ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

57ό έτος
28 Μαΐου 2014


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2014/60/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος κράτους μέλους και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 (αναδιατύπωση)

1

 

*

Οδηγία 2014/67/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (κανονισμός ΙΜΙ) ( 1 )

11

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

*

Απόφαση αριθ. 573/2014/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, σχετικά με την ενισχυμένη συνεργασία των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης (ΔΥΑ) ( 1 )

32

 

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

 

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

 

*

Ενημέρωση σχετικά με την έναρξη ισχύος της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Τουρκίας σχετικά με τη συμμετοχή της Δημοκρατίας της Τουρκίας στις εργασίες του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας

40

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 574/2014 της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 2014, για την τροποποίηση του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το υπόδειγμα που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κατάρτιση δήλωσης επιδόσεων για τα δομικά προϊόντα

41

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2014 της Επιτροπής, της 27ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 383/2012 για τον καθορισμό τεχνικών απαιτήσεων όσον αφορά άδειες οδήγησης που περιλαμβάνουν υπόστρωμα αποθήκευσης (μικροεπεξεργαστή) ( 1 )

47

 

 

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 576/2014 της Επιτροπής, της 27ης Μαΐου 2014, για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

50

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

2014/302/ΕΕ

 

*

Εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής, της 27ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση της απόφασης 2011/166/ΕΕ σχετικά με την ίδρυση της ΚΕΕΥ-SHARE

52

 

 

2014/303/ΕΕ

 

*

Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 20ής Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης και της παροχής επιτοκίου στις καταθέσεις της κεντρικής διοίκησης από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕΚΤ/2014/8)

54

 

 

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ

 

 

2014/304/ΕΕ

 

*

Κατευθυντήρια γραμμή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 20ής Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με εγχώριες πράξεις διαχείρισης ενεργητικού και παθητικού από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕΚΤ/2014/9)

56

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στην εκτελεστική απόφαση 2013/654/ΕΕ της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2013, για την τροποποίηση της απόφασης 2008/294/ΕΚ, ώστε να συμπεριλάβει επιπλέον τεχνολογίες πρόσβασης και ζώνες συχνοτήτων για την παροχή υπηρεσιών κινητών επικοινωνιών επί αεροσκαφών (υπηρεσίες MCA) ( ΕΕ L 303 της 14.11.2013 )

66

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΟΔΗΓΙΕΣ

28.5.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159/1


ΟΔΗΓΊΑ 2014/60/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 15ης Μαΐου 2014

σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος κράτους μέλους και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 (αναδιατύπωση)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 93/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου (2) έχει τροποποιηθεί ουσιωδώς από τις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 96/100/ΕΚ (3) και 2001/38/ΕΚ (4). Ενόψει των νέων τροποποιήσεων που αναμένονται, κρίνεται σκόπιμο να αναδιατυπωθεί η εν λόγω οδηγία για λόγους σαφήνειας.

(2)

Η εσωτερική αγορά αποτελεί έναν χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Σύμφωνα με το άρθρο 36 ΣΛΕΕ, οι οικείες διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών δεν εμποδίζουν τις απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακόμισης που δικαιολογούνται με σκοπό την προστασία των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία.

(3)

Δυνάμει των όρων και εντός των ορίων του άρθρου 36 ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να καθορίζουν τους εθνικούς τους θησαυρούς και να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία τους. Ωστόσο, η Ένωση διαδραματίζει πολύτιμο ρόλο στην ενθάρρυνση της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ευρωπαϊκής σημασίας, στην οποία ανήκουν οι εν λόγω εθνικοί θησαυροί.

(4)

Η οδηγία 93/7/ΕΟΚ έθετε σε εφαρμογή ένα σύστημα που επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιτυγχάνουν την επιστροφή στο έδαφός τους των πολιτιστικών αγαθών που χαρακτηρίζονται ως «εθνικοί θησαυροί» κατά την έννοια του άρθρου 36 ΣΛΕΕ και τα οποία ανήκαν σε κοινές κατηγορίες πολιτιστικών αγαθών που αναφέρονταν στο παράρτημα της εν λόγω οδηγίας και που έχουν απομακρυνθεί από το έδαφός τους κατά παράβαση των εθνικών μέτρων ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 116/2009 του Συμβουλίου (5). Η εν λόγω οδηγία κάλυπτε επίσης πολιτιστικά αγαθά που χαρακτηρίζονται ως εθνικοί θησαυροί και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα δημόσιων συλλογών ή καταλόγων εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, τα οποία δεν ενέπιπταν σ' αυτές τις κοινές κατηγορίες.

(5)

Η οδηγία 93/7/ΕΟΚ καθιέρωσε τη διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών σε σχέση με τους εθνικούς θησαυρούς, σε στενή συνάρτηση με τη συνεργασία τους με την Ιντερπόλ και άλλους αρμόδιους φορείς στον τομέα των κλαπέντων έργων τέχνης, η οποία συνίσταται, ιδίως, στην καταγραφή των απολεσθέντων, κλαπέντων ή παρανόμως απομακρυνθέντων πολιτιστικών αγαθών που αποτελούν μέρος των εθνικών θησαυρών και των δημόσιων συλλογών τους.

(6)

Η διαδικασία που προβλέπει η οδηγία 93/7/ΕΟΚ αποτέλεσε ένα πρώτο βήμα για την καθιέρωση συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών στον τομέα αυτόν και μέσα στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς με στόχο την περαιτέρω αμοιβαία αναγνώριση των σχετικών εθνικών νομοθεσιών.

(7)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 116/2009 εισήγαγε, εκ παραλλήλου με την οδηγία 93/7/ΕΟΚ, ένα ενωσιακό σύστημα για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών των κρατών μελών.

(8)

Στόχος της οδηγίας 93/7/ΕΟΚ ήταν να εξασφαλιστεί η υλική επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών στο κράτος μέλος από το έδαφος του οποίου τα εν λόγω αγαθά είχαν απομακρυνθεί παράνομα, ανεξαρτήτως από τα δικαιώματα κυριότητας επί των αγαθών. Ωστόσο η εφαρμογή της οδηγίας αυτής κατέδειξε τα όρια του συστήματος ανάκτησης των εν λόγω πολιτιστικών αγαθών. Στις εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας επισημαίνεται ότι η οδηγία δεν εφαρμοζόταν συχνά, ιδίως λόγω του περιορισμένου πεδίου εφαρμογής της, που οφείλεται στις συνθήκες που ορίζονται στο παράρτημα της εν λόγω οδηγίας, της σύντομης προθεσμίας που προβλεπόταν για την άσκηση αγωγής επιστροφής και του κόστους που συνδεόταν με την αγωγή επιστροφής.

(9)

Θα πρέπει να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας ώστε να καλύπτει κάθε πολιτιστικό αγαθό που χαρακτηρίζεται ή ορίζεται από κράτος μέλος, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή τις εθνικές διοικητικές διαδικασίες, ως ένας από τους εθνικούς θησαυρούς καλλιτεχνικής, ιστορικής ή αρχαιολογικής αξίας κατά την έννοια του άρθρου 36 ΣΛΕΕ. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει συνεπώς να καλύπτει αγαθά με ιστορικό, παλαιοντολογικό, εθνογραφικό, νομισματικό ενδιαφέρον ή επιστημονική αξία, ανεξάρτητα από το εάν αποτελούν τμήμα δημόσιων ή άλλων συλλογών ή είναι μεμονωμένα αντικείμενα και το εάν έχουν προκύψει από νόμιμες ή λαθραίες ανασκαφές, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν χαρακτηριστεί ή οριστεί ως εθνικοί θησαυροί. Επιπλέον, τα πολιτιστικά αγαθά που έχουν χαρακτηριστεί ή οριστεί ως εθνικοί θησαυροί δεν θα πρέπει πλέον να ανήκουν σε κατηγορίες ή να ανταποκρίνονται σε κατώτατα όρια παλαιότητας και/ή κατώτατα όρια οικονομικής αξίας για να μπορούν να επιστραφούν δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

(10)

Ο σεβασμός της πολυμορφίας των εθνικών συστημάτων προστασίας των εθνικών θησαυρών αναγνωρίζεται από το άρθρο 36 ΣΛΕΕ. Για την προαγωγή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, της διάθεσης συνεργασίας και της αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των κρατών μελών, θα πρέπει να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής του όρου «εθνικός θησαυρός» στο πλαίσιο του άρθρου 36 ΣΛΕΕ. Τα κράτη μέλη πρέπει να διευκολύνουν την επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών στο κράτος μέλος από το έδαφος του οποίου τα αγαθά αυτά είχαν απομακρυνθεί παράνομα, ανεξαρτήτως από την ημερομηνία προσχώρησης του εν λόγω κράτους μέλους, και πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η επιστροφή τέτοιων αγαθών δεν συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος. Θα πρέπει να είναι δυνατόν τα κράτη μέλη να επιστρέφουν κι άλλα πολιτιστικά αγαθά εκτός από αυτά που χαρακτηρίζονται ή ορίζονται ως «εθνικοί θησαυροί» με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι σχετικές διατάξεις της ΣΛΕΕ, καθώς και πολιτιστικά αγαθά που απομακρύνθηκαν παράνομα πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993.

(11)

Κρίνεται απαραίτητο να ενταθεί η διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, ώστε να διευκολυνθεί η αποτελεσματικότερη και πιο ομοιόμορφη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να απαιτείται από τις κεντρικές αρχές να συνεργάζονται αποτελεσματικά μεταξύ τους και να ανταλλάσσουν πληροφορίες όσον αφορά τα πολιτιστικά αγαθά που έχουν απομακρυνθεί παράνομα μέσω της χρήσης του συστήματος πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (στο εξής «IMI»), το οποίο προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6). Προκειμένου να βελτιωθεί η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να καταρτιστεί μια μονάδα του συστήματος ΙΜΙ ειδικά προσαρμοσμένη για τα πολιτιστικά αγαθά. Είναι επίσης ευκταίο να χρησιμοποιούν αυτό το σύστημα και άλλες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών κατά περίπτωση.

(12)

Για να εξασφαλιστεί η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η διοικητική συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να συνάδουν με τους κανόνες της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) και, στον βαθμό που χρησιμοποιείται το IMI, με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2012. Οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται στην οδηγία 95/46/ΕΚ και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) θα πρέπει να ισχύουν και για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(13)

Η προθεσμία προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον ένα πολιτιστικό αγαθό που εντοπίστηκε σε άλλο κράτος μέλος αποτελεί πολιτιστικό αγαθό κατά την έννοια της οδηγίας 93/7/ΕΟΚ, διαπιστώθηκε ότι στην πράξη ήταν πολύ βραχεία. Θα πρέπει κατά συνέπεια να παραταθεί στους έξι μήνες. Η μεγαλύτερη προθεσμία θα επιτρέψει τη λήψη των απαραίτητων μέτρων από τα κράτη μέλη με σκοπό τη διαφύλαξη του πολιτιστικού αγαθού και, κατά περίπτωση, την πρόληψη της διαφυγής του από τη διαδικασία επιστροφής.

(14)

Η προθεσμία για την άσκηση αγωγής επιστροφής θα πρέπει να επεκταθεί σε τρία έτη από την ημερομηνία κατά την οποία το κράτος μέλος από το έδαφος του οποίου το πολιτιστικό αγαθό είχε απομακρυνθεί παράνομα έλαβε γνώση του τόπου όπου βρισκόταν το πολιτιστικό αγαθό και της ταυτότητας του νομέα ή κατόχου του. Η παράταση της περιόδου αυτής θα διευκολύνει την επιστροφή και θα αποθαρρύνει την παράνομη απομάκρυνση των εθνικών θησαυρών. Χάριν σαφήνειας, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να υπολογίζεται από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε σχετική γνώση η κεντρική αρχή του κράτους μέλους από την επικράτεια του οποίου απομακρύνθηκε παράνομα το πολιτιστικό αγαθό.

(15)

Δυνάμει της οδηγίας 93/7/ΕΟΚ η αγωγή επιστροφής δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την παρέλευση 30 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία το πολιτιστικό αγαθό απομακρύνθηκε παράνομα από το έδαφος του κράτους μέλους. Ωστόσο, στην περίπτωση αγαθών που αποτελούν τμήμα δημόσιων συλλογών και αγαθών που ανήκουν σε καταλόγους εκκλησιαστικών ιδρυμάτων στα κράτη μέλη όπου υπόκεινται σε ειδικό σύστημα προστασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η αγωγή για επιστροφή παραγράφεται μετά την παρέλευση μεγαλύτερης προθεσμίας υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη ενδέχεται να προβλέπουν ειδικά συστήματα προστασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο για θρησκευτικά ιδρύματα πλην των εκκλησιαστικών, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει και τα άλλα θρησκευτικά ιδρύματα.

(16)

Το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του περί πρόληψης και καταπολέμησης του εγκλήματος εις βάρος των πολιτιστικών αγαθών που εγκρίθηκα στις 13 και 14 Δεκεμβρίου 2011, αναγνώρισε την ανάγκη λήψης μέτρων ώστε να καταστεί αποτελεσματικότερη η πρόληψη της εγκληματικότητας όσον αφορά τα πολιτιστικά αγαθά και η καταπολέμηση του εν λόγω φαινομένου. Συνέστησε στην Επιτροπή να στηρίξει τα κράτη μέλη στην προσπάθειά τους να προστατεύουν αποτελεσματικά τα πολιτιστικά αγαθά, ώστε να προλαμβάνουν και να καταπολεμούν την παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών και, αν κρίνεται αναγκαίο, να προωθούν συμπληρωματικά μέτρα. Επιπροσθέτως, το Συμβούλιο συνέστησε στα κράτη μέλη να εξετάσουν την επικύρωση της σύμβασης της Unesco σχετικά με τα μέτρα για την απαγόρευση και παρεμπόδιση της παράνομης εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβίβασης κυριότητας των πολιτιστικών αγαθών που υπεγράφη στο Παρίσι στις 17 Νοεμβρίου 1970 και της σύμβασης του UNIDROIT του 1995 για τα κλεμμένα ή παράνομα εξαχθέντα πολιτιστικά αγαθά που υπεγράφη στη Ρώμη στις 24 Ιουνίου 1995.

(17)

Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι παράγοντες της αγοράς επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά τις συναλλαγές πολιτιστικών αγαθών. Οι συνέπειες της απόκτησης ενός πολιτιστικού αγαθού παράνομης προέλευσης θα είναι πράγματι αποτρεπτικές μόνον εάν η καταβολή αποζημίωσης συνοδεύεται από την υποχρέωση να αποδεικνύει ο νομέας του αγαθού ότι επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή. Επομένως, για να επιτευχθούν οι στόχοι της Ένωσης όσον αφορά την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών, στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπεται ότι ο νομέας υπέχει την υποχρέωση να αποδεικνύει ότι επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την απόκτηση του αγαθού, για τους σκοπούς της αποζημίωσης.

(18)

Κρίνεται επίσης σκόπιμο να παρέχεται σε κάθε πρόσωπο και ιδίως σε παράγοντες της αγοράς, εύκολη πρόσβαση στις δημόσιες πληροφορίες σχετικά με τα πολιτιστικά αγαθά που χαρακτηρίζονται ή ορίζονται ως εθνικοί θησαυροί από τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διευκολύνουν την πρόσβαση στις δημόσιες πληροφορίες.

(19)

Για να διευκολυνθεί η ομοιόμορφη ερμηνεία της έννοιας της δέουσας επιμέλειας και προσοχής, θα πρέπει να οριστεί στην παρούσα οδηγία μη εξαντλητικός αριθμός κριτηρίων που θα λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να καθορίζεται κατά πόσον ο νομέας έχει επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την απόκτηση του πολιτιστικού αγαθού.

(20)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι να διευκολύνεται η επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών που έχουν οριστεί ή χαρακτηριστεί ως εθνικοί θησαυροί τα οποία έχουν παρανόμως απομακρυνθεί από το έδαφος των κρατών μελών, είναι αδύνατον να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού όρια.

(21)

Αφού τα καθήκοντα της συμβουλευτικής επιτροπής που δημιουργήθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 116/2009 έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω της κατάργησης του παραρτήματος της οδηγίας 93/7/ΕΟΚ, ενδείκνυται να καταργηθούν αντιστοίχως οι αναφορές στην εν λόγω επιτροπή. Ωστόσο, για να διατηρηθεί το πλαίσιο ανταλλαγής εμπειριών και βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας μεταξύ κρατών μελών, η Επιτροπή θα πρέπει να συστήσει ομάδα εμπειρογνωμόνων, αποτελούμενη από εμπειρογνώμονες από τις κεντρικές αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας η οποία θα πρέπει να συμμετάσχει, μεταξύ άλλων, στη διαδικασία κατάρτισης μιας μονάδας του συστήματος ΙΜΙ ειδικά προσαρμοσμένης για τα πολιτιστικά αγαθά.

(22)

Επειδή το παράρτημα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 περιέχει κατάλογο με τις διατάξεις για τη διοικητική συνεργασία που περιλαμβάνονται στις πράξεις της Ένωσης που εφαρμόζονται μέσω του IMI, ενδείκνυται να τροποποιηθεί το εν λόγω παράρτημα, ώστε να περιλαμβάνει την παρούσα οδηγία.

(23)

Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που συνιστούν ουσιώδεις τροποποιήσεις σε σύγκριση με τις προϋπάρχουσες οδηγίες. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που παραμένουν αμετάβλητες προκύπτει από τις προγενέστερες οδηγίες.

(24)

Με την παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγονται οι υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που αναφέρονται στο παράρτημα I μέρος Β,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Η παρούσα οδηγία αφορά την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ή οριστεί από κράτος μέλος ως εθνικός θησαυρός όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 σημείο 1), τα οποία έχουν παρανόμως απομακρυνθεί από το έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.

Άρθρο 2

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «πολιτιστικό αγαθό»: ένα αγαθό το οποίο, πριν ή μετά την παράνομη απομάκρυνσή του από το έδαφος κράτους μέλους, έχει χαρακτηριστεί ή οριστεί από κράτος μέλος ως «εθνικός θησαυρός καλλιτεχνικής, ιστορικής ή αρχαιολογικής αξίας» κατ' εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας ή των εθνικών διοικητικών διαδικασιών κατά την έννοια του άρθρου 36 ΣΛΕΕ·

2)   «παράνομα απομακρυνθέν από το έδαφος κράτους μέλους»:

α)

απομακρυνθέν από το έδαφος κράτους μέλους κατά παράβαση των κανόνων του σχετικά με την προστασία των εθνικών θησαυρών ή κατά παράβαση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 116/2009, ή

β)

μη επιστραφέν μετά την παρέλευση της προθεσμίας για νόμιμη προσωρινή απομάκρυνση ή κατά παράβαση ενός από τους άλλους όρους της προσωρινής αυτής απομάκρυνσης·

3)   «αιτούν κράτος μέλος»: το κράτος μέλος από το έδαφος του οποίου έχει απομακρυνθεί παράνομα το πολιτιστικό αγαθό·

4)   «κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση»: το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου βρίσκεται το πολιτιστικό αγαθό που έχει απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος άλλου κράτους μέλους·

5)   «επιστροφή»: η υλική επαναφορά του πολιτιστικού αγαθού στο έδαφος του αιτούντος κράτους μέλους·

6)   «νομέας»: το πρόσωπο που έχει τη φυσική εξουσία επί του πολιτιστικού αγαθού για ίδιο λογαριασμό·

7)   «κάτοχος»: το πρόσωπο που έχει τη φυσική εξουσία επί του πολιτιστικού αγαθού για λογαριασμό τρίτου·

8)   «δημόσιες συλλογές»: οι συλλογές, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως δημόσιες σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, που αποτελούν ιδιοκτησία του εν λόγω κράτους μέλους, τοπικής ή περιφερειακής αρχής του εν λόγω κράτους μέλους ή οργανισμού εδρεύοντος στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι ο οργανισμός αποτελεί ιδιοκτησία του εν λόγω κράτους μέλους ή τοπικής ή περιφερειακής αρχής, ή χρηματοδοτείται σε σημαντικό βαθμό από το εν λόγω κράτος μέλος ή από τοπική ή περιφερειακή αρχή.

Άρθρο 3

Τα πολιτιστικά αγαθά που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος κράτους μέλους επιστρέφονται, σύμφωνα με τη διαδικασία και τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 4

Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες κεντρικές αρχές, για την άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για όλες τις κεντρικές αρχές που ορίζουν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Η Επιτροπή δημοσιεύει τον κατάλογο των εν λόγω κεντρικών αρχών, καθώς και οποιαδήποτε τροποποίησή του, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C.

Άρθρο 5

Οι κεντρικές αρχές των κρατών μελών συνεργάζονται και προωθούν τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών των κρατών μελών. Οι εν λόγω αρχές εκτελούν, ιδίως, τα ακόλουθα καθήκοντα:

1)

αναζητούν, κατόπιν αιτήσεως του αιτούντος κράτους μέλους, συγκεκριμένο πολιτιστικό αγαθό που έχει απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφός του, καθώς και την ταυτότητα του νομέα και/ή του κατόχου. Η αίτηση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει κάθε πληροφορία χρήσιμη προς διευκόλυνση της έρευνας, σχετικά, ιδίως, με το πού βρίσκεται πράγματι ή εικάζεται ότι βρίσκεται το πολιτιστικό αγαθό·

2)

απευθύνουν κοινοποίηση στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, σε περίπτωση ανακάλυψης πολιτιστικού αγαθού στο έδαφός τους και εάν μπορεί ευλόγως να συναχθεί ότι το εν λόγω αγαθό απομακρύνθηκε παράνομα από το έδαφος άλλου κράτους μέλους·

3)

διευκολύνουν τις αρμόδιες αρχές του αιτούντος κράτους μέλους να εξακριβώσουν αν το εν λόγω αγαθό αποτελεί πολιτιστικό αγαθό, υπό τον όρο ότι η εξακρίβωση πραγματοποιείται εντός έξι μηνών από την κοινοποίηση που προβλέπει το σημείο 2). Εάν η εξακρίβωση δεν γίνει εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τα σημεία 4) και 5) δεν τυγχάνουν εφαρμογής·

4)

λαμβάνουν, εάν χρειαστεί, και σε συνεργασία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, τα αναγκαία μέτρα για την υλική συντήρηση του πολιτιστικού αγαθού·

5)

εμποδίζουν, με τα αναγκαία προσωρινά μέτρα, κάθε πράξη διαφυγής του πολιτιστικού αγαθού από τη διαδικασία επιστροφής·

6)

μεσολαβούν μεταξύ του νομέα και/ή του κατόχου και του αιτούντος κράτους μέλους όσον αφορά την επιστροφή. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορούν, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 6, να διευκολύνουν καταρχάς την εφαρμογή διαδικασίας διαιτησίας, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση και εφόσον το αιτούν κράτος μέλος και ο νομέας ή ο κάτοχος δώσουν τη ρητή συγκατάθεσή τους.

Με σκοπό τη συνεργασία και τη μεταξύ τους διαβούλευση, οι κεντρικές αρχές των κρατών μελών χρησιμοποιούν μια μονάδα του συστήματος πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά («IMI»), το οποίο θεσπίζεται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2012, ειδικά προσαρμοσμένη για τα πολιτιστικά αγαθά. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιούν το ΙΜΙ για να διαδίδουν κάθε πληροφορία σχετικά με τα πολιτιστικά αγαθά που έχουν κλαπεί ή απομακρυνθεί από την επικράτεια τους. Τα κράτη μέλη αποφασίζουν σχετικά με τη χρήση του IMI και από άλλες αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 6

Το αιτούν κράτος μέλος μπορεί να ασκήσει, ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, αγωγή κατά του νομέα, και, ελλείψει νομέα, κατά του κατόχου, με αίτημα την επιστροφή πολιτιστικού αγαθού που έχει απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφός του.

Για να γίνει δεκτή η αγωγή, το εισαγωγικό δικόγραφο πρέπει να συνοδεύεται από:

α)

έγγραφο όπου περιγράφεται το αγαθό που αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς και όπου βεβαιώνεται ότι αποτελεί πολιτιστικό αγαθό·

β)

δήλωση των αρμοδίων αρχών του αιτούντος κράτους μέλους, σύμφωνα με την οποία το πολιτιστικό αγαθό απομακρύνθηκε παράνομα από το έδαφός του.

Άρθρο 7

Η αρμόδια κεντρική αρχή του αιτούντος κράτους μέλους ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια κεντρική αρχή του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ότι ασκήθηκε αγωγή για την επιστροφή του εν λόγω αγαθού.

Η αρμόδια κεντρική αρχή του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ενημερώνει, αμελλητί, τις κεντρικές αρχές των λοιπών κρατών μελών.

Κάθε ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιείται μέσω του IMI σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα των αρμόδιων κεντρικών αρχών να προσφεύγουν σε άλλους τρόπους ενημέρωσης πλην του ΙΜΙ.

Άρθρο 8

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν στη νομοθεσία τους ότι η κατά την παρούσα οδηγία αγωγή επιστροφής παραγράφεται μετά την παρέλευση τριών ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η αρμόδια κεντρική αρχή του αιτούντος κράτους μέλους έλαβε γνώση του τόπου όπου βρισκόταν το πολιτιστικό αγαθό και της ταυτότητας του νομέα ή του κατόχου του.

Η εν λόγω αγωγή παραγράφεται σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση τριάντα ετών από την ημερομηνία κατά την οποία το πολιτιστικό αγαθό απομακρύνθηκε παράνομα από το έδαφος του αιτούντος κράτους μέλους.

Αν όμως το αγαθό αποτελεί τμήμα δημόσιας συλλογής, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 8), ή αν ανήκει σε καταλόγους εκκλησιαστικών ή άλλων θρησκευτικών ιδρυμάτων στα κράτη μέλη όπου υπόκεινται σε ειδικό σύστημα προστασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η αγωγή για επιστροφή παραγράφεται μετά την παρέλευση 75 ετών, εκτός εάν πρόκειται για κράτη μέλη όπου η αγωγή είναι απαράγραπτη ή αν υπάρχουν διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών που ορίζουν προθεσμία μεγαλύτερη των 75 ετών.

2.   Η αγωγή για επιστροφή δεν γίνεται παραδεκτή εάν η απομάκρυνση του πολιτιστικού αγαθού από το έδαφος του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν είναι πλέον παράνομη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής.

Άρθρο 9

Με την επιφύλαξη των άρθρων 8 και 14, η επιστροφή του συγκεκριμένου πολιτιστικού αγαθού διατάσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο, εάν αποδειχθεί ότι το αγαθό αυτό αποτελεί πολιτιστικό αγαθό κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 1), και ότι απομακρύνθηκε από το εθνικό έδαφος παράνομα.

Άρθρο 10

Εφόσον διαταχθεί η επιστροφή του πολιτιστικού αγαθού, το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ορίζει υπέρ του νομέα εύλογη αποζημίωση ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις, με την προϋπόθεση ότι ο νομέας αποδεικνύει ότι επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την απόκτηση του αγαθού.

Για να εξακριβωθεί αν ο νομέας επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, λαμβάνονται υπόψη όλες οι συνθήκες απόκτησης, και ιδίως η τεκμηρίωση σχετικά με την προέλευση του αγαθού, οι άδειες εξαγωγής που απαιτούνται δυνάμει του δικαίου του αιτούντος κράτους μέλους, ο χαρακτήρας των μερών, το καταβληθέν ποσό, η εξέταση από τον νομέα κάθε προσβάσιμου μητρώου για τα κλαπέντα πολιτιστικά αγαθά και κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία που θα μπορούσε λογικά να είχε αποκτήσει, και οποιαδήποτε άλλη ενέργεια στην οποία θα είχε προβεί ένα λογικό άτομο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες.

Σε περίπτωση δωρεάς ή κληρονομικής διαδοχής, ο νομέας δεν μπορεί να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης από την επιφυλασσομένη στο πρόσωπο εκείνο από το οποίο απέκτησε το αγαθό για τους λόγους αυτούς.

Το αιτούν κράτος μέλος υποχρεούται να καταβάλλει την εν λόγω αποζημίωση κατά την επιστροφή του αγαθού.

Άρθρο 11

Οι δαπάνες που προκύπτουν από την εκτέλεση της απόφασης που διατάσσει την επιστροφή του πολιτιστικού αγαθού βαρύνουν το αιτούν κράτος μέλος. Το ίδιο ισχύει και για το κόστος των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 5 σημείο 4).

Άρθρο 12

Η καταβολή της εύλογης αποζημίωσης και των δαπανών που αναφέρονται στα άρθρα 10 και 11 δεν θίγει το δικαίωμα του αιτούντος κράτους μέλους να αξιώσει την απόδοση των ποσών αυτών από τα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την παράνομη απομάκρυνση του πολιτιστικού αγαθού από το έδαφός του.

Άρθρο 13

Η κυριότητα επί του πολιτιστικού αγαθού μετά την επιστροφή του διέπεται από το δίκαιο του αιτούντος κράτους μέλους.

Άρθρο 14

Η παρούσα οδηγία ισχύει μόνο για τα πολιτιστικά αγαθά που απομακρύνθηκαν παράνομα από το έδαφος κράτους μέλους από την 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά.

Άρθρο 15

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν το σύστημα που προβλέπει η παρούσα οδηγία για την επιστροφή και άλλων πολιτιστικών αγαθών εκτός από εκείνα που καθορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1).

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν το σύστημα που προβλέπει η παρούσα οδηγία στις αιτήσεις επιστροφής πολιτιστικών αγαθών που απομακρύνθηκαν παράνομα από το έδαφος άλλων κρατών μελών πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993.

Άρθρο 16

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τη δυνατότητα άσκησης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, αγωγών και ποινικών διώξεων από το αιτούν κράτος μέλος και/ή τον νομέα του κλαπέντος πολιτιστικού αγαθού.

Άρθρο 17

1.   Έως τις 18 Δεκεμβρίου 2015 και στη συνέχεια κάθε πέντε έτη, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

2.   Κάθε πέντε έτη, η Επιτροπή παρουσιάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα της παρούσας οδηγίας. Η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται, εάν είναι απαραίτητο, από κατάλληλες προτάσεις.

Άρθρο 18

Στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012, προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«8.

Οδηγία 2014/60/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος κράτους μέλους και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 (9): Άρθρα 5 και 7.

Άρθρο 19

1.   Έως τις 18 Δεκεμβρίου 2015, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με το άρθρο 2 σημείο 1), το άρθρο 5 πρώτο εδάφιο σημείο 3), το άρθρο 5 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 7 τρίτο εδάφιο, το άρθρο 8 παράγραφος 1, το άρθρο 10, πρώτη και δεύτερη παράγραφος, και το άρθρο 17 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας.

Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω μέτρων.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα εν λόγω μέτρα, αυτά αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, δήλωση που διευκρινίζει ότι οι αναφορές στην οδηγία που καταργείται από την παρούσα οδηγία, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, λογίζονται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την αναφορά αυτή και η διατύπωση αυτής της αναφοράς καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 20

Η οδηγία 93/7/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες στο παράρτημα I μέρος A, καταργείται από τις 19 Δεκεμβρίου 2015, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα I μέρος B.

Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία θεωρούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος II.

Άρθρο 21

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 2, σημεία 2) έως 8), τα άρθρα 3 και 4, το άρθρο 5 πρώτο εδάφιο σημεία 1), 2) και 4) έως 6), το άρθρο 6, το άρθρο 7 πρώτο και δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 8 παράγραφος 2, το άρθρο 9, το άρθρο 10 τρίτο και τέταρτο εδάφιο και τα άρθρα 11 έως 16 εφαρμόζονται από τις 19 Δεκεμβρίου 2015.

Άρθρο 22

Η οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 15 Μαΐου 2014.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Δ. ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΣ


(1)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Μαΐου 2014.

(2)  Οδηγία 93/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους (ΕΕ L 74 της 27.3.1993, σ. 74).

(3)  Οδηγία 96/100/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1997, που τροποποιεί το παράρτημα της οδηγίας 93/7/ΕΟΚ σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους (ΕΕ L 60 της 1.3.1997, σ. 59).

(4)  Οδηγία 2001/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2001, που τροποποιεί το παράρτημα της οδηγίας 93/7/ΕΟΚ σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους (ΕΕ L 187 της 10.7.2001, σ. 43).

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 116/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τις εξαγωγές πολιτιστικών αγαθών (ΕΕ L 39 της 10.2.2009, σ. 1).

(6)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά και την κατάργηση της απόφασης 2008/49/ΕΚ («κανονισμός ΙΜΙ») (ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 1).

(7)  Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 74).

(8)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΜΕΡΟΣ A

Καταργούμενη οδηγία με κατάλογο των διαδοχικών τροποποιήσεών της

(κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 20)

Οδηγία 93/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου

(ΕΕ L 74 της 27.3.1993, σ. 74)

Οδηγία 96/100/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 60 της 1.3.1997, σ. 59)

Οδηγία 2001/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(ΕΕ L 187 της 10.7.2001, σ. 43)

ΜΕΡΟΣ B

Κατάλογος προθεσμιών μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο

(κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 20)

Οδηγία

Προθεσμία μεταφοράς

93/7/ΕΟΚ

15.12.1993 (15.3.1994 για το Βέλγιο, τη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες)

96/100/ΕΚ

1.9.1997

2001/38/ΕΚ

31.12.2001


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Πίνακας αντιστοιχίας

Οδηγία 93/7/ΕΟΚ

Παρούσα Οδηγία

Άρθρο 1

Άρθρο 1 σημείο 1) πρώτη περίπτωση

Άρθρο 2 σημείο 1)

Άρθρο 1 σημείο 1) δεύτερη περίπτωση εισαγωγικό τμήμα

Άρθρο 1 σημείο 1) δεύτερη περίπτωση πρώτη υποπερίπτωση πρώτη πρόταση

Άρθρο 1 σημείο 1) δεύτερη περίπτωση πρώτη υποπερίπτωση δεύτερη πρόταση

Άρθρο 2 σημείο 8)

Άρθρο 1 σημείο 1) δεύτερη περίπτωση δεύτερη υποπερίπτωση

Άρθρο 1 σημείο 2) πρώτη περίπτωση

Άρθρο 2 σημείο 2) στοιχείο α)

Άρθρο 1 σημείο 2) δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 2 σημείο 2) στοιχείο β)

Άρθρο 1 σημεία 3) έως 7)

Άρθρο 2 σημεία 3) έως 7

Άρθρο 2

Άρθρο 3

Άρθρο 3

Άρθρο 4

Άρθρο 4 εισαγωγικό μέρος

Άρθρο 5 πρώτο εδάφιο εισαγωγικό μέρος

Άρθρο 4 σημεία 1) και 2)

Άρθρο 5 πρώτο εδάφιο σημεία 1) και 2)

Άρθρο 4 σημείο 3)

Άρθρο 5 πρώτο εδάφιο σημείο 3)

Άρθρο 4 σημεία 4) έως 6)

Άρθρο 5 πρώτο εδάφιο σημεία 4) έως 6)

Άρθρο 5 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 5 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 6 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 5 δεύτερο εδάφιο πρώτη περίπτωση

Άρθρο 6 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 5 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 6 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β)

Άρθρο 6 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 7 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 6 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 7 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 7 τρίτο εδάφιο

Άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 8

Άρθρο 9

Άρθρο 9 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 10 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 9 δεύτερο εδάφιο

——

Άρθρο 10 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 9 τρίτο και τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 10 τρίτο και τέταρτο εδάφιο

Άρθρα 10 έως 15

Άρθρα 11 έως 16

Άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 16 παράγραφος 3

Άρθρο 16 παράγραφος 4

Άρθρο 17

Άρθρο 18

Άρθρο 18

Άρθρο 19

Άρθρο 20

Άρθρο 21

Άρθρο 19

Άρθρο 22

Παράρτημα

Παράρτημα I

Παράρτημα II


28.5.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159/11


ΟΔΗΓΊΑ 2014/67/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 15ης Μαΐου 2014

για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά («κανονισμός ΙΜΙ»)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1 και το άρθρο 62,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, η ελευθερία εγκατάστασης και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών συνιστούν θεμελιώδεις αρχές της εσωτερικής αγοράς στην Ένωση και κατοχυρώνονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η Ένωση επιδιώκει την περαιτέρω ανάπτυξη της εφαρμογής των εν λόγω αρχών, με στόχο την εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις και τον σεβασμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων.

(2)

Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών περιλαμβάνει το δικαίωμα των επιχειρήσεων να παρέχουν υπηρεσίες σε άλλο κράτος μέλος, στο οποίο μπορούν να αποσπούν προσωρινά δικούς τους εργαζομένους για την παροχή αυτών των υπηρεσιών εκεί. Για τους σκοπούς της απόσπασης εργαζομένων, είναι απαραίτητο να διαχωρίζεται η εν λόγω ελευθερία από την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, η οποία παρέχει σε κάθε πολίτη το δικαίωμα να μετακινείται ελεύθερα και να διαμένει σε άλλο κράτος μέλος με σκοπό την εργασία και τον προστατεύει από διακρίσεις όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους λοιπούς όρους εργασίας και απασχόλησης σε σύγκριση με τους υπηκόους του εν λόγω κράτους μέλους.

(3)

Για τους εργαζομένους που αποσπώνται προσωρινά σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος στο οποίο εκτελούν συνήθως την εργασία τους με σκοπό την παροχή υπηρεσιών, η οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) θεσπίζει μια βασική δέσμη σαφώς καθορισμένων όρων και συνθηκών απασχόλησης, με τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο πάροχος υπηρεσιών στο κράτος μέλος στο οποίο γίνεται η απόσπαση, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η ελάχιστη προστασία των αποσπασμένων εργαζομένων.

(4)

Όλα τα μέτρα που εισάγει η παρούσα οδηγία θα πρέπει να είναι δικαιολογημένα και αναλογικά έτσι ώστε να μη δημιουργούν διοικητικό φόρτο και να μην περιορίζουν τις δυνατότητες των εταιρειών, ιδίως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, ενώ παράλληλα θα πρέπει να προστατεύουν τους αποσπασμένους εργαζομένους.

(5)

Προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς την οδηγία 96/71/ΕΚ χωρίς να επιβαρύνονται οι πάροχοι υπηρεσιών με περιττό διοικητικό φόρτο, έχει ζωτική σημασία τα πραγματικά στοιχεία που αναφέρονται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τον εντοπισμό μιας πραγματικής απόσπασης και την πρόληψη της κατάχρησης και της καταστρατήγησης να θεωρούνται ενδεικτικά και μη εξαντλητικά. Ιδίως, δεν θα πρέπει να υπάρχει η υποχρέωση να πληρούνται όλα τα στοιχεία σε κάθε περίπτωση απόσπασης.

(6)

Παρά το γεγονός ότι η αξιολόγηση των ενδεικτικών πραγματικών στοιχείων θα πρέπει να προσαρμόζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της κατάστασης, καταστάσεις που παρουσιάζουν τα ίδια πραγματικά στοιχεία δεν θα πρέπει να οδηγούν σε διαφορετική νομική εκτίμηση ή αξιολόγηση εκ μέρους των αρμόδιων αρχών σε διαφορετικά κράτη μέλη.

(7)

Για να προληφθεί, να αποφευχθεί και να καταπολεμηθεί η κατάχρηση και η καταστρατήγηση των εφαρμοστέων κανόνων από τις επιχειρήσεις που επιδιώκουν να επωφεληθούν με ανάρμοστο ή δόλιο τρόπο από την ελευθερία παροχής υπηρεσιών η οποία κατοχυρώνεται στη ΣΛΕΕ και/ή από την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ, θα πρέπει να βελτιωθεί η εφαρμογή και η παρακολούθηση της έννοιας της απόσπασης, ενώ θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν σε επίπεδο Ένωσης πιο ομοιόμορφα στοιχεία, τα οποία θα διευκολύνουν μια κοινή ερμηνεία.

(8)

Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται να εξετάζονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και, εφόσον κριθεί αναγκαίο, σε στενή συνεργασία με το κράτος μέλος εγκατάστασης τα επιμέρους πραγματικά στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν τον προσωρινό χαρακτήρα που έχει από τη φύση της η έννοια της απόσπασης, καθώς και η προϋπόθεση ότι ο εργοδότης είναι πραγματικά εγκατεστημένος στο κράτος μέλος από το οποίο γίνεται η απόσπαση.

(9)

Κατά την εξέταση του μεγέθους του κύκλου εργασιών που πραγματοποιεί η επιχείρηση στο κράτος μέλος εγκατάστασης με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο η εν λόγω επιχείρηση ασκεί πραγματικά ουσιαστικές δραστηριότητες, πέρα από απλώς δραστηριότητες εσωτερικής διαχείρισης και/ή διοικητικές δραστηριότητες, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές στην αγοραστική δύναμη των νομισμάτων.

(10)

Τα στοιχεία που ορίζονται στην παρούσα οδηγία σχετικά με την εφαρμογή και την παρακολούθηση της απόσπασης μπορούν επίσης να βοηθούν τις αρμόδιες αρχές στον εντοπισμό των εργαζομένων που έχουν δηλωθεί ψευδώς ως αυτοαπασχολούμενοι. Σύμφωνα με την οδηγία 96/71/ΕΚ, ο σχετικός ορισμός του εργαζομένου είναι ο ορισμός που προβλέπεται στο δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου αποσπάται ένας εργαζόμενος. Η περαιτέρω αποσαφήνιση και η καλύτερη παρακολούθηση της απόσπασης από τις οικείες αρμόδιες αρχές θα ενίσχυαν την ασφάλεια δικαίου και θα συνιστούσαν χρήσιμο εργαλείο για την αποτελεσματική καταπολέμηση της ψευδοαυτοαπασχόλησης και την εξασφάλιση του ότι δεν δηλώνεται ψευδώς ότι οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι αυτοαπασχολούνται, με αποτέλεσμα την πρόληψη, την αποφυγή και την καταπολέμηση της καταστρατήγησης των εφαρμοστέων κανόνων.

(11)

Όταν διαπιστώνεται μη πραγματική περίπτωση απόσπασης και ανακύπτει σύγκρουση νόμων, θα πρέπει να δίνεται η δέουσα προσοχή στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) («Ρώμη I») ή της σύμβασης της Ρώμης (6), σκοπός των οποίων είναι να διασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι δεν θα πρέπει να στερούνται της προστασίας που τους παρέχουν οι διατάξεις από τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει παρέκκλιση με συμφωνία ή, αν υπάρξει, αυτή μπορεί να αποβεί μόνο προς όφελός τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν την πρόβλεψη διατάξεων που να προστατεύουν επαρκώς τους εργαζομένους που δεν είναι πραγματικά αποσπασμένοι.

(12)

Η έλλειψη του πιστοποιητικού σχετικά με την ισχύουσα νομοθεσία για την κοινωνική ασφάλιση που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) μπορεί να δείχνει ότι η κατάσταση δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως προσωρινή απόσπαση σε ένα άλλο κράτος μέλος από αυτό στο οποίο ο εν λόγω εργαζόμενος συνήθως εργάζεται στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών.

(13)

Όπως και στην περίπτωση της οδηγίας 96/71/ΕΚ, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8).

(14)

Ο σεβασμός της ποικιλομορφίας των εθνικών συστημάτων εργασιακών σχέσεων, καθώς και της αυτονομίας των κοινωνικών εταίρων, αναγνωρίζεται ρητά από τη ΣΛΕΕ.

(15)

Σε πολλά κράτη μέλη, οι κοινωνικοί εταίροι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο θέμα της απόσπασης εργαζομένων για την παροχή υπηρεσιών, δεδομένου ότι αυτοί μπορούν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική, να καθορίσουν, εναλλακτικά ή ταυτόχρονα, τα διάφορα επίπεδα των εφαρμοστέων ελάχιστων αμοιβών. Οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να κοινοποιούν και να ενημερώνουν για τις εν λόγω αμοιβές.

(16)

Η κατάλληλη και αποτελεσματική εφαρμογή και επιβολή είναι βασικά στοιχεία για την προστασία των δικαιωμάτων των αποσπασμένων εργαζομένων και τη διασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού για τους παρόχους υπηρεσιών, ενώ η ανεπαρκής επιβολή υπονομεύει την αποτελεσματικότητα των ενωσιακών κανόνων που εφαρμόζονται στον τομέα αυτό. Συνεπώς, η στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, και, κατά περίπτωση, των περιφερειακών και τοπικών αρχών, έχει ουσιώδη σημασία, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζεται ο σημαντικός εν προκειμένω ρόλος των επιθεωρήσεων εργασίας και των κοινωνικών εταίρων. Η αμοιβαία εμπιστοσύνη, το πνεύμα συνεργασίας, ο διαρκής διάλογος και η αμοιβαία κατανόηση είναι παράγοντες ουσιώδους σημασίας από την άποψη αυτή.

(17)

Οι αποτελεσματικές διαδικασίες παρακολούθησης στα κράτη μέλη έχουν ζωτική σημασία για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ και της παρούσας οδηγίας, και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να καθιερωθούν σε ολόκληρη την Ένωση.

(18)

Οι δυσκολίες πρόσβασης στις πληροφορίες ως προς τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης είναι πολύ συχνά ο λόγος για τον οποίο οι πάροχοι υπηρεσιών δεν εφαρμόζουν τους ισχύοντες κανόνες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει συνεπώς να εξασφαλίζουν ότι αυτού του είδους οι πληροφορίες παρέχονται γενικά, χωρίς χρέωση, και ότι αποτελεσματική πρόσβαση σε αυτές παρέχεται όχι μόνο στους παρόχους υπηρεσιών από άλλα κράτη μέλη, αλλά και στους ίδιους τους αποσπασμένους εργαζομένους.

(19)

Στις περιπτώσεις που οι όροι και οι συνθήκες απασχόλησης ορίζονται στο πλαίσιο συλλογικών συμβάσεων οι οποίες αναγνωρίζονται ως συμβάσεις καθολικής εφαρμογής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι, ενώ θα είναι σεβαστή η αυτονομία των κοινωνικών εταίρων, οι εν λόγω συλλογικές συμβάσεις θα είναι γενικά διαθέσιμες με προσβάσιμο και διαφανή τρόπο.

(20)

Προκειμένου να βελτιωθεί η δυνατότητα πρόσβασης στις πληροφορίες, θα πρέπει να ορισθεί στα κράτη μέλη ενιαία πηγή πληροφόρησης. Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να προβλέπει ένα ενιαίο, επίσημο εθνικό ιστότοπο, βάσει των προτύπων προσβασιμότητας στο διαδίκτυο, και άλλους κατάλληλους διαύλους επικοινωνίας. Ο ενιαίος επίσημος εθνικός ιστότοπος θα πρέπει τουλάχιστον να έχει τη μορφή διαδικτυακής πύλης και θα πρέπει να εξυπηρετεί ως πύλη πρόσβασης ή ως κύριο σημείο πρόσβασης, να παρέχει με σαφή και ακριβή τρόπο συνδέσμους με τις αντίστοιχες πηγές πληροφοριών καθώς και συνοπτική πληροφόρηση σχετικά με το περιεχόμενο του ιστότοπου και τους σχετικούς συνδέσμους. Οι εν λόγω ιστότοποι θα πρέπει να περιλαμβάνουν ειδικότερα κάθε ιστότοπο που έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης για την προώθηση της επιχειρηματικότητας και/ή για την ανάπτυξη της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών. Τα κράτη μέλη υποδοχής θα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις περιόδους που ορίζονται στην εθνική νομοθεσία τους για τις οποίες οι πάροχοι υπηρεσιών υποχρεούνται να διατηρούν έγγραφα μετά την περίοδο απόσπασης.

(21)

Οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν από το κράτος μέλος υποδοχής γενικές πληροφορίες σχετικά με την εθνική νομοθεσία και/ή την πρακτική που ισχύουν γι' αυτούς.

(22)

Η διοικητική συνεργασία και η αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των κρατών μελών θα πρέπει να συνάδουν με τους κανόνες περί προστασίας προσωπικών δεδομένων που θεσπίζει η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) και να τηρούν τους εθνικούς κανόνες περί προστασίας των δεδομένων που εφαρμόζουν τη νομοθεσία της Ένωσης. Σε ό,τι αφορά τη διοικητική συνεργασία μέσω του συστήματος πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (IMI), θα πρέπει επίσης να συνάδει με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11).

(23)

Για να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων που καθορίζουν τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης που πρέπει να τηρούνται για τους αποσπασμένους εργαζομένους και για να παρακολουθείται η συμμόρφωση με τους εν λόγω κανόνες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν ορισμένα μόνο διοικητικές απαιτήσεις και μέτρα ελέγχου στις επιχειρήσεις που αποσπούν εργαζομένους στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τέτοιες απαιτήσεις και μέτρα δικαιολογούνται για επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, μεταξύ των οποίων η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, υπό τον όρο ότι ενδείκνυνται για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου και δεν υπερβαίνουν τα προς τούτο απαραίτητα. Οι εν λόγω απαιτήσεις και τα μέτρα μπορούν να επιβάλλονται μόνο με την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες αρχές δεν μπορούν να εκτελέσουν αποτελεσματικά τα εποπτικά τους καθήκοντα χωρίς τις αιτούμενες πληροφορίες και/ή ότι δεν υπάρχει κανένα λιγότερο περιοριστικό μέτρο που θα εξασφάλιζε την επίτευξη των στόχων των εθνικών μέτρων ελέγχου που κρίνονται αναγκαία.

(24)

Ένας πάροχος υπηρεσιών θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι η ταυτότητα των αποσπασμένων εργαζομένων που περιλαμβάνεται στη δήλωση του παρόχου υπηρεσιών για να μπορούν να διενεργούνται έλεγχοι πραγματικών στοιχείων στον χώρο εργασίας μπορεί να εξακριβώνεται από τις αρμόδιες αρχές κατά τη διάρκεια της απόσπασης.

(25)

Ο πάροχος υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής για τυχόν σημαντικές αλλαγές στις πληροφορίες που περιέχονται στη δήλωση του παρόχου υπηρεσιών για να μπορούν να διενεργούνται έλεγχοι των πραγματικών στοιχείων στον χώρο εργασίας.

(26)

Η υποχρέωση κοινοποίησης διοικητικών απαιτήσεων και μέτρων ελέγχου στην Επιτροπή δεν θα πρέπει να συνιστά διαδικασία εκ των προτέρων έγκρισης.

(27)

Για να εξασφαλιστεί η καλύτερη και περισσότερο ομοιόμορφη εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ, καθώς και η επιβολή της στην πράξη, και για να μειωθούν, κατά το δυνατόν, οι διαφορές όσον αφορά τα επίπεδα εφαρμογής και επιβολής της στην Ένωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν για τη διεξαγωγή αποτελεσματικών και κατάλληλων επιθεωρήσεων στο έδαφός τους, συμβάλλοντας τοιουτοτρόπως, μεταξύ άλλων, στην καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας στο πλαίσιο της απόσπασης και λαμβάνοντας επίσης υπόψη άλλες νομικές πρωτοβουλίες για την καλύτερη αντιμετώπιση του θέματος.

(28)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατά περίπτωση και σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική τους, να εφοδιάζουν την επιχείρηση που υποβλήθηκε σε επιθεώρηση με έγγραφο κατόπιν της επιθεώρησης ή του ελέγχου το οποίο περιλαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες.

(29)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι διατίθεται επαρκές προσωπικό με τις δεξιότητες και τα προσόντα που απαιτούνται για τη διενέργεια αποτελεσματικών επιθεωρήσεων και για τη χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ανταπόκριση στις αιτήσεις παροχής πληροφοριών, όπως προβλέπει η παρούσα οδηγία, είτε από το κράτος μέλος υποδοχής είτε από το κράτος μέλος εγκατάστασης.

(30)

Οι επιθεωρήσεις εργασίας, οι κοινωνικοί εταίροι και οι λοιποί εποπτικοί φορείς έχουν ζωτική σημασία από την άποψη αυτή και θα πρέπει να εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο.

(31)

Για να αντιμετωπιστεί με ευελιξία η ποικιλομορφία των αγορών εργασίας και των συστημάτων εργασιακών σχέσεων, θα πρέπει η διοίκηση και το εργατικό δυναμικό και/ή άλλοι οργανισμοί και/ή φορείς να μπορούν να αναλαμβάνουν, κατ' εξαίρεση, την παρακολούθηση ορισμένων όρων και συνθηκών απασχόλησης των αποσπασμένων εργαζομένων, με την προϋπόθεση ότι αυτοί εξασφαλίζουν στους ενδιαφερομένους ισοδύναμο βαθμό προστασίας και ότι ασκούν τα εποπτικά τους καθήκοντα χωρίς διακρίσεις και με αντικειμενικό τρόπο.

(32)

Οι ελεγκτικές αρχές των κρατών μελών και οι λοιποί σχετικοί φορείς εποπτείας και επιβολής θα πρέπει να αξιοποιούν τις δυνατότητες συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών που προβλέπονται στο σχετικό δίκαιο, για να ελέγχουν αν έχουν τηρηθεί οι κανόνες που ισχύουν για τους αποσπασμένους εργαζομένους.

(33)

Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται ιδιαίτερα να υιοθετήσουν μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση όσον αφορά τις επιθεωρήσεις εργασίας. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί η ανάγκη ανάπτυξης κοινών προτύπων για την κατάρτιση συγκρίσιμων μεθόδων, πρακτικών και ελάχιστων προτύπων σε ενωσιακό επίπεδο. Ωστόσο, η ανάπτυξη κοινών προτύπων δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε παρεμπόδιση των προσπαθειών των κρατών μελών για την αποτελεσματική καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας.

(34)

Για να διευκολυνθεί η επιβολή της οδηγίας 96/71/ΕΚ και να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη εφαρμογή της, θα πρέπει να υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί υποβολής καταγγελιών μέσω των οποίων οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι θα μπορούν να υποβάλλουν καταγγελίες ή να κινούν διαδικασίες είτε απευθείας είτε, με την έγκρισή τους, μέσω των ορισθέντων αρμόδιων τρίτων μερών, όπως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ή οι άλλες ενώσεις, καθώς και τα κοινά θεσμικά όργανα των κοινωνικών εταίρων. Η δυνατότητα αυτή δεν θα πρέπει να θίγει τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που διέπουν την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση ενώπιον των δικαστηρίων, αλλά ούτε και τις αρμοδιότητες και τα άλλα δικαιώματα των συνδικαλιστικών οργανώσεων και άλλων εκπροσώπων εργαζομένων δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας και/ή πρακτικής.

(35)

Για να εξασφαλιστεί ότι ο αποσπασμένος εργαζόμενος λαμβάνει την προσήκουσα αμοιβή, και με την προϋπόθεση ότι τα ειδικά επιδόματα απόσπασης μπορούν να θεωρηθούν μέρος των ελάχιστων αμοιβών, τα εν λόγω επιδόματα θα πρέπει να αφαιρούνται από τις αμοιβές μόνο αν αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και/ή την πρακτική του κράτους μέλους υποδοχής.

(36)

Η συμμόρφωση με τους ισχύοντες κανόνες στον τομέα της απόσπασης στην πράξη και η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων είναι θέμα ιδιαίτερα σημαντικό για τις αλυσίδες υπεργολαβίας και θα πρέπει να διασφαλίζεται μέσω κατάλληλων μέτρων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική καθώς επίσης και σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης. Τέτοια μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν την καθιέρωση, σε εθελοντική βάση, μετά από διαβούλευση με τους σχετικούς κοινωνικούς εταίρους, μηχανισμού ευθύνης της άμεσης υπεργολαβίας, επιπλέον ή αντί της ευθύνης του εργοδότη, όσον αφορά κάθε οφειλόμενη καθαρή αμοιβή που αντιστοιχεί στους ελάχιστους μισθούς και/ή τις εισφορές σε κοινά ταμεία ή όργανα των κοινωνικών εταίρων που ρυθμίζονται από τον νόμο ή από συλλογικές συμβάσεις, εφόσον καλύπτονται από το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 96/71/ΕΚ. Ωστόσο, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν, βάσει της εθνικής τους νομοθεσίας, πιο αυστηρούς κανόνες ευθύνης ή να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα προβλεπόμενα στην εθνική νομοθεσία, χωρίς διακρίσεις και σε αναλογική βάση.

(37)

Τα κράτη μέλη που θέσπισαν μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς τους ισχύοντες κανόνες στις αλυσίδες υπεργολαβίας θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέψουν ότι ένας (υπ)εργολάβος δεν θα πρέπει να έχει ευθύνη σε ορισμένες περιστάσεις ή ότι η ευθύνη του περιορίζεται σε περιπτώσεις που ο εν λόγω (υπ)εργολάβος έχει αναλάβει την υποχρέωση να επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια. Τα εν λόγω μέτρα καθορίζονται από την εθνική νομοθεσία λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις του εν λόγω κράτους μέλους και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων μέτρα που λαμβάνει ο εργολάβος σχετικά με την τεκμηρίωση συμμόρφωσης προς τις διοικητικές απαιτήσεις και τα μέτρα ελέγχου προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τους κανόνες που ισχύουν για την απόσπαση εορταζομένων.

(38)

Ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πολλές δυσχέρειες στη διασυνοριακή εκτέλεση των επιβαλλόμενων διοικητικών κυρώσεων και/ή προστίμων και ως εκ τούτου είναι ανάγκη να αντιμετωπισθεί η αμοιβαία αναγνώριση των διοικητικών κυρώσεων και/ή προστίμων.

(39)

Οι διαφορές μεταξύ των συστημάτων που ισχύουν στα κράτη μέλη όσον αφορά τα μέσα εκτέλεσης των επιβαλλόμενων διοικητικών κυρώσεων και/ή προστίμων σε διασυνοριακές καταστάσεις βλάπτουν την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και υπάρχει κίνδυνος να καταστήσουν πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την εξασφάλιση ισοδύναμου επιπέδου προστασίας των αποσπασμένων εργαζομένων σε όλη την Ένωση.

(40)

Η αποτελεσματική επιβολή των ουσιαστικών κανόνων που διέπουν την απόσπαση εργαζομένων για παροχή υπηρεσιών θα πρέπει να διασφαλιστεί με ειδική δράση επικεντρωμένη στη διασυνοριακή εκτέλεση των επιβαλλόμενων χρηματικών διοικητικών κυρώσεων και/ή προστίμων. Ως εκ τούτου, η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα αυτόν αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την εξασφάλιση υψηλότερου, περισσότερο ισοδύναμου και συγκρίσιμου επιπέδου προστασίας, αναγκαίου για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(41)

Η θέσπιση κοινών κανόνων οι οποίοι προβλέπουν αμοιβαία συνδρομή και στήριξη όσον αφορά τα μέτρα εκτέλεσης και τα σχετικά έξοδα, καθώς και η έγκριση ομοιόμορφων απαιτήσεων για την κοινοποίηση των αποφάσεων επιβολής διοικητικών κυρώσεων και/ή προστίμων λόγω της μη τήρησης της οδηγίας 96/71/ΕΚ, καθώς και της παρούσας οδηγίας, αναμένεται να επιλύσουν ορισμένα πρακτικά προβλήματα διασυνοριακής εκτέλεσης και να εξασφαλίσουν την καλύτερη κοινοποίηση και την καλύτερη εκτέλεση των αποφάσεων αυτών, όταν προέρχονται από άλλο κράτος μέλος.

(42)

Εάν προκύψει ότι ο πάροχος υπηρεσιών πράγματι δεν είναι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος εγκατάστασης ή ότι η διεύθυνση ή τα στοιχεία της εταιρείας είναι ψευδή, οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να περατώνουν τη διαδικασία για τυπικούς λόγους, αλλά να ερευνούν περαιτέρω το θέμα με σκοπό την ταυτοποίηση του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την απόσπαση.

(43)

Η αναγνώριση των αποφάσεων επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου και των αιτήσεων είσπραξης τέτοιου είδους κύρωσης και/ή προστίμου θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Για τον σκοπό αυτό, οι λόγοι μη αναγνώρισης ή απόρριψης είσπραξης διοικητικής κύρωσης και/ή προστίμου θα πρέπει να περιοριστούν στους απολύτως απαραίτητους.

(44)

Παρά τη θέσπιση περισσότερο ομοιόμορφων κανόνων για τη διασυνοριακή εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων και/ή προστίμων και παρά την ανάγκη για υιοθέτηση πιο εναρμονισμένων κριτηρίων για να γίνουν πιο αποτελεσματικές οι διαδικασίες παρακολούθησης σε περίπτωση μη πληρωμής, οι κανόνες αυτοί δεν θα πρέπει να θίγουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών να καθορίζουν το δικό τους σύστημα επιβολής ποινών, κυρώσεων και προστίμων ή μέτρων είσπραξης, τα οποία είναι διαθέσιμα βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Συνεπώς, το μέσο που επιτρέπει την επιβολή ή την εκτέλεση τέτοιων ποινών και/ή προστίμων μπορεί, εφόσον κρίνεται σκόπιμο και λαμβάνοντας υπόψη την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική στο κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, να συμπληρώνεται, να συνοδεύεται ή να αντικαθίσταται από τίτλο που επιτρέπει την επιβολή ή εκτέλεση στο κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση.

(45)

Οι πιο ομοιόμορφοι κανόνες δεν θα πρέπει να συνεπάγονται τροποποίηση ή μεταβολή της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των εναγομένων ούτε των αρχών δικαίου που ισχύουν σε αυτούς, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ), όπως είναι το δικαίωμα της ακρόασης, το δικαίωμα της πραγματικής προσφυγής και του αμερόληπτου δικαστηρίου και η αρχή «ου δις δικάζειν» (αρχή «ne bis in idem»).

(46)

Η παρούσα οδηγία δεν επιδιώκει να θεσπίσει εναρμονισμένους κανόνες στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας, της δικαιοδοσίας ή της αναγνώρισης και της εκτέλεσης αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ούτε να ασχοληθεί με το εφαρμοστέο δίκαιο.

(47)

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών και των δικαστικών διαδικασιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα και να προβλέπουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις για τις παραβιάσεις των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.

(48)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 8), την ελευθερία του επαγγέλματος και το δικαίωμα προς εργασία (άρθρο 15), την επιχειρηματική ελευθερία (άρθρο 16), το δικαίωμα συλλογικών διαπραγματεύσεων και δράσεων (άρθρο 28), το δικαίωμα για δίκαιες και πρόσφορες συνθήκες εργασίας (άρθρο 31), το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου (άρθρο 47), το τεκμήριο της αθωότητας και το δικαίωμα της υπεράσπισης (άρθρο 48), καθώς και το δικαίωμα του καθενός να μη δικάζεται δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη (ne bis in idem) (άρθρο 50) και πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές.

(49)

Για να διευκολυνθεί η καλύτερη και πιο ομοιόμορφη εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ένα ηλεκτρονικό σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών με σκοπό τη διευκόλυνση της διοικητικής συνεργασίας, ενώ οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν όσο το δυνατόν περισσότερο το IMI. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει την εφαρμογή υφιστάμενων και μελλοντικών διμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων σχετικά με τη διοικητική συνεργασία και την αμοιβαία συνδρομή.

(50)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η θέσπιση ενός γενικού κοινού πλαισίου κατάλληλων διατάξεων, μέτρων και μηχανισμών ελέγχου, αναγκαίων για την καλύτερη και πιο ομοιόμορφη μεταφορά, εφαρμογή και επιβολή της οδηγίας 96/71/ΕΚ στην πράξη, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

(51)

Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος γνωμοδότησε στις 19 Ιουλίου 2012 (12),

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κοινό πλαίσιο για μια δέσμη κατάλληλων διατάξεων, μέτρων και μηχανισμών ελέγχου αναγκαίων για την καλύτερη και περισσότερο ομοιόμορφη μεταφορά, εφαρμογή και επιβολή της οδηγίας 96/71/ΕΚ στην πράξη, συμπεριλαμβανομένης της λήψης μέτρων για την πρόληψη και την επιβολή κυρώσεων για κάθε κατάχρηση και καταστρατήγηση των εφαρμοστέων κανόνων, και τούτο με την επιφύλαξη του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 96/71/ΕΚ.

Η παρούσα οδηγία έχει στόχο να εξασφαλίσει την τήρηση κατάλληλου επιπέδου προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων που αποσπώνται για τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, ιδίως την επιβολή των όρων και συνθηκών απασχόλησης που ισχύουν στο κράτος μέλος στο οποίο πρόκειται να παρέχεται η υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 96/71/ΕΚ, διευκολύνοντας συγχρόνως την άσκηση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών από τους παρόχους υπηρεσιών και προωθώντας τον δίκαιο ανταγωνισμό μεταξύ τους και, κατά συνέπεια, στηρίζοντας τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

2.   Η παρούσα οδηγία επ' ουδενί δεν θίγει την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη και στο επίπεδο της Ένωσης, περιλαμβανομένου του δικαιώματος ή της ελευθερίας για απεργία ή για ανάληψη άλλων δράσεων που καλύπτονται από τα ειδικά συστήματα εργασιακών σχέσεων στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και/ή πρακτική. Δεν θίγει επίσης το δικαίωμα διαπραγμάτευσης, σύναψης και εφαρμογής συλλογικών συμβάσεων ούτε το δικαίωμα ανάληψης συλλογικής δράσης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και/ή πρακτική.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

«αρμόδια αρχή» είναι αρχή ή φορέας που ενδέχεται να περιλαμβάνει το γραφείο ή τα γραφεία συνδέσμους που αναφέρονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 96/71/ΕΚ, τα οποία ορίζονται από τα κράτη μέλη για την εκτέλεση καθηκόντων δυνάμει της οδηγίας 96/71/ΕΚ και της παρούσας οδηγίας·

β)

«αιτούσα αρχή» είναι η αρμόδια αρχή κράτους μέλους που υποβάλλει αίτηση συνδρομής, παροχής πληροφοριών, κοινοποίησης ή είσπραξης χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου που προβλέπεται στο κεφάλαιο VI·

γ)

«αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση» είναι η αρμόδια αρχή κράτους μέλους προς την οποία υποβάλλεται αίτηση συνδρομής, παροχής πληροφοριών, κοινοποίησης ή επιστροφής χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου, όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο VI.

Άρθρο 3

Αρμόδιες αρχές και γραφεία σύνδεσμοι

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και/ή πρακτική, ορίζουν μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές, που μπορεί να περιλαμβάνουν το γραφείο ή τα γραφεία συνδέσμους που αναφέρονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 96/71/ΕΚ. Κατά τον καθορισμό των αρμόδιων αρχών τους, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη την ανάγκη για διασφάλιση προστασίας των δεδομένων των ανταλλασσόμενων πληροφοριών και των νόμιμων δικαιωμάτων των φυσικών και νομικών προσώπων που ενδέχεται να θιγούν. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να φέρουν την τελική ευθύνη για τη διασφάλιση της προστασίας των δεδομένων και των νόμιμων δικαιωμάτων των θιγόμενων προσώπων, και θεσπίζουν κατάλληλους μηχανισμούς προς τον σκοπό αυτό.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στοιχεία επικοινωνίας των αρμόδιων αρχών στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη. Η Επιτροπή δημοσιεύει και επικαιροποιεί τακτικά τον κατάλογο των αρμόδιων αρχών και των γραφείων σύνδεσης.

Τα λοιπά κράτη μέλη και θεσμικά όργανα της Ένωσης σέβονται την επιλογή του κάθε κράτους μέλους όσον αφορά τις αρμόδιες αρχές του.

Άρθρο 4

Διαπίστωση πραγματικών αποσπάσεων και πρόληψη καταχρήσεων και καταστρατήγησης

1.   Για τη μεταφορά, την εφαρμογή και την επιβολή της οδηγίας 96/71/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν συνολική αξιολόγηση όλων των πραγματικών στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα, συμπεριλαμβανομένων, ειδικότερα, των στοιχείων που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Τα στοιχεία αυτά προορίζονται να βοηθήσουν τις αρμόδιες αρχές κατά τη διενέργεια εξακριβώσεων και ελέγχων και σε περίπτωση που έχουν λόγους να πιστεύουν ότι ένας εργαζόμενος ενδέχεται να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως αποσπασμένος εργαζόμενος δυνάμει της οδηγίας 96/71/ΕΚ. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν απλώς ενδεικτικούς παράγοντες της συνολικής αξιολόγησης που πρέπει να διενεργηθεί και, συνεπώς, δεν εξετάζονται μεμονωμένα.

2.   Για να προσδιοριστεί κατά πόσον μία επιχείρηση ασκεί πραγματικά ουσιαστικές δραστηριότητες, πλην των δραστηριοτήτων εσωτερικής διαχείρισης και/ή των διοικητικών δραστηριοτήτων, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν συνολική αξιολόγηση όλων των πραγματικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν, εντός ενός ευρύτερου χρονικού πλαισίου, τις δραστηριότητες που ασκεί μια επιχείρηση στο κράτος μέλος εγκατάστασης και, κατά περίπτωση, στο κράτος μέλος υποδοχής. Τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να περιλαμβάνουν ιδίως:

α)

τον τόπο στον οποίο η επιχείρηση έχει την καταστατική και διοικητική της έδρα, καθώς και τον τόπο στον οποίο διατηρεί χώρους γραφείων, καταβάλλει φόρους και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, έχει επαγγελματική άδεια ή είναι εγγεγραμμένη στα εμπορικά επιμελητήρια ή σε επαγγελματικούς φορείς·

β)

τον τόπο πρόσληψης των αποσπασμένων εργαζομένων και τον τόπο από τον οποίο αποσπώνται·

γ)

το δίκαιο που διέπει τις συμβάσεις που συνάπτει η επιχείρηση με τους εργαζομένους, αφενός, και με τους πελάτες, αφετέρου·

δ)

τον τόπο στον οποίο ασκεί η επιχείρηση την ουσιαστική επιχειρηματική της δραστηριότητα και απασχολεί διοικητικό προσωπικό·

ε)

τον αριθμό των συμβάσεων που εκτελεί και/ή το μέγεθος του κύκλου εργασιών που πραγματοποιεί η επιχείρηση στο κράτος μέλος εγκατάστασής της, λαμβανομένης υπόψη της ειδικής κατάστασης, μεταξύ άλλων, των νεοσύστατων επιχειρήσεων και των ΜΜΕ.

3.   Για να εκτιμηθεί αν ένας αποσπασμένος εργαζόμενος εκτελεί προσωρινά την εργασία του σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος στο οποίο εργάζεται συνήθως, εξετάζονται όλα τα πραγματικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την εν λόγω εργασία και την κατάσταση του εργαζομένου. Τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να περιλαμβάνουν ιδίως:

α)

το αν η εργασία εκτελείται για περιορισμένο χρονικό διάστημα σε άλλο κράτος μέλος·

β)

την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει η απόσπαση·

γ)

κατά πόσο η απόσπαση γίνεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος στο οποίο ή από το οποίο ο αποσπασμένος εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 593/2008 (Ρώμη Ι) και/ή τη σύμβαση της Ρώμης·

δ)

αν ο αποσπασμένος εργαζόμενος επιστρέφει ή αναμένεται να ξαναρχίσει να εργάζεται στο κράτος μέλος από το οποίο αποσπάστηκε μετά την ολοκλήρωση των εργασιών ή την παροχή των υπηρεσιών για τις οποίες έχει αποσπαστεί·

ε)

τη φύση των δραστηριοτήτων·

στ)

αν τα έξοδα ταξιδιού, διατροφής και στέγασης ή διαμονής παρέχονται ή επιστρέφονται από τον εργοδότη που αποσπά τον εργαζόμενο, και, αν ναι, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτό ή η μέθοδος επιστροφής·

ζ)

οποιεσδήποτε προηγούμενες περίοδοι κατά τις οποίες η θέση καλύφθηκε από τον ίδιο ή άλλον (αποσπασμένο) εργαζόμενο.

4.   Η μη εκπλήρωση ενός ή περισσότερων από τα πραγματικά στοιχεία που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 δεν αποκλείει αυτομάτως το ενδεχόμενο μια κατάσταση να χαρακτηρίζεται ως απόσπαση. Η αξιολόγηση των εν λόγω κριτηρίων προσαρμόζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της κατάστασης.

5.   Τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο αυτό και χρησιμοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές στη γενική αξιολόγηση μιας κατάστασης ως πραγματικής απόσπασης μπορούν επίσης να εξετάζονται για να καθοριστεί κατά πόσο ένα πρόσωπο εμπίπτει στο πεδίο του εφαρμοστέου ορισμού του εργαζομένου σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 της οδηγίας 96/71/ΕΚ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει μεταξύ άλλων να καθοδηγούνται από τα γεγονότα που συνδέονται με την παροχή της εργασίας, τη σχέση εξάρτησης και την αμοιβή του εργαζομένου, ανεξάρτητα από το πώς χαρακτηρίζεται η σχέση σε οποιαδήποτε ρύθμιση, συμβατική ή μη συμβατική, που ενδέχεται να έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Άρθρο 5

Βελτιωμένη πρόσβαση στις πληροφορίες

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν, αφενός, ότι οι πληροφορίες για τους όρους απασχόλησης που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 96/71/ΕΚ και που πρέπει να εφαρμόζονται και να τηρούνται από τους παρόχους υπηρεσιών διατίθενται γενικά, χωρίς χρέωση, με σαφή, διαφανή, διεξοδικό και εύκολα προσβάσιμο τρόπο από απόσταση και με ηλεκτρονικά μέσα, σε μορφότυπους και σύμφωνα με πρότυπα διαδικτυακής προσβασιμότητας που εξασφαλίζουν πρόσβαση σε άτομα με αναπηρία, και, αφετέρου, ότι τα γραφεία σύνδεσμοι ή οι άλλοι αρμόδιοι εθνικοί φορείς για τους οποίους γίνεται λόγος στο άρθρο 4 της οδηγίας 96/71/ΕΚ είναι σε θέση να εκτελούν τα καθήκοντά τους αποτελεσματικά.

2.   Για να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο η πρόσβαση στις πληροφορίες, τα κράτη μέλη:

α)

διευκρινίζουν με σαφήνεια, με λεπτομερή και φιλικό για τον χρήστη τρόπο και σε προσβάσιμο μορφότυπο, σε έναν ενιαίο, επίσημο εθνικό ιστότοπο και με άλλα κατάλληλα μέσα, τους όρους και συνθήκες απασχόλησης και/ή τα τμήματα του εθνικού και/ή περιφερειακού δικαίου τους που πρέπει να εφαρμόζονται στους εργαζομένους οι οποίοι αποσπώνται στην επικράτειά τους·

β)

λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την ευρεία δημοσιοποίηση στον ενιαίο, επίσημο εθνικό ιστότοπο και με άλλα κατάλληλα μέσα, των πληροφοριών για τις εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις και για το προσωπικό πεδίο εφαρμογής τους, καθώς και για τους όρους και συνθήκες απασχόλησης που πρέπει να τηρούν οι πάροχοι υπηρεσιών από άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με την οδηγία 96/71/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων, ει δυνατόν, ηλεκτρονικών συνδέσμων που να οδηγούν στους υπάρχοντες διαδικτυακούς ιστότοπους και σε άλλα σημεία επαφής, και ιδίως στους σχετικούς κοινωνικούς εταίρους·

γ)

διαθέτουν χωρίς χρέωση τις εν λόγω πληροφορίες στη διάθεση των εργαζομένων και των παρόχων υπηρεσιών στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους μέλους υποδοχής και στις πιο σχετικές γλώσσες, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες στην αγορά εργασίας του, παρέχεται δε η δυνατότητα επιλογής στο κράτος μέλος υποδοχής. Οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται ει δυνατόν με τη μορφή συνοπτικού φυλλαδίου που περιγράφει τους βασικούς εφαρμοστέους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής των διαδικασιών για την υποβολή καταγγελιών και, αν αυτό ζητηθεί, σε μορφότυπους προσπελάσιμους από άτομα με αναπηρία· περαιτέρω λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τους όρους απασχόλησης και τις κοινωνικές συνθήκες που ισχύουν για τους αποσπασμένους εργαζομένους, περιλαμβανομένης της υγείας και της ασφάλειας στον χώρο εργασίας, διατίθενται εύκολα και χωρίς χρέωση·

δ)

βελτιώνουν την προσβασιμότητα και τη σαφήνεια των σχετικών πληροφοριών, ιδιαίτερα αυτών που δημοσιεύονται σε έναν ενιαίο, επίσημο εθνικό ιστότοπο, όπως αναφέρεται στο στοιχείο α)·

ε)

ορίζουν ένα αρμόδιο πρόσωπο επικοινωνίας στο γραφείο διασύνδεσης υπεύθυνο για την εξέταση των αιτημάτων παροχής πληροφοριών·

στ)

επικαιροποιούν τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα δελτία των επιμέρους χωρών.

3.   Η Επιτροπή εξακολουθεί να υποστηρίζει τα κράτη μέλη στον τομέα της πρόσβασης στις πληροφορίες.

4.   Αν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τις εθνικές παραδόσεις και τις εθνικές πρακτικές, αλλά και με πλήρη σεβασμό στην αυτονομία των κοινωνικών εταίρων, οι όροι και οι συνθήκες απασχόλησης που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 96/71/ΕΚ καθορίζονται σε συλλογικές συμβάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 8 της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εν λόγω όροι και συνθήκες απασχόλησης είναι διαθέσιμοι με προσιτό και διαφανή τρόπο για τους παρόχους υπηρεσιών από άλλα κράτη μέλη και τους αποσπασμένους εργαζομένους, και μπορούν να ζητούν προς τον σκοπό αυτό τη συνεργασία των κοινωνικών εταίρων. Οι σχετικές πληροφορίες θα πρέπει συγκεκριμένα να καλύπτουν τις διάφορες ελάχιστες αμοιβές και τα συστατικά στοιχεία τους, τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της αμοιβής και, όπου αρμόζει, τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται για την κατάταξη στις διάφορες μισθολογικές κατηγορίες.

5.   Τα κράτη μέλη υποδεικνύουν φορείς ή αρχές όπου μπορούν να απευθύνονται οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις για γενικές πληροφορίες σχετικά με την εθνική νομοθεσία και πρακτική που ισχύουν γι' αυτούς όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους εντός του εδάφους τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 6

Αμοιβαία συνδρομή — Γενικές αρχές

1.   Τα κράτη μέλη συνεργάζονται στενά και παρέχουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση αμοιβαία συνδρομή για να διευκολύνουν τη μεταφορά, την εφαρμογή και την επιβολή της παρούσας οδηγίας και της οδηγίας 96/71/ΕΚ στην πράξη.

2.   Η συνεργασία των κρατών μελών συνίσταται, ειδικότερα, στην απάντηση σε αιτιολογημένες αιτήσεις παροχής πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές και τη διενέργεια ελέγχων, επιθεωρήσεων και ερευνών σε σχέση με τις περιπτώσεις απόσπασης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 της οδηγίας 96/71/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένης της διερεύνησης οποιασδήποτε μη συμμόρφωσης ή κατάχρησης των κανόνων που διέπουν την απόσπαση εργαζομένων. Οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με πιθανή είσπραξη διοικητικής χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου ή κοινοποίηση απόφασης σχετικά με παρόμοια κύρωση και/ή πρόστιμο, όπως αναφέρεται στο κεφάλαιο VI.

3.   H συνεργασία των κρατών μελών μπορεί επίσης να περιλαμβάνει την αποστολή και την επίδοση εγγράφων.

4.   Για να μπορούν να απαντούν σε αίτηση συνδρομής που υποβάλλεται από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πάροχοι υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τους κάθε απαραίτητη πληροφορία αναγκαία για την εποπτεία των δραστηριοτήτων τους σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση μη χορήγησης των εν λόγω πληροφοριών.

5.   Τα κράτη μέλη, όταν δυσκολεύονται να ικανοποιήσουν αίτηση παροχής πληροφοριών ή να διενεργήσουν ελέγχους, επιθεωρήσεις ή έρευνες, ειδοποιούν χωρίς καθυστέρηση το κράτος μέλος που υπέβαλε την αίτηση έτσι ώστε να βρεθεί λύση.

Σε περίπτωση που εμμένουν τα προβλήματα στην ανταλλαγή πληροφοριών ή μόνιμης άρνησης για χορήγηση πληροφοριών, η Επιτροπή ενημερώνεται, κατά περίπτωση μέσω του ΙΜΙ, και λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα.

6.   Τα κράτη μέλη παρέχουν τις πληροφορίες που ζητούν άλλα κράτη μέλη ή η Επιτροπή με ηλεκτρονικά μέσα εντός των ακόλουθων χρονικών ορίων:

α)

σε επείγουσες περιπτώσεις που απαιτούν την εξέταση μητρώων, όπως αυτές για την επιβεβαίωση της καταχώρισης ΦΠΑ προκειμένου να ελεγχθεί η εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος: το συντομότερο δυνατόν και κατ' ανώτατο όριο δύο εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της αίτησης.

Ο λόγος του επείγοντος χαρακτήρα αναφέρεται στην αίτηση με σαφή τρόπο, συμπεριλαμβάνοντας ορισμένες λεπτομέρειες που αιτιολογούν τον εν λόγω επείγοντα χαρακτήρα·

β)

σε όλες τις λοιπές αιτήσεις πληροφοριών, 25 εργάσιμες ημέρες κατ' ανώτατο όριο από την παραλαβή της αίτησης, εκτός εάν συμφωνηθεί βραχύτερο χρονικό όριο από κοινού μεταξύ των κρατών μελών.

7.   Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και της οδηγίας 96/71/ΕΚ, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα μητρώα στα οποία είναι εγγεγραμμένοι οι πάροχοι υπηρεσιών και τα οποία μπορούν να συμβουλευθούν οι αρμόδιες αρχές στο έδαφός τους, να μπορούν να τα συμβουλευθούν με τους ίδιους όρους και οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, εφόσον τα εν λόγω μητρώα είναι καταχωρισμένα από τα κράτη μέλη στο ΙΜΙ.

8.   Τα κράτη μέρη μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες που ανταλλάσσουν οι φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχείο α) ή που μεταβιβάζονται σε αυτούς να χρησιμοποιούνται μόνο για το θέμα ή τα θέματα για τα οποία έχουν ζητηθεί.

9.   Η αμοιβαία διοικητική συνεργασία και συνδρομή παρέχονται δωρεάν.

10.   Μια αίτηση για πληροφορίες δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τη σχετική εθνική και ενωσιακή νομοθεσία για τη διερεύνηση και αποτροπή πιθανών παραβιάσεων της οδηγίας 96/71/ΕΚ ή της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 7

Ο ρόλος των κρατών μελών στο πλαίσιο διοικητικής συνεργασίας

1.   Σύμφωνα με τις αρχές που θεσπίζονται στα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας 96/71/ΕΚ, κατά τη διάρκεια της περιόδου απόσπασης ενός εργαζομένου σε άλλο κράτος μέλος, η επιθεώρηση των όρων απασχόλησης που πρέπει να πληρούνται σύμφωνα με την οδηγία 96/71/ΕΚ εμπίπτει στην αρμοδιότητα των αρχών του κράτους μέλους υποδοχής σε συνεργασία, εφόσον κριθεί αναγκαίο, με τις αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης.

2.   Το κράτος μέλος εγκατάστασης του παρόχου υπηρεσιών εξακολουθεί να παρακολουθεί, να ελέγχει και να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα εποπτείας ή επιβολής, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία και πρακτική και τις εθνικές διοικητικές διαδικασίες, όσον αφορά τους εργαζομένους που αποσπώνται σε άλλο κράτος μέλος.

3.   Το κράτος μέλος εγκατάστασης του παρόχου υπηρεσιών επικουρεί το κράτος μέλος στο οποίο γίνεται η απόσπαση με σκοπό να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τους όρους που εφαρμόζονται σύμφωνα με την οδηγία 96/71/ΕΚ και την παρούσα οδηγία. Η ευθύνη αυτή δεν μειώνει ουδόλως τις δυνατότητες του κράτους μέλους στο οποίο γίνεται η απόσπαση να παρακολουθεί, να ελέγχει και να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα εποπτείας ή επιβολής, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και την οδηγία 96/71/ΕΚ.

4.   Όταν υπάρχουν στοιχεία που υποδηλώνουν πιθανές παρατυπίες, ένα κράτος μέλος, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, κοινοποιεί στο άλλο κράτος μέλος οποιεσδήποτε σχετικές πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

5.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν επίσης να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης, σε σχέση με κάθε περίπτωση παροχής υπηρεσιών ή με κάθε πάροχο υπηρεσιών, πληροφορίες για τη νομιμότητα της εγκατάστασης του παρόχου υπηρεσιών, την ορθή συμπεριφορά του και την απουσία οποιασδήποτε παράβασης των εφαρμοστέων κανόνων. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης παρέχουν τις πληροφορίες αυτές σύμφωνα με το άρθρο 6.

6.   Οι υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου δεν συνεπάγονται υποχρέωση του κράτους μέλους εγκατάστασης να προβεί σε εξακριβώσεις πραγματικών γεγονότων και σε ελέγχους στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής όπου παρέχεται η υπηρεσία. Τέτοιες εξακριβώσεις και έλεγχοι μπορούν να διενεργούνται από τις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους εγκατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 10 και στο πλαίσιο των εξουσιών εποπτείας που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία και πρακτική και στις εθνικές διοικητικές διαδικασίες του κράτους μέλους υποδοχής και οι οποίες συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης.

Άρθρο 8

Συνοδευτικά μέτρα

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, με τη βοήθεια της Επιτροπής, συνοδευτικά μέτρα για την ανάπτυξη, τη διευκόλυνση και την προώθηση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των υπαλλήλων που είναι αρμόδιοι για την υλοποίηση της διοικητικής συνεργασίας και της αμοιβαίας συνδρομής, καθώς και για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους εφαρμοστέους κανόνες και την εποπτεία της επιβολής τους. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να λαμβάνουν συνοδευτικά μέτρα για την υποστήριξη οργανώσεων που παρέχουν πληροφορίες στους αποσπασμένους εργαζομένους.

2.   Η Επιτροπή αξιολογεί την ανάγκη παροχής χρηματοδοτικής στήριξης προκειμένου να βελτιωθεί περαιτέρω η διοικητική συνεργασία και να αυξηθεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη μέσω σχεδίων, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης των ανταλλαγών των σχετικών υπαλλήλων και της σχετικής κατάρτισης, καθώς επίσης της ανάπτυξης, της διευκόλυνσης και της προώθησης πρωτοβουλιών βέλτιστων πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων των πρωτοβουλιών που αναλαμβάνονται από τους κοινωνικούς εταίρους σε επίπεδο ΕΕ, όπως η ανάπτυξη και η επικαιροποίηση βάσεων δεδομένων ή κοινών ιστοτόπων με γενικές ή τομεακές πληροφορίες σχετικά με τους όρους απασχόλησης που πρέπει να τηρούνται και ή συγκέντρωση και αξιολόγηση διεξοδικών δεδομένων που αφορούν ειδικά τη διαδικασία απόσπασης.

Όταν συμπεραίνει πως υφίσταται παρόμοια ανάγκη, η Επιτροπή, με την επιφύλαξη των προνομίων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου στη διαδικασία κατάρτισης του προϋπολογισμού, χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα για να ενισχύσει τη διοικητική συνεργασία.

3.   Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη, ενώ σέβονται την αυτονομία των κοινωνικών εταίρων, μπορούν να εξασφαλίζουν επαρκή στήριξη των συναφών πρωτοβουλιών των κοινωνικών εταίρων σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο που αποσκοπούν στην ενημέρωση επιχειρήσεων και εργαζομένων σχετικά με τους εφαρμοστέους όρους και συνθήκες απασχόλησης που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία και στην οδηγία 96/71/ΕΚ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

Άρθρο 9

Διοικητικές απαιτήσεις και μέτρα ελέγχου

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν μόνον διοικητικές απαιτήσεις και μέτρα ελέγχου που είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία και στην οδηγία 96/71/ΕΚ, υπό τον όρο ότι είναι δικαιολογημένα και αναλογικά σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης.

Για τους σκοπούς αυτούς, τα κράτη μέλη μπορούν συγκεκριμένα να επιβάλλουν τα ακόλουθα μέτρα:

α)

υποχρέωση του παρόχου υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος να υποβάλει απλή δήλωση στις αρμόδιες εθνικές αρχές, το αργότερο κατά την έναρξη της παροχής της υπηρεσίας, στην επίσημη γλώσσα (ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες) του κράτους μέλους υποδοχής, ή σε μια άλλη γλώσσα ή γλώσσες που γίνονται δεκτές από το κράτος μέλος υποδοχής, με τις σχετικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την πραγματοποίηση ελέγχων των πραγματικών στοιχείων στον χώρο εργασίας, όπως, μεταξύ άλλων:

i)

την ταυτότητα του παρόχου υπηρεσιών,

ii)

τον αναμενόμενο αριθμό σαφώς ταυτοποιήσιμων αποσπασμένων εργαζομένων,

iii)

τα πρόσωπα που αναφέρονται στα στοιχεία ε) και στ),

iv)

την αναμενόμενη διάρκεια και την προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης και λήξης της απόσπασης,

v)

τη διεύθυνση ή τις διευθύνσεις των χώρων εργασίας, και

vi)

τη φύση των υπηρεσιών που δικαιολογεί την απόσπαση·

β)

υποχρέωση να τηρούνται ή να καθίστανται διαθέσιμα και/ή να φυλάσσονται, κατά τη διάρκεια της απόσπασης, σε ευπρόσιτο και σαφώς καθορισμένο τόπο στο έδαφός τους —όπως στον χώρο εργασίας ή στο εργοτάξιο ή, για τους κινούμενους εργαζομένους του τομέα των μεταφορών, στην επιχειρησιακή βάση ή στο όχημα με το οποίο παρέχεται η υπηρεσία— αντίγραφα, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, της σύμβασης εργασίας ή ισοδύναμου εγγράφου κατά την έννοια της οδηγίας 91/533/ΕΟΚ του Συμβουλίου (13), συμπεριλαμβανομένων, όταν αυτό είναι απαραίτητο ή σκόπιμο, των πρόσθετων πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας, δελτία μισθοδοσίας, δελτία χρόνου παρουσίας όπου αναγράφονται η έναρξη, η λήξη και η διάρκεια του ημερήσιου χρόνου εργασίας, αποδεικτικά καταβολής των μισθών ή αντίγραφα ισοδύναμων εγγράφων·

γ)

υποχρέωση αποστολής των εγγράφων που αναφέρονται στο στοιχείο β), μετά την περίοδο της απόσπασης, κατόπιν αίτησης των αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, εντός εύλογης προθεσμίας·

δ)

υποχρέωση μετάφρασης των εγγράφων που αναφέρονται στο στοιχείο β) στην επίσημη γλώσσα ή (σε μία από) τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους ή σε άλλη ή άλλες γλώσσες που γίνονται δεκτές από το κράτος μέλος υποδοχής·

ε)

υποχρέωση διορισμού ενός προσώπου που λειτουργεί ως σύνδεσμος με τις αρμόδιες αρχές στο κράτος μέλος υποδοχής όπου παρέχονται οι υπηρεσίες και, εφόσον απαιτείται, αποστέλλει και λαμβάνει έγγραφα και/ή ειδοποιήσεις·

στ)

υποχρέωση καθορισμού ενός προσώπου επικοινωνίας, εφόσον χρειάζεται, το οποίο θα έχει τη θέση εκπροσώπου με το οποίο οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν να επιχειρούν να πείσουν τον πάροχο υπηρεσιών να προσέλθει σε συλλογικές διαπραγματεύσεις εντός του κράτους μέλους υποδοχής, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική, κατά τη διάρκεια της περιόδου παροχής των υπηρεσιών. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να είναι διαφορετικό από το πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο ε) και δεν είναι απαραίτητο να είναι παρόν στο κράτος μέλος υποδοχής, αλλά πρέπει να είναι διαθέσιμο μόλις προκύψει εύλογη και αιτιολογημένη αίτηση.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλουν άλλες διοικητικές απαιτήσεις και μέτρα ελέγχου σε περίπτωση που προκύψουν καταστάσεις ή νέες εξελίξεις για τις οποίες οι υφιστάμενες διοικητικές απαιτήσεις και τα υφιστάμενα μέτρα ελέγχου δεν είναι επαρκή ή πρόσφορα για την αποτελεσματική παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων που ορίζονται στην οδηγία 96/71/ΕΚ και την παρούσα οδηγία, εφόσον αυτές οι απαιτήσεις και μέτρα είναι δικαιολογημένα και αναλογικά.

3.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει άλλες υποχρεώσεις απορρέουσες από τη νομοθεσία της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από την οδηγία του Συμβουλίου 89/391/ΕΟΚ (14) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004, και/ή εκείνων δυνάμει του εθνικού δικαίου σχετικά με την προστασία ή την απασχόληση των εργαζομένων, εφόσον εφαρμόζονται εξίσου στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στο συγκεκριμένο κράτος μέλος και εφόσον είναι δικαιολογημένες και αναλογικές.

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες και οι διατυπώσεις σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων σύμφωνα με το παρόν άρθρο μπορούν να διεκπεραιώνονται από τις επιχειρήσεις με φιλικό για τον χρήστη τρόπο, από απόσταση και με ηλεκτρονικά μέσα, στο μέτρο του δυνατού.

5.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και ενημερώνουν τους παρόχους υπηρεσιών σχετικά με κάθε μέτρο αναφερόμενο στις παραγράφους 1 και 2 που εφαρμόζουν ή που έχουν εφαρμόσει. Η Επιτροπή ανακοινώνει τα εν λόγω μέτρα στα άλλα κράτη μέλη. Οι πληροφορίες για τους παρόχους υπηρεσιών διατίθενται γενικά σε έναν ενιαίο εθνικό ιστότοπο στην προσφορότερη γλώσσα ή γλώσσες, που καθορίζει το κράτος μέλος.

Η Επιτροπή παρακολουθεί από κοντά την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, αξιολογεί τη συμμόρφωσή τους προς τη νομοθεσία της Ένωσης και, όπου αρμόζει, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα σύμφωνα με τις αρμοδιότητές της βάσει της ΣΛΕΕ.

Η Επιτροπή υποβάλλει τακτικά έκθεση προς το Συμβούλιο σχετικά με μέτρα που ανακοινώθηκαν από τα κράτη μέλη και, όπου κρίνεται σκόπιμο, σχετικά με την πορεία της αξιολόγησης και/ή ανάλυσής της.

Άρθρο 10

Επιθεωρήσεις

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη θέσπιση των κατάλληλων και αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου και παρακολούθησης που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία και πρακτική καθώς και τη διενέργεια αποτελεσματικών και επαρκών επιθεωρήσεων από τις ορισμένες βάσει του εθνικού δικαίου αρχές στο έδαφός τους, με σκοπό τον έλεγχο και την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις και τους κανόνες που προβλέπονται στην οδηγία 96/71/ΕΚ και λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας αυτής και την εξασφάλιση, με τον τρόπο αυτό, της ορθής εφαρμογής και επιβολής τους. Παρά τη δυνατότητα διενέργειας τυχαίων ελέγχων, οι επιθεωρήσεις αυτές βασίζονται κυρίως σε εκτίμηση επικινδυνότητας που διενεργείται από τις αρμόδιες αρχές. Στην εκτίμηση επικινδυνότητας μπορούν να εντοπίζονται οι τομείς δραστηριότητας στους οποίους συγκεντρώνεται, στο έδαφός τους, η απασχόληση των εργαζομένων που αποσπώνται προς παροχή υπηρεσιών. Κατά τη διενέργεια της εν λόγω εκτίμησης επικινδυνότητας μπορούν συγκεκριμένα να λαμβάνονται υπόψη η υλοποίηση μεγάλων έργων υποδομής, η ύπαρξη μεγάλων αλυσίδων υπεργολάβων, η γεωγραφική εγγύτητα, τα ιδιαίτερα προβλήματα και οι ανάγκες συγκεκριμένων τομέων, το ιστορικό παραβάσεων, καθώς και η ευπάθεια ορισμένων ομάδων εργαζομένων.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιθεωρήσεις και οι έλεγχοι συμμόρφωσης σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δεν προκαλούν διακρίσεις και/ή δεν είναι δυσανάλογα, ενώ λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

3.   Αν χρειαστούν πληροφορίες κατά τη διάρκεια των επιθεωρήσεων και με βάση το άρθρο 4, το κράτος μέλος υποδοχής και το κράτος μέλος εγκατάστασης ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες διοικητικής συνεργασίας. Συγκεκριμένα, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές που ορίζονται στα άρθρα 6 και 7.

4.   Τα κράτη μέλη στα οποία, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο και/ή τις εθνικές τους πρακτικές, ο καθορισμός των όρων απασχόλησης που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 96/71/ΕΚ σχετικά με τους αποσπασμένους εργαζόμενους, και ιδίως των ελάχιστων αμοιβών, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου εργασίας, έχει ανατεθεί στην εργοδοσία και τους εργαζομένους μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από τα κράτη μέλη, να τους αναθέσουν επίσης την παρακολούθηση της εφαρμογής των σχετικών όρων απασχόλησης των αποσπασμένων εργαζομένων, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται κατάλληλο επίπεδο προστασίας ισοδύναμο με το επίπεδο που απορρέει από την οδηγία 96/71/ΕΚ και την παρούσα οδηγία.

5.   Τα κράτη μέλη στα οποία οι επιθεωρήσεις εργασίας δεν έχουν καμία αρμοδιότητα για τον έλεγχο και την παρακολούθηση των συνθηκών εργασίας και/ή των όρων απασχόλησης των αποσπασμένων εργαζομένων μπορούν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και/ή πρακτική, να θεσπίζουν, τροποποιούν ή διατηρούν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς που εγγυώνται την τήρηση των εν λόγω όρων απασχόλησης, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές ρυθμίσεις παρέχουν στα εν λόγω πρόσωπα κατάλληλο βαθμό προστασίας ισοδύναμο με το επίπεδο που απορρέει από την οδηγία 96/71/ΕΚ και την παρούσα οδηγία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΕΠΙΒΟΛΗ

Άρθρο 11

Υπεράσπιση των δικαιωμάτων — Διευκόλυνση των καταγγελιών — Καθυστερούμενες πληρωμές

1.   Για την επιβολή των υποχρεώσεων σύμφωνα με την οδηγία 96/71/ΕΚ, ειδικότερα το άρθρο 6, και την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί που παρέχουν στους αποσπασμένους εργαζομένους τη δυνατότητα να υποβάλουν απευθείας καταγγελία κατά του εργοδότη τους, καθώς και το δικαίωμα να κινήσουν σχετικές δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες, και στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου είναι ή ήταν αποσπασμένοι, αν οι εν λόγω εργαζόμενοι κρίνουν ότι υπέστησαν ζημία ή βλάβη λόγω της μη εφαρμογής των εφαρμοστέων κανόνων, ακόμη και μετά τη λήξη της σχέσης εργασίας στο πλαίσιο της οποίας φέρεται ότι έγινε η παράβαση των κανόνων.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων των κρατών μελών, όπως αυτή ορίζεται ιδίως από τις σχετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης και/ή από διεθνείς συμβάσεις.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και άλλα τρίτα μέρη, όπως οι ενώσεις, οι οργανώσεις και τα άλλα νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζει η εθνική τους νομοθεσία, έννομο συμφέρον να εξασφαλίσουν την τήρηση της παρούσας οδηγίας και της οδηγίας 96/71/ΕΚ, μπορούν να κινήσουν εξ ονόματος ή προς υποστήριξη των αποσπασμένων εργαζομένων ή του εργοδότη τους και με την έγκρισή τους, κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και της οδηγίας 96/71/ΕΚ και/ή για την επιβολή των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία και την οδηγία 96/71/ΕΚ.

4.   Οι παράγραφοι 1 και 3 ισχύουν με την επιφύλαξη:

α)

των εθνικών κανόνων περί των προθεσμιών παραγραφής ή των προθεσμιών άσκησης των σχετικών ενεργειών, υπό τον όρο ότι δεν θα θεωρούνται ικανοί να καταστήσουν δυνητικά αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων·

β)

άλλων αρμοδιοτήτων και συλλογικών δικαιωμάτων των κοινωνικών εταίρων, των εκπροσώπων των εργαζομένων και των εργοδοτών, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική·

γ)

των εθνικών δικονομικών κανόνων που διέπουν την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση ενώπιον των δικαστηρίων.

5.   Οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι που κινούν δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες κατά την έννοια της παραγράφου 1 δεν υφίστανται δυσμενή μεταχείριση από τον εργοδότη τους.

6.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο εργοδότης του αποσπασμένου εργαζομένου να είναι υπεύθυνος για οφειλόμενα δικαιώματα που απορρέουν από τη συμβατική σχέση μεταξύ του εργοδότη και του εν λόγω αποσπασμένου εργαζομένου.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν συγκεκριμένα για τη θέσπιση των αναγκαίων μηχανισμών ώστε οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι να μπορούν να λαμβάνουν:

α)

τυχόν καθυστερούμενες καθαρές αμοιβές που τους οφείλονται σύμφωνα με τους εφαρμοστέους όρους και συνθήκες απασχόλησης που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 96/71/ΕΚ·

β)

τυχόν καθυστερούμενες πληρωμές ή επιστροφές φόρων ή εισφορών κοινωνικής ασφάλισης που έχουν παρακρατηθεί αχρεωστήτως από τους μισθούς τους·

γ)

επιστροφή υπερβολικών δαπανών, σε σχέση με το ποσό των καθαρών αποδοχών ή με την ποιότητα του καταλύματος, οι οποίες παρακρατήθηκαν ή αφαιρέθηκαν από τους μισθούς για τα καταλύματα που παρασχέθηκαν από τον εργοδότη·.

δ)

κατά περίπτωση, εισφορές των εργοδοτών που οφείλονται σε κοινά ταμεία ή οργανισμούς των κοινωνικών εταίρων που έχουν παρακρατηθεί αχρεωστήτως από τους μισθούς τους.

Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις στις οποίες οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι έχουν επιστρέψει από το κράτος μέλος στο οποίο έγινε η απόσπαση.

Άρθρο 12

Ευθύνη υπεργολάβου

1.   Προς αντιμετώπιση των περιπτώσεων απάτης και καταχρήσεων, τα κράτη μέλη μπορούν, κατόπιν διαβούλευσης με τους αρμόδιους κοινωνικούς εταίρους, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική, να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα χωρίς διακρίσεις και σε αναλογική βάση, ώστε να διασφαλίζεται ότι, στις αλυσίδες υπεργολαβίας, ο εργολάβος του οποίου άμεσος υπεργολάβος είναι ο εργοδότης (πάροχος υπηρεσιών) που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 της οδηγίας 96/71/ΕΚ να μπορεί, επιπλέον ή αντί του εργοδότη, να θεωρείται υπεύθυνος από τον αποσπασμένο εργαζόμενο όσον αφορά κάθε οφειλόμενη καθαρή αμοιβή που αντιστοιχεί στους ελάχιστους μισθούς και/ή τις εισφορές σε κοινά ταμεία ή όργανα των κοινωνικών εταίρων, εφόσον καλύπτονται από το άρθρο 3 της οδηγίας 96/71/ΕΚ.

2.   Όσον αφορά τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα της οδηγίας 96/71/ΕΚ, τα κράτη μέλη προβλέπουν μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι στις αλυσίδες υπεργολαβίας, αποσπασμένοι εργαζόμενοι μπορούν να θεωρούν υπεύθυνο τον εργολάβο του οποίου ο εργοδότης είναι άμεσος υπεργολάβος, μαζί με τον εργοδότη ή σε αντικατάστασή του, για την τήρηση των δικαιωμάτων των αποσπασμένων εργαζομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Η ευθύνη για την οποία γίνεται λόγος στις παραγράφους 1 και 2 περιορίζεται στα δικαιώματα των εργαζομένων που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσης μεταξύ του εργολάβου και του υπεργολάβου του.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης, να προβλέπουν επίσης πιο αυστηρούς κανόνες ευθύνης, βάσει της εθνικής τους νομοθεσίας, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και το εύρος της ευθύνης των υπεργολάβων, χωρίς διακρίσεις και σε αναλογική βάση. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, να προβλέπουν ευθύνη αυτού του είδους και σε άλλους τομείς οι οποίοι δεν αναφέρονται στο παράρτημα της οδηγίας 96/71/ΕΚ.

5.   Τα κράτη μέλη, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 4, μπορούν να προβλέπουν ότι οι εργολάβοι που έχουν επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια, όπως την ορίζει η εθνική νομοθεσία, δεν φέρουν ευθύνη.

6.   Αντί των κανόνων για την ευθύνη που αναφέρονται στην παράγραφο 2, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να λάβουν άλλα κατάλληλα μέτρα επιβολής, σύμφωνα με την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική, η οποία θα επιτρέψει, σε άμεση σχέση υπεργολαβίας, αποτελεσματικές και αναλογικές κυρώσεις εις βάρος του εργολάβου, για την πάταξη της απάτης και των καταχρήσεων σε περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην άσκηση των δικαιωμάτων τους.

7.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος άρθρου και καθιστούν ευρέως διαθέσιμες τις πληροφορίες στη γλώσσα ή τις γλώσσες που επιλέγουν τα κράτη μέλη.

Στην περίπτωση της παραγράφου 2, οι πληροφορίες που παρέχονται στην Επιτροπή περιλαμβάνουν στοιχεία για τον καθορισμό της ευθύνης σε αλυσίδες υπεργολαβίας.

Στην περίπτωση της παραγράφου 6, οι πληροφορίες που παρέχονται στην Επιτροπή περιλαμβάνουν στοιχεία που καθορίζουν την αποτελεσματικότητα των εναλλακτικών εθνικών μέτρων όσον αφορά τους κανόνες περί ευθύνης που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Η Επιτροπή θέτει τις πληροφορίες αυτές στη διάθεση των άλλων κρατών μελών.

8.   Η Επιτροπή παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΚΥΡΩΣΕΩΝ ΚΑΙ/Ή ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ

Άρθρο 13

Πεδίο εφαρμογής

1.   Με την επιφύλαξη των μέσων που προβλέπονται ή μπορεί να προβλεφθούν σε άλλη νομοθετική πράξη της Ένωσης, η διασυνοριακή επιβολή διοικητικών χρηματικών κυρώσεων και/ή προστίμων σε πάροχο υπηρεσιών εγκατεστημένο σε κράτος μέλος λόγω μη τήρησης των εφαρμοστέων κανόνων για την απόσπαση εργαζομένων σε άλλο κράτος μέλος διέπεται από τις αρχές της αμοιβαίας συνδρομής και αμοιβαίας αναγνώρισης, καθώς και από τα μέτρα και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο.

2.   Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται στις διοικητικές χρηματικές κυρώσεις και/ή πρόστιμα, συμπεριλαμβανομένων των τελών και των προσαυξήσεων που επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές ή επιβεβαιώνονται από διοικητικούς ή δικαστικούς φορείς ή, κατά περίπτωση, από εργατοδικεία για τη μη τήρηση της οδηγίας 96/71/ΕΚ ή της παρούσας οδηγίας.

Το παρόν κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται για την επιβολή προστίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης-πλαισίου 2005/214/ΔΕΥ του Συμβουλίου (15), στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου (16) ή στην απόφαση 2006/325/ΕΚ του Συμβουλίου (17).

Άρθρο 14

Ορισμός των αρμόδιων αρχών

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν μέσω του ΙΜΙ την Επιτροπή σχετικά με το ποια ή ποιες αρχές είναι, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, αρμόδιες για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου. Τα κράτη μέλη μπορούν, εάν αυτό απαιτείται λόγω της οργάνωσης των εσωτερικών τους συστημάτων, να ορίσουν μία ή περισσότερες κεντρικές αρχές αρμόδιες για τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή των αιτήσεων και για να επικουρούν άλλες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 15

Γενικές αρχές — Αμοιβαία συνδρομή και αναγνώριση

1.   Κατόπιν αίτησης της αιτούσας αρχής, η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση προβαίνει στα ακόλουθα, με την επιφύλαξη των άρθρων 16 και 17:

α)

εισπράττει διοικητική χρηματική κύρωση και/ή πρόστιμο που έχει επιβληθεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία και τις διαδικασίες του αιτούντος κράτους μέλους, από αρμόδια αρχή ή έχουν επιβεβαιωθεί από διοικητικό ή δικαστικό φορέα ή, κατά περίπτωση, από εργατοδικεία και κατά του οποίου δεν μπορεί να ασκηθεί μεταγενέστερη προσφυγή· ή

β)

κοινοποιεί αποφάσεις επιβολής της εν λόγω χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου.

Επιπλέον, η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση κοινοποιεί κάθε άλλο σχετικό έγγραφο σχετικό με την είσπραξη της χρηματικής κύρωσης και/ή του προστίμου, περιλαμβανομένης της δικαστικής ή τελικής απόφασης, η οποία μπορεί να λάβει τη μορφή επικυρωμένου αντιγράφου, που αποτελεί τη νομική βάση και τον τίτλο για την εκτέλεση της αίτησης είσπραξης.

2.   Η αιτούσα αρχή διασφαλίζει ότι η αίτηση είσπραξης διοικητικής χρηματικής ποινής και/ή προστίμου ή κοινοποίησης απόφασης για την επιβολή της εν λόγω χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου γίνεται σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές πρακτικές που εφαρμόζονται στο εν λόγω κράτος μέλος.

Η αίτηση αυτή υποβάλλεται μόνον όταν η αιτούσα αρχή δεν είναι ικανή να προβεί στην είσπραξη ή την κοινοποίησή της σύμφωνα με τους νόμους, τους κανονισμούς και τις διοικητικές της πρακτικές.

Η αιτούσα αρχή δεν υποβάλλει αίτηση για την είσπραξη διοικητικής χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου ή για κοινοποίηση απόφασης επιβολής της εν λόγω χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου, εάν και εφόσον η χρηματική κύρωση και/ή το πρόστιμο, καθώς και η υποκείμενη αξίωση και/ή ο τίτλος που επιτρέπει την εκτέλεσή της στο αιτούν κράτος μέλος, αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης ή προσβολής στο εν λόγω κράτος μέλος.

3.   Η αρμόδια αρχή από την οποία ζητείται να εισπράξει διοικητική χρηματική κύρωση και/ή πρόστιμο ή να κοινοποιήσει απόφαση επιβολής χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου, η οποία έχει διαβιβαστεί σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο και το άρθρο 21, αποδέχεται την αίτηση χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις και λαμβάνει αμέσως όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εκτέλεσή της, εκτός εάν η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση αποφασίσει να επικαλεσθεί λόγο άρνησης που προβλέπεται στο άρθρο 17.

4.   Για τους σκοπούς της είσπραξης διοικητικής χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου ή της κοινοποίησης απόφασης για την επιβολή χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου, η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση ενεργεί σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές πρακτικές που ισχύουν στο κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση και ισχύουν για την ίδια ή, ελλείψει ιδίας, παρόμοια παράβαση ή απόφαση.

Η κοινοποίηση απόφασης για την επιβολή διοικητικής χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου από την αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση και η αίτηση είσπραξης θεωρούνται, σύμφωνα με τους εθνικούς νόμους, κανονισμούς και διοικητικές πρακτικές του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, ότι έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό που θα είχαν αν είχαν γίνει από το αιτούν κράτος μέλος.

Άρθρο 16

Αίτηση είσπραξης ή κοινοποίησης

1.   Η αίτηση της αιτούσας αρχής για την είσπραξη διοικητικής χρηματικής κύρωσης και/ή προστίμου και για την κοινοποίηση απόφασης σχετικά με την κύρωση και/ή πρόστιμο αυτό πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση με τυποποιημένο έγγραφο και περιλαμβάνει τα εξής τουλάχιστον στοιχεία:

α)

το όνομα και τη γνωστή διεύθυνση του αποδέκτη και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο ή πληροφορία χρήσιμο για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του αποδέκτη·

β)

σύνοψη των γεγονότων και των περιστάσεων της παραβίασης, της φύσης της αξιόποινης πράξης και των σχετικών εφαρμοστέων κανόνων·

γ)

τον τίτλο που επιτρέπει την εκτέλεση στο αιτούν κράτος μέλος και κάθε άλλη σχετική πληροφορία ή έγγραφο, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών, σχετικά με την υποκείμενη αξίωση, τη διοικητική χρηματική κύρωση και/ή το πρόστιμο· και

δ)

το όνομα, τη διεύθυνση και τα λοιπά στοιχεία επικοινωνίας της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την αξιολόγηση της διοικητικής κύρωσης και/ή του προστίμου, και, αν διαφέρουν, του αρμόδιου φορέα από τον οποίο μπορούν να ζητηθούν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την κύρωση και/ή το πρόστιμο ή σχετικά με τις δυνατότητες αμφισβήτησης της υποχρέωσης πληρωμής ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε.

2.   Επιπροσθέτως των προβλεπομένων στην παράγραφο 1, η αίτηση αναφέρει:

α)

στην περίπτωση κοινοποίησης απόφασης, τον σκοπό της κοινοποίησης και την περίοδο εντός της οποίας εκτελείται·

β)

σε περίπτωση αίτησης είσπραξης, την ημερομηνία κατά την οποία η δικαστική ή άλλη απόφαση κατέστη εκτελεστή ή τελεσίδικη, περιγραφή της φύσης και του ποσού της διοικητικής κύρωσης και/ή του προστίμου, άλλες σχετικές με τη διαδικασία εκτέλεσης ημερομηνίες, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αν —και αν ναι, πώς— επιδόθηκε η δικαστική ή άλλη απόφαση στον ή στους εναγομένους και/ή αν εκδόθηκε ερήμην τους, καθώς και επιβεβαίωση από την αιτούσα αρχή ότι κατά της κύρωσης και/ή του προστίμου δεν μπορεί να ασκηθεί περαιτέρω ένδικο μέσο, καθώς και την υποκείμενη αξίωση όσον αφορά την υποβληθείσα αίτηση και τα διαφορετικά στοιχεία της.

3.   Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να κοινοποιηθεί στον πάροχο των υπηρεσιών η αίτηση είσπραξης ή η απόφαση επιβολής διοικητικής κύρωσης και/ή προστίμου και τα σχετικά έγγραφα, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και/ή πρακτική, το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός ενός μηνός από την παραλαβή της αίτησης.

Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση ενημερώνει το συντομότερο δυνατόν την αιτούσα αρχή σχετικά με:

α)

τα μέτρα που ελήφθησαν βάσει της αίτησής της για είσπραξη και κοινοποίηση και, ειδικότερα, την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η κοινοποίηση στον αποδέκτη·

β)

του λόγους άρνησης, σε περίπτωση που αρνηθεί να εκτελέσει μια αίτηση είσπραξης διοικητικής κύρωσης και/ή προστίμου ή να κοινοποιήσει απόφαση επιβολής διοικητικής κύρωσης και/ή προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 17.

Άρθρο 17

Λόγοι άρνησης

Οι αρχές στις οποίες απευθύνεται η αίτηση δεν είναι υποχρεωμένες να εκτελέσουν αίτηση είσπραξης ή κοινοποίησης απόφασης εάν η αίτηση δεν περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2 ή είναι ελλιπής ή δεν αντιστοιχεί προδήλως στην υποκείμενη απόφαση.

Επιπλέον, οι αρχές στις οποίες απευθύνεται η αίτηση μπορούν να αρνηθούν να εκτελέσουν αίτηση είσπραξης στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

κατόπιν έρευνας της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση, καθίσταται σαφές ότι το εκτιμώμενο κόστος ή οι εκτιμώμενοι πόροι που απαιτούνται για την είσπραξη της διοικητικής κύρωσης και/ή του προστίμου είναι δυσανάλογοι προς το προς είσπραξη ποσό ή συνεπάγονται σοβαρές δυσκολίες·

β)

το συνολικό ύψος της χρηματικής κύρωσης και/ή του προστίμου είναι μικρότερο από 350 EUR ή ισοδύναμο ποσό·

γ)

παραβιάζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των εναγομένων και οι αρχές δικαίου που ισχύουν σε αυτούς, ως ορίζονται στο Σύνταγμα του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση.

Άρθρο 18

Αναστολή της διαδικασίας

1.   Αν, κατά τη διαδικασία είσπραξης ή κοινοποίησης, ο ενδιαφερόμενος πάροχος υπηρεσιών ή άλλο ενδιαφερόμενο μέρος προσβάλει τη διοικητική κύρωση και/ή το πρόστιμο και/ή την υποκείμενη αξίωση ή προσφύγει κατά αυτών, η διασυνοριακή διαδικασία επιβολής της κύρωσης και/ή του προστίμου που επιβλήθηκε αναστέλλεται μέχρι να αποφανθεί σχετικώς ο κατάλληλος αρμόδιος φορέας ή αρχή του αιτούντος κράτους μέλους.

Η προσβολή ή η προσφυγή ασκείται ενώπιον του κατάλληλου αρμόδιου φορέα ή αρχής του αιτούντος κράτους μέλους.

Η αιτούσα αρχή κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση την αμφισβήτηση στην αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση.

2.   Διαφορές σχετικά με τα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ελήφθησαν στο κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση ή σχετικά με το κύρος κοινοποίησης που έγινε από αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση φέρονται ενώπιον του αρμόδιου οργάνου ή δικαστικής αρχής του εν λόγω κράτους μέλους σύμφωνα με τις δικές του νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις.

Άρθρο 19

Έξοδα

1.   Τα εισπραττόμενα ποσά από κυρώσεις και/ή πρόστιμα που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο περιέρχονται στην αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση.

Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση εισπράττει τα οφειλόμενα ποσά στο νόμισμα του κράτους μέλους της, σύμφωνα με τους νόμους, τις κανονιστικές και διοικητικές διαδικασίες ή πρακτικές που εφαρμόζονται για παρόμοιες αξιώσεις στο εν λόγω κράτος μέλος.

Εάν χρειαστεί, η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση μετατρέπει την κύρωση και/ή το πρόστιμο στο νόμισμα του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση βάσει της ισοτιμίας που ισχύει κατά την ημερομηνία επιβολής της κύρωσης και/ή του προστίμου.

2.   Τα κράτη μέλη παραιτούνται αμοιβαίως από κάθε απαίτηση για απόδοση των εξόδων που προέκυψαν από την αμοιβαία συνδρομή την οποία παρέχουν το ένα στο άλλο σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή κατ' εφαρμογή της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 20

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή και την τήρησή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, ανάλογες με την παράβαση και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2016. Κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

Άρθρο 21

Σύστημα πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά

1.   Η διοικητική συνεργασία και η αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών που αναφέρονται στα άρθρα 6 και 7, στο άρθρο 10 παράγραφος 3 και στα άρθρα 14 έως 18 υλοποιείται μέσω του συστήματος πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (IMI), που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2012.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν διμερείς συμφωνίες ή ρυθμίσεις σχετικά με τη διοικητική συνεργασία και την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των αρμόδιων αρχών τους όσον αφορά την εφαρμογή και την παρακολούθηση των όρων και συνθηκών απασχόλησης που ισχύουν για τους αποσπασμένους εργαζομένους που αναφέρονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 96/71/ΕΚ, στον βαθμό που οι συμφωνίες ή ρυθμίσεις αυτές δεν θίγουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συγκεκριμένων εργαζομένων και επιχειρήσεων.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τις διμερείς συμφωνίες και/ή ρυθμίσεις που εφαρμόζουν και καθιστούν ευρέως διαθέσιμο το κείμενο των εν λόγω διμερών συμφωνιών.

3.   Στο πλαίσιο των διμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών χρησιμοποιούν όσο το δυνατόν περισσότερο το IMI. Σε κάθε περίπτωση, αν η αρμόδια αρχή ενός από τα οικεία κράτη μέλη έχει χρησιμοποιήσει το ΙΜΙ, το σύστημα αυτό χρησιμοποιείται, ει δυνατόν, για κάθε απαιτούμενη επόμενη ενέργεια.

Άρθρο 22

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012

Στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012, προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

«6.

Οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (18): άρθρο 4.

7.

Οδηγία 2014/67/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά (“κανονισμός ΙΜΙ”) (19): άρθρα 6 και 7, άρθρο 10 παράγραφος 3 και άρθρα 14 έως 18.

Άρθρο 23

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 18 Ιουνίου 2016. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Τα μέτρα αυτά, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών μέτρων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 24

Επανεξέταση

1.   Η Επιτροπή προβαίνει σε επανεξέταση της μεταφοράς και εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

Το αργότερο έως τις 18 Ιουνίου 2019, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τη μεταφορά και εφαρμογή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και προτείνει, κατά περίπτωση, τις απαιτούμενες τροπολογίες και τροποποιήσεις.

2.   Κατά την επανεξέταση, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη και, αναλόγως της περίπτωσης, με τους κοινωνικούς εταίρους σε επίπεδο Ένωσης, αξιολογεί συγκεκριμένα:

α)

την αναγκαιότητα και καταλληλότητα των πραγματικών στοιχείων για τον προσδιορισμό της πραγματικής απόσπασης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων τροποποίησης που υπάρχουν και καθορισμού πιθανών νέων στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να ορισθεί κατά πόσο είναι πραγματική η επιχείρηση και κατά πόσο ένας αποσπασμένος εργαζόμενος ασκεί προσωρινά τα καθήκοντά του, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4·

β)

την επάρκεια των διαθέσιμων δεδομένων σχετικά με τη διαδικασία απόσπασης·

γ)

την καταλληλότητα και επάρκεια της εφαρμογής εθνικών μέτρων ελέγχου υπό το πρίσμα της εμπειρίας και της αποτελεσματικότητας του συστήματος διοικητικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών, την ανάπτυξη πιο ομοιόμορφων, τυποποιημένων εγγράφων, τη θέσπιση κοινών αρχών ή προτύπων για επιθεωρήσεις στον τομέα της απόσπασης των εργαζομένων και τις τεχνολογικές εξελίξεις, όπως ακριβώς αναφέρεται στο άρθρο 9·

δ)

την ευθύνη και/ή τα μέτρα επιβολής που καθιερώθηκαν προς εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς τους ισχύοντες κανόνες και την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε αλυσίδες υπεργολαβίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12·

ε)

την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τη διασυνοριακή εκτέλεση των επιβαλλόμενων διοικητικών κυρώσεων και προστίμων, ιδιαίτερα με γνώμονα την πείρα και την αποτελεσματικότητα του συστήματος, όπως ορίζεται στο κεφάλαιο VI·

στ)

τη χρήση διμερών συμφωνιών και ρυθμίσεων σε σχέση με το ΙΜΙ, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012·

ζ)

το ενδεχόμενο προσαρμογής των προθεσμιών που ορίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 6 για τη χορήγηση των πληροφοριών που ζητούν τα κράτη μέλη ή η Επιτροπή με σκοπό τη μείωση των εν λόγω προθεσμιών, λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο που σημειώθηκε στη λειτουργία και τη χρήση του ΙΜΙ.

Άρθρο 25

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 26

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 15 Μαΐου 2014.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Δ. ΚΟΫΡΚΟΥΛΑΣ


(1)  ΕΕ C 351 της 15.11.2012, σ. 61.

(2)  ΕΕ C 17 της 19.1.2013, σ. 67.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 13ης Μαΐου 2014.

(4)  Οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζόμενων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ L 18 της 21.1.1997, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι), (ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 6).

(6)  Σύμβαση της Ρώμης, της 19ης Ιουνίου 1980, σχετικά με το δίκαιο που εφαρμόζεται στις συμβατικές υποχρεώσεις, η οποία ανοίχτηκε για υπογραφή στη Ρώμη (80/934/ΕΟΚ) (ΕΕ L 266 της 9.10.1980, σ. 1).

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166 της 30.4.2004, σ. 1).

(8)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, ο οποίος καθορίζει τη διαδικασία εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 284 της 30.10.2009, σ. 1).

(9)  Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31).

(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).

(11)  Κανονισμός (EE) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά και την κατάργηση της απόφασης 2008/49/ΕΚ («κανονισμός ΙΜΙ») (ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 1).

(12)  ΕΕ C 27 της 29.1.2013, σ. 4.

(13)  Οδηγία 91/533/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Οκτωβρίου 1991, σχετικά με την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας (ΕΕ L 288 της 18.10.1991, σ. 32).

(14)  Οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΕΕ L 183 της 29.6.1989, σ. 1).

(15)  Απόφαση-πλαίσιο 2005/214/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2005, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης (ΕΕ L 76 της 22.3.2005, σ. 16).

(16)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1).

(17)  Απόφαση 2006/325/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2006, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ L 120 της 5.5.2006, σ. 22).


Κοινή δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για το άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο ζ)

Το κατά πόσον η θέση στην οποία έχει τοποθετηθεί προσωρινά ο αποσπασμένος εργαζόμενος προκειμένου να εκτελέσει το έργο του/της στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών έχει καλυφθεί από τον ίδιο ή άλλον (αποσπασμένο) εργαζόμενο κατά τη διάρκεια προηγούμενων περιόδων αποτελεί ένα μόνο από τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη συνολική εκτίμηση της πραγματικής κατάστασης σε περίπτωση αμφιβολίας.

Απλά και μόνο το γεγονός ότι συνιστά ένα από τα στοιχεία δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να ερμηνεύεται ως επιβολή απαγόρευσης ενδεχόμενης αντικατάστασης του αποσπασμένου εργαζομένου από άλλον αποσπασμένο εργαζόμενο ή ως παρεμπόδιση της δυνατότητας τέτοιας αντικατάστασης η οποία μπορεί να είναι εγγενής, ιδίως σε υπηρεσίες που παρέχονται σε εποχική, κυκλική ή επαναλαμβανόμενη βάση.


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

28.5.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159/32


ΑΠΌΦΑΣΗ αριθ. 573/2014/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 15ης Μαΐου 2014

σχετικά με την ενισχυμένη συνεργασία των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης (ΔΥΑ)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 149,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στα συμπεράσματά του της 17ης Ιουνίου 2010, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε τη στρατηγική «Ευρώπη 2020» για την απασχόληση και την έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη («Ευρώπη 2020»). Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζήτησε την κινητοποίηση όλων των μέσων και πολιτικών της Ένωσης για την επίτευξη των κοινών στόχων και κάλεσε τα κράτη μέλη να αναλάβουν ενισχυμένη συντονισμένη δράση. Οι δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης (ΔΥΑ) διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, συμβάλλοντας στην υλοποίηση του πρωταρχικού στόχου της «Ευρώπης 2020» για απασχόληση του 75 % των γυναικών και ανδρών ηλικίας μεταξύ 20 και 64 ετών έως το 2020, ιδίως μειώνοντας την ανεργία των νέων.

(2)

Το άρθρο 45 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Συνθήκη») θεσπίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης, ενώ το άρθρο 46 θεσπίζει τα μέτρα για την επίτευξή της, ιδίως με την εξασφάλιση στενής συνεργασίας μεταξύ των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης. Το δυνάμει της παρούσας απόφασης δημιουργούμενο δίκτυο ΔΥΑ («δίκτυο») θα πρέπει να καλύπτει, εκτός από τις γενικές πτυχές της γεωγραφικής κινητικότητας, ένα ευρύ φάσμα στόχων και πρωτοβουλιών με μέτρα ενθάρρυνσης ειδικά σχεδιασμένα για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της απασχόλησης.

(3)

Η παρούσα απόφαση θα πρέπει να αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών σε τομείς αρμοδιότητας των ΔΥΑ. Επισημοποιεί και ενισχύει την άτυπη συνεργασία μεταξύ των ΔΥΑ μέσω του υφιστάμενου Ευρωπαϊκού δικτύου προϊσταμένων των ΔΥΑ, στο οποίο όλα τα κράτη μέλη έχουν συμφωνήσει να συμμετέχουν. Η όλη αξία που δυνητικά έχει το δίκτυο βασίζεται στη συνεχή συμμετοχή όλων των κρατών μελών. Η συμμετοχή αυτή θα πρέπει να γνωστοποιείται στη Γραμματεία του δικτύου.

(4)

Σύμφωνα με το άρθρο 148 παράγραφος 4 της Συνθήκης, με την απόφαση 2010/707/ΕΕ (3) το Συμβούλιο ενέκρινε κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών, οι οποίες διατηρήθηκαν για τα έτη 2011-2013. Οι εν λόγω ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές παρέχουν κατευθύνσεις στα κράτη μέλη για τον προσδιορισμό των εθνικών τους μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων και για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Οι ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές αποτελούν τη βάση για τις ανά χώρα συστάσεις τις οποίες απευθύνει το Συμβούλιο στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο. Τα τελευταία χρόνια, στις εν λόγω συστάσεις συγκαταλέγονται ειδικές συστάσεις σχετικά με τη λειτουργία και τη δυνατότητα των ΔΥΑ και την αποτελεσματικότητα των ενεργητικών πολιτικών για την αγορά εργασίας στα κράτη μέλη.

(5)

Οι ανά χώρα συστάσεις θα επωφελούνταν από μια παράλληλη εντατική και τεκμηριωμένη πληροφόρηση σχετικά με την επιτυχία της εφαρμογής της πολιτικής και της συνεργασίας μεταξύ των ΔΥΑ των κρατών μελών. Για τον σκοπό αυτό, το δίκτυο θα πρέπει να εφαρμόζει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, όπως κοινά συστήματα συγκριτικής αξιολόγησης που θα βασίζονται σε τεκμηριωμένα στοιχεία, αντίστοιχες δραστηριότητες αμοιβαίας μάθησης, αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των μελών του δικτύου και εφαρμογή στρατηγικών δράσεων για τον εκσυγχρονισμό των ΔΥΑ. Οι ειδικές γνώσεις του δικτύου και των επιμέρους μελών του θα πρέπει επίσης να αξιοποιούνται για την παροχή, κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή της Επιτροπής Απασχόλησης (EMCO), τεκμηριωμένων στοιχείων για τη διαμόρφωση πολιτικών απασχόλησης.

(6)

Η μεγαλύτερη και πιο στοχοθετημένη συνεργασία μεταξύ των ΔΥΑ θα πρέπει να συμβάλει στη βελτίωση της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών. Το δίκτυο θα πρέπει να συνδέει τα ευρήματα βάσει δραστηριοτήτων συγκριτικής αξιολόγησης και δραστηριοτήτων αμοιβαίας μάθησης κατά τρόπον ώστε να επιτραπεί η ανάπτυξη μιας συστηματικής, δυναμικής και ολοκληρωμένης διαδικασίας συγκριτικής μάθησης.

(7)

Το δίκτυο θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με την EMCO βάσει του άρθρου 150 της Συνθήκης και θα πρέπει να συμβάλλει στις εργασίες της EMCO παρέχοντας αντικειμενικά στοιχεία και εκθέσεις σχετικά με τις πολιτικές που εφαρμόζονται από τις ΔΥΑ. Η ενημέρωση από το δίκτυο προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να διοχετεύεται μέσω της Γραμματείας και η ενημέρωση προς το Συμβούλιο θα πρέπει να διοχετεύεται μέσω της EMCO, χωρίς καμία τροποποίηση, συνοδευόμενη από σχόλια, εφόσον απαιτείται. Ειδικότερα, ο συνδυασμός των γνώσεων του δικτύου όσον αφορά τις πτυχές της παροχής των πολιτικών απασχόλησης και η συγκριτική ανάλυση των ΔΥΑ θα μπορούσαν να συνδράμουν τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, τόσο σε ενωσιακό όσο και εθνικό επίπεδο, σχετικά με την αξιολόγηση και τον σχεδιασμό των πολιτικών απασχόλησης.

(8)

Το δίκτυο, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων των ΔΥΑ, θα πρέπει να συμβάλλει στην εφαρμογή πολιτικών πρωτοβουλιών στον τομέα της απασχόλησης, όπως η σύσταση του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 2013, για τη θέσπιση εγγυήσεων για τη νεολαία (4). Το δίκτυο θα πρέπει επίσης να στηρίζει πρωτοβουλίες που θα αποσκοπούν στην καλύτερη αντιστοίχιση των δεξιοτήτων, στην αξιοπρεπή και βιώσιμη απασχόληση, στη μεγαλύτερη εθελοντική κινητικότητα των εργαζομένων και στη διευκόλυνση της μετάβασης από την εκπαίδευση και την κατάρτιση στην απασχόληση, μεταξύ άλλων με την υποστήριξη στην παροχή προσανατολισμού και τη μεγαλύτερη διαφάνεια των δεξιοτήτων και των προσόντων. Στις δραστηριότητες του δικτύου θα πρέπει να αντιμετωπίζεται η αξιολόγηση και η εκτίμηση των ενεργών πολιτικών για την αγορά εργασίας, καθώς και των πολιτικών που στο επίκεντρό τους θέτουν τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

(9)

Το δίκτυο θα πρέπει να ενισχύει τη συνεργασία μεταξύ των μελών του, να αναπτύσσει κοινές πρωτοβουλίες που αποσκοπούν στην ανταλλαγή πληροφοριών και ορθών πρακτικών σε όλους τους τομείς που καλύπτονται από τις ΔΥΑ, στη συγκριτική ανάλυση και στην παροχή συμβουλών, καθώς και στην προώθηση νεωτεριστικών προσεγγίσεων όσον αφορά τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών απασχόλησης. Χάρη στη σύσταση του δικτύου θα καταστεί δυνατή η πολυεπίπεδη, εμπεριστατωμένη σύγκριση όλων των ΔΥΑ με γνώμονα τις επιδόσεις τους, με αποτέλεσμα τον καθορισμό βέλτιστων πρακτικών στους τομείς υπηρεσιών των ΔΥΑ. Τα αποτελέσματα αυτά αναμένεται να συμβάλλουν στην καλύτερη διαμόρφωση και παροχή υπηρεσιών απασχόλησης στο πλαίσιο των συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων τους. Οι πρωτοβουλίες του δικτύου θα πρέπει να βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα των ΔΥΑ και να επιτρέπουν ορθολογικότερη χρήση των δημόσιων δαπανών. Το δίκτυο θα πρέπει επίσης να συνεργάζεται με άλλους παρόχους υπηρεσιών απασχόλησης.

(10)

Στο ετήσιο πρόγραμμα εργασιών του, το δίκτυο θα πρέπει να καθορίζει τις τεχνικές λεπτομέρειες της συγκριτικής αξιολόγησης από τις ΔΥΑ και της σχετικής αμοιβαίας μάθησης, ειδικότερα τη μεθοδολογία συγκριτικής μάθησης, βάσει των δεικτών συγκριτικής αξιολόγηση που παρατίθενται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης με σκοπό την αξιολόγηση της απόδοσης των ΔΥΑ, τις μεταβλητές συγκυρίας, τις απαιτήσεις σε σχέση με την παροχή δεδομένων και τα μέσα μάθησης του ολοκληρωμένου προγράμματος αμοιβαίας μάθησης. Οι τομείς συγκριτικής αξιολόγησης θα πρέπει να ορίζονται στην παρούσα απόφαση. Τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια να αποφασίζουν εάν θα συμμετέχουν προαιρετικά σε επιπρόσθετες ασκήσεις συγκριτικής μάθησης σε άλλους τομείς.

(11)

Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης όσον αφορά την τροποποίηση του παραρτήματος για τους δείκτες συγκριτικής αξιολόγησης. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, ακόμη και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, ιδίως με εμπειρογνώμονες των ΔΥΑ. Η Επιτροπή, όταν ετοιμάζει και συντάσσει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(12)

Λόγω της πληθώρας των μοντέλων ΔΥΑ, των καθηκόντων τους και των μορφών της παροχής υπηρεσιών, εναπόκειται στα κράτη μέλη να προτείνουν μεταξύ των ανώτερων διοικητικών στελεχών των ΔΥΑ ένα τακτικό και ένα αναπληρωματικό μέλος στο διοικητικό συμβούλιο του δικτύου (το «διοικητικό συμβούλιο»). Ανάλογα με την περίπτωση, το τακτικό ή το αναπληρωματικό μέλος θα πρέπει να εκπροσωπεί, στο διοικητικό συμβούλιο, τις υπόλοιπες ΔΥΑ του κράτους μέλους του. Σε περίπτωση που, για συνταγματικούς λόγους, ένα κράτος μέλος αδυνατεί να προτείνει μόνο μία ΔΥΑ, προσδιορίζει τις σχετικές ΔΥΑ περιορίζοντας τον αριθμό τους στο ελάχιστο, χωρίς να μεταβάλλεται ο κανόνας βάσει του οποίου κάθε κράτος μέλος διαθέτει μία ψήφο στο διοικητικό συμβούλιο. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι γνώμες και οι εμπειρίες των τοπικών και των περιφερειακών αρχών ενσωματώνονται στις δραστηριότητες του δικτύου και ότι οι αρχές αυτές τηρούνται ενήμερες σχετικά με τις εν λόγω δραστηριότητες. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου θα πρέπει επίσης να έχουν εξουσιοδότηση για τη λήψη αποφάσεων εξ ονόματος της οικείας ΔΥΑ. Για να εξασφαλιστεί η συμμετοχή όλων των ΔΥΑ στο δίκτυο, θα πρέπει να είναι δυνατόν να συμμετέχουν στις δραστηριότητες οι ΔΥΑ κάθε επιπέδου.

(13)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι κοινές αποστολές των ΔΥΑ είναι προσαρμοσμένες στην πραγματική κατάσταση της αγοράς εργασίας, το δίκτυο θα πρέπει να διαθέτει τα πλέον πρόσφατα αριθμητικά στοιχεία για την ανεργία στο επίπεδο των NUTS 3.

(14)

Το δίκτυο θα πρέπει να αξιοποιήσει την αποκτηθείσα εμπειρία και να αντικαταστήσει την υπάρχουσα άτυπη συμβουλευτική ομάδα του Ευρωπαϊκού δικτύου προϊσταμένων των ΔΥΑ, την οποία η Επιτροπή στηρίζει από το 1997 και οι απόψεις της οποίας συνεκτιμήθηκαν στην παρούσα απόφαση. Τα βασικά πεδία δράσης που διασαφήνισε η εν λόγω συμβουλευτική ομάδα στο έγγραφό της με τίτλο «Στρατηγική των ΔΥΑ για το 2020» θα πρέπει να συνεισφέρουν στον εκσυγχρονισμό και στην ενίσχυση των ΔΥΑ.

(15)

Το δίκτυο θα πρέπει να παρέχει αμοιβαία βοήθεια προς όφελος των μελών του και να βοηθά τα μέλη του να αλληλοϋποστηρίζονται όσον αφορά τον εκσυγχρονισμό των οργανωτικών δομών και την παροχή υπηρεσιών, μέσω της καλύτερης συνεργασίας, ειδικότερα μέσω της μεταβίβασης γνώσεων, επιτόπιων επισκέψεων και ανταλλαγών προσωπικού.

(16)

Το δίκτυο και οι πρωτοβουλίες του θα πρέπει να χρηματοδοτούνται από το τμήμα Progress/απασχόληση του προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Απασχόληση και την Κοινωνική Καινοτομία («EaSI») που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1296/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), στο πλαίσιο των πιστώσεων που ορίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(17)

Για τα έργα που αναπτύσσει το δίκτυο ή που προσδιορίζονται στις δραστηριότητες αμοιβαίας μάθησης και στη συνέχεια εφαρμόζονται στις επιμέρους ΔΥΑ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ), το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και το πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020», το πρόγραμμα-πλαίσιο της Ένωσης για την έρευνα και την καινοτομία (2014-2020) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1291/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6).

(18)

Το δίκτυο θα πρέπει να διασφαλίζει ότι συμπληρώνει και δεν αντικαθιστά ούτε επικαλύπτει τις δράσεις που αναλαμβάνονται ως μέρος της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση κατά την έννοια του τίτλου IX της Συνθήκης, ειδικότερα τις δράσεις της EMCO και τα μέσα της όπως το Κοινό Πλαίσιο Αξιολόγησης (ΚΠΑ), καθώς και το Πρόγραμμα Αμοιβαίας Μάθησης. Επιπλέον, προκειμένου να δημιουργηθούν συνεργίες, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει ότι η Γραμματεία του δικτύου συνεργάζεται στενά με τη Γραμματεία της EMCO.

(19)

Η παρούσα απόφαση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης»). Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία επιδιώκει να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση του δικαιώματος πρόσβασης σε δωρεάν υπηρεσίες ευρέσεως εργασίας και στην προώθηση της εφαρμογής του άρθρο 29 του Χάρτη,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Θέσπιση του δικτύου

Δημιουργείται ένα δίκτυο Δημόσιων Υπηρεσιών Απασχόλησης (ΔΥΑ) σε όλη την Ένωση για το χρονικό διάστημα από τις 17 Ιουνίου 2014 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020 («δίκτυο»). Το δίκτυο υλοποιεί τις πρωτοβουλίες που ορίζονται στο άρθρο 4.

Το δίκτυο αποτελείται από:

α)

τις ΔΥΑ, όπως ορίζονται από τα κράτη μέλη·

β)

την Επιτροπή.

Η EMCO έχει καθεστώς παρατηρητή.

Τα κράτη μέλη με υποεθνικές αυτόνομες ΔΥΑ διασφαλίζουν την επαρκή εκπροσώπησή τους στις συγκεκριμένες πρωτοβουλίες του δικτύου.

Άρθρο 2

Ορισμοί συγκριτικής μάθησης

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης και για τις εργασίες του δικτύου, ως «συγκριτική μάθηση» νοείται η διαδικασία δημιουργίας μιας συστηματικής και ολοκληρωμένης σύνδεσης μεταξύ των δραστηριοτήτων συγκριτικής αξιολόγησης και αμοιβαίας μάθησης, η οποία συνίσταται στον εντοπισμό αξιόλογων επιδόσεων χάρη σε συστήματα συγκριτικής αξιολόγησης βασιζόμενα σε δείκτες, συμπεριλαμβανομένης της συλλογής, επικύρωσης και ενοποίησης δεδομένων και της αξιολόγησής τους, με κατάλληλη μεθοδολογία, και στη χρήση των πορισμάτων σε απτές και τεκμηριωμένες δραστηριότητες αμοιβαίας μάθησης, συμπεριλαμβανομένων των προτύπων καλής ή βέλτιστης πρακτικής.

Άρθρο 3

Στόχοι

Στόχος της παρούσας απόφασης είναι να ενθαρρυνθεί η συνεργασία μεταξύ κρατών μελών μέσω του δικτύου στον τομέα της απασχόλησης, στους τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των ΔΥΑ, προκειμένου να συμβάλει στην «Ευρώπη 2020» και στην υλοποίηση σχετικών πολιτικών της ΕΕ και, με τον τρόπο αυτό, να υποστηρίξει:

α)

τις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες με υψηλά ποσοστά ανεργίας και ιδιαίτερα τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζομένους και τους νέους εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (ΕΑΕΚ)·

β)

την αξιοπρεπή και βιώσιμη εργασία·

γ)

την καλύτερη λειτουργία των αγορών εργασίας στην ΕΕ·

δ)

τον εντοπισμό ελλείψεων όσον αφορά τις δεξιότητες και την παροχή πληροφοριών σχετικά με την έκταση και τα σημεία στα οποία αυτές παρατηρούνται, καθώς και την καλύτερη αντιστοίχιση ανάμεσα στις δεξιότητες των ατόμων που αναζητούν εργασία και στις ανάγκες των εργοδοτών·

ε)

την καλύτερη ενσωμάτωση των αγορών εργασίας·

στ)

την αυξανόμενη εθελοντική γεωγραφική και επαγγελματική κινητικότητα σε δίκαιη βάση, ώστε να αντιμετωπίζονται συγκεκριμένες ανάγκες της αγοράς εργασίας·

ζ)

την ένταξη των ατόμων που αποκλείονται από την αγορά εργασίας στο πλαίσιο της καταπολέμησης του κοινωνικού αποκλεισμού·

η)

την αξιολόγηση και εκτίμηση ενεργητικών πρωτοβουλιών για την αγορά εργασίας και την αποτελεσματική και αποδοτική εφαρμογή τους.

Άρθρο 4

Πρωτοβουλίες του δικτύου

1.   Στο πλαίσιο των τομέων αρμοδιότητας των ΔΥΑ, το δίκτυο υλοποιεί ειδικότερα τις ακόλουθες πρωτοβουλίες:

α)

την ανάπτυξη και εφαρμογή της βάσει τεκμηριωμένων στοιχείων συγκριτικής μάθησης μεταξύ των ΔΥΑ ανά την Ένωση, προκειμένου να συγκρίνει, χρησιμοποιώντας την κατάλληλη μεθοδολογία, τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων τους στους ακόλουθους τομείς:

i)

συμβολή στη μείωση της ανεργίας σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και στις ευάλωτες ομάδες,

ii)

συμβολή στη μείωση της διάρκειας της ανεργίας και στη μείωση των περιόδων μη άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, με σκοπό την αντιμετώπιση της μακροχρόνιας και της διαρθρωτικής ανεργίας, καθώς και του κοινωνικού αποκλεισμού,

iii)

πλήρωση κενών θέσεων (μεταξύ άλλων και μέσω εθελοντικής κινητικότητας των εργαζομένων),

iv)

ικανοποίηση των χρηστών από τις υπηρεσίες των ΔΥΑ·

β)

την παροχή αμοιβαίας συνδρομής, με τη μορφή δραστηριοτήτων μεταξύ είτε ομότιμων είτε ομαδικών δραστηριοτήτων, μέσω της συνεργασίας, της ανταλλαγής πληροφοριών, εμπειριών και προσωπικού μεταξύ των μελών του δικτύου, συμπεριλαμβανομένης της στήριξης της εφαρμογής συγκεκριμένων ανά χώρα συστάσεων που εκδίδονται από το Συμβούλιο και αφορούν τις ΔΥΑ, κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή της σχετικής ΔΥΑ·

γ)

συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό και την ενίσχυση των ΔΥΑ σε βασικούς τομείς, σύμφωνα με τους στόχους για την απασχόληση και τους κοινωνικούς στόχους της «Ευρώπης 2020»·

δ)

εκπονεί εκθέσεις κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου ή της Επιτροπής ή κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας·

ε)

συμβάλλει στην εφαρμογή σχετικών πρωτοβουλιών πολιτικής·

στ)

θεσπίζει και υλοποιεί το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών του, στο οποίο περιγράφονται οι μέθοδοι εργασίας του, τα αναμενόμενα αποτελέσματα και οι λεπτομέρειες σχετικά με την εφαρμογή της συγκριτικής μάθησης·

ζ)

προάγει και ανταλλάσσει βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά τον εντοπισμό των ΕΑΕΚ και την κατάρτιση πρωτοβουλιών που έχουν στόχο να εξασφαλίσουν ότι οι εν λόγω νέοι άνθρωποι θα αποκτήσουν τα προσόντα που είναι αναγκαία για να εισέλθουν και να παραμείνουν στην αγορά εργασίας.

Όσον αφορά την πρωτοβουλία που ορίζεται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου, για τη συγκριτική αξιολόγηση χρησιμοποιούνται οι δείκτες που καθορίζονται στο παράρτημα. Το δίκτυο συμμετέχει επίσης ενεργά στην υλοποίηση αυτών των δραστηριοτήτων μέσω της ανταλλαγής δεδομένων, γνώσεων και πρακτικών. Τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια να αποφασίζουν εάν θα συμμετέχουν προαιρετικά σε επιπρόσθετες ασκήσεις συγκριτικής μάθησης σε τομείς διαφορετικούς από εκείνους του στοιχείου α) σημεία i) έως iv).

2.   Το δίκτυο καταρτίζει μηχανισμό υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις πρωτοβουλίες που περιγράφονται στην παράγραφο 1. Κατ' εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού, τα μέλη του δικτύου υποβάλλουν ετησίως έκθεση στο διοικητικό συμβούλιο.

Άρθρο 5

Συνεργασία

Το δίκτυο ξεκινά συνεργασία με ενδιαφερόμενα μέρη στην αγορά εργασίας και με άλλους παρόχους υπηρεσιών απασχόλησης και, κατά περίπτωση, με κοινωνικούς εταίρους, οργανώσεις που εκπροσωπούν ανέργους ή ευάλωτες ομάδες, ΜΚΟ που εργάζονται στον τομέα της απασχόλησης, περιφερειακές και τοπικές αρχές, το Ευρωπαϊκό δίκτυο για την πολιτική του διά βίου προσανατολισμού και με ιδιωτικές υπηρεσίες απασχόλησης, μέσω της συμμετοχής τους σε σχετικές δραστηριότητες και σε συνεδριάσεις του δικτύου και με την ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων με αυτά.

Άρθρο 6

Λειτουργία του δικτύου

1.   Το δίκτυο διοικείται από διοικητικό συμβούλιο. Στο διοικητικό συμβούλιο τα κράτη μέλη διορίζουν ένα τακτικό και ένα αναπληρωματικό μέλος από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη των αντίστοιχων ΔΥΑ τους. Η Επιτροπή ορίζει επίσης ένα τακτικό και ένα αναπληρωματικό μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Τα αναπληρωματικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου αντικαθιστούν τα τακτικά του μέλη όποτε απαιτείται.

Η EMCO διορίζει, μεταξύ των μελών της και σύμφωνα με τον εσωτερικό της κανονισμό, έναν εκπρόσωπο ο οποίος συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο με καθεστώς παρατηρητή, με εξαίρεση τις συνεδριάσεις περιορισμένης σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να συνεδριάζει σε περιορισμένη σύνθεση, στην οποία συμμετέχει ένα μέλος ανά κράτος μέλος και ένα μέλος από την Επιτροπή, εκτός από τα σημεία της ημερήσιας διάταξης σχετικά με το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας. Στον εσωτερικό κανονισμό του διοικητικού συμβουλίου παρέχονται περισσότεροι λεπτομερειακοί κανόνες σχετικά με τη σύγκληση συνεδριάσεων περιορισμένης σύνθεσης.

2.   Το διοικητικό συμβούλιο διορίζει πρόεδρο και δύο αντιπροέδρους μεταξύ των μελών των του που προτείνονται από ένα κράτος μέλος. Ο πρόεδρος εκπροσωπεί το δίκτυο. Ο αντιπρόεδρος αντικαθιστά τον πρόεδρο όταν χρειάζεται.

3.   Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό του με ομόφωνη απόφαση. Ο εν λόγω εσωτερικός κανονισμός περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους τρόπους λήψης αποφάσεων στο διοικητικό συμβούλιο και τις διατάξεις σχετικά με τον διορισμό και τις θητείες του προέδρου και των αντιπροέδρων του διοικητικού συμβουλίου.

4.   Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει με πλειοψηφία:

α)

το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών του δικτύου, συμπεριλαμβανομένων της κατάρτισης των ομάδων εργασίας και των γλωσσικών ρυθμίσεων των συνεδριάσεων του δικτύου·

β)

το τεχνικό πλαίσιο για την υλοποίηση των δραστηριοτήτων συγκριτικής αξιολόγησης και αμοιβαίας μάθησης, ως μέρος του ετήσιου προγράμματος εργασιών του δικτύου, συμπεριλαμβανομένης της μεθοδολογίας για τη συγκριτική μάθηση βάσει των δεικτών συγκριτικής αξιολόγησης που παρατίθενται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης για τη σύγκριση των επιδόσεων των ΔΥΑ, των μεταβλητών συγκυρίας, των απαιτήσεων σε σχέση με την παροχή δεδομένων και των μέσων μάθησης του ολοκληρωμένου προγράμματος αμοιβαίας μάθησης·

γ)

την ετήσια έκθεση του δικτύου. Η εν λόγω έκθεση αποστέλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και δημοσιεύεται.

5.   Το διοικητικό συμβούλιο υποστηρίζεται από γραμματεία που παρέχεται από την Επιτροπή και εδράζεται σε αυτήν. Η Γραμματεία προετοιμάζει, σε συνεργασία με τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους, τις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου, το ετήσιο πρόγραμμα εργασιών του δικτύου και την ετήσια έκθεση του δικτύου. Η Γραμματεία συνεργάζεται στενά με τη Γραμματεία της EMCO.

Άρθρο 7

Χρηματοδοτική στήριξη για το μέτρο ενθάρρυνσης

Το σύνολο των πόρων για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης καθορίζεται στο τμήμα Progress/απασχόληση του EaSI, οι ετήσιες πιστώσεις των οποίων εγκρίνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εντός των ορίων του δημοσιονομικού πλαισίου.

Άρθρο 8

Τροποποίηση του παραρτήματος για τους δείκτες συγκριτικής αξιολόγησης

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 9 για την τροποποίηση του παραρτήματος που καθορίζει τους δείκτες συγκριτικής αξιολόγησης.

Άρθρο 9

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 8 εξουσία έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων απονέμεται στην Επιτροπή από τις 17 Ιουνίου 2014 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020.

3.   Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 8 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ' εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Μόλις εκδώσει μια κατ' εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.   Η κατ' εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 8 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν από την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν πρόκειται να προβάλουν αντίρρηση. Η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 10

Επανεξέταση

Έως τις 18 Ιουνίου 2017 η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας απόφασης. Ειδικότερα, στην έκθεση εκτιμάται ο βαθμός στον οποίο το δίκτυο έχει συμβάλει στην επίτευξη των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 3 και αν το δίκτυο έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του. Επίσης, εκτιμάται ο τρόπος με τον οποίο το δίκτυο εκπόνησε και εφάρμοσε τη συγκριτική αξιολόγηση στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημεία i) έως iv).

Άρθρο 11

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 12

Αποδέκτες

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 15 Μαΐου 2014.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Δ. ΚΟΫΡΚΟΥΛΑΣ


(1)  ΕΕ C 67 της 6.3.2014, σ. 116.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Μαΐου 2014.

(3)  Απόφαση 2010/707/ΕΕ του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών (ΕΕ L 308 της 24.11.2010, σ. 46).

(4)  ΕΕ C 120 της 26.4.2013, σ. 1.

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1296/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την απασχόληση και την κοινωνική καινοτομία («EaSI») και την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 283/2010/EE για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Μικροχρηματοδοτήσεων Progress για την απασχόληση και την κοινωνική ένταξη (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 238).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1291/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση του προγράμματος-πλαισίου «Ορίζων 2020» για την έρευνα και την καινοτομία (2014-2020) και την κατάργηση της απόφασης αριθ. 1982/2006/ΕΚ (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 104).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Α.

Οι ποσοτικοί δείκτες για τους τομείς που απαριθμούνται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημεία i) έως iv):

1.

Συμβολή στη μείωση της ανεργίας σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και στις ευάλωτες ομάδες:

α)

Μετάβαση από την ανεργία στην απασχόληση ανά ηλικιακή ομάδα, φύλο και επίπεδο ειδίκευσης, ως ποσοστό επί του συνόλου των εγγεγραμμένων ανέργων·

β)

Αριθμός ατόμων που διαγράφονται από τα μητρώα ανέργων των ΔΥΑ, ως ποσοστό επί των εγγεγραμμένων ανέργων.

2.

Συμβολή στη μείωση της διάρκειας της ανεργίας και των περιόδων μη άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, με σκοπό την αντιμετώπιση της μακροχρόνιας και της διαρθρωτικής ανεργίας, καθώς και του κοινωνικού αποκλεισμού:

α)

Μετάβαση στην απασχόληση εντός, για παράδειγμα, 6 και 12 μηνών ανεργίας ανά ηλικιακή ομάδα, φύλο και επίπεδο ειδίκευσης, ως ποσοστό επί του συνόλου των καταγεγραμμένων στις ΔΥΑ μεταβάσεων στην απασχόληση·

β)

Καταχωρίσεις σε μητρώο των ΔΥΑ πρώην ανενεργών ατόμων, ως ποσοστό επί του συνόλου των καταχωρίσεων στο εν λόγω μητρώο των ΔΥΑ ανά ηλικιακή ομάδα και φύλο.

3.

Πλήρωση κενών θέσεων (μεταξύ άλλων και μέσω εθελοντικής κινητικότητας των εργαζομένων):

α)

Πληρωθείσες κενές θέσεις εργασίας·

β)

Απαντήσεις στο ερώτημα της έρευνας της Eurostat για το εργατικό δυναμικό σχετικά με συμβολή της ΔΥΑ στην ανεύρεση της τρέχουσας εργασίας του απογραφομένου.

4.

Ικανοποίηση των πελατών από τις υπηρεσίες των ΔΥΑ:

α)

Εν γένει ικανοποίηση των αναζητούντων εργασία·

β)

Εν γένει ικανοποίηση των εργοδοτών.

Β.

Τομείς συγκριτικής αξιολόγησης μέσω ποιοτικής εσωτερικής και εξωτερικής εκτίμησης των παραγόντων επιδόσεων για τους τομείς που απαριθμούνται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημεία i) έως iv):

1.

Στρατηγική διαχείρισης επιδόσεων·

2.

Σχεδιασμός επιχειρησιακών διεργασιών, όπως η αποτελεσματική διοχέτευση και ανάλυση των χαρακτηριστικών των ατόμων που αναζητούν εργασία και η προσαρμοσμένη στις ανάγκες χρήση των ενεργών μέσων για την αγορά εργασίας·

3.

Βιώσιμη ενεργοποίηση και διαχείριση των μεταβάσεων·

4.

Σχέσεις προς τους εργοδότες·

5.

Σχεδιασμός και υλοποίηση των υπηρεσιών των ΔΥΑ βάσει στοιχείων·

6.

Αποτελεσματική διαχείριση των συμπράξεων με ενδιαφερόμενα μέρη·

7.

Κατανομή των πόρων των ΔΥΑ.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

28.5.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159/40


Ενημέρωση σχετικά με την έναρξη ισχύος της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Τουρκίας σχετικά με τη συμμετοχή της Δημοκρατίας της Τουρκίας στις εργασίες του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας

Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Τουρκίας σχετικά με τη συμμετοχή της Δημοκρατίας της Τουρκίας στις εργασίες του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (1) θα αρχίσει να ισχύει την 1η Ιουνίου 2014, δεδομένου ότι η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 10 της συμφωνίας ολοκληρώθηκε στις 2 Μαΐου 2014.


(1)  ΕΕ L 323 της 8.12.2007, σ. 24.


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

28.5.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159/41


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 574/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 21ης Φεβρουαρίου 2014

για την τροποποίηση του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το υπόδειγμα που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κατάρτιση δήλωσης επιδόσεων για τα δομικά προϊόντα

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, για τη θέσπιση εναρμονισμένων όρων εμπορίας δομικών προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 60 στοιχείο ε),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 υποχρεώνει τους κατασκευαστές δομικών προϊόντων να καταρτίζουν δήλωση επιδόσεων όταν δομικό προϊόν που καλύπτεται από εναρμονισμένο πρότυπο ή ανταποκρίνεται προς ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση που έχει εκδοθεί για το προϊόν διατίθεται στην αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, η δήλωση αυτή πρέπει να καταρτίζεται σύμφωνα με το υπόδειγμα που παρατίθεται στο παράρτημα III του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 60 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, έχει ανατεθεί στην Επιτροπή η προσαρμογή του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 σε αντιστοιχία με την τεχνική πρόοδο.

(3)

Το υπόδειγμα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 θα πρέπει να προσαρμοστεί, ούτως ώστε να ανταποκριθεί στην τεχνολογική πρόοδο, ώστε να καταστεί δυνατή η ευελιξία που απαιτείται από τα διάφορα είδη των δομικών προϊόντων και τους κατασκευαστές καθώς και για την απλοποίηση της δήλωσης επιδόσεων.

(4)

Επιπλέον, η εμπειρία από την εφαρμογή του παραρτήματος III δείχνει ότι οι κατασκευαστές θα χρειαστούν περαιτέρω οδηγίες για την κατάρτιση των δηλώσεων επιδόσεων για τα δομικά προϊόντα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Η παροχή των εν λόγω οδηγιών θα εξασφαλίσει επίσης μια εναρμονισμένη και ορθή εφαρμογή του παραρτήματος III.

(5)

Στους κατασκευαστές θα πρέπει να επιτραπεί κάποια ευελιξία για την κατάρτιση των δηλώσεων επιδόσεων, εφόσον παρέχουν, με σαφή και συνεκτικό τρόπο, τις βασικές πληροφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011.

(6)

Για να προσδιοριστεί κατηγορηματικά το προϊόν που καλύπτεται από τη δήλωση επιδόσεων σε σχέση με το επίπεδο ή την κατηγορία επίδοσης, οι κατασκευαστές θα πρέπει να συνδέουν κάθε μεμονωμένο προϊόν με τον αντίστοιχο τύπο του προϊόντος και με δεδομένο επίπεδο ή κατηγορία επίδοσης με τη βοήθεια ενιαίου κωδικού ταυτοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011.

(7)

Ο σκοπός του άρθρου 11 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 είναι να επιτρέπεται η ταυτοποίηση και η ιχνηλασιμότητα κάθε μεμονωμένου δομικού προϊόντος μέσω της ένδειξης, από τους κατασκευαστές, αριθμού τύπου, παρτίδας ή σειράς. Ο σκοπός αυτός δεν εξυπηρετείται από τη δήλωση επιδόσεων, η οποία θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη συνέχεια για όλα τα προϊόντα που αντιστοιχούν στον τύπο προϊόντος που προσδιορίζεται σε αυτή. Συνεπώς, οι πληροφορίες αυτές που απαιτούνται από το άρθρο 11 παράγραφος 4 δεν θα πρέπει να απαιτείται να περιέχονται στη δήλωση επιδόσεων.

(8)

Όταν οι κοινοποιημένοι οργανισμοί ταυτοποιηθούν επαρκώς, η παράθεση όλων των πιστοποιητικών και των εκθέσεων δοκιμής, υπολογισμού ή εκτίμησης μπορεί να είναι εκτεταμένη και επαχθής, χωρίς να επιφέρει προστιθέμενη αξία για τους χρήστες των προϊόντων που καλύπτονται από τη δήλωση επιδόσεων. Οι κατασκευαστές για τον λόγο αυτό δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωμένοι να συμπεριλάβουν τα στοιχεία αυτά στις δηλώσεις επιδόσεων.

(9)

Για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα και η ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού κατασκευαστικού τομέα στο σύνολό του, οι κατασκευαστές που παρέχουν δηλώσεις επιδόσεων και επιθυμούν να επωφεληθούν από την απλοποίηση και τις οδηγίες με σκοπό τη διευκόλυνση της παροχής δηλώσεων αυτών καθεαυτών, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να το πράττουν αυτό το ταχύτερο δυνατόν,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 αντικαθίσταται από το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Οι δηλώσεις επιδόσεων που έχουν εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, οι οποίες είναι σύμφωνες με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 και το παράρτημα III του εν λόγω κανονισμού, θεωρείται ότι είναι σύμφωνες με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 21 Φεβρουαρίου 2014.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 88 της 4.4.2011, σ. 5.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΔΗΛΩΣΗ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ

Αριθ.

1.

Μοναδικός κωδικός ταυτοποίησης του τύπου του προϊόντος:

2.

Προβλεπόμενη(-ες) χρήση(-εις):

3.

Κατασκευαστής:

4.

Εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος:

5.

Σύστημα/συστήματα AVCP (αξιολόγηση και επαλήθευση της σταθερότητας της επίδοσης):

6α.

Εναρμονισμένα πρότυπα:

Κοινοποιημένος(-οι) οργανισμός(-οι):

6β.

Ευρωπαϊκό έγγραφο αξιολόγησης:

Ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση:

Οργανισμός τεχνικής αξιολόγησης:

Κοινοποιημένος(-οι) οργανισμός(-οι):

7.

Δηλωθείσα(-ες) επίδοση(-εις):

8.

Κατάλληλη τεχνική τεκμηρίωση και/ή ειδική τεχνική τεκμηρίωση:

Η επίδοση του προϊόντος που ταυτοποιείται ανωτέρω είναι σύμφωνη με τη (τις) δηλωθείσα(-ες) επίδοση(-εις). Η δήλωση αυτή των επιδόσεων συντάσσεται, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 305/2011, με αποκλειστική ευθύνη του κατασκευαστή που ταυτοποιείται ανωτέρω.

Υπογραφή για λογαριασμό και εξ ονόματος του κατασκευαστή από:

 

[όνομα]

 

[τόπος] την/στις [ημερομηνία έκδοσης]

 

[υπογραφή]

Οδηγίες για την κατάρτιση της δήλωσης επιδόσεων

1.   ΓΕΝΙΚΑ

Οι οδηγίες αυτές αποσκοπούν στην καθοδήγηση των κατασκευαστών κατά την κατάρτιση της δήλωσης επιδόσεων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 305/2011, με βάση το πρότυπο του παρόντος παραρτήματος (στο εξής “υπόδειγμα”).

Οι οδηγίες αυτές δεν αποτελούν μέρος των δηλώσεων επιδόσεων που εκδίδονται από τους κατασκευαστές και δεν θα πρέπει να περικλείονται στις εν λόγω δηλώσεις επιδόσεων.

Κατά την κατάρτιση της δήλωσης επιδόσεων, ο κατασκευαστής πρέπει:

1)

να αναπαραγάγει τα κείμενα και τους τίτλους του υποδείγματος που δεν αναφέρονται σε αγκύλες·

2)

να αντικαταστήσει τα κενά διαστήματα και τις αγκύλες με την εισαγωγή των αναγκαίων πληροφοριών.

Οι κατασκευαστές μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν στη δήλωση επιδόσεων την παραπομπή στον δικτυακό τόπο όπου διατίθεται το αντίγραφο της δήλωσης επιδόσεων σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνεται μετά το σημείο 8 ή αλλού εφόσον δεν επηρεάζεται η ανάγνωση και η σαφήνεια των υποχρεωτικών πληροφοριών.

2.   ΕΥΕΛΙΞΙΑ

Με την προϋπόθεση ότι οι υποχρεωτικές πληροφορίες που απαιτούνται από το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011 παρέχονται με σαφή, ολοκληρωμένο και συνεκτικό τρόπο, κατά την κατάρτιση σύνταξη της δήλωσης επιδόσεων, είναι δυνατόν:

1)

να χρησιμοποιηθεί διαφορετική διάταξη από το υπόδειγμα·

2)

να συνδυαστούν τα σημεία του υποδείγματος παρουσιάζοντας ορισμένα από αυτά μαζί·

3)

να παρουσιαστούν τα σημεία του υποδείγματος με διαφορετική σειρά, ή με έναν ή περισσότερους πίνακες·

4)

να παραλειφθούν ορισμένα σημεία του υποδείγματος που δεν αφορούν το προϊόν για το οποίο καταρτίζεται η δήλωση επιδόσεων. Για παράδειγμα, αυτό συμβαίνει επειδή η δήλωση επιδόσεων μπορεί να βασίζεται είτε σε ένα εναρμονισμένο πρότυπο ή σε ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση που εκδίδεται για το προϊόν, γεγονός που καθιστά τις άλλες λύσεις άνευ αντικειμένου. Οι παραλείψεις αυτές θα μπορούσαν να αφορούν επίσης τα σημεία για τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο ή για τη χρήση κατάλληλης τεχνικής τεκμηρίωσης και ειδικής τεχνικής τεκμηρίωσης·

5)

να παρουσιαστούν τα σημεία, χωρίς την αρίθμησή τους.

Αν ο κατασκευαστής επιθυμεί να υποβάλει μία μοναδική δήλωση επιδόσεων που να καλύπτει διάφορες παραλλαγές ενός τύπου προϊόντος, τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία χρειάζεται να παρατεθούν ξεχωριστά και με σαφήνεια για κάθε παραλλαγή προϊόντος: ο αριθμός της δήλωσης επιδόσεων, ο κωδικός ταυτοποίησης στο σημείο 1 και η (οι) δηλωθείσα(-ες) επίδοση(-εις) στο σημείο 7.

3.   ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΕΝΤΥΠΟΥ

Σημείο του υποδείγματος

Οδηγία

Αριθμός της δήλωσης επιδόσεων

Αυτός είναι ο αριθμός αναφοράς της δήλωσης επιδόσεων που προβλέπεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011.

Εναπόκειται στον κατασκευαστή να επιλέξει τον αριθμό.

Ο αριθμός αυτός μπορεί να είναι ο ίδιος με τον μοναδικό κωδικό ταυτοποίησης του τύπου του προϊόντος, όπως αναφέρεται στο σημείο 1 του υποδείγματος.

Σημείο 1

Να αναφέρετε τον μοναδικό κωδικό ταυτοποίησης του τύπου του προϊόντος που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011.

Στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, ο μοναδικός κωδικός ταυτοποίησης που καθορίστηκε από τον κατασκευαστή για να ακολουθήσει τη σήμανση CE συνδέεται με τον τύπο του προϊόντος και, ως εκ τούτου, με το επίπεδο ή την κατηγορία της επίδοσης του δομικού προϊόντος, όπως παρουσιάστηκε στη δήλωση επιδόσεων που καταρτίστηκε για το προϊόν. Επιπλέον, για τους παραλήπτες των δομικών προϊόντων, ιδίως για τους τελικούς χρήστες, είναι αναγκαίο να μπορεί αδιαμφισβήτητα να ταυτοποιηθεί το επίπεδο ή η κατηγορία της επίδοσης για κάθε δεδομένο προϊόν. Ως εκ τούτου, κάθε δομικό προϊόν για το οποίο έχει καταρτιστεί δήλωση επιδόσεων, θα πρέπει να συνδεθεί από τον κατασκευαστή του με τον αντίστοιχο τύπο του προϊόντος και ένα δεδομένο επίπεδο ή κατηγορία επιδόσεων από τον μοναδικό κωδικό ταυτοποίησης, που λειτουργεί και ως αναφορά όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011.

Σημείο 2

Να αναφέρετε την προβλεπόμενη χρήση ή τις προβλεπόμενες χρήσεις, ανάλογα με την περίπτωση, του δομικού προϊόντος όπως προβλέπεται από τον κατασκευαστή, σύμφωνα με την ισχύουσα εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή.

Σημείο 3

Να αναφέρετε το όνομα, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το κατατεθέν εμπορικό σήμα και τη διεύθυνση επικοινωνίας του κατασκευαστή, όπως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011.

Σημείο 4

Το σημείο αυτό θα πρέπει να περιληφθεί και συμπληρωθεί μόνο σε περίπτωση που έχει οριστεί εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος. Στην περίπτωση αυτή, να αναφέρετε την ονομασία και τη διεύθυνση επικοινωνίας του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου, η εντολή του οποίου καλύπτει τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011.

Σημείο 5

Να αναφέρετε τον αριθμό του εφαρμοστέου συστήματος ή συστημάτων αξιολόγησης και επαλήθευσης της σταθερότητας των επιδόσεων (AVCP) για το δομικό προϊόν όπως καθορίζεται στο παράρτημα V του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011. Εάν υπάρχουν πολλαπλά συστήματα, καθένα από αυτά πρέπει να δηλωθεί.

Σημεία 6α και 6β

Δεδομένου ότι ένας παραγωγός μπορεί να συντάξει δήλωση επιδόσεων βάσει εναρμονισμένου προτύπου ή της ευρωπαϊκής τεχνικής αξιολόγησης που εκδίδεται για το προϊόν, αυτές οι δύο διαφορετικές καταστάσεις που παρουσιάζονται στα σημεία 6α και 6β θα πρέπει να θεωρούνται εναλλακτική λύση, ενώ μόνο μία από αυτές θα εφαρμόζεται και θα αναφέρεται στη δήλωση επιδόσεων.

Στην περίπτωση του σημείου 6α, δηλαδή όταν μια δήλωση επιδόσεων βασίζεται σε ένα εναρμονισμένο πρότυπο, να αναφέρετε τα ακόλουθα:

α)

τον αριθμό αναφοράς του εναρμονισμένου προτύπου και την ημερομηνία έκδοσής του (ημερομηνία αναφοράς)· και

β)

τον αριθμό ταυτοποίησης του (των) κοινοποιημένου(-ων) φορέα(-ων).

Όταν αναφέρεται το όνομα του (των) κοινοποιημένου(-ων) φορέα(-ων), είναι σημαντικό το όνομα να αναφέρεται στην πρωτότυπη γλώσσα, χωρίς μετάφραση σε άλλες γλώσσες.

Στην περίπτωση του σημείου 6β, δηλαδή όταν μια δήλωση επιδόσεων βασίζεται στην ευρωπαϊκή τεχνική αξιολόγηση που εκδίδεται για το προϊόν, να αναφέρονται τα ακόλουθα:

α)

ο αριθμός του ευρωπαϊκού εγγράφου αξιολόγησης και η ημερομηνία έκδοσής του·

β)

ο αριθμός της ευρωπαϊκής τεχνικής αξιολόγησης και η ημερομηνία έκδοσής της·

γ)

το όνομα του οργανισμού τεχνικής αξιολόγησης· και

δ)

ο αριθμός ταυτοποίησης του (των) κοινοποιημένου(-ων) φορέα(-ων).

Σημείο 7

Στο σημείο αυτό, η δήλωση επιδόσεων θα αναφέρει τα εξής:

α)

τον κατάλογο των ουσιωδών χαρακτηριστικών, όπως καθορίζεται στην εναρμονισμένη τεχνική προδιαγραφή για την προτεινόμενη χρήση ή χρήσεις που αναφέρεται στο σημείο 2· και

β)

για κάθε ουσιώδες χαρακτηριστικό, τη δηλωθείσα επίδοση, ανά επίπεδο ή κατηγορία, ή περιγραφικά, όσον αφορά το εν λόγω χαρακτηριστικό ή, για τα χαρακτηριστικά για τα οποία δεν δηλώνεται επίδοση, τα γράμματα “NPD” (μη καθορισμένη επίδοση).

Το σημείο αυτό μπορεί να συμπληρώνεται με τη χρήση ενός πίνακα που να προβάλλει τη σύνδεση μεταξύ των εναρμονισμένων τεχνικών προδιαγραφών και των συστημάτων αξιολόγησης και επαλήθευσης της σταθερότητας της επίδοσης που εφαρμόζονται αντίστοιχα σε κάθε βασικό χαρακτηριστικό του προϊόντος, καθώς και στην επίδοση σε σχέση με κάθε ουσιώδες χαρακτηριστικό.

Η επίδοση πρέπει να δηλώνεται με σαφήνεια και ρητά. Επομένως, η επίδοση δεν μπορεί να περιγράφεται στη δήλωση επιδόσεων αποκλειστικά με την προσθήκη ενός τύπου υπολογισμού που εφαρμόζεται από τους παραλήπτες. Επιπλέον, τα επίπεδα ή οι κατηγορίες της επίδοσης που παρουσιάζονται στο έγγραφα αναφοράς πρέπει να επαναλαμβάνονται στη δήλωση επιδόσεων και, επομένως, δεν μπορούν να εκφραστούν αποκλειστικά με την προσθήκη παραπομπών στα εν λόγω έγγραφα στη δήλωση επιδόσεων.

Ωστόσο, η επίδοση ιδίως της δομοστατικής συμπεριφοράς ενός δομικού προϊόντος μπορεί να εκφράζεται με παραπομπή στην αντίστοιχη τεκμηρίωση παραγωγής ή στα υπολογιστικά έγγραφα δομοστατικού σχεδιασμού. Στην περίπτωση αυτή, τα εν λόγω έγγραφα θα πρέπει να επισυνάπτονται στη δήλωση επιδόσεων.

Σημείο 8

Αυτό το σημείο θα περιληφθεί μόνο και θα συμπληρωθεί σε δήλωση επιδόσεων εάν έχει χρησιμοποιηθεί κατάλληλη τεχνική τεκμηρίωση και/ή ειδική τεχνική τεκμηρίωση σύμφωνα με τα άρθρα 36 έως 38 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 305/2011, έτσι ώστε να περιλαμβάνει τις απαιτήσεις με τις οποίες συμμορφώνεται το προϊόν.

Σε αυτή την περίπτωση, στο ίδιο σημείο, η δήλωση επιδόσεων θα αναφέρει τα εξής:

α)

τον αριθμό αναφοράς της ειδικής και/ή κατάλληλης τεχνικής τεκμηρίωσης που χρησιμοποιήθηκε, και

β)

τις απαιτήσεις με τις οποίες συμμορφώνεται το προϊόν.

Υπογραφή

Αντικατάσταση των διαστημάτων σε αγκύλες από τις πληροφορίες και υπογραφή.»


28.5.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159/47


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 575/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 27ης Μαΐου 2014

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 383/2012 για τον καθορισμό τεχνικών απαιτήσεων όσον αφορά άδειες οδήγησης που περιλαμβάνουν υπόστρωμα αποθήκευσης (μικροεπεξεργαστή)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2006/126/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για την άδεια οδήγησης (1), και ιδίως το άρθρο 1 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 383/2012 της Επιτροπής (2) ισχύει για άδειες οδήγησης που περιλαμβάνουν μικροεπεξεργαστή και καθορίζει σειρά τεχνικών απαιτήσεων.

(2)

Ειδικότερα, το τμήμα III.4.2 του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 383/2012 καθορίζει σύστημα αρίθμησης της έγκρισης τύπου ΕΕ με βάση την εκχώρηση διακριτικού αριθμού για το κράτος μέλος που έχει χορηγήσει την έγκριση τύπου ΕΕ.

(3)

Μετά την προσχώρηση της Κροατίας στην Ένωση, κρίνεται απαραίτητη η πρόβλεψη διακριτικού αριθμού για τη χώρα σύμφωνα με τη σειρά αρίθμησης της ΟΕΕ/ΗΕ για την έγκριση τύπου.

(4)

Επομένως, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 383/2012 πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(5)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής για την άδεια οδήγησης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το τμήμα III.4.2 του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 383/2012 αντικαθίσταται από το κείμενο του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 27 Μαΐου 2014.

Για την Επιτροπή

O Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 403 της 30.12.2006, σ. 18.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 383/2012 της Επιτροπής, της 4ης Μαΐου 2012, για τον καθορισμό τεχνικών απαιτήσεων όσον αφορά άδειες οδήγησης που περιλαμβάνουν υπόστρωμα αποθήκευσης (μικροεπεξεργαστή), (ΕΕ L 120 της 5.5.2012, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το τμήμα III.4.2 του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 383/2012 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«III.4.2   Σύστημα αρίθμησης

Το σύστημα αρίθμησης της έγκρισης τύπου ΕΕ αποτελείται από:

α)

Τον χαρακτήρα “e” ακολουθούμενο από τον διακριτικό αριθμό του κράτους μέλους που χορήγησε την έγκριση τύπου ΕΕ

1

για τη Γερμανία

2

για τη Γαλλία

3

για την Ιταλία

4

για τις Κάτω Χώρες

5

για τη Σουηδία

6

για το Βέλγιο

7

για την Ουγγαρία

8

για την Τσεχική Δημοκρατία

9

για την Ισπανία

11

για το Ηνωμένο Βασίλειο

12

για την Αυστρία

13

για το Λουξεμβούργο

17

για τη Φινλανδία

18

για τη Δανία

19

για τη Ρουμανία

20

για την Πολωνία

21

για την Πορτογαλία

23

για την Ελλάδα

24

για την Ιρλανδία

25

για την Κροατία

26

για τη Σλοβενία

27

για τη Σλοβακία

29

για την Εσθονία

32

για τη Λετονία

34

για τη Βουλγαρία

36

για τη Λιθουανία

49

για την Κύπρο

50

για τη Μάλτα.

β)

Τους χαρακτήρες DL, των οποίων προηγείται ενωτικό και έπονται τα δύο ψηφία που δηλώνουν τον αύξοντα αριθμό του παρόντος κανονισμού ή την τελευταία μείζονα τεχνική τροποποίηση του παρόντος κανονισμού. Στον παρόντα κανονισμό, ο αριθμός σειράς είναι 00.

γ)

Το κράτος μέλος έκδοσης αποδίδει στην έγκριση τύπου ΕΕ έναν μοναδικό αναγνωριστικό αριθμό.

Παράδειγμα του συστήματος αρίθμηση της έγκρισης τύπου ΕΕ: e50-DL00 12345

Για κάθε άδεια οδήγησης που φέρει τέτοιο μικροεπεξεργαστή, ο αριθμός έγκρισης αποθηκεύεται στον μικροεπεξεργαστή στην DG 1.»


28.5.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159/50


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 576/2014 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 27ης Μαΐου 2014

για καθορισμό των κατ' αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

Έχοντας υπόψη τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 543/2011 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2011, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 136 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 543/2011 προβλέπει, κατ' εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ' αποκοπή τιμών εισαγωγής από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XVI μέρος A του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Η κατ' αποκοπή τιμή εισαγωγής υπολογίζεται κάθε εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011, λαμβανομένων υπόψη των ημερήσιων μεταβλητών στοιχείων. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ' αποκοπή τιμές εισαγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 136 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 27 Μαΐου 2014.

Για την Επιτροπή,

εξ ονόματος του Προέδρου,

Jerzy PLEWA

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 157 της 15.6.2011, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Οι κατ' αποκοπή τιμές εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(ευρώ/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτων χωρών (1)

Κατ' αποκοπή τιμή εισαγωγής

0702 00 00

AL

45,8

MA

33,4

MK

75,5

TR

68,5

ZZ

55,8

0707 00 05

AL

36,9

MK

39,9

TR

119,9

ZZ

65,6

0709 93 10

MA

29,9

TR

111,2

ZZ

70,6

0805 10 20

EG

41,2

MA

41,0

TR

49,7

ZZ

44,0

0805 50 10

TR

121,8

ZA

139,4

ZZ

130,6

0808 10 80

AR

104,4

BR

97,8

CL

95,3

CN

98,7

MK

26,7

NZ

138,9

US

185,4

ZA

105,3

ZZ

106,6


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

28.5.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159/52


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΉ ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 27ης Μαΐου 2014

για την τροποποίηση της απόφασης 2011/166/ΕΕ σχετικά με την ίδρυση της ΚΕΕΥ-SHARE

(2014/302/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 723/2009 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2009, σχετικά με κοινοτικό νομικό πλαίσιο για την κοινοπραξία ευρωπαϊκής ερευνητικής υποδομής (ΚΕΕΥ) (1), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με την απόφαση 2011/166/ΕΕ της Επιτροπής (2) ιδρύθηκε η Στατιστική Έρευνα για την Υγεία, τη Γήρανση και τη Συνταξιοδότηση στην Ευρώπη ως κοινοπραξία ευρωπαϊκής ερευνητικής υποδομής (ΚΕΕΥ-SHARE).

(2)

Στο καταστατικό της ΚΕΕΥ-SHARE, που προσαρτάται στην απόφαση 2011/166/ΕΕ, προβλέπεται η μεταφορά της καταστατικής έδρας από τις Κάτω Χώρες στη Γερμανία, αμέσως μετά την κατάθεση, από τις γερμανικές αρχές, της απαραίτητης δήλωσης βάσει του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 723/2009.

(3)

Στις 21 Σεπτεμβρίου 2013, κατόπιν της δήλωσης που κατέθεσε η Γερμανία, η ΚΕΕΥ-SHARE υπέβαλε στην Επιτροπή πρόταση τροποποίησης του καταστατικού της, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 723/2009.

(4)

Έχουν τεθεί σε ισχύ διάφορες τροποποιήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 723/2009, μεταξύ των οποίων η τροποποίηση με την οποία λαμβάνεται υπόψη η μεταφορά της καταστατικής έδρας στη Γερμανία.

(5)

Για άλλες τροποποιήσεις, που ορίζουν την κυριότητα και τη διάδοση των δεδομένων της ΚΕΕΥ-SHARE και επιφέρουν μεταβολές στις φοροαπαλλαγές, λόγω της μεταφοράς της έδρας στη Γερμανία, απαιτείται η έγκριση της Επιτροπής.

(6)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 20 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 723/2009,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Το καταστατικό της ΚΕΕΥ-SHARE, που προσαρτάται στην απόφαση 2011/166/ΕΕ, τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 27 Μαΐου 2014.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 206 της 8.8.2009, σ. 1.

(2)  Απόφαση 2011/166/ΕΕ της Επιτροπής, της 17ης Μαρτίου 2011, σχετικά με την ίδρυση της ΚΕΕΥ-SHARE (ΕΕ L 71 της 18.3.2011, σ. 20).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το καταστατικό της ΚΕΕΥ-SHARE τροποποιείται ως εξής:

1.

Στο άρθρο 11, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η ΚΕΕΥ-SHARE έχει την κυριότητα επί της στατιστικής έρευνας και όλων των δεδομένων της, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσθήκες που έχουν πιστοποιηθεί από τη SHARE, τα μεταδεδομένα, τα παραδεδομένα και όλα τα αρχεία με διευθύνσεις και συνδέσμους, και είναι ο κάτοχος όλων των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας που προκύπτουν από τη σύσταση και τη διεξαγωγή της στατιστικής έρευνας.».

2.

Στο άρθρο 12, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η ΚΕΕΥ-SHARE διανέμει χωρίς καθυστέρηση τα συλλεγόμενα δεδομένα στην επιστημονική κοινότητα, μετά από καθαρισμό, υποκατάσταση (imputation) και τεκμηρίωση των δεδομένων και αφού λάβει υπόψη το διεθνές και το εθνικό δίκαιο περί προστασίας του ιδιωτικού απορρήτου.».

3.

Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Οι φοροαπαλλαγές βάσει του άρθρου 143 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) και του άρθρου 151 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2006/112/ΕΚ και σύμφωνα με τα άρθρα 50 και 51 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 282/2011 του Συμβουλίου (1) ισχύουν για την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών που προορίζονται για επίσημη χρήση από την ΚΕΕΥ-SHARE, τα οποία προμηθεύεται και πληρώνει η ίδια και για τα οποία ο προς απόδοση ΦΠΑ υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 25 ευρώ ανά τιμολόγιο. Οι εν λόγω απαλλαγές δεν ισχύουν για τις συμβάσεις προμηθειών που συνάπτουν μεμονωμένα μέλη.

Ωστόσο, οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε να μην προκαλείται στρέβλωση του ανταγωνισμού.

(1)  ΕΕ L 77 της 23.3.2011, σ. 1.»·"

β)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 5 και 6:

«5.   Για τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου (2), επιτρέπεται να χορηγείται απαλλαγή από την καταβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ίδιας οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα προορίζονται αποκλειστικά για επίσημη χρήση από την ΚΕΕΥ-SHARE, η οποία και τα προμηθεύεται και τα πληρώνει.

Δεν χορηγείται απαλλαγή από την καταβολή των ειδικών φόρων κατανάλωσης για υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα που προορίζονται για προσωπική χρήση των υπαλλήλων της ΚΕΕΥ-SHARE ή τρίτων.

6.   Φόροι που έχουν καταβληθεί για ενεργειακά προϊόντα και ηλεκτρική ενέργεια, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2008/118/ΕΚ, επιτρέπεται να επιστρέφονται σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 της ίδιας οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ενεργειακά προϊόντα και ηλεκτρική ενέργεια προορίζονται αποκλειστικά για επίσημη χρήση από την ΚΕΕΥ-SHARE, η οποία και τα προμηθεύεται και τα πληρώνει, και ότι το ύψος του φόρου υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 25 ευρώ ανά τιμολόγιο.

Δεν χορηγείται φοροαπαλλαγή για ενεργειακά προϊόντα ή ηλεκτρική ενέργεια που προορίζονται για προσωπική χρήση των υπαλλήλων της ΚΕΕΥ-SHARE ή τρίτων.

(2)  ΕΕ L 9 της 14.1.2009, σ. 12.»."



28.5.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159/54


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΚΕΝΤΡΙΚΉΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ

της 20ής Φεβρουαρίου 2014

σχετικά με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης και της παροχής επιτοκίου στις καταθέσεις της κεντρικής διοίκησης από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες

(ΕΚΤ/2014/8)

(2014/303/ΕΕ)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 132 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ιδίως το άρθρο 34.1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 271(δ) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και το άρθρο 35.6 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε συνδυασμό με την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3603/93 του Συμβουλίου (1), το διοικητικό συμβούλιο υποχρεούται να αξιολογεί τη συμμόρφωση των εθνικών κεντρικών τραπεζών (ΕθνΚΤ) με τις υποχρεώσεις τους οι οποίες απορρέουν από τις Συνθήκες. Για τον σκοπό αυτό το διοικητικό συμβούλιο παρακολουθεί τη συμμόρφωση των ΕθνΚΤ με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 123 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παρούσα απόφαση σκοπεί στην αποσαφήνιση των κριτηρίων που θα εφαρμόσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT) αναφορικά με την παροχή επιτοκίου στις καταθέσεις της κεντρικής διοίκησης και των δημόσιων φορέων οι οποίες τηρούνται στις αντίστοιχες κεντρικές τράπεζες σε σχέση με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης η οποία απορρέει από τη Συνθήκη, για τους σκοπούς της προαναφερθείσας παρακολούθησης από το διοικητικό συμβούλιο.

(2)

Στο πλαίσιο παρακολούθησης της συμμόρφωσης με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 123 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ΕΚΤ θα λαμβάνει υπόψη την παροχή επιτοκίου στις καταθέσεις της κεντρικής διοίκησης, το οποίο δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερο από το σχετικό επιτόκιο της χρηματαγοράς. Η παρούσα απόφαση ορίζει τα επιτόκια της αγοράς τα οποία θα λειτουργούν ως ανώτατα όρια για την παροχή επιτοκίου στις καταθέσεις της κεντρικής διοίκησης και τα οποία θα λαμβάνονται υπόψη για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τη Συνθήκη από την 1η Δεκεμβρίου 2014,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης:

α)   «κεντρική διοίκηση»: όλοι οι δημόσιοι φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 123 της Συνθήκης, όπως ερμηνεύονται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3603/93, με εξαίρεση τα πιστωτικά ιδρύματα που ανήκουν στο Δημόσιο, στα οποία οφείλουν να επιφυλάσσουν οι ΕθνΚΤ και η ΕΚΤ την ίδια μεταχείριση όπως και στα ιδιωτικά πιστωτικά ιδρύματα, όσον αφορά τη διάθεση αποθεμάτων από τις ΕθνΚΤ·

β)   «καταθέσεις κεντρικής διοίκησης»: καταθέσεις διάρκειας μιας ημέρας και καταθέσεις προθεσμίας που δέχονται οι ΕθνΚΤ από κάθε κεντρική διοίκηση·

γ)   «επιτόκιο αγοράς μη εξασφαλισμένης χρηματοδότησης για τοποθετήσεις διάρκειας μιας ημέρας»: i) όσον αφορά τις καταθέσεις διάρκειας μιας ημέρας σε ευρώ, ο μέσος δείκτης των επιτοκίων του ευρώ για τοποθετήσεις στη χρηματαγορά διάρκειας μιας ημέρας (EONIA)· ii) όσον αφορά τις καταθέσεις διάρκειας μιας ημέρας σε διαφορετικό νόμισμα, ένα συγκρίσιμο επιτόκιο·

δ)   «επιτόκιο αγοράς εξασφαλισμένης χρηματοδότησης»: i) όσον αφορά τις καταθέσεις προθεσμίας σε ευρώ, το προσφερόμενο επιτόκιο για τις συμφωνίες επαναγοράς σε ευρώ (EUREPO) με συγκρίσιμη διάρκεια, εάν είναι διαθέσιμο· και ii) όσον αφορά τις καταθέσεις προθεσμίας σε διαφορετικό νόμισμα, ένα συγκρίσιμο επιτόκιο.

Άρθρο 2

Παροχή επιτοκίου στις καταθέσεις της κεντρικής διοίκησης και συμμόρφωση με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης

1.   Για τους σκοπούς της παρακολούθησης της συμμόρφωσης με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης, ισχύουν τα ακόλουθα ανώτατα όρια στην παροχή επιτοκίου από τις ΕθνΚΤ στις καταθέσεις της κεντρικής διοίκησης:

α)

όσον αφορά τις καταθέσεις διάρκειας μιας ημέρας, επιτόκιο αγοράς μη εξασφαλισμένης χρηματοδότησης για τοποθετήσεις διάρκειας μιας ημέρας·

β)

όσον αφορά τις καταθέσεις προθεσμίας, επιτόκιο αγοράς εξασφαλισμένης χρηματοδότησης, ή, εάν δεν είναι διαθέσιμο, το επιτόκιο αγοράς μη εξασφαλισμένης χρηματοδότησης για τοποθετήσεις διάρκειας μιας ημέρας.

2.   Η συμμόρφωση με τα ανώτατα όρια τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1 αξιολογείται βάσει όλων των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που προσιδιάζουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

1.   Οι διατάξεις της παρούσας απόφασης εφαρμόζονται από την ΕΚΤ από την 1η Δεκεμβρίου 2014.

2.   Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει από την 22α Φεβρουαρίου 2014.

Φρανκφούρτη, 20 Φεβρουαρίου 2014.

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ

Mario DRAGHI


(1)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3603/93 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1993, για τον προσδιορισμό των εννοιών που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των απαγορεύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 104 και στο άρθρο 104Β παράγραφος 1 της Συνθήκης (ΕΕ L 332 της 31.12.1993, σ. 1).


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ

28.5.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159/56


ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΉΡΙΑ ΓΡΑΜΜΉ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΚΕΝΤΡΙΚΉΣ ΤΡΆΠΕΖΑΣ

της 20ής Φεβρουαρίου 2014

σχετικά με εγχώριες πράξεις διαχείρισης ενεργητικού και παθητικού από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες

(ΕΚΤ/2014/9)

(2014/304/ΕΕ)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 127 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση,

Έχοντας υπόψη το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ιδίως τα άρθρα 12.1 και 14.3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η επίτευξη της ενιαίας νομισματικής πολιτικής απαιτεί τον καθορισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) των γενικών αρχών που πρέπει να τηρούν οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ (εφεξής «ΕθνΚΤ») όταν διενεργούν με δική τους πρωτοβουλία εγχώριες πράξεις με αντικείμενο στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού· οι εν λόγω πράξεις δεν θα πρέπει να παρακωλύουν την ενιαία νομισματική πολιτική.

(2)

Η ενεργοποίηση των συμφωνιών επαναγοράς που συνάπτουν οι ΕθνΚΤ με εθνικές κεντρικές τράπεζες εκτός Ευρωσυστήματος ενδέχεται να έχει αντίκτυπο στη ρευστότητα στη ζώνη του ευρώ και, κατ' επέκταση, στην ενιαία νομισματική πολιτική. Για τον λόγο αυτόν και προκειμένου να διαφυλάσσεται καλύτερα η ακεραιότητα της ενιαίας νομισματικής πολιτικής, το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε στις 22 Οκτωβρίου 2009 ότι για τη σύναψη ορισμένων συμφωνιών ρευστότητας μεταξύ ΕθνΚΤ και εθνικών κεντρικών τραπεζών εκτός Ευρωσυστήματος θα πρέπει να προηγείται η έγκρισή του.

(3)

Πρέπει να εξειδικευτούν οι περιορισμοί στο επιτόκιο των καταθέσεων που τηρούν οι κεντρικές διοικήσεις στις οικείες ΕθνΚΤ, οι οποίες ενεργούν ως δημοσιονομικοί αντιπρόσωποι σύμφωνα με το άρθρο 21.2 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (εφεξής το «καταστατικό του ΕΣΚΤ»), προκειμένου, αφενός, να διαφυλάσσεται η ακεραιότητα της ενιαίας νομισματικής πολιτικής και, αφετέρου, να παρέχονται κίνητρα για την τοποθέτηση των ως άνω καταθέσεων στην αγορά, διευκολύνοντας τη διαχείριση της ρευστότητας και την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής από το Ευρωσύστημα. Επιπλέον, η θέσπιση ανώτατου ορίου για το επιτόκιο καταθέσεων της κεντρικής διοίκησης με βάση τα επιτόκια της αγοράς χρήματος διευκολύνει τον έλεγχο της συμμόρφωσης των ΕθνΚΤ με την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης από την ΕΚΤ σύμφωνα με το άρθρο 271 στοιχείο δ) της Συνθήκης.

(4)

Λόγω του έκτακτου και προσωρινού χαρακτήρα των καταθέσεων της κεντρικής διοίκησης που σχετίζονται με τα προγράμματα οικονομικής στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και με άλλα αντίστοιχα προγράμματα οικονομικής στήριξης, οι εφαρμοστέες διαδικασίες δεν θα πρέπει να περιορίζουν τη δυνατότητα μιας εθνικής κυβέρνησης να τηρεί καταθέσεις στην οικεία ΕθνΚΤ, δεδομένου μάλιστα ότι η τήρησή τους αποτελεί μέρος των όρων του σχετικού προγράμματος. Η εξαίρεση των εν λόγω καταθέσεων από την εφαρμογή του ελάχιστου ορίου ποσού δεν παρακωλύει την ενιαία νομισματική πολιτική στην ίδια έκταση με την τήρηση καταθέσεων της κεντρικής διοίκησης σε άλλα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΑ ΓΡΑΜΜΗ:

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα κατευθυντήρια γραμμή εφαρμόζεται σε όλες τις πράξεις των ΕθνΚΤ που αφορούν ποσά σε ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων που αυτές διενεργούν ως κύριοι υπόχρεοι για δικό τους λογαριασμό, ως αντιπρόσωποι τρίτων ή ως κύριοι υπόχρεοι και αντιπρόσωποι ταυτόχρονα. Δεν υπόκεινται στην εφαρμογή της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής οι ακόλουθες πράξεις:

α)

πράξεις πάγιων διευκολύνσεων και πράξεις που διενεργούν οι ΕθνΚΤ με πρωτοβουλία της ΕΚΤ, ιδίως πράξεις που διενεργούνται σύμφωνα με την κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/2011/14 (1)·

β)

συναλλαγές σε πολύτιμα μέταλλα και πράξεις συναλλάγματος έναντι ευρώ, οι οποίες καλύπτονται από την κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/2003/12 (2)·

γ)

πράξεις των ΕθνΚΤ που αφορούν την επείγουσα παροχή ρευστότητας.

2.   Τα άρθρα 7 και 8 δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που διενεργούν οι ΕθνΚΤ:

α)

ως δημοσιονομικοί αντιπρόσωποι σύμφωνα με το άρθρο 21.2 του καταστατικού του ΕΣΚΤ·

β)

για εσωτερικούς διοικητικούς σκοπούς ή για λογαριασμό του προσωπικού τους δυνάμει του άρθρου 24 του καταστατικού του ΕΣΚΤ·

γ)

όταν διαχειρίζονται ταμείο συντάξεων για λογαριασμό του προσωπικού τους·

δ)

όταν διαχειρίζονται σύστημα καταθέσεων για λογαριασμό του προσωπικού τους ή άλλων πελατών·

ε)

όταν μεταβιβάζουν τα κέρδη τους στην κεντρική διοίκηση.

Οι πράξεις που διενεργούνται από το ταμείο συντάξεων του προσωπικού ορισμένης ΕθνΚΤ, το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση αυτόνομου ιδρύματος, εξαιρούνται από την εφαρμογή των άρθρων 6 και 9. Επιπλέον, οι υποχρεώσεις για την εκ των υστέρων παροχή στοιχείων βάσει των άρθρων 6 και 9 δεν ισχύουν προκειμένου για πράξεις που διενεργούν οι ΕθνΚΤ για εσωτερικούς διοικητικούς σκοπούς ή σε συναλλαγές καταθέσεων συνδεόμενες με τρεχούμενους λογαριασμούς που τηρούν σε αυτές μέλη του προσωπικού ή άλλοι πελάτες.

3.   Εκτός από τις υποχρεώσεις για την εκ των υστέρων παροχή στοιχείων βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 1, η παρούσα κατευθυντήρια γραμμή δεν εφαρμόζεται σε πράξεις διενεργούμενες στο πλαίσιο των υπηρεσιών διαχείρισης συναλλαγματικών διαθεσίμων του Ευρωσυστήματος.

4.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, τα άρθρα 5 και 11 εφαρμόζονται σε καταθέσεις κεντρικής διοίκησης σε ευρώ ή ξένο νόμισμα.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής νοούνται ως:

α)   «συμφωνία επαναγοράς»: συμφωνία με την οποία ορισμένη ΕθνΚΤ και ορισμένη εθνική κεντρική τράπεζα εκτός ζώνης ευρώ συμφωνούν να συμμετάσχουν σε μία ή περισσότερες συγκεκριμένες πράξεις επαναγοράς. Σε μια πράξη επαναγοράς ο ένας συμβαλλόμενος συμφωνεί να αγοράσει από τον αντισυμβαλλόμενο (ή να πωλήσει σε αυτόν) τίτλους σε ευρώ έναντι καταβολής του συμφωνούμενου τιμήματος σε ευρώ κατά την ημερομηνία συναλλαγής και ταυτόχρονα συμφωνεί να πωλήσει στον αντισυμβαλλόμενο (ή να αγοράσει από αυτόν) αντίστοιχη ποσότητα τίτλων έναντι καταβολής άλλου συμφωνούμενου τιμήματος σε ευρώ κατά την ημερομηνία λήξης·

β)   «κεντρική διοίκηση»: κάθε δημόσιος φορέας κράτους μέλους ή δημόσιος φορέας της Ένωσης εκ των αναφερόμενων στο άρθρο 123 της Συνθήκης, όπως ερμηνεύεται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3603/93 του Συμβουλίου (3), με εξαίρεση τα πιστωτικά ιδρύματα που ανήκουν στο δημόσιο, στα οποία οι ΕθνΚΤ και η ΕΚΤ οφείλουν να επιφυλάσσουν την ίδια μεταχείριση όπως και στα ιδιωτικά πιστωτικά ιδρύματα όσον αφορά τη διάθεση αποθεμάτων από τις ΕθνΚΤ·

γ)   «καταθέσεις κεντρικής διοίκησης»: καταθέσεις διάρκειας μιας ημέρας και καταθέσεις προθεσμίας που δέχονται οι ΕθνΚΤ από τις κεντρικές διοικήσεις, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων σε ξένα νομίσματα·

δ)   «επιτόκιο αγοράς μη εξασφαλισμένης χρηματοδότησης για τοποθετήσεις διάρκειας μιας ημέρας»: α) όσον αφορά τις καταθέσεις διάρκειας μιας ημέρας σε εγχώριο νόμισμα, ο μέσος δείκτης των επιτοκίων του ευρώ για τοποθετήσεις στη χρηματαγορά διάρκειας μιας ημέρας (EONIA)· β) όσον αφορά τις καταθέσεις διάρκειας μιας ημέρας σε ξένο νόμισμα, ένα αντίστοιχο επιτόκιο·

ε)   «επιτόκιο αγοράς εξασφαλισμένης χρηματοδότησης»: α) όσον αφορά τις καταθέσεις προθεσμίας σε εγχώριο νόμισμα, το προσφερόμενο επιτόκιο για τις συμφωνίες επαναγοράς σε ευρώ (EUREPO) με αντίστοιχη διάρκεια, εάν είναι διαθέσιμο· και β) όσον αφορά τις καταθέσεις προθεσμίας σε ξένο νόμισμα, ένα αντίστοιχο επιτόκιο·

στ)   «ακαθάριστο εγχώριο προϊόν»: η συνολική ακαθάριστη αξία παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών της οικονομίας, μείον την ενδιάμεση ανάλωση, συν τους καθαρούς φόρους επί των προϊόντων και των εισαγωγών, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο·

ζ)   «επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων»: το προκαθορισμένο επιτόκιο που εφαρμόζεται στους αντισυμβαλλόμενους οι οποίοι χρησιμοποιούν τη διευκόλυνση αποδοχής καταθέσεων του Ευρωσυστήματος προκειμένου να πραγματοποιήσουν καταθέσεις διάρκειας μιας ημέρας σε ΕθνΚΤ.

Άρθρο 3

Οργανωτικά θέματα

1.   Οι ΕθνΚΤ θεσπίζουν και η εκτελεστική επιτροπή ελέγχει διαρκώς τις κατάλληλες ρυθμίσεις, προκειμένου οι αντισυμβαλλόμενοι να είναι σε θέση να διακρίνουν μεταξύ των πράξεων που διενεργούν οι ΕθνΚΤ σύμφωνα με την παρούσα κατευθυντήρια γραμμή και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών που οι ίδιες διενεργούν σύμφωνα με τα μέσα και τις διαδικασίες της κατευθυντήριας γραμμής ΕΚΤ/2011/14.

2.   Οι ΕθνΚΤ θεσπίζουν τις κατάλληλες ρυθμίσεις για να διασφαλίζουν ότι οι ίδιες δεν χρησιμοποιούν εμπιστευτικές πληροφορίες νομισματικής πολιτικής κατά τη διενέργεια πράξεων που καλύπτονται από την παρούσα κατευθυντήρια γραμμή.

3.   Οι ΕθνΚΤ ενημερώνουν την ΕΚΤ για τις ρυθμίσεις που θεσπίζουν σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2.

Άρθρο 4

Προηγούμενη έγκριση των συμφωνιών επαναγοράς με τις εθνικές κεντρικές τράπεζες εκτός Ευρωσυστήματος

1.   Πριν από τη σύναψη συμφωνιών επαναγοράς με εθνικές κεντρικές τράπεζες εκτός Ευρωσυστήματος, οι ΕθνΚΤ τις υποβάλλουν στην ΕΚΤ για έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο.

2.   Οι ΕθνΚΤ υποβάλλουν στην ΕΚΤ τα αιτήματά τους για προηγούμενη έγκριση όσο το δυνατόν νωρίτερα σε σχέση με την προβλεπόμενη ημερομηνία σύναψης των συμφωνιών επαναγοράς. Κάθε αίτημα περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

την ταυτότητα του αντισυμβαλλομένου στη συμφωνία επαναγοράς·

β)

τον σκοπό της συμφωνίας επαναγοράς·

γ)

το ποσό και τις ημερομηνίες των συγκεκριμένων πράξεων επαναγοράς, εφόσον είναι ήδη διαθέσιμα· το προβλεπόμενο συνολικό ποσό των εν λόγω συναλλαγών·

δ)

τη διάρκεια της συμφωνίας επαναγοράς και, εφόσον είναι ήδη διαθέσιμη η πληροφορία, τη διάρκεια των συγκεκριμένων πράξεων επαναγοράς που πρόκειται να συναφθούν·

ε)

οποιαδήποτε άλλη πληροφορία θεωρεί συναφή η ΕθνΚΤ που υποβάλλει το σχετικό αίτημα.

3.   Το διοικητικό συμβούλιο απαντά σε κάθε αίτημα το συντομότερο δυνατόν, και σε κάθε περίπτωση εντός 40 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του.

4.   Κατά την εξέταση ενός αιτήματος για προηγούμενη έγκριση, το διοικητικό συμβούλιο λαμβάνει υπόψη:

α)

τον πρωταρχικό στόχο της διασφάλισης της ακεραιότητας της νομισματικής πολιτικής·

β)

τη διαφύλαξη της αποτελεσματικής διαχείρισης της ρευστότητας στη ζώνη του ευρώ από το Ευρωσύστημα·

γ)

μια συντονισμένη προσέγγιση του Ευρωσυστήματος όσον αφορά τη διενέργεια πράξεων επαναγοράς με τις εθνικές κεντρικές τράπεζες εκτός Ευρωσυστήματος·

δ)

τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού για όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα σε κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ.

5.   Εάν το διοικητικό συμβούλιο θεωρεί ότι η συμφωνία επαναγοράς που υποβάλλεται προς έγκριση δεν είναι σύμφωνη με τους στόχους που καθορίζονται στην παράγραφο 4, δύναται να απαιτήσει η εν λόγω συμφωνία επαναγοράς:

α)

να συναφθεί σε ημερομηνία μεταγενέστερη από την αρχικά προγραμματισμένη ή

β)

να υποστεί ορισμένες τροποποιήσεις και να υποβληθεί εκ νέου προς έγκριση πριν από τη σύναψή της με την οικεία ΕθνΚΤ.

6.   Το διοικητικό συμβούλιο μεριμνά για την ικανοποίηση των αιτημάτων των ΕθνΚΤ για προηγούμενη έγκριση λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της αναλογικότητας και της μη διάκρισης.

Άρθρο 5

Περιορισμοί στον τοκισμό των καταθέσεων κεντρικής διοίκησης

1.   Σε ό,τι αφορά τον τοκισμό των καταθέσεων κεντρικής διοίκησης ισχύουν τα ακόλουθα ανώτατα όρια επιτοκίου:

α)

για καταθέσεις διάρκειας μιας ημέρας, το επιτόκιο αγοράς μη εξασφαλισμένης χρηματοδότησης για τοποθετήσεις διάρκειας μιας ημέρας·

β)

για καταθέσεις προθεσμίας, το επιτόκιο αγοράς εξασφαλισμένης χρηματοδότησης ή, εάν αυτό δεν είναι διαθέσιμο, το επιτόκιο αγοράς μη εξασφαλισμένης χρηματοδότησης για τοποθετήσεις διάρκειας μιας ημέρας.

2.   Τοκίζεται με επιτόκιο μηδέν τοις εκατό (0 %) το συνολικό ποσό των καταθέσεων διάρκειας μιας ημέρας και των καταθέσεων προθεσμίας όλων των κεντρικών διοικήσεων σε ορισμένη ΕθνΚΤ κατά το μέρος που υπερβαίνει το υψηλότερο από τα ακόλουθα ποσά οποιαδήποτε ημερολογιακή ημέρα: α) το ποσό των 200 εκατ. ευρώ· ή β) το 0,04 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος του κράτους μέλους στο οποίο εδρεύει η συγκεκριμένη ΕθνΚΤ.

3.   Οι καταθέσεις κεντρικής διοίκησης που τηρούνται στις ΕθνΚΤ και σχετίζονται με προγράμματα οικονομικής στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και άλλα αντίστοιχα προγράμματα οικονομικής στήριξης υπόκεινται στην εφαρμογή της παραγράφου 1, αλλά δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό του ελάχιστου ορίου ποσού της παραγράφου 2.

Άρθρο 6

Παροχή στοιχείων

1.   Οι ΕθνΚΤ παρέχουν εκ των προτέρων στοιχεία στην ΕΚΤ για τη συνολική καθαρή επίδραση των εγχώριων πράξεων διαχείρισης ενεργητικού και παθητικού στη ρευστότητα στο πλαίσιο της γενικής διαχείρισης ρευστότητας του Ευρωσυστήματος. Η εκάστοτε ΕθνΚΤ περιλαμβάνει τη μεταβίβαση των κερδών της προς την κεντρική διοίκηση στην πρόβλεψη των αυτόνομων συντελεστών ρευστότητας τουλάχιστον μία εβδομάδα πριν λάβει χώρα η μεταβίβαση. Επιπλέον, μέσω των κατάλληλων μέτρων διασφαλίζει ότι η όποια επίδραση των επενδυτικών πράξεων και των συστημάτων καταθέσεων στη ρευστότητα είναι προβλέψιμη με ακρίβεια.

2.   Μία φορά τον μήνα οι ΕθνΚΤ παρέχουν εκ των υστέρων στοιχεία στην ΕΚΤ για τις λεπτομέρειες των πράξεων που διενήργησαν στη διάρκεια του προηγούμενου μήνα, χρησιμοποιώντας το σχετικό υπόδειγμα υποβολής στοιχείων του παραρτήματος II της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής. Στη μηνιαία εκ των υστέρων παροχή στοιχείων εφαρμόζεται γενικό ελάχιστο όριο ποσού 500 εκατ. ευρώ στον μηνιαίο κύκλο εργασιών για κάθε επιμέρους κατηγορία που αναφέρεται στο παράρτημα II, οι δε συναλλαγές που λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό του ελάχιστου αυτού ορίου είναι οι ακόλουθες:

α)

το ακαθάριστο άθροισμα των αγορών, πωλήσεων και εξοφλήσεων για καθεμία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

i)

επενδυτικές πράξεις·

ii)

διαχείριση ταμείων συντάξεων·

iii)

δραστηριότητες αντιπροσώπευσης·

β)

το ακαθάριστο άθροισμα της δανειοδοσίας και δανειοληψίας τίτλων για τις ακόλουθες κατηγορίες:

i)

δάνεια τίτλων· και

ii)

πράξεις επαναγοράς·

γ)

το ακαθάριστο άθροισμα της χορήγησης πιστώσεων και της αποδοχής καταθέσεων για την κατηγορία των συστημάτων πιστώσεων και καταθέσεων·

δ)

το ποσό για καθεμία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

i)

υποχρεώσεις έναντι τρίτων· και

ii)

μεταβιβάσεις και επιδοτήσεις.

Στην περίπτωση που το ακαθάριστο άθροισμα των συναλλαγών σε μια κατηγορία υπολείπεται του αντίστοιχου ελάχιστου ορίου, καθώς επίσης και στην περίπτωση που δεν λαμβάνει χώρα καμία συναλλαγή, οι ΕθνΚΤ αναγράφουν μηδενική αξία στο υπόδειγμα υποβολής στοιχείων. Κατ' επιλογή τους, οι ΕθνΚΤ δύνανται να συνεχίσουν να παρέχουν στην ΕΚΤ στοιχεία για όλες τις συναλλαγές τους (πλήρης παροχή στοιχείων), ακόμη και αν δεν συμπληρώνεται το ελάχιστο όριο για μια ή περισσότερες κατηγορίες.

Για συναλλαγές σε ευρώ που διενεργούνται στο πλαίσιο των υπηρεσιών διαχείρισης συναλλαγματικών αποθεμάτων οι ΕθνΚΤ συμμορφώνονται επιπλέον και με κάθε άλλη εφαρμοστέα υποχρέωση παροχής στοιχείων.

3.   Στην περίπτωση που στο πλαίσιο των υποχρεώσεων παροχής στοιχείων διαπιστωθεί ότι οι πράξεις διαχείρισης ενεργητικού ή παθητικού ορισμένης ΕθνΚΤ αντιβαίνουν τις υποχρεώσεις της ενιαίας νομισματικής πολιτικής, η ΕΚΤ δύναται να παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες σχετικά με τη συμπεριφορά της εν λόγω ΕθνΚΤ όσον αφορά τη διαχείριση του ενεργητικού και του παθητικού.

Άρθρο 7

Ελάχιστα όρια

1.   Δεν επιτρέπεται η διενέργεια πράξεων καθ' υπέρβαση του ελάχιστου ορίου του παραρτήματος I της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής χωρίς την προηγούμενη έγκριση της ΕΚΤ. Το όριο αυτό εφαρμόζεται επίσης στις πράξεις επαναγοράς, με την επιφύλαξη της διαδικασίας προηγούμενης έγκρισης του άρθρου 4 που ισχύει για τις συμφωνίες επαναγοράς.

2.   Εκτός από το όριο για τις ημερήσιες συνολικές πράξεις του παραρτήματος I της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής, η ΕΚΤ δύναται να καθορίζει και να εφαρμόζει πρόσθετα όρια για τις σωρευτικές αγορές ή πωλήσεις στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού των ΕθνΚΤ εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου.

3.   Το διοικητικό συμβούλιο δύναται να μεταβάλλει οποτεδήποτε το ελάχιστο όριο του παραρτήματος I της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής.

Άρθρο 8

Διαδικασία υποβολής αιτήματος και χορήγησης προηγούμενης έγκρισης

1.   Οι ΕθνΚΤ υποβάλλουν τα αιτήματά τους για προηγούμενη έγκριση όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα. Στην περίπτωση που ορισμένη πράξη πρέπει να διακανονιστεί την ίδια ή την επόμενη εργάσιμη ημέρα, η ΕΚΤ δέχεται τα σχετικά αιτήματα το αργότερο στις 9 π.μ. (4) της συγκεκριμένης ημέρας διενέργειας της συναλλαγής. Για τις λοιπές πράξεις η ΕΚΤ δέχεται το σχετικό αίτημα το αργότερο στις 11 π.μ. της συγκεκριμένης ημέρας διενέργειας της συναλλαγής.

2.   Το αίτημα της ΕθνΚΤ υποβάλλεται σύμφωνα με το παράρτημα III της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής. Στην περίπτωση που συναλλαγή για την οποία έχει ζητηθεί και χορηγηθεί προηγούμενη έγκριση δεν λάβει χώρα σύμφωνα με την προηγούμενη έγκριση, οι ΕθνΚΤ ενημερώνουν αμέσως την ΕΚΤ.

3.   Σε εξαιρετικές περιπτώσεις οι ΕθνΚΤ που διενεργούν πράξεις δανεισμού τίτλων έναντι ασφάλειας δύνανται, όταν οι συμμετέχοντες της αγοράς δεν είναι σε θέση να παρέχουν συγκεκριμένους τίτλους, να υποβάλλουν επίσης τα αιτήματά τους για όψιμη έγκριση εντός της ίδιας ημέρας, αργά το απόγευμα.

4.   Η ΕΚΤ απαντά το συντομότερο δυνατόν σε αίτημα ΕθνΚΤ για προηγούμενη έγκριση και αμέσως σε αίτημα για όψιμη έγκριση εντός της ίδιας ημέρας. Προκειμένου για πράξεις που πρόκειται να διακανονιστούν την ημερομηνία της συναλλαγής ή την επόμενη εργάσιμη ημέρα η ΕΚΤ απαντά μέχρι τις 10.15 π.μ. της συγκεκριμένης ημέρας διενέργειας της συναλλαγής. Προκειμένου για τις λοιπές πράξεις η ΕΚΤ απαντά μέχρι τη 1 μ.μ. της συγκεκριμένης ημέρας διενέργειας συναλλαγής. Εάν ορισμένη ΕθνΚΤ δεν λάβει απάντηση μέχρι την εκπνοή αυτής της προθεσμίας και αφού επαληθεύσει ότι η ΕΚΤ έλαβε το αίτημά της και ότι δεν απέστειλε καμία απάντηση, θεωρεί ότι η έγκριση έχει χορηγηθεί από τις 1.15 μ.μ.

5.   Η ΕΚΤ εξετάζει όλα τα αιτήματα προκειμένου να διασφαλίζεται η συνοχή της ενιαίας νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, έχοντας υπόψη τόσο την επίδραση των μεμονωμένων πράξεων των ΕθνΚΤ όσο και τη συνολική επίδραση των εν λόγω πράξεων στα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ. Με την επιφύλαξη των ανωτέρω η ΕΚΤ προσπαθεί να ικανοποιεί τα αιτήματα των ΕθνΚΤ.

Άρθρο 9

Διαρκής έλεγχος

1.   Μία φορά τον χρόνο η εκτελεστική επιτροπή υποβάλλει στο διοικητικό συμβούλιο έκθεση σχετικά με την υλοποίηση και εφαρμογή της παρούσας κατευθυντήριας γραμμής. Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες για:

α)

την εφαρμογή της διαδικασίας προηγούμενης έγκρισης·

β)

τις εγχώριες πρακτικές διαχείρισης του ενεργητικού και παθητικού των ΕθνΚΤ·

γ)

τη συμμόρφωση με την παρούσα κατευθυντήρια γραμμή.

2.   Σε περίπτωση αμφιβολίας όσον αφορά τη συμμόρφωση με το άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 3 η ΕΚΤ δύναται να ζητά πληροφορίες από τις ΕθνΚΤ.

Άρθρο 10

Εμπιστευτικότητα

Όλες οι πληροφορίες και τα στοιχεία που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο των ανωτέρω διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης ελέγχου του άρθρου 9, αντιμετωπίζονται ως εμπιστευτικά.

Άρθρο 11

Μεταβατική διάταξη

Καταθέσεις προθεσμίας της κεντρικής διοίκησης που τηρούνται στις ΕθνΚΤ υπόκεινται στην εφαρμογή του άρθρου 5 παράγραφος 1, αλλά δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό του ελάχιστου ορίου ποσού του άρθρου 5 παράγραφος 2 πριν από την 1η Δεκεμβρίου 2015.

Άρθρο 12

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.   Η παρούσα κατευθυντήρια γραμμή αρχίζει να ισχύει δύο ημέρες μετά την έκδοσή της.

2.   Οι ΕθνΚΤ λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα κατευθυντήρια γραμμή έως την 1η Δεκεμβρίου 2014. Κοινοποιούν στην ΕΚΤ τα κείμενα και τα μέσα που αφορούν τα εν λόγω μέτρα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2014 το αργότερο.

Άρθρο 13

Αποδέκτες

Η παρούσα κατευθυντήρια γραμμή απευθύνεται στις ΕθνΚΤ.

Φρανκφούρτη, 20 Φεβρουαρίου 2014.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ

Mario DRAGHI


(1)  Κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/2011/14, της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τα μέσα και τις διαδικασίες νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος (ΕΕ L 331 της 14.12.2011, σ. 1).

(2)  Κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/2003/12, της 23ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τις συναλλαγές των συμμετεχόντων κρατών μελών που διενεργούνται με τα τρέχοντα ταμειακά διαθέσιμα σε συνάλλαγμα δυνάμει του άρθρου 31.3 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ L 283 της 31.10.2003, σ. 81).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3603/93 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1993, για τον προσδιορισμό των εννοιών που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των απαγορεύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 104 και στο άρθρο 104Β παράγραφος 1 της Συνθήκης (ΕΕ L 332 της 31.12.1993, σ. 1).

(4)  Κάθε αναφορά στην ώρα σημαίνει ώρα Κεντρικής Ευρώπης, η οποία λαμβάνει υπόψη και την αλλαγή στη θερινή ώρα Κεντρικής Ευρώπης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΟΡΙΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΑ ΣΕ ΕΓΧΩΡΙΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΔΙΕΝΕΡΓΟΥΝ ΟΙ ΕΘνΚΤ ΜΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ

Εφαρμοστέο ελάχιστο όριο

Αποτέλεσμα ημερομηνίας διακανονισμού

(καθαρές συνολικές πράξεις) (1)

200 εκατ. ευρώ


(1)  Καθαρή επίδραση των προγραμματισμένων πράξεων στη ρευστότητα τη συγκεκριμένη ημέρα, που πρόκειται να διακανονιστούν την ίδια ημερομηνία, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία συναλλαγής ή έπεται αυτής.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΠΑΡΟΧΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΓΧΩΡΙΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ

 

Κατηγορία πράξης

 

Επενδυτικές πράξεις

Διαχείριση ταμείου συντάξεων

Δραστηριότητες αντιπροσώπευσης

 

Δάνεια τίτλων

Πράξεις επαναγοράς

 

Προγράμματα πιστώσεων και καταθέσεων

 

Υποχρεώσεις έναντι τρίτων

Μεταβιβάσεις επιδοτήσεις

Τρόπος διενέργειας της πράξης

1.

Εντός ισολογισμού

2.

Εκτός ισολογισμού

1.

Εντός ισολογισμού

2.

Εκτός ισολογισμού

1.

Εντός ισολογισμού

2.

Εκτός ισολογισμού

Αριθμός συναλλαγών

nnnnnn

nnnnnn

Αριθμός συναλλαγών

nnnnnn

Τύπος πράξης

xxxxx

xxxxx

Αριθμός συναλλαγών

nnnnnn

nnnnnn

nnnnnn

Δανειοδοσία τίτλων

(XX) εκατ. ευρώ

(XX) εκατ. ευρώ

Χορήγηση

(XX) εκατ. ευρώ

Τρόπος διενέργειας της πράξης

1.

Εντός ισολογισμού

2.

Εκτός ισολογισμού

1.

Εντός ισολογισμού

2.

Εκτός ισολογισμού

Αγορά

(XX) εκατ. ευρώ

(XX) εκατ. ευρώ

(XX) εκατ. ευρώ

Δανειοληψία τίτλων

(XX) εκατ. ευρώ

(XX) εκατ. ευρώ

Αποδοχή καταθέσεων

(XX) εκατ. ευρώ

Αριθμός συναλλαγών

nnnnnn

nnnnnn

Πώληση

(XX) εκατ. ευρώ

(XX) εκατ. ευρώ

(XX) εκατ. ευρώ

 

 

 

 

 

Ποσό

(XX) εκατ. ευρώ

(XX) εκατ. ευρώ

Εξόφληση

(XX) εκατ. ευρώ

(XX) εκατ. ευρώ

(XX) εκατ. ευρώ

 

 

 

 

 

 

 

 


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΜΕΓΑΛΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

Ονομασία μεταβλητής

Περιγραφή μεταβλητής

Κωδικοποίηση

Υποχρεωτικό πεδίο

Κωδικός αναγνώρισης (ID-code)

Μοναδικός κωδικός αναγνώρισης για μια ομάδα πράξεων (είτε συναλλαγές τίτλων είτε άλλες συναλλαγές) με την ίδια ημέρα συναλλαγής και διακανονισμού, ο οποίος αποτελείται από τα δύο ψηφία ISO χώρας, ακολουθούμενα από σειριακή αρίθμηση.

ISnn

Δημιουργείται αυτόματα από την εφαρμογή.

Ημερομηνία συναλλαγής

Ημερομηνία συναλλαγής της προγραμματισμένης ομάδας πράξεων.

εεεε/μμ/ηη

Ναι

Ημερομηνία διακανονισμού

Ημερομηνία διακανονισμού (ή ημερομηνία έναρξης στην περίπτωση των πράξεων προθεσμίας) της προγραμματισμένης ομάδας πράξεων.

εεεε/μμ/ηη

Ναι

Αγορά και δανεισμός

Εάν έχουν αγορασθεί τίτλοι/άλλα μέσα ή έχουν χορηγηθεί πιστώσεις ή δάνεια τίτλων, πρέπει να αναγράφεται το ποσό σωρευτικά.

[YY] εκατ. ευρώ

Όχι

(Να μη συμπληρωθεί εάν έχουν προγραμματιστεί μόνο συναλλαγές πώλησης.)

Πώληση και αποδοχή καταθέσεων

Εάν έχουν πωληθεί τίτλοι/άλλα μέσα ή έχει γίνει αποδοχή καταθέσεων, πρέπει να αναγράφεται το ποσό σωρευτικά.

[XX] εκατ. ευρώ

Όχι

(Να μη συμπληρωθεί εάν έχουν προγραμματιστεί μόνο συναλλαγές αγοράς.)

Επίδραση στις προβολές ως προς τη ρευστότητα

Στην περίπτωση αποδοχής του αιτήματος, το πεδίο αυτό παρέχει ένδειξη της επίδρασης στις προβολές ρευστότητας για την ημερομηνία διακανονισμού σε σχέση με την τελευταία πρόβλεψη ημερήσιας ρευστότητας που υποβάλλεται στην ΕΚΤ στις 8 π.μ. Στην περίπτωση άρνησης το πεδίο αυτό βοηθά την ΕΚΤ να προσδιορίσει την αντίστροφη επίδραση στις προβολές ρευστότητας.

[ZZ] εκατ. ευρώ

Ναι

(Εάν η συνολική επίδραση στις προβολές ρευστότητας έχει ήδη αναφερθεί στην ΕΚΤ, αναγράφεται μηδέν στο πλαίσιο αυτό.)

Τύπος συναλλαγής

Ένδειξη του τύπου της συναλλαγής:

1.

Συναλλαγές τίτλων

2.

Άλλες συναλλαγές

Ο τύπος της συναλλαγής επιλέγεται από το πλαίσιο καταλόγου που παρέχει το σύστημα.

Ναι

(Ο χρήστης πρέπει να υποδείξει τον τύπο της συναλλαγής.)

Προβλεπόμενος τρόπος διενέργειας της πράξης

Περιγραφή του προβλεπόμενου τρόπου διενέργειας των πράξεων, με αναφορά στα ακόλουθα στοιχεία:

1.

Πράξη εντός ισολογισμού

2.

Πράξη εκτός ισολογισμού

Ο προβλεπόμενος τρόπος διενέργειας της πράξης επιλέγεται από το πλαίσιο καταλόγου που παρέχει το σύστημα.

Όχι

(Ο χρήστης είναι ελεύθερος να υποδείξει τον προβλεπόμενο τρόπο διενέργειας της πράξης.)

Ελεύθερο κείμενο

Οποιαδήποτε πληροφορία θα βοηθούσε τη λειτουργία διαχείρισης ρευστότητας της ΕΚΤ να αξιολογήσει την καθαρή επίδραση ρευστότητας στο πλαίσιο της σχετικής περιόδου ανάλυσης ρευστότητας και της πιο πρόσφατης πρόβλεψης ρευστότητας. Για παράδειγμα, εάν η επίδραση στις προβολές ρευστότητας δεν είναι μόνιμη, αλλά θα αναστραφεί στο προβλέψιμο μέλλον, ο χρήστης υποβάλλει στο πεδίο του ελεύθερου κειμένου σχόλια για την επίδραση στη ρευστότητα πέραν της ημερομηνίας διακανονισμού. Ο χρήστης μπορεί επίσης να παρέχει περαιτέρω λεπτομέρειες για κάθε πράξη, όπως τον τύπο, το μέγεθος ή τον σκοπό της.

Οποιοσδήποτε συνδυασμός αριθμών και γραμμάτων εντός της προκαθορισμένης ομάδας (1) χαρακτήρων H1&H2.

Όχι


(1)  Τα σύμβολα που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα για το ελεύθερο κείμενο καθορίζονται στο τμήμα 1.1.4.7 του παραρτήματος 4 εγγράφου για το σχεδιασμό συστήματος H1&H2 (H1&H2 System Design) της 22ας Αυγούστου 1997.


Διορθωτικά

28.5.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 159/66


Διορθωτικό στην εκτελεστική απόφαση 2013/654/ΕΕ της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2013, για την τροποποίηση της απόφασης 2008/294/ΕΚ, ώστε να συμπεριλάβει επιπλέον τεχνολογίες πρόσβασης και ζώνες συχνοτήτων για την παροχή υπηρεσιών κινητών επικοινωνιών επί αεροσκαφών (υπηρεσίες MCA)

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 303 της 14ης Νοεμβρίου 2013 )

Στη σελίδα 50, στο τμήμα 1 πίνακας 1 γραμμή 3 του παραρτήματος:

αντί:

«LTE 1 800

(FDD)

1 710-1 785 MHz (ανερχόμενη ζεύξη) 1 805-1 880 MHz (κατερχόμενη ζεύξη)

Το LTE είναι σύμφωνο με τα πρότυπα LTE που δημοσιεύονται από το ETSI, ιδίως με τα EN 908-1, EN 301 908-13, EN 908-14, και EN 908-15, ή με ισοδύναμες προδιαγραφές.»

διάβαζε:

«LTE 1 800

(FDD)

1 710-1 785 MHz (ανερχόμενη ζεύξη) 1 805-1 880 MHz (κατερχόμενη ζεύξη)

Το LTE είναι σύμφωνο με τα πρότυπα LTE που δημοσιεύονται από το ETSI, ιδίως με τα EN301 908-1, EN301 908-13, EN301 908-14, και EN301 908-15, ή με ισοδύναμες προδιαγραφές.»