ISSN 1977-0669

doi:10.3000/19770669.L_2013.294.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

56ό έτος
6 Νοεμβρίου 2013


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας

1

 

*

Οδηγία 2013/50/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, της οδηγίας 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και της οδηγίας 2007/14/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με τον καθορισμό αναλυτικών κανόνων για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2004/109/ΕΚ ( 1 )

13

 

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2013 της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 638/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1982/2004 όσον αφορά την απλούστευση του συστήματος Intrastat και τη συλλογή πληροφοριών Intrastat

28

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2013 της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 2013, για τη διάθεση στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο πρόσθετων ημερών στη θάλασσα εντός της διαίρεσης ICES VIIe

30

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2013 της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 2013, για την έγκριση μη ήσσονος σημασίας τροποποίησης των προδιαγραφών ονομασίας καταχωρισμένης στο μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Sierra de Cádiz (ΠΟΠ)]

32

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1096/2013 της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 2013, για την καταχώριση ονομασίας στο μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Poulet des Cévennes / Chapon des Cévennes (ΠΓΕ)]

34

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1097/2013 της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 2013, για την έγκριση μη ήσσονος σημασίας τροποποίησης των προδιαγραφών ονομασίας καταχωρισμένης στο μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Lentilles vertes du Berry (ΠΓΕ)]

36

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1098/2013 της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 2013, για την καταχώριση ονομασίας στο μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Gâche vendéenne (ΠΓΕ)]

38

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1099/2013 της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2013, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (βελτίωση των τακτικών γραμμών)

40

 

 

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1100/2013 της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2013, για καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

42

 

 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

 

2013/637/ΕΕ

 

*

Σύσταση της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 2013, για την τροποποίηση της σύστασης 2006/576/ΕΚ όσον αφορά τις τοξίνες T-2 και HT-2 σε σύνθετες ζωοτροφές για γάτες ( 1 )

44

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΟΔΗΓΙΕΣ

6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/1


ΟΔΗΓΊΑ 2013/48/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 22ας Οκτωβρίου 2013

σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 82 παράγραφος 2 στοιχείο β),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης), το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ) διασφαλίζουν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Το άρθρο 48 παράγραφος 2 του Χάρτη διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης.

(2)

Η Ένωση έχει θέσει ως στόχο τη διατήρηση και ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε της 15ης και 16ης Οκτωβρίου 1999, ιδίως σύμφωνα με το σημείο 33, η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης δικαστικών και άλλων αποφάσεων των δικαστικών αρχών θα πρέπει να αποτελέσει τον ακρογωνιαίο λίθο της δικαστικής συνεργασίας σε αστικά και ποινικά θέματα εντός της Ένωσης, δεδομένου ότι η ενισχυμένη αμοιβαία αναγνώριση και η αναγκαία προσέγγιση των νομοθεσιών θα διευκολύνουν τη συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών και τη δικαστική προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων.

(3)

Δυνάμει του άρθρου 82 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), «[η] δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ένωση θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών […]».

(4)

Η εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης αποφάσεων επί ποινικών υποθέσεων προϋποθέτει ότι τα κράτη μέλη έχουν αμοιβαία εμπιστοσύνη στα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης καθενός από αυτά. Ο βαθμός της αμοιβαίας αναγνώρισης εξαρτάται κατά πολύ από μια σειρά παραγόντων που περιλαμβάνουν μηχανισμούς προστασίας των δικαιωμάτων των υπόπτων ή των κατηγορουμένων και τον καθορισμό κοινών ελάχιστων κανόνων, αναγκαίων για τη διευκόλυνση της εφαρμογής της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης.

(5)

Μολονότι τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ, η πείρα έχει δείξει ότι το γεγονός αυτό από μόνο του δεν εξασφαλίζει πάντοτε επαρκή βαθμό εμπιστοσύνης στα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης των άλλων κρατών μελών.

(6)

Η αμοιβαία αναγνώριση αποφάσεων επί ποινικών θεμάτων μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μόνο σε κλίμα εμπιστοσύνης, ώστε όχι μόνο οι δικαστικές αρχές αλλά και όλοι οι συντελεστές της ποινικής διαδικασίας να θεωρούν τις αποφάσεις των δικαστικών αρχών άλλων κρατών μελών ισοδύναμες με τις δικές τους, γεγονός που προϋποθέτει εμπιστοσύνη όχι μόνο στην επάρκεια των κανόνων άλλων κρατών μελών, αλλά και στην ορθή εφαρμογή τους. Η ενδυνάμωση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης προϋποθέτει την ύπαρξη λεπτομερών κανόνων για την προστασία των δικονομικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων που απορρέουν από το Χάρτη, την ΕΣΔΑ και το ΔΣΑΠΔ. Απαιτεί επίσης την περαιτέρω ανάπτυξη στο πλαίσιο της Ένωσης, μέσω της παρούσας οδηγίας και άλλων μέτρων, των ελάχιστων προδιαγραφών που ορίζονται στο Χάρτη και την ΕΣΔΑ.

(7)

Το άρθρο 82 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ προβλέπει τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη για να διευκολυνθούν η αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών καθώς και η αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις που έχουν διασυνοριακές διαστάσεις. Το άρθρο αυτό αναφέρεται στα «δικαιώματα των προσώπων στην ποινική διαδικασία» ως έναν από τους τομείς στους οποίους δύνανται να θεσπισθούν ελάχιστοι κανόνες.

(8)

Οι κοινοί ελάχιστοι κανόνες θα πρέπει να οδηγήσουν στην τόνωση της εμπιστοσύνης στα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης όλων των κρατών μελών και, κατ’ επέκταση, στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της δικαστικής συνεργασίας, σε κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, καθώς και στην προαγωγή μιας νοοτροπίας υπέρ των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ένωση. Τέτοιοι κοινοί ελάχιστοι κανόνες θα πρέπει επίσης να οδηγήσουν στην άρση των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών σε ολόκληρη την επικράτεια των κρατών μελών. Τέτοιοι κοινοί ελάχιστοι κανόνες θα πρέπει να θεσπίζονται όσον αφορά στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας και το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας.

(9)

Στις 30 Νοεμβρίου 2009 το Συμβούλιο εξέδωσε ψήφισμα για τον οδικό χάρτη για την ενίσχυση των δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων ή των κατηγορουμένων σε ποινικές διαδικασίες («οδικός χάρτης») (3). Με τον οδικό χάρτη ζητείται, βάσει σταδιακής προσέγγισης, η έγκριση μέτρων όσον αφορά το δικαίωμα μετάφρασης και διερμηνείας (μέτρο Α), το δικαίωμα ενημέρωσης για τα δικαιώματα και τις κατηγορίες (μέτρο Β), στο δικαίωμα σε νομικές συμβουλές και στο ευεργέτημα της πενίας (μέτρο Γ), το δικαίωμα επικοινωνίας με συγγενείς, εργοδότες και προξενικές αρχές (μέτρο Δ) και τις ειδικές διασφαλίσεις για ευάλωτους υπόπτους ή κατηγορουμένους (μέτρο Ε). Στον οδικό χάρτη επισημαίνεται ότι η σειρά των δικαιωμάτων είναι μόνο ενδεικτική και υποδηλώνοντας έτσι ότι μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τις προτεραιότητες. Ο οδικός χάρτης έχει σχεδιασθεί ώστε να λειτουργεί ως σύνολο· τα οφέλη του θα γίνουν αισθητά μόνον όταν θα έχει εφαρμοσθεί στο σύνολό του.

(10)

Στις 11 Δεκεμβρίου 2009 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέφρασε την ικανοποίησή του για τον οδικό χάρτη και τον κατέστησε μέρος του Προγράμματος της Στοκχόλμης — Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες (4) (σημείο 2.4). Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογράμμισε τον μη εξαντλητικό χαρακτήρα του οδικού χάρτη, καλώντας την Επιτροπή να εξετάσει περαιτέρω στοιχεία των στοιχειωδών δικονομικών δικαιωμάτων των υπόπτων και των κατηγορουμένων και να εκτιμήσει κατά πόσον άλλα ζητήματα, όπως το τεκμήριο αθωότητας, πρέπει να εξετασθούν, για την προώθηση της βελτίωσης της συνεργασίας στον τομέα αυτό.

(11)

Έχουν εκδοθεί έως τώρα δύο μέτρα σύμφωνα με τον οδικό χάρτη, δηλαδή η οδηγία 2010/64/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με το δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία (5) και η οδηγία 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης κατά την ποινική διαδικασία (6).

(12)

Η παρούσα οδηγία θέτει τους ελάχιστους κανόνες σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και της διαδικασίας για την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (7) (διαδικασία ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης) και το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας. Με τον τρόπο αυτό, η οδηγία προωθεί την εφαρμογή του Χάρτη και ιδίως των άρθρων 4, 6, 7, 47 και 48 αυτού, βάσει των άρθρων 3, 5, 6 και 8 της ΕΣΔΑ, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο, στη νομολογία του, θέτει παγίως κανόνες για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο. Αυτή η νομολογία προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι ο δίκαιος χαρακτήρας μιας διαδικασίας απαιτεί να μπορεί ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος να αποκτά το πλήρες φάσμα των υπηρεσιών που συνδέονται ειδικότερα με το δικαίωμα για νομική συνδρομή. Στο σημείο αυτό, οι δικηγόροι υπόπτων ή κατηγορουμένων θα πρέπει να μπορούν να εξασφαλίζουν χωρίς περιορισμό τις θεμελιώδεις πτυχές της υπεράσπισης.

(13)

Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών δυνάμει της ΕΣΔΑ να εξασφαλίζουν το δικαίωμα δίκαιης δίκης, οι διαδικασίες για ήσσονος σημασίας παραβάσεις που διαπράττονται σε σωφρονιστικά ιδρύματα και οι διαδικασίες για στρατιωτικές παραβάσεις για τις οποίες επιλαμβάνεται ο αρμόδιος αξιωματικός δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως ποινικές διαδικασίες κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

(14)

Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις της οδηγίας 2012/13/ΕΕ, οι οποίες απαιτούν οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι να ενημερώνονται αμέσως για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, στους δε υπόπτους ή κατηγορουμένους που συλλαμβάνονται ή τίθενται υπό κράτηση να παρέχεται αμέσως έγγραφο δικαιωμάτων που περιέχει πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο.

(15)

Ο όρος «δικηγόρος» στην παρούσα οδηγία αναφέρεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, διαθέτει τα προσόντα και δικαιούται, μεταξύ άλλων μέσω διαπιστεύσεως σε εξουσιοδοτημένο φορέα, να παρέχει νομικές συμβουλές και νομική συνδρομή σε υπόπτους ή κατηγορουμένους.

(16)

Σε ορισμένα κράτη μέλη ενδέχεται κάποια αρχή πλην δικαστηρίου με δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις να είναι αρμόδια για την επιβολή κυρώσεων, εκτός από τη στέρηση της ελευθερίας, όσον αφορά σε σχετικές ήσσονος σημασίας παραβάσεις. Τούτο μπορεί να συμβαίνει π.χ. στην περίπτωση παραβάσεων του κώδικα οδικής κυκλοφορίας που διαπράττονται σε μεγάλη κλίμακα και οι οποίες ενδεχομένως διαπιστώνονται ύστερα από έλεγχο κυκλοφορίας. Στις περιπτώσεις αυτές, θα ήταν παράλογο να απαιτείται από τις αρμόδιες αρχές να διασφαλίζουν όλα τα δικαιώματα που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία. Όταν το δίκαιο κράτους μέλους προβλέπει την επιβολή κυρώσεων για ήσσονος σημασίας παραβάσεις από μια τέτοια αρμόδια αρχή και εφόσον υφίσταται είτε δικαίωμα άσκησης ένδικου μέσου είτε δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, η παρούσα οδηγία θα πρέπει συνεπώς να εφαρμόζεται μόνο στη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατόπιν της ασκήσεως του ένδικου μέσου ή παραπομπής.

(17)

Σε ορισμένα κράτη μέλη ορισμένες ήσσονος σημασίας παραβάσεις, ιδίως ήσσονος σημασίας παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας, ήσσονος σημασίας παραβάσεις γενικών δημοτικών κανονισμών και ήσσονος σημασίας προσβολές της δημόσιας τάξης, θεωρούνται ποινικά αδικήματα. Στις περιπτώσεις αυτές, θα ήταν παράλογο να απαιτείται από τις αρμόδιες αρχές να διασφαλίζουν όλα τα δικαιώματα που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία. Όταν το δίκαιο κράτους μέλους προβλέπει όσον αφορά στις ήσσονος σημασίας παραβάσεις ότι δεν μπορεί να επιβληθεί ως κύρωση η στέρηση της ελευθερίας, η παρούσα οδηγία θα πρέπει, επομένως, να εφαρμόζεται μόνο στις διαδικασίες ενώπιον ποινικού δικαστηρίου.

(18)

Το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας όσον αφορά σε ήσσονος σημασίας παραβάσεις δεν θα πρέπει να επηρεάζει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών δυνάμει της ΕΣΔΑ να εξασφαλίζουν το δικαίωμα δίκαιης δίκης, περιλαμβανομένου του δικαιώματος για παροχή νομικής συνδρομής από δικηγόρο.

(19)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι να έχουν το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να χορηγείται στους υπόπτους ή κατηγορουμένους δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο κατά την ποινική διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου, εφόσον δεν έχουν παραιτηθεί από το εν λόγω δικαίωμα.

(20)

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η εξέταση δεν περιλαμβάνει την προκαταρκτική εξέταση από την αστυνομία ή άλλη αρχή επιβολής του νόμου, με την οποία επιδιώκεται η εξακρίβωση της ταυτότητας του προσώπου, η διαπίστωση της κατοχής όπλων ή άλλων παρεμφερών ζητημάτων ασφαλείας ή ο προσδιορισμός του κατά πόσον θα πρέπει να αρχίσει έρευνα, π.χ. κατά τη διάρκεια καθ’ οδόν ελέγχου ή τακτικών δειγματοληπτικών ελέγχων όταν δεν έχει εντοπισθεί ακόμη ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος.

(21)

Όταν ένα πρόσωπο που δεν είναι ύποπτος ή κατηγορούμενος, όπως ένας μάρτυρας, όταν καταστεί ύποπτος ή κατηγορούμενος, το εν λόγω πρόσωπο θα πρέπει να προστατεύεται από τη μη αυτοενοχοποίηση και να έχει το δικαίωμα σιωπής, όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Στην παρούσα οδηγία γίνεται συνεπώς ρητή παραπομπή στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά την οποία ένα τέτοιο πρόσωπο καθίσταται ύποπτος ή κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια εξέτασης από την αστυνομία ή από άλλη αρχή επιβολής του νόμου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Αν, κατά τη διάρκεια τέτοιας εξέτασης, πρόσωπο που δεν είναι ύποπτος ή κατηγορούμενος καταστεί ύποπτος ή κατηγορούμενος, η εξέταση θα πρέπει να ανασταλεί αμέσως. Ωστόσο, η εξέταση μπορεί να συνεχιστεί αν γνωστοποιηθεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ότι είναι ύποπτος ή κατηγορούμενος και ότι μπορεί να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματα που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.

(22)

Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να διαβουλεύονται κατ’ ιδίαν με το δικηγόρο που τους εκπροσωπεί. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη διάρκεια και τη συχνότητα των διαβουλεύσεων αυτών, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της διαδικασίας, ιδίως την πολυπλοκότητα της υπόθεσης και τα εφαρμοστέα δικονομικά στάδια. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να καθορίζουν πρακτικές ρυθμίσεις για την κατοχύρωση της ασφάλειας και της προστασίας, ιδίως του δικηγόρου και του υπόπτου ή του κατηγορούμενου, στον τόπο στον οποίον πραγματοποιείται αυτή η διαβούλευση. Αυτές οι πρακτικές ρυθμίσεις δεν θα πρέπει να θίγουν την αποτελεσματική άσκηση ή την ουσία του δικαιώματος των υπόπτων ή των κατηγορουμένων να διαβουλεύονται με τον δικηγόρο τους.

(23)

Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα επικοινωνίας με τον δικηγόρο που τους εκπροσωπεί. Αυτή η επικοινωνία μπορεί να πραγματοποιείται σε οιοδήποτε στάδιο, μεταξύ άλλων πριν από κάθε άσκηση του δικαιώματος κατ’ ιδίαν επικοινωνίας με τον εν λόγω δικηγόρο. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να καθορίζουν πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη διάρκεια, τη συχνότητα και τον τρόπο της εν λόγω επικοινωνίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά στη χρήση της τηλεδιάσκεψης και άλλης τεχνολογίας επικοινωνιών προς διεξαγωγή αυτής της επικοινωνίας. Αυτές οι πρακτικές ρυθμίσεις δεν θα πρέπει να θίγουν την αποτελεσματική άσκηση ή την ουσία του δικαιώματος των υπόπτων ή των κατηγορουμένων να διαβουλεύονται με τον δικηγόρο τους.

(24)

Ως προς ορισμένες ήσσονος σημασίας παραβάσεις, η οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να ρυθμίζουν το δικαίωμα πρόσβασης των υπόπτων ή κατηγορουμένων σε δικηγόρο μέσω τηλεφώνου. Ωστόσο, ο περιορισμός του δικαιώματος κατά τον τρόπο αυτό θα πρέπει να αφορά μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος δεν πρόκειται να εξετασθεί από την αστυνομία ή άλλη αρχή επιβολής του νόμου ή δικαστική αρχή.

(25)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν να παρίσταται ο δικηγόρος τους και να συμμετέχει αποτελεσματικά κατά την εξέταση τους από την αστυνομία ή άλλη αρχή επιβολής του νόμου ή δικαστική αρχή, μεταξύ άλλων και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Αυτή η συμμετοχή θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο οι οποίες μπορούν να ρυθμίζουν τη συμμετοχή δικηγόρου κατά τη διάρκεια της εξέτασης του υπόπτου ή του κατηγορουμένου από την αστυνομία ή άλλη αρχή επιβολής του νόμου ή δικαστική αρχή και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, υπό τον όρο ότι αυτές οι διαδικασίες δεν θίγουν την αποτελεσματική άσκηση και την ουσία του συγκεκριμένου δικαιώματος. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης του υπόπτου ή του κατηγορουμένου από την αστυνομία ή άλλη αρχή επιβολής του νόμου ή δικαστική αρχή ή κατά την ακροαματική διαδικασία, ο δικηγόρος δύναται μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τις εν λόγω διαδικασίες, να υποβάλλει ερωτήσεις, να ζητεί διευκρινίσεις και να προβαίνει σε δηλώσεις, οι οποίες θα πρέπει να καταγράφονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

(26)

Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι δικαιούνται να ζητήσουν να παρίσταται ο δικηγόρος του στις ανακριτικές πράξεις ή πράξεις συλλογής αποδεικτικών στοιχείων στο βαθμό που προβλέπονται από το οικείο εθνικό δίκαιο και στο βαθμό που οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι απαιτείται ή επιτρέπεται να παρίστανται. Οι πράξεις αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τη διέλευση προσώπων για αναγνώριση, στην οποία ο ύποπτος ή κατηγορούμενος εμφανίζεται μεταξύ άλλων προσώπων προκειμένου να αναγνωρισθεί από θύμα ή μάρτυρα, την εξέταση κατ’ αντιπαράσταση, στην οποία ο ύποπτος ή κατηγορούμενος εξετάζεται μαζί με έναν ή περισσότερους μάρτυρες ή θύματα όταν υπάρχουν διαφωνίες για σημαντικά γεγονότα ή στοιχεία, και την αναπαράσταση των εγκλημάτων στην οποία παρίσταται ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος, προκειμένου να κατανοηθούν καλύτερα ο τρόπος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε το έγκλημα και να τεθούν συγκεκριμένα ερωτήματα στον ύποπτο ή κατηγορούμενο. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με την παράσταση δικηγόρου κατά τη διάρκεια των ανακριτικών πράξεων ή πράξεων συλλογής αποδεικτικών στοιχείων. Αυτές οι πρακτικές ρυθμίσεις δεν θα πρέπει να θίγουν την αποτελεσματική άσκηση και την ουσία των συγκεκριμένων δικαιωμάτων. Σε περίπτωση που παρίσταται δικηγόρος κατά τη διάρκεια ανακριτικής πράξεως ή πράξεως συλλογής αποδεικτικών στοιχείων, αυτό θα πρέπει να σημειώνεται σύμφωνα με τη διαδικασία καταγραφής σύμφωνα με το δίκαιο του σχετικού κράτους μέλους.

(27)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν να διαθέτουν γενικές πληροφορίες, λόγου χάρη σε ιστοσελίδα ή με διαφημιστικό φυλλάδιο που θα είναι διαθέσιμο στα αστυνομικά τμήματα, ώστε να διευκολύνεται η προσφυγή των υπόπτων ή των κατηγορουμένων σε δικηγόρο. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν θα απαιτείται να εξασφαλίζουν ενεργά την παροχή δικηγορικής συνδρομής στους ύποπτους ή κατηγορούμενους που δεν έχουν στερηθεί την ελευθερία τους, εάν τα εν λόγω πρόσωπα δεν έχουν φροντίσει από μόνα τους να εξασφαλίσουν τη συνδρομή δικηγόρου. Ο εν λόγω ύποπτος ή κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να έρχεται ελεύθερα σε επαφή, σε διαβούλευση με δικηγόρο και να δέχεται τη συνδρομή δικηγόρου.

(28)

Στις περιπτώσεις στέρησης της ελευθερίας υπόπτων ή κατηγορουμένων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβαίνουν στους αναγκαίους διακανονισμούς ώστε να διασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα αυτά είναι σε θέση να ασκήσουν πράγματι το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, μεταξύ άλλων φροντίζοντας να εξασφαλίσουν τη συνδρομή δικηγόρου όταν ο ενδιαφερόμενος δεν έχει, εκτός εάν έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα αυτό. Αυτές οι πρακτικές ρυθμίσεις μπορεί να προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι οι αρμόδιες αρχές κανονίζουν τη συνδρομή δικηγόρου βάσει καταλόγου διαθέσιμων δικηγόρων από τον οποίον μπορεί να επιλέξει ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος. Οι ρυθμίσεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν ενδεχομένως ρυθμίσεις για το ευεργέτημα της πενίας.

(29)

Οι συνθήκες στις οποίες οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι στερούνται την ελευθερία τους θα πρέπει να τηρούν πλήρως τους κανόνες της ΕΣΔΑ, του Χάρτη, καθώς και της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο») και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Κατά την παροχή συνδρομής σύμφωνα με την παρούσα οδηγία σε ύποπτο ή κατηγορούμενο ο οποίος στερείται την ελευθερία του, ο δικηγόρος θα πρέπει να μπορεί να θέσει στις αρμόδιες αρχές οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με τις συνθήκες στις οποίες στερείται της ελευθερίας του το εν λόγω πρόσωπο.

(30)

Σε περιπτώσεις γεωγραφικής απομόνωσης του υπόπτου ή κατηγορουμένου, για παράδειγμα σε υπερπόντια εδάφη ή όταν το κράτος μέλος αναλαμβάνει ή συμμετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις εκτός του εδάφους του, τα κράτη μέλη επιτρέπεται να παρεκκλίνουν προσωρινά από το δικαίωμα του υπόπτου ή του κατηγορούμενου να έχει πρόσβαση σε δικηγόρο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη στέρηση της ελευθερίας. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας προσωρινής παρέκκλισης, οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να εξετάσουν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή να επιχειρήσουν οποιαδήποτε από τις ανακριτικές πράξεις ή πράξεις συλλογής αποδεικτικών στοιχείων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Όταν η άμεση πρόσβαση σε δικηγόρο δεν είναι εφικτή λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης του υπόπτου ή κατηγορούμενου, τα κράτη μέλη οφείλουν να οργανώσουν την επικοινωνία μέσω τηλεφώνου ή τηλεδιάσκεψης, εκτός αν αυτό είναι ανέφικτο.

(31)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν προσωρινά από το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο στάδιο της προδικαστικής διαδικασίας εφόσον είναι αναγκαίο, σε επείγουσες περιπτώσεις, να αποτραπούν σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις στη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα ενός προσώπου. Κατά τη διάρκεια προσωρινής παρέκκλισης για αυτόν τον λόγο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξετάσουν τους υπόπτους ή κατηγορουμένους χωρίς να παρίσταται ο δικηγόρος, υπό τον όρο ότι οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι έχουν ενημερωθεί σχετικά με το δικαίωμά τους στη σιωπή και ότι μπορούν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, καθώς και ότι αυτή η εξέταση δεν θίγει τα δικαιώματα της υπεράσπισης, μεταξύ άλλων την αρχή της απαγόρευσης της αυτοενοχοποίησης. Η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί για τον μοναδικό σκοπό και στην αναγκαία έκταση προς απόκτηση πληροφοριών ουσιαστικής σημασίας για να αποτραπούν σοβαρές δυσμενείς επιπτώσεις για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα προσώπου. Οποιαδήποτε κατάχρηση αυτής της παρέκκλισης θα έθιγε καταρχήν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα υπεράσπισης.

(32)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτρέπεται επίσης να παρεκκλίνουν προσωρινά από το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο προδικαστικό στάδιο, σε περίπτωση επιτακτικής ανάγκης να αναληφθεί άμεση δράση από τις αρχές που διενεργούν την έρευνα προς αποτροπή σημαντικού κινδύνου για την ποινική διαδικασία, ιδίως προς αποτροπή καταστροφής ή αλλοίωσης σημαντικών αποδεικτικών στοιχείων, ή προς αποτροπή παρεμβάσεων στους μάρτυρες. Κατά τη διάρκεια προσωρινής παρέκκλισης για αυτόν τον λόγο, οι αρμόδιες αρχές θα μπορούν να εξετάσουν τους υπόπτους ή κατηγορουμένους χωρίς να παρίσταται ο δικηγόρος, υπό τον όρο ότι οι έχουν ενημερωθεί σχετικά με το δικαίωμά τους στη σιωπή και ότι μπορούν να ασκήσουν αυτό το δικαίωμα, καθώς και υπό τον όρο ότι αυτή η εξέταση δεν θίγει τα δικαιώματα της υπεράσπισης, μεταξύ άλλων την αρχή της απαγόρευσης της αυτοενοχοποίησης. Η εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί για τον μοναδικό σκοπό και στην αναγκαία έκταση προς απόκτηση πληροφοριών ουσιαστικής σημασίας για να αποτραπεί σημαντικός κίνδυνος για την ποινική διαδικασία. Οποιαδήποτε κατάχρηση αυτής της παρέκκλισης θα έθιγε καταρχήν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα υπεράσπισης.

(33)

Το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ υπόπτων ή κατηγορουμένων και του δικηγόρου τους είναι βασικό στοιχείο για να εξασφαλισθεί η ουσιαστική άσκηση των δικαιωμάτων υπεράσπισης και αποτελεί ουσιαστικό μέρος του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει συνεπώς να σέβονται το απόρρητο των διαβουλεύσεων και άλλων μορφών επικοινωνίας μεταξύ του δικηγόρου και του υπόπτου ή κατηγορούμενου κατά την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο που προβλέπεται από την παρούσα οδηγία, χωρίς παρέκκλιση. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει διαδικασίες που ρυθμίζουν την κατάσταση κατά την οποία συντρέχουν αντικειμενικές και τεκμηριωμένες περιστάσεις που δημιουργούν υποψίες ότι ο δικηγόρος εμπλέκεται σε ποινικό αδίκημα με τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο. Οποιαδήποτε εγκληματική δραστηριότητα εκ μέρους του δικηγόρου δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως θεμιτή συνδρομή προς υπόπτους ή κατηγορουμένους στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. Η υποχρέωση σεβασμού του απορρήτου δεν συνεπάγεται απλώς ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να μην παρεμβαίνουν ή να έχουν πρόσβαση σε αυτήν την επικοινωνία, αλλά επίσης ότι, σε περίπτωση που οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι στερούνται την ελευθερία τους ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο βρίσκονται σε χώρο υπό τον έλεγχο του κράτους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι ρυθμίσεις της επικοινωνίας τηρούν και προστατεύουν το απόρρητο. Αυτό δεν θίγει τους μηχανισμούς σε χώρους κράτησης που αποσκοπούν στην αποτροπή αποστολών παράνομων αντικειμένων προς τους κρατουμένους, όπως οι μηχανισμοί ελέγχου της αλληλογραφίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι μηχανισμοί αυτοί δεν επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να διαβάζουν την επικοινωνία μεταξύ των υπόπτων ή κατηγορουμένων και του δικηγόρου τους. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει επίσης τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου σύμφωνα με τις οποίες αίτηση για διαβίβαση της αλληλογραφίας μπορεί να απορρίπτεται αν ο αποστολέας δεν συναινεί στο να υποβάλλεται πρώτα η αλληλογραφία στο αρμόδιο δικαστήριο.

(34)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη της παραβίασης του απορρήτου που ενδέχεται να συμβεί συμπτωματικά σε μία νόμιμη επιχείρηση εποπτείας από αρμόδιες αρχές. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει επίσης το έργο που πραγματοποιείται, για παράδειγμα, από τις εθνικές υπηρεσίες πληροφοριών, για τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) ή που εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 72 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο ο τίτλος V σχετικά με τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης δεν πρέπει να θίγει την άσκηση των ευθυνών των κρατών μελών για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας.

(35)

Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι που στερούνται την ελευθερία τους θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ενημερώνεται τουλάχιστον ένα πρόσωπο της επιλογής τους, όπως συγγενής ή εργοδότης, για τη στέρηση της ελευθερίας τους, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, υπό τον όρο της εύρυθμης διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας κατά του υπόπτου ή κατηγορουμένου ή κάθε άλλης ποινικής διαδικασίας. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβαίνουν σε πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω δικαιώματος. Οι εν λόγω πρακτικές ρυθμίσεις δεν θα πρέπει να θίγουν την πραγματική άσκηση και την ουσία του δικαιώματος. Ωστόσο, σε περιορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις, θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα προσωρινής παρέκκλισης από το εν λόγω δικαίωμα, όταν αυτή δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους που απορρέουν από τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης, όπως προσδιορίζεται στην παρούσα οδηγία. Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές σχεδιάζουν μια τέτοια προσωρινή παρέκκλιση για ένα συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει πρώτα να εξετάσουν αν ένα άλλο τρίτο πρόσωπο, το οποίο έχει υποδειχτεί από τον ύποπτο ή κατηγορούμενο, μπορεί να ενημερωθεί σχετικά με τη στέρηση της ελευθερίας.

(36)

Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα επικοινωνίας, κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας τους, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση με τουλάχιστον ένα τρίτο πρόσωπο, όπως με συγγενή, που έχουν υποδείξει οι ίδιοι. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν ή να αναβάλουν την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος λόγω επιτακτικών αναγκών ή αναλογικών επιχειρησιακών απαιτήσεων. Αυτές οι ανάγκες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την ανάγκη αποτροπής σοβαρών δυσμενών επιπτώσεων για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα προσώπου, την ανάγκη να διαφυλαχθεί η ορθή διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας, την ανάγκη αποτροπής ποινικού αδικήματος, την ανάγκη παρουσίας στην ακροαματική διαδικασία και την ανάγκη προστασίας των θυμάτων εγκλήματος. Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές προβλέπουν τον περιορισμό ή την αναβολή της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας με ένα συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να εξετάζουν πρώτα αν οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι μπορούν να επικοινωνήσουν με ένα άλλο τρίτο πρόσωπο που οι ίδιοι υποδεικνύουν. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με την επιλογή της κατάλληλης χρονικής στιγμής, τα μέσα, τη διάρκεια και τη συχνότητα της επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να διαφυλαχθούν η τάξη, η ασφάλεια και η προστασία στους χώρους κράτησης του προσώπου.

(37)

Το δικαίωμα σε προξενική συνδρομή των υπόπτων και κατηγορουμένων που στερούνται την ελευθερία τους κατοχυρώνεται από το άρθρο 36 της σύμβασης της Βιέννης του 1963 επί των προξενικών σχέσεων, στο οποίο προβλέπεται δικαίωμα των κρατών να επικοινωνούν με τους υπηκόους τους. Η παρούσα οδηγία παρέχει αντίστοιχο δικαίωμα στους υπόπτους ή στους κατηγορουμένους που στερούνται την ελευθερία τους, εφόσον το επιθυμούν. Η προξενική προστασία μπορεί να ασκείται από τις διπλωματικές αρχές όταν οι εν λόγω αρχές ενεργούν ως προξενικές αρχές.

(38)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίζουν σαφώς στο εθνικό τους δίκαιο τους λόγους και τα κριτήρια οποιωνδήποτε προσωρινών παρεκκλίσεων από τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και θα πρέπει να κάνουν περιορισμένη χρήση αυτών των προσωρινών παρεκκλίσεων. Οι προσωρινές αυτές παρεκκλίσεις θα πρέπει να είναι αναλογικές, αυστηρά περιορισμένες χρονικά, να μη βασίζονται αποκλειστικά στον τύπο ή τη σοβαρότητα του υποτιθέμενου αδικήματος και να μην προσβάλλουν το συνολικά δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι σε περίπτωση που επιτραπεί χρονική παρέκκλιση δυνάμει της παρούσας οδηγίας από δικαστική αρχή που δεν είναι δικαστής ή δικαστήριο, η απόφαση με την οποία επιτρέπεται η χρονική παρέκκλιση θα μπορεί να κριθεί από δικαστήριο, τουλάχιστον κατά το στάδιο της δίκης.

(39)

Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να μπορούν να παραιτούνται από δικαίωμα που παρέχεται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ενημερωθεί σχετικά με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου δικαιώματος και τις ενδεχόμενες συνέπειες της παραίτησης από το εν λόγω δικαίωμα. Κατά την ενημέρωση αυτή, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές συνθήκες των οικείων υπόπτων ή κατηγορουμένων, μεταξύ άλλων η ηλικία τους και η ψυχική και σωματική τους κατάσταση.

(40)

Η παραίτηση και οι περιστάσεις υπό τις οποίες ασκείται θα πρέπει να καταγράφονται σύμφωνα με διαδικασία προβλεπόμενη από το δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους. Αυτό δεν θα πρέπει να συνεπάγεται πρόσθετη υποχρέωση για τα κράτη μέλη να θεσπίσουν νέους μηχανισμούς ή πρόσθετη διοικητική επιβάρυνση.

(41)

Όταν ο ύποπτος ή κατηγορούμενος ανακαλεί την παραίτηση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, δεν θα πρέπει να χρειάζεται να διενεργηθεί εκ νέου εξέταση ή κάθε άλλη δικονομική πράξη που πραγματοποιήθηκε κατά τη χρονική περίοδο παραίτησης από το συγκεκριμένο δικαίωμα.

(42)

Το πρόσωπα που υπάγονται σε διαδικασία εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης («εκζητούμενοι») θα πρέπει να έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης, ώστε να μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικά τα δικαιώματά τους που προβλέπονται από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ. Όταν ο δικηγόρος παρίσταται σε εξέταση του εκζητούμενου από δικαστική αρχή εκτέλεσης, ο εν λόγω δικηγόρος δύναται, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο διαδικασίες, να υποβάλλει ερωτήσεις, να ζητά διευκρινίσεις και να προβαίνει σε δηλώσεις. Το γεγονός της παράστασης του δικηγόρου σε αυτήν την εξέταση θα πρέπει να σημειώνεται μέσω της διαδικασίας καταγραφής σύμφωνα με το δίκαιο του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

(43)

Οι εκζητούμενοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα της κατ’ ιδίαν συνάντησης με τον δικηγόρο που τους εκπροσωπεί στο κράτος μέλος εκτέλεσης. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη διάρκεια και τη συχνότητα αυτών των συναντήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να καθορίζουν πρακτικές ρυθμίσεις για την κατοχύρωση της ασφάλειας και της προστασίας, ιδίως του δικηγόρου και του εκζητούμενου, στον τόπο στον οποίο πραγματοποιείται η διαβούλευση μεταξύ του δικηγόρου και του εκζητούμενου. Αυτές οι πρακτικές ρυθμίσεις δεν θα πρέπει να θίγουν την πραγματική άσκηση και την ουσία του δικαιώματος των υπόπτων ή κατηγορουμένων να διαβουλεύονται με τον δικηγόρο τους.

(44)

Οι εκζητούμενοι θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα επικοινωνίας με τον δικηγόρο που τους εκπροσωπεί στο κράτος εκτέλεσης. Αυτή η επικοινωνία θα πρέπει να μπορεί να πραγματοποιείται σε οιοδήποτε στάδιο, μεταξύ άλλων πριν από κάθε άσκηση του δικαιώματος διαβούλευσης με τον δικηγόρο. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν πρακτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη διάρκεια, τη συχνότητα και τον τρόπο της επικοινωνίας μεταξύ των εκζητούμενων και του δικηγόρου τους, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη χρήση τηλεδιάσκεψης και άλλης τεχνολογίας επικοινωνιών προς διεξαγωγή αυτής της επικοινωνίας. Αυτές οι πρακτικές ρυθμίσεις δεν θα πρέπει να θίγουν την πραγματική άσκηση και την ουσία του δικαιώματος των εκζητούμενων να επικοινωνούν και να διαβουλεύονται με τον δικηγόρο τους.

(45)

Τα κράτη μέλη εκτέλεσης θα πρέπει να καθορίζουν τις απαραίτητες ρυθμίσεις για να διασφαλίζουν ότι οι εκζητούμενοι μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμά τους πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης, μεταξύ άλλων ρυθμίζοντας τη συνδρομή δικηγόρου όταν οι εκζητούμενοι δεν έχουν, εκτός αν παραιτήθηκαν από το εν λόγω δικαίωμα. Οι ρυθμίσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένων ενδεχομένως των ρυθμίσεων για το ευεργέτημα της πενίας, διέπονται από το εθνικό δίκαιο. Μπορούν να προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι οι αρμόδιες αρχές κανονίζουν τη συνδρομή δικηγόρου βάσει καταλόγου διαθέσιμων δικηγόρων από τον οποίον μπορούν να επιλέξουν οι εκζητούμενοι.

(46)

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους έκδοσης, μόλις ενημερωθεί ότι ο εκζητούμενος επιθυμεί να ορίσει δικηγόρο σε αυτό το κράτος μέλος, θα πρέπει να παρέχει στον εκζητούμενο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση πληροφορίες για να τον διευκολύνει να ορίσει δικηγόρο στο εν λόγω κράτος μέλος. Αυτές οι πληροφορίες μπορούν, λόγου χάρη, να περιλαμβάνουν ισχύοντα κατάλογο δικηγόρων ή το όνομα δικηγόρου που ασκεί καθήκοντα στο κράτος έκδοσης, που να μπορεί να παράσχει πληροφόρηση και συμβουλές σε υποθέσεις ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από τον κατάλληλο δικηγορικό σύλλογο να καταρτίσει αυτόν τον κατάλογο.

(47)

Η διαδικασία παράδοσης είναι ζωτικής σημασίας για τη συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών. Η τήρηση των προθεσμιών που καθορίζονται στην απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ είναι πολύ σημαντική για τη συνεργασία αυτή. Για τον λόγο αυτό, ενώ οι εκζητούμενοι θα πρέπει να μπορούν να ασκούν πλήρως τα δικαιώματά τους βάσει της παρούσας οδηγίας σε διαδικασίες εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, οι εν λόγω προθεσμίες θα πρέπει να τηρούνται.

(48)

Εν αναμονή ενωσιακής νομοθετικής πράξης περί του ευεργετήματος της πενίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν το εθνικό τους δίκαιο περί του ευεργετήματος της πενίας, το οποίο θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τον Χάρτη, την ΕΣΔΑ και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

(49)

Κατ’ εφαρμογή της αρχής της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίζουν επαρκή και αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα για την προστασία των δικαιωμάτων που παρέχονται σε άτομα βάσει της παρούσας οδηγίας.

(50)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε, κατά την αξιολόγηση των καταθέσεων του υπόπτου ή κατηγορουμένου ή των αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται κατά παράβαση του δικαιώματός του για πρόσβαση σε δικηγόρο ή όταν έχει εγκριθεί παρέκκλιση από το εν λόγω δικαίωμα, να λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα της υπεράσπισης και η δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με την οποία τα δικαιώματα της υπεράσπισης, καταρχήν, θα θίγονται ανεπανόρθωτα όταν ενοχοποιητικές καταθέσεις που λαμβάνονται κατά την αστυνομική εξέταση χωρίς πρόσβαση σε δικηγόρο χρησιμοποιούνται για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Τούτο θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη της χρήσης των καταθέσεων για άλλους σκοπούς επιτρεπόμενους από το εθνικό δίκαιο, όπως η ανάγκη τέλεσης επειγουσών ερευνητικών πράξεων για την αποφυγή της διάπραξης άλλων αδικημάτων ή την αποφυγή σοβαρών δυσμενών επιπτώσεων για οποιοδήποτε πρόσωπο ή λόγω επείγουσας ανάγκης να αποτραπεί σημαντικός κίνδυνος για την ποινική διαδικασία, όταν η πρόσβαση σε δικηγόρο ή η καθυστέρηση της εξέτασης θα έθιγε ανεπανόρθωτα τις εν εξελίξει έρευνες όσον αφορά σε σοβαρό έγκλημα. Τέλος, δεν θα πρέπει να θίγονται εν προκειμένω οι εθνικοί κανόνες ή τα εθνικά συστήματα που αφορούν το παραδεκτό των αποδείξεων, ούτε να κωλύονται τα κράτη μέλη να διατηρούν σύστημα το οποίο να προβλέπει την προσκόμιση όλων των αποδεικτικών στοιχείων ενώπιον δικαστηρίου ή δικαστή, χωρίς χωριστή ή προηγούμενη αξιολόγηση του παραδεκτού των αποδεικτικών αυτών στοιχείων.

(51)

Το καθήκον μέριμνας για υπόπτους ή κατηγορουμένους που βρίσκονται ενδεχομένως σε θέση αδυναμίας ενισχύει τη χρηστή απονομή δικαιοσύνης. Συνεπώς, οι εισαγγελικές αρχές, οι αρχές επιβολής του νόμου και οι δικαστικές αρχές θα πρέπει να διευκολύνουν τα πρόσωπα αυτά να ασκούν αποτελεσματικά τα δικαιώματα που προβλέπει η παρούσα οδηγία, λαμβάνοντας υπόψη, για παράδειγμα, τυχόν ενδεχόμενη αδυναμία που επηρεάζει την ικανότητά τους να ασκήσουν το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο και να ενημερώνουν ένα τρίτο πρόσωπο σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας τους και λαμβάνοντας κατάλληλα μέτρα για τη διασφάλιση της τήρησης των συγκεκριμένων δικαιωμάτων.

(52)

Η παρούσα οδηγία συνάδει με τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, του δικαιώματος στην ελευθερία και την ασφάλεια, του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, του δικαιώματος στην ακεραιότητα του προσώπου, των δικαιωμάτων του παιδιού, της κοινωνικής ένταξης των ατόμων με αναπηρίες, του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης, του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος της υπεράσπισης. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές.

(53)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας, όταν αντιστοιχούν σε δικαιώματα κατοχυρωμένα από την ΕΣΔΑ, εφαρμόζονται κατά τρόπο συνεπή με τα δικαιώματα αυτά και σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

(54)

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ελάχιστους κανόνες. Τα κράτη μέλη μπορούν να διευρύνουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία με σκοπό την παροχή μεγαλύτερης προστασίας. Αυτό το υψηλότερο επίπεδο προστασίας δεν θα πρέπει να αποτελεί φραγμό στην αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων την οποία οι εν λόγω ελάχιστοι κανόνες αποσκοπούν να διευκολύνουν. Ο βαθμός προστασίας δεν θα πρέπει ποτέ να υπολείπεται από τα πρότυπα του Χάρτη ή της ΕΣΔΑ, όπως αυτά έχουν ερμηνευθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

(55)

Η παρούσα οδηγία προάγει τα δικαιώματα των παιδιών και λαμβάνει υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές του Συμβουλίου της Ευρώπης για μια φιλική προς τα παιδιά δικαιοσύνη, ιδίως τις διατάξεις περί πληροφόρησης και συμβουλευτικής υποστήριξης των παιδιών. Η παρούσα οδηγία εξασφαλίζει ότι οι ύποπτοι και κατηγορούμενοι, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, ενημερώνονται επαρκώς ούτως ώστε να κατανοούν τις συνέπειες της παραίτησης από δικαίωμα προβλεπόμενο στην παρούσα οδηγία και ότι τυχόν τέτοια παραίτηση δίνεται οικειοθελώς και χωρίς περιθώρια αμφιβολίας. Όταν ο ύποπτος ή κατηγορούμενος είναι παιδί, ο ασκών τη γονική αυτού μέριμνα θα πρέπει να ενημερώνεται το νωρίτερο δυνατό μετά τη στέρηση της ελευθερίας του παιδιού και θα πρέπει να του παρέχονται οι σχετικοί λόγοι. Εάν η ενημέρωση του ασκούντος τη γονική μέριμνα αντιβαίνει στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, θα πρέπει στη θέση του να ενημερώνεται άλλος πιο ενδεδειγμένος ενήλικας, όπως ένας συγγενής. Δεν θα πρέπει να θίγονται εν προκειμένω οι διατάξεις του εθνικού δικαίου που απαιτούν να ενημερώνονται για τη στέρηση της ελευθερίας παιδιού τυχόν ειδικές αρχές, ιδρύματα ή άτομα, που είναι ιδίως αρμόδια για την προστασία και ευημερία των παιδιών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μην περιορίζουν ή να αναβάλουν την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας με τρίτους όσον αφορά σε ύποπτους ή κατηγορούμενους παιδιά που στερούνται την ελευθερία τους, εκτός από πολύ εξαιρετικές περιστάσεις. Σε περίπτωση που εφαρμοστεί αναβολή, το παιδί δεν θα πρέπει πάντως να κρατείται σε απομόνωση και θα πρέπει να του επιτρέπεται να επικοινωνεί λόγου χάρη με ίδρυμα ή άτομο αρμόδιο για την προστασία και την ευημερία των παιδιών.

(56)

Σύμφωνα με την από 28 Σεπτεμβρίου 2011 κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα (8), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των διάφορων μερών μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί αιτιολογημένη τη διαβίβαση τέτοιων εγγράφων.

(57)

Για το λόγο ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή ο καθορισμός κοινών ελάχιστων κανόνων για το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και στο πλαίσιο διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας και επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, αλλά δύνανται, λόγω της κλίμακας του μέτρου, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία επίσης καθορίζεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη αυτών των στόχων.

(58)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά στο χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, τα κράτη μέλη αυτά δεν συμμετέχουν στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύονται από αυτήν ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή της.

(59)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 σχετικά με τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στη εφαρμογή της,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τα δικαιώματα των υπόπτων και κατηγορουμένων στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και των προσώπων που υπάγονται στη διαδικασία της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ («διαδικασία εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης»), όσον αφορά στην πρόσβαση σε δικηγόρο, την ενημέρωση τρίτου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας και την επικοινωνία με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε υπόπτους ή σε κατηγορουμένους στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας από τη στιγμή που λαμβάνουν γνώση από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, μέσω επίσημης ειδοποίησης ή με άλλο τρόπο, ότι θεωρούνται ύποπτοι ή κατηγορούνται για την τέλεση αξιόποινης πράξης, ασχέτως αν έχουν στερηθεί την ελευθερία τους. Εφαρμόζεται μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ήτοι μέχρις ότου κριθεί οριστικά αν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επιμέτρησης της ποινής και της εκδίκασης τυχόν προσφυγής.

2.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε πρόσωπα που υπάγονται στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (εκζητούμενοι) από τον χρόνο σύλληψής τους στο κράτος μέλος εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 10.

3.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επίσης, υπό τους ίδιους με τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 1 όρους, σε άλλα πρόσωπα πλην υπόπτων ή κατηγορουμένων τα οποία, κατά τη διάρκεια της εξέτασης από την αστυνομία ή άλλες αρχές επιβολής του νόμου, καθίστανται ύποπτοι ή κατηγορούμενοι.

4.   Με την επιφύλαξη του δικαιώματος δίκαιης δίκης, όσον αφορά σε ήσσονος σημασίας παραβάσεις:

α)

όταν το δίκαιο κράτους μέλους προβλέπει την επιβολή κύρωσης από αρχή πλην δικαστηρίου με δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις και για την επιβολή της εν λόγω κύρωσης υπάρχει δυνατότητα προσφυγής ή παραπομπής ενώπιον τέτοιου δικαστηρίου· ή

β)

όταν δεν μπορεί να επιβληθεί ως ποινή η στέρηση της ελευθερίας,

η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται μόνο στη διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου με δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις

Σε κάθε περίπτωση, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται πλήρως όταν ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει στερηθεί την ελευθερία του, ανεξάρτητα από το στάδιο της ποινικής διαδικασίας.

Άρθρο 3

Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν το δικαίωμα των υπόπτων και κατηγορουμένων να έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο εντός προθεσμίας και κατά τρόπο που να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να ασκούν τα δικαιώματα υπεράσπισής τους πρακτικά και αποτελεσματικά.

2.   Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Σε κάθε περίπτωση, οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι έχουν πρόσβαση σε δικηγόρο από οποιαδήποτε από τις ακόλουθες χρονικές στιγμές, ανάλογα με το ποια προκύπτει πρώτη:

α)

προτού εξεταστούν από την αστυνομία ή άλλη αρχή επιβολής του νόμου ή δικαστική αρχή·

β)

κατά τη διενέργεια ερευνητικής πράξης ή άλλης πράξης συλλογής αποδεικτικών στοιχείων από ερευνητική ή άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ)·

γ)

χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη στέρηση της ελευθερίας·

δ)

όταν έχουν κλητευθεί ενώπιον δικαστηρίου με δικαιοδοσία σε ποινικές υποθέσεις, εγκαίρως πριν παραστούν ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου.

3.   Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο συνεπάγεται τα ακόλουθα:

α)

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι έχουν το δικαίωμα κατ’ ιδίαν συνάντησης και επικοινωνίας με τον δικηγόρο που τους εκπροσωπεί, μεταξύ άλλων πριν από την εξέτασή τους από την αστυνομία ή άλλη αρχή επιβολής του νόμου ή δικαστική αρχή.

β)

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την παρουσία και τη συμμετοχή του δικηγόρου τους κατά την εξέτασή τους. Η συμμετοχή αυτή συνάδει με διαδικασίες του εθνικού δικαίου, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω διαδικασίες δεν θίγουν την αποτελεσματική άσκηση και την ουσία του συγκεκριμένου δικαιώματος. Όταν συμμετέχει δικηγόρος κατά την εξέταση, το γεγονός ότι έλαβε χώρα αυτή η συμμετοχή σημειώνεται μέσω της διαδικασίας καταγραφής σύμφωνα με το δίκαιο του σχετικού κράτους μέλους.

γ)

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι έχουν τουλάχιστον το δικαίωμα να ζητούν την παράσταση του δικηγόρου τους στις ακόλουθες ερευνητικές πράξεις ή άλλες πράξεις συλλογής αποδεικτικών στοιχείων, εφόσον οι εν λόγω πράξεις προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο και εφόσον ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος υποχρεούται να παραστεί στη συγκεκριμένη πράξη:

i)

διέλευση προσώπων για αναγνώριση·

ii)

κατ’ αντιπαράσταση εξετάσεις·

iii)

αναπαραστάσεις του εγκλήματος.

4.   Τα κράτη μέλη επιδιώκουν να διαθέτουν γενική ενημέρωση ώστε να διευκολύνουν τους υπόπτους και τους κατηγορούμενους να προσφεύγουν σε δικηγόρο.

Παρά τις διατάξεις εθνικού δικαίου που αφορούν την υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις αναγκαίες ρυθμίσεις ώστε να διασφαλίζουν ότι ύποπτοι και κατηγορούμενοι που στερούνται της ελευθερίας τους είναι σε θέση να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο, εκτός εάν έχουν παραιτηθεί από το δικαίωμα αυτό σύμφωνα με το άρθρο 9.

5.   Σε εξαιρετικές περιστάσεις και μόνο κατά το στάδιο της προδικασίας, επιτρέπεται τα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν προσωρινά από την εφαρμογή της παραγράφου 2 στοιχείο γ), όταν, για λόγους γεωγραφικής απομόνωσης του υπόπτου ή κατηγορουμένου, είναι αδύνατη η διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη στέρηση της ελευθερίας.

6.   Σε εξαιρετικές περιστάσεις και μόνο κατά το στάδιο της προδικασίας, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν προσωρινά από την εφαρμογή των προβλεπόμενων στην παράγραφο 3 δικαιωμάτων, στον βαθμό που ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης το δικαιολογούν, για έναν από τους ακόλουθους επιτακτικούς λόγους:

α)

όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αποτραπούν σοβαρές συνέπειες για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα προσώπου·

β)

όταν είναι επιτακτική η ανάληψη άμεσης δράσης από τις αρχές έρευνας προς αποτροπή σημαντικού κινδύνου για την ποινική διαδικασία.

Άρθρο 4

Απόρρητο

Τα κράτη μέλη σέβονται το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ ενός υπόπτου ή κατηγορουμένου και του δικηγόρου του κατά την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο που προβλέπεται από την παρούσα οδηγία. H εν λόγω επικοινωνία περιλαμβάνει τις συναντήσεις, την αλληλογραφία, τις τηλεφωνικές συνομιλίες και άλλες μορφές επικοινωνίας που επιτρέπονται βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 5

Δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι οι οποίοι στερούνται την ελευθερία τους να έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν, εφόσον το επιθυμούν, να ενημερωθεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για τη στέρηση της ελευθερίας τους τουλάχιστον ένα πρόσωπο της επιλογής τους, όπως συγγενής ή εργοδότης.

2.   Εάν ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος είναι παιδί, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο ασκών τη γονική μέριμνα του παιδιού να ενημερωθεί το νωρίτερο δυνατόν για τη στέρηση της ελευθερίας του και για τους σχετικούς λόγους, εκτός εάν τούτο αντιβαίνει στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, οπότε ενημερώνεται κάποιος άλλος ενδεδειγμένος ενήλικας. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως παιδί θεωρείται πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν προσωρινά από την εφαρμογή των προβλεπόμενων στις παραγράφους 1 και 2 δικαιωμάτων όταν ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης το δικαιολογούν, για έναν από τους ακόλουθους επιτακτικούς λόγους:

α)

όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αποτραπούν σοβαρές συνέπειες για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα προσώπου· ή

β)

όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να αποτραπεί μια κατάσταση κατά την οποία μπορεί να παρουσιαστεί σημαντικός κίνδυνος για την ποινική διαδικασία.

4.   Όταν τα κράτη μέλη παρεκκλίνουν προσωρινά από την εφαρμογή των δικαιωμάτων που προβλέπονται στην παράγραφο 2, εξασφαλίζουν ότι μια αρχή αρμόδια για την προστασία και ευημερία των παιδιών ενημερώνεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση για τη στέρηση της ελευθερίας του παιδικού.

Άρθρο 6

Το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι που στερούνται την ελευθερία τους έχουν δικαίωμα επικοινωνίας χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση με ένα τουλάχιστον τρίτο πρόσωπο, όπως με συγγενή, που έχουν υποδείξει οι ίδιοι.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν ή να αναβάλλουν την άσκηση του δικαιώματος της παραγράφου 1 λόγω επιτακτικών αναγκών ή αναλογικών επιχειρησιακών απαιτήσεων.

Άρθρο 7

Το δικαίωμα επικοινωνίας με τις προξενικές αρχές

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν το δικαίωμα των υπόπτων ή των κατηγορουμένων που είναι αλλοδαποί και που στερούνται την ελευθερία τους να ενημερώνουν τις προξενικές αρχές του κράτους του οποίου είναι υπήκοοι σχετικά με το γεγονός της στέρησης της ελευθερίας τους χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και να επικοινωνούν με τις εν λόγω αρχές, εφόσον το επιθυμούν. Ωστόσο, όταν οι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι είναι υπήκοοι δυο ή περισσότερων κρατών, μπορούν να επιλέξουν τις τυχόν προξενικές αρχές οι οποίες θα πρέπει να ενημερωθούν για τη στέρηση της ελευθερίας τους και με τις οποίες επιθυμούν να επικοινωνήσουν.

2.   Οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι έχουν επίσης δικαίωμα επίσκεψης από τις προξενικές τους αρχές, δικαίωμα συνομιλίας και αλληλογραφίας μαζί τους και το δικαίωμα να κανονίζεται η νομική τους εκπροσώπηση από τις προξενικές τους αρχές, εφόσον το επιθυμούν οι ενδιαφερόμενοι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι και οι εν λόγω αρχές δεν έχουν αντίρρηση.

3.   Η άσκηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο μπορεί να ρυθμίζεται στο εθνικό δίκαιο ή σε διαδικασίες, εφόσον στο δίκαιο και τις διαδικασίες αυτές διαφυλάσσονται πλήρως οι σκοποί για τους οποίους προορίζονται τα εν λόγω δικαιώματα.

Άρθρο 8

Γενικοί όροι για την εφαρμογή προσωρινών παρεκκλίσεων

1.   Οποιαδήποτε προσωρινή παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 5 ή 6 ή δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 3:

α)

είναι αναλογική και δεν υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου·

β)

είναι αυστηρά χρονικά καθορισμένη·

γ)

δεν βασίζεται αποκλειστικά στον τύπο ή τη σοβαρότητα του καταγγελλόμενου αδικήματος· και

δ)

δεν προσβάλλει τον συνολικότερο δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας.

2.   Οι προσωρινές παρεκκλίσεις δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 5 ή 6 δύνανται να εγκρίνονται μόνο με προσηκόντως αιτιολογημένη κατά περίπτωση απόφαση, είτε δικαστικής αρχής είτε άλλης αρμόδιας αρχής, υπό τον όρο ότι η απόφαση μπορεί να υπαχθεί σε δικαστικό έλεγχο. Η προσηκόντως αιτιολογημένη απόφαση καταγράφεται μέσω της διαδικασίας καταγραφής σύμφωνα με το δίκαιο του σχετικού κράτους μέλους.

3.   Οι προσωρινές παρεκκλίσεις δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 3 δύνανται να εγκρίνονται μόνο με προσηκόντως αιτιολογημένη κατά περίπτωση απόφαση, είτε δικαστικής αρχής, είτε άλλης αρμόδιας αρχής υπό τον όρο ότι η απόφαση μπορεί να υπαχθεί σε δικαστικό έλεγχο.

Άρθρο 9

Παραίτηση από δικαίωμα

1.   Με την επιφύλαξη διατάξεων εθνικού δικαίου που απαιτούν την υποχρεωτική παρουσία ή συνδρομή δικηγόρου, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, σε σχέση με παραίτηση από δικαίωμα προβλεπόμενο στα άρθρα 3 και 10:

α)

ο ύποπτος ή κατηγορούμενος έχει λάβει προφορικά ή εγγράφως σαφή και επαρκή ενημέρωση σε απλή και κατανοητή γλώσσα σχετικά με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου δικαιώματος και τις ενδεχόμενες συνέπειες της παραίτησης από αυτό· και

β)

η παραίτηση δίνεται ελεύθερα και χωρίς περιθώρια αμφιβολίας.

2.   Η παραίτηση, η οποία μπορεί να είναι γραπτή ή προφορική, καθώς και οι περιστάσεις υπό τις οποίες δόθηκε η παραίτηση καταγράφονται, μέσω της διαδικασίας καταγραφής σύμφωνα με το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι ή ο κατηγορούμενοι μπορούν να ανακαλέσουν παραίτηση μεταγενέστερα, σε οποιαδήποτε στιγμή της ποινικής διαδικασίας, και ότι ενημερώνονται σχετικά με αυτήν τη δυνατότητα. Αυτή η ανάκληση τίθεται σε ισχύ από τη χρονική στιγμή της άσκησής της.

Άρθρο 10

Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο εκζητούμενος έχει δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης μετά τη σύλληψή του βάσει του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.

2.   Όσον αφορά στο περιεχόμενο του δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης, ο εκζητούμενος έχει τα ακόλουθα δικαιώματα στο εν λόγω κράτος μέλος:

α)

το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο εντός προθεσμίας και κατά τρόπο που να επιτρέπει στον εκζητούμενο να ασκήσει τα δικαιώματά του αποτελεσματικά και σε κάθε περίπτωση χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη στέρηση της ελευθερίας·

β)

το δικαίωμα συνάντησης και επικοινωνίας με τον δικηγόρο που τον εκπροσωπεί·

γ)

το δικαίωμα να ζητά την παρουσία και τη συμμετοχή του δικηγόρου του κατά την εξέταση του εκζητούμενου από την εκτελεστική δικαστική αρχή σύμφωνα με τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου. Η συμμετοχή του δικηγόρου στην εξέταση σημειώνεται μέσω της διαδικασίας καταγραφής σύμφωνα με το δίκαιο του σχετικού κράτους μέλους.

3.   Τα δικαιώματα που προβλέπονται στα άρθρα 4, 5, 6, 7, 9 και, όταν ισχύει η προσωρινή παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3, στο άρθρο 8, ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, στις διαδικασίες του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

4.   Η αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος εκτέλεσης ενημερώνει τον εκζητούμενο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη στέρηση της ελευθερίας, ότι έχει δικαίωμα να ορίσει δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης. Ο ρόλος του εν λόγω δικηγόρου στο κράτος μέλος έκδοσης είναι να βοηθά τον δικηγόρο στο κράτος μέλος εκτέλεσης με την παροχή πληροφοριών και συμβουλών στον εν λόγω δικηγόρο, ώστε ο εκζητούμενος να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του δυνάμει της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ.

5.   Σε περίπτωση που ο εκζητούμενος επιθυμεί να ασκήσει το δικαίωμα να ορίσει δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης και δεν έχει ήδη τέτοιο δικηγόρο, η αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος εκτέλεσης ενημερώνει ταχέως την αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος έκδοσης. Η αρμόδια αρχή στο εν λόγω κράτος μέλος παρέχει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον εκζητούμενο πληροφορίες που τον διευκολύνουν να ορίσει εκεί δικηγόρο.

6.   Το δικαίωμα του εκζητούμενου να ορίσει δικηγόρο στο κράτος μέλος έκδοσης δεν θίγει τις προθεσμίες της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ ή την υποχρέωση της δικαστικής αρχής εκτέλεσης να αποφασίσει, εντός των εν λόγω προθεσμιών και των όρων που τίθενται από την εν λόγω απόφαση-πλαίσιο, αν το πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί.

Άρθρο 11

Ευεργέτημα πενίας

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το εθνικό δίκαιο περί του ευεργετήματος της πενίας, το οποίο είναι εφαρμοστέο σύμφωνα με τον Χάρτη και την ΕΣΔΑ.

Άρθρο 12

Ένδικα βοηθήματα

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι σε ποινική διαδικασία καθώς και οι εκζητούμενοι σε διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα δυνάμει του εθνικού δικαίου σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων βάσει της παρούσας οδηγίας.

2.   Με την επιφύλαξη των εθνικών κανόνων και συστημάτων για το παραδεκτό των αποδείξεων, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, στις ποινικές διαδικασίες, κατά την αξιολόγηση των καταθέσεων του υπόπτου ή κατηγορουμένου ή των αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται κατά παράβαση του δικαιώματός του για πρόσβαση σε δικηγόρο ή όταν έχει εγκριθεί παρέκκλιση από αυτό το δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6, να τηρούνται τα δικαιώματα της υπεράσπισης και η δίκαιη διεξαγωγή της δίκης.

Άρθρο 13

Ευάλωτα άτομα

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες των υπόπτων και των κατηγορουμένων αν πρόκειται για ευάλωτα άτομα.

Άρθρο 14

Ρήτρα μη υποβάθμισης των προτύπων

Καμία διάταξη της παρούσας οδηγίας δεν επιτρέπεται να εκληφθεί υπό την έννοια ότι περιορίζει ή αποκλίνει από τα δικαιώματα και τις δικονομικές εγγυήσεις που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη, την ΕΣΔΑ ή άλλες σχετικές διατάξεις διεθνούς δικαίου ή το δίκαιο οποιουδήποτε κράτους μέλους που παρέχουν υψηλότερο βαθμό προστασίας.

Άρθρο 15

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία έως τις 27 Νοεμβρίου 2016. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

2.   Όταν τα εν λόγω μέτρα θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά επ’ ευκαιρία της επίσημης δημοσίευσής τους. Ο τρόπος αυτής της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

3.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις διατάξεις εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 16

Έκθεση

Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, έως τις 28 Νοεμβρίου 2019, έκθεση στην οποία αξιολογείται το κατά πόσον τα κράτη μέλη έχουν λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία, περιλαμβανομένης της αξιολόγησης της εφαρμογής του άρθρου 3 παράγραφος 6, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 2, συνοδευόμενη, εάν απαιτείται, από νομοθετικές προτάσεις.

Άρθρο 17

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 18

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Στρασβούργο, 22 Οκτωβρίου 2013.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

V. LEŠKEVIČIUS


(1)  ΕΕ C 43 της 15.2.2012, σ. 51.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Σεπτεμβρίου 2013 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 7ης Οκτωβρίου 2013.

(3)  ΕΕ C 295 της 4.12.2009, σ. 1.

(4)  ΕΕ C 115 της 4.5.2010, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 280 της 26.10.2010, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 142 της 1.6.2012, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 190 της 18.7.2002, σ. 1.

(8)  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.


6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/13


ΟΔΗΓΊΑ 2013/50/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 22ας Οκτωβρίου 2013

για την τροποποίηση της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, της οδηγίας 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και της οδηγίας 2007/14/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με τον καθορισμό αναλυτικών κανόνων για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2004/109/ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 50 και 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 33 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), η Επιτροπή όφειλε να υποβάλει έκθεση σχετικά με τη λειτουργία της οδηγίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον ενδείκνυται ή όχι ο τερματισμός της εξαίρεσης για υπάρχοντες χρεωστικούς τίτλους μετά τη δεκαετή περίοδο που προβλέπει το άρθρο 30 παράγραφος 4 της οδηγίας, καθώς και σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις της λειτουργίας αυτής της οδηγίας στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές.

(2)

Στις 27 Μαΐου 2010, η Επιτροπή ενέκρινε έκθεση για τη λειτουργία της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, όπου προσδιορίζονται τομείς στους οποίους θα μπορούσε να βελτιωθεί το καθεστώς που δημιούργησε η εν λόγω οδηγία. Συγκεκριμένα, η έκθεση καταδεικνύει την ανάγκη πρόβλεψης για την απλούστευση ορισμένων υποχρεώσεων των εκδοτών, προκειμένου να γίνουν ελκυστικότερες οι ρυθμιζόμενες αγορές για μικρούς και μεσαίους εκδότες που αντλούν κεφάλαια στην Ένωση. Επιπλέον, θα πρέπει να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα του υπάρχοντος καθεστώτος διαφάνειας, ιδίως αναφορικά με τη γνωστοποίηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των εταιρειών.

(3)

Επιπρόσθετα, στην ανακοίνωσή της της 13ης Απριλίου 2011 με τίτλο «Η Πράξη για την Ενιαία Αγορά — Δώδεκα δράσεις για την τόνωση της ανάπτυξης και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης — “Μαζί για μια νέα ανάπτυξη”», η Επιτροπή αναγνώρισε την ανάγκη να αναθεωρηθεί η οδηγία 2004/109/ΕΚ προκειμένου να καταστούν αναλογικότερες οι υποχρεώσεις που ισχύουν για τις εισηγμένες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ενώ παράλληλα να εξασφαλίζεται το ίδιο επίπεδο προστασίας των επενδυτών.

(4)

Σύμφωνα με την έκθεση και την ανακοίνωση της Επιτροπής, η διοικητική επιβάρυνση που αφορά υποχρεώσεις οι οποίες συνδέονται με την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά θα πρέπει να μειωθεί για τους μικρούς και μεσαίους εκδότες ώστε να βελτιωθεί η πρόσβασή τους σε κεφάλαια. Οι υποχρεώσεις δημοσίευσης ανακοινώσεων του διοικητικού συμβουλίου ή τριμηνιαίων οικονομικών εκθέσεων συνεπάγεται σημαντική επιβάρυνση για πολλούς μικρούς και μεσαίους εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενες αγορές, χωρίς η εν λόγω δημοσίευση να είναι απαραίτητη για την προστασία των επενδυτών. Αυτές οι υποχρεώσεις εστιάζουν επίσης το ενδιαφέρον στις βραχυπρόθεσμες αποδόσεις και αποθαρρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Προκειμένου να προαχθεί η δημιουργία βιώσιμης αξίας και η μακροπρόθεσμη επενδυτική στρατηγική, έχει ουσιώδη σημασία να μειωθεί η βραχυπρόθεσμη πίεση στους εκδότες και να παρέχονται κίνητρα στους επενδυτές ώστε να υιοθετούν πιο μακροπρόθεσμη οπτική. Θα πρέπει άρα να καταργηθεί η απαίτηση δημοσίευσης ενδιάμεσων καταστάσεων διαχείρισης.

(5)

Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να απαιτούν στην εθνική νομοθεσία τους τη δημοσίευση περιοδικών χρηματοοικονομικών πληροφοριών συχνότερα από τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις και τις εξαμηνιαίες οικονομικές εκθέσεις. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να ζητούν από τους εκδότες να δημοσιεύουν επιπρόσθετες περιοδικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες εφόσον αυτή η απαίτηση δεν συνιστά σημαντική οικονομική επιβάρυνση και εφόσον η αιτούμενη επιπρόσθετη πληροφόρηση είναι ανάλογη προς τους παράγοντες που να συμβάλλουν στις αποφάσεις περί επενδύσεων. Η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει τυχόν επιπρόσθετες πληροφορίες που απαιτούνται από την τομεακή νομοθεσία της Ένωσης και, ιδίως, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν τη δημοσίευση επιπρόσθετων περιοδικών χρηματοοικονομικών πληροφοριών από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Επιπλέον, μια ρυθμιζόμενη αγορά μπορεί να απαιτεί από τους εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση στη συγκεκριμένη αγορά να δημοσιεύουν επιπρόσθετες περιοδικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες σε όλα ή σε μερικά τμήματα της εν λόγω αγοράς.

(6)

Προκειμένου να προσφερθεί μεγαλύτερη ευελιξία και ως εκ τούτου να μειωθούν οι διοικητικές επιβαρύνσεις, η προθεσμία για τη δημοσίευση των εξαμηνιαίων οικονομικών εκθέσεων θα πρέπει να παραταθεί σε τρεις μήνες από τη λήξη της περιόδου αναφοράς. Εφόσον η περίοδος κατά την οποία οι εκδότες μπορούν να δημοσιεύουν τις εξαμηνιαίες εκθέσεις τους παρατείνεται, αναμένεται ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά θα δίδουν μεγαλύτερη προσοχή στις εκθέσεις των μικρών και μεσαίων εκδοτών και ως εκ τούτου οι εκδότες αυτοί θα προβληθούν περισσότερο.

(7)

Προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια όσον αφορά τις πληρωμές που καταβάλλονται στις κυβερνήσεις, οι εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και οι οποίοι ασκούν δραστηριότητες στους κλάδους της εξόρυξης ή της υλοτομίας από πρωτογενή δάση, θα πρέπει να γνωστοποιούν σε χωριστή έκθεση, σε ετήσια βάση, τις πληρωμές που καταβάλλουν στις κυβερνήσεις στις χώρες στις οποίες δραστηριοποιούνται. Η έκθεση θα πρέπει να περιλαμβάνει τύπους πληρωμών συγκρίσιμους με αυτούς που δημοσιεύονται στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας διαφάνειας για την εξορυκτική βιομηχανία (EITI). Η γνωστοποίηση πληρωμών που καταβάλλονται στις κυβερνήσεις θα πρέπει να παρέχει στην κοινωνία των πολιτών, και στους επενδυτές, πληροφορίες προκειμένου να καθίστανται οι κυβερνήσεις χωρών πλούσιων σε φυσικούς πόρους υπόλογες για τα έσοδα που έχουν από την εκμετάλλευση φυσικών πόρων. Η πρωτοβουλία συμπληρώνει επίσης το σχέδιο δράσης για την επιβολή της δασικής νομοθεσίας, διακυβέρνηση και εμπόριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FLEGT) και τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 995/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, για τη θέσπιση των υποχρεώσεων των φορέων εκμετάλλευσης που διαθέτουν ξυλεία και προϊόντα ξυλείας στην αγορά (5), που απαιτούν από τους εμπόρους προϊόντων ξυλείας να επιδεικνύουν επιμέλεια με σκοπό την αποτροπή της εισόδου ξυλείας από παράνομη υλοτόμηση στην αγορά της Ένωσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι τα μέλη των αρμόδιων οργάνων μιας επιχείρησης, που ενεργούν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που τους αναθέτει το εθνικό δίκαιο είναι υπεύθυνα να εξασφαλίζουν, όσο γνωρίζουν και δύνανται καλύτερα, ότι η έκθεση για τις πληρωμές προς κυβερνήσεις εκπονείται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Οι λεπτομερείς απαιτήσεις ορίζονται στο κεφάλαιο 10 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (6).

(8)

Για λόγους διαφάνειας και προστασίας των επενδυτών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν την εφαρμογή των ακόλουθων αρχών κατά την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις πληρωμές που καταβάλλονται σε κυβερνήσεις σύμφωνα με το κεφάλαιο 10 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ: σημαντικότητα (δεν λαμβάνονται υπόψη στην έκθεση οι πληρωμές που δεν υπερβαίνουν τις 100 000 EUR εντός του οικονομικού έτους, είτε καταβάλλονται ενιαία είτε ως σειρά συναφών πληρωμών), υποβολή εκθέσεων στις κυβερνήσεις και ανά έργο (οι εκθέσεις σχετικά με πληρωμές προς τις κυβερνήσεις θα πρέπει να καταρτίζονται ανά κυβέρνηση και ανά έργο), καθολικότητα (δεν επιτρέπονται, για παράδειγμα για εκδότες οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε ορισμένες χώρες, εξαιρέσεις που έχουν στρεβλωτική επίπτωση και επιτρέπουν σε εκδότες να εκμεταλλεύονται χαλαρές απαιτήσεις όσον αφορά τη διαφάνεια)· πληρότητα (θα πρέπει να αναφέρονται όλες οι σχετικές πληρωμές που καταβάλλονται σε κυβερνήσεις, σύμφωνα με το κεφάλαιο 10 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ και σχετικές αιτιολογικές σκέψεις)·

(9)

Η χρηματοοικονομική καινοτομία έχει οδηγήσει στη δημιουργία νέων ειδών χρηματοπιστωτικών μέσων που παρέχουν στους επενδυτές οικονομική έκθεση σε εταιρείες. Η γνωστοποίηση αυτών των μέσων δεν προβλέπεται στην οδηγία 2004/109/ΕΚ. Τα εν λόγω μέσα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την κρυφή απόκτηση συμμετοχών σε εταιρείες, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάχρηση της αγοράς και να δώσει εσφαλμένη και παραπλανητική εικόνα για την οικονομική ιδιοκτησία εισηγμένων εταιρειών. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εκδότες και οι επενδυτές είναι πλήρως ενήμεροι της δομής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των εταιρειών, ο ορισμός των χρηματοπιστωτικών μέσων στην οδηγία θα πρέπει να καλύπτει όλα τα μέσα που έχουν παρόμοια οικονομική επίπτωση με την κατοχή μετοχών και δικαιωμάτων απόκτησης μετοχών.

(10)

Τα χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν παρεμφερή οικονομική επίπτωση με την κατοχή μετοχών και δικαιωμάτων απόκτησης μετοχών θα πρέπει να υπολογίζονται βάσει του «συντελεστή δέλτα», πολλαπλασιάζοντας το θεωρητικό ποσό των υποκείμενων μετοχών με τον «συντελεστή δέλτα» του μέσου. Ο «συντελεστής δέλτα» δηλώνει πόσο θα μεταβαλλόταν η θεωρητική αξία του χρηματοπιστωτικού μέσου σε περίπτωση διακύμανσης της τιμής του υποκείμενου μέσου και παρέχει ακριβή εικόνα της έκθεσης του κατόχου στο υποκείμενο μέσο. Αυτή η προσέγγιση έχει σκοπό να διασφαλίσει ότι τα στοιχεία για τα συνολικά δικαιώματα ψήφου στα οποία έχει πρόσβαση ο επενδυτής είναι όσο το δυνατόν ακριβέστερα.

(11)

Επιπλέον, για να διασφαλιστεί επαρκής διαφάνεια των σημαντικών συμμετοχών, σε περίπτωση που ένας κάτοχος χρηματοπιστωτικών μέσων ασκεί το δικαίωμα απόκτησης μετοχών και η κατοχή συνολικών δικαιωμάτων ψήφου που είναι ενσωματωμένα σε υποκείμενες μετοχές υπερβαίνει το όριο κοινοποίησης χωρίς να επηρεάζει το συνολικό ποσοστό των συμμετοχών που είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως, θα πρέπει να απαιτείται νέα κοινοποίηση προκειμένου να γνωστοποιηθεί η αλλαγή στη φύση των συμμετοχών.

(12)

Ένα εναρμονισμένο καθεστώς κοινοποίησης της κατοχής σημαντικών δικαιωμάτων ψήφου, ιδίως αναφορικά με την άθροιση της κατοχής μετοχών με την κατοχή χρηματοπιστωτικών μέσων, θα πρέπει να βελτιώσει την ασφάλεια δικαίου, να αυξήσει τη διαφάνεια και να μειώσει τη διοικητική επιβάρυνση των διασυνοριακών επενδυτών. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει συνεπώς να έχουν το δικαίωμα να θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες από αυτούς που προβλέπονται στην οδηγία 2004/109/ΕΚ όσον αφορά τον υπολογισμό των ορίων κοινοποίησης, την άθροιση των ενσωματωμένων σε μετοχές δικαιωμάτων ψήφου με τα δικαιώματα ψήφου που απορρέουν από χρηματοπιστωτικά μέσα και τις εξαιρέσεις από τις απαιτήσεις κοινοποίησης. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες διαφορές όσον αφορά τη συγκέντρωση ιδιοκτησίας στην Ένωση και τις διαφορές των εταιρικών δικαίων στην Ένωση, με αποτέλεσμα ο συνολικός αριθμός των μετοχών να διαφέρει από τον συνολικό αριθμό των δικαιωμάτων ψήφου για ορισμένους εκδότες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεχίσουν να έχουν το δικαίωμα να καθορίζουν τόσο χαμηλότερα όσο και συμπληρωματικά όρια κοινοποίησης της κατοχής δικαιωμάτων ψήφου και να ζητούν ισοδύναμες κοινοποιήσεις με βάση όρια συμμετοχής στο κεφάλαιο. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεχίσουν να έχουν το δικαίωμα να ορίζουν αυστηρότερες υποχρεώσεις από τις προβλεπόμενες στην οδηγία 2004/109/ΕΚ όσον αφορά το περιεχόμενο (π.χ. κοινολόγηση των προθέσεων των μετόχων), τη διαδικασία και τον χρόνο της κοινοποίησης και να μπορούν να ζητούν επιπρόσθετες πληροφορίες που δεν προβλέπονται στην οδηγία 2004/109/ΕΚ όσον αφορά σημαντικές συμμετοχές. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη θα πρέπει μεταξύ άλλων να είναι σε θέση να συνεχίσουν να εφαρμόζουν νόμους, κανονισμούς ή διοικητικές διατάξεις που έχουν θεσπισθεί σε σχέση με προσφορές εξαγοράς, πράξεις συγχώνευσης και άλλες πράξεις που αφορούν την ιδιοκτησία ή τον έλεγχο εταιρειών οι οποίες εποπτεύονται από τις αρχές που έχουν ορίσει τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς (7), και επιβάλλουν αυστηρότερες απαιτήσεις γνωστοποίησης από την οδηγία 2004/109/ΕΚ.

(13)

Τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να διασφαλίζουν τη συνεκτική εναρμόνιση του καθεστώτος κοινοποίησης σημαντικών συμμετοχών και επαρκή επίπεδα διαφάνειας. Θα ήταν σκόπιμο και αποτελεσματικό να ανατεθεί στην Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ) που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), να επεξεργασθεί και να υποβάλει στην Επιτροπή σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, που δεν θα εμπεριέχουν επιλογές πολιτικής. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ, προκειμένου να προσδιοριστούν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή υφιστάμενων εξαιρέσεων από την υποχρέωση κοινοποίησης για την κατοχή σημαντικών ποσοστών δικαιωμάτων ψήφου. Αξιοποιώντας την εμπειρογνωμοσύνη της, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει ιδίως να καθορίζει τις περιπτώσεις εξαιρέσεων, λαμβάνοντας ταυτοχρόνως υπόψη την πιθανή κατάχρησή τους προκειμένου να παρακάμπτονται οι υποχρεώσεις κοινοποίησης.

(14)

Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνικές εξελίξεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) για τον καθορισμό του περιεχομένου της κοινοποίησης κατοχής σημαντικού αριθμού χρηματοπιστωτικών μέσων. Είναι πολύ σημαντικό για την Επιτροπή να συνεχίσει να διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της. Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και δέουσα διαβίβαση των συναφών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(15)

Για τη διευκόλυνση των διασυνοριακών επενδύσεων, οι επενδυτές θα πρέπει να έχουν εύκολη πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες πληροφορίες σχετικά με όλες τις εισηγμένες εταιρείες στην Ένωση. Ωστόσο, το υπάρχον δίκτυο των επισήμως ορισμένων εθνικών μηχανισμών για την κεντρική αποθήκευση ρυθμιζόμενων πληροφοριών δεν διασφαλίζει την εύκολη αναζήτηση αυτών των πληροφοριών ανά την Ένωση. Προκειμένου να διασφαλίζεται η διασυνοριακή πρόσβαση σε πληροφορίες και να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνικές εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στις τεχνολογίες επικοινωνιών, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για τον καθορισμό ελάχιστων προτύπων για τη διάδοση των ρυθμιζόμενων πληροφοριών, της πρόσβασης στις ρυθμιζόμενες πληροφορίες σε επίπεδο Ένωσης και των μηχανισμών για την κεντρική αποθήκευση ρυθμιζόμενων πληροφοριών. Η Επιτροπή, με τη βοήθεια της ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να λαμβάνει μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργίας του δικτύου επισήμως ορισμένων εθνικών μηχανισμών αποθήκευσης και την ανάπτυξη τεχνικών κριτηρίων για την πρόσβαση στις ρυθμιζόμενες πληροφορίες σε επίπεδο Ένωσης, ιδίως όσον αφορά τη λειτουργία κεντρικού σημείου πρόσβασης για την αναζήτηση ρυθμιζόμενων πληροφοριών σε επίπεδο Ένωσης. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εξελίξει και να θέσει σε λειτουργία δικτυακή πύλη η οποία θα αποτελεί ευρωπαϊκό σημείο ηλεκτρονικής πρόσβασης («σημείο πρόσβασης»).

(16)

Προκειμένου να βελτιωθεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 2004/109/ΕΚ και μετά την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 9ης Δεκεμβρίου 2010, με τίτλο «Ενίσχυση των καθεστώτων επιβολής κυρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών», οι εξουσίες επιβολής κυρώσεων θα πρέπει να ενισχυθούν και θα πρέπει να πληρούν ορισμένες ουσιώδεις απαιτήσεις όσον αφορά τους αποδέκτες, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή μέτρου, τις βασικές εξουσίες επιβολής κυρώσεων και τα επίπεδα των διοικητικών χρηματικών κυρώσεων. Οι εν λόγω εξουσίες επιβολής κυρώσεων θα πρέπει να ασκούνται τουλάχιστον σε περίπτωση παραβίασης βασικών διατάξεων της οδηγίας 2004/109/ΕΚ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να μπορούν να τις εφαρμόζουν και σε άλλες περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε οι διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που θα μπορούν να εφαρμοσθούν, θα περιλαμβάνουν τη δυνατότητα επιβολής χρηματικών κυρώσεων που είναι αρκετά υψηλές ώστε να λειτουργούν αποτρεπτικά. Σε περίπτωση παραβιάσεων από νομικές οντότητες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν την επιβολή κυρώσεων στα μέλη των διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων της οικείας νομικής οντότητας ή σε άλλα άτομα που μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνα για αυτές τις παραβιάσεις, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην εθνική νομοθεσία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να μπορούν να προβλέπουν την αναστολή ή τη δυνατότητα αναστολής της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου των κατόχων μετοχών και χρηματοπιστωτικών μέσων που δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις κοινοποίησης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέψουν ότι η αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου εφαρμόζεται μόνον στις σοβαρότερες παραβιάσεις. Η οδηγία 2004/109/ΕΚ θα πρέπει να αναφέρεται τόσο σε διοικητικές κυρώσεις όσο και σε διοικητικά μέτρα προκειμένου να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους ως κυρώσεων ή ως μέτρων δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας και δεν θα πρέπει να θίγει άλλες διατάξεις της νομοθεσίας των κρατών μελών που αφορούν ποινικές κυρώσεις.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν πρόσθετες κυρώσεις ή πρόσθετα μέτρα και υψηλότερες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις από τις προβλεπόμενες στην οδηγία 2004/109/ΕΚ, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για επαρκώς αποτρεπτικές κυρώσεις με στόχο τη στήριξη καθαρών και διαφανών αγορών. Οι διατάξεις που αφορούν κυρώσεις και εκείνες που αφορούν τη δημοσίευση διοικητικών κυρώσεων δεν συνιστούν προηγούμενο για τη λοιπή νομοθεσία της Ένωσης, ιδίως για σοβαρότερες κανονιστικές παραβάσεις.

(17)

Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι αποφάσεις που επιβάλλουν διοικητικό μέτρο ή κύρωση έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα στο ευρύ κοινό, θα πρέπει κανονικά να δημοσιεύονται. Η δημοσίευση των αποφάσεων συνιστά επίσης σημαντικό εργαλείο για την ενημέρωση των φορέων της αγοράς σχετικά με το ποια συμπεριφορά συνιστά παραβίαση της οδηγίας 2004/109/ΕΚ και για την εν γένει προώθηση καλής συμπεριφοράς μεταξύ των φορέων της αγοράς. Ωστόσο, εάν η δημοσιοποίηση μιας απόφασης θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή μιας διεξαγόμενης έρευνας ή θα προκαλούσε, εφόσον μπορεί να καθοριστεί, δυσανάλογη και σοβαρή βλάβη στα εμπλεκόμενα ιδρύματα ή πρόσωπα, ή εφόσον, στην περίπτωση που οι κυρώσεις επιβάλλονται σε φυσικό πρόσωπο, η δημοσιοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποδεικνύεται δυσανάλογη σύμφωνα με την υποχρεωτική προηγούμενη εκτίμηση της αναλογικότητας της εν λόγω δημοσιοποίησης, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να μπορεί να αναβάλει την εν λόγω δημοσιοποίηση ή να δημοσιεύσει την πληροφορία ανώνυμα.

(18)

Προκειμένου να διευκρινιστεί η αντιμετώπιση μη εισηγμένων κινητών αξιών που αντιπροσωπεύονται από αποθετήριους τίτλους εισηγμένους προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και προκειμένου η διαφάνεια να μην παρουσιάζει κενά, ο ορισμός του όρου «εκδότης» θα πρέπει να διευκρινιστεί περαιτέρω ώστε να περιλαμβάνει εκδότες μη εισηγμένων κινητών αξιών που αντιπροσωπεύονται από αποθετήριους τίτλους εισηγμένους προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά. Είναι επίσης σκόπιμο να τροποποιηθεί ο ορισμός του όρου «εκδότης» ώστε να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη μέλη οι εκδότες κινητών αξιών εισηγμένων προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά μπορούν να είναι φυσικά πρόσωπα.

(19)

Βάσει της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, στην περίπτωση που εκδότης τρίτης χώρας εκδίδει χρεωστικούς τίτλους των οποίων η ονομαστική αξία ανά μονάδα είναι μικρότερη των 1 000 EUR ή μετοχές, ως κράτος μέλος προέλευσης του εκδότη θεωρείται το κράτος μέλος που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) σημείο iii) της οδηγίας 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9). Προκειμένου να διευκρινιστεί και να απλοποιηθεί ο καθορισμός του κράτους μέλους προέλευσης των εν λόγω εκδοτών τρίτης χώρας, ο ορισμός αυτού του όρου θα πρέπει να τροποποιηθεί για να προβλέπει ότι το κράτος μέλος προέλευσης θα πρέπει να είναι το κράτος μέλος που επιλέγει ο εκδότης μεταξύ των κρατών μελών στα οποία οι κινητές αξίες του έχουν εισαχθεί για διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.

(20)

Όλοι οι εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά εντός της Ένωσης θα πρέπει να εποπτεύονται από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωσή τους με τις υποχρεώσεις τους. Οι εκδότες οι οποίοι, σύμφωνα με την οδηγία 2004/109/ΕΚ, οφείλουν να επιλέξουν το κράτος μέλος προέλευσής τους αλλά δεν το έχουν πράξει, μπορούν να αποφύγουν την εποπτεία από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή στην Ένωση. Συνεπώς, η οδηγία 2004/109/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να καθορίζει κράτος μέλος προέλευσης για τους εκδότες οι οποίοι δεν έχουν γνωστοποιήσει εντός τριών μηνών στις αρμόδιες αρχές το κράτος μέλος προέλευσης που επιλέγουν. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ως κράτος μέλος προέλευσης θα πρέπει να θεωρηθεί το κράτος μέλος στο οποίο έχουν εισαχθεί για διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά οι κινητές αξίες του εκδότη. Όταν οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, όλα αυτά τα κράτη μέλη θα θεωρούνται ως κράτη μέλη προέλευσης έως ότου ο εκδότης επιλέξει και γνωστοποιήσει ένα μοναδικό κράτος μέλος προέλευσης. Αυτό θα αποτελέσει κίνητρο για τους εν λόγω εκδότες προκειμένου να επιλέξουν και να γνωστοποιήσουν στις οικείες αρμόδιες αρχές το κράτος μέλος προέλευσης που επέλεξαν και, στο μεταξύ, οι αρμόδιες αρχές θα διαθέτουν πλέον τις αναγκαίες εξουσίες να παρεμβαίνουν έως ότου ο εκδότης γνωστοποιήσει το κράτος μέλος προέλευσης που επέλεξε.

(21)

Βάσει της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, στην περίπτωση εκδότη χρεωστικών τίτλων των οποίων η ανά μονάδα ονομαστική αξία είναι ίση ή μεγαλύτερη των 1 000 EUR, η επιλογή εκ μέρους του εκδότη του κράτους μέλους προέλευσης ισχύει για τρία χρόνια. Ωστόσο, σε περίπτωση που οι κινητές αξίες εκδότη δεν γίνονται πλέον δεκτές προς διαπραγμάτευση στη ρυθμιζόμενη αγορά του κράτους μέλους προέλευσης του εκδότη και συνεχίζουν να γίνονται δεκτές προς διαπραγμάτευση σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη υποδοχής, ο εκδότης αυτός δεν έχει σχέση με το αρχικά επιλεγέν από αυτόν κράτος μέλος προέλευσης σε περίπτωση που αυτό δεν είναι το κράτος μέλος της καταστατικής του έδρας. Ο εν λόγω εκδότης θα πρέπει να μπορεί να επιλέξει ως νέο κράτος μέλος προέλευσης πριν από τη λήξη της τριετούς περιόδου ένα από τα κράτη μέλη υποδοχής ή το κράτος μέλος στο οποίο έχει την καταστατική του έδρα. Η ίδια δυνατότητα επιλογής νέου κράτους μέλους προέλευσης θα εφαρμόζεται και σε εκδότες χρεωστικών τίτλων τρίτης χώρας των οποίων η ονομαστική αξία ανά μονάδα είναι μικρότερη των 1 000 EUR ή μετοχών εφόσον οι κινητές αξίες των εκδοτών αυτών δεν γίνονται πλέον δεκτές για διαπραγμάτευση στη ρυθμιζόμενη αγορά του κράτους μέλους προέλευσης του εκδότη, αλλά συνεχίζουν να γίνονται δεκτές για διαπραγμάτευση σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη υποδοχής.

(22)

Θα πρέπει να υπάρχει συνοχή μεταξύ των οδηγιών 2004/109/ΕΚ και 2003/71/ΕΚ όσον αφορά τον ορισμό του κράτους μέλους προέλευσης. Εν προκειμένω, προκειμένου να διασφαλιστεί η εποπτεία από το πλέον αρμόδιο κράτος μέλος, η οδηγία 2003/71/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να προβλέπει μεγαλύτερη ευελιξία σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι κινητές αξίες εκδότη που έχει συσταθεί σε τρίτη χώρα δεν γίνονται πλέον δεκτές για διαπραγμάτευση στη ρυθμιζόμενη αγορά του κράτους μέλους προέλευσης του εκδότη αλλά αντιθέτως γίνονται δεκτές προς διαπραγμάτευση σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη.

(23)

Η οδηγία 2007/14/ΕΚ της Επιτροπής (10) περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κανόνες σχετικά με την κοινοποίηση της επιλογής του κράτους μέλους προέλευσης εκ μέρους του εκδότη. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να ενσωματωθούν στην οδηγία 2004/109/ΕΚ. Για να διασφαλισθεί η ενημέρωση για την επιλογή του κράτους μέλους προέλευσης από τον εκδότη, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και του κράτους μέλους στο οποίο έχει την καταστατική του έδρα, όταν το εν λόγω κράτος μέλος δεν είναι ούτε το κράτος μέλος προέλευσης ούτε το κράτος μέλος υποδοχής, θα πρέπει να ζητείται από όλους τους εκδότες να κοινοποιούν την επιλογή του κράτους μέλους τους στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους τους, στις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών υποδοχής και στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου έχουν την καταστατική τους έδρα, σε περίπτωση που είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος προέλευσης. Οι κανόνες σχετικά με την κοινοποίηση της επιλογής του κράτους μέλους προέλευσης θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθούν αναλόγως.

(24)

Η απαίτηση της οδηγίας 2004/109/ΕΚ όσον αφορά την κοινολόγηση νέων εκδόσεων δανείων έχει δημιουργήσει πολλά πρακτικά προβλήματα εφαρμογής και η εφαρμογή της θεωρείται περίπλοκη. Επιπλέον, αυτή η απαίτηση επικαλύπτει μερικώς τις απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία 2003/71/ΕΚ και στην οδηγία 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς) (11) και δεν παρέχει πολλές πρόσθετες πληροφορίες στην αγορά. Επομένως, και για να μειωθούν οι περιττές διοικητικές επιβαρύνσεις για τους εκδότες, αυτή η απαίτηση θα πρέπει να καταργηθεί.

(25)

Η απαίτηση να κοινοποιείται κάθε τροποποίηση των συστατικών πράξεων ή των καταστατικών του εκδότη στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης επικαλύπτεται από παρόμοια απαίτηση της οδηγίας 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, σχετικά με την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων από μετόχους εισηγμένων εταιρειών (12) και μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση αναφορικά με τον ρόλο της αρμόδιας αρχής. Επομένως και για να μειωθούν οι περιττές διοικητικές επιβαρύνσεις για τους εκδότες, η εν λόγω απαίτηση θα πρέπει να καταργηθεί.

(26)

Ένα εναρμονισμένο ηλεκτρονικό μορφότυπο για την υποβολή εκθέσεων θα ήταν ιδιαίτερα ωφέλιμο για τους εκδότες, τους επενδυτές και τις αρμόδιες αρχές, επειδή θα διευκόλυνε την υποβολή εκθέσεων, καθώς και την προσβασιμότητα, την ανάλυση και τη συγκρισιμότητα των ετήσιων οικονομικών εκθέσεων. Συνεπώς, θα πρέπει να καταστεί υποχρεωτική η εκπόνηση ετήσιων οικονομικών εκθέσεων σε ένα ενιαίο ηλεκτρονικό μορφότυπο από την 1η Ιανουαρίου 2020, υπό την προϋπόθεση ότι η ΕΑΚΑΑ θα έχει προβεί σε ανάλυση κόστους/οφέλους. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αναπτύξει σχέδια τεχνικών ρυθμιστικών προτύπων, που θα υποβληθούν προς έγκριση στην Επιτροπή, για να καθορίσει το ηλεκτρονικό μορφότυπο για την υποβολή εκθέσεων, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις τρέχουσες και μελλοντικές τεχνολογικές επιλογές, όπως την «επεκτάσιμη γλώσσα υποβολής στοιχείων για επιχειρήσεις (XBRL)». H EAKAA, κατά την εκπόνηση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, θα πρέπει να προβαίνει σε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις για όλους τους ενδιαφερομένους, να προβαίνει σε εμπεριστατωμένη αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων της θέσπισης διαφόρων τεχνολογικών επιλογών και να προβαίνει σε κατάλληλες δοκιμές στα κράτη μέλη και εν συνεχεία να υποβάλλει εκθέσεις στην Επιτροπή κατά την εκπόνηση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων. Κατά την εκπόνηση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ως προς τα μορφότυπα που θα εφαρμόζονται στις τράπεζες, στους χρηματοοικονομικούς διαμεσολαβητές και στις ασφαλιστικές εταιρείες, η ΕΑΚΚΑ θα πρέπει να έχει τακτική και στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14), προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των τομέων αυτών, διασφαλίζοντας τη διατομεακή συνέπεια των εργασιών και καταλήγοντας σε κοινές θέσεις. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θα πρέπει να είναι σε θέση να διατυπώνουν αντιρρήσεις ως προς τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, στην οποία περίπτωση τα πρότυπα αυτά δεν θα πρέπει να τίθενται σε ισχύ.

(27)

Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (15) και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (16) εφαρμόζονται πλήρως στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(28)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτά κατοχυρώνονται στη Συνθήκη και πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με αυτά τα δικαιώματα και αυτές τις αρχές.

(29)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η εναρμόνιση των απαιτήσεων διαφάνειας όσον αφορά πληροφορίες σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί ως εκ τούτου να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που προβλέπεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(30)

Σύμφωνα με την από 28 Σεπτεμβρίου 2011 κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα (17), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύσουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα εξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(31)

Θα πρέπει, επομένως, να τροποποιηθούν αναλόγως οι οδηγίες 2004/109/ΕΚ, 2003/71/ΕΚ και 2007/14/ΕΚ,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2004/109/ΕΚ

Η οδηγία 2004/109/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)   “εκδότης”: φυσικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένου και κράτους, οι κινητές αξίες του οποίου έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.

Στην περίπτωση αποθετηρίων τίτλων που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, εκδότης θεωρείται ο εκδότης των αντιπροσωπευόμενων κινητών αξιών, είτε αυτές είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά είτε όχι·»·

ii)

το στοιχείο θ) τροποποιείται ως εξής:

i)

στο σημείο i), η δεύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«—

όταν ο εκδότης έχει συσταθεί σε τρίτη χώρα, το κράτος μέλος που επιλέγει ο εκδότης μεταξύ των κρατών μελών στα οποία οι κινητές αξίες του έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά. Η επιλογή του κράτους μέλους προέλευσης εξακολουθεί να ισχύει εκτός εάν ο εκδότης επιλέξει νέο κράτος μέλος προέλευσης σύμφωνα με το σημείο iii) και κοινολογήσει την επιλογή του σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του παρόντος σημείου i).»·

ii)

το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

Για κάθε εκδότη που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του σημείου i), το κράτος μέλος που επιλέγει ο εκδότης μεταξύ του κράτους μέλους στο οποίο έχει την καταστατική του έδρα, εφόσον συντρέχει περίπτωση, και των κρατών μελών στα οποία οι κινητές αξίες του έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά. Ο εκδότης μπορεί να επιλέξει ένα μόνον κράτος μέλος ως κράτος μέλος προέλευσης. Η επιλογή του ισχύει για τουλάχιστον τρία χρόνια, εκτός εάν οι κινητές του αξίες δεν εισάγονται πλέον προς διαπραγμάτευση σε καμία ρυθμιζόμενη αγορά της Ένωσης ή εάν ο εκδότης κατά τα τρία αυτά χρόνια ενταχθεί στο πεδίο εφαρμογής των σημείων i) ή iii)·»·

iii)

προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«iii)

Σε περίπτωση εκδότη του οποίου οι κινητές αξίες δεν εισάγονται πλέον προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά στο οικείο κράτος μέλος προέλευσης όπως ορίζεται στη δεύτερη περίπτωση του σημείου i) ή στο σημείο ii) αλλά αντιθέτως εισάγονται προς διαπραγμάτευση σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη, το εν λόγω νέο κράτος μέλος προέλευσης που μπορεί να επιλέξει ο εκδότης μεταξύ των κρατών μελών στα οποία οι κινητές αξίες του εισάγονται προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, το κράτος μέλος στο οποίο ο εκδότης έχει την καταστατική του έδρα·»·

iv)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Ο εκδότης κοινολογεί το οικείο κράτος μέλος προέλευσης όπως αναφέρεται στα σημεία i), ii) ή iii) σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21. Επιπλέον, ο εκδότης κοινολογεί το κράτος μέλος προέλευσης στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο έχει την καταστατική του έδρα, εφόσον συντρέχει περίπτωση, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης και στις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών υποδοχής.

Στην περίπτωση που ο εκδότης δεν κοινολογήσει το κράτος μέλος προέλευσης κατά τα οριζόμενα στη δεύτερη περίπτωση του σημείου i) ή στο σημείο ii) εντός περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία που οι κινητές αξίες του εισήχθησαν για πρώτη φορά για διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, ως κράτος μέλος προέλευσης θεωρείται το κράτος μέλος στο οποίο έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά οι κινητές αξίες του εκδότη. Σε περίπτωση που οι κινητές αξίες του εκδότη έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενες αγορές ευρισκόμενες ή λειτουργούσες σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, τα εν λόγω κράτη μέλη θεωρούνται ως κράτη μέλη προέλευσης του εκδότη έως ότου ο εκδότης επιλέξει και κοινοποιήσει ένα και μόνον κράτος μέλος προέλευσης.

Για εκδότη οι κινητές αξίες του οποίου έχουν ήδη εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και ο οποίος δεν έχει κοινοποιήσει την επιλογή του κράτους μέλους προέλευσης όπως αναφέρεται στη δεύτερη περίπτωση του σημείου i) ή στο σημείο ii) πριν από τις 27 Νοεμβρίου 2015, η προθεσμία των τριών μηνών αρχίζει στις 27 Νοεμβρίου 2015.

Εκδότης που έχει επιλέξει κράτος μέλος προέλευσης όπως αναφέρεται στη δεύτερη περίπτωση του σημείου i) ή στα σημεία ii) ή iii) και έχει κοινοποιήσει την επιλογή του στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης πριν από τις 27 Νοεμβρίου 2015 απαλλάσσεται από την υποχρέωση που επιβάλλεται από το παρόν σημείο i), εκτός εάν ο εν λόγω εκδότης επιλέξει άλλο κράτος μέλος προέλευσης μετά τις 27 Νοεμβρίου 2015.»·

iii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ιζ)   “επίσημη συμφωνία”: συμφωνία που είναι δεσμευτική βάσει της εφαρμοστέας νομοθεσίας.»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Κάθε αναφορά της παρούσας οδηγίας σε νομικές οντότητες νοείται ότι περιλαμβάνει καταχωρισμένες ενώσεις επιχειρήσεων χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρείες διαχείρισης (trusts).».

2)

Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το κράτος μέλος προέλευσης δύναται να επιβάλει σε εκδότες απαιτήσεις αυστηρότερες από εκείνες που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, με εξαίρεση την απαίτηση να δημοσιεύουν περιοδικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες συχνότερα από τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 και τις εξαμηνιαίες οικονομικές εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5.»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη προέλευσης μπορούν να απαιτούν από τους εκδότες να δημοσιεύουν επιπρόσθετες περιοδικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες συχνότερα από τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις του άρθρου 4 και τις εξαμηνιαίες οικονομικές εκθέσεις του άρθρου 5, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

οι επιπρόσθετες περιοδικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες δεν συνιστούν δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, ιδίως όσον αφορά τους μικρούς και μεσαίους εκδότες, και

το περιεχόμενο των επιπρόσθετων περιοδικών χρηματοοικονομικών πληροφοριών είναι ανάλογο των παραγόντων που συμβάλλουν στη λήψη επενδυτικών αποφάσεων των επενδυτών στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

Προτού λάβουν την απόφαση να απαιτήσουν από τους εκδότες να δημοσιεύουν επιπρόσθετες περιοδικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες, τα κράτη μέλη αξιολογούν κατά πόσον οι επιπρόσθετες αυτές απαιτήσεις μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα υπερβολική εστίαση του ενδιαφέροντος στα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα και στη βραχυπρόθεσμη απόδοση των εκδοτών και κατά πόσον μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη δυνατότητα των μικρών και μεσαίων εκδοτών να έχουν πρόσβαση στις ρυθμιζόμενες αγορές.

Τα προαναφερόμενα δεν θίγουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να απαιτούν τη δημοσίευση επιπρόσθετων περιοδικών χρηματοοικονομικών πληροφοριών από εκδότες που είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Το κράτος μέλος προέλευσης δεν δύναται να επιβάλει σε κάτοχο μετοχών, ή σε φυσικό πρόσωπο ή σε νομική οντότητα που αναφέρεται στα άρθρα 10 ή 13, απαιτήσεις αυστηρότερες από εκείνες που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, με εξαίρεση τις ακόλουθες περιπτώσεις:

i)

κατά τον καθορισμό κατώτερων ή συμπληρωματικών ορίων κοινοποίησης από εκείνα που καθορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 και την απαίτηση ισοδύναμων κοινοποιήσεων με βάση όρια που αφορούν συμμετοχές στο κεφάλαιο·

ii)

κατά την εφαρμογή αυστηρότερων απαιτήσεων από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 12· ή

iii)

κατά την εφαρμογή νόμων, κανονισμών ή διοικητικών διατάξεων που έχουν εγκριθεί σε σχέση με προσφορές εξαγοράς, πράξεις συγχώνευσης και άλλες πράξεις σε σχέση με την ιδιοκτησία ή τον έλεγχο εταιρειών, που εποπτεύονται από τις αρχές τις οποίες έχουν ορίσει τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς (18).

3)

Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ο εκδότης δημοσιοποιεί την ετήσια οικονομική του έκθεση το αργότερο τέσσερις μήνες μετά τη λήξη κάθε οικονομικού έτους και διασφαλίζει ότι η έκθεση αυτή διατίθεται στο κοινό τουλάχιστον για δέκα έτη.»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7.   Από την 1η Ιανουαρίου 2020, όλες οι ετήσιες οικονομικές εκθέσεις θα συντάσσονται σε ενιαίο ηλεκτρονικό μορφότυπο για την υποβολή εκθέσεων υπό την προϋπόθεση ότι η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ) που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19) θα έχει προβεί σε ανάλυση κόστους/οφέλους.

Η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να καθορίσει το ηλεκτρονικό μορφότυπο για την υποβολή εκθέσεων, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις τρέχουσες και μελλοντικές τεχνολογικές επιλογές. Πριν από την έγκριση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διεξαγάγει επαρκή αξιολόγηση των πιθανών ηλεκτρονικών μορφοτύπων για την υποβολή εκθέσεων και να πραγματοποιήσει κατάλληλες επιτόπιες δοκιμές. Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως την 31η Δεκεμβρίου 2016 το αργότερο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4)

Στο άρθρο 5, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ο εκδότης μετοχών ή χρεωστικών τίτλων δημοσιεύει εξαμηνιαία οικονομική έκθεση που αφορά το πρώτο εξάμηνο του οικονομικού έτους το συντομότερο δυνατό μετά τη λήξη της περιόδου αναφοράς, και, το αργότερο, εντός τριών μηνών. Ο εκδότης διασφαλίζει ότι η εξαμηνιαία οικονομική έκθεση παραμένει διαθέσιμη στο κοινό επί δέκα τουλάχιστον έτη.».

5)

Το άρθρο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 6

Έκθεση για τις πληρωμές στις κυβερνήσεις

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους εκδότες οι οποίοι δραστηριοποιούνται στους κλάδους της εξόρυξης ή της υλοτομίας από πρωτογενή δάση, όπως ορίζονται στο άρθρο 41 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (20) να καταρτίζουν σε ετήσια βάση, σύμφωνα με το κεφάλαιο 10 της εν λόγω οδηγίας, έκθεση για τις πληρωμές τις οποίες καταβάλλουν στις κυβερνήσεις. Η έκθεση δημοσιεύεται το αργότερο έξι μήνες μετά τη λήξη κάθε οικονομικού έτους και παραμένει διαθέσιμη στο κοινό τουλάχιστον για δέκα έτη. Οι πληρωμές προς τις κυβερνήσεις αναφέρονται σε ενοποιημένη βάση.

6)

Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα άρθρα 4 και 5 δεν εφαρμόζονται στους ακόλουθους εκδότες:

α)

σε κράτος, περιφερειακή ή τοπική αρχή κράτους, σε δημόσιο διεθνή φορέα στον οποίο συμμετέχει ένα τουλάχιστον κράτος μέλος, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) το οποίο συστάθηκε με τη συμφωνία-πλαίσιο για το ΕΤΧΣ και σε κάθε άλλο μηχανισμό που δημιουργείται με στόχο τη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής σταθερότητας της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης προσφέροντας προσωρινή χρηματοδοτική συνδρομή στα κράτη μέλη τα οποία έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών ανεξάρτητα από το αν εκδίδουν μετοχές ή άλλες κινητές αξίες· και

β)

σε εκδότες που εκδίδουν αποκλειστικά χρεωστικούς τίτλους που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, των οποίων η ανά μονάδα ονομαστική αξία είναι τουλάχιστον 100 000 EUR ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο, εκτός EUR, νόμισμα, εφόσον η αντίστοιχη ανά μονάδα ονομαστική αξία, την ημερομηνία της έκδοσης, είναι ισοδύναμη με τουλάχιστον 100 000 EUR.»·

β)

Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, τα άρθρα 4 και 5 δεν εφαρμόζονται σε εκδότες που εκδίδουν αποκλειστικά χρεωστικούς τίτλους των οποίων η ανά μονάδα ονομαστική αξία είναι τουλάχιστον 50 000 EUR ή, στην περίπτωση χρεωστικών τίτλων σε άλλο, εκτός EUR, νόμισμα, η αντίστοιχη ανά μονάδα ονομαστική αξία είναι, κατά την ημερομηνία της έκδοσης, ισοδύναμη με τουλάχιστον 50 000 EUR, οι οποίοι έχουν ήδη εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά στην Ένωση πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2010, για όσο χρονικό διάστημα οι εν λόγω χρεωστικοί τίτλοι είναι σε κυκλοφορία.».

7)

Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στα δικαιώματα ψήφου που υπάγονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 11 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (21), υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

τα δικαιώματα ψήφου που υπάγονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών δεν υπερβαίνουν το 5 %, και

β)

τα δικαιώματα ψήφου που ενσωματώνονται σε μετοχές που υπάγονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη.

β)

προστίθενται οι εξής παράγραφοι:

«6α.   Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε δικαιώματα ψήφου ενσωματωμένα σε μετοχές που αποκτώνται για λόγους σταθεροποίησης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2273/2003 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 2003, για την εφαρμογή της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις απαλλαγές που προβλέπονται για τα προγράμματα επαναγοράς και για τις πράξεις σταθεροποίησης χρηματοπιστωτικών μέσων (22), με την προϋπόθεση ότι τα δικαιώματα ψήφου που ενσωματώνονται σε αυτές τις μετοχές δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη.

6β.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τη μέθοδο υπολογισμού του ορίου του 5 % που αναφέρεται στις παραγράφους 5 και 6, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης ομίλου εταιρειών, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 27 Νοεμβρίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στα οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

8)

Στο άρθρο 12 παράγραφος 2, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η κοινοποίηση στον εκδότη πραγματοποιείται ταχέως και, εν πάση περιπτώσει, το αργότερο εντός τεσσάρων ημερών διαπραγμάτευσης μετά την ημερομηνία κατά την οποία ο μέτοχος, ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 10».

9)

Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι απαιτήσεις κοινοποίησης που ορίζονται στο άρθρο 9 εφαρμόζονται επίσης σε φυσικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα:

α)

χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία, κατά τη λήξη τους, παρέχουν στον κάτοχο, σύμφωνα με επίσημη συμφωνία, είτε το άνευ όρων δικαίωμα απόκτησης είτε τη διακριτική ευχέρεια ως προς το δικαίωμα απόκτησης, μετοχών οι οποίες ενσωματώνουν δικαιώματα ψήφου και έχουν ήδη εκδοθεί από εκδότη του οποίου οι μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά·

β)

χρηματοπιστωτικά μέσα που δεν περιλαμβάνονται στο στοιχείο α) αλλά τα οποία αναφέρονται σε μετοχές για τις οποίες γίνεται λόγος σε αυτό το σημείο και έχουν οικονομική επίπτωση αντίστοιχη με εκείνη των χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται σε αυτό το σημείο, είτε παρέχουν δικαίωμα φυσικού διακανονισμού είτε όχι.

Η απαιτούμενη κοινοποίηση περιλαμβάνει την κατάταξη ανά είδος των κατεχόμενων χρηματοπιστωτικών μέσων σύμφωνα με το στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου και των κατεχόμενων χρηματοπιστωτικών μέσων σύμφωνα με το στοιχείο β) του εν λόγω εδαφίου, κάνοντας διάκριση μεταξύ των χρηματοπιστωτικών μέσων που παρέχουν δικαίωμα φυσικού διακανονισμού και των χρηματοπιστωτικών μέσων που παρέχουν δικαίωμα διευθέτησης τοις μετρητοίς.»·

β)

προστίθενται οι εξής παράγραφοι:

«1α.   Ο αριθμός των δικαιωμάτων ψήφου υπολογίζεται με βάση τον συνολικό θεωρητικό αριθμό των υποκείμενων μετοχών του χρηματοπιστωτικού μέσου με εξαίρεση την περίπτωση που το χρηματοπιστωτικό μέσο προβλέπει αποκλειστικά διευθέτηση τοις μετρητοίς, οπότε ο αριθμός των δικαιωμάτων ψήφου υπολογίζεται βάσει του «συντελεστή δέλτα», πολλαπλασιάζοντας το θεωρητικό ποσό των υποκείμενων μετοχών με τον «συντελεστή δέλτα» του μέσου. Για τον σκοπό αυτόν, ο κάτοχος συγκεντρώνει και κοινοποιεί όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν σχέση με τον ίδιο εκδότη υποκείμενων μετοχών. Μόνο θετικές θέσεις λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων ψήφου. Οι θετικές θέσεις δεν συμψηφίζονται με τις αρνητικές θέσεις που έχουν σχέση με τον ίδιο εκδότη.

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίζει:

α)

τη μέθοδο υπολογισμού του αριθμού των δικαιωμάτων ψήφου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην περίπτωση χρηματοπιστωτικών μέσων που συνδέονται με καλάθι μετοχών ή με χρηματιστηριακό δείκτη· και

β)

τις μεθόδους καθορισμού του «δέλτα» για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με χρηματοπιστωτικά μέσα που προβλέπουν αποκλειστικά διευθέτηση τοις μετρητοίς όπως προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 27 Νοεμβρίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

1β.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα ακόλουθα θεωρούνται ως χρηματοπιστωτικά μέσα, με την προϋπόθεση ότι πληρούν όλους τους όρους των στοιχείων α) ή β) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1:

α)

κινητές αξίες,

β)

δικαιώματα προαίρεσης,

γ)

συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης,

δ)

συμβάσεις ανταλλαγής (swaps),

ε)

προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου,

στ)

συμβάσεις επί διαφορών, και

ζ)

άλλες συμβάσεις ή συμφωνίες με παρόμοια οικονομική επίπτωση για τις οποίες μπορεί να υπάρξει φυσικός διακανονισμός ή διευθέτηση τοις μετρητοίς.

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει και επικαιροποιεί περιοδικά ενδεικτικό κατάλογο των χρηματοπιστωτικών μέσων που υπόκεινται σε απαιτήσεις κοινοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη τις τεχνικές εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.»·

γ)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφοι 2α, 2β και 2γ και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζονται στα άρθρα 27α και 27β, τα μέτρα προκειμένου να καθορίζει το περιεχόμενο της κοινοποίησης που πρέπει να υποβληθεί, την προθεσμία της κοινοποίησης και τον αποδέκτη της κοινοποίησης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.»·

δ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4.   Οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφοι 4, 5 και 6 και στο άρθρο 12 παράγραφοι 3, 4 και 5 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στις απαιτήσεις κοινοποίησης του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τις περιπτώσεις στις οποίες οι εξαιρέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζονται σε χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία κατέχει φυσικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που εκτελεί εντολές προερχόμενες από πελάτες ή ανταποκρίνεται σε αιτήματα πελατών για διαπραγμάτευση όχι προς ίδιο λογαριασμό, ή αντισταθμίζει θέσεις που προκύπτουν από τέτοιες συναλλαγές.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 27 Νοεμβρίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

10)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 13α

Άθροιση

1.   Οι απαιτήσεις κοινοποίησης που ορίζονται στα άρθρα 9, 10 και 13 εφαρμόζονται επίσης σε φυσικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, όταν ο αριθμός των δικαιωμάτων ψήφου τα οποία κατέχουν άμεσα ή έμμεσα σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, αθροιζόμενος με τον αριθμό των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία κατέχουν άμεσα ή έμμεσα σύμφωνα με το άρθρο 13, φθάνει, υπερβαίνει ή υπολείπεται των ορίων που ορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1.

Η κοινοποίηση που απαιτείται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου περιλαμβάνει διάκριση μεταξύ του αριθμού των δικαιωμάτων ψήφου που ενσωματώνονται σε μετοχές σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10 και των δικαιωμάτων ψήφου που έχουν σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του άρθρου 13.

2.   Τα δικαιώματα ψήφου που έχουν σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία έχουν ήδη κοινοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 13 κοινοποιούνται εκ νέου, όταν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει αποκτήσει τις υποκείμενες μετοχές και, λόγω αυτής της απόκτησης, ο συνολικός αριθμός δικαιωμάτων ψήφου από μετοχές που έχουν εκδοθεί από τον ίδιο εκδότη έχει φθάσει ή έχει υπερβεί τα όρια που θεσπίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1.».

11)

Στο άρθρο 16, η παράγραφος 3 απαλείφεται.

12)

Στο άρθρο 19 παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο απαλείφεται.

13)

Στο άρθρο 21, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφοι 2α, 2β και 2γ και με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζονται στα άρθρα 27α και 27β, μέτρα για τον προσδιορισμό των κατωτέρω:

α)

ελάχιστων προτύπων για τη διάδοση των ρυθμιζόμενων πληροφοριών, κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1·

β)

ελάχιστων προτύπων για τον μηχανισμό κεντρικής αποθήκευσης, κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2·

γ)

κανόνων που εξασφαλίζουν τη διαλειτουργικότητα των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται από τους μηχανισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και την πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες πληροφορίες σε επίπεδο Ένωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Η Επιτροπή δύναται επίσης να καταρτίζει και να επικαιροποιεί κατάλογο των μέσων διάδοσης των πληροφοριών στο κοινό.».

14)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 21α

Ευρωπαϊκό σημείο ηλεκτρονικής πρόσβασης

1.   Καθιερώνεται την 1η Ιανουαρίου 2018 δικτυακή πύλη που αποτελεί ευρωπαϊκό σημείο ηλεκτρονικής πρόσβασης («σημείο πρόσβασης»). Η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει και διαχειρίζεται το σημείο πρόσβασης.

2.   Το σύστημα διασύνδεσης των επισήμως ορισθέντων μηχανισμών αποτελείται από:

τους μηχανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2,

την πύλη, που θα αποτελεί το ευρωπαϊκό σημείο ηλεκτρονικής πρόσβασης.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν πρόσβαση στους κεντρικούς μηχανισμούς αποθήκευσής τους μέσω του σημείου πρόσβασης.».

15)

Το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 22

Πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες πληροφορίες σε επίπεδο Ένωσης

1.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που ορίζουν τεχνικές απαιτήσεις αναφορικά με την πρόσβαση στις ρυθμιζόμενες πληροφορίες σε επίπεδο Ένωσης, προκειμένου να καθορίσει τα εξής:

α)

τις τεχνικές απαιτήσεις αναφορικά με τις τεχνολογίες επικοινωνιών που χρησιμοποιούνται από τους μηχανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2·

β)

τις τεχνικές απαιτήσεις αναφορικά με τη λειτουργία του κεντρικού σημείου πρόσβασης για την αναζήτηση ρυθμιζόμενων πληροφοριών σε επίπεδο Ένωσης·

γ)

τις τεχνικές απαιτήσεις αναφορικά με τη χρήση ενός μοναδικού κωδικού αναγνώρισης για κάθε εκδότη από τους μηχανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2·

δ)

το κοινό μορφότυπο για την παροχή των ρυθμιζόμενων πληροφοριών από τους μηχανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2·

ε)

την κοινή κατάταξη των ρυθμιζόμενων πληροφοριών από τους μηχανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 2 και τον κοινό κατάλογο των ειδών ρυθμιζόμενων πληροφοριών.

2.   Κατά την κατάρτιση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη της τις τεχνικές απαιτήσεις για το σύστημα διασύνδεσης των μητρώων επιχειρήσεων που καταρτίζεται με την οδηγία 2012/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23).

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 27 Νοεμβρίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

16)

Στο άρθρο 23 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι πληροφορίες που καλύπτονται από τις απαιτήσεις που προβλέπει η τρίτη χώρα υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 19 και κοινολογούνται σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21.».

17)

Στο άρθρο 24, παρεμβάλλονται οι εξής παράγραφοι:

«4α.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, στις αρμόδιες αρχές παρέχονται όλες οι εξουσίες διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Οι εξουσίες αυτές ασκούνται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

4β.   Οι αρμόδιες αρχές ασκούν τις εξουσίες τους για την επιβολή κυρώσεων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και το εθνικό τους δίκαιο, με οποιονδήποτε από τους κατωτέρω τρόπους:

άμεσα,

σε συνεργασία με άλλες αρχές,

υπό την ευθύνη τους με ανάθεση καθηκόντων στις εν λόγω αρχές,

κατόπιν αιτήσεως στις αρμόδιες δικαστικές αρχές.».

18)

Στο άρθρο 25 παράγραφος 2, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά την άσκηση των εξουσιών τους επιβολής κυρώσεων και διερεύνησης, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι κυρώσεις ή τα μέτρα θα φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα και συντονίζουν τις ενέργειές τους όταν ασχολούνται με διασυνοριακές υποθέσεις.».

19)

Μετά το άρθρο 27β, παρεμβάλλεται ο ακόλουθος τίτλος:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΑ

ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ».

20)

Το άρθρο 28 αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Άρθρο 28

Διοικητικά μέτρα και κυρώσεις

1.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών των αρμοδίων αρχών σύμφωνα με το άρθρο 24 και του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη ορίζουν κανόνες όσον αφορά τα διοικητικά μέτρα και τις διοικητικές κυρώσεις που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις παραβίασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατά τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και λαμβάνουν όλα τα μέτρα που απαιτούνται ώστε να διασφαλίζεται ότι εφαρμόζονται. Τα εν λόγω διοικητικά μέτρα και κυρώσεις είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν οι υποχρεώσεις εφαρμόζονται σε νομικές οντότητες, σε περίπτωση παράβασης, θα μπορούν να επιβάλλονται κυρώσεις, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην εθνική νομοθεσία, στα μέλη των διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων της οικείας νομικής οντότητας και σε άλλα άτομα που ευθύνονται για την παράβαση σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.».

21)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 28α

Παραβάσεις

Το άρθρο 28β εφαρμόζεται τουλάχιστον στις ακόλουθες παραβάσεις:

α)

όταν ο εκδότης δεν δημοσιεύει, εντός της απαιτούμενης προθεσμίας, τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται κατά τη μεταφορά των άρθρων 4, 5, 6, 14 και 16 στο εθνικό δίκαιο·

β)

όταν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν κοινοποιεί, εντός της απαιτούμενης προθεσμίας, την απόκτηση ή τη διάθεση σημαντικής συμμετοχής σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατά τη μεταφορά των άρθρων 9, 10, 12, 13 και 13α στο εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 28β

Εξουσίες επιβολής κυρώσεων

1.   Στην περίπτωση των παραβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 28α, οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να επιβάλλουν τουλάχιστον τα εξής διοικητικά μέτρα και τις εξής διοικητικές κυρώσεις:

α)

δημόσια δήλωση η οποία αναφέρει το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο ή την υπαίτια νομική οντότητα και τη φύση της παράβασης·

β)

εντολή με την οποία απαιτείται από το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο ή την υπαίτια νομική οντότητα να παύσει και να μην επαναλάβει τη συμπεριφορά που αποτελεί την παράβαση·

γ)

διοικητικές χρηματικές κυρώσεις

i)

στην περίπτωση νομικής οντότητας:

έως 10 000 000 EUR ή έως 5 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους ετήσιους λογαριασμούς που έχει εγκρίνει το διαχειριστικό όργανο· εάν το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης που οφείλει να καταρτίζει ενοποιημένους λογαριασμούς δυνάμει της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, ο εφαρμοστέος συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ισούται με τον συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδημάτων δυνάμει των σχετικών λογιστικών οδηγιών σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους ετήσιους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διαχειριστικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης, ή

έως το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου αυτά δύνανται να προσδιοριστούν,

όποιο ποσό από τα δύο είναι το μεγαλύτερο·

ii)

στην περίπτωση φυσικού προσώπου:

έως 2 000 000 EUR, ή

έως το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου αυτά δύνανται να προσδιοριστούν·

όποιο ποσό από τα δύο είναι το μεγαλύτερο.

Στα κράτη μέλη που δεν έχουν ως επίσημο νόμισμα το ευρώ, η αντίστοιχη αξία σε ευρώ του εκφραζόμενου σε εθνικό νόμισμα ποσού υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την επίσημη συναλλαγματική ισοτιμία την ημέρα έναρξης ισχύος της οδηγίας 2013/50/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, της οδηγίας 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και της οδηγίας 2007/14/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με τον καθορισμό αναλυτικών κανόνων για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2004/109/ΕΚ (24).

2.   Με την επιφύλαξη των εξουσιών των αρμόδιων αρχών σύμφωνα με το άρθρο 24 και του δικαιώματος των κρατών μελών να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις τους προβλέπουν τη δυνατότητα αναστολής της άσκησης των ενσωματωμένων σε μετοχές δικαιωμάτων ψήφου στην περίπτωση παραβιάσεων του άρθρου 28α στοιχείο β). Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την αναστολή των δικαιωμάτων ψήφου μόνο για τις σοβαρότερες παραβάσεις.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν πρόσθετες κυρώσεις ή μέτρα και υψηλότερες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις από αυτά που προβλέπει η παρούσα οδηγία.

Άρθρο 28γ

Άσκηση των εξουσιών επιβολής κυρώσεων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται κατά περίπτωση:

α)

η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης·

β)

ο βαθμός ευθύνης του υπαίτιου φυσικού προσώπου ή της υπαίτιας νομικής οντότητας·

γ)

η οικονομική ισχύς του υπαίτιου φυσικού προσώπου ή της υπαίτιας νομικής οντότητας, παραδείγματος χάριν όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών της υπαίτιας νομικής οντότητας ή από το ετήσιο εισόδημα του υπαίτιου φυσικού προσώπου·

δ)

η σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο ή την υπαίτια νομική οντότητα, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

ε)

οι ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

στ)

ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού προσώπου ή της υπαίτιας νομικής οντότητας με την αρμόδια αρχή·

ζ)

προηγούμενες παραβάσεις του υπαίτιου φυσικού προσώπου ή της υπαίτιας νομικής οντότητας.

2.   Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται στο πλαίσιο ή με σκοπό την άσκηση των εξουσιών εποπτείας και διερεύνησης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία διεξάγεται σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001, ανάλογα με την περίπτωση.

22)

Ο ακόλουθος τίτλος παρεμβάλλεται πριν από το άρθρο 29:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΒ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ».

23)

Το άρθρο 29 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 29

Δημοσίευση των αποφάσεων

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να δημοσιεύουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση κάθε απόφαση για την επιβολή κυρώσεων ή μέτρων σε περίπτωση παραβίασης της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον πληροφοριών για το είδος και τη φύση της παραβίασης και την ταυτότητα των φυσικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων που ευθύνονται για αυτήν.

Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να καθυστερήσουν τη δημοσίευση της απόφασης ή να δημοσιεύσουν την απόφαση ανώνυμα κατά τρόπο σύμφωνο με την εθνική νομοθεσία σε μια εκ των κατωτέρω περιπτώσεων:

α)

όταν, στην περίπτωση που η κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο, η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποδεικνύεται δυσανάλογη σύμφωνα με την υποχρεωτική προηγούμενη εκτίμηση της αναλογικότητας της εν λόγω δημοσιοποίησης·

β)

όταν η δημοσιοποίηση μιας απόφασης θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή μιας διεξαγόμενης επίσημης έρευνας·

γ)

όταν η δημοσιοποίηση θα προξενούσε, στον βαθμό που μπορεί να προσδιορισθεί αυτό, δυσανάλογη και σοβαρή ζημία στα ενδιαφερόμενα ιδρύματα ή φυσικά πρόσωπα.

2.   Εάν ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης που δημοσιεύεται δυνάμει της παραγράφου 1, η αρμόδια αρχή υποχρεούται είτε να περιλάβει αυτή την πληροφορία στην αρχική δημοσίευση ή να τροποποιήσει τη δημοσίευση εάν ασκηθεί έφεση αργότερα.».

24)

Στο άρθρο 31, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1, το άρθρο 8 παράγραφος 2 ή το άρθρο 8 παράγραφος 3 ή το άρθρο 30, κοινοποιούν αμέσως τα μέτρα αυτά στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη.».

Άρθρο 2

Τροποποίηση της οδηγίας 2003/71/ΕΚ

Στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) της οδηγίας 2003/71/ΕΚ, το σημείο iii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«iii)

για όλους τους εκδότες κινητών αξιών που έχουν συσταθεί σε τρίτη χώρα, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο σημείο ii), το κράτος μέλος όπου οι κινητές αξίες πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο δημόσιας προσφοράς για πρώτη φορά μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας 2013/50/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, της οδηγίας 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και της οδηγίας 2007/14/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με τον καθορισμό αναλυτικών κανόνων για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2004/109/ΕΚ (25) ή όπου υποβάλλεται η πρώτη αίτηση για εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, κατ’ επιλογή του εκδότη, του προσφέροντα ή του προσώπου που ζητεί την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση, ανάλογα με την περίπτωση, με την επιφύλαξη μεταγενέστερης επιλογής από τους εκδότες που έχουν συσταθεί σε τρίτη χώρα υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

εάν το κράτος μέλος καταγωγής δεν είχε ορισθεί κατ’ επιλογή τους, ή

σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο θ) σημείο iii) της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά (26).

Άρθρο 3

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2007/14/ΕΚ

Η οδηγία 2007/14/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 2 απαλείφεται.

2)

Στο άρθρο 11, απαλείφονται οι παράγραφοι 1 και 2.

3)

Το άρθρο 16 απαλείφεται.

Άρθρο 4

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία μέσα σε προθεσμία 24 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της. Ενημερώνουν πάραυτα την Επιτροπή σχετικά.

Τα εν λόγω μέτρα, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομέρειες αυτής της αναφοράς καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών μέτρων εθνικού δικαίου τα οποία θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 5

Αναθεώρηση

Έως τις 27 Νοεμβρίου 2015, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεών της για τους μικρούς και τους μεσαίους εκδότες και της εφαρμογής των κυρώσεων, ιδίως κατά πόσον αυτές είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές, και αναθεωρεί τη λειτουργία και αξιολογεί την αποτελεσματικότητα της μεθόδου υπολογισμού των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1α πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2004/109/ΕΚ.

Η έκθεση υποβάλλεται μαζί με νομοθετική πρόταση, εφόσον κρίνεται σκόπιμο.

Άρθρο 6

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία τίθεται σε ισχύ την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 7

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 22 Οκτωβρίου 2013.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

V. LEŠKEVIČIUS


(1)  ΕΕ C 93 της 30.3.2012, σ. 2.

(2)  ΕΕ C 143 της 22.5.2012, σ. 78.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 12ης Ιουνίου 2013 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Οκτωβρίου 2013.

(4)  ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38.

(5)  ΕΕ L 295 της 12.11.2010, σ. 23.

(6)  ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19.

(7)  ΕΕ L 142 της 30.4.2004, σ. 12.

(8)  ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84.

(9)  ΕΕ L 345 της 31.12.2003, σ. 64.

(10)  ΕΕ L 69 της 9.3.2007, σ. 27.

(11)  ΕΕ L 96 της 12.4.2003, σ. 16.

(12)  ΕΕ L 184 της 14.7.2007, σ. 17.

(13)  ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12.

(14)  ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48.

(15)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(16)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(17)  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.

(18)  ΕΕ L 142 της 30.4.2004, σ. 12.».

(19)  ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84.».

(20)  ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19.».

(21)  ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 201.»·

(22)  ΕΕ L 336 της 23.12.2003, σ. 33.».

(23)  ΕΕ L 156 της 16.6.2012, σ. 1.».

(24)  ΕΕ L 294 της 6.11.2013, σ. 13.».

(25)  ΕΕ L 294 της 6.11.2013, σ. 13.

(26)  ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38.».


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/28


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1093/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 4ης Νοεμβρίου 2013

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 638/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1982/2004 όσον αφορά την απλούστευση του συστήματος Intrastat και τη συλλογή πληροφοριών Intrastat

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 638/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές για τις συναλλαγές αγαθών μεταξύ κρατών μελών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3330/91 του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 1 και το άρθρο 10 παράγραφος 3,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 638/2004 θέσπισε ένα κοινό πλαίσιο για τη συστηματική παραγωγή κοινοτικών στατιστικών σχετικά με τις συναλλαγές αγαθών μεταξύ κρατών μελών.

(2)

Σύμφωνα με τις τεχνικές και οικονομικές εξελίξεις, το καθορισμένο ελάχιστο ποσοστό κάλυψης για αφίξεις θα μπορούσε να προσαρμοστεί διατηρώντας ταυτόχρονα τις στατιστικές που πληρούν τους ισχύοντες δείκτες ποιότητας και τα ισχύοντα πρότυπα. Η απλούστευση αυτή θα επιτρέψει τη μείωση του φόρτου απόκρισης από μέρους των υπόχρεων παροχής στατιστικών πληροφοριών, και ιδίως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Το ποσοστό κάλυψης των αφίξεων θα πρέπει, επομένως, να μειωθεί από 95 % σε 93 %.

(3)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1982/2004 της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 2004, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 638/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές για τις συναλλαγές αγαθών μεταξύ κρατών μελών ο οποίος καταργεί τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1901/2000 και (ΕΟΚ) αριθ. 3590/92 (2), ορίζει τις διατάξεις για τη συλλογή πληροφοριών Intrastat. Ενώ τα κράτη μέλη οφείλουν να διαβιβάζουν στην Eurostat τα μηνιαία αποτελέσματά τους κατά στατιστική αξία, υφίστανται περιορισμοί στις πρακτικές ρυθμίσεις για τη συλλογή τους. Πρέπει να προβλέπεται μια συνολική και συνεκτική προσέγγιση αναφορικά με τη συλλογή πληροφοριών Intrastat και επιπλέον οι ρυθμίσεις συλλογής των στοιχείων όσον αφορά στη στατιστική αξία πρέπει να εξορθολογισθούν.

(4)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής για τις στατιστικές των συναλλαγών αγαθών μεταξύ κρατών μελών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 638/2004 το «95 %» αντικαθίσταται από το «93 %».

Άρθρο 2

Στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1982/2004 η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να συγκεντρώνουν στοιχεία για τη στατιστική αξία των αγαθών, όπως ορίζεται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 638/2004.».

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 4 Νοεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 102 της 7.4.2004, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 343 της 19.11.2004, σ. 3.


6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/30


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1094/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 4ης Νοεμβρίου 2013

για τη διάθεση στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο πρόσθετων ημερών στη θάλασσα εντός της διαίρεσης ICES VIIe

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 39/2013 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2013, σχετικά με τον καθορισμό, για το 2013, των αλιευτικών δυνατοτήτων που διατίθενται σε σκάφη ΕΕ, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που δεν αποτελούν αντικείμενο διεθνών διαπραγματεύσεων ή συμφωνιών (1), και ιδίως το σημείο 7 του παραρτήματος ΙΙΓ αυτού,

Έχοντας υπόψη τα αιτήματα που υπέβαλαν η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο πίνακας I του παραρτήματος ΙΙΓ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 39/2013 καθορίζει τον ανώτατο αριθμό ημερών στη θάλασσα κατά τις οποίες σκάφη της ΕΕ συνολικού μήκους ίσου ή μεγαλύτερου των 10 μέτρων τα οποία φέρουν ή χρησιμοποιούν δοκότρακες με μέγεθος ματιών ίσο ή μεγαλύτερο των 80 mm ή στατικά δίχτυα, στα οποία περιλαμβάνονται τα απλάδια δίχτυα, τα μανωμένα δίχτυα και τα δίχτυα εμπλοκής με μέγεθος ματιών ίσο ή μικρότερο των 220 mm, μπορούν να παραμείνουν εντός της διαίρεσης ICES VIIe από την 1η Φεβρουαρίου 2013 έως τις 31 Ιανουαρίου 2014.

(2)

Το σημείο 7.5 του εν λόγω παραρτήματος επιτρέπει στην Επιτροπή να διαθέτει πρόσθετο αριθμό ημερών στη θάλασσα κατά τις οποίες κάποιο σκάφος μπορεί να παραμένει εντός της εν λόγω περιοχής όταν φέρει ή χρησιμοποιεί τέτοιου είδους δοκότρατες ή στατικά δίχτυα, βάσει οριστικών διακοπών των αλιευτικών δραστηριοτήτων που έχουν πραγματοποιηθεί από την 1η Ιανουαρίου 2004.

(3)

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων σχετικά με τα σκάφη με δοκότρατες που αποσύρθηκαν από τον αλιευτικό στόλο τα οποία περιλαμβάνονται στο αίτημα που υπέβαλε η Γαλλία σύμφωνα με τα σημεία 7.1 και 7.4 του παραρτήματος ΙΙΓ και εφαρμόζοντας τη μέθοδο υπολογισμού που προβλέπεται στο σημείο 7.2 του εν λόγω παραρτήματος, πρέπει να διατεθούν στη Γαλλία 11 πρόσθετες ημέρες στη θάλασσα για την περίοδο από την 1η Φεβρουαρίου 2013 μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2014 για σκάφη τα οποία φέρουν ή χρησιμοποιούν τέτοιου είδους δοκότρατες.

(4)

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων σχετικά με τα σκάφη με στατικά δίχτυα που αποσύρθηκαν από τον αλιευτικό στόλο, τα οποία περιλαμβάνονται στο αίτημα που υπέβαλε η Γαλλία σύμφωνα με τα σημεία 7.1 και 7.4 του παραρτήματος ΙΙΓ και εφαρμόζοντας τη μέθοδο υπολογισμού που προβλέπεται στο σημείο 7.2 του εν λόγω παραρτήματος, πρέπει να διατεθούν στη Γαλλία 14 πρόσθετες ημέρες στη θάλασσα για την περίοδο από την 1η Φεβρουαρίου 2013 μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2014 για σκάφη τα οποία φέρουν ή χρησιμοποιούν τέτοιου είδους στατικά δίχτυα.

(5)

Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων σχετικά με τα σκάφη με δοκότρατες που αποσύρθηκαν από τον αλιευτικό στόλο τα οποία περιλαμβάνονται στο αίτημα που υπέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με τα σημεία 7.1 και 7.4 του παραρτήματος ΙΙΓ και εφαρμόζοντας τη μέθοδο υπολογισμού που προβλέπεται στο σημείο 7.2 του εν λόγω παραρτήματος, πρέπει να διατεθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο 43 πρόσθετες ημέρες στη θάλασσα για την περίοδο από την 1η Φεβρουαρίου 2013 μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2014 για σκάφη τα οποία φέρουν ή χρησιμοποιούν τέτοιου είδους δοκότρατες.

(6)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής αλιείας και υδατοκαλλιέργειας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Πρόσθετες ημέρες αλίευσης για τη Γαλλία

1.   Για την περίοδο από την 1η Φεβρουαρίου 2013 μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2014 αυξάνεται στις 175 ημέρες ετησίως ο μέγιστος αριθμός ημερών αλίευσης κατά τις οποίες τα πλοία που φέρουν σημαία Γαλλίας και φέρουν ή χρησιμοποιούν δοκότρακες με μέγεθος ματιών ίσο ή μεγαλύτερο των 80 mm μπορούν να παραμένουν εντός της διαίρεσης ICES VIIe, όπως προβλέπεται στον πίνακα Ι του παραρτήματος ΙΙΓ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 39/2013.

2.   Για την περίοδο από την 1η Φεβρουαρίου 2013 μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2014 αυξάνεται στις 178 ημέρες ετησίως ο μέγιστος αριθμός ημερών αλίευσης κατά τις οποίες τα πλοία που φέρουν σημαία Γαλλίας και φέρουν ή χρησιμοποιούν στατικά δίχτυα, στα οποία περιλαμβάνονται τα απλάδια δίχτυα, τα μανωμένα δίχτυα και τα δίχτυα εμπλοκής με μέγεθος ματιών ίσο ή μικρότερο των 220 mm, μπορούν να παραμένουν εντός της διαίρεσης ICES VIIe, όπως προβλέπεται στον πίνακα Ι του παραρτήματος ΙΙΓ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 39/2013.

Άρθρο 2

Πρόσθετες ημέρες αλίευσης για το Ηνωμένο Βασίλειο

Για την περίοδο από την 1η Φεβρουαρίου 2013 μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2014 αυξάνεται στις 207 ημέρες ετησίως ο μέγιστος αριθμός ημερών αλίευσης κατά τις οποίες τα πλοία που φέρουν σημαία Ηνωμένου Βασιλείου και φέρουν ή χρησιμοποιούν δοκότρακες με μέγεθος ματιών ίσο ή μεγαλύτερο των 80 mm μπορούν να παραμένουν εντός της διαίρεσης ICES VIIe, όπως προβλέπεται στον πίνακα Ι του παραρτήματος ΙΙΓ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 39/2013.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 4 Νοεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 23 της 25.1.2013, σ. 1.


6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/32


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1095/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 4ης Νοεμβρίου 2013

για την έγκριση μη ήσσονος σημασίας τροποποίησης των προδιαγραφών ονομασίας καταχωρισμένης στο μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Sierra de Cádiz (ΠΟΠ)]

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (1), και ιδίως το άρθρο 52 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (2).

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006, η Επιτροπή εξέτασε την αίτηση της Ισπανίας για την έγκριση τροποποίησης των προδιαγραφών της προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης «Sierra de Cádiz» η οποία καταχωρίστηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 205/2005 της Επιτροπής (3).

(3)

Δεδομένου ότι η εν λόγω τροποποίηση δεν είναι ήσσονος σημασίας, η Επιτροπή δημοσίευσε την αίτηση τροποποίησης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (4). Δεδομένου ότι δεν έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή καμία δήλωση ένστασης βάσει του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να εγκριθεί η τροποποίηση των προδιαγραφών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εγκρίνεται η τροποποίηση των προδιαγραφών που έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορά την ονομασία η οποία αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 4 Νοεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Dacian CIOLOȘ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 343, 14.12.2012, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 93, 31.03.2006, σ. 12.

(3)  ΕΕ L 33, 05.02.2005, σ. 6.

(4)  ΕΕ C 376 της 6.12.2012, σ. 8.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Γεωργικά προϊόντα προοριζόμενα για ανθρώπινη κατανάλωση τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα I της Συνθήκης:

Κλάση 1.5 —   Έλαια και λίπη (βούτυρο, μαργαρίνη, λάδι κ.λπ.)

ΙΣΠΑΝΙΑ

Sierra de Cádiz (ΠΟΠ)


6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/34


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1096/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 4ης Νοεμβρίου 2013

για την καταχώριση ονομασίας στο μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Poulet des Cévennes / Chapon des Cévennes (ΠΓΕ)]

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (1), και ιδίως το άρθρο 52 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, η αίτηση που υπέβαλε η Γαλλία για την καταχώριση της ονομασίας «Poulet des Cévennes» / «Chapon des Cévennes», δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (2).

(2)

Δεδομένου ότι δεν έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή καμία δήλωση ένστασης βάσει του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, η ονομασία «Poulet des Cévennes» / «Chapon des Cévennes» πρέπει να καταχωρισθεί,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Καταχωρίζεται η ονομασία που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 4 Νοεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Dacian CIOLOȘ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 33 της 5.2.2013, σ.10.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Γεωργικά προϊόντα προοριζόμενα για ανθρώπινη κατανάλωση που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης:

Κλάση 1.1.   Νωπά κρέατα (και βρώσιμα παραπροϊόντα σφαγείων)

ΓΑΛΛΙΑ

Poulet des Cévennes / Chapon des Cévennes (ΠΓΕ)


6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/36


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1097/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 4ης Νοεμβρίου 2013

για την έγκριση μη ήσσονος σημασίας τροποποίησης των προδιαγραφών ονομασίας καταχωρισμένης στο μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Lentilles vertes du Berry (ΠΓΕ)]

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (1), και ιδίως το άρθρο 52 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 510/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2006, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων (2).

(2)

Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006, η Επιτροπή εξέτασε την αίτηση της Γαλλίας για την έγκριση τροποποίησης των προδιαγραφών της προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης «Lentilles vertes du Berry», η οποία καταχωρίσθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1576/98 της Επιτροπής (3).

(3)

Δεδομένου ότι η εν λόγω τροποποίηση δεν είναι ήσσονος σημασίας, η Επιτροπή δημοσίευσε την αίτηση τροποποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (4), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 510/2006. Δεδομένου ότι δεν έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή καμία δήλωση ένστασης βάσει του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να εγκριθεί η τροποποίηση των προδιαγραφών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εγκρίνεται η τροποποίηση των προδιαγραφών που έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορά την ονομασία η οποία αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 4 Νοεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Dacian CIOLOȘ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 93 της 31.03.2006, σ. 12.

(3)  ΕΕ L 206 της 23.7.1998, σ. 15.

(4)  ΕΕ C 387 της 15.12.2012, σ. 16.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Γεωργικά προϊόντα προοριζόμενα για ανθρώπινη κατανάλωση που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης:

Κλάση 1.6.   Φρούτα, λαχανικά και δημητριακά, νωπά ή μεταποιημένα

ΓΑΛΛΙΑ

Lentilles vertes du Berry (ΠΓΕ)


6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/38


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1098/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 4ης Νοεμβρίου 2013

για την καταχώριση ονομασίας στο μητρώο των προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και των προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Gâche vendéenne (ΠΓΕ)]

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (1), και ιδίως το άρθρο 52 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1151/2012, η αίτηση που κατέθεσε η Γαλλία για την καταχώριση της ονομασίας «Gâche vendéenne» δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (2).

(2)

Δεδομένου ότι δεν έχει κατατεθεί στην Επιτροπή καμία δήλωση ένστασης βάσει του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1151/2012, η ονομασία «Gâche vendéenne» πρέπει να καταχωρισθεί,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Καταχωρίζεται η ονομασία που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 4 Νοεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Dacian CIOLOȘ

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 68 της 8.3.2013, σ. 48.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι, σημείο Ι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012:

Κλάση 2.4.   Προϊόντα αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής, ζαχαρώδη παρασκευάσματα ή προϊόντα μπισκοτοποιίας

ΓΑΛΛΙΑ

Gâche vendéenne (ΠΓΕ)


6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/40


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1099/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 5ης Νοεμβρίου 2013

σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (βελτίωση των τακτικών γραμμών)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (1), και ιδίως το άρθρο 247,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στη βασική δράση 2 της ανακοίνωσης της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών «Ενιαία αγορά - Πράξη II Μαζί για μια νέα ανάπτυξη» (2) γίνεται έκκληση για τη δημιουργία μιας πραγματικής ενιαίας αγοράς για τις θαλάσσιες μεταφορές, με την κατάργηση πλέον της υπαγωγής των ενωσιακών εμπορευμάτων που μεταφέρονται μεταξύ θαλασσίων λιμένων της ΕΕ στις διοικητικές και τελωνειακές διατυπώσεις που ισχύουν για τα εμπορεύματα που φθάνουν από υπερπόντιους λιμένες.

(2)

Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να υποβάλει δέσμη μέτρων «Γαλάζιας Ζώνης» η οποία περιλαμβάνει νομοθετικές και μη πρωτοβουλίες με σκοπό να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος που επιβαρύνει τους φορείς εκμετάλλευσης στην ενδοενωσιακή ναυτιλία σε επίπεδο ανάλογο με εκείνο που ισχύει για άλλους τρόπους μεταφοράς (αεροπορικές, σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές).

(3)

Ο παρών κανονισμός αποτελεί μέρος της δέσμης μέτρων «Γαλάζιας Ζώνης».

(4)

Σύμφωνα με το άρθρο 313 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής (3), τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 δεν θεωρούνται κοινοτικά εμπορεύματα, εκτός αν αποδειχθεί δεόντως ο κοινοτικός χαρακτήρας τους.

(5)

Το άρθρο 313 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής προβλέπει ότι τα εμπορεύματα που μεταφέρονται μεταξύ λιμένων ευρισκόμενων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας στο πλαίσιο εγκεκριμένης τακτικής γραμμής, θεωρούνται κοινοτικά, εκτός εάν αποδειχθεί ότι δεν έχουν κοινοτικό χαρακτήρα. Τα πλοία τακτικών γραμμών μπορούν επίσης να μεταφέρουν μη κοινοτικά εμπορεύματα, υπό την προϋπόθεση ότι τα εμπορεύματα αυτά υπάγονται στο καθεστώς εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης. Επιπλέον, η χρήση τακτικής γραμμής για τη μεταφορά μη κοινοτικών εμπορευμάτων δεν θίγει την εφαρμογή ελέγχων για άλλους σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με κινδύνους για την υγεία των ζώων, τη δημόσια υγεία ή τον φυτοϋγειονομικό τομέα.

(6)

Πριν από την έκδοση άδειας τακτικής γραμμής, η τελωνειακή αρχή έκδοσης άδειας πρέπει να διεξάγει διαβουλεύσεις με τις τελωνειακές αρχές των άλλων κρατών μελών που αφορά η εν λόγω γραμμή. Εάν, μετά τη χορήγηση άδειας, ο δικαιούχος της άδειας αυτής (εφεξής «ο δικαιούχος») επιθυμεί να επεκτείνει τη γραμμή σε άλλα κράτη μέλη, είναι σκόπιμο να διεξαχθούν περαιτέρω διαβουλεύσεις με τις τελωνειακές αρχές των συγκεκριμένων κρατών μελών. Για να αποφευχθεί στο μέτρο του δυνατού η αναγκαιότητα για περαιτέρω διαβουλεύσεις μετά τη χορήγηση της άδειας, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι οι ναυτιλιακές εταιρείες που υποβάλλουν αίτηση άδειας μπορούν να προσδιορίζουν, εκτός από τα κράτη μέλη τα οποία αφορά πραγματικά η γραμμή, και τα κράτη μέλη τα οποία θα μπορούσε να αφορά δυνητικά η γραμμή αυτή και για τα οποία δηλώνουν ότι σχεδιάζουν μελλοντικές γραμμές.

(7)

Από το 2010, έχει καθοριστεί περίοδος 45 ημερών για τη διαβούλευση με τις τελωνειακές αρχές άλλων κρατών μελών. Ωστόσο, σύμφωνα με την αποκτηθείσα πείρα, το διάστημα αυτό είναι υπερβολικά μεγάλο και θα πρέπει να μειωθεί.

(8)

Με τη χρήση ηλεκτρονικού συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας το παράρτημα 42Α του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 είναι πλέον άνευ αντικειμένου.

(9)

Εφόσον το ζητήσει ο δικαιούχος, οι άδειες για τακτικές γραμμές που υπήρχαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να αναθεωρηθούν, ώστε να συμπεριληφθούν και τα κράτη μέλη τα οποία θα μπορούσαν να αφορούν δυνητικά οι γραμμές αυτές και για τα οποία ο δικαιούχος δηλώνει ότι σχεδιάζει μελλοντικές γραμμές.

(10)

Το ηλεκτρονικό σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που χρησιμοποιείται επί του παρόντος για την αποθήκευση πληροφοριών και την κοινοποίηση στις τελωνειακές αρχές των λοιπών κρατών μελών των αδειών εκτέλεσης τακτικών γραμμών είναι διαφορετικό από το σύστημα που αναφέρεται στο άρθρο 14κδ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93. Οι αναφορές στο σύστημα αυτό θα πρέπει να διορθωθούν.

(11)

Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(12)

Οι τροποποιήσεις όσον αφορά τη διάρκεια της περιόδου που έχει καθοριστεί για τη διαβούλευση με τις τελωνειακές αρχές άλλων κρατών μελών, καθώς και τον αριθμό των κρατών μελών που μπορούν να προσδιορίζονται στην αίτηση επιβάλλουν τροποποιήσεις στο ηλεκτρονικό σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας για τις τακτικές γραμμές, καθώς και την ετεροχρονισμένη εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

(13)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής τελωνειακού κώδικα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 313β τροποποιείται ως εξής:

α)

μετά την παράγραφο 2 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α.   Η Επιτροπή και οι τελωνειακές αρχές των κρατών μελών, μέσω ηλεκτρονικού συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας για τις τακτικές γραμμές, αποθηκεύουν και έχουν πρόσβαση στις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα στοιχεία των αιτήσεων·

β)

τις άδειες εκτέλεσης τακτικών γραμμών και, κατά περίπτωση, την τροποποίηση ή την ανάκλησή τους·

γ)

τα ονόματα των λιμένων προσέγγισης και τα ονόματα των πλοίων που εξυπηρετούν τη γραμμή·

δ)

όλες τις υπόλοιπες σχετικές πληροφορίες.»,

β)

η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αίτηση για την έκδοση άδειας τακτικής γραμμής προσδιορίζει τα κράτη μέλη που αφορά πραγματικά η γραμμή και, ενδεχομένως, τα κράτη μέλη τα οποία θα μπορούσε να αφορά δυνητικά η γραμμή αυτή και για τα οποία ο αιτών δηλώνει ότι σχεδιάζει μελλοντικές γραμμές. Οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση (τελωνειακή αρχή έκδοσης άδειας) ενημερώνουν σχετικά τις τελωνειακές αρχές των άλλων κρατών μελών που αφορά πραγματικά ή δυνητικά η γραμμή (τελωνειακές αρχές ανταπόκρισης) μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας για τις τακτικές γραμμές που αναφέρεται στην παράγραφο 2α.»

ii)

Στο δεύτερο εδάφιο, ο αριθμός «45» αντικαθίσταται από τον αριθμό «15».

iii)

Στο δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «του ηλεκτρονικού συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 14κδ,» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του ηλεκτρονικού συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας για τις τακτικές γραμμές που αναφέρεται στην παράγραφο 2α.»,

iv)

Στο τρίτο εδάφιο, οι λέξεις «Το ηλεκτρονικό σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 14κδ» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Το ηλεκτρονικό σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας για τις τακτικές γραμμές που αναφέρεται στην παράγραφο 2α.»,

2)

Στο άρθρο 313γ παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, οι λέξεις «του ηλεκτρονικού συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 14κδ.» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του ηλεκτρονικού συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας για τις τακτικές γραμμές που αναφέρεται στο άρθρο 313β παράγραφος 2α.»·

3)

Στο άρθρο 313δ παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, οι λέξεις «στο ηλεκτρονικό σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 14κδ.» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στο ηλεκτρονικό σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας για τις τακτικές γραμμές που αναφέρεται στο άρθρο 313β (παράγραφος 2α).»,

4)

Στο άρθρο 313στ παράγραφος 2, οι λέξεις «του ηλεκτρονικού συστήματος τελωνειακών πληροφοριών και επικοινωνίας που μνημονεύεται στο άρθρο 14κδ,» αντικαθίστανται από τις λέξεις «του ηλεκτρονικού συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας για τις τακτικές γραμμές που αναφέρεται στο άρθρο 313β παράγραφος 2α.»·

5)

Το παράρτημα 42Α διαγράφεται.

Άρθρο 2

Εφόσον το ζητήσει ο δικαιούχος, οι τελωνειακές αρχές έκδοσης άδειας αναθεωρούν τις άδειες για τις τακτικές γραμμές που υπάρχουν ήδη την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και οι οποίες καθορίζονται στο άρθρο 3 δεύτερο εδάφιο, ώστε να συμπεριληφθούν τα κράτη μέλη τα οποία αφορούν δυνητικά οι γραμμές αυτές και για τα οποία ο δικαιούχος δηλώνει ότι σχεδιάζει μελλοντικές γραμμές.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημεία i) και ii) εφαρμόζεται από 1ης Μαρτίου 2014.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 5 Νοεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 302 της 19.10.1992, σ. 1.

(2)  COM(2012) 573 τελικό της 3.10.2012.

(3)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253 της 11.10.1993, σ. 1).


6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/42


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1100/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 5ης Νοεμβρίου 2013

για καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

Έχοντας υπόψη τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 543/2011 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2011, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 136 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 543/2011 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XVI μέρος A του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Η κατ’ αποκοπή τιμή εισαγωγής υπολογίζεται κάθε εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011, λαμβανομένων υπόψη των ημερήσιων μεταβλητών στοιχείων. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές εισαγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 136 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 5 Νοεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Jerzy PLEWA

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 157 της 15.6.2011, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Οι κατ’ αποκοπή τιμές εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(ευρώ/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτων χωρών (1)

Κατ’ αποκοπή τιμή εισαγωγής

0702 00 00

AL

41,5

MA

41,8

MK

36,9

TR

75,3

ZZ

48,9

0707 00 05

AL

53,3

EG

177,3

MK

71,7

TR

144,5

ZZ

111,7

0709 93 10

AL

50,7

MA

88,1

TR

127,3

ZZ

88,7

0805 20 30, 0805 20 50, 0805 20 70, 0805 20 90

TR

67,6

ZZ

67,6

0805 50 10

TR

72,1

ZA

54,2

ZZ

63,2

0806 10 10

BR

231,7

PE

281,8

TR

169,9

ZZ

227,8

0808 10 80

BA

66,4

CL

210,3

NZ

151,7

US

132,2

ZA

127,9

ZZ

137,7

0808 30 90

CN

72,8

TR

116,3

ZZ

94,6


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

6.11.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 294/44


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 4ης Νοεμβρίου 2013

για την τροποποίηση της σύστασης 2006/576/ΕΚ όσον αφορά τις τοξίνες T-2 και HT-2 σε σύνθετες ζωοτροφές για γάτες

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2013/637/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 292,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η τοξίνη T-2 και η τοξίνη HT-2 είναι μυκοτοξίνες οι οποίες παράγονται από διάφορα είδη Fusarium. Η τοξίνη T-2 μεταβολίζεται ταχέως σε μεγάλο αριθμό προϊόντων, ενώ η τοξίνη HT-2 αποτελεί κύριο μεταβολίτη της.

(2)

Η επιστημονική ομάδα για τις μολυσματικές προσμείξεις στην τροφική αλυσίδα (CONTAM Panel) της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) εξέδωσε γνωμοδότηση, κατόπιν αίτησης εκ μέρους της Επιτροπής, σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία των ζώων και τη δημόσια υγεία που συνδέονται με την παρουσία των τοξινών T-2 και HT-2 σε τρόφιμα και ζωοτροφές (1).

(3)

Όσον αφορά τον κίνδυνο για την υγεία των ζώων, η ομάδα CONTAM κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για τα μηρυκαστικά, τα κουνέλια και τα ψάρια, η εκτιμώμενη σήμερα έκθεση στις τοξίνες T-2 και HT-2 θεωρείται απίθανο να προξενήσει ανησυχία για την υγεία. Για τους χοίρους, τα πουλερικά, τους ίππους και τους σκύλους, οι εκτιμήσεις της έκθεσης στις τοξίνες T-2 και HT-2 καταδεικνύουν ότι ο κίνδυνος σοβαρών επιδράσεων στην υγεία είναι χαμηλός. Οι γάτες συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των πλέον ευαίσθητων ζωικών ειδών. Λόγω των περιορισμένων δεδομένων και των σοβαρών επιδράσεων στην υγεία σε χαμηλά επίπεδα δόσεων, δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί το επίπεδο στο οποίο δεν παρατηρούνται δυσμενείς επιδράσεις (NOAEL) ούτε το επίπεδο στο οποίο παρατηρούνται οι μικρότερες δυσμενείς επιδράσεις (LOAEL).

(4)

Λαμβανομένων υπόψη των συμπερασμάτων της επιστημονικής γνωμοδότησης, πρέπει να διενεργηθούν έρευνες με σκοπό τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τους παράγοντες που οδηγούν σε σχετικά υψηλά επίπεδα τοξινών T2 και HT-2 στα σιτηρά και τα προϊόντα σιτηρών και στις επιδράσεις της μεταποίησης ζωοτροφών και τροφίμων. Κατά συνέπεια, εκδόθηκε η σύσταση 2013/165/ΕΕ της Επιτροπής (2) που συνιστούσε τη διενέργεια των εν λόγω ερευνών.

(5)

Δεδομένης της τοξικότητας των τοξινών T-2 και HT-2 για τις γάτες, είναι σκόπιμο να καθοριστεί επιπλέον μια καθοδηγητική τιμή για το άθροισμα των τοξινών T-2 και HT-2 στις ζωοτροφές για γάτες, που πρέπει να εφαρμόζεται για να κρίνεται το αποδεκτό των ζωοτροφών για γάτες όσον αφορά την παρουσία των τοξινών T-2 και HT-2. Η σύσταση 2006/576/ΕΚ της Επιτροπής (3) θα πρέπει, συνεπώς, να τροποποιηθεί,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΣΤΑΣΗ:

Στο παράρτημα της σύστασης 2006/576/ΕΚ, μετά την εγγραφή για τη φουμονισίνη B1 + B2 προστίθεται η ακόλουθη εγγραφή:

«Μυκοτοξίνη

Προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές

Καθοδηγητική τιμή σε mg/kg (ppm) για ζωοτροφή με ποσοστό υγρασίας 12 %

Τοξίνη T-2 + HT-2

Σύνθετες ζωοτροφές για γάτες

0,05»

Βρυξέλλες, 4 Νοεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή

Tonio BORG

Μέλος της Επιτροπής


(1)  Ομάδα της EFSA για τις μολυσματικές προσμείξεις στην τροφική αλυσίδα (CONTAM)· Επιστημονική γνώμη σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία των ζώων και τη δημόσια υγεία που συνδέονται με την παρουσία των τοξινών T-2 και HT-2 σε τρόφιμα και ζωοτροφές. Δελτίο EFSA (2011)· 9(12):2481. [187 σ.] doi:10.2903/j.efsa.2011.2481. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.efsa.europa.eu/efsajournal

(2)  Σύσταση 2013/165/ΕΕ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 2013, για την παρουσία των τοξινών T-2 και HT-2 στα σιτηρά και τα προϊόντα σιτηρών (ΕΕ L 91 της 3.4.2013, σ. 12).

(3)  Σύσταση 2006/576/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Αυγούστου 2006, σχετικά με την παρουσία δεσοξυνιβαλενόλης, ζεαραλενόνης, ωχρατοξίνης A, T-2 και HT-2 και φουμονισινών σε προϊόντα που προορίζονται για ζωοτροφές (ΕΕ L 229 της 23.8.2006, σ. 7).