ISSN 1977-0669

doi:10.3000/19770669.L_2013.251.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 251

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

56ό έτος
21 Σεπτεμβρίου # 2013


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

 

*

Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

1

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 905/2013 της Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, περί θεσπίσεως απαγόρευσης της αλιείας μαύρου σπαθόψαρου στα ενωσιακά και διεθνή ύδατα των ζωνών V, VI, VII και XII από σκάφη που φέρουν σημαία Ισπανίας

3

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 906/2013 της Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, περί θεσπίσεως απαγόρευσης της αλιείας ευρωπαϊκής χωματίδας στις ζώνες VIIf και VIIg από σκάφη που φέρουν σημαία Βελγίου

5

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 907/2013 της Επιτροπής, της 20ής Σεπτεμβρίου 2013, για τον καθορισμό των κανόνων για τις αιτήσεις που αφορούν τη χρήση των περιγραφών κοινής χρήσης (ονομασίες) ( 1 )

7

 

 

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 908/2013 της Επιτροπής, της 20ής Σεπτεμβρίου 2013, για καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

10

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

2013/465/ΚΕΠΠΑ

 

*

Απόφαση EUMM Georgia/1/2013 της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφάλειας, της 13ης Σεπτεμβρίου 2013, για το διορισμό του αρχηγού της αποστολής επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γεωργία (EUMM Georgia)

12

 

 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

 

2013/466/ΕΕ

 

*

Σύσταση της Επιτροπής, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με συνεκτικές υποχρεώσεις αμεροληψίας και μεθόδους υπολογισμού του κόστους για την προαγωγή του ανταγωνισμού και τη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος στην ευρυζωνικότητα

13

 

 

 

*

Ανακοίνωση προς τους αναγνώστες — Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 216/2013 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2013, για την ηλεκτρονική δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλέπε σελίδα 3 του εξωφύλλου)

s3

 

*

Σημείωση για τους αναγνώστες — Τρόπος παραπομπής σε πράξεις (βλέπε σελίδα 3 του εξωφύλλου)

s3

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ

21.9.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 251/1


Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

Σύμφωνα με το άρθρο 4 της συμφωνίας της 19ης Οκτωβρίου 2005 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (1) (εφεξής «η συμφωνία»), που συνήφθη με την απόφαση 2006/325/ΕΚ του Συμβουλίου (2), οσάκις εγκρίνονται εκτελεστικά μέτρα δυνάμει του άρθρου 74 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (3), η Δανία κοινοποιεί στη Επιτροπή την απόφασή της εάν θα εφαρμόσει ή όχι το περιεχόμενο των μέτρων αυτών.

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1142/2011 της Επιτροπής (4) για τη θέσπιση των παραρτημάτων X και XI του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής εκδόθηκε τη 10η Νοεμβρίου 2011. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 της συμφωνίας, η Δανία κοινοποίησε ήδη, με επιστολή της 14ης Ιανουαρίου 2009, στην Επιτροπή την απόφασή της να εφαρμόσει το περιεχόμενο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009 του Συμβουλίου (5) στο μέτρο που αυτός ο κανονισμός τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 (6).

Σύμφωνα με το άρθρο 4 της συμφωνίας, η Δανία κοινοποίησε ήδη, με επιστολή της 11ης Ιανουαρίου 2012, στην Επιτροπή την απόφασή της να εφαρμόσει το περιεχόμενο του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1142/2011. Αυτό σημαίνει ότι οι διατάξεις του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1142/2011 θα εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Δανίας (7).

Περαιτέρω, η Δανία προέβη, με επιστολή της 20ής Φεβρουαρίου 2013 (μετά από επιστολή της 9ης Μαρτίου 2011), σε τελική κοινοποίηση στην Επιτροπή των αρμόδιων αρχών της βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 2 και του άρθρου 47 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009 και ζήτησε την αναγνώρισή τους για τους σκοπούς των παραρτημάτων X και XI του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1142/2011.

Επομένως, για τους σκοπούς του παραρτήματος X του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009 που θεσπίστηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό της Επιτροπής [άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009], οι αρμόδιες δανικές διοικητικές αρχές είναι η Περιφερειακή Δημόσια Διοίκηση (Statsforvaltningen) και το Υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων, Παίδων και Ένταξης (Εθνικό Συμβούλιο Κοινωνικών Προσφυγών, τμήμα Οικογενειακών Υποθέσεων) [Social, Børne- og Integrationsministeriet (Ankestyrelsen, Familieretsafdelingen)]. Για τους σκοπούς του παραρτήματος XI του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009 που θεσπίστηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό της Επιτροπής [άρθρο 47 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009], η αρμόδια αρχή είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης (Justitsministeriet).

Η κοινοποίηση εκ μέρους της Δανίας των αρμόδιων δανικών αρχών οι οποίες αναγνωρίζονται ως αρμόδιες αρχές όσον αφορά τα παραρτήματα X και XI του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2009 που θεσπίστηκαν με τον εκτελεστικό κανονισμό της Επιτροπής δημιουργεί αμοιβαίες υποχρεώσεις μεταξύ της Δανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, οι παρούσες προσαρμογές του άρθρου 2 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) της συμφωνίας αρχίζουν να ισχύουν την ημερομηνία δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2005, σ. 62.

(2)  ΕΕ L 120 της 5.5.2006, σ. 22.

(3)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 293 της 11.11.2011, σ. 24.

(5)  ΕΕ L 7 της 10.1.2009, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 149 της 12.6.2009, σ. 80.

(7)  ΕΕ L 195 της 18.7.2013, σ. 1.


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

21.9.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 251/3


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 905/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Σεπτεμβρίου 2013

περί θεσπίσεως απαγόρευσης της αλιείας μαύρου σπαθόψαρου στα ενωσιακά και διεθνή ύδατα των ζωνών V, VI, VII και XII από σκάφη που φέρουν σημαία Ισπανίας

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 36 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1262/2012 του Συμβουλίου, της 20ης Δεκεμβρίου 2012, για καθορισμό, για το 2013 και το 2014, των αλιευτικών δυνατοτήτων των σκαφών της ΕΕ για αποθέματα ιχθύων ορισμένων ειδών βαθέων υδάτων (2), καθορίζει ποσοστώσεις για το 2013.

(2)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, για τα αλιεύματα του αποθέματος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη τα οποία φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, έχει εξαντληθεί η ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2013.

(3)

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση των αλιευτικών δραστηριοτήτων για το εν λόγω απόθεμα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εξάντληση ποσόστωσης

Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος, το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό για το 2013, θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Απαγορεύσεις

Οι αλιευτικές δραστηριότητες για το απόθεμα που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται σε αυτό απαγορεύονται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απαγορεύεται ειδικότερα η διατήρηση επί του σκάφους, η μετατόπιση, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση ιχθύων από το υπόψη απόθεμα οι οποίοι έχουν αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Σεπτεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Lowri EVANS

Γενικός Διευθυντής Θαλάσσιας Πολιτικής και Αλιείας


(1)  ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 1

(2)  ΕΕ L 356 της 22.12.2012, σ. 22.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθ.

39/DSS

Κράτος μέλος

Ισπανία

Απόθεμα

BSF/56712

Είδος

Μαύρο σπαθόψαρο (Aphanopus carbo)

Ζώνη

Ενωσιακά και διεθνή ύδατα των V, VI, VII και XII

Ημερομηνία

20.8.2013


21.9.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 251/5


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 906/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Σεπτεμβρίου 2013

περί θεσπίσεως απαγόρευσης της αλιείας ευρωπαϊκής χωματίδας στις ζώνες VIIf και VIIg από σκάφη που φέρουν σημαία Βελγίου

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής (1), και ιδίως το άρθρο 36 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 39/2013 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 2013, σχετικά με τον καθορισμό, για το 2013, των αλιευτικών δυνατοτήτων που διατίθενται σε σκάφη ΕΕ, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων που δεν αποτελούν αντικείμενο διεθνών διαπραγματεύσεων ή συμφωνιών (2), καθορίζει ποσοστώσεις για το 2013.

(2)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, για τα αλιεύματα του αποθέματος το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, από σκάφη τα οποία φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος που αναφέρεται σε αυτό, έχει εξαντληθεί η ποσόστωση που έχει κατανεμηθεί για το 2013.

(3)

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η απαγόρευση των αλιευτικών δραστηριοτήτων για το εν λόγω απόθεμα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εξάντληση ποσόστωσης

Η αλιευτική ποσόστωση που κατανεμήθηκε στο κράτος μέλος, το οποίο αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού, σχετικά με το απόθεμα που αναφέρεται σε αυτό για το 2013, θεωρείται ότι έχει εξαντληθεί από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 2

Απαγορεύσεις

Οι αλιευτικές δραστηριότητες για το απόθεμα που αναφέρεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού από σκάφη που φέρουν τη σημαία ή είναι νηολογημένα στο κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται σε αυτό απαγορεύονται από την ημερομηνία που καθορίζεται στο εν λόγω παράρτημα. Απαγορεύεται ειδικότερα η διατήρηση επί του σκάφους, η μετατόπιση, η μεταφόρτωση ή η εκφόρτωση ιχθύων από το υπόψη απόθεμα οι οποίοι έχουν αλιευθεί από τα σκάφη αυτά μετά την εν λόγω ημερομηνία.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Σεπτεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Lowri EVANS

Γενικός Διευθυντής Θαλάσσιας Πολιτικής και Αλιείας


(1)  ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 1

(2)  ΕΕ L 23, 25.01.2013, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αριθ.

45/TQ39

Κράτος μέλος

Βέλγιο

Απόθεμα

PLE/7FG.

Είδος

Ευρωπαϊκή χωματίδα (Pleuronectes platessa)

Ζώνη

VIIf και VIIg

Ημερομηνία

27.8.2013


21.9.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 251/7


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 907/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 20ής Σεπτεμβρίου 2013

για τον καθορισμό των κανόνων για τις αιτήσεις που αφορούν τη χρήση των περιγραφών κοινής χρήσης (ονομασίες)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τους ισχυρισμούς διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα (1), και ιδίως το άρθρο 1 παράγραφος 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 σε συγκεκριμένες περιγραφές κοινής χρήσης (ονομασίες) που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά για να υποδηλώσουν κάποια ιδιαιτερότητα μιας κατηγορίας τροφίμων ή ποτών που μπορεί να επηρεάσει την υγεία μπορεί να χορηγείται παρέκκλιση από την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού μετά την υποβολή αίτησης από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τροφίμων.

(2)

Για να εξασφαλιστεί ότι οι αιτήσεις για περιγραφές κοινής χρήσης εξετάζονται με διαφάνεια και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το άρθρο 1 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 προβλέπει ότι η Επιτροπή θεσπίζει και δημοσιοποιεί τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους υποβάλλονται οι αιτήσεις αυτές.

(3)

Οι κανόνες θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η αίτηση καταρτίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να παρουσιάζει και να παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την αξιολόγηση της αίτησης. Επιπλέον δεν θα πρέπει να εμποδίζει την Επιτροπή από το να ζητά συμπληρωματικές πληροφορίες, κατά περίπτωση και ανάλογα με τη φύση της περιγραφής κοινής χρήσης και με την έκταση της παρέκκλισης για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση.

(4)

Είναι σκόπιμο να επιτραπεί σε εμπορικές ενώσεις που εκπροσωπούν συγκεκριμένους τομείς τροφίμων να υποβάλουν αιτήσεις για λογαριασμό των μελών τους, προκειμένου να αποφευχθούν οι πολλαπλές αιτήσεις για την ίδια περιγραφή κοινής χρήσης (ονομασία).

(5)

Προκειμένου, μεταξύ άλλων, να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας για τους καταναλωτές, η χρήση των ισχυρισμών δεν θα πρέπει να είναι ψευδής, διφορούμενη ή παραπλανητική. Η ίδια βασική αρχή θα πρέπει να ισχύει για τη χρήση των περιγραφών κοινής χρήσης (ονομασίες) που μπορούν να επηρεάσουν την υγεία. Για την επίτευξη αυτού του στόχου και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, οι εθνικές αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν τη δική τους κρίση, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου, για να προσδιορίζουν την τυπική αντίδραση του μέσου καταναλωτή σε δεδομένη περίπτωση.

(6)

Οι περιγραφές κοινής χρήσης (ονομασίες) θα πρέπει να αντιστοιχούν σε περίοδο αποδεδειγμένης χρήσης τουλάχιστον 20 ετών μέσα στο (στα) κράτος(-η) μέλος(-η), πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(7)

Ζητήθηκε η γνώμη των κρατών μελών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι αιτήσεις σχετικά με τη χρήση των περιγραφών κοινής χρήσης (ονομασίες), κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1924/2006 υποβάλλονται και παρουσιάζονται σύμφωνα με τους κανόνες που παρατίθενται στο παράρτημα.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 20 Σεπτεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 404 της 30.12.2006, σ. 9.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΜΕΡΟΣ Α

Υποβολή της αίτησης

1.

Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί για τη χρήση μιας περιγραφής κοινής χρήσης σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στην αρμόδια εθνική αρχή ενός κράτους μέλους (στο εξής «κράτος μέλος-παραλήπτης»). Οι οικονομικοί φορείς μπορούν να επιλέξουν το κράτος μέλος στο οποίο θα υποβάλουν την αίτησή τους μεταξύ των κρατών μελών στα οποία χρησιμοποιείται η περιγραφή κοινής χρήσης.

2.

Η αίτηση υποβάλλεται με ηλεκτρονικά μέσα και περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που παρατίθενται στο μέρος Β του παρόντος παραρτήματος. Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν ένα έντυπο αντίγραφο, αν το κρίνουν σκόπιμο. Για τα στοιχεία που αναφέρονται στο μέρος Β σημεία 1.5 και 2 του παρόντος παραρτήματος, δεν επαρκεί μόνο ο κατάλογος των παραπομπών.

3.

Μετά την παραλαβή της αίτησης, η αρμόδια εθνική αρχή του κράτους μέλους-παραλήπτη:

Γνωστοποιεί γραπτώς ότι έλαβε την αίτηση εντός 14 ημερών από την παραλαβή της. Στη γνωστοποίηση δηλώνεται η ημερομηνία παραλαβής της αίτησης.

Ενημερώνει, χωρίς καθυστέρηση, την Επιτροπή, διαβιβάζοντας την περίληψη της αίτησης.

Κατά περίπτωση, διαβιβάζει την πλήρη αίτηση σε οποιοδήποτε άλλο κράτος(-η) μέλος(-η) για το (τα) οποίο(-α) υποβάλλεται η αίτηση σχετικά με τη χρήση της περιγραφής κοινής χρήσης [στο εξής «το ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη»].

Εάν το ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θεωρούν ότι η αίτηση δεν περιέχει στοιχεία και πληροφορίες, όπως προβλέπεται στο μέρος Β του παραρτήματος, ενημερώνει το κράτος μέλος-παραλήπτη εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων.

4.

Το κράτος μέλος-παραλήπτης επαληθεύει, χωρίς καθυστέρηση και λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που παρέχονται από το ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, κατά πόσον η αίτηση περιέχει όλες τις υποχρεωτικές πληροφορίες που παρατίθενται στο μέρος Β του παρόντος παραρτήματος. Όταν η αίτηση δεν περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του μέρους Β του παρόντος παραρτήματος, το κράτος μέλος-παραλήπτης ζητά τις αναγκαίες πρόσθετες πληροφορίες από τον αιτούντα και του γνωστοποιεί το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες.

5.

Μια αίτηση θεωρείται μη έγκυρη στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αιτών δεν προσκόμισε περαιτέρω πληροφορίες, όπως ζήτησε το κράτος μέλος-παραλήπτης. Σε μια τέτοια περίπτωση το κράτος μέλος-παραλήπτης ενημερώνει τον αιτούντα, την Επιτροπή και τυχόν άλλο ή άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους η αίτηση θεωρείται μη έγκυρη. Δίνεται στον αιτούντα η δυνατότητα να υποβάλει εκ νέου την ίδια αίτηση, στην οποία δεν περιλαμβάνεται το (τα) κράτος(-η) μέλος(-η) για το (τα) οποίο(-α) δεν υποβλήθηκαν τα στοιχεία που ζητήθηκαν.

6.

Το κράτος μέλος-παραλήπτης διαβιβάζει την έγκυρη αίτηση στην Επιτροπή και σε όλα τα κράτη μέλη χωρίς καθυστέρηση και ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα. Η Επιτροπή ανακοινώνει γραπτώς στο κράτος μέλος-παραλήπτη ότι έλαβε την έγκυρη αίτηση εντός 14 ημερών από την παραλαβή της.

7.

Το κράτος μέλος-παραλήπτης και το ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη παρέχουν τη γνώμη τους στην Επιτροπή εντός προθεσμίας έξι εβδομάδων από την ημερομηνία της διαβίβασης της έγκυρης αίτησης. Η γνώμη προσδιορίζει κατά πόσον η περιγραφή κοινής χρήσης πληροί τους όρους για τη χορήγηση παρέκκλισης σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1924/2006, και αν υποστηρίζεται από τα στοιχεία που αναφέρονται στο μέρος Β σημεία 1.3, 1.4, 1.5 και, κατά περίπτωση, σημείο 2 του παρόντος παραρτήματος και περιέχει την αιτιολόγηση της γνώμης. Οι γνώμες υποβάλλονται εγγράφως. Τα άλλα κράτη μέλη μπορούν επίσης να διατυπώσουν τη γνώμη τους σχετικά με την αίτηση στην Επιτροπή, εντός της ίδιας προθεσμίας και με τους ίδιους όρους.

8.

Μετά την παραλαβή της έγκυρης αίτησης από ένα κράτος μέλος και της (των) γνώμης(-ων) που αναφέρονται στο σημείο 7 του παρόντος μέρους του παραρτήματος, η Επιτροπή μπορεί, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, να κινήσει τη διαδικασία έγκρισης της περιγραφής κοινής χρήσης σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1924/2006.

ΜΕΡΟΣ Β

Περιεχόμενο της αίτησης

1.   Υποχρεωτικές πληροφορίες

Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής:

1.1.   Περίληψη της αίτησης που περιλαμβάνει:

το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του αιτούντος,

την περιγραφή κοινής χρήσης που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης,

σύντομη περιγραφή της ιδιαιτερότητας της κατηγορίας τροφίμων ή ποτών που καλύπτει η περιγραφή κοινής χρήσης, και

το ή τα κράτη μέλη για τα οποία η αίτηση σχετικά με τη χρήση της περιγραφής κοινής χρήσης υποβάλλεται από τον αιτούντα.

1.2.   Αιτών

Ονοματεπώνυμο, διεύθυνση και στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου της επιχείρησης τροφίμων που υποβάλλει την αίτηση και/ή του προσώπου που είναι εξουσιοδοτημένο να επικοινωνεί με την Επιτροπή για λογαριασμό του αιτούντος.

Οι αιτήσεις για έγκριση μιας περιγραφής κοινής χρήσης μπορεί, επίσης, να υποβάλλονται από εμπορικές ενώσεις, οι οποίες ενεργούν εξ ονόματος των μελών τους και περιλαμβάνουν το όνομα, τη διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας της εμπορικής ένωσης που υποβάλλει την αίτηση και/ή του προσώπου που είναι εξουσιοδοτημένο να επικοινωνεί με την Επιτροπή για λογαριασμό της εμπορικής ένωσης. Πληροφορίες σχετικά με την υποστήριξη της αίτησης από τα μέλη της εμπορικής ένωσης είναι επιθυμητές.

1.3.   Η περιγραφή κοινής χρήσης που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης

1.

Η περιγραφή κοινής χρήσης, όπως χρησιμοποιείται στην ή στις γλώσσα(-ες) στις οποίες χρησιμοποιείται παραδοσιακά. Περιγραφή της περιγραφής κοινής χρήσης στα αγγλικά, ανάλογα με την περίπτωση.

2.

Το ή τα κράτη μέλη όπου χρησιμοποιείται η περιγραφή κοινής χρήσης.

1.4.   Η κατηγορία τροφίμων ή ποτών που καλύπτει η περιγραφή κοινής χρήσης

1.

Περιλαμβάνεται ένδειξη της κατηγορίας τροφίμων ή ποτών που διατίθενται στο εμπόριο στο πλαίσιο της περιγραφής κοινής χρήσης για την οποία υποβάλλεται η αίτηση.

2.

Δίνεται λεπτομερής περιγραφή, στην οποία τονίζεται η ιδιαιτερότητα και τα στοιχεία που διακρίνουν την κατηγορία τροφίμων ή ποτών που διατίθενται στο εμπόριο στο πλαίσιο της περιγραφής κοινής χρήσης, για την οποία έχει υποβληθεί η αίτηση, από άλλα προϊόντα που εμπίπτουν στην ίδια κατηγορία τροφίμων ή ποτών.

1.5.   Συμπληρωματικά στοιχεία σε σχέση με τη χρήση της περιγραφής κοινής χρήσης

Σχετικά βιβλιογραφικά ή αλλιώς επαληθεύσιμα αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν την παρουσία στην αγορά της κατηγορίας τροφίμων ή ποτών με την περιγραφής κοινής χρήσης επί τουλάχιστον μια περίοδο 20 ετών, στο ή στα κράτη μέλη, πριν από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του παρόντος κανονισμού.

2.   Πρόσθετες πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται εφόσον ζητηθούν σχετικά με την πρωτοβουλία των κρατών μελών: συμπληρωματικά στοιχεία για την κατανόηση/αντίληψη των καταναλωτών

Τα κράτη μέλη-παραλήπτες και το ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη μπορεί να ζητήσουν συμπληρωματικά στοιχεία από τον αιτούντα για τα ακόλουθα είδη πληροφοριών, πριν από την υποβολή της αίτησης στην Επιτροπή, όταν το θεωρούν αναγκαίο για την αξιολόγηση της αίτησης:

Σχετικά αποδεικτικά στοιχεία ή πληροφορίες που σχετίζονται με την κατανόηση των καταναλωτών και την αντίληψη των επιπτώσεων που θα μπορούσε να έχει η περιγραφή κοινής χρήσης. Τα στοιχεία αυτά καλύπτουν το ή τα κράτη μέλη όπου χρησιμοποιείται η περιγραφή κοινής χρήσης.

Σχετικά αποδεικτικά στοιχεία ή πληροφορίες που αποδεικνύουν ότι ο καταναλωτής συνδέει την περιγραφή κοινής χρήσης με την ειδική κατηγορία τροφίμων ή ποτών που αναφέρονται στο σημείο 1.4 του παρόντος μέρος του παραρτήματος.

3.   Τυχόν συμπληρωματικές πληροφορίες (προαιρετικό)


21.9.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 251/10


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 908/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 20ής Σεπτεμβρίου 2013

για καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

Έχοντας υπόψη τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 543/2011 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2011, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 136 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 543/2011 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XVI μέρος A του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Η κατ’ αποκοπή τιμή εισαγωγής υπολογίζεται κάθε εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011, λαμβανομένων υπόψη των ημερήσιων μεταβλητών στοιχείων. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές εισαγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 136 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 20 Σεπτεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Jerzy PLEWA

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 157 της 15.6.2011, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Οι κατ’ αποκοπή τιμές εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(ευρώ/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτων χωρών (1)

Κατ’ αποκοπή τιμή εισαγωγής

0702 00 00

MK

47,7

XS

41,5

ZZ

44,6

0707 00 05

MK

46,1

TR

116,3

ZZ

81,2

0709 93 10

TR

130,3

ZZ

130,3

0805 50 10

AR

122,2

CL

109,5

IL

142,1

TR

117,7

UY

111,2

ZA

115,2

ZZ

119,7

0806 10 10

EG

187,8

TR

157,6

ZZ

172,7

0808 10 80

AR

100,6

BA

105,9

BR

78,8

CL

108,3

CN

71,1

NZ

135,9

US

146,0

ZA

116,6

ZZ

107,9

0808 30 90

AR

231,4

CL

29,5

CN

82,5

TR

132,2

ZZ

118,9

0809 30

TR

130,2

ZZ

130,2

0809 40 05

BA

41,0

XS

46,6

ZZ

43,8


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

21.9.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 251/12


ΑΠΌΦΑΣΗ EUMM GEORGIA/1/2013 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ ΠΟΛΙΤΙΚΉΣ ΚΑΙ ΑΣΦΆΛΕΙΑΣ

της 13ης Σεπτεμβρίου 2013

για το διορισμό του αρχηγού της αποστολής επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γεωργία (EUMM Georgia)

(2013/465/ΚΕΠΠΑ)

H ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδίως το άρθρο 38 τρίτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη την απόφαση 2010/452/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 12ης Αυγούστου 2010, σχετικά με την αποστολή επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γεωργία (EUMM Georgia) (1), και ιδίως το άρθρο 10 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με την απόφαση 2010/452/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, η Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας (ΕΠΑ) εξουσιοδοτείται, σύμφωνα με το άρθρο 38 της Συνθήκης, να λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις προκειμένου να ασκεί τον πολιτικό έλεγχο και τη στρατηγική διεύθυνση της αποστολής επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γεωργία (EUMM Georgia), συμπεριλαμβανομένης της απόφασης διορισμού Αρχηγού Αποστολής.

(2)

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2012, η ΕΠΑ εξέδωσε την απόφαση EUMM Georgia/1/2012 (2), με την οποία παρατείνεται η θητεία του κ. Andrzej TYSZKIEWICZ, ως Αρχηγού Αποστολής της EUMM Georgia, έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2013.

(3)

Στις 24 Ιουλίου 2013, η Ύπατη Εκπρόσωπος της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας πρότεινε το διορισμό του κ. Toivo KLAAR ως Αρχηγού Αποστολής της EUMM Georgia, από τις 15 Σεπτεμβρίου 2013 έως τις 14 Δεκεμβρίου 2014,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Ο κ. Toivo KLAAR διορίζεται Αρχηγός της Αποστολής επιτήρησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γεωργία (EUMM Georgia) από τις 15 Σεπτεμβρίου 2013 έως τις 14 Δεκεμβρίου 2014.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημερομηνία έκδοσής της.

Βρυξέλλες, 13 Σεπτεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας

Ο Πρόεδρος

W. STEVENS


(1)  ΕΕ L 213, 13.8.2010, σ. 43.

(2)  ΕΕ L 257, 25.9.2012, σ. 15.


ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

21.9.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 251/13


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 11ης Σεπτεμβρίου 2013

σχετικά με συνεκτικές υποχρεώσεις αμεροληψίας και μεθόδους υπολογισμού του κόστους για την προαγωγή του ανταγωνισμού και τη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος στην ευρυζωνικότητα

(2013/466/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (1), και ιδίως το άρθρο 19 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη τις γνώμες του φορέα των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (BEREC) και της επιτροπής επικοινωνιών (COCOM),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η καινοτομία και να αυξηθεί η παραγωγικότητα, η απασχόληση και η ανταγωνιστικότητα και, εντέλει, να δημιουργηθεί οικονομική μεγέθυνση και να επιτευχθούν οι στόχοι της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», είναι απαραίτητο να αναπτυχθεί περαιτέρω η εσωτερική αγορά της ΕΕ για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ιδίως μέσω της εγκατάστασης δικτύων υψηλής ταχύτητας. Η Επιτροπή, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ) και ο BEREC συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω της ανάπτυξης κοινών προσεγγίσεων για τη συνεκτική εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου που καθορίζεται από την οδηγία 2002/21/ΕΚ (το κανονιστικό πλαίσιο).

(2)

Η εγκατάσταση ευρυζωνικών υπηρεσιών υψηλής ταχύτητας διαδραματίζει σημαντικό ρόλο όσον αφορά τις επενδύσεις, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη συνολική οικονομική ανάκαμψη της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχουν θέσει φιλόδοξους στόχους για την εγκατάσταση ευρυζωνικών υπηρεσιών υψηλής ταχύτητας, στο πλαίσιο του ψηφιακού θεματολογίου για την Ευρώπη, μιας από τις εμβληματικές πρωτοβουλίες της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(3)

Ένας από τους βασικούς στόχους του ψηφιακού θεματολογίου για την Ευρώπη είναι η εγκατάσταση δικτύων πρόσβασης νέας γενιάς [δίκτυα Next Generation Access (NGA)]. Το ψηφιακό θεματολόγιο για την Ευρώπη αποσκοπεί να υποστηρίξει τις σημαντικές επενδύσεις που θα χρειαστεί να πραγματοποιηθούν τα προσεχή έτη. Στόχος της παρούσας σύστασης είναι η προώθηση αποδοτικών επενδύσεων και καινοτομιών σε νέες και βελτιωμένες υποδομές, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη να διατηρηθεί ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός, ο οποίος αποτελεί σημαντικό κίνητρο μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Η παρούσα σύσταση επιδιώκει i) να διασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού μέσω της εφαρμογής αυστηρότερων κανόνων αμεροληψίας, ii) να καθορίσει προβλέψιμες και σταθερές ρυθμιζόμενες τιμές χονδρικής πρόσβασης στο δίκτυο χαλκού, καθώς και iii) να ενισχύσει τη βεβαιότητα όσον αφορά τις περιστάσεις με βάση τις οποίες θα πρέπει να αποφευχθεί η επιβολή ελεγχόμενων τιμών πρόσβασης χονδρικής για υπηρεσίες NGA. Η αύξηση της νομικής και κανονιστικής προβλεψιμότητας κατά τον τρόπο αυτόν αναμένεται ότι θα συμβάλει περαιτέρω στην πραγματοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων στο εγγύς και μεσοπρόθεσμο μέλλον.

(4)

Η δημιουργία κλίματος κανονιστικής προβλεψιμότητας είναι εξαιρετικά σημαντική για την προώθηση αποδοτικών επενδύσεων και καινοτομιών σε νέες και βελτιωμένες υποδομές. Η εφαρμογή συνεκτικής και σταθερής κανονιστικής προσέγγισης σε βάθος χρόνου είναι καίριας σημασίας προκειμένου να αποκτήσουν οι επενδυτές την απαιτούμενη εμπιστοσύνη για τη χάραξη βιώσιμων επιχειρηματικών σχεδίων. Για να εξασφαλιστεί η απαραίτητη προβλεψιμότητα για μεγαλύτερο διάστημα, δηλαδή πέρα από τον χρόνο ζωής μιας μεμονωμένης ανασκόπησης της αγοράς, πρέπει οι ΕΡΑ να αποσαφηνίζουν όσο το δυνατόν περισσότερο στις ενέργειες που επιβάλλουν ρυθμιστικά επανορθωτικά μέτρα βάσει του κανονιστικού πλαισίου, τον τρόπο με τον οποίο προβλέψιμες αλλαγές στις συνθήκες της αγοράς μπορεί να επηρεάσουν τα αντίστοιχα επανορθωτικά μέτρα.

(5)

Κατά την αξιολόγηση των σχεδίων μέτρων που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, διαπιστώθηκε ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές ανακολουθίες στην Ένωση όσον αφορά την εφαρμογή των υποχρεώσεων αμεροληψίας δυνάμει του άρθρου 10 και των υποχρεώσεων ελέγχου των τιμών και κοστολόγησης δυνάμει του άρθρου 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) για την αγορά χονδρικής πρόσβασης σε υποδομή δικτύου (αγορά 4) και την αγορά ευρυζωνικής πρόσβασης χονδρικής (αγορά 5) που αναφέρονται στη σύσταση 2007/879/ΕΚ της Επιτροπής (3).

(6)

Οι κανονιστικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ εξακολουθούν να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης, ακόμη και όταν τα υποκείμενα προβλήματα της αγοράς είναι συγκρίσιμα. Ενώ αυξημένος αριθμός ΕΡΑ εξέτασαν πρόσφατα το ενδεχόμενο αυστηρότερης εφαρμογής μιας γενικής υποχρέωσης αμεροληψίας χρησιμοποιώντας βασικούς δείκτες επιδόσεων και διασφαλίζοντας αυστηρή ισοδυναμία πρόσβασης, τα σχέδια μέτρων που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ φανερώνουν εν προκειμένω σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των προσεγγίσεων των ΕΡΑ ως προς το πεδίο εφαρμογής, την εφαρμογή, την παρακολούθηση της συμμόρφωσης και την επιβολή της συγκεκριμένης υποχρέωσης, ιδίως όσον αφορά το επιλεγέν μοντέλο ισοδυναμίας (εφόσον εφαρμόζεται κάποιο).

(7)

Παρομοίως, οι κανονιστικές υποχρεώσεις σχετικά με την τιμολόγηση της πρόσβασης που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ στις αγορές 4 και 5 διαφέρουν επίσης σε σημαντικό βαθμό στα διάφορα κράτη μέλη της Ένωσης, παρόλο που οι αποκλίσεις αυτές δεν δικαιολογούνται από τις υποκείμενες διαφορές στις εθνικές συνθήκες. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή, κάνοντας χρήση των εξουσιών της δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, παρότρυνε επανειλημμένα τις ΕΡΑ i) να χρησιμοποιούν κατάλληλες μεθόδους κοστολόγησης και να διασφαλίζουν συνεκτική τιμολόγηση στα προϊόντα πρόσβασης στην ίδια αλυσίδα αξίας προκειμένου να διασφαλίζεται η αρχή της επενδυτικής κλίμακας, ii) να εφαρμόζουν με συνέπεια τις αρχές του αντίστοιχου μοντέλου κόστους σε όλα τα στοιχεία των σχετικών εισροών και iii) να αναγνωρίσουν τη σημασία της χρήσης του κόστους ενός σύγχρονου αποδοτικού δικτύου κατά τον καθορισμό των τιμών πρόσβασης.

(8)

Οι σημαντικές διαφορές στις κανονιστικές προσεγγίσεις που επέλεξαν οι ΕΡΑ όσον αφορά τα δύο αυτά επανορθωτικά μέτρα καθυστερούν την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών και, συνεπώς, παρεμποδίζουν τη δυνητική αύξηση της ευημερίας για το σύνολο της οικονομίας. Αυτές οι διαφορές δημιουργούν κανονιστική αβεβαιότητα και οδηγούν σε έλλειψη συνεκτικής ρύθμισης της πρόσβασης, περιορίζοντας κατά τον τρόπο αυτόν τις δυνατότητες δημιουργίας οικονομιών κλίμακας.

(9)

Εφόσον διαπιστώνεται σημαντική ισχύς στην αγορά (ΣΙΑ), συγκεκριμένα στις αγορές 4 ή/και 5, πρέπει να εφαρμόζεται κατάλληλη δέσμη επανορθωτικών μέτρων σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στην οδηγία 2002/19/ΕΚ, και ιδίως στο άρθρο 8, παράγραφος 4. Ως εκ τούτου, τα επανορθωτικά μέτρα που ορίζονται στην παρούσα σύσταση πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με τις αρχές των οδηγιών 2002/21/ΕΚ και 2002/19/ΕΚ.

(10)

Η παρούσα σύσταση είναι σύμφωνη με τη σύσταση 2010/572/ΕΕ της Επιτροπής (4) και βασίζεται στις κατευθύνσεις που παρέσχε η Επιτροπή στη σύσταση 2010/572/ΕΕ σχετικά με την εφαρμογή συγκεκριμένων υποχρεώσεων που περιλαμβάνονται στο κανονιστικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, ορίζει λεπτομερέστερα πότε η κοστοστρεφής πρόσβαση χονδρικής σε ευρυζωνικές υποδομές NGA μπορεί να μην είναι απαραίτητη, όπως ορίζεται στο σημείο 36 της σύστασης 2010/572/ΕΕ, και αναφέρει σενάρια στο πλαίσιο των οποίων πάγιες διασφαλίσεις σχετικά με τον ανταγωνισμό πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα οι ΕΡΑ να παρεκκλίνουν από τη γενική αρχή της κοστοστρεφούς πρόσβασης NGA όπως εκφράζεται στο σημείο 25 της σύστασης 2010/572/ΕΕ. Συνεπώς, οι αρχές που ορίζονται στην παρούσα σύσταση, ειδικότερα στις αιτιολογικές σκέψεις 25 έως 28, καθώς και στις αιτιολογικές σκέψεις 49 και 50 και στο σημείο 58 πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία και των δύο συστάσεων.

(11)

Η παρούσα σύσταση εξετάζει επίσης ζητήματα με τα οποία δεν ασχολείται η σύσταση 2010/572/ΕΕ, όπως για παράδειγμα η συνεπής εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ και μια συνεκτική προσέγγιση για τον υπολογισμό των τιμών χονδρικής πρόσβασης σε δίκτυα χαλκού.

(12)

Ένα από τα κύρια εμπόδια στην ανάπτυξη πραγματικά ίσων όρων ανταγωνισμού για τους αιτούντες πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών είναι η προτιμησιακή μεταχείριση των κατάντη επιχειρήσεων, για παράδειγμα του σκέλους λιανικής, ενός κάθετα ολοκληρωμένου φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ στην αγορά (φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ) μέσω τιμολογιακών και μη τιμολογιακών διακρίσεων (π.χ., διακρίσεις σχετικά με την ποιότητα της υπηρεσίας, την πρόσβαση σε πληροφορίες, παρελκυστικές τακτικές, αδικαιολόγητες απαιτήσεις και στρατηγικός σχεδιασμός των χαρακτηριστικών βασικών προϊόντων). Εν προκειμένω, με την απλή εφαρμογή μιας γενικής υποχρέωσης αμεροληψίας είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπιστεί και να αντιμετωπιστεί μια συμπεριφορά που εισάγει μη τιμολογιακές διακρίσεις. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί πραγματική ισοδυναμία πρόσβασης με αυστηρή εφαρμογή των υποχρεώσεων αμεροληψίας και με χρήση αποτελεσματικών μέσων για την παρακολούθηση και την επιβολή της συμμόρφωσης.

(13)

Όσον αφορά την αντιμετώπιση και την αποτροπή της συμπεριφοράς που εισάγει μη τιμολογιακές διακρίσεις, η Επιτροπή διαπίστωσε σημαντικές διαφορές στην κανονιστική προσέγγιση που υιοθετούν οι ΕΡΑ. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ισοδυναμία εισροών (Equivalence of Inputs, EoI) είναι, καταρχήν, ο πιο σίγουρος τρόπος να επιτευχθεί αποτελεσματική προστασία έναντι των διακρίσεων, καθώς όσοι επιζητούν πρόσβαση θα μπορούν να ανταγωνίζονται με τις κατάντη επιχειρήσεις του κάθετα ολοκληρωμένου φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ χρησιμοποιώντας το ίδιο ακριβώς σύνολο ρυθμιζόμενων προϊόντων χονδρικής, στις ίδιες τιμές και με τις ίδιες διαδικασίες συναλλαγών. Επιπλέον, και σε αντίθεση με την έννοια της ισοδυναμίας εκροών (Equivalence of Output, EoO), η EoI έχει περισσότερες δυνατότητες να παράσχει διαφάνεια και να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της ασύμμετρης πληροφόρησης.

(14)

Οι ΕΡΑ υποχρεούνται δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 4 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ να μεριμνούν ώστε οι κανονιστικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται ως αποτέλεσμα του χαρακτηρισμού ενός φορέα εκμετάλλευσης ως κατέχοντα ΣΙΑ να βασίζονται στη φύση του προβλήματος που εντοπίστηκε και να είναι αναλογικές υπό το πρίσμα του άρθρου 8 παράγραφος 5 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, και ιδίως του άρθρου 8 παράγραφος 5 στοιχείο β). Η παροχή ρυθμιζόμενων εισροών χονδρικής σε βάση EoI είναι πιθανό να αυξήσει το κόστος συμμόρφωσης σε σύγκριση με λιγότερο αυστηρές μορφές υποχρεώσεων αμεροληψίας λόγω των αναγκαίων προσαρμογών του συστήματος. Επιπλέον, ένας φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ δεν θα μπορεί να επωφελείται από κάθετες συνέργειες, καθώς θα επιτρέπεται να χρησιμοποιεί μόνο τα ίδια προϊόντα χονδρικής που παρέχει ή προσφέρει στους ανταγωνιστές του. Εντούτοις, αυτές οι υψηλότερες δαπάνες συμμόρφωσης πρέπει να αποτιμηθούν έναντι των οφελών του εντονότερου ανταγωνισμού κατάντη.

(15)

Στο πλαίσιο αυτό, η απαίτηση να παρέχει ένας φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ εισροές χονδρικής που βασίζονται σε προϋπάρχον δίκτυο χαλκού μέσω ήδη εγκατεστημένων συστημάτων επί τη βάσει EoI είναι λιγότερο πιθανό να δημιουργήσει επαρκή καθαρά οφέλη ώστε να κριθεί αναλογική, λόγω του υψηλότερου κόστους που συνεπάγεται ο επανασχεδιασμός των υφιστάμενων συστημάτων παροχής και επιχειρησιακής στήριξης ώστε να καταστούν σύμφωνα με την έννοια της EoI. Αντίθετα, η απαίτηση να παρέχει ένας φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ εισροές χονδρικής NGA, που σε πολλές περιπτώσεις παρέχονται μέσω νέων συστημάτων, επί τη βάσει EoI είναι πιθανό να δημιουργήσει επαρκή καθαρά οφέλη και, κατά συνέπεια, να κριθεί αναλογική, δεδομένου του συγκριτικά χαμηλότερου οριακού κόστους συμμόρφωσης ώστε να διασφαλιστεί ότι τα νεοεγκατεστημένα συστήματα συνάδουν με την έννοια της EoI. Πριν από την παροχή νέων εισροών στα κατάντη τμήματά του, ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ πρέπει να μπορεί να βασιστεί στην EoI στο στάδιο του σχεδιασμού νέων προϊόντων σε αναλογικό κόστος.

(16)

Δεδομένου του δυνητικά υψηλού κόστους συμμόρφωσης, μπορεί να είναι δυσανάλογο να απαιτηθεί από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να εφαρμόσει EoI σε κάθε επίπεδο της αλυσίδας αξίας. Συνεπώς, οι ΕΡΑ θα έπρεπε πρώτα να προσδιορίσουν το επίπεδο στο οποίο, σύμφωνα με τις εθνικές συνθήκες, η επιβολή της EoI θα παρείχε τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη στον ανταγωνισμό και την καινοτομία, και στη συνέχεια να εκτιμήσουν κατά πόσον η EoI θα ήταν περαιτέρω κατάλληλη και αναλογική, σε πρόσθετα επίπεδα. Λαμβάνοντας υπόψη την ικανότητα της EoI να επιτυγχάνει ταχύτερα καινοτομία στην αγορά λιανικής πώλησης, η EoI πρέπει, καταρχήν, να εισάγεται στο βαθύτερο δυνατό επίπεδο δικτύου, στο οποίο ο ανταγωνισμός θα είναι αποτελεσματικός και βιώσιμος μακροπρόθεσμα. Σε κράτη μέλη με μεγάλο αριθμό φορέων εκμετάλλευσης με ΣΙΑ μικρής κλίμακας, η επιβολή της EoI σε καθένα εξ αυτών των φορέων ενδέχεται να είναι δυσανάλογη.

(17)

Εφόσον οι ΕΡΑ καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η υποχρέωση παροχής ρυθμιζόμενων εισροών χονδρικής επί τη βάσει EoI είναι δυσανάλογη, πρέπει να εφαρμόζεται το μοντέλο EoO, το οποίο διασφαλίζει ότι οι εισροές χονδρικής που παρέχονται σε εναλλακτικούς φορείς εκμετάλλευσης —ενώ δεν χρησιμοποιούνται τα ίδια συστήματα και διαδικασίες— είναι συγκρίσιμες, όσον αφορά τη λειτουργικότητα και την τιμή, με αυτές που καταναλώνει ο ίδιος ο κάθετα ολοκληρωμένος φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ.

(18)

Η απόφαση επιβολής της EoI, όπου κρίνεται απαραίτητο, δικαιολογημένο και αναλογικό και κατόπιν διαβούλευσης σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, συνιστά υποχρέωση αμεροληψίας σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, με την επιφύλαξη i) της πιθανής επιβολής υποχρέωσης για λειτουργικό διαχωρισμό σύμφωνα με το άρθρο 13α της οδηγίας 2002/19/ΕΚ όταν μια ΕΡΑ συμπεραίνει ότι οι κατάλληλες υποχρεώσεις (συμπεριλαμβανομένων υποχρεώσεων αμεροληψίας όπως η EoI) δεν οδήγησαν σε αποτελεσματικό ανταγωνισμό, ii) τυχόν εθελοντικό διαχωρισμό σύμφωνα με το άρθρο 13β της οδηγίας 2002/19/ΕΚ και iii) μιας ανάλυσης των συνθηκών ανταγωνισμού στους τομείς που καλύπτονται από την κοινή ανάπτυξη δικτύων οπτικής ίνας έως το σπίτι (FTTH) όπως συνιστάται στο σημείο 28 της σύστασης 2010/572/ΕΕ.

(19)

Οι εκπτώσεις λόγω του όγκου κίνησης ή/και οι συμφωνίες τιμολόγησης μακροπρόθεσμης πρόσβασης αποτελούν σημαντικό μέσο για την προώθηση των επενδύσεων σε NGA, ιδίως όπου η αφομοίωση από τους καταναλωτές παραμένει περιορισμένη, και μπορούν να συγκριθούν με την προσέγγιση EoI και EoO. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι είναι δυνατή η είσοδος αποδοτικών ανταγωνιστών στην αγορά, οι ΕΡΑ πρέπει να δέχονται εκπτώσεις όγκου κίνησης που παρέχουν φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ σε δικές τους κατάντη επιχειρήσεις, για παράδειγμα στο σκέλος λιανικής τους, μόνο εάν δεν υπερβαίνουν την υψηλότερη έκπτωση όγκου που έχει προσφερθεί καλή τη πίστει σε τρίτα μέρη που αιτούνται πρόσβαση. Ομοίως, οι ΕΡΑ πρέπει να δέχονται συμφωνίες τιμολόγησης μακροπρόθεσμης πρόσβασης από φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ στις δικές τους κατάντη επιχειρήσεις, π.χ. στο σκέλος λιανικής τους, μόνο εάν δεν υπερβαίνουν την υψηλότερη έκπτωση για μακροχρόνια πρόσβαση που έχει προσφερθεί καλή τη πίστει σε τρίτα μέρη που αιτούνται πρόσβαση.

(20)

Ανεξάρτητα από την έννοια της ακριβούς ισοδυναμίας που επιβάλλεται από μια ΕΡΑ, όταν η ΕΡΑ αποφασίσει ότι είναι κατάλληλη, αναλογική και αντικειμενικά δικαιολογημένη η επιβολή υποχρέωσης αμεροληψίας δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, είναι σημαντικό, για να επιτευχθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού, να διασφαλιστεί ότι εναλλακτικοί αιτούντες πρόσβαση έχουν από τεχνικής άποψης τη δυνατότητα να αναπαράγουν (να υποβάλουν ταυτόσημη προσφορά) την προσφορά λιανικής του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ βάσει των ρυθμιζόμενων εισροών χονδρικής που λαμβάνουν. Ενώ οι ΕΡΑ δεν χρειάζεται να περιγράφουν λεπτομερώς τον ακριβή σχεδιασμό των σχετικών προϊόντων χονδρικής πρόσβασης, πρέπει να μεριμνούν για τη διενέργεια δοκιμής τεχνικής αναπαραγωγιμότητας για νέες υπηρεσίες ή δέσμες υπηρεσιών λιανικής, διασφαλίζοντας, με τον τρόπο αυτόν, ότι εξετάζονται διάφοροι παράγοντες.

(21)

Κατά τη διεξαγωγή της δοκιμής τεχνικής αναπαραγωγιμότητας ή αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της δοκιμής που διενήργησε ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, οι ΕΡΑ πρέπει να λαμβάνουν επίσης υπόψη τον κίνδυνο μονοπώλησης της κατάντη αγοράς μέσω της νέας προσφοράς και των επιπτώσεών της στον τομέα της καινοτομίας. Για παράδειγμα, το σχετικό προϊόν χονδρικής πρόσβασης πρέπει να είναι διαθέσιμο σε αιτούντες πρόσβαση σε εύλογο χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη διάθεσης της σχετικής προσφοράς λιανικής από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν αδικαιολόγητο χρονικό πλεονέκτημα για τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη ενός αποδοτικού εναλλακτικού φορέα εκμετάλλευσης να αναπτύξει και να προσαρμόσει τα δικά του συστήματα και διαδικασίες, ούτως ώστε να μπορέσει να προσφέρει μια ανταγωνιστική νέα υπηρεσία λιανικής.

(22)

Δεδομένης της σημασίας που έχει για τον ανταγωνισμό η διασφάλιση τεχνικής αναπαραγωγιμότητας, είναι εξαιρετικά σημαντικό ο ρυθμιζόμενος πάροχος υπηρεσιών με ΣΙΑ να διασφαλίζει την τεχνική αναπαραγωγιμότητα των νέων προσφορών λιανικής πριν από την έναρξη της διάθεσής τους και, κατόπιν, σε συνεχή βάση. Κατά συνέπεια, μια δοκιμή τεχνικής αναπαραγωγιμότητας μπορεί να διεξαχθεί πριν ή μετά την έναρξη διάθεσης μιας νέας προσφοράς λιανικής, ανάλογα με το πότε η ΕΡΑ το κρίνει σκόπιμο. Για παράδειγμα, όταν η δυνατότητα μιας ΕΡΑ να δημοσιοποιεί επιχειρηματικά στοιχεία του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ περιορίζεται από κανόνες εμπιστευτικότητας δυνάμει του εθνικού δικαίου, η ΕΡΑ μπορεί να επιλέξει να πραγματοποιήσει τη δοκιμή τεχνικής αναπαραγωγιμότητας μετά την έναρξη διάθεσης των υπηρεσιών λιανικής.

(23)

Λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τη σύγκριση μεταξύ της ποιότητας της υπηρεσίας που παρέχει ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ στις δικές του επιχειρήσεις και της ποιότητας της υπηρεσίας που παρέχει σε τρίτα μέρη που αιτούνται πρόσβαση, είναι συχνά δύσκολο να εντοπιστεί συμπεριφορά που εισάγει διακρίσεις και, κατά συνέπεια, να επιβληθεί υποχρέωση αμεροληψίας σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ. Οι βασικοί δείκτες επιδόσεων (ΒΔΕ) είναι τα πλέον κατάλληλα μέσα για τον εντοπισμό μιας συμπεριφοράς που εισάγει δυνητικά διακρίσεις και για τη βελτίωση της διαφάνειας όσον αφορά την παροχή και την ποιότητα των ρυθμιζόμενων προϊόντων πρόσβασης χονδρικής του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ στις σχετικές αγορές. Για τη βελτίωση της διαφάνειας και την προαγωγή της εμπιστοσύνης της αγοράς, οι ΕΡΑ μπορούν να διευκολύνουν μέσω κατάλληλων φόρουμ του κλάδου την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και των τρίτων μερών που αιτούνται πρόσβαση σχετικά με τους λεπτομερείς ΒΔΕ και να διασφαλίζουν ότι αυτοί οι ΒΔΕ ελέγχονται και δημοσιεύονται κατά τρόπο που επιτρέπει τον έγκαιρο εντοπισμό συμπεριφοράς που εισάγει δυνητικά διακρίσεις. Οι ΒΔΕ πρέπει να αφορούν τις βασικές δραστηριότητες στον κύκλο παροχής, καλύπτοντας όλα τα στάδιά του, δηλαδή τη διαδικασία παραγγελιών, την παροχή της υπηρεσίας, την ποιότητα της υπηρεσίας συμπεριλαμβανομένων τυχόν προβλημάτων και των χρόνων αποκατάστασής τους, και τη μετάβαση των αιτούντων πρόσβαση σε διαφορετικές ρυθμιζόμενες εισροές χονδρικής.

(24)

Προκειμένου να διασφαλίζεται πλήρως η αμεροληψία, οι ΒΔΕ πρέπει να συμπληρώνονται από συμφωνίες σχετικά με το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών (ΣΕΥ) και εγγυήσεις σχετικά με το επίπεδο υπηρεσιών (ΕΕΥ). Η επιβολή σύναψης ΣΕΥ διασφαλίζει ότι στους αιτούντες πρόσβαση παρέχεται η συμφωνημένη ποιότητα υπηρεσιών, ενώ η χρήση των αντίστοιχων ΕΕΥ λειτουργεί αποτρεπτικά έναντι συμπεριφοράς που εισάγει διακρίσεις. Οι ΕΡΑ πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στην ανάπτυξη ΣΕΥ, για παράδειγμα εγκρίνοντας τις ΣΕΥ που αναπτύσσει ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ στο πλαίσιο κανονιστικής προσφοράς αναφοράς.

(25)

Για να επιτευχθούν οι στόχοι του κανονιστικού πλαισίου, ενδείκνυται να χρησιμοποιείται μια μέθοδος υπολογισμού του κόστους που οδηγεί σε τιμές πρόσβασης που αντιστοιχούν κατά το δυνατόν στις αναμενόμενες τιμές σε μια αποτελεσματικώς ανταγωνιστική αγορά. Αυτή η μέθοδος υπολογισμού του κόστους πρέπει να βασίζεται στο σύγχρονο αποδοτικό δίκτυο, να αντικατοπτρίζει την ανάγκη για σταθερές και προβλέψιμες τιμές χονδρικής πρόσβασης για τον χαλκό, σε βάθος χρόνου, που αποφεύγει σημαντικές διακυμάνσεις και κλυδωνισμούς, προκειμένου να παρέχεται ένα σαφές πλαίσιο για επενδύσεις και να μπορεί να ορίζει κοστοστρεφείς τιμές χονδρικής πρόσβασης για τον χαλκό, που λειτουργούν ως αναφορά για τις υπηρεσίες NGA και αντιμετωπίζουν κατάλληλα και συνεκτικά τις επιπτώσεις της μείωσης του όγκου που οφείλονται στη μετάβαση από τα δίκτυα χαλκού σε NGA, αποτρέποντας, δηλαδή, τεχνητή αύξηση των τιμών χονδρικής πρόσβασης σε δίκτυο χαλκού, που θα μπορούσε διαφορετικά να παρατηρηθεί, ως αποτέλεσμα της μετάβασης των πελατών στο δίκτυο NGA του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ.

(26)

Η ανάκτηση κόστους αποτελεί βασική αρχή μιας μεθόδου υπολογισμού του κόστους. Διασφαλίζει ότι οι φορείς εκμετάλλευσης μπορούν να καλύψουν τις δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνονται και ότι λαμβάνουν κατάλληλη απόδοση επί του επενδυμένου κεφαλαίου.

(27)

Μια μέθοδος υπολογισμού του κόστους με την κατάλληλη ένδειξη «κατασκευή ή αγορά» επιτυγχάνει την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ διασφάλισης αποδοτικής εισόδου στην αγορά και επαρκών κινήτρων επένδυσης και, συγκεκριμένα, εγκατάστασης δικτύων NGA και, ως εκ τούτου, παροχής νέων, ταχύτερων και καλύτερων ευρυζωνικών υπηρεσιών.

(28)

Η συνιστώμενη μέθοδος υπολογισμού του κόστους πρέπει να διασφαλίζει διαφάνεια και συνέπεια εντός της Ένωσης. Πρέπει επίσης να εξασφαλίζει ότι αντικατοπτρίζονται οι συγκεκριμένες εθνικές συνθήκες βάσει μιας συνεκτικής προσέγγισης μοντελοποίησης.

(29)

Η μέθοδος υπολογισμού του κόστους που βασίζεται στο διευρυμένο μοντέλο μακροπρόθεσμου οριακού κόστους από τα κάτω προς τα επάνω (BU LRIC+) επιτυγχάνει με τον βέλτιστο τρόπο αυτούς τους στόχους για τον καθορισμό των τιμών των ρυθμιζόμενων υπηρεσιών χονδρικής πρόσβασης. Αυτή η μέθοδος μοντελοποιεί το πρόσθετο κεφάλαιο (περιλαμβανομένων των μη ανακτήσιμων δαπανών) και τα λειτουργικά έξοδα με τα οποία επιβαρύνεται ένας υποθετικά αποδοτικός φορέας εκμετάλλευσης με την παροχή όλων των υπηρεσιών πρόσβασης και προσθέτει μια προσαύξηση, αυστηρά για ανάκτηση των κοινών δαπανών. Συνεπώς, η μέθοδος BU LRIC+ επιτρέπει την ανάκτηση των συνολικών δαπανών με τις οποίες θα επιβαρυνθεί πράγματι ο αποδοτικός φορέας εκμετάλλευσης.

(30)

Η μέθοδος BU LRIC+ υπολογίζει το τρέχον κόστος σε προοπτική βάση (δηλαδή, με βάση σύγχρονες τεχνολογίες, την αναμενόμενη ζήτηση κ.λπ.) με τις οποίες θα επιβαρυνόταν ένας αποδοτικός φορέας εκμετάλλευσης δικτύου εάν κατασκεύαζε σήμερα ένα σύγχρονο δίκτυο με δυνατότητα παροχής όλων των απαιτούμενων υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, η μέθοδος BU LRIC+ παρέχει ορθές και αποτελεσματικές ενδείξεις για είσοδο.

(31)

Σε περιπτώσεις που τα καλωδιακά δίκτυα, τα δίκτυα οπτικών ινών (FttX) και, σε μικρότερο βαθμό, τα κινητά δίκτυα (ιδίως τα κινητά δίκτυα τεχνολογίας μακροπρόθεσμης εξέλιξης (Long Term Evolution, LTE) ανταγωνίζονται τα δίκτυα χαλκού, οι φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ αντιδρούν αναβαθμίζοντας τα δίκτυα χαλκού που διαθέτουν και αντικαθιστώντας τα σταδιακά με NGA προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτήν την απειλή των ανταγωνιστών. Συνεπώς, καθώς κανένας φορέας εκμετάλλευσης δεν θα κατασκεύαζε σήμερα αμιγές δίκτυο χαλκού, με τη μέθοδο BU LRIC+ υπολογίζεται το τρέχον κόστος εγκατάστασης ενός σύγχρονου αποδοτικού δικτύου NGA.

(32)

Αυτό το αποδοτικό δίκτυο NGA θα αποτελούνταν εν όλω ή εν μέρει από οπτικά στοιχεία, ανάλογα με τις εθνικές συνθήκες, και θα ήταν σε θέση να επιτύχει τους στόχους του ψηφιακού θεματολογίου για την Ευρώπη όσον αφορά το εύρος ζώνης, την κάλυψη και την αφομοίωση.

(33)

Η αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού ενός δικτύου NGA αυτού του είδους σε τρέχον κόστος αντικατοπτρίζει με τον καλύτερο τρόπο την υποκείμενη ανταγωνιστική διαδικασία και, συγκεκριμένα, τη δυνατότητα να αναπαραχθούν τα στοιχεία του ενεργητικού.

(34)

Σε αντίθεση με στοιχεία ενεργητικού όπως ο τεχνικός εξοπλισμός και το μέσο μετάδοσης (για παράδειγμα, οπτικές ίνες), τα στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής (για παράδειγμα, αγωγοί, τάφροι και ιστοί) είναι στοιχεία που είναι απίθανο να αναπαραχθούν. Οι τεχνολογικές αλλαγές, το επίπεδο του ανταγωνισμού και η ζήτηση λιανικής δεν αναμένεται να επιτρέψουν σε εναλλακτικούς φορείς εκμετάλλευσης να προχωρήσουν σε παράλληλα τεχνικά έργα υποδομής, τουλάχιστον όπου τα προϋπάρχοντα στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη ενός δικτύου NGA.

(35)

Στη συνιστώμενη μέθοδο υπολογισμού του κόστους, η βάση στοιχείων ενεργητικού για ρυθμιστικούς σκοπούς (Regulatory Asset Base, RAB) που αντιστοιχεί στα επαναχρησιμοποιήσιμα προϋπάρχοντα στοιχεία ενεργητικού τα οποία αφορούν τεχνικά έργα υποδομής αποτιμάται στο τρέχον κόστος, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική διάρκεια ζωής τους που έχει παρέλθει και, συνεπώς, τις δαπάνες που έχουν ήδη ανακτηθεί από τον ρυθμιζόμενο φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ. Η συγκεκριμένη προσέγγιση παρέχει επαρκείς ενδείξεις αποδοτικής εισόδου στην αγορά όσον αφορά αποφάσεις κατασκευής ή αγοράς και αποτρέπει τον κίνδυνο αποκλίσεων προς τα πάνω στην ανάκτηση του κόστους για επαναχρησιμοποιήσιμα προϋπάρχοντα τεχνικά έργα υποδομής. Μια απόκλιση προς τα πάνω στην ανάκτηση του κόστους δεν θα ήταν δικαιολογημένη προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματική είσοδος και να διατηρηθούν τα κίνητρα για επενδύσεις, καθώς η επιλογή της κατασκευής δεν είναι οικονομικά εφικτή για τη συγκεκριμένη κατηγορία στοιχείων του ενεργητικού.

(36)

Η μέθοδος τιμαριθμοποίησης εφαρμόζεται για τον υπολογισμό του τρέχοντος κόστους για τη RAB που αντιστοιχεί στα επαναχρησιμοποιήσιμα προϋπάρχοντα στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής. Η συγκεκριμένη μέθοδος προτιμάται λόγω της προβλεψιμότητας, της ανθεκτικότητας και της διαφάνειάς της. Βασίζεται σε ιστορικά δεδομένα σχετικά με τα έξοδα, τις σωρευμένες αποσβέσεις και την πώληση στοιχείων ενεργητικού εφόσον αυτά προκύπτουν από τους λογαριασμούς σύμφωνα με τις καταστατικές και κανονιστικές διατάξεις και από τις οικονομικές εκθέσεις του ρυθμιζόμενου φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, καθώς και σε έναν δείκτη τιμών που είναι διαθέσιμος στο κοινό, όπως ο δείκτης τιμών λιανικής πώλησης.

(37)

Κατά συνέπεια, η αρχική RAB που αντιστοιχεί στα επαναχρησιμοποιήσιμα προϋπάρχοντα στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής ορίζεται στη ρυθμιστική λογιστική αξία, εξαιρουμένης της σωρευμένης απόσβεσης κατά τη στιγμή του υπολογισμού, και τιμαριθμοποιημένη με κατάλληλο δείκτη τιμών, όπως ο δείκτης τιμών λιανικής πώλησης.

(38)

Η αρχική RAB θα λάμβανε τότε οριστική μορφή και θα μετατίθετο από τη μία ρυθμιστική περίοδο στην επόμενη. Η οριστική μορφή της RAB διασφαλίζει ότι, μόλις γίνει πλήρης απόσβεση ενός μη αναπαραγόμενου επαναχρησιμοποιήσιμου προϋπάρχοντος στοιχείου ενεργητικού των τεχνικών έργων υποδομής, το εν λόγω στοιχείο δεν περιλαμβάνεται πλέον στην RAB και συνεπώς δεν αντιπροσωπεύει πλέον κόστος για τον αιτούντα πρόσβαση, ακριβώς όπως δεν αποτελεί πλέον κόστος για τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ. Αυτή η προσέγγιση θα διασφάλιζε περαιτέρω την επαρκή αμοιβή του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και ταυτόχρονα θα παρείχε ρυθμιστική βεβαιότητα και στον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και στους αιτούντες πρόσβαση σε βάθος χρόνου.

(39)

Οι ενεργές γραμμές χαλκού μειώνονται συνεχώς λόγω της μετάβασης των καταναλωτών σε καλωδιακά δίκτυα, δίκτυα οπτικών ινών ή/και κινητά δίκτυα. Η μοντελοποίηση ενός ενιαίου αποδοτικού δικτύου NGA για προϊόντα πρόσβασης σε δίκτυο χαλκού και NGA αντισταθμίζει το πληθωριστικό αποτέλεσμα όγκου που προκύπτει κατά τη μοντελοποίηση ενός δικτύου χαλκού, σε περίπτωση που το κόστος σταθερού δικτύου κατανεμηθεί σε μειούμενο αριθμό ενεργών γραμμών χαλκού. Επιτρέπει τη σταδιακή μεταφορά του όγκου κίνησης από δίκτυα χαλκού σε δίκτυα NGA με την εγκατάσταση δικτύων NGA και τη μετάβαση σε αυτά. Μόνο η μεταφορά του όγκου κίνησης σε άλλες υποδομές (για παράδειγμα, καλωδιακά ή κινητά δίκτυα), που δεν περιλαμβάνονται στο μοντέλο κόστους, θα συνεπάγεται αύξηση του κόστους ανά μονάδα.

(40)

Υπό το πρίσμα της αρχής της τεχνολογικής ουδετερότητας και βάσει των διαφορετικών εθνικών συνθηκών, οι ΕΡΑ χρειάζονται κάποιο βαθμό ευελιξίας για να καταρτίσουν μοντέλο για ένα τόσο σύγχρονο αποδοτικό δίκτυο NGA. Συνεπώς, το δίκτυο NGA μπορεί να βασίζεται σε οποιαδήποτε από τις διάφορες τεχνολογίες πρόσβασης και τοπολογίες δικτύου που διατίθενται σε φορείς εκμετάλλευσης για την ανάπτυξη ενός δικτύου NGA.

(41)

Ένα δίκτυο FttH, ένα δίκτυο FttC ή συνδυασμός τους μπορεί να θεωρηθεί ένα σύγχρονο αποδοτικό δίκτυο NGA. Στο πλαίσιο της προσέγγισης αυτής, το κόστος που υπολογίζεται για το δίκτυο NGA πρέπει να προσαρμόζεται ώστε να αντικατοπτρίζει τα διαφορετικά χαρακτηριστικά ενός δικτύου χαλκού. Αυτό απαιτεί να υπολογίζεται η διαφορά κόστους μεταξύ ενός προϊόντος πρόσβασης που βασίζεται σε NGA και ενός προϊόντος πρόσβασης που βασίζεται αποκλειστικά στον χαλκό, προβαίνοντας στις σχετικές προσαρμογές του δικτύου στο μοντέλο NGA για τον καθορισμό της τιμής χονδρικής πρόσβασης στον χαλκό. Κατά τον καθορισμό της οικονομικής ζωής των στοιχείων ενεργητικού στο πρότυπο δίκτυο FttH οι ΕΡΑ πρέπει να συνεκτιμήσουν τις αναμενόμενες τεχνολογικές και δικτυακές εξελίξεις των διαφόρων επιμέρους στοιχείων του δικτύου.

(42)

Σε περιπτώσεις όπου η τοπολογία του δικτύου NGA που πρόκειται να μοντελοποιηθεί διαφέρει από αυτήν του δικτύου χαλκού σε τέτοιον βαθμό που η τεχνική προσαρμογή εντός του τεχνολογικού μοντέλου NGA δεν είναι εφικτή, οι ΕΡΑ θα μπορούσαν να υπολογίσουν το κόστος χαλκού καταρτίζοντας μοντέλο για ένα επικαλυπτικό δίκτυο, όπου δύο παράλληλα δίκτυα (χαλκού και οπτικών ινών, είτε FttH είτε FttC) μοιράζονται σε έναν ορισμένο βαθμό το ίδιο δίκτυο για τεχνικά έργα υποδομών. Στο πλαίσιο της προσέγγισης αυτής, το πληθωριστικό αποτέλεσμα όγκου θα εξουδετερώνονταν για στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής, καθώς τα μοντελοποιημένα δίκτυα χαλκού και οπτικών ινών θα μοιράζονταν τη χρήση των εν λόγω στοιχείων. Το κόστος ανά μονάδα των εν λόγω στοιχείων, που αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών σε ένα δίκτυο πρόσβασης, θα παρέμενε, ως εκ τούτου, το ίδιο.

(43)

Απαιτείται μεταβατική περίοδος επαρκούς διάρκειας προκειμένου να αποφευχθούν άσκοπες διαταραχές και να υιοθετηθεί σταθερή και διαφανής κανονιστική προσέγγιση. Δεδομένου ότι οι ΕΡΑ πρέπει να εφαρμόσουν τη συνιστώμενη μέθοδο υπολογισμού του κόστους και, κατά συνέπεια, οι φορείς εκμετάλλευσης πρέπει να προσαρμόσουν αναλόγως τα επιχειρηματικά σχέδιά τους, θεωρείται κατάλληλη μια μεταβατική περίοδος έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016. Οι ΕΡΑ δεν απαιτείται να διατηρούν μοντέλα κόστους για τον υπολογισμό των τιμών χονδρικής πρόσβασης του χαλκού σε συνθήκες όπου δεν επιβάλλεται εκ των προτέρων σύστημα ρύθμισης τιμών, για παράδειγμα απουσία ζήτησης για τέτοιες υπηρεσίες.

(44)

Σύμφωνα με τις αρχές της κανονιστικής διαφάνειας και προβλεψιμότητας, καθώς και της ανάγκης να διασφαλισθεί η σταθερότητα τιμών, η Επιτροπή ορίζει ένα εύρος τιμών εντός του οποίου εκτιμά ότι θα κυμαίνονται οι μέσες τιμές μηνιαίας μίσθωσης πρόσβασης της Ένωσης στον πλήρως αδεσμοποίητο τοπικό βρόχο χαλκού (μετά την αφαίρεση όλων των φόρων) κατά την εφαρμογή της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού του κόστους.

(45)

Ο βασικός ρόλος του εύρους είναι να καθοδηγήσει τις ΕΡΑ κατά την εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού του κόστους για την εκπλήρωση του συνολικού στόχου της σύστασης περί σταθερότητας και προβλεψιμότητας των τιμών πρόσβασης του χαλκού. Σε περιπτώσεις που, κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας σύστασης, οι ρυθμιζόμενες μηνιαίες τιμές πρόσβασης χαλκού ως προς τον αδεσμοποίητο τοπικό βρόχο (LLU) βρίσκονται εκτός του εύρους τιμών σε συγκεκριμένα κράτη μέλη, οι ΕΡΑ που εφαρμόζουν τη συνιστώμενη μέθοδο υπολογισμού του κόστους στα εν λόγω κράτη μέλη πρέπει να προβούν στην εφαρμογή άμεσα. Αυτό θα γίνει με σκοπό οι ΕΡΑ να αξιολογήσουν εάν η συνιστώμενη μέθοδος υπολογισμού του κόστους απαιτεί σταδιακές προσαρμογές τιμών έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016, ιδίως στα κράτη μέλη όπου οι τιμές πρόσβασης δεν είναι επί του παρόντος κοστοστρεφείς, και τα οποία είναι πιθανό, κατά συνέπεια, να απαιτούν πιο σημαντικές προσαρμογές τιμών. Προς αποφυγήν κάθε αμφιβολίας, η παρούσα σύσταση δεν υποχρεώνει τις ΕΡΑ να επιβάλλουν τιμές πρόσβασης εντός του εύρους τιμών εάν η εν λόγω αρχή εφαρμόζει τη συνιστώμενη μέθοδο υπολογισμού του κόστους ή τη μέθοδο που χρησιμοποιείται σύμφωνα με το σημείο 40.

(46)

Οι τιμές πρόσβασης θεωρείται ότι είναι σταθερές ακόμη και όπου ακολουθούν μια τάση σε ονομαστικούς όρους. Εντούτοις, πρέπει να μην αυξομειώνονται σημαντικά κατά την αντίστοιχη χρονική περίοδο, παραμένοντας επομένως προβλέψιμες.

(47)

Σύμφωνα με τις αρχές της ρυθμιστικής διαφάνειας και προβλεψιμότητας, καθώς και της ανάγκης διασφάλισης της σταθερότητας τιμών, οι επί του παρόντος εφαρμοζόμενες μέθοδοι πέραν της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού του κόστους μπορούν επίσης να πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο σημείο 40. Η εφαρμογή της συγκεκριμένης αρχής στα μεμονωμένα κράτη μέλη πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση και χρειάζεται πρώιμη αξιολόγηση μέσω κοινοποίησης στην Επιτροπή, τον BEREC και άλλες ΕΡΑ πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2016.

(48)

ΕΡΑ με περιορισμένους πόρους μπορεί να χρειαστούν κατ’ εξαίρεση μεγαλύτερη μεταβατική περίοδο, πέραν του 2016, για την προετοιμασία του συνιστώμενου μοντέλου κόστους. Στις περιπτώσεις αυτές, η ΕΡΑ πρέπει να εξετάζει το ενδεχόμενο καθορισμού προσωρινών τιμών βάσει μιας συγκριτικής τιμής που αφορά μόνο τον μέσο όρο των ποσοστών πρόσβασης που ορίζονται από τις ΕΡΑ σε συμμόρφωση προς τους όρους της παρούσας σύστασης. Κατά την ενδιάμεση περίοδο, οι σχετικές ΕΡΑ μπορούν να ζητήσουν από τον BEREC πρακτική στήριξη και καθοδήγηση για την υπέρβαση αυτού του περιορισμού των πόρων και, ιδίως, το κόστος υλοποίησης της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού του κόστους.

(49)

Λόγω της τρέχουσας αβεβαιότητας όσον αφορά τη ζήτηση ευρυζωνικών υπηρεσιών υπερυψηλής ταχύτητας, είναι σημαντικό για την προώθηση αποτελεσματικών επενδύσεων και καινοτομίας, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 5 στοιχείο δ) της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, να παρέχεται στους φορείς εκμετάλλευσης που επενδύουν σε δίκτυα NGA ένας ορισμένος βαθμός ευελιξίας στην τιμολόγηση ώστε να δοκιμάζουν τιμές και να ασκούν κατάλληλη τιμολόγηση διείσδυσης. Αυτό θα επέτρεπε στους φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και τους αιτούντες πρόσβαση να επιμερίζονται ένα μέρος του επενδυτικού κινδύνου διαφοροποιώντας τις τιμές χονδρικής πρόσβασης ανάλογα με το επίπεδο δέσμευσης των αιτούντων πρόσβαση. Η εν λόγω τακτική θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές για μακροπρόθεσμες συμφωνίες με εγγυήσεις όγκου, κάτι που θα μπορούσε να αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι οι αιτούντες πρόσβαση αναλαμβάνουν ορισμένους από τους κινδύνους που σχετίζονται με την αβέβαιη ζήτηση. Επιπλέον, η ευελιξία στην τιμολόγηση στο επίπεδο της χονδρικής αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα τόσο στον αιτούντα πρόσβαση όσο και στις επιχειρήσεις λιανικής του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να εισάγουν διαφοροποιημένες τιμές στην αγορά ευρυζωνικών υπηρεσιών λιανικής πώλησης ώστε να καλύψουν επαρκέστερα τις προτιμήσεις των καταναλωτών και να ενισχύσουν τη διείσδυση των ευρυζωνικών υπηρεσιών υπερυψηλής ταχύτητας.

(50)

Σύμφωνα με τα σημεία 48-57, προκειμένου να μην οδηγήσει αυτή η ευελιξία στην τιμολόγηση σε υπερβολικά υψηλές τιμές στις αγορές όπου έχει διαπιστωθεί ΣΙΑ, πρέπει να συνοδεύεται από πρόσθετες διασφαλίσεις για την προστασία του ανταγωνισμού. Για τον σκοπό αυτόν, η αυστηρότερη υποχρέωση αμεροληψίας, δηλαδή η EoI και η τεχνική αναπαραγωγιμότητα, πρέπει να συμπληρώνεται από εγγυημένη οικονομική αναπαραγωγιμότητα των κατάντη προϊόντων σε συνδυασμό με ρύθμιση των τιμών των προϊόντων χονδρικής πρόσβασης σε δίκτυα χαλκού.

(51)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια και να διευκολυνθεί η παρακολούθηση της εξέλιξης του επενδυτικού περιβάλλοντος αναφορικά με τις ευρυζωνικές υπηρεσίες NGA, καθώς και τις συνθήκες ανταγωνισμού, οι ΕΡΑ πρέπει να ζητήσουν από τους φορείς εκμετάλλευσης να τους παρέχουν σε τακτική βάση επικαιροποιημένες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων επενδυτικών σχεδίων και σχεδίων εγκατάστασης NGA. Τα αποτελέσματα κάθε τέτοιας διαδικασίας παρακολούθησης θα αξιοποιηθούν επίσης ως συμβολή για τη διαδικασία παρακολούθησης από το αντίστοιχο δίκτυο εμπειρογνωμόνων του BEREC και της Επιτροπής για το οποίο γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 69.

(52)

Λαμβάνοντας υπόψη τα οφέλη της ευελιξίας στην τιμολόγηση υπό τις συνθήκες αυτές, βάσει της συνιστώμενης προσέγγισης, οι τιμές χονδρικής πρόσβασης για παθητικές εισροές χονδρικής NGA ή μη υλικές ή εικονικές εισροές χονδρικής NGA που προσφέρουν ισοδύναμες λειτουργίες θεωρούνται ότι περιορίζονται επαρκώς (δηλαδή, τα σχετικά με τις τιμές προβλήματα του ανταγωνισμού θεωρείται ότι αντιμετωπίζονται ικανοποιητικά) όταν: i) υπάρχει αποδεδειγμένη πίεση στις τιμές λιανικής από τον ανταγωνισμό στο επίπεδο των υποδομών ή τιμή αναφοράς που προκύπτει από κοστοστρεφείς τιμές πρόσβασης σε δίκτυο χαλκού σε επίπεδο χονδρικής, ii) πραγματοποιείται η συνιστώμενη εκ των προτέρων δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας στις περιπτώσεις εκείνες όπου δεν επιβάλλεται η ρύθμιση των τιμών χονδρικής και iii) επιβάλλεται υποχρέωση παροχής υπηρεσιών χονδρικής πρόσβασης επί τη βάσει EoI. Με άλλα λόγια, όπου εφαρμόζεται EoI και οι ΕΡΑ θεωρούν ότι εφαρμόζονται οι ανωτέρω διασφαλίσεις του ανταγωνισμού, οι ΕΡΑ πρέπει να μην επιβάλουν ρυθμιζόμενη τιμή πρόσβασης για αυτές τις εισροές χονδρικής NGA.

(53)

Για ενεργές εισροές χονδρικής NGA, υφίστανται επαρκείς διασφαλίσεις του ανταγωνισμού εάν οι αιτούντες πρόσβαση μπορούν να βασίζονται σε ανάντη προϊόντα στην αγορά για πρόσβαση σε υποδομές δικτύου (για παράδειγμα, αδεσμοποίητη πρόσβαση ή εικονικά αδεσμοποίητη πρόσβαση), που παρέχονται σε βάση EoI, υπό την προϋπόθεση ότι η πραγματική αφομοίωση αυτών των ανάντη προϊόντων ή η παρουσία εναλλακτικών υποδομών αποδεδειγμένα περιορίζει τις τιμές λιανικής, ώστε να μην είναι απαραίτητες πρόσθετες διασφαλίσεις στο επίπεδο της χονδρικής.

(54)

Η απόδειξη ενός τέτοιου περιορισμού των τιμών λιανικής δεν είναι αρκετά ισχυρή ώστε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η σχετική αγορά χονδρικής είναι ουσιαστικά ανταγωνιστική και, ως εκ τούτου, ότι κανένας φορέας εκμετάλλευσης δεν κατέχει ΣΙΑ. Εντούτοις, αυτός ο περιορισμός των τιμών λιανικής αναμένεται ότι θα αποτρέψει τον φορέα εκμετάλλευσης που κατέχει ΣΙΑ στο επίπεδο της χονδρικής να καθορίζει υπερβολικές τιμές λιανικής.

(55)

Η μη επιβολή ή η άρση ρυθμιζόμενων τιμών πρόσβασης χονδρικής στα δίκτυα NGA βάσει των σημείων 48 και 49 γίνεται με την επιφύλαξη των μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των ανεπαρκών περιθωρίων που εντοπίστηκαν στο πλαίσιο της εκ των προτέρων δοκιμής οικονομικής αναπαραγωγιμότητας σύμφωνα με την παρούσα σύσταση προκειμένου να προστατευθεί ο ανταγωνισμός στις περιπτώσεις όπου δεν πρέπει να επιβληθεί ρύθμιση τιμών χονδρικής στον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ.

(56)

Εάν το προϊόν που προσφέρει ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ στο προϋπάρχον δίκτυο πρόσβασης αποδεδειγμένα δεν είναι πλέον ικανό να περιορίζει τις τιμές λιανικής του προϊόντος NGA (για παράδειγμα, στην περίπτωση κατάργησης του δικτύου χαλκού), το εν λόγω προϊόν θα μπορούσε, καταρχήν, να αντικατασταθεί από ένα προϊόν με βάση NGA, προσαρμοσμένο ώστε να έχει τα ίδια χαρακτηριστικά προϊόντος. Ωστόσο, δεν προβλέπεται ότι θα χρειαστεί ένα τέτοιο προϊόν αναφοράς βασιζόμενο στην NGA στο εγγύς μέλλον ή πριν από το 2020.

(57)

Η διαδικασία εφαρμογής της EoI πρέπει να καθορίζεται από την ΕΡΑ κατόπιν διαβούλευσης με τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η κατάρτιση λεπτομερούς χάρτη πορείας όπου θα ορίζονται τα βασικά ορόσημα που είναι απαραίτητα για την πλήρη εφαρμογή της EoI στα σχετικά προϊόντα πρόσβασης πρέπει να περιλαμβάνεται στο μέτρο που θα θεσπιστεί.

(58)

Το όφελος μιας ισχυρής δέσμευσης για έγκαιρη εφαρμογή των μέτρων αμεροληψίας αναμένεται να παρέχει επαρκείς διασφαλίσεις για ευελιξία στην τιμολόγηση πριν από την πλήρη εφαρμογή του χάρτη πορείας και μπορεί να έχει άμεσο θετικό αντίκτυπο στις επενδυτικές πρωτοβουλίες. Από την άλλη πλευρά, απαιτείται ένας ορισμένος βαθμός διακριτικότητας από τις ΕΡΑ σχετικά με τον χρόνο εφαρμογής της ευελιξίας στην τιμολόγηση, προκειμένου να προστατευθεί ο ανταγωνισμός και, ειδικότερα, να αποφεύγεται ο κίνδυνος διαταραχής των υφιστάμενων συμφωνιών πρόσβασης.

(59)

Η αποτυχία ενός φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να τηρήσει τις δεσμεύσεις του στον χάρτη πορείας αναμένεται ότι θα οδηγήσει σε συνέπειες με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, η μη συμμόρφωση με έναν ή περισσότερους ενδιάμεσους στόχους του χάρτη πορείας θα οδηγήσει σε άρση της παραδοχής ότι έχει επιβληθεί EoI, όπως εκφράζεται στο σημείο 51 της παρούσας σύστασης. Ως αποτέλεσμα, οι όροι αμεροληψίας για τη μη επιβολή ή τη διατήρηση ρυθμιζόμενων τιμών χονδρικής πρόσβασης στα δίκτυα NGA δεν θα πληρούνται πλέον με αποτέλεσμα να επιβληθούν εκ νέου ρυθμιζόμενες τιμές χονδρικής πρόσβασης ή άσκηση των εξουσιών της ΕΡΑ για να επιβάλλει κυρώσεις σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο.

(60)

Για να επιβληθούν ρυθμιζόμενες τιμές χονδρικής πρόσβασης έπειτα από μη συμμόρφωση με την υποχρέωση αμεροληψίας όπως ορίζεται στο σημείο 54 χωρίς την ανάγκη να διεξαγάγουν οι ΕΡΑ νέα ανάλυση της αγοράς, αυτή η πιθανή συνέπεια πρέπει να περιλαμβάνεται στο αρχικά κοινοποιηθέν μέτρο, ενώ δεν θα πρέπει να έχουν μεταβληθεί σημαντικά τα στοιχεία της αγοράς στα οποία η ΕΡΑ βάσισε την αρχική της ανάλυση της αγοράς. Η μη απαίτηση διεξαγωγής νέας ανάλυσης της αγοράς ισχύει με την επιφύλαξη της ανάγκης να κοινοποιηθούν τυχόν τροποποιήσεις επανορθωτικών μέτρων σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 7.

(61)

Προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον εναλλακτικοί αιτούντες πρόσβαση μπορούν, από οικονομική άποψη, να υποβάλουν ταυτόσημη κατάντη προσφορά του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ με τη ρυθμιζόμενη εισροή χονδρικής, σε περιπτώσεις όπου δεν πρέπει να επιβληθεί ρυθμιζόμενη τιμή χονδρικής, μια ΕΡΑ πρέπει να πραγματοποιεί δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας.

(62)

Δεδομένων των αβεβαιοτήτων που περιβάλλουν την τρέχουσα ζήτηση για υπηρεσίες λιανικής βάσει NGA, οι φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ των οποίων οι εισροές χονδρικής NGA δεν υπόκεινται σε ρυθμιζόμενες τιμές πρόσβασης μπορούν να χρησιμοποιούν στρατηγικές τιμολόγησης διείσδυσης προκειμένου να ενισχύσουν στο επίπεδο της λιανικής τη ζήτηση παρόμοιων υπηρεσιών λιανικής βάσει NGA. Σκοπός της δοκιμής οικονομικής αναπαραγωγιμότητας είναι να διασφαλίζει, σε συνδυασμό με άλλες εισαχθείσες διασφαλίσεις του ανταγωνισμού όπως η EoI, η δοκιμή τεχνικής αναπαραγωγιμότητας, καθώς και αποδεδειγμένος περιορισμός των τιμών λιανικής που προκύπτει από προϊόν αναφοράς στο δίκτυο χαλκού ή εναλλακτικές υποδομές, ότι οι φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ δεν κάνουν κατάχρηση αυτής της ευελιξίας στην τιμολόγηση για να αποκλείουν (δυνητικούς) ανταγωνιστές τους από την αγορά. Η καθοδήγηση που παρέχεται στο παράρτημα II περιορίζεται στην εφαρμογή του σημείου 56.

(63)

Αυτή η δοκιμή πραγματοποιείται με την επιφύλαξη εκ των υστέρων δοκιμών συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους που εφαρμόζονται δυνάμει της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού από την Επιτροπή και/ή από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Επιπλέον, οι ΕΡΑ μπορούν επίσης να πραγματοποιούν εκ των υστέρων δοκιμή συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους σε κοστοστρεφείς ρυθμιζόμενες εισροές χονδρικής προκειμένου να διασφαλίζουν ότι η τιμολόγηση χονδρικής πρόσβασης των προϊόντων πρόσβασης που βασίζονται σε δίκτυο χαλκού δεν παρεμποδίζει τον ανταγωνισμό στο επίπεδο της λιανικής ή να διασφαλίζουν επαρκή οικονομικό χώρο μεταξύ των διαφόρων εισροών πρόσβασης σε δίκτυο χαλκού. Εντούτοις, το ενδεχόμενο εφαρμογής στρατηγικών τιμολόγησης διείσδυσης δεν πρέπει να εξετάζεται για εισροές που βασίζονται σε προϋπάρχον δίκτυο χαλκού δεδομένης της ωριμότητας της αγοράς και της εν γένει εφαρμοζόμενης κοστοστρέφειας σε εισροές χονδρικής που βασίζονται σε δίκτυο χαλκού.

(64)

Οι ΕΡΑ πρέπει να μεριμνούν ώστε το περιθώριο μεταξύ της λιανικής τιμής του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και της τιμής για την εισροή χονδρικής NGA να καλύπτει το οριακό κατάντη κόστος και εύλογο ποσοστό των κοινών δαπανών. Όταν δεν πρέπει να επιβληθεί ρύθμιση τιμών χονδρικής για εισροές χονδρικής NGA στον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ επειδή εφαρμόζονται πρόσθετες διασφαλίσεις σύμφωνα με την παρούσα σύσταση, η απουσία οικονομικής αναπαραγωγιμότητας μπορεί να βεβαιωθεί καταδεικνύοντας ότι το κατάντη σκέλος λιανικής του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ δεν θα μπορούσε να ασκεί επικερδή εμπορική δραστηριότητα βάσει της ανάντη τιμής που χρεώνει στους ανταγωνιστές του το ανάντη σκέλος του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ (δοκιμή «εξίσου αποτελεσματικού φορέα εκμετάλλευσης», equally efficient operator, EEO). Η χρήση του κριτηρίου του EEO επιτρέπει στις ΕΡΑ να υποστηρίζουν τις επενδύσεις φορέων εκμετάλλευσης με ΣΙΑ στα δίκτυα NGA και παρέχει κίνητρα για καινοτομία για την παροχή υπηρεσιών βάσει NGA.

(65)

Σε περίπτωση ειδικών περιστάσεων στην αγορά, όπως εάν υπήρξαν κατά το παρελθόν προβλήματα στην είσοδο στην αγορά ή τη διεύρυνση της αγοράς, μπορούν οι ΕΡΑ να προβαίνουν σε κλιμακωτές προσαρμογές ανάλογα με το κόστος του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η οικονομική αναπαραγωγιμότητα αποτελεί ρεαλιστική προοπτική. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρκετά αποδοτική κλίμακα που προσδιορίζει η ΕΡΑ δεν πρέπει να υπερβαίνει αυτήν μιας δομής αγοράς με επαρκή αριθμό επιλέξιμων φορέων εκμετάλλευσης για τη διασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού.

(66)

Η ΕΡΑ πρέπει να ορίζει και να γνωστοποιεί εκ των προτέρων, στο μέτρο που θα εγκρίνει έπειτα από ανάλυση της αγοράς, τη διαδικασία που θα ακολουθεί και τις παραμέτρους που θα λαμβάνει υπόψη κατά την εκτέλεση της εκ των προτέρων δοκιμής οικονομικής αναπαραγωγιμότητας. Η ΕΡΑ μπορεί να πραγματοποιεί τη δοκιμή πριν από την έναρξη διάθεσης μιας νέας προσφοράς λιανικής από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, π.χ. εάν η ΕΡΑ θεωρεί σκόπιμο να συγχρονίσει τη δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας με τη δοκιμή τεχνικής αναπαραγωγιμότητας εάν πραγματοποιείται επίσης πριν από την έναρξη διάθεσης. Η ΕΡΑ δεν πρέπει να πραγματοποιεί τη δοκιμή για καθεμία νέα προσφορά λιανικής, αλλά μόνο σε σχέση με τα εμβληματικά προϊόντα που πρέπει να προσδιορίζονται από την ΕΡΑ. Μια ΕΡΑ μπορεί να εκτελεί τη δοκιμή ιδία πρωτοβουλία, για παράδειγμα στα αρχικά στάδια της εφαρμογής ενός μέτρου που επιτρέπει ευελιξία στην τιμολόγηση για δίκτυα NGA, ιδίως όπου επιβάλλονταν κατά το παρελθόν ρυθμιζόμενες τιμές πρόσβασης χονδρικής, ή ως αντίδραση στις μεταβολές στη δομή της αγοράς, για παράδειγμα λόγω τεχνολογικών εξελίξεων.

(67)

Η δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας που καθορίζεται από την ΕΡΑ εκ των προτέρων πρέπει να είναι επαρκώς λεπτομερής και πρέπει να περιλαμβάνει μια ελάχιστη δέσμη σχετικών παραμέτρων προκειμένου να διασφαλίζεται προβλεψιμότητα και η απαραίτητη διαφάνεια για τους φορείς εκμετάλλευσης. Οι ΕΡΑ πρέπει να εφαρμόσουν ένα μοντέλο LRIC+ λαμβάνοντας υπόψη το ελεγμένο κατάντη κόστος του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και να αξιολογούν το περιθώριο που επιτεύχθηκε μεταξύ των πλέον συναφών προϊόντων λιανικής, περιλαμβανομένων των ευρυζωνικών υπηρεσιών (εμβληματικά προϊόντα) και των ρυθμιζόμενων εισροών πρόσβασης NGA που χρησιμοποιούνται περισσότερο ή προσδιορίζονται, βάσει μελλοντοστρεφούς προσέγγισης, ως οι πλέον συναφείς για την παροχή αυτών των προϊόντων λιανικής για την εν λόγω περίοδο ανασκόπησης της αγοράς. Ο σχεδιασμός της δοκιμής, ο οποίος λαμβάνει υπόψη το ελεγμένο κατάντη κόστος για τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και μόνο για εμβληματικά προϊόντα, έχει στόχο να διασφαλίσει ότι επενδύσεις NGA και η επίδραση της συνιστώμενης ευελιξίας στην τιμολόγηση δεν παρεμποδίζονται από τη συγκεκριμένη διασφάλιση. Προκειμένου να αποκλείονται διεπιδοτήσεις μεταξύ διαφορετικών προϊόντων σε μια δέσμη ή χαρτοφυλάκιο, οι ΕΡΑ πρέπει να πραγματοποιούν δοκιμή μόνο ενός επιπέδου, δηλαδή μεταξύ των υπηρεσιών λιανικής και της πλέον συναφούς εισροής πρόσβασης NGA για τους αιτούντες πρόσβαση (για παράδειγμα, πρόσβαση σε δίκτυο οπτικής ίνας έως το ερμάριο, εικονική αποδεσμοποίηση). Ωστόσο, μια νέα εισροή πρόσβασης NGA μπορεί με την πάροδο του χρόνου να καταστεί πιο σημαντική (για παράδειγμα, αποδεσμοποίηση οπτικής ίνας στον οπτικό κατανεμητή (Optical Distribution Frame, ODF) και η δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας να πρέπει να εκτελεστεί έχοντας ως σημείο αναφοράς αυτήν τη νέα εισροή και όχι την εισροή που χρησιμοποιούνταν αρχικά περισσότερο. Εάν οι εθνικές συνθήκες όσον αφορά τον ανταγωνισμό καταδεικνύουν διαφορά μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών ως προς την εισροή της πρόσβασης NGA που χρησιμοποιείται (για παράδειγμα, στην ύπαιθρο και στις πυκνοκατοικημένες περιοχές), πρέπει οι ΕΡΑ να διαφοροποιούν τη δοκιμή βάσει των συγκεκριμένων εισροών που προσδιορίζονται ως οι πλέον συναφείς.

(68)

Οι ΕΡΑ ενδέχεται να μην μπορούν να διαπιστώσουν τους προαναφερθέντες περιορισμούς στον ανταγωνισμό σε ολόκληρη την οριζόμενη αγορά. Ακόμη και σε καταστάσεις όπου η ΕΡΑ δεν μπορεί να συμπεράνει ότι οι διάφορες συνθήκες ως προς τον ανταγωνισμό είναι σταθερές σε βάθος χρόνου και είναι τέτοιες που μπορούν να δικαιολογήσουν τον ορισμό εθνικών επιμέρους αγορών, οι ΕΡΑ πρέπει, ωστόσο, να εξετάσουν το ενδεχόμενο να αντιδράσουν στις διαφορετικές συνθήκες ανταγωνισμού εφαρμόζοντας διαφοροποιημένα επανορθωτικά μέτρα, π.χ. αίροντας τη ρύθμιση τιμών χονδρικής μόνο για τις περιοχές όπου μπορούν να εφαρμοστούν οι απαραίτητες διασφαλίσεις του ανταγωνισμού. Όταν η ΕΡΑ θεωρεί ότι οι συνθήκες ανταγωνισμού και κανονιστικού περιβάλλοντος είναι τέτοιες που ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ δεσμεύεται επαρκώς όσον αφορά την τιμολογιακή του πολιτική, η ΕΡΑ μπορεί, σε εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου, να μην επιβάλλει ρύθμιση τιμών. Κατά την εκτίμηση της σκοπιμότητας της μη επιβολής ρύθμισης τιμών σε δίκτυα νέας γενιάς πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η εφαρμογή λειτουργικού ή εθελοντικού διαχωρισμού σύμφωνα με τα άρθρα 13α ή 13β αντιστοίχως της οδηγίας 2002/19/ΕΚ (οδηγία για την πρόσβαση).

(69)

Ο BEREC και η Επιτροπή συμφωνούν ότι θα υπάρξει στενή παρακολούθηση της εφαρμογής της παρούσας σύστασης σε συγκεκριμένο δίκτυο εμπειρογνωμόνων μεταξύ της Επιτροπής και του BEREC, προκειμένου να αξιολογηθεί ο πρακτικός αντίκτυπος της σύστασης, ιδίως ο αντίκτυπος στις επενδύσεις, τον ανταγωνισμό και στις τιμές λιανικής, και να παρασχεθεί, εάν κριθεί απαραίτητο, περαιτέρω καθοδήγηση στις ΕΡΑ. Αυτό θα συμβάλει στην αντιμετώπιση τυχόν ακούσιων συνεπειών έγκαιρα και με πνεύμα συνεργασίας. Το εν λόγω συγκεκριμένο δίκτυο εμπειρογνωμόνων θα επωφεληθεί από στοιχεία που θα διαθέσουν οι ΕΡΑ όσον αφορά επικαιροποιημένες πληροφορίες για τις επενδύσεις και των σχεδίων εγκατάστασης NGA των φορέων εκμετάλλευσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο σημείο 55.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΣΤΑΣΗ:

ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1.

Στόχος της παρούσας σύστασης είναι να βελτιώσει τις κανονιστικές συνθήκες προκειμένου να προαχθεί ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός, να βελτιωθεί η ενιαία αγορά για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να προαχθούν οι επενδύσεις σε δίκτυα επόμενης γενιάς (NGA). Συνεισφέρει, με τεχνολογικά ουδέτερο τρόπο, στον γενικό στόχο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για την προαγωγή της ανάπτυξης και της απασχόλησης, την τόνωση της καινοτομίας και, εντέλει, την παροχή αποτελεσματικότερων ψηφιακών υπηρεσιών για τους τελικούς χρήστες στην Ένωση και την προώθηση της ψηφιακής ολοκλήρωσης. Στοχεύει ακόμη στην αύξηση της ασφάλειας δικαίου και της κανονιστικής προβλεψιμότητας λαμβάνοντας υπόψη τις μακροπρόθεσμες προοπτικές των επενδύσεων σε δίκτυα NGA.

2.

Όπου, στο πλαίσιο των διαδικασιών ανάλυσης της αγοράς που διενεργούνται δυνάμει του άρθρου 15 και του άρθρου 16 παράγραφος 4 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ) διαπιστώνουν ότι μια αγορά που αναφέρεται στο σημείο 5 παρακάτω δεν είναι πραγματικά ανταγωνιστική και εντοπίζουν επιχειρήσεις που μόνες τους ή από κοινού με άλλες κατέχουν σημαντική ισχύ στην αγορά (ΣΙΑ) (φορέας/φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ), επιβάλλουν, όπου απαιτείται, υποχρεώσεις αμεροληψίας όσον αφορά τη διασύνδεση ή/και την πρόσβαση, σύμφωνα με το άρθρο 10 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, καθώς και υποχρεώσεις ελέγχου τιμών και κοστολόγησης, ιδίως με γνώμονα το κόστος, σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ.

3.

Η παρούσα σύσταση αφορά την εφαρμογή των υποχρεώσεων αυτών και ορίζει κοινή προσέγγιση για την προώθηση της συνεκτικής και αποτελεσματικής εφαρμογής τους όσον αφορά τα προϋπάρχοντα δίκτυα και τα δίκτυα NGA στον βαθμό που δίνουν τη δυνατότητα παροχής ευρυζωνικών υπηρεσιών.

4.

Η παρούσα σύσταση παρέχει περαιτέρω καθοδήγηση σχετικά με τις κανονιστικές αρχές που καθιέρωσε η σύσταση 2010/572/ΕΕ και, ειδικότερα, τους όρους υπό τους οποίους πρέπει ή δεν πρέπει να ρυθμίζονται οι τιμές πρόσβασης χονδρικής.

5.

Οι αρχές που ορίζονται στην παρούσα σύσταση εφαρμόζονται στην αγορά χονδρικής πρόσβασης σε υποδομή δικτύου (αγορά 4) και την αγορά ευρυζωνικής πρόσβασης χονδρικής (αγορά 5) που αναφέρονται στη σύσταση 2007/879/ΕΚ ή σε οποιεσδήποτε αγορές επιδέχονται εκ των προτέρων ρύθμιση και που έχουν προσδιοριστεί από τις ΕΡΑ στο πλαίσιο ανάλυσης της αγοράς, οι οποίες αντικαθιστούν τις παραπάνω αγορές και καλύπτουν τα ίδια επίπεδα δικτύου. Αυτό περιλαμβάνει μεταξύ άλλων i) την πρόσβαση σε τεχνικά έργα υποδομής, ii) την αδεσμοποίητη πρόσβαση στους βρόχους χαλκού ή οπτικής ίνας, iii) την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον υποβρόχο χαλκού, iv) την πρόσβαση σε μη υλικά ή εικονικά δίκτυα και v) την ευρυζωνική πρόσβαση χονδρικής (υπηρεσίες δυφιορευματικής πρόσβασης) μέσω δικτύων χαλκού και οπτικής ίνας (περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των ADSL, ADSL2+, VDSL και Ethernet).

ΟΡΙΣΜΟΙ

6.

Για τους σκοπούς της παρούσας σύστασης, ισχύουν οι ορισμοί που παρατίθενται στις οδηγίες 2002/21/ΕΚ και 2002/19/ΕΚ, καθώς και στη σύσταση 2010/572/ΕΕ. Ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)   «μέθοδος κατάρτισης μοντέλου από τα κάτω προς τα επάνω»: μέθοδος που αναπτύσσει ένα μοντέλο κόστους ξεκινώντας από την αναμενόμενη ζήτηση όσον αφορά τον αριθμό των συνδρομητών και την κυκλοφορία. Στη συνέχεια μοντελοποιεί το αποδοτικό δίκτυο που απαιτείται για την κάλυψη της αναμενόμενης ζήτησης, και εκτιμά τις σχετικές δαπάνες βάσει ενός θεωρητικού μοντέλου τεχνολογίας δικτύου, με σκοπό τον υπολογισμό του κόστους βάσει ενός αποδοτικού δικτύου που χρησιμοποιεί την τελευταία τεχνολογία που εφαρμόζεται σε δίκτυα μεγάλης κλίμακας·

β)   «κοινές δαπάνες»: κοινή ανάληψη του κόστους που προκύπτει από προϊόντα ή υπηρεσίες που παράγονται από κοινού και δεν αποδίδονται σε ένα προϊόν ή μία υπηρεσία·

γ)   «μέσο αναφοράς στο δίκτυο χαλκού»: κοστοστρεφές προϊόν χονδρικής πρόσβασης σε δίκτυο χαλκού που περιορίζει τις τιμές NGA με τέτοιον τρόπο ώστε οι υπηρεσίες NGA να τιμολογούνται ανάλογα με την προθυμία των καταναλωτών να πληρώσουν για την πρόσθετη χωρητικότητα και τις λειτουργικές δυνατότητες που μπορεί να παρέχει ένα προϊόν λιανικής βάσει NGA σε σύγκριση με ένα προϊόν λιανικής που βασίζεται σε δίκτυο χαλκού·

δ)   «τρέχον κόστος»: το κόστος που προκύπτει από τον υπολογισμό της αξίας ενός στοιχείου στο κόστος αντικατάστασής του, δηλαδή το κόστος που συνεπάγεται η αντικατάσταση είτε του ίδιου στοιχείου είτε άλλου στοιχείου με παρόμοια χαρακτηριστικά επιδόσεων, περιλαμβανομένης της φυσικής φθοράς και των προσαρμογών για αύξηση της απόδοσης·

ε)   «μέθοδοι απόσβεσης»: οι μέθοδοι με τις οποίες κατανέμεται η αξία ενός στοιχείου ενεργητικού καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του στοιχείου, επηρεάζοντας ως εκ τούτου το προφίλ των αποδεκτών εσόδων για τον κάτοχο του στοιχείου σε μια δεδομένη περίοδο·

στ)   «κατάντη κόστος»: έξοδα από δραστηριότητες λιανικής, συμπεριλαμβανομένων της προώθησης, της απόκτησης πελατών, της τιμολόγησης και άλλων δαπανών δικτύου, που προκύπτουν επιπρόσθετα στις δαπάνες δικτύου που περιλαμβάνονται ήδη στην υπηρεσία χονδρικής πρόσβασης·

ζ)   «ισοδυναμία εισροών» (EoI): παροχή υπηρεσιών και πληροφοριών σε εσωτερικούς και σε τρίτους αιτούντες πρόσβαση με τους ίδιους όρους και συνθήκες, περιλαμβανομένων των τιμών και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, στα ίδια χρονοδιαγράμματα χρησιμοποιώντας τα ίδια συστήματα και διαδικασίες, και με τον ίδιο βαθμό αξιοπιστίας και επιδόσεων. Η EoI, όπως ορίζεται εδώ, δύναται να εφαρμόζεται στα προϊόντα πρόσβασης και τις σχετιζόμενες και βοηθητικές υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για την παροχή των εισροών χονδρικής σε εσωτερικούς και τρίτους αιτούντες πρόσβαση·

η)   «ισοδυναμία εκροών» (EoO): η παροχή εισροών χονδρικής σε αιτούντες πρόσβαση με συγκρίσιμο τρόπο, όσον αφορά τη λειτουργικότητα και την τιμή, με αυτόν που χρησιμοποιεί ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ εσωτερικά στις δικές του κατάντη επιχειρήσεις, αν και μπορεί να χρησιμοποιεί δυνητικά διαφορετικά συστήματα και διαδικασίες·

θ)   «οριακό κόστος»: οι δαπάνες που σχετίζονται άμεσα με την παραγωγή μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας με αύξηση, δηλαδή το πρόσθετο κόστος της παροχής μιας υπηρεσίας σε σχέση με την κατάσταση μη παροχής της, με την παραδοχή ότι όλες οι άλλες δραστηριότητες παραγωγής παραμένουν αμετάβλητες·

ι)   «βασικοί δείκτες επιδόσεων» (ΒΔΕ): δείκτες που μετρούν το επίπεδο των επιδόσεων όσον αφορά την παροχή των σχετικών υπηρεσιών χονδρικής·

ια)   «μακροπρόθεσμο οριακό κόστος» (LRIC): οι οριακές δαπάνες που αντιστοιχούν στον χρονικό ορίζοντα όπου όλοι οι συντελεστές παραγωγής, περιλαμβανομένων των κεφαλαιουχικών αγαθών, μεταβάλλονται ως αποτέλεσμα των αλλαγών όσον αφορά τη ζήτηση λόγω μεταβολών στον όγκο ή τη δομή της παραγωγής. Κατά συνέπεια, όλες οι επενδύσεις θεωρούνται μεταβλητές δαπάνες·

ιβ)   «προσαύξηση»: η προσθήκη που γίνεται στο οριακό κόστος μιας συγκεκριμένης υπηρεσίας προκειμένου να κατανεμηθούν και να ανακτηθούν οι κοινές δαπάνες μέσω κατανομής σε όλες τις υπηρεσίες τις οποίες αφορούν αυτές οι κοινές δαπάνες·

ιγ)   «νέα προσφορά λιανικής»: κάθε νέα προσφορά λιανικής για υπηρεσίες, περιλαμβανομένων δεσμών υπηρεσιών από έναν φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ με βάση ήδη υφιστάμενες ή νέες ρυθμιζόμενες «εισροές χονδρικής»·

ιδ)   «επίπεδο χονδρικής NGA»: επίπεδο δικτύου στο οποίο παρέχεται πρόσβαση στους αιτούντες πρόσβαση σε ένα δίκτυο NGA και όπου μπορούν να παρασχεθούν αρκετές «εισροές χονδρικής». Τα προϊόντα πρόσβασης χονδρικής που παρέχονται στο συγκεκριμένο επίπεδο δικτύου μπορεί να περιλαμβάνουν ενεργές εισροές, για παράδειγμα δυφιορευματική μέσω οπτικής ίνας, ή παθητικές εισροές, για παράδειγμα αποδεσμοποίηση οπτικής ίνας στον οπτικό κατανεμητή, στο ερμάριο ή στο σημείο συγκέντρωσης, ή μη υλικές ή εικονικές εισροές χονδρικής που προσφέρουν ισοδύναμες λειτουργικές δυνατότητες με τις παθητικές εισροές·

ιε)   «μη επαναχρησιμοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής»: προϋπάρχοντα στοιχεία που αφορούν έργα υποδομής τα οποία χρησιμοποιούνται για το δίκτυο χαλκού αλλά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν εκ νέου σε δίκτυο NGA·

ιστ)   «ρυθμιστική λογιστική αξία»: η αξία ενός στοιχείου ενεργητικού όπως καταγράφεται στους ελεγμένους ρυθμιστικούς λογαριασμούς μιας επιχείρησης και εξετάζει την πραγματική χρησιμοποίηση και τη διάρκεια ζωής των στοιχείων ενεργητικού, που κατά κανόνα υπερβαίνει τη διάρκεια που καταγράφεται στους προβλεπόμενους λογαριασμούς και αντιστοιχούν περισσότερο με την τεχνική διάρκεια ζωής·

ιζ)   «βάση στοιχείων ενεργητικού για ρυθμιστικούς σκοπούς» (RAB): συνολική κεφαλαιακή αξία των στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του κόστους των ρυθμιζόμενων υπηρεσιών·

ιη)   «επαναχρησιμοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής»: προϋπάρχοντα στοιχεία που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής τα οποία χρησιμοποιούνται για το δίκτυο χαλκού και μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν σε ένα δίκτυο NGA·

ιθ)   «συμφωνίες σχετικά με το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών» (SLA/ΣΕΥ): εμπορικές συμφωνίες βάσει των οποίων ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ υποχρεούται να παρέχει υπηρεσίες χονδρικής με καθορισμένο επίπεδο ποιότητας.

κ)   «εγγυήσεις σχετικά με το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών» (SLG/ΕΕΥ): εγγυήσεις που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ΣΕΥ και προσδιορίζουν το επίπεδο της αποζημίωσης που πρέπει να καταβάλει ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ εάν οι υπηρεσίες χονδρικής που παρέχει είναι κατώτερης ποιότητας από αυτήν που ορίζεται στη ΣΕΥ·

κα)   «εισροή χονδρικής»: προϊόν πρόσβασης που απαιτείται ώστε οι αιτούντες να παρέχουν πρόσβαση στους τελικούς χρήστες σε μια ευρυζωνική υπηρεσία στην αγορά λιανικής. Πρόκειται για ενεργητικό ή παθητικό προϊόν ή για προϊόν εικονικής πρόσβασης που προσφέρει ισοδύναμες λειτουργικές δυνατότητες με ένα προϊόν παθητικής πρόσβασης. Οι εισροές χονδρικής μπορούν να παρασχεθούν μέσω προϋπαρχουσών υποδομών δικτύου χαλκού ή υποδομών που βασίζονται σε NGA.

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ

Διασφάλιση ισοδυναμίας πρόσβασης

7.

Ο ασφαλέστερος τρόπος επίτευξης αποτελεσματικής αμεροληψίας είναι μέσω εφαρμογής της «ισοδυναμίας εισροών» (EoI), η οποία διασφαλίζει ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των κατάντη επιχειρήσεων του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, για παράδειγμα, του σκέλους λιανικής του, και τρίτων μερών που αιτούνται πρόσβαση, και προάγει τον ανταγωνισμό. Όταν οι ΕΡΑ θεωρούν ότι η επιβολή της υποχρέωσης αμεροληψίας σε φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ είναι ενδεδειγμένη, αναλογική και δικαιολογημένη δυνάμει του άρθρου 16 παράγραφος 4 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ και του άρθρου 8 παράγραφος 4 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, πρέπει να εξετάζουν κατά πόσον θα ήταν αναλογικό να απαιτήσουν από τους φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να παρέχουν σχετικές εισροές χονδρικής επί τη βάσει EoI. Οι ΕΡΑ πρέπει εν προκειμένω να εξετάζουν, μεταξύ άλλων, κατά πόσον το κόστος συμμόρφωσης, για παράδειγμα εξαιτίας του επανασχεδιασμού των υφιστάμενων συστημάτων, αντισταθμίζεται από τα προβλεπόμενα οφέλη όσον αφορά τον ανταγωνισμό. Οι ΕΡΑ πρέπει επίσης να συνεκτιμούν στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αναλογικότητας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: i) το οριακό κόστος της συμμόρφωσης με την EoI είναι πιθανό να είναι χαμηλό όταν σχεδιάζονται νέα συστήματα, ii) την ενδεχομένως συνδεόμενη μη επιβολή ρυθμιζόμενων τιμών χονδρικής πρόσβασης σε δίκτυα NGA όπως συνιστάται στα σημεία 48 και 49, iii) τον δυνητικά θετικό αντίκτυπο της εφαρμογής της EoI στην καινοτομία και τον ανταγωνισμό, iv) τυχόν εθελοντικές δεσμεύσεις του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να παρέχει εισροές χονδρικής στους αιτούντες πρόσβαση επί τη βάσει EoI, εφόσον τέτοιες εθελοντικές προσφορές πληρούν τους όρους της παρούσας σύστασης και v) τον αριθμό και το μέγεθος των φορέων ή του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ.

8.

Όπου κρίνεται αναλογικό, η EoI πρέπει να εφαρμόζεται στο/στα πλέον κατάλληλο/-α επίπεδο/-α στην αλυσίδα αξίας στις εισροές χονδρικής τις οποίες ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ παρέχει στις δικές του κατάντη επιχειρήσεις, για παράδειγμα στο σκέλος λιανικής του, εκτός εάν μπορεί να αποδειχθεί στην ΕΡΑ, αφού ληφθούν οι απόψεις τρίτων μερών που αιτούνται πρόσβαση, ότι δεν υπάρχει σημαντική ζήτηση για την εν λόγω εισροή χονδρικής.

9.

Όπου η EoI δεν είναι αναλογική, οι ΕΡΑ πρέπει να μεριμνούν ώστε ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να παρέχει τις εισροές χονδρικής στους αιτούντες πρόσβαση επί τη βάσει «ισοδυναμίας εκροών» (EoO).

10.

Οι ΕΡΑ πρέπει να μεριμνούν ώστε, όταν επιβάλλεται υποχρέωση αμεροληψίας, οι αιτούντες πρόσβαση να μπορούν να χρησιμοποιούν τα σχετικά συστήματα και διαδικασίες με τον ίδιο βαθμό αξιοπιστίας και τις ίδιες επιδόσεις, όπως το κατάντη σκέλος λιανικής των φορέων εκμετάλλευσης με ΣΙΑ.

Διασφάλιση της τεχνικής δυνατότητας αναπαραγωγής (αναπαραγωγιμότητας) των νέων προσφορών λιανικής του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ

11.

Οι ΕΡΑ πρέπει να απαιτούν οι φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ που υπόκεινται σε υποχρέωση αμεροληψίας να παρέχουν στους αιτούντες πρόσβαση ρυθμιζόμενες εισροές χονδρικής που να επιτρέπουν στους εν λόγω αιτούντες να αναπαράγουν αποτελεσματικά από τεχνικής άποψης τις νέες προσφορές λιανικής του κατάντη σκέλους λιανικής των φορέων εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, ιδίως όταν η EoI δεν εφαρμόζεται ακόμη πλήρως.

12.

Για τον σκοπό αυτόν, και προκειμένου να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ του κατάντη σκέλους λιανικής του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και των τρίτων μερών που αιτούνται πρόσβαση, οι ΕΡΑ πρέπει να μεριμνούν ώστε οι εσωτερικοί και οι τρίτοι αιτούντες πρόσβαση να έχουν πρόσβαση στις ίδιες τεχνικές και εμπορικές πληροφορίες σχετικά με την αντίστοιχη ρυθμιζόμενη εισροή χονδρικής, με την επιφύλαξη των ισχυόντων κανόνων που αφορούν το επαγγελματικό απόρρητο. Οι σχετικές πληροφορίες αφορούν πληροφορίες αναφορικά με νέες ρυθμιζόμενες εισροές χονδρικής ή αλλαγές στις ήδη υφιστάμενες ρυθμιζόμενες εισροές χονδρικής, που πρόκειται να παρασχεθούν σύμφωνα με χρονοδιαγράμματα που καθορίζονται κατά περίπτωση.

13.

Κατά την εκτίμηση της τεχνικής αναπαραγωγιμότητας της νέας προσφοράς λιανικής του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, η ΕΡΑ πρέπει να λαμβάνει υπόψη i) κατά πόσον η/οι αντίστοιχη/-ες εισροή/-ές χονδρικής για παραγγελία, παράδοση και επισκευή που είναι απαραίτητες ώστε ένας αποτελεσματικός φορέας εκμετάλλευσης να αναπτύξει ή να προσαρμόσει τα οικεία συστήματα και διαδικασίες προκειμένου να παρέχει ανταγωνιστικές νέες υπηρεσίες λιανικής καθίστανται διαθέσιμες σε εύλογο διάστημα προτού ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ ή το δικό του κατάντη σκέλος λιανικής αρχίσει τη διάθεση της αντίστοιχης υπηρεσίας λιανικής, συνεκτιμώντας τους παράγοντες που αναφέρονται στο παράρτημα I, και ii) τη διαθεσιμότητα αντίστοιχων ΣΕΥ και ΒΔΕ.

14.

Η απαιτούμενη δοκιμή τεχνικής αναπαραγωγιμότητας μπορεί να διεξαχθεί είτε από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ είτε από την ΕΡΑ.

15.

Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ πραγματοποιήσει ο ίδιος τη δοκιμή τεχνικής αναπαραγωγιμότητας, η ΕΡΑ πρέπει να τον υποχρεώνει να της παράσχει τα αποτελέσματα της δοκιμής, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών που είναι απαραίτητες για να καταδειχθεί ότι η τεχνική αναπαραγωγιμότητα είναι πλήρως διασφαλισμένη, με κοινοποίηση με επαρκή στοιχεία ώστε η ΕΡΑ να επιβεβαιώσει τα αποτελέσματα της δοκιμής και οι αιτούντες πρόσβαση να αναπαράγουν τη σχετική προσφορά λιανικής σύμφωνα με τις παραμέτρους που ορίζονται στο παράρτημα I.

16.

Εναλλακτικά, εάν η δοκιμή τεχνικής αναπαραγωγιμότητας πραγματοποιείται από την ΕΡΑ, η εν λόγω αρχή πρέπει να υποχρεώνει τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να κοινοποιεί στην ΕΡΑ νέες προσφορές λιανικής που καταναλώνουν σχετική ρυθμιζόμενη εισροή χονδρικής μαζί με όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται η ΕΡΑ για να αξιολογήσει την αναπαραγωγιμότητα, με επαρκή προθεσμία πριν από την έναρξη της διάθεσης αυτών των προφορών λιανικής. Η εν λόγω προθεσμία πρέπει να επαρκεί ώστε η ΕΡΑ να διεξαγάγει τη δοκιμή τεχνικής αναπαραγωγιμότητας και ώστε οι αιτούντες πρόσβαση να αναπαράγουν τη σχετική προσφορά λιανικής σύμφωνα με τις παραμέτρους που ορίζονται στο παράρτημα I.

17.

Όταν η ΕΡΑ θεωρεί ότι η τεχνική αναπαραγωγιμότητα μιας νέας προσφοράς λιανικής δεν διασφαλίζεται, πρέπει να ζητεί από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να τροποποιεί τη/τις σχετική/-ές ρυθμιζόμενη/-ες εισροή/-ές χονδρικής κατά τρόπο που εξασφαλίζει την τεχνική αναπαραγωγιμότητα.

18.

Όταν η ΕΡΑ θεωρεί ότι μια προσφορά λιανικής η οποία δεν μπορεί να αναπαραχθεί από τεχνικής πλευράς θα έπληττε σοβαρά στον ανταγωνισμό, πρέπει να ζητεί, δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να διακόψει ή να καθυστερήσει την παροχή της σχετικής προσφοράς λιανικής όσο εκκρεμεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις τεχνικής αναπαραγωγιμότητας.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ

Βασικοί δείκτες επιδόσεων

19.

Κατά την επιβολή υποχρέωσης αμεροληψίας δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, οι ΕΡΑ πρέπει να υποχρεώνουν τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να χρησιμοποιεί ΒΔΕ για την αποτελεσματική παρακολούθηση της συμμόρφωσης ως προς την υποχρέωση αμεροληψίας.

20.

Οι ΒΔΕ πρέπει να μετρούν τις επιδόσεις τουλάχιστον όσον αφορά τις παρακάτω καίριες συνιστώσες της παροχής ρυθμιζόμενων υπηρεσιών χονδρικής:

α)

διαδικασία παραγγελίας·

β)

παροχή υπηρεσίας·

γ)

ποιότητα της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων προβλημάτων·

δ)

χρόνοι αποκατάστασης των προβλημάτων, και

ε)

μετάβαση σε διαφορετικές ρυθμιζόμενες εισροές χονδρικής (εξαιρουμένων των εφάπαξ μαζικών μεταβάσεων).

21.

Οι ΕΡΑ πρέπει να επιβάλλουν ΒΔΕ για καθεμία από τις προαναφερθείσες καίριες συνιστώσες ως προς την παροχή ρυθμιζόμενων υπηρεσιών χονδρικής. Οι ΒΔΕ πρέπει να επιτρέπουν τη σύγκριση μεταξύ των υπηρεσιών που παρέχονται εσωτερικά, στο κατάντη σκέλος λιανικής του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, και των υπηρεσιών που παρέχονται εξωτερικά, σε τρίτα μέρη που αιτούνται πρόσβαση.

22.

Οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες των ΒΔΕ που επιβάλλονται από την ΕΡΑ βάσει του σημείου 21 μπορούν να συμφωνούνται μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και των τρίτων μερών που αιτούνται πρόσβαση και πρέπει να επικαιροποιούνται τακτικά ανάλογα με τις ανάγκες.

23.

Κατά την επιβολή των ΒΔΕ, οι ΕΡΑ πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις υφιστάμενες μετρήσεις επιδόσεων, ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για εσωτερικούς σκοπούς από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ.

24.

Για να διασφαλιστούν ο έγκαιρος εντοπισμός συμπεριφοράς που ενδεχομένως εισάγει διακρίσεις και η διαφάνεια όσον αφορά την παροχή ρυθμιζόμενων υπηρεσιών χονδρικής, η ΕΡΑ πρέπει να μεριμνά ώστε οι ΒΔΕ να δημοσιεύονται, τουλάχιστον ανά τρίμηνο, με την προσήκουσα μορφή είτε στον ιστότοπό της είτε στον ιστότοπο ανεξάρτητου τρίτου μέρους που έχει διοριστεί από την ΕΡΑ.

25.

Οι ΕΡΑ πρέπει να μεριμνούν για τον τακτικό έλεγχο των ΒΔΕ από τις ίδιες ή, εναλλακτικά, από ανεξάρτητο ελεγκτή.

26.

Εφόσον τα αποτελέσματα των ΒΔΕ υποδεικνύουν ότι ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ ενδέχεται να μην συμμορφώνεται με την υποχρέωση αμεροληψίας που υπέχει, πρέπει η ΕΡΑ να επεμβαίνει διερευνώντας λεπτομερέστερα το ζήτημα και επιβάλλοντας, όπου κρίνεται απαραίτητο, τη συμμόρφωση. Οι ΕΡΑ πρέπει να δημοσιοποιούν, για παράδειγμα στον ιστότοπό τους, την απόφασή τους για αποκατάσταση της μη συμμόρφωσης.

Συμφωνίες σχετικά με το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών και εγγυήσεις σχετικά με το επίπεδο των υπηρεσιών

27.

Οι ΕΡΑ πρέπει να απαιτούν από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να εφαρμόζει τις αντίστοιχες ΣΕΥ μαζί με τους ΒΔΕ.

28.

Οι ΕΡΑ πρέπει να απαιτούν από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να παρέχει τις αντίστοιχες ΕΕΥ σε περίπτωση παραβίασης των ΣΕΥ.

29.

Οι ΕΡΑ πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι καταβολές των ΕΕΥ, μεταξύ των φορέων εκμετάλλευσης γίνονται, καταρχήν, χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και με προκαθορισμένη διαδικασία για την καταβολή και τη χρέωση. Το επίπεδο αυτών των κυρώσεων πρέπει να είναι επαρκώς αποτρεπτικό ώστε να διασφαλίζεται ότι ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών.

ΜΕΘΟΔΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ

Η συνιστώμενη μέθοδος υπολογισμού του κόστους

30.

Για τους σκοπούς του καθορισμού των τιμών χονδρικής πρόσβασης για τον χαλκό και την NGA όπου η κοστοστρέφεια επιβάλλεται ως επανορθωτικό μέτρο, σε περιπτώσεις που κρίνεται απαραίτητο, αναλογικό και δικαιολογημένο σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 4 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ και το άρθρο 8 παράγραφος 4 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, οι ΕΡΑ πρέπει να υιοθετούν μέθοδο υπολογισμού του κόστους που βασίζεται στο διευρυμένο μοντέλο μακροπρόθεσμου οριακού κόστους από τα κάτω προς τα επάνω (BU LRIC+), το οποίο περιλαμβάνει την προσέγγιση κατάρτισης μοντέλου από κάτω προς τα επάνω χρησιμοποιώντας το LRIC ως το μοντέλο υπολογισμού του κόστους, με την προσθήκη προσαύξησης για την ανάκτηση των κοινών δαπανών.

31.

Οι ΕΡΑ πρέπει να υιοθετούν μια μέθοδο υπολογισμού του κόστους BU LRIC+ που υπολογίζει το τρέχον κόστος με το οποίο επιβαρύνεται ένας υποθετικά αποτελεσματικός φορέας εκμετάλλευσης για τη δημιουργία ενός σύγχρονου αποδοτικού δικτύου NGA. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη του ζητήματος του κατά πόσον ένα δίκτυο NGA στην αντίστοιχη γεωγραφική αγορά υπόκειται σε υποχρέωση ρυθμιζόμενης τιμολόγησης πρόσβασης χονδρικής, που αναφέρεται στο σημείο 36 της σύστασης 2010/572/ΕΕ και στα σημεία 48 και 49 της παρούσας σύστασης.

32.

Κατά την κατάρτιση μοντέλου για δίκτυο NGA, οι ΕΡΑ πρέπει να ορίζουν ένα υποθετικά αποδοτικό δίκτυο NGA, το οποίο δύναται να επιτύχει τους στόχους του ψηφιακού θεματολογίου για την Ευρώπη όσον αφορά το εύρος ζώνης, την κάλυψη και την αφομοίωση, και αποτελείται εν όλω ή εν μέρει από οπτικά στοιχεία. Κατά την κατάρτιση μοντέλου για ένα δίκτυο NGA, οι ΕΡΑ πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τυχόν υπάρχοντα στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής που μπορούν γενικά να συμπεριλάβουν και ένα δίκτυο NGA, καθώς και στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής που θα απαιτηθεί να κατασκευαστούν εξαρχής για να φιλοξενήσουν ένα δίκτυο NGA. Κατά συνέπεια, κατά την κατάρτιση του μοντέλου BU LRIC+, οι ΕΡΑ δεν πρέπει να θεωρήσουν ότι θα κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου νέο δίκτυο τεχνικών έργων για την εγκατάσταση δικτύου NGA.

33.

Οι ΕΡΑ πρέπει να αποτιμούν την αξία όλων των στοιχείων ενεργητικού που αποτελούν τη RAB του δικτύου για το οποίο καταρτίζεται το μοντέλο, βάσει του κόστους αντικατάστασης, εκτός από τα επαναχρησιμοποιήσιμα προϋπάρχοντα στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής.

34.

Οι ΕΡΑ πρέπει να αποτιμούν την αξία των επαναχρησιμοποιήσιμων προϋπαρχόντων στοιχείων ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής και της αντίστοιχης RAB βάσει της μεθόδου τιμαριθμοποίησης. Ειδικότερα, οι ΕΡΑ πρέπει να ορίζουν τη RAB για τον εν λόγω τύπο στοιχείων ενεργητικού στη ρυθμιστική λογιστική αξία, μετά την αφαίρεση της σωρευμένης απόσβεσης κατά τη στιγμή του υπολογισμού, τιμαριθμοποιημένη με κατάλληλο δείκτη τιμών, όπως ο δείκτης τιμών λιανικής πώλησης. Οι ΕΡΑ πρέπει να εξετάζουν τους λογαριασμούς του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, όπου είναι διαθέσιμοι, προκειμένου να διαπιστώνουν εάν είναι επαρκώς αξιόπιστοι ως βάση ανακατασκευής αυτής της ρυθμιστικής λογιστικής αξίας. Διαφορετικά, πρέπει να προβαίνουν σε αποτίμηση βάσει ενός σημείου αναφοράς που προκύπτει από τις βέλτιστες πρακτικές σε συγκρίσιμα κράτη μέλη. Οι ΕΡΑ δεν πρέπει να περιλαμβάνουν στους υπολογισμούς τους τα επαναχρησιμοποιήσιμα προϋπάρχοντα στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής τα οποία έχουν αποσβεσθεί πλήρως αλλά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται.

35.

Κατά την εφαρμογή της μεθόδου αποτίμησης της αξίας των στοιχείων ενεργητικού που ορίζεται στο σημείο 34, οι ΕΡΑ πρέπει να οριστικοποιούν τη RAB που αντιστοιχεί στα επαναχρησιμοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής και στη συνέχεια να τη μετακυλίουν από τη μία ρυθμιστική περίοδο στην επόμενη.

36.

Οι ΕΡΑ πρέπει να ορίζουν τη διάρκεια ζωής των στοιχείων ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής σε επίπεδο που να ανταποκρίνεται στην αναμενόμενη περίοδο χρόνου κατά την οποία το στοιχείο είναι χρήσιμο και στο αντίστοιχο προφίλ ζήτησης. Κατά κανόνα, πάνω από 40 έτη στην περίπτωση των αγωγών.

37.

Υπό το πρίσμα της αρχής της τεχνολογικής ουδετερότητας, οι ΕΡΑ πρέπει να εξετάζουν διάφορες προσεγγίσεις για την κατάρτιση μοντέλου σχετικά με ένα υποθετικά αποδοτικό δίκτυο NGA ανάλογα με την τεχνολογία πρόσβασης και την τοπολογία του δικτύου που ταιριάζει καλύτερα στις εθνικές συνθήκες. Κατά τον καθορισμό των τιμών πρόσβασης υπηρεσιών που βασίζονται αποκλειστικά στον χαλκό, οι ΕΡΑ πρέπει να προσαρμόζουν το υπολογισθέν κόστος για αυτό το δίκτυο NGA ώστε να αντικατοπτρίζει τα διάφορα χαρακτηριστικά των υπηρεσιών πρόσβασης χονδρικής που βασίζονται αποκλειστικά στον χαλκό. Για τον σκοπό αυτόν, οι ΕΡΑ πρέπει να υπολογίζουν τη διαφορά κόστους μεταξύ ενός προϊόντος πρόσβασης που βασίζεται, για παράδειγμα, σε FttC/FttH και ενός προϊόντος πρόσβασης που βασίζεται αποκλειστικά στον χαλκό αντικαθιστώντας τα οπτικά στοιχεία με ικανοποιητικά τιμολογημένα στοιχεία χαλκού, κατά περίπτωση, στο τεχνολογικό μοντέλο NGA. Διαφορετικά, οι ΕΡΑ θα μπορούσαν να υπολογίσουν το κατά περίπτωση κόστος χαλκού καταρτίζοντας μοντέλο για ένα επικαλυπτικό δίκτυο NGA, όπου δύο παράλληλα δίκτυα (χαλκού και οπτικών ινών, είτε FttH είτε FttC) μοιράζονται σε έναν βαθμό την ίδια τεχνική υποδομή.

Εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού του κόστους

38.

Οι ΕΡΑ πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους την αρχή της κανονιστικής διαφάνειας και προβλεψιμότητας, καθώς και την ανάγκη να διασφαλίζεται η σταθερότητα χωρίς σημαντικές διακυμάνσεις κατά τον καθορισμό κοστοστρεφών τιμών πρόσβασης, τόσο κατά την ανάπτυξη της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού του κόστους που περιγράφεται στα σημεία 30 έως 37 («συνιστώμενη μέθοδος υπολογισμού») όσο και κατά την εφαρμογή της μόλις οριστικοποιηθεί ή όταν χρησιμοποιείται μέθοδος σύμφωνα με το σημείο 40.

39.

Οι ΕΡΑ πρέπει να μεριμνήσουν ώστε η συνιστώμενη μέθοδος υπολογισμού του κόστους να αρχίσει να εφαρμόζεται από τις 31 Δεκεμβρίου 2016 το αργότερο, με εξαίρεση τις ΕΡΑ που πληρούν τους όρους του σημείου 40.

40.

Όταν επιβάλλουν κοστοστρεφείς τιμές πρόσβασης, οι ΕΡΑ μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν και μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2016 τη μέθοδο υπολογισμού του κόστους που χρησιμοποιούν κατά τη στιγμή έναρξης ισχύος της παρούσας σύστασης, εφόσον η εν λόγω μέθοδος επιτυγχάνει τους στόχους της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού του κόστους όπως ορίζονται στις αιτιολογικές σκέψεις 25 έως 28 και ικανοποιεί τα παρακάτω κριτήρια: i) εάν δεν καταρτίζει μοντέλο για δίκτυο NGA, πρέπει να αντικατοπτρίζει σταδιακή μετάβαση από δίκτυο χαλκού σε δίκτυο NGA· ii) πρέπει να εφαρμόζει μια μέθοδο αποτίμησης της αξίας των στοιχείων ενεργητικού που λαμβάνει υπόψη ότι ορισμένα στοιχεία ενεργητικού που αφορούν τεχνικά έργα υποδομής δεν θα αναπαραχθούν στην ανταγωνιστική διαδικασία· iii) πρέπει να συνοδεύεται από τεκμηριωμένες προβλέψεις των τιμών δικτύου χαλκού βάσει των οποίων καταδεικνύεται ότι οι εν λόγω τιμές δεν θα υποστούν μεγάλες διακυμάνσεις και, συνεπώς, θα παραμείνουν σταθερές για μεγάλο χρονικό διάστημα και ότι η εναλλακτική μέθοδος πληροί τον στόχο της κανονιστικής διαφάνειας και προβλεψιμότητας, καθώς και την ανάγκη διασφάλισης της σταθερότητας των τιμών και iv) πρέπει να απαιτεί μόνο ήσσονος σημασίας τροποποιήσεις της μεθόδου υπολογισμού του κόστους που εφαρμόζεται ήδη στο συγκεκριμένο κράτος μέλος για την ικανοποίηση των τριών πρώτων κριτηρίων.

41.

Η Επιτροπή αναμένει ότι, υπό το πρίσμα των τιμών πρόσβασης που παρατηρήθηκαν σε κράτη μέλη και λαμβάνοντας υπόψη ότι το δυναμικό για περιορισμένες διακυμάνσεις στο τοπικό κόστος, η εφαρμογή των βασικών χαρακτηριστικών της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού, δηλαδή βάσει σύγχρονου αποτελεσματικού δικτύου, που ανταποκρίνεται στην ανάγκη για σταθερές και προβλέψιμες με την πάροδο του χρόνου τιμές πρόσβασης χαλκού χονδρικής, και την κατάλληλη και συνεπή αντιμετώπιση των επιπτώσεων του περιοριζόμενου όγκου και των μεθόδων που χρησιμοποιούνται βάσει του σημείου 40, είναι πιθανό να οδηγήσουν σε σταθερές τιμές πρόσβασης χαλκού και σε μέση τιμή μηνιαίας μίσθωσης πρόσβασης στον πλήρως αδεσμοποίητο τοπικό βρόχο χαλκού στην Ένωση σε εύρος τιμών από 8 έως 10 ευρώ (μετά την αφαίρεση όλων των φόρων) εκφραζόμενη σε τιμές 2012 (εύρος τιμών).

42.

Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, στα κράτη μέλη εκείνα στα οποία κατά τον χρόνο της θέσης σε εφαρμογή της παρούσας σύστασης οι τιμές μηνιαίας μίσθωσης πρόσβασης στον πλήρως αδεσμοποίητο τοπικό βρόχο χαλκού εμπίπτουν στο εύρος τιμών, όπως έχει προσαρμοστεί σύμφωνα με τον ενωσιακό μέσο (ετήσιο) δείκτη τιμών λιανικής πώλησης, οι ΕΡΑ μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2016 τη μέθοδο υπολογισμού του κόστους που χρησιμοποιούσαν κατά τη στιγμή που τέθηκε σε ισχύ η παρούσα σύσταση. Αυτό δεν θίγει τη δυνατότητα των ΕΡΑ να πληρούν το σημείο 40 προκειμένου να συνεχίσουν να εφαρμόζουν την εν λόγω μέθοδο και μετά την εν λόγω περίοδο. Οι ΕΡΑ, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους στόχους της κανονιστικής διαφάνειας και της προβλεψιμότητας, καθώς και την ανάγκη διασφάλισης της σταθερότητας των τιμών χωρίς σημαντικές διακυμάνσεις.

43.

Πλην των περιπτώσεων που καλύπτονται από το σημείο 40, στα κράτη μέλη εκείνα στα οποία, κατά τον χρόνο της θέσης σε εφαρμογή της παρούσας σύστασης, οι τιμές μηνιαίας μίσθωσης για τον πλήρως αδεσμοποίητο τοπικό βρόχο χαλκού δεν εμπίπτουν στο εύρος τιμών, οι ΕΡΑ πρέπει να υπολογίσουν το συντομότερο δυνατό το κόστος και τις προκύπτουσες τιμές πρόσβασης βάσει της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού του κόστους και να κοινοποιήσουν εγκαίρως το αντίστοιχο σχέδιο μέτρου σύμφωνα με τη διαδικασία διαβούλευσης που προβλέπεται στο άρθρο 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ προκειμένου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 να έχει διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού του κόστους, λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη ανάγκη για σταδιακές προσαρμογές τιμών, ιδίως στα κράτη μέλη όπου οι τιμές πρόσβασης δεν είναι κοστοστρεφείς. Κατά τη χρονική στιγμή της κοινοποίησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι, όπου η διαφορά μεταξύ της ισχύουσας ρυθμιζόμενης τιμής κατά το χρόνο που τίθεται σε ισχύ η παρούσα σύσταση και της τιμής που προκύπτει όταν εφαρμόζει η ΕΡΑ τη συνιστώμενη μέθοδο υπολογισμού του κόστους είναι σημαντική, η ΕΡΑ πρέπει να επιβάλει τιμές πρόσβασης που διασφαλίζουν σταδιακά ότι η τιμή που προκύπτει από την εφαρμογή της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού εκ μέρους της ΕΡΑ θα επιτευχθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 το αργότερο, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις που ενδέχεται έχουν οι αιφνίδιες μεταβολές τιμών στον ανταγωνισμό. Προς αποφυγήν κάθε αμφιβολίας, οι ΕΡΑ δεν είναι υποχρεωμένες να επιβάλλουν τιμές πρόσβασης εντός του εύρους τιμών όταν εφαρμόζουν ορθά τη συνιστώμενη μέθοδο υπολογισμού του κόστους ή μια μέθοδο η οποία πληροί τους στόχους της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού σύμφωνα με το σημείο 40.

44.

Οι ΕΡΑ που προτίθενται να εφαρμόσουν το σημείο 40 πρέπει να κοινοποιήσουν εγκαίρως το αντίστοιχο σχέδιο μέτρου σύμφωνα με τη διαδικασία διαβούλευσης του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ όσο το δυνατόν συντομότερα και έγκαιρα ώστε να επανεξετάσει η Επιτροπή τη συμμόρφωση προς το κανονιστικό πλαίσιο και, συγκεκριμένα, προς την παρούσα σύσταση, και να εξασφαλίσει την έγκαιρη εφαρμογή.

45.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου μια ΕΡΑ δεν είναι σε θέση, ιδίως λόγω περιορισμένων πόρων, να οριστικοποιήσει τη συνιστώμενη μέθοδο υπολογισμού του κόστους έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016, πρέπει να ορίσει προσωρινές τιμές πρόσβασης βάσει ενός σημείου αναφοράς που λαμβάνει υπόψη μόνο έναν μέσο όρο των τιμών πρόσβασης που έχουν ορίσει οι ΕΡΑ σε συγκρίσιμες χώρες (ως προς τις εισροές κόστους) και σε συμμόρφωση προς τους όρους της παρούσας σύστασης. Ο BEREC, συμπεριλαμβανομένων των συναφών ομάδων εργασίας του, σε συνεργασία με την Επιτροπή, πρέπει να βοηθά την παραπάνω ΕΡΑ να εφαρμόσει το συντομότερο δυνατό τη συνιστώμενη μέθοδο υπολογισμού του κόστους για την υπέρβαση αυτού του περιορισμού των πόρων, ιδίως του κόστους υλοποίησης της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού του κόστους.

46.

Μόλις οι ΕΡΑ οριστικοποιήσουν τη συνιστώμενη μέθοδο υπολογισμού του κόστους, πρέπει να εξετάσουν τον τρόπο διατήρησής της, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8 παράγραφος 5 στοιχείο α) της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, προκειμένου να προωθήσουν την κανονιστική προβλεψιμότητα διασφαλίζοντας σταθερές τιμές πρόσβασης για τουλάχιστον δύο περιόδους ανασκόπησης, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούν την υποχρέωσή τους για έλεγχο των τιμών καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής.

47.

Κατά την εφαρμογή της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού του κόστους ή εναλλακτικών μεθόδων αυτού του είδους που συμμορφώνονται με τα σημεία 40 και 44, ενώ η ΕΡΑ διατηρεί τη μέθοδο σύμφωνα με το σημείο 46, οι ΕΡΑ περιορίζονται σε επικαιροποίηση των δεδομένων που περιλαμβάνονται στη μέθοδο υπολογισμού του κόστους όταν διενεργούν νέα ανασκόπηση της αγοράς, καταρχήν έπειτα από τρία έτη. Κατά την επικαιροποίηση του μοντέλου, οι ΕΡΑ πρέπει, καταρχήν και υπό την προϋπόθεση ότι οι συνθήκες της αγοράς παρέμειναν σταθερές, μόνο να προσαρμόζουν τα δεδομένα αυτά σύμφωνα με την πραγματική εξέλιξη των τιμών των μεμονωμένων εισροών και πρέπει σε κάθε περίπτωση να διασφαλίζουν την πλήρη ανάκτηση σε βάθος χρόνου των δαπανών που συνεπάγεται η παροχή των ρυθμιζόμενων υπηρεσιών πρόσβασης χονδρικής. Οι ΕΡΑ πρέπει να δημοσιεύουν τα επικαιροποιημένα αποτελέσματα της μεθόδου υπολογισμού του κόστους και τις προκύπτουσες τιμές πρόσβασης κατά την αντίστοιχη τριετή περίοδο.

ΜΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΩΝ ΤΙΜΩΝ ΧΟΝΔΡΙΚΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΕ ΔΙΚΤΥΑ NGA

48.

Η ΕΡΑ πρέπει να αποφασίζει να μην επιβάλει ή διατηρήσει ρυθμιζόμενες τιμές χονδρικής πρόσβασης σε ενεργές εισροές χονδρικής NGA, εξαιρουμένων των εισροών που παρατίθενται στο σημείο 49 δυνάμει του άρθρου 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, όπου —στο πλαίσιο του ίδιου μέτρου— η ΕΡΑ επιβάλλει στον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ υποχρεώσεις αμεροληψίας σχετικά με παθητικές και ενεργές εισροές χονδρικής NGA δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ που είναι σύμφωνες με:

α)

την EoI, ακολουθώντας τη διαδικασία που περιγράφεται στο σημείο 51·

β)

τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την τεχνική αναπαραγωγιμότητα με βάση τους όρους που προβλέπονται στα σημεία 11 έως 18 όταν η EoI δεν έχει εφαρμοστεί ακόμη πλήρως· και

γ)

τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας, όπως συνιστάται στο σημείο 56·

υπό την προϋπόθεση ότι η ουσιαστική χρήση ανάντη παθητικών εισροών χονδρικής ή μη υλικών ή εικονικών εισροών χονδρικής που προσφέρουν ισοδύναμες λειτουργίες ή η ύπαρξη εναλλακτικών υποδομών συνεπάγεται αποδεδειγμένη πίεση στις τιμές λιανικής.

49.

Η ΕΡΑ πρέπει να αποφασίζει να μην επιβάλει ή διατηρήσει ρυθμιζόμενες τιμές χονδρικής πρόσβασης σε παθητικές εισροές χονδρικής NGA ή μη υλικές ή εικονικές εισροές χονδρικής που προσφέρουν ισοδύναμες λειτουργίες, δυνάμει του άρθρου 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, όπου —στο πλαίσιο του ίδιου μέτρου— η ΕΡΑ επιβάλλει στον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ υποχρεώσεις αμεροληψίας σχετικά με παθητικές εισροές χονδρικής NGA ή μη υλικές ή εικονικές εισροές χονδρικής που προσφέρουν ισοδύναμες λειτουργίες δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, που είναι σύμφωνες με:

α)

την EoI, ακολουθώντας τη διαδικασία που περιγράφεται στο σημείο 51·

β)

τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την τεχνική αναπαραγωγιμότητα υπό τους όρους που καθορίζονται στα σημεία 11 έως 18 όταν η EoI δεν έχει εφαρμοστεί ακόμη πλήρως· και

γ)

τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας, όπως συνιστάται στο σημείο 56·

υπό τον όρο ότι:

δ)

η ΕΡΑ μπορεί να αποδείξει ότι ένα προϋπάρχον προϊόν πρόσβασης σε δίκτυο που προσφέρεται από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και υπόκειται σε υποχρέωση ελέγχου κοστοστρέφειας των τιμών σύμφωνα με τη μέθοδο υπολογισμού του κόστους που αναφέρεται στα σημεία 30 έως 37 ή 40 συνιστά προϊόν αναφοράς στο δίκτυο χαλκού και συνεπώς ασκεί αποδεδειγμένη πίεση στις τιμές λιανικής, ή

ε)

η ΕΡΑ μπορεί να καταδείξει ότι φορείς εκμετάλλευσης που παρέχουν υπηρεσίες λιανικής μέσω μιας ή περισσότερων εναλλακτικών υποδομών που δεν ελέγχονται από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ μπορούν να ασκήσουν αποδεδειγμένη πίεση στις τιμές λιανικής. Για τους σκοπούς της συγκεκριμένης προϋπόθεσης, ο «έλεγχος» πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού.

50.

Σε γεωγραφικές αγορές όπου οι προϋποθέσεις που παρατίθενται στα σημεία 48 και 49 πληρούνται μόνο σε ορισμένες περιοχές σε τέτοιες αγορές, οι ΕΡΑ πρέπει να διαφοροποιούν τα επανορθωτικά μέτρα και να διατηρούν ή να επιβάλλουν υποχρεώσεις ελέγχου των τιμών σύμφωνα με το άρθρο 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ μόνο στις περιοχές όπου οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται. Οι ΕΡΑ πρέπει να εφαρμόζουν τη συνιστώμενη μέθοδο υπολογισμού του κόστους έτσι ώστε το αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται από την επιβολή διαφορετικών επανορθωτικών μέτρων εντός μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής αγοράς.

51.

Μια ΕΡΑ θεωρείται ότι επιβάλλει EoI σύμφωνα με το σημείο 48 στοιχείο α) και το σημείο 49 στοιχείο α) όταν συμπεριλαμβάνει αυτό το επανορθωτικό μέτρο, που έχει αποτελέσει αντικείμενο διαβούλευσης δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, στο ίδιο τελικό μέτρο με το οποίο η ΕΡΑ αποφασίζει να μην επιβάλει ή να διατηρήσει ρυθμιζόμενες τιμές χονδρικής πρόσβασης σε εισροές NGA χονδρικής. Το μέτρο πρέπει να περιλαμβάνει τις λεπτομέρειες και τον χρόνο της εφαρμογής της EoI («χάρτης πορείας»). Ο χάρτης πορείας πρέπει να περιλαμβάνει συγκεκριμένους ενδιάμεσους στόχους, και να συμπεριλαμβάνει χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή καθενός από αυτούς. Οι πρώτοι ενδιάμεσοι στόχοι πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις υποχρεώσεις για διασφάλιση της τεχνικής αναπαραγωγιμότητας και να προβλέπουν την επιβολή των πλέον συναφών ΒΔΕ, ΣΕΥ και ΕΕΥ που είναι απαραίτητοι για την παροχή των βασικών ρυθμιζόμενων υπηρεσιών χονδρικής το συντομότερο δυνατό και το ανώτερο έξι μήνες μετά την επιβολή της υποχρέωσης της EoI.

52.

Οι ΕΡΑ δεν πρέπει να καθορίζουν ρυθμιζόμενες τιμές χονδρικής πρόσβασης σε οποιαδήποτε ρυθμιζόμενη εισροή NGA χονδρικής εντός της ίδιας αγοράς όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στα σημεία 48 και 49, ανεξάρτητα από το εάν επιβάλλεται υποχρέωση EoI σε ολόκληρη την ομάδα εισροών στη συγκεκριμένη αγορά ή εάν εφαρμόζεται μόνο στα επίπεδα της συγκεκριμένης αγοράς όπου η ΕΡΑ τη θεωρεί αναλογική.

53.

Η απόφαση της ΕΡΑ να μην επιβάλει ή να μην διατηρήσει ρυθμιζόμενες τιμές πρόσβασης χονδρικής δεν πρέπει να εφαρμόζεται στην πρόσβαση σε τεχνικά έργα υποδομής, είτε ως τμήμα της αγοράς προϊόντων είτε ως βοηθητικό επανορθωτικό μέτρο.

54.

Όταν μια ΕΡΑ αποφασίσει να άρει τις πρωτύτερα επιβληθείσες ρυθμιζόμενες τιμές πρόσβασης χονδρικής επί τη βάσει συμφωνημένου χάρτη πορείας EoI, και ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ δεν επιτύχει τους συμφωνημένους ενδιάμεσους στόχους, η ΕΡΑ πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να επιβάλλει εκ νέου ρυθμιζόμενες τιμές χονδρικής πρόσβασης ακολουθώντας τη μέθοδο που περιγράφεται στην παρούσα σύσταση και σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στην οδηγία 2002/19/ΕΚ ή να εξετάσει το ενδεχόμενο να κάνει χρήση των εξουσιών της και να επιβάλει κυρώσεις σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο.

55.

Οι ΕΡΑ πρέπει να συνοδεύουν την απόφαση να μην επιβάλλουν ή να διατηρήσουν ρυθμιζόμενες τιμές χονδρικής πρόσβασης με μέτρα, που παρακολουθούν την εξέλιξη του επενδυτικού περιβάλλοντος αναφορικά με τις ευρυζωνικές υπηρεσίες NGA, και τις συνθήκες ανταγωνισμού, ήτοι ζητώντας τακτικά από τους φορείς εκμετάλλευσης με ΣΙΑ επικαιροποιημένες πληροφορίες για επενδυτικά σχέδια και σχέδια εγκατάστασης NGA, τα οποία οι ΕΡΑ, εφόσον αυτό είναι δυνατόν από νομικής άποψης, κοινοποιούν στο συγκεκριμένο δίκτυο εμπειρογνωμόνων μεταξύ της Επιτροπής και του BEREC το οποίο περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 69.

56.

Μια ΕΡΑ θεωρείται ότι επιβάλλει τις υποχρεώσεις οικονομικής αναπαραγωγιμότητας που αναφέρονται στο σημείο 48 στοιχείο γ) και στο σημείο 49 στοιχείο γ) όταν συμπεριλαμβάνει τις παραμέτρους που παρατίθενται στα στοιχεία α), β) και γ), που έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαβούλευσης δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, στο ίδιο τελικό μέτρο με το οποίο η ΕΡΑ αποφασίζει να μην επιβάλει ή διατηρήσει ρυθμιζόμενες τιμές χονδρικής πρόσβασης σε εισροές NGA χονδρικής:

α)

Τις λεπτομέρειες της εκ των προτέρων δοκιμής οικονομικής αναπαραγωγιμότητας που θα εφαρμόσει η ΕΡΑ και που πρέπει να αποσαφηνίζουν, τουλάχιστον, τις παρακάτω παραμέτρους σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που παρέχονται στο παράρτημα II παρακάτω:

i)

το σχετικό κατάντη κόστος που έχει ληφθεί υπόψη·

ii)

το σχετικό πρότυπο κόστους·

iii)

τις σχετικές ρυθμιζόμενες εισροές χονδρικής και τις σχετικές τιμές αναφοράς·

iv)

τα σχετικά προϊόντα λιανικής, και

v)

τη σχετική χρονική περίοδο εκτέλεσης της δοκιμής.

β)

Τη διαδικασία που θα ακολουθήσει για να διεξαγάγει εκ των προτέρων δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας, διευκρινίζοντας ότι η ΕΡΑ μπορεί να ξεκινήσει αυτήν τη διαδικασία ιδία πρωτοβουλία ή κατόπιν αίτησης τρίτων μερών, οποιαδήποτε στιγμή αλλά το αργότερο τρεις μήνες μετά την έναρξη της διάθεσης του σχετικού προϊόντος λιανικής, και πρέπει να την ολοκληρώσει το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της διαδικασίας. Η διαδικασία πρέπει να καθιστά σαφές ότι η εκ των προτέρων δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας που πρόκειται να διενεργήσουν οι ΕΡΑ στο πλαίσιο του σημείου 48 στοιχείο γ) και του σημείου 49 στοιχείο γ) είναι διαφορετική από τις δοκιμές συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους, και με την επιφύλαξη αυτών, που μπορούν να πραγματοποιηθούν εκ των υστέρων σύμφωνα με νομοθεσία περί ανταγωνισμού.

γ)

Το επανορθωτικό μέτρο που θα εγκρίνει σε περίπτωση αποτυχίας της δοκιμής, χρησιμοποιώντας τα μέσα επιβολής που προβλέπει το κανονιστικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένου, όπου κρίνεται απαραίτητο, του αιτήματος ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να αντιμετωπίσει το ζήτημα της οικονομικής αναπαραγωγιμότητας σύμφωνα με την καθοδήγηση της ΕΡΑ και λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της εκ των προτέρων διενεργηθείσας δοκιμής οικονομικής αναπαραγωγιμότητας. Όπου η ΕΡΑ θεωρεί ότι μια προσφορά λιανικής χωρίς οικονομική αναπαραγωγιμότητα θα ζημίωνε σημαντικά τον ανταγωνισμό, πρέπει να κάνει χρήση των εξουσιών της δυνάμει του άρθρου 10 της οδηγίας 2002/20/ΕΚ και να ζητήσει από τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ να διακόψει ή να καθυστερήσει την παροχή της σχετικής προσφοράς λιανικής όσο εκκρεμεί η συμμόρφωση προς την απαίτηση για οικονομική αναπαραγωγιμότητα.

57.

Μόλις εγκριθεί το μέτρο, η ΕΡΑ πρέπει να δημοσιεύσει στον ιστότοπό της τον χάρτη πορείας και τις λεπτομέρειες της εκ των προτέρων δοκιμής οικονομικής αναπαραγωγιμότητας στο πλαίσιο του τελικού μέτρου. Η ΕΡΑ πρέπει να εξετάσει τη χρήση όλων των μέσων επιβολής που προβλέπει το κανονιστικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς όλες τις πτυχές των επιβαλλόμενων μέτρων.

58.

Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα σημεία 48-57 δεν πρέπει να εκληφθούν ως οι μοναδικές περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ΕΡΑ μπορούν να αποφασίσουν να επιβάλουν ρυθμιζόμενες τιμές πρόσβασης για εισροές NGA χονδρικής. Ανάλογα με την απόδειξη περί αποτελεσματικής ισοδυναμίας πρόσβασης και με τις συνθήκες του ανταγωνισμού, ιδιαίτερα τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό βάσει υποδομής ενδέχεται να υπάρξουν και άλλα σενάρια στο πλαίσιο των οποίων η επιβολή ρυθμιζόμενων τιμών χονδρικής πρόσβασης δεν δικαιολογείται βάσει του κανονιστικού πλαισίου.

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

59.

Η παρούσα σύσταση ισχύει με την επιφύλαξη των ορισμών της αγοράς, των αποτελεσμάτων των αναλύσεων της αγοράς και των κανονιστικών υποχρεώσεων που εγκρίνονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 και το άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας σύστασης.

60.

Η παρούσα σύσταση προβλέπει μεταβατική περίοδο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 για την εφαρμογή της συνιστώμενης μεθόδου υπολογισμού του κόστους σύμφωνα με τα σημεία 30-37. Συνεπώς, θεωρείται ότι θα παράγει αποτελέσματα σταδιακά και κατά τη διάρκεια μεγαλύτερης χρονικής περιόδου. Ο αντίκτυπος στις επενδύσεις, τον ανταγωνισμό και τις τιμές λιανικής θα παρακολουθείται στενά από τον BEREC και την Επιτροπή βάσει επίσης και των πληροφοριών που θα παρέχουν οι ΕΡΑ σύμφωνα με το σημείο 55. Η παρούσα σύσταση θα αναθεωρηθεί, μόλις ο εκτιμηθεί πλήρως ο αντίκτυπός της, κάτι το οποίο δεν αναμένεται πριν από την παρέλευση επτά ετών μετά την έναρξη ισχύος της. Με βάση τις εξελίξεις στην αγορά, η Επιτροπή ενδέχεται να αποφασίσει τη διενέργεια ανασκόπησης νωρίτερα.

Η παρούσα σύσταση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 11 Σεπτεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή

Neelie KROES

Αντιπρόεδρος


(1)  ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 33.

(2)  Οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 7).

(3)  Σύσταση 2007/879/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2007, αναφορικά με σχετικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίες επιδέχονται εκ των προτέρων κανονιστική ρύθμιση, σύμφωνα με την οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Σύσταση αναφορικά με σχετικές αγορές) (ΕΕ L 344 της 28.12.2007, σ. 65).

(4)  Σύσταση 2010/572/ΕΕ της Επιτροπής, της 20ής Σεπτεμβρίου 2010, σχετικά με τη ρυθμιζόμενη πρόσβαση σε δίκτυα πρόσβασης νέας γενιάς (NGA) (ΕΕ L 251 της 25.9.2010, σ. 35).

(5)  Οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 21).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Καθορισμός του χρόνου παράδοσης και διατάξεις πληροφόρησης

Κατά την εκτίμηση της εύλογης διάρκειας της απαιτούμενης προκαταρκτικής περιόδου, οι ΕΡΑ πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους παρακάτω παράγοντες:

1.

εάν το προϊόν είναι νέο προϊόν ή επικαιροποίηση υφιστάμενου προϊόντος·

2.

τον χρόνο που απαιτείται για τη διενέργεια των διαβουλεύσεων και την επίτευξη συμφωνίας επί των διαδικασιών χονδρικής για την παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών·

3.

τον απαραίτητο χρόνο για τη δημιουργία προσφοράς αναφοράς και την υπογραφή των συμβάσεων·

4.

τον απαραίτητο χρόνο για την τροποποίηση ή την επικαιροποίηση των σχετικών συστημάτων τεχνολογίας πληροφοριών (ΤΠ)·

5.

τον απαραίτητο χρόνο για τη διάθεση στην αγορά της νέας προσφοράς λιανικής.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Παράμετροι της εκ των προτέρων δοκιμής οικονομικής αναπαραγωγιμότητας

Όταν οι υποχρεώσεις EoI εφαρμόζονται ήδη ή βρίσκονται στο στάδιο εφαρμογής σύμφωνα με το σημείο 51 και όταν η τεχνική αναπαραγωγιμότητα είναι διασφαλισμένη, η εκ των προτέρων δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας που αναφέρεται στο σημείο 56 εκτιμά κατά πόσον το περιθώριο κέρδους μεταξύ της τιμής λιανικής των σχετικών προϊόντων λιανικής και της τιμής των σχετικών ρυθμιζόμενων εισροών χονδρικής πρόσβασης βάσει NGA καλύπτει το οριακό κατάντη κόστος και εύλογο ποσοστό των κοινών δαπανών. Κατά τον καθορισμό των παραμέτρων της εκ των προτέρων δοκιμής οικονομικής αναπαραγωγιμότητας, οι ΕΡΑ πρέπει να εξασφαλίσουν ότι ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ δεν τίθεται σε δυσμενέστερη θέση όσον αφορά τον επιμερισμό του επενδυτικού κινδύνου σε σχέση με τους αιτούντες πρόσβαση.

Οι παράμετροι που αναφέρονται στο σημείο 56 στοιχείο α) είναι οι εξής:

i)

Σχετικό κατάντη κόστος

Το κατάντη κόστος υπολογίζεται βάσει του κόστους των κατάντη επιχειρήσεων του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ (δοκιμή EEO). Οι ΕΡΑ πρέπει να χρησιμοποιούν το ελεγμένο κατάντη κόστος για τον φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, υπό την προϋπόθεση ότι είναι επαρκώς αναλυτικό. Σε περίπτωση που είχαν υπάρξει στο παρελθόν προβλήματα στην είσοδο στην αγορά ή τη διεύρυνση της αγοράς (όπως προκύπτει για παράδειγμα, από προηγούμενες διαπιστώσεις όσον αφορά τη συμπεριφορά) ή όταν οι εξαιρετικά χαμηλοί όγκοι γραμμών και η περιορισμένη γεωγραφική τους επέκταση σε σύγκριση με το δίκτυο NGA του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ αποδεικνύουν ότι οι αντικειμενικές οικονομικές συνθήκες δεν ευνοούν την απόκτηση κλίμακας από τους εναλλακτικούς φορείς εκμετάλλευσης, οι ΕΡΑ μπορούν να προβαίνουν σε κλιμακωτές προσαρμογές του κατάντη κόστους του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η οικονομική αναπαραγωγιμότητα αποτελεί ρεαλιστική προοπτική. Στις περιπτώσεις αυτές, η επαρκώς αποδοτική κλίμακα που προσδιορίζει η ΕΡΑ δεν πρέπει να υπερβαίνει αυτήν μιας δομής αγοράς με επαρκή αριθμό επιλέξιμων φορέων εκμετάλλευσης για τη διασφάλιση αποτελεσματικού ανταγωνισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ανταγωνισμού από άλλες πλατφόρμες.

ii)

Σχετικό πρότυπο κόστους

Το οριακό κόστος της παροχής της σχετικής κατάντη υπηρεσίας αποτελεί το κατάλληλο πρότυπο. Πρέπει να χρησιμοποιείται ένα μοντέλο LRIC+ για τον υπολογισμό αυτού του οριακού κόστους (περιλαμβανομένων των μη ανακτήσιμων δαπανών) και την προσθήκη προσαύξησης για τις κοινές δαπάνες που σχετίζονται με τις κατάντη δραστηριότητες.

iii)

Σχετικές ρυθμιζόμενες εισροές χονδρικής και οι σχετικές τιμές αναφοράς

Οι ΕΡΑ πρέπει να προσδιορίζουν τις πλέον συναφείς ρυθμιζόμενες εισροές που χρησιμοποιούνται ή αναμένεται να χρησιμοποιηθούν από τους αιτούντες πρόσβαση στο επίπεδο χονδρικής βάσει NGA, που είναι πιθανό να επικρατεί κατά το χρονικό πλαίσιο της τρέχουσας περιόδου ανασκόπησης της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τα σχέδια εγκατάστασης του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, τις επιλεγμένες τοπολογίες δικτύου και την αφομοίωση των προσφορών χονδρικής.

Μια τέτοια εισροή μπορεί να είναι ενεργή, παθητική ή μη υλική ή εικονική εισροή που προσφέρει ισοδύναμες λειτουργίες με μια παθητική εισροή.

Οι ΕΡΑ πρέπει να πραγματοποιούν εκ των προτέρων δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας προκειμένου να εκτιμούν το περιθώριο που επιτεύχθηκε μεταξύ του/των προϊόντος/-ων λιανικής που αναφέρονται στο σημείο iv) παρακάτω και της πλέον συναφούς ρυθμιζόμενης εισροής που εντοπίστηκε στο επιλεγμένο επίπεδο χονδρικής βάσει NGA.

Επιπλέον, στην περίπτωση που κάτι τέτοιο δικαιολογείται, ιδίως όταν ένα προϊόν λιανικής που αναφέρεται στο σημείο iv) αρχίζει να διατίθεται έχοντας ως βάση διαφορετική εισροή από αυτήν που προσδιορίστηκε προηγουμένως, ή όταν υπάρχει σημαντική ζήτηση για πρόσβαση σε ένα νέο επίπεδο χονδρικής βάσει NGA, οι ΕΡΑ πρέπει επίσης να εκτιμούν το περιθώριο που επιτεύχθηκε μεταξύ του προϊόντος λιανικής και της νέας ρυθμιζόμενης εισροής χονδρικής βάσει NGA.

Εάν τα χαρακτηριστικά του δικτύου του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και η ζήτηση για προσφορές χονδρικής ποικίλλουν σημαντικά στην επικράτεια ενός κράτους μέλους, η ΕΡΑ πρέπει να εκτιμήσει τη δυνατότητα διαφοροποίησης του πλέον συναφούς ρυθμιζόμενου επιπέδου χονδρικής βάσει NGA ανά γεωγραφική περιοχή και να προσαρμόσει ανάλογα τη δοκιμή.

Κατά τον προσδιορισμό της σχετικής τιμής αναφοράς χονδρικής, οι ΕΡΑ πρέπει να εξετάζουν την τιμή πρόσβασης που ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ χρεώνει ουσιαστικά τα τρίτα μέρη που αιτούνται πρόσβαση για τη σχετική ρυθμιζόμενη εισροή χονδρικής. Αυτές οι τιμές χονδρικής πρόσβασης πρέπει να είναι ίσες με τις τιμές που ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ χρεώνει στο δικό του σκέλος λιανικής. Ειδικότερα, προκειμένου να εξασφαλιστεί σωστή ισορροπία στις εθνικές συνθήκες μεταξύ της παροχής κινήτρων για στρατηγικές αποδοτικής και ευέλικτης τιμολόγησης στο επίπεδο της χονδρικής, και διασφαλίζοντας ταυτόχρονα επαρκές περιθώριο κέρδους για τους αιτούντες πρόσβαση προκειμένου να διατηρηθεί βιώσιμος ο ανταγωνισμός, οι ΕΡΑ πρέπει να δίνουν τη δέουσα βαρύτητα στην παρουσία εκπτώσεων λόγω όγκου κίνησης ή/και συμφωνιών τιμολόγησης μακροπρόθεσμης πρόσβασης μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ και των αιτούντων πρόσβαση.

iv)

Σχετικά προϊόντα λιανικής

Οι ΕΡΑ πρέπει να αξιολογούν τα πλέον συναφή προϊόντα λιανικής, περιλαμβανομένων των ευρυζωνικών υπηρεσιών («εμβληματικά προϊόντα») που προσφέρει ο φορέας εκμετάλλευσης με ΣΙΑ βάσει του προσδιορισμένου επιπέδου χονδρικής πρόσβασης βάσει NGA. Οι ΕΡΑ πρέπει να προσδιορίζουν τα εμβληματικά προϊόντα βάσει των παρατηρήσεών τους για την αγορά επί του παρόντος και στο μέλλον, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη σχέση τους με τον υφιστάμενο και τον μελλοντικό ανταγωνισμό. Σε αυτά πρέπει να περιλαμβάνεται αξιολόγηση των μεριδίων αγοράς λιανικής όσον αφορά τον όγκο και την αξία των προϊόντων βάσει ρυθμιζόμενων εισροών χονδρικής NGA και, όπου διατίθενται, των διαφημιστικών δαπανών. Τα εμβληματικά προϊόντα είναι πιθανό να προσφέρονται ως δέσμη. Οι ΕΡΑ πρέπει να αξιολογούν καινοτόμες διαφοροποιήσεις αυτών των δεσμών, εάν είναι πιθανό να αντικαταστήσουν το εμβληματικό προϊόν. Επιπλέον, οι ΕΡΑ πρέπει να εξετάζουν κατά πόσον ένα συγκεκριμένο προϊόν λιανικής, το οποίο μπορεί να μην συγκαταλέγεται στα πλέον συναφή προϊόντα λιανικής του φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, είναι ιδιαίτερα ελκυστικό στους εναλλακτικούς φορείς εκμετάλλευσης που μπορεί να επικεντρώνονται σε έναν συγκεκριμένο τομέα ή σε κατώτερης ποιότητας προϊόντα λιανικής. Οι ΕΡΑ μπορεί να αποφασίσουν να συμπεριλάβουν ένα τέτοιο προϊόν στα εμβληματικά προϊόντα.

v)

Σχετική χρονική περίοδος

Για τα προαναφερθέντα εμβληματικά προϊόντα, οι ΕΡΑ πρέπει να προσδιορίζουν επαρκή χρονική περίοδο αναφοράς ώστε να διασφαλίζεται θετικό περιθώριο κέρδους. Οι ΕΡΑ πρέπει να προσδιορίζουν επαρκή χρονική περίοδο αναφοράς κατά την οποία θα εκτιμήσουν εάν το περιθώριο μεταξύ λιανικής τιμής του εμβληματικού προϊόντος και της τιμής της σχετικής εισροής πρόσβασης χονδρικής βάσει NGA επιτρέπει την ανάκτηση του κατάντι κόστους (συμπεριλαμβανομένου εύλογου ποσοστού κοινού κόστους) που υπολογίζεται βάσει των ανωτέρω σημείων i) και ii).

Η σχετική περίοδος για αυτήν την εκ των προτέρων δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας πρέπει να οριστεί με βάση την εκτιμώμενη μέση διάρκεια ζωής του καταναλωτή. Η εν λόγω μέση διάρκεια ζωής του καταναλωτή πρέπει να είναι η χρονική περίοδος κατά την οποία ο πελάτης συμβάλλει στην ανάκτηση α) του κατάντη κόστους που επικαιροποιείται σε ετήσια βάση σύμφωνα με μέθοδο απόσβεσης που ανταποκρίνεται για το υπόψη στοιχείο ενεργητικού και την οικονομική ζωή των αντίστοιχων στοιχείων ενεργητικού που απαιτούνται για τις επιχειρήσεις λιανικής (συμπεριλαμβανομένου κόστους δικτύου που δεν περιλαμβάνονται στην υπηρεσία πρόσβασης NGA χονδρικής) και β) άλλων στοιχείων κατάντη κόστους που συνήθως δεν επικαιροποιούνται σε ετήσια βάση (τυπικά το κόστος αγοράς συνδρομητή) και τα οποία ο φορέας εκμετάλλευσης δαπανά για να προσελκύσει πελάτες και πρέπει να επιδιώξει να ανακτήσει κατά τη μέση διάρκεια ζωής τους.

Κατά τον υπολογισμό της μέσης διάρκειας ζωής του καταναλωτή, οι ΕΡΑ πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα διαφορετικά χαρακτηριστικά και τις συνθήκες του ανταγωνισμού όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών μέσω δικτύων NGA, σε σύγκριση με το προϋπάρχον δίκτυο χαλκού, εφόσον αυτά είναι πιθανό να έχουν ως αποτέλεσμα χρήστες δικτύων NGA με διαφορετική διάρκεια ζωής καταναλωτή σε σύγκριση με τους χρήστες του δικτύου χαλκού.

Οι κατευθύνσεις που παρέχονται για την εκ των προτέρων δοκιμή οικονομικής αναπαραγωγιμότητας στο σημείο 56 και στο παρόν παράρτημα περιορίζονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας σύστασης, που σχετίζεται με την εφαρμογή των άρθρων 15 και 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ και των άρθρων 10 και 13 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ και, ως εκ τούτου, ισχύουν σε διαφορετικές συνθήκες από ό,τι οι εκ των προτέρων δοκιμές συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους που εφαρμόζονται σε ρυθμιζόμενες τιμές χονδρικής πρόσβασης και εφαρμόζεται εξ ολοκλήρου με την επιφύλαξη της εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού από την Επιτροπή και/ή τις αρμόδιες εθνικές αρχές ανταγωνισμού, και την ερμηνεία τους από το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κατευθύνσεις αυτές παρέχονται με την επιφύλαξη κάθε ενέργειας στην οποία ενδέχεται να προβεί η Επιτροπή ή οποιωνδήποτε κατευθυντήριων γραμμών που μπορεί να εκδώσει η Επιτροπή στο μέλλον σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού στην Ένωση.


21.9.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 251/s3


ΑΝΑΚΟΊΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 216/2013 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2013, για την ηλεκτρονική δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 216/2013 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2013, για την ηλεκτρονική δημοσίευση της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 69 της 13.3.2013, σ. 1), από την 1η Ιουλίου 2013 μόνο η Επίσημη Εφημερίδα που δημοσιεύεται σε ηλεκτρονική μορφή είναι αυθεντική και παράγει νομικά αποτελέσματα.

Όταν δεν είναι δυνατή η δημοσίευση της ηλεκτρονικής έκδοσης της Επίσημης Εφημερίδας λόγω απρόβλεπτων και έκτακτων περιστάσεων, η έντυπη έκδοση είναι αυθεντική και παράγει νομικά αποτελέσματα σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 216/2013.


21.9.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 251/s3


ΣΗΜΕΊΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΏΣΤΕΣ — ΤΡΌΠΟΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΉΣ ΣΕ ΠΡΆΞΕΙΣ

Από την 1η Ιουλίου 2013, ο τρόπος παραπομπής σε πράξεις τροποποιήθηκε.

Κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, ο νέος τρόπος χρησιμοποιείται παράλληλα με τον παλιό.