ISSN 1977-0669

doi:10.3000/19770669.L_2014.072.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 72

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

57ό έτος
12 Μαρτίου 2014


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 223/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2014, για το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους

1

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

12.3.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 72/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 223/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Μαρτίου 2014

για το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 175 παράγραφος 3,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα εξής:

(1)

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2010, με τα οποία εγκρίθηκε η στρατηγική της Ένωσης για έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, («στρατηγική Ευρώπη 2020») η Ένωση και τα κράτη μέλη έθεσαν ως στόχο τους να μειώσουν τουλάχιστον κατά 20 εκατομμύρια τους ανθρώπους που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού έως το 2020. Ωστόσο, το 2011, σχεδόν ένα τέταρτο των ανθρώπων που ζουν στην Ένωση (119,82 εκατομμύρια) διέτρεχαν τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, περίπου 4 εκατομμύρια άτομα περισσότερα από το προηγούμενο έτος. Εντούτοις, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν παρουσιάζουν ομοιομορφία στην Ένωση και η σοβαρότητά τους ποικίλλει μεταξύ των κρατών μελών.

(2)

Ο αριθμός των ατόμων που υποφέρουν από υλική στέρηση ή ακόμη και σοβαρή υλική στέρηση στην Ένωση αυξάνεται και το 2011 σχεδόν το 8,8 % των πολιτών της Ένωσης ζούσε υπό συνθήκες σοβαρής υλικής στέρησης. Επιπλέον, πολλές φορές τα άτομα αυτά στερούνται επίσης τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τα μέτρα ενεργοποίησης του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και, ιδίως, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1304/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5).

(3)

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να προβαίνουν στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να αποτρέπουν οιαδήποτε διάκριση και να εξασφαλίζουν την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών και την συνεπή ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου σε όλα τα στάδια της προετοιμασίας, του προγραμματισμού, της διαχείρισης και της υλοποίησης, της παρακολούθησης και της αξιολόγησης του Ταμείου Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους (το «Ταμείο»), καθώς και σε εκστρατείες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης και την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών.

(4)

Το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) τονίζει ότι η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες.

(5)

Το άρθρο 6 ΣΕΕ τονίζει ότι η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που διακηρύσσονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(6)

Το άρθρο 174 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζει ότι η Ένωση, προκειμένου να προαχθεί η αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της, αναπτύσσει και εξακολουθεί τη δράση της με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής της συνοχής.

(7)

Το Ταμείο αναμένεται να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή συμβάλλοντας στη μείωση της φτώχειας, και εν τέλει στην εξάλειψη των χειρότερων μορφών φτώχειας στην Ένωση με την υποστήριξη εθνικών συστημάτων που παρέχουν μη οικονομική βοήθεια για την ανακούφιση της στέρησης τροφής και της σοβαρής υλικής στέρησης ή/και να συμβάλλει στην κοινωνική ένταξη των απόρων. Το Ταμείο θα πρέπει να ανακουφίσει τις χειρότερες μορφές φτώχειας με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο κοινωνικού αποκλεισμού, όπως η έλλειψη στέγης, η παιδική φτώχεια και η στέρηση τροφής.

(8)

Το Ταμείο δεν καλείται να αντικαταστήσει τις κρατικές πολιτικές που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού ιδιαίτερα τις πολιτικές που είναι αναγκαίες για την πρόληψη της περιθωριοποίησης των ευάλωτων και με χαμηλό εισόδημα ομάδων και την αποσόβηση του αυξημένου κινδύνου της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

(9)

Βάσει του άρθρου 317 ΣΛΕΕ και στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, θα πρέπει να καθοριστούν οι όροι υπό τους οποίους μπορεί να ασκήσει τις αρμοδιότητές της η Επιτροπή για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης και να διασαφηνιστούν οι αρμοδιότητες συνεργασίας των κρατών μελών. Οι όροι αυτοί εκτιμάται ότι θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να αποκτήσει τη βεβαιότητα ότι τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τους πόρους του Ταμείου με νόμιμο και κανονικό τρόπο και σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) («δημοσιονομικός κανονισμός»).

(10)

Αυτές οι διατάξεις εξασφαλίζουν επίσης ότι οι πράξεις που λαμβάνουν υποστήριξη συμβαδίζουν με την εφαρμοστέα ενωσιακή και σχετική εθνική νομοθεσία η οποία εφαρμόζει άμεσα ή έμμεσα τον παρόντα κανονισμό, καθώς επίσης τις πολιτικές, ιδίως όσον αφορά την ασφάλεια της επισιτιστικής βοήθειας ή/και της βασικής υλικής συνδρομής που παρέχεται προς τους απόρους.

(11)

Κατά τη διάθεση των πόρων του Ταμείου μεταξύ των κρατών μελών για την περίοδο 2014-2020 λαμβάνονται εξίσου υπόψη οι ακόλουθοι δείκτες, οι οποίοι υπολογίζονται με βάση τα στοιχεία της Eurostat σχετικά με τον πληθυσμό που υποφέρει από σοβαρή υλική στέρηση και με τον πληθυσμό που ζει σε νοικοκυριά με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας. Επιπλέον, κατά την διάθεση των πόρων λαμβάνονται υπόψη οι διάφοροι τύποι συνδρομής των απόρων στα κράτη μέλη. Ωστόσο, σε κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να διατίθεται το ελάχιστο ποσό των 3 500 000 EUR για την περίοδο προγραμματισμού 2014-2020 προκειμένου να θεσπίσει ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα με σημαντικό επίπεδο πόρων.

(12)

Το μερίδιο του κράτους μέλους όσον αφορά το Ταμείο θα πρέπει να αφαιρείται από το μερίδιο του κράτους μέλους από τα διαρθρωτικά ταμεία.

(13)

Τα επιχειρησιακά προγράμματα των κρατών μελών θα πρέπει να προσδιορίζουν και να δικαιολογούν τις μορφές στέρησης τροφής ή/και υλικής στέρησης τις οποίες πρέπει να καταπολεμούν ή/και τις δραστηριότητες κοινωνικής ενσωμάτωσης που πρέπει να υποστηριχθούν, και θα πρέπει να περιγράφουν τα χαρακτηριστικά της βοήθειας προς τους απόρους, που θα παρασχεθεί μέσω της στήριξης εθνικών συστημάτων από το Ταμείο. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν στοιχεία που είναι απαραίτητα για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής και αποδοτικής εφαρμογής των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

(14)

Η σοβαρή στέρηση τροφής στην Ένωση συμπίπτει με σημαντική σπατάλη τροφίμων. Το Ταμείο θα πρέπει, εν προκειμένω, να διευκολύνει τις δωρεές τροφίμων, όπου χρειάζεται. Ωστόσο, αυτό θα πρέπει να συμβαίνει με την επιφύλαξη της ανάγκης να εξαλειφθούν οι φραγμοί προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι δωρεές πλεονασμάτων ειδών διατροφής για τους σκοπούς της καταπολέμησης της στέρησης τροφής.

(15)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική και αποδοτική εφαρμογή των μέτρων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο, τα κράτη μέλη, όπου χρειάζεται, θα πρέπει να προωθήσουν τη συνεργασία μεταξύ των περιφερειακών και τοπικών αρχών και των φορέων που εκπροσωπούν την κοινωνία των πολιτών και την συμμετοχή όλων εκείνων που εμπλέκονται στην εκπόνηση και εφαρμογή χρηματοδοτούμενων από το Ταμείο δραστηριοτήτων.

(16)

Για τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας του Ταμείου, ιδίως όσον αφορά τις πιθανές αλλαγές στις εθνικές περιστάσεις, ενδείκνυται να θεσπιστεί μια διαδικασία για την πιθανή τροποποίηση επιχειρησιακού προγράμματος.

(17)

Η αρχή της εταιρικής σχέσης θα πρέπει να εφαρμόζεται προκειμένου να ανταποκρίνεται κατά τον πλέον αποτελεσματικό και ενδεδειγμένο τρόπο στις διάφορες ανάγκες και να είναι περισσότερο προσιτή στους απόρους.

(18)

Οι ανταλλαγές εμπειριών και βέλτιστων πρακτικών έχουν σημαντική προστιθέμενη αξία διότι διευκολύνουν την αμοιβαία ενημέρωση. H Επιτροπή θα πρέπει να διευκολύνει και να προωθεί την ανταλλαγή τους, επιδιώκοντας παράλληλα συνέργειες με την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών στο πλαίσιο των σχετικών Ταμείων, ιδίως του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου («ΕΚΤ»).

(19)

Για να παρακολουθείται η πρόοδος της εφαρμογής των επιχειρησιακών προγραμμάτων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εκπονούν και να παρέχουν στην Επιτροπή ετήσιες και τελικές εκθέσεις υλοποίησης. Αυτό θα πρέπει να εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα ουσιαστικών και επίκαιρων πληροφοριών για τα εν λόγω επιχειρησιακά προγράμματα. Για τον ίδιο σκοπό, η Επιτροπή θα πρέπει να συνεδριάζει με κάθε κράτος μέλος κάθε χρόνο προκειμένου να διεξάγει αναθεώρηση, εκτός εάν συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό. Οι σχετικοί ενδιαφερόμενοι παράγοντες θα πρέπει να συμμετέχουν με τον κατάλληλο τρόπο στην παρακολούθηση.

(20)

Με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας και του σχεδιασμού κάθε επιχειρησιακού προγράμματος και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του Ταμείου, θα πρέπει να διενεργούνται εκ των προτέρων και εκ των υστέρων αξιολογήσεις. Οι αξιολογήσεις αυτές θα πρέπει να υποστηρίζονται από συναφή στοιχεία και να συμπληρώνονται, όπου χρειάζεται, από έρευνες επισκόπησης για τους απόρους οι οποίοι επωφελήθηκαν από το επιχειρησιακό πρόγραμμα και, εάν είναι απαραίτητο, από αξιολογήσεις κατά την περίοδο του προγράμματος. Οι εν λόγω αξιολογήσεις θα πρέπει επίσης να σέβονται την ιδιωτική ζωή των τελικών αποδεκτών και να διενεργούνται κατά τρόπον ώστε να μην στιγματίζονται οι άποροι. Ως προς αυτό, θα πρέπει να προσδιοριστούν οι αρμοδιότητες των κρατών μελών και της Επιτροπής.

(21)

Κατά την αξιολόγηση του Ταμείου και την ανάπτυξη της μεθοδολογίας της αξιολόγησης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η στέρηση είναι μια σύνθετη έννοια με πολυδιάστατο χαρακτήρα.

(22)

Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν πώς επενδύονται οι δημοσιονομικοί πόροι της Ένωσης και με ποια αποτελέσματα. Με σκοπό την ευρεία διάδοση πληροφοριών για τα επιτεύγματα του Ταμείου και για να εξασφαλιστεί η προσβασιμότητα στις ευκαιρίες χρηματοδότησης και η διαφάνειά τους, θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την ενημέρωση και την επικοινωνία, ιδίως σε σχέση με τις αρμοδιότητες των δικαιούχων, των κρατών μελών και, όπου κρίνεται σκόπιμο, των τοπικών και περιφερειακών αρχών.

(23)

Εφαρμόζεται το ενωσιακό δίκαιο που αφορά την προστασία των ατόμων σε σχέση με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, ειδικότερα η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

(24)

Είναι απαραίτητο να οριστεί μέγιστο επίπεδο συγχρηματοδότησης από το Ταμείο στα επιχειρησιακά προγράμματα με σκοπό την επίτευξη πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος των πόρων της Ένωσης. Επιπλέον, θα πρέπει να εξεταστεί η κατάσταση των κρατών μελών που αντιμετωπίζουν προσωρινές δημοσιονομικές δυσκολίες.

(25)

Σε όλη την Ένωση θα πρέπει να εφαρμόζονται ενιαίοι, απλοί και ισότιμοι κανόνες για την περίοδο επιλεξιμότητας, για τις πράξεις και τις δαπάνες για το Ταμείο. Οι όροι επιλεξιμότητας θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τον ειδικό χαρακτήρα των στόχων του Ταμείου και των στοχευόμενων πληθυσμών, ιδίως με τον καθορισμό κατάλληλων και απλοποιημένων όρων επιλεξιμότητας των πράξεων καθώς και μορφών στήριξης και κανόνων και όρων επιστροφής.

(26)

Λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να προκηρυχθεί η πρόσκληση υποβολής προσφορών, τις προθεσμίες έγκρισης του παρόντος κανονισμού και τον απαιτούμενο χρόνο για την προετοιμασία των επιχειρησιακών προγραμμάτων, κρίνεται σκόπιμη η θέσπιση κανόνων που θα επιτρέψουν την ομαλή μετάβαση ώστε να αποφευχθεί η διακοπή του εφοδιασμού σε τρόφιμα. Προς τον σκοπό αυτό, κρίνεται αναγκαίο να επιτραπεί η επιλεξιμότητα των δαπανών από 1ης Δεκεμβρίου 2013.

(27)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) προβλέπει ότι τα προϊόντα που έχουν αγοραστεί με δημόσια παρέμβαση μπορούν να διατίθενται με σκοπό να διανεμηθούν στο πλαίσιο του καθεστώτος διανομής τροφίμων σε απόρους της Ένωσης, εάν αυτό προβλέπεται από το εν λόγω καθεστώς. Δεδομένου ότι, ανάλογα και με τις περιστάσεις, η εξασφάλιση τροφίμων από τη χρήση, την επεξεργασία ή την πώληση αυτών των προϊόντων είναι από οικονομική άποψη η προσφορότερη επιλογή, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί αυτή δυνατότητα στον παρόντα κανονισμό. Τα ποσά που προκύπτουν από συναλλαγή που αφορά τα προϊόντα αυτά θα πρέπει να αξιοποιούνται προς όφελος των απόρων. Τα ποσά αυτά δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με σκοπό τον περιορισμό της υποχρέωσης των κρατών μελών να συγχρηματοδοτούν το πρόγραμμα. Για να εξασφαλιστεί η αποδοτικότερη δυνατή χρήση των προϊόντων αυτών και των εισπράξεων από αυτά, η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 για την εφαρμογή διαδικασιών βάσει των οποίων θα μπορούν να χρησιμοποιούνται, να μεταποιούνται ή να πωλούνται τα προϊόντα αυτά για τους σκοπούς του προγράμματος για τους απόρους.

(28)

Είναι απαραίτητο να διευκρινιστούν τα είδη των δράσεων που μπορούν να αναληφθούν με πρωτοβουλία της Επιτροπής και των κρατών μελών ως τεχνική βοήθεια που υποστηρίζεται από το Ταμείο. Η Επιτροπή θα πρέπει να διεξάγει διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη και εκπροσώπους των οργανώσεων εταίρων σε επίπεδο Ένωσης για τον σκοπό αυτό.

(29)

Σύμφωνα με την αρχή της επιμερισμένης διαχείρισης, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των προγραμμάτων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να φέρουν την πρωταρχική ευθύνη, μέσω των συστημάτων τους διαχείρισης και ελέγχου, για την υλοποίηση και τον έλεγχο των πράξεων στα επιχειρησιακά τους προγράμματα.

(30)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν τη σωστή διαμόρφωση και ορθή λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου ώστε να υπάρξει βεβαιότητα για τη νόμιμη και κανονική χρήση του Ταμείου. Θα πρέπει, επομένως, να προσδιοριστούν οι υποχρεώσεις των κρατών μελών σε σχέση με τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου του επιχειρησιακού τους προγράμματος και σε σχέση με την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διόρθωση των παρατυπιών και των παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης.

(31)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εκτελούν τις υποχρεώσεις διαχείρισης, ελέγχου και λογιστικού ελέγχου και αναλαμβάνουν τις αρμοδιότητες που ορίζονται στους κανόνες περί επιμερισμένης διαχείρισης, οι οποίοι ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στον δημοσιονομικό κανονισμό. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν την εφαρμογή, σύμφωνα με τους όρους που τίθενται στον παρόντα κανονισμό, αποτελεσματικών ρυθμίσεων για την εξέταση καταγγελιών σε σχέση με το Ταμείο. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, να εξετάζουν καταγγελίες που υποβάλλονται στην Επιτροπή οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεών τους και να ενημερώνουν την Επιτροπή για τα αποτελέσματα των εξετάσεων κατόπιν αιτήματος.

(32)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν μια διαχειριστική αρχή, μια αρχή πιστοποίησης και μια λειτουργικά ανεξάρτητη αρχή ελέγχου για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα. Για να διαθέτουν τα κράτη μέλη ευελιξία ως προς τη διαμόρφωση συστημάτων ελέγχου, ενδείκνυται να δοθεί η δυνατότητα να εκτελούνται τα καθήκοντα της αρχής πιστοποίησης από τη διαχειριστική αρχή. Θα πρέπει επίσης να παρέχεται στο κράτος μέλος η δυνατότητα να ορίζει ενδιάμεσους φορείς που θα εκτελούν ορισμένα καθήκοντα της διαχειριστικής αρχής ή της αρχής πιστοποίησης. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσδιορίζουν σαφώς τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά τους αντίστοιχα.

(33)

Η διαχειριστική αρχή φέρει την κύρια ευθύνη για την αποτελεσματική και αποδοτική εφαρμογή του Ταμείου και, συνεπώς, εκτελεί έναν σημαντικό αριθμό λειτουργιών που έχουν σχέση με τη διαχείριση και την παρακολούθηση του επιχειρησιακού προγράμματος, τη δημοσιονομική διαχείριση και τους ελέγχους καθώς και την επιλογή των έργων. Θα πρέπει ως εκ τούτου να καθοριστούν στον παρόντα κανονισμό οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της διαχειριστικής αρχής.

(34)

Η αρχή πιστοποίησης θα πρέπει να καταρτίζει και να υποβάλλει στην Επιτροπή αιτήσεις πληρωμής. Θα πρέπει να καταρτίζει τους λογαριασμούς, να πιστοποιεί την πληρότητα, την ακρίβεια και την ειλικρίνειά τους και να βεβαιώνει ότι οι δαπάνες που καταχωρίζονται στους λογαριασμούς συμμορφώνονται με τους εφαρμοστέους ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες. Θα πρέπει να καθοριστούν στον παρόντα κανονισμό οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της αρχής πιστοποίησης.

(35)

Η αρχή ελέγχου θα πρέπει να διασφαλίζει τη διενέργεια ελέγχων στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου σε κατάλληλο δείγμα πράξεων και στους λογαριασμούς. Θα πρέπει να καθοριστούν στον παρόντα κανονισμό οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της αρχής ελέγχου. Οι έλεγχοι δεδηλωμένων δαπανών θα πρέπει να διενεργούνται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα πράξεων προκειμένου να είναι δυνατή η εξαγωγή συμπερασμάτων. Κατά γενικό κανόνα, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια στατιστική μέθοδος δειγματοληψίας προκειμένου να παρασχεθεί αξιόπιστο αντιπροσωπευτικό δείγμα. Ωστόσο, οι αρχές ελέγχου θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν σε δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις μια μη στατιστική μέθοδο δειγματοληψίας ή ελέγχους επαλήθευσης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι που τίθενται στον παρόντα κανονισμό.

(36)

Για να ληφθεί υπόψη η ειδική οργάνωση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου του Ταμείου και η ανάγκη να εξασφαλιστεί αναλογική προσέγγιση, θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις σε σχέση με τον διορισμό της διαχειριστικής αρχής και της αρχής πιστοποίησης. Προκειμένου να αποφευχθούν οι περιττές διοικητικές επιβαρύνσεις, η εκ των προτέρων επαλήθευση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια διορισμού που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να περιορίζεται στην διαχειριστική αρχή και στην αρχή πιστοποίησης. Δεν θα πρέπει να απαιτείται η έγκριση του διορισμού από την Επιτροπή. Η παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια διορισμού που πραγματοποιείται βάσει των ρυθμίσεων λογιστικού ελέγχου και απλού ελέγχου θα πρέπει, στις περιπτώσεις που τα αποτελέσματα δείχνουν μη συμμόρφωση με τα κριτήρια, να επισύρει τη λήψη διορθωτικών μέτρων, και ενδεχομένως τον τερματισμό του διορισμού.

(37)

Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής όσον αφορά τον δημοσιονομικό έλεγχο, θα πρέπει να εξασφαλιστεί η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού και να θεσπιστούν κριτήρια που θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να καθορίσει, στο πλαίσιο της στρατηγικής της για τον έλεγχο των εθνικών συστημάτων, το επίπεδο αξιοπιστίας που θα πρέπει να λαμβάνει από τους εθνικούς οργανισμούς ελέγχου.

(38)

Θα πρέπει να θεσπιστούν οι εξουσίες και αρμοδιότητες της Επιτροπής όσον αφορά την επαλήθευση της ουσιαστικής λειτουργίας των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου και την απαίτηση για τη λήψη μέτρων από τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή θα πρέπει, επίσης, να έχει την εξουσία να διεξάγει επιτόπιους ελέγχους για θέματα σχετικά με τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, ώστε να συνάγονται συμπεράσματα για τις επιδόσεις του Ταμείου.

(39)

Οι αναλήψεις υποχρεώσεων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε ετήσια βάση. Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική διαχείριση του προγράμματος είναι απαραίτητο να θεσπιστούν απλοί κανόνες για την προχρηματοδότηση, τις αιτήσεις ενδιάμεσων πληρωμών και το τελικό υπόλοιπο.

(40)

Με σκοπό να εξασφαλιστεί εύλογη βεβαιότητα για την Επιτροπή πριν από την αποδοχή των λογαριασμών, οι αιτήσεις ενδιάμεσων πληρωμών θα πρέπει να ικανοποιούνται κατά το 90 % του ποσού που προκύπτει από την εφαρμογή του συντελεστή συγχρηματοδότησης, όπως ορίζεται στην απόφαση έγκρισης του επιχειρησιακού προγράμματος για την επιλέξιμη δαπάνη. Τα εκκρεμή οφειλόμενα ποσά θα πρέπει να καταβάλλονται στα κράτη μέλη κατά την αποδοχή των λογαριασμών, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή είναι σε θέση να συμπεράνει πως οι λογαριασμοί είναι πλήρεις, ακριβείς και αληθείς.

(41)

Η καταβολή προχρηματοδότησης κατά την έναρξη του επιχειρησιακού προγράμματος θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι το κράτος μέλος έχει τα μέσα να παρέχει υποστήριξη στους δικαιούχους για την εκτέλεση των πράξεων από την έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος. Αυτή η προχρηματοδότηση θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για τον σκοπό αυτό, οι δε δικαιούχοι θα πρέπει να λαμβάνουν αρκετή χρηματοδότηση ώστε να ξεκινούν μια πράξη μόλις επιλεγεί.

(42)

Οι δικαιούχοι θα πρέπει να λαμβάνουν τη στήριξη στο ακέραιο το αργότερο 90 ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αξίωσης πληρωμής από τον δικαιούχο, υπό τον όρο της διαθεσιμότητας χρηματοδότησης από την προχρηματοδότηση και τις ενδιάμεσες πληρωμές. Η διαχειριστική αρχή θα πρέπει να μπορεί να διακόπτει την προθεσμία σε περίπτωση που δεν υπάρχουν πλήρη δικαιολογητικά έγγραφα ή όταν υπάρχει ένδειξη για παρατυπία που απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.

(43)

Για τη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, θα πρέπει να θεσπιστούν χρονικά περιορισμένα μέτρα που να επιτρέπουν στον κύριο διατάκτη να διακόπτει τις πληρωμές, όταν υπάρχουν σαφή στοιχεία που υποδηλώνουν σοβαρή έλλειψη στη λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου, αποδεικτικά στοιχεία για παρατυπίες που αφορούν αίτηση πληρωμής ή στοιχεία για μη υποβολή εγγράφων απαραίτητων για την εξέταση και αποδοχή λογαριασμών. Η διάρκεια της περιόδου διακοπής θα πρέπει να εκτείνεται έως τους έξι μήνες, με πιθανή επέκταση της εν λόγω περιόδου έως εννέα μήνες με τη σύμφωνη γνώμη του κράτους μέλους, ώστε να επιτραπεί επαρκής χρόνος για την επίλυση των αιτίων της διακοπής αποφεύγοντας ως εκ τούτου την εφαρμογή αναστολών.

(44)

Για να διασφαλιστούν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική υλοποίηση του προγράμματος, θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις που να επιτρέπουν στην Επιτροπή την αναστολή πληρωμών.

(45)

Για να εφαρμοσθούν οι απαιτήσεις του δημοσιονομικού κανονισμού στη δημοσιονομική διαχείριση του Ταμείου, είναι απαραίτητο να θεσπισθούν απλές διαδικασίες για την προετοιμασία, εξέταση και αποδοχή των λογαριασμών που θα εξασφαλίσουν μια σαφή βάση και ασφάλεια δικαίου για τις ρυθμίσεις αυτές. Επιπλέον, για να επιτραπεί σε ένα κράτος μέλος να εκπληρώσει σωστά τις υποχρεώσεις του, θα πρέπει να είναι σε θέση το εν λόγω κράτος μέλος να αποκλείει ποσά που αποτελούν το αντικείμενο τρέχουσας αξιολόγησης της νομιμότητας και της κανονικότητά τους.

(46)

Προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος δήλωσης παράτυπων δαπανών, η αρχή πιστοποίησης θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα, χωρίς να χρειάζεται πρόσθετη αιτιολογία, να συμπεριλάβει τα ποσά που απαιτούν περαιτέρω επαλήθευση σε ενδιάμεση αίτηση πληρωμών μετά τη λογιστική χρήση κατά την οποία εισήχθησαν στο λογιστικό της σύστημα.

(47)

Για να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση των δικαιούχων, θα πρέπει να ορισθούν συγκεκριμένα χρονικά όρια κατά τη διάρκεια των οποίων οι αρχές διαχείρισης υποχρεούνται να μεριμνήσουν για τη διαθεσιμότητα των εγγράφων για πράξεις μετά την υποβολή δαπανών ή την περάτωση μιας πράξης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η περίοδος διατήρησης των εγγράφων θα πρέπει να διαφοροποιείται ανάλογα με τις συνολικές επιλέξιμες δαπάνες μιας πράξης.

(48)

Εφόσον οι λογαριασμοί επαληθεύονται και γίνονται αποδεκτοί κάθε χρόνο, η διαδικασία κλεισίματος θα πρέπει να είναι απλή. Το τελικό κλείσιμο του προγράμματος θα πρέπει ως εκ τούτου να βασίζεται μόνο στα έγγραφα που αφορούν την τελική λογιστική χρήση και την τελική έκθεση υλοποίησης ή την τελευταία ετήσια έκθεση υλοποίησης, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για την προσκόμιση πρόσθετων εγγράφων.

(49)

Για να διασφαλιστεί ο προϋπολογισμός της Ένωσης, ενδέχεται να είναι απαραίτητο να πραγματοποιεί η Επιτροπή δημοσιονομικές διορθώσεις. Για να διασφαλισθεί η ασφάλεια δικαίου για τα κράτη μέλη, είναι σημαντικό να οριστούν οι συνθήκες υπό τις οποίες οι παραβιάσεις του εφαρμοστέου ενωσιακού ή εθνικού δικαίου σχετικά με την εφαρμογή του μπορούν να οδηγήσουν σε δημοσιονομικές διορθώσεις από την Επιτροπή. Για να εξασφαλισθεί ότι τυχόν δημοσιονομικές διορθώσεις που επιβάλλει η Επιτροπή σε κράτη μέλη αφορούν την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, οι διορθώσεις αυτές θα πρέπει να περιορίζονται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η παραβίαση του εφαρμοστέου ενωσιακού ή εθνικού δικαίου σχετικά με την εφαρμογή του σχετικού ενωσιακού δικαίου αφορά την επιλεξιμότητα, την κανονικότητα, τη διαχείριση ή τον έλεγχο των πράξεων και των αντίστοιχων δαπανών που έχουν δηλωθεί στην Επιτροπή. Για να εξασφαλισθεί η αναλογικότητα είναι σημαντικό να εξετάζει η Επιτροπή τη φύση και την σοβαρότητα της παραβίασης και τις σχετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό της Ένωσης όταν αποφασίζει μια δημοσιονομική διόρθωση.

(50)

Είναι απαραίτητο να θεσπιστεί νομικό πλαίσιο το οποίο να παρέχει άρτια συστήματα διαχείρισης και ελέγχου και την κατάλληλη κατανομή ρόλων και ευθυνών στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης. Ο ρόλος της Επιτροπής θα πρέπει συνεπώς να προσδιοριστεί και να αποσαφηνιστεί και να καθοριστούν αναλογικοί κανόνες για την εφαρμογή των δημοσιονομικών διορθώσεων εκ μέρους της Επιτροπής.

(51)

Η συχνότητα των λογιστικών ελέγχων των πράξεων θα πρέπει να είναι ανάλογη με το μέγεθος της ενωσιακής στήριξης που παρέχεται από το Ταμείο. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των διενεργούμενων λογιστικών ελέγχων θα πρέπει να μειώνεται, όταν η συνολική επιλέξιμη δαπάνη μιας πράξης δεν υπερβαίνει τα 150 000 EUR. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα διενέργειας λογιστικών ελέγχων ανά πάσα στιγμή, όταν υπάρχουν ενδείξεις παρατυπίας ή απάτης ή στο πλαίσιο δειγματοληπτικών λογιστικών ελέγχων μετά το κλείσιμο μιας περατωθείσας πράξης. Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να επανεξετάσει την διαδρομή λογιστικού ελέγχου της αρχής ελέγχου ή να λάβει μέρος σε επιτόπιους ελέγχους της αρχής ελέγχου. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή δεν εξασφαλίσει την αναγκαία διαβεβαίωση ως προς την αποτελεσματική λειτουργία της αρχής ελέγχου με τα μέσα αυτά, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να προβεί σε επανάληψη της ελεγκτικής δραστηριότητας όταν αυτό συνάδει με διεθνώς αποδεκτά πρότυπα ελέγχου. Για να είναι το επίπεδο των λογιστικών ελέγχων της Επιτροπής ανάλογο με τον κίνδυνο, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να μειώνει το ελεγκτικό της έργο σε σχέση με τα επιχειρησιακά προγράμματα όταν δεν υπάρχουν σημαντικές ανεπάρκειες ή όταν είναι αξιόπιστη η ελεγκτική αρχή. Προκειμένου να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση των δικαιούχων, θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες για να μειωθεί ο κίνδυνος αλληλεπικάλυψης ανάμεσα σε ελέγχους των ίδιων πράξεων από διαφορετικά θεσμικά όργανα, όπως το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, η Επιτροπή ή η αρχή ελέγχου. Επιπλέον, στο πεδίο εφαρμογής των λογιστικών ελέγχων θα πρέπει να λαμβάνεται πλήρως υπόψη ο σκοπός, τα χαρακτηριστικά των στοχευόμενων πληθυσμών του Ταμείου, καθώς και ο εθελοντικός χαρακτήρας πολλών δικαιούχων.

(52)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί η δημοσιονομική πειθαρχία, θα πρέπει να καθοριστούν οι ρυθμίσεις αποδέσμευσης μιας δημοσιονομικής ανάληψης υποχρέωσης για ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα, ιδίως όταν ένα ποσό μπορεί να εξαιρεθεί από την αποδέσμευση, κυρίως όταν οι καθυστερήσεις κατά την εφαρμογή οφείλονται σε περιστάσεις ανεξάρτητες από τη βούληση του εμπλεκόμενου μέρους, ασυνήθιστες ή απρόβλεπτες, και οι συνέπειές τους δεν είναι δυνατό να αποφευχθούν, παρά την επιδεικνυόμενη επιμέλεια, καθώς και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει υποβληθεί αίτηση πληρωμής αλλά έχει διακοπεί η προθεσμία πληρωμής ή έχει ανασταλεί η πληρωμή.

(53)

Για τη συμπλήρωση και την τροποποίηση ορισμένων μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά το περιεχόμενο των ετησίων και τελικών εκθέσεων εφαρμογής, συμπεριλαμβανομένου του καταλόγου των κοινών δεικτών, τα κριτήρια για τον καθορισμό των περιπτώσεων παρατυπιών που πρέπει να αναφέρονται και για την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, τους κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να καταγράφονται και να αρχειοθετούνται σε ψηφιακή μορφή εντός των συστημάτων παρακολούθησης που θεσπίζουν οι διαχειριστικές αρχές, τις ελάχιστες ρυθμίσεις για τη διαδρομή λογιστικού ελέγχου, το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο των εθνικών λογιστικών ελέγχων και τη μεθοδολογία δειγματοληψίας, τους λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τη χρήση δεδομένων που συνελέγησαν κατά το λογιστικό έλεγχο, τα κριτήρια για τον καθορισμό σοβαρής ανεπάρκειας στην αποτελεσματική λειτουργία συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, για τον καθορισμό του επιπέδου της εφαρμοστέας δημοσιονομικής διόρθωσης και για την εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστών ή δημοσιονομικών διορθώσεων κατά παρέκταση. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες, ακόμα και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων.

(54)

Η Επιτροπή, όταν ετοιμάζει και συντάσσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(55)

Για να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά αποφάσεις για τα ετήσια προγράμματα δράσεων που πρόκειται να χρηματοδοτηθούν από την τεχνική συνδρομή κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής, για την έγκριση και τροποποίηση επιχειρησιακών προγραμμάτων, αποφάσεις για την αναστολή των ενδιάμεσων πληρωμών, αποφάσεις για τη μη αποδοχή των λογαριασμών και το ποσό που καταλογίζεται εάν οι λογαριασμοί δεν έγιναν δεκτοί, αποφάσεις για δημοσιονομικές διορθώσεις, αποφάσεις που καθορίζουν την ετήσια κατανομή των πιστώσεων υποχρεώσεων στα κράτη μέλη και, στην περίπτωση της αποδέσμευσης, αποφάσεις για την τροποποίηση αποφάσεων έγκρισης προγραμμάτων.

(56)

Για να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά το υπόδειγμα των ετήσιων και των τελικών εκθέσεων υλοποίησης και του καταλόγου κοινών δεικτών, τη συχνότητα υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις παρατυπίες και το μορφότυπο έκθεσης που πρέπει να χρησιμοποιηθεί, τους όρους και τις προϋποθέσεις σχετικά με το σύστημα ηλεκτρονικής ανταλλαγής διαχείρισης και ελέγχου, τις τεχνικές προδιαγραφές για την εγγραφή και αποθήκευση δεδομένων σε σχέση με το πρόγραμμα παρακολούθησης και ελέγχου, το υπόδειγμα της δήλωσης διαχείρισης, τα υποδείγματα για τη στρατηγική λογιστικού ελέγχου, τη γνωμοδότηση λογιστικού ελέγχου και ελέγχου, το υπόδειγμα για την έκθεση και τη γνωμοδότηση του ανεξάρτητου φορέα λογιστικού ελέγχου και την περιγραφή των καθηκόντων και διαδικασιών που τίθενται για τη διαχειριστική αρχή και, όπου ενδείκνυται, την αρχή πιστοποίησης, το υπόδειγμα των αιτήσεων πληρωμής και το υπόδειγμα για τους λογαριασμούς. Οι εκτελεστικές αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9).

(57)

Για ορισμένες εκτελεστικές πράξεις που πρόκειται να εκδοθούν σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που καθορίζεται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 οι ενδεχόμενος αντίκτυπος και οι επιπλοκές είναι τόσο σημαντικές για τα κράτη μέλη ώστε να δικαιολογείται εξαίρεση από τον γενικό κανόνα. Κατά συνέπεια, στις περιπτώσεις που δεν εκδοθεί γνώμη από την επιτροπή, η Επιτροπή δεν θα πρέπει να εκδίδει το σχέδιο νομοθετικής πράξης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις συνδέονται με τον καθορισμό τεχνικών λεπτομερειών καταγραφής και αποθήκευσης δεδομένων σχετικά με το σύστημα διαχείρισης και ελέγχου. Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 5 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 θα πρέπει επομένως να εφαρμόζεται στις εν λόγω εκτελεστικές πράξεις.

(58)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις ελευθερίες που αναγνωρίζονται κυρίως από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα δικαιώματα του παιδιού, τα δικαιώματα των ηλικιωμένων, την ισότητα γυναικών και ανδρών και την απαγόρευση διακρίσεων. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με αυτά τα δικαιώματα και τις αρχές.

(59)

Εφόσον οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, ο οποίος έγκειται στην βελτίωση της κοινωνικής συνοχής στην Ένωση και στη συμβολή στην καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη μπορούν όμως να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο προαναφερθέν άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(60)

Θα πρέπει να εξασφαλισθεί ότι το Ταμείο συμπληρώνει δράσεις που χρηματοδοτούνται στα πλαίσια του ΕΚΤ ως δραστηριότητες κοινωνικής ενσωμάτωσης, στηρίζοντας συγχρόνως αποκλειστικά τους απόρους.

(61)

Προκειμένου να επιτραπεί η άμεση έκδοση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και σκοπός

Με τον παρόντα κανονισμό ιδρύεται το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας προς τους Απόρους («το Ταμείο») για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020 και καθορίζονται οι στόχοι του Ταμείου, το πεδίο εφαρμογής της στήριξής του, οι διαθέσιμοι δημοσιονομικοί πόροι και η χορήγησή τους ανά κράτος μέλος και ορίζονται οι απαραίτητοι κανόνες για την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητάς του.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

ως «βασική υλική συνδρομή» ορίζονται τα βασικά καταναλωτικά αγαθά περιορισμένης αξίας και για προσωπική χρήση των απόρων, για παράδειγμα ρουχισμός, υποδήματα, είδη υγιεινής, σχολικά είδη και υπνόσακοι·

2)

ως «άποροι» ορίζονται φυσικά πρόσωπα, άτομα ή οικογένειες, νοικοκυριά ή ομάδες τέτοιων προσώπων, των οποίων η ανάγκη για βοήθεια έχει διαπιστωθεί σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια που θέσπισαν οι αρμόδιες εθνικές αρχές σε συνεργασία με τα αντίστοιχα ενδιαφερόμενα μέρη, αποφεύγοντας τις συγκρούσεις συμφερόντων, ή που όρισαν οι οργανώσεις-εταίροι και ενέκριναν οι εν λόγω αρμόδιες εθνικές αρχές, και που μπορούν να περιλαμβάνουν στοιχεία τα οποία να επιτρέπουν την στόχευση των απόρων σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές·

3)

ως «οργανώσεις-εταίροι» ορίζονται δημόσιοι φορείς ή/και μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που προσφέρουν τρόφιμα ή/και βασική υλική συνδρομή, όπου ενδείκνυται, σε συνδυασμό με συνοδευτικά μέτρα απευθείας ή μέσω άλλων οργανώσεων-εταίρων, ή που αναλαμβάνουν δραστηριότητες που στοχεύουν άμεσα στην κοινωνική ενσωμάτωση των απόρων, και των οποίων οι πράξεις έχουν επιλεγεί από τη διαχειριστική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 3 στοιχείο β)·

4)

ως «εθνικό σύστημα» ορίζεται κάθε σύστημα που έχει, τουλάχιστον εν μέρει, τους ίδιους στόχους με το Ταμείο και το οποίο εφαρμόζεται σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο από δημόσιους φορείς ή μη κερδοσκοπικές οργανώσεις·

5)

ως «επιχειρησιακό πρόγραμμα επισιτιστικής ή/και βασικής υλικής συνδρομής» (αναφερόμενο επίσης ως «ΕΠ Ι») ορίζεται επιχειρησιακό πρόγραμμα που υποστηρίζει τη διανομή τροφίμων ή/και την παροχή βασικής υλικής συνδρομής στους απόρους, συνδυάζεται όπου χρειάζεται με συνοδευτικά μέτρα, και έχει ως στόχο την ελάφρυνση του κοινωνικού αποκλεισμού των απόρων·

6)

ως «επιχειρησιακό πρόγραμμα κοινωνικής ενσωμάτωσης των απόρων» (επίσης αναφερόμενο ως «ΕΠ ΙΙ») ορίζεται επιχειρησιακό πρόγραμμα που υποστηρίζει τις δραστηριότητες εκτός των μέτρων για την ενεργό αγορά εργασίας, το οποίο συνίσταται σε μη οικονομική, μη υλική συνδρομή, και αποσκοπεί στην κοινωνική ενσωμάτωση των απόρων·

7)

ως «πράξη» ορίζεται έργο, σύμβαση ή δράση που επιλέγεται από τη διαχειριστική αρχή του οικείου επιχειρησιακού προγράμματος ή με ευθύνη της και που συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων του επιχειρησιακού προγράμματος με το οποίο συνδέεται·

8)

ως «περατωθείσα πράξη» ορίζεται πράξη που έχει ολοκληρωθεί υλικά ή εκτελεστεί εξ ολοκλήρου και για την οποία έχουν καταβληθεί όλες οι σχετικές πληρωμές από τους δικαιούχους και έχει καταβληθεί στους δικαιούχους η στήριξη από το αντίστοιχο επιχειρησιακό πρόγραμμα·

9)

ως «δικαιούχος» ορίζεται δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας υπεύθυνος για την έναρξη ή την έναρξη και την υλοποίηση πράξεων·

10)

ως «τελικός αποδέκτης» ορίζεται ο άπορος που λαμβάνει ή οι άποροι που λαμβάνουν στήριξη όπως ορίζεται στο άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού·

11)

ως «συνοδευτικά μέτρα» ορίζονται οι δραστηριότητες που αναλαμβάνονται πέραν της διανομής τροφίμων ή/και της βασικής υλικής συνδρομής, με στόχο την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού ή/και των κοινωνικών έκτακτων αναγκών με πιο ενεργό και βιώσιμο τρόπο, για παράδειγμα καθοδήγηση για ισορροπημένη διατροφή και παροχή συμβουλών για την οικονομική διαχείριση·

12)

ως «δημόσια δαπάνη» ορίζεται η δημόσια συνδρομή στην χρηματοδότηση πράξεων πηγή της οποίας είναι ο προϋπολογισμός των εθνικών, περιφερειακών ή τοπικών δημόσιων αρχών, ο προϋπολογισμός της Ένωσης που συνδέεται με το Ταμείο, ο προϋπολογισμός φορέων δημοσίου δικαίου ή ο προϋπολογισμός ενώσεων δημόσιων αρχών ή οποιουδήποτε οργανισμού δημοσίου δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 9 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10)·

13)

ως «ενδιάμεσος φορέας» ορίζεται κάθε δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που ενεργεί υπό την ευθύνη μιας διαχειριστικής αρχής ή αρχής πιστοποίησης ή εκτελεί καθήκοντα εξ ονόματος μιας τέτοιας αρχής έναντι δικαιούχων που εκτελούν πράξεις·

14)

ως «λογιστική χρήση» ορίζεται η περίοδος από 1η Ιουλίου έως 30 Ιουνίου, εκτός από την πρώτη λογιστική χρήση της περιόδου προγραμματισμού, η οποία καλύπτει την περίοδο από την ημερομηνία έναρξης της επιλεξιμότητας της δαπάνης έως τις 30 Ιουνίου 2015· Η τελική λογιστική χρήση καλύπτει την περίοδο από 1 Ιουλίου 2023 έως 30 Ιουνίου 2024·

15)

ως «οικονομικό έτος» ορίζεται η περίοδος από 1η Ιανουαρίου έως 31η Δεκεμβρίου·

16)

ως «παρατυπία» ορίζεται οποιαδήποτε παραβίαση της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας σε σχέση με την εφαρμογή της, που είναι αποτέλεσμα πράξης ή παράλειψης οικονομικού φορέα ο οποίος συμμετέχει στην υλοποίηση του Ταμείου που έχει ή θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον προϋπολογισμό της Ένωσης με τη χρέωση αδικαιολόγητης δαπάνης στον προϋπολογισμό της Ένωσης·

17)

ως «οικονομικός φορέας» ορίζεται οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα που λαμβάνει μέρος στην υλοποίηση της συνδρομής του Ταμείου, με εξαίρεση το κράτος μέλος κατά την άσκηση των προνομίων του ως δημόσιας εξουσίας·

18)

ως «συστημική παρατυπία» ορίζεται οιαδήποτε παρατυπία που έχει ενδεχομένως επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα, με μεγάλη πιθανότητα εμφάνισης σε παρεμφερή είδη πράξεων, η οποία προκύπτει από σοβαρές ελλείψεις στην αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της παράλειψης καθορισμού κατάλληλων διαδικασιών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

19)

ως «σοβαρές ελλείψεις στην αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου» ορίζονται οι ελλείψεις για τις οποίες απαιτούνται ουσιαστικές βελτιώσεις στο σύστημα, οι οποίες εκθέτουν το Ταμείο σε σημαντικούς κινδύνους παρατυπιών, και των οποίων η ύπαρξη δεν συνάδει με γνώμη ελέγχου χωρίς επιφυλάξεις σχετικά με την λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου.

Άρθρο 3

Στόχοι

1.   Το Ταμείο προάγει την κοινωνική συνοχή, ενισχύει την κοινωνική ενσωμάτωση και, ως εκ τούτου, συνεισφέρει εν τέλει στον στόχο της εξάλειψης της φτώχειας στην Ένωση, συμβάλλοντας στην επίτευξη του στόχου για μείωση της φτώχειας, και συγκεκριμένα την μείωση του αριθμού των ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού κατά τουλάχιστον 20 εκατομμύρια, σύμφωνα με τη στρατηγική «Ευρώπη 2020», συμπληρώνοντας παράλληλα τη δράση των διαρθρωτικών ταμείων. Το Ταμείο συμβάλλει στην επίτευξη του ειδικού στόχου για την ανακούφιση των χειρότερων μορφών φτώχειας, παρέχοντας μη οικονομική βοήθεια στους απόρους με επισιτιστική ή/και βασική υλική συνδρομή, ή αμφότερα, και δραστηριότητες κοινωνικής ενσωμάτωσης που αποσκοπούν στην ενσωμάτωση των απόρων.

Ο στόχος αυτός και τα αποτελέσματα της υλοποίησης του Ταμείου αξιολογούνται ποιοτικά και ποσοτικά.

2.   Το Ταμείο συμπληρώνει τις βιώσιμες εθνικές πολιτικές εξάλειψης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, οι οποίες παραμένουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

Άρθρο 4

Πεδίο εφαρμογής της στήριξης

1.   Το Ταμείο υποστηρίζει εθνικά συστήματα μέσω των οποίων διανέμονται στους απόρους τρόφιμα ή/και βασική υλική συνδρομή μέσω οργανώσεων-εταίρων που επιλέγονται από τα κράτη μέλη.

Με στόχο την αύξηση και διαφοροποίηση του εφοδιασμού τροφίμων για τους απόρους, καθώς επίσης για τη μείωση και πρόληψη της σπατάλης τροφίμων, το Ταμείο μπορεί να στηρίξει δραστηριότητες σχετικά με τη συλλογή, μεταφορά, αποθήκευση και διανομή δωρεών τροφίμων.

Το Ταμείο μπορεί επίσης να στηρίξει συνοδευτικά μέτρα, συμπληρώνοντας την παροχή τροφίμων ή/και βασικής υλικής συνδρομής.

2.   Το Ταμείο στηρίζει δραστηριότητες που συμβάλλουν στην κοινωνική ενσωμάτωση των απόρων.

3.   Το Ταμείο προάγει, σε ενωσιακό επίπεδο, την αμοιβαία μάθηση, τη δικτύωση και τη διάδοση καλών πρακτικών στον τομέα της μη οικονομικής βοήθειας προς τους απόρους.

Άρθρο 5

Αρχές

1.   Το μέρος του προϋπολογισμού της Ένωσης που χορηγείται στο Ταμείο εκτελείται στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού, με εξαίρεση την τεχνική βοήθεια με πρωτοβουλία της Επιτροπής, η οποία εκτελείται στο πλαίσιο της άμεσης διαχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχείο α) του δημοσιονομικού κανονισμού.

2.   Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εγγυώνται, λαμβάνοντας υπόψη το ειδικό πλαίσιο κάθε κράτους μέλους, ότι η στήριξη από το Ταμείο είναι σύμφωνη με τις συναφείς πολιτικές και τις προτεραιότητες της Ένωσης και συμπληρωματική προς τα άλλα μέσα της Ένωσης.

3.   Η υποστήριξη από το Ταμείο εφαρμόζεται σε στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας.

4.   Τα κράτη μέλη και οι φορείς οι οποίοι ορίζονται από αυτά γι’ αυτόν τον σκοπό είναι υπεύθυνα για την εφαρμογή του επιχειρησιακού προγράμματος και την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με το θεσμικό, νομικό και δημοσιονομικό πλαίσιο του κάθε κράτους μέλους και με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.

5.   Οι ρυθμίσεις που διέπουν την εφαρμογή και τη χρήση του Ταμείου και ιδίως των χρηματοδοτικών και διοικητικών πόρων που απαιτούνται για τις δραστηριότητες υποβολής εκθέσεων, αξιολόγησης, διαχείρισης και ελέγχου λαμβάνουν υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, με δεδομένο το επίπεδο της χορηγούμενης στήριξης και τις περιορισμένες διοικητικές ικανότητες των οργανώσεων που λειτουργούν κυρίως χάρη σε εθελοντές.

6.   Σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, και προκειμένου να αποφευχθεί η διπλή χρηματοδότηση, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τον συντονισμό με το ΕΚΤ και με άλλες συναφείς πολιτικές, στρατηγικές και μέσα της Ένωσης, ιδίως δε με πρωτοβουλίες τις Ένωσης στον τομέα της δημόσιας υγείας και της καταπολέμησης της σπατάλης τροφίμων.

7.   Η Επιτροπή, τα κράτη μέλη και οι δικαιούχοι εφαρμόζουν την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 30 του δημοσιονομικού κανονισμού.

8.   Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα του Ταμείου, ιδίως μέσω της παρακολούθησης, της υποβολής εκθέσεων και της αξιολόγησης.

9.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή μεριμνούν για την προετοιμασία, τον προγραμματισμό, την υλοποίηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων, τηρώντας της αρχή της εταιρικής σχέσης κατά την διενέργεια διαβουλεύσεων με τους αντίστοιχους ενδιαφερομένους παράγοντες όπως ορίζεται στον παρόντα κανονισμό.

10.   Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν δράση για να εγγυηθούν την αποτελεσματικότητα του Ταμείου, και ασκούν τους αντίστοιχους ρόλους τους σε σχέση με το Ταμείο, με σκοπό τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους.

11.   Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών και η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου λαμβάνονται υπόψη και προωθούνται στα διάφορα στάδια της προετοιμασίας, του προγραμματισμού, της διαχείρισης και της υλοποίησης, της παρακολούθησης και της αξιολόγησης του Ταμείου, καθώς και σε εκστρατείες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης και ανταλλαγές βέλτιστων πρακτικών. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν δεδομένα κατανεμημένα ανά φύλο, όπου είναι διαθέσιμα.

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψουν κάθε διάκριση εξαιτίας του φύλου, της φυλής ή της εθνοτικής καταγωγής, της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, της αναπηρίας, της ηλικίας ή του σεξουαλικού προσανατολισμού κατά την εξασφάλιση πρόσβασης στο Ταμείο, και σε προγράμματα και πράξεις που υποστηρίζονται από το Ταμείο.

12.   Οι υποστηριζόμενες από το Ταμείο πράξεις συμμορφώνονται με το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο σχετικά με την εφαρμογή του («εφαρμοστέο δίκαιο»). Ειδικότερα, το Ταμείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για να υποστηριχθεί η διανομή τροφίμων ή αγαθών που συμμορφώνονται με το ενωσιακό δίκαιο για την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων.

13.   Τα κράτη μέλη και οι δικαιούχοι επιλέγουν τα τρόφιμα ή/και την βασική υλική συνδρομή βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που αφορούν τις ανάγκες των απόρων. Στα κριτήρια επιλογής για τα προϊόντα διατροφής, και κατά περίπτωση για τα αγαθά, λαμβάνονται επίσης υπόψη οι κλιματικές και περιβαλλοντικές πτυχές, ιδίως με σκοπό τη μείωση της σπατάλης τροφίμων. Κατά περίπτωση, η επιλογή του τύπου των προϊόντων διατροφής που διανέμεται βασίζεται στην συμβολή τους στην ισορροπημένη διατροφή των απόρων.

14.   Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η χορηγούμενη στο πλαίσιο του Ταμείου αυτού βοήθεια να παρέχεται με σεβασμό προς την αξιοπρέπεια των απόρων·

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ

Άρθρο 6

Συνολικοί πόροι

1.   Οι πόροι του Ταμείου που διατίθενται για δημοσιονομική ανάληψη υποχρεώσεων για την περίοδο 2014-2020 ανέρχονται σε 3 395 684 880 EUR σε τιμές 2011, σύμφωνα με την ετήσια ανάλυση που παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙ.

2.   Η επιχορήγηση του Ταμείου για την περίοδο 2014-2020 για κάθε κράτος μέλος ορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ. Το ελάχιστο ποσό για κάθε κράτος μέλος ανέρχεται σε 3 500 000 EUR για το σύνολο της περιόδου.

3.   Για τον σκοπό του προγραμματισμού και τη συνακόλουθη ενσωμάτωση στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, το ποσό των πόρων υπόκειται σε τιμαριθμική αναπροσαρμογή 2 % ετησίως.

4.   Το 0,35 % των συνολικών πόρων διατίθεται στην τεχνική βοήθεια με πρωτοβουλία της Επιτροπής.

Άρθρο 7

Επιχειρησιακά προγράμματα

1.   Εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, κάθε κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή ένα ΕΠ Ι ή/και ένα ΕΠ ΙΙ που καλύπτουν την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020.

2.   Ένα ΕΠ Ι ορίζει τα εξής:

α)

ταυτοποίηση και αιτιολόγηση της επιλογής του είδους (ειδών) υλικής στέρησης που θα αποτελέσει(-ουν) αντικείμενο του επιχειρησιακού προγράμματος και περιγραφή, για κάθε είδος υλικής στέρησης, των κύριων χαρακτηριστικών της διανομής τροφίμων ή/και της βασικής υλικής συνδρομής και, όπου ενδείκνυται, των συνοδευτικών μέτρων που θα εφαρμοστούν, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων της εκ των προτέρων αξιολόγησης που έχει διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 16·

β)

περιγραφή του αντίστοιχου εθνικού συστήματος ή συστημάτων για κάθε είδος υλικής στέρησης που αποτελεί αντικείμενο του προγράμματος·

γ)

περιγραφή του μηχανισμού με τον οποίο καθορίζονται τα κριτήρια επιλεξιμότητας των απόρων, με διαφοροποίηση, όπου είναι απαραίτητο, κατά είδος υλικής στέρησης·

δ)

κριτήρια επιλογής πράξεων και περιγραφή του μηχανισμού επιλογής, με διαφοροποίηση, όπου είναι απαραίτητο, κατά είδος υλικής στέρησης·

ε)

κριτήρια για την επιλογή των οργανώσεων-εταίρων, με διαφοροποίηση, όπου είναι απαραίτητο, κατά είδος υλικής στέρησης·

στ)

περιγραφή του μηχανισμού που εφαρμόζεται για την εξασφάλιση της συμπληρωματικότητας με το ΕΚΤ·

ζ)

σχέδιο χρηματοδότησης το οποίο περιέχει πίνακα που προσδιορίζει, για όλη την προγραμματική περίοδο, το ποσό των συνολικών πιστώσεων στήριξης από το επιχειρησιακό πρόγραμμα, κατανεμημένο ενδεικτικά ανά είδος υλικής στέρησης που αποτελεί αντικείμενο του προγράμματος, καθώς και τα αντίστοιχα συνοδευτικά μέτρα.

3.   Ένα ΕΠ ΙΙ ορίζει:

α)

στρατηγική για τη συμβολή του προγράμματος στην προώθηση της κοινωνικής συνοχής και τη μείωση της φτώχειας σύμφωνα με την στρατηγική Ευρώπη 2020, στην οποία περιλαμβάνεται αιτιολόγηση της επιλογής της συνδρομής που έχει προτεραιότητα·

β)

τους ειδικούς στόχους του επιχειρησιακού προγράμματος που βασίζονται στην ταυτοποίηση των εθνικών αναγκών, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της εκ των προτέρων αξιολόγησης που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16. Η εκ των προτέρων αξιολόγηση υποβάλλεται στην Επιτροπή συγχρόνως με το επιχειρησιακό πρόγραμμα·

γ)

σχέδιο χρηματοδότησης το οποίο περιέχει πίνακα που προσδιορίζει, για όλη την προγραμματική περίοδο, το ποσό των συνολικών πιστώσεων στήριξης από το επιχειρησιακό πρόγραμμα, κατανεμημένο ενδεικτικά ανά τύπο δράσης·

δ)

την ταυτοποίηση των απόρων που θα αποτελέσουν αντικείμενο του προγράμματος·

ε)

τους δημοσιονομικούς δείκτες σχετικά με τις αντίστοιχες προβλεπόμενες δαπάνες·

στ)

τα αναμενόμενα αποτελέσματα για τους ειδικούς στόχους και την αντίστοιχη συγκεκριμένη απόδοση του προγράμματος και τους αντίστοιχους δείκτες αποτελεσμάτων που περιλαμβάνουν τιμές αναφοράς και τιμές στόχου·

ζ)

περιγραφή του τύπου και παραδείγματα δράσεων που πρέπει να στηριχθούν και η αναμενόμενη συμβολή τους στους ειδικούς στόχους που αναφέρονται στο στοιχείο β) συμπεριλαμβανομένων των κατευθυντήριων αρχών για την επιλογή των πράξεων και, όπου ενδείκνυται, την ταυτοποίηση των τύπων δικαιούχων·

η)

περιγραφή του μηχανισμού για την εξασφάλιση της συμπληρωματικότητας με το ΕΚΤ, καθώς επίσης για την πρόληψη της αλληλεπικάλυψης και διπλής χρηματοδότησης πράξεων·

4.   Επιπλέον, κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα ορίζει:

α)

την ταυτοποίηση της διαχειριστικής αρχής, της αρχής πιστοποίησης, εάν είναι απαραίτητο, της αρχής ελέγχου και της οργάνωσης στην οποία θα καταβληθούν οι πληρωμές της Επιτροπής, καθώς και περιγραφή της διαδικασίας παρακολούθησης·

β)

περιγραφή των μέτρων που έχουν ληφθεί για τη συμμετοχή όλων των σχετικών ενδιαφερόμενων παραγόντων καθώς επίσης, όπου χρειάζεται, των αρμόδιων περιφερειακών, τοπικών και άλλων δημόσιων αρχών στην προετοιμασία του επιχειρησιακού προγράμματος·

γ)

περιγραφή της σχεδιαζόμενης χρήσης τεχνικής βοήθειας σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 4, συμπεριλαμβανομένων δράσεων για την ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας των δικαιούχων σε σχέση με την υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος·

δ)

σχέδιο χρηματοδότησης που περιλαμβάνει πίνακα που προσδιορίζει για κάθε έτος, σύμφωνα με το άρθρο 20, το ποσό των προβλεπόμενων πιστώσεων στήριξης από το Ταμείο και της συγχρηματοδότησης σύμφωνα με το άρθρο 20.

Οι οργανώσεις-εταίροι που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο ε), οι οποίες προσφέρουν άμεσα τα τρόφιμα ή/και την βασική υλική συνδρομή, αναλαμβάνουν οι ίδιες ή σε συνεργασία με άλλες οργανώσεις δραστηριότητες, οι οποίες, όπου ενδείκνυται, συνίστανται στον αναπροσανατολισμό προς τις αρμόδιες υπηρεσίες, που συμπληρώνουν την επισιτιστική βοήθεια, με σκοπό την κοινωνική ενσωμάτωση των απόρων, είτε υποστηρίζονται οι δραστηριότητες αυτές από το Ταμείο είτε δεν υποστηρίζονται. Ωστόσο, αυτά τα συνοδευτικά μέτρα δεν είναι υποχρεωτικά σε περιπτώσεις που τα τρόφιμα ή/και η βασική υλική συνδρομή παρέχονται μόνον σε απόρους σε παιδικούς σταθμούς ή παρόμοια ιδρύματα.

5.   Τα κράτη μέλη ή οποιαδήποτε αρχή οριστεί από αυτά καταρτίζουν επιχειρησιακά προγράμματα. Συνεργάζονται με όλους τους ενδιαφερόμενους καθώς επίσης, όπου ενδείκνυται, με τις αρμόδιες περιφερειακές, τοπικές και λοιπές δημόσιες αρχές. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα επιχειρησιακά προγράμματα να συνδέονται στενά με τις εθνικές πολιτικές κοινωνικής ενσωμάτωσης.

6.   Τα κράτη μέλη ετοιμάζουν, όπου αρμόζει, τα επιχειρησιακά τους προγράμματα σύμφωνα με τα υποδείγματα του παραρτήματος Ι.

Άρθρο 8

Έγκριση των επιχειρησιακών προγραμμάτων

1.   Η Επιτροπή αξιολογεί τη συνέπεια κάθε επιχειρησιακού προγράμματος με τον παρόντα κανονισμό και τη συμβολή του στους στόχους του Ταμείου, λαμβάνοντας υπόψη της την εκ των προτέρων αξιολόγηση που έχει διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 16. Η Επιτροπή μεριμνά ώστε να μην υπάρχει αλληλεπικάλυψη με οιοδήποτε επιχειρησιακό πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από το ΕΚΤ στο κράτος μέλος.

2.   Η Επιτροπή υποβάλλει παρατηρήσεις εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής του επιχειρησιακού προγράμματος. Το κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες και, κατά περίπτωση, αναθεωρεί το επιχειρησιακό πρόγραμμα που πρότεινε.

3.   Υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ληφθεί επαρκώς υπόψη οι τυχόν παρατηρήσεις που υπέβαλε η Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 2, η Επιτροπή εγκρίνει κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα, μέσω εκτελεστικών πράξεων, το αργότερο έξι μήνες μετά την υποβολή του από το κράτος μέλος.

Άρθρο 9

Τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων

1.   Ένα κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει αίτηση τροποποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος. Η αίτηση συνοδεύεται από αναθεωρημένο επιχειρησιακό πρόγραμμα και αιτιολόγηση της τροποποίησης.

2.   Η Επιτροπή αξιολογεί τις πληροφορίες που της παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη την αιτιολόγηση του κράτους μέλους. Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις και το κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες συμπληρωματικές πληροφορίες.

3.   Η Επιτροπή εγκρίνει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, την τροποποίηση επιχειρησιακού προγράμματος το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή της από το κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ληφθεί επαρκώς υπόψη οι τυχόν παρατηρήσεις που υπέβαλε η Επιτροπή.

Άρθρο 10

Ανταλλαγή ορθών πρακτικών

Η Επιτροπή διευκολύνει, και μέσω δικτυακού τόπου, την ανταλλαγή εμπειριών, την ανάπτυξη ικανοτήτων και τη δικτύωση, καθώς και τη διάδοση των σχετικών αποτελεσμάτων στον τομέα της μη οικονομικής βοήθειας προς τους απόρους.

Μπορούν να συμπεριλαμβάνονται σχετικές οργανώσεις που δεν κάνουν χρήση του Ταμείου.

Επιπλέον, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με τις οργανώσεις που εκπροσωπούν τις οργανώσεις-εταίρους στο επίπεδο της Ένωσης σχετικά με την υλοποίηση της στήριξης από το Ταμείο και, σε συνέχεια των διαβουλεύσεων αυτών, υποβάλλει εκ νέου εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εν ευθέτω χρόνω.

Η Επιτροπή διευκολύνει επίσης την επιγραμμική διάδοση των σχετικών αποτελεσμάτων, εκθέσεων και πληροφοριών σε σχέση με το Ταμείο.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ, ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Άρθρο 11

Επιτροπή παρακολούθησης των ΕΠ ΙΙ

1.   Εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης στο κράτος μέλος της απόφασης για την έγκριση ενός ΕΠ ΙΙ, το κράτος μέλος συγκροτεί ή διορίζει επιτροπή, σύμφωνα με το θεσμικό, νομικό και δημοσιονομικό πλαίσιο του οικείου κράτους μέλους, για να παρακολουθεί την υλοποίηση του προγράμματος σε συμφωνία με τη διαχειριστική αρχή.

2.   Κάθε επιτροπή παρακολούθησης συντάσσει και εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό της σύμφωνα με το θεσμικό, νομικό και δημοσιονομικό πλαίσιο του οικείου κράτους μέλους.

3.   Η σύνθεση της επιτροπής παρακολούθησης αποφασίζεται από το κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι η επιτροπή παρακολούθησης αποτελείται από αντιπροσώπους των σχετικών αρχών του κράτους μέλους και των ενδιάμεσων φορέων και όλων των ενδιαφερομένων καθώς και, όπου κρίνεται σκόπιμο, αντιπροσώπους των αρμόδιων περιφερειακών, τοπικών και άλλων δημόσιων αρχών. Οι αντιπρόσωποι των αρμόδιων περιφερειακών, τοπικών και άλλων δημόσιων αρχών καθώς και των αντίστοιχων ενδιαφερομένων εξουσιοδοτούνται να αποτελέσουν τμήμα της επιτροπής παρακολούθησης από την αντίστοιχη οργάνωση μέσω διαφανών διαδικασιών. Κάθε μέλος της επιτροπής παρακολούθησης μπορεί να έχει δικαίωμα ψήφου. Ο κατάλογος των μελών της επιτροπής παρακολούθησης δημοσιεύεται.

4.   Η Επιτροπή συμμετέχει στις εργασίες της επιτροπής παρακολούθησης με συμβουλευτική ιδιότητα.

5.   Η προεδρία της επιτροπής παρακολούθησης ασκείται από αντιπρόσωπο του κράτους μέλους ή της διαχειριστικής αρχής.

Άρθρο 12

Καθήκοντα της επιτροπής παρακολούθησης των ΕΠ ΙΙ

1.   Η επιτροπή παρακολούθησης συνέρχεται τουλάχιστον μία φορά το έτος και εξετάζει την υλοποίηση του προγράμματος και την πρόοδο που έχει πραγματοποιηθεί ως προς την επίτευξη των ειδικών στόχων του. Εξετάζει, εν προκειμένω, τα δημοσιονομικά στοιχεία, τους κοινούς και ειδικούς δείκτες του προγράμματος, συμπεριλαμβανομένων των μεταβολών στις τιμές των δεικτών αποτελεσμάτων και την πρόοδο προς την επίτευξη των ποσοτικά προσδιορισμένων στόχων και, όπου ενδείκνυται, τα αποτελέσματα των ποιοτικών αναλύσεων.

2.   Η επιτροπή παρακολούθησης εξετάζει όλα τα ζητήματα που επηρεάζουν την επίδοση του προγράμματος. Εξετάζει συγκεκριμένα:

α)

την πρόοδο ως προς την επίτευξη των ειδικών στόχων του επιχειρησιακού προγράμματος βάσει των εγγράφων που υποβλήθηκαν από την διαχειριστική αρχή, συμπεριλαμβανομένων των πορισμάτων της αξιολόγησης·

β)

την υλοποίηση των δράσεων ενημέρωσης και επικοινωνίας·

γ)

τις δράσεις στις οποίες λαμβάνονται υπόψη και προωθούνται η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι ίσες ευκαιρίες και η απαγόρευση των διακρίσεων.

3.   Η επιτροπή παρακολούθησης εξετάζει και εγκρίνει:

α)

τη μεθοδολογία και τα κριτήρια επιλογής πράξεων σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αρχές που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο στ)·

β)

τις ετήσιες και τις τελικές εκθέσεις υλοποίησης·

γ)

κάθε πρόταση της διαχειριστικής αρχής για τροποποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος.

4.   Η επιτροπή παρακολούθησης δύναται να υποβάλλει παρατηρήσεις στη διαχειριστική αρχή σχετικά με την υλοποίηση του προγράμματος και την αξιολόγησή του.

Παρακολουθεί τις δράσεις που αναλαμβάνονται ως αποτέλεσμα των παρατηρήσεών της.

Άρθρο 13

Εκθέσεις υλοποίησης και δείκτες

1.   Από το 2015 έως το 2023 τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή, έως τις 30 Ιουνίου κάθε έτους, ετήσια έκθεση σχετικά με την υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.

2.   Τα κράτη μέλη συντάσσουν την ετήσια έκθεση υλοποίησης σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 6, καθώς και τον κατάλογο των κοινών δεικτών, και αναφορικά με τα επιχειρησιακά προγράμματα κοινωνικής ενσωμάτωσης, των ειδικών δεικτών του προγράμματος.

Τα κράτη μέλη πραγματοποιούν διαβουλεύσεις με τους αντίστοιχους ενδιαφερομένους, αποφεύγοντας συγχρόνως τις συγκρούσεις συμφερόντων, σχετικά με τις εκθέσεις υλοποίησης του ΕΠ Ι. Επισυνάπτεται στην έκθεση περίληψη των παρατηρήσεων των ενδιαφερομένων αυτών.

3.   Οι ετήσιες εκθέσεις υλοποίησης είναι αποδεκτές εφόσον περιέχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 6. Εάν η ετήσια έκθεση υλοποίησης δεν είναι αποδεκτή, η Επιτροπή ενημερώνει το οικείο κράτος μέλος εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της έκθεσης. Εάν η Επιτροπή δεν ενημερώσει το κράτος μέλος εντός της προθεσμίας, η έκθεση θεωρείται αποδεκτή.

4.   Η Επιτροπή εξετάζει την ετήσια έκθεση υλοποίησης και ενημερώνει το κράτος μέλος για τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών από την παραλαβή της ετήσιας έκθεσης υλοποίησης.

Εάν η Επιτροπή δεν υποβάλει παρατηρήσεις εντός αυτής της προθεσμίας, οι εκθέσεις θεωρούνται αποδεκτές.

5.   Το κράτος μέλος υποβάλλει τελική έκθεση υλοποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Τα κράτη μέλη συντάσσουν την τελική έκθεση υλοποίησης σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6.

Η Επιτροπή εξετάζει την τελική έκθεση υλοποίησης και ενημερώνει το κράτος μέλος για τις παρατηρήσεις της εντός πέντε μηνών από την παραλαβή της τελικής έκθεσης.

Εάν η Επιτροπή δεν υποβάλει παρατηρήσεις στο κράτος μέλος εντός αυτής της προθεσμίας, οι εκθέσεις θεωρούνται αποδεκτές.

6.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 62, για τον ορισμό του περιεχομένου των ετήσιων και τελικών εκθέσεων υλοποίησης, συμπεριλαμβανομένου του καταλόγου των κοινών δεικτών, έως τις 17 Ιουλίου 2014.

7.   Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις σε κράτος μέλος σχετικά με την υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος. Η διαχειριστική αρχή ενημερώνει την Επιτροπή, εντός τριών μηνών, για τα διορθωτικά μέτρα που έλαβε.

8.   Η διαχειριστική αρχή δημοσιεύει περίληψη του περιεχομένου κάθε ετήσιας έκθεσης και της τελικής έκθεσης υλοποίησης.

9.   Η Επιτροπή υποβάλλει σύνοψη των ετήσιων εκθέσεων υλοποίησης και των τελικών εκθέσεων υλοποίησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο εν ευθέτω χρόνω.

10.   Η διαδικασία σχετικά με τις εκθέσεις υλοποίησης δεν πρέπει να είναι υπερβολική σε σύγκριση με τους διατιθέμενους πόρους και τη φύση της υποστήριξης και δεν πρέπει να συνεπάγεται περιττά διοικητικά βάρη.

Άρθρο 14

Συνεδριάσεις αναθεώρησης

1.   Η Επιτροπή συνεδριάζει με τα κράτη μέλη μία φορά ετησίως από το 2014 έως το 2023, εκτός εάν συμφωνήσουν διαφορετικά, για την αναθεώρηση της προόδου που πραγματοποιήθηκε ως προς την υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος, λαμβάνοντας υπόψη την ετήσια έκθεση υλοποίησης και, κατά περίπτωση, τις παρατηρήσεις της Επιτροπής που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 7.

2.   Στη συνεδρίαση αναθεώρησης προεδρεύει η Επιτροπή. Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις αναθεώρησης του ΕΠ Ι εκτός από τα μέρη της εν λόγω συνεδρίασης στα οποία η συμμετοχή τους θα οδηγούσε σε συγκρούσεις συμφερόντων ή παραβίαση της εμπιστευτικότητας σχετικά με θέματα λογιστικού ελέγχου.

3.   Το κράτος μέλος μεριμνά ώστε να δίνεται η απαραίτητη συνέχεια σε όλες τις παρατηρήσεις της Επιτροπής μετά τη συνεδρίαση αναθεώρησης και αναφέρεται στην παρακολούθηση αυτή στην έκθεση υλοποίησης του επόμενου λογιστικού έτους ή, κατά περίπτωση, των επόμενων ετών.

Άρθρο 15

Γενικές διατάξεις για την αξιολόγηση

1.   Τα κράτη μέλη χορηγούν τους απαραίτητους πόρους για τη διενέργεια των αξιολογήσεων και εξασφαλίζουν ότι λειτουργούν οι διαδικασίες για την παραγωγή και συλλογή των δεδομένων που είναι απαραίτητα για τις αξιολογήσεις, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν τους κοινούς δείκτες που αναφέρονται στο άρθρο 13.

2.   Οι αξιολογήσεις γίνονται από εμπειρογνώμονες λειτουργικά ανεξάρτητους από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος. Όλες οι αξιολογήσεις δημοσιοποιούνται ολόκληρες αλλά δεν περιλαμβάνουν σε καμία περίπτωση πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα των τελικών δικαιούχων.

3.   Οι αξιολογήσεις δεν είναι υπερβολικές σε σχέση με τους διατιθέμενους πόρους ή τη φύση της υποστήριξης και δεν συνεπάγονται περιττές διοικητικές επιβαρύνσεις.

Άρθρο 16

Εκ των προτέρων αξιολόγηση

1.   Τα κράτη μέλη διεξάγουν εκ των προτέρων αξιολόγηση κάθε επιχειρησιακού προγράμματος.

2.   Η εκ των προτέρων αξιολόγηση πραγματοποιείται υπό την ευθύνη της αρχής που είναι αρμόδια για την εκπόνηση του επιχειρησιακού προγράμματος. Υποβάλλεται στην Επιτροπή ταυτόχρονα με το επιχειρησιακό πρόγραμμα μαζί με συνοπτική παρουσίαση.

3.   Η εκ των προτέρων αξιολόγηση του ΕΠ Ι εκτιμά τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τη συμβολή στον στόχο της Ένωσης για μείωση, κατά τουλάχιστον 20 εκατομμύρια, των ατόμων που υποφέρουν από φτώχεια και εκείνων που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού έως το 2020, σε συνάρτηση με το είδος υλικής στέρησης που έχει επιλεγεί ως αντικείμενο του προγράμματος και λαμβανομένων υπόψη των εθνικών περιστάσεων όσον αφορά τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό και την υλική στέρηση·

β)

την εσωτερική συνοχή του προτεινόμενου επιχειρησιακού προγράμματος και τη σχέση του με άλλα συναφή χρηματοδοτικά μέσα·

γ)

τη συνέπεια της χορήγησης πόρων του προϋπολογισμού με τους στόχους του επιχειρησιακού προγράμματος·

δ)

τη συμβολή της αναμενόμενης απόδοσης στα αποτελέσματα και ως εκ τούτου στους στόχους του Ταμείου·

ε)

τη συμμετοχή των αντίστοιχων ενδιαφερομένων·

στ)

την καταλληλότητα των διαδικασιών για την παρακολούθηση του επιχειρησιακού προγράμματος και για τη συλλογή των απαραίτητων δεδομένων με σκοπό τη διενέργεια των αξιολογήσεων.

4.   Οι εκ των προτέρων αξιολογήσεις του ΕΠ ΙΙ εκτιμούν τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τη συμβολή στην προώθηση της κοινωνικής συνοχής και τη μείωση της φτώχειας σύμφωνα με την στρατηγική Ευρώπη 2020, λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές ανάγκες·

β)

την εσωτερική συνοχή του προτεινόμενου επιχειρησιακού προγράμματος και τη σχέση του με άλλα συναφή μέσα, και συγκεκριμένα του ΕΚΤ·

γ)

τη συμμόρφωση της διάθεσης των πόρων του προϋπολογισμού με τους στόχους του προγράμματος·

δ)

τη συνάφεια και σαφήνεια των προτεινόμενων ειδικών δεικτών του προγράμματος·

ε)

τον τρόπο με τον οποίο οι αναμενόμενες εκροές θα συμβάλουν σε αποτελέσματα·

στ)

το κατά πόσο οι ποσοτικές τιμές στόχου για τους δείκτες είναι ρεαλιστικές, σε σχέση με την προβλεπόμενη υποστήριξη από τα Ταμεία·

ζ)

την αιτιολόγηση της προτεινόμενης μορφής υποστήριξης·

η)

την επάρκεια των ανθρώπινων πόρων και της διοικητικής ικανότητας για τη διαχείριση του προγράμματος·

θ)

την καταλληλότητα των διαδικασιών παρακολούθησης του προγράμματος και συλλογής των αναγκαίων δεδομένων για τη διενέργεια των αξιολογήσεων·

ι)

την επάρκεια των προγραμματιζόμενων μέτρων για την προώθηση ίσων ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών και την πρόληψη οποιωνδήποτε διακρίσεων.

Άρθρο 17

Αξιολόγηση κατά τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού

1.   Η Επιτροπή υποβάλλει ενδιάμεση αξιολόγηση του Ταμείου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2018.

2.   Η Επιτροπή μπορεί να αξιολογεί, με δική της πρωτοβουλία, τα επιχειρησιακά προγράμματα.

3.   Κατά την περίοδο προγραμματισμού, η διαχειριστική αρχή ενός ΕΠ Ι μπορεί να αξιολογεί την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του επιχειρησιακού προγράμματος.

4.   Η διαχειριστική αρχή ενός ΕΠ Ι διεξάγει δομημένη έρευνα επισκόπησης στους τελικούς αποδέκτες το 2017 και το 2022, σύμφωνα με το υπόδειγμα που εκδίδει η Επιτροπή. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση του υποδείγματος κατόπιν διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 63 παράγραφος 2.

5.   Η διαχειριστική αρχή ενός ΕΠ ΙΙ διενεργεί τουλάχιστον μία αξιολόγηση πριν τις 31 Δεκεμβρίου 2022. Η αξιολόγηση εκτιμά την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα και τον αντίκτυπο των πράξεων που υποστηρίζονται. Διασφαλίζεται η απαραίτητη συνέχεια.

Άρθρο 18

Εκ των υστέρων αξιολόγηση

Με δική της πρωτοβουλία και σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη, η Επιτροπή διενεργεί, με τη βοήθεια εξωτερικών εμπειρογνωμόνων, εκ των υστέρων αξιολόγηση, με σκοπό την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του Ταμείου καθώς και της διατηρησιμότητας των αποτελεσμάτων που επιτεύχθηκαν καθώς και για τη μέτρηση της προστιθέμενης αξίας του Ταμείου. Αυτή η εκ των υστέρων αξιολόγηση πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.

Άρθρο 19

Ενημέρωση και επικοινωνία

1.   Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη παρέχουν ενημέρωση σχετικά με τις ενέργειες που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο και τις προβάλλουν. Η ενημέρωση απευθύνεται, ιδίως, στους απόρους, καθώς και στο ευρύτερο κοινό και στα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Τονίζει τον ρόλο της Ένωσης και εξασφαλίζει την ευδιάκριτη προβολή της συνεισφοράς του Ταμείου, των κρατών μελών και των οργανώσεων εταίρων στους στόχους κοινωνικής συνοχής της Ένωσης χωρίς να στιγματίζονται οι τελικοί αποδέκτες.

2.   Η διαχειριστική αρχή διατηρεί κατάλογο των πράξεων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο υπό μορφή λογιστικού φύλλου δεδομένων, ο οποίος επιτρέπει την ταξινόμηση, αναζήτηση, εξαγωγή, σύγκριση και εύκολη δημοσίευση των δεδομένων στο διαδίκτυο, για να εξασφαλίζεται διαφάνεια στη στήριξη του Ταμείου. Ο κατάλογος των πράξεων περιλαμβάνει τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες:

α)

το όνομα και τη διεύθυνση του δικαιούχου,

β)

το χορηγούμενο ποσό της ενωσιακής χρηματοδότησης,

γ)

για το ΕΠ Ι, το είδος υλικής στέρησης το οποίο στοχεύει η χρηματοδότηση.

Η διαχειριστική αρχή επικαιροποιεί τον κατάλογο των πράξεων τουλάχιστον ανά δωδεκάμηνο.

3.   Κατά την εκτέλεση μιας πράξης, οι δικαιούχοι και οι οργανώσεις-εταίροι ενημερώνουν το κοινό σχετικά με την υποστήριξη που έχουν λάβει από το Ταμείο, τοποθετώντας είτε τουλάχιστον μία αφίσα με στοιχεία σχετικά με την πράξη (ελάχιστο μέγεθος Α3) που περιλαμβάνει τη χρηματοδοτική υποστήριξη από την Ένωση είτε ένα έμβλημα της Ένωσης σε λογικές διαστάσεις, σε σημείο εύκολα ορατό από το κοινό. Η υποχρέωση αυτή εκπληρώνεται χωρίς να στιγματίζονται οι τελικοί αποδέκτες σε κάθε σημείο παράδοσης του ΕΠ Ι ή/και του ΕΠ ΙΙ, εκτός εάν αυτό είναι αδύνατον λόγω των συνθηκών της διανομής.

Οι δικαιούχοι και οι οργανώσεις-εταίροι που διαθέτουν δικτυακούς τόπους παρέχουν επίσης σύντομη περιγραφή της πράξης στους δικτυακούς τους τόπους, που περιλαμβάνει τους στόχους και τα αποτελέσματά της και επισημαίνει τη χρηματοδοτική υποστήριξη από την Ένωση.

4.   Όλα τα μέτρα ενημέρωσης και επικοινωνίας που εφαρμόζει ο δικαιούχος και οι οργανώσεις-εταίροι αναγνωρίζουν τη στήριξη της πράξης από το Ταμείο, προβάλλοντας το έμβλημα της Ένωσης μαζί με αναφορά στην Ένωση και στο Ταμείο.

5.   Η διαχειριστική αρχή ενημερώνει τους δικαιούχους για τη δημοσίευση του καταλόγου των πράξεων σύμφωνα με την παράγραφο 2. Η διαχειριστική αρχή παρέχει τα εργαλεία ενημέρωσης και επικοινωνίας, που περιλαμβάνουν υποδείγματα σε ηλεκτρονική μορφή, για να βοηθήσει τους δικαιούχους και τις οργανώσεις-εταίρους να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους όπως ορίζονται στην παράγραφο 3.

6.   Στην περίπτωση του ΕΠ ΙΙ:

α)

Το κράτος μέλος ή η διαχειριστική αρχή ευθύνεται για την οργάνωση:

i)

μιας κύριας ενημερωτικής δραστηριότητας δημοσιεύοντας την έναρξη του επιχειρησιακού προγράμματος· και

ii)

τουλάχιστον μιας κύριας ενημερωτικής δραστηριότητας το έτος η οποία προωθεί τις ευκαιρίες χρηματοδότησης και τις επιδιωκόμενες στρατηγικές ή/και παρουσιάζει τα επιτεύγματα του επιχειρησιακού προγράμματος, συμπεριλαμβανομένων, όπου αρμόζει, παραδειγμάτων πράξεων·

β)

κατά την εκτέλεση μιας πράξης, ο δικαιούχος ενημερώνει το κοινό σχετικά με την υποστήριξη που έλαβε από το Ταμείο μεριμνώντας ώστε εκείνοι που έλαβαν μέρος στην πράξη να ενημερωθούν για την υποστήριξη του Ταμείου·

γ)

κάθε έγγραφο που αφορά αυτή την πράξη, συμπεριλαμβανομένης της βεβαίωσης παρακολούθησης ή άλλου πιστοποιητικού, περιλαμβάνει δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι το επιχειρησιακό πρόγραμμα υποστηρίχθηκε από το Ταμείο·

δ)

η διαχειριστική αρχή εξασφαλίζει την πρόσβαση των εν δυνάμει δικαιούχων στην σχετική ενημέρωση σχετικά με τις ευκαιρίες χρηματοδότησης, την πρόσκληση υποβολής αιτήσεων και τις σχετικές προϋποθέσεις καθώς και τα κριτήρια για την επιλογή των προς υποστήριξη πράξεων.

7.   Κατά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με τα άρθρα 15 έως 19 του παρόντος κανονισμού, η διαχειριστική αρχή, καθώς και οι δικαιούχοι και οι οργανώσεις-εταίροι τηρούν τις διατάξεις της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΑΠΟ ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ

Άρθρο 20

Συγχρηματοδότηση

1.   Το ποσοστό συγχρηματοδότησης στο επίπεδο του επιχειρησιακού προγράμματος ανέρχεται στο 85 % της επιλέξιμης δημόσιας δαπάνης. Μπορεί να προσαυξηθεί στις περιπτώσεις που περιγράφονται στο άρθρο 21 παράγραφος 1. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να υποστηρίξουν τις πρωτοβουλίες του Ταμείου με πρόσθετους εθνικούς πόρους.

2.   Η απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση ενός επιχειρησιακού προγράμματος καθορίζει το ποσοστό συγχρηματοδότησης που εφαρμόζεται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα και το ανώτατο ποσοστό στήριξης από το Ταμείο.

3.   Τα μέτρα τεχνικής βοήθειας που εκτελούνται με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή εξ ονόματός της, μπορούν να χρηματοδοτούνται σε ποσοστό 100 %.

Άρθρο 21

Αύξηση στις πληρωμές για κράτη μέλη με προσωρινές δημοσιονομικές δυσκολίες

1.   Μετά από αίτηση κράτους μέλους, τα ποσά των ενδιάμεσων πληρωμών και οι πληρωμές του τελικού υπολοίπου μπορούν να αυξηθούν κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες άνω του ποσοστού συγχρηματοδότησης που εφαρμόζεται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα. Το αυξημένο ποσοστό, που δεν μπορεί να υπερβαίνει το 100 %, εφαρμόζεται σε αιτήσεις πληρωμών που αφορούν τη λογιστική περίοδο κατά την οποία το κράτος μέλος υπέβαλε την αίτησή του και μεταγενέστερες λογιστικές περιόδους κατά τις οποίες το κράτος μέλος πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

εάν το οικείο κράτος μέλος έχει υιοθετήσει το ευρώ, λαμβάνει μακροοικονομική χρηματοδοτική συνδρομή από την Ένωση βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 407/2010 του Συμβουλίου (11)·

β)

εάν το οικείο κράτος μέλος δεν έχει υιοθετήσει το ευρώ, λαμβάνει μεσοπρόθεσμη χρηματοδοτική συνδρομή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 332/2002 του Συμβουλίου (12)·

γ)

η χρηματοδοτική συνδρομή τέθηκε στη διάθεσή του σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας.

2.   Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 1, η στήριξη της Ένωσης με μορφή ενδιάμεσων πληρωμών και πληρωμών του τελικού υπολοίπου δεν είναι υψηλότερη από τη δημόσια στήριξη και το ανώτατο ποσό της στήριξης από το Ταμείο, όπως ορίζεται στην απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος.

Άρθρο 22

Περίοδος επιλεξιμότητας

1.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των κανόνων για την επιλεξιμότητα της τεχνικής βοήθειας με πρωτοβουλία της Επιτροπής όπως ορίζεται στο άρθρο 27.

2.   Μια δαπάνη είναι επιλέξιμη για στήριξη από το επιχειρησιακό πρόγραμμα, εάν έχει πραγματοποιηθεί από δικαιούχο και πληρωθεί μεταξύ 1ης Δεκεμβρίου 2013 και 31ης Δεκεμβρίου 2023.

3.   Δεν επιλέγονται για χρηματοδότηση από το επιχειρησιακό πρόγραμμα πράξεις που έχουν περατωθεί υλικά ή εκτελεστεί εξ ολοκλήρου πριν να υποβάλει ο δικαιούχος στη διαχειριστική αρχή την αίτηση χρηματοδότησης βάσει του επιχειρησιακού προγράμματος, ανεξάρτητα αν ο δικαιούχος έχει εκτελέσει όλες τις σχετικές πληρωμές.

4.   Σε περίπτωση τροποποίησης ενός επιχειρησιακού προγράμματος, δαπάνη η οποία καθίσταται επιλέξιμη λόγω της τροποποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος είναι επιλέξιμη μόνο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης τροποποίησης από το κράτος μέλος στην Επιτροπή.

Άρθρο 23

Επιλεξιμότητα των πράξεων

1.   Η τοποθεσία των πράξεων που χρηματοδοτούνται από ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα πρέπει να βρίσκεται στο κράτος μέλος που καλύπτεται από το επιχειρησιακό πρόγραμμα.

2.   Οι πράξεις μπορούν να λάβουν στήριξη από επιχειρησιακό πρόγραμμα μόνον εφόσον έχουν επιλεγεί βάσει δίκαιης και διαφανούς διαδικασίας και σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα ή που εγκρίνονται από την επιτροπή παρακολούθησης όπως αρμόζει.

3.   Τα κριτήρια επιλογής και οι κατάλογοι πράξεων που επιλέγονται για στήριξη από ΕΠ ΙΙ ανακοινώνονται μετά την έγκριση στις επιτροπές παρακολούθησης των επιχειρησιακών προγραμμάτων που συγχρηματοδοτούνται από το ΕΚΤ.

4.   Τα τρόφιμα ή/και η βασική υλική συνδρομή για απόρους μπορούν να αγοράζονται από τις ίδιες τις οργανώσεις-εταίρους.

Τα τρόφιμα ή/και η βασική υλική συνδρομή για τους απόρους μπορούν να αγοράζονται επίσης από δημόσιο φορέα και να διατίθενται δωρεάν στις οργανώσεις-εταίρους. Στην περίπτωση αυτή, τα τρόφιμα μπορεί να προέρχονται από τη χρήση, επεξεργασία ή πώληση των προϊόντων τα οποία έχουν καταστεί διαθέσιμα βάσει του άρθρου 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013, υπό τον όρο ότι πρόκειται για την προσφορότερη, από οικονομική άποψη, επιλογή και ότι δεν καθυστερείται αδικαιολόγητα η παράδοση τροφίμων στις οργανώσεις-εταίρους. Τα ποσά που προκύπτουν από παρόμοια συναλλαγή που αφορά τα εν λόγω αποθέματα αξιοποιούνται προς όφελος των απόρων και δεν χρησιμοποιούνται με σκοπό τον περιορισμό της υποχρέωσης των κρατών μελών, που προβλέπεται στο άρθρο 20 του παρόντος κανονισμού, να συγχρηματοδοτούν το πρόγραμμα.

Η Επιτροπή εφαρμόζει τις διαδικασίες που θεσπίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 20 σημείο i) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 βάσει των οποίων τα προϊόντα που αναφέρονται εκεί μπορούν να χρησιμοποιούνται, να μεταποιούνται ή να πωλούνται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ώστε να εξασφαλιστεί η μέγιστη αποδοτικότητά τους.

5.   Τα τρόφιμα ή/και η βασική υλική βοήθεια διανέμεται δωρεάν στους απόρους.

6.   Μια πράξη που χρηματοδοτείται από το Ταμείο δεν μπορεί να λάβει χρηματοδότηση από περισσότερα του ενός επιχειρησιακά προγράμματα που συγχρηματοδοτούνται από το Ταμείο ή από άλλο μέσο της Ένωσης προκειμένου να αποφεύγεται η διπλή χρηματοδότηση.

Άρθρο 24

Μορφές στήριξης

Το Ταμείο χρησιμοποιείται από τα κράτη μέλη για την παροχή στήριξης με τη μορφή επιχορηγήσεων, ανάθεσης συμβάσεων ή συνδυασμού των δύο. Πάρα ταύτα, η στήριξη αυτή δεν λαμβάνει τη μορφή ενίσχυσης που εμπίπτει στο άρθρο 107 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ.

Άρθρο 25

Μορφές επιχορηγήσεων

1.   Οι επιχορηγήσεις δύνανται να λάβουν τις ακόλουθες μορφές:

α)

επιστροφή επιλέξιμων δαπανών που όντως πραγματοποιήθηκαν και πληρώθηκαν·

β)

επιστροφή με βάση το μοναδιαίο κόστος·

γ)

κατ’ αποκοπήν ποσά που δεν υπερβαίνουν τις 100 000 EUR δημόσιας στήριξης·

δ)

κατ’ αποκοπήν χρηματοδότηση που καθορίζεται με την εφαρμογή ενός ποσοστού σε μία ή περισσότερες προκαθορισμένες κατηγορίες δαπανών.

2.   Οι επιλογές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να συνδυαστούν για μία μοναδική επιχείρηση μόνον εφόσον η καθεμία επιλογή εφαρμόζεται σε διαφορετική κατηγορία δαπανών ή όταν χρησιμοποιούνται για διαδοχικές φάσεις της εν λόγω επιχείρησης.

3.   Τα ποσά των δαπανών που αναφέρονται στα στοιχεία β), γ) και δ) της παραγράφου 1 καθορίζονται βάσει:

α)

μιας δίκαιης, αντικειμενικής και επαληθεύσιμης μεθόδου υπολογισμού που βασίζεται στα ακόλουθα:

i)

στατιστικά δεδομένα ή άλλες αντικειμενικές πληροφορίες· ή

ii)

επαληθευμένα ιστορικά δεδομένα του κάθε δικαιούχου ή στην εφαρμογή των συνήθων πρακτικών λογιστικής εγγραφής δαπανών·

β)

μεθόδων και αντίστοιχου κόστους ανά μονάδα, εφάπαξ ποσών και κατ’ αποκοπήν χρηματοδότησης που εφαρμόζονται σε συστήματα για επιχορηγήσεις τα οποία χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από το κράτος μέλος για παρόμοιο τύπο πράξης και δικαιούχο·

γ)

συντελεστών που καθορίζονται από τον παρόντα κανονισμό·

δ)

κατά περίπτωση, με παραπομπή σε σχέδιο προϋπολογισμού εκ των προτέρων συμφωνημένο από τη διαχειριστική αρχή, αν η δημόσια στήριξη δεν υπερβαίνει τις 100 000 EUR.

4.   Τα ποσά που υπολογίζονται υπό την μορφή επιχορηγήσεων τα οποία αναφέρονται στα στοιχεία β), γ) και δ) της παραγράφου 1 θεωρούνται ως επιλέξιμες δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί και πληρωθεί από τον δικαιούχο για τον σκοπό της εφαρμογής του τίτλου VI.

5.   Το έγγραφο που καθορίζει τους όρους στήριξης για κάθε πράξη παραθέτει την εφαρμοστέα μέθοδο για τον καθορισμό των δαπανών και των όρων για την καταβολή της επιχορήγησης.

Άρθρο 26

Επιλεξιμότητα των δαπανών

1.   Η επιλεξιμότητα των δαπανών καθορίζεται βάσει εθνικών κανόνων, εκτός εάν θεσπίζονται ειδικοί κανόνες στον παρόντα κανονισμό ή βάσει του κανονισμού αυτού.

2.   Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 1, οι δαπάνες που είναι επιλέξιμες για στήριξη από το ΕΠ Ι είναι οι ακόλουθες:

α)

οι δαπάνες για την αγορά τροφίμων ή/και την παροχή βασικής υλικής συνδρομής·

β)

εάν τα τρόφιμα ή η βασική υλική συνδρομή αγοράζονται από δημόσιο φορέα ο οποίος τα παρέχει στη συνέχεια σε οργανώσεις- εταίρους, οι δαπάνες μεταφοράς των τροφίμων ή της βασικής υλικής συνδρομής στις αποθήκες των οργανώσεων-εταίρων και οι δαπάνες αποθήκευσης βάσει κατ’ αποκοπήν ποσοστού 1 % των δαπανών που αναφέρονται στο στοιχείο α) ή, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, οι δαπάνες που όντως πραγματοποιήθηκαν και πληρώθηκαν·

γ)

οι διοικητικές δαπάνες και οι δαπάνες μεταφοράς και αποθήκευσης που επωμίζονται οι οργανώσεις-εταίροι βάσει κατ’ αποκοπήν ποσοστού 5 % των δαπανών που αναφέρονται στο στοιχείο α)· ή 5 % της αξίας των προϊόντων τροφίμων που διατίθενται σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013·

δ)

οι δαπάνες συλλογής, μεταφοράς, αποθήκευσης και διανομής δωρεών τροφίμων και οι οποίες συνδέονται άμεσα με δραστηριότητες ενημέρωσης, που πραγματοποιήθηκαν και πληρώθηκαν από οργανώσεις-εταίρους·

ε)

οι δαπάνες για συνοδευτικά μέτρα τα οποία λαμβάνονται και δηλώνονται από τις οργανώσεις-εταίρους που παρέχουν απευθείας ή βάσει συμφωνιών συνεργασίας τα τρόφιμα ή/και την υλική βοήθεια στους απόρους, βάσει κατ’ αποκοπήν ποσοστού 5 % επί των δαπανών που αναφέρονται στο στοιχείο α).

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι δαπάνες που είναι επιλέξιμες για στήριξη από επιχειρησιακό πρόγραμμα είναι δαπάνες που προκύπτουν βάσει του άρθρου 27 παράγραφος 4 ή, για έμμεσες δαπάνες που προκύπτουν βάσει του άρθρου 27 παράγραφος 4, κατ’ αποκοπήν ποσό έως το 15 % των επιλέξιμων άμεσων δαπανών προσωπικού.

4.   Οι ακόλουθες δαπάνες δεν είναι επιλέξιμες για στήριξη από το επιχειρησιακό πρόγραμμα:

α)

τόκοι χρέους·

β)

παροχή υποδομών·

γ)

κόστος μεταχειρισμένων αγαθών·

δ)

φόρος προστιθέμενης αξίας, εκτός της περίπτωσης που δεν είναι ανακτήσιμος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ.

Άρθρο 27

Τεχνική βοήθεια

1.   Κατόπιν πρωτοβουλίας της Επιτροπής ή για λογαριασμό της και μέχρι ανώτατου ποσοστού 0,35 % της ετήσιας χρηματοδότησής του, το Ταμείο μπορεί να χρηματοδοτήσει, μέτρα προπαρασκευαστικά, παρακολούθησης, διοικητικής και τεχνικής βοήθειας, λογιστικού ελέγχου, ενημέρωσης, ελέγχου και αξιολόγησης που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, καθώς και δραστηριότητες του άρθρου 10.

2.   Η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη και τις οργανώσεις που εκπροσωπούν τις οργανώσεις-εταίρους στο επίπεδο της Ένωσης σχετικά με την σχεδιαζόμενη χρήση της τεχνικής βοήθειας.

3.   Η Επιτροπή καταρτίζει κάθε χρόνο, μέσω εκτελεστικών πράξεων, σχέδια σχετικά με τη μορφή των δράσεων που συνδέονται με τα μέτρα που καταγράφονται στην παράγραφο 1, εφόσον προβλέπεται συνδρομή από το Ταμείο.

4.   Κατόπιν πρωτοβουλίας των κρατών μελών και μέχρι ανώτατου ποσοστού 5 % της χρηματοδότησης του Ταμείου, το επιχειρησιακό πρόγραμμα μπορεί να χρηματοδοτήσει, μέτρα προπαρασκευαστικά, διαχειριστικά, παρακολούθησης, διοικητικής και τεχνικής βοήθειας, λογιστικού ελέγχου, ενημέρωσης, ελέγχου και αξιολόγησης που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Μπορεί επίσης να χρηματοδοτήσει τεχνική βοήθεια και ανάπτυξη ικανοτήτων των οργανώσεων-εταίρων.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 28

Γενικές αρχές των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου

Τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 7, εξασφαλίζουν τα ακόλουθα:

α)

περιγραφή των καθηκόντων κάθε αρμόδιου φορέα που συμμετέχει στη διαχείριση και τον έλεγχο, και την κατανομή αρμοδιοτήτων στο εσωτερικό του κάθε φορέα·

β)

τον σεβασμό της αρχής του διαχωρισμού των καθηκόντων μεταξύ των φορέων καθώς και στο πλαίσιο κάθε φορέα·

γ)

διαδικασίες για τη διασφάλιση της νομιμότητας και κανονικότητας των δηλούμενων δαπανών·

δ)

πληροφορικά συστήματα για την τήρηση λογιστικών, την αποθήκευση και διαβίβαση δημοσιονομικών δεδομένων και δεδομένων για τους δείκτες, την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων·

ε)

συστήματα για τη σύνταξη εκθέσεων και την παρακολούθηση, όταν ο αρμόδιος φορέας αναθέτει την εκτέλεση καθηκόντων σε άλλο φορέα·

στ)

ρυθμίσεις για τον έλεγχο της λειτουργίας των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου·

ζ)

συστήματα και διαδικασίες για τη διασφάλιση επαρκούς διαδρομής ελέγχου·

η)

την πρόληψη, ανίχνευση και διόρθωση παρατυπιών, συμπεριλαμβανομένης της απάτης, και την είσπραξη αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών μαζί με τους ενδεχόμενους τόκους υπερημερίας.

Άρθρο 29

Ευθύνες που απορρέουν από την επιμερισμένη διαχείριση

Σύμφωνα με την αρχή της επιμερισμένης διαχείρισης, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των προγραμμάτων σύμφωνα με τις οικείες ευθύνες τους που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 30

Αρμοδιότητες των κρατών μελών

1.   Τα κράτη μέλη εκτελούν τις υποχρεώσεις διαχείρισης, ελέγχου και δημοσιονομικού ελέγχου και αναλαμβάνουν τις συνακόλουθες αρμοδιότητες που ορίζονται στους κανόνες περί επιμερισμένης διαχείρισης, οι οποίοι παρατίθενται στον δημοσιονομικό κανονισμό και στον παρόντα κανονισμό.

2.   Τα κράτη μέλη προλαμβάνουν, ανιχνεύουν και διορθώνουν παρατυπίες και ανακτούν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά καθώς και τόκους υπερημερίας. Κοινοποιούν στην Επιτροπή παρατυπίες που υπερβαίνουν τα 10 000 EUR σε συνεισφορά του Ταμείου και την τηρούν ενήμερη για σημαντική πρόοδο των σχετικών διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.

Τα κράτη μέλη δεν κοινοποιούν στην Επιτροπή παρατυπίες σε σχέση με τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

η παρατυπία έγκειται μόνο στην αδυναμία μερικής ή πλήρους εκτέλεσης μιας πράξης που περιλαμβάνεται στο συγχρηματοδοτούμενο επιχειρησιακό πρόγραμμα λόγω της πτώχευσης του δικαιούχου·

β)

εκείνες στις οποίες γνωστοποιούνται ηθελημένα από τον δικαιούχο στη διαχειριστική αρχή ή στην αρχή πιστοποίησης, πριν αυτές τις αντιληφθούν, είτε πριν είτε μετά την καταβολή της δημόσιας συνεισφοράς·

γ)

εκείνες στις οποίες εντοπίζει και διορθώνει η διαχειριστική αρχή ή η αρχή πιστοποίησης πριν να περιληφθεί η οικεία δαπάνη σε δήλωση δαπανών και υποβληθεί στην Επιτροπή.

Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, ιδίως δε σε εκείνες που προηγούνται πτώχευσης ή σε περιπτώσεις που υπάρχουν υπόνοιες για απάτη, οι παρατυπίες που εντοπίσθηκαν, μαζί με τα σχετικά προληπτικά και διορθωτικά μέτρα, πρέπει να δηλώνονται στην Επιτροπή.

Όταν δεν είναι εφικτή η ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σε έναν δικαιούχο εξαιτίας παράλειψης ή αμέλειας από πλευράς ενός κράτους μέλους, το εν λόγω κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την επιστροφή των σχετικών ποσών στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην ανακτήσουν αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό εάν το προς ανάκτηση από τον δικαιούχο ποσό, χωρίς τους τόκους, δεν υπερβαίνει τα 250 EUR σε συνεισφορά από το Ταμείο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 62 περί συμπληρωματικών λεπτομερών κανόνων σχετικά με τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των περιπτώσεων παρατυπίας που πρέπει να αναφερθούν, τα στοιχεία που πρέπει να παρέχονται και τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζονται για να καθοριστεί εάν τα ποσά τα οποία είναι μη ανακτήσιμα πρέπει να επιστρέφονται από τα κράτη μέλη.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 63 παράγραφος 2, για να καθορίσει τη συχνότητα της υποβολής εκθέσεων και το υπόδειγμα που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την υποβολή της έκθεσης.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την θέσπιση αποτελεσματικών ρυθμίσεων για την εξέταση των καταγγελιών σχετικά με το Ταμείο. Την ευθύνη για το πεδίο εφαρμογής, τους κανόνες και τις διαδικασίες σχετικά με τις ρυθμίσεις αυτές αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το θεσμικό και νομικό τους πλαίσιο. Τα κράτη μέλη εξετάζουν, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, τις καταγγελίες που υποβάλλονται στην Επιτροπή και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεών τους. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν, κατόπιν σχετικού αιτήματος, την Επιτροπή για τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων.

4.   Όλες οι επίσημες ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ του κράτους μέλους και της Επιτροπής πραγματοποιούνται με τη χρήση συστήματος ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με την οποία θέτει τους όρους και τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί το εν λόγω σύστημα ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 63 παράγραφος 3.

Άρθρο 31

Διορισμός αρχών

1.   Κάθε κράτος μέλος διορίζει, για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα, μια εθνική δημόσια αρχή ή φορέα ως διαχειριστική αρχή. Η ίδια διαχειριστική αρχή μπορεί να διορίζεται για δύο επιχειρησιακά προγράμματα.

2.   Το κράτος μέλος διορίζει, για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα, μια εθνική δημόσια αρχή ή φορέα ως αρχή πιστοποίησης, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3. Η ίδια αρχή πιστοποίησης μπορεί να διορίζεται για δύο επιχειρησιακά προγράμματα.

3.   Το κράτος μέλος μπορεί να διορίσει, για ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα, μια διαχειριστική αρχή για να εκτελέσει συμπληρωματικά και τα καθήκοντα της αρχής πιστοποίησης.

4.   Το κράτος μέλος διορίζει, για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα, μια εθνική δημόσια αρχή ή φορέα, λειτουργικά ανεξάρτητη(-ο) από τη διαχειριστική αρχή και την αρχή πιστοποίησης, ως αρχή ελέγχου. Η ίδια αρχή ελέγχου μπορεί να διορίζεται για δύο επιχειρησιακά προγράμματα.

5.   Υπό την προϋπόθεση της τήρησης της αρχής του διαχωρισμού των λειτουργιών, η διαχειριστική αρχή, η αρχή πιστοποίησης και, για ΕΠ Ι και ΕΠ ΙΙ για τα οποία το συνολικό ποσό της στήριξης από το Ταμείο δεν υπερβαίνει τα 250 000 000 EUR, η αρχή ελέγχου, μπορούν να αποτελούν μέρος της ίδιας δημόσιας αρχής ή φορέα.

6.   Το κράτος μέλος μπορεί να ορίσει έναν ή περισσότερους ενδιάμεσους φορείς για να εκτελούν συγκεκριμένα καθήκοντα της διαχειριστικής αρχής ή της αρχής πιστοποίησης υπό την ευθύνη της εν λόγω αρχής. Οι σχετικές ρυθμίσεις μεταξύ της διαχειριστικής αρχής ή της αρχής πιστοποίησης και των ενδιάμεσων φορέων καταγράφονται σε επίσημο έγγραφο.

7.   Το κράτος μέλος ή η διαχειριστική αρχή μπορεί να αναθέσει τη διαχείριση μέρους ενός επιχειρησιακού προγράμματος σε έναν ενδιάμεσο φορέα μέσω γραπτής συμφωνίας μεταξύ του ενδιάμεσου φορέα και του κράτους μέλους ή της διαχειριστικής αρχής. Ο ενδιάμεσος φορέας παρέχει εγγυήσεις της φερεγγυότητας και των ικανοτήτων του στον οικείο τομέα καθώς και της ικανότητάς του για διοικητική και οικονομική διαχείριση.

8.   Το κράτος μέλος ορίζει εγγράφως τους κανόνες που διέπουν τη σχέση του με τις διαχειριστικές αρχές, τις αρχές πιστοποίησης και τις ελεγκτικές αρχές, τις σχέσεις μεταξύ των εν λόγω αρχών και τις σχέσεις αυτών των αρχών με την Επιτροπή.

Άρθρο 32

Καθήκοντα της διαχειριστικής αρχής

1.   Η διαχειριστική αρχή είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση του επιχειρησιακού προγράμματος σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.

2.   Όσον αφορά τη διαχείριση του επιχειρησιακού προγράμματος, η διαχειριστική αρχή:

α)

όπου αρμόζει, υποστηρίζει το έργο της επιτροπής παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 11 και της παρέχει τα απαιτούμενα στοιχεία για την εκτέλεση των καθηκόντων της, και ιδίως δεδομένα που αφορούν την πρόοδο του επιχειρησιακού προγράμματος ως προς την επίτευξη των στόχων του, δημοσιονομικά δεδομένα και δεδομένα που αφορούν τους δείκτες·

β)

εκπονεί και, μετά από διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη και αποφεύγοντας τις συγκρούσεις συμφερόντων, για ΕΠ Ι, ή κατόπιν έγκρισης της επιτροπής παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 11 για ΕΠ ΙΙ, υποβάλλει στην Επιτροπή τις ετήσιες και τελικές εκθέσεις υλοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 13·

γ)

θέτει στη διάθεση των ενδιάμεσων φορέων και των δικαιούχων πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων τους και την υλοποίηση πράξεων αντίστοιχα·

δ)

θεσπίζει σύστημα εγγραφής και αποθήκευσης δεδομένων σε ηλεκτρονική μορφή για κάθε πράξη, τα οποία είναι αναγκαία για την παρακολούθηση, την αξιολόγηση, τη δημοσιονομική διαχείριση, την επαλήθευση και τον έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων για μεμονωμένους συμμετέχοντες σε πράξεις που συγχρηματοδοτούνται από ΕΠ ΙΙ·

ε)

εξασφαλίζει ότι τα αναφερόμενα στο στοιχείο δ) δεδομένα συλλέγονται, καταχωρίζονται και αποθηκεύονται στο αναφερόμενο στο στοιχείο δ) σύστημα, σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 95/46/ΕΚ και, κατά περίπτωση, αναλύονται κατά φύλο.

3.   Όσον αφορά την επιλογή των πράξεων, η διαχειριστική αρχή:

α)

καταρτίζει και, κατά περίπτωση όταν εγκριθούν, εφαρμόζει κατάλληλες διαδικασίες επιλογής και/ή κριτήρια που δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι διαφανή·

β)

εξασφαλίζει ότι η πράξη που επιλέχθηκε:

i)

εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ταμείου και του επιχειρησιακού προγράμματος·

ii)

πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα και στα άρθρα 22, 23 και 26·

iii)

λαμβάνει υπόψη, κατά περίπτωση, τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφοι 11, 12, 13 και 14·

γ)

εξασφαλίζει ότι παρέχεται στον δικαιούχο έγγραφο που καθορίζει τους όρους για την υποστήριξη της κάθε πράξης, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών απαιτήσεων που αφορούν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που πρέπει να παρασχεθούν βάσει της πράξης, το σχέδιο χρηματοδότησης και την προθεσμία εκτέλεσης·

δ)

εξασφαλίζει ότι ο δικαιούχος διαθέτει τη διοικητική, χρηματοοικονομική και επιχειρησιακή ικανότητα να τηρήσει τους όρους που αναφέρονται στο στοιχείο γ) πριν από την έγκριση της πράξης·

ε)

εξασφαλίζει ότι, σε περίπτωση που η υλοποίηση της πράξης έχει αρχίσει πριν από την υποβολή αίτησης για χρηματοδότηση στη διαχειριστική αρχή, τηρείται το ισχύον δίκαιο σχετικά με την εν λόγω πράξη·

στ)

καθορίζει το είδος της υλικής βοήθειας για ΕΠ Ι και το είδος δράσης για ΕΠ ΙΙ στα οποία θα καταλογιστούν οι δαπάνες μιας πράξης.

4.   Όσον αφορά τη δημοσιονομική διαχείριση και τον έλεγχο του επιχειρησιακού προγράμματος, η διαχειριστική αρχή:

α)

επαληθεύει την παράδοση των συγχρηματοδοτούμενων προϊόντων και υπηρεσιών και την καταβολή των δαπανών που δηλώνουν οι δικαιούχοι και ότι οι δαπάνες αυτές είναι σύμφωνες με το εφαρμοστέο δίκαιο, το επιχειρησιακό πρόγραμμα και τους όρους για την υποστήριξη της πράξης·

β)

διασφαλίζει ότι οι δικαιούχοι που εμπλέκονται στην υλοποίηση πράξεων των οποίων οι δαπάνες επιστρέφονται βάσει επιλέξιμων δαπανών που όντως έχουν γίνει τηρούν είτε χωριστό λογιστικό σύστημα είτε επαρκή λογιστική κωδικοποίηση για όλες τις συναλλαγές που αφορούν μια πράξη·

γ)

θέτει σε εφαρμογή αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα καταπολέμησης της απάτης, λαμβάνοντας υπόψη τους εντοπισθέντες κινδύνους·

δ)

ορίζει διαδικασίες που διασφαλίζουν την τήρηση όλων των εγγράφων σχετικά με τις δαπάνες και τους ελέγχους που απαιτούνται για τη διασφάλιση επαρκούς διαδρομής του ελέγχου, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 28 στοιχείο ζ)·

ε)

συντάσσει τη διαχειριστική δήλωση και την ετήσια σύνοψη που προβλέπεται στο άρθρο 59 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) του δημοσιονομικού κανονισμού.

5.   Οι επαληθεύσεις βάσει της παραγράφου 4 στοιχείο α) περιλαμβάνουν τις ακόλουθες διαδικασίες:

α)

διοικητικές επαληθεύσεις για κάθε αίτηση επιστροφής που υποβάλλουν οι δικαιούχοι·

β)

επιτόπιες επαληθεύσεις πράξεων.

Η συχνότητα και το πεδίο κάλυψης των επιτόπιων επαληθεύσεων είναι ανάλογα προς το ποσό της δημόσιας υποστήριξης σε μια πράξη και προς το επίπεδο κινδύνου που εντοπίζεται κατά τις εν λόγω επαληθεύσεις και τους ελέγχους που διενεργεί η ελεγκτική αρχή για το σύστημα διαχείρισης και ελέγχου συνολικά.

6.   Οι επιτόπιες επαληθεύσεις μεμονωμένων πράξεων δυνάμει της παραγράφου 5 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) μπορούν να διενεργούνται σε δειγματοληπτική βάση.

7.   Εάν η διαχειριστική αρχή είναι και δικαιούχος στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος, οι ρυθμίσεις για τις επαληθεύσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο α) εξασφαλίζουν τον επαρκή διαχωρισμό καθηκόντων.

8.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 62 για τον καθορισμό των κανόνων προσδιορισμού των πληροφοριών σε σχέση με τα δεδομένα που πρέπει να καταγράφονται και να αποθηκεύονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του συστήματος παρακολούθησης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των τεχνικών προδιαγραφών του συστήματος που θεσπίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 63 παράγραφος 3.

9.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 62, για τον καθορισμό των λεπτομερών ελάχιστων απαιτήσεων για τη διαδρομή ελέγχου που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου σε σχέση με τις λογιστικές εγγραφές που πρέπει να τηρούνται και τα δικαιολογητικά έγγραφα που πρέπει να φυλάσσονται σε επίπεδο αρχής πιστοποίησης, διαχειριστικής αρχής, ενδιάμεσων φορέων και δικαιούχων.

10.   Η Επιτροπή εκδίδει, προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου, εκτελεστικές πράξεις σχετικά με το υπόδειγμα της διαχειριστικής δήλωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχείο ε). Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 63 παράγραφος 2.

Άρθρο 33

Καθήκοντα της αρχής πιστοποίησης

Η αρχή πιστοποίησης επιχειρησιακού προγράμματος είναι αρμόδια ειδικότερα για:

α)

την κατάρτιση και υποβολή αιτήσεων πληρωμής στην Επιτροπή και την πιστοποίηση ότι αυτές είναι προϊόν αξιόπιστων λογιστικών συστημάτων, βασίζονται σε επαληθεύσιμα παραστατικά και έχουν υποβληθεί σε επαληθεύσεις από τη διαχειριστική αρχή·

β)

την κατάρτιση των λογαριασμών που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του δημοσιονομικού κανονισμού·

γ)

την πιστοποίηση της πληρότητας, της ακρίβειας και της ειλικρίνειας των λογαριασμών και ότι οι δαπάνες που εγγράφονται σε αυτούς είναι σύμφωνες με το εφαρμοστέο δίκαιο και έχουν πραγματοποιηθεί για πράξεις που επελέγησαν για χρηματοδότηση σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα και συνάδουν με το εφαρμοστέο δίκαιο·

δ)

τη διασφάλιση της ύπαρξης ενός συστήματος εγγραφής και αποθήκευσης, σε ηλεκτρονική μορφή, λογιστικών εγγραφών για κάθε πράξη, και το οποίο υποστηρίζει όλα τα απαιτούμενα δεδομένα για την κατάρτιση των αιτήσεων πληρωμής και τους λογαριασμούς, περιλαμβανομένων των εγγραφών των προς ανάκτηση ποσών, των ανακτηθέντων ποσών και των ποσών που ανακλήθηκαν μετά από ολική ή μερική ακύρωση της συνεισφοράς για μια πράξη ή ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα·

ε)

τη διασφάλιση, για τους σκοπούς της σύνταξης και υποβολής των αιτήσεων πληρωμών, ότι έχει λάβει επαρκείς πληροφορίες από τη διαχειριστική αρχή σχετικά με τις διαδικασίες και τις διενεργηθείσες επαληθεύσεις σε σχέση με τη δαπάνη·

στ)

τη συνεκτίμηση, κατά τη σύνταξη και υποβολή αιτήσεων πληρωμής, των αποτελεσμάτων όλων των ελέγχων που διενεργούνται από την αρχή ελέγχου ή υπό την ευθύνη της·

ζ)

την τήρηση, σε ηλεκτρονική μορφή, λογιστικών εγγραφών όσον αφορά τις δαπάνες που δηλώνονται στην Επιτροπή και του αντίστοιχου ποσού της δημόσιας συμμετοχής που καταβάλλεται στους δικαιούχους·

η)

την τήρηση λογαριασμών για τα προς ανάκτηση ποσά και τα ποσά που αποσύρονται μετά από ολική ή μερική ακύρωση της συνεισφοράς σε μια πράξη. Τα ανακτώμενα ποσά επιστρέφονται στον προϋπολογισμό της Ένωσης πριν από το κλείσιμο του επιχειρησιακού προγράμματος και αφαιρούνται από την επόμενη δήλωση δαπανών.

Άρθρο 34

Καθήκοντα της αρχής ελέγχου

1.   Η αρχή ελέγχου διασφαλίζει τη διενέργεια ελέγχων όσον αφορά την ομαλή λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου του επιχειρησιακού προγράμματος και σε κατάλληλο δείγμα πράξεων με βάση τις δαπάνες που δηλώνονται.

Οι δηλωθείσες δαπάνες ελέγχονται με βάση αντιπροσωπευτικό δείγμα, ή κατά περίπτωση, με ελέγχους επαλήθευσης, και, κατά γενικό κανόνα, με στατιστικές μεθόδους δειγματοληψίας.

Μη στατιστική μέθοδος δειγματοληψίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανάλογα με την επαγγελματική κρίση της αρχής ελέγχου, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα διεθνώς αποδεκτά ελεγκτικά πρότυπα και σε κάθε περίπτωση όταν ο αριθμός των πράξεων για μια λογιστική χρήση δεν είναι επαρκής ώστε να επιτρέψει τη χρήση στατιστικής μεθόδου.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, το μέγεθος του δείγματος είναι επαρκές ώστε να είναι σε θέση η αρχή ελέγχου να συντάσσει έγκυρη έκθεση λογιστικού ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού.

Η μέθοδος μη στατιστικού δείγματος καλύπτει τουλάχιστον το 5 % των πράξεων για τις οποίες έχουν δηλωθεί δαπάνες στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια μιας λογιστικής χρήσης και 10 % των δαπανών που έχουν δηλωθεί στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια μιας λογιστικής χρήσης.

Στις περιπτώσεις που το συνολικό ποσό στήριξης από το Ταμείο σε ένα ΕΠ Ι δεν υπερβαίνει τα 35 000 000 EUR, μπορεί η αρχή ελέγχου να περιορίσει τις ελεγκτικές της δραστηριότητες σε ετήσιο σύστημα ελέγχου το οποίο περιλαμβάνει ελέγχους επαλήθευσης με συνδυασμό αιφνιδιαστικών ελέγχων και δοκιμών βάσει του κινδύνου. Το ελεγκτικό έργο διενεργείται σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτά πρότυπα ελέγχου και αξιολογεί ποσοτικά ετησίως το επίπεδο σφάλματος που περιλαμβάνεται στις πιστοποιημένες δηλώσεις δαπανών προς την Επιτροπή.

2.   Όταν οι έλεγχοι διενεργούνται από άλλο φορέα διαφορετικό από την ελεγκτική αρχή, η ελεγκτική αρχή εγγυάται ότι ο εν λόγω φορέας διαθέτει την αναγκαία λειτουργική ανεξαρτησία.

3.   Η ελεγκτική αρχή εγγυάται ότι κατά τον έλεγχο λαμβάνονται υπόψη τα διεθνώς αποδεκτά λογιστικά πρότυπα.

4.   Η αρχή ελέγχου καταρτίζει, εντός οκτώ μηνών από την έγκριση ενός επιχειρησιακού προγράμματος, στρατηγική λογιστικού ελέγχου για τη διενέργεια των λογιστικών ελέγχων. Η στρατηγική λογιστικού ελέγχου ορίζει τη μεθοδολογία ελέγχου, την μέθοδο δειγματοληψίας ή, κατά περίπτωση, τους ελέγχους επαλήθευσης για τους λογιστικούς ελέγχους πράξεων και τον προγραμματισμό των ελέγχων για την τρέχουσα λογιστική χρήση και τις δύο επόμενες λογιστικές χρήσεις. Η στρατηγική λογιστικού ελέγχου επικαιροποιείται σε ετήσια βάση από το 2016 μέχρι και το 2024. Όταν ένα κοινό σύστημα διαχείρισης και ελέγχου εφαρμόζεται σε δύο επιχειρησιακά προγράμματα, μπορεί να καθοριστεί μία ενιαία στρατηγική λογιστικού ελέγχου για τα εν λόγω επιχειρησιακά προγράμματα. Η αρχή ελέγχου υποβάλλει στην Επιτροπή τη στρατηγική λογιστικού ελέγχου, κατόπιν σχετικού αιτήματος.

5.   Η αρχή ελέγχου συντάσσει:

α)

γνώμη λογιστικού ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού·

β)

ετήσια έκθεση ελέγχου που παραθέτει τα κύρια συμπεράσματα των λογιστικών ελέγχων που διενεργήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων των συμπερασμάτων σχετικά με ελλείψεις που διαπιστώθηκαν στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, και των προτεινόμενων διορθωτικών ενεργειών καθώς και εκείνων που υλοποιήθηκαν.

Όταν ένα κοινό σύστημα διαχείρισης και ελέγχου εφαρμόζεται σε δύο επιχειρησιακά προγράμματα, τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου μπορούν να ομαδοποιηθούν σε μία ενιαία έκθεση.

6.   Η Επιτροπή εκδίδει, προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου, εκτελεστικές πράξεις σχετικά με τα υποδείγματα για τη στρατηγική λογιστικού ελέγχου, τη γνώμη λογιστικού ελέγχου και την έκθεση ελέγχου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 63 παράγραφος 2.

7.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 62, προκειμένου να ορίζει το πεδίο και το περιεχόμενο των λογιστικών ελέγχων πράξεων και των λογιστικών ελέγχων των λογαριασμών και τη μεθοδολογία για την επιλογή του δείγματος των πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

8.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 62, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων όσον αφορά τη χρήση των δεδομένων που συλλέγονται κατά τη διενέργεια των εν λόγω λογιστικών ελέγχων από υπαλλήλους της Επιτροπής ή εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της Επιτροπής.

Άρθρο 35

Διαδικασία διορισμού της διαχειριστικής αρχής και της αρχής πιστοποίησης

1.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή την ημερομηνία και τη μορφή των διορισμών, που πραγματοποιούνται στο κατάλληλο επίπεδο, της διαχειριστικής αρχής και, κατά περίπτωση, της αρχής πιστοποίησης, πριν από την υποβολή της πρώτης αίτησης ενδιάμεσης πληρωμής προς την Επιτροπή.

2.   Οι διορισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 βασίζονται σε έκθεση και γνώμη ανεξάρτητου ελεγκτικού φορέα, που αξιολογεί τη συμμόρφωση των αρχών προς τα κριτήρια που αφορούν το περιβάλλον εσωτερικού ελέγχου, τη διαχείριση των κινδύνων, τις δραστηριότητες διαχείρισης και ελέγχου, και την παρακολούθηση όπως αναφέρονται στο παράρτημα IV.

Ο ανεξάρτητος φορέας ελέγχου είναι η αρχή ελέγχου, ή άλλος φορέας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου με την απαραίτητη ελεγκτική ικανότητα, ο οποίος είναι ανεξάρτητος από τη διαχειριστική αρχή και, κατά περίπτωση, από την αρχή πιστοποίησης, και ο οποίος εκτελεί τα καθήκοντά του λαμβάνοντας υπόψη τα διεθνώς αποδεκτά πρότυπα λογιστικού ελέγχου.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι μια διαχειριστική αρχή ή μια αρχή πιστοποίησης που διορίστηκε για επιχειρησιακό πρόγραμμα συγχρηματοδοτούμενο από το ΕΚΤ, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 θεωρείται ότι διορίστηκε για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

4.   Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει, εντός ενός μηνός από την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 κοινοποίηση των διορισμών, την έκθεση και τη γνώμη του αναφερόμενου στην παράγραφο 2 ανεξάρτητου ελεγκτικού φορέα και την περιγραφή των καθηκόντων και διαδικασιών της διαχειριστικής αρχής ή, κατά περίπτωση, της αρχής πιστοποίησης. Η Επιτροπή αποφασίζει εάν θα ζητήσει τα έγγραφα αυτά με βάση την αξιολόγηση κινδύνου.

Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις εντός δύο μηνών από την παραλαβή των εγγράφων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 46, η εξέταση των εν λόγω εγγράφων δεν συνεπάγεται διακοπή της επεξεργασίας των αιτήσεων για ενδιάμεσες πληρωμές.

5.   Σε περίπτωση που τα υφιστάμενα αποτελέσματα των λογιστικών και άλλων ελέγχων δείχνουν ότι η διορισθείσα αρχή δεν πληροί πλέον τα κριτήρια της παραγράφου 2, το κράτος μέλος καθορίζει, στο κατάλληλο επίπεδο και ανάλογα με τη σοβαρότητα του προβλήματος, περίοδο συμμόρφωσης κατά την οποία πρέπει να αναληφθούν οι απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες.

Σε περίπτωση που η διορισμένη αρχή δεν υλοποιήσει τις απαιτούμενες διορθωτικές ενέργειες εντός της περιόδου συμμόρφωσης που καθόρισε το κράτος μέλος, επιβάλλεται παύση του διορισμού της από το ίδιο το κράτος μέλος στο κατάλληλο επίπεδο.

Το κράτος μέλος ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την Επιτροπή όταν διορισμένη αρχή υπαχθεί σε περίοδο συμμόρφωσης, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με την αντίστοιχη περίοδο συμμόρφωσης, όταν τερματισθεί η περίοδος συμμόρφωσης μετά την εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων, καθώς και σε περίπτωση που τερματισθεί ο διορισμός αρχής. Η γνωστοποίηση υπαγωγής διορισμένου φορέα σε περίοδο συμμόρφωσης από το κράτος μέλος, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 46, δεν συνεπάγεται διακοπή της επεξεργασίας των αιτήσεων για ενδιάμεσες πληρωμές.

6.   Όταν τερματίζεται ο διορισμός διαχειριστικής αρχής ή αρχής πιστοποίησης, τα κράτη μέλη διορίζουν, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 2, νέο φορέα ο οποίος αναλαμβάνει τα καθήκοντα της διαχειριστικής αρχής ή της αρχής πιστοποίησης, και ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.

7.   Η Επιτροπή εκδίδει, προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου, εκτελεστικές πράξεις σχετικά με το υπόδειγμα έκθεσης και γνώμης του ανεξάρτητου ελεγκτικού φορέα και την περιγραφή των καθηκόντων και διαδικασιών που ισχύουν για τη διαχειριστική αρχή και, ανάλογα με την περίπτωση, την αρχή πιστοποίησης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 63 παράγραφος 3.

Άρθρο 36

Εξουσίες και αρμοδιότητες της Επιτροπής

1.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών που καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τις πληροφορίες για τον διορισμό των φορέων που είναι υπεύθυνοι για την διαχείριση και τον έλεγχο, τα έγγραφα που παρέχονται κατ’ έτος, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 5 του δημοσιονομικού κανονισμού, από τους ορισθέντες φορείς, τις εκθέσεις ελέγχου, τις ετήσιες εκθέσεις υλοποίησης και τους ελέγχους που διενεργούνται από εθνικούς και ενωσιακούς φορείς, ότι τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει συστήματα διαχείρισης και ελέγχου τα οποία είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και ότι τα συστήματα αυτά λειτουργούν αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια εφαρμογής των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

2.   Υπάλληλοι της Επιτροπής ή εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της Επιτροπής μπορούν να διενεργούν επιτόπιους λογιστικούς ελέγχους ή επαληθεύσεις μετά από προειδοποίηση τουλάχιστον 12 εργάσιμων ημερών στην αρμόδια εθνική αρχή, εκτός από επείγουσες περιπτώσεις. Η Επιτροπή τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη αποφυγής αδικαιολόγητων αλληλοεπικαλύψεων των λογιστικών ελέγχων ή των επαληθεύσεων που διενεργούν τα κράτη μέλη, το επίπεδο κινδύνου για τον προϋπολογισμό της Ένωσης και την ανάγκη ελαχιστοποίησης των διοικητικών επιβαρύνσεων για τους δικαιούχους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Το πεδίο εφαρμογής αυτών των ελέγχων ή επαληθεύσεων μπορεί να περιλαμβάνει ιδίως την επαλήθευση της αποτελεσματικής λειτουργίας των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου ενός προγράμματος ή μέρους του προγράμματος και των πράξεων, καθώς και αξιολόγηση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης πράξεων ή προγραμμάτων. Σε αυτούς τους ελέγχους ή τις επαληθεύσεις μπορούν να συμμετέχουν υπάλληλοι ή εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του κράτους μέλους.

Οι υπάλληλοι ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της Επιτροπής, οι οποίοι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι να διενεργούν επιτόπιους λογιστικούς ελέγχους ή επαληθεύσεις, έχουν πρόσβαση σε όλα τα απαιτούμενα αρχεία, έγγραφα και μεταδεδομένα, ανεξάρτητα από το μέσο αποθήκευσής τους, τα οποία αφορούν τις χρηματοδοτούμενες από το Ταμείο δαπάνες ή τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου. Τα κράτη μέλη παρέχουν αντίγραφα αυτών των αρχείων, εγγράφων και μεταδεδομένων στην Επιτροπή μετά από σχετικό αίτημα.

Οι αρμοδιότητες που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο δεν θίγουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που επιφυλάσσουν ορισμένες πράξεις για υπαλλήλους που ορίζονται ειδικά από την εθνική νομοθεσία. Υπάλληλοι και εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της Επιτροπής δεν συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, σε κατ’ οίκον επισκέψεις ή στις επίσημες ανακρίσεις ατόμων στα πλαίσια διαδικασιών βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Εντούτοις, οι υπάλληλοι αυτοί και οι αντιπρόσωποι έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που αποκτώνται με αυτόν τον τρόπο χωρίς να θίγονται οι αρμοδιότητες των εθνικών δικαστηρίων και τηρώντας πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματα των σχετικών υποκειμένων δικαίου.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων του διαχείρισης και ελέγχου ή να επαληθεύσει την ορθότητα των δαπανών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 37

Συνεργασία με τις ελεγκτικές αρχές

1.   Η Επιτροπή συνεργάζεται με τις αρχές ελέγχου για τον συντονισμό των σχεδίων και των μεθόδων του λογιστικού ελέγχου και ανταλλάσσει αμέσως με τις εν λόγω αρχές τα αποτελέσματα των λογιστικών ελέγχων των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου.

2.   Για να διευκολυνθεί η συνεργασία αυτή σε περιπτώσεις που ένα κράτος μέλος ορίζει περισσότερες από μία ελεγκτικές αρχές, το κράτος μέλος μπορεί να ορίσει έναν συντονιστικό φορέα.

3.   Η Επιτροπή, οι ελεγκτικές αρχές και ο τυχόν συντονιστικός φορέας συναντώνται τακτικά κατά γενικό δε κανόνα τουλάχιστον μία φορά το έτος, εκτός εάν καταλήξουν σε διαφορετική απόφαση μεταξύ τους, για να εξετάσουν από κοινού την ετήσια έκθεση ελέγχου, τη γνώμη λογιστικού ελέγχου και τη στρατηγική λογιστικού ελέγχου, και να ανταλλάξουν απόψεις για θέματα που σχετίζονται με τη βελτίωση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ΕΞΕΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ, ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Δημοσιονομική διαχείριση

Άρθρο 38

Αναλήψεις υποχρεώσεων του προϋπολογισμού

Οι αναλήψεις υποχρεώσεων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα πραγματοποιούνται σε ετήσιες δόσεις στη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020. Η απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση επιχειρησιακού προγράμματος συνιστά απόφαση χρηματοδότησης κατά την έννοια του άρθρου 84 του δημοσιονομικού κανονισμού και, μόλις κοινοποιηθεί στο οικείο κράτος μέλος, συνιστά νομική ανάληψη υποχρέωσης κατά την έννοια του δημοσιονομικού κανονισμού.

Για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα, η ανάληψη υποχρέωσης του προϋπολογισμού για την πρώτη δόση έπεται της έγκρισης του επιχειρησιακού προγράμματος από την Επιτροπή.

Οι αναλήψεις υποχρεώσεων του προϋπολογισμού για τις επόμενες δόσεις πραγματοποιούνται από την Επιτροπή πριν από την 1η Μαΐου κάθε έτους με βάση την απόφαση που αναφέρεται στην δεύτερη παράγραφο, εκτός εάν εφαρμόζεται το άρθρο 16 του δημοσιονομικού κανονισμού.

Άρθρο 39

Πληρωμές εκ μέρους της Επιτροπής

1.   Οι πληρωμές εκ μέρους της Επιτροπής της συνεισφοράς του Ταμείου σε κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις πιστώσεις του προϋπολογισμού και με την επιφύλαξη των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων. Κάθε πληρωμή καταλογίζεται στις παλαιότερες ανοικτές πιστώσεις υποχρεώσεων του προϋπολογισμού του Ταμείου.

2.   Οι πληρωμές έχουν τη μορφή προχρηματοδότησης, ενδιάμεσων πληρωμών και πληρωμής του τελικού υπολοίπου.

Άρθρο 40

Ενδιάμεσες πληρωμές και πληρωμή του τελικού υπολοίπου εκ μέρους της Επιτροπής

1.   Η Επιτροπή καταβάλλει ως ενδιάμεσες πληρωμές το 90 % του ποσού που προκύπτει από την εφαρμογή του ποσοστού συγχρηματοδότησης που ορίζεται στην απόφαση για την έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος, στην επιλέξιμη δημόσια δαπάνη που περιλαμβάνεται στην αίτηση πληρωμής. Η Επιτροπή καθορίζει τα υπόλοιπα ποσά τα οποία επιστρέφονται υπό μορφή ενδιάμεσων πληρωμών ή ανακτώνται σύμφωνα με το άρθρο 50.

2.   Παρά τις διατάξεις του άρθρου 21, η συνεισφορά από το Ταμείο μέσω των ενδιάμεσων πληρωμών και της πληρωμής του τελικού υπολοίπου δεν είναι υψηλότερη από το ανώτατο ποσό της συνεισφοράς από το Ταμείο, όπως ορίζεται στην απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος.

Άρθρο 41

Αιτήσεις πληρωμής

1.   Η αίτηση πληρωμής που υποβάλλεται στην Επιτροπή παρέχει όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα στην Επιτροπή για την τήρηση λογαριασμών σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού.

2.   Οι αιτήσεις πληρωμής περιλαμβάνουν για το επιχειρησιακό πρόγραμμα συνολικά και για την τεχνική βοήθεια που προβλέπεται στο άρθρο 27 παράγραφος 4:

α)

το συνολικό ποσό των επιλέξιμων δημόσιων δαπανών που επωμίστηκαν οι δικαιούχοι και οι οποίες καταβλήθηκαν για την υλοποίηση πράξεων, όπως αυτές έχουν εγγραφεί στο λογιστικό σύστημα της αρχής πιστοποίησης·

β)

το συνολικό ποσό της δημόσιας δαπάνης για την υλοποίηση πράξεων, όπως έχει καταχωριστεί στο λογιστικό σύστημα της αρχής πιστοποίησης.

3.   Οι επιλέξιμες δαπάνες που περιλαμβάνονται σε αίτηση πληρωμής τεκμηριώνονται από τα εκδοθέντα τιμολόγια ή λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής αξίας, εκτός των μορφών υποστήριξης που προβλέπονται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ). Για τέτοιες μορφές επιχορηγήσεων, τα ποσά που περιλαμβάνονται σε μια αίτηση πληρωμής είναι οι δαπάνες που υπολογίζονται σε συνάρτηση με την εφαρμοζόμενη βάση.

4.   Η Επιτροπή εκδίδει, προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου, εκτελεστικές πράξεις σχετικά με το υπόδειγμα για τις αιτήσεις πληρωμής. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 63 παράγραφος 3.

Άρθρο 42

Πληρωμές προς δικαιούχους

1.   Η διαχειριστική αρχή εξασφαλίζει ότι, όταν παρέχονται επιχορηγήσεις προς τις οργανώσεις-εταίρους, οι δικαιούχοι διαθέτουν επαρκή ρευστότητα ώστε να διασφαλίζεται η ορθή εκτέλεση των πράξεων.

2.   Υπό τον όρο της διαθεσιμότητας χρηματοδότησης από την προχρηματοδότηση και τις ενδιάμεσες πληρωμές, η διαχειριστική αρχή μεριμνά ώστε ο δικαιούχος να εισπράττει στο ακέραιο το συνολικό ποσό της οφειλόμενης επιλέξιμης δημόσιας δαπάνης το αργότερο 90 ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αξίωσης πληρωμής από τον δικαιούχο. Κανένα ποσό δεν αφαιρείται ούτε παρακρατείται, ούτε εισπράττεται οποιαδήποτε ειδική επιβάρυνση ή άλλο τέλος ισοδύναμου αποτελέσματος, το οποίο θα επέφερε μείωση των οφειλόμενων στους δικαιούχους ποσών.

3.   Η προθεσμία πληρωμής που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μπορεί να διακοπεί από την διαχειριστική αρχή στις ακόλουθες δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις:

α)

το ποσό της αξίωσης πληρωμής δεν οφείλεται ή δεν έχουν προσκομιστεί τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων και των εγγράφων που είναι αναγκαία για τις επαληθεύσεις διαχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 4 στοιχείο α)·

β)

έχει ξεκινήσει έρευνα σε σχέση με πιθανές παρατυπίες που επηρεάζουν τη σχετική δαπάνη.

Ο ενδιαφερόμενος δικαιούχος ενημερώνεται γραπτώς για την διακοπή και τους λόγους της διακοπής.

Άρθρο 43

Χρήση του ευρώ

1.   Τα ποσά των επιχειρησιακών προγραμμάτων που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη, οι δηλώσεις δαπανών, οι αιτήσεις πληρωμής, οι λογαριασμοί και οι δαπάνες που αναφέρονται στις ετήσιες και τελικές εκθέσεις υλοποίησης εκφράζονται σε ευρώ.

2.   Τα κράτη μέλη που δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ ως νόμισμά τους κατά την ημερομηνία της αίτησης πληρωμής μετατρέπουν σε ευρώ τα ποσά των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν σε εθνικό νόμισμα. Τα ποσά αυτά μετατρέπονται σε ευρώ με την χρήση της μηνιαίας λογιστικής ισοτιμίας της Επιτροπής για τον μήνα εγγραφής της σχετικής δαπάνης στους λογαριασμούς της αρχής πιστοποίησης του συγκεκριμένου επιχειρησιακού προγράμματος. Η Επιτροπή δημοσιεύει κάθε μήνα ηλεκτρονικώς αυτή τη συναλλαγματική ισοτιμία.

3.   Όταν το ευρώ γίνει το νόμισμα ενός κράτους μέλους, η διαδικασία μετατροπής που μνημονεύεται στην παράγραφο 2 εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε όλες τις δαπάνες που έχουν καταλογιστεί στους λογαριασμούς από την αρχή πιστοποίησης πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της αμετάκλητης ισοτιμίας μετατροπής του εθνικού νομίσματος σε ευρώ.

Άρθρο 44

Πληρωμή και εκκαθάριση της προχρηματοδότησης

1.   Έπειτα από την απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος, η Επιτροπή καταβάλλει προχρηματοδότηση που ανέρχεται στο 11 % της συνολικής συνεισφοράς του Ταμείου στο εν λόγω επιχειρησιακό πρόγραμμα.

2.   Η προχρηματοδότηση χρησιμοποιείται μόνο για πληρωμές στους δικαιούχους κατά την εφαρμογή του επιχειρησιακού προγράμματος. Διατίθεται αμέσως στον αρμόδιο φορέα γι’ αυτόν τον σκοπό.

3.   Το συνολικό ποσό που καταβάλλεται ως προχρηματοδότηση επιστρέφεται στην Επιτροπή εάν δεν σταλεί καμία αίτηση πληρωμής για το εν λόγω επιχειρησιακό πρόγραμμα εντός 24 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή καταβάλλει το πρώτο ποσό της προχρηματοδότησης. Η συνεισφορά της Ένωσης στο εν λόγω επιχειρησιακό πρόγραμμα δεν επηρεάζεται από αυτή την επιστροφή.

4.   Το ποσό που καταβάλλεται ως προχρηματοδότηση διαγράφεται εξ ολοκλήρου από τους λογαριασμούς της Επιτροπής το αργότερο κατά το κλείσιμο του επιχειρησιακού προγράμματος.

Άρθρο 45

Προθεσμίες για την υποβολή των αιτήσεων ενδιάμεσης πληρωμής και για την πληρωμή τους

1.   Η αρχή πιστοποίησης υποβάλλει σε τακτά διαστήματα αίτηση ενδιάμεσης πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 2 που καλύπτει ποσά τα οποία εγγράφονται στο λογιστικό της σύστημα κατά την λογιστική χρήση. Ωστόσο, η αρχή πιστοποίησης, όταν το θεωρεί αναγκαίο, μπορεί να συμπεριλάβει τα εν λόγω ποσά στις αιτήσεις πληρωμής που υποβάλλονται σε μεταγενέστερες λογιστικές χρήσεις.

2.   Η αρχή πιστοποίησης υποβάλλει την τελική αίτηση ενδιάμεσης πληρωμής έως τις 31 Ιουλίου μετά τη λήξη της προηγούμενης λογιστικής χρήσης και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την πρώτη αίτηση ενδιάμεσης πληρωμής για την επόμενη λογιστική χρήση.

3.   Η πρώτη αίτηση ενδιάμεσης πληρωμής δεν υποβάλλεται πριν από την κοινοποίηση στην Επιτροπή του διορισμού της διαχειριστικής αρχής και της αρχής πιστοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 35.

4.   Δεν πραγματοποιούνται ενδιάμεσες πληρωμές για επιχειρησιακό πρόγραμμα, εκτός εάν έχει αποσταλεί στην Επιτροπή η ετήσια έκθεση υλοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 13.

5.   Με την επιφύλαξη των διαθέσιμων χρηματοδοτικών πόρων, η Επιτροπή πραγματοποιεί την ενδιάμεση πληρωμή το αργότερο εντός 60 ημερών από την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης πληρωμής από την Επιτροπή.

Άρθρο 46

Διακοπή της προθεσμίας πληρωμής

1.   Ο κύριος διατάκτης, κατά την έννοια του δημοσιονομικού κανονισμού, μπορεί να διακόπτει την προθεσμία πληρωμής για μια αίτηση ενδιάμεσης πληρωμής για ανώτατη περίοδο έξι μηνών:

α)

σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν παρασχεθεί από έναν εθνικό ή ενωσιακό φορέα λογιστικού ελέγχου, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις σημαντικής ανεπάρκειας στη λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου·

β)

ο κύριος διατάκτης οφείλει να διενεργεί πρόσθετες επαληθεύσεις όταν περιέρχονται σε γνώση του πληροφορίες ότι οι δαπάνες που περιέχονται σε μια αίτηση πληρωμής συνδέονται με παρατυπία που έχει σοβαρές δημοσιονομικές συνέπειες·

γ)

δεν υποβάλλεται ένα από τα έγγραφα που απαιτούνται βάσει του άρθρου 59 παράγραφος 5 του δημοσιονομικού κανονισμού.

Τα κράτη μέλη μπορούν να συμφωνήσουν για επέκταση της περιόδου διακοπής κατά τρεις επιπλέον μήνες.

2.   Ο κύριος διατάκτης περιορίζει τη διακοπή στο μέρος της δαπάνης που καλύπτεται από την αίτηση πληρωμής την οποία αφορούν τα στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, εκτός εάν δεν είναι δυνατός ο εντοπισμός του μέρους των δαπανών που επηρεάζεται. Ο κύριος διατάκτης ενημερώνει γραπτώς το κράτος μέλος και τη διαχειριστική αρχή αμέσως για τον λόγο της διακοπής και τους ζητά να διορθώσουν την κατάσταση. Ο κύριος διατάκτης τερματίζει τη διακοπή της προθεσμίας πληρωμής μόλις ληφθούν τα αναγκαία μέτρα.

Άρθρο 47

Αναστολή πληρωμών

1.   Το σύνολο ή μέρος των ενδιάμεσων πληρωμών μπορεί να αναστέλλεται από την Επιτροπή εάν συντρέχει ένας ή περισσότεροι από τους ακόλουθους λόγους:

α)

υπάρχει σοβαρή έλλειψη στην αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου του επιχειρησιακού προγράμματος, που έχει θέσει σε κίνδυνο την ενωσιακή συνεισφορά στο επιχειρησιακό πρόγραμμα και για την οποία δεν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα·

β)

δαπάνη που περιλαμβάνεται σε δήλωση δαπανών συνδέεται με παρατυπία που έχει σοβαρές δημοσιονομικές συνέπειες, η οποία δεν έχει διορθωθεί·

γ)

το κράτος μέλος δεν έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την επανόρθωση της κατάστασης η οποία αποτέλεσε αιτία της διακοπής βάσει του άρθρου 46·

δ)

υπάρχει σοβαρή ανεπάρκεια όσον αφορά την ποιότητα και την αξιοπιστία του συστήματος παρακολούθησης ή των δεδομένων σχετικά με τους δείκτες.

2.   Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει με εκτελεστικές πράξεις την αναστολή όλων ή μέρους των ενδιάμεσων πληρωμών, αφού προηγουμένως δώσει στο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

3.   Η Επιτροπή τερματίζει την αναστολή όλων ή μέρους των ενδιάμεσων πληρωμών όταν το κράτος μέλος έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να καταστήσει δυνατή την άρση της αναστολής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Προετοιμασία, εξέταση και αποδοχή των λογαριασμών και κλείσιμο των επιχειρησιακών προγραμμάτων

Άρθρο 48

Υποβολή πληροφοριών

Για κάθε έτος από το 2016 έως και το 2025, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή κατά την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 59 παράγραφος 5 του δημοσιονομικού κανονισμού, τα κατωτέρω έγγραφα που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο, και συγκεκριμένα:

α)

τους λογαριασμούς που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού για την προηγούμενη λογιστική χρήση·

β)

τη διαχειριστική δήλωση και την ετήσια σύνοψη που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 στοιχείο ε) του παρόντος κανονισμού για την προηγούμενη λογιστική χρήση·

γ)

τη γνώμη λογιστικού ελέγχου και την έκθεση ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 34 παράγραφος 5 στοιχεία α) και β) του παρόντος κανονισμού για την προηγούμενη λογιστική χρήση.

Άρθρο 49

Προετοιμασία των λογαριασμών

1.   Οι λογαριασμοί που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του δημοσιονομικού κανονισμού υποβάλλονται στην Επιτροπή για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα. Οι λογαριασμοί καλύπτουν τη λογιστική χρήση και περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

το συνολικό ποσό των επιλέξιμων δημόσιων δαπανών που έχουν εγγραφεί στα λογιστικά συστήματα της αρχής πιστοποίησης το οποίο έχει συμπεριληφθεί σε αιτήσεις πληρωμών που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 41 και το άρθρο 45 παράγραφος 2 έως τις 31 Ιουλίου που έπεται της λήξης της λογιστικής χρήσης, το συνολικό ποσό της αντίστοιχης επιλέξιμης δημόσιας δαπάνης που έχει πραγματοποιηθεί κατά την υλοποίηση των πράξεων και το συνολικό ποσό των αντίστοιχων πληρωμών που έχουν καταβληθεί στους δικαιούχους δυνάμει του άρθρου 42 παράγραφος 2·

β)

τα ποσά που ανακλήθηκαν και ανακτήθηκαν κατά τη λογιστική χρήση, τα προς ανάκτηση ποσά μέχρι το τέλος της λογιστικής χρήσης και τα μη ανακτήσιμα ποσά·

γ)

έλεγχο της συνάφειας μεταξύ των δαπανών που δηλώνονται σύμφωνα με το στοιχείο α) και των δαπανών που δηλώθηκαν για την ίδια λογιστική χρήση στις αιτήσεις πληρωμής και εξήγηση κάθε απόκλισης.

2.   Στην περίπτωση που δαπάνες οι οποίες περιλαμβάνονταν προηγουμένως σε αίτηση για ενδιάμεση πληρωμή της λογιστικής χρήσης αποκλείονται από τους λογαριασμούς κράτους μέλους, λόγω υπό εξέλιξη αξιολόγησης της νομιμότητας και κανονικότητας των εν λόγω δαπανών, το σύνολο ή μέρος των δαπανών αυτών που αποδειχθεί νόμιμο και κανονικό μπορεί να συμπεριληφθεί σε αίτηση για ενδιάμεση πληρωμή σε μεταγενέστερες λογιστικές χρήσεις.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει, προκειμένου να οριστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος άρθρου, εκτελεστικές πράξεις σχετικά με το υπόδειγμα για τους λογαριασμούς που αναφέρονται στο παρόν άρθρο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 63 παράγραφος 3.

Άρθρο 50

Εξέταση και αποδοχή των λογαριασμών

1.   Έως τις 31 Μαΐου του έτους που έπεται της λήξης της λογιστικής περιόδου, η Επιτροπή προβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 6 του δημοσιονομικού κανονισμού, σε εξέταση των εγγράφων που υποβλήθηκαν από το κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 48 του παρόντος κανονισμού.

Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, το κράτος μέλος παρέχει όλες τις απαραίτητες επιπρόσθετες πληροφορίες που θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να καθορίσει εάν οι λογαριασμοί είναι πλήρεις, ακριβείς και αληθείς έως την προθεσμία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

2.   Η Επιτροπή αποδέχεται τους λογαριασμούς εφόσον είναι σε θέση να συμπεράνει ότι οι λογαριασμοί είναι πλήρεις, ακριβείς και αληθείς. Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό όταν η αρχή ελέγχου παράσχει γνώμη λογιστικού ελέγχου χωρίς επιφυλάξεις όσον αφορά την πληρότητα, την ακρίβεια και την ειλικρίνεια των λογαριασμών, εκτός εάν η Επιτροπή κατέχει συγκεκριμένα στοιχεία βάσει των οποίων η γνώμη λογιστικού ελέγχου των λογαριασμών είναι αναξιόπιστη.

3.   Η Επιτροπή ενημερώνει το κράτος μέλος έως την προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 1 εάν είναι σε θέση να αποδεχθεί τους λογαριασμούς.

4.   Εάν, για λόγους που αποδίδονται στο κράτος μέλος, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να πραγματοποιήσει την αποδοχή των λογαριασμών έως την προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή προβαίνει σε κοινοποίηση στο κράτος μέλος διευκρινίζοντας τους λόγους σύμφωνα με την παράγραφο 2 και αναφέροντας τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν καθώς και την χρονική περίοδο για την ολοκλήρωσή τους. Στο τέλος της ε λόγω χρονικής περιόδου η Επιτροπή ενημερώνει το κράτος μέλος εάν είναι σε θέση να αποδεχθεί τους λογαριασμούς.

5.   Τα ζητήματα που αφορούν τη νομιμότητα και κανονικότητα των σχετικών συναλλαγών όσον αφορά τις δαπάνες που εγγράφονται στους λογαριασμούς δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της αποδοχής των λογαριασμών από την Επιτροπή. Η διαδικασία εξέτασης και αποδοχής των λογαριασμών δεν διακόπτει την εξέταση των αιτήσεων για ενδιάμεσες πληρωμές και δεν οδηγεί σε αναστολή των πληρωμών, με την επιφύλαξη των άρθρων 46 και 47.

6.   Βάσει των λογαριασμών που γίνονται αποδεκτοί, η Επιτροπή υπολογίζει το ποσό που πρέπει να καταλογιστεί στο Ταμείο για τη λογιστική χρήση και τις επακόλουθες προσαρμογές αναφορικά με τις πληρωμές στο κράτος μέλος. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη:

i)

τα ποσά στους λογαριασμούς που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 στοιχείο α) και στα οποία πρόκειται να εφαρμοσθεί το ποσοστό συγχρηματοδότησης που ορίζεται στο άρθρο 20·

ii)

το συνολικό ποσό των πληρωμών που πραγματοποίησε η Επιτροπή στη διάρκεια της εν λόγω λογιστικής χρήσης, το οποίο αποτελείται από το ποσό των ενδιάμεσων πληρωμών που κατέβαλε η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 21 και με το άρθρο 40 παράγραφος 1.

7.   Μετά τον υπολογισμό που πραγματοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή καταβάλλει τυχόν οφειλόμενο επιπλέον ποσό εντός 30 ημερών από την αποδοχή των λογαριασμών. Εφόσον υπάρχουν ποσά προς ανάκτηση από το κράτος μέλος, υπόκεινται σε ένταλμα είσπραξης που εκδίδει η Επιτροπή το οποίο εκτελείται, κατά το δυνατόν, με συμψηφισμό των ποσών που οφείλονται στο κράτος μέλος στο πλαίσιο μεταγενέστερων πληρωμών στο ίδιο επιχειρησιακό πρόγραμμα. Η είσπραξη αυτή δεν αποτελεί δημοσιονομική διόρθωση και δεν περιορίζει την υποστήριξη του Ταμείου προς το επιχειρησιακό πρόγραμμα. Το ποσό που εισπράττεται αποτελεί έσοδο για ειδικό προορισμό σύμφωνα με το άρθρο 177 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού.

8.   Όταν μετά την εφαρμογή της διαδικασίας της παραγράφου 4, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να αποδεχθεί τους λογαριασμούς, καθορίζει, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών και σύμφωνα με την παράγραφο 6, το ποσό που πρέπει να καταλογιστεί στο Ταμείο για τη λογιστική χρήση, και ενημερώνει το κράτος μέλος. Όταν το κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή τη σύμφωνη γνώμη του εντός δύο μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης των πληροφοριών από την Επιτροπή, εφαρμόζεται η παράγραφος 7. Ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση, με εκτελεστικές πράξεις, ορίζοντας το ποσό που πρέπει να καταλογιστεί στο Ταμείο για την λογιστική χρήση. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί δημοσιονομική διόρθωση και δεν περιορίζει τη στήριξη του Ταμείου προς το επιχειρησιακό πρόγραμμα. Βάσει της απόφασης αυτής, η Επιτροπή εφαρμόζει τις προσαρμογές στις πληρωμές προς το κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 7.

9.   Η αποδοχή των λογαριασμών από την Επιτροπή, ή η έκδοση απόφασης από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 8, δεν θίγει την εφαρμογή των διορθώσεων δυνάμει των άρθρων 55 και 56.

10.   Τα κράτη μέλη δύνανται να αντικαθιστούν τα παράτυπα ποσά που εντοπίζονται μετά την υποβολή των λογαριασμών, προβαίνοντας στις αντίστοιχες προσαρμογές στους λογαριασμούς για τη λογιστική χρήση κατά την οποία εντοπίστηκε η παρατυπία, με την επιφύλαξη των άρθρων 55 και 56.

Άρθρο 51

Διαθεσιμότητα εγγράφων

1.   Η διαχειριστική αρχή διασφαλίζει ότι όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα σχετικά με τις δαπάνες που υποστηρίζονται από το Ταμείο για πράξεις για τις οποίες το συνολικό ποσό της επιλέξιμης δημόσιας δαπάνης δεν υπερβαίνει το 1 000 000 EUR, τίθενται για διάστημα τριών ετών στη διάθεση της Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου εάν το ζητήσουν, από τις 31 Δεκεμβρίου μετά την υποβολή των λογαριασμών στους οποίους περιλαμβάνεται η δαπάνη της πράξης.

Στην περίπτωση πράξεων άλλων από εκείνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα είναι διαθέσιμα για περίοδο δύο ετών από τις 31 Δεκεμβρίου μετά την υποβολή των λογαριασμών στους οποίους περιλαμβάνεται η τελική δαπάνη της περατωθείσας πράξης.

Μια διαχειριστική αρχή μπορεί να αποφασίσει να εφαρμόσει σε πράξεις για τις οποίες η συνολική επιλέξιμη δαπάνη είναι μικρότερη των 1 000 000 EUR, τον κανόνα που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο.

Η χρονική περίοδος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο διακόπτεται είτε σε περίπτωση δικαστικών διαδικασιών είτε με δεόντως αιτιολογημένη αίτηση της Επιτροπής.

2.   Η διαχειριστική αρχή κοινοποιεί στους δικαιούχους την ημερομηνία έναρξης της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Τα έγγραφα τηρούνται υπό τη μορφή είτε πρωτοτύπων είτε επικυρωμένων αντιγράφων των πρωτοτύπων ή σε κοινώς αποδεκτούς φορείς δεδομένων, περιλαμβανομένων των ηλεκτρονικών εκδόσεων των πρωτότυπων εγγράφων ή εγγράφων που υπάρχουν μόνο σε ηλεκτρονική μορφή.

4.   Τα έγγραφα τηρούνται σε μορφή που επιτρέπει ταυτοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων για διάστημα που δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους συγκεντρώθηκαν τα δεδομένα ή για τους οποίους υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία

5.   Η διαδικασία πιστοποίησης της αντιστοιχίας των εγγράφων που διατηρούνται σε κοινά αποδεκτούς φορείς δεδομένων με τα πρωτότυπα έγγραφα ορίζεται από τις εθνικές αρχές και εξασφαλίζει ότι οι διατηρούμενες εκδόσεις τηρούν τις εθνικές νομικές απαιτήσεις και είναι αξιόπιστες για τους σκοπούς του λογιστικού ελέγχου.

6.   Όταν τα έγγραφα υπάρχουν μόνο σε ηλεκτρονική μορφή, τα πληροφοριακά συστήματα που χρησιμοποιούνται πρέπει να πληρούν τα αποδεκτά πρότυπα ασφαλείας που διασφαλίζουν ότι τα διατηρούμενα έγγραφα τηρούν τις εθνικές νομικές απαιτήσεις και είναι αξιόπιστα για τους σκοπούς του λογιστικού ελέγχου.

Άρθρο 52

Υποβολή εγγράφων κλεισίματος και πληρωμή του τελικού υπολοίπου

1.   Πέραν των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 48, για την τελική λογιστική χρήση από την 1η Ιουλίου 2023 έως την 30ή Ιουνίου 2024, τα κράτη μέλη υποβάλλουν τελική έκθεση υλοποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος.

2.   Το τελικό υπόλοιπο καταβάλλεται το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία αποδοχής των λογαριασμών της τελευταίας λογιστικής χρήσης ή ενός μηνός μετά την ημερομηνία παραλαβής της τελικής έκθεσης υλοποίησης ισχύει η τελευταία ημερομηνία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Δημοσιονομικές διορθώσεις και εισπράξεις

Άρθρο 53

Δημοσιονομικές διορθώσεις από τα κράτη μέλη

1.   Τα κράτη μέλη φέρουν την πρωταρχική ευθύνη για τη διερεύνηση των παρατυπιών και την επιβολή των αναγκαίων δημοσιονομικών διορθώσεων και την επιδίωξη της ανάκτησης των σχετικών ποσών. Σε περίπτωση συστημικής παρατυπίας, το κράτος μέλος επεκτείνει την έρευνά του για να καλυφθούν όλες οι πράξεις που έχουν ενδεχομένως επηρεαστεί.

2.   Τα κράτη μέλη προβαίνουν στις απαιτούμενες δημοσιονομικές διορθώσεις όσον αφορά τις μεμονωμένες ή συστημικές παρατυπίες που διαπιστώνονται σε πράξεις ή επιχειρησιακά προγράμματα. Οι δημοσιονομικές διορθώσεις συνίστανται στην ακύρωση ολόκληρης ή μέρους της δημόσιας συνεισφοράς σε μια πράξη ή επιχειρησιακό πρόγραμμα. Το κράτος μέλος λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των παρατυπιών και την οικονομική απώλεια του Ταμείου και εφαρμόζει αναλογική διόρθωση. Οι δημοσιονομικές διορθώσεις εγγράφονται στους λογαριασμούς από τη διαχειριστική αρχή για τη λογιστική χρήση κατά τη διάρκεια της οποίας αποφασίζεται η ακύρωση.

3.   Το ποσό της συνεισφοράς του Ταμείου που ακυρώνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί από το κράτος μέλος στο εσωτερικό του ίδιου επιχειρησιακού προγράμματος με την επιφύλαξη της παραγράφου 4.

4.   Η συνεισφορά που ακυρώνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 δεν επιτρέπεται να επαναχρησιμοποιηθεί για καμία πράξη που αποτέλεσε αντικείμενο διόρθωσης ούτε, στην περίπτωση που η δημοσιονομική διόρθωση πραγματοποιείται λόγω συστημικής παρατυπίας, για πράξη που επηρεάστηκε από τη συστημική παρατυπία.

5.   Μία δημοσιονομική διόρθωση δεν έχει αντίκτυπο στην υποχρέωση των κρατών μελών να επιδιώκουν την ανάκτηση ποσών βάσει του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 54

Δημοσιονομικές διορθώσεις από την Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή πραγματοποιεί τις δημοσιονομικές διορθώσεις, μέσω εκτελεστικών πράξεων, ακυρώνοντας συνολικά ή εν μέρει τη συνεισφορά της Ένωσης σε ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα και προβαίνοντας σε ανάκτηση από το κράτος μέλος, με στόχο να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο χρηματοδότησης από την Ένωση δαπάνης η οποία συνιστά παράβαση της εφαρμοστέας νομοθεσίας·

2.   Παράβαση της εφαρμοστέας νομοθεσίας συνεπάγεται δημοσιονομική διόρθωση μόνο σε σχέση με δαπάνες που έχουν δηλωθεί στην Επιτροπή και εάν συντρέχει ένας από τους ακόλουθους όρους:

α)

η παράβαση επηρέασε την επιλογή μιας πράξης από τον αρμόδιο φορέα για τη στήριξη από το Ταμείο ή, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω της φύσης της παράβασης, δεν είναι δυνατό να αξιολογηθεί ο εν λόγω αντίκτυπος, υφίσταται όμως προφανής κίνδυνος η παράβαση να έχει αυτές τις επιπτώσεις·

β)

η παράβαση επηρέασε το ποσό της δαπάνης που δηλώθηκε για επιστροφή από τον προϋπολογισμό της Ένωσης ή, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω της φύσης της παράβασης, δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί επακριβώς ο δημοσιονομικός αντίκτυπος, αλλά υφίσταται προφανής κίνδυνος η παράβαση να έχει αυτές τις επιπτώσεις.

3.   Όταν λαμβάνεται απόφαση για δημοσιονομική διόρθωση βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή τηρεί την αρχή της αναλογικότητας λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης της εφαρμοστέας νομοθεσίας και τις δημοσιονομικές της επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Η Επιτροπή τηρεί ενήμερα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται για την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων.

Άρθρο 55

Κριτήρια για δημοσιονομικές διορθώσεις από την Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή προβαίνει σε δημοσιονομικές διορθώσεις με εκτελεστικές πράξεις, ακυρώνοντας το σύνολο ή μέρος της συνεισφοράς της Ένωσης σε επιχειρησιακό πρόγραμμα, σύμφωνα με το άρθρο 54, όταν, μετά τη διεξαγωγή της αναγκαίας εξέτασης, συμπεραίνει ότι:

α)

υπάρχει σοβαρή έλλειψη στην αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου του επιχειρησιακού προγράμματος η οποία έχει θέσει σε κίνδυνο την ήδη καταβληθείσα συνεισφορά της Ένωσης στο επιχειρησιακό πρόγραμμα·

β)

το κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 53 πριν από την έναρξη της διαδικασίας διόρθωσης βάσει της παρούσας παραγράφου·

γ)

οι δαπάνες που περιέχονται στην αίτηση πληρωμής είναι παράτυπες και δεν έχουν διορθωθεί από το κράτος μέλος πριν από την έναρξη της διαδικασίας διόρθωσης βάσει της παρούσας παραγράφου.

Η Επιτροπή στηρίζει τις δημοσιονομικές της διορθώσεις σε διαπιστωμένες μεμονωμένες περιπτώσεις παρατυπιών, λαμβάνοντας υπόψη αν η παρατυπία είναι συστημική. Όταν δεν είναι εφικτός ο ακριβής προσδιορισμός του ποσού της παράτυπης δαπάνης με την οποία επιβαρύνθηκε το Ταμείο, η Επιτροπή εφαρμόζει κατ’ αποκοπήν διόρθωση ή διόρθωση κατά παρέκταση.

2.   Κατά την έκδοση απόφασης σχετικά με τη διόρθωση βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή τηρεί την αρχή της αναλογικότητας λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παρατυπίας καθώς και την έκταση και τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου του επιχειρησιακού προγράμματος.

3.   Όταν η Επιτροπή στηρίζει τη θέση της σε εκθέσεις ελεγκτών, με εξαίρεση τους ελεγκτές των δικών της υπηρεσιών, εξάγει τα δικά της συμπεράσματά σε σχέση με τις δημοσιονομικές συνέπειες, αφού εξετάσει τα μέτρα που έλαβε το οικείο κράτος μέλος βάσει του άρθρου 53 παράγραφος 2, τις κοινοποιήσεις που πραγματοποιούνται βάσει του άρθρου 30 παράγραφος 2 και τις ενδεχόμενες απαντήσεις από το κράτος μέλος.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 62, θεσπίζοντας λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τα κριτήρια για τον καθορισμό σοβαρών ελλείψεων στην αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των κύριων τύπων τέτοιων ελλείψεων, τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τον καθορισμό του επιπέδου της δημοσιονομικής διόρθωσης που πρέπει να εφαρμοστεί και τα κριτήρια για την εφαρμογή κατ’ αποκοπήν διορθώσεων ή διορθώσεων κατά παρέκταση.

Άρθρο 56

Διαδικασία δημοσιονομικής διόρθωσης από την Επιτροπή

1.   Πριν λάβει απόφαση για τη δημοσιονομική διόρθωση, η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία ενημερώνοντας το κράτος μέλος για τα προσωρινά συμπεράσματα της εξέτασής της και ζητώντας από το κράτος μέλος να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του εντός δύο μηνών.

2.   Όταν η Επιτροπή προτείνει κατά παρέκταση ή κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση, παρέχεται στο κράτος μέλος η δυνατότητα να αποδείξει, μέσω εξέτασης των συναφών εγγράφων, ότι η πραγματική έκταση της παρατυπίας είναι μικρότερη από την εκτίμηση της Επιτροπής. Το κράτος μέλος, σε συμφωνία με την Επιτροπή, δύναται να περιορίσει το πεδίο της εξέτασης αυτής σε ένα κατάλληλο ποσοστό ή ένα δείγμα των σχετικών φακέλων. Εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η χρονική παράταση που χορηγείται για την εξέταση αυτή δεν μπορεί να υπερβεί περαιτέρω την περίοδο δύο μηνών μετά τη δίμηνη περίοδο πού αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που υποβάλλει το κράτος μέλος εντός της προθεσμίας που ορίζεται στις παραγράφους 1 και 2.

4.   Όταν το κράτος μέλος δεν αποδέχεται τα προσωρινά συμπεράσματα της Επιτροπής, καλείται σε ακρόαση από την Επιτροπή, ώστε να διασφαλιστεί ότι είναι διαθέσιμες όλες οι σχετικές πληροφορίες και παρατηρήσεις που θα χρησιμεύσουν ως βάση για τα συμπεράσματα της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της δημοσιονομικής διόρθωσης.

5.   Σε περίπτωση συμφωνίας και με την επιφύλαξη της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, το κράτος μέλος μπορεί να χρησιμοποιήσει εκ νέου το Ταμείο σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 3.

6.   Για την επιβολή δημοσιονομικών διορθώσεων, η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση σχετικά με τη δημοσιονομική διόρθωση, με εκτελεστική πράξη, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της ακρόασης ή από την ημερομηνία παραλαβής των συμπληρωματικών στοιχείων, όταν το κράτος μέλος δεχθεί να υποβάλει τα εν λόγω συμπληρωματικά στοιχεία μετά την ακρόαση. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία και τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν κατά τη διαδικασία. Εάν δεν πραγματοποιηθεί ακρόαση, ο υπολογισμός της εξάμηνης περιόδου αρχίζει δύο μήνες από την ημερομηνία της προσκλητήριας σε ακρόαση επιστολής της Επιτροπής.

7.   Όταν η Επιτροπή κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με το άρθρο 36, ή το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, εντοπίζουν παρατυπίες που καταδεικνύουν σοβαρές ελλείψεις στην αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, η συνακόλουθη δημοσιονομική διόρθωση μειώνει τη χρηματοδότηση από το Ταμείο στο επιχειρησιακό πρόγραμμα

Το πρώτο εδάφιο δεν ισχύει στην περίπτωση σοβαρών ελλείψεων στην αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου οι οποίες, πριν από την ημερομηνία εντοπισμού από την Επιτροπή ή το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο:

α)

είχαν προσδιορισθεί στην διαχειριστική δήλωση, την ετήσια έκθεση ελέγχου ή την γνώμη λογιστικού ελέγχου που υποβλήθηκε στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 5 του δημοσιονομικού κανονισμού, ή σε άλλες εκθέσεις λογιστικού ελέγχου της αρχής λογιστικού ελέγχου που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή και έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα, ή

β)

είχαν αποτελέσει το αντικείμενο κατάλληλων διορθωτικών μέτρων από το κράτος μέλος.

Η αξιολόγηση των σοβαρών ελλείψεων στην αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου βασίζεται στην εφαρμοστέα νομοθεσία κατά την υποβολή των συναφών διαχειριστικών δηλώσεων, των ετήσιων εκθέσεων ελέγχου και των γνωμών λογιστικού ελέγχου.

Όταν η Επιτροπή αποφασίζει την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων:

α)

τηρεί την αρχή της αναλογικότητας λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των σοβαρών ελλείψεων στην αποτελεσματική λειτουργία ενός συστήματος διαχείρισης και ελέγχου και τις δημοσιονομικές τους επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης·

β)

για τους σκοπούς της εφαρμογής κατ’ αποκοπή ή κατά παρέκταση διορθώσεων, εξαιρεί τις παράτυπες δαπάνες που εντοπίστηκαν προηγουμένως από το κράτος μέλος το οποίο απετέλεσε αντικείμενο προσαρμογής των λογαριασμών σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 10 και των δαπανών που υπόκεινται σε εν εξελίξει αξιολόγηση της νομιμότητας και της κανονικότητάς τους σύμφωνα προς το άρθρο 49 παράγραφος 2·

γ)

λαμβάνει υπόψη της τις κατ’ αποκοπή ή κατά παρέκταση διορθώσεις που εφαρμόζονται στις δαπάνες του κράτους μέλους για άλλες σοβαρές ελλείψεις που έχουν εντοπιστεί από το κράτος μέλος κατά τον υπολογισμό του υπολειπόμενου κινδύνου για τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

Άρθρο 57

Επιστροφή

1.   Κάθε επιστροφή η οποία οφείλεται στον προϋπολογισμό της Ένωσης πραγματοποιείται πριν από την προθεσμία που αναφέρεται στο ένταλμα είσπραξης το οποίο συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 73 του δημοσιονομικού κανονισμού. Η προθεσμία αυτή λήγει την τελευταία ημέρα του δεύτερου μήνα από την έκδοση του εντάλματος.

2.   Οποιαδήποτε καθυστέρηση της επιστροφής συνεπάγεται την πληρωμή τόκων υπερημερίας, αρχής γενομένης από την ημερομηνία λήξης μέχρι την ημερομηνία πραγματοποίησης της πραγματικής πληρωμής. Το επιτόκιο αυτών των τόκων είναι κατά μιάμιση ποσοστιαία μονάδα υψηλότερο από το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις βασικές πράξεις της αναχρηματοδότησης κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο καθίσταται ληξιπρόθεσμη.

Άρθρο 58

Αναλογικός έλεγχος επιχειρησιακών προγραμμάτων

1.   Οι πράξεις των οποίων οι συνολικές επιλέξιμες δαπάνες δεν υπερβαίνουν τις 150 000 EUR δεν υπόκεινται σε περισσότερους από έναν λογιστικούς ελέγχους είτε από την αρχή ελέγχου είτε από την Επιτροπή πριν από την υποβολή των λογαριασμών της λογιστικής χρήσης κατά την οποία περατώνεται η πράξη. Οι άλλες πράξεις δεν υπόκεινται σε περισσότερους από έναν λογιστικούς ελέγχους ανά λογιστική χρήση είτε από την αρχή ελέγχου είτε από την Επιτροπή πριν από την υποβολή των λογαριασμών της λογιστικής χρήσης κατά την οποία περατώνεται η πράξη. Οι πράξεις δεν υπόκεινται σε λογιστικό έλεγχο από την Επιτροπή ή την αρχή ελέγχου σε οιοδήποτε έτος κατά το οποίο έχει ήδη πραγματοποιηθεί λογιστικός έλεγχος από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, υπό την προϋπόθεση ότι τα αποτελέσματα του ελεγκτικού έργου που διεξήγαγε το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο για τις εν λόγω πράξεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν από την αρχή ελέγχου ή την Επιτροπή για τον σκοπό της εκπλήρωσης των αντίστοιχων καθηκόντων τους.

2.   Ο λογιστικός έλεγχος μιας πράξης που στηρίζεται από ΕΠ Ι μπορεί να καλύπτει όλα τα στάδια εκτέλεσής της και όλα τα επίπεδα της αλυσίδας εφοδιασμού, με μόνη εξαίρεση τον έλεγχο των πραγματικών τελικών αποδεκτών, εκτός εάν η αξιολόγηση κινδύνου διαπιστώσει ειδικό κίνδυνο παρατυπίας ή απάτης.

3.   Για τα επιχειρησιακά προγράμματα για τα οποία η τελευταία γνώμη λογιστικού ελέγχου αναφέρει ότι δεν υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις, η Επιτροπή μπορεί να συμφωνήσει με την αρχή ελέγχου στην επόμενη συνεδρίαση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 2 ότι ο απαιτούμενος όγκος ελεγκτικής εργασίας μπορεί να περιοριστεί, ώστε να είναι ανάλογος με τον διαπιστωθέντα κίνδυνο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η Επιτροπή δεν διενεργεί δικούς της επιτόπιους ελέγχους, εκτός εάν υπάρχουν στοιχεία που υποδηλώνουν ελλείψεις του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου οι οποίες επηρεάζουν τις δηλωθείσες στην Επιτροπή δαπάνες σε μια λογιστική χρήση για την οποία οι λογαριασμοί έχουν γίνει αποδεκτοί από την Επιτροπή.

4.   Για τα επιχειρησιακά προγράμματα για τα οποία η Επιτροπή εξάγει το συμπέρασμα ότι η γνώμη της αρχής ελέγχου είναι αξιόπιστη, μπορεί να συμφωνήσει με την αρχή ελέγχου να περιορίσει τους επιτόπιους ελέγχους που πραγματοποιεί η ίδια η Επιτροπή στο ελεγκτικό έργο της αρχής ελέγχου, εκτός εάν υπάρχουν στοιχεία για ελλείψεις στο έργο της αρχής ελέγχου για μια λογιστική χρήση για την οποία οι λογαριασμοί έχουν γίνει αποδεκτοί από την Επιτροπή.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η αρχή ελέγχου και η Επιτροπή μπορούν να διενεργούν λογιστικούς ελέγχους πράξεων σε περίπτωση που η αξιολόγηση κινδύνου ή λογιστικός έλεγχος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου διαπιστώσει ειδικό κίνδυνο παρατυπίας ή απάτης, στην περίπτωση που υπάρχουν στοιχεία για σοβαρές ελλείψεις στην αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου του οικείου επιχειρησιακού προγράμματος και, κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 51 παράγραφος 1. Η Επιτροπή μπορεί, για να αξιολογήσει το έργο μιας αρχής ελέγχου, να επανεξετάσει τη διαδρομή ελέγχου της αρχής λογιστικού ελέγχου ή να συμμετέχει σε επιτόπιους ελέγχους της αρχής ελέγχου και όταν, σύμφωνα με τα διεθνώς αποδεκτά λογιστικά πρότυπα, είναι αναγκαίο, προκειμένου να λάβει διασφάλιση σε σχέση με την αποτελεσματική λειτουργία της αρχής ελέγχου, η Επιτροπή μπορεί να διεξάγει ελέγχους πράξεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Αποδέσμευση

Άρθρο 59

Αποδέσμευση

1.   Η Επιτροπή αποδεσμεύει μέρος του ποσού επιχειρησιακού προγράμματος, το οποίο δεν έχει χρησιμοποιηθεί για την καταβολή της προχρηματοδότησης και των ενδιάμεσων πληρωμών έως τις 31 Δεκεμβρίου του τρίτου οικονομικού έτους μετά το έτος της δημοσιονομικής ανάληψης υποχρεώσεων στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος ή για το οποίο δεν έχει υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 45 αίτηση πληρωμής η οποία συντάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 41, συμπεριλαμβανομένων και των αιτήσεων πληρωμής οι οποίες είτε ολόκληρες είτε τμηματικώς υπόκεινται σε διακοπή της προθεσμίας πληρωμής ή σε αναστολή πληρωμών.

2.   Το συγκεκριμένο μέρος των αναλήψεων υποχρεώσεων που είναι ακόμη ανοικτό στις 31 Δεκεμβρίου 2023 αποδεσμεύεται εάν κάποιο από τα έγγραφα που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 52 παράγραφος 1 δεν έχει υποβληθεί στην Επιτροπή έως την προθεσμία που αναγράφεται στο άρθρο 52 παράγραφος 1.

Άρθρο 60

Εξαίρεση από την αποδέσμευση

1.   Από το ποσό το οποίο αφορά η αποδέσμευση αφαιρούνται τα ποσά που αντιστοιχούν στο τμήμα της ανάληψης υποχρέωσης του προϋπολογισμού για το οποίο:

α)

αναστέλλονται οι πράξεις με δικαστική διαδικασία ή με διοικητική ένσταση η οποία έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα· ή

β)

δεν κατέστη δυνατή η υποβολή αίτησης πληρωμής για λόγους ανωτέρας βίας που επηρέασαν σοβαρά την υλοποίηση ολόκληρου ή μέρους του επιχειρησιακού προγράμματος.

Οι εθνικές αρχές που προβάλλουν λόγους ανωτέρας βίας βάσει του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου αποδεικνύουν τις άμεσες επιπτώσεις της ανωτέρας βίας στην υλοποίηση ολόκληρου ή μέρους του επιχειρησιακού προγράμματος

Για τους σκοπούς των στοιχείων α) και β) του πρώτου εδαφίου, η μείωση του ποσού μπορεί να ζητηθεί μία φορά, εάν η διάρκεια της αναστολής ή της κατάστασης ανωτέρας βίας δεν είναι μεγαλύτερη του ενός έτους, ή περισσότερες φορές για διάστημα που αντιστοιχεί στη διάρκεια της κατάστασης ανωτέρας βίας ή στον αριθμό των ετών μεταξύ της ημερομηνίας της δικαστικής ή διοικητικής απόφασης για την αναστολή της υλοποίησης της πράξης και της ημερομηνίας έκδοσης της οριστικής δικαστικής ή διοικητικής απόφασης.

2.   Το κράτος μέλος αποστέλλει στην Επιτροπή, έως τις 31 Ιανουαρίου, στοιχεία για τις αναφερόμενες στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 εξαιρέσεις για το ποσό που έπρεπε να δηλωθεί μέχρι το τέλος του προηγούμενου έτους.

Άρθρο 61

Διαδικασία

1.   Η Επιτροπή ενημερώνει εγκαίρως το κράτος μέλος και τη διαχειριστική αρχή σε εύθετο χρόνο όποτε υπάρχει κίνδυνος εφαρμογής του κανόνα της αποδέσμευσης βάσει του άρθρου 59.

2.   Βάσει των πληροφοριών που λαμβάνει στις 31 Ιανουαρίου, η Επιτροπή ανακοινώνει στο κράτος μέλος και τη διαχειριστική αρχή το ποσό της αποδέσμευσης που προκύπτει από τα εν λόγω στοιχεία.

3.   Το κράτος μέλος έχει προθεσμία δύο μηνών να αποδεχθεί το ποσό που πρόκειται να αποδεσμευτεί ή να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

4.   Το κράτος μέλος υποβάλει στην Επιτροπή έως τις 30 Ιουνίου αναθεωρημένο σχέδιο χρηματοδότησης που αποτυπώνει για το εξεταζόμενο οικονομικό έτος το μειωμένο ποσό της στήριξης που παρέχεται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα. Εάν δεν το πράξει, η Επιτροπή αναθεωρεί το σχέδιο χρηματοδότησης μειώνοντας τη συνεισφορά του Ταμείου για το εξεταζόμενο οικονομικό έτος.

5.   Η Επιτροπή τροποποιεί την απόφαση για την έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος, μέσω εκτελεστικών πράξεων, το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου.

ΤΙΤΛΟΣ VΙΙ

ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΕΙΣ, ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 62

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση, υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 13 παράγραφος 6, στο άρθρο 30 παράγραφος 2 πέμπτο εδάφιο, στο άρθρο 32 παράγραφος 8 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 32 παράγραφος 9, στο άρθρο 34 παράγραφος 7, στο άρθρο 34 παράγραφος 8 και στο άρθρο 55 παράγραφος 4 εξουσιοδότηση που ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

3.   Η Επιτροπή, μόλις εκδώσει πράξη κατ’ εξουσιοδότηση, την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

4.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχουν αντιταχθεί σε αυτή ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από την παρέλευση της εν λόγω χρονικής περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν σκοπεύουν να προβάλουν αντίρρηση. Η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Εάν κατά τη λήξη αυτής της περιόδου ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο έχει αντιταχθεί στην πράξη κατ’ εξουσιοδότηση, η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν.

Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη μπορεί να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να τεθεί σε ισχύ πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής, εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν προτίθενται να εγείρουν αντιρρήσεις.

Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο αντιταχθούν σε κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα πράξη, αυτή δεν τίθεται σε ισχύ. Το όργανο που προβάλλει αντίρρηση στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη αναφέρει τους λόγους των αντιρρήσεών του.

Άρθρο 63

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή που συστήνεται κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Όταν η επιτροπή δεν εκδίδει γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 8 του παρόντος κανονισμού, και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2001.

Άρθρο 64

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2014.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 11 Μαρτίου 2014.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Δ. ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΣ


(1)  ΕΕ C 133 της 9.5.2013, σ. 62.

(2)  ΕΕ C 139 της 17.5.2013, σ. 59.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 2014 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 10ης Μαρτίου 2014.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347, 20.12.2013, σ. 320).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1304/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17 Δεκεμβρίου 2013, για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1081/2006 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347, 20.12.2013, σ. 470).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ L 298 της 26.10.2012, σ. 1).

(7)  Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 671).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(10)  Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ L 134, 30.4.2004, σ. 114).

(11)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 407/2010 του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2010, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοοικονομικής σταθεροποίησης (ΕΕ L 118 της 12.5.2010, σ. 1).

(12)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 332/2002 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2002, για τη θέσπιση ενός μηχανισμού μεσοπρόθεσμης οικονομικής στήριξης του ισοζυγίου πληρωμών των κρατών μελών (ΕΕ L 53 της 23.2.2002, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

1.   Υπόδειγμα Επιχειρησιακού Προγράμματος ΕΠ Ι

Κεφάλαιο

Ενότητα

Υποενότητα

Περιγραφή / Παρατηρήσεις

Μέγεθος

(χαρακτήρες)

1

ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ

Σκοπός της παρούσας ενότητας είναι μόνον η ταυτοποίηση του υπό εξέταση προγράμματος. Η παρούσα ενότητα αναφέρει σαφώς τα ακόλουθα:

 

Κράτος μέλος

 

Ονομασία επιχειρησιακού προγράμματος

 

Μέσο Σύγκλισης και Ανταγωνιστικότητας (ΜΣΑ)

200

2

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

 

 

2.1.

Κατάσταση

Ταυτοποίηση και αιτιολόγησης της υλικής στέρησης (ή στερήσεων) που αποτελεί αντικείμενο του προγράμματος

4 000

Ένδειξη του είδους υλικής στέρησης (ή στερήσεων) που αφορά το ΕΠ

200

2.2.

Υλική στέρηση που αποτελεί αντικείμενο του ΕΠ X

Για κάθε είδος υλικής στέρησης που αποτελεί αντικείμενο του ΕΠ, αφιερώνεται μία ενότητα (και οι υποενότητές της).

 

2.2.1.

Περιγραφή

Περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών της διανομής τροφίμων ή της βασικής υλικής βοήθειας που θα παρασχεθεί και των αντίστοιχων συνοδευτικών μέτρων

4 000

2.2.2.

Εθνικά συστήματα

Περιγραφή των εθνικών συστημάτων που θα στηριχθούν

2 000

2.3.

Άλλα

Κάθε άλλη πληροφορία που κρίνεται απαραίτητη

4 000

3

ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ

 

 

3.1.

Προσδιορισμός των απόρων

Περιγραφή του μηχανισμού με τον οποίο καθορίζονται τα κριτήρια επιλεξιμότητας των απόρων, με διαφοροποίηση, εάν είναι απαραίτητο, κατά είδος υλικής στέρησης

2 000

3.2.

Επιλογή των πράξεων

Κριτήρια επιλογής πράξεων και περιγραφή του μηχανισμού επιλογής, με διαφοροποίηση, εάν είναι απαραίτητο, κατά είδος υλικής στέρησης

2 000

3.3.

Επιλογή των οργανώσεων-εταίρων

Κριτήρια για την επιλογή των οργανώσεων-εταίρων, με διαφοροποίηση, εάν είναι απαραίτητο, κατά είδος υλικής στέρησης

2 000

3.4.

Συμπληρωματικότητα με το ΕΚΤ

Περιγραφή του μηχανισμού που εξασφαλίζει συμπληρωματικότητα με το ΕΚΤ

4 000

3.5.

Θεσμική οργάνωση

Ταυτοποίηση της διαχειριστικής αρχής, της αρχής πιστοποίησης, εάν είναι απαραίτητο, της αρχής ελέγχου και της οργάνωσης στην οποία θα καταβληθούν οι πληρωμές της Επιτροπής

2 000

3.6.

Παρακολούθηση και αξιολόγηση

Περιγραφή του τρόπου με τον οποίο θα παρακολουθείται η εφαρμογή του προγράμματος.

4 000

3.7.

Τεχνική βοήθεια

Περιγραφή της σχεδιαζόμενης χρήσης τεχνικής βοήθειας σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 4, συμπεριλαμβανομένων δράσεων για την ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας των δικαιούχων σε σχέση με τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των πράξεων

4 000

4.

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ

Περιγραφή των μέτρων που έχουν ληφθεί για τη συμμετοχή όλων των σχετικών ενδιαφερόμενων παραγόντων καθώς επίσης, όπου χρειάζεται, των αρμόδιων περιφερειακών, τοπικών και άλλων δημόσιων αρχών στην προετοιμασία του επιχειρησιακού προγράμματος·

2 000

5.

ΣΧΕΔΙΟ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ

Η ενότητα αυτή να περιέχει:

5.1.

πίνακα που να προσδιορίζει για κάθε έτος, σύμφωνα με το άρθρο 20, το ποσό των προβλεπόμενων πιστώσεων στήριξης από το Ταμείο και της συγχρηματοδότησης

5.2

πίνακα που να προσδιορίζει, για όλη την προγραμματική περίοδο, το ποσό των συνολικών πιστώσεων στήριξης από το επιχειρησιακό πρόγραμμα για κάθε είδος υλικής στέρησης που αποτελεί αντικείμενο του προγράμματος, καθώς και τα αντίστοιχα συνοδευτικά μέτρα

Κείμενο: 1 000

Δεδομένα σε μορφότυπο CSV ή XLS

Μορφότυπος για τα δεδομένα χρηματοδότησης (ενότητα 5):

5.1.

Σχέδιο χρηματοδότησης του επιχειρησιακού προγράμματος που περιλαμβάνει την ετήσια ανάληψη υποχρεώσεων από το Ταμείο και αντίστοιχη εθνική συγχρηματοδότηση για το επιχειρησιακό πρόγραμμα (σε EUR)

 

Σύνολο

2014

2015

….

2020

Ταμείο (α)

 

 

 

 

 

Εθνική συγχρηματοδότηση (β)

 

 

 

 

 

Δημόσια δαπάνη

(γ) = (α) + (β)

 

 

 

 

 

Ποσοστό συγχρηματοδότησης

(δ) = (α) / (γ)

 

 

5.2.

Σχέδιο χρηματοδότησης που περιλαμβάνει το ποσό των συνολικών πιστώσεων στήριξης από το επιχειρησιακό πρόγραμμα για κάθε είδος υλικής στέρησης που αποτελεί αντικείμενο του προγράμματος, καθώς και τα αντίστοιχα συνοδευτικά μέτρα (σε EUR)

Είδος υλικής συνδρομής

Δημόσια δαπάνη

Σύνολο

 

Τεχνική βοήθεια

 

Είδος υλικής συνδρομής 1

 

εκ των οποίων, για συνοδευτικά μέτρα

 

Είδος υλικής συνδρομής 2

 

εκ των οποίων, για συνοδευτικά μέτρα

 

 

 

Είδος υλικής συνδρομής ν

 

εκ των οποίων, για συνοδευτικά μέτρα

 

2.   Υπόδειγμα Επιχειρησιακού Προγράμματος ΕΠ ΙΙ

Κεφάλαιο

Ενότητα

Υποενότητα

Περιγραφή / Παρατηρήσεις

Μέγεθος

(χαρακτήρες)

1.

ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ

Σκοπός της παρούσας ενότητας είναι μόνον η ταυτοποίηση του υπό εξέταση προγράμματος. Η παρούσα ενότητα αναφέρει σαφώς τα ακόλουθα:

 

Κράτος μέλος

 

Ονομασία επιχειρησιακού προγράμματος

 

Μέσο Σύγκλισης και Ανταγωνιστικότητας (ΜΣΑ)

200

2.

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

 

 

2.1.

Στρατηγική

Περιγραφή της στρατηγικής για τη συμβολή του προγράμματος στην προώθηση της κοινωνικής συνοχής και τη μείωση της φτώχειας σύμφωνα με την στρατηγική Ευρώπη 2020, στην οποία περιλαμβάνεται αιτιολόγηση της επιλογής της συνδρομής που έχει προτεραιότητα·

20 000

2.2.

Λογική παρέμβασης

Ταυτοποίηση των εθνικών αναγκών

3 500

Ειδικοί στόχοι του επιχειρησιακού προγράμματος

7 000

Αναμενόμενα αποτελέσματα και αντίστοιχη απόδοση και δείκτες αποτελεσμάτων, με τιμές αναφοράς και τιμές στόχου(για κάθε ειδικό στόχο)

3 500

Ταυτοποίηση των απόρων που θα αποτελέσουν αντικείμενο του προγράμματος

3 500

Οικονομικοί δείκτες

2 000

2.3.

Άλλα

Κάθε άλλη πληροφορία που κρίνεται απαραίτητη

3 500

3.

ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ

 

 

3.1.

Δράσεις

Περιγραφή των ειδών και παραδείγματα δράσεων που θα υποστηριχθούν και η συμβολή τους στους ειδικούς στόχους

7 000

3.2.

Επιλογή των πράξεων

Κατευθυντήριες αρχές για την επιλογή πράξεων, διαφοροποιημένων, εάν χρειασθεί, ανά είδος δράσεων

3 500

3.3.

Δικαιούχοι

Ταυτοποίηση τύπων δικαιούχων (όπου ενδείκνυται), διαφοροποιημένων, εάν χρειασθεί, ανά είδος δράσεων

3 500

3.4.

Συμπληρωματικότητα με το ΕΚΤ

Περιγραφή του μηχανισμού για την εξασφάλιση της συμπληρωματικότητας με το ΕΚΤ και πρόληψη αλληλεπικάλυψης και διπλής χρηματοδότησης

4 000

3.5.

Θεσμική οργάνωση

Ταυτοποίηση της διαχειριστικής αρχής, της αρχής πιστοποίησης, εάν είναι απαραίτητο, της αρχής ελέγχου και της οργάνωσης στην οποία θα καταβληθούν οι πληρωμές της Επιτροπής

2 000

3.6.

Παρακολούθηση και αξιολόγηση

Η υποενότητα αυτή περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο θα παρακολουθείται η εφαρμογή του προγράμματος. Χρειάζεται, ιδίως, να εξηγηθεί ο τρόπος με τον οποίο θα χρησιμοποιούνται οι δείκτες για την παρακολούθηση της εφαρμογής του προγράμματος. Οι δείκτες περιλαμβάνουν δημοσιονομικούς δείκτες για τις προβλεπόμενες δαπάνες και ειδικούς δείκτες απόδοσης προγράμματος για τις χρηματοδοτούμενες πράξεις καθώς και ειδικούς δείκτες αποτελεσμάτων προγράμματος σε σχέση με κάθε ειδικό στόχο.

4 000

3.7.

Τεχνική βοήθεια

Περιγραφή της σχεδιαζόμενης χρήσης τεχνικής βοήθειας σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 4, συμπεριλαμβανομένων δράσεων για την ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας των δικαιούχων σε σχέση με τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των πράξεων

4 000

4.

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ

Περιγραφή των μέτρων που έχουν ληφθεί για τη συμμετοχή όλων των σχετικών ενδιαφερόμενων παραγόντων καθώς επίσης, όπου χρειάζεται, των αρμόδιων περιφερειακών, τοπικών και άλλων δημόσιων αρχών στην προετοιμασία του επιχειρησιακού προγράμματος·

2 000

5.

ΣΧΕΔΙΟ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ

Η ενότητα αυτή να περιέχει:

5.1.

πίνακα που να προσδιορίζει για κάθε έτος, σύμφωνα με το άρθρο 20, το ποσό των προβλεπόμενων πιστώσεων στήριξης από το Ταμείο και της συγχρηματοδότησης

5.2.

πίνακα που να προσδιορίζει, για όλη την προγραμματική περίοδο, το ποσό των συνολικών πιστώσεων στήριξης από το επιχειρησιακό πρόγραμμα για κάθε είδος υποστηριζόμενης δράσης

Κείμενο: 1 000

Δεδομένα σε μορφότυπο CSV ή XLS

Μορφότυπος για τα δεδομένα χρηματοδότησης (ενότητα 4):

5.1.

Σχέδιο χρηματοδότησης του επιχειρησιακού προγράμματος που περιλαμβάνει την ετήσια ανάληψη υποχρεώσεων από το Ταμείο και αντίστοιχη εθνική συγχρηματοδότηση για το επιχειρησιακό πρόγραμμα (σε EUR)

 

Σύνολο

2014

2015

….

2020

Ταμείο (α)

 

 

 

 

 

Εθνική συγχρηματοδότηση (β)

 

 

 

 

 

Δημόσια δαπάνη

(γ) = (α) + (β)

 

 

 

 

 

Ποσοστό συγχρηματοδότησης (1)

(δ) = (α) / (γ)

 

 

5.2.

Σχέδιο χρηματοδότησης που περιλαμβάνει το ποσό των συνολικών χορηγούμενων πιστώσεων στήριξης από το επιχειρησιακό πρόγραμμα για κάθε είδος δράσεων (σε EUR)

Τομέας παρέμβασης

Δημόσια δαπάνη

Σύνολο

 

Τεχνική βοήθεια

 

Τύπος δράσης 1

 

Τύπος δράσης 2

 

 

Τύπος δράσης ν

 


(1)  Το ποσοστό αυτό μπορεί να στρογγυλοποιηθεί στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό στον πίνακα. Το ακριβές ποσοστό για την επιστροφή δαπανών είναι ο λόγος (δ).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Ετήσια κατανομή των πιστώσεων υποχρεώσεων για την περίοδο 2014 έως 2020 (σε τιμές 2011)

2014

EUR

485 097 840

2015

EUR

485 097 840

2016

EUR

485 097 840

2017

EUR

485 097 840

2018

EUR

485 097 840

2019

EUR

485 097 840

2020

EUR

485 097 840

Σύνολο

EUR

3 395 684 880


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Η επιχορήγηση του Ταμείου για την περίοδο 2014-2020 ανά κράτος μέλος (σε τιμές 2011)

κράτη μέλη

EUR

Βέλγιο

65 500 000

Βουλγαρία

93 000 000

Τσεχική Δημοκρατία

20 700 000

Δανία

3 500 000

Γερμανία

70 000 000

Εσθονία

7 100 000

Ιρλανδία

20 200 000

Ελλάδα

249 300 000

Ισπανία

499 900 000

Γαλλία

443 000 000

Κροατία

32 500 000

Ιταλία

595 000 000

Κύπρος

3 500 000

Λετονία

36 400 000

Λιθουανία

68 500 000

Λουξεμβούργο

3 500 000

Ουγγαρία

83 300 000

Μάλτα

3 500 000

Κάτω Χώρες

3 500 000

Αυστρία

16 000 000

Πολωνία

420 000 000

Πορτογαλία

157 000 000

Ρουμανία

391 300 000

Σλοβενία

18 200 000

Σλοβακία

48 900 000

Φινλανδία

20 000 000

Σουηδία

7 000 000

Ηνωμένο Βασίλειο

3 500 000

Σύνολο

3 383 800 000


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Κριτήρια διορισμού της διαχειριστικής αρχής και της αρχής πιστοποίησης

1.   Περιβάλλον εσωτερικού ελέγχου

(i)

Ύπαρξη οργανωτικής δομής που καλύπτει τις λειτουργίες της διαχειριστικής αρχής και της αρχής πιστοποίησης, καθώς και την κατανομή αρμοδιοτήτων στο εσωτερικό καθεμίας εξ αυτών, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τηρείται η αρχή του διαχωρισμού καθηκόντων, κατά περίπτωση·

(ii)

Πλαίσιο για την εξασφάλιση, σε περίπτωση ανάθεσης καθηκόντων σε ενδιάμεσους φορείς, του ορισμού των αντίστοιχων ευθυνών και υποχρεώσεών τους, επαλήθευση της ικανότητάς τους να εκτελούν τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί και της ύπαρξης διαδικασιών υποβολής εκθέσεων·

(iii)

Διαδικασίες υποβολής εκθέσεων και παρακολούθησης σχετικά με παρατυπίες και με την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών·

(iv)

Σχέδιο κατανομής των κατάλληλων ανθρώπινων πόρων με τις απαραίτητες τεχνικές ικανότητες, σε διάφορα επίπεδα και για διαφορετικά καθήκοντα εντός του οργανισμού.

2.   Διαχείριση κινδύνου

Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, πλαίσιο που εξασφαλίζει ότι όταν είναι απαραίτητο, και ιδίως σε περίπτωση σημαντικής τροποποίησης των δραστηριοτήτων, πραγματοποιείται η κατάλληλη διαχείριση κινδύνου.

3.   Δραστηριότητες διαχείρισης και ελέγχου

Α.   Διαχειριστική αρχή

(i)

διαδικασίες που αφορούν τις αιτήσεις για επιχορηγήσεις, την αξιολόγηση των αιτήσεων, την επιλογή για χρηματοδότηση, συμπεριλαμβανομένων οδηγιών και καθοδήγησης που εξασφαλίζουν τη συμβολή των πράξεων στην επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων και αποτελεσμάτων του επιχειρησιακού προγράμματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 παράγραφος 3 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού·

(ii)

διαδικασίες για τις διαχειριστικές επαληθεύσεις, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών επαληθεύσεων σε ό,τι αφορά κάθε αίτηση επιστροφής από τους δικαιούχους και τις επιτόπιες επαληθεύσεις των πράξεων·

(iii)

διαδικασίες για την επεξεργασία των αιτήσεων επιστροφής από τους δικαιούχους και την εξουσιοδότηση των πληρωμών·

(iv)

διαδικασίες με τις οποίες ένα σύστημα συλλέγει, καταγράφει και αποθηκεύει σε ηλεκτρονική μορφή δεδομένα για κάθε πράξη, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, δεδομένων για μεμονωμένους συμμετέχοντες και κατανομή των δεδομένων σχετικά με τους δείκτες ανά φύλο όταν απαιτείται, και εξασφαλίζει ότι η ασφάλεια του συστήματος συμμορφώνεται με τα διεθνώς αποδεκτά πρότυπα·

(v)

διαδικασίες που θεσπίζει η διαχειριστική αρχή για να εξασφαλίσει ότι οι δικαιούχοι τηρούν είτε χωριστό λογιστικό σύστημα είτε επαρκή λογιστική κωδικοποίηση για όλες τις συναλλαγές που αφορούν μια πράξη·

(vi)

διαδικασίες για να τεθούν σε εφαρμογή αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα καταπολέμησης της απάτης·

(vii)

διαδικασίες για τη διασφάλιση επαρκούς διαδρομής του λογιστικού ελέγχου και συστήματος αρχειοθέτησης·

(viii)

διαδικασίες για την κατάρτιση της διαχειριστικής δήλωσης αξιοπιστίας, της έκθεσης με θέμα τους διενεργηθέντες ελέγχους και τις αδυναμίες που εντοπίστηκαν, καθώς και της ετήσιας σύνοψης σχετικά με τους τελικούς λογιστικούς και άλλους ελέγχους·

(ix)

διαδικασίες για την εξασφάλιση ότι παρέχεται στον δικαιούχο έγγραφο όπου καθορίζονται οι προϋποθέσεις στήριξης για κάθε πράξη.

Β.   Αρχή πιστοποίησης

(i)

διαδικασίες για την πιστοποίηση των αιτήσεων ενδιάμεσης πληρωμής στην Επιτροπή·

(ii)

διαδικασίες για την κατάρτιση των λογαριασμών και την πιστοποίηση της αυθεντικότητας, της ακεραιότητας και της ακρίβειάς τους, καθώς και της συμμόρφωσης των δαπανών με [τους εφαρμοστέους ενωσιακούς και εθνικούς κανόνες] λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα όλων των ελέγχων·

(iii)

διαδικασίες για την εξασφάλιση επαρκούς διαδρομής του ελέγχου με την τήρηση λογιστικών εγγραφών, συμπεριλαμβανομένων των προς ανάκτηση ποσών, των ανακτηθέντων ποσών και των ποσών που ανακλήθηκαν για κάθε πράξη σε ηλεκτρονική μορφή·

(iv)

διαδικασίες, όπου κρίνεται σκόπιμο, για την εξασφάλιση ότι λαμβάνει επαρκείς πληροφορίες από τη διαχειριστική αρχή σχετικά με τις επαληθεύσεις που πραγματοποιήθηκαν, καθώς και τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργήθηκαν από την αρχή ελέγχου ή υπό την ευθύνη της·

4.   Παρακολούθηση

Α.   Διαχειριστική αρχή

(i)

διαδικασίες, όπου κρίνεται σκόπιμο, για τη στήριξη του έργου της επιτροπής παρακολούθησης·

(ii)

διαδικασίες για την κατάρτιση και την υποβολή στην Επιτροπή ετήσιων και τελικών εκθέσεων υλοποίησης.

Β.   Αρχή πιστοποίησης

Διαδικασίες σχετικά με την εκπλήρωση των καθηκόντων της όσον αφορά την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων των διαχειριστικών επαληθεύσεων και των αποτελεσμάτων των λογιστικών ελέγχων που διενεργούνται από την αρχή ελέγχου ή υπό την ευθύνη της, πριν από την υποβολή αιτήσεων πληρωμής στην Επιτροπή.