτρων.

(29)

Σε όλο τον κύκλο των δαπανών θα πρέπει να προστατεύονται τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της πρόληψης, του εντοπισμού και της διερεύνησης των παρατυπιών και της ανάκτησης των κονδυλίων που απωλέσθηκαν, καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα.

(30)

Ο κατάλογος των ασθενειών των ζώων που είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση στο πλαίσιο των επειγόντων μέτρων επισυνάπτεται στον παρόντα κανονισμό και περιέχει τις ασθένειες ζώων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, στο άρθρο 4 παράγραφος 1, στο άρθρο 6 παράγραφος 2 και στο άρθρο 14 παράγραφος 1 της απόφασης 2009/470/ΕΚ του Συμβουλίου (12). Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ασθένειες των ζώων οι οποίες πρέπει να κοινοποιούνται σύμφωνα με την οδηγία 82/894/ΕΟΚ του Συμβουλίου (13) και οι ασθένειες που είναι δυνατόν να αποτελέσουν νέα απειλή για την Ένωση, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, σχετικά με τη συμπλήρωση του καταλόγου αυτού.

(31)

Οι κατάλογοι των ασθενειών ζώων και των ζωοανθρωπονόσων που είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση στο πλαίσιο προγραμμάτων εκρίζωσης, ελέγχου και επιτήρησης των νόσων επισυνάπτονται στον παρόντα κανονισμό και περιλαμβάνουν τις ζωικές ασθένειες και τις ζωονόσους που αναφέρονται στο παράρτημα I της απόφασης 2009/470/ΕΚ. Προκειμένου να ληφθούν υπόψη καταστάσεις που προκύπτουν από ασθένειες ζώων που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην παραγωγή ή στο εμπόριο του ζωικού κεφαλαίου, η ανάπτυξη ζωοανθρωπονόσων που αποτελούν απειλή για τους ανθρώπους ή οι νέες επιστημονικές ή επιδημιολογικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, σχετικά με τη συμπλήρωση των καταλόγων αυτών.

(32)

Κατά την έκδοση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργεί η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της, και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και εκπόνηση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(33)

Για να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για την κατάρτιση ετήσιων και πολυετών προγραμμάτων εργασίας, της χρηματοδοτικής συνδρομής για επείγοντα μέτρα ή, όπου είναι αναγκαίο, για την ανταπόκριση σε απρόβλεπτες εξελίξεις, των διαδικασιών για την υποβολή από τα κράτη μέλη αιτήσεων, και εκθέσεων και αιτήσεων πληρωμών για τις επιδοτήσεις. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14).

(34)

Το δίκαιο της Ένωσης θα πρέπει να εφαρμόζεται με τρόπο που να εξασφαλίζεται ότι αποφέρει τα επιδιωκόμενα οφέλη, με βάση τη σχετική εμπειρία. Συνεπώς, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογεί τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού και να ανακοινώνει τα πορίσματά της στα άλλα θεσμικά όργανα.

(35)

Κατά την εφαρμογή των ισχυόντων κανόνων της Ένωσης που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή επικουρείται επί του παρόντος από διάφορες επιτροπές, και ιδίως τις επιτροπές που έχουν συσταθεί με τις αποφάσεις του Συμβουλίου 66/399/ΕΟΚ (15) και 76/894/ΕΟΚ (16), τις οδηγίες του Συμβουλίου 98/56/ΕΚ (17) και 2008/90/ΕΚ (18), και με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19). Είναι σκόπιμο να απλοποιηθεί η διαδικασία των επιτροπών στον τομέα αυτόν. Θα πρέπει να ανατεθεί στην επιτροπή που συστάθηκε με το άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 η αποστολή να επικουρεί την Επιτροπή κατά την άσκηση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της όσον αφορά τις δαπάνες που πραγματοποιούνται στους σχετικούς τομείς και η ονομασία της εν λόγω επιτροπής θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να αντανακλά τις αυξημένες αρμοδιότητές της. Συνεπώς, οι αποφάσεις 66/399/ΕΟΚ και 76/894/ΕΟΚ θα πρέπει να καταργηθούν, ενώ οι οδηγίες 98/56/ΕΚ και 2008/90/ΕΚ, καθώς και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002, θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως.

(36)

Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά τις διατάξεις της απόφασης 2009/470/ΕΚ. Αντικαθιστά επίσης το άρθρο 13γ παράγραφος 5 και τα άρθρα 22 έως 26 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ, το άρθρο 66 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20), το κεφάλαιο VII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21), το άρθρο 22 της οδηγίας 2009/128/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22) και το άρθρο 76 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23). Συνεπώς, η οδηγία 2000/29/ΕΚ, οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 882/2004 και (ΕΚ) αριθ. 396/2005, η οδηγία 2009/128/ΕΚ και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως.

(37)

Η εισαγωγή της συγχρηματοδότησης της Ένωσης για δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται τα κράτη μέλη για δαπάνες αποζημίωσης των ιδιοκτητών για την αξία των φυτών τους, των φυτικών τους προϊόντων ή άλλων αντικειμένων που καταστρέφονται λόγω των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ απαιτεί την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τους όρους που εφαρμόζονται όσον αφορά τα όρια της αγοραίας αξίας των οικείων καλλιεργειών και των δένδρων. Αυτή η εισαγωγή θα πρέπει ως εκ τούτου να ισχύσει μόνον από 1ης Ιανουαρίου 2017,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Αντικείμενο, πεδίο εφαρμογής και στόχοι

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει διατάξεις για τη διαχείριση των δαπανών που γίνονται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους τομείς οι οποίοι καλύπτονται από τους κανόνες της Ένωσης:

α)

που διέπουν, αφενός, τα τρόφιμα και την ασφάλεια των τροφίμων, σε όλα τα στάδια της παραγωγής, μεταποίησης, διανομής και διάθεσης μετά τη χρήση τους, συμπεριλαμβανομένων κανόνων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση δίκαιων πρακτικών στο εμπόριο, στην προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών και στην ενημέρωσή τους, καθώς και, αφετέρου, την παραγωγή και τη χρήση των υλικών και των αντικειμένων που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα·

β)

που διέπουν τις ζωοτροφές και την ασφάλεια των ζωοτροφών, σε κάθε στάδιο της παραγωγής, επεξεργασίας, διανομής, διάθεσης μετά τη χρήση τους και χρήσης των ζωοτροφών, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που αποσκοπούν στην εξασφάλιση δίκαιων πρακτικών στο εμπόριο και στην προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών και στην ενημέρωσή τους·

γ)

που αφορούν τον καθορισμό απαιτήσεων για την υγεία των ζώων·

δ)

που αφορούν τον καθορισμό απαιτήσεων για την καλή μεταχείριση των ζώων·

ε)

που αφορούν μέτρα προστασίας από οργανισμούς επιβλαβείς για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της οδηγίας 2000/29/ΕΚ («επιβλαβείς οργανισμοί»)·

στ)

που αφορούν την παραγωγή, με σκοπό τη διάθεσή του στην αγορά, και τη διάθεση φυτικού αναπαραγωγικού υλικού στην αγορά·

ζ)

που αφορούν τον καθορισμό απαιτήσεων για τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την ορθολογική χρήση των παρασιτοκτόνων·

η)

που αποσκοπούν στην πρόληψη και την ελαχιστοποίηση των κινδύνων που προκύπτουν για τη δημόσια υγεία και την υγεία των ζώων από τα ζωικά υποπροϊόντα και τα παράγωγα προϊόντα·

θ)

που διέπουν τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον·

ι)

που αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας όσον αφορά τις φυτικές ποικιλίες και τη διατήρηση και την ανταλλαγή φυτογενετικών πόρων.

Άρθρο 2

Στόχοι

1.   Οι δαπάνες για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 1 έχουν ως στόχο την επίτευξη:

α)

του γενικού στόχου της συμβολής στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών σε όλη την έκταση της διατροφικής αλυσίδας και σε συναφείς τομείς, προλαμβάνοντας και εξαλείφοντας ασθένειες και επιβλαβείς οργανισμούς και διασφαλίζοντας υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και του περιβάλλοντος, ενισχύοντας συγχρόνως την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας τροφίμων και ζωοτροφών της Ένωσης και προάγοντας τη δημιουργία θέσεων εργασίας·

β)

των ακόλουθων ειδικών στόχων:

i)

τη συμβολή στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας των τροφίμων και των συστημάτων παραγωγής τροφίμων και άλλων προϊόντων τα οποία μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια των τροφίμων και, ταυτόχρονα, βελτίωση της βιωσιμότητας της παραγωγής τροφίμων,

ii)

τη συμβολή στην επίτευξη υψηλότερου επιπέδου υγείας των ζώων στην Ένωση και υποστήριξη της βελτίωσης της καλής μεταχείρισης των ζώων,

iii)

τη συμβολή στην έγκαιρη ανίχνευση επιβλαβών οργανισμών και στην καταπολέμησή τους όταν οι εν λόγω επιβλαβείς οργανισμοί έχουν εισέλθει στην Ένωση,

iv)

τη συμβολή στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας και της αξιοπιστίας των επίσημων ελέγχων και των άλλων δραστηριοτήτων που εκτελούνται για την αποτελεσματική εφαρμογή και τήρηση των κανόνων της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1.

2.   Για να μετρηθεί η επίτευξη των ειδικών στόχων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) χρησιμοποιούνται οι ακόλουθοι δείκτες:

α)

Για τον ειδικό στόχο της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημείο i), μείωση του αριθμού κρουσμάτων νόσων σε ανθρώπους στην Ένωση τα οποία συνδέονται με την ασφάλεια των τροφίμων ή τις ζωοανθρωπονόσους·

β)

Για τον ειδικό στόχο της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημείο ii):

i)

αύξηση του αριθμού των κρατών μελών ή των περιφερειών τους που είναι απαλλαγμένα(-ες) από νόσους των ζώων για τις οποίες λαμβάνουν χρηματοδοτική συνδρομή,

ii)

συνολική μείωση παραμέτρων των νόσων, όπως η επίπτωση, ο επιπολασμός και ο αριθμός εστιών·

γ)

Για τον ειδικό στόχο της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημείο iii):

i)

μέσω της κάλυψης του εδάφους της Ένωσης από επισκοπήσεις για επιβλαβείς οργανισμούς, ιδίως για επιβλαβείς οργανισμούς που δεν είναι γνωστό αν απαντώνται στο έδαφος της Ένωσης και για επιβλαβείς οργανισμούς που θεωρούνται οι πιο επικίνδυνοι για το έδαφος της Ένωσης,

ii)

ο χρόνος που απαιτείται για την καταπολέμηση των εν λόγω επιβλαβών οργανισμών και το ποσοστό επιτυχίας·

δ)

Για τον ειδικό στόχο της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημείο iv), ευνοϊκή τάση στα αποτελέσματα των ελέγχων που διεξάγονται και γνωστοποιούνται από εμπειρογνώμονες της Επιτροπής στα κράτη μέλη σε κρίσιμους τομείς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Μορφές χρηματοδότησης και γενικές χρηματοοικονομικές διατάξεις

Άρθρο 3

Μορφές χρηματοδότησης

1.   Η χρηματοδότηση από την Ένωση των δαπανών που αναφέρονται στο άρθρο 1 γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012.

2.   Όταν χορηγούνται επιδοτήσεις στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, οι εν λόγω αρχές θεωρούνται προσδιορισμένοι δικαιούχοι κατά την έννοια του άρθρου 128 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012. Οι εν λόγω επιδοτήσεις μπορούν να χορηγούνται χωρίς πρόσκληση υποβολής προτάσεων.

3.   Η χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης για τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό μπορεί επίσης να λαμβάνει τη μορφή εθελοντικών πληρωμών προς διεθνείς οργανισμούς των οποίων η Ένωση είναι μέλος ή στις εργασίες των οποίων συμμετέχει, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στους τομείς που καλύπτονται από τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 1.

Άρθρο 4

Προϋπολογισμός

1.   Το όριο για τις δαπάνες που αναφέρονται στο άρθρο 1, για την περίοδο 2014 έως 2020, ανέρχεται σε 1 891 936 000 EUR σε τρέχουσες τιμές.

2.   Το όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί επίσης να καλύπτει δαπάνες που αφορούν δραστηριότητες προετοιμασίας, παρακολούθησης, ελέγχου, εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης οι οποίες είναι αναγκαίες για τη διαχείριση και την επίτευξη των στόχων των δαπανών που αναφέρονται στο άρθρο 1, ιδίως σχετικά με μελέτες και συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων, τα έξοδα για δίκτυα πληροφορικής που έχουν ως αντικείμενο την επεξεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και όλα τα άλλα έξοδα τεχνικής και διοικητικής βοήθειας που πραγματοποιούνται από την Επιτροπή για τη διαχείριση των εν λόγω δαπανών.

3.   Το όριο μπορεί επίσης να καλύπτει τις δαπάνες τεχνικής και διοικητικής υποστήριξης που απαιτούνται για την εξασφάλιση της μετάβασης μεταξύ δράσεων που εγκρίνονται πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού και δράσεων που εγκρίνονται μετά απ’ αυτήν. Αν χρειαστεί, είναι δυνατόν να εγγραφούν στον προϋπολογισμό πιστώσεις για την περίοδο μετά το 2020 με σκοπό την κάλυψη δαπανών αυτού του είδους, ώστε να καταστεί εφικτή η διαχείριση δράσεων που δεν θα έχουν ολοκληρωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020.

Άρθρο 5

Ανώτατα ποσοστά επιδοτήσεων

1.   Όταν η χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης λαμβάνει τη μορφή επιδότησης, δεν υπερβαίνει το 50 % των επιλέξιμων δαπανών.

2.   Το μέγιστο ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να αυξηθεί στο 75 % των επιλέξιμων δαπανών σε σχέση με:

α)

διασυνοριακές δραστηριότητες που υλοποιούνται από κοινού από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη με σκοπό τον έλεγχο, την πρόληψη ή την καταπολέμηση επιβλαβών οργανισμών ή νόσων των ζώων·

β)

τα κράτη μέλη των οποίων το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό εισόδημα, όπως προκύπτει από τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, είναι χαμηλότερο από το 90 % του μέσου όρου της Ένωσης.

3.   Το μέγιστο ποσοστό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να αυξηθεί στο 100 % των επιλέξιμων δαπανών όταν οι δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από την Ένωση αφορούν την πρόληψη και τον έλεγχο σοβαρών κινδύνων για την υγεία ανθρώπων, φυτών και ζώων στην Ένωση και:

α)

προορίζονται να αποτρέψουν τα ανθρώπινα θύματα ή μεγάλες οικονομικές αναστατώσεις για την Ένωση στο σύνολό της·

β)

είναι ειδικά καθήκοντα που είναι απαραίτητα για την Ένωση στο σύνολό της, όπως ορίζεται από την Επιτροπή στο πρόγραμμα εργασίας της, το οποίο εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1· ή

γ)

εφαρμόζονται σε τρίτες χώρες.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Υγεία των ζώων

Τμήμα 1

Επείγοντα μέτρα

Άρθρο 6

Επιλέξιμα μέτρα

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν επιδοτήσεις έως τα ανώτατα ποσοστά που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 3 για τα μέτρα που λαμβάνονται ως αποτέλεσμα επιβεβαίωσης της εκδήλωσης μιας από τις νόσους των ζώων που καταγράφονται σύμφωνα με το άρθρο 7, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα εφαρμόστηκαν αμέσως και ότι έχουν τηρηθεί οι εφαρμοστέες διατάξεις του οικείου δικαίου της Ένωσης. Οι επιδοτήσεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν επίσης τις δαπάνες εκείνες οι οποίες προέκυψαν εξαιτίας υπόνοιας εκδήλωσης παρόμοιας νόσου, υπό τον όρο ότι η εκδήλωση επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν επιδοτήσεις όταν, σε περίπτωση επιβεβαίωσης της εκδήλωσης μιας από τις νόσους των ζώων που απαριθμούνται στο άρθρο 7, δύο ή περισσότερα κράτη μέλη συνεργάζονται στενά για τον έλεγχο της επιδημίας.

3.   Είναι δυνατή η χορήγηση επιδοτήσεων στα κράτη μέλη, σε τρίτες χώρες και σε διεθνείς οργανισμούς για τα μέτρα προστασίας που λαμβάνουν σε περίπτωση άμεσης απειλής για την κατάσταση της υγείας στην Ένωση λόγω της εκδήλωσης ή της εξέλιξης, στο έδαφος τρίτης χώρας ή κράτους μέλους, μιας από τις νόσους των ζώων ή μιας από τις ζωοανθρωπονόσους που καταγράφονται σύμφωνα με τα άρθρα 7 ή 10.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν επιδοτήσεις όταν η Επιτροπή αποφασίζει, κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, ότι πρέπει να δημιουργήσουν αποθέματα βιολογικών προϊόντων με σκοπό τον έλεγχο των νόσων των ζώων και των ζωοανθρωπονόσων που καταγράφονται σύμφωνα με τα άρθρα 7 ή 10.

5.   Η Ένωση μπορεί να χορηγήσει χρηματοδοτική συνδρομή για τη δημιουργία αποθεμάτων βιολογικών προϊόντων ή για την απόκτηση δόσεων εμβολίων αν η εκδήλωση ή η εξέλιξη, σε τρίτη χώρα ή σε κράτος μέλος, μιας από τις νόσους των ζώων ή μιας από τις ζωοανθρωπονόσους που καταγράφονται σύμφωνα με τα άρθρα 7 ή 10 ενδέχεται να συνιστά απειλή για την Ένωση.

Άρθρο 7

Κατάλογος νόσων των ζώων

1.   Ο κατάλογος των νόσων των ζώων που είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 6 παρατίθεται στο παράρτημα I.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 40, προκειμένου να συμπληρώνει τον κατάλογο των νόσων των ζώων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη τις νόσους των ζώων που είναι απαραίτητο να κοινοποιούνται σύμφωνα με την οδηγία 82/894/ΕΟΚ και τις νόσους που είναι πιθανόν να αποτελούν νέα απειλή για την Ένωση, λόγω του σημαντικού αντικτύπου τους:

α)

στην ανθρώπινη υγεία·

β)

στην υγεία ή την καλή μεταχείριση των ζώων· ή

γ)

στη γεωργική παραγωγή ή την παραγωγή προϊόντων υδατοκαλλιέργειας ή σε συναφείς τομείς της οικονομίας.

Άρθρο 8

Επιλέξιμες δαπάνες

1.   Οι ακόλουθες δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται τα κράτη μέλη για την εκτέλεση των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 μπορούν να είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση, βάσει της εν λόγω παραγράφου:

α)

δαπάνες αποζημίωσης των ιδιοκτητών για την αξία των ζώων τους τα οποία εσφάγησαν ή θανατώθηκαν, έως το ποσό της αγοραίας αξίας των ζώων αυτών ως εάν να μην είχαν προσβληθεί από τη νόσο·

β)

δαπάνες για τη σφαγή ή τη θανάτωση των ζώων και συναφείς δαπάνες μεταφοράς·

γ)

δαπάνες αποζημίωσης των ιδιοκτητών για την αξία των ζωικών τους προϊόντων που καταστράφηκαν, έως το ποσό της αγοραίας αξίας που είχαν τα εν λόγω προϊόντα αμέσως πριν προκύψουν υπόνοιες εμφάνισης νόσου ή πριν επιβεβαιωθούν οι υπόνοιες αυτές·

δ)

δαπάνες καθαρισμού, απεντόμωσης και απολύμανσης εκμεταλλεύσεων και εξοπλισμού, με βάση την επιδημιολογία και τα χαρακτηριστικά του παθογόνου οργανισμού·

ε)

δαπάνες μεταφοράς και καταστροφής μολυσμένων ζωοτροφών και δαπάνες καταστροφής μολυσμένου εξοπλισμού αν αυτός δεν μπορεί να απολυμανθεί·

στ)

δαπάνες αγοράς, αποθήκευσης, χορήγησης ή διανομής εμβολίων και δολωμάτων καθώς και το κόστος του εμβολιασμού αν η Επιτροπή αποφασίζει σχετικά με τις ενέργειες αυτές ή τις εγκρίνει·

ζ)

δαπάνες μεταφοράς και διάθεσης σφαγίων·

η)

σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, κάθε άλλη δαπάνη αναγκαία για την εκρίζωση της νόσου, όπως προβλέπεται στην απόφαση χρηματοδότησης που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού.

2.   Όπως προβλέπεται στο άρθρο 130 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, οι δαπάνες είναι επιλέξιμες από την ημερομηνία κοινοποίησης της εκδήλωσης της νόσου από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή. Οι δαπάνες αυτές είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν επίσης τις δαπάνες εκείνες οι οποίες προέκυψαν εξαιτίας υπόνοιας εκδήλωσης παρόμοιας νόσου, υπό τον όρο ότι η εκδήλωση αυτή επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια.

3.   Έπειτα από αξιολόγηση των αιτήσεων πληρωμής που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη, η Επιτροπή προβαίνει στις αντίστοιχες δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων και στην πληρωμή των επιλέξιμων δαπανών.

Τμήμα 2

Προγράμματα καταπολέμησης, ελέγχου και επιτήρησης των νόσων των ζώων και των ζωοανθρωπονόσων

Άρθρο 9

Επιλέξιμα προγράμματα

Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν επιδοτήσεις για τα ετήσια ή πολυετή εθνικά προγράμματα καταπολέμησης, ελέγχου και επιτήρησης των νόσων των ζώων και των ζωοανθρωπονόσων που καταγράφονται σύμφωνα με το άρθρο 10 («εθνικά προγράμματα»).

Άρθρο 10

Κατάλογος νόσων των ζώων και ζωοανθρωπονόσων

1.   Ο κατάλογος των νόσων των ζώων και των ζωοανθρωπονόσων που είναι επιλέξιμες για τις επιδοτήσεις δυνάμει του άρθρου 9 παρατίθεται στο παράρτημα II.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 40, προκειμένου να συμπληρώνει τον κατάλογο των νόσων των ζώων και των ζωοανθρωπονόσων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας υπόψη:

α)

την κατάσταση των νόσων των ζώων που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη ζωική παραγωγή ή το εμπόριο·

β)

την εξέλιξη των ζωοανθρωπονόσων που αποτελούν ενδεχομένως απειλή για τον άνθρωπο· ή

γ)

τις νέες επιστημονικές ή επιδημιολογικές εξελίξεις.

Άρθρο 11

Επιλέξιμες δαπάνες

Οι ακόλουθες δαπάνες τις οποίες πραγματοποιούν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των εθνικών προγραμμάτων μπορούν να είναι επιλέξιμες για επιδοτήσεις στο πλαίσιο του άρθρου 9:

α)

δαπάνες δειγματοληψίας σε ζώα·

β)

δαπάνες εργαστηριακών αναλύσεων, με την προϋπόθεση ότι περιορίζονται στα ακόλουθα:

i)

δαπάνες για τον εξοπλισμό εργαστηριακών αναλύσεων (test kits), αντιδραστήρια και αναλώσιμα που μπορούν να προσδιοριστούν και που χρησιμοποιούνται ειδικά για τη διενέργεια των εργαστηριακών αναλύσεων,

ii)

δαπάνες για το προσωπικό, ανεξάρτητα από το καθεστώς του, που συμμετέχει άμεσα στη διενέργεια των εργαστηριακών αναλύσεων·

γ)

δαπάνες αποζημίωσης των ιδιοκτητών για την αξία των ζώων τους τα οποία εσφάγησαν ή θανατώθηκαν, έως το ποσό της αγοραίας αξίας των ζώων αυτών ως εάν να μην είχαν προσβληθεί από τη νόσο·

δ)

δαπάνες σφαγής ή θανάτωσης των ζώων·

ε)

δαπάνες αποζημίωσης των ιδιοκτητών για την αξία των ζωικών τους προϊόντων που καταστράφηκαν, έως το ποσό της αγοραίας αξίας που είχαν τα εν λόγω προϊόντα αμέσως πριν προκύψουν υπόνοιες εμφάνισης νόσου ή πριν επιβεβαιωθούν οι υπόνοιες αυτές·

στ)

δαπάνες για την αγορά, την αποθήκευση, τον εμβολιασμό, τη χορήγηση ή διανομή δόσεων εμβολίων ή εμβολίων και δολωμάτων που χρησιμοποιούνται για τα προγράμματα·

ζ)

δαπάνες καθαρισμού, απολύμανσης και απεντόμωσης της εκμετάλλευσης και του εξοπλισμού με βάση την επιδημιολογία και τα χαρακτηριστικά του παθογόνου οργανισμού· και

η)

σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για την εφαρμογή άλλων αναγκαίων μέτρων διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ζ), υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά καθορίζονται στην απόφαση επιδότησης που μνημονεύεται στο άρθρο 13 παράγραφοι 3 και 4.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), η υπολειμματική αξία των ζώων, αν υπάρχει, αφαιρείται από την αποζημίωση.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), η υπολειμματική αξία των θερμικά επεξεργασμένων μη επωασθέντων αβγών αφαιρείται από την αποζημίωση.

Άρθρο 12

Περιεχόμενο και υποβολή των εθνικών προγραμμάτων

1.   Έως στις 31 Μαΐου, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή τα εθνικά προγράμματα, τα οποία πρόκειται να εκκινήσουν το επόμενο έτος, για τα οποία σκοπεύουν να υποβάλουν αίτηση επιδότησης.

Εθνικά προγράμματα που υποβάλλονται μετά τις 31 Μαΐου δεν είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση το επόμενο έτος.

2.   Τα εθνικά προγράμματα περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

περιγραφή της επιδημιολογικής κατάστασης της νόσου των ζώων ή της ζωοανθρωπονόσου πριν από την ημερομηνία έναρξης του προγράμματος·

β)

περιγραφή και οριοθέτηση των γεωγραφικών και διοικητικών περιοχών στις οποίες πρόκειται να εφαρμοστεί το πρόγραμμα·

γ)

διάρκεια του προγράμματος·

δ)

μέτρα που πρόκειται να υλοποιηθούν·

ε)

εκτιμώμενος προϋπολογισμός·

στ)

στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν έως την ημερομηνία ολοκλήρωσης του προγράμματος και προσδοκώμενα οφέλη· και

ζ)

κατάλληλοι δείκτες για την αξιολόγηση της επίτευξης των στόχων του προγράμματος.

Για κάθε πολυετές εθνικό πρόγραμμα, οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία β), δ) και στ) του πρώτου εδαφίου παρέχονται για κάθε έτος που καλύπτεται από το πρόγραμμα, σε περίπτωση σημαντικών αλλαγών σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η πληροφορία που αναφέρεται στο στοιχείο ε) του εν λόγω εδαφίου παρέχεται για κάθε έτος που καλύπτει το πρόγραμμα.

3.   Αν η εκδήλωση ή η εξέλιξη κάποιας από τις ζωικές νόσους ή ζωοανθρωπονόσους για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 10 ενδέχεται να απειλήσει την κατάσταση της υγείας στην Ένωση και προκειμένου να προστατευθεί η Ένωση από την εισαγωγή κάποιας από τις εν λόγω νόσους των ζώων ή κάποιας από τις εν λόγω ζωοανθρωπονόσους, τα κράτη μέλη μπορούν να περιλαμβάνουν στα εθνικά τους προγράμματα μέτρα που πρέπει να εφαρμοστούν σε εδάφη γειτονικών τρίτων χωρών σε συνεργασία με τις αρχές των χωρών αυτών.

Άρθρο 13

Αξιολόγηση και έγκριση των εθνικών προγραμμάτων

1.   Η Επιτροπή αξιολογεί τα εθνικά προγράμματα με γνώμονα τις προτεραιότητες και τα κριτήρια που ορίζονται στα ετήσια ή τα πολυετή προγράμματα εργασίας που προβλέπονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1.

2.   Η Επιτροπή ανακοινώνει στα κράτη μέλη έως τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους:

α)

τον κατάλογο των εθνικών προγραμμάτων που εγκρίθηκαν από τεχνική άποψη και προτείνονται για συγχρηματοδότηση·

β)

το προσωρινό ποσό που διατίθεται σε κάθε πρόγραμμα·

γ)

το προσωρινό ανώτατο επίπεδο χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης για κάθε πρόγραμμα· και

δ)

τυχόν προσωρινές προϋποθέσεις από τις οποίες μπορεί να εξαρτηθεί η χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης.

3.   Η Επιτροπή εγκρίνει τα ετήσια εθνικά προγράμματα και τη σχετική χρηματοδότηση έως τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους με απόφαση επιδότησης που αφορά τα μέτρα που υλοποιούνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους. Μετά την υποβολή των ενδιάμεσων εκθέσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 14, η Επιτροπή μπορεί, αν χρειαστεί, να τροποποιήσει τις αποφάσεις αυτές για το σύνολο της περιόδου επιλεξιμότητας.

4.   Η Επιτροπή εγκρίνει τα πολυετή εθνικά προγράμματα και τη σχετική χρηματοδότηση έως τις 31 Ιανουαρίου του πρώτου έτους εφαρμογής με απόφαση επιδότησης που αφορά τα μέτρα που υλοποιούνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου του πρώτου έτους εφαρμογής έως τη λήξη της περιόδου εφαρμογής.

5.   Σε περίπτωση έγκρισης πολυετών εθνικών προγραμμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 4, οι δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων μπορούν να κατανεμηθούν σε ετήσιες δόσεις. Όταν οι δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων κατανέμονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή δεσμεύει τις ετήσιες δόσεις λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο των προγραμμάτων, τις προβλεπόμενες ανάγκες και τον διαθέσιμο προϋπολογισμό.

Άρθρο 14

Εκθέσεις

Για κάθε εγκεκριμένο ετήσιο ή πολυετές εθνικό πρόγραμμα, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, ετήσια λεπτομερή τεχνική και οικονομική έκθεση για το προηγούμενο έτος. Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί, τα οποία μετρούνται με βάση τους δείκτες που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο ζ), καθώς και αναλυτική κατάσταση των επιλέξιμων δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί.

Επιπλέον, για κάθε εγκεκριμένο ετήσιο εθνικό πρόγραμμα, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, έως τις 31 Αυγούστου κάθε έτους, ενδιάμεση οικονομική έκθεση.

Άρθρο 15

Πληρωμές

Η αίτηση πληρωμής για συγκεκριμένο έτος για ένα εθνικό πρόγραμμα υποβάλλεται από το κράτος μέλος στην Επιτροπή έως τις 30 Απριλίου του επόμενου έτους.

Η Επιτροπή καταβάλλει τη χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης για τις επιλέξιμες δαπάνες έπειτα από κατάλληλη εξακρίβωση των εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 14.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Υγεία των φυτών

Τμήμα 1

Επείγοντα μέτρα

Άρθρο 16

Επιλέξιμα μέτρα

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν επιδοτήσεις, έως τα ανώτατα ποσοστά που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 3, για τα ακόλουθα μέτρα έναντι επιβλαβών οργανισμών, υπό τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 17:

α)

μέτρα για την εξάλειψη επιβλαβών οργανισμών από μολυσμένη περιοχή, τα οποία λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ ή σύμφωνα με τα μέτρα της Ένωσης που λαμβάνονται βάσει των διατάξεων του άρθρου 16 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας·

β)

μέτρα για την αναχαίτιση επιβλαβούς οργανισμού κατά του οποίου έχουν ληφθεί μέτρα παρεμπόδισης της εξάπλωσης από την Ένωση, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ, σε μολυσμένη περιοχή από την οποία ο εν λόγω επιβλαβής οργανισμός δεν μπορεί να εξαλειφθεί, όταν τα μέτρα αυτά είναι ουσιαστικής σημασίας για την προστασία της Ένωσης από την περαιτέρω εξάπλωση του εν λόγω επιβλαβούς οργανισμού. Τα μέτρα αυτά αφορούν αποκλειστικά την εξάλειψη του εν λόγω επιβλαβούς οργανισμού από τη ζώνη απομόνωσης αν η παρουσία του διαπιστωθεί στην εν λόγω ζώνη·

γ)

πρόσθετα μέτρα προστασίας από την εξάπλωση επιβλαβούς οργανισμού κατά του οποίου έχουν ληφθεί μέτρα από την Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ, διαφορετικά από τα μέτρα εξάλειψης που αναφέρονται στο στοιχείο α) και τα μέτρα αναχαίτισης που αναφέρονται στο στοιχείο β), όταν τα μέτρα αυτά είναι ουσιαστικής σημασίας για την προστασία της Ένωσης από την περαιτέρω εξάπλωση του εν λόγω επιβλαβούς οργανισμού.

Επιδοτήσεις για τα μέτρα που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου μπορούν επίσης να χορηγηθούν για μέτρα που ελήφθησαν σε περίπτωση υπόνοιας παρουσίας παρόμοιου επιβλαβούς οργανισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η παρουσία αυτή επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια.

2.   Οι επιδοτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν επίσης να χορηγούνται σε κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου δεν απαντώνται οι επιβλαβείς οργανισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1, όταν έχουν ληφθεί μέτρα κατά της εισόδου των εν λόγω επιβλαβών οργανισμών στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους λόγω της παρουσίας τους σε γειτονικό κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα με την οποία το κράτος μέλος συνορεύει άμεσα.

3.   Μπορούν να χορηγηθούν επιδοτήσεις σε κράτη μέλη στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, αφού επιβεβαιωθεί η παρουσία ενός εκ των επιβλαβών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 17, δύο ή περισσότερα κράτη μέλη συνεργάζονται στενά για την εκτέλεση των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4.   Επιδοτήσεις για τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως γ) μπορούν επίσης να χορηγούνται σε διεθνείς οργανισμούς.

Άρθρο 17

Όροι

Τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 16 μπορούν να τύχουν επιδοτήσεων αν τα εν λόγω μέτρα έχουν εφαρμοστεί άμεσα και έχουν τηρηθεί οι εφαρμοστέες διατάξεις που καθορίζονται στο οικείο δίκαιο της Ένωσης και υπό τον όρο ότι πληρούνται μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

αφορούν επιβλαβείς οργανισμούς που παρατίθενται στο παράρτημα I μέρος Α κεφάλαιο I της οδηγίας 2000/29/ΕΚ και στο παράρτημα II μέρος Α κεφάλαιο I αυτής·

β)

αφορούν επιβλαβείς οργανισμούς που καλύπτονται από μέτρο που θεσπίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ·

γ)

αφορούν επιβλαβείς οργανισμούς για τους οποίους έχουν εγκριθεί μέτρα σύμφωνα με τις οδηγίες 69/464/ΕΟΚ, 93/85/ΕΟΚ, 98/57/ΕΚ ή 2007/33/ΕΚ· ή

δ)

αφορούν επιβλαβείς οργανισμούς, που δεν παρατίθενται στο παράρτημα I ή στο παράρτημα II της οδηγίας 2000/29/ΕΚ, οι οποίοι υπόκεινται σε μέτρο που εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ και που προσωρινά είναι επιλέξιμοι να παρατεθούν στο παράρτημα I μέρος Α κεφάλαιο I της οδηγίας 2000/29/ΕΚ και στο παράρτημα II μέρος Α κεφάλαιο I αυτής.

Για τα μέτρα που πληρούν τον όρο που προβλέπεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου, η επιδότηση δεν καλύπτει τις δαπάνες που πραγματοποιούνται μετά τη λήξη του μέτρου που θεσπίστηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ.

Για τα μέτρα που πληρούν την προϋπόθεση η οποία ορίζεται στο στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου, η επιδότηση δεν καλύπτει τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν δύο έτη μετά την έναρξη της ισχύος του εγκριθέντος από την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους μέτρου, ή συνέβη μετά την εκπνοή της ισχύος του μέτρου αυτού.

Άρθρο 18

Επιλέξιμες δαπάνες

1.   Οι ακόλουθες δαπάνες τις οποίες πραγματοποιούν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 16 μπορούν να τύχουν επιδοτήσεων στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου:

α)

δαπάνες για το προσωπικό, ανεξάρτητα από το καθεστώς του, που συμμετέχει άμεσα στην εφαρμογή των μέτρων, καθώς και δαπάνες για μίσθωση εξοπλισμού, για αναλώσιμα και για κάθε άλλο αναγκαίο υλικό, για φυτοπροστατευτικά ή άλλα προϊόντα, για δειγματοληψία και για εργαστηριακές αναλύσεις·

β)

δαπάνες για συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με τρίτους για την εκτέλεση μέρους των μέτρων·

γ)

δαπάνες αποζημίωσης των θιγόμενων επιχειρηματιών ή ιδιοκτητών για τη χρήση φυτοπροστατευτικών ή άλλων προϊόντων, την καταστροφή και την επακόλουθη απόσυρση φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων, καθώς επίσης δαπάνες για τον καθαρισμό και την απολύμανση χώρων, γης, νερού, εδάφους, καλλιεργητικών μέσων, εγκαταστάσεων, μηχανημάτων και εξοπλισμού·

δ)

δαπάνες αποζημίωσης των οικείων ιδιοκτητών για την αξία των φυτών, των φυτικών προϊόντων ή άλλων αντικειμένων που καταστρέφονται λόγω των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ, έως το ποσό της αγοραίας αξίας αυτών των φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων ως εάν να μην είχαν θιγεί από τα μέτρα αυτά· η υπολειμματική αξία, αν υπάρχει, αφαιρείται από την αποζημίωση· και

ε)

σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για την εφαρμογή άλλων αναγκαίων μέτρων διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ), υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά καθορίζονται στην απόφαση χρηματοδότησης που μνημονεύεται στο άρθρο 36 παράγραφος 4.

Η αποζημίωση των ιδιοκτητών που αναφέρεται στο στοιχείο γ) είναι επιλέξιμη μόνον εφόσον τα μέτρα έχουν εκτελεσθεί υπό την εποπτεία της αρμόδιας αρχής.

2.   Όπως προβλέπεται στο άρθρο 130 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, οι δαπάνες είναι επιλέξιμες από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρουσίας του επιβλαβούς οργανισμού από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή. Οι δαπάνες αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν επίσης τις δαπάνες εκείνες που πραγματοποιήθηκαν ως αποτέλεσμα υπόνοιας παρουσίας του εν λόγω επιβλαβούς οργανισμού, υπό τον όρο ότι η παρουσία αυτή επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια.

3.   Μετά την αξιολόγηση των αιτήσεων πληρωμής που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη, η Επιτροπή προβαίνει στις αντίστοιχες δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων και στην πληρωμή των επιλέξιμων δαπανών.

Τμήμα 2

Προγράμματα επισκοπήσεων για την παρουσία επιβλαβών οργανισμών

Άρθρο 19

Επιλέξιμα προγράμματα επισκοπήσεων

Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν επιδοτήσεις για ετήσια και πολυετή προγράμματα επισκοπήσεων που εφαρμόζουν σχετικά με την παρουσία επιβλαβών οργανισμών («προγράμματα επισκοπήσεων»), υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω προγράμματα επισκοπήσεων πληρούν τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

αφορούν επιβλαβείς οργανισμούς που παρατίθενται στο παράρτημα I μέρος Α κεφάλαιο I της οδηγίας 2000/29/ΕΚ και στο παράρτημα II μέρος Α κεφάλαιο I αυτής·

β)

αφορούν επιβλαβείς οργανισμούς που καλύπτονται από μέτρο που θεσπίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ.

Για τους επιβλαβείς οργανισμούς που αναφέρονται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου του παρόντος άρθρου, τα προγράμματα επισκοπήσεων βασίζονται σε εκτίμηση του κινδύνου εισόδου, εγκατάστασης και εξάπλωσης των εν λόγω επιβλαβών οργανισμών στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους και στοχοποιούν τουλάχιστον τους επιβλαβείς οργανισμούς που εγκυμονούν τους κυριότερους κινδύνους και τα κύρια είδη φυτών που εκτίθενται στους κινδύνους αυτούς.

Για τα μέτρα που πληρούν τον όρο που προβλέπεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου του παρόντος άρθρου, η επιδότηση δεν καλύπτει τις δαπάνες που πραγματοποιούνται μετά τη λήξη του μέτρου που θεσπίστηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ.

Άρθρο 20

Επιλέξιμες δαπάνες

Οι ακόλουθες δαπάνες τις οποίες πραγματοποιούν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των προγραμμάτων επισκοπήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 19 μπορούν να τύχουν επιδοτήσεων στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου:

α)

δαπάνες δειγματοληψιών·

β)

δαπάνες εργαστηριακών αναλύσεων, με την προϋπόθεση ότι περιορίζονται στα ακόλουθα:

(i)

δαπάνες για τον εξοπλισμό εργαστηριακών αναλύσεων (test kits), αντιδραστήρια και αναλώσιμα που μπορούν να προσδιοριστούν και που χρησιμοποιούνται ειδικά για τη διενέργεια των εργαστηριακών αναλύσεων·

(ii)

δαπάνες για το προσωπικό, ανεξάρτητα από το καθεστώς του, που συμμετέχει άμεσα στη διενέργεια των εργαστηριακών αναλύσεων·

γ)

σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για την εφαρμογή άλλων αναγκαίων μέτρων διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά καθορίζονται στην απόφαση επιδότησης που μνημονεύεται στο άρθρο 22 παράγραφοι 3 και 4.

Άρθρο 21

Περιεχόμενο και υποβολή των προγραμμάτων επισκοπήσεων

1.   Έως τις 31 Μαΐου, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή τα προγράμματα επισκοπήσεων τα οποία πρόκειται να εκκινήσουν το επόμενο έτος, για τα οποία σκοπεύουν να υποβάλουν αίτηση επιδότησης.

Προγράμματα επισκοπήσεων που υποβάλλονται μετά τις 31 Μαΐου δεν είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση το επόμενο έτος.

2.   Τα προγράμματα επισκοπήσεων περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τους επιβλαβείς οργανισμοί που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα·

β)

περιγραφή και οριοθέτηση των γεωγραφικών και διοικητικών περιοχών στις οποίες πρόκειται να εφαρμοστεί το πρόγραμμα και περιγραφή της κατάστασης αυτών των περιοχών όσον αφορά την παρουσία των σχετικών επιβλαβών οργανισμών·

γ)

τη διάρκεια του προγράμματος·

δ)

τον αριθμό των μακροσκοπικών εξετάσεων, των δειγματοληψιών και των εργαστηριακών αναλύσεων που προγραμματίζονται για τους επιβλαβείς οργανισμούς και τα φυτά, τα φυτικά προϊόντα και άλλα σχετικά αντικείμενα·

ε)

τον εκτιμώμενο προϋπολογισμό·

στ)

τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν έως την ημερομηνία ολοκλήρωσης του προγράμματος και τα προσδοκώμενα οφέλη· και

ζ)

κατάλληλους δείκτες για την αξιολόγηση της επίτευξης των στόχων του προγράμματος.

Για κάθε πολυετές πρόγραμμα επισκοπήσεων, οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία β), δ) και στ) του πρώτου εδαφίου παρέχονται για κάθε έτος που καλύπτεται από το πρόγραμμα, σε περίπτωση σημαντικών αλλαγών από το προηγούμενο έτος. Η πληροφορία που αναφέρεται στο στοιχείο ε) του εν λόγω εδαφίου παρέχεται για κάθε έτος που καλύπτει το πρόγραμμα.

Άρθρο 22

Αξιολόγηση και έγκριση των προγραμμάτων επισκοπήσεων

1.   Η Επιτροπή αξιολογεί τα προγράμματα επισκοπήσεων με γνώμονα τις προτεραιότητες και τα κριτήρια που ορίζονται στα ετήσια ή τα πολυετή προγράμματα εργασίας που προβλέπονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1.

2.   Η Επιτροπή ανακοινώνει στα κράτη μέλη έως τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους:

α)

τον κατάλογο των προγραμμάτων επισκοπήσεων που εγκρίθηκαν από τεχνική άποψη και προτείνονται για συγχρηματοδότηση·

β)

το προσωρινό ποσό που διατίθεται σε κάθε πρόγραμμα·

γ)

το προσωρινό ανώτατο επίπεδο χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης για κάθε πρόγραμμα· και

δ)

τυχόν προσωρινές προϋποθέσεις από τις οποίες μπορεί να εξαρτηθεί η χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης.

3.   Η Επιτροπή εγκρίνει τα ετήσια προγράμματα επισκοπήσεων και τη σχετική χρηματοδότηση έως τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους με απόφαση επιδότησης η οποία αφορά τα μέτρα που υλοποιούνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους. Μετά την υποβολή των ενδιάμεσων εκθέσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 23, η Επιτροπή μπορεί, αν χρειαστεί, να τροποποιήσει τις αποφάσεις αυτές για το σύνολο της περιόδου επιλεξιμότητας.

4.   Η Επιτροπή εγκρίνει τα πολυετή προγράμματα επισκοπήσεων και τη σχετική χρηματοδότηση έως τις 31 Ιανουαρίου του πρώτου έτους εφαρμογής με απόφαση επιδότησης που αφορά τα μέτρα που υλοποιούνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου του πρώτου έτους εφαρμογής έως τη λήξη της περιόδου εφαρμογής.

5.   Σε περίπτωση έγκρισης πολυετών προγραμμάτων επισκοπήσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4, οι δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων μπορούν να κατανεμηθούν σε ετήσιες δόσεις. Όταν οι δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων κατανέμονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή δεσμεύει τις ετήσιες δόσεις λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο των προγραμμάτων, τις προβλεπόμενες ανάγκες και τον διαθέσιμο προϋπολογισμό.

Άρθρο 23

Εκθέσεις

Για κάθε εγκεκριμένο ετήσιο ή πολυετές εθνικό πρόγραμμα επισκοπήσεων, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, ετήσια λεπτομερή τεχνική και οικονομική έκθεση για το προηγούμενο έτος. Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί, τα οποία μετρούνται με βάση τους δείκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο ζ), καθώς και αναλυτική κατάσταση των επιλέξιμων δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί. Επιπλέον, για κάθε εγκεκριμένο ετήσιο πρόγραμμα επισκοπήσεων, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, έως τις 31 Αυγούστου κάθε έτους, ενδιάμεση οικονομική έκθεση.

Άρθρο 24

Πληρωμές

Η αίτηση πληρωμής για συγκεκριμένο έτος για ένα πρόγραμμα επισκοπήσεων υποβάλλεται από το κράτος μέλος στην Επιτροπή έως τις 30 Απριλίου του επόμενου έτους.

Η Επιτροπή καταβάλλει τη χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης για τις επιλέξιμες δαπάνες έπειτα από κατάλληλη εξακρίβωση των εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 23.

Τμήμα 3

Προγράμματα ελέγχου των επιβλαβών οργανισμών στις εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ένωσης

Άρθρο 25

Επιλέξιμα μέτρα και επιλέξιμες δαπάνες

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν επιδοτήσεις για προγράμματα που εφαρμόζουν για τον έλεγχο επιβλαβών οργανισμών στις εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ένωσης, που αναφέρονται στο άρθρο 349 ΣΛΕΕ σύμφωνα με τους στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 228/2013 («προγράμματα για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές») Οι εν λόγω επιδοτήσεις αφορούν τις δραστηριότητες που είναι αναγκαίες για να εξασφαλιστεί η σωστή εφαρμογή, στις εν λόγω περιοχές, των κανόνων, είτε πρόκειται για ενωσιακούς ή για εθνικούς, που ισχύουν στις περιοχές αυτές για τον έλεγχο των επιβλαβών οργανισμών.

2.   Οι ακόλουθες δαπάνες τις οποίες πραγματοποιούν τα κράτη μέλη για προγράμματα σχετικά με τις εξόχως απόκεντρες περιοχές μπορούν να είναι επιλέξιμες για χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης:

α)

δαπάνες για το προσωπικό που συμμετέχει άμεσα στην εφαρμογή των μέτρων, ανεξάρτητα από το καθεστώς του, καθώς και δαπάνες για μίσθωση εξοπλισμού, για αναλώσιμα ή για φυτοπροστατευτικά ή άλλα προϊόντα·

β)

δαπάνες για συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με τρίτους για την εκτέλεση μέρους των μέτρων·

γ)

δαπάνες δειγματοληψιών·

δ)

δαπάνες εργαστηριακών αναλύσεων, με την προϋπόθεση ότι περιορίζονται στα ακόλουθα:

(i)

δαπάνες για τον εξοπλισμό εργαστηριακών αναλύσεων (test kits), αντιδραστήρια και αναλώσιμα που μπορούν να προσδιοριστούν και που χρησιμοποιούνται ειδικά για τη διενέργεια των εργαστηριακών αναλύσεων·

(ii)

δαπάνες για το προσωπικό, ανεξάρτητα από το καθεστώς του, που συμμετέχει άμεσα στη διενέργεια των εργαστηριακών αναλύσεων·

Άρθρο 26

Περιεχόμενο και υποβολή των προγραμμάτων για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές

1.   Έως στις 31 Μαΐου τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή τα προγράμματα για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές τα οποία πρόκειται να εκκινήσουν το επόμενο έτος, για τα οποία σκοπεύουν να υποβάλουν αίτηση επιδότησης.

Προγράμματα για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές που υποβάλλονται μετά τις 31 Μαΐου δεν είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση το επόμενο έτος.

2.   Τα προγράμματα για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τους επιβλαβείς οργανισμούς που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα·

β)

περιγραφή και οριοθέτηση των γεωγραφικών και διοικητικών περιοχών στις οποίες πρόκειται να εφαρμοστεί το πρόγραμμα και περιγραφή της κατάστασης αυτών των περιοχών όσον αφορά την παρουσία των σχετικών επιβλαβών οργανισμών·

γ)

τεχνική ανάλυση της περιφερειακής φυτοϋγειονομικής κατάστασης·

δ)

τη διάρκεια του προγράμματος·

ε)

τις ενέργειες που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα και, κατά περίπτωση, τον αριθμό των μακροσκοπικών εξετάσεων, των δειγματοληψιών και των εργαστηριακών αναλύσεων που προγραμματίζονται για τους επιβλαβείς οργανισμούς και τα φυτά, τα φυτικά προϊόντα και άλλα σχετικά αντικείμενα·

στ)

τον εκτιμώμενο προϋπολογισμό·

ζ)

τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν έως την ημερομηνία ολοκλήρωσης του προγράμματος και τα προσδοκώμενα οφέλη· και

η)

κατάλληλους δείκτες για την αξιολόγηση της επίτευξης των στόχων του προγράμματος.

Για κάθε πολυετές πρόγραμμα για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές, οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία β), ε) και ζ) του πρώτου εδαφίου παρέχονται για κάθε έτος που καλύπτεται από το πρόγραμμα, σε περίπτωση σημαντικών αλλαγών σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η πληροφορία που αναφέρεται στο στοιχείο στ) του εν λόγω εδαφίου παρέχεται για κάθε έτος που καλύπτει το πρόγραμμα.

Άρθρο 27

Αξιολόγηση και έγκριση των προγραμμάτων για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές

1.   Τα προγράμματα για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές αξιολογούνται με γνώμονα τις προτεραιότητες και τα κριτήρια που ορίζονται στα ετήσια ή τα πολυετή προγράμματα εργασίας που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1.

2.   Η Επιτροπή ανακοινώνει στα κράτη μέλη έως τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους:

α)

τον κατάλογο των προγραμμάτων για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές που εγκρίθηκαν από τεχνική άποψη και προτείνονται για συγχρηματοδότηση·

β)

το προσωρινό ποσό που διατίθεται σε κάθε πρόγραμμα·

γ)

το προσωρινό ανώτατο επίπεδο χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης για κάθε πρόγραμμα· και

δ)

τυχόν προσωρινές προϋποθέσεις από τις οποίες μπορεί να εξαρτηθεί η χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης.

3.   Τα ετήσια προγράμματα για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές και οι σχετικές χρηματοδοτήσεις εγκρίνονται έως τις 31 Ιανουαρίου κάθε έτους με απόφαση επιδότησης η οποία αφορά τα μέτρα που υλοποιήθηκαν και τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου του εν λόγω έτους. Μετά την υποβολή των ενδιάμεσων εκθέσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 28, η Επιτροπή μπορεί, αν χρειαστεί, να τροποποιήσει τις αποφάσεις αυτές για το σύνολο της περιόδου επιλεξιμότητας.

4.   Τα πολυετή προγράμματα για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές και η σχετική χρηματοδότηση εγκρίνονται έως τις 31 Ιανουαρίου του πρώτου έτους εφαρμογής με απόφαση επιδότησης που αφορά τα μέτρα που υλοποιούνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου του πρώτου έτους εφαρμογής έως τη λήξη της περιόδου εφαρμογής.

5.   Σε περίπτωση έγκρισης πολυετών προγραμμάτων για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές, σύμφωνα με την παράγραφο 4, οι δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων μπορούν να κατανεμηθούν σε ετήσιες δόσεις. Όταν οι δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων κατανέμονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή δεσμεύει τις ετήσιες δόσεις λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο των προγραμμάτων, τις προβλεπόμενες ανάγκες και τον διαθέσιμο προϋπολογισμό.

Άρθρο 28

Εκθέσεις

Για κάθε εγκεκριμένο ετήσιο ή πολυετές πρόγραμμα για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, ετήσια λεπτομερή τεχνική και οικονομική έκθεση για το προηγούμενο έτος Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί, τα οποία μετρούνται με βάση τους δείκτες που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο η), καθώς και αναλυτική κατάσταση των επιλέξιμων δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί.

Επιπλέον, για κάθε εγκεκριμένο ετήσιο πρόγραμμα για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, έως τις 31 Αυγούστου κάθε έτους, ενδιάμεση οικονομική έκθεση.

Άρθρο 29

Πληρωμές

Η αίτηση πληρωμής για συγκεκριμένο έτος σχετικά με πρόγραμμα για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές υποβάλλεται από το κράτος μέλος στην Επιτροπή έως τις 30 Απριλίου του επόμενου έτους.

Η Επιτροπή καταβάλλει τη χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης για τις επιλέξιμες δαπάνες έπειτα από κατάλληλη εξακρίβωση των εκθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 28.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ III

χρηματοδοτική στήριξη επισήμων ελέγχων και άλλων δραστηριοτήτων

Άρθρο 30

Εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.   Είναι δυνατή η χορήγηση επιδοτήσεων στα εργαστήρια αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 για την κάλυψη των δαπανών που πραγματοποιούν για την εφαρμογή των προγραμμάτων εργασίας τα οποία εγκρίνονται από την Επιτροπή.

2.   Στο πλαίσιο της παραγράφου 1 μπορούν να επιδοτηθούν οι ακόλουθες δαπάνες:

α)

δαπάνες για τα μέλη του προσωπικού τα οποία, ανεξάρτητα από το καθεστώς τους, εμπλέκονται άμεσα στις δραστηριότητες που εκτελούν τα εργαστήρια ως εργαστήρια αναφοράς της Ένωσης·

β)

δαπάνες κεφαλαιουχικού εξοπλισμού·

γ)

δαπάνες για αναλώσιμα υλικά·

δ)

δαπάνες αποστολής δειγμάτων, αποστολών, συνεδριάσεων και δραστηριοτήτων κατάρτισης.

Άρθρο 31

Κατάρτιση

1.   Η Ένωση μπορεί να χρηματοδοτήσει την κατάρτιση του προσωπικού των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για τους επίσημους ελέγχους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004, με σκοπό την υιοθέτηση εναρμονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που αποσκοπούν στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών.

2.   Η Επιτροπή καταρτίζει προγράμματα κατάρτισης που καθορίζουν τις προτεραιότητες παρέμβασης με βάση τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί για τη δημόσια υγεία, την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων και την υγεία των φυτών.

3.   Για να μπορούν να λάβουν χρηματοδότηση από την Ένωση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι γνώσεις που αποκτούν μέσω των δραστηριοτήτων κατάρτισης που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο διαδίδονται όπως χρειάζεται και ότι χρησιμοποιούνται κατάλληλα στα εθνικά προγράμματα κατάρτισης.

4.   Επιλέξιμες για τη χρηματοδοτική συνδρομή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορούν να είναι οι ακόλουθες δαπάνες:

α)

δαπάνες οργάνωσης των δραστηριοτήτων κατάρτισης, συμπεριλαμβανομένης κατάρτισης που είναι επίσης ανοικτή σε συμμετέχοντες από τρίτες χώρες, ή ανταλλαγών·

β)

οδοιπορικά, έξοδα διαμονής και ημερήσιου επιδόματος των υπαλλήλων των αρμόδιων αρχών που συμμετέχουν στην κατάρτιση

Άρθρο 32

Εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη

Η Ένωση μπορεί να παράσχει οικονομική ενίσχυση για την κάλυψη των οδοιπορικών, εξόδων διαμονής και ημερήσιου επιδόματος στα οποία υποβάλλονται οι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών ως αποτέλεσμα του διορισμού τους από την Επιτροπή για να επικουρούν τους εμπειρογνώμονές της, όπως προβλέπεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 και στο άρθρο 46 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004.

Άρθρο 33

Συντονισμένα σχέδια ελέγχου και συλλογή δεδομένων

1.   Είναι δυνατή η παροχή επιδοτήσεων στα κράτη μέλη για την κάλυψη των δαπανών στις οποίες υποβάλλονται για την εφαρμογή των συντονισμένων σχεδίων ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 53 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 και για τη συλλογή δεδομένων.

2.   Οι ακόλουθες δαπάνες μπορούν να είναι επιλέξιμες για παρόμοιες επιδοτήσεις:

α)

δαπάνες δειγματοληψίας και εργαστηριακών αναλύσεων,

β)

δαπάνες προμήθειας του εξοπλισμού που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων του επίσημου ελέγχου και της συλλογής δεδομένων.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ IV

Άλλα μέτρα

Άρθρο 34

Συστήματα πληροφοριών

1.   Η Ένωση χρηματοδοτεί τη δημιουργία και τη λειτουργία των βάσεων δεδομένων και ηλεκτρονικών συστημάτων διαχείρισης πληροφοριών, τα οποία διαχειρίζεται η Επιτροπή, που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική και αποδοτική εφαρμογή των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1.

2.   Η Ένωση μπορεί να παράσχει οικονομική ενίσχυση για τη δημιουργία και τη διαχείριση βάσεων δεδομένων και ηλεκτρονικών συστημάτων διαχείρισης πληροφοριών τρίτων μερών, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω βάσεις δεδομένων και ηλεκτρονικά συστήματα διαχείρισης πληροφοριών:

α)

έχουν αποδεδειγμένη προστιθέμενη αξία για το σύνολο της Ένωσης και είναι διαθέσιμα σε όλη την Ένωση σε όλους τους ενδιαφερόμενους χρήστες· και

β)

είναι αναγκαία για την αποτελεσματική και αποδοτική εφαρμογή των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 1.

Άρθρο 35

Εφαρμογή και προσαρμογή των κανόνων

1.   Η Ένωση μπορεί να χρηματοδοτεί τεχνικές και επιστημονικές εργασίες, μεταξύ των οποίων και μελέτες και δραστηριότητες συντονισμού, που είναι αναγκαίες για να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των κανόνων για τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1 και η προσαρμογή των εν λόγω κανόνων στις επιστημονικές, τις τεχνολογικές και τις κοινωνικές εξελίξεις.

Η Ένωση μπορεί επίσης να παράσχει χρηματοδοτική συνδρομή στα κράτη μέλη ή σε διεθνείς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1, προκειμένου να αναλάβουν δραστηριότητες για την υποστήριξη της ανάπτυξης και της εφαρμογής των κανόνων για τους τομείς αυτούς.

2.   Είναι δυνατόν να χορηγηθούν επιδοτήσεις για προγράμματα που καταρτίζονται από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη με σκοπό να βελτιωθεί η αποτελεσματική εκτέλεση των επίσημων ελέγχων μέσω της χρήσης καινοτόμων τεχνικών και πρωτοκόλλων.

3.   Η Ένωση μπορεί επίσης να παράσχει χρηματοδοτική συνδρομή προκειμένου να στηρίξει πρωτοβουλίες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης της Ένωσης και των κρατών μελών που αποσκοπούν στην εξασφάλιση βελτιωμένης, συμμορφούμενης και βιώσιμης συμπεριφοράς κατά την εφαρμογή των κανόνων για τους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ, ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 36

Προγράμματα εργασίας και χρηματοδοτικές συνεισφορές

1.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις, για τη θέσπιση κοινών ή χωριστών ετήσιων ή πολυετών προγραμμάτων εργασίας για την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στον τίτλο II, με εξαίρεση το κεφάλαιο I τμήμα 1 και το κεφάλαιο II τμήμα 1 του εν τίτλου αυτού. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 41 παράγραφος 2.

2.   Τα προγράμματα εργασίας για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 καθορίζουν τους επιδιωκόμενους επιχειρησιακούς στόχους, οι οποίοι συνάδουν με τους γενικούς και ειδικούς στόχους που ορίζονται στο άρθρο 2, τα αναμενόμενα αποτελέσματα, τη μέθοδο εφαρμογής και το συνολικό τους ποσό. Περιλαμβάνουν επίσης περιγραφή των μέτρων που πρόκειται να χρηματοδοτηθούν, ένδειξη του ποσού που πρόκειται να διατεθεί για κάθε ενέργεια και ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους. Σε ό,τι αφορά τις επιδοτήσεις, περιλαμβάνουν τις δράσεις προτεραιότητας, τα κριτήρια αξιολόγησης, το ποσοστό χρηματοδότησης και τον ενδεικτικό κατάλογο επιλέξιμων μέτρων και δαπανών, σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος κανονισμού.

3.   Τα προγράμματα εργασίας για την εκτέλεση των μέτρων που αναφέρονται στον τίτλο II κεφάλαιο I τμήμα 2 και στον τίτλο II κεφάλαιο II τμήμα 2 και τμήμα 3 θεσπίζονται έως τις 30 Απριλίου του έτους που προηγείται της εκτέλεσής τους, υπό τον όρο ότι έχει εγκριθεί το σχέδιο προϋπολογισμού. Αυτά τα προγράμματα εργασίας αντικατοπτρίζουν τις προτεραιότητες όπως ορίζονται στο παράρτημα III του παρόντος κανονισμού.

4.   Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των επειγόντων μέτρων για τα οποία γίνεται λόγος στον τίτλο II κεφάλαιο I τμήμα 1 και στον τίτλο II κεφάλαιο II τμήμα 1 ή όταν χρειάζεται να αντιμετωπιστούν απρόβλεπτες εξελίξεις, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον ορισμό της απόφασής της επί της χρηματοδοτικής συνεισφοράς. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 41 παράγραφος 2.

5.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σχετικά με τη θέσπιση των διαδικασιών για την υποβολή από τα κράτη μέλη αιτήσεων, εκθέσεων και αιτήσεων πληρωμών για τις επιδοτήσεις που αναφέρονται στον τίτλο II κεφάλαιο I τμήματα 1 και 2 και κεφάλαιο II τμήματα 1, 2 και 3. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 41 παράγραφος 2.

Άρθρο 37

Επιτόπιοι έλεγχοι από την Επιτροπή

Η Επιτροπή μπορεί να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους στα κράτη μέλη και στις εγκαταστάσεις των δικαιούχων με σκοπό να επαληθεύσει ιδίως:

α)

την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων που χρηματοδοτούνται από την Ένωση·

β)

τη συμμόρφωση των διοικητικών πρακτικών με τους κανόνες της Ένωσης·

γ)

την ύπαρξη των αναγκαίων δικαιολογητικών εγγράφων και την αντιστοιχία τους με τα μέτρα που χρηματοδοτούνται από την Ένωση.

Άρθρο 38

Πρόσβαση σε πληροφορίες

Τα κράτη μέλη και οι δικαιούχοι θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την επαλήθευση της εφαρμογής των μέτρων και λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να διευκολύνουν τη διεξαγωγή των ελέγχων τους οποίους κρίνει ενδεδειγμένους η Επιτροπή σε σχέση με τη διαχείριση της χρηματοδότησης που χορηγεί η Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων ελέγχων.

Άρθρο 39

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης

1.   Η Επιτροπή λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι, κατά την εφαρμογή των μέτρων που χρηματοδοτούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, προστατεύονται τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης με την εφαρμογή προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας, με αποτελεσματικούς ελέγχους και, σε περίπτωση διαπίστωσης παρατυπιών, με την ανάκτηση των αδικαιολογήτως καταβληθέντων ποσών και, ενδεχομένως, με αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις.

2.   Η Επιτροπή ή οι εκπρόσωποί της και το Ελεγκτικό Συνέδριο έχουν την εξουσία να διενεργούν εποπτικούς ελέγχους, βάσει εγγράφων και επιτόπιων ελέγχων, σε όλους τους δικαιούχους επιδοτήσεων, τους εκτελεστικούς φορείς, τους εργολάβους και τους υπεργολάβους που έλαβαν κεφάλαια της Ένωσης στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού.

Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) εξουσιοδοτείται να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις στους οικονομικούς φορείς τους οποίους αφορά, άμεσα ή έμμεσα, η εν λόγω χρηματοδότηση, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου (24) με στόχο τη διαπίστωση περιπτώσεων απάτης, διαφθοράς ή οποιασδήποτε άλλης παράνομης ενέργειας που θίγει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης σε σχέση με συμφωνία ή απόφαση επιδότησης ή με σύμβαση που αφορά χρηματοδότηση από μέρους της Ένωσης.

Με την επιφύλαξη του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου, οι συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, οι συμφωνίες επιδοτήσεων, οι αποφάσεις επιδοτήσεων και οι συμβάσεις που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού εξουσιοδοτούν ρητά την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF να διενεργούν τέτοιους εποπτικούς ελέγχους, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 40

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 7 παράγραφος 2 και στο άρθρο 10 παράγραφος 2 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο 7 ετών από 30 Ιουνίου 2014. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της επταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 και στο άρθρο 10 παράγραφος 2 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει ο κύρος των ήδη εν ισχύι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

4.   Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 2 και του άρθρου 10 παράγραφος 2 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο, εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 41

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών, που συστάθηκε με το άρθρο 58 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Αν η επιτροπή πρέπει να γνωμοδοτήσει με έγγραφη διαδικασία, η εν λόγω διαδικασία περατώνεται χωρίς αποτέλεσμα αν, εντός της προθεσμίας για την παροχή της γνωμοδότησης, το αποφασίσει ο πρόεδρος της επιτροπής ή το ζητήσει η απλή πλειοψηφία των μελών της.

Άρθρο 42

Αξιολόγηση

1.   Έως τις 30 Ιουνίου 2017 η Επιτροπή συντάσσει και υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενδιάμεση έκθεση αξιολόγησης σε σχέση με το κατά πόσο, ως προς τα αποτελέσματα και τον αντίκτυπό τους, τα μέτρα που αναφέρονται στον τίτλο II κεφάλαια Ι και ΙΙ και στα άρθρα 30 και 31 του κεφαλαίου ΙΙΙ, επιτυγχάνουν τους στόχους του άρθρου 2 παράγραφος 1 όσον αφορά την αποδοτικότητα της χρήσης των πόρων και την προστιθέμενη αξία, σε επίπεδο Ένωσης. Η έκθεση αξιολόγησης εξετάζει επίσης τις δυνατότητες απλούστευσης, τη συνεχιζόμενη συνάφεια όλων των στόχων και τη συμβολή των μέτρων στις προτεραιότητες της Ένωσης για έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη. Λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της αξιολόγησης για τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο των προηγούμενων μέτρων. Η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται, ενδεχομένως, από νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού.

2.   Έως τις 30 Ιουνίου 2022 η Επιτροπή πραγματοποιεί εκ των υστέρων αξιολόγηση των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη. Κατά την εν λόγω εκ των υστέρων αξιολόγηση εξετάζεται η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα των δαπανών που αναφέρονται στο άρθρο 1 καθώς και ο αντίκτυπός τους.

3.   Οι αξιολογήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου λαμβάνουν υπόψη την πρόοδο που έχει επιτευχθεί χρησιμοποιώντας τους δείκτες για τους οποίους γίνεται λόγος στο άρθρο 2 παράγραφος 2.

4.   Η Επιτροπή ανακοινώνει τα πορίσματα των αξιολογήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών.

Άρθρο 43

Πληροφόρηση, επικοινωνία και δημοσιότητα

1.   Κατά περίπτωση, οι δικαιούχοι και τα οικεία κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να δίνεται επαρκής δημοσιότητα στις χρηματοδοτικές ενισχύσεις που χορηγούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ώστε να ενημερώνεται το κοινό σχετικά με τον ρόλο που διαδραματίζει η Ένωση στη χρηματοδότηση των μέτρων.

2.   Η Επιτροπή προβαίνει σε ενέργειες πληροφόρησης και επικοινωνίας για τα χρηματοδοτούμενα μέτρα και τα αποτελέσματά τους. Επιπλέον, ο προϋπολογισμός που διατίθεται για την επικοινωνία στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού καλύπτει επίσης την επικοινωνία σχετικά με τις πολιτικές προτεραιότητες της Ένωσης.

Άρθρο 44

Καταργητικές διατάξεις

1.   Οι αποφάσεις 66/399/ΕΟΚ, 76/894/ΕΟΚ και 2009/470/ΕΚ καταργούνται.

2.   Οι παραπομπές στις αποφάσεις 66/399/ΕΟΚ και 76/894/ΕΟΚ λογίζονται ως παραπομπές στο άρθρο 58 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002.

3.   Οι παραπομπές στην απόφαση 2009/470/ΕΚ λογίζονται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 45

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Τα εθνικά προγράμματα των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, τα οποία υποβλήθηκαν στην Επιτροπή το 2012 για να εφαρμοσθούν το 2013, εκείνα τα οποία υποβλήθηκαν το 2013 για να εφαρμοσθούν το 2014 και εκείνα που υποβλήθηκαν έως τις 30 Απριλίου 2014 για να εφαρμοσθούν το 2015, είναι, υπό τον όρο της έγκρισής τους, επιλέξιμα για χρηματοδότηση της Ένωσης επί τη βάσει του άρθρου 27 της απόφασης 2009/470/ΕΚ.

Για τα εθνικά προγράμματα που εφαρμόσθηκαν το 2013 και το 2014, εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 27 παράγραφοι 7 και 8 της εν λόγω απόφασης.

Για τα εθνικά προγράμματα που εφαρμόσθηκαν το 2015, εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 27 παράγραφος 2 της εν λόγω απόφασης.

2.   Τα προγράμματα επισκοπήσεων των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, τα οποία υποβλήθηκαν στην Επιτροπή έως τις 30 Απριλίου 2014 για να εφαρμοσθούν το 2015, είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση της Ένωσης επί τη βάσει του άρθρου 23 παράγραφος 6 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ. Για αυτά τα προγράμματα επισκοπήσεων, εξακολουθεί να ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 23 της εν λόγω οδηγίας.

3.   Για τις αιτήσεις των κρατών μελών για χρηματοδότηση της Ένωσης αναφορικά με τα επείγοντα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 16 του παρόντος κανονισμού, οι οποίες υποβλήθηκαν έως τις 30 Απριλίου 2014, εξακολουθούν να ισχύουν τα άρθρα 22 έως 24 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ.

Άρθρο 46

Τροποποίηση της οδηγίας 98/56/ΕΚ

Η οδηγία 98/56/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 17, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών, που συστάθηκε με το άρθρο 58 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25). Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26).

(25)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1)."

(26)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).»"

2)

Στο άρθρο 18, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών, που συστάθηκε με το άρθρο 58 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.»

Άρθρο 47

Τροποποίηση της οδηγίας 2000/29/ΕΚ

Η οδηγία 2000/29/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 13γ, η παράγραφος 5 απαλείφεται.

2)

Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 15α

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οιοσδήποτε στην αντίληψη του οποίου υποπίπτει η παρουσία επιβλαβούς οργανισμού που παρατίθεται στο παράρτημα I ή στο παράρτημα II ή επιβλαβούς οργανισμού που καλύπτεται από μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 ή 16 παράγραφος 3, ή έχει λόγους να υποψιάζεται τέτοια παρουσία, ενημερώνει γραπτώς την αρμόδια αρχή εντός δέκα ημερολογιακών ημερών, και, εάν αυτό ζητηθεί από την αρμόδια αρχή, παρέχει τις πληροφορίες που έχει στην κατοχή του σχετικά με την παρουσία αυτή.»

3)

Τα άρθρα 22 έως 26 απαλείφονται.

Άρθρο 48

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002

Στο άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών, η οποία καλείται στο εξής «επιτροπή». Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27). Η επιτροπή οργανώνεται σε τμήματα προκειμένου να εξετάζει όλα τα συναφή θέματα.

Όλες οι αναφορές στο δίκαιο της Ένωσης στη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων νοούνται ως αναφορές στην επιτροπή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

Άρθρο 49

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004

Το άρθρο 66 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 882/2004 απαλείφεται.

Άρθρο 50

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005

Το κεφάλαιο VII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 396/2005 απαλείφεται.

Άρθρο 51

Τροποποίηση της οδηγίας 2008/90/ΕΚ

Στο άρθρο 19 της οδηγίας 2008/90/ΕΚ, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών, που συστάθηκε με το άρθρο 58 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28). Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (29).

Άρθρο 52

Τροποποίηση της οδηγίας 2009/128/ΕΚ

Το άρθρο 22 της οδηγίας 2009/128/ΕΚ απαλείφεται.

Άρθρο 53

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009

Το άρθρο 76 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 απαλείφεται.

Άρθρο 54

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 30 Ιουνίου 2014.

Εντούτοις, το άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και το άρθρο 47 σημείο 2 εφαρμόζονται από 1ης Ιανουαρίου 2017.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 15 Μαΐου 2014.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Δ. ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΣ


(1)  ΕΕ C 67 της 6.3.2014, σ. 166.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2ας Απριλίου 2014 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Μαΐου 2014.

(3)  Κανονισμός (EE, Ευρατόμ) αριθ. 1311/2013 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, για τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2014-2020 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 884).

(4)  ΕΕ C 373 της 20.12.2013, σ. 1.

(5)  Οδηγία 2000/29/ΕΚ του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2000, περί των μέτρων προστασίας κατά της εισαγωγής στην Κοινότητα οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα και κατά της εξάπλωσής τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ L 169 της 10.7.2000, σ. 1).

(6)  Οδηγία 69/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1969, περί της καταπολεμήσεως του καρκίνου της πατάτας (ΕΕ L 323 της 24.12.1969, σ. 1).

(7)  Οδηγία 93/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Οκτωβρίου 1993, για την καταπολέμηση της κορυνοβακτηρίωσης της πατάτας (ΕΕ L 259 της 18.10.1993, σ. 1).

(8)  Οδηγία 98/57/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για τον έλεγχο του Ralstonia solanacearum (Smith) Yabuuchi et al. (ΕΕ L 235 της 21.8.1998, σ. 1).

(9)  Οδηγία 2007/33/ΕΚ του Συμβουλίου, της 11ης Ιουνίου 2007, για την καταπολέμηση των κυστογόνων νηματωδών της πατάτας και την κατάργηση της οδηγίας 69/465/ΕΟΚ (ΕΕ L 156 της 16.6.2007, σ. 12).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 228/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 2013, για τον καθορισμό ειδικών μέτρων για τη γεωργία στις εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ένωσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 247/2006 του Συμβουλίου (ΕΕ L 78 της 20.3.2013, σ. 23).

(11)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1).

(12)  Απόφαση 2009/470/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2009 σχετικά με ορισμένες δαπάνες στον κτηνιατρικό τομέα (ΕΕ L 155 της 18.6.2009, σ. 30).

(13)  Οδηγία 82/894/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1982 για την κοινοποίηση των ασθενειών των ζώων μέσα στην Κοινότητα (ΕΕ L 378 της 31.12.1982, σ. 58).

(14)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(15)  Απόφαση 66/3997ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1966, περί συστάσεως μονίμου επιτροπής σπόρων προς σπορά και γεωργικών δενδροκηπευτικών και δασικών φυτών προς φύτευση (ΕΕ 125 της 11.7.1966, σ. 2289/66).

(16)  Οδηγία 76/894/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1967, για την ίδρυση Μόνιμης Φυτοϋγειονομικής Επιτροπής (ΕΕ L 340 της 9.12.1976, σ. 25).

(17)  Οδηγία 98/56/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 1998 για την εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού καλλωπιστικών φυτών (ΕΕ L 226 της 13.8.1998, σ. 16).

(18)  Οδηγία 2008/90/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, για την εμπορία του πολλαπλασιαστικού υλικού οπωροφόρων φυτών και των οπωροφόρων δένδρων που προορίζονται για την παραγωγή φρούτων (ΕΕ L 267 της 8.10.2008, σ. 8).

(19)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).

(20)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 882/2004, της 29ης Απριλίου 2004, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων (ΕΕ L 165 της 30.4.2004, σ. 1).

(21)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 2005, για τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα ή πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προέλευσης και για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 70 της 16.3.2005, σ. 1).

(22)  Οδηγία 2009/128/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τον καθορισμό πλαισίου κοινοτικής δράσης με σκοπό την επίτευξη ορθολογικής χρήσης των γεωργικών φαρμάκων (ΕΕ L 309 της 24.11.2009, σ. 71).

(23)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 309 της 24.11.2009, σ. 1).

(24)  Κανονισμός (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου της 11ης Νοεμβρίου 1996 σχετικά με τους ελέγχους και εξακριβώσεις που διεξάγει επιτοπίως η Επιτροπή με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από απάτες και λοιπές παρατυπίες (ΕΕ L 292 της 15.11.1996, σ. 2).


ΠΑΡΆΡΤΗΜΑ I

Νόσοι ζώων που αναφέρονται στο άρθρο 7

Πανώλη των βοοειδών

Πανώλη των μικρών μηρυκαστικών

Φυσαλιδώδης νόσος των χοίρων

Καταρροϊκός πυρετός του προβάτου

Μεταδοτική παράλυση των χοίρων

Ευλογιά των αιγοπροβάτων

Πυρετός της κοιλάδας Rift

Οζώδης δερματίτιδα

Αφρικανική πανώλη των αλόγων

Φυσαλιδώδης στοματίτιδα

Ιογενής εγκεφαλομυελίτιδα της Βενεζουέλας προσβάλλουσα τους ίππους

Επιζωοτική αιμορραγική νόσος των ελαφιών

Κλασική πανώλη των χοίρων

Αφρικανική πανώλη των χοίρων

Λοιμώδης πλευροπνευμονία των βοοειδών

Γρίπη των πτηνών

Ψευδοπανώλη των πτηνών

Αφθώδης πυρετός

Επιζωοτική αιματοποιητική νέκρωση στα ψάρια (EHN)

Επιζωοτικό ελκογόνο σύνδρομο στα ψάρια (EUS)

Μόλυνση από Bonamia exitiosa

Μόλυνση από Perkinsus marinus

Μόλυνση από Microcytos mackini

Σύνδρομο Taura στα καρκινοειδή

Σύνδρομο της κίτρινης κεφαλής στα καρκινοειδή


ΠΑΡΆΡΤΗΜΑ II

Νόσοι ζώων και ζωοανθρωπονόσοι που αναφέρονται στο άρθρο 10

Φυματίωση των βοοειδών

Βρουκέλλωση των βοοειδών

Βρουκέλλωση αιγοπροβάτων (Β. melitensis)

Καταρροϊκός πυρετός του προβάτου σε περιοχές όπου ενδημεί η νόσος ή σε περιοχές υψηλού κινδύνου

Αφρικανική πανώλη των χοίρων

Φυσαλιδώδης νόσος των χοίρων

Κλασσική πανώλη των χοίρων

Άνθραξ

Λοιμώδης πλευροπνευμονία των βοοειδών

Γρίπη των πτηνών

Λύσσα

Εχινοκοκκίαση

Μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες (ΜΣΕ)

Καμπυλοβακτηρίωση

Λιστερίωση

Σαλμονέλωση (ζωονοσογόνος σαλμονέλα)

Τριχινέλλωση

Βεροτοξινογόνος E.coli

Ιογενής αιμορραγική σηψαιμία (VHS),

Μολυσματική νέκρωση του αιματοποιητικού (IHN)

Λοίμωξη του κυπρίνου Koi από ερπητοϊό (KHV)

Λοιμώδης αναιμία του σολομού (ISA)

Μόλυνση από Marteilia refringens

Μόλυνση από Bonamia ostreae

Ιχθυοφθειρίαση μαλακοστράκων


ΠΑΡΆΡΤΗΜΑ III

Προτεραιότητες για τα προγράμματα εργασίας της Επιτροπής που αναφέρονται στον Τίτλο II Κεφάλαιο I Τμήμα 2 και στον Τίτλο II Κεφάλαιο II Τμήμα 2 και Τμήμα 3

Προτεραιότητες για χρηματοδοτική στήριξη της Ένωσης, όσον αφορά τον προσανατολισμό των εθνικών προγραμμάτων καταπολέμησης, ελέγχου και επιτήρησης των νόσων ζώων και ζωοανθρωπονόσων:

νόσοι με αντίκτυπο στην ανθρώπινη υγεία·

νόσοι με αντίκτυπο στην υγεία των ζώων, λαμβάνοντας υπόψη τη δυνητική εξάπλωσή τους και τα ποσοστά νοσηρότητας και θνησιμότητας στον ζωικό πληθυσμό·

νόσοι και ζωοανθρωπονόσοι που κινδυνεύουν να εισαχθούν και/ή να επανεισαχθούν στο έδαφος της Ένωσης από τρίτες χώρες·

νόσοι που έχουν τις δυνατότητες να προκαλέσουν κατάσταση κρίσης με σοβαρές οικονομικές συνέπειες·

νόσοι με αντίκτυπο στο εμπόριο με τρίτες χώρες και στο εμπόριο στο εσωτερικό της ΕΕ.

Προτεραιότητες για χρηματοδοτική στήριξη της Ένωσης, όσον αφορά τον προσανατολισμό των εθνικών προγραμμάτων για επισκοπήσεις σχετικά με τους επιβλαβείς οργανισμούς για την προστασία του εδάφους της Ένωσης:

επιβλαβείς οργανισμοί που παρατίθενται στο παράρτημα I μέρος Α κεφάλαιο I και στο παράρτημα II μέρος Α κεφάλαιο I της οδηγίας 2000/29/ΕΚ, για τους οποίους δεν είναι γνωστό αν απαντώνται στο έδαφος της Ένωσης·

επιβλαβείς οργανισμοί που υπόκεινται στα εγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 2000/29/ΕΚ μέτρα της Ένωσης·

επιβλαβείς οργανισμοί που δεν παρατίθενται στην οδηγία 2000/29/ΕΚ και συνιστούν επικείμενο κίνδυνο για το έδαφος της Ένωσης·

επιβλαβείς οργανισμοί που έχουν δυνατότητες να προκαλέσουν κατάσταση κρίσης με σοβαρές οικονομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες·

επιβλαβείς οργανισμοί με αντίκτυπο στο εμπόριο με τρίτες χώρες και το εμπόριο στο εσωτερικό της ΕΕ.

Προτεραιότητες για χρηματοδοτική στήριξη της Ένωσης, όσον αφορά τον προσανατολισμό των εθνικών προγραμμάτων για τις εξόχως απόκεντρες περιοχές:

μέτρα κατά των επιβλαβών οργανισμών που συνδέονται με τις εισαγωγές και το κλίμα στις περιοχές αυτές·

μέθοδοι καταπολέμησης αυτών των επιβλαβών οργανισμών·

μέτρα κατά των επιβλαβών οργανισμών που παρατίθενται σύμφωνα με τους κανόνες για τους επιβλαβείς για τα φυτά οργανισμούς που ισχύουν σε εκείνες τις περιοχές.


ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

σχετικά με τις διαδικασίες για την έγκριση των κτηνιατρικών και φυτοϋγειονομικών προγραμμάτων

Για την καλύτερη ενημέρωση των κρατών μελών, η Επιτροπή θα οργανώνει ετήσια συνεδρίαση της μόνιμης επιτροπής φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών, που θα εστιάζεται στα αποτελέσματα της διαδικασίας αξιολόγησης των προγραμμάτων. Η συνάντηση αυτή θα πραγματοποιείται το αργότερο στις 30 Νοεμβρίου του έτους που προηγείται της υλοποίησης των προγραμμάτων.

Σε συνάρτηση με αυτή τη συνεδρίαση, η Επιτροπή θα υποβάλλει τον κατάλογο των προγραμμάτων που εγκρίνονται από τεχνική άποψη και προτείνονται για συγχρηματοδότηση. Τόσο οι οικονομικές όσο και οι τεχνικές λεπτομέρειες θα συζητούνται με τις εθνικές αντιπροσωπείες, και θα λαμβάνονται υπόψη οι παρατηρήσεις τους.

Επιπλέον, πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης, η Επιτροπή, κατά τη συνεδρίαση της μόνιμης επιτροπής για τα φυτά, τα ζώα, τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, τον Ιανουάριο, θα κοινοποιεί στα κράτη μέλη τον τελικό κατάλογο των προγραμμάτων που έχουν επιλεγεί για συγχρηματοδότηση και το τελικό ποσό που διατίθεται για κάθε πρόγραμμα.

Στις αρχές Φεβρουαρίου εκάστου έτους θα διεξάγονται προπαρασκευαστικές εργασίες για την εκπόνηση του προγράμματος εργασιών για την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στα άρθρα 9, 19 και 25 με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, προκειμένου να παρέχονται στα κράτη μέλη οι σχετικές πληροφορίες για την εφαρμογή των προγραμμάτων εξάλειψης και επίβλεψης.


27.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 189/33


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 653/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 15ης Μαΐου 2014

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 όσον αφορά την ηλεκτρονική αναγνώριση των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφος 2 και το άρθρο 168 παράγραφος 4 στοιχείο β),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το 1997, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 820/97 του Συμβουλίου (3) ενισχύθηκαν οι κανόνες της Ένωσης σχετικά με την ταυτοποίηση και την ιχνηλασιμότητα των βοοειδών στο πλαίσιο της επιδημίας της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (ΣΕΒ) και της αυξανόμενης ανάγκης που δημιούργησε για την ιχνηλασιμότητα της καταγωγής του ζώου και των μετακινήσεών του με τη χρήση συμβατικών ενωτίων.

(2)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να δημιουργήσει σύστημα για την αναγνώριση και την καταγραφή των βοοειδών σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό.

(3)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 θεσπίζει ένα σύστημα για την αναγνώριση και την καταγραφή των βοοειδών, το οποίο περιλαμβάνει ενώτια που τοποθετούνται και στα δύο αυτιά του ζώου, ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, διαβατήρια ζώων και ατομικά μητρώα που τηρεί κάθε εκμετάλλευση.

(4)

Η ιχνηλασιμότητα του βοείου κρέατος στην πηγή μέσω της αναγνώρισης και της καταγραφής είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επισήμανση της καταγωγής σε όλη την τροφική αλυσίδα. Τα μέτρα αυτά εξασφαλίζουν την προστασία του καταναλωτή και της δημόσιας υγείας και προάγουν την εμπιστοσύνη του καταναλωτή.

(5)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 και, ειδικότερα, η αναγνώριση των βοοειδών και τα συστήματα προαιρετικής επισήμανσης του βοείου κρέατος αναφέρονται ως υποχρεώσεις πληροφόρησης με ειδική σημασία από την άποψη του φόρτου που συνεπάγονται για τις επιχειρήσεις στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, της 22ας Οκτωβρίου 2009, με τίτλο «Πρόγραμμα δράσης για τη μείωση του διοικητικού φόρτου στην ΕΕ — Τομεακά προγράμματα μείωσης διοικητικού φόρτου και ενέργειες για το 2009».

(6)

Η χρήση συστημάτων ηλεκτρονικής αναγνώρισης («EID») θα συνέβαλλε ενδεχομένως στην ορθολογική οργάνωση των διαδικασιών ιχνηλασιμότητας μέσω αυτόματης και ακριβέστερης ανάγνωσης και καταγραφής στο μητρώο των εκμεταλλεύσεων. Επιπλέον, θα καθιστούσε δυνατή την αυτόματη αναφορά των κινήσεων των ζώων στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων βελτιώνοντας έτσι την ταχύτητα, την αξιοπιστία και την ακρίβεια του συστήματος ιχνηλασιμότητας και τη διαχείριση ορισμένων απευθείας πληρωμών προς τους αγρότες. Η χρήση των ανωτέρω συστημάτων EID θα βελτιώσει και τη διαχείριση ορισμένων αμέσων πληρωμών στους αγρότες.

(7)

Τα συστήματα EID που βασίζονται σε ραδιοσυχνική αναγνώριση έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία δέκα έτη. Η εν λόγω τεχνολογία καθιστά δυνατή τη γρηγορότερη και ακριβέστερη ανάγνωση των ατομικών κωδικών ταυτότητας των ζώων απευθείας στα συστήματα επεξεργασίας δεδομένων. Αυτό φέρνει μείωση του αναγκαίου χρόνου για την ιχνηλασιμότητα των πιθανών μολυσμένων ζώων ή τροφίμων, γεγονός που συνεπάγεται βελτίωση της αξιοπιστίας των βάσεων δεδομένων και ενίσχυση της δυνατότητας έγκαιρης αντίδρασης σε περίπτωση έξαρσης ασθενειών, εξοικονομώντας κόστος εργασίας, παρότι συνεπάγεται αύξηση του κόστους εξοπλισμού.

(8)

Ο παρών κανονισμός εναρμονίζεται με το γεγονός ότι τα συστήματα EID έχουν ήδη εισαχθεί στην Ένωση για ζωικά είδη άλλα από τα βοοειδή, όπως το υποχρεωτικό σύστημα που χρησιμοποιείται στα αιγοπρόβατα.

(9)

Δεδομένης της τεχνολογικής προόδου όσον αφορά τα συστήματα EID, ορισμένα κράτη μέλη αποφάσισαν να αρχίσουν την προαιρετική εφαρμογή της EID για τα βοοειδή. Οι πρωτοβουλίες αυτές ενδέχεται να φέρουν την ανάπτυξη διαφορετικών συστημάτων σε επιμέρους κράτη μέλη ή από ενδιαφερόμενα μέρη. Αυτή η ανάπτυξη θα εμπόδιζε τη μεταγενέστερη εναρμόνιση των τεχνικών προτύπων εντός της Ένωσης. Θα πρέπει όμως να εξασφαλιστεί ότι τα συστήματα αναγνώρισης που θα υιοθετήσουν τα κράτη μέλη θα είναι διαλειτουργικά και σύμφωνα προς τα σχετικά πρότυπα ISO ή οποιοδήποτε άλλο διεθνές τεχνικό πρότυπο εγκριθέν από ανεγνωρισμένους διεθνούς οργανισμούς τυποποίησης, εφόσον αυτά τα διεθνή πρότυπα μπορούν να εγγυηθούν τουλάχιστον ένα επίπεδο επιδόσεων υψηλότερο από εκείνο των προτύπων ISO.

(10)

Η έκθεση της Επιτροπής της 25ης Ιανουαρίου 2005 σχετικά με τη δυνατότητα θέσπισης συστημάτων EID για τα βοοειδή συμπεραίνει ότι έχει αποδειχθεί ότι η ραδιοσυχνική αναγνώριση έχει εξελιχθεί σε βαθμό που θα μπορούσε ήδη να εφαρμοστεί στην πράξη. Συμπεραίνει επίσης ότι είναι άκρως επιθυμητό να υπάρξει στροφή προς την EID των βοοειδών εντός της Ένωσης, επειδή, εκτός από άλλα πλεονεκτήματα, θα συνέβαλε και στη μείωση του διοικητικού φόρτου.

(11)

Σύμφωνα με την από 10 Σεπτεμβρίου 2008 ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «σχέδιο δράσης για την εφαρμογή της στρατηγικής της ΕΕ για την υγεία των ζώων», η Επιτροπή οφείλει να απλουστεύσει τις υποχρεώσεις πληροφόρησης, όπως τα μητρώα εκμεταλλεύσεων και τα διαβατήρια ζώων, κατά την εισαγωγή των συστημάτων EID.

(12)

Η από 19 Σεπτεμβρίου 2007 ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «σχετικά με μια νέα στρατηγική σχετικά με την υγεία των ζώων για την Ευρωπαϊκή Ένωση (2007-2013), σύμφωνα με την οποία «η πρόληψη είναι καλύτερη από τη θεραπεία» », προτείνει να εξεταστεί η EID για τα βοοειδή ως πιθανή βελτίωση του υφιστάμενου συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής της Ένωσης για την απλούστευση των υποχρεώσεων πληροφόρησης, όπως μητρώα εκμεταλλεύσεων και διαβατήρια ζώων, και προτείνει την εφαρμογή συστήματος ηλεκτρονικής ανταλλαγής διαβατηρίων βοοειδών. Η εν λόγω ανταλλαγή προϋποθέτει την εισαγωγή EID με την εισαγωγή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. Μια τέτοια ανταλλαγή θα έφερε σημαντική εξοικονόμηση κόστους και προσπαθειών για τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και άλλων ενδιαφερομένων, και θα μείωνε τον φόρτο εργασίας κατά τη μεταβίβαση δεδομένων από τα διαβατήρια ζώων σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων. Ο παρών κανονισμός συνάδει με την εν λόγω πρωτοβουλία.

(13)

Ο παρών κανονισμός αναμένεται, συνεπώς, να συμβάλει σε κάποιους θεμελιώδεις στόχους σημαντικών στρατηγικών της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, με τη βελτίωση της οικονομικής ανάπτυξης, της συνοχής και της ανταγωνιστικότητας.

(14)

Ορισμένες τρίτες χώρες έχουν ήδη κανόνες που επιτρέπουν προηγμένες τεχνολογίες EID. Η Ένωση θα πρέπει να θεσπίσει παρόμοιους κανόνες για τη διευκόλυνση του εμπορίου και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας του γαλακτοκομικού τομέα.

(15)

Υπό το φως της τεχνολογικής ανάπτυξης νέων τύπων ηλεκτρονικών συστημάτων αναγνώρισης, είναι σκόπιμο να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής των μέσων αναγνώρισης που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 για να καταστεί δυνατή η χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών αναγνώρισης ως επίσημων μέσων ηλεκτρονικής αναγνώρισης. Εφόσον η εισαγωγή των αντίστοιχων διατάξεων συνεπάγεται σημαντικές επενδύσεις, χρειάζεται μια μεταβατική περίοδος πέντε ετών που θα δώσει στα κράτη μέλη τον αναγκαίο χρόνο για να ετοιμασθούν. Σε αυτή τη μεταβατική περίοδο, τα συμβατικά ενώτια θα συνεχίσουν να είναι το μόνο επίσημο μέσον αναγνώρισης για τα βοοειδή.

(16)

Αν γίνει υποχρεωτική η EID σε ολόκληρη την Ένωση, θα μπορούσαν να υπάρχουν αρνητικές οικονομικές επιδράσεις για ορισμένους επιχειρηματίες. Συνεπώς, είναι σκόπιμο, όταν αναγνωριστεί η EID από τον παρόντα κανονισμό ως επίσημο μέσον αναγνώρισης, να μπορούν οι κτηνοτρόφοι να τη χρησιμοποιούν σε προαιρετική βάση. Στο πλαίσιο αυτού του προαιρετικού καθεστώτος, η EID θα μπορούσε να επιλεγεί από κτηνοτρόφους που ενδέχεται να έχουν οικονομικό όφελος από αυτήν, ενώ θα πρέπει να επιτρέπονται άλλοι κτηνοτρόφοι να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τα συμβατικά ενώτια για την αναγνώριση των ζώων τους.

(17)

Τα κράτη μέλη έχουν πολύ διαφορετικά συστήματα κτηνοτροφίας, γεωργικές πρακτικές και οργανώσεις του τομέα. Συνεπώς, θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να κάνουν υποχρεωτική την EID στο έδαφός τους, μόνον όταν το θεωρούν κατάλληλο, κατόπιν εξέτασης όλων αυτών των παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων και των συνεπειών για τους αγρότες κατόχους μικρών εκμεταλλεύσεων, και μετά από διαβούλευση με τις οργανώσεις που εκπροσωπούν τον κτηνοτροφικό κλάδο. Κατά τις εμπορικές συναλλαγές ζώων εντός Ένωσης η υποχρέωση ηλεκτρονικής αναγνώρισης ενός βοοειδούς θα πρέπει να υπάγεται στην ευθύνη του κράτους μέλους που έχει καταστήσει υποχρεωτική στο έδαφός του τη χρήση της EID. Τούτο δεν θα πρέπει να συνεπάγεται για το εν λόγω κράτος μέλος την υποχρέωση εκ νέου αναγνώρισης ζώων που έχουν ήδη αναγνωρισθεί ηλεκτρονικώς στο κράτος μέλος αποστολής.

(18)

Τα ζώα και το κρέας που εισέρχονται στην Ένωση από τρίτες χώρες θα πρέπει να υπόκεινται σε απαιτήσεις αναγνώρισης και ιχνηλασιμότητας που να παρέχουν ισοδύναμο επίπεδο προστασίας.

(19)

Τα ζώα που εισάγονται στην Ένωση από τρίτες χώρες θα πρέπει κατά την άφιξή τους να υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις αναγνώρισης που εφαρμόζονται στα ζώα που γεννήθηκαν στην Ένωση.

(20)

Τα δυο επίσημα μέσα αναγνώρισης ενός ζώου θα πρέπει να φέρουν τον ίδιο κωδικό αναγνώρισης. Ωστόσο, κατά την αρχική φάση προσαρμογής στη χρήση συσκευών ηλεκτρονικής αναγνώρισης ως επίσημων μέσων αναγνώρισης, δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί ότι, ενίοτε, ο αρχικός κωδικός ταυτοποίησης του ζώου, λόγω τεχνικών περιορισμών στη διαμόρφωση του δεν θα είναι δυνατόν να αναπαραχθεί σε συσκευή ηλεκτρονικής αναγνώρισης. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί αν οι χαρακτήρες που σχηματίζουν τον κωδικό ταυτοποίησης καθιστούν αδύνατη τη μετατροπή του κωδικού σε ηλεκτρονική μορφή. Συνεπώς, θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές μεταβατικές εξαιρέσεις που να επιτρέπουν την εφαρμογή συσκευής ηλεκτρονικής αναγνώρισης και σε αυτά τα ζώα, υπό τον όρο να διασφαλίζεται η πλήρης ιχνηλασιμότητα και να είναι δυνατή η ατομική τους αναγνώριση, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης της εκμετάλλευσης στην οποία γεννήθηκαν.

(21)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή οφείλει να εκδώσει διαβατήριο για κάθε ζώο το οποίο πρέπει να ταυτοποιείται σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό. Αυτό προκαλεί σημαντικό διοικητικό φόρτο για τα κράτη μέλη. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποχρεούνται να δημιουργήσουν ηλεκτρονική βάση δεδομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 18 της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου (5). Δεδομένου ότι αυτές οι βάσεις δεδομένων έπρεπε να είναι πλήρως λειτουργικές από τις 31 Δεκεμβρίου 1999, θα πρέπει να εξασφαλίζουν επαρκώς την ιχνηλασιμότητα των εγχώριων μετακινήσεων των βοοειδών. Συνεπώς, διαβατήρια θα πρέπει να εκδίδονται μόνο για ζώα που προορίζονται για εμπόριο εντός της Ένωσης. Εντούτοις, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να αποκλείουν τυχόν εθνικές διατάξεις όσον αφορά την έκδοση διαβατηρίων για ζώα που δεν προορίζονται για εμπόριο εντός της Ένωσης.

(22)

Το δοκιμαστικό σχέδιο ανταλλαγής διαβατηρίων βοοειδών μεταξύ κρατών μελών (BOVEX) θεσπίστηκε από την Επιτροπή με σκοπό τη διευκόλυνση της ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ κρατών μελών και, παράλληλα, τη διευκόλυνση της ιχνηλασιμότητας των ζώων κατά τις μετακινήσεις τους εντός της Ένωσης. Μόλις καταστεί πλήρως λειτουργικό το σύστημα ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ των εθνικών ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων, η απαίτηση για την έκδοση διαβατηρίων ζώων υπό μορφή εντύπων δεν θα πρέπει να ισχύει πλέον για ζώα που προορίζονται για μετακινήσεις εντός της Ένωσης. Τούτο θα πρέπει να οδηγήσει σε μείωση του διοικητικού φόρτου των κρατών μελών και των οικονομικών παραγόντων.

(23)

Στο τμήμα II του τίτλου II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 καθορίζονται οι κανόνες για το προαιρετικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος οι οποίοι προβλέπουν την έγκριση ορισμένων προδιαγραφών επισήμανσης από την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους. Ο διοικητικός φόρτος και τα έξοδα που προκύπτουν για τα κράτη μέλη και τους οικονομικούς παράγοντες κατά την εφαρμογή του συστήματος αυτού είναι δυσανάλογα με τα πλεονεκτήματα του συστήματος. Δεδομένου ότι έχει εγκριθεί νέα νομοθεσία μετά την έγκριση του εν λόγω κανονισμού, οι ειδικοί κανόνες περί συστήματος προαιρετικής επισήμανσης έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου και θα πρέπει, συνεπώς, να διαγραφούν χωρίς όμως να απειλούνται το δικαίωμα των επιχειρηματιών να ενημερώνουν τους καταναλωτές μέσω της προαιρετικής επισήμανσης σχετικά με τα χαρακτηριστικά του κρέατος και το δικαίωμα των καταναλωτών να λαμβάνουν επαληθεύσιμες πληροφορίες. Συνεπώς, όπως για κάθε άλλο είδος κρέατος, οι πληροφορίες για το βόειο κρέας που υπερβαίνουν την υποχρεωτική επισήμανση θα πρέπει να τηρούν την ισχύουσα οριζόντια νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6).

(24)

Για την αποφυγή του κινδύνου απάτης στον τομέα της επισήμανσης του κρέατος και για την προστασία των ευρωπαίων καταναλωτών, οι έλεγχοι και οι κυρώσεις θα πρέπει να έχουν επαρκώς αποτρεπτικό χαρακτήρα.

(25)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1169/2011, η Επιτροπή υπέβαλε έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την υποχρεωτική αναγραφή της χώρας καταγωγής ή του τόπου προέλευσης για το κρέας που χρησιμοποιείται ως συστατικό. Η έκθεση μπορεί να συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, προκειμένου να διασφαλίζεται μεγαλύτερη διαφάνεια στην όλη αλυσίδα του κρέατος και να ενημερώνονται καλύτερα οι ευρωπαίοι καταναλωτές. Έχοντας υπόψη τα προβλήματα σχετικά με την επισήμανση του κρέατος που έχουν επηρεάσει προσφάτως τη λειτουργία της αλυσίδας του κρέατος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ανέμεναν ότι η έκθεση θα εγκρινόταν το συντομότερο δυνατό κατά τη διάρκεια του δευτέρου εξαμήνου του 2013 και τελικά εγκρίθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2013.

(26)

Μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, οι εξουσίες που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 θα πρέπει να εναρμονιστούν με τα άρθρα 290 και 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

(27)

Για να εξασφαλιστεί ότι θα εφαρμόζεται σωστά η λειτουργία των αναγκαίων κανόνων αναγνώρισης, καταγραφής και ιχνηλασιμότητας των βοοειδών και του βοείου κρέατος, θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σχετικά με τις απαιτήσεις για εναλλακτικά μέσα αναγνώρισης των βοοειδών, τις ειδικές περιστάσεις στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τις μέγιστες περιόδους για την εφαρμογή των μέσων αναγνώρισης, τα δεδομένα που ανταλλάσσονται μεταξύ των ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων των κρατών μελών, τη μέγιστη περίοδο για ορισμένες υποχρεώσεις αναφοράς, τις απαιτήσεις για εναλλακτικά μέσα αναγνώρισης, την προσθήκη μέσων αναγνώρισης στον κατάλογο που θεσπίζεται στο παράρτημα Ι, τους κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες από την ηλεκτρονική βάση δεδομένων που πρέπει να περιλαμβάνονται στα διαβατήρια ζώων και στα επιμέρους μητρώα που πρέπει να τηρούνται σε κάθε εκμετάλλευση, την αναγνώριση και καταγραφή των μετακινήσεων των βοοειδών όταν εγκαταλείπουν την εκμετάλλευση για άλλους βοσκοτόπους αναλόγως εποχής, συμπεριλαμβανομένης της μετακίνησης, τους κανόνες επισήμανσης ορισμένων προϊόντων οι οποίοι θα είναι ισοδύναμοι με τους κανόνες που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1760/2000, τις διατάξεις επισήμανσης που άπτονται μιας απλοποιημένης παρουσίασης της ένδειξης προέλευσης για περιπτώσεις εξαιρετικά σύντομης παραμονής του ζώου στο κράτος μέλος ή στη τρίτη χώρα γέννησης ή σφαγής και τους ορισμούς και τις απαιτήσεις που ισχύουν για τους όρους ή τις κατηγορίες όρων που μπορούν να μπουν στις ετικέτες του προσυσκευασμένου νωπού και κατεψυγμένου βοείου κρέατος. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις, και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της. Η Επιτροπή, κατά την επεξεργασία και κατάρτιση αυτών των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(28)

Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 όσον αφορά την καταγραφή των εκμεταλλεύσεων που χρησιμοποιούν εναλλακτικά μέσα αναγνώρισης, τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τις λεπτομερείς διαδικασίες για την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων των κρατών μελών, την αναγνώριση της πλήρους λειτουργικότητας του συστήματος ανταλλαγής δεδομένων, τον μορφότυπο και τον σχεδιασμό των μέσων αναγνώρισης, τις τεχνικές διαδικασίες και τα πρότυπα για την υλοποίηση της EID, τους κανόνες σχετικά με τη διαμόρφωση του κωδικού αναγνώρισης, το μέγιστο μέγεθος και τη σύνθεση ορισμένων ομάδων ζώων, πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

(29)

Η εκτέλεση του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να παρακολουθείται. Συνεπώς, το αργότερο εντός πέντε ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού στη περίπτωση των διατάξεων που αφορούν το προαιρετικό σύστημα επισήμανσης του βοείου κρέατος και εντός εννέα ετών στη περίπτωση των διατάξεων που αφορούν την EID, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο δύο εκθέσεις που αμφότερες θα εξετάζουν τόσο την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού όσο και την τεχνική και οικονομική σκοπιμότητα της καθιέρωσης της υποχρεωτικής EID σε ολόκληρη την Ένωση. Οι εν λόγω εκθέσεις θα πρέπει να συνοδεύονται, εφόσον είναι απαραίτητο, από τις κατάλληλες νομοθετικές προτάσεις.

(30)

Θα πρέπει, συνεπώς, να τροποποιηθεί αναλόγως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1760/2000,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 1, η δεύτερη περίοδος της παραγράφου 2 απαλείφεται.

2)

Στο άρθρο 2, η πρώτη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«—   “ζώο”: βοοειδές, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ, συμπεριλαμβανομένων των ζώων που συμμετέχουν σε πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις,».

3)

Στο άρθρο 3, στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

μέσα αναγνώρισης για την ατομική αναγνώριση κάθε ζώου·».

4)

Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 4

Υποχρέωση αναγνώρισης των ζώων

1.   Όλα τα ζώα σε μια εκμετάλλευση ταυτοποιούνται από δύο τουλάχιστον μέσα αναγνώρισης που καταγράφονται στο παράρτημα Ι, σύμφωνα με τους κανόνες που εγκρίνονται δυνάμει της παραγράφου 3, και εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή. Τουλάχιστον ένα από τα μέσα αναγνώρισης είναι ορατό και φέρει ορατό κωδικό αναγνώρισης.

Το πρώτο εδάφιο δεν ισχύει για ζώα που έχουν γεννηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998 και δεν προορίζονται για εμπόριο εντός της Ένωσης. Τα ζώα αυτά ταυτοποιούνται από ένα τουλάχιστον μέσο αναγνώρισης.

Προκειμένου να διασφαλίζεται η προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 22β όσον αφορά την προσθήκη μέσων αναγνώρισης στον κατάλογο που θεσπίζεται στο παράρτημα Ι, ενώ παράλληλα διασφαλίζει τη διαλειτουργικότητά τους.

Τα μέσα αναγνώρισης παρέχονται στην εκμετάλλευση, διανέμονται και τοποθετούνται στα ζώα κατά τρόπον που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή.

Τα δύο μέσα αναγνώρισης, τα οποία έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις που εκδόθηκαν δυνάμει της παραγράφου 3 και της παρούσας παραγράφου και τα οποία τοποθετούνται σε ένα ζώο φέρουν τον ίδιο αποκλειστικό κωδικό αναγνώρισης, βάσει του οποίου, σε συνδυασμό με την καταγραφή των ζώων, μπορεί να ταυτοποιηθεί κάθε ζώο ατομικά και η εκμετάλλευση στην οποία γεννήθηκε.

2.   Κατ’ εξαίρεση από την παράγραφο 1, σε περίπτωση που οι χαρακτήρες που σχηματίζουν τον κωδικό αναγνώρισης του ζώου καθιστούν αδύνατη τη χρήση ηλεκτρονικής συσκευής αναγνώρισης με τον ίδιο αποκλειστικό κωδικό αναγνώρισης, το οικείο κράτος μέλος μπορεί να επιτρέψει, υπό την εποπτεία της αρμόδιας αρχής του, να φέρει το δεύτερο μέσο αναγνώρισης διαφορετικό κωδικό, εφόσον πληρούνται όλοι οι εξής όροι:

α)

το ζώο έχει γεννηθεί πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ),

β)

εξασφαλίζεται πλήρης ιχνηλασιμότητα,

γ)

είναι δυνατή η ατομική αναγνώριση του ζώου, καθώς και της εκμετάλλευσης στην οποία γεννήθηκε, και

δ)

το ζώο δεν προορίζεται για εμπόριο εντός της Ένωσης.

3.   Προκειμένου να διασφαλίζονται σε επαρκή βαθμό η ιχνηλασιμότητα και η προσαρμοστικότητα στην τεχνική πρόοδο, καθώς και η βέλτιστη λειτουργία του συστήματος αναγνώρισης, η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 22β, όσον αφορά τις απαιτήσεις για τα μέσα αναγνώρισης που θεσπίζονται στο παράρτημα Ι και όσον αφορά τα μεταβατικά μέτρα που απαιτούνται για τη θέσπιση ορισμένου μέσου αναγνώρισης.

Βάσει των σχετικών προτύπων ISO ή άλλων διεθνών τεχνικών προτύπων που έχουν εγκριθεί από αναγνωρισμένους διεθνούς οργανισμούς τυποποίησης, υπό τον όρο ότι αυτά τα διεθνή πρότυπα μπορούν να εγγυηθούν τουλάχιστον ένα υψηλότερο επίπεδο επιδόσεων και αξιοπιστίας από ό,τι τα πρότυπα ISO, η Επιτροπή καθορίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τους αναγκαίους κανόνες όσον αφορά:

α)

το μορφότυπο και το σχέδιο των μέσων αναγνώρισης,

β)

τις τεχνικές διαδικασίες για την ηλεκτρονική αναγνώριση των βοοειδών, και

γ)

τη διαμόρφωση του κωδικού αναγνώρισης.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 23 παράγραφος 2.

4.   Με ισχύ από τις 18 Ιουλίου 2019, τα κράτη μέλη φροντίζουν να δημιουργηθεί η αναγκαία υποδομή προκειμένου να είναι δυνατή η αναγνώριση των ζώων βάσει συσκευής ηλεκτρονικής αναγνώρισης που λειτουργεί επισήμως ως μέσο αναγνώρισης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Με ισχύ από τις 18 Ιουλίου 2019, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν εθνικές διατάξεις για να καταστεί υποχρεωτική η χρήση συσκευής ηλεκτρονικής αναγνώρισης ως ένα από τα δύο μέσα αναγνώρισης που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

Τα κράτη μέλη που χρησιμοποιούν την επιλογή που ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο υποβάλλουν στην Επιτροπή το κείμενο των σχετικών εθνικών διατάξεων και δημοσιοποιούν τις εν λόγω πληροφορίες στο διαδίκτυο. Η Επιτροπή επικουρεί τα κράτη μέλη διαθέτοντας στο κοινό τις πληροφορίες αυτές μέσω κοινοποίησης στην ιστοσελίδα της των συνδέσμων με τις σχετικές ιστοσελίδες των κρατών μελών.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα βοοειδή που προορίζονται για πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις, εκτός από εμποροπανηγύρεις και εκθέσεις, μπορούν να ταυτοποιηθούν με εναλλακτικά μέσα αναγνώρισης που προσφέρουν ισότιμα πρότυπα αναγνώρισης με εκείνα που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο 1.

Οι εκμεταλλεύσεις που κάνουν χρήση των εναλλακτικών μέσων αναγνώρισης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καταγράφονται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων όπως προβλέπεται στο άρθρο 5.

Η Επιτροπή καθορίζει, με εκτελεστικές πράξεις, τους αναγκαίους κανόνες σχετικά με τις εν λόγω καταγραφές. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 23 παράγραφος 2.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ιχνηλασιμότητα βάσει προτύπων αναγνώρισης που είναι ισότιμα με εκείνα που προβλέπονται στην παράγραφο 1, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 22β όσον αφορά τις απαιτήσεις των εναλλακτικών μέσων αναγνώρισης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένων των μεταβατικών μέτρων που απαιτούνται για τη θέσπισή τους.

Η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει, με εκτελεστικές πράξεις, τους κανόνες σχετικά με τον μορφότυπο και τον σχεδιασμό των εναλλακτικών μέσων αναγνώρισης, όπως αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένων των μεταβατικών μέτρων που απαιτούνται για τη θέσπισή τους. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 23 παράγραφος 2.

6.   Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στα υπόλοιπα κράτη μέλη και στην Επιτροπή το υπόδειγμα των μέσων αναγνώρισης που χρησιμοποιείται στην επικράτειά του. Τα κράτη μέλη καθιστούν τις πληροφορίες αυτές διαθέσιμες στο διαδίκτυο. Η Επιτροπή επικουρεί τα κράτη μέλη διαθέτοντας στο κοινό τις πληροφορίες αυτές μέσω κοινοποίησης στην ιστοσελίδα της των συνδέσμων με τις σχετικές ιστοσελίδες των κρατών μελών.».

5)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 4α

Χρονική περίοδος για την εφαρμογή των μέσων αναγνώρισης

1.   Τα μέσα αναγνώρισης που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 εφαρμόζονται επί του ζώου εντός μέγιστης περιόδου, που καθορίζεται από το κράτος μέλος στο οποίο γεννήθηκε το ζώο, η οποία υπολογίζεται από τη γέννηση του ζώου. Η προθεσμία αυτή αρχίσει την ημέρα που γεννήθηκε το ζώο και δεν υπερβαίνει τις 20 ημέρες.

Κατ’ εξαίρεση από το πρώτο εδάφιο, για λόγους που σχετίζονται με τη σωματική ανάπτυξη των ζώων, η εν λόγω περίοδος μπορεί να παραταθεί έως και κατά 60 ημέρες μετά τη γέννηση του ζώου, όσον αφορά το δεύτερο μέσο αναγνώρισης.

Κανένα ζώο δεν μπορεί να εγκαταλείψει την εκμετάλλευση στην οποία γεννήθηκε πριν από την τοποθέτηση των δύο μέσων αναγνώρισης στο εν λόγω ζώο.

2.   Προκειμένου να καταστεί δυνατή η εφαρμογή των μέσων αναγνώρισης σε ειδικές περιστάσεις που χαρακτηρίζονται από πρακτικές δυσχέρειες, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 22β για να καθορίσει τις ειδικές αυτές περιστάσεις, κατά τις οποίες θα μπορούν τα κράτη μέλη να παρατείνουν τις μέγιστες περιόδους για την εφαρμογή των μέσων αναγνώρισης ώστε να υπερβαίνουν τα χρονικά διαστήματα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 πρώτο και δεύτερο εδάφιο. Τα κράτη μέλη που χρησιμοποιούν τις δυνατότητες αυτές ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.

Άρθρο 4β

Ταυτοποίηση ζώων που προέρχονται από τρίτες χώρες

1.   Ζώο που υπόκειται σε κτηνιατρικούς ελέγχους σύμφωνα με την οδηγία 91/496/ΕΟΚ και εισέρχεται στην Ένωση από τρίτη χώρα προοριζόμενο για εκμετάλλευση εντός της Ένωσης ταυτοποιείται στην εκμετάλλευση προορισμού με τα μέσα αναγνώρισης που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1.

Το αρχικό μέσο αναγνώρισης που τοποθετήθηκε στο ζώο στην τρίτη χώρα καταγωγής καταγράφεται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων που προβλέπεται στο άρθρο 5 μαζί με τον αποκλειστικό κωδικό αναγνώρισης των μέσων αναγνώρισης που τοποθετούνται στο ζώο από το κράτος μέλος προορισμού.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στα ζώα που προορίζονται απευθείας για σφαγείο με έδρα ένα κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι τα ζώα σφάζονται εντός 20 ημερών ύστερα από αυτούς τους κτηνιατρικούς ελέγχους σύμφωνα με την οδηγία 91/496/ΕΟΚ.

2.   Τα μέσα αναγνώρισης ζώων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 τοποθετούνται εντός μέγιστης περιόδου η οποία καθορίζεται από το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα της η εκμετάλλευση προορισμού. Η εν λόγω περίοδος δεν υπερβαίνει τις 20 ημέρες ύστερα από τους κτηνιατρικούς ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Κατ’ εξαίρεση από το πρώτο εδάφιο, για λόγους που σχετίζονται με τη σωματική ανάπτυξη των ζώων, η μεγίστη αυτή περίοδος μπορεί να παραταθεί έως και κατά 60 ημέρες μετά τη γέννηση του ζώου, όσον αφορά το δεύτερο μέσο αναγνώρισης.

Σε κάθε περίπτωση, τα δύο μέσα αναγνώρισης που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο τοποθετούνται στα ζώα πριν να εγκαταλείψουν την εκμετάλλευση προορισμού.

3.   Όταν η εκμετάλλευση προορισμού έχει την έδρα της σε κράτος μέλος το οποίο έχει θεσπίσει εθνικές διατάξεις που καθιστούν υποχρεωτική τη χρήση συσκευής ηλεκτρονικής αναγνώρισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο, τα ζώα ταυτοποιούνται με την εν λόγω συσκευή ηλεκτρονικής αναγνώρισης στην εκμετάλλευση προορισμού στην Ένωση, εντός περιόδου που καθορίζεται από το κράτος μέλος προορισμού. Η εν λόγω περίοδος δεν υπερβαίνει τις 20 ημέρες ύστερα από τους κτηνιατρικούς ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Κατ’ εξαίρεση από το πρώτο εδάφιο, για λόγους που σχετίζονται με τη σωματική ανάπτυξη των ζώων, η μεγίστη αυτή περίοδος μπορεί να παραταθεί έως και κατά 60 ημέρες μετά τη γέννηση του ζώου, όσον αφορά το δεύτερο μέσο αναγνώρισης

Σε κάθε περίπτωση, η συσκευή ηλεκτρονικής αναγνώρισης τοποθετείται στα ζώα πριν να εγκαταλείψουν την εκμετάλλευση προορισμού.

Άρθρο 4γ

Ταυτοποίηση ζώων που μετακινούνται από ένα κράτος μέλος σε άλλο

1.   Τα ζώα που μετακινούνται από ένα κράτος μέλος σε κάποιο άλλο διατηρούν τα αρχικά μέσα αναγνώρισης που τοποθετήθηκαν σε αυτά σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1.

Εντούτοις, κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, αρχής γενομένης από τις 18 Ιουλίου 2019, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού μπορεί να επιτρέψει:

α)

την αντικατάσταση ενός από τα μέσα αναγνώρισης από συσκευή ηλεκτρονικής αναγνώρισης χωρίς αλλαγή του αρχικού αποκλειστικού κωδικού αναγνώρισης του ζώου·

β)

την αντικατάσταση αμφοτέρων των μέσων αναγνώρισης από δύο νέα μέσα αναγνώρισης τα οποία φέρουν, αμφότερα, τον ίδιο, νέο, αποκλειστικό κωδικό αναγνώρισης. Η εν λόγω παρέκκλιση μπορεί να εφαρμοστεί έως πέντε έτη από τις 18 Ιουλίου 2019, σε περίπτωση που οι χαρακτήρες που σχηματίζουν τον κωδικό αναγνώρισης ενός συμβατικού ενωτίου ζώου καθιστούν αδύνατη τη χρήση ηλεκτρονικού συστήματος αναγνώρισης με τον ίδιο αποκλειστικό κωδικό αναγνώρισης και υπό την προϋπόθεση ότι το ζώο έχει γεννηθεί πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ).

2.   Αν η εκμετάλλευση προορισμού έχει έδρα σε κράτος μέλος το οποίο έχει θεσπίσει εθνικές διατάξεις που καθιστούν υποχρεωτική τη χρήση συσκευής ηλεκτρονικής αναγνώρισης, τα ζώα ταυτοποιούνται με την εν λόγω ηλεκτρονική συσκευή το αργότερο στην εκμετάλλευση προορισμού εντός μέγιστης περιόδου που καθορίζεται από το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα της η εκμετάλλευση προορισμού. Η εν λόγω μέγιστη περίοδος δεν υπερβαίνει τις 20 ημέρες από την ημερομηνία άφιξης των ζώων στην εκμετάλλευση προορισμού.

Κατ’ εξαίρεση από το πρώτο εδάφιο, για λόγους που σχετίζονται με τη σωματική ανάπτυξη των ζώων, η μεγίστη αυτή περίοδος μπορεί να παραταθεί έως και κατά 60 ημέρες μετά τη γέννηση του ζώου, όσον αφορά το δεύτερο μέσο αναγνώρισης.

Σε κάθε περίπτωση, η συσκευή ηλεκτρονικής αναγνώρισης τοποθετείται στα ζώα πριν εγκαταλείψουν την εκμετάλλευση προορισμού.

Ωστόσο, το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στα ζώα που προορίζονται απευθείας για σφαγείο που βρίσκεται στο έδαφος του κράτους μέλους το οποίο έχει θεσπίσει εθνικές διατάξεις που καθιστούν υποχρεωτική τη χρήση συσκευής ηλεκτρονικής αναγνώριση.

Άρθρο 4δ

Αφαίρεση, τροποποίηση ή αντικατάσταση των μέσων αναγνώρισης

Τα μέσα αναγνώρισης δεν επιτρέπεται να αφαιρούνται, να τροποποιούνται ή να αντικαθίστανται χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής. Η άδεια αυτού του είδους μπορεί να χορηγείται μόνο αν η αφαίρεση, η τροποποίηση ή η αντικατάσταση δεν μειώνει την ιχνηλασιμότητα του ζώου και εφόσον είναι δυνατή η ατομική αναγνώριση του ζώου καθώς και της εκμετάλλευσης στην οποία γεννήθηκε.

Οποιαδήποτε αντικατάσταση ενός κωδικού αναγνώρισης καταγράφεται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων που προβλέπεται στο άρθρο 5 μαζί με τον αποκλειστικό κωδικό αναγνώρισης των αρχικών μέσων αναγνώρισης του ζώου.».

6)

Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 5

Η αρμόδια αρχή των κρατών μελών δημιουργεί ηλεκτρονική βάση δεδομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 18 της οδηγίας 64/432/ΕΟΚ.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ανταλλάσσουν ηλεκτρονικά δεδομένα μεταξύ των ηλεκτρονικών τους βάσεων δεδομένων από την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή αναγνωρίζει την πλήρη λειτουργικότητα του συστήματος ανταλλαγής δεδομένων. Η ανταλλαγή αυτή γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των δεδομένων και να αποφεύγεται κάθε είδους καταχρηστική πρακτική, με στόχο την προστασία των συμφερόντων του κτηνοτρόφου.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 22β, για να καθορίσει τους κανόνες σχετικά με τα δεδομένα που πρέπει να ανταλλάσσονται μεταξύ των ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων των κρατών μελών.

Η Επιτροπή, με εκτελεστικές πράξεις, καθορίζει τις τεχνικές προϋποθέσεις και διαδικασίες για την ανταλλαγή αυτή και αναγνωρίζει την πλήρη λειτουργικότητα του συστήματος ανταλλαγής δεδομένων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 23 παράγραφος 2.».

7)

Το άρθρο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 6

1.   Όταν ένα κράτος μέλος δεν ανταλλάσσει ηλεκτρονικά στοιχεία με άλλα κράτη μέλη στο πλαίσιο του συστήματος ηλεκτρονικής ανταλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 5 συμβαίνουν τα ακόλουθα:

α)

η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους εκδίδει, για κάθε ζώο, διαβατήριο που προορίζεται για το εμπόριο εντός της Ένωσης με βάση τις πληροφορίες που περιέχονται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων που δημιουργήθηκε στο εν λόγω κράτος μέλος·

β)

κάθε ζώο για το οποίο έχει εκδοθεί διαβατήριο συνοδεύεται από αυτό κάθε φορά που μετακινείται από ένα κράτος σε άλλο·

γ)

κατά την άφιξη του ζώου στην εκμετάλλευση προορισμού, το διαβατήριο που συνοδεύει το ζώο παραδίδεται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η εκμετάλλευση προορισμού.

2.   Για να είναι δυνατή η ιχνηλασιμότητα των μετακινήσεων των ζώων έως πίσω στην εκμετάλλευση καταγωγής που βρίσκεται σε κράτος μέλος, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 22β, για να καθορίσει τους κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες από την ηλεκτρονική βάση δεδομένων που πρέπει να περιλαμβάνονται στο διαβατήριο ζώου, συμπεριλαμβανομένων των μεταβατικών μέτρων για τη θέσπισή τους.».

8)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 6α

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν παρακωλύουν εθνικές διατάξεις κράτους μέλους όσον αφορά την έκδοση διαβατηρίων για ζώα που δεν προορίζονται για εμπόριο εντός της Ένωσης.».

9)

Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

η δεύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«—

κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή κάθε μετακίνηση προς και από την εκμετάλλευση και κάθε γέννηση και θάνατο των ζώων της εκμετάλλευσης, μαζί με τις ημερομηνίες των εν λόγω γεγονότων, εντός της μέγιστης περιόδου που καθορίζεται από το οικείο κράτος μέλος· η μέγιστη περίοδος αυτή διαρκεί τουλάχιστον τρεις ημέρες και δεν υπερβαίνει τις επτά ημέρες ύστερα από την επέλευση ενός από τα εν λόγω γεγονότα· τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή την παράταση της μέγιστης περιόδου των επτά ημερών.»·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για να λαμβάνονται υπόψη πρακτικές δυσχέρειες σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 22β, για τον καθορισμό των εξαιρετικών περιστάσεων κατά τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τη μέγιστη περίοδο των επτά ημερών που προβλέπεται στη δεύτερη περίπτωση του πρώτου εδαφίου, μαζί με τη μέγιστη διάρκεια της εν λόγω παράτασης, η οποία δεν υπερβαίνει τις 14 ημέρες μετά την περίοδο των επτά ημερών που αναφέρεται στη δεύτερη περίπτωση του πρώτου εδαφίου.»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Για να διασφαλίζεται η επαρκής και αποτελεσματική ιχνηλασιμότητα των βοοειδών όταν εγκαταλείπουν την εκμετάλλευση για άλλους βοσκοτόπους αναλόγως εποχής, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 22β σχετικά με τα κράτη μέλη ή τις περιοχές των κρατών μελών όπου ισχύουν ειδικοί κανόνες για την εποχιακή βόσκηση, συμπεριλαμβανομένων της χρονικής περιόδου, των ειδικών υποχρεώσεων των κτηνοτρόφων και των κανόνων για την καταγραφή των εκμεταλλεύσεων και την καταγραφή των μετακινήσεων αυτών των βοοειδών, συμπεριλαμβανομένων των μεταβατικών μέτρων για τη θέσπισή τους.»·

γ)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, η τήρηση μητρώου είναι προαιρετική για κάθε κτηνοτρόφο, ο οποίος:

α)

έχει πρόσβαση στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων που προβλέπεται στο άρθρο 5, η οποία περιέχει ήδη πληροφορίες που συμπεριλαμβάνονται στο μητρώο· και

β)

εισάγει ή μεριμνά για την εισαγωγή επίκαιρων στοιχείων απευθείας στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων που προβλέπεται στο άρθρο 5.

6.   Για να διασφαλίζεται η ακρίβεια και η αξιοπιστία των πληροφοριών που πρόκειται να συμπεριληφθούν στο μητρώο εκμετάλλευσης που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 22β για να καθορίσει τους αναγκαίους κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στο εν λόγω μητρώο, συμπεριλαμβανομένων των μεταβατικών μέτρων για τη θέσπισή τους.».

10)

Το άρθρο 8 απαλείφεται.

11)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 9α

Κατάρτιση

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κάθε άτομο αρμόδιο για την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων έχει λάβει οδηγίες και καθοδήγηση σχετικά με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού και όλες τις κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Οποτεδήποτε τροποποιούνται οι σχετικές διατάξεις, οι σχετικές πληροφορίες τίθενται στη διάθεση του ατόμου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να είναι διαθέσιμα αντίστοιχα προγράμματα επιμόρφωσης.

Η Επιτροπή διευκολύνει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών με σκοπό να βελτιώσει την ποιότητα των πληροφοριών και της κατάρτισης σε ολόκληρη την Ένωση.».

12)

Το άρθρο 10 απαλείφεται.

13)

Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12

Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «βόειο κρέας»: όλα τα προϊόντα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 0201, 0202, 0206 10 95 και 0206 29 91,

2)   «επισήμανση»: η τοποθέτηση ετικέτας σε τεμάχιο ή τεμάχια κρέατος χωριστά ή στο υλικό συσκευασίας τους ή, σε περίπτωση μη προσυσκευασμένων προϊόντων, η παροχή των ενδεδειγμένων γραπτών και ευδιάκριτων πληροφοριών στον καταναλωτή στο σημείο πώλησης,

3)   «οργάνωση»: ομάδα επιχειρηματιών του ιδίου ή διαφορετικών τομέων εμπορίας του βοείου κρέατος,

4)   «κιμάς»: κρέας χωρίς οστά το οποίο έχει υποστεί άλεσμα σε τεμάχια και περιέχει αλάτι σε ποσοστό μικρότερο του 1 % και υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 0201, 0202, 0206 10 95 και 0206 29 91,

5)   «τρίμματα κρέατος»: μικρά τεμάχια κρέατος, τα οποία αναγνωρίζονται ως κατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση και τα οποία παράγονται αποκλειστικά από ξάκρισμα κατά τη διάρκεια της αποστέωσης και/ή του τεμαχισμού των σφαγίων,

6)   «τεμαχισμένο κρέας»: κρέας τεμαχισμένο σε μικρούς κύβους, φέτες ή άλλες ατομικές μερίδες, το οποίο δεν χρειάζεται περαιτέρω τεμαχισμό από επιχειρηματίες πριν από την αγορά τους από τον τελικό καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να το χρησιμοποιήσει κατευθείαν. Από τον παρόντα ορισμό εξαιρούνται ο κιμάς και τα τρίμματα κρέατος.».

14)

Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:

α)

απαλείφονται οι παράγραφοι 3 και 4·

β)

στην παράγραφο 5, η εισαγωγική πρόταση στο στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

Οι επιχειρηματίες και οι οργανώσεις αναγράφουν στην ετικέτα και τις ακόλουθες ενδείξεις:»·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6.   Για να αποφεύγεται η άσκοπη επανάληψη της μνείας στην επισήμανση του βοείου κρέατος των κρατών μελών ή των τρίτων χωρών όσον έγινε η εκτροφή, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 22β, που άπτονται μιας απλοποιημένης παρουσίασης της ένδειξης προέλευσης για περιπτώσεις εξαιρετικά σύντομης παραμονής του ζώου στο κράτος μέλος ή στη τρίτη χώρα γέννησης ή σφαγής.

Η Επιτροπή, με εκτελεστικές πράξεις, θεσπίζει κανόνες σχετικά με το μέγιστο μέγεθος και τη σύνθεση της ομάδας ζώων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 2 στοιχείο α), έχοντας λάβει υπόψη περιορισμούς που έχουν σχέση με την ομοιογένεια των ομάδων των ζώων από τα οποία προέρχονται τα εν λόγω τεμαχισμένα κρέατα και τρίμματα κρέατος. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 23 παράγραφος 2.».

15)

Στο άρθρο 14, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους οριζόντιους κανόνες σχετικά με την επισήμανση στο παρόν τμήμα, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 22β, ώστε να καθορίσει, βάσει της σχετικής με τον κιμά εμπειρίας, κανόνες ισοδύναμους με εκείνους που προβλέπονται στα πρώτα τρία εδάφια του παρόντος άρθρου για τρίμματα βοείου κρέατος ή τεμαχισμένο βόειο κρέας.».

16)

Το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 15

Υποχρεωτική επισήμανση για το βόειο κρέας από τρίτες χώρες

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13, το βόειο κρέας που εισάγεται στο έδαφος της Ένωσης, για το οποίο δεν είναι διαθέσιμες όλες οι πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13, φέρει επισήμανση με την ένδειξη:

“καταγωγή: εκτός ΕΕ” και “σφάχτηκε στην (ονομασία της τρίτης χώρας)”.».

17)

Από τις 13 Δεκεμβρίου 2014:

α)

η επικεφαλίδα του τίτλου II τμήμα II αντικαθίσταται από τις λέξεις «Προαιρετική επισήμανση»,

β)

τα άρθρα 16, 17 και 18 απαλείφονται, και

γ)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο στον τίτλο II τμήμα II:

«Άρθρο 15α

Γενικοί κανόνες

Οι πληροφορίες για τα τρόφιμα πέραν εκείνων που προβλέπονται στα άρθρα 13, 14 και 15, οι οποίες προστίθενται στην επισήμανση από τους επιχειρηματίες ή τις οργανώσεις εμπορίας του βοείου κρέατος οικειοθελώς, είναι αντικειμενικές, επαληθεύσιμες από τις αρμόδιες αρχές και κατανοητές για τους καταναλωτές.

Οι εν λόγω πληροφορίες συμμορφώνονται με την οριζόντια νομοθεσία για την επισήμανση και συγκεκριμένα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8).

Σε περίπτωση μη τήρησης από τους επιχειρηματίες ή τις οργανώσεις εμπορίας βοείου κρέατος των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην πρώτη και στη δεύτερη παράγραφο, η αρμόδια αρχή επιβάλλει τις δέουσες κυρώσεις όπως ορίζεται στο άρθρο 22.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 22β, σχετικά με τους ορισμούς και τις απαιτήσεις που ισχύουν για τους όρους ή τις κατηγορίες όρων που μπορούν να μπουν στις ετικέτες του προσυσκευασμένου νωπού και κατεψυγμένου βοείου κρέατος.

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1925/2006 και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 608/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 18).»."

18)

Τα άρθρα 19, 20 και 21 απαλείφονται.

19)

Το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 22

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν την τήρηση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

Οι προβλεπόμενοι έλεγχοι διενεργούνται με την επιφύλαξη των ελέγχων που μπορεί να διενεργεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95.

Οποιεσδήποτε κυρώσεις επιβάλλονται από τα κράτη μέλη σε κτηνοτρόφο, επιχειρηματία ή οργάνωση εμπορίας βοείου κρέατος είναι αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές.

Η αρμόδια αρχή διενεργεί κάθε χρόνο ένα ελάχιστο αριθμό επισήμων ελέγχων σχετικά με την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων που καλύπτουν το 3 % τουλάχιστον των εκμεταλλεύσεων.

Το ελάχιστο ποσοστό επίσημων ελέγχων του δευτέρου εδαφίου αυξάνεται αμέσως από την αρμόδια αρχή όπου διαπιστώνεται ότι οι διατάξεις για την αναγνώριση και την καταγραφή των ζώων δεν έχουν τηρηθεί.

Η επιλογή των εκμεταλλεύσεων που πρόκειται να ελεγχθούν από την αρμόδια αρχή πραγματοποιείται βάσει ανάλυσης κινδύνου.

Κάθε κράτος μέλος υποβάλλει ετήσια έκθεση στην Επιτροπή έως τις 31 Αυγούστου σχετικά με τη διενέργεια των επισήμων ελέγχων κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η αρμόδια αρχή επιβάλλει σε κτηνοτρόφο τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις:

α)

εάν για ένα ή περισσότερα ζώα σε μια εκμετάλλευση δεν τηρείται καμία από τις διατάξεις που θεσπίζονται στον τίτλο I του παρόντος κανονισμού, επιβάλλεται περιορισμός στην κίνηση όλων των ζώων από και προς την εκμετάλλευση του εν λόγω κτηνοτρόφου·

β)

σε περίπτωση ζώων για τα οποία δεν τηρούνται πλήρως οι απαιτήσεις αναγνώρισης και καταγραφής που θεσπίζονται στον τίτλο I του παρόντος κανονισμού, επιβάλλεται αμέσως περιορισμός στην κίνηση αυτών των ζώων μόνο, έως ότου επιτευχθεί πλήρης συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις·

γ)

εάν, σε μία εκμετάλλευση, ο αριθμός των ζώων για τα οποία δεν τηρούνται πλήρως οι απαιτήσεις αναγνώρισης και καταγραφής που θεσπίζονται στον τίτλο I υπερβαίνει το 20 %, επιβάλλεται αμέσως περιορισμός στην κίνηση όλων των ζώων που βρίσκονται στην εκμετάλλευση αυτή· σε ό,τι αφορά εκμεταλλεύσεις με λιγότερα από 10 ζώα, αυτό το μέτρο εφαρμόζεται εάν περισσότερα από δύο ζώα δεν ταυτοποιούνται πλήρως σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον τίτλο I·

δ)

αν ο κτηνοτρόφος δεν μπορεί να αποδείξει την αναγνώριση και την ιχνηλασιμότητα του εν λόγω ζώου, η αρμόδια αρχή, όταν κρίνεται σκόπιμο, με βάση αξιολόγηση των κινδύνων για την υγεία των ζώων και την ασφάλεια των τροφίμων, διατάσσει την καταστροφή του εν λόγω ζώου χωρίς παροχή αποζημίωσης·

ε)

σε περίπτωση που κτηνοτρόφος δεν κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή τις μετακινήσεις ζώου προς και από την εκμετάλλευσή του, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 δεύτερη περίπτωση, η αρμόδια αρχή περιορίζει τις μετακινήσεις των ζώων από και προς την εκμετάλλευση αυτή·

στ)

σε περίπτωση που κτηνοτρόφος δεν κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή τη γέννηση ή τον θάνατο ενός ζώου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 δεύτερη περίπτωση, η αρμόδια αρχή περιορίζει τις μετακινήσεις των ζώων προς και από την εκμετάλλευση αυτή·

ζ)

σε περίπτωση που κτηνοτρόφος αθετεί κατ’ επανάληψη την υποχρέωσή του να καταβάλει το τέλος που αναφέρεται στο άρθρο 9, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν τις μετακινήσεις των ζώων προς και από την εκμετάλλευση του εν λόγω κτηνοτρόφου.

3.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, σε περίπτωση που επιχειρηματίες και οργανώσεις εμπορίας βοείου κρέατος έχουν προβεί σε επισήμανση βοείου κρέατος χωρίς να έχουν τηρήσει τις υποχρεώσεις τους που θεσπίζονται στον τίτλο II, τα κράτη μέλη απαιτούν, εφόσον κρίνεται σκόπιμο και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, την απόσυρση του βοείου κρέατος από την αγορά. Πέραν των κυρώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν:

α)

σε περίπτωση που το εν λόγω κρέας συμμορφώνεται με τις σχετικές κτηνιατρικές και υγειονομικές διατάξεις, να επιτρέψουν το εν λόγω βόειο κρέας:

i)

να διατίθεται στην αγορά του αφού επισημανθεί καταλλήλως σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Ένωσης, ή

ii)

να επιτρέπεται η απευθείας μεταποίησή του σε προϊόντα άλλα από εκείνα που αναφέρονται στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 12·

β)

να διατάξουν αναστολή ή ανάκληση της άδειας των σχετικών επιχειρηματιών και οργανώσεων.

4.   Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής, από κοινού με τις αρμόδιες αρχές:

α)

ελέγχουν εάν τα κράτη μέλη τηρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

β)

διενεργούν επιτόπιους ελέγχους προκειμένου να βεβαιωθούν ότι οι έλεγχοι εκτελούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

5.   Το κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου διενεργείται έλεγχος, παρέχει στους εμπειρογνώμονες της Επιτροπής κάθε βοήθεια που απαιτείται για την επιτέλεση των καθηκόντων τους. Τα αποτελέσματα των ελέγχων συζητούνται με την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους πριν από τη σύνταξη και την κυκλοφορία της τελικής έκθεσης. Η έκθεση αυτή περιέχει, όταν κρίνεται σκόπιμο, συστάσεις προς τα κράτη μέλη σχετικά με τη βελτίωση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.».

20)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 22α

Αρμόδιες αρχές

Τα κράτη μέλη διορίζουν την αρμόδια αρχή ή τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνη/υπεύθυνες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό και για όλες τις πράξεις που εκδίδονται από την Επιτροπή με βάση τον παρόντα κανονισμό.

Ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για την ταυτότητα των εν λόγω αρχών.

Άρθρο 22β

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στα άρθρα 4 παράγραφος 1, 4 παράγραφος 3, 4 παράγραφος 5, 4α παράγραφος 2, 5, 6 παράγραφος 2, 7 παράγραφος 1, 7 παράγραφος 2, 7 παράγραφος 6, 13 παράγραφος 6, 14 παράγραφος 4 και 15α,ανατίθεται στην Επιτροπή για χρονική περίοδο πέντε ετών από τις 17 Ιουλίου 2014. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στα άρθρα 4 παράγραφος 1, 4 παράγραφος 3, 4 παράγραφος 5, 4α παράγραφος 2, 5, 6 παράγραφος 2, 7 παράγραφος 1, 7 παράγραφος 2, 7 παράγραφος 6, 13 παράγραφος 6, 14 παράγραφος 4 και 15α,μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Η ανάκληση τίθεται σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται στην απόφαση. Δεν θίγει το κύρος των ήδη ισχυουσών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

4.   Αμέσως μετά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.   Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 4 παράγραφος 1, 4 παράγραφος 3, 4 παράγραφος 5, 4α παράγραφος 2, 5, 6 παράγραφος 2, 7 παράγραφος 1, 7 παράγραφος 2, 7 παράγραφος 6, 13 παράγραφος 6, 14 παράγραφος 4 και 15α τίθενται σε ισχύ μόνο εφόσον δεν εκφραστεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της πράξης αυτής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν αντίρρηση. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

21)

Το άρθρο 23 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 23

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται για τις εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται δυνάμει των άρθρων 4 παράγραφος 3, 4 παράγραφος 5, 5 και 13 παράγραφος 6, από τη μόνιμη επιτροπή για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων, η οποία θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 58 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9).

Η επιτροπή αυτή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10).

2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Σε περίπτωση που η γνωμοδότηση της επιτροπής πρέπει να ληφθεί μέσω γραπτής διαδικασίας, η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται χωρίς αποτέλεσμα, όταν, εντός της προθεσμίας έκδοσης της γνωμοδότησης, το αποφασίσει ο πρόεδρος της επιτροπής ή το ζητήσουν τα μέλη της επιτροπής με απλή πλειοψηφία.

(9)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1)."

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).»."

22)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 23α

Υποβολή έκθεσης και νομοθετικές εξελίξεις

Το αργότερο έως τις:

18 Ιουλίου 2019, για τις διατάξεις περί προαιρετικής επισήμανσης, και

18 Ιουλίου 2023, για τις διατάξεις περί ηλεκτρονικής αναγνώρισης,

μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τις αντίστοιχες εκθέσεις με θέμα την εκτέλεση και τον αντίκτυπο του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων, στη πρώτη περίπτωση, του ενδεχομένου αναθεώρησης των διατάξεων περί προαιρετικής επισήμανσης και, στη δεύτερη περίπτωση, της τεχνικής και οικονομικής σκοπιμότητας της καθιέρωσης της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής αναγνώρισης σε ολόκληρη την Ένωση.

Οι εν λόγω εκθέσεις συνοδεύονται, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, από τις κατάλληλες νομοθετικές προτάσεις.».

23)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο παράρτημα:

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΜΕΣΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ

Α)

ΣΥΜΒΑΤΙΚΟ ΕΝΩΤΙΟ

ΜΕ ΙΣΧΥ ΑΠΟ ΤΙΣ 18 ΙΟΥΛΙΟΥ 2019

Β)

ΣΥΣΚΕΥΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΕΝΩΤΙΟΥ

Γ)

ΣΥΣΚΕΥΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΣΤΟΜΑΧΙΚΟΥ ΒΩΛΟΥ

Δ)

ΣΥΣΚΕΥΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΕΝΕΣΙΜΟΥ ΠΟΜΠΟΔΕΚΤΗ».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 15 Μαΐου 2014.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Δ. ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΣ


(1)  ΕΕ C 229 της 31.7.2012, σ. 144.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2ας Απριλίου 2014 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 6ης Μαΐου 2014.

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 820/97 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1997, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας (ΕΕ L 117 της 7.5.1997, σ. 1).

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών και την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας, καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 820/97 του Συμβουλίου (ΕΕ L 204 της 11.8.2000, σ. 1).

(5)  Οδηγία 64/432/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1964, περί προβλημάτων υγειονομικού ελέγχου στον τομέα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών βοοειδών και χοιροειδών (ΕΕ 121 της 29.7.1964, σ. 1977/64).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1925/2006 και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 608/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 18).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).


27.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 189/50


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (EE) αριθ. 654/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 15ης Μαΐου 2014

περί ασκήσεως των δικαιωμάτων της Ένωσης για την εφαρμογή και την επιβολήτων διεθνών εμπορικών κανόνων και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3286/94 του Συμβουλίου που καθορίζει κοινοτικές διαδικασίες στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής για να διασφαλιστεί η άσκηση των δικαιωμάτων της Κοινότητας στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς εμπορίου, ιδίως αυτών που έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 207 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβιβάσεως του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Ένωση έχει συνάψει μια σειρά πολυμερών, περιφερειακών και διμερών διεθνών εμπορικών συμφωνιών οι οποίες δημιουργούν δικαιώματα και υποχρεώσεις προς αμοιβαίο όφελος των συμβαλλομένων.

(2)

Είναι ουσιαστικό η Ένωση να διαθέτει τα κατάλληλα μέσα για να διασφαλίζει την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων της βάσει διεθνών εμπορικών συμφωνιών, προς διασφάλιση των οικονομικών της συμφερόντων. Αυτό ισχύει ειδικότερα όταν τρίτες χώρες εφαρμόζουν περιοριστικά εμπορικά μέτρα που μειώνουν τα οφέλη για τους οικονομικούς παράγοντες της Ένωσης στο πλαίσιο των διεθνών εμπορικών συμφωνιών. Η Ένωση θα πρέπει να μπορεί να αντιδρά με ταχύτητα και ευελιξία στο πλαίσιο των διαδικασιών και προθεσμιών που καθορίζονται στις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες που έχει συνάψει. Επιβάλλεται συνεπώς να θεσπιστούν κανόνες που να καθορίζουν το πλαίσιο για την άσκηση των δικαιωμάτων της σε ορισμένες ειδικές καταστάσεις.

(3)

Ο μηχανισμός επίλυσης διαφορών που θεσπίστηκε με τη συμφωνία ίδρυσης του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) καθώς και με άλλες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, μεταξύ άλλων περιφερειακές ή διμερείς, στόχο έχει την εξεύρεση θετικής λύσης σε οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει μεταξύ της Ένωσης και του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ή των άλλων συμβαλλόμενων μερών των εν λόγω συμφωνιών. Η Ένωση θα πρέπει, εντούτοις, να είναι σε θέση να αναστέλλει τυχόν παραχωρήσεις ή άλλες υποχρεώσεις σύμφωνα με τους εν λόγω μηχανισμούς επίλυσης διαφορών στην περίπτωση που αποδειχθούν ανεπιτυχείς άλλοι τρόποι για την εξεύρεση θετικής λύσης στη διαφορά. Τα μέτρα που λαμβάνει η Ένωση σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να επιδιώκουν τη συμμόρφωση της τρίτης χώρας με τους σχετικούς διεθνείς εμπορικούς κανόνες, για την επάνοδο σε μία κατάσταση αμοιβαίου οφέλους.

(4)

Στο πλαίσιο της συμφωνίας για τα μέτρα διασφάλισης του ΠΟΕ, το μέλος του ΠΟΕ που προτείνει την εφαρμογή μέτρου διασφάλισης ή επιδιώκει την επέκταση τέτοιου μέτρου πρέπει να επιδιώκει να διατηρήσει ουσιαστικά ισοδύναμο επίπεδο παραχωρήσεων και άλλων υποχρεώσεων μεταξύ αυτού και των εξαγόντων μελών τα οποία θα πληγούν από το εν λόγω μέτρο διασφάλισης. Παρόμοιοι κανόνες θεσπίζονται σε άλλες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες που έχει συνάψει η Ένωση, συμπεριλαμβανομένων περιφερειακών ή διμερών συμφωνιών. Η Ένωση θα πρέπει να λαμβάνει μέτρα επανεξισορρόπησης με αναστολή των παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων σε περιπτώσεις που η οικεία τρίτη χώρα δεν εφαρμόζει κατάλληλες και αναλογικές προσαρμογές. Τα μέτρα που λαμβάνει η Ένωση σε αυτές τις περιπτώσεις ασκούν πίεση για την εισαγωγή μέτρων βελτίωσης των εμπορικών συναλλαγών από την οικεία τρίτη χώρα, με στόχο την επιστροφή σε μια κατάσταση αμοιβαίου οφέλους.

(5)

Το άρθρο XXVIII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου 1994 (GATT 1994) και το σχετικό μνημόνιο συμφωνίας διέπουν την τροποποίηση ή την απόσυρση παραχωρήσεων που έχουν καθοριστεί στα δασμολογικά καθεστώτα μελών του ΠΟΕ. Τα μέλη του ΠΟΕ που πλήττονται από οποιαδήποτε τέτοια τροποποίηση δικαιούνται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να προβούν στην απόσυρση ουσιαστικά ισοδύναμων παραχωρήσεων. Η Ένωση θα πρέπει να λαμβάνει μέτρα επανεξισορρόπησης σε τέτοιες περιπτώσεις, εκτός εάν επιτευχθεί συμφωνία για αντισταθμιστικές προσαρμογές. Τα μέτρα που λαμβάνει η Ένωση θα πρέπει να ωθούν τις τρίτες χώρες να εφαρμόσουν μέτρα ενίσχυσης του εμπορίου.

(6)

Η Ένωση θα πρέπει να μπορεί να ασκεί τα δικαιώματά της στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων όταν κάποιος εμπορικός εταίρος δεν τηρεί τις δεσμεύσεις του δυνάμει της συμφωνίας του ΠΟΕ για τις δημόσιες συμβάσεις ή άλλων διεθνών εμπορικών συμφωνιών. Η συμφωνία του ΠΟΕ για τις δημόσιες συμβάσεις ορίζει ότι μια διαφορά στο πλαίσιο αυτής δεν καταλήγει στην αναστολή των παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο άλλης καλυπτόμενης συμφωνίας του ΠΟΕ. Η δράση της Ένωσης θα πρέπει να στοχεύει στη διατήρηση ουσιαστικά ισοδύναμου επιπέδου παραχωρήσεων, όπως ορίζονται στις σχετικές διεθνείς εμπορικές συμφωνίες.

(7)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν την εφαρμογή μέτρων εμπορικής πολιτικής στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων στην επικράτειά τους, αναλόγως των διοικητικών δομών και πρακτικών τους, με παράλληλο σεβασμό του δικαίου της Ένωσης.

(8)

Τα μέτρα εμπορικής πολιτικής που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να επιλέγονται και να σχεδιάζονται με βάση αντικειμενικά κριτήρια, μεταξύ των οποίων την αποτελεσματικότητά τους όσον αφορά την άσκηση πίεσης σε τρίτες χώρες για τη συμμόρφωση με τους διεθνείς εμπορικούς κανόνες· τη δυνατότητά τους να ανακουφίσουν τους οικονομικούς φορείς εντός της Ένωσης που πλήττονται από τα μέτρα της τρίτης χώρας και την ελαχιστοποίηση του αρνητικού αντικτύπου για την Ένωση, μεταξύ άλλων όσον αφορά σημαντικές πρώτες ύλες.

(9)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επικεντρώνεται στα μέτρα εκείνα στον σχεδιασμό και την εφαρμογή των οποίων η Ένωση διαθέτει εμπειρία. Η δυνατότητα να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του ώστε να προβλέπει τη λήψη μέτρων στον τομέα των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και πρόσθετων μέτρων όσον αφορά τις υπηρεσίες θα πρέπει να αξιολογηθεί όταν επανεξετασθεί η λειτουργία του παρόντος κανονισμού, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των ιδιαιτεροτήτων του κάθε τομέα.

(10)

Κατά την επιβολή των δικαιωμάτων της Ένωσης, η καταγωγή ενός αγαθού θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου (2). Κατά την επιβολή των δικαιωμάτων της Ένωσης ύστερα από επίλυση διαφοράς στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων, η καταγωγή μιας υπηρεσίας θα πρέπει να καθορίζεται με βάση την καταγωγή του φυσικού ή νομικού προσώπου που την παρέχει. Οι αναθέτουσες αρχές ή οντότητες θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα συνήθη μέτρα και να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια όταν αξιολογούν τα στοιχεία και τις εγγυήσεις που παρέχουν οι υποψήφιοι όσον αφορά την καταγωγή αγαθών και υπηρεσιών.

(11)

Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει το πεδίο εφαρμογής, τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένων ενδεχόμενων μέτρων στον τομέα των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και πρόσθετων μέτρων όσον αφορά τις υπηρεσίες, το αργότερο τρία έτη από τη θέση του σε εφαρμογή ή όχι περισσότερο από πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, αναλόγως ποιο γεγονός προηγείται. Η Επιτροπή θα πρέπει να διαβιβάσει την εκτίμησή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Μετά την επανεξέταση μπορεί να υποβληθούν νομοθετικές προτάσεις.

(12)

Έχει σημασία να διασφαλισθούν αποτελεσματική επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων μεταξύ Επιτροπής, αφενός, και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, αφετέρου, ιδίως όσον αφορά διαφορές στο πλαίσιο διεθνών εμπορικών συμφωνιών οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν στη λήψη μέτρων δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(13)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3286/64 του Συμβουλίου (3) θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να παραπέμπει στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά την εφαρμογή μέτρων εμπορικής πολιτικής.

(14)

Για να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4).

(15)

Λόγω της ιδιαίτερης πολυπλοκότητας που χαρακτηρίζει την εξέταση του πολλαπλού αντικτύπου των μέτρων εμπορικής πολιτικής που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού και για να διευκολυνθεί επαρκώς μια ευρύτερη δυνατή υποστήριξη, η Επιτροπή δεν θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις όταν κατ’ εξαίρεση η επιτροπή που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό δεν διατυπώνει γνώμη σχετικά με το σχέδιο εκτελεστικής πράξης που έχει υποβάλει η Επιτροπή.

(16)

Για να διασφαλίζονται τα συμφέροντα της Ένωσης, η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις άμεσης εφαρμογής, εάν αυτό επιβάλλουν επιτακτικοί λόγοι επείγουσας ανάγκης, σε δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις που συνδέονται με την ανάγκη προσαρμογής των μέτρων εμπορικής πολιτικής στη συμπεριφορά της οικείας τρίτης χώρας.

(17)

Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την ενδεχόμενη λήψη μέτρων εμπορικής πολιτικής βάσει άλλων πράξεων της Ένωσης ή της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηρουμένων των εφαρμοστέων διατάξεων των διεθνών εμπορικών συμφωνιών για την αναστολή ή ανάκληση παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες και διαδικασίες που διασφαλίζουν την αποτελεσματική και έγκαιρη άσκηση των δικαιωμάτων της Ένωσης να αναστέλλει ή να ανακαλεί παραχωρήσεις ή άλλες υποχρεώσεις βάσει διεθνών εμπορικών συμφωνιών, με σκοπό:

α)

να αντιδρά σε παραβιάσεις των διεθνών εμπορικών κανόνων εκ μέρους τρίτων χωρών οι οποίες θίγουν τα συμφέροντα της Ένωσης, για να βρεθεί μια ικανοποιητική λύση που να επιτρέψει να έχουν και πάλι οφέλη οι οικονομικοί φορείς της Ένωσης·

β)

να επανεξισορροπεί παραχωρήσεις ή άλλες υποχρεώσεις που έχει αναλάβει στις εμπορικές σχέσεις με τρίτες χώρες στην περίπτωση που, κατά τρόπο θίγοντα τα συμφέροντα της Ένωσης, μεταβάλλεται το καθεστώς που παρέχεται σε αγαθά από την Ένωση.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)   «χώρα»: οποιοδήποτε κράτος ή χωριστό τελωνειακό έδαφος·

β)   «παραχωρήσεις ή άλλες υποχρεώσεις»: δασμολογικές παραχωρήσεις ή άλλα οφέλη τα οποία η Ένωση έχει δεσμευθεί να εφαρμόζει στις εμπορικές της συναλλαγές με τρίτες χώρες βάσει διεθνών εμπορικών συμφωνιών στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος·

γ)   «επίπεδο ολικής ή μερικής αναίρεσης»: ο βαθμός στον οποίο θίγονται τα οφέλη της Ένωσης στο πλαίσιο μιας διεθνούς εμπορικής συμφωνίας. Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στη σχετική συμφωνία, η ολική ή μερική αναίρεση περιλαμβάνει κάθε αρνητικό οικονομικό αντίκτυπο που απορρέει από μέτρο της τρίτης χώρας·

δ)   «υποχρεωτική τιμολογιακή ποινική κύρωση»: η υποχρέωση των αναθετουσών αρχών ή οντοτήτων που διενεργούν διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων να αυξάνουν, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, την τιμή των υπηρεσιών και/ή των αγαθών καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών που έχουν προσφερθεί σε διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός ισχύει:

α)

ύστερα από την εκδίκαση εμπορικών διαφορών στο πλαίσιο του μνημονίου συμφωνίας του ΠΟΕ για κανόνες και διαδικασίες επίλυσης διαφορών (μνημόνιο για την επίλυση διαφορών του ΠΟΕ), αν η Ένωση έχει εξουσιοδοτηθεί να αναστείλει τις παραχωρήσεις ή άλλες υποχρεώσεις που έχει αναλάβει βάσει πολυμερών και πλειομερών συμφωνιών που καλύπτονται από το μνημόνιο για την επίλυση διαφορών του ΠΟΕ·

β)

ύστερα από την εκδίκαση εμπορικών διαφορών στο πλαίσιο διεθνών εμπορικών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένων περιφερειακών ή διμερών συμφωνιών, αν η Ένωση έχει το δικαίωμα να αναστέλλει τις παραχωρήσεις ή άλλες υποχρεώσεις που έχει αναλάβει βάσει των εν λόγω συμφωνιών·

γ)

για την επανεξισορρόπηση των παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων, στην οποία μπορεί να δίνει δικαίωμα η εφαρμογή ενός μέτρου διασφάλισης από τρίτη χώρα σύμφωνα είτε με το άρθρο 8 της συμφωνίας του ΠΟΕ για τα μέτρα διασφάλισης είτε με τις διατάξεις σχετικά με τα μέτρα διασφάλισης που προβλέπονται σε άλλες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειακών ή διμερών συμφωνιών·

δ)

στις περιπτώσεις τροποποίησης των παραχωρήσεων από μέλος του ΠΟΕ βάσει του άρθρου XXVIII της GATT 1994, εφόσον δεν έχουν συμφωνηθεί αντισταθμιστικές προσαρμογές.

Άρθρο 4

Άσκηση των δικαιωμάτων της Ένωσης

1.   Εάν απαιτείται δράση για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της Ένωσης στις περιπτώσεις του άρθρου 3, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των κατάλληλων μέτρων εμπορικής πολιτικής. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 8 παράγραφος 2.

2.   Οι εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

εάν παραχωρήσεις ή άλλες υποχρεώσεις αναστέλλονται ύστερα από εκδίκαση μιας εμπορικής διαφοράς στο πλαίσιο του μνημονίου συμφωνίας για την επίλυση διαφορών του ΠΟΕ, το επίπεδό τους δεν υπερβαίνει το επίπεδο που επιτρέπεται από το όργανο επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ·

β)

εάν παραχωρήσεις ή άλλες υποχρεώσεις αναστέλλονται ύστερα από εξάντληση διεθνούς διαδικασίας επίλυσης διαφορών βάσει άλλων διεθνών εμπορικών συμφωνιών, περιλαμβανομένων των διμερών ή περιφερειακών, το επίπεδό τους δεν υπερβαίνει το επίπεδο της ολικής ή μερικής αναίρεσης που προκύπτει από το αμφισβητούμενο μέτρο της οικείας τρίτης χώρας, όπως έχει οριστεί από την Επιτροπή ή μέσω προσφυγής σε διαιτησία, ανάλογα με την περίπτωση·

γ)

στην περίπτωση επανεξισορρόπησης παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων βάσει διατάξεων που αφορούν τις διασφαλίσεις και προβλέπονται σε διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, η δράση της Ένωσης είναι ουσιαστικά ισοδύναμη με το επίπεδο των παραχωρήσεων ή των άλλων υποχρεώσεων που επηρεάζονται από το μέτρο διασφάλισης, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας του ΠΟΕ για τα μέτρα διασφάλισης ή των διατάξεων για τα μέτρα διασφάλισης που προβλέπονται σε άλλες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, περιλαμβανομένων των διμερών ή περιφερειακών, δυνάμει των οποίων εφαρμόζεται το μέτρο διασφάλισης·

δ)

οι παραχωρήσεις που αποσύρονται στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών με τρίτη χώρα σε σχέση με το άρθρο XXVIII της GATT 1994 και το συναφές μνημόνιο συμφωνίας (5) είναι ουσιαστικά ισοδύναμες με τις παραχωρήσεις που έχει τροποποιήσει ή αποσύρει η εν λόγω τρίτη χώρα, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο XXVIII της GATT 1994 και στο συναφές μνημόνιο συμφωνίας.

3.   Τα μέτρα εμπορικής πολιτικής που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων και προς το γενικό συμφέρον της Ένωσης:

α)

αποτελεσματικότητα των μέτρων για την άσκηση πίεσης με σκοπό τη συμμόρφωση των τρίτων χωρών με τους διεθνείς εμπορικούς κανόνες·

β)

δυνατότητα των μέτρων να ανακουφίσουν τους οικονομικούς φορείς της Ένωσης που πλήττονται από τα μέτρα της τρίτης χώρας·

γ)

ύπαρξη εναλλακτικών πηγών εφοδιασμού των σχετικών αγαθών ή υπηρεσιών, ώστε να αποφευχθεί ή να ελαχιστοποιηθεί ο αρνητικός αντίκτυπος στους κατάντη κλάδους παραγωγής, τις αναθέτουσες αρχές ή οντότητες ή τους τελικούς καταναλωτές της Ένωσης·

δ)

εφαρμογή των μέτρων χωρίς δυσανάλογη διοικητική πολυπλοκότητα και κόστος·

ε)

οποιαδήποτε ειδικά κριτήρια που είναι δυνατόν να καθορίζονται σε διεθνείς εμπορικές συμφωνίες σε σχέση με τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3.

Άρθρο 5

Μέτρα εμπορικής πολιτικής

1.   Με την επιφύλαξη κάθε διεθνούς συμφωνίας στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, τα μέτρα εμπορικής πολιτικής τα οποία είναι δυνατόν να εφαρμόζονται μέσω εκτελεστικής πράξης βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 είναι τα εξής:

α)

αναστολή των δασμολογικών παραχωρήσεων και επιβολή νέων ή αυξημένων τελωνειακών δασμών, συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης των τελωνειακών δασμών στο επίπεδο του μάλλον ευνοούμενου κράτους ή επιβολή τελωνειακών δασμών πέραν του επιπέδου του μάλλον ευνοούμενου κράτους ή εισαγωγή επιπλέον επιβαρύνσεων στις εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών·

β)

καθιέρωση ή αύξηση των ποσοτικών περιορισμών στις εισαγωγές ή τις εξαγωγές, εφόσον εφαρμόζονται μέσω ποσοστώσεων, αδειών εισαγωγής ή εξαγωγής ή άλλων μέτρων·

γ)

αναστολή παραχωρήσεων όσον αφορά αγαθά, υπηρεσίες ή προμηθευτές στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων, μέσω:

i)

αποκλεισμού από τις δημόσιες συμβάσεις προμηθευτών αγαθών ή υπηρεσιών που έχουν ως έδρα και βάση της δραστηριότητάς τους την οικεία τρίτη χώρα και/ή προσφορών των οποίων η συνολική αξία αποτελείται κατά περισσότερο από 50 % από αγαθά ή υπηρεσίες που προέρχονται από την οικεία τρίτη χώρα, και/ή

ii)

επιβολής υποχρεωτικής τιμολογιακής κύρωσης στις προσφορές προμηθευτών αγαθών ή υπηρεσιών που έχουν ως έδρα και βάση της δραστηριότητάς τους την οικεία τρίτη χώρα και/ή στο τμήμα της προσφοράς που αποτελείται από εμπορεύματα ή υπηρεσίες που κατάγονται από την οικεία τρίτη χώρα.

2.   Τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο γ):

α)

περιλαμβάνουν κατώτατα όρια, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά των σχετικών αγαθών ή υπηρεσιών, άνω των οποίων πρέπει να εφαρμόζονται ο αποκλεισμός και/ή η υποχρεωτική τιμολογιακή κύρωση, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της αντίστοιχης εμπορικής συμφωνίας και του επιπέδου της ολικής ή μερικής αναίρεσης·

β)

καθορίζουν τους τομείς ή τις κατηγορίες αγαθών ή υπηρεσιών στα οποία έχουν εφαρμογή καθώς και οποιεσδήποτε εφαρμοστέες εξαιρέσεις·

γ)

καθορίζουν τις αναθέτουσες αρχές ή οντότητες ή τις κατηγορίες αναθετουσών αρχών ή οντοτήτων, όπως περιλαμβάνονται στους καταλόγους των κρατών μελών, των οποίων καλύπτεται η ανάθεση συμβάσεων. Ως βάση για τον καθορισμό αυτό, κάθε κράτος μέλος υποβάλλει κατάλογο των κατάλληλων αναθετουσών αρχών ή οντοτήτων ή κατηγοριών αναθετουσών αρχών ή οντοτήτων. Τα μέτρα διασφαλίζουν ότι επιτυγχάνονται κατάλληλο επίπεδο αναστολής των παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων και δίκαιη κατανομή μεταξύ των κρατών μελών.

Άρθρο 6

Κανόνες καταγωγής

1.   Η καταγωγή των αγαθών καθορίζεται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92.

2.   Η καταγωγή μιας υπηρεσίας καθορίζεται με βάση την καταγωγή του φυσικού ή νομικού προσώπου που την παρέχει. Η καταγωγή του παρόχου υπηρεσιών λογίζεται ότι είναι:

α)

στην περίπτωση φυσικού προσώπου, η χώρα της οποίας είναι υπήκοος ή στην οποία έχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής·

β)

στην περίπτωση νομικού προσώπου, οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i)

εάν η υπηρεσία παρέχεται με άλλον τρόπο και όχι μέσω της εμπορικής παρουσίας στο εσωτερικό της Ένωσης, η χώρα όπου το νομικό πρόσωπο έχει συσταθεί ή κατ’ άλλον τρόπο οργανωθεί δυνάμει της νομοθεσίας της εν λόγω χώρας και στην επικράτεια της οποίας το νομικό πρόσωπο έχει ασκήσει ουσιαστικές επιχειρηματικές δραστηριότητες,

ii)

εάν η υπηρεσία παρέχεται μέσω εμπορικής παρουσίας στο εσωτερικό της Ένωσης, το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο το νομικό πρόσωπο και στην επικράτεια του οποίου έχει ασκήσει ουσιαστικές επιχειρηματικές δραστηριότητες που έχουν άμεση και πραγματική σχέση με την οικονομία του οικείου κράτους μέλους.

Για τους σκοπούς του σημείου ii) του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου, εάν το νομικό πρόσωπο που παρέχει την υπηρεσία δεν έχει ασκήσει ουσιαστικές επιχειρηματικές δραστηριότητες που έχουν άμεση και πραγματική σχέση με την οικονομία του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένο, η καταγωγή του εν λόγω νομικού προσώπου θεωρείται ότι είναι η καταγωγή των φυσικών ή νομικών προσώπων στα οποία ανήκει το νομικό πρόσωπο ή τα οποία το ελέγχουν.

Το νομικό πρόσωπο το οποίο παρέχει την υπηρεσία θεωρείται ότι «ανήκει» σε πρόσωπα μιας δεδομένης χώρας εάν πάνω από το 50 % του μετοχικού κεφαλαίου του ανήκει κατά πλήρη κυριότητα σε πρόσωπα της εν λόγω χώρας και «ελέγχεται» από πρόσωπα μιας δεδομένης χώρας, εάν τα πρόσωπα αυτά έχουν το δικαίωμα να ορίζουν την πλειοψηφία των διευθυντών του ή να κατευθύνουν νομικά τις ενέργειές του με άλλον τρόπο.

Άρθρο 7

Αναστολή, τροποποίηση και ανάκληση των μέτρων

1.   Όταν, ύστερα από την έκδοση εκτελεστικής πράξης σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1, η οικεία τρίτη χώρα παρέχει κατάλληλη και αναλογική αντιστάθμιση στην Ένωση στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή της εκτελεστικής πράξης για τη διάρκεια της περιόδου αντιστάθμισης. Η αναστολή αποφασίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 8 παράγραφος 2.

2.   Η Επιτροπή ανακαλεί εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν συμμορφωθεί η τρίτη χώρα της οποίας τα μέτρα διαπιστώθηκε ότι παραβιάζουν τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου σε διαδικασίες επίλυσης διαφοράς ή όταν επιτευχθεί διαφορετικά μια αμοιβαία ικανοποιητική λύση·

β)

στις περιπτώσεις επανεξισορρόπησης των παραχωρήσεων ή των άλλων υποχρεώσεων ύστερα από τη λήψη μέτρου διασφάλισης εκ μέρους της τρίτης χώρας, όταν αποσυρθεί ή λήξει το μέτρο διασφάλισης ή όταν η οικεία τρίτη χώρα παραχωρήσει κατάλληλη και αναλογική αντιστάθμιση στην Ένωση ύστερα από την έκδοση της εκτελεστικής πράξης βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1·

γ)

στις περιπτώσεις τροποποίησης παραχωρήσεων από μέλος του ΠΟΕ βάσει του άρθρου XXVIII της GATT του 1994, όταν μια τρίτη χώρα παραχωρήσει κατάλληλη και αναλογική αντιστάθμιση στην Ένωση ύστερα από την έκδοση εκτελεστικής πράξης βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1.

Η ανάκληση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αποφασίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 8 παράγραφος 2.

3.   Εάν είναι αναγκαίο να τροποποιηθούν τα μέτρα εμπορικής πολιτικής που λαμβάνονται βάσει του παρόντος κανονισμού, λαμβανομένων υπόψη των όρων και των κριτηρίων που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3, η Επιτροπή μπορεί να εισαγάγει τις κατάλληλες τροποποιήσεις σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 8 παράγραφος 2.

4.   Για δεόντως δικαιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης που σχετίζονται με την περάτωση ή την τροποποίηση του μέτρου της οικείας τρίτης χώρας, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις άμεσης εφαρμογής για την αναστολή, την τροποποίηση ή την ανάκληση των εκτελεστικών πράξεων που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 8 παράγραφος 3.

Άρθρο 8

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που έχει συσταθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3286/94. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Όταν η επιτροπή του κανονισμού δεν διατυπώνει γνώμη, η Επιτροπή δεν εγκρίνει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 9

Συλλογή πληροφοριών

1.   Η Επιτροπή αναζητεί πληροφορίες και απόψεις σχετικά με τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης σε συγκεκριμένα αγαθά ή υπηρεσίες ή σε συγκεκριμένους τομείς, κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, μέσω ανακοίνωσης που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλα κατάλληλα δημόσια μέσα επικοινωνίας, με μνεία της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να υποβληθούν οι σχετικές συμβολές. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τις υποβαλλόμενες συμβολές.

2.   Οι πληροφορίες που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού χρησιμοποιούνται μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκαν.

3.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη ή οι αντίστοιχοι υπάλληλοί τους δεν επιτρέπεται να αποκαλύπτουν πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα που έλαβαν κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού χωρίς τη ρητή άδεια του παρόχου των πληροφοριών αυτών.

4.   Ο πάροχος των πληροφοριών μπορεί να ζητήσει τον χειρισμό των πληροφοριών που υποβάλλονται ως εμπιστευτικών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι πληροφορίες συνοδεύονται από μη εμπιστευτική σύνοψη που τις παρουσιάζει σε γενικευμένη μορφή ή από παράθεση των λόγων για τους οποίους οι συγκεκριμένες πληροφορίες δεν μπορούν να συνοψισθούν.

5.   Εάν προκύπτει ότι η αίτηση για εμπιστευτική μεταχείριση δεν είναι δικαιολογημένη και εάν ο πάροχος των πληροφοριών αυτών είναι απρόθυμος είτε να δημοσιοποιήσει τις πληροφορίες είτε να επιτρέψει τη δημοσιοποίησή τους σε γενικόλογη ή περιληπτική μορφή, οι εν λόγω πληροφορίες ενδέχεται να μη λαμβάνονται υπόψη.

6.   Οι παράγραφοι 2 έως 5 δεν αποκλείουν τη δημοσιοποίηση γενικών πληροφοριών από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τις αρχές των κρατών μελών. Για κάθε τέτοια δημοσιοποίηση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το νόμιμο συμφέρον των ενδιαφερόμενων μερών να μη διαρρεύσουν τα επιχειρηματικά τους απόρρητα.

Άρθρο 10

Επανεξέταση

1.   Το αργότερο τρία έτη από την πρώτη περίπτωση έκδοσης εκτελεστικής πράξης ή όχι αργότερα από τις 18 Ιουλίου 2019, αναλόγως ποιο γεγονός προηγείται, η Επιτροπή επανεξετάζει το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ιδίως όσον αφορά τα μέτρα εμπορικής πολιτικής που είναι δυνατόν να ληφθούν, καθώς και την εφαρμογή του, υποβάλλει δε έκθεση με τα πορίσματά του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η Επιτροπή αναλαμβάνει επανεξέταση που αφορά ενδεχόμενα πρόσθετα μέτρα εμπορικής πολιτικής δυνάμει του παρόντος κανονισμού, για την αναστολή των παραχωρήσεων ή άλλων υποχρεώσεων στον τομέα των εμπορικών συναλλαγών με αντικείμενο υπηρεσίες. Η Επιτροπή εξετάζει μεταξύ άλλων:

α)

διεθνείς εξελίξεις όσον αφορά την αναστολή άλλων υποχρεώσεων δυνάμει της γενικής συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS)·

β)

εξελίξεις στο εσωτερικό της Ένωσης όσον αφορά τη θέσπιση κοινών κανόνων στους τομείς των υπηρεσιών·

γ)

την αποτελεσματικότητα ενδεχόμενων πρόσθετων μέτρων εμπορικής πολιτικής ως τρόπου ενίσχυσης των δικαιωμάτων της Ένωσης δυνάμει διεθνών εμπορικών συμφωνιών·

δ)

διαθέσιμους μηχανισμούς για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης και αποτελεσματικής εφαρμογής ενδεχόμενων πρόσθετων μέτρων εμπορικής πολιτικής για τις υπηρεσίες στην πράξη· και

ε)

επιπτώσεις για τους παρόχους υπηρεσιών που θα είναι παρόντες στην Ένωση όταν εκδοθούν οι εκτελεστικές πράξεις δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Η Επιτροπή διαβιβάζει την αρχική εκτίμησή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το αργότερο έως τις 18 Ιουλίου 2017.

Άρθρο 11

Τροποποίηση άλλων πράξεων

Το άρθρο 13 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3286/94, αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Στην περίπτωση που η Ένωση, αφού προηγουμένως έχει ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2, είναι υποχρεωμένη να λάβει απόφαση για τα μέτρα εμπορικής πολιτικής που πρέπει να θεσπιστούν δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 2 στοιχείο γ) ή δυνάμει του άρθρου 12, αποφασίζει, χωρίς καθυστέρηση, σύμφωνα με το άρθρο 207 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, κατά περίπτωση, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 654/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) ή τυχόν άλλες εφαρμοστέες διαδικασίες.

Άρθρο 12

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 15 Μαΐου 2014.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Δ. ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΣ


(1)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2ας Απριλίου 2014 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Μαΐου 2014.

(2)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302 της 19.10.1992, σ. 1).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3286/64 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, που καθορίζει κοινοτικές διαδικασίες στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής για να διασφαλιστεί η άσκηση των δικαιωμάτων της Κοινότητας στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς εμπορίου, ιδίως αυτών που έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (EE L 349 της 31.12.1994, σ. 71).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (EE L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(5)  Μνημόνιο «Ερμηνεία και Εφαρμογή του άρθρου XXVIII».


Δήλωση της Επιτροπής

Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της για την έγκριση του κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την άσκηση των δικαιωμάτων της Ένωσης για την εφαρμογή και την επιβολή των διεθνών εμπορικών κανόνων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3286/94.

Δυνάμει του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις σε συγκεκριμένες καταστάσεις, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και υπό τον έλεγχο των κρατών μελών. Κατά την άσκηση της εν λόγω εξουσίας η Επιτροπή προτίθεται να ενεργήσει σύμφωνα με την παρούσα δήλωση.

Κατά την εκπόνηση των σχεδίων εκτελεστικών πράξεων, η Επιτροπή θα προβεί σε εκτενείς διαβουλεύσεις με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι όλα τα σχετικά συμφέροντα λαμβάνονται δεόντως υπόψη. Μέσω αυτών των διαβουλεύσεων, η Επιτροπή αναμένει να λάβει στοιχεία από ιδιωτικούς φορείς που θίγονται από μέτρα τρίτων χωρών ή από μέτρα εμπορικής πολιτικής που ενδέχεται να εγκριθούν από την Ένωση. Ομοίως, η Επιτροπή αναμένει να λάβει στοιχεία από τις δημόσιες αρχές οι οποίες μπορεί να συμμετέχουν στην εφαρμογή μέτρων εμπορικής πολιτικής που ενδέχεται να εγκριθούν από την Ένωση. Στην περίπτωση μέτρων στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, κατά την προετοιμασία των σχεδίων εκτελεστικών πράξεων, θα λαμβάνονται δεόντως υπόψη ιδίως τα στοιχεία από τις δημόσιες αρχές των κρατών μελών.

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι είναι σημαντικό να λάβουν τα κράτη μέλη έγκαιρες πληροφορίες όταν αυτή μελετά την έκδοση εκτελεστικών πράξεων του παρόντος κανονισμού, ώστε να τους δώσει τη δυνατότητα να συμβάλουν στην έκδοση πλήρως τεκμηριωμένων αποφάσεων και θα ενεργήσει για την επίτευξη του στόχου αυτού.

Η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι θα διαβιβάσει αμέσως στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τα σχέδια εκτελεστικών πράξεων που θα υποβάλει στην επιτροπή των κρατών μελών. Ομοίως, θα διαβιβάσει αμέσως στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το τελικό σχέδιο εκτελεστικών πράξεων μετά την διατύπωση των γνωμών της εν λόγω επιτροπής.

Η Επιτροπή θα πληροφορεί τακτικά το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις διεθνείς εξελίξεις που μπορεί να οδηγήσουν σε καταστάσεις που απαιτούν τη λήψη μέτρων βάσει του κανονισμού. Η πληροφόρηση αυτή θα διεξάγεται μέσω των αρμόδιων επιτροπών του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου.

Η Επιτροπή χαιρετίζει την πρόθεση του Κοινοβουλίου να προωθήσει έναν διαρθρωμένο διάλογο σχετικά με την επίλυση διαφορών και με θέματα επιβολής της νομοθεσίας και θα συμμετάσχει πλήρως σε ειδικές συνεδριάσεις με την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή για την ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις εμπορικές διαφορές και τις ενέργειες επιβολής της νομοθεσίας, καθώς και σχετικά με τις επιπτώσεις στις βιομηχανίες της Ένωσης.

Τέλος, η Επιτροπή επιβεβαιώνει ότι αποδίδει μεγάλη σημασία στη διασφάλιση ότι ο κανονισμός αποτελεί αποτελεσματικό και αποδοτικό εργαλείο για την άσκηση των δικαιωμάτων της Ένωσης στο πλαίσιο των διεθνών εμπορικών συμφωνιών, καθώς και στον τομέα των υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, θα αναθεωρήσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 με σκοπό την κάλυψη πρόσθετων μέτρων εμπορικής πολιτικής που αφορούν τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών, μόλις εκπληρωθούν οι όροι για τη διασφάλιση της εφικτότητας και της αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών.


27.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 189/59


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 655/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 15ης Μαΐου 2014

περί της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού προς διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 81 παράγραφος 2 στοιχεία α), ε) και στ),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Αφού διαβίβασαν το σχέδιο νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Ένωση έχει θέσει ως στόχο να διατηρήσει και να αναπτύξει έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, στον οποίο να διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Για τη σταδιακή δημιουργία ενός τέτοιου χώρου, η Ένωση πρέπει να θεσπίσει μέτρα περί δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις, ιδίως όταν αυτό απαιτείται για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(2)

Κατά το άρθρο 81 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), τέτοια μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν και την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών, την ουσιαστική πρόσβαση στη δικαιοσύνη και την άρση εμποδίων στην ομαλή διεξαγωγή αστικών δικών, προωθώντας αν είναι αναγκαίο τη συμβατότητα των κανόνων πολιτικής δικονομίας των κρατών μελών.

(3)

Στις 24 Οκτωβρίου 2006, μέσω της «Πράσινης βίβλου για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών», η Επιτροπή ξεκίνησε διαβούλευση για την ανάγκη μιας ενιαίας ευρωπαϊκής διαδικασίας δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών και τα πιθανά της στοιχεία.

(4)

Στο πρόγραμμα της Στοκχόλμης του Δεκεμβρίου του 2009 (3), το οποίο προσδιορίζει προτεραιότητες για την ελευθερία, την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη για την περίοδο 2010 έως 2014, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να εκτιμήσει την ανάγκη και τη σκοπιμότητα της πρόβλεψης ορισμένων προσωρινών και ασφαλιστικών μέτρων σε ενωσιακό επίπεδο, παραδείγματος χάριν για να προλαμβάνεται η εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων πριν από την εκτέλεση μιας απαίτησης και να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων στην Ένωση όσον αφορά τραπεζικούς λογαριασμούς και περιουσιακά στοιχεία οφειλετών.

(5)

Εθνικές διαδικασίες για την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων ανάλογων με τις διαταγές δέσμευσης λογαριασμών υπάρχουν σε όλα τα κράτη μέλη, αλλά οι προϋποθέσεις για την έκδοση των μέτρων αυτών και η αποτελεσματικότητα της εκτέλεσής τους ποικίλλουν αισθητά. Επιπλέον, η προσφυγή σε εθνικά ασφαλιστικά μέτρα μπορεί να αποδειχθεί δύσκολη σε υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν ο δανειστής επιχειρεί να δεσμεύσει περισσότερους λογαριασμούς που βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη. Φαίνεται συνεπώς αναγκαίο και σκόπιμο να εγκριθεί ένα δεσμευτικό και άμεσα εφαρμοστέο νομοθέτημα της Ένωσης το οποίο να θεσπίζει μια νέα ενωσιακή διαδικασία που να επιτρέπει, σε διασυνοριακές υποθέσεις, τη δέσμευση χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς με γρήγορο και αποτελεσματικό τρόπο.

(6)

Η διαδικασία του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να χρησιμεύει ως πρόσθετο και προαιρετικό μέσο για τον δανειστή, ο οποίος παραμένει ελεύθερος να χρησιμοποιήσει κάθε άλλη διαδικασία για να επιτύχει τη λήψη ισοδύναμου μέτρου δυνάμει του εθνικού δικαίου.

(7)

Ένας δανειστής πρέπει να μπορεί να επιτύχει την έκδοση ασφαλιστικού μέτρου υπό μορφή ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού («διαταγή δέσμευσης» ή «διαταγή») που να εμποδίζει την απόσυρση ή μεταφορά ποσών τα οποία έχει καταθέσει ο οφειλέτης του σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί σε ένα κράτος μέλος, εάν χωρίς αυτό το μέτρο υπάρχει κίνδυνος να εμποδιστεί ή να καταστεί πολύ δυσκολότερη η εκτέλεση της απαίτησης του κατά του οφειλέτη. Η δέσμευση ποσών στον λογαριασμό του οφειλέτη θα πρέπει να συνεπάγεται ότι όχι μόνο ο ίδιος, αλλά και πρόσωπα στα οποία αναθέτει να κάνουν πληρωμές μέσω του λογαριασμού αυτού, για παράδειγμα μέσω μόνιμης εντολής ή μέσω εντολών απευθείας πληρωμής ή με πιστωτική κάρτα, απαγορεύεται να χρησιμοποιούν τα ποσά αυτά.

(8)

Το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να καλύπτει όλες τις αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εκτός από ορισμένες σαφώς προσδιορισμένες υποθέσεις. Ειδικότερα, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε αξιώσεις κατά οφειλέτη σε διαδικασίες αφερεγγυότητας. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να εκδοθεί διαταγή δέσμευσης κατά του οφειλέτη αφ’ ης στιγμής έχουν κινηθεί εναντίον του διαδικασίες αφερεγγυότητας όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου (4). Από την άλλη πλευρά, η εξαίρεση θα πρέπει να επιτρέπει τη χρήση της διαταγής δέσμευσης για την ανάκτηση καταδολιευτικών πληρωμών του οφειλέτη αυτού εις χείρας τρίτου.

(9)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται σε λογαριασμούς σε πιστωτικά ιδρύματα, η δραστηριότητα των οποίων είναι να δέχονται καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό και να χορηγούν πιστώσεις για ίδιον λογαριασμό.

Συνεπώς, δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε πιστωτικά ιδρύματα που δεν δέχονται τέτοιες καταθέσεις, λόγου χάρη ιδρύματα που χρηματοδοτούν σχέδια εξαγωγών και επενδύσεων ή σχέδια σε αναπτυσσόμενες χώρες ή ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες χρηματαγοράς. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε λογαριασμούς που τηρούνται από ή σε κεντρικές τράπεζες, όταν αυτές ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών αρχών, ούτε σε λογαριασμούς οι οποίοι δεν μπορούν να δεσμευθούν με εθνικές διαταγές ισοδύναμες προς διαταγή δέσμευσης ή που είναι για άλλους λόγους ακατάσχετοι κατά το δίκαιο του κράτους μέλους όπου τηρείται ο λογαριασμός.

(10)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε διασυνοριακές υποθέσεις και να ορίζει τι συνιστά εν προκειμένω διασυνοριακή υπόθεση. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, μια υπόθεση θα πρέπει να θεωρείται διασυνοριακή όταν το δικαστήριο που εξετάζει την αίτηση για διαταγή δέσμευσης εδρεύει σε ένα κράτος μέλος και ο τραπεζικός λογαριασμός τον οποίο αφορά η διαταγή δέσμευσης τηρείται σε άλλο κράτος μέλος. Διασυνοριακή υπόθεση θα πρέπει επίσης να θεωρείται υφισταμένη όταν ο δανειστής έχει την έδρα του σε ένα κράτος μέλος ενώ το δικαστήριο και ο προς δέσμευση τραπεζικός λογαριασμός βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος.

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στη δέσμευση λογαριασμών που τηρούνται στο κράτος μέλος του δικαστηρίου στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση για τη διαταγή δέσμευσης εάν ο δανειστής έχει την κατοικία του στο ίδιο κράτος μέλος, ακόμη και αν ο δανειστής ζητά ταυτόχρονα την έκδοση διαταγής για λογαριασμό ή λογαριασμούς που τηρούνται σε άλλο κράτος μέλος. Σε αυτή την περίπτωση, ο δανειστής θα πρέπει να υποβάλει δύο χωριστές αιτήσεις, μία για διαταγή δέσμευσης και μία για εθνικό μέτρο.

(11)

Η διαδικασία για τη διαταγή δέσμευσης θα πρέπει να είναι διαθέσιμη σε δανειστές που επιθυμούν να διασφαλίσουν την εκτέλεση μεταγενέστερης δικαστικής απόφασης για την κυρία υπόθεση πριν κινήσουν διαδικασία για την κυρία υπόθεση και σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής της διαδικασίας. Θα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμη σε δανειστές οι οποίοι έχουν ήδη στα χέρια τους δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο που επιβάλλει στον οφειλέτη να ικανοποιήσει την αξίωσή τους.

(12)

Η διαταγή δέσμευσης θα πρέπει να είναι διαθέσιμη για την εξασφάλιση απαιτήσεων ήδη ληξιπροθέσμων. Θα πρέπει επίσης να είναι διαθέσιμη για απαιτήσεις που δεν είναι ακόμη ληξιπρόθεσμες, εφόσον αυτές απορρέουν από συναλλαγή ή από γεγονός που έχει ήδη συμβεί και το ύψος τους μπορεί να προσδιοριστεί, περιλαμβανομένων απαιτήσεων εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας και αστικών απαιτήσεων αποζημίωσης ή αποκατάστασης της πρότερης κατάστασης οι οποίες βασίζονται σε αξιόποινη πράξη.

Ο δανειστής θα πρέπει να μπορεί να ζητήσει την έκδοση της διαταγής δέσμευσης για το ποσό της κυρίας απαίτησης ή και για χαμηλότερο ποσό. Η τελευταία αυτή δυνατότητα μπορεί μεταξύ άλλων να τον συμφέρει όταν έχει ήδη επιτύχει άλλη εξασφάλιση για μέρος της απαίτησής του.

(13)

Για να διασφαλιστεί στενή σύνδεση μεταξύ της διαδικασίας για τη διαταγή δέσμευσης και της διαδικασίας ως προς την κυρία υπόθεση, η διεθνής δικαιοδοσία προς έκδοση διαταγής θα πρέπει να ανήκει στα δικαστήρια του κράτους μέλους του οποίου τα δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για την κυρία υπόθεση. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η έννοια των διαδικασιών ως προς την κυρία υπόθεση θα πρέπει να καλύπτει κάθε διαδικασία η οποία αποσκοπεί στην έκδοση εκτελεστού τίτλου επί της βασικής απαίτησης και περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, συνοπτικές διαδικασίες που αφορούν διαταγές πληρωμής και διαδικασίες όπως η γαλλική «procédure de référé». Αν ο οφειλέτης είναι καταναλωτής που κατοικεί σε κράτος μέλος, αποκλειστικώς αρμόδια να εκδώσουν τη διαταγή θα πρέπει να είναι τα δικαστήρια του κράτους αυτού.

(14)

Οι προϋποθέσεις έκδοσης της διαταγής δέσμευσης θα πρέπει να επιτυγχάνουν την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ του συμφέροντος του δανειστή να επιτύχει την έκδοση διαταγής και του συμφέροντος του οφειλέτη να αποτρέψει κατάχρηση της διαταγής.

Κατά συνέπεια, όταν ο δανειστής ζητά την έκδοση διαταγής δέσμευσης προτού επιτύχει την έκδοση απόφασης, το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η σχετική αίτηση θα πρέπει να πεισθεί βάσει των αποδείξεων που προσκομίζει ο δανειστής ότι υπάρχουν πιθανότητες να κριθεί βάσιμη η αγωγή του κατά του οφειλέτη για την κυρία υπόθεση.

Επιπλέον, ο δανειστής θα πρέπει πάντοτε, ακόμη και όταν έχει ήδη επιτύχει δικαστική απόφαση, να αποδεικνύει στο δικαστήριο ότι η απαίτησή του χρειάζεται επείγουσα δικαστική προστασία και ότι, χωρίς τη διαταγή, η εκτέλεση της υπάρχουσας ή μελλοντικής δικαστικής απόφασης ενδέχεται να εμποδιστεί ή να καταστεί σημαντικά δυσχερέστερη επειδή υφίσταται πραγματικός κίνδυνος ότι, μέχρι να εξασφαλίσει ο δανειστής την εκτέλεση της υπάρχουσας ή μελλοντικής απόφασης, ο οφειλέτης μπορεί να έχει απομακρύνει, αποκρύψει ή καταστρέψει τα περιουσιακά του στοιχεία ή να τα έχει διαθέσει σε χαμηλότερη αξία ή σε ασυνήθιστη ποσότητα ή μέσω ασυνήθιστης ενέργειας.

Το δικαστήριο αξιολογεί τις αποδείξεις που προσκομίζει ο δανειστής για να στηρίξει την ύπαρξη ενός τέτοιου κινδύνου. Αυτός θα μπορούσε για παράδειγμα να συνδέεται με τη συμπεριφορά του οφειλέτη σε σχέση με την απαίτηση του δανειστή ή στο πλαίσιο προηγούμενης διαφοράς μεταξύ των μερών, με το πιστωτικό ιστορικό του οφειλέτη, τη φύση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και με τυχόν πρόσφατες ενέργειες του οφειλέτη με αντικείμενο την περιουσία του. Κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, το δικαστήριο μπορεί να συνεκτιμήσει ότι τυχόν αναλήψεις από λογαριασμούς ή δαπάνες του οφειλέτη για να καλύψει τα συνήθη επιχειρησιακά ή οικογενειακά του έξοδα δεν είναι καθαυτές ασυνήθιστες. Η απλή αθέτηση πληρωμής ή η αμφισβήτηση της απαίτησης ή το απλό γεγονός ότι ο οφειλέτης έχει περισσότερους από έναν δανειστή δεν θα πρέπει να συνιστούν καθαυτά επαρκείς αποδείξεις που δικαιολογούν την έκδοση διαταγής. Ούτε το απλό γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη είναι κακή ή επιδεινώνεται θα πρέπει να συνιστά καθαυτό επαρκή λόγο για την έκδοση διαταγής. Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη τους ανωτέρω παράγοντες κατά τη συνολική αξιολόγηση της ύπαρξης κινδύνου.

(15)

Προκειμένου η διαταγή δέσμευσης να διασφαλίσει το στοιχείο του αιφνιδιασμού και να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για τους δανειστές που επιδιώκουν την ικανοποίηση απαιτήσεων από οφειλέτη σε διασυνοριακές υποθέσεις, ο οφειλέτης δεν θα πρέπει να ενημερώνεται για την αίτηση του δανειστή ούτε να καλείται σε ακρόαση πριν από την έκδοση της διαταγής ούτε να ειδοποιείται για τη διαταγή πριν από την εκτέλεσή της. Αν το δικαστήριο δεν πεισθεί από τις αποδείξεις και πληροφορίες που προσκομίζει ο δανειστής ή, κατά περίπτωση, οι μάρτυρές του, ότι δικαιολογείται η δέσμευση του εν λόγω λογαριασμού ή των εν λόγω λογαριασμών, δεν θα πρέπει να εκδώσει τη διαταγή.

(16)

Αν ο δανειστής υποβάλλει αίτηση για διαταγή δέσμευσης πριν από την έναρξη της διαδικασίας επί της κυρίας υποθέσεως, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να τον υποχρεώνει να κινήσει την εν λόγω διαδικασία εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, ενώ επίσης θα πρέπει να τον υποχρεώνει να υποβάλει το σχετικό αποδεικτικό στο δικαστήριο στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση για την έκδοση της διαταγής δέσμευσης. Εάν ο δανειστής δεν μπορέσει να συμμορφωθεί προς αυτή την υποχρέωση, η διαταγή θα πρέπει να ανακληθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ή να τερματισθεί αυτομάτως.

(17)

Δεδομένου ότι δεν προβλέπεται προηγούμενη ακρόαση του οφειλέτη, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει συγκεκριμένες διασφαλίσεις για να αποτρέπει τυχόν κατάχρηση της διαταγής και να προστατεύει τα δικαιώματα του οφειλέτη.

(18)

Μια τέτοια σημαντική διασφάλιση θα ήταν η δυνατότητα να ζητείται από τον δανειστή να παρέχει εγγύηση ότι ο οφειλέτης μπορεί να αποζημιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο για οιαδήποτε ζημία υποστεί λόγω της διαταγής δέσμευσης. Ανάλογα με το εθνικό δίκαιο, η εγγύηση αυτή θα μπορούσε να δίνεται με τη μορφή κατάθεσης εγγύησης ή εναλλακτικής εξασφάλισης, όπως τραπεζική εγγύηση ή υποθήκη. Το δικαστήριο θα πρέπει να έχει διακριτική ευχέρεια να καθορίζει ποσό εγγύησης επαρκές ώστε να αποτρέπεται τυχόν κατάχρηση της διαταγής και να διασφαλίζεται η αποζημίωση προς τον οφειλέτη, θα πρέπει δε να έχει τη δυνατότητα, ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων ως προς το ποσό της δυνητικής ζημίας, να λαμβάνει υπόψη το ποσό για το οποίο θα εκδοθεί η διαταγή ως κατευθυντήρια γραμμή για τον προσδιορισμό του ποσού της εγγύησης.

Αν ο δανειστής δεν έχει ακόμη στα χέρια του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο που να υποχρεώνει τον οφειλέτη να ικανοποιήσει την απαίτησή του, η παροχή εγγύησης θα πρέπει να αποτελεί τον κανόνα και το δικαστήριο θα πρέπει να μην εφαρμόζει αυτή την προϋπόθεση ή να απαιτεί παροχή εγγύησης χαμηλότερου ποσού, μόνο εάν κατ’ εξαίρεση κρίνει ότι η παροχή εγγύησης είναι απρόσφορη, περιττή ή δυσανάλογη υπό τις περιστάσεις. Τέτοιες περιστάσεις υφίστανται, λόγου χάρη, αν ο δανειστής προβάλλει ιδιαιτέρως πειστικούς ισχυρισμούς αλλά δεν έχει επαρκή μέσα για να παράσχει εγγύηση, αν η απαίτηση αφορά διατροφή ή καταβολή μισθού ή αν το ποσό της απαίτησης είναι τέτοιο ώστε η διαταγή να μη μπορεί να προκαλέσει ζημία στον οφειλέτη, όπως αν πρόκειται για μικρή επιχειρηματική οφειλή.

Όταν ο δανειστής έχει ήδη εξασφαλίσει δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο, η παροχή εγγύησης θα πρέπει να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Η παροχή εγγύησης μπορεί, για παράδειγμα, να ενδείκνυται, εκτός από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιστάσεις, όταν η δικαστική απόφαση της οποίας την εκτέλεση επιδιώκει να εξασφαλίσει η διαταγή δέσμευσης δεν είναι ακόμη εκτελεστή ή είναι μόνο προσωρινά εκτελεστή διότι εκκρεμεί ένδικο μέσο.

(19)

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο για να επιτευχθεί η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων δανειστή και οφειλέτη θα πρέπει να είναι ένας κανόνας σχετικά με την ευθύνη του πιστωτικού φορέα για όποια ζημία προκληθεί στον οφειλέτη με τη διαταγή δέσμευσης. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει, συνεπώς, να προβλέπει, ως ελάχιστη προδιαγραφή, την ευθύνη του δανειστή όποτε η ζημία που υφίσταται ο οφειλέτης από τη διαταγή δέσμευσης οφείλεται σε υπαιτιότητα του δανειστή. Το σχετικό βάρος αποδείξεως θα πρέπει να φέρει ο οφειλέτης. Όσον αφορά τους λόγους ευθύνης που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να προβλεφθεί εναρμονισμένος κανόνας περί μαχητού τεκμηρίου υπαιτιότητας του δανειστή.

Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν στο εθνικό τους δίκαιο λόγους ευθύνης διαφορετικούς από αυτούς του παρόντος κανονισμό. Σε σχέση με τους εν λόγω διαφορετικούς λόγους ευθύνης, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν άλλα είδη ευθύνης, όπως η αντικειμενική ευθύνη.

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει επίσης να προβλέπει κανόνα σύγκρουσης δικαίων που να ορίζει ότι στην ευθύνη του δανειστή θα πρέπει να εφαρμόζεται το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης. Όταν υπάρχουν πολλά κράτη μέλη εκτέλεσης, εφαρμοστέο θα πρέπει να είναι το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης στο οποίο διαμένει συνήθως ο οφειλέτης. Αν ο οφειλέτης δεν διαμένει συνήθως σε κανένα από τα κράτη μέλη εκτέλεσης, εφαρμοστέο θα πρέπει να είναι το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης με το οποίο η υπόθεση έχει τη στενότερη συνάφεια. Κατά τον προσδιορισμό της στενότερης συνάφειας, το μέγεθος του ποσού που δεσμεύεται στα διάφορα κράτη μέλη εκτέλεσης θα μπορούσε να είναι ένας από τους παράγοντες που πρέπει να λάβει υπόψη το δικαστήριο.

(20)

Για να ξεπεραστούν τα πρακτικά προβλήματα για την απόκτηση πληροφοριών σχετικά με τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού των οφειλετών σε διασυνοριακό πλαίσιο, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να θεσπίσει έναν μηχανισμό που να επιτρέπει στον δανειστή να ζητά από το δικαστήριο, πριν εκδοθεί διαταγή δέσμευσης, να λάβει από την αρμόδια αρχή πληροφόρησης του κράτους μέλους στο οποίο ο δανειστής πιστεύει ότι ο οφειλέτης διατηρεί λογαριασμό, τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εντοπιστεί ο λογαριασμός του οφειλέτη. Ως εκ της ιδιαιτερότητος μιας τέτοιας παρέμβασης των δημόσιων αρχών και της πρόσβασης σε ιδιωτικά δεδομένα, πρόσβαση σε στοιχεία λογαριασμού θα πρέπει, κατά κανόνα, να δίδεται μόνο όταν ο δανειστής έχει ήδη στα χέρια του εκτελεστή απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο. Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, θα πρέπει ο δανειστής να μπορεί να καταθέσει αίτηση να του δοθούν στοιχεία λογαριασμού έστω και αν η απόφαση, ο δικαστικός συμβιβασμός ή το δημόσιο έγγραφο που έχει δεν είναι ακόμη εκτελεστά. Τέτοια αίτηση θα πρέπει να είναι δυνατή όταν το προς δέσμευση ποσό είναι σημαντικό ενόψει των περιστάσεων και το δικαστήριο πείθεται εκ των αποδείξεων που προσκομίζει ο δανειστής ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη για αυτά τα στοιχεία λογαριασμού επειδή άλλως ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η μελλοντική εκτέλεση της απαίτησής του κατά του οφειλέτη και συνεπώς μπορεί να επέλθει ουσιώδης επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του δανειστή.

Για να μπορέσει να λειτουργήσει αυτός ο μηχανισμός, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν στο εθνικό τους δίκαιο μία ή περισσότερες μεθόδους απόκτησης αυτών των πληροφοριών που να είναι αποτελεσματικές και αποδοτικές και να μην είναι δυσανάλογα δαπανηρές ή χρονοβόρες. Ο μηχανισμός θα κινητοποιείται μόνο εφόσον πληρούνται όλοι οι όροι και οι απαιτήσεις για την έκδοση διαταγής δέσμευσης και ο δανειστής έχει αιτιολογήσει δεόντως στην αίτησή του γιατί συντρέχουν λόγοι να πιστεύεται ότι ο οφειλέτης τηρεί έναν ή περισσότερους λογαριασμούς σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, π.χ. διότι ο οφειλέτης εργάζεται ή ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ή διαθέτει περιουσιακά στοιχεία σε εκείνο το κράτος μέλος.

(21)

Για να διασφαλιστεί η προστασία των προσωπικών δεδομένων του οφειλέτη, οι πληροφορίες σχετικά με τον εντοπισμό του ή των τραπεζικών λογαριασμών του οφειλέτη δεν θα πρέπει να παρέχονται στον δανειστή. Θα πρέπει να παρέχονται μόνο στο αιτούν δικαστήριο και κατ’ εξαίρεση στην τράπεζα, εάν η τράπεζα ή άλλος φορέας υπεύθυνος για την εκτέλεση της διαταγής στο κράτος μέλος εκτέλεσης δεν είναι σε θέση να εντοπίσει έναν λογαριασμό του οφειλέτη βάσει των πληροφοριών που παρέχονται στη διαταγή, για παράδειγμα όταν υπάρχουν λογαριασμοί που τηρούνται στην ίδια τράπεζα από πολλά πρόσωπα με το ίδιο όνομα και την ίδια διεύθυνση. Όταν, σε μια τέτοια περίπτωση, αναφέρεται στη διαταγή ότι ο αριθμός του λογαριασμού ή των λογαριασμών που πρέπει να δεσμευθούν αποκτήθηκε μέσω αιτήματος για πληροφορίες, η τράπεζα θα πρέπει να ζητά τις εν λόγω πληροφορίες από την αρχή πληροφόρησης του κράτους μέλους εκτέλεσης και θα πρέπει να είναι σε θέση να υποβάλει ένα τέτοιο αίτημα κατά ανεπίσημο και απλό τρόπο.

(22)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να παρέχει στον δανειστή το δικαίωμα να ασκήσει ένδικο μέσο κατά της άρνησης έκδοσης της διαταγής δέσμευσης. Το δικαίωμα αυτό δεν θα πρέπει να θίγει τη δυνατότητα του δανειστή να υποβάλει νέα αίτηση για διαταγή δέσμευσης βάσει νέων περιστατικών ή νέων αποδείξεων.

(23)

Οι δομές εκτέλεσης για τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών διαφέρουν σημαντικά στα κράτη μέλη. Για να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη των δομών αυτών στα κράτη μέλη και να γίνονται σεβαστές οι εθνικές διαδικασίες στο μέτρο του δυνατού, ο παρών κανονισμός θα πρέπει, όσον αφορά την εκτέλεση και την πραγματική εφαρμογή της διαταγής δέσμευσης, να βασίζεται στις μεθόδους και δομές για την εφαρμογή και υλοποίηση ισοδύναμων εθνικών αποφάσεων στο κράτος μέλος στο οποίο πρόκειται να εκτελεστεί η διαταγή.

(24)

Για να διασφαλιστεί ταχεία εκτέλεση, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει διαβίβαση της διαταγής από το κράτος μέλος προέλευσης στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης με κάθε πρόσφορο μέσο που να εξασφαλίζει ότι το περιεχόμενο των διαβιβαζόμενων εγγράφων είναι ακριβές, πιστό και ευανάγνωστο.

(25)

Όταν λαμβάνει τη διαταγή δέσμευσης, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου η διαταγή να εκτελεστεί κατά το εθνικό του δίκαιο, είτε διαβιβάζοντας τη διαταγή που παρέλαβε στην τράπεζα ή άλλο φορέα υπεύθυνο για την επιβολή τέτοιων διαταγών σε αυτό το κράτος μέλος ή, όπου αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, αναθέτοντας κατ’ άλλο τρόπο στην τράπεζα να υλοποιήσει τη διαταγή.

(26)

Ανάλογα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης για ισοδύναμες εθνικές διαταγές, η διαταγή δέσμευσης θα πρέπει να υλοποιείται με δέσμευση του οικείου ποσού στον λογαριασμό του οφειλέτη ή, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, με μεταφορά του εν λόγω ποσού σε λογαριασμό ειδικά προορισμένο για σκοπούς δέσμευσης, που θα μπορούσε να τηρεί η αρμόδια αρχή εκτέλεσης, το δικαστήριο, η τράπεζα στην οποία διατηρεί λογαριασμό ο οφειλέτης ή τράπεζα που έχει οριστεί ως συντονιστικός φορέας για δέσμευση σε μια συγκεκριμένη υπόθεση.

(27)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εμποδίζει να ζητηθεί η εκ των προτέρων καταβολή τελών για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να απόκειται στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να εκτελεστεί η διαταγή.

(28)

Οι διαταγές δέσμευσης θα πρέπει να έχουν την ίδια κατάταξη με τυχόν ισοδύναμες εθνικές διαταγές στο κράτος μέλος εκτέλεσης. Εάν, δυνάμει του εθνικού δικαίου, ορισμένα μέτρα εκτέλεσης έχουν προτεραιότητα επί των συντηρητικών μέτρων, θα πρέπει να τους δοθεί η ίδια προτεραιότητα σε σχέση με διαταγές δέσμευσης βάσει του παρόντος κανονισμού. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι διαταγές in personam που υπάρχουν σε ορισμένα εθνικά νομικά συστήματα θα πρέπει να θεωρούνται ισοδύναμες εθνικές διαταγές.

(29)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει υποχρέωση της τράπεζας ή άλλου φορέα υπεύθυνου να εκτελέσει τη διαταγή δέσμευσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης να δηλώνει εάν και κατά πόσο η διαταγή οδήγησε στη δέσμευση καταθέσεων του οφειλέτη και σε υποχρέωση του οφειλέτη να εξασφαλίσει την αποδέσμευση τυχόν δεσμευμένων καταθέσεων που υπερβαίνουν το ποσό που ορίζεται στη διαταγή.

(30)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να διασφαλίζει το δικαίωμα του οφειλέτη σε δίκαιη δίκη και το δικαίωμά του σε ουσιαστικό ένδικο βοήθημα και, ως εκ τούτου, με δεδομένη την ex parte φύση της διαδικασίας για την έκδοση της διαταγής δέσμευσης, θα πρέπει να του επιτρέπει να αμφισβητεί τη διαταγή ή την εκτέλεσή της για τους λόγους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό αμέσως μετά την εφαρμογή της διαταγής.

(31)

Στο πλαίσιο αυτό, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει ότι η διαταγή δέσμευσης, όλα τα έγγραφα που υπέβαλε ο δανειστής στο δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης και οι απαραίτητες μεταφράσεις επιδίδονται στον οφειλέτη αμέσως μετά την εφαρμογή της διαταγής. Το δικαστήριο θα πρέπει να έχει διακριτική ευχέρεια να προσαρτά περαιτέρω έγγραφα στα οποία βάσισε την απόφασή του και τα οποία μπορεί να χρειάζεται ο οφειλέτης για την άσκηση ένδικου βοηθήματος, όπως στενογραφημένα πρακτικά τυχόν προφορικών ακροάσεων.

(32)

Ο οφειλέτης πρέπει να είναι σε θέση να ζητά αναθεώρηση της διαταγής δέσμευσης, ιδίως, εάν οι όροι ή οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό δεν πληρούνται ή εάν οι συνθήκες που οδήγησαν στην έκδοση της διαταγής έχουν αλλάξει κατά τέτοιο τρόπο ώστε η έκδοση της διαταγής να μην είναι πλέον δικαιολογημένη. Για παράδειγμα, ο οφειλέτης θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του ένδικο βοήθημα σε περίπτωση που η υπόθεση δεν είναι διασυνοριακή κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, εάν δεν τηρήθηκαν οι κανόνες δικαιοδοσίας του παρόντος κανονισμού, εάν ο δανειστής δεν κίνησε διαδικασία επί της κυρίας υποθέσεως εντός της χρονικής περιόδου του παρόντος κανονισμού και, συνεπεία αυτού, το δικαστήριο δεν ανακάλεσε τη διαταγή αυτεπαγγέλτως ή δεν τερματίστηκε αυτομάτως η εκτέλεσή της, εάν η απαίτηση του δανειστή δεν απαιτούσε επείγουσα προστασία με τη μορφή διαταγής δέσμευσης επειδή δεν υπήρχε κίνδυνος η εκτέλεση αυτής της απαίτησης να εμποδιστεί ή να καταστεί πολύ δυσκολότερη ή εάν η παροχή εγγύησης δεν είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Ο οφειλέτης θα πρέπει επίσης να έχει στη διάθεσή του ένδικο βοήθημα αν η διαταγή και η δήλωση περί δέσμευσης δεν του έχουν επιδοθεί όπως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό ή αν τα έγγραφα που του επιδόθηκαν δεν πληρούσαν τις γλωσσικές απαιτήσεις που προβλέπει ο παρών κανονισμός. Ωστόσο, παρόμοιο ένδικο βοήθημα δεν θα πρέπει να παρέχεται αν η έλλειψη επίδοσης ή μετάφρασης θεραπευθεί εντός δεδομένης χρονικής περιόδου. Για να θεραπευθεί η έλλειψη επίδοσης, ο δανειστής θα πρέπει να υποβάλει αίτηση στον αρμόδιο για την επίδοση φορέα στο κράτος μέλος προέλευσης να μεριμνήσει για την επίδοση των σχετικών εγγράφων στον οφειλέτη με συστημένη επιστολή ή, σε περίπτωση που ο οφειλέτης συμφώνησε να παραλάβει τα έγγραφα στο δικαστήριο, θα πρέπει να προσκομίσει τις αναγκαίες μεταφράσεις των εγγράφων στο δικαστήριο. Η αίτηση αυτή δεν θα πρέπει να είναι αναγκαία εάν η έλλειψη επίδοσης έχει ήδη θεραπευθεί με άλλα μέσα, για παράδειγμα εάν, κατά το εθνικό δίκαιο, το δικαστήριο έχει ξεκινήσει αυτεπαγγέλτως την επίδοση.

(33)

Το ζήτημα ποιος πρέπει να υποβάλει τις μεταφράσεις που τυχόν απαιτεί ο παρών κανονισμός και ποιος πρέπει να φέρει τα έξοδα για τις μεταφράσεις αυτές επαφίεται στο εθνικό δίκαιο.

(34)

Η δικαιοδοσία για την παροχή ένδικων βοηθημάτων κατά της διαταγής δέσμευσης θα πρέπει να ανήκει στα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου εκδόθηκε η διαταγή. Η δικαιοδοσία για την παροχή ένδικων βοηθημάτων κατά της εκτέλεσης της διαταγής θα πρέπει να ανήκει στα δικαστήρια ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, στις αρμόδιες αρχές εκτέλεσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

(35)

Ο οφειλέτης θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αποδέσμευση των δεσμευμένων πόρων εάν παράσχει κατάλληλη εναλλακτική εγγύηση. Η εναλλακτική αυτή εγγύηση θα μπορούσε να δίνεται με τη μορφή κατάθεσης εγγύησης ή εναλλακτικής εξασφάλισης, όπως τραπεζική εγγύηση ή υποθήκη.

(36)

Ο παρών κανονισμός πρέπει να διασφαλίζει ότι η δέσμευση του λογαριασμού του οφειλέτη δεν θίγει τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους εκτέλεσης, για παράδειγμα ποσά που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση των μέσων διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του. Ανάλογα με το δικονομικό σύστημα που ισχύει στο εν λόγω κράτος μέλος, το σχετικό ποσό είτε εξαιρείται αυτεπαγγέλτως από τον αρμόδιο φορέα, ο οποίος μπορεί να είναι το δικαστήριο, η τράπεζα ή η αρμόδια αρχή εκτέλεσης, πριν από την εκτέλεση της διαταγής, είτε εξαιρείται κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη μετά την εκτέλεση της διαταγής. Όταν έχουν δεσμευθεί λογαριασμοί σε διάφορα κράτη μέλη και η εξαίρεση έχει εφαρμοστεί περισσότερες από μία φορές, ο δανειστής πρέπει να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο οποιουδήποτε κράτους μέλους εκτέλεσης ή, όταν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους εκτέλεσης, στην αρμόδια αρχή εκτέλεσης αυτού του κράτους μέλους, για προσαρμογή της εξαίρεσης που εφαρμόζεται εκεί.

(37)

Προκειμένου η διαταγή δέσμευσης να εκδίδεται και να εκτελείται γρήγορα και χωρίς καθυστέρηση, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να ολοκληρώνονται τα διάφορα στάδια της διαδικασίας. Δικαστήρια ή αρχές που εμπλέκονται στη διαδικασία θα πρέπει να δικαιούνται να παρεκκλίνουν από αυτές τις προθεσμίες μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, για παράδειγμα σε υποθέσεις που παρουσιάζουν νομική ή πραγματική πολυπλοκότητα.

(38)

Για τον σκοπό του υπολογισμού των χρονικών περιόδων και των προθεσμιών που προβλέπει ο παρών κανονισμός, είναι σκόπιμο να εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου (5).

(39)

Για να διευκολυνθεί η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να προβλεφθεί η υποχρέωση των κρατών μελών να κοινοποιούν στην Επιτροπή ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη νομοθεσία και τις διαδικασίες τους όσον αφορά τις διαταγές δέσμευσης και ισοδύναμες εθνικές διαταγές.

(40)

Για να διευκολυνθεί η πρακτική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να καταρτιστούν τυποποιημένα έντυπα, ιδίως για την αίτηση προς έκδοση διαταγής, για την ίδια τη διαταγή, για τη δήλωση σχετικά με τη δέσμευση κεφαλαίων και για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος ή προσφυγής δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(41)

Για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των διαδικασιών, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιτρέπει τη μέγιστη δυνατή χρήση σύγχρονων τεχνολογιών επικοινωνίας που γίνεται δεκτή από τη δικονομία του οικείου κράτους μέλους, ιδίως για τον σκοπό της συμπλήρωσης των τυποποιημένων εντύπων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και της επικοινωνίας μεταξύ των αρχών που εμπλέκονται στη διαδικασία. Επιπλέον, οι μέθοδοι υπογραφής της διαταγής δέσμευσης και των λοιπών εγγράφων που προβλέπει ο παρών κανονισμός θα πρέπει να είναι τεχνολογικά ουδέτερες ώστε να είναι εφικτή η εφαρμογή υφιστάμενων μεθόδων, όπως η ψηφιακή πιστοποίηση ή η ασφαλής ταυτοποίηση, και μελλοντικών τεχνικών εξελίξεων στον τομέα αυτό.

(42)

Για να εξασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για την καθιέρωση και την επακόλουθη τροποποίηση των εντύπων του παρόντος κανονισμού. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6).

(43)

Για την έκδοση εκτελεστικών πράξεων που καθιερώνουν και εν συνεχεία τροποποιούν τα τυποποιημένα έντυπα του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να χρησιμοποιείται η συμβουλευτική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

(44)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, επιδιώκει να διασφαλίσει τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα για την άσκηση ουσιαστικού ένδικου βοηθήματος και για δίκαιη δίκη, όπως προβλέπεται αντιστοίχως στα άρθρα 7, 8, 17 και 47.

(45)

Στο πλαίσιο της πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα και της χρήσης και της διαβίβασής τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να τηρούνται οι απαιτήσεις της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), όπως έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.

(46)

Για τους σκοπούς εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει ωστόσο να καθορισθούν κάποιες ειδικές προϋποθέσεις για την πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και για τη χρήση και τη διαβίβαση αυτών των δεδομένων. Στο πλαίσιο αυτό, λήφθηκε υπόψη η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (8). Το πρόσωπο το οποίο αφορά η συλλογή των πληροφοριών θα πρέπει να ειδοποιείται κατά το εθνικό δίκαιο. Ωστόσο, η γνωστοποίηση στον οφειλέτη ότι δημοσιοποιήθηκαν πληροφορίες σχετικές με τον ή τους λογαριασμούς του θα πρέπει να αναβάλλεται για 30 ημέρες, ώστε να αποφεύγεται η διακινδύνευση του αποτελέσματος της διαταγής δέσμευσης λόγω πρώιμης γνωστοποίησης.

(47)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι να καθιερωθεί ενωσιακή διαδικασία για ασφαλιστικό μέτρο η οποία να παρέχει τη δυνατότητα σε έναν δανειστή να επιτύχει την έκδοση διαταγής δέσμευσης η οποία θα αποτρέπει το ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η επακόλουθη εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή μέσω μεταφοράς ή ανάληψης ποσών που διατηρεί ο οφειλέτης σε τραπεζικό λογαριασμό εντός της Ένωσης, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, εξαιτίας της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθεί πληρέστερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(48)

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο σε εκείνα τα κράτη μέλη που δεσμεύονται απ’ αυτόν κατ’ εφαρμογή των Συνθηκών. Η διαδικασία για την έκδοση διαταγής δέσμευσης που προβλέπει ο παρών κανονισμός πρέπει συνεπώς να είναι διαθέσιμη μόνο στους δανειστές που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος που δεσμεύεται από τον παρόντα κανονισμό, οι δε διατάξεις που εκδίδονται βάσει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να αφορούν μόνο τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών που τηρούνται σε τέτοια κράτη μέλη.

(49)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτάται στη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, η Ιρλανδία κοινοποίησε την πρόθεσή της να συμμετάσχει στην έκδοση και την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(50)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτάται στη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν, ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(51)

Δυνάμει των άρθρων 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 για τη θέση της Δανίας, που προσαρτάται στη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν, ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Ο παρών κανονισμός καθιερώνει ενωσιακή διαδικασία με την οποία ο δανειστής μπορεί να ζητά την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού («διαταγή δέσμευσης» ή «διαταγή») η οποία αποτρέπει το ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η επακόλουθη εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή μέσω μεταφοράς ή ανάληψης καταθέσεων μέχρι του ποσού που ορίζει η διαταγή, οι οποίες διατηρούνται από τον οφειλέτη ή εξ ονόματός του σε τραπεζικό λογαριασμό σε κράτος μέλος.

2.   Η διαταγή δέσμευσης μπορεί να χρησιμοποιείται από τον δανειστή ως εναλλακτική δυνατότητα προς τα συντηρητικά μέτρα που προβλέπει το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε χρηματικές απαιτήσεις αστικής και εμπορικής φύσεως σε διασυνοριακές υποθέσεις όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 3, ασχέτως του είδους του αρμόδιου δικαστηρίου. Δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικά, τελωνειακά ή διοικητικά ζητήματα ή την ευθύνη του κράτους για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας («acta iure imperii»).

2.   Εξαιρούνται από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού:

α)

περιουσιακά δικαιώματα που απορρέουν από έγγαμη σχέση ή σχέση της οποίας τα αποτελέσματα εξομοιώνονται προς εκείνα του γάμου σύμφωνα με το εφαρμοστέο σε αυτήν δίκαιο·

β)

διαθήκες και κληρονομική διαδοχή, περιλαμβανομένων υποχρεώσεων διατροφής που προκύπτουν λόγω θανάτου·

γ)

απαιτήσεις κατά οφειλέτη έναντι του οποίου έχουν κινηθεί διαδικασίες πτώχευσης, διαδικασίες για την εκκαθάριση αφερέγγυων επιχειρήσεων ή άλλων νομικών προσώπων, δικαστικοί συμβιβασμοί, πτωχευτικοί συμβιβασμοί ή ανάλογες διαδικασίες·

δ)

η κοινωνική ασφάλιση·

ε)

η διαιτησία.

3.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε τραπεζικούς λογαριασμούς οι οποίοι είναι ακατάσχετοι δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός, ούτε σε λογαριασμούς οι οποίοι τηρούνται σε συνάρτηση με τη λειτουργία οποιουδήποτε συστήματος υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο α) της οδηγίας 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9).

4.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούνται από και σε κεντρικές τράπεζες όταν αυτές ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών αρχών.

Άρθρο 3

Διασυνοριακές υποθέσεις

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, μια υπόθεση είναι διασυνοριακή όταν ο τραπεζικός λογαριασμός ή οι τραπεζικοί λογαριασμοί που πρέπει να δεσμευτούν βάσει της διαταγής δέσμευσης τηρούνται σε κράτος μέλος διαφορετικό από:

α)

το κράτος μέλος του δικαστηρίου στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση της διαταγής δέσμευσης κατά το άρθρο 6, ή

β)

το κράτος μέλος της κατοικίας του δανειστή.

2.   Το κρίσιμο χρονικό σημείο για να καθοριστεί εάν πρόκειται για διασυνοριακή υπόθεση είναι η ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για διαταγή δέσμευσης στο δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να την εκδώσει.

Άρθρο 4

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:

1)

ως «τραπεζικός λογαριασμός» ή «λογαριασμός» νοείται οιοσδήποτε λογαριασμός περιέχει χρηματικά ποσά και τηρείται σε τράπεζα στο όνομα του οφειλέτη ή στο όνομα τρίτου για λογαριασμό του οφειλέτη·

2)

ως «τράπεζα» νοείται πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), συμπεριλαμβανομένων υποκαταστημάτων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 17), πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους εντός ή, κατά το άρθρο 47 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), εκτός της Ένωσης, εφόσον τα εν λόγω υποκαταστήματα βρίσκονται εντός της Ένωσης·

3)

ως «χρηματικά ποσά» νοούνται χρήματα που έχουν πιστωθεί σε λογαριασμό, σε οιοδήποτε νόμισμα, ή παρεμφερείς αξιώσεις για την επιστροφή χρημάτων, όπως οι καταθέσεις χρηματαγοράς·

4)

ως «κράτος μέλος στο οποίο τηρείται ο τραπεζικός λογαριασμός» νοείται:

α)

το κράτος μέλος που αναφέρεται στον διεθνή αριθμό τραπεζικού λογαριασμού (IBAN),

β)

για τραπεζικό λογαριασμό που δεν έχει IBAN, το κράτος μέλος στο οποίο η τράπεζα στην οποία τηρείται ο λογαριασμός έχει την έδρα της ή, όταν ο λογαριασμός τηρείται σε υποκατάστημα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το υποκατάστημα·

5)

ως «απαίτηση» νοείται απαίτηση πληρωμής συγκεκριμένου ληξιπρόθεσμου χρηματικού ποσού ή απαίτηση πληρωμής προσδιορίσιμου χρηματικού ποσού που απορρέει από συναλλαγή ή από γεγονός που έχει ήδη επέλθει, υπό τον όρο ότι μια τέτοια απαίτηση μπορεί να τεθεί ενώπιον δικαστηρίου·

6)

ως «δανειστής» νοείται φυσικό πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα που έχουν έδρα σε κράτος μέλος με την ικανότητα να ενάγουν ή να ενάγονται κατά το δίκαιο κράτους μέλους, που ζητούν ή έχουν ήδη επιτύχει την έκδοση διαταγής δέσμευσης σχετικά με απαίτηση·

7)

ως «οφειλέτης» νοείται φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οιαδήποτε άλλη οντότητα με ικανότητα δικαστικής παράστασης κατά το δίκαιο κράτους μέλους, κατά του οποίου ο δανειστής ζητά ή έχει ήδη επιτύχει την έκδοση διαταγής δέσμευσης·

8)

ως «δικαστική απόφαση» νοείται κάθε απόφαση δικαστηρίου των κρατών μελών, ασχέτως της ονομασίας της, περιλαμβανομένης απόφασης περί καθορισμού εξόδων ή δαπανών από υπάλληλο του δικαστηρίου·

9)

ως «δικαστικός συμβιβασμός» νοείται συμβιβασμός που έχει επικυρωθεί από δικαστήριο κράτους μέλους ή έχει συναφθεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους κατά τη διάρκεια διαδικασίας·

10)

ως «δημόσιο έγγραφο» νοείται το έγγραφο που έχει συνταχθεί ή καταχωριστεί επίσημα ως δημόσιο έγγραφο σε ένα κράτος μέλος, η γνησιότητα του οποίου:

α)

συνδέεται με την υπογραφή και το περιεχόμενο του εγγράφου, και

β)

πιστοποιείται από δημόσια ή άλλη εξουσιοδοτημένη προς τούτο αρχή·

11)

ως «κράτος μέλος προέλευσης» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε η διαταγή δέσμευσης·

12)

ως «κράτος μέλος εκτέλεσης» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός που πρόκειται να δεσμευθεί·

13)

ως «αρχή πληροφόρησης» νοείται η αρχή που έχουν ορίσει τα κράτη μέλη ως αρμόδια να λαμβάνει τα αναγκαία στοιχεία σχετικά με τον ή τους λογαριασμούς του οφειλέτη δυνάμει του άρθρου 14·

14)

ως «αρμόδια αρχή» νοείται η αρχή ή οι αρχές που έχουν ορίσει τα κράτη μέλη ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση ή επίδοση κατά το άρθρο 10 παράγραφος 2, το άρθρο 23 παράγραφοι 3, 5 και 6, το άρθρο 25 παράγραφος 3, το άρθρο 27 παράγραφος 2, το άρθρο 28 παράγραφος 3 και το άρθρο 36 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο·

15)

ως «κατοικία» νοείται η κατοικία όπως ορίζεται κατά τα άρθρα 62 και 63 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ

Άρθρο 5

Δυνατότητα έκδοσης

Ο δανειστής μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής δέσμευσης στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

προτού ο δανειστής κινήσει διαδικασία σε κράτος μέλος κατά του οφειλέτη ως προς την κυρία υπόθεση, ή σε οιοδήποτε στάδιο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έως την έκδοση της απόφασης ή την επικύρωση ή τη σύναψη δικαστικού συμβιβασμού·

β)

αφού ο δανειστής επιτύχει σε κράτος μέλος την έκδοση δικαστικής απόφασης, τη σύναψη δικαστικού συμβιβασμού ή την κατάρτιση δημοσίου εγγράφου που απαιτεί από τον οφειλέτη να ικανοποιήσει την απαίτηση του δανειστή.

Άρθρο 6

Διεθνής δικαιοδοσία

1.   Όταν ο δανειστής δεν έχει ακόμη στη διάθεσή του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο, η διεθνής δικαιοδοσία για την έκδοση διαταγής δέσμευσης ανήκει στα δικαστήρια του κράτους μέλους που έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση της κυρίας υπόθεσης κατά τους οικείους εφαρμοστέους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν ο οφειλέτης είναι καταναλωτής που συνήψε σύμβαση με τον δανειστή για σκοπό ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί εκτός του πεδίου της εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του οφειλέτη, διεθνή δικαιοδοσία για την έκδοση διαταγής δέσμευσης με σκοπό την εξασφάλιση απαίτησης συνδεόμενης με την εν λόγω σύμβαση έχουν αποκλειστικά τα δικαστήρια του κράτους μέλους της κατοικίας του οφειλέτη.

3.   Όταν ο δανειστής έχει ήδη στη διάθεσή του δικαστική απόφαση ή δικαστικό συμβιβασμό, διεθνή δικαιοδοσία για την έκδοση διαταγής δέσμευσης για την οριζόμενη στην απόφαση ή τον δικαστικό συμβιβασμό απαίτηση έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση ή επικυρώθηκε ή συνήφθη ο δικαστικός συμβιβασμός.

4.   Όταν ο δανειστής διαθέτει δημόσιο έγγραφο, διεθνή δικαιοδοσία να εκδώσουν διαταγή δέσμευσης για την απαίτηση που αναφέρεται σε αυτό έχουν τα δικαστήρια που ορίζονται για τον σκοπό αυτό στο κράτος μέλος όπου καταρτίσθηκε το δημόσιο έγγραφο.

Άρθρο 7

Προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής δέσμευσης

1.   Το δικαστήριο εκδίδει τη διαταγή δέσμευσης όταν ο δανειστής έχει προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις ώστε να πεισθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη λήψης ασφαλιστικού μέτρου υπό μορφή διαταγής δέσμευσης λόγω πραγματικού κινδύνου ότι, χωρίς το μέτρο αυτό, η επακόλουθη εκτέλεση της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη θα εμποδιστεί ή θα καταστεί σημαντικά δυσκολότερη.

2.   Όταν ο δανειστής δεν έχει ακόμη επιτύχει σε κράτος μέλος την έκδοση δικαστικής απόφασης, τη σύναψη δικαστικού συμβιβασμού ή την κατάρτιση δημοσίου εγγράφου που να υποχρεώνει τον οφειλέτη να ικανοποιήσει την απαίτηση του δανειστή, ο δανειστής προσκομίζει επίσης επαρκείς αποδείξεις ώστε να πεισθεί το δικαστήριο ότι υπάρχουν πιθανότητες να κριθεί βάσιμη η αγωγή του κατά του οφειλέτη για την κυρία υπόθεση.

Άρθρο 8

Αίτηση για την έκδοση της διαταγής δέσμευσης

1.   Αιτήσεις για διαταγή δέσμευσης υποβάλλονται μέσω εντύπου που συντάσσεται κατά τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 2.

2.   Η αίτηση περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

ονομασία και διεύθυνση του δικαστηρίου στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση·

β)

στοιχεία του δανειστή: ονοματεπώνυμο και στοιχεία επαφής και, κατά περίπτωση, ονοματεπώνυμο και στοιχεία επαφής του αντιπροσώπου του δανειστή και:

i)

όταν ο δανειστής είναι φυσικό πρόσωπο, την ημερομηνία γέννησής του και τον αριθμό της ταυτότητας ή του διαβατηρίου του, εάν υπάρχουν και είναι διαθέσιμοι, ή

ii)

όταν ο δανειστής είναι νομικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα με ικανότητα δικαστικής παράστασης κατά το δίκαιο κράτους μέλους, το κράτος ίδρυσης, σύστασης ή καταχώρισης και τον αριθμό φορολογικού μητρώου ή καταχώρισής του ή, ελλείψει αυτού, ημερομηνία και τόπο της ίδρυσης, σύστασης ή καταχώρισής του·

γ)

στοιχεία του οφειλέτη: ονοματεπώνυμο και στοιχεία επαφής και, κατά περίπτωση, ονοματεπώνυμο και στοιχεία επαφής του αντιπροσώπου του οφειλέτη, και, εφόσον υπάρχουν:

i)

όταν ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, την ημερομηνία γέννησής του και τον αριθμό της ταυτότητας ή του διαβατηρίου του, ή

ii)

όταν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα με ικανότητα δικαστικής παράστασης κατά το δίκαιο κράτους μέλους, το κράτος ίδρυσης, σύστασης ή καταχώρισης και τον αριθμό φορολογικού μητρώου ή καταχώρισής του ή, ελλείψει αυτού, ημερομηνία και τόπο της ίδρυσης, σύστασης ή καταχώρισής του·

δ)

αριθμό ο οποίος να καθιστά δυνατή την ταυτοποίηση της τράπεζας, όπως IBAN ή BIC, και/ή όνομα και διεύθυνση της τράπεζας στην οποία ο οφειλέτης τηρεί έναν ή περισσότερους λογαριασμούς που πρόκειται να δεσμευθούν·

ε)

εάν είναι διαθέσιμος, τον αριθμό του λογαριασμού ή των λογαριασμών που πρόκειται να δεσμευθούν και, στην περίπτωση αυτή, επισήμανση εάν πρέπει να δεσμευτούν και άλλοι λογαριασμοί του οφειλέτη στην ίδια τράπεζα·

στ)

όταν δεν μπορεί να παρασχεθεί καμία από τις απαιτούμενες δυνάμει του στοιχείου δ) πληροφορίες, δήλωση ότι υποβλήθηκε αίτημα για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού δυνάμει του άρθρου 14, όταν ένα τέτοιο αίτημα είναι εφικτό, και τεκμηρίωση του γιατί ο δανειστής πιστεύει ότι ο οφειλέτης έχει έναν ή περισσότερους λογαριασμούς σε τράπεζα στο συγκεκριμένο κράτος μέλος·

ζ)

το ποσό για το οποίο ζητείται έκδοση της διαταγής δέσμευσης:

i)

όταν ο δανειστής δεν έχει ακόμη στη διάθεσή του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο, το ποσό της κυρίας απαίτησης ή μέρος αυτού και των τόκων που τυχόν οφείλονται δυνάμει του άρθρου 15,

ii)

όταν ο δανειστής έχει ήδη στη διάθεσή του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο, το ποσό της κυρίας απαίτησης που ορίζεται στην απόφαση, τον δικαστικό συμβιβασμό ή το δημόσιο έγγραφο ή μέρος αυτού και των τόκων και δαπανών που τυχόν οφείλονται δυνάμει του άρθρου 15·

η)

όταν ο δανειστής δεν έχει ακόμη στη διάθεσή του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο:

i)

περιγραφή όλων των σχετικών στοιχείων που θεμελιώνουν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για την έκδοση της διαταγής δέσμευσης,

ii)

περιγραφή όλων των σχετικών περιστάσεων που επικαλείται ο ενάγων ως βάση της αξίωσης και, εάν συντρέχει περίπτωση, του τόκου που αξιώνει,

iii)

δήλωση όπου αναφέρεται αν ο δανειστής έχει ήδη κινήσει την κυρία διαδικασία κατά του οφειλέτη·

θ)

όταν ο δανειστής έχει ήδη στη διάθεσή του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο, δήλωση ότι δεν έχει ακόμη υπάρξει συμμόρφωση με τη δικαστική απόφαση, τον δικαστικό συμβιβασμό ή το δημόσιο έγγραφο ή, εάν υπάρχει εν μέρει συμμόρφωση, αναφορά του βαθμού μη συμμόρφωσης·

ι)

περιγραφή όλων των σχετικών περιστάσεων που αιτιολογούν την έκδοση της διαταγής δέσμευσης, όπως απαιτείται από το άρθρο 7 παράγραφος 1·

ια)

εάν συντρέχει περίπτωση, αναφορά των λόγων για τους οποίους ο δανειστής πιστεύει ότι θα πρέπει να απαλλαγεί από την υποχρέωση να παρέχει εξασφάλιση βάσει του άρθρου 12·

ιβ)

κατάλογο των αποδείξεων που προσκομίζει ο δανειστής·

ιγ)

δήλωση δυνάμει του άρθρου 16 η οποία να αναφέρει αν ο δανειστής έχει υποβάλει σε άλλα δικαστήρια ή αρχές αίτηση για την έκδοση ισοδύναμης εθνικής διαταγής αν έχει ήδη εκδοθεί τέτοια διαταγή ή αν η σχετική αίτηση απορρίφθηκε και, εφόσον η διαταγή εκδόθηκε, σε ποιο βαθμό έχει εκτελεσθεί·

ιδ)

προαιρετική αναφορά του τραπεζικού λογαριασμού του δανειστή που θα χρησιμοποιηθεί για τυχόν εκούσια πληρωμή της απαίτησης από τον οφειλέτη·

ιε)

δήλωση ότι τα στοιχεία που υποβάλλει ο δανειστής στην αίτησή του είναι αληθή και πλήρη, καθόσον γνωρίζει, και ότι ο δανειστής έχει επίγνωση ότι οιαδήποτε εκ προθέσεως ψευδής ή ελλιπής δήλωση μπορεί να συνεπάγεται έννομες συνέπειες κατά το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση ή ευθύνες κατά το άρθρο 13.

3.   Η αίτηση συνοδεύεται από όλα τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα και, σε περίπτωση που ο δανειστής έχει ήδη στη διάθεσή του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο, από αντίγραφο της απόφασης, του δικαστικού συμβιβασμού ή του δημόσιου εγγράφου που πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την απόδειξη της γνησιότητάς του.

4.   Η αίτηση και τα δικαιολογητικά μπορούν να υποβληθούν με οιοδήποτε μέσο επικοινωνίας, περιλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων, το οποίο γίνεται αποδεκτό κατά τη δικονομία του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση.

Άρθρο 9

Διεξαγωγή αποδείξεων

1.   Το δικαστήριο λαμβάνει την απόφασή του με γραπτή διαδικασία βάσει των πληροφοριών και των αποδείξεων που προσκόμισε ο δανειστής στην αίτησή του ή μαζί με αυτήν. Αν το δικαστήριο θεωρεί ανεπαρκή τα στοιχεία που υποβλήθηκαν, μπορεί να καλέσει τον δανειστή να υποβάλει πρόσθετες γραπτές αποδείξεις, εφόσον επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 και με την επιφύλαξη του άρθρου 11, και εφόσον δεν καθυστερεί υπερβολικά τη διαδικασία, το δικαστήριο δύναται επίσης να χρησιμοποιεί κάθε άλλη κατάλληλη μέθοδο διεξαγωγής αποδείξεων που προβλέπεται από το εθνικό του δίκαιο, όπως η προφορική ακρόαση του δανειστή ή των μαρτύρων του, μεταξύ άλλων μέσω τηλεδιάσκεψης ή άλλων τεχνολογιών επικοινωνίας.

Άρθρο 10

Κίνηση διαδικασίας επί της κυρίας υποθέσεως

1.   Όταν ο δανειστής έχει υποβάλει αίτηση για διαταγή δέσμευσης πριν κινήσει διαδικασία επί της κυρίας υποθέσεως, κινεί τη σχετική διαδικασία και υποβάλλει το σχετικό αποδεικτικό στο δικαστήριο στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση για την έκδοση της διαταγής δέσμευσης εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ή εντός 14 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της διαταγής, δύναται δε να επιλέξει τη μεταγενέστερη από τις δύο προθεσμίες. Το δικαστήριο δύναται επίσης να παρατείνει την προθεσμία κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη, παραδείγματος χάρη για να δοθεί δυνατότητα στους διαδίκους να ρυθμίσουν την απαίτηση με διακανονισμό, και ενημερώνει σχετικά τους διαδίκους.

2.   Αν το δικαστήριο δεν έχει λάβει απόδειξη για την κίνηση της διαδικασίας εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η διαταγή δέσμευσης ανακαλείται ή παύει να ισχύει και οι διάδικοι ενημερώνονται σχετικά.

Όταν το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή έχει την έδρα του στο κράτος μέλος εκτέλεσης, η ανάκληση ή η παύση ισχύος της διαταγής σε αυτό το κράτος μέλος διενεργείται κατά το δίκαιό του.

Όταν η ανάκληση ή η παύση ισχύος πρέπει να εφαρμοσθεί σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος προέλευσης, το δικαστήριο ανακαλεί τη διαταγή δέσμευσης χρησιμοποιώντας το έντυπο ανάκλησης που έχει καταρτισθεί με εκτελεστικές πράξεις εκδοθείσες σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 2 και διαβιβάζει την ανάκληση κατά το άρθρο 29 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης. Η αρχή αυτή προχωρά στις απαραίτητες ενέργειες για την εφαρμογή του άρθρου 23, όπως ενδείκνυται, για την ανάκληση ή την παύση ισχύος.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι διαδικασίες για την κυρία υπόθεση τεκμαίρεται ότι έχουν κινηθεί:

α)

κατά τον χρόνο κατάθεσης στο δικαστήριο του εισαγωγικού της δίκης ή ισοδύναμου εγγράφου, εφόσον ο δανειστής δεν παρέλειψε στη συνέχεια να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου στον οφειλέτη· ή

β)

εάν το έγγραφο πρέπει να επιδοθεί προτού κατατεθεί στο δικαστήριο, μόλις αυτό παραληφθεί από την αρχή που είναι υπεύθυνη για την επίδοση, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κατάθεση του εγγράφου στο δικαστήριο.

Η αρμόδια για την επίδοση αρχή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) είναι η πρώτη η οποία παραλαμβάνει τα προς επίδοση ή κοινοποίηση έγγραφα.

Άρθρο 11

Διαδικασία ex parte

Ο οφειλέτης δεν ειδοποιείται σχετικά με την αίτηση για διαταγή δέσμευσης ούτε καλείται σε ακρόαση πριν από την έκδοση της διαταγής.

Άρθρο 12

Εγγυοδοσία από τον δανειστή

1.   Πριν εκδώσει διαταγή δέσμευσης σε περίπτωση που ο δανειστής δεν έχει ακόμη στη διάθεσή του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο, το δικαστήριο ζητά από τον δανειστή να παράσχει εγγύηση για ποσό επαρκές ώστε να αποτρέπεται τυχόν κατάχρηση της προβλεπόμενης από τον παρόντα κανονισμό διαδικασίας και να διασφαλίζεται η αποζημίωση για οιαδήποτε ζημία υποστεί ο οφειλέτης συνεπεία της διαταγής, στον βαθμό που ο δανειστής ευθύνεται για τη ζημία αυτή κατά το άρθρο 13.

Το δικαστήριο μπορεί κατ’ εξαίρεση να μην εφαρμόσει την απαίτηση του πρώτου εδαφίου αν κρίνει ότι η παροχή της εγγύησης κατά το εν λόγω εδάφιο δεν ενδείκνυται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.

2.   Όταν ο δανειστής έχει ήδη στη διάθεσή του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο, το δικαστήριο δύναται, προτού εκδώσει τη διαταγή, να ζητά από τον δανειστή την παροχή εγγύησης κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, εφόσον το κρίνει αναγκαίο και ενδεδειγμένο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.

3.   Αν το δικαστήριο απαιτεί την παροχή εγγύησης κατά το παρόν άρθρο, ενημερώνει τον δανειστή για το απαιτούμενο ποσό και τις αποδεκτές μορφές εγγύησης κατά το δίκαιο του κράτους μέλους της έδρας του δικαστηρίου. Επισημαίνει στον δανειστή ότι θα εκδώσει τη διαταγή δέσμευσης αφού δοθεί η εγγύηση σύμφωνα με τις ανωτέρω απαιτήσεις.

Άρθρο 13

Ευθύνη του δανειστή

1.   Ο δανειστής ευθύνεται για κάθε ζημία που προκαλείται στον οφειλέτη από τη διαταγή δέσμευσης λόγω υπαιτιότητας του δανειστή. Το βάρος αποδείξεως ανήκει στον οφειλέτη.

2.   Στις κάτωθι περιπτώσεις τεκμαίρεται η υπαιτιότητα του δανειστή εκτός αν αυτός αποδείξει το αντίθετο:

α)

εάν η διαταγή ανακληθεί διότι ο δανειστής δεν κίνησε διαδικασία επί της κυρίας υπόθεσης, εκτός εάν αυτή η παράλειψη οφειλόταν στην αποπληρωμή της απαίτησης εκ μέρους του οφειλέτη ή σε άλλης μορφής συμβιβασμό μεταξύ των διαδίκων·

β)

εάν ο δανειστής δεν ζήτησε την αποδέσμευση των καθ’ υπέρβαση δεσμευμένων ποσών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27·

γ)

εάν διαπιστωθεί εν συνεχεία ότι η έκδοση της διαταγής δεν ήταν σύννομη ή ήταν σύννομη μόνο κατά ένα χαμηλότερο ποσό και ότι η αναντιστοιχία οφείλεται σε παράλειψη εκ μέρους του δανειστή να τηρήσει τις υποχρεώσεις του εκ του άρθρου 16· ή

δ)

εάν η διαταγή ανακληθεί ή παύσει η εκτέλεσή της επειδή ο δανειστής δεν συμμορφώθηκε με τις εκ του παρόντος κανονισμού υποχρεώσεις του όσον αφορά την επίδοση ή τη μετάφραση εγγράφων ή όσον αφορά τη θεραπεία της παράλειψης επίδοσης ή μετάφρασης κατά τον παρόντα κανονισμό.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν στο εθνικό τους δίκαιο άλλους λόγους ευθύνης ή κανόνες περί του βάρους αποδείξεως. Όλες οι άλλες πτυχές που συνδέονται με την ευθύνη του δανειστή έναντι του οφειλέτη και δεν εξετάζονται ρητά στην παράγραφο 1 ή 2, διέπονται από το εθνικό δίκαιο.

4.   Εφαρμοστέο δίκαιο για την ευθύνη του δανειστή είναι το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.

Αν διατηρούνται λογαριασμοί σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, εφαρμοστέο επί της ευθύνης δανειστού δίκαιο είναι εκείνο του κράτους μέλους εκτέλεσης:

α)

στο οποίο ο οφειλέτης έχει τη συνήθη διαμονή του κατά την έννοια του άρθρου 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), ή, ελλείψει αυτής·

β)

το οποίο έχει τον στενότερο δεσμό με την υπόθεση.

5.   Το παρόν άρθρο δεν εξετάζει το ζήτημα ενδεχόμενης ευθύνης του δανειστή έναντι της τράπεζας ή τυχόν τρίτων.

Άρθρο 14

Αίτημα για τη λήψη στοιχείων λογαριασμού

1.   Αν ο δανειστής επέτυχε σε κράτος μέλος εκτελεστή δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο που αξιώνει από τον οφειλέτη να πληρώσει την απαίτηση του δανειστή και ο δανειστής έχει λόγους να πιστεύει ότι ο οφειλέτης τηρεί έναν ή περισσότερους λογαριασμούς σε τράπεζα συγκεκριμένου κράτους μέλους, αλλά δεν γνωρίζει ούτε την επωνυμία και/ή τη διεύθυνση της τράπεζας ούτε τον ΙΒΑΝ, τον BIC ή άλλον τραπεζικό αριθμό ο οποίος να επιτρέπει τον προσδιορισμό της τράπεζας, μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για διαταγή δέσμευσης να καλέσει την αρχή πληροφόρησης του κράτους μέλους εκτέλεσης να λάβει τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον προσδιορισμό της τράπεζας ή των τραπεζών και του λογαριασμού ή των λογαριασμών του οφειλέτη.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, ο δανειστής μπορεί να υποβάλει την αίτηση του εδαφίου αυτού όταν η απόφαση, ο δικαστικός συμβιβασμός ή το δημόσιο έγγραφο που διαθέτει δεν είναι ακόμη εκτελεστά και το προς δέσμευση ποσό είναι σημαντικό ενόψει των συναφών περιστάσεων και ο δανειστής έχει προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις ώστε να πεισθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη για αυτά τα στοιχεία λογαριασμού επειδή, χωρίς αυτό το μέτρο, ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η μελλοντική εκτέλεση της απαίτησής του κατά του οφειλέτη και συνεπώς αυτό να οδηγήσει σε ουσιώδη επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του δανειστή.

2.   Ο δανειστής διατυπώνει το κατά την παράγραφο 1 αίτημά του στην αίτηση για τη διαταγή δέσμευσης. Ο δανειστής τεκμηριώνει τους λόγους για τους οποίους πιστεύει ότι ο οφειλέτης τηρεί έναν ή περισσότερους λογαριασμούς σε τράπεζα του συγκεκριμένου κράτους μέλους και παρέχει κάθε σχετική πληροφορία που διαθέτει όσον αφορά τον οφειλέτη και τον ή τους λογαριασμούς που πρόκειται να δεσμευθούν. Εάν το δικαστήριο στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση έκδοσης της διαταγής δέσμευσης εκτιμά ότι το αίτημα του δανειστή δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένο, το απορρίπτει.

3.   Αν το δικαστήριο πεισθεί ότι το αίτημα του δανειστή είναι πλήρως τεκμηριωμένο και ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και απαιτήσεις για έκδοση διαταγής δέσμευσης, εκτός από την απαίτηση παροχής στοιχείων που προβλέπονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο δ) και αν, εφόσον συντρέχει περίπτωση, ο δανειστής έχει παράσχει εγγύηση κατά το άρθρο 12, το δικαστήριο διαβιβάζει το αίτημα για τη λήψη στοιχείων στην αρχή πληροφόρησης του κράτους μέλους εκτέλεσης κατά το άρθρο 29.

4.   Για τη λήψη των πληροφοριών της παραγράφου 1, η αρχή πληροφόρησης του κράτους μέλους εκτέλεσης χρησιμοποιεί μία από τις διαθέσιμες στο εν λόγω κράτος μέλος μεθόδους κατά την παράγραφο 5.

5.   Κάθε κράτος μέλος προβλέπει στο εθνικό του δίκαιο τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες μεθόδους για τη λήψη των στοιχείων της παραγράφου 1:

α)

υποχρέωση όλων των τραπεζών της επικρατείας του να γνωστοποιούν, κατόπιν αιτήματος της αρχής πληροφόρησης, αν ο οφειλέτης τηρεί λογαριασμό σε αυτές·

β)

πρόσβαση της αρχής πληροφόρησης στα σχετικά στοιχεία όταν τα εν λόγω στοιχεία φυλάσσονται από δημόσιες ή διοικητικές αρχές σε μητρώα ή αλλού·

γ)

τη δυνατότητα τα δικαστήριά του να υποχρεώνουν τον οφειλέτη να γνωστοποιεί σε ποια ή σε ποιες τράπεζες της επικρατείας του διατηρεί έναν ή περισσότερους λογαριασμούς εφόσον η υποχρέωση αυτή συνοδεύεται από διαταγή in personam του δικαστηρίου με την οποία τού απαγορεύεται η ανάληψη ή η μεταφορά κεφαλαίων που διατηρεί στον ή στους λογαριασμούς του, μέχρι του δεσμευμένου με τη διαταγή δέσμευσης ποσού· ή

δ)

οποιαδήποτε άλλη μέθοδο που είναι αποδοτική και αποτελεσματική για τους σκοπούς της λήψεως των σχετικών στοιχείων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι δυσανάλογα δαπανηρή ή χρονοβόρα.

Ασχέτως της μεθόδου ή των μεθόδων που προβλέπονται στο κράτος μέλος, απαιτείται ταχεία δράση όλων των αρχών που συμμετέχουν στη λήψη των στοιχείων.

6.   Μόλις η αρχή πληροφόρησης του κράτους μέλους εκτέλεσης λάβει τα στοιχεία λογαριασμού, τα διαβιβάζει στο δικαστήριο που τα ζήτησε σύμφωνα με το άρθρο 29.

7.   Εάν η αρχή πληροφόρησης αδυνατεί να λάβει τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 στοιχεία, ενημερώνει σχετικά το δικαστήριο που τα ζήτησε. Αν απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση για διαταγή δέσμευσης επειδή δεν είναι διαθέσιμα στοιχεία λογαριασμού, το δικαστήριο που ζήτησε τα στοιχεία αποδεσμεύει αμελλητί τυχόν εγγύηση που έχει παράσχει ο δανειστής κατά το άρθρο 12.

8.   Όταν, κατά το παρόν άρθρο, η αρχή πληροφόρησης λαμβάνει στοιχεία από τράπεζα ή αποκτά πρόσβαση σε στοιχεία λογαριασμού που φυλάσσονται από δημόσιες ή διοικητικές αρχές σε μητρώα, η ειδοποίηση του οφειλέτη σχετικά με τη γνωστοποίηση των προσωπικών του δεδομένων αναστέλλεται για 30 ημέρες, ώστε να μην κινδυνεύσει να αναιρεθεί το αποτέλεσμα της διαταγής δέσμευσης λόγω πρόωρης ειδοποίησης.

Άρθρο 15

Τόκοι και έξοδα

1.   Με αίτηση του δανειστή, η διαταγή δέσμευσης περιλαμβάνει τυχόν δεδουλευμένους τόκους κατά το εφαρμοστέο επί της απαίτησης δίκαιο έως την ημερομηνία έκδοσης της διαταγής, υπό τον όρο ότι η περίληψη του ποσού ή του είδους των τόκων δεν αποτελεί παραβίαση υπερισχυουσών διατάξεων αναγκαστικού δικαίου του κράτους μέλους προέλευσης.

2.   Όταν ο δανειστής έχει ήδη στη διάθεσή του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο, στη διαταγή δέσμευσης περιλαμβάνονται επίσης, κατ’ αίτηση του δανειστή, τα έξοδα για την απόκτηση της ανωτέρω απόφασης, συμβιβασμού ή εγγράφου, στον βαθμό που έχει οριστεί ότι τα έξοδα αυτά βαρύνουν τον οφειλέτη.

Άρθρο 16

Παράλληλες αιτήσεις

1.   Ο δανειστής δεν δύναται να υποβάλει ταυτόχρονα σε περισσότερα του ενός δικαστήρια αιτήσεις για διαταγή δέσμευσης κατά του αυτού οφειλέτη με σκοπό την εξασφάλιση της αυτής απαίτησης.

2.   Στην αίτησή του για διαταγή δέσμευσης, ο δανειστής δηλώνει αν έχει υποβάλει αίτηση σε άλλο δικαστήριο ή αρχή για ισοδύναμη εθνική διαταγή κατά του αυτού οφειλέτη για την εξασφάλιση της αυτής απαίτησης, ή αν έχει ήδη επιτύχει την έκδοση τέτοιας διαταγής. Αναφέρει επίσης τυχόν αιτήσεις για την έκδοση τέτοιας διαταγής που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες ή αβάσιμες.

3.   Εάν ο δανειστής επιτύχει την έκδοση ισοδύναμης εθνικής διαταγής κατά του αυτού οφειλέτη για την εξασφάλιση της αυτής απαίτησης κατά τη διάρκεια διαδικασίας για την έκδοση διαταγής δέσμευσης, ενημερώνει αμελλητί το δικαστήριο για την έκδοση και την τυχόν επακόλουθη εκτέλεση της εθνικής αυτής διαταγής. Ενημερώνει επίσης το δικαστήριο σχετικά με τυχόν αιτήσεις για την έκδοση ισοδύναμης εθνικής διαταγής οι οποίες απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες ή αβάσιμες.

4.   Εάν το δικαστήριο ενημερωθεί ότι ο δανειστής έχει ήδη επιτύχει την έκδοση ισοδύναμης εθνικής διαταγής, εξετάζει, εκτιμώντας όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, αν εξακολουθεί να ενδείκνυται η έκδοση της διαταγής δέσμευσης, εν όλω ή εν μέρει.

Άρθρο 17

Απόφαση επί της αιτήσεως για τη διαταγή δέσμευσης

1.   Το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αιτήσεως για διαταγή δέσμευσης εξετάζει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις και απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Το δικαστήριο αποφασίζει αμελλητί επί της αιτήσεως και το αργότερο πριν από την εκπνοή των προθεσμιών του άρθρου 18.

3.   Εάν ο δανειστής δεν υπέβαλε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 8, το δικαστήριο δύναται να παράσχει στον δανειστή τη δυνατότητα να συμπληρώσει ή να διορθώσει την αίτηση εντός χρονικής περιόδου που ορίζει το δικαστήριο, εκτός αν η αίτηση είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη. Εάν ο δανειστής δεν συμπληρώσει ή δεν διορθώσει την αίτηση εντός της ορισμένης χρονικής περιόδου, η αίτηση απορρίπτεται.

4.   Η διαταγή δέσμευσης εκδίδεται για το ποσό που αποδεικνύεται κατά το άρθρο 9 και υπολογίζεται κατά το εφαρμοστέο επί της βασικής απαίτησης δίκαιο και περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, τόκους και/ή έξοδα κατά το άρθρο 15.

Η διαταγή δεν εκδίδεται σε καμία περίπτωση για ποσό ανώτερο εκείνου που αναφέρει ο δανειστής στην αίτησή του.

5.   Η επί της αιτήσεως απόφαση γνωστοποιείται στον δανειστή με τη διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης για ισοδύναμες εθνικές διαταγές.

Άρθρο 18

Προθεσμίες για την απόφαση επί της αιτήσεως για διαταγή δέσμευσης

1.   Όταν ο δανειστής δεν έχει ακόμη στη διάθεσή του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο, το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του εντός της δέκατης εργάσιμης ημέρας αφότου ο δανειστής κατέθεσε ή, κατά περίπτωση, συμπλήρωσε την αίτησή του.

2.   Όταν ο δανειστής έχει στη διάθεσή του δικαστική απόφαση, δικαστικό συμβιβασμό ή δημόσιο έγγραφο, το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του εντός της πέμπτης εργάσιμης ημέρας αφότου ο δανειστής κατέθεσε ή, κατά περίπτωση, συμπλήρωσε την αίτησή του.

3.   Όταν το δικαστήριο κρίνει, βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 2, ότι απαιτείται ακρόαση του δανειστή και, εάν συντρέχει περίπτωση, των μαρτύρων του, διεξάγει την ακρόαση αμελλητί και εκδίδει την απόφασή του εντός της πέμπτης εργάσιμης ημέρας μετά τη διεξαγωγή της.

4.   Στις περιπτώσεις του άρθρου 12, οι προθεσμίες των παραγράφων 1, 2 και 3 ισχύουν για την έκδοση απόφασης επί της υποχρέωσης του δανειστή να παράσχει εγγύηση. Το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του επί της αίτησης για διαταγή δέσμευσης αμέσως μόλις ο δανειστής παράσχει την απαιτούμενη εγγύηση.

5.   Στις περιπτώσεις του άρθρου 14, κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, το δικαστήριο εκδίδει την απόφασή του αμέσως μόλις λάβει τα στοιχεία του άρθρου 14 παράγραφος 6 ή 7, αρκεί μέχρι τότε ο δανειστής να έχει παράσχει όποια ασφάλεια απαιτείται.

Άρθρο 19

Μορφή και περιεχόμενο της διαταγής δέσμευσης

1.   Η διαταγή δέσμευσης εκδίδεται μέσω του εντύπου που συντάσσεται με εκτελεστική πράξη εκδιδομένη με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 2 και φέρει σφραγίδα, υπογραφή και/ή άλλο στοιχείο αναγνώρισης του δικαστηρίου. Το έντυπο αποτελείται από δύο μέρη:

α)

το μέρος A, που περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 2 και πρέπει να παρέχονται στην τράπεζα, τον δανειστή και τον οφειλέτη· και

β)

το μέρος Β, που περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 3 και πρέπει να παρέχονται στον δανειστή και το οφειλέτη επιπλέον των στοιχείων της παραγράφου 2.

2.   Το μέρος Α περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

την ονομασία και διεύθυνση του δικαστηρίου και τον αριθμό της υπόθεσης·

β)

τα στοιχεία του δανειστή που προβλέπονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο β)·

γ)

τα στοιχεία του οφειλέτη που προβλέπονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο γ)·

δ)

την επωνυμία και διεύθυνση της τράπεζας την οποία αφορά η διαταγή·

ε)

τον αριθμό του λογαριασμού ή των λογαριασμών που πρόκειται να δεσμευθούν, εάν ο δανειστής έχει αναφέρει τον αριθμό λογαριασμού του οφειλέτη στην αίτησή του· και, κατά περίπτωση, ένδειξη αν θα πρέπει να δεσμευθούν άλλοι λογαριασμοί του οφειλέτη στην ίδια τράπεζα·

στ)

αν συντρέχει περίπτωση, επισήμανση ότι ο αριθμός του ή των λογαριασμών που πρέπει να δεσμευθούν αποκτήθηκαν με αίτηση του άρθρου 14 και ότι η τράπεζα πρέπει να ζητήσει αυτόν τον αριθμό ή αυτούς τους αριθμούς, αν είναι αναγκαίο βάσει του άρθρου 24 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο, από την αρχή πληροφόρησης του κράτους μέλους εκτέλεσης·

ζ)

το ποσό που δεσμεύεται με τη διαταγή·

η)

εντολή προς την τράπεζα να εφαρμόσει τη διαταγή κατά το άρθρο 24·

θ)

την ημερομηνία έκδοσης της διαταγής·

ι)

αν ο δανειστής έχει αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό στην αίτησή του κατά το άρθρο 8 παράγραφος 2 στοιχείο ιδ), εξουσιοδότηση της τράπεζας κατά το άρθρο 24 παράγραφος 3 να αποδεσμεύσει και να μεταφέρει, εφόσον ζητηθεί από τον οφειλέτη και επιτρέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, καταθέσεις μέχρι του ποσού που ορίζεται στη διαταγή από τον δεσμευμένο λογαριασμό στον λογαριασμό που αναφέρει ο δανειστής στην αίτησή του·

ια)

πληροφορίες σχετικά με το πού μπορεί να βρεθεί η ηλεκτρονική μορφή του εντύπου που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για τη δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 25.

3.   Το μέρος Β περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

περιγραφή του αντικειμένου της υπόθεσης και το σκεπτικό του δικαστηρίου για την έκδοση της διαταγής·

β)

το ποσό της εγγύησης που τυχόν παρέσχε ο δανειστής·

γ)

εφόσον συντρέχει περίπτωση, την προθεσμία για την κίνηση διαδικασίας επί της κυρίας υπόθεσης και για την υποβολή των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων στο δικαστήριο έκδοσης·

δ)

εφόσον συντρέχει περίπτωση, επισήμανση των εγγράφων που πρέπει να μεταφραστούν κατά το άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερη περίοδος·

ε)

εφόσον συντρέχει περίπτωση, επισήμανση ότι ο δανειστής είναι υπεύθυνος για την κίνηση της διαδικασίας εκτέλεσης της διαταγής και συνεπώς, εφόσον συντρέχει περίπτωση, είναι υπεύθυνος για τη διαβίβασή της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης κατά το άρθρο 23 παράγραφος 3 και για την κίνηση της διαδικασίας επίδοσης στον οφειλέτη κατά το άρθρο 28 παράγραφοι 2, 3 και 4· και

στ)

πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής του οφειλέτη.

4.   Εάν η διαταγή δέσμευσης αφορά λογαριασμούς σε διάφορες τράπεζες, συμπληρώνεται χωριστό έντυπο (μέρος Α κατά την παράγραφο 2) για κάθε τράπεζα. Στην περίπτωση αυτή, το έντυπο που παρέχεται στον δανειστή και στον οφειλέτη (μέρη Α και Β σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 αντιστοίχως) περιέχει κατάλογο όλων των σχετικών τραπεζών.

Άρθρο 20

Διάρκεια της δέσμευσης

Τα ποσά που δεσμεύονται βάσει της διαταγής δέσμευσης παραμένουν δεσμευμένα όπως προβλέπεται στη διαταγή ή σε κάθε μεταγενέστερη μεταρρύθμιση ή περιορισμό της εν λόγω διαταγής κατά το κεφάλαιο 4:

α)

έως την ανάκληση της διαταγής·

β)

έως την ολοκλήρωση της εκτέλεσης της διαταγής· ή

γ)

έως την έναρξη της ισχύος μέτρου για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης, δικαστικού συμβιβασμού ή δημοσίου εγγράφου την έκδοση ή σύναψη των οποίων έχει επιτύχει ο δανειστής όσον αφορά την απαίτηση την οποία αποσκοπεί να διασφαλίσει η διαταγή δέσμευσης, σε σχέση με τα ποσά που δεσμεύονται με τη διαταγή.

Άρθρο 21

Ένδικο μέσο κατά άρνησης έκδοσης της διαταγής δέσμευσης

1.   Ο δανειστής έχει δικαίωμα να ασκήσει ένδικο μέσο κατά οιαδήποτε απόφασης του δικαστηρίου που απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει, την αίτησή του για διαταγή δέσμευσης.

2.   Το ένδικο μέσο κατατίθεται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία γνωστοποιήθηκε στον δανειστή η απόφαση της παραγράφου 1. Κατατίθεται στο δικαστήριο το οποίο το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή κατά το άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχείο δ).

3.   Όταν η αίτηση για διαταγή δέσμευσης έχει απορριφθεί εν όλω, το ένδικο μέσο εξετάζεται στο πλαίσιο διαδικασίας ex parte όπως προβλέπεται στο άρθρο 11.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ, ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ

Άρθρο 22

Αναγνώριση και εκτελεστότητα

Οι διαταγές δέσμευσης που εκδίδονται σε κράτος μέλος κατά τον παρόντα κανονισμό αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς να απαιτείται άλλη ειδική διαδικασία και καθίστανται εκτελεστές στο άλλο κράτος μέλος χωρίς να χρειάζεται κήρυξη εκτελεστότητας.

Άρθρο 23

Εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

1.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, η διαταγή δέσμευσης εκτελείται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ισχύουν για την εκτέλεση αντίστοιχων εθνικών διαταγών στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

2.   Όλες οι αρχές που συμμετέχουν στην εκτέλεση της διαταγής ενεργούν αμελλητί.

3.   Όταν η διαταγή δέσμευσης έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος εκτός του κράτους μέλους εκτέλεσης, το μέρος Α της διαταγής που προβλέπεται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 και ένα μη συμπληρωμένο τυποποιημένο έντυπο της δήλωσης που προβλέπεται στο άρθρο 25 διαβιβάζονται για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης κατά το άρθρο 29.

Η διαβίβαση γίνεται από το δικαστήριο έκδοσης ή τον δανειστή αναλόγως του ποιος είναι υπεύθυνος κατά το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής για την κίνηση της διαδικασίας εκτέλεσης.

4.   Η διαταγή συνοδεύεται, αν είναι αναγκαίο, από μετάφραση ή μεταγραφή στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους εκτέλεσης ή, εάν αυτό το κράτος έχει περισσότερες επίσημες γλώσσες, στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου εκτέλεσης της διαταγής. Αυτή η μετάφραση ή μεταγραφή παρέχεται από το δικαστήριο έκδοσης στην ενδεδειγμένη γλωσσική εκδοχή του τυποποιημένου εντύπου που προβλέπεται στο άρθρο 19.

5.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της διαταγής κατά το εθνικό της δίκαιο.

6.   Όταν η διαταγή δέσμευσης αφορά περισσότερες από μία τράπεζες στο ίδιο ή σε διαφορετικά κράτη μέλη εκτέλεσης, διαβιβάζεται στην αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους εκτέλεσης χωριστό έντυπο για κάθε τράπεζα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19 παράγραφος 4.

Άρθρο 24

Εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης

1.   Η τράπεζα στην οποία απευθύνεται η διαταγή δέσμευσης την εκτελεί αμελλητί αφού την παραλάβει ή, εφόσον προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, αφού παραλάβει αντίστοιχη εντολή εκτέλεσης της διαταγής.

2.   Για να εκτελέσει τη διαταγή δέσμευσης, η τράπεζα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 31 δεσμεύει το οριζόμενο στη διαταγή ποσό είτε:

α)

μεριμνώντας να μην υπάρξει μεταφορά ή ανάληψη του εν λόγω ποσού από τον ή τους λογαριασμούς που αναφέρονται στη διαταγή ή ταυτοποιούνται κατά την παράγραφο 4· ή

β)

εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, μεταφέροντας το εν λόγω ποσό σε ειδικό λογαριασμό που τηρείται για σκοπούς δέσμευσης.

Το τελικό δεσμευμένο ποσό μπορεί να αποτελεί αντικείμενο δικαστικού συμβιβασμού ο οποίος να εκκρεμεί ήδη τη στιγμή που η διαταγή ή αντίστοιχη εντολή παραλαμβάνεται από την Τράπεζα. Ωστόσο, αυτός ο εκκρεμής διακανονισμός μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνον αν συναφθεί προτού η τράπεζα εκδώσει τη δήλωση του άρθρου 25 σύμφωνα με τις προθεσμίες που προβλέπονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 στοιχείο α), η τράπεζα εξουσιοδοτείται, εφόσον ζητηθεί από τον οφειλέτη, να αποδεσμεύσει δεσμευμένα ποσά και να τα μεταφέρει στον αναφερόμενο στη διαταγή λογαριασμό του δανειστή για την ικανοποίηση της απαίτησής του, εφόσον συντρέχουν οι εξής όροι:

α)

η εν λόγω εξουσιοδότηση της τράπεζας προβλέπεται ρητά στη διαταγή σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2 στοιχείο ι)·

β)

το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης επιτρέπει παρόμοια αποδέσμευση και μεταφορά· και

γ)

δεν υπάρχουν παράλληλες διαταγές σχετικά με τον συγκεκριμένο λογαριασμό.

4.   Όταν η διαταγή δέσμευσης δεν προσδιορίζει τον αριθμό τού ή των τραπεζικών λογαριασμών του οφειλέτη, αλλά παρέχει μόνο το ονοματεπώνυμο και άλλα στοιχεία του οφειλέτη, η τράπεζα ή άλλος αρμόδιος για την εκτέλεση της διαταγής φορέας ταυτοποιεί τον ή τους λογαριασμούς που τηρεί ο οφειλέτης στην αναφερόμενη στη διαταγή τράπεζα βάσει των παρεχόμενων πληροφοριών.

Αν, βάσει των πληροφοριών που παρέχονται στη διαταγή, η τράπεζα ή μια άλλη οντότητα αδυνατεί να ταυτοποιήσει με βεβαιότητα λογαριασμό του οφειλέτη, η τράπεζα:

α)

όταν κατά το άρθρο 19 παράγραφος 2 στοιχείο στ) αναφέρεται στη διαταγή ότι ο αριθμός ή οι αριθμοί λογαριασμού που πρέπει να δεσμευθούν αποκτήθηκαν με αίτημα του άρθρου 14, αποκτά τον εν λόγω αριθμό ή τους εν λόγω αριθμούς από την αρχή πληροφόρησης του κράτους μέλους εκτέλεσης· και

β)

σε όλες τις άλλες περιπτώσεις δεν εκτελεί τη διαταγή.

5.   Τα ποσά που φυλάσσονται στον ή στους λογαριασμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) και υπερβαίνουν το ποσό που αναφέρει η διαταγή δέσμευσης δεν θίγονται από την εκτέλεση της διαταγής.

6.   Όταν, κατά τον χρόνο εκτέλεσης της διαταγής δέσμευσης, τα ποσά που τηρούνται στον ή στους λογαριασμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) δεν επαρκούν για τη δέσμευση ολόκληρου του ποσού που αναφέρει η διαταγή, η διαταγή εκτελείται μόνο για το ποσό που είναι διαθέσιμο στον ή στους λογαριασμούς.

7.   Όταν η διαταγή δέσμευσης καλύπτει περισσότερους λογαριασμούς του οφειλέτη στην ίδια τράπεζα και οι εν λόγω λογαριασμοί περιέχουν ποσά που υπερβαίνουν το οριζόμενο σε αυτήν ποσό, η διαταγή εκτελείται κατά την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας:

α)

λογαριασμοί ταμιευτηρίου μόνο στο όνομα του οφειλέτη·

β)

τρεχούμενοι λογαριασμοί μόνο στο όνομα του οφειλέτη·

γ)

κοινοί λογαριασμοί ταμιευτηρίου, με την επιφύλαξη του άρθρου 30·

δ)

κοινοί τρεχούμενοι λογαριασμοί, με την επιφύλαξη του άρθρου 30.

8.   Εάν το νόμισμα των ποσών που φυλάσσονται στον ή στους λογαριασμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) δεν είναι το ίδιο με το νόμισμα στο οποίο εκδόθηκε η διαταγή δέσμευσης, η τράπεζα μετατρέπει το ποσό που ορίζεται στη διαταγή στο νόμισμα των ποσών σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή τη συναλλαγματική ισοτιμία της κεντρικής τράπεζας του κράτους μέλους εκτέλεσης για την πώληση του εν λόγω νομίσματος κατά την ημέρα και τη στιγμή εκτέλεσης της διαταγής και δεσμεύει το αντίστοιχο ποσό στο νόμισμα των ποσών.

Άρθρο 25

Δήλωση σχετικά με τη δέσμευση των ποσών

1.   Εντός τριών εργάσιμων ημερών μετά την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης, η τράπεζα ή άλλος αρμόδιος για την εκτέλεση της διαταγής φορέας στο κράτος μέλος εκτέλεσης εκδίδει δήλωση, χρησιμοποιώντας το σχετικό έντυπο δήλωσης το οποίο έχει καταρτισθεί με εκτελεστική πράξη εκδοθείσα σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 52 παράγραφος 2, στην οποία αναφέρει αν και σε ποια έκταση δεσμεύθηκαν τα ποσά του ή των λογαριασμών του οφειλέτη και, αν ναι, την ημερομηνία εκτέλεσης της διαταγής. Αν κατ’ εξαίρεση η τράπεζα ή άλλος φορέας αδυνατεί να εκδώσει τη δήλωση εντός τριών εργάσιμων ημερών, την εκδίδει το συντομότερο δυνατόν, όχι όμως αργότερα από το τέλος της όγδοης εργάσιμης ημέρας που ακολουθεί την εκτέλεση της διαταγής.

Η δήλωση διαβιβάζεται αμελλητί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3.

2.   Όταν η διαταγή έχει εκδοθεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης, η τράπεζα ή άλλος αρμόδιος για την εκτέλεση της διαταγής φορέας διαβιβάζει τη δήλωση στο δικαστήριο έκδοσης κατά το άρθρο 29 και με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή με ισοδύναμα ηλεκτρονικά μέσα στον δανειστή.

3.   Όταν η διαταγή έχει εκδοθεί σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος εκτέλεσης, η δήλωση διαβιβάζεται κατά το άρθρο 29 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης, εκτός αν εκδόθηκε από την ίδια αρχή.

Εντός της πρώτης εργάσιμης ημέρας από την παραλαβή ή την έκδοση της δήλωσης της τράπεζας, η αρχή αυτή διαβιβάζει τη δήλωση στο δικαστήριο έκδοσης κατά το άρθρο 29 και με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή με ισοδύναμα ηλεκτρονικά μέσα στον δανειστή.

4.   Η τράπεζα ή άλλος φορέας αρμόδιος για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη, του γνωστοποιεί τα λεπτομερή στοιχεία της διαταγής. Η τράπεζα ή ο φορέας μπορεί επίσης να τα γνωστοποιήσει ακόμα και αν δεν έχει ζητηθεί.

Άρθρο 26

Ευθύνη της τράπεζας

Τυχόν ευθύνη της τράπεζας για μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις της εκ του παρόντος κανονισμού διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.

Άρθρο 27

Καθήκον του δανειστή να ζητήσει την αποδέσμευση ποσών δεσμευμένων καθ’ υπέρβαση

1.   Ο δανειστής υποχρεούται να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την αποδέσμευση ποσών τα οποία, μετά την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης, υπερβαίνουν το ποσό που ορίζεται σε αυτήν:

α)

όταν η διαταγή καλύπτει διάφορους λογαριασμούς στο αυτό κράτος μέλος ή σε διαφορετικά κράτη μέλη· ή

β)

όταν η διαταγή εκδόθηκε μετά την εκτέλεση μιας ή περισσότερων ισοδύναμων εθνικών διαταγών κατά του αυτού οφειλέτη για την εξασφάλιση της αυτής απαίτησης.

2.   Εντός τριών εργάσιμων ημερών από την παραλαβή δήλωσης κατά το άρθρο 25 από την οποία προκύπτει δέσμευση ποσών καθ’ υπέρβαση, ο δανειστής, με το ταχύτερο δυνατό μέσο και χρησιμοποιώντας το έντυπο της αίτησης αποδέσμευσης ποσών δεσμευμένων καθ’ υπέρβαση, που έχει καταρτισθεί με εκτελεστική πράξη εκδιδομένη σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 2, υποβάλλει αίτηση αποδέσμευσης στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης στο οποίο έγινε η καθ’ υπέρβαση δέσμευση ποσών.

Η αρχή αυτή, μόλις λάβει την αίτηση, δίνει ταχέως εντολή στην οικεία τράπεζα να προβεί στην αποδέσμευση των καθ’ υπέρβαση δεσμευμένων ποσών. Εφαρμόζεται ενδεχομένως το άρθρο 24 παράγραφος 7 με αντίστροφη σειρά προτεραιότητας.

3.   Το παρόν άρθρο δεν αφαιρεί από τα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προβλέπουν στο εθνικό τους δίκαιο ότι η αποδέσμευση ποσών δεσμευμένων καθ’ υπέρβαση από λογαριασμό που τηρείται στο έδαφός τους γίνεται αυτεπαγγέλτως, με πρωτοβουλία της αρμόδιας αρχής εκτέλεσης του οικείου κράτους μέλους.

Άρθρο 28

Επίδοση στον οφειλέτη

1.   Η διαταγή δέσμευσης, τα λοιπά έγγραφα που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου και η δήλωση του άρθρου 25 επιδίδονται στον οφειλέτη κατά το παρόν άρθρο.

2.   Αν ο οφειλέτης κατοικεί στο κράτος μέλος προέλευσης, η επίδοση πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες της εθνικής νομοθεσίας αυτού του κράτους μέλους. Τη διαδικασία επίδοσης κινεί το δικαστήριο έκδοσης ή ο δανειστής, αναλόγως του ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση στο κράτος μέλος προέλευσης, εντός της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά την ημέρα παραλαβής της δήλωσης του άρθρου 25 από την οποία προκύπτει δέσμευση ποσών.

3.   Αν ο οφειλέτης έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος διαφορετικό του κράτους μέλους προέλευσης, το δικαστήριο έκδοσης ή ο δανειστής, αναλόγως του ποιος είναι υπεύθυνος για την επίδοση στο κράτος μέλος προέλευσης, διαβιβάζει εντός της τρίτης εργάσιμης ημέρας από την παραλαβή της δήλωσης του άρθρου 25 από την οποία προκύπτει δέσμευση ποσών, τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου έγγραφα κατά το άρθρο 29 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους της κατοικίας του οφειλέτη. Αυτή η αρχή λαμβάνει αμελλητί τα αναγκαία μέτρα για την επίδοση των εγγράφων στον οφειλέτη κατά το δίκαιο του κράτους στο οποίο έχει την κατοικία του ο οφειλέτης.

Αν το κράτος μέλος στο οποίο ο οφειλέτης έχει την κατοικία του είναι το μόνο κράτος μέλος εκτέλεσης, τα έγγραφα της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου διαβιβάζονται στην αρμόδια αρχή αυτού του κράτους μέλους τη στιγμή της μεταβίβασης της διαταγής κατά το άρθρο 23 παράγραφος 3. Σε αυτή την περίπτωση, η αρμόδια αρχή κινεί τη διαδικασία επίδοσης όλων των εγγράφων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εντός της τρίτης εργάσιμης ημέρας από την ημερομηνία παραλαβής ή έκδοσης της δήλωσης του άρθρου 25 από την οποία προκύπτει η δέσμευση ποσών.

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει το δικαστήριο έκδοσης ή τον δανειστή, αναλόγως του ποιος διαβίβασε τα προς επίδοση έγγραφα, για το αποτέλεσμα της επίδοσης στον οφειλέτη.

4.   Αν ο οφειλέτης έχει την κατοικία του σε τρίτο κράτος, η επίδοση πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες διεθνούς επίδοσης που ισχύουν στο κράτος μέλος προέλευσης.

5.   Τα ακόλουθα έγγραφα επιδίδονται στον οφειλέτη και συνοδεύονται, εφόσον απαιτείται, από σχετική μετάφραση ή μεταγραφή όπως προβλέπεται στο άρθρο 49 παράγραφος 1:

α)

η διαταγή δέσμευσης με χρησιμοποίηση του μέρους Α και του μέρους Β του εντύπου που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφοι 2 και 3·

β)

η αίτηση για τη διαταγή δέσμευσης που υπέβαλε ο δανειστής στο δικαστήριο·

γ)

αντίγραφα όλων των εγγράφων που υπέβαλε ο δανειστής στο δικαστήριο για την έκδοση της διαταγής.

6.   Αν η διαταγή δέσμευσης αφορά περισσότερες τράπεζες, στον οφειλέτη επιδίδεται ή κοινοποιείται κατά το παρόν άρθρο μόνο η πρώτη δήλωση του άρθρου 25 από την οποία προκύπτει η δέσμευση ποσών. Ο οφειλέτης ενημερώνεται αμελλητί για τη μεταγενέστερη υποβολή τυχόν άλλων δηλώσεων του άρθρου 25.

Άρθρο 29

Διαβίβαση εγγράφων

1.   Όπου ο παρών κανονισμός προβλέπει τη διαβίβαση εγγράφων κατά το παρόν άρθρο, τα έγγραφα μπορούν να διαβιβάζονται με κάθε πρόσφορο μέσο, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενο του εγγράφου που παραλαμβάνεται αντιστοιχεί ακριβώς προς εκείνο που διαβιβάστηκε και ότι όλες οι πληροφορίες που περιέχει είναι ευανάγνωστες.

2.   Το δικαστήριο ή η αρχή που παραλαμβάνει έγγραφα κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αποστέλλει, εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από την ημέρα παραλαβής, βεβαίωση παραλαβής στην αρχή, τον δανειστή ή την τράπεζα που διαβίβασε τα έγγραφα με το ταχύτερο δυνατό μέσο διαβίβασης και χρησιμοποιώντας το τυποποιημένο έντυπο που έχει καταρτισθεί με εκτελεστική πράξη εκδιδομένη σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 2.

Άρθρο 30

Δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου

Ποσά που διατίθενται σε λογαριασμούς οι οποίοι, σύμφωνα με τα αρχεία της τράπεζας, δεν τηρούνται αποκλειστικά από τον οφειλέτη ή τηρούνται από τρίτο για λογαριασμό του οφειλέτη, ή από τον οφειλέτη για λογαριασμό τρίτου, μπορούν να δεσμευθούν δυνάμει του παρόντος κανονισμού μόνο στον βαθμό που υπόκεινται σε δέσμευση δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους εκτέλεσης.

Άρθρο 31

Ποσά που εξαιρούνται από τη δέσμευση

1.   Τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, απαλλάσσονται από τη δέσμευση δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

2.   Όταν, δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους εκτέλεσης, τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 ποσά εξαιρούνται της κατασχέσεως χωρίς σχετικό αίτημα του οφειλέτη, ο φορέας που είναι αρμόδιος για την εξαίρεση των ποσών αυτών σε αυτό το κράτος μέλος εξαιρεί, αυτεπάγγελτα, τα σχετικά ποσά από τη δέσμευση.

3.   Όταν, δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους εκτέλεσης, τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ποσά εξαιρούνται της κατασχέσεως ύστερα από αίτημα του οφειλέτη, τα εν λόγω ποσά εξαιρούνται από τη δέσμευση κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη κατά το άρθρο 34 παράγραφος 1 στοιχείο α).

Άρθρο 32

Κατάταξη της διαταγής δέσμευσης

Η διαταγή δέσμευσης έχει την ίδια κατάταξη, εφόσον προβλέπεται, με ισοδύναμη εθνική διαταγή στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

Άρθρο 33

Ένδικα βοηθήματα του οφειλέτη κατά της διαταγής δέσμευσης

1.   Κατόπιν αίτησης του οφειλέτη στο αρμόδιο δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης, η διαταγή δέσμευσης ανακαλείται ή ενδεχομένως μεταρρυθμίζεται για τους ακόλουθους λόγους:

α)

δεν πληρούνται οι όροι ή απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

β)

η διαταγή, η δήλωση κατά το άρθρο 25 και/ή τα λοιπά έγγραφα που προβλέπονται στο άρθρο 28 παράγραφος 5 δεν επιδόθηκαν ή κοινοποιήθηκαν στον οφειλέτη εντός 14 ημερών από τη δέσμευση του ή των λογαριασμών του·

γ)

τα έγγραφα που επιδόθηκαν ή κοινοποιήθηκαν στον οφειλέτη κατά το άρθρο 28 δεν πληρούσαν τις γλωσσικές απαιτήσεις του άρθρου 49 παράγραφος 1·

δ)

τα δεσμευμένα ποσά που υπερβαίνουν το ποσό της διαταγής δεν αποδεσμεύτηκαν κατά το άρθρο 27·

ε)

το ποσό της απαίτησης, την ικανοποίηση της οποίας επεδίωκε να εξασφαλίσει ο δανειστής με τη διαταγή, έχει καταβληθεί εξ ολοκλήρου ή εν μέρει·

στ)

έκδοση δικαστικής απόφασης επί της κυρίας υποθέσεως με την οποία απορρίφθηκε η απαίτηση την ικανοποίηση της οποίας επεδίωκε να εξασφαλίσει ο δανειστής με τη διαταγή· ή

ζ)

αναίρεση της απόφασης επί της κυρίας υποθέσεως, ή ενδεχομένως ακύρωση του δικαστικού συμβιβασμού ή του δημοσίου εγγράφου την εκτέλεση των οποίων επεδίωκε να εξασφαλίσει ο δανειστής με τη διαταγή.

2.   Κατόπιν αίτησης του οφειλέτη προς το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης, η απόφαση περί εγγυοδοσίας βάσει του άρθρου 12 αναθεωρείται λόγω μη ικανοποίησης των όρων ή απαιτήσεων του εν λόγω άρθρου.

Αν, βάσει αυτού του ενδίκου βοηθήματος, το δικαστήριο καλέσει τον δανειστή να παράσχει εγγύηση ή πρόσθετη εγγύηση, ισχύει κατά περίπτωση το άρθρο 12 παράγραφος 3 πρώτη πρόταση και το δικαστήριο ορίζει ότι η διαταγή δέσμευσης θα ανακληθεί ή θα μεταρρυθμιστεί αν η απαιτούμενη (πρόσθετη) εγγύηση δεν καταβληθεί εντός της προθεσμίας που τάσσεται από το δικαστήριο.

3.   Το ένδικο βοήθημα δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο β) γίνεται δεκτό, εκτός αν η έλλειψη επίδοσης θεραπευτεί εντός 14 ημερών από την ενημέρωση του δανειστή σχετικά με την αίτηση του οφειλέτη για ένδικο βοήθημα κατά το στοιχείο β) της παραγράφου 1.

Η έλλειψη επίδοσης λογίζεται θεραπευθείσα για τον σκοπό της εκτίμησης του αν θα τεθεί στη διάθεση του οφειλέτη το ένδικο βοήθημα του στοιχείου β) ή όχι, εκτός αν έχει ήδη θεραπευθεί με άλλα μέσα:

α)

εφόσον ο δανειστής ζητήσει από τον αρμόδιο για την επίδοση φορέα στο κράτος μέλος προέλευσης να επιδώσει ή να κοινοποιήσει τα έγγραφα στον οφειλέτη· ή

β)

σε περίπτωση που ο οφειλέτης επεσήμανε στο δικόγραφο του ενδίκου βοηθήματός του ότι συμφωνεί να παραλάβει τα έγγραφα στο δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης και σε περίπτωση που ο δανειστής ήταν υπεύθυνος να προσκομίσει τις μεταφράσεις, εφόσον ο δανειστής διαβιβάσει σε αυτό το δικαστήριο τυχόν μεταφράσεις που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 49 παράγραφος 1.

Ο αρμόδιος για την επίδοση φορέας βάσει του δικαίου του κράτους μέλους προέλευσης επιδίδει κατόπιν αιτήσεως του δανειστή κατά το στοιχείο α) του δευτέρου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, αμελλητί, τα έγγραφα στον οφειλέτη με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής στη διεύθυνση που δήλωσε ο οφειλέτης κατά την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

Εάν ο δανειστής ήταν υπεύθυνος για την κίνηση της διαδικασίας επίδοσης των εγγράφων που προβλέπονται στο άρθρο 28, η έλλειψη επίδοσης θεραπεύεται μόνο εφόσον ο δανειστής αποδείξει ότι είχε προβεί καταρχάς σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την αρχική επίδοση των εγγράφων.

4.   Το ένδικο βοήθημα δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο γ) γίνεται δεκτό, εκτός αν ο δανειστής παράσχει στον οφειλέτη τις μεταφράσεις που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού εντός 14 εργάσιμων ημερών από την ενημέρωση του δανειστή σχετικά με την άσκηση ενδίκου βοηθήματος από τον οφειλέτη κατά το στοιχείο γ) της παραγράφου 1.

Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 εφαρμόζονται προσηκόντως.

5.   Στην αίτηση που υποβάλλει δυνάμει των στοιχείων β) και γ) της παραγράφου 1, ο οφειλέτης αναφέρει τη διεύθυνση στην οποία μπορούν να αποστέλλονται τα έγγραφα και οι μεταφράσεις που προβλέπονται στο άρθρο 28 κατά τις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου ή, εναλλακτικά, δηλώνει ότι συμφωνεί να παραλάβει αυτά τα έγγραφα στο δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης.

Άρθρο 34

Ένδικα βοηθήματα του οφειλέτη κατά της εκτέλεσης της διαταγής δέσμευσης

1.   Παρά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 33 και 35, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη στο αρμόδιο δικαστήριο ή, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, στην αρμόδια αρχή εκτέλεσης του κράτους μέλους εκτέλεσης, η εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης στο εν λόγω κράτος μέλος:

α)

περιορίζεται εφόσον ορισμένα ποσά που διατίθενται στον λογαριασμό θα πρέπει να εξαιρεθούν από κατάσχεση κατά το άρθρο 31 παράγραφος 3, ή τα ποσά που εξαιρούνται από κατάσχεση δεν έχουν ληφθεί υπόψη ή δεν έχουν ληφθεί ορθώς υπόψη κατά την εκτέλεση της διαταγής κατά το άρθρο 31 παράγραφος 2· ή

β)

παύει διότι:

i)

ο υπό δέσμευση τραπεζικός λογαριασμός εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού κατά το άρθρο 2 παράγραφοι 3 και 4,

ii)

η εκτέλεση της απόφασης, του δικαστικού συμβιβασμού ή του δημοσίου εγγράφου, την οποία επεδίωκε να εξασφαλίσει ο δανειστής με την έκδοση της διαταγής, δεν έγινε δεκτή στο κράτος μέλος εκτέλεσης,

iii)

η εκτελεστότητα της απόφασης, την εκτέλεση της οποίας επεδίωκε να εξασφαλίσει ο δανειστής με την έκδοση της διαταγής, έχει ανασταλεί στο κράτος μέλος προέλευσης, ή

iv)

εφαρμόζεται οποιοδήποτε από τα στοιχεία β), γ), δ), ε), στ) ή ζ) του άρθρου 33 παράγραφος 1. Το άρθρο 33 παράγραφοι 3, 4 και 5 εφαρμόζονται κατά περίπτωση.

2.   Κατόπιν αίτησης του οφειλέτη προς το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους μέλους εκτέλεσης, η εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης στο εν λόγω κράτος μέλος παύει εφόσον αντιβαίνει προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους εκτέλεσης.

Άρθρο 35

Άλλες δυνατότητες ενδίκων βοηθημάτων του οφειλέτη και του δανειστή

1.   Ο οφειλέτης ή ο δανειστής δύναται ανά πάσα στιγμή να ζητήσει από το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης να τη μεταρρυθμίσει ή να την ανακαλέσει λόγω μεταβολής των περιστάσεων βάσει των οποίων εκδόθηκε.

2.   Το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης μπορεί επίσης, εφόσον επιτρέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει αυτεπαγγέλτως τη διαταγή λόγω μεταβολής των περιστάσεων.

3.   Ο οφειλέτης και ο δανειστής δύνανται να ζητήσουν από κοινού την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της διαταγής δέσμευσης από το δικαστήριο που την εξέδωσε ή την παύση ή τον περιορισμό της εκτέλεσής της από το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους μέλους εκτέλεσης ή, εφόσον επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο, από την αρμόδια αρχή εκτέλεσης του εν λόγω κράτους μέλους, διότι συμφώνησαν να ρυθμιστεί η απαίτηση με διακανονισμό.

4.   Ο δανειστής δύναται να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους μέλους εκτέλεσης ή, εφόσον επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο, από την αρμόδια αρχή εκτέλεσης του εν λόγω κράτους μέλους, μεταρρύθμιση της εκτέλεσης της διαταγής δέσμευσης η οποία θα συνίσταται σε προσαρμογή της εξαίρεσης που εφαρμόζεται στο εν λόγω κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 31, για το λόγο ότι έχουν ήδη εφαρμοστεί άλλες εξαιρέσεις για ποσό επαρκώς υψηλό σε σχέση με έναν ή περισσότερους λογαριασμούς που τηρούνται σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη και ότι κατά συνέπεια θα ήταν σκόπιμη μια προσαρμογή.

Άρθρο 36

Διαδικασία για την άσκηση ενδίκου βοηθήματος δυνάμει των άρθρων 33, 34 και 35

1.   Το ένδικο βοήθημα των άρθρων 33, 34 ή 35 υποβάλλεται μέσω του σχετικού εντύπου που έχει καταρτισθεί με εκτελεστική πράξη εκδιδομένη σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 2. Η υποβολή της αίτησης μπορεί να γίνει ανά πάσα στιγμή και με κάθε μέσο επικοινωνίας, περιλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων, το οποίο είναι αποδεκτό κατά τους δικονομικούς κανόνες του κράτους μέλους στο οποίο κατατίθεται η αίτηση.

2.   Η αίτηση κοινοποιείται στο έτερο διάδικο μέρος.

3.   Εκτός αν η αίτηση υποβλήθηκε από τον οφειλέτη δυνάμει του άρθρου 34 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή δυνάμει του άρθρου 35 παράγραφος 3, η απόφαση επί της αίτησης εκδίδεται αφού δοθεί και στα δύο μέρη η ευκαιρία να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους, μεταξύ άλλων με τα κατάλληλα μέσα τεχνολογιών επικοινωνίας τα οποία προβλέπει και αποδέχεται το εθνικό δίκαιο των σχετικών κρατών μελών.

4.   Η απόφαση εκδίδεται χωρίς καθυστέρηση, το αργότερο 21 ημέρες μετά την παραλαβή από το δικαστήριο ή, όπου προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, από την αρμόδια αρχή εκτέλεσης όλων των αναγκαίων πληροφοριών για τη λήψη της απόφασης. Η απόφαση κοινοποιείται στους διαδίκους.

5.   Η απόφαση ανάκλησης ή μεταρρύθμισης της διαταγής δέσμευσης και η απόφαση περιορισμού ή παύσης της εκτέλεσής της είναι αμέσως εκτελεστές.

Αν η προσφυγή ασκήθηκε στο κράτος μέλος προέλευσης, το δικαστήριο διαβιβάζει, κατά το άρθρο 29, την απόφαση επί της προσφυγής χωρίς καθυστέρηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης χρησιμοποιώντας το έντυπο που έχει καταρτισθεί με εκτελεστική πράξη εκδιδομένη σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το 52 παράγραφος 2. Η αρχή αυτή μόλις παραλάβει την απόφαση επί της προσφυγής μεριμνά για την εφαρμογή της.

Αν η απόφαση επί της προσφυγής αφορά τραπεζικό λογαριασμό που τηρείται στο κράτος μέλος προέλευσης, εφαρμόζεται, σε σχέση με αυτόν τον τραπεζικό λογαριασμό, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης.

Αν η προσφυγή ασκήθηκε στο κράτος μέλος εκτέλεσης, η απόφαση επί της προσφυγής εφαρμόζεται κατά το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.

Άρθρο 37

Δικαίωμα άσκησης έφεσης

Κάθε διάδικος έχει δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 33, 34 ή 35. Αυτή η έφεση ασκείται μέσω του σχετικού εντύπου που έχει καταρτιστεί με εκτελεστική πράξη εκδιδομένη σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 2.

Άρθρο 38

Δικαίωμα παροχής εγγύησης αντί για δέσμευση

1.   Κατόπιν αίτησης του οφειλέτη:

α)

το δικαστήριο που εξέδωσε τη διαταγή δέσμευσης μπορεί να διατάξει την αποδέσμευση των δεσμευμένων ποσών εάν ο οφειλέτης παράσχει στο δικαστήριο αυτό εγγύηση ίση με το ποσό της διαταγής, ή εναλλακτική εξασφάλιση υπό μορφή αποδεκτή κατά το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το δικαστήριο και αξίας τουλάχιστον ίσης με το ποσό αυτό·

β)

το αρμόδιο δικαστήριο ή, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, η αρμόδια αρχή εκτέλεσης του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορεί να παύσει την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης εάν ο οφειλέτης παράσχει στο δικαστήριο ή την αρμόδια αρχή εγγύηση για το δεσμευμένο στο κράτος αυτό ποσό ή εναλλακτική εξασφάλιση υπό μορφή αποδεκτή κατά το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το δικαστήριο και αξίας τουλάχιστον ίσης με το ποσό αυτό.

2.   Εφαρμόζονται κατά περίπτωση τα άρθρα 23 και 24 για την αποδέσμευση των δεσμευμένων ποσών. Η παροχή της εγγύησης αντί της δέσμευσης κοινοποιείται στον δανειστή κατά το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 39

Δικαίωμα τρίτων

1.   Το δικαίωμα τρίτου να προσβάλει διαταγή δέσμευσης διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης.

2.   Το δικαίωμα τρίτου να προσβάλει την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.

3.   Με την επιφύλαξη τυχόν άλλων κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου, η διεθνής δικαιοδοσία για την εκδίκαση οιασδήποτε αγωγής ασκείται από τρίτο:

α)

για να προσβάλει μια διαταγή δέσμευσης, ανήκει στα δικαστήρια του κράτους μέλους προέλευσης, και

β)

για να προσβάλει την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης στο κράτος μέλος εκτέλεσης, ανήκει στα δικαστήρια του κράτους μέλους προέλευσης, ή, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, στην αρμόδια αρχή εκτέλεσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 40

Επικύρωση ή άλλη ανάλογη διατύπωση

Καμία επικύρωση ή άλλη ανάλογη διατύπωση δεν απαιτείται κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 41

Νομική εκπροσώπηση

Η εκπροσώπηση από δικηγόρο ή άλλον επαγγελματία του κλάδου δεν είναι υποχρεωτική στη διαδικασία για την έκδοση διαταγής δέσμευσης. Στις διαδικασίες του κεφαλαίου 4, η εκπροσώπηση από δικηγόρο ή άλλον επαγγελματία του κλάδου δεν είναι υποχρεωτική, εκτός αν, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους της έδρας του δικαστηρίου ή της αρχής που έχει επιληφθεί του ενδίκου βοηθήματος, η εκπροσώπηση είναι υποχρεωτική ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή την κατοικία των διαδίκων.

Άρθρο 42

Δικαστικά έξοδα

Τα δικαστικά έξοδα σε διαδικασίες για την έκδοση διαταγής δέσμευσης ή για την άσκηση προσφυγής κατά διαταγής δεν υπερβαίνουν τα έξοδα για την έκδοση ισοδύναμης εθνικής διαταγής ή την άσκηση προσφυγής κατ’ αυτής.

Άρθρο 43

Έξοδα των τραπεζών

1.   Μια τράπεζα δικαιούται να ζητήσει την καταβολή ή επιστροφή, από τον δανειστή ή τον οφειλέτη, των εξόδων στα οποία υπεβλήθη για την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης μόνον αν, κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης, η τράπεζα δικαιούται την καταβολή ή επιστροφή των εξόδων έκδοσης ισοδύναμων εθνικών διαταγών.

2.   Τα τέλη που χρεώνει η τράπεζα για την κάλυψη των προβλεπόμενων στην παράγραφο 1 εξόδων καθορίζονται με τη συνεκτίμηση των δυσκολιών εκτέλεσης της διαταγής δέσμευσης και δεν υπερβαίνουν τα τέλη που χρεώνονται για την έκδοση ισοδύναμων εθνικών διαταγών.

3.   Τα τέλη που χρεώνει η τράπεζα για την κάλυψη των εξόδων παροχής στοιχείων λογαριασμού κατά το άρθρο 14 δεν υπερβαίνουν τα πραγματοποιηθέντα έξοδα και, κατά περίπτωση, δεν υπερβαίνουν τα τέλη που χρεώνονται για την παροχή στοιχείων λογαριασμού στο πλαίσιο ισοδύναμων εθνικών διαταγών.

Άρθρο 44

Τέλη που επιβάλλουν οι αρχές

Τα τέλη τα οποία επιβάλλει αρχή ή άλλος φορέας στο κράτος μέλος εκτέλεσης που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή την εκτέλεση διαταγής δέσμευσης ή στην παροχή στοιχείων λογαριασμού κατά το άρθρο 14 καθορίζονται βάσει κλίμακας τελών ή άλλων κανόνων που έχουν θεσπιστεί εκ των προτέρων από κάθε κράτος μέλος και ορίζουν με διαφάνεια τα τέλη που πρέπει να επιβληθούν. Για τον καθορισμό της εν λόγω κλίμακας ή άλλων κανόνων, το κράτος μέλος μπορεί να λαμβάνει υπόψη το ποσό της διαταγής και τις δυσκολίες διεκπεραίωσής της. Κατά περίπτωση, τα τέλη δεν υπερβαίνουν τα επιβαλλόμενα για ισοδύναμες εθνικές διαταγές.

Άρθρο 45

Προθεσμίες

Αν, σε εξαιρετικές περιστάσεις, το δικαστήριο ή η συμμετέχουσα αρχή αδυνατεί να τηρήσει τις προθεσμίες του άρθρου 14 παράγραφος 7, του άρθρου 18, του άρθρου 23 παράγραφος 2, του άρθρου 25 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 28 παράγραφοι 2, 3 και 6, του άρθρου 33 παράγραφος 3 και του άρθρου 36 παράγραφοι 4 και 5, προβαίνει στις απαιτούμενες δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων ενέργειες το συντομότερο δυνατόν.

Άρθρο 46

Σχέση με το εθνικό δικονομικό δίκαιο

1.   Όλα τα δικονομικά ζητήματα που δεν ρυθμίζονται συγκεκριμένα στον παρόντα κανονισμό διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους της διαδικασίας.

2.   Οι επιπτώσεις της κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας επί των μεμονωμένων διαδικασιών εκτέλεσης, όπως η εκτέλεση διαταγής δέσμευσης, διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο έχει κινηθεί η διαδικασία αφερεγγυότητας.

Άρθρο 47

Προστασία δεδομένων

1.   Προσωπικά δεδομένα τα οποία λαμβάνονται, τυγχάνουν επεξεργασίας ή διαβιβάζονται βάσει του παρόντος κανονισμού πρέπει να είναι κατάλληλα, συναφή και ανάλογα προς τον σκοπό για τον οποίο ελήφθησαν, αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας ή διαβιβάσθηκαν και να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τον σκοπό αυτό.

2.   Η αρμόδια αρχή, η αρχή πληροφόρησης και κάθε άλλος φορέας υπεύθυνος για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης δεν δικαιούται να αποθηκεύει τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 δεδομένα για μεγαλύτερο διάστημα από το απαιτούμενο για τον σκοπό για τον οποίο ελήφθησαν, έτυχαν επεξεργασίας ή διαβιβάσθηκαν, το οποίο δεν μπορεί πάντως να υπερβαίνει τους έξι μήνες μετά την περάτωση της επεξεργασίας, κατά τη διάρκεια δε της περιόδου αυτής, μεριμνά για τη δέουσα ασφάλεια των εν λόγω δεδομένων. Η παρούσα παράγραφος δεν ισχύει για δεδομένα που έτυχαν επεξεργασίας ή αποθηκεύτηκαν από δικαστήρια κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους.

Άρθρο 48

Σχέση με άλλες νομοθετικές πράξεις

Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη της εφαρμογής:

α)

του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14), με την εξαίρεση όσων προβλέπονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2, στο άρθρο 14 παράγραφοι 3 και 6, στο άρθρο 17 παράγραφος 5, στο άρθρο 23 παράγραφοι 3 και 6, στο άρθρο 25 παράγραφοι 2 και 3, στο άρθρο 28 παράγραφοι 1, 3, 5 και 6, στο άρθρο 29, στο άρθρο 33 παράγραφος 3, στο άρθρο 36 παράγραφοι 2 και 4, και στο άρθρο 49 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού·

β)

του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012·

γ)

του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1346/2000·

δ)

της οδηγίας 95/46/ΕΚ, με την εξαίρεση όσων προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 8 και στο άρθρο 47 του παρόντος κανονισμού·

ε)

του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15)·

στ)

του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 864/2007 με εξαίρεση τα προβλεπόμενα στο άρθρο 13 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 49

Γλώσσες

1.   Τυχόν έγγραφα που απαριθμούνται στο άρθρο 28 παράγραφος 5 στοιχεία α) και β), τα οποία πρέπει να επιδοθούν ή να κοινοποιηθούν στον οφειλέτη και δεν έχουν συνταχθεί στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους της κατοικίας του οφειλέτη ή, αν υπάρχουν περισσότερες επίσημες γλώσσες στο εν λόγω κράτος μέλος, στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου κατοικίας του οφειλέτη ή σε άλλη γλώσσα την οποία αυτός κατανοεί, συνοδεύονται από μετάφραση ή μεταγραφή σε μία από αυτές τις γλώσσες. Έγγραφα που απαριθμούνται στο άρθρο 28 παράγραφος 5 στοιχείο γ) δεν χρειάζεται να μεταφράζονται. Ωστόσο, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι πρέπει κατ’ εξαίρεση να μεταφραστούν ή να μεταγραφούν συγκεκριμένα έγγραφα για να μπορέσει ο οφειλέτης να διεκδικήσει τα δικαιώματά του.

2.   Τυχόν έγγραφα που πρέπει να διαβιβαστούν βάσει του παρόντος κανονισμού σε δικαστήριο ή αρμόδια αρχή μπορούν επίσης να είναι συντεταγμένα σε οιαδήποτε άλλη επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, αν το συγκεκριμένο κράτος μέλος έχει δηλώσει ότι αποδέχεται αυτή την άλλη γλώσσα.

3.   Κάθε μετάφραση βάσει του παρόντος κανονισμού πραγματοποιείται από επίσημο μεταφραστή κράτους μέλους.

Άρθρο 50

Πληροφορίες που παρέχουν τα κράτη μέλη

1.   Έως τις 18 Ιουλίου 2016, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα δικαστήρια που έχουν οριστεί ως αρμόδια για την έκδοση διαταγής δέσμευσης (άρθρο 6 παράγραφος 4)·

β)

την αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού (άρθρο 14)·

γ)

τις μεθόδους για τη λήψη των στοιχείων λογαριασμού που είναι διαθέσιμες βάσει του εθνικού δικαίου (άρθρο 14 παράγραφος 5)·

δ)

τα δικαστήρια στα οποία ασκείται το ένδικο μέσο (άρθρο 21)·

ε)

την αρχή που έχει οριστεί ως αρμόδια για την παραλαβή, διαβίβαση και επίδοση ή κοινοποίηση της διαταγής δέσμευσης και άλλων εγγράφων δυνάμει του παρόντος κανονισμού [άρθρο 4 σημείο 14)]·

στ)

την αρμόδια για την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης αρχή κατά το κεφάλαιο 3·

ζ)

τον βαθμό στον οποίο το εθνικό δίκαιο επιτρέπει τη δέσμευση κοινών λογαριασμών και λογαριασμών αντιπροσώπου (άρθρο 30)·

η)

τους εφαρμοστέους κανόνες όσον αφορά τα ποσά που εξαιρούνται από την κατάσχεση δυνάμει του εθνικού δικαίου (άρθρο 31)·

θ)

αν, δυνάμει του εθνικού τους δικαίου, οι τράπεζες δικαιούνται να χρεώνουν τέλη για την εκτέλεση ισοδύναμων εθνικών διαταγών ή για την παροχή στοιχείων λογαριασμού, και, εφόσον ναι, ποιο μέρος υποχρεούται, προσωρινώς και τελικώς, να καταβάλλει τα εν λόγω τέλη (άρθρο 43)·

ι)

την κλίμακα τελών ή άλλους κανόνες για τον καθορισμό των τελών που χρεώνονται από οιαδήποτε αρχή ή άλλο φορέα που συμμετέχει στη διεκπεραίωση ή εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης (άρθρο 44)·

ια)

αν προβλέπεται κατάταξη ισοδύναμων εθνικών διαταγών στο εθνικό δίκαιο (άρθρο 32)·

ιβ)

το δικαστήριο ή, κατά περίπτωση, την αρχή εκτέλεσης που έχει αρμοδιότητα επί προσφυγής (άρθρο 33 παράγραφος 1, άρθρο 34 παράγραφος 1 ή 2)·

ιγ)

τα δικαστήρια στα οποία πρέπει να ασκείται το ένδικο μέσο, την τυχόν προθεσμία άσκησής του κατά το εθνικό δίκαιο και το γεγονός που σηματοδοτεί την έναρξη της προθεσμίας αυτής (άρθρο 37)·

ιδ)

ενδεικτική αναφορά των δικαστικών εξόδων (άρθρο 42)· και

ιε)

τις γλώσσες που δέχεται το κράτος για τη μετάφραση των εγγράφων (άρθρο 49 παράγραφος 2).

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε μεταγενέστερη μεταβολή των εν λόγω πληροφοριών.

2.   Η Επιτροπή μεριμνά ώστε το κοινό να λαμβάνει γνώση των πληροφοριών με κάθε πρόσφορο μέσον, ιδίως μέσω του Ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Άρθρο 51

Κατάρτιση και μεταγενέστερες τροποποιήσεις των εντύπων

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την κατάρτιση και τη μεταγενέστερη τροποποίηση των εντύπων που προβλέπονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1, στο άρθρο 10 παράγραφος 2, στο άρθρο 19 παράγραφος 1, στο άρθρο 25 παράγραφος 1, στο άρθρο 27 παράγραφος 2, στο άρθρο 29 παράγραφος 2, στο άρθρο 36 παράγραφος 1, στο άρθρο 36 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 37. Οι εκτελεστικές αυτές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 52 παράγραφος 2.

Άρθρο 52

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 53

Παρακολούθηση και αναθεώρηση

1.   Έως τις 18 Ιανουαρίου 2022, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένης αξιολόγησης που να εκτιμά:

α)

αν πρέπει να περιληφθούν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού χρηματοπιστωτικά μέσα, και

β)

αν τα ποσά που πιστώθηκαν στον λογαριασμό του οφειλέτη μετά την εκτέλεση της διαταγής δέσμευσης μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δέσμευσης βάσει της διαταγής.

Εφόσον είναι απαραίτητο, η έκθεση συνοδεύεται από πρόταση τροποποίησης του παρόντος κανονισμού και αξιολόγηση των επιπτώσεων των προτεινομένων τροποποιήσεων.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη συγκεντρώνουν και παρέχουν στην Επιτροπή, εφόσον το ζητήσει, στοιχεία σχετικά με:

α)

τον αριθμό των αιτήσεων για διαταγή δέσμευσης και τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες εκδόθηκε η διαταγή·

β)

τον αριθμό των ενδίκων βοηθημάτων που ασκήθηκαν κατά τα άρθρα 33 και 34 και, ει δυνατόν, τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες η προσφυγή έγινε δεκτή· και

γ)

τον αριθμό των εφέσεων που ασκήθηκαν κατά το άρθρο 37 και, εφόσον είναι δυνατόν, τον αριθμό των υποθέσεων στις οποίες η έφεση έγινε δεκτή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 54

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τίθεται σε εφαρμογή στις 18 Ιανουαρίου 2017, με την εξαίρεση του άρθρου 50 το οποίο εφαρμόζεται από τις 18 Ιουλίου 2016.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Βρυξέλλες, 15 Μαΐου 2014.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Δ. ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΣ


(1)  ΕΕ C 191 της 29.6.2012, σ. 57.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Απριλίου 2014 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 13ης Μαΐου 2014.

(3)  ΕΕ C 115 της 4.5.2010, σ. 1.

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160 της 30.6.2000, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 τού Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων πού εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (ΕΕ L 124 της 8.6.1971, σ. 1).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(7)  Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 319).

(8)  ΕΕ C 373 της 21.12.2011, σ. 4.

(9)  Οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων (ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 45).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(11)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(12)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 351 της 20.12.2012, σ. 1).

(13)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («Ρώμη II») (ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 40).

(14)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις («επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων») και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου (ΕΕ L 324 της 10.12.2007, σ. 79).

(15)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 174 της 27.6.2001, σ. 1).


27.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 189/93


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 656/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 15ης Μαΐου 2014

περί κανόνων επιτηρήσεως των εξωτερικών θαλάσσιων συνόρων στο πλαίσιο της επιχειρησιακής συνεργασίας που συντονίζεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 77 παράγραφος 2 στοιχείο δ),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης έχει ως στόχο την αποτελεσματική εποπτεία της διέλευσης των εξωτερικών συνόρων μέσω και της επιτήρησης των συνόρων, συμβάλλοντας στην προστασία και διάσωση ανθρωπίνων ζωών. Η επιτήρηση των συνόρων αποβλέπει στην αποτροπή της παράνομης διέλευσης των συνόρων, την καταπολέμηση της διασυνοριακής εγκληματικότητας και τη σύλληψη των παρανόμως διελθόντων τα σύνορα ή τη λήψη άλλων μέτρων κατ’ αυτών. Η επιτήρηση των συνόρων θα πρέπει να είναι αποτελεσματική ώστε να εμποδίζονται και να αποθαρρύνονται όσοι επιχειρούν να αποφύγουν τους ελέγχους στα σημεία διέλευσης των συνόρων. Προς τούτο, η επιτήρηση των συνόρων δεν περιορίζεται στον εντοπισμό κάθε απόπειρας παράνομης διέλευσης των συνόρων αλλά καλύπτει και μέτρα όπως η σύλληψη σκαφών για τα οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι επιχειρούν να εισέλθουν στην Ένωση χωρίς συνοριακό έλεγχο, καθώς και σε ρυθμίσεις με σκοπό την αντιμετώπιση περιστατικών όπως η έρευνα και η διάσωση που ενδέχεται να ανακύψουν κατά τη διάρκεια επιχείρησης επιτήρησης των συνόρων στη θάλασσα και σε ρυθμίσεις για την ευόδωση της επιχείρησης.

(2)

Η υλοποίηση των πολιτικών της Ένωσης σχετικά με τη διαχείριση των συνόρων, το άσυλο και τη μετανάστευση πρέπει να διέπονται από την αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών κατά το άρθρο 80 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Όπου κρίνεται απαραίτητο, οι ενωσιακές πράξεις που εκδίδονται στο πλαίσιο αυτών των πολιτικών πρέπει να περιλαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή της αρχής αυτής και για την προώθηση της κατανομής των βαρών, μεταξύ άλλων μέσω της μεταφοράς, σε εθελοντική βάση, των δικαιούχων διεθνούς προστασίας.

(3)

Το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να περιορισθεί σε επιχειρήσεις επιτήρησης των συνόρων που διεξάγονται από τα κράτη μέλη στα θαλάσσια εξωτερικά τους σύνορα στο πλαίσιο της επιχειρησιακής συνεργασίας που συντονίζεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Οργανισμός»), ο οποίος συνεστήθη με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 του Συμβουλίου (2). Τα μέτρα διερεύνησης και καταστολής διέπονται υπό του εθνικού ποινικού δικαίου και των ισχυουσών πράξεων περί αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις εντός της Ένωσης.

(4)

Ο Οργανισμός είναι επιφορτισμένος με τον συντονισμό της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών στον τομέα της διαχείρισης και της επιτήρησης των εξωτερικών συνόρων. Επίσης, ο Οργανισμός συνδράμει τα κράτη μέλη όταν απαιτείται αυξημένη τεχνική συνδρομή στα εξωτερικά σύνορα συνυπολογιζομένου του παράγοντος ότι ορισμένα περιστατικά ενδέχεται να αφορούν έκτακτες ανάγκες ανθρωπιστικού χαρακτήρα και επιχειρήσεις διάσωσης στη θάλασσα. Απαιτούνται ειδικοί κανόνες όσον αφορά τις δραστηριότητες επιτήρησης των συνόρων που διεξάγονται από αεροπορικές, χερσαίες και ναυτικές μονάδες ενός κράτους μέλους στα θαλάσσια σύνορα άλλων κρατών μελών ή στην ανοικτή θάλασσα στο πλαίσιο της επιχειρησιακής συνεργασίας που συντονίζεται από τον Οργανισμό με σκοπό την περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας αυτής.

(5)

Η συνεργασία με γειτονικές τρίτες χώρες είναι ζωτικής σημασίας για την αποτροπή των παράνομων διελεύσεων των συνόρων, την αντιμετώπιση της διασυνοριακής εγκληματικότητας και την αποφυγή της απώλειας ανθρώπινων ζωών στη θάλασσα. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 και στον βαθμό που διασφαλίζεται ο πλήρης σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων των μεταναστών, ο Οργανισμός μπορεί να συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, ιδίως όσον αφορά την ανάλυση κινδύνου και την κατάρτιση, και θα πρέπει να διευκολύνει την επιχειρησιακή συνεργασία ανάμεσα σε κράτη μέλη και τρίτες χώρες. Όταν η συνεργασία με τρίτες χώρες πραγματοποιείται στο έδαφος ή στα χωρικά ύδατα των εν λόγω χωρών, τα κράτη μέλη και ο οργανισμός θα πρέπει να τηρούν κανόνες και προδιαγραφές που είναι τουλάχιστον ισοδύναμοι με τους προβλεπόμενους από τη νομοθεσία της Ένωσης.

(6)

Το ευρωπαϊκό σύστημα επιτήρησης των συνόρων (EUROSUR) που συνεστήθη με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1052/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), στοχεύει στην ενίσχυση της ανταλλαγή πληροφοριών και της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και του Οργανισμού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο βελτιώνονται σημαντικά η επίγνωση της κατάστασης και η ικανότητα αντίδρασης των κρατών μελών, με τη συνδρομή και του Οργανισμού, με σκοπό τον εντοπισμό, την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και του διασυνοριακού εγκλήματος και τη συμβολή στην προστασία και διάσωση της ζωής μεταναστών στα εξωτερικά σύνορά τους. Κατά τον συντονισμό επιχειρήσεων επιτήρησης των συνόρων, ο Οργανισμός θα πρέπει να παρέχει στα κράτη μέλη πληροφορίες και αναλύσεις σχετικά με τις εν λόγω επιχειρήσεις, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο κανονισμό.

(7)

Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά την απόφαση 2010/252/ΕΕ του Συμβουλίου (4), η οποία ακυρώθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο») με την απόφασή του της 5ης Σεπτεμβρίου 2012 στην υπόθεση C-355/10. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο διατήρησε τα έννομα αποτελέσματα της απόφασης 2010/252/ΕΕ μέχρις ότου αρχίσουν να ισχύουν νέοι κανόνες. Ως εκ τούτου, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, η εν λόγω απόφαση παύει να παράγει αποτελέσματα.

(8)

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων επιτήρησης των συνόρων στη θάλασσα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να τηρούν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους δυνάμει του διεθνούς δικαίου, και ιδίως της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, της διεθνούς σύμβασης για την ασφάλεια της ζωής στη θάλασσα, της διεθνούς σύμβασης για τη ναυτική έρευνα και διάσωση, της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση του διακρατικού οργανωμένου εγκλήματος και το πρωτόκολλό της για την καταπολέμηση της λαθραίας μεταφοράς μεταναστών διά ξηράς, αέρος και θαλάσσης, της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, της ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και άλλων σχετικών διεθνών νομικών πράξεων.

(9)

Κατά τον συντονισμό των επιχειρήσεων επιτήρησης των συνόρων στη θάλασσα, ο Οργανισμός θα πρέπει να ασκεί τα καθήκοντά του σε πλήρη συμμόρφωση με το σχετικό δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης») και του συναφούς διεθνούς δικαίου, ιδίως εκείνου στο οποίο γίνεται αναφορά στην αιτιολογική σκέψη 8.

(10)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) και τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου, τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο επιχείρησης επιτήρησης θα πρέπει να είναι ανάλογα με τους επιδιωκόμενους στόχους, να μην εισάγουν διακρίσεις και να σέβονται πλήρως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα θεμελιώδη δικαιώματα και τα δικαιώματα των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο, περιλαμβανομένης της αρχής της μη επαναπροώθησης. Τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός δεσμεύονται από τις διατάξεις του κεκτημένου περί ασύλου και ιδίως από τις διατάξεις της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) σχετικά με τις αιτήσεις για διεθνή προστασία που υποβάλλονται στο έδαφος των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των συνόρων, των χωρικών υδάτων και των ζωνών διέλευσής τους.

(11)

Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να θίγει την οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), ιδίως όσον αφορά τη συνδρομή στα θύματα εμπορίας ανθρώπων.

(12)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται σε πλήρη συμμόρφωση προς την αρχή της μη επαναπροώθησης, όπως ορίζεται στον Χάρτη και όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, ουδείς αποβιβάζεται, εξαναγκάζεται να εισέλθει ή προσάγεται σε χώρα ή κατ’ άλλον τρόπο παραδίδεται στις αρχές χώρας όπου μεταξύ άλλων διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποστεί βασανιστήρια, δίωξη ή άλλη απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ή όπου η ζωή ή η ελευθερία του θα απειληθούν λόγω της φυλής, του θρησκεύματος, της ιθαγένειας, του γενετήσιου προσανατολισμού, της συγκεκριμένης κοινωνικής προέλευσης ή των πολιτικών πεποιθήσεών του ή από την οποία υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απέλασης, απομάκρυνσης ή έκδοσης σε άλλη χώρα κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

(13)

Η πιθανή ύπαρξη ρύθμισης μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας δεν απαλλάσσει τα κράτη μέλη από τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο, ιδίως την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης, όταν γνωρίζουν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι οι συστημικές ανεπάρκειες της διαδικασίας χορήγησης ασύλου και των συνθηκών υποδοχής των αιτούντων άσυλο στην εν λόγω τρίτη χώρα αποτελούν σοβαρούς και αποδεδειγμένους λόγους που να πείθουν ότι ο αιτών άσυλο θα διατρέξει σοβαρό κίνδυνο να υποστεί απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή όταν γνωρίζουν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι η εν λόγω τρίτη χώρα παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης.

(14)

Κατά τη διάρκεια επιχείρησης επιτήρησης των συνόρων στη θάλασσα, ενδέχεται να ανακύψει ανάγκη να παρασχεθεί συνδρομή σε πρόσωπα που βρίσκονται σε κίνδυνο. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, κάθε κράτος πρέπει να απαιτεί από τον πλοίαρχο σκάφους που φέρει τη σημαία του να παρέχει χωρίς καθυστέρηση, στο μέτρο του δυνατού και χωρίς να θέτει σε σοβαρό κίνδυνο το σκάφος, το πλήρωμα ή τους επιβάτες, συνδρομή σε κάθε πρόσωπο που κινδυνεύει στη θάλασσα και να προβαίνει, όσο το δυνατόν ταχύτερα, στη διάσωση των προσώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο. Η συνδρομή αυτή θα πρέπει να παρέχεται ανεξαρτήτως της ιθαγένειας ή του καθεστώτος των προσώπων που τη χρειάζονται ή των συνθηκών στις οποίες βρίσκονται. Ο πλοίαρχος και το πλήρωμα δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουν την επιβολή ποινικών κυρώσεων για τον μοναδικό λόγο ότι διέσωσαν πρόσωπα σε κατάσταση κινδύνου στη θάλασσα και τα μετέφεραν σε ασφαλή τόπο.

(15)

Η υποχρέωση βοηθείας ανθρώπων σε κατάσταση κινδύνου θα πρέπει να εκπληρώνεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις των διεθνών πράξεων που διέπουν τα περιστατικά έρευνας και διάσωσης και σύμφωνα με τις απαιτήσεις της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τις ευθύνες των αρχών έρευνας και διάσωσης, συμπεριλαμβανομένης της διασφάλισης ότι ο συντονισμός και η συνεργασία διεξάγονται με τέτοιον τρόπο ώστε οι διασωθέντες να οδηγούνται σε ασφαλή τόπο.

(16)

Όταν ο επιχειρησιακός χώρος θαλάσσιας επιχείρησης περιλαμβάνει την περιοχή έρευνας και διάσωσης μιας τρίτης χώρας, θα πρέπει να επιδιωχθεί η δημιουργία διαύλων επικοινωνίας με τις αρχές έρευνας και διάσωσης της εν λόγω τρίτης χώρας κατά τον σχεδιασμό θαλάσσιας επιχείρησης, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αρχές αυτές θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα περιστατικά έρευνας και διάσωσης που εξελίσσονται εντός της οικείας περιοχής τους έρευνας και διάσωσης.

(17)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2007/2004, οι επιχειρήσεις επιτήρησης των συνόρων που συντονίζονται από τον Οργανισμό πραγματοποιούνται βάσει επιχειρησιακού σχεδίου. Συνεπώς, όσον αφορά τις θαλάσσιες επιχειρήσεις, το επιχειρησιακό σχέδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες για την εφαρμογή της σχετικής δικαιοδοσίας και νομοθεσίας στη γεωγραφική περιοχή όπου διεξάγεται η κοινή επιχείρηση, το πιλοτικό σχέδιο ή η ταχεία επέμβαση, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών στην ενωσιακή και τη διεθνή νομοθεσία όσον αφορά τη σύλληψη, τη διάσωση στη θάλασσα και την αποβίβαση. Το επιχειρησιακό σχέδιο θα πρέπει να καταρτίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού που διέπει τα ζητήματα της σύλληψης, της διάσωσης στη θάλασσα και της αποβίβασης στο πλαίσιο των επιχειρήσεων επιτήρησης των συνόρων στη θάλασσα υπό τον συντονισμό του Οργανισμού και έχοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες της σχετικής επιχείρησης. Το επιχειρησιακό σχέδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που χρήζουν διεθνούς προστασίας, τα θύματα εμπορίας ανθρώπων, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι και άλλα ευάλωτα πρόσωπα εντοπίζονται και τους παρέχεται η δέουσα βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στη διεθνή προστασία.

(18)

Η πρακτική βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 προβλέπει ότι για κάθε θαλάσσια επιχείρηση, δημιουργείται δομή συντονισμού στο κράτος μέλος υποδοχής, η οποία αποτελείται από υπαλλήλους του κράτους μέλους υποδοχής, προσκεκλημένους υπαλλήλους και αντιπροσώπους του Οργανισμού, συμπεριλαμβανομένου του συντονιστή του Οργανισμού. Αυτή η δομή συντονισμού, που συνήθως καλείται «διεθνές κέντρο συντονισμού», θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των υπαλλήλων που συμμετέχουν στη θαλάσσια επιχείρηση και των οικείων αρχών.

(19)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τα άρθρα 2 και 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και τον Χάρτη, ιδίως τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, το δικαίωμα στη ζωή, την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, την απαγόρευση της εμπορίας ανθρώπων, το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα στο άσυλο και στην προστασία από την απομάκρυνση και την απέλαση, τις αρχές της μη επαναπροώθησης, τη μη διακριτικής μεταχείρισης, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και τα δικαιώματα του παιδιού. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται από τα κράτη μέλη και τον Οργανισμό σύμφωνα με τα ανωτέρω δικαιώματα και αρχές.

(20)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η θέσπιση ειδικών κανόνων για την επιτήρηση των θαλάσσιων συνόρων από τους συνοριοφύλακες που ενεργούν υπό τον συντονισμό του Οργανισμού, δεν είναι δυνατό να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη λόγω των διαφορών που παρουσιάζουν οι νομοθεσίες και οι πρακτικές τους, μπορούν όμως, λόγω του πολυεθνικού χαρακτήρα των επιχειρήσεων, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να θεσπίζει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(21)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου (αριθ. 22) για τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός αναπτύσσει περαιτέρω το κεκτημένο του Σένγκεν, η Δανία θα αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 4 του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου, εντός προθεσμίας έξι μηνών αφότου το Συμβούλιο αποφασίσει επί του παρόντος κανονισμού, εάν θα τον εφαρμόσει ή όχι στο εθνικό της δίκαιο.

(22)

Όσον αφορά την Ισλανδία και τη Νορβηγία, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν κατά την έννοια της συμφωνίας που συνήφθη από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας σχετικά με τη σύνδεση των εν λόγω χωρών προς την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (8), οι οποίες εμπίπτουν στον τομέα του άρθρου 1 σημείο Α της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου (9).

(23)

Όσον αφορά την Ελβετία, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (10), οι οποίες εμπίπτουν στον τομέα του άρθρου 1 σημείο Α της απόφασης 1999/437/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2008/146/ΕΚ του Συμβουλίου (11).

(24)

Όσον αφορά το Λιχτενστάιν, ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν κατά την έννοια του πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (12), οι οποίες εμπίπτουν στον τομέα του άρθρου 1 σημείο Α της απόφασης 1999/437/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2011/350/ΕΕ του Συμβουλίου (13).

(25)

Ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στις οποίες δεν συμμετέχει το Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με την απόφαση 2000/365/ΕΚ του Συμβουλίου (14)· το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμετέχει, κατά συνέπεια, στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

(26)

Ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στις οποίες δεν συμμετέχει η Ιρλανδία σύμφωνα με την απόφαση 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου (15). Η Ιρλανδία δεν συμμετέχει, κατά συνέπεια, στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις επιτήρησης των συνόρων που διεξάγονται από τα κράτη μέλη στα θαλάσσια εξωτερικά τους σύνορα στο πλαίσιο της επιχειρησιακής συνεργασίας που συντονίζεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «Οργανισμός»: ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2007/2004·

2)   «θαλάσσια επιχείρηση»: η κοινή επιχείρηση, το πιλοτικό σχέδιο ή η ταχεία επέμβαση που πραγματοποιείται από κράτη μέλη για την επιτήρηση των εξωτερικών θαλάσσιων συνόρων τους υπό τον συντονισμό του Οργανισμού·

3)   «κράτος μέλος υποδοχής»: το κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιείται ή από το οποίο δρομολογείται θαλάσσια επιχείρηση·

4)   «συμμετέχον κράτος μέλος»: το κράτος μέλος που συμμετέχει σε θαλάσσια επιχείρηση με την παροχή τεχνικού εξοπλισμού, συνοριοφυλάκων ανεπτυγμένων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ομάδας συνοριοφυλάκων ή άλλου σχετικού προσωπικού, αλλά το οποίο δεν είναι κράτος μέλος υποδοχής·

5)   «συμμετέχουσα μονάδα»: η ναυτική, χερσαία ή εναέρια μονάδα υπό την ευθύνη του κράτους μέλους υποδοχής ή συμμετέχοντος κράτους μέλους που συμμετέχει σε θαλάσσια επιχείρηση·

6)   «διεθνές κέντρο συντονισμού»: η δομή συντονισμού που έχει συσταθεί στο κράτος μέλος υποδοχής για τον συντονισμό της θαλάσσιας επιχείρησης·

7)   «εθνικό κέντρο συντονισμού»: το εθνικό κέντρο συντονισμού που έχει συσταθεί για τους σκοπούς του ευρωπαϊκού συστήματος επιτήρησης των συνόρων (EUROSUR), σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1052/2013·

8)   «επιχειρησιακό σχέδιο»: το επιχειρησιακό σχέδιο που αναφέρεται στο άρθρο 3α και στο άρθρο 8ε του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004·

9)   «σκάφος»: οποιοσδήποτε τύπος πλωτού σκάφους, μεταξύ άλλων πλοία, λέμβοι, πλωτές εξέδρες, σκάφη και υδροπλάνα χωρίς εκτόπισμα που χρησιμοποιούνται ή μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη θάλασσα·

10)   «σκάφος που στερείται εθνικότητας»: σκάφος χωρίς εθνικότητα ή που εξομοιώνεται με σκάφος χωρίς εθνικότητα όταν κανένα κράτος δεν έχει δώσει στο σκάφος το δικαίωμα να φέρει τη σημαία του ή όταν ταξιδεύει με τις σημαίες δύο ή περισσότερων κρατών, τις οποίες χρησιμοποιεί όπως το συμφέρει ανάλογα με την περίπτωση·

11)   «πρωτόκολλο κατά της λαθραίας διακίνησης μεταναστών»: το πρωτόκολλο κατά της λαθραίας διακίνησης μεταναστών από τη γη, τη θάλασσα και τον αέρα, που συμπληρώνει τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο υπεγράφη στο Παλέρμο της Ιταλίας τον Δεκέμβριο του 2000·

12)   «ασφαλής τόπος»: ο χώρος στον οποίο θεωρείται ότι οι επιχειρήσεις διάσωσης έχουν περατωθεί και ότι η ζωή των επιζώντων δεν απειλείται, όπου οι βασικές ανθρώπινες ανάγκες τους μπορούν να ικανοποιούνται και από τον οποίο μπορούν να γίνουν διευθετήσεις για τη μεταφορά τους στον επόμενο ή τον τελικό τους προορισμό, λαμβάνοντας υπόψη την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους σύμφωνα με την αρχή της μη επαναπροώθησης·

13)   «κέντρο συντονισμού διάσωσης»: μονάδα αρμόδια για την προώθηση της αποτελεσματικής οργάνωσης των υπηρεσιών έρευνας και διάσωσης και για τον συντονισμό των επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης εντός μιας περιοχής έρευνας και διάσωσης, όπως ορίζεται στη διεθνή σύμβαση για την έρευνα και διάσωση κατά θάλασσαν·

14)   «συνορεύουσα ζώνη»: ζώνη που συνορεύει με τη χωρική θάλασσα όπως ορίζεται στο άρθρο 33 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, όπου έχει επισήμως οριστεί·

15)   «παράκτιο κράτος μέλος»: κράτος μέλος στου οποίου τα χωρικά ύδατα ή τη συνορεύουσα ζώνη πραγματοποιείται σύλληψη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

Άρθρο 3

Ασφάλεια στη θάλασσα

Τα μέτρα που λαμβάνονται για τους σκοπούς θαλάσσιας επιχείρησης εφαρμόζονται κατά τρόπο εξασφαλίζοντα διαρκώς την ασφάλεια των συλληφθέντων ή διασωθέντων, των συμμετεχουσών μονάδων και των τρίτων.

Άρθρο 4

Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχή της μη επαναπροώθησης

1.   Ουδείς αποβιβάζεται, εξαναγκάζεται να εισέλθει, προσάγεται σε χώρα ή άλλως παραδίδεται στις αρχές χώρας, κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, στην οποία μεταξύ άλλων διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποστεί βασανιστήρια, δίωξη ή άλλη απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ή όπου η ζωή ή η ελευθερία του θα απειληθούν λόγω της φυλής, του θρησκεύματος, της ιθαγένειας, του γενετήσιου προσανατολισμού, της συγκεκριμένης κοινωνικής προέλευσης ή των πολιτικών πεποιθήσεών του ή από την οποία υπάρχει σοβαρός κίνδυνος απέλασης, απομάκρυνσης ή έκδοσης σε άλλη χώρα κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

2.   Όταν εξετάζει το ενδεχόμενο της αποβίβασης σε τρίτη χώρα στο πλαίσιο του σχεδιασμού θαλάσσιας επιχείρησης, το κράτος μέλος υποδοχής, σε συντονισμό με τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και τον Οργανισμό, λαμβάνει υπόψη τη γενική κατάσταση στην εν λόγω τρίτη χώρα.

Η αξιολόγηση της γενικής κατάστασης σε τρίτη χώρα βασίζεται σε πληροφορίες από ευρύ φάσμα πηγών, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν κράτη μέλη, όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, καθώς και σχετικούς διεθνείς οργανισμούς και μπορεί να λαμβάνει υπόψη την ύπαρξη συμφωνιών και σχεδίων για τη μετανάστευση και το άσυλο που υλοποιούνται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και μέσω ενωσιακών πόρων. Η εν λόγω αξιολόγηση αποτελεί μέρος του επιχειρησιακού σχεδίου και δίδεται στις συμμετέχουσες μονάδες και αν χρειαστεί επικαιροποιείται.

Οι συλληφθέντες ή διασωθέντες δεν αποβιβάζονται, δεν εξαναγκάζονται να εισέλθουν ούτε οδηγούνται σε τρίτη χώρα, ούτε άλλως παραδίδονται στις αρχές τρίτης χώρας όταν το κράτος μέλος υποδοχής ή τα συμμετέχοντα κράτη μέλη γνωρίζουν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι η εν λόγω τρίτη χώρα εφαρμόζει πρακτικές που περιγράφονται στην παράγραφο 1.

3.   Στη διάρκεια θαλάσσιας επιχείρησης, προτού οι συλληφθέντες ή διασωθέντες αποβιβαστούν, εξαναγκαστούν να εισέλθουν ή οδηγηθούν σε τρίτη χώρα ή άλλως παραδοθούν στις αρχές τρίτης χώρας και λαμβάνοντας υπόψη την αξιολόγηση της γενικής κατάστασης στην εν λόγω τρίτη χώρα σύμφωνα με την παράγραφο 2, οι συμμετέχουσες μονάδες, με την επιφύλαξη του άρθρου 3, χρησιμοποιούν κάθε μέσο στη διάθεσή τους ώστε να ταυτοποιήσουν τους συλληφθέντες ή διασωθέντες, να εκτιμήσουν την προσωπική τους κατάσταση, να τους ενημερώσουν σχετικά με τον προορισμό τους με τρόπο που κατανοούν ή που μπορεί να υποτεθεί εύλογα ότι κατανοούν και να τους δώσουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τους λόγους για τους οποίους πιστεύουν ότι η αποβίβαση στον προτεινόμενο τόπο θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

Για τους σκοπούς αυτούς, προβλέπονται περαιτέρω λεπτομέρειες στο επιχειρησιακό σχέδιο περιλαμβάνοντας, εφόσον απαιτείται, τη διαθεσιμότητα στην ξηρά ιατρικού προσωπικού, διερμηνέων, νομικών συμβούλων και άλλων αρμόδιων εμπειρογνωμόνων του κράτους μέλους υποδοχής και των συμμετεχόντων κρατών μελών. Κάθε συμμετέχουσα μονάδα έχει μέλος της τουλάχιστον ένα πρόσωπο με βασική εκπαίδευση παροχής πρώτων βοηθειών.

Η έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 13 περιλαμβάνει, βάσει πληροφοριών που παρέχουν το κράτος μέλος υποδοχής και τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, περαιτέρω λεπτομέρειες όσον αφορά περιπτώσεις αποβίβασης σε τρίτες χώρες και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε το κάθε στοιχείο των διαδικασιών που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου από τις συμμετέχουσες μονάδες ώστε να εξασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης.

4.   Καθ’ όλη τη διάρκεια θαλάσσιας επιχείρησης, οι συμμετέχουσες μονάδες καλύπτουν τις ειδικές ανάγκες των παιδιών, συμπεριλαμβανομένων των ασυνόδευτων ανηλίκων, των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, των προσώπων που χρήζουν επείγουσας ιατρικής φροντίδας, των ατόμων με αναπηρίες, των προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας και άλλων προσώπων των οποίων η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ευάλωτη.

5.   Κάθε ανταλλαγή με τρίτες χώρες προσωπικών δεδομένων που συγκεντρώνονται στη διάρκεια θαλάσσιας επιχείρησης για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού περιορίζεται αυστηρά στο απολύτως αναγκαίο και πραγματοποιείται σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16), την απόφαση-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (17) και τις σχετικές εθνικές διατάξεις για την προστασία των δεδομένων.

Η ανταλλαγή με τρίτες χώρες προσωπικών δεδομένων σχετικά με συλληφθέντες ή διασωθέντες που συγκεντρώνονται στη διάρκεια θαλάσσιας επιχείρησης απαγορεύεται αν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης.

6.   Οι συμμετέχουσες μονάδες εκτελούν τα καθήκοντά τους σεβόμενες πλήρως την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

7.   Το παρόν άρθρο ισχύει για όλα τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη ή ο Οργανισμός σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

8.   Οι συνοριοφύλακες και το λοιπό προσωπικό που συμμετέχουν σε θαλάσσια επιχείρηση είναι καταρτισμένοι όσον αφορά τις συναφείς διατάξεις της νομοθεσίας περί θεμελιωδών δικαιωμάτων και περί προσφύγων και το διεθνές νομικό καθεστώς που διέπει την έρευνα και διάσωση σύμφωνα με το άρθρο 5 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΕΙΔΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

Άρθρο 5

Εντοπισμός

1.   Οι συμμετέχουσες μονάδες, μόλις εντοπίσουν σκάφος που είναι ύποπτο ότι μεταφέρει πρόσωπα που αποφεύγουν ή έχουν πρόθεση να αποφύγουν τους ελέγχους στα σημεία διέλευσης των συνόρων ή ότι επιδίδεται στη λαθραία μεταφορά μεταναστών διά θαλάσσης, το προσεγγίζουν για να εξακριβώσουν την ταυτότητα και την εθνικότητά του και, εν αναμονή περαιτέρω μέτρων, παρακολουθούν το σκάφος από απόσταση με όλες τις δέουσες προφυλάξεις. Οι συμμετέχουσες μονάδες συλλέγουν και διαβιβάζουν πάραυτα πληροφορίες σχετικά με το σκάφος στο διεθνές κέντρο συντονισμού, συμπεριλαμβανομένων ει δυνατόν πληροφοριών που αφορούν την κατάσταση των επιβαινόντων, ιδίως εάν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τη ζωή τους ή αν υπάρχουν πρόσωπα που χρήζουν επείγουσας ιατρικής φροντίδας. Το διεθνές κέντρο συντονισμού διαβιβάζει τις πληροφορίες στο εθνικό κέντρο συντονισμού του κράτους μέλους υποδοχής.

2.   Όταν επίκειται ή έχει ήδη λάβει χώρα η είσοδος σκάφους στα χωρικά ύδατα ή στη συνορεύουσα ζώνη κράτους μέλους που δεν συμμετέχει στη θαλάσσια επιχείρηση, οι συμμετέχουσες μονάδες συλλέγουν και διαβιβάζουν πληροφορίες σχετικά με το σκάφος αυτό στο διεθνές κέντρο συντονισμού, το οποίο διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες στο εθνικό κέντρο συντονισμού του οικείου κράτους μέλους.

3.   Οι συμμετέχουσες μονάδες συλλέγουν και διαβιβάζουν πληροφορίες για κάθε σκάφος ύποπτο για την άσκηση παράνομων δραστηριοτήτων στη θάλασσα, οι οποίες βρίσκονται εκτός του πεδίου της θαλάσσιας επιχείρησης, στο διεθνές κέντρο συντονισμού, το οποίο διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες στο εθνικό κέντρο συντονισμού του οικείου κράτους μέλους.

Άρθρο 6

Σύλληψη στα χωρικά ύδατα

1.   Στα χωρικά ύδατα του κράτους μέλους υποδοχής ή γειτονικού συμμετέχοντος κράτους μέλους, όταν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ένα σκάφος ενδέχεται να μεταφέρει πρόσωπα που επιδιώκουν να αποφύγουν τους ελέγχους στα σημεία διέλευσης των συνόρων ή ότι διενεργεί λαθραία μεταφορά μεταναστών διά θαλάσσης, το εν λόγω κράτος μέλος εξουσιοδοτεί τις συμμετέχουσες μονάδες να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

αίτηση παροχής πληροφοριών και εγγράφων σχετικά με την κυριότητα, τη νηολόγηση και τις λεπτομέρειες του ταξιδιού του σκάφους καθώς και την ταυτότητα, την ιθαγένεια και άλλα συναφή στοιχεία των επιβαινόντων, όπως αν υπάρχουν πρόσωπα που χρήζουν επείγουσας ιατρικής φροντίδας, καθώς και γνωστοποίηση στους επιβαίνοντες ότι ενδεχομένως δεν θα τους δοθεί άδεια να διέλθουν τα σύνορα·

β)

ανάσχεση του σκάφους, επιβίβαση σε αυτό και διεξαγωγή ερευνών με αντικείμενο το ίδιο το σκάφος, το φορτίο του και τους επιβαίνοντες, καθώς και ανάκριση των επιβαινόντων και ενημέρωσή τους ότι τα πρόσωπα που κυβερνούν το σκάφος ενδέχεται να αντιμετωπίσουν κυρώσεις για διευκόλυνση του ταξιδιού.

2.   Εάν ευρεθούν αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτή την υποψία, το εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής ή γειτονικό συμμετέχον κράτος μέλος δύναται να εξουσιοδοτήσει τις συμμετέχουσες μονάδες να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

κατάσχεση του σκάφους και σύλληψη των επιβαινόντων·

β)

διαταγή προς το σκάφος να μεταβάλει πορεία για να βγει από τα χωρικά ύδατα ή να παύσει να κατευθύνεται προς αυτά ή τη συνορεύουσα ζώνη, καθώς και συνοδεία του σκάφους ή πλεύση δίπλα σε αυτό μέχρι να επιβεβαιωθεί ότι το σκάφος τηρεί τη δεδομένη πορεία·

γ)

προσαγωγή του σκάφους ή των επιβαινόντων στο παράκτιο κράτος μέλος σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο.

3.   Τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει των παραγράφων 1 ή 2 είναι αναλογικά και δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων του παρόντος άρθρου.

4.   Για τους στόχους των παραγράφων 1 και 2, το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει οδηγίες στη συμμετέχουσα μονάδα μέσω του διεθνούς κέντρου συντονισμού.

Η συμμετέχουσα μονάδα ενημερώνει το κράτος μέλος υποδοχής, μέσω του διεθνούς κέντρου συντονισμού, όταν ο πλοίαρχος του σκάφους ζητεί να ειδοποιηθεί διπλωματικός αντιπρόσωπος ή προξενικός υπάλληλος του κράτους της σημαίας.

5.   Όταν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ένα σκάφος που στερείται εθνικότητας μεταφέρει πρόσωπα που επιδιώκουν να αποφύγουν τους ελέγχους στα σημεία διέλευσης των συνόρων ή διενεργεί λαθραία μεταφορά μεταναστών διά θαλάσσης, το κράτος μέλος υποδοχής ή το γειτονικό συμμετέχον κράτος μέλος στα χωρικά ύδατα του οποίου πραγματοποιείται η σύλληψη του εν λόγω σκάφους χωρίς εθνικότητα εγκρίνει τη λήψη ενός ή περισσοτέρων εκ των μέτρων της παραγράφου 1 και τη λήψη ενός ή περισσοτέρων εκ των μέτρων της παραγράφου 2. Το κράτος μέλος υποδοχής δίνει οδηγίες στη συμμετέχουσα μονάδα μέσω του διεθνούς κέντρου συντονισμού.

6.   Κάθε επιχειρησιακή δραστηριότητα στα χωρικά ύδατα κράτους μέλους που δεν συμμετέχει στη θαλάσσια επιχείρηση διεξάγεται με βάση την έγκριση του εν λόγω κράτους μέλους. Το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει οδηγίες στη συμμετέχουσα μονάδα μέσω του διεθνούς κέντρου συντονισμού βάσει των ενεργειών που έχουν εγκριθεί από το εν λόγω κράτος μέλος.

Άρθρο 7

Σύλληψη στην ανοικτή θάλασσα

1.   Στην ανοικτή θάλασσα, όταν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ένα σκάφος διενεργεί λαθραία μεταφορά μεταναστών διά θαλάσσης, υπό τον όρο της έγκρισης από το κράτος της σημαίας σύμφωνα με το πρωτόκολλο κατά της λαθραίας μεταφοράς μεταναστών και, κατά περίπτωση, με το εθνικό και το διεθνές δίκαιο, οι συμμετέχουσες μονάδες λαμβάνουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

αίτηση παροχής πληροφοριών και εγγράφων σχετικά με την κυριότητα, τη νηολόγηση και τις λεπτομέρειες του ταξιδιού του σκάφους καθώς και την ταυτότητα, την ιθαγένεια και άλλα συναφή στοιχεία των επιβαινόντων, όπως αν υπάρχουν πρόσωπα που χρήζουν επείγουσας ιατρικής φροντίδας·

β)

ανάσχεση του σκάφους, επιβίβαση σε αυτό και διεξαγωγή ερευνών με αντικείμενο το ίδιο το σκάφος, το φορτίο του και τους επιβαίνοντες, καθώς και ανάκριση των επιβαινόντων και ενημέρωσή τους ότι τα πρόσωπα που κυβερνούν το σκάφος ενδέχεται να αντιμετωπίσουν κυρώσεις για διευκόλυνση του ταξιδιού.

2.   Εάν ευρεθούν αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτή την υποψία, υπό τον όρο της έγκρισης από το κράτος της σημαίας σύμφωνα με το πρωτόκολλο κατά της λαθραίας μεταφοράς μεταναστών και, κατά περίπτωση, με το εθνικό και το διεθνές δίκαιο, οι συμμετέχουσες μονάδες μπορούν να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

κατάσχεση του σκάφους και σύλληψη των επιβαινόντων·

β)

προειδοποίηση και έκδοση διαταγής προς το σκάφος να μην εισέλθει στα χωρικά ύδατα ή στη συνορεύουσα ζώνη, και, εφόσον απαιτείται, έκκληση προς το σκάφος να αλλάξει την πορεία του προς προορισμό εκτός των χωρικών υδάτων ή της συνορεύουσας ζώνης·

γ)

προσαγωγή του σκάφους ή των επιβαινόντων σε τρίτη χώρα ή παράδοση με άλλο τρόπο του σκάφους ή των επιβαινόντων στις αρχές τρίτης χώρας·

δ)

προσαγωγή του σκάφους ή των επιβαινόντων στο κράτος μέλος υποδοχής ή σε γειτονικό συμμετέχον κράτος μέλος.

3.   Τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει των παραγράφων 1 ή 2 είναι αναλογικά και δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων του παρόντος άρθρου.

4.   Για τους στόχους των παραγράφων 1 και 2, το κράτος μέλος υποδοχής δίνει οδηγίες στη συμμετέχουσα μονάδα μέσω του διεθνούς κέντρου συντονισμού.

5.   Όταν το σκάφος φέρει τη σημαία ή διακριτικά σημεία νηολόγησης του κράτους μέλους υποδοχής ή συμμετέχοντος κράτους μέλους, το εν λόγω κράτος μέλος, αφού επιβεβαιώσει την εθνικότητα του σκάφους, δύναται να εγκρίνει τη λήψη ενός ή περισσοτέρων από τα μέτρα των παραγράφων 1 και 2. Το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει εν συνεχεία οδηγίες στη συμμετέχουσα μονάδα μέσω του διεθνούς κέντρου συντονισμού.

6.   Όταν το σκάφος φέρει τη σημαία ή διακριτικά σημεία νηολόγησης κράτους μέλους που δεν συμμετέχει στη θαλάσσια επιχείρηση ή τρίτης χώρας, το κράτος μέλος υποδοχής ή το συμμετέχον κράτος μέλος, ανάλογα με το κράτος στο οποίο ανήκει η συμμετέχουσα μονάδα που συνέλαβε το εν λόγω σκάφος, ενημερώνει το κράτος της σημαίας, ζητεί επιβεβαίωση της νηολόγησης και, εφόσον επιβεβαιωθεί η εθνικότητα, ζητεί από το κράτος της σημαίας να σταματήσει τη χρήση του σκάφους για λαθραία μεταφορά μεταναστών. Εάν το κράτος της σημαίας δεν θέλει ή δεν μπορεί να το πράξει, είτε απευθείας είτε με τη συνδρομή του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει η συμμετέχουσα μονάδα, το εν λόγω κράτος μέλος ζητεί την έγκριση του κράτους της σημαίας να λάβει οποιοδήποτε από τα μέτρα των παραγράφων 1 και 2. Το κράτος μέλος υποδοχής ή το συμμετέχον κράτος μέλος ενημερώνει το διεθνές κέντρο συντονισμού για οποιαδήποτε επικοινωνία με το κράτος της σημαίας και για τις σκοπούμενες δράσεις ή μέτρα που εγκρίθηκαν από το κράτος της σημαίας. Το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει εν συνεχεία οδηγίες στη συμμετέχουσα μονάδα μέσω του διεθνούς κέντρου συντονισμού.

7.   Αν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ένα σκάφος, μολονότι φέρει ξένη σημαία ή αρνείται να επιδείξει τη σημαία του, έχει στην πραγματικότητα εθνικότητα ίδια με εκείνη της συμμετέχουσας μονάδας, η μονάδα αυτή εξακριβώνει το δικαίωμα του σκάφους να φέρει τη σημαία του. Για τον σκοπό αυτόν, μπορεί να προσεγγίσει το ύποπτο σκάφος. Αν η υπόνοια εξακολουθεί να υπάρχει, προβαίνει σε περαιτέρω έρευνα πάνω στο σκάφος με κάθε δυνατή επιμέλεια.

8.   Αν υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι ένα σκάφος, μολονότι φέρει ξένη σημαία ή αρνείται να επιδείξει τη σημαία του, έχει στην πραγματικότητα την εθνικότητα του κράτους μέλους υποδοχής ή συμμετέχοντος κράτους μέλους, η συμμετέχουσα μονάδα εξακριβώνει το δικαίωμα του σκάφους να φέρει τη σημαία του.

9.   Όταν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 7 ή 8, ευρεθούν στοιχεία που επιβεβαιώνουν τις υποψίες για την εθνικότητα του σκάφους, το εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής ή το εν λόγω συμμετέχον κράτος μέλος δύναται να εγκρίνει τη λήψη ενός ή περισσοτέρων από τα μέτρα των παραγράφων 1 και 2. Το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει εν συνεχεία τις δέουσες οδηγίες στη συμμετέχουσα μονάδα μέσω του διεθνούς κέντρου συντονισμού.

10.   Εν αναμονή της έγκρισης από το κράτος της σημαίας ή εφόσον δεν υπάρχει έγκριση του κράτους της σημαίας, το σκάφος παρακολουθείται από απόσταση ασφαλείας. Κανένα άλλο μέτρο δεν λαμβάνεται χωρίς τη ρητή έγκριση του κράτους της σημαίας, με εξαίρεση τα μέτρα που απαιτούνται για την αποσόβηση επικείμενου κινδύνου για τη ζωή προσώπων ή τα μέτρα που απορρέουν από συναφείς διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες.

11.   Όταν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ένα σκάφος που στερείται εθνικότητας διενεργεί λαθραία μεταφορά μεταναστών διά θαλάσσης, η συμμετέχουσα μονάδα μπορεί να επιβιβασθεί και να ερευνήσει το σκάφος για να εξακριβώσει κατά πόσον το σκάφος στερείται εθνικότητας. Εάν ευρεθούν αποδεικτικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτή την υποψία, η συμμετέχουσα μονάδα ενημερώνει το κράτος μέλος υποδοχής, το οποίο μπορεί να λάβει, απευθείας ή με τη συνδρομή του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει η συμμετέχουσα μονάδα, περαιτέρω κατάλληλα μέτρα όπως προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, σύμφωνα με το εθνικό και το διεθνές δίκαιο.

12.   Το κράτος μέλος του οποίου η συμμετέχουσα μονάδα έχει λάβει οποιοδήποτε μέτρο σύμφωνα με την παράγραφο 1 ενημερώνει πάραυτα το κράτος της σημαίας για τα αποτελέσματα του εν λόγω μέτρου.

13.   Ο εθνικός υπάλληλος που αντιπροσωπεύει το κράτος μέλος υποδοχής ή το συμμετέχον κράτος μέλος στο διεθνές κέντρο συντονισμού είναι υπεύθυνος για τη διευκόλυνση των επικοινωνιών με τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους προκειμένου να ζητηθεί η έγκριση για την εξακρίβωση του δικαιώματος σκάφους να φέρει τη σημαία του κράτους μέλους ή για τη λήψη οποιουδήποτε από τα μέτρα των παραγράφων 1 και 2.

14.   Όταν δεν ευρεθούν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τις υποψίες ότι ένα σκάφος διενεργεί λαθραία μεταφορά μεταναστών στην ανοικτή θάλασσα ή όταν η συμμετέχουσα μονάδα δεν έχει δικαιοδοσία να δράσει, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι το σκάφος μεταφέρει πρόσωπα που επιδιώκουν να φθάσουν στα σύνορα κράτους μέλους και να αποφύγουν τους ελέγχους στα σημεία διέλευσης των συνόρων, το εν λόγω σκάφος εξακολουθεί να παρακολουθείται. Το διεθνές κέντρο συντονισμού κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με το εν λόγω σκάφος στο εθνικό κέντρο συντονισμού των κρατών μελών προς το οποίο αυτό κατευθύνεται.

Άρθρο 8

Σύλληψη στη συνορεύουσα ζώνη

1.   Στη συνορεύουσα ζώνη του κράτους μέλους υποδοχής ή γειτονικού συμμετέχοντος κράτους μέλους, τα μέτρα που θεσπίζονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 λαμβάνονται σύμφωνα με τις εν λόγω παραγράφους και τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 6. Κάθε έγκριση του άρθρου 6 παράγραφοι 1 και 2 μπορεί να χορηγηθεί μόνον για μέτρα αναγκαία προκειμένου να αποφευχθεί η παραβίαση των σχετικών νόμων και των κανόνων που ισχύουν στο έδαφος ή στα χωρικά ύδατα αυτού του κράτους μέλους.

2.   Τα μέτρα που θεσπίζονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2 δεν λαμβάνονται στη συνορεύουσα ζώνη κράτους μέλους που δεν συμμετέχει στη θαλάσσια επιχείρηση χωρίς την έγκριση του εν λόγω κράτους μέλους. Το διεθνές κέντρο συντονισμού ενημερώνεται για κάθε επικοινωνία με το εν λόγω κράτος μέλος και για κάθε επακόλουθη ενέργεια που εγκρίνεται από το εν λόγω κράτος μέλος. Εάν το εν λόγω κράτος μέλος δεν δώσει την έγκρισή του και εφόσον υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι το σκάφος μεταφέρει πρόσωπα που προτίθενται να φθάσουν στα σύνορα κράτους μέλους, εφαρμόζεται το άρθρο 7 παράγραφος 14.

3.   Όταν ένα σκάφος που στερείται εθνικότητας διέρχεται από τη συνορεύουσα ζώνη, εφαρμόζεται το άρθρο 7 παράγραφος 11.

Άρθρο 9

Περιστατικά έρευνας και διάσωσης

1.   Τα κράτη μέλη τηρούν την υποχρέωσή τους να παρέχουν βοήθεια σε κάθε σκάφος ή πρόσωπο σε κατάσταση κινδύνου στη θάλασσα και κατά τη διάρκεια θαλάσσιας επιχείρησης και εξασφαλίζουν ότι οι συμμετέχουσες μονάδες τους τηρούν την υποχρέωση αυτή σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το πράττουν δε ανεξαρτήτως της ιθαγένειας ή του καθεστώτος του προσώπου αυτού ή των συνθηκών υπό τις οποίες βρίσκεται το πρόσωπο αυτό.

2.   Για την αντιμετώπιση των περιστατικών έρευνας και διάσωσης που μπορεί να προκύψουν κατά τη διάρκεια θαλάσσιας επιχείρησης, το επιχειρησιακό σχέδιο περιέχει, σύμφωνα με το σχετικό διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του δικαίου για την έρευνα και τη διάσωση, τουλάχιστον τις ακόλουθες διατάξεις:

α)

Όταν, κατά τη διάρκεια θαλάσσιας επιχείρησης, οι συμμετέχουσες μονάδες έχουν λόγους να πιστεύουν ότι αντιμετωπίζουν φάση αβεβαιότητας, συναγερμού ή κινδύνου για σκάφος ή κάποιον εκ των επιβαινόντων σε αυτό, τότε διαβιβάζουν ταχέως κάθε διαθέσιμη πληροφορία στο κέντρο συντονισμού διάσωσης το οποίο είναι αρμόδιο για την περιοχή έρευνας και διάσωσης όπου ανακύπτει η κατάσταση και τίθενται στη διάθεση αυτού του κέντρου συντονισμού διάσωσης.

β)

Οι συμμετέχουσες μονάδες ενημερώνουν το διεθνές κέντρο συντονισμού το ταχύτερο δυνατό για κάθε επικοινωνία με το κέντρο συντονισμού διάσωσης και για τις ενέργειες που έχουν αναλάβει οι μονάδες αυτές.

γ)

Ένα σκάφος ή οι επιβαίνοντες σε αυτό θεωρούνται ότι βρίσκονται σε φάση αβεβαιότητας ιδίως:

i)

όταν ένα πρόσωπο αναφερθεί ως αγνοούμενο ή ένα σκάφος παρουσιάζει καθυστέρηση, ή

ii)

όταν πρόσωπο ή σκάφος δεν έχει διαβιβάσει αναμενόμενη αναφορά θέσεως ή ασφαλείας.

δ)

Ένα σκάφος ή οι επιβαίνοντες σε αυτό θεωρούνται ότι βρίσκονται σε φάση συναγερμού ιδίως:

i)

όταν, ύστερα από κατάσταση αβεβαιότητας, έχουν αποτύχει οι προσπάθειες επικοινωνίας με πρόσωπο ή σκάφος και δεν ευοδώθηκαν οι αναζητήσεις προς άλλες κατάλληλες πηγές, ή

ii)

όταν έχουν ληφθεί πληροφορίες που υποδηλώνουν ότι η λειτουργική αποτελεσματικότητα του σκάφους έχει υποστεί πλήγμα, αλλά όχι σε βαθμό που να είναι πιθανή η κατάσταση κινδύνου.

ε)

Ένα σκάφος ή οι επιβαίνοντες σε αυτό θεωρούνται ότι βρίσκονται σε φάση κινδύνου ιδίως:

i)

όταν λαμβάνονται θετικές πληροφορίες ότι πρόσωπο ή σκάφος είναι σε κίνδυνο και χρειάζεται άμεση βοήθεια, ή

ii)

όταν, μετά τη φάση συναγερμού, ακολουθούν περαιτέρω αποτυχημένες προσπάθειες επικοινωνίας με πρόσωπο ή σκάφος και ευρύτερες ανεπιτυχείς έρευνες δηλώνουν την πιθανότητα να υφίσταται κατάσταση κινδύνου, ή

iii)

όταν λαμβάνονται πληροφορίες που υποδεικνύουν ότι η λειτουργική αποτελεσματικότητα του σκάφους έχει υποστεί πλήγμα σε βαθμό που να είναι πιθανή η κατάσταση κινδύνου.

στ)

Οι συμμετέχουσες μονάδες, προκειμένου να εξετάσουν εάν το σκάφος είναι σε φάση αβεβαιότητας, συναγερμού ή κινδύνου, λαμβάνουν υπόψη και διαβιβάζουν όλες τις σχετικές πληροφορίες και παρατηρήσεις στο αρμόδιο κέντρο συντονισμού διάσωσης, περιλαμβανομένων και πληροφοριών σχετικά με:

i)

την ύπαρξη αιτήματος συνδρομής, μολονότι το αίτημα δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα απόφασης ότι υφίσταται κατάσταση κινδύνου,

ii)

το αξιόπλοο του σκάφους και την πιθανότητα το σκάφος να μη φθάσει στον τελικό του προορισμό,

iii)

τον αριθμό των επιβαινόντων σε συνάρτηση με τον τύπο και την κατάσταση του σκάφους,

iv)

την ύπαρξη επαρκών εφοδίων όπως καυσίμων, νερού και τροφίμων μέχρι να φθάσει το πλοίο στην ξηρά,

v)

την ύπαρξη καταρτισμένου πληρώματος και πλοιάρχου,

vi)

την ύπαρξη και το δυναμικό του εξοπλισμού ασφαλείας, πλοήγησης και επικοινωνίας,

vii)

την παρουσία επιβαινόντων που χρήζουν επείγουσας ιατρικής φροντίδας,

viii)

την παρουσία αποβιωσάντων επί του σκάφους,

ix)

την ύπαρξη εγκύων γυναικών ή παιδιών επί του σκάφους,

x)

τις καιρικές συνθήκες και την κατάσταση της θάλασσας, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών προβλέψεων.

ζ)

Εν αναμονή οδηγιών από το κέντρο συντονισμού διάσωσης, οι συμμετέχουσες μονάδες λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα για να εγγυηθούν την ασφάλεια των εν λόγω προσώπων.

η)

Όταν ένα σκάφος θεωρείται ότι βρίσκεται σε κατάσταση αβεβαιότητας, συναγερμού ή κινδύνου, αλλά οι επιβαίνοντες αρνούνται να δεχθούν συνδρομή, η συμμετέχουσα μονάδα ενημερώνει σχετικά το αρμόδιο κέντρο συντονισμού διάσωσης και ακολουθεί τις οδηγίες του. Η συμμετέχουσα μονάδα εξακολουθεί να εκπληρώνει το καθήκον επιμέλειας παρακολουθώντας το σκάφος και λαμβάνοντας κάθε μέτρο που κρίνεται απαραίτητο για την ασφάλεια των σχετικών προσώπων, απέχοντας συγχρόνως από κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση ή να αυξήσει την πιθανότητα πρόκλησης σωματικής βλάβης ή απώλειας ζωής.

θ)

Όταν το κέντρο συντονισμού διάσωσης τρίτης χώρας που είναι αρμόδιο για την περιοχή έρευνας και διάσωσης δεν απαντήσει στις πληροφορίες που του έχει διαβιβάσει η συμμετέχουσα μονάδα, η μονάδα αυτή επικοινωνεί με το κέντρο συντονισμού διάσωσης του κράτους μέλους υποδοχής εκτός εάν η συμμετέχουσα μονάδα κρίνει ότι άλλο διεθνώς αναγνωρισμένο κέντρο συντονισμού διάσωσης είναι περισσότερο σε θέση να αναλάβει τον συντονισμό του περιστατικού έρευνας και διάσωσης.

Το επιχειρησιακό σχέδιο μπορεί να περιέχει στοιχεία προσαρμοσμένα στις ιδιαίτερες συνθήκες της σχετικής θαλάσσιας επιχείρησης.

3.   Όταν ολοκληρωθεί το περιστατικό έρευνας και διάσωσης, η συμμετέχουσα μονάδα, σε συνεννόηση με το διεθνές κέντρο συντονισμού, συνεχίζει τη θαλάσσια επιχείρηση.

Άρθρο 10

Αποβίβαση

1.   Το επιχειρησιακό σχέδιο περιέχει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τουλάχιστον τις ακόλουθες λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποβίβαση των συλληφθέντων ή διασωθέντων κατά τη διάρκεια θαλάσσιας επιχείρησης:

α)

σε περίπτωση σύλληψης στα χωρικά ύδατα ή τη συνορεύουσα ζώνη κατά τα όσα ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1, 2, ή 6 ή στο άρθρο 8 παράγραφοι 1 ή 2, η αποβίβαση πραγματοποιείται στο παράκτιο κράτος μέλος, με την επιφύλαξη του άρθρου 6 παράγραφος 2 στοιχείο β)·

β)

σε περίπτωση σύλληψης στην ανοικτή θάλασσα όπως καθορίζεται στο άρθρο 7, η αποβίβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί στην τρίτη χώρα από την οποία εικάζεται ότι αναχώρησε το σκάφος. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, η αποβίβαση πραγματοποιείται στο κράτος μέλος υποδοχής·

γ)

σε περιστατικά έρευνας και διάσωσης κατά τα όσα ορίζονται στο άρθρο 9 και με την επιφύλαξη της ευθύνης του κέντρου συντονισμού διάσωσης, το κράτος μέλος υποδοχής και τα συμμετέχοντα κράτη μέλη συνεργάζονται με το αρμόδιο κέντρο συντονισμού διάσωσης προκειμένου να εντοπίσουν ασφαλή τόπο και, όταν το αρμόδιο κέντρο συντονισμού διάσωσης υποδείξει τέτοιον ασφαλή τόπο, εξασφαλίζουν ότι η αποβίβαση των διασωθέντων πραγματοποιείται με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα.

Εάν δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί η συμμετέχουσα μονάδα από την υποχρέωσή της που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1, μόλις υπάρχει πρακτικά η δυνατότητα, λαμβανομένης υπόψη της ασφάλειας των διασωθέντων και της ίδιας της μονάδας, παρέχεται στη μονάδα έγκριση αποβίβασης των διασωθέντων στο κράτος μέλος υποδοχής.

Οι εν λόγω λεπτομερείς ρυθμίσεις αποβίβασης δεν έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή υποχρεώσεων σε κράτη μέλη τα οποία δεν συμμετέχουν στη θαλάσσια επιχείρηση εκτός εάν αυτά τα κράτη μέλη εγκρίνουν ρητά τη λήψη μέτρων στα χωρικά ύδατα ή τη συνορεύουσα ζώνη τους σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 6 ή το άρθρο 8 παράγραφος 2.

Το επιχειρησιακό σχέδιο μπορεί να περιέχει στοιχεία προσαρμοσμένα στις ιδιαίτερες συνθήκες της σχετικής θαλάσσιας επιχείρησης.

2.   Οι συμμετέχουσες μονάδες ενημερώνουν το διεθνές κέντρο συντονισμού για την παρουσία προσώπων κατά την έννοια του άρθρου 4 και το διεθνές κέντρο συντονισμού διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες εθνικές αρχές της χώρας όπου γίνεται η αποβίβαση.

Το επιχειρησιακό σχέδιο περιέχει τα στοιχεία επικοινωνίας αυτών των αρμόδιων εθνικών αρχών, οι οποίες θα λάβουν τα κατάλληλα μέτρα συνέχειας.

Άρθρο 11

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004

Στο άρθρο 3α παράγραφος 1 και στο άρθρο 8ε παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004, στο τέλος του στοιχείου ι) αντιστοίχως, προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:

«Εν προκειμένω, το επιχειρησιακό σχέδιο καθορίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 656/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18).

Άρθρο 12

Μηχανισμοί αλληλεγγύης

1.   Κράτος μέλος που αντιμετωπίζει κατάσταση επείγουσας και εξαιρετικής πίεσης στα εξωτερικά του σύνορα μπορεί να ζητήσει:

α)

την ανάπτυξη ευρωπαϊκών ομάδων συνοριοφυλάκων σύμφωνα με το άρθρο 8α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004 για την παροχή ταχείας επιχειρησιακής βοήθειας στο εν λόγω κράτος μέλος·

β)

από τον Οργανισμό τεχνική και επιχειρησιακή συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2007/2004, για να λάβει συνδρομή σε ζητήματα συντονισμού μεταξύ κρατών μελών και/ή την επιστράτευση εμπειρογνωμόνων για τη στήριξη των αρμόδιων εθνικών αρχών·

γ)

επείγουσα συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 515/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19) για την αντιμετώπιση επειγουσών και ειδικών αναγκών σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης.

2.   Κράτος μέλος που αντιμετωπίζει ισχυρή μεταναστευτική πίεση που προκαλεί έκτακτες επιβαρύνσεις στις οικείες εγκαταστάσεις υποδοχής και συστήματα ασύλου μπορεί να ζητήσει:

α)

από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, την αποστολή ομάδας υποστήριξης για το άσυλο, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου