ISSN 1977-0669

doi:10.3000/19770669.L_2012.201.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

55ό έτος
27 Ιουλίου 2012


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών ( 1 )

1

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 649/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τις εξαγωγές και εισαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων ( 1 )

60

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων, την αποδοχή και εκτέλεση δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου

107

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 651/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, σχετικά με την έκδοση κερμάτων ευρώ

135

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1235/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2010, για τροποποίηση, όσον αφορά τη φαρμακοεπαγρύπνηση για φάρμακα ανθρώπινης χρήσης, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών χορήγησης άδειας και εποπτείας όσον αφορά τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη και για κτηνιατρική χρήση και για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων, και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1394/2007 για τα φάρμακα προηγμένων θεραπειών (ΕΕ L 348 της 31.12.2010)

138

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

27.7.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 4ης Ιουλίου 2012

για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, μια έκθεση δημοσιεύθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2009 από ομάδα υψηλού επιπέδου υπό την προεδρία του Jacques de Larosière και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, προκειμένου να μειωθούν ο κίνδυνος και η σοβαρότητα μελλοντικών χρηματοπιστωτικών κρίσεων, έπρεπε να ενισχυθεί το εποπτικό πλαίσιο του χρηματοοικονομικού τομέα της Ένωσης και συνιστούσε μεγάλης κλίμακας μεταρρυθμίσεις στη δομή της εποπτείας του τομέα αυτού, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας, το οποίο να περιλαμβάνει τρεις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, μία για τον τραπεζικό τομέα, μία για τον τομέα των ασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων και μία για τον τομέα των κινητών αξιών και αγορών, καθώς και τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου.

(2)

Η Επιτροπή, στην ανακοίνωση της 4ης Μαρτίου 2009, με τίτλο «Η υλοποίηση της ευρωπαϊκής ανάκαμψης», πρότεινε την ενίσχυση του κανονιστικού πλαισίου της Ένωσης όσον αφορά τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Στην ανακοίνωση τής 3ης Ιουλίου 2009, με τίτλο «Διασφάλιση αποδοτικών, ασφαλών και υγιών αγορών παραγώγων προϊόντων», η Επιτροπή αξιολόγησε τον ρόλο των παραγώγων στη χρηματοπιστωτική κρίση, στη δε ανακοίνωση τής 20ής Οκτωβρίου 2009 με τίτλο «Διασφάλιση αποδοτικών, ασφαλών και υγιών αγορών παραγώγων προϊόντων: Μελλοντικές δράσεις πολιτικής», η Επιτροπή περιέγραψε συνοπτικά τις δράσεις τις οποίες προτίθεται να αναλάβει για τη μείωση των κινδύνων που ενέχουν τα παράγωγα.

(3)

Στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, η Επιτροπή ενέκρινε προτάσεις τριών κανονισμών για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας, που περιλαμβάνει τη σύσταση τριών Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών (ΕΕΑ), προκειμένου να συμβάλει στη συνεπή εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας και στην καθιέρωση κοινών ποιοτικών κανονιστικών και εποπτικών προτύπων και πρακτικών. Οι ΕΕΑ περιλαμβάνουν την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (ΕΑΑΕΣ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6). Οι ΕΕΑ διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού τομέα. Είναι συνεπώς απαραίτητο να εξασφαλίζεται διαρκώς ότι η ανάπτυξη του έργου τους συνιστά ζήτημα υψηλής πολιτικής προτεραιότητας και ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους.

(4)

Τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα «over-the-counter (OTC)» (συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων) δεν χαρακτηρίζονται από διαφάνεια, εφόσον είναι συμβάσεις ιδιωτικής διαπραγμάτευσης και οιαδήποτε πληροφορία σχετικά με αυτά συνήθως είναι διαθέσιμη μόνον στα αντισυμβαλλόμενα μέρη. Τα παράγωγα αυτά σχηματίζουν ένα πολύπλοκο δίκτυο αλληλεξάρτησης, πράγμα το οποίο μπορεί να καταστήσει δυσχερή τον εντοπισμό της φύσης και του επιπέδου των συναφών κινδύνων. Η χρηματοπιστωτική κρίση έδειξε ότι τα χαρακτηριστικά αυτά αυξάνουν την αβεβαιότητα σε περιόδους άσκησης πιέσεων στις αγορές και, επομένως, εγκυμονούν κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Στον παρόντα κανονισμό προβλέπονται όροι για τη μείωση αυτών των κινδύνων και για τη βελτίωση της διαφάνειας των συμβάσεων παραγώγων.

(5)

Στη διάσκεψη κορυφής του Πίτσμπουργκ, στις 26ης Σεπτεμβρίου 2009, οι ηγέτες της Ομάδας των 20 (G20) συμφώνησαν ότι όλες οι τυποποιημένες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων θα πρέπει να εκκαθαρίζονται μέσω κεντρικών αντισυμβαλλομένων, έως το τέλος του 2012, και ότι οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων θα πρέπει να αναφέρονται σε αρχεία καταγραφής συναλλαγών. Τον Ιούνιο του 2010, στο Τορόντο, οι ηγέτες της G20 επιβεβαίωσαν και πάλι τη δέσμευσή τους και ανέλαβαν επίσης δέσμευση να επιταχύνουν την εφαρμογή αυστηρών μέτρων, προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια και η ρυθμιστική εποπτεία των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, με διεθνώς συστηματικό τρόπο και χωρίς διακρίσεις.

(6)

Η Επιτροπή θα παρακολουθήσει και θα καταβάλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή οι εν λόγω δεσμεύσεις από τους διεθνείς εταίρους της Ένωσης κατά παρεμφερή τρόπο. Η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργασθεί με τις αρχές τρίτων χωρών ώστε να διερευνηθούν αμοιβαίως ενισχυτικές λύσεις που θα εξασφαλίζουν συνεκτικότητα μεταξύ του παρόντος κανονισμού και των απαιτήσεων που θεσπίζονται από τρίτες χώρες, με στόχο την αποφυγή οποιασδήποτε αλληλεπικάλυψης εν προκειμένω. Με τη βοήθεια της ΕΑΚΑΑ, η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί και να υποβάλλει εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή διεθνώς των αρχών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Προκειμένου να αποφευχθούν οι αλληλεπικαλυπτόμενες ή αλληλοσυγκρουόμενες απαιτήσεις, η Επιτροπή θα μπορούσε να εκδίδει αποφάσεις σχετικά με την ισοδυναμία του νομικού και εποπτικού πλαισίου, καθώς και του πλαισίου επιβολής, τρίτων χωρών αν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Η αξιολόγηση που αποτελεί τη βάση παρόμοιων αποφάσεων δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και αναγνωρισμένος από την ΕΑΚΑΑ να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης σε εκκαθαριστικά μέλη ή τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, διότι η απόφαση περί αναγνώρισης θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την εν λόγω αξιολόγηση. Ομοίως, ούτε η απόφαση περί ισοδυναμίας ούτε η αξιολόγηση θίγουν το δικαίωμα ενός αρχείου καταγραφής συναλλαγών εγκατεστημένου σε τρίτη χώρα και αναγνωρισμένου από την ΕΑΚΑΑ να παρέχει υπηρεσίες σε οντότητες εγκατεστημένες στην Ένωση.

(7)

Σε ό,τι αφορά την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών και σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ένωσης δυνάμει της συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου καθώς και της Γενικής Συμφωνίας για τις Συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών, οι αποφάσεις για την αναγνώριση των νομικών συστημάτων τρίτων χωρών ως ισοδύναμων με το νομικό σύστημα της Ένωσης θα πρέπει να λαμβάνονται μόνον εφόσον το νομικό σύστημα της τρίτης χώρας προβλέπει αποτελεσματικό ισοδύναμο σύστημα για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει αλλοδαπών νομικών συστημάτων, σύμφωνα με τους γενικούς ρυθμιστικούς στόχους και πρότυπα που καθόρισε η G20 τον Σεπτέμβριο του 2009 για τη βελτίωση της διαφάνειας στις αγορές παραγώγων, τον περιορισμό του συστημικού κινδύνου και την προστασία από κατάχρηση αγοράς. Ένα τέτοιο σύστημα θα πρέπει να θεωρείται ισοδύναμο εφόσον εξασφαλίζει ότι το ουσιαστικό αποτέλεσμα του εφαρμοστέου ρυθμιστικού συστήματος είναι παρεμφερές με τις απαιτήσεις της Ένωσης και να θεωρείται αποτελεσματικό εάν οι σχετικοί κανόνες εφαρμόζονται με συνέπεια.

(8)

Ενδείκνυται και είναι, στο πλαίσιο αυτό, αναγκαίο, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών των αγορών παραγώγων και της λειτουργίας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, να επαληθευθεί η ουσιαστική ισοδυναμία αλλοδαπών ρυθμιστικών συστημάτων έναντι των στόχων και προτύπων της G20, με σκοπό τη βελτίωση της διαφάνειας στις αγορές παραγώγων, τον περιορισμό του συστημικού κινδύνου και την προστασία από κατάχρηση αγοράς. Η μεγάλη ιδιομορφία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων επιβάλλει την οργάνωση και λειτουργία των σχετικών με τις τρίτες χώρες διατάξεων με ρυθμίσεις ειδικά προσαρμοσμένες σε αυτές τις οντότητες δομών αγοράς. Ως εκ τούτου, η παρούσα προσέγγιση δεν συνιστά προηγούμενο για άλλη νομοθεσία.

(9)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 2ας Δεκεμβρίου 2009, συμφώνησε ότι χρειαζόταν να βελτιωθεί σημαντικά ο μετριασμός του πιστωτικού κινδύνου των αντισυμβαλλομένων και ότι ήταν σκόπιμο να βελτιωθούν η διαφάνεια, η αποτελεσματικότητα και η ακεραιότητα των συναλλαγών παραγώγων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 15ης Ιουνίου 2010 με τίτλο: «Αγορές παραγώγων: μελλοντικές δράσεις πολιτικής», ζήτησε υποχρεωτικό συμψηφισμό και υποβολή αναφορών για τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων.

(10)

Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να ενεργεί στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, διασφαλίζοντας τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, μεριμνώντας για τη συνεπή εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων από τις εθνικές εποπτικές αρχές και επιλύοντας τις διαφωνίες μεταξύ τους. Έχει επίσης επιφορτισθεί με την κατάρτιση σχεδίου κανονιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, διαδραματίζει δε κεντρικό ρόλο στην χορήγηση άδειας λειτουργίας σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και αρχεία καταγραφής συναλλαγών καθώς και στον έλεγχό τους.

(11)

Ένα από τα βασικά καθήκοντα του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) είναι η προώθηση της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών. Εν προκειμένω, τα μέλη του ΕΣΚΤ ασκούν επίβλεψη εξασφαλίζοντας αποτελεσματικά και υγιή συστήματα εκκαθάρισης και πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Ως εκ τούτου τα μέλη του ΕΣΚΤ συμμετέχουν ενεργά στη χορήγηση άδειας προς τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και στον διαρκή έλεγχό τους, στην αναγνώριση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών και στην έγκριση των ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας. Ακόμη, συμμετέχουν ενεργά στον καθορισμό κανονιστικών τεχνικών προτύπων καθώς και κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις ευθύνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και των εθνικών κεντρικών τραπεζών (ΕθνΚΤ) για την εξασφάλιση αποτελεσματικών και υγιών συστημάτων εκκαθάρισης και πληρωμών εντός της Ένωσης και με άλλες χώρες. Κατά συνέπεια, προκειμένου να αποφευχθεί η ενδεχόμενη δημιουργία παράλληλων συνόλων κανόνων, η ΕΑΚΑΑ και το ΕΣΚΤ θα πρέπει να συνεργάζονται στενά κατά την εκπόνηση των σχετικών σχεδίων τεχνικών προτύπων. Επιπλέον, είναι ζωτικής σημασίας να έχουν η ΕΚΤ και οι ΕθνΚΤ πρόσβαση σε πληροφορίες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων επίβλεψης των συστημάτων εκκαθάρισης και πληρωμών, καθώς και όταν λειτουργούν ως εκδοτική κεντρική τράπεζα.

(12)

Απαιτούνται ενιαίοι κανόνες για τις συμβάσεις παραγώγων που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημεία 4 έως 10 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (7).

(13)

Τα κίνητρα για την προώθηση της προσφυγής σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους δεν έχουν αποδειχθεί επαρκή, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι όντως εκκαθαρίζονται κεντρικά οι τυποποιημένες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων. Επομένως είναι αναγκαίες υποχρεωτικές απαιτήσεις εκκαθάρισης από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για εκείνες τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που μπορούν να εκκαθαρίζονται κεντρικά.

(14)

Είναι πιθανό ότι τα κράτη μέλη θα θεσπίσουν διαφορετικά εθνικά μέτρα, τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εμπόδια στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να είναι εις βάρος των συμμετεχόντων στην αγορά και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η ενιαία εφαρμογή της υποχρέωσης εκκαθάρισης στην Ένωση είναι επίσης απαραίτητη προκειμένου να διασφαλισθεί υψηλό επίπεδο προστασίας των επενδυτών και να δημιουργηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά.

(15)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η υποχρέωση εκκαθάρισης μειώνει τον συστημικό κίνδυνο, απαιτείται διαδικασία επισήμανσης των κατηγοριών παραγώγων, τα οποία θα πρέπει να υπόκεινται στην εν λόγω υποχρέωση. Στη διαδικασία αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι δεν μπορούν να θεωρούνται κατάλληλες για υποχρεωτική εκκαθάριση από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο όλες οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

(16)

Ο παρών κανονισμός ορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων θα προσδιορισθεί κατά πόσον διαφορετικές κατηγορίες συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων θα πρέπει να υπόκεινται ή όχι σε υποχρέωση εκκαθάρισης. Βάσει των σχεδίων τεχνικών προτύπων που έχουν καταρτισθεί από την ΕΑΚΑΑ, η Επιτροπή θα πρέπει να αποφασίζει κατά πόσον μια κατηγορία συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων υπόκειται σε υποχρέωση εκκαθάρισης και από πότε παράγει αποτελέσματα η υποχρέωση εκκαθάρισης, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της σταδιακής εφαρμογής της υποχρέωσης και της ελάχιστης εναπομένουσας διάρκειας των συμβάσεων που έχουν συναφθεί ή ανανεωθεί πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η υποχρέωση εκκαθάρισης παράγει αποτελέσματα, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Η σταδιακή εφαρμογή της υποχρέωσης εκκαθάρισης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ως προς τους τύπους των συμμετεχόντων στην αγορά που πρέπει να συμμορφωθούν με την υποχρέωση εκκαθάρισης. Για να καθορισθεί ποιες κατηγορίες συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων θα υπαχθούν σε υποχρέωση εκκαθάρισης, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να λάβει υπόψη τον συγκεκριμένο χαρακτήρα των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτονται με εκδότες καλυμμένων ομολόγων ή με δέσμες κάλυψης για καλυμμένα ομόλογα.

(17)

Όταν καθορίζει ποιες κατηγορίες συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων θα υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να αποδίδει τη δέουσα προσοχή σε άλλες σχετικές εκτιμήσεις, κυρίως δε στη διασυνδεσιμότητα μεταξύ αντισυμβαλλομένων που χρησιμοποιούν τις σχετικές κατηγορίες συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και στις επιπτώσεις στα επίπεδα πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, καθώς επίσης να προωθεί ισότιμους όρους ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 5 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(18)

Εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένα εξωχρηματιστηριακό παράγωγο προϊόν είναι τυποποιημένο και προσφέρεται για εκκαθάριση αλλά δεν υπάρχει κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πρόθυμος να εκκαθαρίσει το προϊόν, οφείλει να διερευνήσει τους λόγους.

(19)

Για να καθορισθεί ποιες κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων θα υπαχθούν σε υποχρέωση εκκαθάρισης, θα πρέπει να ληφθεί δεόντως υπόψη ο συγκεκριμένος χαρακτήρας των οικείων κατηγοριών συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων. Ο πρωταρχικός κίνδυνος στις συναλλαγές σε ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μπορεί να συνδέεται με τον κίνδυνο διακανονισμού, ο οποίος αντιμετωπίζεται με χωριστές ρυθμίσεις υποδομής, και μπορεί να επιτρέπει να διακρίνονται ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων (όπως επί παραδείγματι παράγωγα επί συναλλάγματος) από άλλες. Η εκκαθάριση από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αντιμετωπίζει ειδικότερα τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και ενδέχεται να μην είναι η βέλτιστη λύση για την αντιμετώπιση του κινδύνου διακανονισμού. Το καθεστώς αυτών των συμβάσεων θα πρέπει να βασίζεται, ιδίως, στην προκαταρκτική διεθνή σύγκλιση και στην αμοιβαία αναγνώριση της σχετικής υποδομής.

(20)

Για την εξασφάλιση ενιαίας και συνεπούς εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και τη δημιουργία ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τους συμμετέχοντες στην αγορά, όταν κατηγορία συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων υπάγεται σε υποχρέωση εκκαθάρισης, η εν λόγω υποχρέωση θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης σε όλες τις συμβάσεις που αφορούν τη συγκεκριμένη κατηγορία συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και έχουν συναφθεί κατά την ημερομηνία κοινοποίησης της αδειοδότησης κεντρικού αντισυμβαλλομένου για τον σκοπό της υποχρέωσης εκκαθάρισης που έλαβε η ΕΑΚΑΑ ή ύστερα από αυτήν αλλά πριν από την ημερομηνία από την οποία η υποχρέωση εκκαθάρισης παράγει αποτελέσματα, υπό τον όρο ότι αυτές οι συμβάσεις έχουν εναπομείνασα διάρκεια πέραν της ελάχιστης εναπομείνασας διάρκειας που ορίζεται από την Επιτροπή.

(21)

Όταν προσδιορίζει κατά πόσον μια κατηγορία συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων θα υπόκειται σε απαιτήσεις εκκαθάρισης, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να επιδιώκει τη μείωση του συστημικού κινδύνου. Τούτο προϋποθέτει επίσης ότι στην αξιολόγηση θα λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως το επίπεδο συμβατικής και επιχειρησιακής τυποποίησης των συμβάσεων, ο όγκος και η ρευστότητα της συγκεκριμένης κατηγορίας συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, καθώς και η διαθεσιμότητα δίκαιων, αξιόπιστων και γενικώς αποδεκτών πληροφοριών για τη διαμόρφωση των τιμών στη συγκεκριμένη κατηγορία συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων.

(22)

Προκειμένου να εκκαθαρίζεται μια σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, πρέπει και τα δύο μέρη της εν λόγω σύμβασης να υπέχουν υποχρέωση εκκαθάρισης και να συγκατατίθενται. Ως εκ τούτου, οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις από την υποχρέωση εκκαθάρισης θα πρέπει να είναι περιορισμένες, διότι θα μπορούσαν να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της υποχρέωσης και τα οφέλη από την εκκαθάριση κεντρικού αντισυμβαλλομένου, να οδηγήσουν δε τις διάφορες ομάδες συμμετεχόντων στην αγορά σε επιλογή ευνοϊκότερου ρυθμιστικού καθεστώτος.

(23)

Προκειμένου να ενισχυθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα εντός της Ένωσης, ίσως χρειαστεί επίσης να υποβληθούν οι συναλλαγές τις οποίες πραγματοποιούν οντότητες εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες στις υποχρεώσεις εκκαθάρισης και τεχνικών μετριασμού του κινδύνου, υπό τον όρο ότι οι συναλλαγές αυτές έχουν άμεσο, ουσιαστικό και προβλέψιμο αντίκτυπο εντός της Ένωσης ή σε περίπτωση που οι υποχρεώσεις αυτές είναι απαραίτητες ή ενδείκνυνται για να αποφευχθεί η προσπάθεια παράκαμψης οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

(24)

Οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν θεωρούνται κατάλληλες για εκκαθάριση από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ενέχουν πιστωτικό και λειτουργικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και, επομένως, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για τη διαχείριση του εν λόγω κινδύνου. Για να περιορισθεί ο πιστωτικός κίνδυνος αντισυμβαλλομένου, οι συμμετέχοντες στην αγορά που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης θα πρέπει να διαθέτουν διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου οι οποίες προβλέπουν την έγκαιρη, επακριβή και κατάλληλα διαχωρισμένη ανταλλαγή ασφαλειών. Κατά την κατάρτιση σχεδίων κανονιστικών τεχνικών προτύπων που θα προσδιορίζουν τι θα πρέπει να περιλαμβάνουν αυτές οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις προτάσεις των διεθνών οργανισμών καθορισμού προτύπων σχετικά με τις απαιτήσεις κατάθεσης περιθωρίου για τα μη κεντρικώς εκκαθαριζόμενα παράγωγα. Κατά την κατάρτιση σχεδίων τεχνικών κανονιστικών προτύπων που θα προσδιορίζουν τις απαιτούμενες ρυθμίσεις για την ακριβή και ενδεδειγμένη ανταλλαγή ασφαλειών με στόχο τη διαχείριση των κινδύνων που συνδέονται με τις μη εκκαθαρισμένες συναλλαγές, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τα εμπόδια που συναντούν οι εκδότες καλυμμένων ομολόγων ή οι δέσμες κάλυψης όσον αφορά την παροχή ασφαλειών σε ορισμένες περιοχές δικαιοδοσίας της Ένωσης. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη ότι η προνομιούχα αξίωση που αποκτούν οι συμβαλλόμενοι των εκδοτών καλυμμένων ομολόγων επί των στοιχείων ενεργητικού του εκδότη καλυμμένων ομολόγων παρέχει ισοδύναμη προστασία από τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου.

(25)

Οι κανόνες για την εκκαθάριση συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, την αναφορά για συναλλαγές παραγώγων και τις τεχνικές μείωσης κινδύνου για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο θα πρέπει να εφαρμόζονται στους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους και συγκεκριμένα στις επιχειρήσεις επενδύσεων που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας δυνάμει της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, στα πιστωτικά ιδρύματα, που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας δυνάμει της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (8), στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας δυνάμει της πρώτης οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (9), στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας δυνάμει της οδηγίας 2002/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφάλιση ζωής (10), στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας δυνάμει της οδηγίας 2005/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2005 σχετικά με τις αντασφαλίσεις (11), στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) και, όπου απαιτείται, τις διαχειριστικές εταιρίες τους που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας δυνάμει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (12), στα ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, όπως ορίζονται στην οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 2003, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (13) και στους οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων που τους διαχειρίζονται διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ), οι οποίοι λαμβάνουν άδεια λειτουργίας ή είναι εγγεγραμμένοι σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (14).

(26)

Οι φορείς που διαχειρίζονται μηχανισμούς συνταξιοδοτικών καθεστώτων, πρωταρχικός στόχος των οποίων είναι η καταβολή παροχών κατά την συνταξιοδότηση, συνήθως υπό μορφή πληρωμών εφ’ όρου ζωής, αλλά και ως προσωρινές ή εφάπαξ πληρωμές, ελαχιστοποιούν κατά κανόνα τις τοποθετήσεις τους σε ρευστό προκειμένου να μεγιστοποιηθούν η αποδοτικότητα και τα οφέλη για τους ασφαλισμένους τους. Συνεπώς, η απαίτηση προς τις οντότητες αυτές για κεντρική εκκαθάριση συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων θα κατέληγε σε αποεπένδυση σημαντικού ποσοστού των περιουσιακών στοιχείων τους έναντι μετρητών, προκειμένου να καλύψουν τις τρέχουσες απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Προς αποφυγή πιθανών αρνητικών επιπτώσεων αυτής της απαίτησης επί του συνταξιοδοτικού εισοδήματος μελλοντικών συνταξιούχων, η υποχρέωση εκκαθάρισης δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στα συνταξιοδοτικά καθεστώτα, έως ότου εκπονηθεί από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους προς αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος κατάλληλη τεχνική λύση για τη μεταβίβαση ασφαλειών που δεν συνίστανται σε μετρητά, ως περιθωρίων διαφορών αποτίμησης. Αυτή η τεχνική λύση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον ιδιαίτερο ρόλο των μηχανισμών συνταξιοδοτικών καθεστώτων και να αποφύγει σημαντικά δυσμενείς επιπτώσεις για τους συνταξιούχους. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, που συνάπτονται με προοπτική τη μείωση των επενδυτικών κινδύνων των άμεσα συνδεδεμένων με την οικονομική φερεγγυότητα των μηχανισμών συνταξιοδοτικών καθεστώτων, θα πρέπει να υπόκεινται όχι μόνο σε υποχρεώσεις αναφοράς αλλά και σε απαιτήσεις διμερούς εξασφάλισης. Απώτερος στόχος είναι, εντούτοις, η κεντρική εκκαθάριση μόλις αυτή καταστεί δυνατή.

(27)

Είναι σημαντικό να εξασφαλισθεί ότι μόνον οι ενδεδειγμένοι φορείς και μηχανισμοί θα γίνονται αποδέκτες ειδικής μεταχείρισης, ότι θα ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία των συνταξιοδοτικών συστημάτων σε ολόκληρη την Ένωση, καθώς επίσης ότι θα προβλεφθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για όλους τους μηχανισμούς συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Επομένως, η προσωρινή παρέκκλιση θα πρέπει να ισχύει για ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, που είναι εγγεγραμμένα σύμφωνα με την οδηγία 2003/41/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιοδοτημένων φορέων που είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση τέτοιων ιδρυμάτων και ενεργούν για λογαριασμό τους, οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της ανωτέρω οδηγίας, καθώς και των νομικών οντοτήτων που έχουν συσταθεί με σκοπό τις επενδύσεις τέτοιων ιδρυμάτων, οι οποίες οντότητες δρουν αποκλειστικά και μόνον προς το συμφέρον αυτών· και για δραστηριότητες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών των ιδρυμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ.

(28)

Η προσωρινή παρέκκλιση θα πρέπει να ισχύει επίσης για δραστηριότητες παροχής επαγγελματικών συντάξεων των επιχειρήσεων ασφαλειών ζωής υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα στοιχεία ενεργητικού και οι υποχρεώσεις έχουν κλειστή διάρθρωση, η δε διαχείριση και η οργάνωσή τους πραγματοποιούνται χωριστά, χωρίς δυνατότητα μεταφοράς. Θα πρέπει επίσης να ισχύει για οποιεσδήποτε άλλες εξουσιοδοτημένες και εποπτευόμενες οντότητες λειτουργούν μόνον σε εθνική βάση ή για μηχανισμούς που παρέχονται κυρίως στο έδαφος ενός κράτους μέλους, μόνο εάν έχουν αναγνωρισθεί και οι δύο από το εθνικό δίκαιο και πρωταρχικός τους στόχος είναι η καταβολή παροχών κατά τη συνταξιοδότηση. Οι οντότητες και οι μηχανισμοί που αναφέρονται στην παρούσα αιτιολογική σκέψη θα πρέπει να υπόκεινται στην απόφαση της οικείας αρμόδιας αρχής και στη γνώμη της ΕΑΚΑΑ κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΑΕΣ, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέπεια, να αίρονται πιθανές ασυμμετρίες και να αποφεύγονται τυχόν καταχρήσεις. Αυτό θα μπορούσε να καλύπτει φορείς και μηχανισμούς που δεν συνδέονται απαραιτήτως με εργοδοτικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, αλλά διατηρούν τον πρωταρχικό στόχο της παροχής εισοδήματος κατά την συνταξιοδότηση, σε υποχρεωτική είτε προαιρετική βάση. Σχετικά παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι οι νομικές οντότητες που διαχειρίζονται συνταξιοδοτικά καθεστώτα βάσει κεφαλαιοποίησης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι επενδύουν κατ’ εφαρμογή των κανόνων του «συνετού επενδυτή» και οι συνταξιοδοτικές διευθετήσεις που αναλαμβάνονται απευθείας από ιδιώτες, οι οποίες μπορούν επίσης να παρέχονται από επιχειρήσεις ασφαλειών ζωής. Η εξαίρεση στην περίπτωση των συνταξιοδοτικών διευθετήσεων που αναλαμβάνονται απευθείας από ιδιώτες δεν θα πρέπει να καλύπτει συναλλαγές επί συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων σχετιζόμενες με άλλα προϊόντα ασφάλειας ζωής που προσφέρει ο ασφαλιστής και τα οποία δεν έχουν ως πρωταρχικό στόχο την παροχή εισοδήματος κατά την συνταξιοδότηση.

Άλλα παραδείγματα μπορεί να είναι οι δραστηριότητες συνταξιοδοτικών παροχών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που καλύπτονται από την οδηγία 2002/83/ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία που αντιστοιχούν στις δραστηριότητες περιλαμβάνονται σε ειδικό μητρώο σύμφωνα με το παράρτημα της οδηγίας 2001/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαρτίου 2001 για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (15), καθώς και οι μηχανισμοί επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων βάσει συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Τα ιδρύματα που έχουν συσταθεί με στόχο την παροχή αποζημιώσεων στα μέλη μηχανισμών συνταξιοδοτικών καθεστώτων σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής πρέπει επίσης να θεωρούνται συνταξιοδοτικά καθεστώτα για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

(29)

Όπου ενδείκνυται, οι κανόνες που εφαρμόζονται στους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται και στους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους. Έχει διαπιστωθεί ότι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι χρησιμοποιούν συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προκειμένου να καλυφθούν έναντι εμπορικών κινδύνων, άμεσα συνδεδεμένων με τις εμπορικές τους δραστηριότητες ή με δραστηριότητες χρηματοδότησης ταμειακών διαθεσίμων. Συνεπώς, για να προσδιοριστεί αν οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός για τον οποίο οι εν λόγω χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι χρησιμοποιούν συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, καθώς και η έκταση της έκθεσής τους σε αυτά τα μέσα. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα μη χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους όσον αφορά τα κατώφλια εκκαθάρισης, η ΕΑΚΑΑ, κατά την εκπόνηση των σχετικών κανονιστικών τεχνικών προτύπων, πρέπει να διεξάγει ανοικτή δημόσια διαβούλευση με τη συμμετοχή μη χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να πραγματοποιήσει δημόσια διαβούλευση με όλες τις σχετικές αρχές, όπως, παραδείγματος χάριν, τον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, προκειμένου να διασφαλίσει ότι λαμβάνονται πλήρως υπόψη οι ιδιαιτερότητες αυτών των τομέων. Επιπλέον, έως τις 17 Αυγούστου 2015, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τη συστημική σημαντικότητα των συναλλαγών των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων σε διάφορους τομείς, συμπεριλαμβανομένου του ενεργειακού τομέα.

(30)

Για να διαπιστωθεί αν μια σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μειώνει τον κίνδυνο που συνδέεται άμεσα με τις εμπορικές δραστηριότητες και με τις δραστηριότητες χρηματοδότησης διαθεσίμων ενός μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου, θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη η συνολική αντισταθμιστική στρατηγική και η στρατηγική μετριασμού κινδύνων αυτού του μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου. Θα πρέπει ιδίως να εξετάζεται κατά πόσον μια σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων είναι οικονομικά κατάλληλη για τη μείωση των κινδύνων στο πλαίσιο της δραστηριότητας και της διαχείρισης ενός μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου, σε περίπτωση που οι κίνδυνοι είναι συνδεδεμένοι με διακυμάνσεις στα ποσοστά επιτοκίων, στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, στα ποσοστά πληθωρισμού ή στις τιμές των βασικών προϊόντων.

(31)

Το κατώφλι εκκαθάρισης είναι πολύ σημαντικό αριθμητικό στοιχείο για όλους τους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους. Όταν καθορίζονται τα κατώφλια εκκαθάρισης, θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η συστημική σημασία του αθροίσματος των καθαρών θέσεων και έκθεσης ανά αντισυμβαλλόμενο και ανά κατηγορία συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να καταβάλλονται κατάλληλες προσπάθειες για την αναγνώριση των μεθόδων μετριασμού του κινδύνου που χρησιμοποιούνται από τους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλόμενους στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής τους δραστηριότητας.

(32)

Τα μέλη του ΕΣΚΤ και οι άλλοι οργανισμοί των κρατών μελών που επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες, οι λοιποί δημόσιοι φορείς της Ένωσης που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος ή παρεμβαίνουν στη διαχείρισή του και η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να αποφευχθεί ο περιορισμός των εξουσιών τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους που αποσκοπούν στο κοινό συμφέρον.

(33)

Εφόσον δεν μπορούν να καταστούν εκκαθαριστικά μέλη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά οι οποίοι υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ως πελάτες ή ως έμμεσοι πελάτες που υπόκεινται σε ορισμένες προϋποθέσεις.

(34)

Η καθιέρωση υποχρέωσης εκκαθάρισης, μαζί με τη διαδικασία καθορισμού των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που μπορούν να χρησιμοποιούνται για τον σκοπό αυτής της υποχρέωσης, μπορεί να οδηγήσει σε αθέλητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην αγορά συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων. Λόγου χάριν, ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα μπορούσε να αρνηθεί να εκκαθαρίσει συναλλαγές που εκτελούνται σε ορισμένους τόπους διαπραγμάτευσης, διότι ο ιδιοκτήτης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου είναι ανταγωνιστικός τόπος διαπραγμάτευσης. Προκειμένου να αποφευχθούν πρακτικές αυτού του είδους που δημιουργούν διακρίσεις, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να δέχονται να εκκαθαρίζουν συναλλαγές που εκτελούνται σε διαφορετικούς τόπους διαπραγμάτευσης, στον βαθμό που οι εν λόγω τόποι διαπραγμάτευσης συμμορφώνονται με τις επιχειρησιακές και τεχνικές απαιτήσεις που έχουν καθοριστεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο χωρίς να γίνεται αναφορά στα συμβατικά έγγραφα με βάση τα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη πραγματοποίησαν τη σχετική συναλλαγή σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, εφόσον τα εν λόγω έγγραφα συμμορφώνονται προς τα πρότυπα της αγοράς. Οι τόποι διαπραγμάτευσης θα πρέπει να παρέχουν στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους πληροφορίες συναλλαγών κατά τρόπο διαφανή και χωρίς διακρίσεις. Το δικαίωμα πρόσβασης κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε τόπο διαπραγμάτευσης θα πρέπει να επιτρέπει διευθετήσεις με τις οποίες πολλοί κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι χρησιμοποιούν πληροφορίες συναλλαγών του ίδιου τόπου διαπραγμάτευσης. Αυτό ωστόσο δεν θα πρέπει να οδηγεί σε διαλειτουργικότητα για την εκκαθάριση παραγώγων ή στον κατακερματισμό της ρευστότητας.

(35)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να παρακωλύει την ισότιμη και ανοικτή πρόσβαση μεταξύ τόπων διαπραγμάτευσης και κεντρικών αντισυμβαλλομένων στην εσωτερική αγορά υπό τις προϋποθέσεις του κανονισμού αυτού και των κανονιστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ και εγκρίνει η Επιτροπή. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξακολουθήσει να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη της αγοράς εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και θα πρέπει, όπου είναι αναγκαίο, να παρεμβαίνει, προκειμένου να αποφεύγεται η εμφάνιση στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, με στόχο την εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

(36)

Σε ορισμένους τομείς στο πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και της διαπραγμάτευσης συμβάσεων παραγώγων, μπορεί επίσης να υπάρχουν εμπορικά δικαιώματα και δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Σε περιπτώσεις στις οποίες τα εν λόγω δικαιώματα αφορούν προϊόντα ή υπηρεσίες που έγιναν βιομηχανικά πρότυπα ή έχουν αντίκτυπο σε αυτά, οι άδειες θα πρέπει να παρέχονται υπό αναλογικούς δίκαιους, εύλογους και αμερόληπτους όρους.

(37)

Για να επισημανθούν οι σχετικές κατηγορίες συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που θα πρέπει να υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης, τα κατώφλια και οι συστημικώς σημαντικοί μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι, χρειάζονται αξιόπιστα δεδομένα. Επομένως, για κανονιστικούς σκοπούς, είναι σημαντικό να καθιερωθεί, σε επίπεδο Ένωσης, ενιαία απαίτηση αναφοράς δεδομένων για τα παράγωγα. Επιπλέον, είναι απαραίτητη η εφαρμογή μιας αναδρομικής υποχρέωσης αναφοράς, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, τόσο για τους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους όσο και για τους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, προκειμένου να παρέχονται συγκριτικά στοιχεία, μεταξύ άλλων στην ΕΑΚΑΑ και στις σχετικές αρμόδιες αρχές.

(38)

Συναλλαγή εντός του ομίλου είναι συναλλαγή ανάμεσα σε δύο επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση σε πλήρη βάση και υπόκεινται σε κατάλληλες κεντρικές διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου κινδύνου. Οι επιχειρήσεις αυτές συμμετέχουν στο ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας, κατά την έννοια του άρθρου 80 παράγραφος 8 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, ή, στην περίπτωση πιστωτικών ιδρυμάτων συνδεδεμένων με τον ίδιο κεντρικό οργανισμό κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 της ανωτέρω οδηγίας, είναι αμφότερες πιστωτικά ιδρύματα ή η μία είναι πιστωτικό ίδρυμα και η άλλη κεντρικός οργανισμός. Οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων είναι δυνατόν να αναγνωρίζονται στο πλαίσιο μη χρηματοπιστωτικών ή χρηματοπιστωτικών ομίλων καθώς και στο πλαίσιο ομίλων αποτελούμενων και από χρηματοπιστωτικές και από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και, εφόσον η σχετική σύμβαση θεωρείται συναλλαγή εντός του ομίλου όσον αφορά τον έναν αντισυμβαλλόμενο, θα πρέπει να θεωρείται συναλλαγή εντός του ομίλου όσον αφορά και τον άλλο αντισυμβαλλόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης. Αναγνωρίζεται ότι οι συναλλαγές εντός του ομίλου είναι πιθανώς απαραίτητες για την ομαδοποίηση των κινδύνων εντός της διάρθρωσης ενός ομίλου και ότι οι εντός του ομίλου κίνδυνοι είναι επομένως ειδικοί. Επειδή η υπαγωγή των συναλλαγών αυτών στην υποχρέωση εκκαθάρισης ενδέχεται να περιορίσει την αποτελεσματικότητα αυτών των εντός του ομίλου διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου, η εξαίρεση των εντός του ομίλου συναλλαγών από την υποχρέωση εκκαθάρισης ενδέχεται να είναι ευεργετική, αρκεί να μην αυξάνει το συστημικό κίνδυνο. Ως εκ τούτου, αντί για την εκκαθάριση των συναλλαγών αυτών μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να προβλεφθεί η επαρκής ανταλλαγή ασφαλειών, όπου αυτό είναι πρόσφορο για τον μετριασμό των κινδύνων αντισυμβαλλομένου εντός του ομίλου.

(39)

Ωστόσο, ορισμένες από τις εντός του ομίλου συναλλαγές θα μπορούσαν να εξαιρούνται σε ορισμένες περιπτώσεις, με απόφαση των αρμοδίων αρχών, από την απαίτηση παροχής ασφαλειών, υπό τον όρο ότι οι διαδικασίες τους για τη διαχείριση κινδύνου είναι επαρκώς υγιείς, εύρωστες και συνεπείς με το επίπεδο πολυπλοκότητας της συναλλαγής και ότι δεν υπάρχουν εμπόδια στην ταχεία μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή στην εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων. Τα κριτήρια αυτά, καθώς και οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν οι αντισυμβαλλόμενοι και οι οικείες αρμόδιες αρχές κατά την εφαρμογή εξαιρέσεων, θα πρέπει να καθορισθούν με κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που θα εγκριθούν σύμφωνα με τους αντίστοιχους κανονισμούς για τη σύσταση των ΕΕΑ. Πριν από την ανάπτυξη των εν λόγω σχεδίων κανονιστικών τεχνικών προτύπων οι ΕΕΑ θα πρέπει να εκπονούν εκτίμηση των ενδεχόμενων επιπτώσεών τους στην εσωτερική αγορά καθώς και στους συμμετέχοντες στη χρηματοπιστωτική αγορά και ιδίως στις εργασίες και τη διάρθρωση των σχετικών ομίλων. Όλα τα τεχνικά πρότυπα τα οποία εφαρμόζονται στις ασφάλειες που ανταλλάσσονται σε εντός του ομίλου συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων για την εξαίρεση, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις κύριες ιδιομορφίες αυτών των συναλλαγών και τις υφιστάμενες διαφορές μεταξύ μη χρηματοοικονομικών και χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων, καθώς και το σκοπό και τις μεθόδους τους χρήσης παραγώγων.

(40)

Οι αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση τουλάχιστον εφόσον περιλαμβάνονται σε μία ενοποίηση σύμφωνα με την οδηγία 83/349/ΕΟΚ (16) του Συμβουλίου ή με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (ΔΠΧΠ) που εγκρίθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17), ή συνδέονται με όμιλο η μητρική επιχείρηση του οποίου έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα, σύμφωνα με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές τρίτης χώρας που έχουν ορισθεί ως ισότιμες με τα ΔΠΧΠ, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1569/2007 της Επιτροπής (18) [ή τα λογιστικά πρότυπα τρίτης χώρας η χρήση των οποίων επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1569/2007], ή εφόσον υπάγονται στην ίδια ενοποιημένη εποπτεία βάσει της οδηγίας 2006/48/ΕΚ ή της οδηγίας 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19), ή συνδέονται με όμιλο η μητρική επιχείρηση του οποίου έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα και υπάγονται στην ίδια ενοποιημένη εποπτεία της αρμόδιας αρχής τρίτης χώρας που έχει διαπιστωθεί ότι είναι ισότιμη προς αυτήν και διέπεται από τις αρχές που θεσπίζονται στο άρθρο 143 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ ή στο άρθρο 2 της οδηγίας 2006/49/EK.

(41)

Είναι σημαντικό όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά να αναφέρουν σε αρχεία καταγραφής συναλλαγών κάθε λεπτομέρεια για τις συμβάσεις παραγώγων τις οποίες έχουν συνάψει. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες σχετικά με τους εγγενείς κινδύνους της αγοράς παραγώγων θα αποθηκεύονται κεντρικά και θα είναι εύκολα προσβάσιμες, μεταξύ άλλων, από την ΕΑΚΑΑ, τις σχετικές αρμόδιες αρχές, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) και τις κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ.

(42)

Η παροχή υπηρεσιών αρχείου καταγραφής συναλλαγών χαρακτηρίζεται από οικονομίες κλίμακας, οι οποίες ενδέχεται να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό στον συγκεκριμένο τομέα. Ταυτοχρόνως η επιβολή γενικής υποχρέωσης υποβολής εκθέσεων στους συμμετέχοντες στην αγορά ενδέχεται να αυξήσει την αξία των πληροφοριών των αρχείων καταγραφής συναλλαγών και για τους τρίτους που παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες, όπως επιβεβαίωση συναλλαγών, αντιστοίχηση συναλλαγών, εξυπηρέτηση πιστωτικών γεγονότων, υπηρεσίες ελέγχου της συμφωνίας ή συμπίεσης χαρτοφυλακίου. Είναι σκόπιμο να εξασφαλισθεί γενικότερα ότι δεν θα θιγούν οι ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στη μετασυναλλακτική αγορά από ενδεχόμενο φυσικό μονοπώλιο στην παροχή υπηρεσιών αρχείου καταγραφής συναλλαγών. Κατά συνέπεια, τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών θα πρέπει να παρέχουν πρόσβαση στις πληροφορίες τους υπό ισότιμους, εύλογους και αμερόληπτους όρους, με την επιφύλαξη των αναγκαίων προφυλάξεων στο πλαίσιο της προστασίας των δεδομένων.

(43)

Προκειμένου να υπάρχει συνολική εικόνα της αγοράς και για να αξιολογείται ο συστημικός κίνδυνος, θα πρέπει να κοινοποιούνται στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών οι συμβάσεις παραγώγων που υπόκεινται σε εκκαθάριση είτε μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου είτε χωρίς κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

(44)

Παρέχονται επαρκείς πόροι στις ΕΕΑ, προκειμένου να εκτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντα τα οποία τους ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό.

(45)

Οι αντισυμβαλλόμενοι και οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που συνάπτουν, τροποποιούν ή καταγγέλλουν σύμβαση παραγώγων θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι λεπτομέρειες της εν λόγω σύμβασης κοινοποιούνται σε αρχείο καταγραφής συναλλαγών. Θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να αναθέτουν την κοινοποίηση της σύμβασης σε άλλη οντότητα. Η οντότητα, περιλαμβανομένων των υπαλλήλων της, η οποία κοινοποιεί τις λεπτομερείς πληροφορίες μιας σύμβασης παραγώγων σε αρχείο καταγραφής συναλλαγών για λογαριασμό αντισυμβαλλομένου, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, δεν θα πρέπει να παραβαίνει τυχόν περιορισμούς δημοσιοποίησης πληροφοριών. Κατά την εκπόνηση του σχεδίου κανονιστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά την κοινοποίηση, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την επιτευχθείσα πρόοδο όσον αφορά τη δημιουργία ενός μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού σύμβασης και τον κατάλογο των στοιχείων προς αναφορά που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι πίνακας 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006 της Επιτροπής (20) για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ και να προβαίνει σε διαβούλευση με άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές, όπως π.χ. τον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας.

(46)

Λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που παρατίθενται στην ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την ενίσχυση των συστημάτων κυρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και τις νομοθετικές πράξεις της Ένωσης που εγκρίθηκαν ως συνέχεια της ανακοίνωσης αυτής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται για παραβιάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιβάλλουν αυτές τις κυρώσεις κατά τρόπο ώστε να μην μειώνεται η αποτελεσματικότητα των κανόνων αυτών. Οι εν λόγω κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Θα πρέπει να βασίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές που εγκρίνει η ΕΑΚΑΑ για να προωθήσει τη σύγκλιση και τη διατομεακή συνέπεια των καθεστώτων κυρώσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν για τη δημοσιοποίηση των επιβαλλόμενων κυρώσεων, όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο, και για τη δημοσίευση εκθέσεων αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των ισχυόντων κανόνων σε τακτά χρονικά διαστήματα.

(47)

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να είναι εγκατεστημένος, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, σε οποιοδήποτε κράτος μέλος. Κανένα κράτος μέλος ή ομάδα κρατών μελών δεν θα πρέπει να υφίσταται δυσμενείς διακρίσεις, άμεσα ή έμμεσα, ως τόπος παροχής υπηρεσιών εκκαθάρισης. Καμία διάταξη του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να περιορίζει ή να εμποδίζει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εντός μιας επικράτειας να εκκαθαρίζει ένα προϊόν εκπεφρασμένο στο νόμισμα άλλου κράτους μέλους ή στο νόμισμα τρίτης χώρας.

(48)

Προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο θα πρέπει να είναι ένα ελάχιστο ποσό αρχικού κεφαλαίου. Το κεφάλαιο, περιλαμβανομένων των αδιανέμητων κερδών και των αποθεματικών, του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή ανάλογο του κινδύνου που απορρέει από τις δραστηριότητες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ώστε να διασφαλίζεται επαρκής κεφαλαιοποίησή του έναντι πιστωτικών κινδύνων, κινδύνων αντισυμβαλλομένου, κινδύνων αγοράς, λειτουργικών, νομικών και επιχειρηματικών κινδύνων που δεν καλύπτονται ήδη από συγκεκριμένους χρηματοοικονομικούς πόρους, και να είναι σε θέση, εν ανάγκη, να προβεί σε εύτακτη εκκαθάριση ή αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων του.

(49)

Εφόσον ο παρών κανονισμός θεσπίζει νομική υποχρέωση εκκαθάρισης μέσω συγκεκριμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων, για κανονιστικούς σκοπούς, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι είναι ασφαλείς και υγιείς και συμμορφώνονται, ανά πάσα στιγμή, με τις αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά την οργάνωση, την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας και την προληπτική εποπτεία, οι οποίες καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Για την εξασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να εφαρμόζονται στην εκκαθάριση όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων με τα οποία ασχολούνται οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι.

(50)

Είναι, άρα, αναγκαίο, για σκοπούς κανονιστικής ρύθμισης και εναρμόνισης, να διασφαλισθεί ότι οι αντισυμβαλλόμενοι απευθύνονται μόνον σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους οι οποίοι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Οι απαιτήσεις αυτές δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ή να συνεχίσουν να εφαρμόζουν πρόσθετες απαιτήσεις όσον αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους, περιλαμβανομένων ορισμένων απαιτήσεων αδειοδότησης σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ. Ωστόσο, η επιβολή αυτών των πρόσθετων απαιτήσεων δεν θα πρέπει να επηρεάζει το δικαίωμα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλα κράτη μέλη ή έχουν αναγνωριστεί, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, να παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης σε εκκαθαριστικά μέλη και στους πελάτες τους που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος το οποίο εισάγει πρόσθετες προϋποθέσεις, δεδομένου ότι αυτοί οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι δεν υπόκεινται στις εν λόγω πρόσθετες απαιτήσεις και δεν υποχρεούνται να τις πληρούν. Έως την 30ή Σεπτεμβρίου 2014, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εκπονήσει έκθεση σχετικά με τις επιπτώσεις της εφαρμογής πρόσθετων απαιτήσεων από τα κράτη μέλη.

(51)

Οι κανόνες άμεσης εφαρμογής όσον αφορά την άδεια λειτουργίας και την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων αποτελούν απαραίτητη κορωνίδα στην υποχρέωση εκκαθάρισης συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων. Είναι σκόπιμο να διατηρήσουν οι αρμόδιες αρχές την ευθύνη για όλες τις πτυχές της άδειας λειτουργίας και της εποπτείας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, συμπεριλαμβανομένης της ευθύνης για την εξακρίβωση ότι ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό και με την οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων (21), δεδομένου ότι οι εν λόγω εθνικές αρμόδιες αρχές βρίσκονται στην καλύτερη θέση προκειμένου να εξετάζουν πώς λειτουργούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι επί καθημερινής βάσεως, να διεξάγουν τακτικούς ελέγχους και να προβαίνουν σε κατάλληλες ενέργειες, όπου χρειάζεται.

(52)

Σε περίπτωση που ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κινδυνεύει να κηρυχθεί αφερέγγυος, η δημοσιονομική ευθύνη μπορεί να βαρύνει κυρίως το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος. Έπεται ότι η χορήγηση άδειας λειτουργίας και η εποπτεία του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να ανατεθούν στη σχετική αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους. Ωστόσο, επειδή τα εκκαθαριστικά μέλη ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου μπορεί να είναι εγκατεστημένα σε διάφορα κράτη μέλη και θα είναι τα πρώτα που θα υποστούν τις επιπτώσεις σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, είναι απαραίτητο να συμμετέχουν όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές και η ΕΑΚΑΑ στη διαδικασία χορήγησης άδειας και εποπτείας. Με τον τρόπο αυτόν, θα αποφευχθούν διαφορετικά εθνικά μέτρα ή πρακτικές και εμπόδια στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Περαιτέρω, καμία πρόταση ή πολιτική οποιουδήποτε μέλους σώματος εποπτικών αρχών δεν θα πρέπει να εισάγει, άμεσα ή έμμεσα, διακρίσεις κατά κράτους μέλους ή ομάδας κρατών μελών ως τόπου παροχής υπηρεσιών εκκαθάρισης σε οποιοδήποτε νόμισμα. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να συμμετέχει σε κάθε σώμα, προκειμένου να διασφαλίζει την συνεπή και ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μεριμνά για τη συμμετοχή των άλλων αρμόδιων αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών στο έργο της προετοιμασίας συστάσεων και αποφάσεων.

(53)

Ενόψει του ρόλου που ανατίθεται στα σώματα, είναι σημαντικό να συμμετέχουν όλες οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές καθώς και μέλη του ΕΣΚΤ στην εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Το σώμα θα πρέπει να αποτελείται όχι μόνο από τις αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αλλά και από τις αρχές εποπτείας των οντοτήτων στις οποίες οι ενέργειες του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο, δηλαδή επιλεγμένων εκκαθαριστικών μελών, τόπων διαπραγμάτευσης, διαλειτουργικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και κεντρικών αποθετηρίων τίτλων. Τα μέλη του ΕΣΚΤ που είναι υπεύθυνα για την επίβλεψη του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου και των διαλειτουργικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων, καθώς εκείνα που είναι υπεύθυνα για την έκδοση των νομισμάτων των χρηματοπιστωτικών μέσων που εκκαθαρίζονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, θα πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν στο σώμα. Δεδομένου ότι οι εποπτεύουσες και εποπτευόμενες οντότητες θα είναι εγκατεστημένες σε περιορισμένο αριθμό κρατών μελών στα οποία λειτουργεί ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, μία μόνο αρμόδια αρχή ή ένα μόνο μέλος του ΕΣΚΤ θα μπορούσε να έχει την ευθύνη της εποπτείας ή επίβλεψης ορισμένων από τις οντότητες αυτές. Για να εξασφαλιστεί η ομαλή συνεργασία όλων των μελών του σώματος, θα πρέπει να προβλεφθούν κατάλληλες διαδικασίες και μηχανισμοί.

(54)

Εφόσον η σύσταση και λειτουργία του σώματος βασίζεται θεωρητικά σε γραπτή συμφωνία μεταξύ όλων των μελών του, είναι σκόπιμο να τους ανατεθούν οι εξουσίες καθορισμού της διαδικασίας λήψης αποφάσεων του σώματος, λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα του θέματος. Συνεπώς, οι λεπτομερείς κανόνες των διαδικασιών ψηφοφορίας θα πρέπει να καθοριστούν με γραπτή συμφωνία των μελών του σώματος. Ωστόσο, για την ενδεδειγμένη εξισορρόπηση των συμφερόντων όλων των ενδιαφερόμενων συμμετεχόντων στην αγορά και των κρατών μελών, το σώμα θα πρέπει να ψηφίζει σύμφωνα με τη γενική αρχή βάσει της οποίας κάθε μέλος έχει μία ψήφο, ανεξαρτήτως του αριθμού των καθηκόντων που εκτελεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Για σώματα έως και 12 μελών, μόνο έως δύο μέλη του σώματος που ανήκουν στο ίδιο κράτος μέλος θα πρέπει να διαθέτουν ψήφο, και κάθε μέλος με δικαίωμα ψήφου θα πρέπει να έχει μία ψήφο. Για σώματα άνω των 12 μελών, μόνο έως τρία μέλη του σώματος που ανήκουν στο ίδιο κράτος μέλος θα πρέπει να διαθέτουν ψήφο και κάθε μέλος με δικαίωμα ψήφου θα πρέπει να έχει μία ψήφο.

(55)

Η μεγάλη ιδιομορφία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων επιβάλλει την οργάνωση και λειτουργία των σωμάτων με ρυθμίσεις ειδικά προσαρμοσμένες στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

(56)

Οι ρυθμίσεις που προβλέπει ο παρών κανονισμός δεν συνιστούν προηγούμενο για άλλη νομοθεσία σχετικά με την εποπτεία και επίβλεψη των υποδομών των χρηματοπιστωτικών αγορών, ιδίως σχετικά με τους τρόπους ψηφοφορίας για παραπομπή στην ΕΑΚΑΑ.

(57)

Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν λαμβάνει άδεια λειτουργίας, όταν όλα τα μέλη του σώματος, εξαιρουμένων των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, καταλήξουν σε κοινή γνώμη με αμοιβαία συμφωνία βάσει της οποίας ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν θα πρέπει να λάβει άδεια λειτουργίας. Εάν ωστόσο μια επαρκής πλειοψηφία του σώματος έχει εκφέρει αρνητική γνώμη και οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, με πλειοψηφία των δύο τρίτων του σώματος, έχει παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να αναβάλει την απόφασή του για τη χορήγηση άδειας και να περιμένει την όποια απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΚΑΑ ως προς τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ένωσης. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να αποφασίσει σύμφωνα με απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Εφόσον όλα τα μέλη του σώματος, εξαιρουμένων των αρχών του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, καταλήξουν σε κοινή γνώμη σχετικά με τους λόγους βάσει των οποίων θεωρούν ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις και ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν θα πρέπει να λάβει άδεια λειτουργίας, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ για λήψη απόφασης ως προς τη συμμόρφωση με τη νομοθεσία της Ένωσης.

(58)

Είναι αναγκαίο να ενισχυθούν οι διατάξεις περί ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών, της ΕΑΚΑΑ και άλλων σχετικών αρχών, καθώς και οι υποχρεώσεις συνδρομής και συνεργασίας μεταξύ των αρχών αυτών. Λόγω της αυξανόμενης διασυνοριακής δραστηριότητας, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ανταλλάσσουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση των καθηκόντων τους, κατά τρόπο που να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ακόμη και σε καταστάσεις στις οποίες παραβάσεις ή πιθανολογούμενες παραβάσεις μπορεί να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των αρχών δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών. Κατά την ανταλλαγή των πληροφοριών, απαιτείται η αυστηρή τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Είναι σημαντικό, λόγω των ευρέων επιπτώσεων των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, να έχουν πρόσβαση και άλλες σχετικές αρχές, όπως φορολογικές αρχές και ρυθμιστικές αρχές ενέργειας, στις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους.

(59)

Λόγω του παγκόσμιου χαρακτήρα των χρηματοπιστωτικών αγορών, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να είναι άμεσα αρμόδια για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες και, συνεπώς, για να τους επιτρέπει να παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης εντός της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει το νομοθετικό και εποπτικό πλαίσιο της εν λόγω τρίτης χώρας ως ισοδύναμο με εκείνο της Ένωσης καθώς και ότι πληρούνται ορισμένες άλλες προϋποθέσεις. Συνεπώς, ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα ο οποίος παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης σε εκκαθαριστικά μέλη ή τόπους διαπραγμάτευσης εγκατεστημένους στην Ένωση, θα πρέπει να αναγνωρίζεται από την ΕΑΚΑΑ. Ωστόσο, προκειμένου να μην εμποδιστεί η περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου της διαχείρισης διασυνοριακών επενδύσεων στην Ένωση, ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας που παρέχει υπηρεσίες σε πελάτες εγκατεστημένους στην Ένωση μέσω εκκαθαριστικού μέλους εγκατεστημένου σε τρίτη χώρα δεν χρειάζεται να αναγνωριστεί από την ΕΑΚΑΑ. Στο πλαίσιο αυτό, οι συμφωνίες με τους σημαντικότερους διεθνείς εταίρους της Ένωσης θα έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, προκειμένου να διασφαλισθούν παγκοσμίως ισότιμοι όροι ανταγωνισμού και χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(60)

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2010 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε ότι η Ένωση πρέπει να προάγει σθεναρότερα και με πνεύμα αμοιβαιότητας και κοινού οφέλους τα συμφέροντα και τις αξίες της στο πλαίσιο των εξωτερικών της σχέσεων, και ότι πρέπει να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα ώστε, μεταξύ άλλων, να εξασφαλισθεί μεγαλύτερη πρόσβαση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην αγορά και να ενισχυθεί η ρυθμιστική συνεργασία με τους μείζονες εμπορικούς εταίρους.

(61)

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να διαθέτει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, ανώτατα διοικητικά στελέχη με τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και ανεξάρτητα μέλη στο συμβούλιό του, ανεξαρτήτως της δομής ιδιοκτησίας του. Τουλάχιστον το ένα τρίτο των μελών του συμβουλίου του, και πάντως όχι λιγότερα από δύο, θα πρέπει να είναι ανεξάρτητα. Ωστόσο, οι διαφορετικές ρυθμίσεις διακυβέρνησης και δομές ιδιοκτησίας μπορεί να επηρεάσουν την προθυμία ή την ικανότητα του κεντρικού αντισυμβαλλομένου να εκκαθαρίζει ορισμένα προϊόντα. Είναι, επομένως, σκόπιμο τα ανεξάρτητα μέλη του συμβουλίου και η επιτροπή κινδύνου, που πρόκειται να συσταθεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, να αντιμετωπίζουν δυνητικές συγκρούσεις συμφερόντων στο πλαίσιο του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες χρειάζεται να εκπροσωπούνται δεόντως, διότι ενδέχεται να υποστούν επιπτώσεις από τις αποφάσεις που λαμβάνει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος.

(62)

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δύναται να αναθέτει εξωτερικά καθήκοντα. Η επιτροπή κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να συμβουλεύει σχετικά με την εξωτερική ανάθεση καθηκόντων. Δεν θα πρέπει να γίνεται εξωτερική ανάθεση μειζόνων δραστηριοτήτων που συνδέονται με τη διαχείριση κινδύνων εκτός εάν το εγκρίνει η αρμόδια αρχή.

(63)

Οι απαιτήσεις συμμετοχής σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο θα πρέπει να είναι διαφανείς, αναλογικές και χωρίς διακρίσεις και θα πρέπει να επιτρέπουν εξ αποστάσεως πρόσβαση, στον βαθμό που αυτό δεν εκθέτει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε επιπρόσθετους κινδύνους.

(64)

Στους πελάτες των εκκαθαριστικών μελών, που εκκαθαρίζουν οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων τους σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, θα πρέπει να παρέχεται υψηλό επίπεδο προστασίας. Το πραγματικό επίπεδο προστασίας εξαρτάται από το επίπεδο διαχωρισμού το οποίο επιλέγουν αυτοί οι πελάτες. Οι διαμεσολαβητές θα πρέπει να διαχωρίζουν τα περιουσιακά τους στοιχεία από εκείνα των πελατών τους. Για το λόγο αυτό οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να τηρούν ενημερωμένα και εύκολα αναγνωρίσιμα αρχεία, ώστε να διευκολύνονται η μεταβίβαση των θέσεων και περιουσιακών στοιχείων των πελατών εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρεώσεις σε φερέγγυο εκκαθαριστικό μέλος ή, ενδεχομένως, η εύτακτη εκκαθάριση των θέσεων των πελατών και η επιστροφή της επιπλέον ασφάλειας στους πελάτες. Οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού για τον διαχωρισμό και τη δυνατότητα μεταφοράς θέσεων και περιουσιακών στοιχείων των πελατών θα πρέπει επομένως να υπερισχύουν κάθε άλλης αντίθετης νομοθετικής, κανονιστικής και διοικητικής διάταξης των κρατών μελών η οποία εμποδίζει τα μέρη να τις τηρήσουν.

(65)

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να διαθέτει ορθό πλαίσιο διαχείρισης κινδύνου, για τη διαχείριση πιστωτικών κινδύνων, κινδύνων ρευστότητας, λειτουργικών και άλλων κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που φέρει ή θέτει σε άλλες οντότητες, λόγω των αλληλεξαρτήσεων. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες και μηχανισμούς για την αντιμετώπιση αθέτησης υποχρέωσης από εκκαθαριστικό μέλος. Προκειμένου να ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο μετάδοσης της εν λόγω αθέτησης υποχρέωσης, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να έχει προβλέψει αυστηρές απαιτήσεις συμμετοχής, να έχει συγκεντρώσει ενδεδειγμένα αρχικά περιθώρια ασφαλείας, να διατηρεί κεφάλαιο εκκαθάρισης και άλλους χρηματοοικονομικούς πόρους για την κάλυψη των δυνητικών ζημιών. Για να εξασφαλίζεται ότι διαθέτει επαρκείς πόρους επί συνεχούς βάσεως, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να καθορίζει ένα ελάχιστο ποσό κάτω του οποίου γενικώς δεν θα είναι δυνατόν να μειωθεί το κεφάλαιο εκκαθάρισης. Το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει, ωστόσο να περιορίζει τη δυνατότητα του κεντρικού αντισυμβαλλομένου να χρησιμοποιήσει το σύνολο του κεφαλαίου εκκαθάρισης για την κάλυψη ζημιών που προκαλούνται από αθέτηση υποχρεώσεων εκκαθαριστικού μέλους.

(66)

Κατά τον ορισμό ορθού πλαισίου διαχείρισης κινδύνου, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τον πιθανό κίνδυνο και τις οικονομικές επιπτώσεις για τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες τους. Αν και η ανάπτυξη μιας ιδιαίτερα στιβαρής διαχείρισης του κινδύνου θα πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι μπορούν να προσαρμόσουν τα χαρακτηριστικά της στις ειδικές δραστηριότητες και στα προφίλ κινδύνου των πελατών των εκκαθαριστικών μελών και, εάν κρίνεται σκόπιμο με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που θα καταρτίσει η ΕΑΚΑΑ, μπορούν να συμπεριλάβουν στο πεδίο εφαρμογής των άκρως ρευστοποιήσιμων στοιχείων που γίνονται αποδεκτά ως ασφάλειες τουλάχιστον ρευστά διαθέσιμα, κρατικά ομόλογα, καλυμμένα ομόλογα τα οποία, σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ, υπόκεινται σε κατάλληλους συντελεστές αποκοπής, εγγυήσεις εξοφλητέες σε πρώτη ζήτηση που έχουν χορηγηθεί από μέλος του ΕΣΚΤ, εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη φερεγγυότητα του εγγυητή, και τις σχέσεις κεφαλαίου με τα εκκαθαριστικά μέλη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, η ΕΑΚΑΑ δύναται επίσης να θεωρεί τον χρυσό ως αποδεκτό στοιχείο πρόσθετης ασφάλειας. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις διαχείρισης κινδύνων, να μπορούν να αποδεχτούν εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών από μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλόμενους που ενεργούν ως εκκαθαριστικά μέλη.

(67)

Οι στρατηγικές διαχείρισης κινδύνου των κεντρικών αντισυμβαλλομένων θα πρέπει να είναι επαρκώς υγιείς ώστε να μη δημιουργούνται κίνδυνοι για τους φορολογουμένους.

(68)

Οι απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και οι συντελεστές αποκοπής των ασφαλειών ενδέχεται να έχουν φιλοκυκλικές επιπτώσεις. Επομένως, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, οι αρμόδιες αρχές και η ΕΚΑΑ θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για την πρόληψη και τον έλεγχο πιθανών φιλοκυκλικών φαινομένων στις πρακτικές διαχείρισης κινδύνου που εφαρμόζουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, στον βαθμό που δεν επηρεάζεται αρνητικά η ορθότητα και η χρηματοοικονομική ασφάλεια του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

(69)

Η διαχείριση της έκθεσης αποτελεί ουσιώδες μέρος της διαδικασίας εκκαθάρισης. Θα πρέπει να παρέχεται πρόσβαση στις σχετικές πηγές καθορισμού τιμών, και να γίνεται χρήση τους, για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης, εν γένει. Οι εν λόγω πηγές καθορισμού τιμών θα πρέπει να περιλαμβάνουν εκείνες που αφορούν δείκτες που χρησιμοποιούνται ως σημεία αναφοράς για παράγωγα ή άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα.

(70)

Τα περιθώρια ασφαλείας είναι η πρωταρχική γραμμή αμύνης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Μολονότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να επενδύουν τα περιθώρια ασφαλείας που λαμβάνουν με ασφαλή και συνετό τρόπο, θα πρέπει να καταβάλλουν ιδιαίτερες προσπάθειες για να εξασφαλίζουν επαρκή προστασία των περιθωρίων ασφαλείας, ώστε να εγγυώνται ότι θα επιστρέφονται εγκαίρως στα μη υπερήμερα εκκαθαριστικά μέλη ή σε διαλειτουργικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, σε περίπτωση που αθετήσει τις υποχρεώσεις του ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που συγκεντρώνει τα εν λόγω περιθώρια ασφαλείας.

(71)

Για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους είναι ζωτικής σημασίας η πρόσβαση σε επαρκή ρευστότητα. Η ρευστότητα αυτή είναι δυνατόν να προέρχεται από πρόσβαση σε ρευστότητα κεντρικής τράπεζας ή σε ρευστότητα φερέγγυας και αξιόπιστης εμπορικής τράπεζας, ή συνδυασμό και των δύο. Η πρόσβαση σε ρευστότητα μπορεί να απορρέει από άδεια λειτουργίας που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ ή άλλες κατάλληλες ρυθμίσεις. Κατά την αξιολόγηση της επάρκειας της ρευστότητας, ιδιαίτερα σε καταστάσεις κρίσης, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος οφείλει να λαμβάνει υπόψη του τους κινδύνους από την εξασφάλιση ρευστότητας που βασίζεται μόνο σε παροχή πιστώσεων από εμπορικές τράπεζες.

(72)

Ο «Ευρωπαϊκός Κώδικας Δεοντολογίας για την εκκαθάριση και τον διακανονισμό», της 7ης Νοεμβρίου 2006 διαμόρφωσε ένα εθελοντικό πλαίσιο για την καθιέρωση δεσμών μεταξύ κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Ωστόσο, η μετασυναλλακτική αγορά παραμένει κατατετμημένη στα εθνικά πλαίσια, καθιστώντας τις διασυνοριακές συναλλαγές περισσότερο δαπανηρές και εμποδίζοντας την εναρμόνιση. Επομένως, είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι όροι για την καθιέρωση ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας μεταξύ κεντρικών αντισυμβαλλομένων, στον βαθμό που δεν εκθέτουν τους σχετικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους σε κινδύνους χωρίς κατάλληλη διαχείριση.

(73)

Οι ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας αποτελούν σημαντικά εργαλεία για τη μεγαλύτερη ολοκλήρωση της μετασυναλλακτικής αγοράς εντός της Ένωσης και θα πρέπει να καλύπτονται από κανονιστικές ρυθμίσεις. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας είναι δυνατόν να εκθέσουν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους σε επιπρόσθετους κινδύνους, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να διαθέτουν άδεια να εκκαθαρίζουν επί τρία χρόνια ή να έχουν αναγνωρισθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή να έχουν λάβει άδεια βάσει ήδη υφιστάμενου εθνικού καθεστώτος χορήγησης αδειών, πριν οι αρμόδιες αρχές χορηγήσουν έγκριση για ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας. Επιπλέον, δεδομένης της επιπρόσθετης πολυπλοκότητας που συνεπάγονται οι ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας μεταξύ κεντρικών αντισυμβαλλομένων που εκκαθαρίζουν συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, είναι σκόπιμο, στο παρόν στάδιο, να περιορισθεί το πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας σε κινητές αξίες και μέσα χρηματαγοράς. Ωστόσο, έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2014, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με το αν θα ήταν σκόπιμη η επέκταση του πεδίου αυτού σε άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα.

(74)

Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών συλλέγουν δεδομένα για κανονιστικούς σκοπούς, τα οποία είναι σημαντικά για τις αρχές σε όλα τα κράτη μέλη. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για την εγγραφή, την ανάκληση της εγγραφής και την εποπτεία των αρχείων καταγραφής συναλλαγών.

(75)

Δεδομένου ότι οι ρυθμιστικές αρχές, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και άλλοι συμμετέχοντες στην αγορά βασίζονται στα δεδομένα που διατηρούνται στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα εν λόγω αρχεία καταγραφής συναλλαγών υπόκεινται σε αυστηρές απαιτήσεις λειτουργίας, τήρησης αρχείων και διαχείρισης δεδομένων.

(76)

Είναι αναγκαία η διαφάνεια των σχετικών τιμών, των τελών και των μοντέλων διαχείρισης κινδύνου για τις υπηρεσίες που παρέχονται από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα μέλη τους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών, ώστε οι συμμετέχοντες στην αγορά να είναι σε θέση να επιλέγουν έχοντας γνώση των πραγμάτων.

(77)

Προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τα καθήκοντά της, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί, με απλή αίτηση ή με απόφαση, κάθε απαραίτητη πληροφορία από τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών, σχετικούς με αυτά τρίτους και τρίτους στους οποίους τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών ανέθεσαν λειτουργικά καθήκοντα ή δραστηριότητες. Εάν η ΕΑΚΑΑ απαιτεί τις εν λόγω πληροφορίες με απλή αίτηση, ο αποδέκτης της αίτησης δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά, σε περίπτωση που το κάνει εκούσια, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν θα πρέπει να είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται αμελλητί.

(78)

Υπό την επιφύλαξη των υποθέσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο ή στη φορολογική νομοθεσία, οι αρμόδιες αρχές, η ΕΑΚΑΑ, οι φορείς και τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα εκτός των αρμόδιων αρχών που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες θα πρέπει να τις χρησιμοποιήσουν μόνον κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Εντούτοις, αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει την άσκηση, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, των καθηκόντων των εθνικών φορέων που είναι αρμόδιοι για την πρόληψη, διερεύνηση ή διόρθωση περιπτώσεων κακοδιοίκησης.

(79)

Προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τις εποπτικές της αρμοδιότητες, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις.

(80)

H ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να αναθέτει συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα στην αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους, για παράδειγμα, εάν κάποιο εποπτικό καθήκον απαιτεί γνώσεις και εμπειρία όσον αφορά τις τοπικές συνθήκες, οι οποίες είναι ευκολότερα διαθέσιμες σε εθνικό επίπεδο. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να αναθέτει την εκτέλεση συγκεκριμένων ερευνητικών καθηκόντων και την πραγματοποίηση επιτόπιων επιθεωρήσεων. Πριν από τη μεταβίβαση των καθηκόντων, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να συμβουλεύεται τη σχετική αρμόδια αρχή για τους λεπτομερείς όρους της ανάθεσης σε αυτήν καθηκόντων, μεταξύ άλλων για το πεδίο εφαρμογής του ανατιθέμενου καθήκοντος, το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του καθήκοντος και τη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών από και προς την ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αποζημιώνει τις αρμόδιες αρχές για την εκτέλεση ανατεθειμένου καθήκοντος, σύμφωνα με τον κανονισμό για τα τέλη που θα εκδώσει η Επιτροπή μέσω πράξης κατ’ εξουσιοδότηση. Η ΕΑΚΑΑ δεν θα πρέπει να μπορεί να αναθέτει την εξουσία έκδοσης αποφάσεων για την εγγραφή.

(81)

Είναι αναγκαίο να διασφαλισθεί ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να ζητούν από την ΕΑΚΑΑ να εξετάζει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για ανάκληση εγγραφής αρχείου καταγραφής συναλλαγών. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αξιολογεί τα αιτήματα αυτά και να λαμβάνει κάθε κατάλληλο μέτρο.

(82)

Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να επιβάλλει περιοδικές χρηματικές ποινές για να υποχρεώνει τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών να θέτουν τέλος σε παράβαση, να παρέχουν πλήρεις και ορθές πληροφορίες τις οποίες απαιτεί η ΕΑΚΑΑ, ή να υποβάλλονται σε έρευνα ή επιτόπια επιθεώρηση.

(83)

Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να επιβάλλει πρόστιμα σε αρχεία καταγραφής συναλλαγών εφόσον διαπιστώσει ότι έχουν διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παράβαση του παρόντος κανονισμού. Τα πρόστιμα θα πρέπει να επιβάλλονται ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης. Οι παραβάσεις θα πρέπει να διαιρούνται σε κατηγορίες για τις οποίες θα πρέπει να ισχύουν διαφορετικά πρόστιμα. Για να ορίζει το πρόστιμο που σχετίζεται με συγκεκριμένη παράβαση, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να χρησιμοποιεί μεθοδολογία δύο σταδίων, η οποία συνίσταται στον καθορισμό ενός βασικού ποσού και στην προσαρμογή του εν λόγω βασικού ποσού, εάν κρίνεται απαραίτητη, βάσει ορισμένων συντελεστών. Το βασικό ποσό θα πρέπει να καθορίζεται σε συνάρτηση με τον ετήσιο κύκλο εργασιών του εκάστοτε αρχείου καταγραφής συναλλαγών, οι δε προσαρμογές θα πρέπει να πραγματοποιούνται με αύξηση ή μείωση του βασικού ποσού με εφαρμογή των σχετικών συντελεστών βάσει του παρόντος κανονισμού.

(84)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καθορίζει συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις για να διαθέτει η ΕΑΚΑΑ τα απαραίτητα εργαλεία για την επιβολή προστίμων ανάλογων προς τη σοβαρότητα της παράβασης του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις υπό τις οποίες διαπράχθηκε η παράβαση αυτή.

(85)

Πριν να λάβει απόφαση περί επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες, ώστε να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισής τους.

(86)

H ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αποφεύγει να επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, εάν μια προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων γεγονότων ή γεγονότων που είναι κατ’ ουσία όμοια, έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

(87)

Οι αποφάσεις της ΕΑΚΑΑ που επιβάλλουν πρόστιμα και περιοδικές χρηματικές ποινές θα πρέπει να είναι εκτελεστές και η εκτέλεσή τους να διέπεται από τους κανόνες της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται. Οι κανόνες πολιτικής δικονομίας δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν κανόνες ποινικής δικονομίας, θα πρέπει όμως να μπορούν να περιλαμβάνουν κανόνες διοικητικής δικονομίας.

(88)

Σε περίπτωση παράβασης που διαπράττεται από αρχείο καταγραφής συναλλαγών, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να έχει την εξουσία να λάβει ένα φάσμα εποπτικών μέτρων, όπως μεταξύ άλλων την απαίτηση από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών να τερματίσει την παράβαση, και —ως έσχατη λύση— την ανάκληση της εγγραφής, εάν το αρχείο καταγραφής συναλλαγών έχει παραβιάσει σοβαρά και κατ' επανάληψη τον παρόντα κανονισμό. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εφαρμόζει τα εποπτικά μέτρα λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης και να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας. Προτού λάβει απόφαση σχετικά με εποπτικά μέτρα, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να παρέχει δυνατότητα ακρόασης στα πρόσωπα κατά των οποίων ασκούνται οι διαδικασίες, ώστε να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισής τους.

(89)

Τα κράτη μέλη και η ΕΑΚΑΑ οφείλουν απαραιτήτως να προστατεύουν το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής των φυσικών προσώπων κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (22) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (23).

(90)

Είναι σημαντικό να επιτευχθεί διεθνής σύγκλιση των απαιτήσεων για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών. Ο παρών κανονισμός ακολουθεί τις υφιστάμενες συστάσεις που διατυπώθηκαν από την Επιτροπή Συστημάτων Πληρωμών και Διακανονισμού (CPSS) και την Τεχνική Επιτροπή του Διεθνούς Οργανισμού των Επιτροπών Κεφαλαιαγοράς (IOSCO), λαμβάνοντας υπόψη ότι επί του παρόντος οι αρχές της CPSS-IOSCO για την υποδομή της χρηματοπιστωτικής αγοράς, περιλαμβανομένων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, θεσπίστηκαν στις 16ης Απριλίου 2012. Ο παρών κανονισμός διαμορφώνει ένα ενωσιακό πλαίσιο εντός του οποίου μπορούν να λειτουργήσουν με ασφάλεια οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα εν λόγω υφιστάμενα πρότυπα και τη μελλοντική ανάπτυξή τους, όταν θα σχεδιάζει ή θα προτείνει την επανεξέταση των κανονιστικών τεχνικών προτύπων, καθώς και τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

(91)

H εξουσία θέσπισης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή όσον αφορά τις τροποποιήσεις του καταλόγου των οντοτήτων που εξαιρούνται από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και περαιτέρω διαδικαστικούς κανόνες σχετικά με την επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα υπεράσπισης, τις προθεσμίες, την είσπραξη προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών και τις προθεσμίες παραγραφής για την επιβολή και την εκτέλεση των χρηματικών ποινών και προστίμων· μέτρα για την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙ προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές· τον περαιτέρω προσδιορισμό του είδους των τελών, τα ζητημάτων για τα οποία επιβάλλονται, του ύψους τους και του τρόπου καταβολής τους. Συνεπώς, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό η Επιτροπή να προβεί στις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της. Κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(92)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί συνεπής εναρμόνιση, θα πρέπει να εκχωρηθούν εξουσίες στην Επιτροπή για την έκδοση των σχεδίων κανονιστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 για την εφαρμογή, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, των σημείων 4 έως 10 του τμήματος Γ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, και θα προσδιορίζονται: οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων για τις οποίες θεωρείται ότι έχουν άμεσο, ουσιαστικό και προβλέψιμο αντίκτυπο εντός της Ένωσης ή οι περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητο ή ενδείκνυται να αποφευχθεί η προσπάθεια παράκαμψης οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού· τα είδη των έμμεσων συμβατικών ρυθμίσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού· οι κατηγορίες συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που υπόκειται στην υποχρέωση εκκαθάρισης, η ημερομηνία (ή ημερομηνίες) από την οποία η υποχρέωση εκκαθάρισης παράγει αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της σταδιακής εφαρμογής της και των κατηγοριών αντισυμβαλλομένων στους οποίους εφαρμόζεται η υποχρέωση εκκαθάρισης, και η ελάχιστη εναπομένουσα διάρκεια των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που έχουν συναφθεί ή ανανεωθεί πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η υποχρέωση εκκαθάρισης παράγει αποτελέσματα· τα λεπτομερή στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει η κοινοποίηση μιας αρμόδιας αρχής προς την ΕΑΚΑΑ της άδειας που έχει χορηγήσει σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για την εκκαθάριση μίας κατηγορίας συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων· οι ειδικές κατηγορίες των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, ο βαθμός τυποποίησης των συμβατικών όρων και των λειτουργικών διαδικασιών, ο όγκος και η ρευστότητα, καθώς και η διαθεσιμότητα δίκαιων, αξιόπιστων και γενικώς αποδεκτών πληροφοριών για τη διαμόρφωση των τιμών· οι λεπτομερείς πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στο μητρώο των κατηγοριών των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων της ΕΑΚΑΑ που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης· οι λεπτομέρειες και ο τύπος της αναφοράς για τις διάφορες κατηγορίες παραγώγων· τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που είναι αντικειμενικά μετρήσιμες ως παράγοντες περιορισμού των κινδύνων που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή τη δραστηριότητα τρέχουσας χρηματοδότησης της επιχείρησης και τα κατώφλια εκκαθάρισης, οι διαδικασίες και οι ρυθμίσεις όσον αφορά τις τεχνικές περιορισμού του κινδύνου των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο· οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των απαιτούμενων επιπέδων και του είδους παροχής ασφαλείας, και οι ρυθμίσεις διαχωρισμού καθώς και το απαιτούμενο επίπεδο κεφαλαίου· η έννοια του κατακερματισμού της ρευστότητας· οι απαιτήσεις όσον αφορά το κεφάλαιο, τα αδιανέμητα κέρδη και τα αποθεματικά των κεντρικών αντισυμβαλλομένων· το ελάχιστο περιεχόμενο των κανόνων και ρυθμίσεων διακυβέρνησης των κεντρικών αντισυμβαλλόμενων· οι λεπτομέρειες όσον αφορά τα αρχεία και τις πληροφορίες που πρέπει να διατηρούνται από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους· το ελάχιστο περιεχόμενο και οι απαιτήσεις των πολιτικών αδιάλειπτης λειτουργίας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τα σχέδια αποκατάστασης μετά από καταστροφή· το κατάλληλο ποσοστό και ο χρονικός ορίζοντας για την περίοδο ρευστοποίησης και τον υπολογισμό της ιστορικής μεταβλητότητας που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τις διάφορες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων, λαμβανομένου υπόψη του στόχου για τον περιορισμό της φιλοκυκλικότητας και των προϋποθέσεων για πρακτικές καθορισμού περιθωρίου βάσει χαρτοφυλακίου· το πλαίσιο για τον καθορισμό ακραίων αλλά αληθοφανών συνθηκών αγοράς που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον καθορισμό του μεγέθους του κεφαλαίου εκκαθάρισης και των πόρων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων· η μέθοδος υπολογισμού και διατήρησης του ύψους των ιδίων πόρων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων· το είδος της θεωρούμενης άκρως ρευστοποιήσιμης ασφάλειας, όπως μετρητά, χρυσός, κρατικά και υψηλής ποιότητας εταιρικά ομόλογα και καλυμμένα ομόλογα, και οι συντελεστές αποκοπής και οι όροι υπό τους οποίους εμπορικές τραπεζικές εγγυήσεις μπορούν να θεωρούνται αποδεκτές ως ασφάλειες· τα χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να θεωρηθούν άκρως ρευστοποιήσιμα με ελάχιστο πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο αγοράς, τα καθεστώτα υψηλής ασφάλειας και τα όρια συγκέντρωσης· το είδος προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που αναλαμβάνουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι για διάφορες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων και χαρτοφυλακίων, η συμμετοχή των εκκαθαριστικών μελών ή άλλων μερών στις προσομοιώσεις, η συχνότητα των προσομοιώσεων και οι βασικές πληροφορίες που δημοσιοποιεί ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σχετικά με το μοντέλο διαχείρισης κινδύνου και τις παραδοχές που εφαρμόζει για την εκτέλεση των προσομοιώσεων· οι λεπτομέρειες όσον αφορά την αίτηση των αρχείων καταγραφής συναλλαγών για εγγραφή στην ΕΑΚΑΑ· η συχνότητα και οι λεπτομέρειες με βάση τις οποίες τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών υποχρεούνται να κοινοποιούν τις πληροφορίες όσον αφορά τις συνολικές θέσεις ανά κατηγορία συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων· και τα λειτουργικά πρότυπα που απαιτούνται για τη συγκέντρωση και τη σύγκριση δεδομένων από διάφορα αρχεία καταγραφής συναλλαγών.

(93)

Οιαδήποτε υποχρέωση που επιβάλλει ο παρών κανονισμός και η οποία πρόκειται να αναπτυχθεί περαιτέρω μέσω πράξεων δυνάμει των άρθρων 290 ή 291 ΣΛΕΕ θεωρείται ότι εφαρμόζεται μόνο μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικών πράξεων.

(94)

Στο πλαίσιο της κατάρτισης τεχνικών κατευθυντήριων γραμμών και κανονιστικών τεχνικών προτύπων, ιδιαίτερα δε κατά τον καθορισμό του κατωφλίου εκκαθάρισης για μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους με βάση τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διοργανώσει δημόσιες ακροάσεις συμμετεχόντων στην αγορά.

(95)

Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ενδείκνυται να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (24).

(96)

Η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί και να αξιολογεί κατά πόσον υφίσταται ανάγκη για τυχόν ενδεδειγμένα μέτρα που θα εξασφαλίσουν την συνεκτική και αποτελεσματική εφαρμογή και ανάπτυξη κανονισμών, προτύπων και πρακτικών στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος των εργασιών που επιτελούν τα οικεία διεθνή φόρουμ.

(97)

Δεδομένων των κανόνων για τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων, κρίθηκε σκόπιμο να τροποποιηθεί η οδηγία 98/26/ΕΚ, ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματα του διαχειριστή συστήματος ο οποίος παρέχει ασφάλεια σε άλλον διαχειριστή συστήματος, σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας έναντι του εν λόγω λαμβάνοντος διαχειριστή συστήματος.

(98)

Προκειμένου να διευκολύνουν αποτελεσματικά την εκκαθάριση, την καταγραφή, τον διακανονισμό και την πληρωμή, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών θα πρέπει, κατά τις διαδικασίες επικοινωνίας τους με τους συμμετέχοντες στην αγορά και με τις υποδομές αγοράς με τις οποίες είναι διασυνδεδεμένοι, να ακολουθούν τις σχετικές διεθνείς διαδικασίες επικοινωνίας και τα πρότυπα για την αποστολή μηνυμάτων και τα στοιχεία αναφοράς.

(99)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, και συγκεκριμένα η θέσπιση ενιαίων απαιτήσεων για τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και η διεξαγωγή των δραστηριοτήτων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των αρχείων καταγραφής συναλλαγών, είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται συνεπώς, λόγω της κλίμακας της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει απαιτήσεις σχετικά με την εκκαθάριση και τη διμερή διαχείριση του κινδύνου όσον αφορά τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, υποχρεώσεις αναφοράς για τις συμβάσεις παραγώγων και ενιαίες απαιτήσεις για τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των αρχείων καταγραφής συναλλαγών.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα εκκαθαριστικά μέλη τους, στους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους και στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών. Εφαρμόζεται στους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους και στους τόπους διαπραγμάτευσης εφόσον προβλέπεται.

3.   Ο τίτλος V του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται μόνον σε κινητές αξίες και μέσα χρηματαγοράς, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 18 στοιχεία α) και β) και σημείο 19 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ.

4.   Εξαιρούνται από την εφαρμογή του:

α)

τα μέλη του ΕΣΚΤ και οι άλλοι οργανισμοί των κρατών μελών που επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες και οι λοιποί δημόσιοι φορείς της Ένωσης που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος ή παρεμβαίνουν στη διαχείρισή του·

β)

η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών.

5.   Με εξαίρεση την υποχρέωση αναφοράς δυνάμει του άρθρου 9, ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες οντότητες:

α)

πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης, που απαριθμούνται στο παράρτημα VI μέρος 1 τμήμα 4.2 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·

β)

δημόσιοι φορείς, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 18 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, εφόσον ανήκουν σε κεντρικές κυβερνήσεις και διαθέτουν σαφή πλαίσια εγγυήσεων που παρέχονται από κεντρικές κυβερνήσεις·

γ)

Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας και Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας.

6.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 82, για την τροποποίηση του καταλόγου που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

Για τον σκοπό αυτό, έως τις 17 Νοεμβρίου 2012 η Επιτροπή παρουσιάζει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο με την οποία αξιολογείται η διεθνής μεταχείριση των δημόσιων φορέων που είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση του δημόσιου χρέους ή παρεμβαίνουν στη διαχείρισή του, καθώς και των κεντρικών τραπεζών.

Η έκθεση περιλαμβάνει συγκριτική ανάλυση της μεταχείρισης αυτών των φορέων και των κεντρικών τραπεζών στο νομοθετικό πλαίσιο σημαντικού αριθμού τρίτου χωρών, στις οποίες συγκαταλέγονται τουλάχιστον οι τρεις κυριότερες περιοχές δικαιοδοσίας ως προς τον όγκο των συναλλαγών σε συμβάσεις, καθώς και σε συγκριτική ανάλυση των προτύπων διαχείρισης κινδύνου που εφαρμόζονται στις συναλλαγές σε παράγωγα στις οποίες προβαίνουν αυτοί οι φορείς και οι κεντρικές τράπεζες στις εν λόγω περιοχές δικαιοδοσίας. Αν από το αποτέλεσμα της έκθεσης καθίσταται αναγκαίο, ιδίως σε συνάρτηση με τη συγκριτική ανάλυση, ότι πρέπει να εξαιρεθούν οι νομισματικές αρμοδιότητες αυτών των κεντρικών τραπεζών τρίτων χωρών από την υποχρέωση εκκαθάρισης και αναφοράς, η Επιτροπή τις προσθέτει στον κατάλογο της παραγράφου 4.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «CCP»: νομικό πρόσωπο το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ αντισυμβαλλομένων σε συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές και το οποίο αναλαμβάνει τον ρόλο αγοραστή έναντι κάθε πωλητή και πωλητή έναντι κάθε αγοραστή·

2)   «αρχείο καταγραφής συναλλαγών»: νομικό πρόσωπο το οποίο συγκεντρώνει και τηρεί κεντρικά τα αρχεία παραγώγων·

3)   «εκκαθάριση»: η διαδικασία καθορισμού θέσεων, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού των καθαρών υποχρεώσεων, και διασφάλισης της διαθεσιμότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων, των ρευστών διαθεσίμων ή και των δύο, για την κάλυψη της έκθεσης που προκύπτει από τις εν λόγω θέσεις·

4)   «τόπος διαπραγμάτευσης»: σύστημα διευθυνόμενο από επιχειρήσεις επενδύσεων ή διαχειριστές αγοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1 και στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 13 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ πλην των συστηματικών εσωτερικοποιητών όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 7, το οποίο διευκολύνει την προσέγγιση ενδιαφερόντων για την αγορά ή πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων εντός του συστήματος, κατά τρόπο που καταλήγει στη σύναψη σύμβασης σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ ή ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας·

5)   «παράγωγα» ή «συμβάσεις παραγώγων»: τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ορίζονται στο παράρτημα Ι τμήμα Γ σημεία 4 έως 10 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, όπως εφαρμόζονται στα άρθρα 38 και 39 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006·

6)   «κατηγορίες παραγώγων»: ένα υποσύνολο παραγώγων που έχουν κοινά και βασικά χαρακτηριστικά, στα οποία περιλαμβάνονται τουλάχιστον η σχέση με το υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο, ο τύπος του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου, το προφίλ αποπληρωμής και το νόμισμα της θεωρητικής αξίας. Παράγωγα τα οποία ανήκουν στην ίδια κατηγορία μπορεί να έχουν διαφορετικές περιόδους λήξης·

7)   «εξωχρηματιστηριακά παράγωγα» (OTC) ή «συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων»: συμβάσεις παραγώγων των οποίων η εκτέλεση δεν πραγματοποιείται σε ρυθμιζόμενη αγορά, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 14) της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, ή σε αγορά τρίτης χώρας που θεωρείται ισοδύναμη με ρυθμιζόμενη αγορά σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 6 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·

8)   «χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι»: επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2004/39/ΕΚ, πιστωτικά ιδρύματα που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ, ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 73/239/ΕΟΚ, ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2002/83/ΕΚ, αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2005/68/ΕΚ, ΟΣΕΚΑ και, όπου προσήκει, οι διαχειριστικές εταιρίες τους που έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ, ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, κατά την έννοια του άρθρου 6 στοιχείο α) της οδηγίας 2003/41/ΕΚ, και οργανισμοί εναλλακτικών επενδύσεων που τους διαχειρίζονται διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) οι οποίοι έχουν άδεια λειτουργίας ή είναι εγγεγραμμένοι σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ·

9)   «μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος»: επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ένωση, εκτός από τις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία 1 και 8·

10)   «μηχανισμοί συνταξιοδοτικών καθεστώτων»:

α)

ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, κατά την έννοια του άρθρου 6 στοιχείο α) της οδηγίας 2003/41/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιοδοτημένων φορέων που είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση ενός τέτοιου ιδρύματος και ενεργούν για λογαριασμό του, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της ανωτέρω οδηγίας, καθώς και των νομικών οντοτήτων που έχουν συσταθεί με σκοπό τις επενδύσεις τέτοιων ιδρυμάτων και ενεργούν αποκλειστικά και μόνον προς το συμφέρον αυτών·

β)

δραστηριότητες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών των ιδρυμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2003/41/ΕΚ·

γ)

δραστηριότητες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών των επιχειρήσεων ασφάλισης ζωής που υπάγονται στην οδηγία 2002/83ΕΚ, υπό τον όρο ότι όλα τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που αντιστοιχούν στις δραστηριότητες έχουν κλειστή διάρθρωση, η δε διαχείριση και η οργάνωσή τους πραγματοποιούνται χωριστά από τις άλλες δραστηριότητες της ασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς δυνατότητα μεταφοράς·

δ)

οποιεσδήποτε άλλες εξουσιοδοτημένες και εποπτευόμενες οντότητες ή μηχανισμοί που λειτουργούν σε εθνική βάση, υπό τον όρο ότι:

i)

είναι αναγνωρισμένοι βάσει του εθνικού δικαίου και

ii)

έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την καταβολή συνταξιοδοτικών παροχών·

11)   «πιστωτικός κίνδυνος αντισυμβαλλομένου»: ο κίνδυνος να αθετήσει ο αντισυμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή τις υποχρεώσεις του πριν από τον οριστικό διακανονισμό των ταμειακών ροών της συναλλαγής·

12)   «ρύθμιση διαλειτουργικότητας»: ρύθμιση μεταξύ δύο ή περισσότερων κεντρικών αντισυμβαλλομένων, η οποία προβλέπει διασυστημική εκτέλεση των συναλλαγών·

13)   «αρμόδια αρχή»: η αρμόδια αρχή όπως προσδιορίζεται στη νομοθεσία που προβλέπεται στο σημείο 8 του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 5 ή η αρχή η οποία ορίζεται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 22·

14)   «εκκαθαριστικό μέλος»: επιχείρηση η οποία συμμετέχει σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και ευθύνεται για την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή·

15)   «πελάτης»: επιχείρηση με συμβατική σχέση με εκκαθαριστικό μέλος κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, η οποία δίνει τη δυνατότητα στην εν λόγω επιχείρηση να εκκαθαρίζει τις συναλλαγές της με τον σχετικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·

16)   «όμιλος»: ο όμιλος επιχειρήσεων που απαρτίζεται από μια μητρική επιχείρηση και της θυγατρικές της κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή ο όμιλος επιχειρήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 και στο άρθρο 80 παράγραφοι 7 και 8 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·

17)   «χρηματοοικονομικό ίδρυμα»: επιχείρηση η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία (2) έως (12) του καταλόγου του παραρτήματος I της οδηγίας 2006/48/ΕΚ·

18)   «εταιρία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών»: χρηματοοικονομικό ίδρυμα, οι θυγατρικές επιχειρήσεις του οποίου είναι, αποκλειστικώς ή κυρίως, πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοοικονομικά ιδρύματα, ενώ μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές αυτές επιχειρήσεις είναι πιστωτικό ίδρυμα, και το οποίο δεν είναι εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 15 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων (25)·

19)   «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση ακινήτων, στην διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων, ή σε κάθε άλλη παρεμφερή δραστηριότητα βοηθητικού χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων·

20)   «ειδική συμμετοχή»: άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή αρχείο καταγραφής συναλλαγών η οποία αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, όπως αναφέρεται στα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά (26), λαμβανομένων υπόψη των όρων για την άθροισή τους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας, ή η οποία επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διαχείριση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή του αρχείου καταγραφής συναλλαγών όπου υφίσταται η εν λόγω συμμετοχή·

21)   «μητρική επιχείρηση»: η μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·

22)   «θυγατρική επιχείρηση»: η θυγατρική επιχείρηση όπως ορίζεται στα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, περιλαμβανομένης της θυγατρικής μιας θυγατρικής επιχείρησης της τελικής μητρικής επιχείρησης·

23)   «έλεγχος»: σχέση μεταξύ της μητρικής επιχείρησης και μιας θυγατρική επιχείρησης, όπως ορίζεται στο άρθρο1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ·

24)   «στενοί δεσμοί»: κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται με:

Κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μόνιμα με ένα και το αυτό πρόσωπο με σχέση ελέγχου θεωρείται επίσης ότι συνιστά στενό δεσμό μεταξύ αυτών των προσώπων·

25)   «κεφάλαιο»: το καλυφθέν κεφάλαιο κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1986, για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (27), εφόσον έχει καταβληθεί, προσαυξημένο κατά τη διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο, απορροφά πλήρως τις ζημίες σε συνθήκες δρώσας οικονομικής μονάδας, και σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης ιεραρχείται μετά από όλες τις άλλες αξιώσεις·

26)   «αποθεματικά»: τα αποθεματικά κατά την έννοια του άρθρου 9 της τέταρτης οδηγίας 78/660/EOK του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της συνθήκης περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών (28) και τα αποτελέσματα του προηγούμενου έτους που μεταφέρονται μέσω της διάθεσης του τελικού αποτελέσματος·

27)   «συμβούλιο»: το διοικητικό ή το εποπτικό συμβούλιο, ή και τα δύο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο των εταιρειών·

28)   «ανεξάρτητο μέλος του συμβουλίου»: μέλος του συμβουλίου το οποίο δεν έχει επαγγελματική, οικογενειακή ή άλλη σχέση που δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων με τον σχετικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή με τους μετόχους που ασκούν τον έλεγχο, τη διοίκησή του ή τα εκκαθαριστικά μέλη του, και το οποίο δεν είχε τέτοιου είδους σχέση κατά τα πέντε έτη πριν από τη συμμετοχή του στο συμβούλιο»·

29)   «ανώτατα διοικητικά στελέχη»: το ή τα πρόσωπα τα οποία όντως διευθύνουν τις δραστηριότητες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή του αρχείου καταγραφής συναλλαγών και το ή τα εκτελεστικά μέλη του συμβουλίου.

Άρθρο 3

Εντός ομίλου συναλλαγές

1.   Αναφορικά με μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο, η εντός ομίλου συναλλαγή είναι σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που έχει συναφθεί με άλλο αντισυμβαλλόμενο ο οποίος αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση σε πλήρη βάση και υπόκεινται σε κατάλληλες κεντρικές διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου, μέτρησης και ελέγχου και ότι ο αντισυμβαλλόμενος αυτός είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ή, εφόσον είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη βάσει του άρθρου 13 παράγραφος 2 σε σχέση με την εν λόγω τρίτη χώρα.

2.   Αναφορικά με χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο, η εντός ομίλου συναλλαγή είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται με άλλο αντισυμβαλλόμενο ο οποίος αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου, εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

i)

ο χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ή, εφόσον είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη βάσει του άρθρου 13 παράγραφος 2 σε σχέση με την εν λόγω τρίτη χώρα·

ii)

ο άλλος αντισυμβαλλόμενος είναι χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος, εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, χρηματοοικονομικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που υπόκειται σε ενδεδειγμένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας·

iii)

αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση σε πλήρη βάση· και

iv)

αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε διαδικασίες ενδεδειγμένης κεντρικής αξιολόγησης κινδύνων, μέτρησης και ελέγχου·

β)

σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται με άλλο αντισυμβαλλόμενο εφόσον αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι αποτελούν μέρος του ιδίου θεσμικού συστήματος προστασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 80 παράγραφος 8 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται ο όρος που προβλέπεται στο στοιχείο α) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου·

γ)

σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται με τον ίδιο κεντρικό οργανισμό ή μεταξύ ενός τέτοιου πιστωτικού ιδρύματος και του κεντρικού οργανισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ· ή

δ)

σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται με μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο ο οποίος αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση σε πλήρη βάση και υπόκεινται σε κατάλληλες κεντρικές διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου, μέτρησης και ελέγχου και ότι ο αντισυμβαλλόμενος αυτός είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ή σε δικαιοδοσία τρίτης χώρας για την οποία η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη όπως αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 2 σε σχέση με την εν λόγω τρίτη χώρα.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι αντισυμβαλλόμενοι θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση εφόσον αμφότεροι είτε:

α)

περιλαμβάνονται σε ενοποίηση σύμφωνα με την οδηγία 83/349/ΕΟΚ ή σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (ΔΠΧΠ) που εγκρίθηκαν βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 ή, όσον αφορά έναν όμιλο του οποίου η μητρική επιχείρηση έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα, σύμφωνα με γενικώς αποδεκτές λογιστικές αρχές τρίτης χώρας οι οποίες έχουν κριθεί ισοδύναμες προς τα ΔΠΧΠ με βάση τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1569/2007 (ή λογιστικές αρχές τρίτης χώρας των οποίων η χρήση επιτρέπεται βάσει του άρθρου 4 του εν λόγω κανονισμού)· ή

β)

καλύπτονται από την ίδια ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ ή την οδηγία 2006/49/ΕΚ ή, όσον αφορά έναν όμιλο του οποίου η μητρική επιχείρηση έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα, από την ίδια ενοποιημένη εποπτεία εκ μέρους μιας αρμόδιας αρχής της τρίτης χώρας που έχει διαπιστωθεί ότι είναι ισοδύναμη προς την ενοποιημένη εποπτεία η οποία διέπεται από τις αρχές που θεσπίζονται στο άρθρο 143 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ ή στο άρθρο 2 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ, ΑΝΑΦΟΡΑ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΤΩΝ ΕΞΩΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ

Άρθρο 4

Υποχρέωση εκκαθάρισης

1.   Οι αντισυμβαλλόμενοι προβαίνουν σε εκκαθάριση όλων των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που ανήκουν σε κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων η οποία έχει ορισθεί ότι υπόκειται στην υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, εφόσον αυτές οι συμβάσεις πληρούν αμφότερες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

έχουν συναφθεί με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

i)

μεταξύ δύο χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων·

ii)

μεταξύ ενός χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλόμενου και ενός μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλόμενου που πληροί τους όρους του άρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

iii)

μεταξύ δύο μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων που πληρούν τους όρους του άρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

iv)

μεταξύ ενός χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου ή ενός μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου που πληροί τους όρους του άρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο β) και οντότητας εγκατεστημένης σε τρίτη χώρα, η οποία θα υπέκειτο στην υποχρέωση εκκαθάρισης εάν ήταν εγκατεστημένη στην Ένωση· ή

v)

μεταξύ δύο οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες σε μια ή περισσότερες τρίτες χώρες οι οποίες θα υπέκειντο στην υποχρέωση εκκαθάρισης αν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, με την προϋπόθεση ότι η σύμβαση έχει άμεσο, ουσιαστικό και προβλέψιμο αντίκτυπο εντός της Ένωσης ή η υποχρέωση αυτή είναι απαραίτητη ή ενδείκνυται για να αποφευχθεί η παράκαμψη οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και

β)

συνάπτονται ή ανανεώνονται είτε:

i)

την ημερομηνία από την οποία παράγει αποτελέσματα η υποχρέωση εκκαθάρισης, ή έπειτα από αυτήν· ή

ii)

κατά ή μετά από την κοινοποίηση του άρθρου 5 παράγραφος 1, αλλά πριν από την ημερομηνία από την οποία παράγει αποτελέσματα η υποχρέωση εκκαθάρισης, εφόσον η εναπομένουσα διάρκεια των συμβάσεων είναι μεγαλύτερη από την ελάχιστη εναπομένουσα διάρκεια που ορίζει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο γ).

2.   Με την επιφύλαξη των τεχνικών μετριασμού του κινδύνου δυνάμει του άρθρου 11, οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που είναι συναλλαγές εντός ομίλου, όπως περιγράφονται στο άρθρο 3, δεν υπόκεινται σε υποχρέωση εκκαθάρισης.

Η εξαίρεση του πρώτου εδαφίου εφαρμόζεται μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

κατά την οποία δύο αντισυμβαλλόμενοι που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση και ανήκουν στον ίδιο όμιλο έχουν προηγουμένως κοινοποιήσει εγγράφως στις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές τους την πρόθεσή τους να χρησιμοποιήσουν την εξαίρεση για τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτονται μεταξύ αυτών. Η κοινοποίηση πραγματοποιείται τουλάχιστον 30 ημερολογιακές ημέρες πριν από τη χρήση της εξαίρεσης. Εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή αυτής της κοινοποίησης, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να προβάλουν αντιρρήσεις ως προς τη χρησιμοποίηση της εν λόγω εξαίρεσης εάν η συναλλαγή μεταξύ των αντισυμβαλλομένων δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των αρμόδιων αρχών να προβάλουν αντιρρήσεις και μετά τη λήξη της περιόδου των 30 ημερολογιακών ημερών, εφόσον έπαψαν να πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές. Αν υπάρξει διαφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να βοηθήσει τις εν λόγω αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία στο πλαίσιο των εξουσιών της που προβλέπονται από το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·

β)

στις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μεταξύ δύο αντισυμβαλλομένων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος και σε τρίτη χώρα μόνο εάν η αρμόδια για τον αντισυμβαλλόμενο που είναι εγκατεστημένος στην Ένωση αρχή του έχει επιτρέψει να εφαρμόσει την εξαίρεση αυτή εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την κοινοποίηση εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου που είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 3. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ σχετικά με την απόφαση αυτή.

3.   Οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης δυνάμει της παραγράφου 1, εκκαθαρίζονται σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια βάσει του άρθρου 14 ή έχει αναγνωρισθεί δυνάμει του άρθρου 25 ότι εκκαθαρίζει την εν λόγω κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο β).

Για τον σκοπό αυτό, ο αντισυμβαλλόμενος γίνεται εκκαθαριστικό μέλος, γίνεται πελάτης ή προβαίνει σε ρυθμίσεις έμμεσης εκκαθάρισης με εκκαθαριστικό μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι ρυθμίσεις δεν αυξάνουν τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και εξασφαλίζουν ότι τα περιουσιακά στοιχεία και οι θέσεις του αντισυμβαλλομένου απολαμβάνουν προστασία με ισοδύναμο αποτέλεσμα με εκείνο που προβλέπεται στα άρθρα 39 και 48.

4.   Προκειμένου να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων όπου προσδιορίζονται οι συμβάσεις για τις οποίες θεωρείται ότι έχουν άμεσο, ουσιαστικό και προβλέψιμο αντίκτυπο εντός της Ένωσης ή οι περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητο ή ενδείκνυται να αποφευχθεί η παράκαμψη οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) σημείο v), καθώς και οι τύποι έμμεσων συμβατικών ρυθμίσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 5

Διαδικασία υποχρέωσης εκκαθάρισης

1.   Σε περίπτωση που μια αρμόδια αρχή χορηγεί άδεια σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο προκειμένου να εκκαθαρίζει μια κατηγορία παραγώγων βάσει του άρθρου 14 ή 15, κοινοποιεί αμέσως στην ΕΑΚΑΑ την εν λόγω άδεια.

Για την εξασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων όπου καθορίζονται τα λεπτομερή στοιχεία που πρέπει να περιληφθούν στις κοινοποιήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τους ρυθμιστικούς τεχνικούς κανόνες στους οποίους αναφέρεται το δεύτερο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2.   Εντός έξι μηνών από τη λήψη της κοινοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή την ολοκλήρωση διαδικασίας αναγνώρισης όπως προβλέπεται στο άρθρο 25, η ΕΑΚΑΑ, αφού πραγματοποιήσει δημόσια διαβούλευση και ζητήσει τη γνώμη του ΕΣΣΚ και, όπου είναι ενδεδειγμένο, των αρμόδιων αρχών τρίτων χωρών καταρτίζει και υποβάλλει στην Επιτροπή προς έγκριση σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων, τα οποία καθορίζουν τα ακόλουθα:

α)

την κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που πρέπει να υπόκειται στην υποχρέωση εκκαθάρισης του άρθρου 4·

β)

την ημερομηνία (ή ημερομηνίες) από την οποία παράγει αποτελέσματα η υποχρέωση εκκαθάρισης, συμπεριλαμβανομένης ενδεχόμενης μεταβατικής φάσης, και τις κατηγορίες αντισυμβαλλομένων για τους οποίους ισχύει η υποχρέωση και

γ)

την ελάχιστη εναπομένουσα διάρκεια των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο ii).

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει κανονιστικά τεχνικά πρότυπα στα οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

3.   Η ΕΑΚΑΑ, με δική της πρωτοβουλία και κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης και διαβούλευσης με το ΕΣΣΚ και, όπου ενδείκνυται, με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, επισημαίνει, σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφος 4 στοιχεία α), β) και γ), και κοινοποιεί στην Επιτροπή τις κατηγορίες παραγώγων οι οποίες πρέπει να υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης του άρθρου 4, αλλά για τις οποίες δεν έχει ακόμη λάβει άδεια κανένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος.

Μετά την κοινοποίηση, η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει μια πρόσκληση ανάπτυξης προτάσεων για την εκκαθάριση των εν λόγω κατηγοριών παραγώγων.

4.   Με πρωταρχικό στόχο τη μείωση του συστημικού κινδύνου, στα σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων, σε ό,τι αφορά την παράγραφο 2 στοιχείο α), λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

ο βαθμός της τυποποίησης των συμβατικών όρων και των λειτουργικών διαδικασιών της συγκεκριμένης κατηγορίας εξωχρηματιστηριακών παραγώγων·

β)

ο όγκος και η ρευστότητα της συγκεκριμένης κατηγορίας εξωχρηματιστηριακών παραγώγων·

γ)

η διαθεσιμότητα δίκαιων, αξιόπιστων και γενικώς αποδεκτών πληροφοριών για τη διαμόρφωση των τιμών στη συγκεκριμένη κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων.

Κατά την εκπόνηση των εν λόγω σχεδίων κανονιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να λαμβάνει υπόψη τη διασυνδεσιμότητα μεταξύ των αντισυμβαλλομένων που χρησιμοποιούν τις σχετικές κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, τις αναμενόμενες επιπτώσεις στα επίπεδα πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου μεταξύ των αντισυμβαλλομένων καθώς και τον αντίκτυπο στον ανταγωνισμό σε ολόκληρη την Ένωση.

Προκειμένου να διασφαλισθεί η συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων εξειδικεύοντας περαιτέρω τα κριτήρια που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθενται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

5.   Στα σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων, σε ό,τι αφορά την παράγραφο 2 στοιχείο β), λαμβάνονται υπόψη τα εξής κριτήρια:

α)

ο αναμενόμενος όγκος της σχετικής κατηγορίας εξωχρηματιστηριακών παραγώγων·

β)

αν περισσότεροι από έναν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ήδη εκκαθαρίζουν την ίδια κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων·

γ)

η ικανότητα των αντίστοιχων κεντρικών αντισυμβαλλομένων να χειρισθούν τον αναμενόμενο όγκο και να διαχειριστούν τον κίνδυνο που προκύπτει από την εκκαθάριση της σχετικής κατηγορίας εξωχρηματιστηριακών παραγώγων·

δ)

το είδος και ο αριθμός των αντισυμβαλλομένων που είναι ενεργοί και αναμένεται να είναι ενεργοί στην αγορά για τη σχετική κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων·

ε)

το χρονικό διάστημα που χρειάζεται ο αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται στην υποχρέωση εκκαθάρισης για να προβεί σε ρυθμίσεις ώστε να εκκαθαρίζει τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων του μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

στ)

η διαχείριση κινδύνων και η νομική και επιχειρησιακή ικανότητα του εύρους των αντισυμβαλλομένων που ενεργοποιούνται στην αγορά για τη σχετική κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και που θα υπέκειντο σε υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1.

6.   Εάν μία κατηγορία συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων πάψει να διαθέτει κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ο οποίος να έχει λάβει άδεια ή να είναι αναγνωρισμένος ως εκκαθαριστής των συμβάσεων αυτών βάσει του παρόντος κανονισμού, παύει να αποτελεί αντικείμενο της εκκαθαριστικής υποχρέωσης του άρθρου 4 και εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 6

Δημόσιο μητρώο

1.   Η ΕΑΚΑΑ δημιουργεί, διατηρεί και τηρεί ενήμερο δημόσιο μητρώο στο οποίο θα καταχωρίζονται ορθά και με σαφήνεια οι κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης. Το δημόσιο μητρώο διατίθεται στον δικτυακό τόπο της ΕΑΚΑΑ.

2.   Το μητρώο αυτό περιλαμβάνει:

α)

τις κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 4·

β)

τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι αδειοδοτημένοι ή αναγνωρισμένοι για τους σκοπούς της υποχρέωσης εκκαθάρισης·

γ)

τις ημερομηνίες από τις οποίες η υποχρέωση εκκαθάρισης παράγει αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης τυχόν σταδιακής εφαρμογής·

δ)

τις κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που έχει επισημάνει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3·

ε)

την ελάχιστη εναπομένουσα διάρκεια των συμβάσεων παραγώγων, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο ii)·

στ)

τους αντισυμβαλλομένους που έχουν κοινοποιηθεί στην ΕΑΚΑΑ από την αρμόδια αρχή για τους σκοπούς της υποχρέωσης εκκαθάρισης και την ημερομηνία κοινοποίησης για κάθε έναν από αυτούς.

3.   Εάν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πάψει να διαθέτει άδεια ή αναγνώριση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό για την εκκαθάριση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας παραγώγων, η ΕΑΚΑΑ τον αφαιρεί αμέσως από το δημόσιο μητρώο που αφορά αυτή την κατηγορία παραγώγων.

4.   Για μία συνεπή εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των λεπτομερειών οι οποίες πρέπει να περιλαμβάνονται στο δημόσιο μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή οιαδήποτε τέτοια σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα στα οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 7

Πρόσβαση σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους

1.   Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν λάβει άδεια να εκκαθαρίζουν συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων δέχονται να εκκαθαρίζουν τις εν λόγω συμβάσεις χωρίς διακρίσεις και με διαφάνεια, ανεξαρτήτως από τους τόπους διαπραγμάτευσης.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει ο τόπος διαπραγμάτευσης να συμμορφώνεται με τις επιχειρησιακές και τεχνικές απαιτήσεις που έχουν καθοριστεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων όσον αφορά τη διαχείριση κινδύνου.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αποδέχεται ή απορρίπτει την επίσημη αίτηση πρόσβασης από τόπο διαπραγμάτευσης εντός τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης.

3.   Εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αρνηθεί την πρόσβαση στο πλαίσιο της παραγράφου 2, αιτιολογεί πλήρως τους λόγους της άρνησης αυτής στον τόπο διαπραγμάτευσης.

4.   Εκτός από την περίπτωση όπου η αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης και η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αρνούνται την πρόσβαση, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, παρέχει πρόσβαση στον τόπο διαπραγμάτευσης εντός τριών μηνών από την απόφαση με την οποία αποδέχεται την επίσημη αίτηση του τόπου διαπραγμάτευσης σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης καθώς και η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή μπορούν να αρνηθούν την πρόσβαση στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ύστερα από επίσημη αίτηση τόπου διαπραγμάτευσης, μόνο στην περίπτωση που η πρόσβαση αυτή θα μπορούσε να απειλήσει την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των αγορών ή θα επιδρούσε δυσμενώς στον συστημικό κίνδυνο.

5.   Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών, η ΕΑΚΑΑ επιλύει τυχόν διαφορές μεταξύ των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο των εξουσιών της που προβλέπονται στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 8

Πρόσβαση στον τόπο διαπραγμάτευσης

1.   Ο τόπος διαπραγμάτευσης παρέχει τα στοιχεία των συναλλαγών κατά τρόπο διαφανή και χωρίς διακρίσεις σε οιονδήποτε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει άδεια να εκκαθαρίζει εξωχρηματιστηριακές συμβάσεις παραγώγων οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αυτόν τον τόπο διαπραγμάτευσης, ύστερα από αίτηση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

2.   Σε περίπτωση κατά την οποία η αίτηση πρόσβασης στον τόπο διαπραγμάτευσης έχει υποβληθεί επισήμως σε έναν τόπο διαπραγμάτευσης από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ο τόπος διαπραγμάτευσης απαντά στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εντός τριών μηνών.

3.   Όταν ο τόπος διαπραγμάτευσης αρνείται την πρόσβαση, ενημερώνει σχετικά τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και εξηγεί πλήρως τους λόγους της άρνησης.

4.   Με την επιφύλαξη της απόφασης των αρμόδιων αρχών του τόπου διαπραγμάτευσης και του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ο τόπος διαπραγμάτευσης παρέχει πρόσβαση εντός τριών μηνών από τη θετική απάντηση στην αίτηση πρόσβασης.

Η πρόσβαση κεντρικού αντισυμβαλλομένου στον τόπο διαπραγμάτευσης παρέχεται μόνο εφόσον η πρόσβαση αυτή δεν απαιτεί διαλειτουργικότητα ή δεν απειλεί την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των αγορών, ιδίως λόγω κατακερματισμού της ρευστότητας, ο δε τόπος διαπραγμάτευσης έχει συστήσει κατάλληλους μηχανισμούς για την πρόληψη του κατακερματισμού αυτού.

5.   Για την εξασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν την έννοια του κατακερματισμού της ρευστότητας.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 9

Υποχρέωση αναφοράς

1.   Οι αντισυμβαλλόμενοι και οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι διασφαλίζουν ότι οι λεπτομερείς πληροφορίες για κάθε σύμβαση παραγώγων που έχουν συνάψει, καθώς και κάθε τροποποίηση ή λήξη της σύμβασης, αναφέρονται σε αρχείο καταγραφής συναλλαγών το οποίο έχει καταχωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 55 ή αναγνωρισθεί σύμφωνα με το άρθρο 77. Οι πληροφορίες υποβάλλονται το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα από τη σύναψη, την τροποποίηση ή τη λήξη της σύμβασης.

Η υποχρέωση αναφοράς ισχύει για συμβάσεις παραγώγων οι οποίες:

α)

συνήφθησαν πριν τις 16 Αυγούστου 2012 και παραμένουν άληκτες την ημερομηνία αυτή·

β)

συνάπτονται στις 16 Αυγούστου 2012 και έπειτα.

Αντισυμβαλλόμενος ή κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται στην υποχρέωση αναφοράς δύναται να αναθέσει κατ' εξουσιοδότηση την αναφορά των λεπτομερειών της σύμβασης παραγώγων.

Οι αντισυμβαλλόμενοι και οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι εξασφαλίζουν ότι δεν γίνεται διπλή αναφορά των λεπτομερειών σχετικά με τις συμβάσεις παραγώγων.

2.   Οι αντισυμβαλλόμενοι τηρούν αρχείο για οιαδήποτε σύμβαση παραγώγων που έχουν συνάψει και οιαδήποτε τροποποίησή της επί τουλάχιστον πέντε έτη μετά τη λήξη της σύμβασης.

3.   Σε περίπτωση που δεν υπάρχει διαθέσιμο αρχείο καταγραφής συναλλαγών για την καταγραφή των λεπτομερειών μιας σύμβασης παραγώγων, οι αντισυμβαλλόμενοι και οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι διασφαλίζουν ότι αυτές οι λεπτομέρειες αναφέρονται στην ΕΑΚΑΑ.

Στην περίπτωση αυτή η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι όλες οι σχετικές οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 81 παράγραφος 3 διαθέτουν πρόσβαση σε όλες τις λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις συμβάσεις παραγώγων, ώστε να μπορούν να εκπληρώσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και εντολές τους.

4.   Αντισυμβαλλόμενος ή κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ο οποίος αναφέρει τις λεπτομερείς πληροφορίες μιας σύμβασης παραγώγων σε αρχείο καταγραφής συναλλαγών ή στην ΕΑΚΑΑ, ή σε οντότητα η οποία αναφέρει τις πληροφορίες αυτές για λογαριασμό άλλου αντισυμβαλλομένου ή κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, δεν θεωρείται ότι διαπράττει παράβαση τυχόν περιορισμού δημοσιοποίησης πληροφοριών, που επιβάλλεται από την εν λόγω σύμβαση ή από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη.

Ούτε η κοινοποιούσα οντότητα ούτε τα διευθυντικά στελέχη της ούτε οι εργαζόμενοι σε αυτήν επέχουν ευθύνη απορρέουσα από τη δημοσιοποίηση αυτή.

5.   Για να διασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να προσδιορίσει, για τις διάφορες κατηγορίες παραγώγων, τις λεπτομέρειες και τον τύπο της αναφοράς που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 3.

Οι αναφορές που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 3 καθορίζουν τουλάχιστον:

α)

τα μέρη της σύμβασης παραγώγων και, εάν είναι διαφορετικός, τον δικαιούχο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή·

β)

τα κυριότερα χαρακτηριστικά των συμβάσεων παραγώγων, συμπεριλαμβανομένου του είδους τους, της εναπομείνασας διάρκειάς τους, της θεωρητικής αξίας τους, της τιμής τους και της ημερομηνίας διακανονισμού τους.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται η εξουσία στην Επιτροπή να εκδίδει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

6.   Για να διασφαλιστούν ομοιόμορφες συνθήκες εφαρμογής των παραγράφων 1 και 3, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό:

α)

του μορφότυπου και της συχνότητας των αναφορών που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 3 για τις διάφορες κατηγορίες παραγώγων·

β)

της ημερομηνίας μέχρι την οποία πρέπει να αναφέρονται οι συμβάσεις παραγώγων, συμπεριλαμβανομένης τυχόν σταδιακής εφαρμογής για συμβάσεις που συνήφθησαν προτού αρχίσει να ισχύει η υποχρέωση αναφοράς.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 10

Μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι

1.   Σε περίπτωση που ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος λαμβάνει θέσεις σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και οι θέσεις αυτές υπερβαίνουν το κατώφλι εκκαθάρισης όπως ορίζεται στην παράγραφο 3, ο εν λόγω μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος:

α)

ενημερώνει αμέσως την ΕΑΚΑΑ και την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 5 για το γεγονός αυτό·

β)

υπάγεται σε υποχρέωση εκκαθάρισης για μελλοντικές συμβάσεις σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 4, εφόσον ο κινητός μέσος όρος της θέσης του επί 30 εργάσιμες ημέρες υπερβεί το κατώφλι εκκαθάρισης και

γ)

εκκαθαρίζει όλες τις σχετικές μελλοντικές συμβάσεις εντός τεσσάρων μηνών από τη στιγμή της υπαγωγής του στην υποχρέωση εκκαθάρισης.

2.   Ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται σε υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) και εν συνεχεία αποδεικνύει στην αρχή που έχει οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 5 ότι ο κινητός μέσος όρος της θέσης του επί 30 εργάσιμες ημέρες δεν υπερβαίνει το κατώφλι εκκαθάρισης, δεν υπόκειται πλέον στην υποχρέωση εκκαθάρισης του άρθρου 4.

3.   Κατά τον υπολογισμό των θέσεων της παραγράφου 1, ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος περιλαμβάνει όλες τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που έχουν συναφθεί από τον μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο, ή από άλλες μη χρηματοοικονομικές οντότητες εντός του ομίλου στον οποίο ανήκει ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος, οι οποίες δεν προσμετρώνται αντικειμενικά ως συμβάλλουσες στη μείωση των κινδύνων που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή με δραστηριότητα χρηματοδότησης διαθεσίμων του μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου ή του ομίλου.

4.   Προκειμένου να εξασφαλίσει συνεπή εφαρμογή αυτού του άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ και άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές, καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν:

α)

τα κριτήρια για να καθορίζεται ποιες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προσμετρώνται αντικειμενικά ως συμβάλλουσες στη μείωση των κινδύνων που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή τη δραστηριότητα χρηματοδότησης διαθεσίμων που αναφέρεται στην παράγραφο 3 και

β)

τις τιμές των κατωφλίων εκκαθάρισης, οι οποίες καθορίζονται λαμβανομένης υπόψη της συστημικής σημασίας του αθροίσματος των καθαρών θέσεων και της έκθεσης ανά αντισυμβαλλόμενο και ανά κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων.

Η ΕΑΚΑΑ αφού διεξάγει προηγουμένως ανοικτή δημόσια διαβούλευση, υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Κατόπιν διαβούλευσης με το ΕΣΚΤ και άλλες αρμόδιες αρχές, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει περιοδικά τα κατώφλια και, όπου είναι αναγκαίο, προτείνει κανονιστικά τεχνικά πρότυπα για την τροποποίησή τους.

5.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια αρχή ως υπεύθυνη να διασφαλίζει την τήρηση της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 11

Τεχνικές μείωσης κινδύνου για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο

1.   Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι και οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι, οι οποίοι συνάπτουν σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζεται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εξασφαλίζουν, επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, να διατίθενται ενδεδειγμένες διαδικασίες και ρυθμίσεις για τη μέτρηση, την παρακολούθηση και το μετριασμό του λειτουργικού κινδύνου και του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

α)

την έγκαιρη επιβεβαίωση, ενδεχομένως με ηλεκτρονικά μέσα, των όρων της σχετικής σύμβασης εξωχρηματιστηριακών παραγώγων·

β)

τυποποιημένες διαδικασίες που είναι άρτιες, ανθεκτικές και ελέγξιμες για τη συμφωνία χαρτοφυλακίων, για τη διαχείριση του συναφούς κινδύνου και για τον έγκαιρο εντοπισμό των διαφορών μεταξύ των μερών και την επίλυσή τους, καθώς και για την παρακολούθηση της αξίας των άληκτων συμβάσεων.

2.   Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι και οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που αναφέρονται στο άρθρο 10 αποτιμούν σε αγοραίες αξίες σε καθημερινή βάση την αξία των άληκτων συμβάσεων. Σε περίπτωση που οι συνθήκες της αγοράς εμποδίζουν την αποτίμηση σε αγοραίες αξίες, χρησιμοποιείται αξιόπιστη και συνετή αποτίμηση βάσει υποδείγματος θεωρητικών τιμών.

3.   Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι πρέπει να διαθέτουν διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου που απαιτούν την έγκαιρη, επακριβή και κατάλληλα διαχωρισμένη ανταλλαγή παροχής ασφάλειας όσον αφορά τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτονται πριν ή μετά τις 16 Αυγούστου 2012 ή έπειτα από αυτήν. Οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που προβλέπονται στο άρθρο 10 πρέπει να διαθέτουν διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου που απαιτούν την έγκαιρη, ακριβή και κατάλληλα διαχωρισμένη ανταλλαγή ασφάλειας όσον αφορά τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτονται την ημερομηνία της υπέρβασης του κατωφλίου εκκαθάρισης ή έπειτα από αυτήν.

4.   Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι κατέχουν επαρκή και αναλογικά κεφάλαια για τη διαχείριση του κινδύνου που δεν καλύπτεται από ενδεδειγμένη ανταλλαγή ασφάλειας.

5.   Η απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει για συναλλαγή εντός ομίλου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3, η οποία συνάπτεται από αντισυμβαλλόμενους εγκατεστημένους στο ίδιο κράτος μέλος, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

6.   Η συναλλαγή εντός ομίλου που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) ή γ), η οποία συνάπτεται από αντισυμβαλλόμενους εγκατεστημένους σε διαφορετικά κράτη μέλη, εξαιρείται εν όλω ή εν μέρει από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, βάσει θετικής απόφασης και των δύο οικείων αρμόδιων αρχών, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α)

οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου των αντισυμβαλλομένων είναι δεόντως ορθές, εύρωστες και συνεπείς με το επίπεδο πολυπλοκότητας της συναλλαγής παραγώγων·

β)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές δεν εκδώσουν θετική απόφαση εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή της αίτησης εξαίρεσης, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να βοηθήσει τις αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας της διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

7.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 1 συναλλαγή εντός ομίλου η οποία συνάπτεται μεταξύ μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων εγκατεστημένων σε διαφορετικά κράτη μέλη εξαιρείται από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι διαδικασίες διαχείρισης των κινδύνων των αντισυμβαλλομένων είναι δεόντως ορθές, άρτιες και συνεπείς με το επίπεδο πολυπλοκότητας της συναλλαγής παραγώγων·

β)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι κοινοποιούν την πρόθεσή τους να εφαρμόσουν την εξαίρεση στις αρμόδιες αρχές του άρθρου 10 παράγραφος 5. Η εξαίρεση είναι έγκυρη εκτός εάν μία από τις αρμόδιες αρχές προς τις οποίες έγινε η κοινοποίηση δηλώσει, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης, ότι κατά την κρίση της δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α) ή β) του πρώτου εδαφίου.

8.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία α) ως δ) συναλλαγή εντός ομίλου η οποία συνάπτεται από έναν αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο στην Ένωση και έναν αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο σε δικαιοδοσία τρίτης χώρας εξαιρείται εν όλω ή εν μέρει από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, βάσει θετικής απόφασης της οικείας αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του αντισυμβαλλομένου ο οποίος είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου των αντισυμβαλλομένων είναι δεόντως ορθές, εύρωστες και συνεπείς με το επίπεδο πολυπλοκότητας της συναλλαγής παραγώγων·

β)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

9.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 1 συναλλαγή εντός ομίλου η οποία συνάπτεται από έναν μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο στην Ένωση και έναν αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο σε περιοχή δικαιοδοσίας τρίτης χώρας εξαιρείται από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου των αντισυμβαλλομένων είναι δεόντως ορθές, εύρωστες και συνεπείς με το επίπεδο πολυπλοκότητας της συναλλαγής παραγώγων·

β)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος κοινοποιεί την πρόθεσή του να εφαρμόσει την εξαίρεση στις αρμόδιες αρχές του άρθρου 10 παράγραφος 5. Η εξαίρεση είναι έγκυρη εκτός εάν οιαδήποτε από τις αρμόδιες αρχές προς τις οποίες έγινε η κοινοποίηση δηλώσει, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης, ότι κατά την κρίση της δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α) ή β) του πρώτου εδαφίου.

10.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 1 συναλλαγή εντός ομίλου η οποία συνάπτεται από έναν μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο και έναν χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένους σε διαφορετικά κράτη μέλη εξαιρείται εν όλω ή εν μέρει από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, βάσει θετικής απόφασης της οικείας αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλόμενου, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α)

οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου των αντισυμβαλλομένων είναι δεόντως ορθές, εύρωστες και συνεπείς με το επίπεδο πολυπλοκότητας της συναλλαγής παραγώγων·

β)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Η οικεία αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλόμενου κοινοποιεί κάθε τέτοια απόφαση στην αρμόδια αρχή του άρθρου 10 παράγραφος 5. Η εξαίρεση είναι έγκυρη εκτός αν η αρμόδια αρχή προς την οποία έγινε η κοινοποίηση θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α) ή β) του πρώτου εδαφίου. Αν υπάρξει διαφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να βοηθήσει τις εν λόγω αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία στο πλαίσιο των εξουσιών της που προβλέπονται από το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

11.   Ο αντισυμβαλλόμενος στη συναλλαγή εντός ομίλου ο οποίος εξαιρέθηκε από την απαίτηση που θεσπίζεται στην παράγραφο 3 δημοσιοποιεί τις πληροφορίες σχετικά με την εξαίρεση.

Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ οιαδήποτε απόφαση έχει εγκριθεί δυνάμει των παραγράφων 6, 8 ή 10, ή οιαδήποτε κοινοποίηση έχει λάβει δυνάμει των παραγράφων 7, 9 ή 10, και παρέχει στην ΕΑΚΑΑ λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την αντίστοιχη συναλλαγή εντός ομίλου.

12.   Οι υποχρεώσεις που περιγράφονται στις παραγράφους 1 ως 11 εφαρμόζονται σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που έχουν συναφθεί ανάμεσα σε οντότητες τρίτων χωρών οι οποίες θα υπέκειντο στις υποχρεώσεις αυτές αν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, με την προϋπόθεση ότι οι συμβάσεις αυτές έχουν άμεσο, ουσιαστικό και προβλέψιμο αντίκτυπο εντός της Ένωσης ή σε περίπτωση που τέτοια υποχρέωση είναι απαραίτητη ή ενδείκνυται για να αποφευχθεί η προσπάθεια παράκαμψης οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

13.   Η ΕΑΚΑΑ παρακολουθεί τακτικά τη δραστηριότητα σε παράγωγα που δεν είναι επιλέξιμα για εκκαθάριση, προκειμένου να εντοπίζει περιπτώσεις όπου μια συγκεκριμένη κατηγορία παραγώγων μπορεί να ενέχει συστημικό κίνδυνο και να αποτρέπει καταχρηστικές επιλογές του ευνοϊκότερου ρυθμιστικού καθεστώτος μεταξύ εκκαθαριζόμενων και μη εκκαθαριζόμενων συναλλαγών σε παράγωγα. Ειδικότερα η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, αναλαμβάνει δράσεις σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3 ή επανεξετάζει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αφορούν τις απαιτήσεις παροχής περιθωρίου ασφαλείας που θεσπίζονται στην παράγραφο 14 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 41.

14.   Προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνεπή εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που αφορούν:

α)

τις διαδικασίες και ρυθμίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)

τις συνθήκες της αγοράς που παρακωλύουν την αποτίμηση με βάση αγοραίες αξίες και τα κριτήρια για τη χρήση αποτίμησης βάσει υποδείγματος θεωρητικών τιμών η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 2·

γ)

τα στοιχεία των συναλλαγών εντός ομίλου που εξαιρέθηκαν, τα οποία πρέπει να συμπεριληφθούν στην κοινοποίηση που αναφέρεται στις παραγράφους 7, 9 και 10·

δ)

τα λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις συναλλαγές εντός ομίλου που εξαιρέθηκαν τα οποία προβλέπονται στην παράγραφο 11·

ε)

τις συμβάσεις οι οποίες θεωρείται ότι έχουν άμεσο, ουσιαστικό και προβλέψιμο αντίκτυπο εντός της Ένωσης ή τις περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητο ή ενδείκνυται να αποφευχθεί η παράκαμψη οποιασδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 12.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

15.   Για την εξασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, οι ΕΕΑ καταρτίζουν κοινά σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που να διευκρινίζουν τα εξής:

α)

τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου, περιλαμβανομένων των επιπέδων και του είδους της παρεχόμενης ασφάλειας καθώς και των ρυθμίσεων διαχωρισμού που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με την παράγραφο 3·

β)

το ύψος του κεφαλαίου που απαιτείται για τη συμμόρφωση με την παράγραφο 4·

γ)

τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν οι αντισυμβαλλόμενοι και οι οικείες αρμόδιες αρχές κατά την εφαρμογή εξαιρέσεων δυνάμει των παραγράφων 6 έως 10·

δ)

τα ισχύοντα κριτήρια των παραγράφων 5 έως 10, με ειδική αναφορά στο τι πρέπει να θεωρείται ως πρακτικό ή νομικό εμπόδιο στην άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

Οι ΕΕΑ υποβάλλουν στην Επιτροπή τα εν λόγω κοινά σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανάλογα με τη νομική φύση του αντισυμβαλλομένου, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα είτε με τα άρθρα 10 έως 14 των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ή (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 12

Κυρώσεις

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης των κανόνων του παρόντος τίτλου και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζεται η εφαρμογή τους. Οι κυρώσεις αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον διοικητικά πρόστιμα. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των χρηματοοικονομικών και, ενδεχομένως, των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων δημοσιοποιούν κάθε κύρωση που έχει επιβληθεί για παραβάσεις των άρθρων 4, 5 και 7 έως 11, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή ενδέχεται να διαταράξει σοβαρά τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή να προκαλέσει δυσανάλογη ζημία στα ενδιαφερόμενα μέρη. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τακτικές εκθέσεις αξιολόγησης για την αποτελεσματικότητα των εφαρμοζόμενων κανόνων επιβολής κυρώσεων. Η γνωστοποίηση και δημοσίευση αυτή δεν περιλαμβάνει προσωπικά δεδομένα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο α) της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

Έως τις 17 Φεβρουαρίου 2013, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τους κανόνες που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

3.   Η παράβαση των κανόνων που ορίζονται στον παρόντα τίτλο δεν επηρεάζει την ισχύ των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων ούτε τη δυνατότητα των συμβαλλομένων να επιβάλλουν την εφαρμογή των όρων των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων. Η παράβαση των κανόνων που ορίζονται στον παρόντα τίτλο δεν γεννά δικαίωμα αποζημίωσης από συμβαλλόμενο μέρος σε σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων.

Άρθρο 13

Μηχανισμοί για την αποφυγή αλληλεπικαλυπτόμενων ή αλληλοσυγκρουόμενων ρυθμίσεων

1.   Η ΕΑΚΑΑ συντρέχει την Επιτροπή στην παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή διεθνώς των αρχών που ορίζονται στα άρθρα 4, 9, 10 και 11, ιδίως όσον αφορά τυχόν αλληλεπικαλυπτόμενες ή αλληλοσυγκρουόμενες απαιτήσεις για τους συμμετέχοντες στην αγορά, και υποβάλλουν συστάσεις για ενδεχόμενες ενέργειες.

2.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες δηλώνει ότι οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις καθώς και οι ρυθμίσεις επιβολής της νομοθεσίας τρίτης χώρας:

α)

ισοδυναμούν με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό δυνάμει των άρθρων 4, 9, 10 και 11·

β)

εξασφαλίζουν προστασία του επαγγελματικού απορρήτου ισοδύναμη με τις ρυθμίσεις του παρόντος κανονισμού και

γ)

εφαρμόζονται και επιβάλλονται αποτελεσματικά και με δίκαιο και μη στρεβλωτικό τρόπο ώστε να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική εποπτεία και εφαρμογή των κανόνων στην εν λόγω τρίτη χώρα.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 86 παράγραφος 2.

3.   Η εκτελεστική πράξη περί ισοδυναμίας, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2, σημαίνει ότι για τους αντισυμβαλλομένους που προβαίνουν σε συναλλαγή η οποία υπόκειται στον παρόντα κανονισμό θα θεωρείται πως έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που περιγράφονται στα άρθρα 4, 9, 10 και 11 εφόσον ένας τουλάχιστον αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος στην εν λόγω τρίτη χώρα.

4.   Η Επιτροπή, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, παρακολουθεί την εκ μέρους τρίτων χωρών, για τις οποίες έχει εκδοθεί εκτελεστική πράξη σχετικά με την ισοδυναμία, αποτελεσματική εφαρμογή των απαιτήσεων που ισοδυναμούν με αυτές που καθορίζονται στα άρθρα 4, 9, 10 και 11 και υποβάλλει τακτικά, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Σε περίπτωση που η έκθεση αποκαλύπτει ανεπαρκή ή ασυνεπή εφαρμογή των απαιτήσεων περί ισοδυναμίας από αρχές της τρίτης χώρας, η Επιτροπή, εντός 30 ημερολογιακών ημερών μετά την παρουσίαση της έκθεσης, παύει να αναγνωρίζει ως ισοδύναμο το νομικό πλαίσιο της εν λόγω τρίτης χώρας. Σε περίπτωση που αποσυρθεί εκτελεστική πράξη περί ισοδυναμίας, οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται εκ νέου αυτομάτως σε όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΑΔΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Όροι και διαδικασίες για την άδεια λειτουργίας κεντρικού αντισυμβαλλομένου

Άρθρο 14

Άδεια λειτουργίας κεντρικού αντισυμβαλλομένου

1.   Σε περίπτωση που νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση σκοπεύει να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει αίτηση για άδεια λειτουργίας στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος («αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή»), σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17.

2.   Μόλις χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 17, η εν λόγω άδεια ισχύει για ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης.

3.   Η άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 χορηγείται μόνο για δραστηριότητες που συνδέονται με την εκκαθάριση και διευκρινίζει τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες τις οποίες επιτρέπεται να παρέχει ή να ασκεί ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτονται από παρόμοια άδεια.

4.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί ανά πάσα στιγμή τους αναγκαίους όρους χορήγησης της άδειας λειτουργίας.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στις αρμόδιες αρχές κάθε ουσιαστική μεταβολή που επηρεάζει τους όρους χορήγησης της άδειας λειτουργίας.

5.   Η άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ή να συνεχίσουν να εφαρμόζουν πρόσθετες απαιτήσεις όσον αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους, περιλαμβανομένων ορισμένων απαιτήσεων για αδειοδότηση σύμφωνα με την οδηγία 2006/48/ΕΚ.

Άρθρο 15

Επέκταση δραστηριοτήτων και υπηρεσιών

1.   Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ο οποίος επιθυμεί να επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες, που δεν καλύπτονται από την αρχική άδεια λειτουργίας, υποβάλλει αίτηση επέκτασης στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή. Η παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης για τις οποίες δεν έχει ήδη λάβει άδεια ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρείται να είναι επέκταση της άδειας αυτής.

Η επέκταση της άδειας λειτουργίας χορηγείται σύμφωνα με τη διαδικασία που θεσπίζεται στο άρθρο 17.

2.   Σε περίπτωση που κεντρικός αντισυμβαλλόμενος επιθυμεί να επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ειδοποιεί αμέσως την αρμόδια αρχή αυτού του άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 16

Απαιτήσεις κεφαλαίου

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατέχει πάγιο και διαθέσιμο αρχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον 7,5 εκατομμυρίων ευρώ.

2.   Το κεφάλαιο κεντρικού αντισυμβαλλομένου, περιλαμβανομένων των αδιανέμητων κερδών και των αποθεματικών, είναι ανάλογο του κινδύνου που απορρέει από τις δραστηριότητες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Επαρκεί ανά πάσα στιγμή για τη διασφάλιση εύτακτου τερματισμού της λειτουργίας ή αναδιάρθρωσης των δραστηριοτήτων, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, όπως και για την επαρκή προστασία του κεντρικού αντισυμβαλλομένου έναντι πιστωτικών κινδύνων, κινδύνων αντισυμβαλλομένου, κινδύνων αγοράς, λειτουργικών κινδύνων, νομικών κινδύνων και επιχειρηματικών κινδύνων που δεν καλύπτονται ήδη από συγκεκριμένους χρηματοοικονομικούς πόρους όπως αναφέρεται στα άρθρα 41 ως 44.

3.   Για την εξασφάλιση συνέπειας στην εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ και μετά από διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που να διευκρινίζουν απαιτήσεις σε σχέση με το κεφάλαιο, τα αδιανέμητα κέρδη και τα αποθεματικά του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Η ΕΑΤ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 17

Διαδικασία χορήγησης και άρνησης άδειας λειτουργίας

1.   Ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει αίτηση για χορήγηση άδειας στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος.

2.   Ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να πεισθεί η αρμόδια αρχή ότι αυτός έχει προβεί, κατά τη στιγμή χορήγησης της άδειας λειτουργίας, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει αμέσως όλες τις πληροφορίες που λαμβάνει από τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο στην ΕΑΚΑΑ και το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1.

3.   Εντός 30 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης, η αρμόδια αρχή εκτιμά αν η αίτηση είναι πλήρης. Εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος οφείλει να παράσχει τις πρόσθετες πληροφορίες. Όταν εκτιμήσει ότι μια αίτηση είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή ενημερώνει καταλλήλως τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, τα μέλη του σώματος που συστάθηκε βάσει του άρθρου 18 παράγραφος 1 και την ΕΑΚΑΑ.

4.   Η αρμόδια αρχή χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνον εάν έχει πεισθεί απολύτως ότι ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ανακοινώνεται ως σύστημα σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ.

Η αρμόδια για τον αντισυμβαλλόμενο αρχή εξετάζει δεόντως τη γνώμη στην οποία καταλήγει το σώμα σύμφωνα με το άρθρο 19. Εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή δεν συμφωνεί με θετική γνώμη του σώματος, η απόφασή της περιέχει πλήρη αιτιολόγηση και παρέχει επεξήγηση κάθε τυχόν σημαντικής απόκλισης από την εν λόγω θετική γνώμη του.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν λαμβάνει άδεια λειτουργίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες όλα τα μέλη του σώματος, εξαιρουμένων των αρχών του κράτους μέλους εγκατάστασης του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, καταλήξουν σε κοινή γνώμη με αμοιβαία συμφωνία, δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 1, βάσει της οποίας ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν λαμβάνει άδεια λειτουργίας. Η γνώμη αυτή υποβάλλεται γραπτώς και περιέχει πλήρη και λεπτομερή αιτιολόγηση των λόγων για τους οποίους το σώμα θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης.

Εφόσον δεν επιτευχθεί κοινή γνώμη με αμοιβαία συμφωνία, όπως προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο, και εφόσον η πλειοψηφία των δύο τρίτων του σώματος έχει εκφέρει αρνητική γνώμη, οποιαδήποτε από τις οικείες αρμόδιες αρχές, βασιζόμενη στην πλειοψηφία των δύο τρίτων του σώματος, μπορεί, εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την έκδοση της αρνητικής γνώμης, να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η αρνητική απόφαση που προβλέπεται στο τέταρτο εδάφιο αναφέρει γραπτώς την πλήρη και λεπτομερή αιτιολόγηση των λόγων για τους οποίους τα οικεία μέλη του σώματος θεωρούν ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αναβάλλει την απόφαση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και αναμένει την απόφαση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας που μπορεί να λάβει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΚΑΑ μετά την παρέλευση της προθεσμίας 30 ημερών που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο.

Εφόσον όλα τα μέλη του σώματος, εξαιρουμένων των αρχών του κράτος μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, καταλήξουν σε κοινή γνώμη με αμοιβαία συμφωνία με βάση το άρθρο 19 παράγραφος 1, ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν θα λάβει άδεια λειτουργίας, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαβιβάζει την απόφαση στις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.

5.   Η ΕΑΚΑΑ ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σε περίπτωση που η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή δεν έχει εφαρμόσει τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού ή τις έχει εφαρμόσει με τρόπο που φαίνεται ότι αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης.

Η ΕΑΚΑΑ δύναται να ερευνήσει πιθανή παραβίαση ή μη εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της Ένωσης ύστερα από αίτηση οιουδήποτε μέλους του σώματος ή με δική της πρωτοβουλία, αφού ενημερώσει την αρμόδια για τον αντισυμβαλλόμενο αρχή.

6.   Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, καμία πράξη μέλους του σώματος δεν εισαγάγει, έμμεσα ή άμεσα, διακρίσεις κατά κράτους μέλους ή ομάδας κρατών μελών ως τόπου παροχής υπηρεσιών εκκαθάρισης σε οποιοδήποτε νόμισμα.

7.   Εντός έξι μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης, η αρμόδια αρχή ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, με πλήρη αιτιολόγηση, αν έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας ή όχι.

Άρθρο 18

Σώματα

1.   Εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την υποβολή πλήρους αίτησης σύμφωνα με το άρθρο 17, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή του συγκροτεί σώμα, το οποίο διευθύνει και του οποίου προεδρεύει, προκειμένου να διευκολυνθεί η εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 15, 17, 49, 51 και 54.

2.   Το σώμα απαρτίζεται από:

α)

την ΕΑΚΑΑ·

β)

την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή·

γ)

τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των εκκαθαριστικών μελών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου τα οποία είναι εγκατεστημένα στα τρία κράτη μέλη με τις υψηλότερες εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 42, επί συνολικής βάσεως για περίοδο ενός έτους·

δ)

τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης που εξυπηρετούνται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·

ε)

τις αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχουν καθιερωθεί ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας·

στ)

τις αρμόδιες αρχές που έχουν υπό την εποπτεία τους κεντρικά αποθετήρια τίτλων με τα οποία είναι συνδεδεμένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος·

ζ)

όσα μέλη του ΕΣΚΤ είναι υπεύθυνα για την επίβλεψη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και όσα μέλη του ΕΣΚΤ είναι υπεύθυνα για την επίβλεψη των κεντρικών αντισυμβαλλομένων με τους οποίους έχουν καθιερωθεί ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας·

η)

τις κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν τα πιο σχετικά νομίσματα της Ένωσης ως προς τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκκαθαρίζονται.

3.   Η αρμόδια αρχή κράτους μέλους που δεν είναι μέλος του σώματος δύναται να ζητεί από το σώμα κάθε πληροφορία που την ενδιαφέρει προς εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων.

4.   Το σώμα, υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των αρμοδίων αρχών δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διασφαλίζει:

α)

την κατάρτιση της γνώμης που προβλέπεται στο άρθρο 19·

β)

την ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 84·

γ)

συμφωνία για την εκούσια ανάθεση καθηκόντων στα μέλη της·

δ)

τον συντονισμό των προγραμμάτων εποπτικών ελέγχων, βάσει της αξιολόγησης κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και

ε)

τον καθορισμό διαδικασιών και την κατάρτιση σχεδίων απρόοπτων γεγονότων για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 24.

5.   Η συγκρότηση και η λειτουργία του σώματος βασίζεται σε γραπτή συμφωνία μεταξύ όλων των μελών του.

Στη συμφωνία καθορίζονται οι πρακτικές ρυθμίσεις λειτουργίας του σώματος, μεταξύ άλλων οι λεπτομερείς κανόνες που διέπουν τις διαδικασίες ψηφοφορίας, όπως προβλέπονται στο άρθρο 19 παράγραφος 3, και μπορεί να προσδιορίζονται τα καθήκοντα που πρόκειται να ανατεθούν στην αρμόδια αρχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή σε άλλο μέλος του σώματος.

6.   Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνεπής και συνεκτική λειτουργία των σωμάτων στο σύνολο της Ένωσης, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους τα νομίσματα της Ένωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο η) πρέπει να θεωρούνται ως τα πλέον σχετικά και τις λεπτομέρειες των πρακτικών ρυθμίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 5.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή σχέδιο των εν λόγω κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 19

Γνώμη του σώματος

1.   Εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 17, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή διενεργεί αξιολόγηση του κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και υποβάλλει έκθεση στο σώμα.

Εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή της, και με βάση τα πορίσματα της έκθεσης αυτής, το σώμα καταλήγει σε κοινή γνώμη σχετικά με το κατά πόσον ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 17 παράγραφος 4 τέταρτο εδάφιο και εάν δεν καταλήξει σε κοινή γνώμη, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, το σώμα, εντός της ίδιας χρονικής περιόδου, εγκρίνει πλειοψηφική γνώμη.

2.   Η ΕΑΚΑΑ διευκολύνει την έκδοση της κοινής γνώμης σύμφωνα με τον γενικό συντονιστικό της ρόλο δυνάμει του άρθρου 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

3.   Η πλειοψηφική γνώμη του σώματος εγκρίνεται με απλή πλειοψηφία των μελών του. Για σώματα με 12 ή λιγότερα μέλη, έως δύο μέλη του σώματος που ανήκουν στο ίδιο κράτος μέλος διαθέτουν ψήφο και κάθε μέλος με δικαίωμα ψήφου διαθέτει μία μόνο ψήφο. Όσον αφορά τα σώματα με περισσότερα από 12 μέλη, έως τρία μέλη που ανήκουν στο ίδιο κράτος μέλος διαθέτουν ψήφο και κάθε μέλος με δικαίωμα ψήφου διαθέτει μία μόνο ψήφο. Η ΕΑΚΑΑ δεν διαθέτει δικαίωμα ψήφου για τις γνώμες του σώματος.

Άρθρο 20

Ανάκληση αδείας

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 22 παράγραφος 3, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ανακαλεί την άδεια σε περίπτωση που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος:

α)

δεν έχει κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός 12 μηνών, παραιτείται ρητώς από αυτήν ή δεν έχει παράσχει υπηρεσίες ούτε έχει ασκήσει δραστηριότητες κατά το προηγούμενο εξάμηνο·

β)

έλαβε άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο·

γ)

δεν πληροί πλέον τους όρους βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια και δεν πραγματοποίησε τις διορθωτικές ενέργειες που ζήτησε η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή μέσα σε ορισμένο χρονικό πλαίσιο·

δ)

έχει διαπράξει σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις οποιασδήποτε από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Αν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή θεωρεί ότι συντρέχει μία από τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ενημερώνει αναλόγως εντός πέντε εργάσιμων ημερών την ΕΑΚΑΑ και τα μέλη του σώματος.

3.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή διαβουλεύεται με τα μέλη του σώματος σχετικά με την αναγκαιότητα να ανακληθεί η άδεια του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκτός εάν η απόφαση αυτή χρειάζεται να ληφθεί επειγόντως.

4.   Οποιοδήποτε μέλος του σώματος δύναται, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή να εξετάσει κατά πόσον ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εξακολουθεί να πληροί τους όρους βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια.

5.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή δύναται να περιορίσει την ανάκληση σε συγκεκριμένη υπηρεσία, δραστηριότητα ή κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων.

6.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αποστέλλει στην ΕΑΚΑΑ και στα μέλη του σώματος την πλήρως αιτιολογημένη απόφασή της, η οποία λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες επιφυλάξεις των μελών του σώματος.

7.   Η απόφαση για ανάκληση της άδειας ισχύει σε ολόκληρη την Ένωση.

Άρθρο 21

Επανεξέταση και αξιολόγηση

1.   Με την επιφύλαξη του ρόλου του σώματος, οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 22 επανεξετάζουν τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ώστε να συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό και αξιολογούν τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι.

2.   Η επανεξέταση και η αξιολόγηση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καλύπτουν όλες τις απαιτήσεις για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, οι οποίες αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό.

3.   Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν τη συχνότητα και το βάθος της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σπουδαιότητα, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του υπό εξέταση κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Η επανεξέταση και αξιολόγηση επικαιροποιούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε επιτόπιες επιθεωρήσεις.

4.   Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν το σώμα τακτικά και τουλάχιστον μία φορά ετησίως, σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασης και της αξιολόγησης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών ενεργειών ή κυρώσεων.

5.   Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που δεν πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού να προβεί εγκαίρως στις απαραίτητες ενέργειες ή να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αντιμετωπισθεί η κατάσταση.

6.   Η ΕΑΚΑΑ επιτελεί συντονιστικό ρόλο μεταξύ των αρμόδιων αρχών και μεταξύ των σωμάτων, με στόχο την οικοδόμηση κοινής εποπτικής νοοτροπίας και συνεπών εποπτικών πρακτικών που εξασφαλίζουν ομοιόμορφες διαδικασίες και συνεπείς προσεγγίσεις και ενισχύουν τη συνέπεια των εποπτικών αποτελεσμάτων.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, η ΕΑΚΑΑ:

α)

πραγματοποιεί ανάλυση από ομότιμους για όλες τις εποπτικές δραστηριότητες όλων των αρμόδιων αρχών σε σχέση με την αδειοδότηση και την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και

β)

προωθεί και συντονίζει σε επίπεδο Ένωσης εκτιμήσεις της αντοχής των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Σε περίπτωση που, με την αξιολόγηση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο β), διαπιστωθούν αδυναμίες στην αντοχή ενός ή περισσότερων κεντρικών αντισυμβαλλομένων, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει τις αναγκαίες συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εποπτεία και επίβλεψη των κεντρικών αντισυμβαλλομένων

Άρθρο 22

Αρμόδια αρχή

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει την αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό όσον αφορά την άδεια λειτουργίας και την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του, και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ.

Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος ορίζει περισσότερες της μίας αρμόδιες αρχές, προσδιορίζει σαφώς τους αντίστοιχους ρόλους και ορίζει μία και μόνη αρχή ως υπεύθυνη για τον συντονισμό της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών με την Επιτροπή, την ΕΑΚΑΑ, τις άλλες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, την ΕΑΤ και τα σχετικά μέλη του ΕΣΚΤ σύμφωνα με τα άρθρα 23, 24, 83 και 84.

2.   Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι η αρμόδια αρχή διαθέτει τις εξουσίες εποπτείας και έρευνας που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.

3.   Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει τη δυνατότητα λήψης ή επιβολής κατάλληλων διοικητικών μέτρων, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων υπεύθυνων για μη συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό.

Τα μέτρα αυτά θα είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά και δύνανται να περιλαμβάνουν αίτηση πραγματοποίησης διορθωτικών ενεργειών μέσα σε ορισμένο χρονικό πλαίσιο.

4.   Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο κατάλογο των αρμοδίων αρχών που έχουν οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Συνεργασία

Άρθρο 23

Συνεργασία μεταξύ αρχών

1.   Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, με την ΕΑΚΑΑ, και, εν ανάγκη, με το ΕΣΚΤ.

2.   Κατά την άσκηση των γενικών καθηκόντων τους, οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν δεόντως τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε όλα τα άλλα σχετικά κράτη μέλη και, ιδίως, τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που αναφέρονται στο άρθρο 24, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες τη δεδομένη στιγμή.

Άρθρο 24

Καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ή οιαδήποτε άλλη αρχή ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ, το σώμα, τα οικεία μέλη του ΕΣΚΤ και τις λοιπές οικείες αρχές, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σχετικά με οποιαδήποτε κατάσταση έκτακτης ανάγκης που αφορά κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, μεταξύ άλλων για τις εξελίξεις στις χρηματαγορές οι οποίες ενδέχεται να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα της αγοράς και στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε κάποιο από τα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή κάποιο από τα εκκαθαριστικά του μέλη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Σχέσεις με τρίτες χώρες

Άρθρο 25

Αναγνώριση κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας

1.   Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα δύναται να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης σε εκκαθαριστικά μέλη ή τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση μόνον εάν ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι αναγνωρισμένος από την ΕΑΚΑΑ.

2.   Η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 3, μπορεί να αναγνωρίζει κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα ο οποίος έχει ζητήσει την αναγνώριση αυτή για την παροχή ορισμένων υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων εκκαθάρισης, εφόσον:

α)

η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 6·

β)

ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα και υπόκειται σε αποτελεσματική εποπτεία και πλαίσιο επιβολής που εξασφαλίζουν πλήρη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που εφαρμόζονται σε αυτή την τρίτη χώρα·

γ)

έχουν καθιερωθεί ρυθμίσεις συνεργασίας, σύμφωνα με την παράγραφο 7·

δ)

ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος ή έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα η οποία θεωρείται ότι διαθέτει ισοδύναμα συστήματα με εκείνα της Ένωσης για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στην κοινή συνεννόηση μεταξύ κρατών μελών ως προς την ισοδυναμία τρίτης χώρας δυνάμει της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (29).

3.   Κατά την εκτίμηση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με:

α)

την αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους στο οποίο ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει ή σκοπεύει να παράσχει υπηρεσίες εκκαθάρισης και το οποίο έχει επιλέξει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος·

β)

τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των εκκαθαριστικών μελών του κεντρικού αντισυμβαλλομένου τα οποία είναι εγκατεστημένα στα τρία κράτη μέλη τα οποία πραγματοποιούν ή θα πραγματοποιούν κατά τις προβλέψεις του κεντρικού αντισυμβαλλομένου τις υψηλότερες εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 42, αθροιστικά για περίοδο ενός έτους·

γ)

τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης που βρίσκονται στην Ένωση και που εξυπηρετούνται ή πρόκειται να εξυπηρετούνται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·

δ)

τις αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση και με τους οποίους έχουν καθιερωθεί ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας·

ε)

τα σχετικά μέλη του ΕΣΚΤ από τα κράτη μέλη στα οποία ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει ή σκοπεύει να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης και τα σχετικά μέλη του ΕΣΚΤ που είναι υπεύθυνα για την επίβλεψη των κεντρικών αντισυμβαλλομένων με τους οποίους έχουν καθιερωθεί ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας·

στ)

τις κεντρικές τράπεζες που εκδίδουν τα πλέον σχετικά νομίσματα της Ένωσης ως προς τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκκαθαρίζονται ή πρόκειται να εκκαθαρίζονται.

4.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υποβάλλει την αίτησή του στην ΕΑΚΑΑ.

Ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις αναγκαίες για την αναγνώρισή του πληροφορίες. Εντός 30 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή, η ΕΑΚΑΑ εκτιμά εάν η αίτηση είναι πλήρης. Εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η ΕΑΚΑΑ ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος οφείλει να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες.

Η απόφαση αναγνώρισης βασίζεται στις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 και είναι ανεξάρτητη από ενδεχόμενη αξιολόγηση που λαμβάνεται ως βάση για την απόφαση περί ισοδυναμίας του άρθρου 13 παράγραφος 3.

Η ΕΑΚΑΑ, πριν λάβει την απόφασή της, διαβουλεύεται με τις αρχές και τις οντότητες που προβλέπονται στην παράγραφο 3.

Εντός 180 εργασίμων ημερών από την υποβολή πλήρους αίτησης, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, με πλήρως αιτιολογημένη επεξήγηση, εάν χορηγείται άδεια λειτουργίας ή όχι.

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της κατάλογο των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν αναγνωρισθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

5.   Η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με τις αρχές και τις οντότητες που προβλέπονται στην παράγραφο 3, επανεξετάζει την αναγνώριση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα σε περίπτωση επέκτασης των δραστηριοτήτων και των υπηρεσιών του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου στην Ένωση. Η επανεξέταση αυτή διενεργείται σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ανακαλέσει την αναγνώριση αυτού του κεντρικού αντισυμβαλλομένου εφόσον δεν πληρούνται πλέον οι όροι της παραγράψου 2 καθώς και σε όμοιες περιπτώσεις με εκείνες που περιγράφονται στο άρθρο 20.

6.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, αναγνωρίζοντας ότι οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις τρίτης χώρας εξασφαλίζουν ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε αυτή την τρίτη χώρα συμμορφώνονται προς νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις οι οποίες είναι ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στον τίτλο IV του παρόντος κανονισμού, ότι οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή του νόμου σε αυτή την τρίτη χώρα επί συνεχούς βάσεως και ότι το νομικό πλαίσιο της εν λόγω τρίτης χώρας προβλέπει αποτελεσματικό ισοδύναμο σύστημα για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του νομικού συστήματος τρίτης χώρας.

7.   Η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε ρυθμίσεις συνεργασίας με τις σχετικές αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών των οποίων το νομοθετικό και εποπτικό πλαίσιο έχει αναγνωριστεί ως ισοδύναμο με τον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με την παράγραφο 6. Οι σχετικές ρυθμίσεις προσδιορίζουν τουλάχιστον:

α)

τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των αρμόδιων αρχών των σχετικών τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες που ζητεί η ΕΑΚΑΑ σχετικά με κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτες χώρες·

β)

τον μηχανισμό άμεσης ειδοποίησης της ΕΑΚΑΑ σε περίπτωση που αρμόδια αρχή τρίτης χώρας κρίνει ότι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τον οποίο εποπτεύει έχει παραβεί τους όρους της άδειας λειτουργίας του ή άλλη νομοθεσία στην οποία υπάγεται·

γ)

τον μηχανισμό άμεσης ειδοποίησης της ΕΑΚΑΑ από αρμόδια αρχή τρίτης χώρας όταν σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τον οποίο εποπτεύει χορηγείται το δικαίωμα να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης σε εκκαθαριστικά μέλη ή πελάτες εγκατεστημένους στην Ένωση·

δ)

τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων συμπεριλαμβανομένων, όταν χρειάζεται, των επιτόπιων επιθεωρήσεων.

8.   Για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθοριστούν οι πληροφορίες που παρέχει ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος στην ΕΑΚΑΑ όταν υποβάλλει αίτηση αναγνώρισης.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥΣ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Οργανωτικές απαιτήσεις

Άρθρο 26

Γενικές διατάξεις

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαθέτει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες οι οποίες είναι επαρκώς αποτελεσματικές ώστε να εξασφαλίζεται συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης των διοικητικών στελεχών και των υπαλλήλων του με όλες τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διατηρεί και εφαρμόζει οργανωτική δομή η οποία διασφαλίζει τη συνέχεια και την εύρυθμη λειτουργία κατά την παροχή των υπηρεσιών και την άσκηση των δραστηριοτήτων του. Χρησιμοποιεί κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, πόρους και διαδικασίες.

4.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διατηρεί σαφή διαχωρισμό μεταξύ των γραμμών αναφοράς σε σχέση με τη διαχείριση κινδύνου, αφενός, και όσον αφορά τις άλλες εργασίες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, αφετέρου.

5.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υιοθετεί, εφαρμόζει και διατηρεί πολιτική αποδοχών η οποία προωθεί την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και η οποία δεν δημιουργεί κίνητρα χαλάρωσης των προτύπων κινδύνου.

6.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διατηρεί συστήματα τεχνολογίας των πληροφοριών κατάλληλα για τη διαχείριση της πολυπλοκότητας, της ποικιλίας και των ειδών των παρεχόμενων υπηρεσιών και των ασκούμενων δραστηριοτήτων, ούτως ώστε να κατοχυρώνονται υψηλά επίπεδα ασφαλείας, καθώς και η ακεραιότητα και η εμπιστευτικότητα των διατηρούμενων πληροφοριών.

7.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θέτει δωρεάν στη διάθεση του κοινού τις ρυθμίσεις διακυβέρνησής του, τους κανόνες που διέπουν τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και τα κριτήρια αποδοχής εκκαθαριστικών μελών.

8.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υπόκειται σε συχνούς και ανεξάρτητους ελέγχους. Τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων γνωστοποιούνται στο συμβούλιο και τίθενται στη διάθεση της αρμόδιας αρχής.

9.   Για να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που να διευκρινίζουν το ελάχιστο περιεχόμενο των κανόνων και των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 8.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 27

Ανώτατα διοικητικά στελέχη και το συμβούλιο

1.   Τα ανώτατα διοικητικά στελέχη κεντρικού αντισυμβαλλόμενου διαθέτουν επαρκή καλή φήμη και επαρκή πείρα ώστε να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαθέτει συμβούλιο. Τουλάχιστον το ένα τρίτο, και όχι λιγότερα από δύο, από τα μέλη του συμβουλίου κεντρικού αντισυμβαλλομένου είναι ανεξάρτητα. Οι εκπρόσωποι των πελατών των εκκαθαριστικών μελών προσκαλούνται στις συνεδριάσεις του συμβουλίου για ζητήματα που σχετίζονται με τα άρθρα 38 και 39. Η αμοιβή των ανεξάρτητων και των λοιπών μη εκτελεστικών μελών του συμβουλίου δεν συνδέεται με τις επιχειρηματικές επιδόσεις του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

Τα μέλη του συμβουλίου κεντρικού αντισυμβαλλομένου, συμπεριλαμβανομένων των ανεξάρτητων μελών του, διαθέτουν επαρκή καλή φήμη και κατάλληλη πείρα στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τη διαχείριση κινδύνου και τις υπηρεσίες εκκαθάρισης.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καθορίζει σαφώς τους ρόλους και τις αρμοδιότητες του συμβουλίου και θέτει στη διάθεση της αρμόδιας αρχής και των ελεγκτών τα πρακτικά των συνεδριάσεων του συμβουλίου.

Άρθρο 28

Επιτροπή κινδύνου

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συγκροτεί επιτροπή κινδύνου, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των εκκαθαριστικών μελών του, από ανεξάρτητα μέλη του συμβουλίου και από εκπροσώπους των πελατών του. Η επιτροπή κινδύνου δύναται να καλεί υπαλλήλους του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και εξωτερικούς ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες να παρίστανται σε συνεδριάσεις της, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αιτηθούν να παρίστανται σε συνεδριάσεις της επιτροπής κινδύνου, χωρίς δικαίωμα ψήφου, και να τους παρέχεται η δέουσα ενημέρωση για τις δραστηριότητες και αποφάσεις της επιτροπής κινδύνου. Οι συμβουλές της επιτροπής κινδύνου είναι ανεξάρτητες από οιαδήποτε άμεση επιρροή από τη διοίκηση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Καμιά από τις ομάδες εκπροσώπων δεν διαθέτει πλειοψηφία στην επιτροπή κινδύνου.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καθορίζει σαφώς την εντολή, τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης για την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της, τις λειτουργικές διαδικασίες, τα κριτήρια αποδοχής των μελών και τον μηχανισμό εκλογής των μελών της επιτροπής κινδύνου. Οι ρυθμίσεις διακυβέρνησης δημοσιοποιούνται και προβλέπουν, τουλάχιστον, ότι στην επιτροπή κινδύνου προεδρεύει ανεξάρτητο μέλος του συμβουλίου, ότι η επιτροπή κινδύνου αναφέρεται απ’ ευθείας στο συμβούλιο και ότι πραγματοποιεί τακτικές συνεδριάσεις.

3.   Η επιτροπή κινδύνου συμβουλεύει το συμβούλιο όσον αφορά κάθε ρύθμιση η οποία ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στη διαχείριση κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, όπως είναι ενδεχόμενη σημαντική αλλαγή στο μοντέλο κινδύνου που εφαρμόζει, οι διαδικασίες σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης, τα κριτήρια αποδοχής εκκαθαριστικών μελών, η εκκαθάριση νέων κατηγοριών μέσων ή η εξωτερική ανάθεση καθηκόντων. Δεν απαιτείται παροχή συμβουλών από την επιτροπή κινδύνου για τις καθημερινές εργασίες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Καταβάλλονται εύλογες προσπάθειες για διαβούλευση με την επιτροπή κινδύνου όσον αφορά εξελίξεις που επιδρούν στη διαχείριση κινδύνου σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

4.   Υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος των αρμοδίων αρχών να ενημερώνονται δεόντως, τα μέλη της επιτροπής κινδύνου δεσμεύονται από υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας. Εάν ο πρόεδρος της επιτροπής κινδύνου διαπιστώσει ότι ένα μέλος βρίσκεται σε κατάσταση πραγματικής ή δυνητικής σύγκρουσης συμφερόντων σε συγκεκριμένο θέμα, δεν επιτρέπεται στο εν λόγω μέλος να ψηφίσει επί του θέματος αυτού.

5.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ενημερώνει πάραυτα την αρμόδια αρχή σχετικά με κάθε απόφαση όπου το συμβούλιο αποφασίζει να μην ακολουθήσει τις συμβουλές της επιτροπής κινδύνου.

Άρθρο 29

Τήρηση αρχείων

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διατηρεί, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών, όλα τα αρχεία που αφορούν τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και τις ασκηθείσες δραστηριότητες, ούτως ώστε η αρμόδια αρχή να είναι σε θέση να παρακολουθεί τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου προς τον παρόντα κανονισμό.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διατηρεί, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών από τη λήξη μιας σύμβασης, όλες τις πληροφορίες για όλες τις συμβάσεις που έχει διεκπεραιώσει. Οι εν λόγω πληροφορίες καθιστούν δυνατό τουλάχιστον τον προσδιορισμό των αρχικών όρων μιας συναλλαγής, πριν αυτή εκκαθαρισθεί από τον σχετικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θέτει στη διάθεση της αρμόδιας αρχής, της ΕΑΚΑΑ και των σχετικών μελών του ΕΣΚΤ, κατόπιν αιτήματος, τα αρχεία και τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, καθώς και όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις θέσεις των συμβάσεων που εκκαθαρίστηκαν, ανεξαρτήτως του τόπου όπου εκτελέστηκαν οι συναλλαγές.

4.   Προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνεπή εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που να διευκρινίζουν τις λεπτομέρειες όσον αφορά τα αρχεία και τις πληροφορίες που πρέπει να διατηρούνται, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 έως 3.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

5.   Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής των παραγράφων 1 και 2, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό του μορφότυπου των αρχείων και των πληροφοριών που πρέπει να διατηρούνται.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 30

Μέτοχοι και μέλη με ειδικές συμμετοχές

1.   Η αρμόδια αρχή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εκτός εάν της γνωστοποιηθεί η ταυτότητα των μετόχων ή των μελών, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για άμεσους ή έμμεσους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών.

2.   Η αρμόδια αρχή αρνείται να χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εάν δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή των μελών που κατέχουν ειδικές συμμετοχές στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί χρηστή και συνετή διαχείριση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

3.   Εάν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η αρμόδια αρχή χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της αρμόδιας αρχής.

4.   Σε περίπτωση που τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ασκούν επιρροή η οποία είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της χρηστής και συνετής διαχείρισης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, η αρμόδια αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνεται η ανάκληση της άδειας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

5.   Η αρμόδια αρχή αρνείται να χορηγήσει άδεια λειτουργίας, εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διατηρεί στενούς δεσμούς, ή οι δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή τους, παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της αρμόδιας αρχής.

Άρθρο 31

Ενημέρωση των αρμόδιων αρχών

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κοινοποιεί στην αρμόδια για αυτόν αρχή κάθε μεταβολή στη διοίκησή του και παρέχει στην αρμόδια αρχή όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμήσει τη συμμόρφωση με το άρθρο 27 παράγραφος 1 και με το άρθρο 27 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο.

Σε περίπτωση που η συμπεριφορά μέλους του συμβουλίου είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της χρηστής και συνετής διαχείρισης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, η αρμόδια αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα, τα οποία δύναται να περιλαμβάνουν απομάκρυνση του εν λόγω μέλους από το συμβούλιο.

2.   Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (ο υποψήφιος αγοραστής), το οποίο, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, την ειδική συμμετοχή σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει το10 %, το 20 %, το 30 % ή το 50 % ή ώστε ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση (η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής), κατ’ αρχήν απευθύνει κοινοποίηση εγγράφως στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο στον οποίο επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή είτε να αυξήσει την ειδική συμμετοχή του αρχή, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τις σχετικές πληροφορίες, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 32 παράγραφος 4.

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αποφάσισε να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο (ο υποψήφιος πωλητής), κατ’ αρχάς απευθύνει κοινοποίηση εγγράφως στην αρμόδια αρχή, προσδιορίζοντας το ύψος της εν λόγω συμμετοχής του. Το εν λόγω πρόσωπο απευθύνει, ομοίως, κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές, εάν αποφασίσει να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το 10 %, το 20 %, το 30 % ή το 50 % ή τόσο ώστε ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να παύσει να είναι θυγατρική του εν λόγω προσώπου.

Η αρμόδια αρχή, πάραυτα και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο εργασίμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 3, γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή ή πωλητή ότι τις παρέλαβε.

Η αρμόδια αρχή διαθέτει μέγιστη προθεσμία 60 εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων που απαιτείται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση βάσει του καταλόγου του άρθρου 32 παράγραφος 4 (η περίοδος αξιολόγησης), προκειμένου να διενεργήσουν την αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 (η αξιολόγηση).

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον υποψήφιο αγοραστή ή πωλητή, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.

3.   Η αρμόδια αρχή δύναται, εάν είναι αναγκαίο, κατά την περίοδο αξιολόγησης αλλά όχι αργότερα από την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα αυτής, να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται εγγράφως και διευκρινίζει τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.

Η περίοδος αξιολόγησης διακόπτεται κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από την αρμόδια αρχή και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αγοραστή. Η διακοπή δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες. Η αρμόδια αρχή έχει τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλλει περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν είναι δυνατόν να συνεπάγεται διακοπή της περιόδου αξιολόγησης.

4.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να παρατείνει τη διακοπή που αναφέρεται στην παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο, έως 30 εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής ή πωλητής:

α)

είτε είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Ένωσης·

β)

είτε είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ, της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής (30), ή των οδηγιών 2002/83/ΕΚ, 2003/41/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/68/ΕΚ, 2006/48/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ ή 2011/61/ΕΕ.

5.   Εάν η αρμόδια αρχή, μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγηση, αποφασίσει να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, χωρίς να υπερβεί την περίοδο αξιολόγησης, ενημερώνει εγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή, εντός δύο εργασίμων ημερών αναφέροντας τους λόγους αυτής της απόφασης. Η αρμόδια αρχή απευθύνει στο σώμα το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 18 ανάλογη κοινοποίηση. Υπό την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου, η δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να προβαίνει στην εν λόγω δημοσιοποίηση άνευ αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή.

6.   Εάν η αρμόδια αρχή δεν αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.

7.   Η αρμόδια αρχή δύναται να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και, εάν χρειάζεται, να την παρατείνει.

8.   Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν απαιτήσεις για την κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή, και την έγκριση από αυτήν, άμεσης ή έμμεσης απόκτησης δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 32

Αξιολόγηση

1.   Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 31 παράγραφος 2 και των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 31 παράγραφος 3, η αρμόδια αρχή, προκειμένου να διασφαλίσει τη χρηστή και συνετή διοίκηση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου για τον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, αξιολογεί την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής, από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα:

α)

την εντιμότητα και την οικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή·

β)

την εντιμότητα και την πείρα οιουδήποτε ατόμου θα διευθύνει τις δραστηριότητες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής·

γ)

το κατά πόσον ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα είναι σε θέση να συμμορφώνεται και θα εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό·

δ)

το κατά πόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ, ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.

Όταν αξιολογεί τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, η αρμόδια αρχή δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται να ασκηθούν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, για τον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.

Όταν αξιολογεί την ικανότητα συμμόρφωσης του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου με τον παρόντα κανονισμό, η αρμόδια αρχή δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο κατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει τέτοια δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτών.

2.   Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1, ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις.

3.   Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που αποκτάται, ούτε επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να εξετάζουν την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.

4.   Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν κατάλογο που διευκρινίζει τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίες υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές κατά τη στιγμή της κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 2. Οι απαιτούμενες πληροφορίες είναι ανάλογες και προσαρμόζονται στη φύση του υποψηφίου αγοραστή και της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική αξιολόγηση.

5.   Παρά το άρθρο 31 παράγραφοι 2, 3 και 4, εάν κοινοποιηθούν στην αρμόδια αρχή δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών στον ίδιο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, η αρμόδια αρχή αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αγοραστές χωρίς διακρίσεις.

6.   Οι σχετικές αρμόδιες αρχές, κατά την αξιολόγηση της απόκτησης συμμετοχής, συνεργάζονται μεταξύ τους, εάν ο υποψήφιος αγοραστής είναι:

α)

άλλος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων, διαχειριστής αγοράς, διαχειριστής συστήματος διακανονισμού αξιογράφων, εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ ή ΔΟΕΕ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος·

β)

η μητρική επιχείρηση άλλου κεντρικού αντισυμβαλλομένου, πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής επιχείρησης, αντασφαλιστικής επιχείρησης, επιχείρησης επενδύσεων, διαχειριστή αγοράς, διαχειριστή συστήματος διακανονισμού αξιογράφων, εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ ή ΔΟΕΕ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος·

γ)

φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει άλλον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων, διαχειριστή αγοράς, διαχειριστή συστήματος διακανονισμού αξιόγραφων, εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ ή ΔΟΕΕ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος.

7.   Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκατέρωθεν, κάθε ουσιαστική ή σχετική πληροφορία για την αξιολόγηση της απόκτησης. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν εκατέρωθεν, κατόπιν αιτήματος, κάθε σχετική πληροφορία και διαβιβάζουν, με δική τους πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες. Στην απόφαση της αρμόδιας αρχής που έχει εκδώσει την άδεια λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, για τον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, πρέπει να επισημαίνονται τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίες εξέφρασε η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για τον υποψήφιο αγοραστή.

Άρθρο 33

Σύγκρουση συμφερόντων

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διατηρεί και εφαρμόζει αποτελεσματικές γραπτές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις, προκειμένου να εντοπίζει και να διαχειρίζεται πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ του ιδίου, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών στελεχών και των υπαλλήλων του ή κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί τους με σχέση άμεσου ή έμμεσου ελέγχου ή με άμεσους ή έμμεσους στενούς δεσμούς, και των εκκαθαριστικών μελών του ή των πελατών τους που είναι γνωστοί στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Διατηρεί και εφαρμόζει κατάλληλες διαδικασίες με σκοπό την επίλυση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων.

2.   Εάν οι οργανωτικές ή διοικητικές ρυθμίσεις του κεντρικού αντισυμβαλλομένου για τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί, με εύλογη βεβαιότητα, η πρόληψη των κίνδυνων να επηρεαστούν αρνητικά τα συμφέροντα εκκαθαριστικού μέλους ή πελάτη, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος γνωστοποιεί σαφώς στο εκκαθαριστικό μέλος τη γενική φύση ή τις πηγές συγκρούσεων συμφερόντων, προτού δεχτεί νέες συναλλαγές από το εν λόγω εκκαθαριστικό μέλος. Εάν ο πελάτης είναι γνωστός στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ενημερώνει τον πελάτη και το εκκαθαριστικό μέλος του οποίου είναι πελάτης ο ενδιαφερόμενος.

3.   Σε περίπτωση που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι μητρική ή θυγατρική επιχείρηση, οι γραπτές ρυθμίσεις λαμβάνουν επίσης υπόψη οιεσδήποτε περιστάσεις, τις οποίες γνωρίζει ή θα έπρεπε να γνωρίζει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, και οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων ως αποτέλεσμα της δομής και των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων άλλων επιχειρήσεων με τις οποίες έχει σχέση μητρικής ή θυγατρικής επιχείρησης.

4.   Οι γραπτές ρυθμίσεις που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

τις περιστάσεις που συνιστούν ή μπορούν να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων, συνεπαγόμενη ουσιαστικό κίνδυνο ζημίας των συμφερόντων ενός ή περισσοτέρων εκκαθαριστικών μελών ή πελατών·

β)

τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται και τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για τη διαχείριση της σύγκρουσης αυτής.

5.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάχρηση των πληροφοριών που διατηρούνται στα συστήματά του, και αποφεύγει τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών για άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Φυσικό πρόσωπο που έχει στενή σχέση με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή νομικό πρόσωπο που έχει σχέση μητρικής ή θυγατρικής επιχείρησης με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, δεν χρησιμοποιεί για εμπορικούς σκοπούς εμπιστευτικές πληροφορίες που καταγράφηκαν στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση από τον πελάτη στον οποίο ανήκουν οι εμπιστευτικές πληροφορίες αυτές.

Άρθρο 34

Αδιάλειπτη λειτουργία

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαμορφώνει, εφαρμόζει και διατηρεί κατάλληλη πολιτική αδιάλειπτης λειτουργίας και σχέδιο αποκατάστασης λειτουργίας μετά από καταστροφή, με σκοπό να διασφαλίσει τη διατήρηση των λειτουργιών του, την έγκαιρη αποκατάσταση των εργασιών και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Το εν λόγω σχέδιο προβλέπει τουλάχιστον την αποκατάσταση όλων των συναλλαγών κατά τη στιγμή της διακοπής, ώστε να είναι σε θέση ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να εξακολουθήσει να λειτουργεί με ασφάλεια και να ολοκληρώσει τον διακανονισμό στην καθορισμένη ημερομηνία.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεσπίζει, εφαρμόζει και διατηρεί μια κατάλληλη διαδικασία που εξασφαλίζει τον έγκαιρο και εύρυθμο διακανονισμό ή τη μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων και των θέσεων των πελατών και των εκκαθαριστικών μελών σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λόγω απόφασης δυνάμει του άρθρου 20.

3.   Για να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που να διευκρινίζουν το ελάχιστο περιεχόμενο και τις απαιτήσεις της πολιτικής για αδιάλειπτη λειτουργία και του σχεδίου αποκατάστασης μετά από καταστροφή.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 35

Εξωτερική ανάθεση

1.   Εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε εξωτερική ανάθεση επιχειρησιακών λειτουργιών, υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων, παραμένει εξ ολοκλήρου υπεύθυνος για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών του βάσει του παρόντος κανονισμού και διασφαλίζει ανά πάσα στιγμή ότι:

α)

η εξωτερική ανάθεση δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της ευθύνης του·

β)

δεν αλλοιώνονται η σχέση και οι υποχρεώσεις του κεντρικού αντισυμβαλλομένου έναντι των εκκαθαριστικών μελών του ή, ενδεχομένως, έναντι των πελατών τους·

γ)

δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά οι όροι χορήγησης άδειας λειτουργίας στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·

δ)

η εξωτερική ανάθεση δεν εμποδίζει την άσκηση των καθηκόντων εποπτείας και επίβλεψης, συμπεριλαμβανομένης της επιτόπιας πρόσβασης για την απόκτηση σχετικών πληροφοριών που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων αυτών·

ε)

η εξωτερική ανάθεση δεν έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τα αναγκαία συστήματα και μέσα ελέγχου προκειμένου να διαχειρίζεται τους κινδύνους που αντιμετωπίζει·

στ)

ο πάροχος υπηρεσιών εφαρμόζει ισοδύναμες απαιτήσεις αδιάλειπτης λειτουργίας με εκείνες που υποχρεούται να πληροί ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

ζ)

ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διατηρεί την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη και τους αναγκαίους πόρους προκειμένου να αξιολογεί την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την οργανωτική και κεφαλαιακή επάρκεια του παρόχου υπηρεσιών, καθώς και την ικανότητα να εποπτεύει αποτελεσματικά τα ανατεθέντα καθήκοντα και να διαχειρίζεται τους κινδύνους που συνδέονται με την εξωτερική ανάθεση, και εποπτεύει τα εν λόγω καθήκοντα και να διαχειρίζεται αυτούς τους κινδύνους σε διαρκή βάση·

η)

ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει άμεση πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τα ανατεθέντα καθήκοντα·

θ)

ο πάροχος υπηρεσιών συνεργάζεται με την αρμόδια αρχή όσον αφορά τις ανατεθείσες δραστηριότητες·

ι)

ο πάροχος υπηρεσιών προστατεύει τις εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες του ή, εάν ο πάροχος υπηρεσιών είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, βεβαιώνεται ότι τα πρότυπα προστασίας δεδομένων της εν λόγω τρίτης χώρας, ή τα οριζόμενα στη συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών, είναι συγκρίσιμα προς τα πρότυπα προστασίας δεδομένων που ισχύουν στην Ένωση.

Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν αναθέτει εξωτερικά μείζονες δραστηριότητες που συνδέονται με τη διαχείριση κινδύνων εκτός εάν η αρμόδια αρχή εγκρίνει παρόμοια εξωτερική ανάθεση.

2.   Η αρμόδια αρχή απαιτεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να κατανέμει και να καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, και εκείνα του παρόχου υπηρεσιών, σαφώς σε γραπτή συμφωνία.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θέτει στη διάθεση της αρμόδιας αρχής, κατόπιν αιτήματος, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε η αρμόδια αρχή να είναι σε θέση να αξιολογήσει τη συμμόρφωση της εκτέλεσης των ανατεθέντων καθηκόντων προς τον παρόντα κανονισμό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Κανόνες άσκησης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων

Άρθρο 36

Γενικές διατάξεις

1.   Όταν παρέχει υπηρεσίες στα εκκαθαριστικά μέλη του και, ενδεχομένως, στους πελάτες τους, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ενεργεί με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των συγκεκριμένων εκκαθαριστικών μελών και πελατών, και να ασκεί υγιή διαχείριση των κινδύνων.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαθέτει προσιτούς, διαφανείς και δίκαιους κανόνες για τον γρήγορο χειρισμό των παραπόνων.

Άρθρο 37

Απαιτήσεις συμμετοχής

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καθορίζει, ενδεχομένως ανά τύπο προϊόντος που εκκαθαρίζεται, τις κατηγορίες επιλέξιμων εκκαθαριστικών μελών και τα κριτήρια αποδοχής, λαμβάνοντας υπόψη του τις συμβουλές της επιτροπής κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 3. Τα εν λόγω κριτήρια είναι διαφανή, αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ισότιμη και ανοικτή πρόσβαση στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και να κατοχυρώνεται ότι τα εκκαθαριστικά μέλη διαθέτουν επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους και επιχειρησιακή ικανότητα για να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Κριτήρια που περιορίζουν την πρόσβαση επιτρέπονται μόνον στον βαθμό που αποσκοπούν στον έλεγχο του κινδύνου για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διασφαλίζει ότι η εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πληρούται επί συνεχούς βάσεως, διαθέτει δε εγκαίρως πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες για την αξιολόγηση αυτή. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προβαίνει, τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, σε συνολική επανεξέταση της συμμόρφωσης των εκκαθαριστικών μελών του προς το παρόν άρθρο.

3.   Τα εκκαθαριστικά μέλη που εκκαθαρίζουν συναλλαγές για λογαριασμό των πελατών τους διαθέτουν τους αναγκαίους επιπρόσθετους χρηματοοικονομικούς πόρους και την επιχειρησιακή ικανότητα για την άσκηση αυτής της δραστηριότητας. Οι κανόνες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου για τα εκκαθαριστικά μέλη τού επιτρέπουν να συγκεντρώνει τις σχετικές βασικές πληροφορίες για τη διαπίστωση, τον έλεγχο και τη διαχείριση συναφών συγκεντρώσεων κινδύνου που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών σε πελάτες. Τα εκκαθαριστικά μέλη ενημερώνουν, κατόπιν αιτήματος, τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τα κριτήρια και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζουν προκειμένου να επιτρέπουν την πρόσβαση των πελατών τους στις υπηρεσίες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Την ευθύνη για την εξασφάλιση της εκ μέρους των πελατών τήρησης των υποχρεώσεών τους φέρουν τα εκκαθαριστικά μέλη.

4.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαθέτει αντικειμενικές και διαφανείς διαδικασίες για την αναστολή και την ομαλή αποχώρηση των εκκαθαριστικών μελών τα οποία δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

5.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δύναται να αρνηθεί την πρόσβαση εκκαθαριστικών μελών, τα οποία πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μόνον κατόπιν δέουσας γραπτής αιτιολόγησης και βάσει συνολικής ανάλυσης κινδύνου.

6.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δύναται να επιβάλλει ειδικές επιπρόσθετες υποχρεώσεις στα εκκαθαριστικά του μέλη, όπως τη συμμετοχή σε δημοπρασίες θέσεων υπερήμερου εκκαθαριστικού μέλους. Οι εν λόγω επιπρόσθετες υποχρεώσεις είναι ανάλογες με τον κίνδυνο που αναλαμβάνει το εκκαθαριστικό μέλος και δεν περιορίζει τη συμμετοχή σε ορισμένες κατηγορίες εκκαθαριστικών μελών.

Άρθρο 38

Διαφάνεια

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος και τα εκκαθαριστικά μέλη του δημοσιοποιούν τις τιμές και τα τέλη που σχετίζονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Δημοσιοποιούν τις τιμές και τα τέλη κάθε παρεχόμενης υπηρεσίας χωριστά, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων και των επιστροφών, καθώς και τους όρους παροχής του οφέλους των εν λόγω μειώσεων. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος επιτρέπει στα εκκαθαριστικά μέλη του και, αναλόγως με την περίπτωση, στους πελάτες τους, χωριστή πρόσβαση στις διάφορες παρεχόμενες υπηρεσίες.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τηρεί χωριστούς λογαριασμούς εξόδων και εσόδων σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες και γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στην αρμόδια αρχή.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κοινοποιεί στα εκκαθαριστικά μέλη και στους πελάτες τους συναφείς κινδύνους των παρεχόμενων υπηρεσιών.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κοινοποιεί στα εκκαθαριστικά μέλη του και στην αρμόδια αρχή τις πληροφορίες για τις τιμές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της έκθεσής του προς τα εκκαθαριστικά μέλη στο τέλος της ημέρας.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δημοσιοποιεί τον όγκο των συναλλαγών που εκκαθαρίστηκαν για κάθε κατηγορία μέσων από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε συγκεντρωτική βάση.

4.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δημοσιοποιεί τις λειτουργικές και τεχνικές απαιτήσεις που αφορούν τα πρωτόκολλα επικοινωνίας, τα οποία καλύπτουν τους μορφότυπους περιεχομένου και μηνύματος που χρησιμοποιεί στην επικοινωνία του με τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργικών και τεχνικών προδιαγραφών που αναφέρονται στο άρθρο 7.

5.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δημοσιοποιεί τυχόν παραβιάσεις εκ μέρους των εκκαθαριστικών μελών των κριτηρίων που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 και τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εκτός αν η αρμόδια αρχή θεωρήσει, αφού έλθει σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, ότι η δημοσιοποίησή τους θα συνιστούσε απειλή για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή την εμπιστοσύνη της αγοράς ή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

Άρθρο 39

Διαχωρισμός και δυνατότητα μεταφοράς

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τηρεί χωριστά αρχεία και λογαριασμούς που του επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή και χωρίς καθυστέρηση, να διακρίνει στους λογαριασμούς που τηρούνται σε αυτόν τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που κρατούνται για λογαριασμό εκκαθαριστικού μέλους από τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που κρατούνται για λογαριασμό οποιουδήποτε άλλου εκκαθαριστικού μέλους, καθώς και από τα δικά του περιουσιακά στοιχεία.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προσφέρεται να τηρεί χωριστά αρχεία και λογαριασμούς που δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε εκκαθαριστικό μέλος να διακρίνει σε λογαριασμούς στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους από εκείνα που κρατούνται για λογαριασμό των πελατών του («συλλογικός διαχωρισμός πελατών»).

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προσφέρεται να τηρεί χωριστά αρχεία και λογαριασμούς που δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε εκκαθαριστικό μέλος να διακρίνει σε λογαριασμούς με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που κρατούνται για λογαριασμό ενός πελάτη από εκείνα που κρατούνται για λογαριασμό άλλων πελατών («διαχωρισμός ανά πελάτη»). Κατόπιν αιτήματός τους, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προσφέρει στα εκκαθαριστικά μέλη τη δυνατότητα να ανοίγουν περισσότερους λογαριασμούς στο όνομά τους ή για τους πελάτες τους.

4.   Το εκκαθαριστικό μέλος τηρεί χωριστά αρχεία και λογαριασμούς που του επιτρέπουν να διακρίνει τόσο στους λογαριασμούς που τηρεί στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο όσο και στους δικούς του λογαριασμούς τα περιουσιακά του στοιχεία και θέσεις από τα περιουσιακά στοιχεία και θέσεις που τηρούνται για λογαριασμό των πελατών του στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

5.   Το εκκαθαριστικό μέλος προσφέρει στους πελάτες του τουλάχιστον τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στον συλλογικό διαχωρισμό πελατών (omnibus) και τον διαχωρισμό ανά πελάτη και τους ενημερώνει σχετικά με το κόστος και το αναφερόμενα στην παράγραφο 7 επίπεδο προστασίας που συνδέονται με κάθε μία από τις δυνατότητες αυτές. Ο πελάτης επιβεβαιώνει γραπτώς την επιλογή του.

6.   Εάν ένας πελάτης επιλέξει διαχωρισμό ανά πελάτη, κάθε περιθώριο ασφαλείας που υπερβαίνει την υποχρέωση του πελάτη γνωστοποιείται επίσης στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και διακρίνεται από τα περιθώρια ασφαλείας των λοιπών πελατών ή των λοιπών εκκαθαριστικών μελών, και δεν εκτίθεται σε ζημίες που συνδέονται με θέσεις καταγεγραμμένες σε άλλο λογαριασμό.

7.   Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και τα εκκαθαριστικά μέλη δημοσιοποιούν το επίπεδο προστασίας και το κόστος που συνδέονται με τα διάφορα επίπεδα διαχωρισμού που παρέχουν, και προσφέρουν τις υπηρεσίες αυτές υπό εύλογους εμπορικούς όρους. Οι λεπτομέρειες για τα διάφορα επίπεδα διαχωρισμού περιλαμβάνουν περιγραφή των κυριότερων νομικών συνεπειών του κάθε προσφερόμενου επιπέδου διαχωρισμού, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για τον εφαρμοστέο νόμο περί φερεγγυότητας των αντίστοιχων περιοχών δικαιοδοσίας.

8.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει δικαίωμα χρήσης όσον αφορά τα περιθώρια ασφαλείας ή τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης που έχει συγκεντρώσει μέσω ρυθμίσεων παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Ιουνίου 2002 για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας (31) με την προϋπόθεση ότι η χρήση των ρυθμίσεων αυτών προβλέπεται στους κανόνες λειτουργίας του. Το εκκαθαριστικό μέλος επιβεβαιώνει εγγράφως ότι αποδέχεται τους κανόνες λειτουργίας. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δημοσιοποιεί αυτό το δικαίωμα χρήσης, το οποίο ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 47.

9.   Η απαίτηση να διακρίνονται τα περιουσιακά στοιχεία και οι θέσεις που τηρούνται σε λογαριασμούς του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου ικανοποιείται εφόσον:

α)

τα περιουσιακά στοιχεία και οι θέσεις καταγράφονται σε χωριστούς λογαριασμούς·

β)

αποτρέπεται ο συμψηφισμός θέσεων που έχουν καταγραφεί σε χωριστούς λογαριασμούς·

γ)

τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία καλύπτουν τις θέσεις που έχουν καταγραφεί σε έναν λογαριασμό δεν εκτίθενται σε ζημίες οι οποίες συνδέονται με θέσεις που έχουν καταγραφεί σε άλλο λογαριασμό.

10.   Τα περιουσιακά στοιχεία αφορούν την ασφάλεια που κρατείται για την κάλυψη θέσεων, και περιλαμβάνεται το δικαίωμα μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων ισοδύναμων προς την ασφάλεια αυτή ή του προϊόντος της ρευστοποίησης οποιασδήποτε ασφάλειας, αλλά δεν περιλαμβάνονται οι εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας

Άρθρο 40

Διαχείριση έκθεσης

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε μέτρηση και εκτίμηση της έκθεσής του σε κίνδυνο ρευστότητας και της πιστωτικής έκθεσής του έναντι κάθε εκκαθαριστικού μέλους και, ενδεχομένως, άλλου κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τον οποίο έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, σε σχεδόν πραγματικό χρόνο. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαθέτει πρόσβαση, εγκαίρως και χωρίς διακρίσεις, σε σχετικές πηγές καθορισμού τιμών, ώστε να είναι σε θέση να μετρά αποτελεσματικά την έκθεσή του. Αυτό γίνεται στη βάση ενός εύλογου κόστους.

Άρθρο 41

Απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, προκειμένου να περιορίσει την πιστωτική του έκθεση, επιβάλλει, ζητεί και συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας από τα εκκαθαριστικά μέλη του, και, ενδεχομένως, από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας. Τα εν λόγω περιθώρια ασφαλείας επαρκούν επίσης για την κάλυψη της υπολογιζόμενης από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο δυνητικής έκθεσης μέχρι τη ρευστοποίηση των σχετικών θέσεων. Επαρκούν για την κάλυψη των ζημιών που προκύπτουν από τουλάχιστον 99 % των μεταβολών της έκθεσης, σε κατάλληλο χρονικό ορίζοντα, και διασφαλίζουν ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καλύπτει πλήρως την έκθεσή του σε όλα τα εκκαθαριστικά μέλη του και, ενδεχομένως, στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, τουλάχιστον επί καθημερινής βάσεως. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρακολουθεί τακτικά και, εφόσον απαιτείται, αναθεωρεί το επίπεδο των περιθωρίων ασφαλείας έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενες επιπτώσεις αυτής της αναθεώρησης στην ενίσχυση του οικονομικού κύκλου.

2.   Κατά τον καθορισμό των απαιτήσεών του για περιθώρια ασφαλείας, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εφαρμόζει μοντέλα και παραμέτρους που συλλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά κινδύνου των προϊόντων που εκκαθαρίζονται και λαμβάνουν υπόψη το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της συλλογής των περιθωρίων ασφαλείας, την ρευστότητα της αγοράς και την πιθανότητα αλλαγών καθ’ όλη τη διάρκεια της συναλλαγής. Τα μοντέλα και οι παράμετροι επικυρώνονται από την αρμόδια αρχή και αποτελούν αντικείμενο γνώμης σύμφωνα με το άρθρο 19.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ζητεί και συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας, σε ενδοημερήσια βάση, τουλάχιστον όταν σημειώνεται υπέρβαση προκαθορισμένων κατωφλίων.

4.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ζητεί και συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας που είναι κατάλληλα για την κάλυψη του κινδύνου που απορρέει από τις θέσεις που έχουν καταγραφεί σε κάθε λογαριασμό που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 39 σχετικά με συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να υπολογίζει τα περιθώρια ασφαλείας όσον αφορά ένα χαρτοφυλάκιο χρηματοπιστωτικών μέσων, υπό την προϋπόθεση ότι η μέθοδος που χρησιμοποιεί είναι συνετή και βάσιμη.

5.   Προκειμένου να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με το ΕΣΚΤ, αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που να διευκρινίζουν το κατάλληλο ποσοστό και τους χρονικούς ορίζοντες για την περίοδο ρευστοποίησης και τον υπολογισμό της ιστορικής μεταβλητότητας, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τις διάφορες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων, λαμβανομένων υπόψη του στόχου για τον περιορισμό της κινήσεων ενίσχυσης του οικονομικού κύκλου και των όρων υπό τους οποίους μπορούν να εφαρμόζονται οι πρακτικές καθορισμού περιθωρίου βάσει χαρτοφυλακίου που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 42

Κεφάλαιο εκκαθάρισης

1.   Προκειμένου να μειώσει περαιτέρω την πιστωτική του έκθεση στα εκκαθαριστικά του μέλη, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διατηρεί προχρηματοδοτημένο κεφάλαιο εκκαθάρισης για την κάλυψη των ζημιών που υπερβαίνουν τις απώλειες οι οποίες πρέπει να καλυφθούν από απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 41 και οι οποίες προκύπτουν από την αθέτηση υποχρέωσης, συμπεριλαμβανομένης της κίνησης διαδικασίας αφερεγγυότητας, ενός ή περισσοτέρων εκκαθαριστικών μελών.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καθορίζει ένα ελάχιστο ποσό κάτω από το οποίο δεν είναι δυνατόν σε καμία περίπτωση να μειωθεί το κεφάλαιο εκκαθάρισης.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καθορίζει το ελάχιστο ύψος των εισφορών στο κεφάλαιο εκκαθάρισης και τα κριτήρια για τον υπολογισμό των εισφορών των επιμέρους εκκαθαριστικών μελών. Οι εισφορές είναι ανάλογες με την έκθεση εκάστου εκκαθαριστικού μέλους.

3.   Το κεφάλαιο εκκαθάρισης κατ’ ελάχιστον επιτρέπει στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να αντιμετωπίσει, υπό ακραίες αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς, την αθέτηση υποχρέωσης από το εκκαθαριστικό μέλος έναντι του οποίου έχει τη μεγαλύτερη έκθεση ή από το δεύτερο και το τρίτο μεγαλύτερο εκκαθαριστικό μέλος, εάν το άθροισμα της έκθεσής τους είναι μεγαλύτερο. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καταρτίζει σενάρια ακραίων αλλά εύλογων συνθηκών αγοράς. Τα σενάρια περιλαμβάνουν τις περιόδους με τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις που έχουν σημειωθεί στις αγορές στις οποίες παρέχει τις υπηρεσίες του ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος και μια σειρά πιθανών μελλοντικών σεναρίων. Πρέπει να λαμβάνουν υπόψη αιφνίδιες πωλήσεις χρηματοοικονομικών πόρων και ταχεία πτώση της ρευστότητας της αγοράς.

4.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δύναται να συστήσει περισσότερα από ένα κεφάλαιο εκκαθάρισης για τις διάφορες κατηγορίες χρηματοδοτικών μέσων που εκκαθαρίζει.

5.   Προκειμένου να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ και κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΤ, αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων για να αποσαφηνισθεί το πλαίσιο καθορισμού των ακραίων αλλά εύλογων συνθηκών αγοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 3, το οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον προσδιορισμό του μεγέθους του κεφαλαίου εκκαθάρισης και των λοιπών χρηματοοικονομικών πόρων που αναφέρονται στο άρθρο 43.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 43

Λοιποί χρηματοοικονομικοί πόροι

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διατηρεί επαρκείς διαθέσιμους προχρηματοδοτημένους χρηματοοικονομικούς πόρους για την κάλυψη δυνητικών ζημιών οι οποίες υπερβαίνουν τις ζημίες που καλύπτονται από τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας, όπως αναφέρονται στο άρθρο 41, και από το κεφάλαιο εκκαθάρισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 42. Αυτοί οι προχρηματοδοτημένοι χρηματοοικονομικοί πόροι περιλαμβάνουν ειδικούς πόρους του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, είναι ελεύθερα διαθέσιμοι στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και δεν χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση των απαιτήσεων κεφαλαίου δυνάμει του άρθρου 16.

2.   Το κεφάλαιο εκκαθάρισης, που προβλέπεται στο άρθρο 42, καθώς και οι άλλοι χρηματοοικονομικοί πόροι, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, δίνουν ανά πάσα στιγμή στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει την αθέτηση υποχρέωσης από τα δύο τουλάχιστον εκκαθαριστικά μέλη έναντι των οποίων έχει τη μεγαλύτερη έκθεση υπό ακραίες αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει από μη υπερήμερα εκκαθαριστικά μέλη να παράσχουν επιπρόσθετα κεφάλαια, σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης από άλλο εκκαθαριστικό μέλος. Τα εκκαθαριστικά μέλη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου έχουν περιορισμένη έκθεση έναντι του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

Άρθρο 44

Έλεγχοι κινδύνου ρευστότητας

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαθέτει ανά πάσα στιγμή πρόσβαση σε επαρκή ρευστότητα προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και να ασκεί τις δραστηριότητές του. Προς τον σκοπό αυτόν, εξασφαλίζει τις αναγκαίες πιστώσεις ή παρεμφερείς ρυθμίσεις για την κάλυψη των αναγκών του σε ρευστότητα, σε περίπτωση που οι χρηματοοικονομικοί πόροι που βρίσκονται στη διάθεσή του δεν είναι άμεσα διαθέσιμοι. Το εκκαθαριστικό μέλος και η μητρική ή θυγατρική επιχείρηση του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους δεν παρέχουν συνολικά περισσότερο από το 25 % των πιστώσεων τις οποίες χρειάζεται ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υπολογίζει σε καθημερινή βάση τις δυνητικές του ανάγκες σε ρευστότητα. Λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο ρευστότητας που προκύπτει από την αθέτηση υποχρέωσης των δύο τουλάχιστον εκκαθαριστικών μελών έναντι των οποίων έχει τη μεγαλύτερη έκθεση.

2.   Για να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με τις σχετικές αρχές και τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που να διευκρινίζουν το πλαίσιο διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας στον οποίο οφείλει να ανταπεξέλθει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 45

Γραμμές άμυνας σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος χρησιμοποιεί για την κάλυψη των ζημιών τα περιθώρια ασφαλείας που έχουν παρασχεθεί από το υπερήμερο εκκαθαριστικό μέλος, πριν από άλλους χρηματοοικονομικούς πόρους.

2.   Σε περίπτωση που τα περιθώρια ασφαλείας τα οποία έχουν παρασχεθεί από το υπερήμερο εκκαθαριστικό μέλος δεν επαρκούν για την κάλυψη των ζημιών που υφίσταται ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, για να καλύψει τις εν λόγω ζημίες, χρησιμοποιεί την εισφορά του υπερήμερου μέλους στο κεφάλαιο εκκαθάρισης.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος χρησιμοποιεί τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης των μη υπερήμερων εκκαθαριστικών μελών και οποιουσδήποτε άλλους χρηματοοικονομικούς πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 μόνον αφού έχει εξαντλήσει τις εισφορές του υπερήμερου εκκαθαριστικού μέλους.

4.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος χρησιμοποιεί ειδικούς ίδιους πόρους πριν χρησιμοποιήσει τις εισφορές των εκκαθαριστικών μελών, που δεν έχουν αθετήσει υποχρέωση, στο κεφάλαιο εκκαθάρισης. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν χρησιμοποιεί τα περιθώρια ασφαλείας που έχουν παρασχεθεί από μη υπερήμερα εκκαθαριστικά μέλη για την κάλυψη των ζημιών που προκύπτουν από την αθέτηση υποχρέωσης άλλου εκκαθαριστικού μέλους.

5.   Για να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με τις σχετικές αρμόδιες αρχές και τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που να διευκρινίζουν τη μέθοδο για τον υπολογισμό και τη διατήρηση του ποσού των ιδίων πόρων του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου προς χρήση, σύμφωνα με την παράγραφο 4.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 46

Απαιτήσεις παροχής ασφαλείας

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δέχεται άκρως ρευστοποιήσιμες ασφάλειες, με ελάχιστο πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο αγοράς, για την κάλυψη της αρχικής και συνεχιζόμενης έκθεσής του έναντι των εκκαθαριστικών μελών του. Για μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλόμενους, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δύναται να δεχτεί τραπεζικές εγγυήσεις, υπολογίζοντας τις εγγυήσεις αυτές ως έκθεση του έναντι τράπεζας η οποία είναι εκκαθαριστικό μέλος. Εφαρμόζει κατάλληλους συντελεστές αποκοπής για την αποτίμηση της αξίας, που αντικατοπτρίζουν το ενδεχόμενο να υποχωρήσει η αξία τους κατά το διάστημα μεταξύ της τελευταίας αναπροσαρμογής τους και της στιγμής κατά την οποία μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι έχουν ρευστοποιηθεί. Λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο ρευστότητας που προκύπτει από την αθέτηση υποχρέωσης ενός συμμετέχοντος στην αγορά και τον κίνδυνο συγκέντρωσης σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία που μπορεί να προκύψει κατά τον καθορισμό των αποδεκτών ασφαλειών και των σχετικών συντελεστών αποκοπής.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να δέχεται, ως ασφάλεια για την κάλυψη των απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας, όπου ενδείκνυται και είναι συνετό, το υποκείμενο της σύμβασης παραγώγων ή το χρηματοπιστωτικό μέσο από όπου προέρχεται η έκθεση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

3.   Για να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με την ΕΑΤ, το ΕΣΣΚ και το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία διευκρινίζουν:

α)

το είδος της ασφάλειας που θα μπορούσε να θεωρηθεί άκρως ρευστοποιήσιμη, όπως μετρητά, χρυσός, κρατικά και υψηλής ποιότητας εταιρικά ομόλογα και καλυμμένα ομόλογα·

β)

τους συντελεστές αποκοπής που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και

γ)

τους όρους υπό τους οποίους εμπορικές τραπεζικές εγγυήσεις μπορούν να θεωρούνται αποδεκτές ως ασφάλειες, σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 47

Επενδυτική πολιτική

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος επενδύει τους χρηματοοικονομικούς πόρους του μόνον σε μετρητά ή σε άκρως ρευστοποιήσιμα χρηματοπιστωτικά μέσα με ελάχιστο κίνδυνο αγοράς και πιστωτικό κίνδυνο. Οι επενδύσεις κεντρικού αντισυμβαλλόμενου είναι ταχέως ρευστοποιήσιμες, με ελάχιστες δυσμενείς επιπτώσεις στις τιμές.

2.   Το ποσό του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των αδιανέμητων κερδών και των αποθεματικών του κεντρικού αντισυμβαλλόμενου που δεν επενδύονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, δεν λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 16 παράγραφος 2 ή του άρθρου 45 παράγραφος 4.

3.   Τα χρηματοπιστωτικά μέσα που παρέχονται ως περιθώρια ασφαλείας ή ως εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης κατατίθενται, εφόσον είναι διαθέσιμα, σε διαχειριστές συστημάτων διακανονισμού αξιόγραφων που διασφαλίζουν την πλήρη προστασία των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων. Εναλλακτικά μπορεί να χρησιμοποιούνται άλλες ρυθμίσεις υψηλής ασφάλειας σε εγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

4.   Τα ταμειακά διαθέσιμα του κεντρικού αντισυμβαλλομένου τηρούνται μέσω άκρως ασφαλών διευθετήσεων με εγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή, εναλλακτικά, μέσω της χρησιμοποίησης των πάγιων καταθετικών διευκολύνσεων των κεντρικών τραπεζών ή μέσω άλλων συγκρίσιμων τρόπων που παρέχονται από τις κεντρικές τράπεζες.

5.   Όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καταθέτει περιουσιακά στοιχεία σε τρίτο πρόσωπο, εξασφαλίζει ότι τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε εκκαθαριστικά μέλη ταυτοποιούνται χωριστά από τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και από τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο εν λόγω τρίτο πρόσωπο, μέσω λογαριασμών με διακριτές ονομασίες στα βιβλία του τρίτου προσώπου ή μέσω άλλων ισοδύναμων μέτρων που επιτυγχάνουν το ίδιο επίπεδο προστασίας. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαθέτει άμεση πρόσβαση στα χρηματοπιστωτικά μέσα, όταν απαιτείται.

6.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν επενδύει το κεφάλαιό του ή τα ποσά που προκύπτουν από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 41, 42, 43 ή 44 σε δικές του κινητές αξίες ούτε σε κινητές αξίες της μητρικής επιχείρησης ή της θυγατρικής του.

7.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος λαμβάνει υπόψη τη συνολική του έκθεση πιστωτικού κινδύνου σε μεμονωμένους οφειλέτες, όταν λαμβάνει τις επενδυτικές αποφάσεις του, και μεριμνά ώστε η συνολική του έκθεση σε κίνδυνο έναντι οιουδήποτε μεμονωμένου οφειλέτη να παραμένει εντός αποδεκτών ορίων συγκέντρωσης.

8.   Προκειμένου να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΤ και τον ΕΣΚΤ, αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που να διευκρινίζουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να θεωρηθούν άκρως ρευστοποιήσιμα με ελάχιστο πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο αγοράς, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τις άκρως ασφαλείς διευθετήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 και τα όρια συγκέντρωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 7.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 48

Διαδικασίες που προβλέπονται σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προβλέπει λεπτομερείς διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση που ένα εκκαθαριστικό μέλος δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις συμμετοχής του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που προβλέπονται στο άρθρο 37, εντός των προθεσμιών και σύμφωνα με τις διαδικασίες που έχουν καθοριστεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καθορίζει λεπτομερώς τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση που η αθέτηση υποχρέωσης εκκαθαριστικού μέλους δεν κηρύσσεται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Οι εν λόγω διαδικασίες επανεξετάζονται κατ’ έτος.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προβαίνει σε άμεσες ενέργειες για τον περιορισμό των ζημιών και των πιέσεων στη ρευστότητα που προκύπτουν από αθετήσεις υποχρεώσεων και διασφαλίζει ότι το κλείσιμο των θέσεων οιουδήποτε εκκαθαριστικού μέλους δεν προκαλεί αναστάτωση στις εργασίες του, ούτε εκθέτει τα μη υπερήμερα εκκαθαριστικά μέλη σε ζημίες τις οποίες δεν μπορούν να προβλέψουν ή να ελέγξουν.

3.   Εφόσον κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρεί ότι το εκκαθαριστικό μέλος δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις μελλοντικές του υποχρεώσεις ενημερώνει πάραυτα την αρμόδια αρχή πριν κηρυχθούν ή εκκινήσουν οι διαδικασίες που προβλέπονται σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης. Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει πάραυτα τις πληροφορίες αυτές στην ΕΑΚΑΑ, στα σχετικά μέλη του ΕΣΚΤ και στην αρχή που είναι αρμόδια για την εποπτεία του εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση.

4.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εξασφαλίζει ότι οι διαδικασίες που προβλέπονται σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης είναι εκτελεστές. Λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο, προκειμένου να διασφαλίσει ότι διαθέτει εξουσία εκ του νόμου για τη ρευστοποίηση των κατά κυριότητα κατεχόμενων θέσεων του εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση και για τη μεταφορά ή ρευστοποίηση των θέσεων των πελατών του εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση.

5.   Εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία και οι θέσεις είναι καταγεγραμμένα στα αρχεία και τους λογαριασμούς κεντρικού αντισυμβαλλομένου ως τηρούμενα για λογαριασμό πελατών εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, τουλάχιστον, δεσμεύεται συμβατικά να κινεί τις διαδικασίες για να μεταφερθούν τα περιουσιακά στοιχεία και οι θέσεις που τηρούνται από το εκκαθαριστικό μέλος που αθετεί υποχρέωση για λογαριασμό των πελατών του σε άλλο εκκαθαριστικό μέλος που ορίζεται από όλους τους πελάτες αυτούς, κατ’ αίτησή τους και χωρίς τη συγκατάθεση του εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση. Αυτό το άλλο εκκαθαριστικό μέλος υποχρεούται να δεχθεί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και θέσεις μόνον εφόσον έχει συνάψει προηγουμένως συμβατική σχέση με τους πελάτες, αναλαμβάνοντας μέσω αυτής σχετική δέσμευση. Εάν για οποιονδήποτε λόγο η μεταφορά σε αυτό το άλλο εκκαθαριστικό μέλος δεν πραγματοποιηθεί εντός της προκαθορισμένης περιόδου μεταφοράς που προσδιορίζεται στους κανόνες λειτουργίας του, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να προβεί σε όλες τις ενέργειες που επιτρέπονται δυνάμει των κανόνων του για να διαχειριστεί ενεργά τους κινδύνους του σε σχέση με τις θέσεις αυτές μέσω, μεταξύ άλλων, της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων και των θέσεων που τηρούνται από το εκκαθαριστικό μέλος που αθετεί υποχρέωση για λογαριασμό των πελατών του.

6.   Εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία και οι θέσεις είναι καταγεγραμμένα στα αρχεία και τους λογαριασμούς κεντρικού αντισυμβαλλομένου ως τηρούμενα για λογαριασμό πελάτη εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 3, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, τουλάχιστον, δεσμεύεται συμβατικά να κινεί τις διαδικασίες για να μεταφερθούν τα περιουσιακά στοιχεία και οι θέσεις που τηρούνται από το εκκαθαριστικό μέλος που αθετεί υποχρέωση για λογαριασμό του πελάτη σε άλλο εκκαθαριστικό μέλος που ορίζεται από τον πελάτη, κατ’ αίτησή του και χωρίς τη συγκατάθεση του εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση. Αυτό το άλλο εκκαθαριστικό μέλος υποχρεούται να δεχθεί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις μόνον εφόσον έχει συνάψει προηγουμένως συμβατική σχέση με τον πελάτη, αναλαμβάνοντας μέσω αυτής σχετική δέσμευση. Εάν για οποιονδήποτε λόγο η μεταφορά σε αυτό το άλλο εκκαθαριστικό μέλος δεν πραγματοποιηθεί εντός της προκαθορισμένης περιόδου μεταφοράς που προσδιορίζεται στους κανόνες λειτουργίας του, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να προβεί σε όλες τις ενέργειες που επιτρέπονται δυνάμει των κανόνων του για να διαχειριστεί ενεργά τους κινδύνους του σε σχέση με τις θέσεις αυτές μέσω, μεταξύ άλλων, της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων και των θέσεων που τηρούνται από το εκκαθαριστικό μέλος που αθετεί υποχρέωση για λογαριασμό του πελάτη.

7.   Η ασφάλεια των πελατών που διακρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφοι 2 και 3 χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την κάλυψη των θέσεων που τηρούνται για λογαριασμό τους. Τυχόν υπόλοιπο οφειλόμενο από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο επιστρέφεται αμελλητί στους εν λόγω πελάτες μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαχείρισης αθέτησης υποχρέωσης εκκαθαριστικού μέλους, εφόσον οι πελάτες είναι γνωστοί στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή, εάν δεν είναι γνωστοί σε αυτόν, στο εκκαθαριστικό μέλος για λογαριασμό των πελατών του.

Άρθρο 49

Επανεξέταση μοντέλων, έλεγχοι αντοχής σε ακραίες συνθήκες και απολογιστικοί έλεγχοι

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος επανεξετάζει τακτικά τα μοντέλα και τις παραμέτρους που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των απαιτήσεών του για περιθώρια ασφαλείας, των εισφορών στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, των απαιτήσεων παροχής ασφάλειας και άλλων μηχανισμών ελέγχου κινδύνων. Υποβάλλει τα μοντέλα σε αυστηρούς και συχνούς ελέγχους αντοχής σε ακραίες συνθήκες, προκειμένου να αξιολογήσει την ανθεκτικότητά τους σε ακραίες, αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς και εκτελεί απολογιστικούς ελέγχους, προκειμένου να αξιολογήσει την αξιοπιστία της μεθοδολογίας που εφαρμόστηκε. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος λαμβάνει ανεξάρτητη επικύρωση και ενημερώνει την αρμόδια για αυτόν αρχή και την ΕΑΚΑΑ για τα αποτελέσματα των δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν και λαμβάνει την επικύρωσή τους, πριν προβεί σε οιαδήποτε σημαντική αλλαγή των μοντέλων και των παραμέτρων.

Για τα μοντέλα και τις παραμέτρους που εφαρμόζονται καθώς και για οιαδήποτε σημαντική αλλαγή τους, εκδίδεται γνώμη από το σώμα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19.

Η ΕΑΚΑΑ εξασφαλίζει ότι οι πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων αντοχής σε ακραίες συνθήκες διαβιβάζονται στις ΕΕΑ, προκειμένου να τους επιτραπεί να εκτιμήσουν την έκθεση των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων σε αθέτηση υποχρεώσεων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ελέγχει τακτικά τις βασικές πτυχές των διαδικασιών του σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων και λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο, προκειμένου να διασφαλίσει ότι όλα τα εκκαθαριστικά μέλη τις κατανοούν και έχουν προβλέψει κατάλληλες ρυθμίσεις για να αντιμετωπίσουν γεγονότα αθέτησης υποχρεώσεων.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δημοσιοποιεί βασικές πληροφορίες σχετικά με το μοντέλο διαχείρισης κινδύνου που εφαρμόζει και τις υποθέσεις που δέχεται κατά την εκτέλεση των ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

4.   Προκειμένου να διασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με την ΕΑΤ, άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές και τα μέλη του ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν:

α)

το είδος των ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται για τις διάφορες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων και χαρτοφυλακίων·

β)

τη συμμετοχή των εκκαθαριστικών μελών ή άλλων μερών στους ελέγχους·

γ)

τη συχνότητα των ελέγχων·

δ)

τους χρονικούς ορίζοντες των ελέγχων·

ε)

τις βασικές πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 50

Διακανονισμός

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος χρησιμοποιεί, εφόσον είναι πραγματοποιήσιμο και διαθέσιμο, χρήμα κεντρικής τράπεζας για τον διακανονισμό των συναλλαγών του. Αν δεν χρησιμοποιηθεί χρήμα κεντρικής τράπεζας, λαμβάνονται μέτρα για τον αυστηρό περιορισμό των κινδύνων ταμειακού διακανονισμού.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δηλώνει σαφώς τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τις παραδόσεις χρηματοπιστωτικών μέσων, αναφέροντας συγκεκριμένα αν έχει υποχρέωση να προβεί σε παράδοση ή παραλαβή χρηματοπιστωτικού μέσου ή αν αποζημιώνει συμμετέχοντες για ζημίες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία παράδοσης.

3.   Σε περίπτωση που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει υποχρέωση να προβεί σε παραδόσεις ή παραλαβές χρηματοπιστωτικών μέσων, εξαλείφει τον κίνδυνο κεφαλαίου, με την προσφυγή, όσο το δυνατόν, σε μηχανισμούς «παράδοσης με την πληρωμή» (delivery versus payment).

ΤΙΤΛΟΣ V

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΔΙΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 51

Ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας με άλλον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις των άρθρων 52, 53 και 54.

2.   Όταν καθορίζονται ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας με άλλον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών σε συγκεκριμένο τόπο διαπραγμάτευσης, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαθέτει πρόσβαση χωρίς διακρίσεις τόσο στα δεδομένα που χρειάζεται για την άσκηση των καθηκόντων του από αυτόν τον συγκεκριμένο τόπο διαπραγμάτευσης, στο μέτρο που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί τις λειτουργικές και τεχνικές απαιτήσεις που καθορίζονται από τον τόπο διαπραγμάτευσης, όσο και στο αντίστοιχο σύστημα διακανονισμού.

3.   Η καθιέρωση ρύθμισης διαλειτουργικότητας ή η πρόσβαση σε ροή δεδομένων ή σε σύστημα διακανονισμού, όπως αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, απορρίπτονται ή περιορίζονται, άμεσα ή έμμεσα, μόνον για να ελέγχονται τυχόν κίνδυνοι που απορρέουν από την εν λόγω ρύθμιση ή πρόσβαση.

Άρθρο 52

Διαχείριση κινδύνου

1.   Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που προβαίνουν σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας:

α)

εφαρμόζουν κατάλληλες πολιτικές, διαδικασίες και συστήματα, προκειμένου να εντοπίζουν, να παρακολουθούν και να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους κινδύνους που απορρέουν από τις ρυθμίσεις, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους εγκαίρως·

β)

συμφωνούν για τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, συμπεριλαμβανομένου του εφαρμοστέου δικαίου που διέπει τις σχέσεις τους·

γ)

εντοπίζουν, παρακολουθούν και διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους πιστωτικούς κινδύνους και τους κινδύνους ρευστότητας, ούτως ώστε η αθέτηση υποχρέωσης από εκκαθαριστικό μέλος ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου να μην έχει επίδραση σε άλλον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο με τον οποίο συνδέεται διαλειτουργικά·

δ)

εντοπίζουν, παρακολουθούν και αντιμετωπίζουν ενδεχόμενες αλληλεξαρτήσεις και συσχετίσεις που απορρέουν από τις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν τους πιστωτικούς κινδύνους και τους κινδύνους ρευστότητας που συνδέονται με το βαθμό συγκέντρωσης των εκκαθαριστικών μελών και τους ενοποιημένους χρηματοοικονομικούς πόρους.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι χρησιμοποιούν τους ίδιους κανόνες όσον αφορά τη χρονική στιγμή της εισαγωγής των εντολών μεταβίβασης στα αντίστοιχα συστήματά τους και τη χρονική στιγμή του αμετάκλητου, όπως αναφέρεται αναλόγως στην οδηγία 98/26/ΕΚ.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του πρώτου εδαφίου, στους όρους των ρυθμίσεων περιγράφεται συνοπτικά η διαδικασία για τη διαχείριση των συνεπειών από την αθέτηση υποχρέωσης, σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης από έναν από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, με τον οποίο υπάρχουν ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας.

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ) του πρώτου εδαφίου, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι εφαρμόζουν αυστηρούς ελέγχους όσον αφορά την επαναχρησιμοποίηση των ασφαλειών των εκκαθαριστικών μελών, στο πλαίσιο των ρυθμίσεων, εφόσον αυτή επιτρέπεται από τις αρμόδιες αρχές τους. Στις ρυθμίσεις περιγράφεται συνοπτικά πώς έχουν αντιμετωπιστεί οι εν λόγω κίνδυνοι, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για επαρκή κάλυψη και περιορισμό της μετάδοσης των κινδύνων.

2.   Σε περίπτωση που τα μοντέλα διαχείρισης κινδύνου τα οποία χρησιμοποιούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι για την κάλυψη της έκθεσής τους έναντι των εκκαθαριστικών μελών τους ή της αμοιβαίας έκθεσής τους διαφέρουν, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι εντοπίζουν τις διαφορές αυτές, αξιολογούν τους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν από αυτές και λαμβάνουν μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της εξασφάλισης επιπρόσθετων χρηματοοικονομικών πόρων, τα οποία περιορίζουν τις επιπτώσεις τους στις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, καθώς και τις δυνητικές συνέπειές τους ως προς τους κινδύνους μετάδοσης, και διασφαλίζουν ότι οι διαφορές αυτές δεν έχουν επίδραση στην ικανότητα εκάστου κεντρικού αντισυμβαλλομένου να διαχειρίζεται τις συνέπειες από την αθέτηση υποχρέωσης εκκαθαριστικού μέλους.

3.   Οποιαδήποτε σχετικά έξοδα δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 βαρύνουν τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που ζητεί τη διαλειτουργικότητα ή την πρόσβαση, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των μερών.

Άρθρο 53

Παροχή περιθωρίων ασφαλείας μεταξύ κεντρικών αντισυμβαλλομένων

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διακρίνει στους λογαριασμούς τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που τηρούνται για λογαριασμό των κεντρικών αντισυμβαλλομένων με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας.

2.   Εάν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που προβαίνει σε ρύθμιση διαλειτουργικότητας με άλλον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο παρέχει αρχικά περιθώρια ασφαλείας στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μόνο δυνάμει ρυθμίσεων παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ο αποδέκτης κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν έχει δικαίωμα χρήσης επί των περιθωρίων ασφαλείας που παρέχει ο άλλος κεντρικός συμβαλλόμενος.

3.   Οι ασφάλειες που λαμβάνονται με τη μορφή χρηματοπιστωτικών μέσων κατατίθενται σε διαχειριστές συστημάτων διακανονισμού αξιόγραφων που κοινοποιούνται δυνάμει της οδηγίας 98/26/ΕΚ.

4.   Τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 είναι διαθέσιμα στον αποδέκτη κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μόνο στην περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει παράσχει την ασφάλεια στο πλαίσιο ρύθμισης διαλειτουργικότητας.

5.   Σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει την ασφάλεια στο πλαίσιο ρύθμισης διαλειτουργικότητας, η ασφάλεια που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 επιστρέφεται αμέσως στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που την έχει παραχωρήσει.

Άρθρο 54

Έγκριση των ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας

1.   Οι ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση από τις αρμόδιες αρχές των εμπλεκόμενων κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17.

2.   Οι αρμόδιες αρχές δίδουν έγκριση για τις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας μόνον εφόσον οι εμπλεκόμενοι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν λάβει άδεια εκκαθάρισης βάσει του άρθρου 17 ή έχουν αναγνωρισθεί δυνάμει του άρθρου 25 ή έχουν λάβει άδεια βάσει ήδη υφιστάμενου εθνικού καθεστώτος χορήγησης αδειών για τουλάχιστον τριετή περίοδο, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 52, και εφόσον οι τεχνικές προϋποθέσεις για την εκκαθάριση των συναλλαγών, βάσει των όρων των ρυθμίσεων, επιτρέπουν την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, και εφόσον οι ρυθμίσεις δεν υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα της εποπτείας.

3.   Εάν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις της παραγράφου 2, εξηγεί εγγράφως, στις άλλες αρμόδιες αρχές και στους σχετικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τις εκτιμήσεις της για τους κινδύνους. Ενημερώνει επίσης την ΕΑΚΑΑ, η οποία εκδίδει γνώμη σχετικά με το βάσιμο των εκτιμήσεων για τους κινδύνους ως αιτιολόγηση της άρνησης να εγκρίνει τη ρύθμιση διαλειτουργικότητας. Η γνώμη της ΕΑΚΑΑ τίθεται στη διάθεση όλων των εμπλεκόμενων κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Εάν η γνώμη της ΕΑΚΑΑ διαφέρει από την αξιολόγηση της σχετικής αρμόδιας αρχής, η εν λόγω αρμόδια αρχή επανεξετάζει τη θέση της, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ.

4.   Έως τις 31ης Δεκεμβρίου 2012 η ΕΑΚΑΑ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις, προκειμένου να καταρτίζονται συνεπείς, αποδοτικές και αποτελεσματικές αξιολογήσεις των ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια αυτών των κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων μετά από διαβούλευση με τα μέλη του ΕΣΚΤ.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΕΓΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΕΙΩΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Όροι και διαδικασίες για την εγγραφή αρχείου καταγραφής συναλλαγών

Άρθρο 55

Καταχώριση αρχείου καταγραφής συναλλαγών

1.   Τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών καταχωρίζονται στην ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς του άρθρου 9.

2.   Προκειμένου να είναι επιλέξιμο για καταχώριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών πρέπει να είναι νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση και να πληροί τις απαιτήσεις του τίτλου VII.

3.   Η καταχώριση του αρχείου καταγραφής συναλλαγών ισχύει για ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης.

4.   Το καταχωρισμένο αρχείο καταγραφής συναλλαγών πληροί ανά πάσα στιγμή τους όρους καταχώρισης. Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην ΕΑΚΑΑ κάθε ουσιαστική μεταβολή στους όρους καταχώρισης.

Άρθρο 56

Αίτηση καταχώρισης

1.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών υποβάλλει αίτηση καταχώρισης στην ΕΑΚΑΑ.

2.   Η ΕΑΚΑΑ εκτιμά αν η αίτηση είναι πλήρης, εντός 20 εργασίμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.

Εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η ΕΑΚΑΑ ορίζει προθεσμία εντός της οποίας το αρχείο καταγραφής συναλλαγών οφείλει να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες.

Η ΕΑΚΑΑ, αφού κρίνει ότι η αίτηση είναι πλήρης, αποστέλλει σχετική κοινοποίηση στο αρχείο καταγραφής συναλλαγών.

3.   Προκειμένου να εξασφαλίσει συνεπή εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που να διευκρινίζουν τις λεπτομέρειες της αίτησης καταχώρισης, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα στα οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.   Προκειμένου να διασφαλιστούν ομοιόμορφες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παραγράφου 1, η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών κανόνων για τον καθορισμό του μορφότυπου της αίτησης καταχώρισης στη ΕΑΚΑΑ.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 57

Κοινοποίηση και διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές πριν από την καταχώριση

1.   Αν ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών που υποβάλλει αίτηση καταχώρισης αποτελεί οντότητα εγκεκριμένη ή καταχωρισμένη από αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένο, η ΕΑΚΑΑ ειδοποιεί χωρίς αναίτια καθυστέρηση την εν λόγω αρμόδια αρχή και διαβουλεύεται μαζί της προτού προβεί στην καταχώριση του αρχείου καταγραφής συναλλαγών.

2.   Η ΕΑΚΑΑ και η οικεία αρμόδια αρχή ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για την εγγραφή του αρχείου καταγραφής συναλλαγών καθώς και για την εποπτεία της συμμόρφωσης της οντότητας με τους όρους της καταχώρισης ή αδειοδότησής της στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη.

Άρθρο 58

Εξέταση της αίτησης

1.   Η ΕΑΚΑΑ, εντός 40 εργασίμων ημερών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο, εξετάζει την αίτηση καταχώρισης με βάση τη συμμόρφωση του αρχείου καταγραφής συναλλαγών προς τις απαιτήσεις των άρθρων 78 έως 81 και λαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη απόφαση για την καταχώριση ή την άρνηση της καταχώρισης.

2.   Η απόφαση που εκδίδεται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 1 παράγει αποτελέσματα την πέμπτη εργάσιμη μέρα από τη λήψη της.

Άρθρο 59

Κοινοποίηση των σχετικών με την κοινοποίηση αποφάσεων της ΕΑΚΑΑ

1.   Όταν η ΕΑΚΑΑ λάβει απόφαση καταχώρισης απόφαση άρνησης καταχώρισης ή απόφαση ανάκλησης καταχώρισης, την κοινοποιεί στο αρχείο καταγραφής συναλλαγών, εντός πέντε εργάσιμων ημερών, συνοδευόμενη από πλήρη αιτιολόγηση της απόφασής της.

Η ΕΑΚΑΑ ειδοποιεί χωρίς αναίτια καθυστέρηση την οικεία αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 57 παράγραφος 1 σχετικά με την απόφασή της.

2.   Η ΕΑΚΑΑ γνωστοποιεί στην Επιτροπή κάθε απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.   Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο κατάλογο των αρχείων καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωρηθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Ο κατάλογος αυτός ενημερώνεται εντός πέντε εργασίμων ημερών από τη λήψη απόφασης σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Άρθρο 60

Άσκηση των εξουσιών δυνάμει των άρθρων 61 έως 63

Οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ ή οιονδήποτε υπάλληλο της ΕΑΚΑΑ ή άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο δυνάμει των άρθρων 61 έως 63 δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε νομικό επαγγελματικό προνόμιο.

Άρθρο 61

Αίτηση παροχής πληροφοριών

1.   Η ΕΑΚΑΑ δύναται με απλή αίτηση ή με απόφαση να ζητήσει, από αρχεία καταγραφής συναλλαγών και σχετιζόμενους με αυτά τρίτους, στους οποίους τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών ανέθεσαν λειτουργικά καθήκοντα ή δραστηριότητες, να παράσχουν κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Κατά τη διαβίβαση απλής αίτησης για παροχή πληροφοριών δυνάμει της παραγράφου 1, η ΕΑΚΑΑ:

α)

παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β)

δηλώνει τον σκοπό της αίτησης·

γ)

προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες·

δ)

καθορίζει χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)

πληροφορεί το πρόσωπο από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες ότι δεν είναι υποχρεωμένο να παράσχει τις πληροφορίες, αλλά σε περίπτωση εκούσιας απάντησης στην αίτηση, οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν πρέπει να είναι ανακριβείς και παραπλανητικές και

στ)

επισημαίνει το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 65 σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι τμήμα IV στοιχείο α) σε περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3.   Όταν ζητεί την παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο της παραγράφου 1 με απόφαση, η ΕΑΚΑΑ:

α)

παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση της αίτησης·

β)

δηλώνει τον σκοπό της αίτησης·

γ)

προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες·

δ)

καθορίζει χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)

επισημαίνει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 66 στην περίπτωση ελλιπούς παροχής των απαιτούμενων πληροφοριών·

στ)

επισημαίνει το πρόστιμο που προβλέπεται στο άρθρο 65 σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι ενότητα IV στοιχείο α) σε περίπτωση που οι απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές και

ζ)

αναφέρει το δικαίωμα για προσβολή της απόφασης ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών της ΕΑΚΑΑ και για υποβολή αίτησης επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο») σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.   Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από το νόμο ή από το καταστατικό τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι εξ ονόματος των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ανακριβών, ελλιπών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5.   Η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει αμελλητί αντίγραφο της απλής αίτησης ή της απόφασής της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα οποία σχετίζονται με την αίτηση πληροφοριών.

Άρθρο 62

Γενικές έρευνες

1.   Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει τις αναγκαίες έρευνες προσώπων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 61 παράγραφος 1. Για αυτό το σκοπό, οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ έχουν την εξουσία:

α)

να εξετάζουν οποιαδήποτε αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες και κάθε άλλο υλικό συναφές με την εκτέλεση των καθηκόντων της, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αποθηκεύονται·

β)

να λαμβάνουν ή να αποκτούν πιστοποιημένα αντίγραφα ή αποσπάσματα από αυτά τα αρχεία, τα δεδομένα, τις διαδικασίες και άλλο υλικό·

γ)

να καλούν και να ζητούν από οποιοδήποτε πρόσωπο αναφερόμενο στο άρθρο 61 παράγραφος 1 ή τους εκπροσώπους ή τα μέλη του προσωπικού του προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που αφορούν το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης και να καταγράφουν τις απαντήσεις·

δ)

να εξετάζουν κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

ε)

να ζητούν αρχεία τηλεφωνικών κλήσεων και διαβίβασης δεδομένων.

2.   Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς των ερευνών κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας. Στην εν λόγω εξουσιοδότηση επισημαίνονται επίσης οι περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 66 σε περίπτωση που τα απαιτούμενα αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή άλλο υλικό, ή οι απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 61 παράγραφος 1 δεν παρέχονται ή είναι ελλιπείς, καθώς και τα πρόστιμα που προβλέπονται στο άρθρο 65 σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι ενότητα ΙV στοιχείο β), σε περίπτωση που οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 61 παράγραφος 1 είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

3.   Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 61 παράγραφος 1 υποβάλλονται σε έρευνες που κινούνται βάσει απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας, τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 66, τα ένδικα μέσα που διατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο.

4.   Εγκαίρως πριν από την έρευνα, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να διεξαχθεί η έρευνα σχετικά με την έρευνα και την ταυτότητα των εξουσιοδοτημένων προσώπων. Οι υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής επικουρούν, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τα εν λόγω εξουσιοδοτημένα πρόσωπα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής δύνανται επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματος.

5.   Εάν απαιτείται άδεια δικαστικής αρχής σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για αίτηση παροχής των αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), ζητείται η άδεια αυτή. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

6.   Όταν ζητείται άδεια στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 5, η εθνική δικαστική αρχή ελέγχει τη γνησιότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ, καθώς και κατά πόσον τα σχεδιαζόμενα μέτρα καταναγκασμού δεν είναι ούτε αυθαίρετα ούτε υπερβολικά σε σχέση με το αντικείμενο των ερευνών. Κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας των εν λόγω μέτρων καταναγκασμού, η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν μπορεί να επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε να ζητήσει να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται αποκλειστικά σε επανεξέταση από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 63

Επιτόπιες επιθεωρήσεις

1.   Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει όλες τις αναγκαίες επιτόπιες επιθεωρήσεις σε οιονδήποτε επαγγελματικό ή άλλο χώρο των νομικών προσώπων κατά το άρθρο 61 παράγραφος 1. Οσάκις απαιτείται για την ορθή διεξαγωγή και την αποτελεσματικότητα των επιθεωρήσεων, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει την επιτόπια επιθεώρηση χωρίς προειδοποίηση.

2.   Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης μπορούν να εισέρχονται σε οιονδήποτε επαγγελματικό ή άλλο χώρο των νομικών προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση έρευνας από την ΕΑΚΑΑ, διαθέτουν δε όλες τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 62 παράγραφος 1. Διαθέτουν επίσης την εξουσία να σφραγίζουν οιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις και βιβλία ή αρχεία κατά την περίοδο της επιθεώρησης και στην έκταση που είναι αναγκαίο για αυτήν.

3.   Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθώς και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 66, εφόσον τα οικεία πρόσωπα δεν δέχονται την επιθεώρηση. Εγκαίρως πριν από την επιθεώρηση, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει για την επιθεώρηση την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση.

4.   Τα κατά το άρθρο 61 παράγραφος 1 πρόσωπα υποβάλλονται σε επιτόπιες επιθεωρήσεις που διατάσσονται με απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθορίζει την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξής της και αναφέρει τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 66, τα ένδικα μέσα που προσφέρονται στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, καθώς και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει αυτές τις αποφάσεις έπειτα από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση.

5.   Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί η επιθεώρηση, καθώς και εκείνοι που εξουσιοδοτούνται ή ορίζονται από αυτήν, επικουρούν ενεργά, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ, τους υπαλλήλους και άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την ΕΑΚΑΑ. Για τον σκοπό αυτό, διαθέτουν τις εξουσίες που ορίζονται στην παράγραφο 2. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους δύνανται επίσης, κατόπιν αιτήσεως, να παρίστανται στις επιτόπιες επιθεωρήσεις.

6.   Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να εκτελέσουν εκ μέρους της ειδικά ερευνητικά καθήκοντα και να πραγματοποιήσουν επιτόπιες επιθεωρήσεις, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 62 παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις ίδιες εξουσίες με την ΕΑΚΑΑ, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 62 παράγραφος 1.

7.   Εάν οι υπάλληλοι και άλλα εξουσιοδοτημένα από την ΕΑΚΑΑ πρόσωπα που τους συνοδεύουν διαπιστώσουν ότι κάποιο πρόσωπο αντιτίθεται σε επιθεώρηση που έχει διαταχθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους τούς παρέχει την αναγκαία συνδρομή, ζητώντας, κατά περίπτωση, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, ούτως ώστε να τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν την επιτόπια επιθεώρησή τους.

8.   Εάν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, απαιτείται άδεια δικαστικής αρχής για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, ζητείται η άδεια αυτή. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

9.   Όταν ζητείται η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 8, η εθνική δικαστική αρχή ελέγχει τη γνησιότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ, καθώς και κατά πόσον τα σχεδιαζόμενα μέτρα καταναγκασμού δεν είναι ούτε αυθαίρετα ούτε υπερβολικά σε σχέση με το αντικείμενο του ελέγχου. Κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας των εν λόγω μέτρων καταναγκασμού, η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ λεπτομερείς εξηγήσεις. Το εν λόγω αίτημα παροχής λεπτομερών εξηγήσεων μπορεί να αφορά ιδίως τους λόγους που έχει η ΕΑΚΑΑ να υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού, καθώς και τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύσης της συμμετοχής των οικείων προσώπων στα οποία επιβάλλονται τα μέτρα καταναγκασμού. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν μπορεί να επανεξετάσει την αναγκαιότητα του ελέγχου ούτε να ζητήσει την προσκόμιση των στοιχείων του φακέλου της ΕΑΚΑΑ. Η νομιμότητα της απόφασης της ΕΑΚΑΑ υπόκειται αποκλειστικά σε επανεξέταση από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 64

Κανόνες σχετικά με τη διαδικασία λήψης εποπτικών μέτρων και επιβολής προστίμων

1.   Εάν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν διάπραξη μίας ή περισσότερων από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, διορίζει ανεξάρτητο πραγματογνώμονα εντός της ΕΑΚΑΑ προκειμένου να ερευνήσει το θέμα. Ο διορισμένος πραγματογνώμονας δεν πρέπει να συμμετέχει ούτε να έχει συμμετάσχει άμεσα ή έμμεσα στην εποπτεία ή στη διαδικασία καταχώρισης του σχετικού αρχείου καταγραφής συναλλαγών, ασκεί δε τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από την ΕΑΚΑΑ.

2.   Ο πραγματογνώμονας ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπ' όψιν οιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματά του στην ΕΑΚΑΑ.

Για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας δύναται να ασκεί το δικαίωμα υποβολής αιτήματος για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 61 και να διενεργεί έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 62 και 63. Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, ο πραγματογνώμονας τηρεί τις διατάξεις του άρθρου 60.

Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο πραγματογνώμονας έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συλλέγει η ΕΑΚΑΑ κατά τις εποπτικές δραστηριότητές της.

3.   Κατά την ολοκλήρωση της έρευνας και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων του στην ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο πραγματογνώμονας βασίζει τα πορίσματά του μόνο σε γεγονότα για τα οποία οι ενδιαφερόμενοι είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που αφορά η έρευνα.

4.   Όταν υποβάλλει τον φάκελο των πορισμάτων του στην ΕΑΚΑΑ, ο πραγματογνώμονας ενημερώνει σχετικώς τα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα να αποκτούν γνώση του φακέλου, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τρίτους.

5.   Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του πραγματογνώμονα και, εφόσον ζητηθεί από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των υπό έρευνα προσώπων σύμφωνα με το άρθρο 67, η ΕΑΚΑΑ αποφαίνεται εάν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μια ή περισσότερες από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι και, σε περίπτωση που αποφανθεί ότι έχει διαπραχθεί παράβαση, λαμβάνει εποπτικό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 73 και επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο 65.

6.   Ο πραγματογνώμονας δεν συμμετέχει στις συσκέψεις της ΕΑΚΑΑ ούτε παρεμβαίνει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΑΚΑΑ.

7.   Η Επιτροπή θεσπίζει περαιτέρω κανόνες για τη διαδικασία άσκησης του δικαιώματος επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα της υπεράσπισης, προσωρινών διατάξεων και διατάξεων για την είσπραξη προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, θεσπίζει δε λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις προθεσμίες για την επιβολή και την εκτέλεση των ποινών.

Οι κανόνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εγκρίνονται με πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 82.

8.   Εάν η ΕΑΚΑΑ, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν ποινικό αδίκημα, παραπέμπει την υπόθεση στις αρμόδιες εθνικές αρχές, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη. Επιπροσθέτως, η ΕΑΚΑΑ δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές, εάν προγενέστερη αθώωση ή καταδίκη βάσει πανομοιότυπων περιστατικών ή βάσει περιστατικών που είναι κατ’ ουσία τα ίδια έχει ήδη αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 65

Πρόστιμο

1.   Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι αρχείο καταγραφής συναλλαγών έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση από αρχείο καταγραφής συναλλαγών εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι το αρχείο καταγραφής συναλλαγών ή η ανώτερη διοίκησή του ενήργησαν εσκεμμένως προς διάπραξη της παράβασης.

2.   Τα βασικά ποσά των προστίμων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνονται μεταξύ των κατωτέρω ορίων:

α)

για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Ι στοιχείο γ) και στο παράρτημα Ι τμήμα ΙΙ στοιχεία γ) έως ζ) και θ) καθώς και στο παράρτημα Ι τμήμα ΙΙΙ στοιχεία α) και β), το ύψος των προστίμων είναι τουλάχιστον 10 000 ευρώ και δεν υπερβαίνει τα 20 000 ευρώ·

β)

για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Ι στοιχεία α, β) και δ) έως η) και στο παράρτημα Ι τμήμα ΙΙ στοιχεία α), β) και η), το ύψος των προστίμων είναι τουλάχιστον 5 000 ευρώ και δεν υπερβαίνει τα 10 000 ευρώ.

Προκειμένου να αποφασίσει αν το βασικό ύψος των προστίμων θα βρίσκεται στο κατώτατο, στο μέσο ή το ανώτατο σημείο των ορίων που θεσπίζονται στην πρώτη υποπαράγραφο, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τον ετήσιο κύκλο εργασιών του προηγούμενου οικονομικού έτους του εν λόγω αρχείου καταγραφής συναλλαγών. Το βασικό ποσό φθάνει το κατώτατο σημείο του ορίου για τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών με ετήσιο κύκλο εργασιών μικρότερο του ενός εκατομμυρίου ευρώ, το μέσο σημείο του ορίου για τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών με ετήσιο κύκλο εργασιών μεταξύ ενός και πέντε εκατομμυρίων ευρώ και το ανώτατο σημείο του ορίου για τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των πέντε εκατομμυρίων ευρώ.

3.   Τα βασικά ποσά που ορίζονται στην παράγραφο 2 προσαρμόζονται, εφόσον απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών παραγόντων σύμφωνα με τους σχετικούς συντελεστές του παραρτήματος ΙΙ.

Οι σχετικοί επιβαρυντικοί συντελεστές εφαρμόζονται έκαστος με τη σειρά του στο βασικό ποσό. Εάν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός επιβαρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή εκάστου επί μέρους επιβαρυντικού συντελεστή προστίθεται στο βασικό ποσό.

Οι σχετικοί ελαφρυντικοί συντελεστές εφαρμόζονται έκαστος με τη σειρά του στο βασικό ποσό. Εάν εφαρμόζονται περισσότεροι του ενός ελαφρυντικοί συντελεστές, η διαφορά ανάμεσα στο βασικό ποσό και το ποσό που απορρέει από την εφαρμογή εκάστου επί μέρους ελαφρυντικού συντελεστή αφαιρείται από το βασικό ποσό.

4.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2 και 3, το ύψος του προστίμου δεν υπερβαίνει το 20 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του εκάστοτε αρχείου καταγραφής συναλλαγών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, όταν όμως το εν λόγω αρχείο έχει επωφεληθεί οικονομικά άμεσα ή έμμεσα από την παράβαση, το ύψος του προστίμου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό το όφελος.

Εφόσον η πράξη ή παράλειψη ενός αρχείου καταγραφής συναλλαγών συνιστά περισσότερες από μια εκ των παραβάσεων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, επιβάλλεται μόνο το ανώτερο πρόστιμο το οποίο υπολογίζεται βάσει των παραγράφων 2 και 3 και αφορά μία εκ των εν λόγω παραβάσεων.

Άρθρο 66

Περιοδικές χρηματικές ποινές

1.   Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει, με απόφαση, περιοδικές χρηματικές ποινές, προκειμένου να υποχρεώσει:

α)

ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών να τερματίσει κάποια παράβαση, κατ' εφαρμογή αποφάσεως που έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 73 παράγραφος 1 στοιχείο α)· ή

β)

πρόσωπο στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 61 παράγραφος 1:

i)

να παράσχει πλήρεις πληροφορίες οι οποίες έχουν ζητηθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 61·

ii)

να υποβληθεί σε έρευνα και ειδικότερα να παράσχει πλήρη αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή οιοδήποτε άλλο απαιτούμενο υλικό, και να συμπληρώσει και να διορθώσει άλλες πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια έρευνας που έχει κινηθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 62· ή

iii)

να υποβληθεί σε επιτόπια επιθεώρηση που έχει διαταχθεί με απόφαση δυνάμει του άρθρου 63.

2.   Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική και αναλογική. Το ποσό της περιοδικής χρηματικής ποινής επιβάλλεται για κάθε μέρα καθυστέρησης.

3.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, το ποσό των περιοδικών χρηματικών ποινών ανέρχεται στο 3 % του μέσου όρου του ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση ή, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, στο 2 % του μέσου όρου του ημερήσιου εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Υπολογίζεται από την ημέρα που ορίζεται στην απόφαση επιβολής της περιοδικής χρηματικής ποινής.

4.   Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για μέγιστη περίοδο έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της ΕΑΚΑΑ. Μετά το πέρας της περιόδου αυτής, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει το μέτρο.

Άρθρο 67

Ακρόαση των ενδιαφερόμενων προσώπων

1.   Πριν από τη λήψη οιασδήποτε απόφασης επιβολής προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής δυνάμει των άρθρων 65 και 66, η ΕΑΚΑΑ παρέχει τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα πορίσματά της στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες. Η ΕΑΚΑΑ θεμελιώνει τις αποφάσεις της μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα στα πρόσωπα που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

2.   Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα της υπεράσπισης των προσώπων που υπόκεινται σε πειθαρχικές διαδικασίες. Αυτά έχουν το δικαίωμα να αποκτούν πρόσβαση στο φάκελο της ΕΑΚΑΑ, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στο φάκελο δεν επεκτείνεται στις εμπιστευτικές πληροφορίες ή στα προπαρασκευαστικά έγγραφα εσωτερικής χρήσης της ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 68

Κοινοποίηση, φύση, επιβολή και κατανομή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

1.   Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 65 και 66, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη. Η κοινοποίηση αυτή δεν περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

2.   Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 65 και 66 είναι διοικητικής φύσεως.

3.   Στις περιπτώσεις που η ΕΑΚΑΑ αποφασίζει να μην επιβάλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και εκθέτει τους λόγους για την απόφασή της.

4.   Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 65 και 66 είναι εκτελεστά.

Η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας που ισχύει στο κράτος στου οποίου την επικράτεια διενεργείται. Ο εκτελεστήριος τύπος προσάπτεται στην απόφαση, χωρίς καμία άλλη τυπική διαδικασία πέραν της επαλήθευσης της γνησιότητας της απόφασης, από την αρχή που ορίζει η κυβέρνηση εκάστου κράτους μέλους για τον σκοπό αυτό και την οποία γνωστοποιεί στην ΕΑΚΑΑ και στο Δικαστήριο.

Εφόσον οι τυπικές διαδικασίες έχουν τηρηθεί κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, αυτός δύναται να επισπεύσει την αναγκαστική εκτέλεση κατά το εθνικό δίκαιο, αποτεινόμενος απευθείας στον αρμόδιο φορέα.

Η αναγκαστική εκτέλεση αναστέλλεται μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου. Τα δικαστήρια όμως του οικείου κράτους μέλους είναι αρμόδια για την εκδίκαση υποθέσεων σχετικά με αντιρρήσεις που αφορούν την κανονικότητα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.

5.   Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 69

Επανεξέταση από το Δικαστήριο

Το Δικαστήριο διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να επαυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί.

Άρθρο 70

Τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙ

Προκειμένου να λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 82, όσον αφορά μέτρα για την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙ.

Άρθρο 71

Ανάκληση καταχώρισης

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 73, η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί την καταχώρηση αρχείου καταγραφής συναλλαγών σε περίπτωση που το αρχείο καταγραφής συναλλαγών:

α)

παραιτείται ρητά από την καταχώρηση ή δεν έχει παράσχει υπηρεσίες κατά τους προηγούμενους έξι μήνες·

β)

επέτυχε την καταχώρηση με ψευδείς δηλώσεις ή με άλλο παράτυπο μέσο·

γ)

δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες έγινε δεκτή η καταχώρισή του.

2.   Η ΕΑΚΑΑ ειδοποιεί χωρίς αναίτια καθυστέρηση την οικεία αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 57 παράγραφος 1 σχετικά με την απόφασή της για ανάκληση της εγγραφής αρχείου καταγραφής συναλλαγών.

3.   Η αρμόδια αρχή κράτους μέλους στο οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του και ασκεί τις δραστηριότητές του το αρχείο καταγραφής συναλλαγών και η οποία κρίνει ότι πληρούται ένας από τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ να εξετάσει αν πληρούνται οι όροι για την ανάκληση της καταχώρισης του σχετικού αρχείου καταγραφής συναλλαγών. Σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ αποφασίσει να μην ανακαλέσει την καταχώρηση του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, αιτιολογεί πλήρως την απόφασή της.

4.   Η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 3 είναι η αρχή που ορίζεται δυνάμει του άρθρου 22.

Άρθρο 72

Τέλη εποπτείας

1.   Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει τέλη στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και σύμφωνα με τις πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3. Τα τέλη αυτά καλύπτουν πλήρως τις αναγκαίες δαπάνες τις ΕΑΚΑΑ όσον αφορά την καταχώρηση και εποπτεία των αρχείων καταγραφής συναλλαγών και την αντιστάθμιση κάθε δαπάνης στην οποία είναι δυνατόν να υποβληθούν οι αρμόδιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ιδίως ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε ανάθεσης καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 74.

2.   Το ύψος του τέλους που επιβάλλεται σε αρχείο καταγραφής συναλλαγών καλύπτει όλες τις διοικητικές δαπάνες της ΕΑΚΑΑ για τις δραστηριότητες καταχώρισης και εποπτείας και είναι ανάλογο προς τον κύκλο εργασιών του εν λόγω αρχείου καταγραφής συναλλαγών.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 82, για να ορίσει περαιτέρω το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος τους και τον τρόπο καταβολής τους.

Άρθρο 73

Εποπτικά μέτρα από την ΕΑΚΑΑ

1.   Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 64 παράγραφος 5, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι αρχείο καταγραφής συναλλαγών έχει διαπράξει μία από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, εκδίδει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες αποφάσεις:

α)

απαιτώντας από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών να τερματίσει την παράβαση·

β)

επιβάλλοντας πρόστιμα, δυνάμει του άρθρου 65·

γ)

εκδίδοντας ανακοινώσεις·

δ)

ως ύστατο μέτρο, ανακαλώντας την καταχώρηση του αρχείου καταγραφής συναλλαγών.

2.   Όταν λαμβάνει τις κατά την παράγραφο 1 αποφάσεις, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

τη διάρκεια και τη συχνότητα της παράβασης·

β)

το κατά πόσον η παράβαση έχει αποκαλύψει σοβαρές ή συστημικές αδυναμίες στις διαδικασίες της επιχείρησης ή στα συστήματα διαχείρισης της ή στους εσωτερικούς ελέγχους της·

γ)

αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλο τρόπο να συσχετιστεί με την παράβαση·

δ)

το κατά πόσον η παράβαση διεπράχθη εκ προθέσεως ή εξ αμελείας.

3.   Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί χωρίς αναίτια καθυστέρηση κάθε απόφαση που ελήφθη βάσει της παραγράφου 1 στο ενδιαφερόμενο αρχείο καταγραφής συναλλαγών και την ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στην Επιτροπή. Δημοσιοποιεί κάθε τέτοια απόφαση στον ιστότοπό της, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης.

Κατά τη δημοσιοποίηση της απόφασής της, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί επίσης δημοσίως το δικαίωμα του σχετικού αρχείου καταγραφής συναλλαγών να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης αυτής, το γεγονός, κατά περίπτωση, ότι η προσφυγή αυτή έχει ασκηθεί, προσδιορίζοντας ότι η εν λόγω προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και ότι το όργανο εξέτασης προσφυγών της ΕΑΚΑΑ είναι δυνατόν να αναστείλει την εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 74

Ανάθεση καθηκόντων από την ΕΑΚΑΑ στις αρμόδιες αρχές

1.   Εφόσον κρίνεται αναγκαίο για την ορθή εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων, η ΕΑΚΑΑ δύναται να αναθέσει συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα στην αρμόδια αρχή κράτους μέλους, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η ΕΑΚΑΑ δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Αυτά τα συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα μπορούν ιδίως να περιλαμβάνουν την αρμοδιότητα διεκπεραίωσης αιτημάτων για παροχή πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 61, καθώς και διεξαγωγής ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 62 και 63 παράγραφος 6.

2.   Πριν από την ανάθεση καθήκοντος η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με τη σχετική αρμόδια αρχή. Η εν λόγω διαβούλευση αφορά:

α)

το πεδίο εφαρμογής του ανατιθέμενου καθήκοντος·

β)

το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του καθήκοντος και

γ)

τη διαβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών από και προς την ΕΑΚΑΑ.

3.   Σύμφωνα με τον κανονισμό περί τελών που εξέδωσε η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 72 παράγραφος 3, η ΕΑΚΑΑ επιστρέφει στην αρμόδια αρχή κάθε δαπάνη στην οποία ενδέχεται να υποβληθεί κατά την εκτέλεση ανατεθέντων καθηκόντων.

4.   Η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Η ανάθεση μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.

5.   Η ανάθεση καθηκόντων δεν αίρει την ευθύνη της ΕΑΚΑΑ και δεν περιορίζει την ικανότητα της ΕΑΚΑΑ να διεξάγει και να επιβλέπει την ανατεθείσα δραστηριότητα. Οι δυνάμει του παρόντος κανονισμού εποπτικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων καταχώρισης των τελικών εκτιμήσεων και των επακόλουθων αποφάσεων σχετικά με παραβάσεις, δεν αποτελούν αντικείμενο ανάθεσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Σχέσεις με τρίτες χώρες

Άρθρο 75

Ισοδυναμία και διεθνείς συμφωνίες

1.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη σύμφωνα με την οποία οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις τρίτης χώρας πρέπει να εξασφαλίζουν ότι:

α)

τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα πληρούν νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις ισοδύναμες προς αυτές του παρόντος κανονισμού·

β)

υπάρχει επί διαρκούς βάσεως αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή του νόμου όσον αφορά τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών στην εν λόγω τρίτη χώρα και

γ)

υπάρχουν εγγυήσεις όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου που αναλαμβάνουν οι αρχές σε συνεργασία με τρίτα μέρη, οι οποίες είναι τουλάχιστον ισοδύναμες προς τις προβλεπόμενες στον παρόντα κανονισμό.

Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 86 παράγραφος 2.

2.   Όταν είναι σκόπιμο, και οπωσδήποτε μετά την έκδοση εκτελεστικής πράξης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο συστάσεις για τη διαπραγμάτευση διεθνών συμφωνιών με τις σχετικές τρίτες χώρες όσον αφορά την αμοιβαία πρόσβαση και ανταλλαγή πληροφοριών για τις συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σε αρχεία καταγραφής συναλλαγών εγκατεστημένα στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, κατά τρόπο που να εξασφαλίζει ότι οι αρχές της Ένωσης, περιλαμβανομένης της ΕΑΚΑΑ, έχουν άμεση και διαρκή πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους.

3.   Μετά τη σύναψη των συμφωνιών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, και σύμφωνα με αυτές, η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε ρυθμίσεις συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές των σχετικών τρίτων χωρών. Οι εν λόγω ρυθμίσεις προσδιορίζουν τουλάχιστον:

α)

τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αφενός, της ΕΑΚΑΑ και κάθε άλλης αρχής της Ένωσης που ασκεί αρμοδιότητες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και, αφετέρου, των οικείων αρμόδιων αρχών των συγκεκριμένων τρίτων χωρών και

β)

τις διαδικασίες συντονισμού των εποπτικών δραστηριοτήτων.

4.   Η ΕΑΚΑΑ εφαρμόζει τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001, όσον αφορά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα.

Άρθρο 76

Ρυθμίσεις συνεργασίας

Οι σχετικές αρχές τρίτων χωρών που δεν έχουν αρχείο καταγραφής συναλλαγών εγκατεστημένο στην επικράτειά τους μπορούν να απευθυνθούν στην ΕΑΚΑΑ με στόχο μια ρύθμιση συνεργασίας για την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σε αρχεία καταγραφής συναλλαγών της Ένωσης.

Η ΕΑΚΑΑ δύναται να προβεί σε ρυθμίσεις συνεργασίας με τις εν λόγω σχετικές αρχές όσον αφορά την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σε αρχεία καταγραφής συναλλαγών της Ένωσης, τις οποίες οι εν λόγω αρχές χρειάζονται προκειμένου να ανταποκριθούν στις αντίστοιχες ευθύνες και εντολές τους, υπό τον όρο ότι υπάρχουν εγγυήσεις για το επαγγελματικό απόρρητο, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου που αναλαμβάνουν οι αρχές σε συνεργασία με τρίτα μέρη.

Άρθρο 77

Αναγνώριση των αρχείων καταγραφής συναλλαγών

1.   Ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα μπορεί να παρέχει υπηρεσίες και δραστηριότητες σε οντότητες εγκατεστημένες στην Ένωση για τους σκοπούς του άρθρου 9 μόνο μετά την αναγνώρισή του από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υποβάλλει στην ΕΑΚΑΑ αίτηση αναγνώρισης συνοδευόμενη από όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις πληροφορίες που απαιτούνται ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσον το αρχείο καταγραφής πληροφοριών έχει λάβει άδεια λειτουργίας και υπόκειται σε αποτελεσματική εποπτεία σε τρίτη χώρα:

α)

ως προς την οποία η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει, μέσω εκτελεστικής πράξης βάσει του άρθρου 75 παράγραφος 1, ότι διαθέτει ισοδύναμο και εκτελεστό κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο·

β)

η οποία έχει συνάψει διεθνή συμφωνία με την Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 75 παράγραφος 2 και

γ)

η οποία έχει εκκινήσει ρυθμίσεις συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 75 παράγραφος 3, που εξασφαλίζουν ότι οι αρχές της Ένωσης, περιλαμβανομένης της ΕΑΚΑΑ, έχουν άμεση και διαρκή πρόσβαση σε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες.

Εντός 30 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης, η ΕΑΚΑΑ εκτιμά αν η αίτηση είναι πλήρης. Εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η ΕΑΚΑΑ ορίζει προθεσμία εντός της οποίας το αιτούν αρχείο καταγραφής συναλλαγών οφείλει να παράσχει τις πρόσθετες πληροφορίες.

Εντός 180 εργάσιμων ημερών από την υποβολή πλήρους αίτησης, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει εγγράφως και πλήρως αιτιολογημένα το αιτούν αρχείο καταγραφής συναλλαγών εάν χορηγείται άδεια λειτουργίας ή όχι.

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της κατάλογο των αρχείων καταγραφής συναλλαγών που έχουν καταχωρισθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

ΤΙΤΛΟΣ VII

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΡΧΕΙΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

Άρθρο 78

Γενικές απαιτήσεις

1.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών διαθέτει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με σαφώς καθορισμένες, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, καθώς και κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, που εμποδίζουν κάθε δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών.

2.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών διατηρεί και εφαρμόζει αποτελεσματικές γραπτές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις προκειμένου να εντοπίζει και να διαχειρίζεται πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων σχετικά με τα διοικητικά στελέχη και τους υπαλλήλους του ή κάθε πρόσωπο που συνδέεται μαζί τους, άμεσα ή έμμεσα, με σχέση στενών δεσμών.

3.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες, επαρκείς για να εξασφαλίζεται η συμμόρφωσή του, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης των διοικητικών στελεχών και των υπαλλήλων του, με όλες τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

4.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών διατηρεί και εφαρμόζει κατάλληλη οργανωτική δομή, ώστε να διασφαλίζεται η συνέχεια και η εύρυθμη λειτουργία του αρχείου καταγραφής συναλλαγών κατά την παροχή των υπηρεσιών και την άσκηση των δραστηριοτήτων του. Χρησιμοποιεί κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, πόρους και διαδικασίες.

5.   Εάν το αρχείο καταγραφής συναλλαγών προσφέρει επικουρικές υπηρεσίες, όπως επιβεβαίωση συναλλαγών, αντιστοίχηση συναλλαγών, εξυπηρέτηση πιστωτικών γεγονότων, υπηρεσίες ελέγχου της συμφωνίας χαρτοφυλακίου ή συμπίεσης χαρτοφυλακίου, το εν λόγω αρχείο καταγραφής συναλλαγών διατηρεί τις επικουρικές υπηρεσίες αυτές λειτουργικά διαχωρισμένες από τη λειτουργία του αρχείου καταγραφής συναλλαγών για την κεντρική συγκέντρωση και τήρηση αρχείων σχετικά με παράγωγα.

6.   Τα ανώτατα διοικητικά στελέχη και τα μέλη του συμβουλίου του αρχείου καταγραφής συναλλαγών διαθέτουν επαρκή καλή φήμη και πείρα ώστε να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση του αρχείου καταγραφής συναλλαγών.

7.   Σε ό,τι αφορά τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση αναφοράς δυνάμει του άρθρου 9, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών διαθέτει αντικειμενικές προϋποθέσεις πρόσβασης και συμμετοχής, χωρίς διακρίσεις, οι οποίες δημοσιοποιούνται. Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών παρέχει στους παρόχους υπηρεσιών πρόσβαση χωρίς διακρίσεις στις πληροφορίες που τηρούνται σε αυτό, με την προϋπόθεση ότι οι αντίστοιχοι αντισυμβαλλόμενοι έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους. Κριτήρια που περιορίζουν την πρόσβαση επιτρέπονται μόνον στον βαθμό που αποσκοπούν στον έλεγχο του κινδύνου απώλειας των δεδομένων τα οποία διατηρεί το αρχείο καταγραφής συναλλαγών.

8.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών δημοσιοποιεί τις σχετικές τιμές και τέλη για τις υπηρεσίες που παρέχονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Δημοσιοποιεί τις τιμές και τα τέλη για κάθε υπηρεσία χωριστά, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων και των επιστροφών, καθώς και τους όρους παροχής του οφέλους των εν λόγω μειώσεων. Επιτρέπει χωριστή πρόσβαση των οντοτήτων που αναφέρουν σε αυτό στις διάφορες υπηρεσίες. Οι τιμές και τα τέλη που χρεώνονται από το αρχείο καταγραφής συναλλαγών αποτελούν συνάρτηση του κόστους.

Άρθρο 79

Λειτουργική αξιοπιστία

1.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών εντοπίζει τις πηγές του λειτουργικού κινδύνου και τις ελαχιστοποιεί, με την ανάπτυξη κατάλληλων συστημάτων, ελέγχων και διαδικασιών. Τα συστήματα αυτά είναι αξιόπιστα και ασφαλή, και διαθέτουν επαρκή χωρητικότητα για τον χειρισμό των λαμβανομένων πληροφοριών.

2.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών διαμορφώνει, εφαρμόζει και διατηρεί κατάλληλη πολιτική αδιάλειπτης λειτουργίας και σχέδιο αποκατάστασης λειτουργίας μετά από καταστροφή, με σκοπό να διασφαλίσει τη διατήρηση των λειτουργιών του, την έγκαιρη αποκατάσταση των εργασιών και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αρχείου καταγραφής συναλλαγών. Το σχέδιο αυτό προβλέπει τουλάχιστον την εγκατάσταση εφεδρικών μέσων τήρησης αρχείου.

3.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών του οποίου ανακλήθηκε η καταχώριση εξασφαλίζει την ομαλή αντικατάστασή του, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς δεδομένων σε άλλα αρχεία καταγραφής συναλλαγών και της μεταφοράς των ροών αναφοράς σε άλλα αρχεία καταγραφής συναλλαγών.

Άρθρο 80

Διαφύλαξη και καταγραφή

1.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα, την ακεραιότητα και την προστασία των πληροφοριών που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 9.

2.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών μπορεί να χρησιμοποιεί τα δεδομένα που λαμβάνει σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό για εμπορικούς σκοπούς μόνο εάν οι σχετικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους.

3.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών καταγράφει πάραυτα τις πληροφορίες τις οποίες λαμβάνει δυνάμει του άρθρου 9 και τις διατηρεί τουλάχιστον επί δεκαετία από τη λήξη των σχετικών συμβάσεων. Χρησιμοποιεί ταχείες και αποδοτικές διαδικασίες τήρησης αρχείου για την τεκμηρίωση των αλλαγών στις καταγεγραμμένες πληροφορίες.

4.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών υπολογίζει τις θέσεις ανά κατηγορία παραγώγων και ανά αναφέρουσα οντότητα, με βάση τις λεπτομέρειες των συμβάσεων παραγώγων οι οποίες αναφέρονται σε αυτό σύμφωνα με το άρθρο 9.

5.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών επιτρέπει στα μέρη μιας σύμβασης να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν τη σύμβαση και να τις διορθώνουν εγκαίρως.

6.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για να αποφεύγεται η κακή χρήση των πληροφοριών που διατηρεί στα συστήματά του.

Φυσικό πρόσωπο που συνδέεται στενά με το αρχείο καταγραφής συναλλαγών ή νομικό πρόσωπο που έχει σχέση μητρικής ή θυγατρικής επιχείρησης με το αρχείο καταγραφής συναλλαγών δεν χρησιμοποιούν για εμπορική χρήση τις εμπιστευτικές πληροφορίες που καταγράφονται σε ένα αρχείο καταγραφής συναλλαγών.

Άρθρο 81

Διαφάνεια και διαθεσιμότητα των δεδομένων

1.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών δημοσιεύει, τακτικά και με εύκολα προσβάσιμο τρόπο, τις συνολικές θέσεις ανά κατηγορία παραγώγων για τις συμβάσεις οι οποίες του αναφέρονται.

2.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών συγκεντρώνει και διατηρεί δεδομένα και εξασφαλίζει ότι οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 διαθέτουν απευθείας και άμεση πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις συμβάσεις παραγώγων τις οποίες χρειάζονται για να εκπληρώσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και εντολές τους.

3.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών θέτει τις αναγκαίες πληροφορίες στη διάθεση των ακόλουθων οντοτήτων προκειμένου να έχουν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και εντολές τους:

α)

της ΕΑΚΑΑ·

β)

του ΕΣΣΚ·

γ)

της αρμόδιας αρχής που ασκεί την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν πρόσβαση στο αρχείο καταγραφής συναλλαγών·

δ)

της αρμόδιας αρχής που εποπτεύει τους τόπους διαπραγμάτευσης των αναφερόμενων συμβάσεων·

ε)

των σχετικών μελών του ΕΣΚΤ·

στ)

των σχετικών αρχών τρίτης χώρας που έχει συνάψει διεθνή συμφωνία με την Ένωση όπως αναφέρεται στο άρθρο 75·

ζ)

των εποπτικών αρχών που απαριθμούνται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς (32)·

η)

των σχετικών αρχών κινητών αξιών και αγορών της Ένωσης·

θ)

των σχετικών αρχών τρίτης χώρας που έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας με την ΕΑΚΑΑ όπως αναφέρεται στο άρθρο 76·

ι)

του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας.

4.   Η ΕΑΚΑΑ ανταλλάσσει με τις άλλες σχετικές αρχές της Ένωσης τις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση των καθηκόντων τους.

5.   Προκειμένου να διασφαλίσει τη συνεπή εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με τα μέλη του ΕΣΚΤ, αναπτύσσει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων που να διευκρινίζουν τη συχνότητα και τις λεπτομέρειες των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3, καθώς και τα λειτουργικά πρότυπα που απαιτούνται για τη συγκέντρωση και τη σύγκριση δεδομένων μεταξύ αρχείων καταγραφής συναλλαγών, και, όταν είναι αναγκαίο, για την πρόσβαση των αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στις πληροφορίες αυτές. Τα ανωτέρω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έχουν ως στόχο να διασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες που δημοσιεύονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν επιτρέπουν την αναγνώριση κανενός μέρους από καμία σύμβαση.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2012.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 82

Άσκηση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 1 παράγραφος 6, στο άρθρο 64 παράγραφος 7, στο άρθρο 70, στο άρθρο 72 παράγραφος 3 και στο άρθρο 85 παράγραφος 2 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή επ’ αόριστον.

3.   Πριν από την έγκριση πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση, η Επιτροπή έρχεται σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ.

4.   Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 6, στο άρθρο 64 παράγραφος 7, στο άρθρο 70, στο άρθρο 72 παράγραφος 3 και στο άρθρο 85 παράγραφος 2 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

5.   Μόλις εκδώσει μια κατ' εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 6, του άρθρου 64 παράγραφος 7, του άρθρου 70, του άρθρου 72 παράγραφος 3 και του άρθρου 85 παράγραφος 2 τίθεται σε ισχύ μόνο εφόσον δεν διατυπωθεί αντίρρηση είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είτε από το Συμβούλιο για περίοδο τριών μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

ΤΙΤΛΟΣ VΙΙΙ

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 83

Επαγγελματικό απόρρητο

1.   Η υποχρέωση τήρησης επαγγελματικού απορρήτου ισχύει για όλα τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητες για λογαριασμό των αρμόδιων αρχών οι οποίες ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 22 και οι αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 81 παράγραφος 2, της ΕΑΚΑΑ, ή των εντεταλμένων από τις αρμόδιες αρχές ή την ΕΑΚΑΑ ελεγκτών και εμπειρογνωμόνων. Καμία εμπιστευτική πληροφορία που περιέρχεται στα πρόσωπα αυτά κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιηθεί σε κανένα απολύτως πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνον υπό συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή που να μην επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας συγκεκριμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου, αρχείου καταγραφής συναλλαγών ή άλλου προσώπου, υπό την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στην ποινική ή φορολογική νομοθεσία ή στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Σε περίπτωση που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται υπό αναγκαστική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν τρίτους μπορούν να κοινολογούνται στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, εφόσον αυτό απαιτείται για τη διεξαγωγή της διαδικασίας.

3.   Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στην ποινική ή φορολογική νομοθεσία, οι αρμόδιες αρχές, η ΕΑΚΑΑ, οι φορείς και τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα εκτός των αρμοδίων αρχών που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες δυνάμει του παρόντος κανονισμού, μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν μόνον κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου περί των αρμόδιων αρχών, εντός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ή, προκειμένου περί των λοιπών αρχών, φορέων και φυσικών ή νομικών προσώπων, για τον σκοπό για τον οποίο τους δόθηκαν οι σχετικές πληροφορίες ή στο πλαίσιο των διοικητικών ή δικαστικών διαδικασιών που σχετίζονται άμεσα με την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών, ή και τα δύο. Εφόσον υπάρχει η συγκατάθεση της ΕΑΚΑΑ, της αρμόδιας αρχής ή άλλης αρχή, φορέα ή προσώπου που διαβιβάζει τις πληροφορίες, η αρχή που λαμβάνει τις πληροφορίες μπορεί να τις χρησιμοποιήσει για άλλους μη εμπορικούς σκοπούς.

4.   Οιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες λαμβάνονται, ανταλλάσσονται ή διαβιβάζονται βάσει του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στους όρους περί επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3. Ωστόσο, οι όροι αυτοί δεν εμποδίζουν την ΕΑΚΑΑ, τις αρμόδιες αρχές και τις οικείες κεντρικές τράπεζες να ανταλλάσσουν ή να διαβιβάζουν εμπιστευτικές πληροφορίες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και με τη λοιπή νομοθεσία που εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις επενδύσεων, πιστωτικά ιδρύματα, συνταξιοδοτικά ταμεία, ΟΣΕΚΑ, ΔΟΕΕ, ασφαλιστικούς και αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οργανωμένες αγορές ή διαχειριστές αγοράς, ή διαφορετικά, με τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής ή άλλης αρχής ή του φορέα ή του φυσικού ή του νομικού προσώπου που κοινοποίησε τις πληροφορίες.

5.   Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν ή να διαβιβάζουν, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν έχουν ληφθεί από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 84

Ανταλλαγή πληροφοριών

1.   Οι αρμόδιες αρχές, η ΕΑΚΑΑ και άλλες σχετικές αρχές ανταλλάσσουν μεταξύ τους χωρίς αναίτια καθυστέρηση τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

2.   Οι αρμόδιες αρχές, η ΕΑΚΑΑ, άλλες σχετικές αρχές και άλλοι φορείς ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού τις χρησιμοποιούν μόνον κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

3.   Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν πληροφορίες στα σχετικά μέλη του ΕΣΚΤ, όταν οι πληροφορίες αυτές απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΧ

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 85

Εκθέσεις και επανεξέταση

1.   Έως τις 17 Αυγούστου 2015, η Επιτροπή επανεξετάζει τον παρόντα κανονισμό και συντάσσει σχετική γενική έκθεση. Η Επιτροπή υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από ενδεδειγμένες προτάσεις.

Ειδικότερα, η Επιτροπή:

α)

αξιολογεί, σε συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, την ανάγκη λήψης οιουδήποτε μέτρου για τη διευκόλυνση της πρόσβασης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων στις διευκολύνσεις ρευστότητας των κεντρικών τραπεζών·

β)

αξιολογεί, σε συντονισμό με την ΕΑΚΑΑ και τις σχετικές αρχές των διάφορων κλάδων της οικονομίας, τη συστημική σημασία των συναλλαγών των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα και, ειδικότερα, τον αντίκτυπο του παρόντος κανονισμού στη χρησιμοποίηση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων από μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις·

γ)

αξιολογεί, υπό το πρίσμα της εμπειρίας, τη λειτουργία του εποπτικού πλαισίου για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικότητας των εποπτικών σωμάτων, των αντίστοιχων τρόπων ψηφοφορίας στο άρθρο 19 παράγραφος 3, καθώς και του ρόλου της ΕΑΚΑΑ, ιδίως κατά τη διαδικασία χορήγησης άδειας σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους·

δ)

αξιολογεί, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και το ΕΣΣΚ, την αποτελεσματικότητα των απαιτήσεων παροχής περιθωρίου ασφαλείας για λόγους περιορισμού της φιλοκυκλικότητας και την ανάγκη προσδιορισμού πρόσθετων δυνατοτήτων επέμβασης στον τομέα αυτό·

ε)

αξιολογεί, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, την εξέλιξη των πολιτικών των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σχετικά με τον καθορισμό περιθωρίων ασφαλείας και τις απαιτήσεις εξασφάλισης, και την προσαρμογή τους στις συγκεκριμένες δραστηριότητες και προφίλ κινδύνου των χρηστών τους.

Η αξιολόγηση του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου λαμβάνει υπόψη κάθε αποτέλεσμα συνεχιζόμενων εργασιών μεταξύ των κεντρικών τραπεζών σε ενωσιακό και διεθνές επίπεδο. Στην αξιολόγηση λαμβάνεται επίσης υπόψη η αρχή περί ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών και το δικαίωμά τους να παρέχουν πρόσβαση σε ταμειακές διευκολύνσεις κατά τη διακριτική τους ευχέρεια, καθώς και οι ενδεχόμενες μη επιδιωκόμενες επιπτώσεις στη συμπεριφορά των κεντρικών αντισυμβαλλομένων ή στην εσωτερική αγορά. Καμία συνοδευτική πρόταση δεν εισάγει, άμεσα ή έμμεσα, διακρίσεις κατά κράτους μέλους ή ομάδας κρατών μελών ως τόπου παροχής υπηρεσιών εκκαθάρισης.

2.   Έως τις 17 Αυγούστου 2014, η Επιτροπή εκπονεί έκθεση, μετά από διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΑΕΣ, όπου αξιολογεί την πρόοδο και τις προσπάθειες των κεντρικών αντισυμβαλλομένων όσον αφορά την ανάπτυξη τεχνικών λύσεων για τη μεταβίβαση, από μηχανισμούς συνταξιοδοτικών καθεστώτων, ασφαλειών, που δεν συνίστανται σε μετρητά, για την κάλυψη των περιθωρίων διαφορών αποτίμησης, καθώς και την ανάγκη λήψης οιωνδήποτε μέτρων για τη διευκόλυνση αυτών των λύσεων. Εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν έχει καταβληθεί προσπάθεια για την ανάπτυξη πρόσφορων τεχνικών λύσεων, και ότι ο δυσμενής αντίκτυπος της κεντρικής εκκαθάρισης των συμβάσεων παραγώγων για τις συνταξιοδοτικές παροχές των μελλοντικών συνταξιούχων παραμένει αμετάβλητος, εξουσιοδοτείται να εκδώσει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 82 για την επέκταση της τριετούς περιόδου του άρθρου 89 παράγραφος 1 μία φορά για δύο έτη και μία φορά για ένα έτος.

3.   Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τις εκθέσεις:

α)

σχετικά με την εφαρμογή της υποχρέωσης εκκαθάρισης, που προβλέπεται στον τίτλο II, και ιδιαίτερα την έλλειψη υποχρέωσης εκκαθάρισης για τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που έχουν συναφθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού·

β)

σχετικά με την εφαρμογή της διαδικασίας ταυτοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3·

γ)

σχετικά με την εφαρμογή των απαιτήσεων διαχωρισμού του άρθρου 39·

δ)

σχετικά με την επέκταση του πεδίου εφαρμογής των ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας, που προβλέπονται στον τίτλο V, σε συναλλαγές σε άλλες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων πλην των κινητών αξιών και των μέσων χρηματαγοράς·

ε)

σχετικά με την πρόσβαση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε τόπους διαπραγμάτευσης, τις επιπτώσεις ορισμένων πρακτικών στην ανταγωνιστικότητα και την επίδραση στον κατακερματισμό της ρευστότητας·

στ)

σχετικά με τις ανάγκες της ΕΑΚΑΑ σε προσωπικό και πόρους οι οποίες απορρέουν από την ανάληψη των εξουσιών και των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

ζ)

σχετικά με τις συνέπειες της εφαρμογής από τα κράτη μέλη των επιπρόσθετων απαιτήσεων του άρθρου 14 παράγραφος 5.

Οι εν λόγω εκθέσεις διαβιβάζονται στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2014 για τους σκοπούς της παραγράφου 1. Υποβάλλονται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

4.   Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και την ΕΑΚΑΑ, και αφού ζητήσει αξιολόγηση από το ΕΣΣΚ, καταρτίζει ετήσια έκθεση, όπου αξιολογεί τους πιθανούς συστημικούς κινδύνους και τις συνέπειες στο κόστος από τις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας.

Η έκθεση επικεντρώνεται τουλάχιστον στον αριθμό και την πολυπλοκότητα των εν λόγω ρυθμίσεων, καθώς και στην επάρκεια των συστημάτων και των μοντέλων διαχείρισης κινδύνου. Η Επιτροπή υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από ενδεδειγμένες προτάσεις.

Το ΕΣΣΚ παρέχει στην Επιτροπή την αξιολόγησή του σχετικά με τις πιθανές συνέπειες των ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας στους συστημικούς κινδύνους.

5.   Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ετήσια έκθεση σχετικά με τις επιβαλλόμενες από τις αρμόδιες αρχές κυρώσεις, περιλαμβανομένων των εποπτικών μέτρων, των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών.

Άρθρο 86

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κινητών Αξιών που συστάθηκε με την απόφαση 2001/528/ΕΚ της Επιτροπής (33). Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 87

Τροποποίηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ

1.   Στο άρθρο 9 παράγραφος 1 της οδηγίας 98/26/ΕΚ, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν διαχειριστής συστήματος έχει παράσχει ασφάλεια σε άλλον διαχειριστή συστήματος σε συνάρτηση με διαλειτουργικό σύστημα, τα δικαιώματα του παρέχοντος διαχειριστή συστήματος επί της εν λόγω ασφάλειας δεν θίγονται από διαδικασία αφερεγγυότητας έναντι του λαμβάνοντος διαχειριστή συστήματος.».

2.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις απαιτούμενες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παράγραφο 1 το αργότερο μέχρι τις 17 Αυγούστου 2014. Ενημερώνουν αμέσως σχετικά την Επιτροπή.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην οδηγία 98/26/ΕΚ ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 88

Ιστότοποι

1.   Η ΕΑΚΑΑ διατηρεί ιστότοπο που παρέχει τις εξής λεπτομέρειες:

α)

συμβάσεις που είναι επιλέξιμες για την υποχρέωση εκκαθάρισης βάσει του άρθρου 5·

β)

ποινές που έχουν επιβληθεί για παραβάσεις των άρθρων 4, 5 και 7 έως 11·

γ)

κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν την άδεια να προσφέρουν υπηρεσίες ή δραστηριότητες εντός της Ένωσης και είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, καθώς και τις υπηρεσίες ή δραστηριότητες που έχουν την άδεια να παρέχουν ή να ασκούν, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτονται από την άδειά τους·

δ)

ποινές που επιβάλλονται για παραβάσεις των τίτλων IV και V·

ε)

κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν άδεια να προσφέρουν υπηρεσίες ή δραστηριότητες εντός της Ένωσης και που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτη χώρα, καθώς και τις υπηρεσίες ή δραστηριότητες που έχουν την άδεια να παρέχουν ή να ασκούν, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτονται από την άδειά τους·

στ)

αρχεία καταγραφής συναλλαγών που έχουν την άδεια να προσφέρουν υπηρεσίες ή να ασκούν δραστηριότητες εντός της Ένωσης·

ζ)

ποινές και τα πρόστιμα που έχουν επιβληθεί βάσει των άρθρων 65 και 66·

η)

το δημόσιο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 6.

2.   Για τους σκοπούς των στοιχείων β), γ) και δ) της παραγράφου 1, οι αρμόδιες αρχές διατηρούν ιστότοπους συνδεδεμένους με τον ιστότοπο της ΕΑΚΑΑ.

3.   Όλοι οι ιστότοποι που αναφέρονται στο παρόν άρθρο είναι ανοικτοί στο κοινό και ενημερώνονται τακτικά, παρέχουν δε πληροφορίες με σαφήνεια.

Άρθρο 89

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Επί τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, η υποχρέωση εκκαθάρισης που ορίζεται στο άρθρο 4 δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων για τις οποίες μπορεί να μετρηθεί αντικειμενικά ότι μειώνουν τους επενδυτικούς κινδύνους που συνδέονται άμεσα με την χρηματοοικονομική φερεγγυότητα των μηχανισμών συνταξιοδοτικών καθεστώτων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 10. Η μεταβατική περίοδος εφαρμόζεται επίσης στις οντότητες που έχουν συσταθεί προς τον σκοπό της παροχής αποζημιώσεων στα μέλη μηχανισμών συνταξιοδοτικών καθεστώτων σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής.

Οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, οι οποίες διαφορετικά θα υπέκειντο στην υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 4 και οι οποίες συνήφθησαν από αυτές τις οντότητες κατά την περίοδο αυτή, υπόκεινται στις απαιτήσεις του άρθρου 11.

2.   Σε σχέση με τους μηχανισμούς συνταξιοδοτικών καθεστώτων που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 10 στοιχεία γ) και δ), η εξαίρεση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου χορηγείται από την οικεία αρχή που είναι αρμόδια για τους τύπους οντοτήτων ή τους τύπους μηχανισμών. Μόλις παραλάβει την αίτηση, η αρμόδια αρχή ειδοποιεί την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΑΕΣ. Εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΑΕΣ, εκδίδει γνώμη με την οποία αξιολογεί τη συμμόρφωση του τύπου οντοτήτων ή του τύπου μηχανισμών με το άρθρο 2 σημείο 10 στοιχείο γ) ή δ), καθώς και τους λόγους που αιτιολογούν την εξαίρεση λόγω των δυσχερειών να τηρηθούν οι απαιτήσεις κάλυψης του περιθωρίου διαφορών αποτίμησης. Η αρμόδια αρχή χορηγεί την εξαίρεση μόνον σε περίπτωση που πεισθεί απόλυτα ότι ο τύπος οντοτήτων ή ο τύπος μηχανισμών συμμορφώνεται με το άρθρο 2 σημείο 10 στοιχείο γ) ή δ) και ότι συναντούν δυσχέρειες να τηρήσουν τις απαιτήσεις κάλυψης του περιθωρίου διαφορών αποτίμησης. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει απόφαση εντός δέκα εργάσιμων ημερών μετά την παραλαβή της γνώμης της ΕΑΚΑΑ, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την γνώμη αυτή. Εάν η αρμόδια αρχή δεν συμφωνεί με την γνώμη της ΕΑΚΑΑ, η απόφασή της περιέχει πλήρη αιτιολόγηση και παρέχει επεξήγηση κάθε τυχόν σημαντικής απόκλισης από τη γνώμη αυτή.

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της κατάλογο των τύπων οντοτήτων και τύπων μηχανισμών που προβλέπονται στο άρθρο 2 σημείο 10 στοιχεία γ) και δ), στους οποίους χορηγήθηκε εξαίρεση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Για να ενισχύσει περαιτέρω τη συνεκτικότητα των αποτελεσμάτων της εποπτείας, η ΕΑΚΑΑ διενεργεί επανεξέταση από ομολόγους για τις οντότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο σε ετήσια βάση σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

3.   Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ο οποίος έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος εγκατάστασής του για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους πριν εγκρίνει η Επιτροπή όλα τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5, 8, έως 11, 16, 18, 25, 26, 29, 34, 41, 42, 44, 45, 46, 47, 49, 56 και 81, υποβάλλει αίτηση χορήγησης άδειας δυνάμει του άρθρου 14 για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού εντός έξι μηνών από έναρξη ισχύος όλων των κανονιστικών τεχνικών προτύπων, δυνάμει των άρθρων 16, 25, 26, 29, 34, 41, 42, 44, 45, 47 και 49.

Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, ο οποίος έχει αναγνωριστεί για να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης σε κράτος μέλος σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους πριν εγκρίνει η Επιτροπή όλα τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με τα άρθρα 16, 26, 29, 34, 41, 42, 44, 45, 47 και 49, υποβάλλει αίτηση αναγνώρισης δυνάμει του άρθρου 25 για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος όλων των κανονιστικών τεχνικών προτύπων, δυνάμει των άρθρων 16, 26, 29, 34, 41, 42, 44, 45, 47 και 49.

4.   Έως ότου ληφθεί απόφαση δυνάμει του παρόντος κανονισμού σχετικά με τη χορήγηση άδειας σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή την αναγνώρισή του, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι αντίστοιχοι εθνικοί κανόνες περί χορήγησης άδειας και αναγνώρισης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συνεχίζει να εποπτεύεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης ή αναγνώρισής του.

5.   Όταν αρμόδια αρχή έχει χορηγήσει άδεια σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για την εκκαθάριση δεδομένης κατηγορίας παραγώγων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους πριν εγκρίνει η Επιτροπή όλα τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με τα άρθρα 16, 26, 29, 34, 41, 42, 45, 47 και 49, η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους γνωστοποιεί στην ΕΑΚΑΑ τη χορήγηση της άδειας εντός ενός μηνός από την έναρξη ισχύος των κανονιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1.

Όταν αρμόδια αρχή έχει αναγνωρίσει κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους πριν εγκρίνει η Επιτροπή όλα τα κανονιστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με τα άρθρα 16, 26, 29, 34, 41, 42, 45, 47 και 49, η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους γνωστοποιεί στην ΕΑΚΑΑ την αναγνώριση αυτή εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των κανονιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1.

6.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών που έλαβε άδεια ή εγγράφηκε στο κράτος μέλος εγκατάστασής του προκειμένου να συγκεντρώνει και να τηρεί τα αρχεία παραγώγων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους πριν εγκρίνει η Επιτροπή όλα τα κανονιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με τα άρθρα 9, 56 και 81, υποβάλλει αίτηση εγγραφής δυνάμει του άρθρου 55 εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος των εν λόγω κανονιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων.

Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών που είναι εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα και έλαβε άδεια να συγκεντρώνει και να τηρεί τα αρχεία παραγώγων κράτους μέλους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους πριν εγκρίνει η Επιτροπή όλα τα κανονιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με τα άρθρα 9, 56 και 81, υποβάλλει αίτηση αναγνώρισης δυνάμει του άρθρου 77 εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος των εν λόγω κανονιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων.

7.   Έως ότου ληφθεί απόφαση δυνάμει του παρόντος κανονισμού σχετικά με την εγγραφή ή την αναγνώριση του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, εξακολουθούν να ισχύουν οι αντίστοιχοι εθνικοί κανόνες περί χορήγησης άδειας, εγγραφής και αναγνώρισης των αρχείων καταγραφής συναλλαγών και το αρχείο καταγραφής συναλλαγών συνεχίζει να εποπτεύεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης ή αναγνώρισής του.

8.   Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών που έλαβε άδεια ή αναγνωρίστηκε στο κράτος μέλος εγκατάστασής του προκειμένου να συγκεντρώνει και να τηρεί τα αρχεία παραγώγων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους πριν εγκρίνει η Επιτροπή όλα τα κανονιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με τα άρθρα 56 και 81, μπορεί να χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αναφοράς δυνάμει του άρθρου 9 έως ότου ληφθεί απόφαση σχετικά με την εγγραφή του αρχείου καταγραφής συναλλαγών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Το αρχείο καταγραφής συναλλαγών που είναι εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα και έλαβε άδεια προκειμένου να συγκεντρώνει και να τηρεί τα αρχεία παραγώγων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία κράτους μέλους πριν εγκρίνει η Επιτροπή όλα τα κανονιστικά και εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με τα άρθρα 56 και 81, μπορεί να χρησιμοποιείται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αναφοράς δυνάμει του άρθρου 9 έως ότου ληφθεί απόφαση σχετικά με την αναγνώριση του αρχείου καταγραφής συναλλαγών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

9.   Παρά το άρθρο 81 παράγραφος 3 στοιχείο στ), εφόσον δεν υφίσταται διεθνής συμφωνία μεταξύ τρίτης χώρας και της Ένωσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 75, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών μπορεί να θέτει τις αναγκαίες πληροφορίες στη διάθεση των σχετικών αρχών της συγκεκριμένης τρίτης χώρας έως τις 17 Αυγούστου 2013, υπό την προϋπόθεση ότι τις κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 90

Προσωπικό και πόροι της ΕΑΚΑΑ

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012, η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε αποτίμηση των αναγκών σε προσωπικό και πόρους τις οποίες συνεπάγεται η ανάληψη των εξουσιών και καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

Άρθρο 91

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 4 Ιουλίου 2012.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Α. Δ. ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ


(1)  ΕΕ C 57 της 23.2.2011, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 54 της 19.2.2011, σ. 44.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 29ης Μαρτίου 2012 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012.

(4)  ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12.

(5)  ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48.

(6)  ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84.

(7)  ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1.

(8)  ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 1.

(9)  ΕΕ L 228 της 16.8.1973, σ. 3.

(10)  ΕΕ L 345 της 19.12.2002, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 323 της 9.12.2005, σ. 1.

(12)  ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32.

(13)  ΕΕ L 235 της 23.9.2003, σ. 10.

(14)  ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1.

(15)  ΕΕ L 110 της 20.4.2001, σ. 28.

(16)  Έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 στοιχείο ζ) της Συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (ΕΕ L 193 της 18.7.1983, σ. 1).

(17)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή των διεθνών λογιστικών προτύπων (ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1).

(18)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1569/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για την καθιέρωση μηχανισμού για τον προσδιορισμό της ισοδυναμίας των λογιστικών προτύπων που εφαρμόζουν οι εκδότες κινητών αξιών τρίτων χωρών βάσει των οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 340 της 22.12.2007, σ. 66).

(19)  Οδηγία 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 201).

(20)  ΕΕ L 241 της 2.9.2006, σ. 1.

(21)  ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 45.

(22)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(23)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(24)  ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13.

(25)  ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1.

(26)  ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38.

(27)  ΕΕ L 372 της 31.12.1986, σ. 1.

(28)  ΕΕ L 222 της 14.8.1978, σ. 11.

(29)  ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 15.

(30)  ΕΕ L 228 της 11.8.1992, σ. 1.

(31)  ΕΕ L 168 της 27.6.2002, σ. 43.

(32)  ΕΕ L 142 της 30.4.2004, σ. 12.

(33)  ΕΕ L 191 της 13.7.2001, σ. 45.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Κατάλογος των παραβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 65 παράγραφος 1

I.

Παραβάσεις που αφορούν οργανωτικές απαιτήσεις ή συγκρούσεις συμφερόντων:

α)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 1 όταν δεν διαθέτει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, που εμποδίζουν τη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών·

β)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 2 εάν δεν τηρεί ή εφαρμόζει αποτελεσματικές γραπτές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις, προκειμένου να εντοπίζει και να διαχειρίζεται πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των διοικητικών στελεχών, των υπαλλήλων του και κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί τους, άμεσα ή έμμεσα, με σχέση στενών δεσμών·

γ)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 3 εάν δεν εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες, επαρκείς για να εξασφαλίζεται η συμμόρφωσή του, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης των διοικητικών στελεχών και των υπαλλήλων του, με όλες τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

δ)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 4 εάν δεν τηρεί ή εφαρμόζει κατάλληλη οργανωτική δομή, ώστε να διασφαλίζονται η συνέχεια και η εύρυθμη λειτουργία του αρχείου καταγραφής συναλλαγών κατά την παροχή των υπηρεσιών και την άσκηση των δραστηριοτήτων του·

ε)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 5 εάν δεν διαχωρίζει λειτουργικά τις επικουρικές υπηρεσίες του από το καθήκον του για κεντρική συγκέντρωση και τήρηση των αρχείων παραγώγων·

στ)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 6 εάν δεν μεριμνά ώστε τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του και τα μέλη του συμβουλίου να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και πείρας για να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση του αρχείου καταγραφής συναλλαγών·

ζ)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 7 εάν δεν προβλέπει αντικειμενικές προϋποθέσεις πρόσβασης και συμμετοχής, χωρίς διακρίσεις, οι οποίες δημοσιοποιούνται, όσον αφορά τους παρόχους υπηρεσιών και τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στην υποχρέωση αναφοράς δυνάμει του άρθρου 9·

η)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 8 εάν δεν δημοσιοποιεί τις τιμές και τα τέλη για τις υπηρεσίες που παρέχονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, εάν δεν επιτρέπει στις κοινοποιούσες οντότητες χωριστή πρόσβαση στις διάφορες υπηρεσίες ή εάν χρεώνει τιμές και τέλη που δεν σχετίζονται με το κόστος.

II.

Παραβάσεις που αφορούν λειτουργικές απαιτήσεις:

α)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 79 παράγραφος 1 εάν δεν εντοπίζει πηγές λειτουργικού κινδύνου ή δεν ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο, με την ανάπτυξη κατάλληλων συστημάτων, ελέγχων και διαδικασιών·

β)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 79 παράγραφος 2 εάν δεν διαμορφώνει, εφαρμόζει και διατηρεί κατάλληλη πολιτική αδιάλειπτης λειτουργίας και σχέδιο αποκατάστασης λειτουργίας μετά από καταστροφή, με σκοπό να διασφαλίσει τη διατήρηση των λειτουργιών του, την έγκαιρη αποκατάσταση των εργασιών και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αρχείου καταγραφής συναλλαγών·

γ)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 80 παράγραφος 1 εάν δεν διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα, την ακεραιότητα ή την προστασία των πληροφοριών που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 9·

δ)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 80 παράγραφος 2 εάν χρησιμοποιεί τα δεδομένα που λαμβάνει σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό για εμπορικούς σκοπούς χωρίς οι σχετικοί αντισυμβαλλόμενοι να έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους·

ε)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 80 παράγραφος 3 εάν δεν καταγράφει πάραυτα τις πληροφορίες τις οποίες λαμβάνει δυνάμει του άρθρου 9, ή εάν δεν τις διατηρεί τουλάχιστον επί δεκαετία από τη λήξη των σχετικών συμβάσεων, ή εάν δεν χρησιμοποιεί ταχείες και αποδοτικές διαδικασίες τήρησης αρχείου για την τεκμηρίωση των αλλαγών στις καταγεγραμμένες πληροφορίες·

στ)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 80 παράγραφος 4 εάν δεν υπολογίζει τις θέσεις ανά κατηγορία παραγώγων και ανά κοινοποιούσα οντότητα, με βάση τις λεπτομέρειες των συμβάσεων παραγώγων οι οποίες αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο 9·

ζ)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 80 παράγραφος 5 εάν δεν επιτρέπει στα μέρη μιας σύμβασης να έχουν έγκαιρη πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν τη σύμβαση αυτή και να τις διορθώνουν·

η)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 80 παράγραφος 6 εάν δεν λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για να αποφεύγεται η κακή χρήση των πληροφοριών που διατηρεί στα συστήματά του.

III.

Παραβάσεις που αφορούν τη διαφάνεια και τη διαθεσιμότητα των πληροφοριών:

α)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 81 παράγραφος 1 εάν δεν δημοσιεύει τακτικά και με προσβάσιμο τρόπο συνολικές θέσεις ανά κατηγορία παραγώγων για τις συμβάσεις οι οποίες του κοινοποιούνται·

β)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 81 παράγραφος 2 εάν δεν παρέχει στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 81 παράγραφος 3 απευθείας και άμεση πρόσβαση στις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τις συμβάσεις παραγώγων ώστε να μπορούν να εκπληρώσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και εντολές τους.

IV.

Παραβάσεις που αφορούν εμπόδια στις εποπτικές δραστηριότητες:

α)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παραβαίνει το άρθρο 61 παράγραφος 1 εάν παράσχει ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ως απάντηση σε απλή αίτηση πληροφοριών της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 2 ή ως απάντηση σε απόφαση της ΕΑΚΑΑ με την οποία ζητούνται πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 3·

β)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών παρέχει ανακριβείς ή παραπλανητικές απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο γ)·

γ)

αρχείο καταγραφής συναλλαγών δεν συμμορφώνεται εγκαίρως με εποπτικό μέτρο που έχει εγκρίνει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 73.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Κατάλογος των συντελεστών που συνδέονται με επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς παράγοντες για την εφαρμογή του άρθρου 65 παράγραφος 3

Οι ακόλουθοι συντελεστές εφαρμόζονται, σωρευτικά, στα βασικά ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 65 παράγραφος 2:

I.

Συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με επιβαρυντικούς παράγοντες:

α)

εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί κατ’ επανάληψη, για κάθε φορά που επαναλαμβάνεται, εφαρμόζεται πρόσθετος συντελεστής 1,1·

β)

εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

γ)

εάν η παράβαση αποκάλυψε συστημικές αδυναμίες στην οργάνωση του αρχείου καταγραφής συναλλαγών, ιδίως δε στις διαδικασίες του, στα συστήματα διαχείρισης ή στους εσωτερικούς ελέγχους, εφαρμόζεται συντελεστής 2,2·

δ)

εάν η παράβαση έχει αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα των τηρούμενων δεδομένων, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

ε)

εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως, εφαρμόζεται συντελεστής 2·

στ)

εάν δεν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα μετά τον εντοπισμό της παράβασης, εφαρμόζεται συντελεστής 1,7·

ζ)

εάν τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του αρχείου καταγραφής συναλλαγών δεν συνεργάστηκε με την ΕΑΚΑΑ στη διεξαγωγή των ερευνών της, εφαρμόζεται συντελεστής προσαρμογής 1,5.

II.

Συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με ελαφρυντικούς παράγοντες:

α)

εάν η παράβαση διεπράχθη για διάστημα μικρότερο των 10 εργάσιμων ημερών, εφαρμόζεται συντελεστής 0,9·

β)

εάν τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του αρχείου καταγραφής συναλλαγών μπορούν να αποδείξουν ότι έλαβαν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την αποφυγή της παράβασης, εφαρμόζεται συντελεστής 0,7·

γ)

εάν το αρχείο καταγραφής συναλλαγών ενημέρωσε την ΕΑΚΑΑ για την παράβαση με ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και πληρότητα, εφαρμόζεται συντελεστής 0,4·

δ)

εάν το αρχείο καταγραφής συναλλαγών έλαβε εθελοντικά μέτρα ώστε να εξασφαλισθεί ότι παρόμοια παράβαση δεν θα μπορεί να διαπραχθεί στο μέλλον, εφαρμόζεται συντελεστής προσαρμογής 0,6.


27.7.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 201/60


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 649/2012 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 4ης Ιουλίου 2012

σχετικά με τις εξαγωγές και εισαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων

(αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 192 παράγραφος 1 και το άρθρο 207,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Κατόπιν διαβουλεύσεως με την Επιτροπή των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 689/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, σχετικά με τις εξαγωγές και εισαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων (3) έχει πλείονες φορές τροποποιηθεί ουσιωδώς. Δεδομένου ότι πρόκειται να τροποποιηθεί περαιτέρω, είναι σκόπιμη η αναδιατύπωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 689/2008 για λόγους σαφήνειας.

(2)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 689/2008, εφαρμόστηκε η σύμβαση του Ρότερνταμ σχετικά με τη διαδικασία συναίνεσης μετά από ενημέρωση όσον αφορά ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και φυτοφάρμακα στο διεθνές εμπόριο (4) («η σύμβαση»), που άρχισε να ισχύει στις 24 Φεβρουαρίου 2004, και αντικαταστάθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 304/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις εισαγωγές και εξαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων (5).

(3)

Για λόγους σαφήνειας και συνέπειας με άλλη συναφή νομοθεσία της Ένωσης, θα πρέπει να εισαχθούν ορισμοί, να διασαφηνιστούν ορισμένοι υφιστάμενοι και να εναρμονιστεί η ορολογία με εκείνη που χρησιμοποιείται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (6), αφενός, και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων (7), αφετέρου. Είναι σκόπιμο να εξασφαλισθεί ότι ο παρών κανονισμός αντικατοπτρίζει τις μεταβατικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008, για να αποφευχθούν οποιεσδήποτε ανακολουθίες μεταξύ του χρονοδιαγράμματος εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού και του παρόντος κανονισμού.

(4)

H σύμβαση παρέχει στα μέρη της το δικαίωμα να λαμβάνουν μέτρα για την ισχυρότερη προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος από εκείνη που προβλέπει η σύμβαση, με την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά είναι συνεπή με τις διατάξεις της σύμβασης και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Για να εξασφαλιστεί η παροχή υψηλότερου επιπέδου προστασίας στο περιβάλλον και στο ευρύ κοινό των χωρών εισαγωγής, επιβάλλεται και ενδείκνυται η υπέρβαση των διατάξεων της σύμβασης σε ορισμένα σημεία.

(5)

Όσον αφορά τη συμμετοχή της Ένωσης στη σύμβαση, είναι απαραίτητο να υπάρχει ένα ενιαίο κέντρο επαφών της Ένωσης με τη Γραμματεία της σύμβασης («η Γραμματεία») και τα λοιπά μέρη της σύμβασης, καθώς και με άλλες χώρες. Η Επιτροπή θα πρέπει να ενεργεί ως το εν λόγω κέντρο επαφών.

(6)

Είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί αποτελεσματικός συντονισμός και διαχείριση των τεχνικών και διοικητικών πτυχών του παρόντος κανονισμού σε ενωσιακό επίπεδο. Τα κράτη μέλη και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων, που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 («ο Οργανισμός»), έχουν αρμοδιότητα και πείρα στην εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας και των διεθνών συμφωνιών που αφορούν τα χημικά προϊόντα. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός θα πρέπει να ασκούν καθήκοντα σχετικά με τις διοικητικές, τεχνικές και επιστημονικές πτυχές της εφαρμογής της σύμβασης μέσω του παρόντος κανονισμού, καθώς και της ανταλλαγής πληροφοριών. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός θα πρέπει να συνεργάζονται με στόχο την ουσιαστική εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων της Ένωσης που απορρέουν από τη σύμβαση.

(7)

Δεδομένου ότι ορισμένα καθήκοντα της Επιτροπής θα πρέπει να εκχωρηθούν στον Οργανισμό, η Ευρωπαϊκή Βάση Δεδομένων για τις Εξαγωγές και Εισαγωγές Επικίνδυνων Χημικών Προϊόντων, την οποία συγκρότησε αρχικά η Επιτροπή, θα πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω και να συντηρείται από τον Οργανισμό.

(8)

Οι εξαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων που έχουν απαγορευθεί ή υπαχθεί σε αυστηρούς περιορισμούς στην Ένωση θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται σε κοινή διαδικασία γνωστοποίησης εξαγωγής. Κατά συνέπεια, τα επικίνδυνα χημικά προϊόντα, είτε πρόκειται για ουσίες ως έχουν είτε για συστατικά μειγμάτων ή αντικειμένων, τα οποία έχουν απαγορευθεί ή υπαχθεί σε αυστηρούς περιορισμούς από την Ένωση ως φυτοπροστατευτικά προϊόντα, ως άλλες μορφές φυτοφαρμάκων ή ως βιομηχανικά χημικά προϊόντα για χρήση από επαγγελματίες ή από το κοινό, θα πρέπει να διέπονται από κανόνες γνωστοποίησης εξαγωγής ανάλογους με εκείνους που ισχύουν όταν τα εν λόγω χημικά προϊόντα απαγορεύονται ή υπάγονται σε αυστηρούς περιορισμούς στο πλαίσιο μίας ή και των δύο κατηγοριών χρήσης που καθορίζονται στη σύμβαση, δηλαδή ως φυτοφάρμακα ή ως προϊόντα βιομηχανικής χρήσης. Επιπλέον, τα χημικά προϊόντα που υπόκεινται στη διεθνή διαδικασία συναίνεσης μετά από ενημέρωση («ΣΜΕ») («διαδικασία ΣΜΕ») θα πρέπει επίσης να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες γνωστοποίησης εξαγωγής. Η εν λόγω κοινή διαδικασία γνωστοποίησης εξαγωγής θα πρέπει να εφαρμόζεται στις ενωσιακές εξαγωγές προς όλες τις τρίτες χώρες, ανεξαρτήτως του εάν είναι μέρη της σύμβασης ή συμμετέχουν στις διαδικασίες της. Θα πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να επιβάλλουν διοικητικά τέλη για την κάλυψη του κόστους της διαδικασίας αυτής.

(9)

Οι εξαγωγείς και εισαγωγείς θα πρέπει να υποχρεούνται να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις ποσότητες χημικών προϊόντων στο διεθνές εμπόριο που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση και αξιολόγηση του αντίκτυπου και της αποτελεσματικότητας των ρυθμίσεων που θεσπίζονται με αυτόν.

(10)

Οι γνωστοποιήσεις, στη Γραμματεία, οριστικών ρυθμιστικών πράξεων της Ένωσης ή κρατών μελών που απαγορεύουν ή υπάγουν σε αυστηρούς περιορισμούς χημικά προϊόντα, με σκοπό την ένταξή τους στη διαδικασία ΣΜΕ, θα πρέπει να υποβάλλονται από την Επιτροπή στις περιπτώσεις που πληρούνται τα σχετικά κριτήρια της σύμβασης. Συμπληρωματικές πληροφορίες για την υποστήριξη των εν λόγω γνωστοποιήσεων θα πρέπει να ζητούνται εφόσον κρίνεται αναγκαίο.

(11)

Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου οι οριστικές ρυθμιστικές πράξεις της Ένωσης ή κρατών μελών δεν απαιτείται να γνωστοποιούνται, επειδή δεν πληρούν τα σχετικά κριτήρια, θα πρέπει να διαβιβάζονται στη Γραμματεία και στα υπόλοιπα συμβαλλόμενα μέρη πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω πράξεις για τους σκοπούς της ανταλλαγής πληροφοριών.

(12)

Είναι, επίσης, αναγκαίο να διασφαλιστεί η λήψη αποφάσεων από την Ένωση σχετικά με τις εισαγωγές σε αυτή χημικών προϊόντων που υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ. Οι αποφάσεις αυτές θα πρέπει να βασίζονται στην ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία και να λαμβάνουν υπόψη τις απαγορεύσεις ή τους αυστηρούς περιορισμούς που έχουν επιβληθεί από κράτη μέλη. Όπου δικαιολογείται, θα πρέπει να προτείνονται τροποποιήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας.

(13)

Απαιτούνται ρυθμίσεις για να διασφαλιστούν η ενημέρωση των κρατών μελών και των εξαγωγέων σχετικά με τις αποφάσεις των χωρών εισαγωγής για χημικά προϊόντα που υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ, καθώς και η συμμόρφωση των εξαγωγέων με τις αποφάσεις αυτές. Επιπλέον, για να αποφευχθούν ανεπιθύμητες εξαγωγές, δεν θα πρέπει να εξάγονται χημικά προϊόντα που έχουν απαγορευθεί ή υπαχθεί σε αυστηρούς περιορισμούς στην Ένωση και ανταποκρίνονται στα κριτήρια για γνωστοποίηση με βάση τη σύμβαση ή υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ, χωρίς προηγουμένως να έχει ζητηθεί και εξασφαλιστεί η ρητή συναίνεση της εκάστοτε χώρας εισαγωγής, ανεξαρτήτως του εάν αυτή είναι μέρος της σύμβασης. Ταυτόχρονα, ενδείκνυται να εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι εξαγωγές ορισμένων χημικών προϊόντων σε χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Επιπλέον, χρειάζεται διαδικασία για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων όπου, μολονότι καταβάλλεται κάθε εύλογη προσπάθεια, η χώρα εισαγωγής δεν απαντά, ώστε να υπάρχει δυνατότητα προσωρινών εξαγωγών ορισμένων χημικών προϊόντων υπό καθορισμένες προϋποθέσεις. Είναι επίσης απαραίτητο να προβλεφθεί περιοδική επανεξέταση όλων αυτών των περιπτώσεων, καθώς και εκείνων για τις οποίες εξασφαλίζεται ρητή συναίνεση.

(14)

Είναι επίσης σημαντικό να έχουν όλα τα εξαγόμενα χημικά προϊόντα επαρκή διάρκεια διατήρησης, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά και με ασφάλεια. Όσον αφορά τα φυτοφάρμακα, ειδικότερα εκείνα που εξάγονται σε αναπτυσσόμενες χώρες, είναι απαραίτητο να παρέχονται πληροφορίες για τις ενδεδειγμένες συνθήκες αποθήκευσης και να χρησιμοποιούνται κατάλληλες συσκευασίες και μεγέθη δοχείων, ώστε να μη δημιουργούνται αποθέματα παρωχημένων προϊόντων.

(15)

Τα αντικείμενα που περιέχουν χημικά προϊόντα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της σύμβασης. Ωστόσο, τα αντικείμενα που περιέχουν χημικά προϊόντα, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, τα οποία μπορεί να ελευθερωθούν υπό ορισμένες συνθήκες χρήσης ή διάθεσης και τα οποία έχουν απαγορευθεί ή υπαχθεί σε αυστηρούς περιορισμούς στην Ένωση, στο πλαίσιο μίας ή περισσότερων από τις κατηγορίες χρήσης που καθορίζονται στη σύμβαση, ή υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ, θα πρέπει επίσης να υπαχθούν στους κανόνες γνωστοποίησης εξαγωγής. Επιπλέον, ορισμένα χημικά προϊόντα και αντικείμενα που περιέχουν συγκεκριμένα χημικά προϊόντα τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της σύμβασης αλλά προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία δεν θα πρέπει να εξάγονται καθόλου.

(16)

Σύμφωνα με τη σύμβαση, θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες για την κυκλοφορία υπό καθεστώς διαμετακόμισης χημικών προϊόντων που υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ στα μέρη της σύμβασης που τις ζητούν.

(17)

Οι ενωσιακοί κανόνες για τη συσκευασία και την επισήμανση, καθώς και για άλλες πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα χημικά προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγή σε μέρη της σύμβασης και άλλες χώρες, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν έρχονται σε αντίθεση με τυχόν ειδικές απαιτήσεις των χωρών αυτών, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών διεθνών προτύπων. Δεδομένου ότι με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 θεσπίστηκαν νέες διατάξεις για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, θα πρέπει να συμπεριληφθεί στον παρόντα κανονισμό παραπομπή στον εν λόγω κανονισμό.

(18)

Για να διασφαλιστεί ο αποτελεσματικός έλεγχος και η εφαρμογή, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν αρχές, όπως οι τελωνειακές, οι οποίες θα έχουν την ευθύνη του ελέγχου των εισαγωγών και εξαγωγών χημικών προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Η Επιτροπή, με τη στήριξη του Οργανισμού, και τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν καθοριστικό ρόλο και πρέπει να ενεργούν με επικεντρωμένο και συντονισμένο τρόπο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν κατάλληλες κυρώσεις για τις περιπτώσεις παραβάσεων.

(19)

Για να διευκολυνθεί ο τελωνειακός έλεγχος και να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος τόσο των εξαγωγέων όσο και των αρμοδίων αρχών, θα πρέπει να καθιερωθεί ένα σύστημα κωδικών που θα πρέπει να χρησιμοποιούνται στις διασαφήσεις εξαγωγής. Ειδικοί κωδικοί θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιούνται, κατά περίπτωση, για χημικά προϊόντα που εξάγονται για σκοπούς έρευνας ή ανάλυσης σε ποσότητες οι οποίες είναι απίθανο να έχουν επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία ή στο περιβάλλον και που, σε κάθε περίπτωση, δεν υπερβαίνουν τα 10 kg ανά εξαγωγέα προς χώρα εισαγωγής ανά ημερολογιακό έτος.

(20)

Θα πρέπει να προωθηθούν η ανταλλαγή πληροφοριών, ο επιμερισμός των ευθυνών και οι συλλογικές προσπάθειες μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών και τρίτων χωρών, ώστε να εξασφαλιστεί η ορθή διαχείριση των χημικών προϊόντων, ανεξαρτήτως του εάν οι τρίτες αυτές χώρες είναι μέρη της σύμβασης. Ειδικότερα, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν τεχνική βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες και στις χώρες με οικονομία σε μεταβατικό στάδιο, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της στήριξης έργων που υλοποιούνται από μη κυβερνητικές οργανώσεις, κυρίως δε βοήθεια με στόχο να καταστούν οι χώρες αυτές ικανές να εφαρμόσουν τη σύμβαση, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στην πρόληψη των επιβλαβών επιπτώσεων των χημικών προϊόντων στην ανθρώπινη υγεία και στο περιβάλλον.

(21)

Για να είναι αποτελεσματικές οι διαδικασίες, θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά η λειτουργία τους. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός θα πρέπει να υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις σε τυποποιημένη μορφή στην Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της θα πρέπει να υποβάλλει τακτικά εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(22)

Θα πρέπει να συνταχθούν από τον Οργανισμό τεχνικά καθοδηγητικά σημειώματα για να βοηθήσουν τις ορισθείσες αρχές, μεταξύ των οποίων οι τελωνειακές αρχές που ελέγχουν τις εξαγωγές, καθώς και τους εξαγωγείς και εισαγωγείς στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(23)

Προκειμένου να προσαρμοσθεί ο παρών κανονισμός στην τεχνική πρόοδο, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»), όσον αφορά την ένταξη χημικών προϊόντων στο παράρτημα I μέρος 1 ή 2, και τις άλλες τροποποιήσεις του παραρτήματος αυτού, την ένταξη χημικών προϊόντων στο παράρτημα V μέρος 1 ή 2, και τις άλλες τροποποιήσεις του παραρτήματος αυτού, και τις τροποποιήσεις των παραρτημάτων II, ΙΙΙ, IV και VI. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, ακόμη και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, όταν ετοιμάζει και συντάσσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(24)

Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (8).

(25)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, συγκεκριμένα η εξασφάλιση συνεκτικής και αποτελεσματικής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της Ένωσης που απορρέουν από τη σύμβαση, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και μπορούν συνεπώς, λόγω της ανάγκης να εναρμονιστούν οι κανόνες που διέπουν τις εισαγωγές και εξαγωγές χημικών προϊόντων, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(26)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 689/2008 θα πρέπει να καταργηθεί.

(27)

Ενδείκνυται να προβλεφθεί απώτερη ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ώστε να δοθεί επαρκής χρόνος στον Οργανισμό, προκειμένου να προετοιμαστεί για τον νέο ρόλο του, και να επιτραπεί στη βιομηχανία να εξοικειωθεί με τις νέες διαδικασίες,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Στόχοι

1.   Στόχοι του παρόντος κανονισμού είναι:

α)

η εφαρμογή της σύμβασης του Ρότερνταμ σχετικά με τη διαδικασία συναίνεσης μετά από ενημέρωση όσον αφορά ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα και φυτοφάρμακα στο διεθνές εμπόριο («η σύμβαση»)·

β)

η προώθηση του επιμερισμού των ευθυνών και των συλλογικών προσπαθειών στα θέματα διεθνούς μεταφοράς επικίνδυνων χημικών προϊόντων, με σκοπό την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος από δυνητικές βλάβες·

γ)

η συμβολή στην περιβαλλοντικώς ορθή χρήση επικίνδυνων χημικών προϊόντων.

Οι στόχοι που παρατίθενται στο πρώτο εδάφιο επιτυγχάνονται με τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τα χαρακτηριστικά των επικίνδυνων χημικών προϊόντων, με την πρόβλεψη διαδικασίας λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό της Ένωσης για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές τους και με τη διάδοση των αποφάσεων αυτών στα μέρη και σε άλλες χώρες, κατά περίπτωση.

2.   Πέραν των στόχων που παρατίθενται στην παράγραφο 1, ο παρών κανονισμός εξασφαλίζει ότι οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 σχετικά με την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία εφαρμόζονται σε όλα αυτά τα χημικά προϊόντα και όταν εξάγονται από τα κράτη μέλη σε άλλα μέρη της σύμβασης ή σε άλλες χώρες, εκτός εάν οι εν λόγω διατάξεις έρχονται σε αντίθεση με τυχόν ειδικές απαιτήσεις των ανωτέρω μερών ή χωρών.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε:

α)

ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα που υπόκεινται στη διαδικασία συναίνεσης μετά από ενημέρωση βάσει της σύμβασης («διαδικασία ΣΜΕ»)·

β)

ορισμένα επικίνδυνα χημικά προϊόντα που έχουν απαγορευθεί ή υπαχθεί σε αυστηρούς περιορισμούς στην Ένωση ή σε κράτος μέλος·

γ)

εξαγόμενα χημικά προϊόντα, όσον αφορά την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία τους.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε κανένα από τα ακόλουθα προϊόντα:

α)

ναρκωτικά και ψυχοτρόπους ουσίες που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 111/2005 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση κανόνων για την παρακολούθηση του εμπορίου πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών (9)·

β)

ραδιενεργά υλικά και ουσίες που καλύπτονται από την οδηγία 96/29/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 1996, για τον καθορισμό των βασικών κανόνων ασφάλειας για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιονίζουσες ακτινοβολίες (10)·

γ)

απόβλητα που καλύπτονται από την οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα (11)·

δ)

χημικά όπλα που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 428/2009 του Συμβουλίου, της 5ης Μαΐου 2009, περί κοινοτικού συστήματος ελέγχου των εξαγωγών της μεταφοράς, της μεσιτείας και της διαμετακόμισης ειδών διπλής χρήσης (12)·

ε)

τρόφιμα και πρόσθετα τροφίμων που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 882/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τη διενέργεια επισήμων ελέγχων της συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ζωοτροφών και τροφίμων και προς τους κανόνες για την υγεία και την καλή διαβίωση των ζώων (13)·

στ)

ζωοτροφές που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (14), συμπεριλαμβανομένων των προσθέτων, επεξεργασμένες, μερικώς επεξεργασμένες ή ανεπεξέργαστες, και που προορίζονται για τη διατροφή των ζώων από το στόμα·

ζ)

γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί που καλύπτονται από την οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον (15)·

η)

εξαιρουμένων των περιπτώσεων που καλύπτονται από το άρθρο 3 παράγραφος 5 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα και κτηνιατρικά φάρμακα που καλύπτονται από την οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (16) και την οδηγία 2001/82/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα κτηνιατρικά φάρμακα (17) αντιστοίχως.

3.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα χημικά προϊόντα που εξάγονται για σκοπούς έρευνας ή ανάλυσης σε ποσότητες που είναι απίθανο να έχουν επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου ή στο περιβάλλον και που, σε κάθε περίπτωση, δεν υπερβαίνουν τα 10 kg ανά εξαγωγέα προς χώρα εισαγωγής ανά ημερολογιακό έτος.

Παρά το πρώτο εδάφιο, οι εξαγωγείς των αναφερόμενων σε αυτό χημικών προϊόντων λαμβάνουν ειδικό αριθμό αναφοράς μέσω της βάσης δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) και αναγράφουν τον εν λόγω αριθμό αναφοράς στις οικείες διασαφήσεις εξαγωγής.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «χημικό προϊόν»: ουσία, αυτούσια ή ως συστατικό μείγματος, ή μείγμα που είτε παρασκευάζεται είτε λαμβάνεται από τη φύση, χωρίς όμως να περιλαμβάνει ζώντες οργανισμούς, και που ανήκει σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

2)   «ουσία»: τα χημικά στοιχεία και οι ενώσεις τους, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006·

3)   «μείγμα»: μείγμα ή διάλυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008·

4)   «αντικείμενο»: τελικό προϊόν που περιέχει ή περιλαμβάνει χημικό προϊόν, του οποίου η χρήση στο συγκεκριμένο προϊόν έχει απαγορευθεί ή υπαχθεί σε αυστηρούς περιορισμούς από την ενωσιακή νομοθεσία, εφόσον το εν λόγω προϊόν δεν εμπίπτει στο σημείο 2 ή 3·

5)   «φυτοφάρμακα»: χημικά προϊόντα μίας από τις ακόλουθες υποκατηγορίες:

i)

τα βιοκτόνα που διέπονται από την οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (19), και

ii)

τα απολυμαντικά, τα εντομοκτόνα και τα παρασιτοκτόνα που διέπονται από τις οδηγίες 2001/82/ΕΚ και 2001/83/ΕΚ·

6)   «βιομηχανικά χημικά προϊόντα»: χημικά προϊόντα μίας από τις ακόλουθες υποκατηγορίες:

7)   «χημικό προϊόν που υπόκειται σε γνωστοποίηση εξαγωγής»: κάθε χημικό προϊόν που έχει απαγορευθεί ή υπαχθεί σε αυστηρούς περιορισμούς στην Ένωση, στο πλαίσιο μίας ή περισσότερων κατηγοριών ή υποκατηγοριών, και κάθε χημικό προϊόν που περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος I μέρος 1 και υπόκειται στη διαδικασία ΣΜΕ·

8)   «χημικό προϊόν που ανταποκρίνεται στα κριτήρια γνωστοποίησης ΣΜΕ»: κάθε χημικό προϊόν που έχει απαγορευθεί ή υπαχθεί σε αυστηρούς περιορισμούς στην Ένωση ή σε κράτος μέλος, στο πλαίσιο μίας ή περισσότερων κατηγοριών. Τα χημικά προϊόντα που απαγορεύονται ή υπάγονται σε αυστηρούς περιορισμούς στην Ένωση, στο πλαίσιο μίας ή περισσότερων κατηγοριών, απαριθμούνται στο παράρτημα I μέρος 2·

9)   «χημικό προϊόν που υπόκειται στη διαδικασία ΣΜΕ»: κάθε χημικό προϊόν που περιλαμβάνεται στο παράρτημα III της σύμβασης και στο παράρτημα I μέρος 3 του παρόντος κανονισμού·

10)   «απαγορευμένο χημικό προϊόν»: ένα από τα ακόλουθα προϊόντα:

11)   «χημικό προϊόν υποκείμενο σε αυστηρούς περιορισμούς»: ένα από τα ακόλουθα προϊόντα:

12)   «χημικό προϊόν που έχει απαγορευθεί ή υπαχθεί σε αυστηρούς περιορισμούς από κράτος μέλος»: κάθε χημικό προϊόν που απαγορεύεται ή υπάγεται σε αυστηρούς περιορισμούς με εθνική οριστική ρυθμιστική πράξη κράτους μέλους·

13)   «οριστική ρυθμιστική πράξη»: νομικά δεσμευτική πράξη που αποσκοπεί στην απαγόρευση χημικού προϊόντος ή στην υπαγωγή του σε αυστηρούς περιορισμούς·

14)   «πολύ επικίνδυνο σκεύασμα φυτοφαρμάκου»: χημικό προϊόν που έχει μορφοποιηθεί για να χρησιμοποιηθεί ως φυτοφάρμακο και προκαλεί σοβαρές επιδράσεις στην υγεία ή στο περιβάλλον, παρατηρούμενες σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από εφάπαξ ή επανειλημμένη έκθεση, στις συνθήκες χρήσης·

15)   «τελωνειακό έδαφος της Ένωσης»: το έδαφος που προσδιορίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (20)·

16)   «εξαγωγή»: ένα από τα ακόλουθα:

17)   «εισαγωγή»: η φυσική είσοδος χημικού προϊόντος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης υπό τελωνειακό καθεστώς διαφορετικό από το καθεστώς εξωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης για την κυκλοφορία αγαθών μέσω του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης·

18)   «εξαγωγέας»: ένα από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα:

19)   «εισαγωγέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά τον χρόνο της εισαγωγής του χημικού προϊόντος στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, είναι ο παραλήπτης του·

20)   «μέρος της σύμβασης» ή «μέρος»: κράτος ή περιφερειακός οργανισμός οικονομικής ολοκλήρωσης που έχει δεχθεί να δεσμευθεί από τη σύμβαση και για το οποίο η σύμβαση είναι σε ισχύ·

21)   «άλλη χώρα»: κάθε χώρα που δεν είναι μέρος της σύμβασης·

22)   «Οργανισμός»: ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων που ιδρύθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006·

23)   «Γραμματεία»: η Γραμματεία της σύμβασης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 4

Ορισθείσες εθνικές αρχές των κρατών μελών

Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες αρχές («ορισθείσα εθνική αρχή» ή «ορισθείσες εθνικές αρχές») ως αρμόδιες για την εκτέλεση των διοικητικών καθηκόντων που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό, εκτός εάν το έχει ήδη πράξει πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τον ορισμό αυτό, το αργότερο μέχρι τις 17 Νοεμβρίου 2012, εκτός εάν οι πληροφορίες αυτές έχουν ήδη παρασχεθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού και ενημερώνει επίσης την Επιτροπή σε περίπτωση οιασδήποτε αλλαγής της ορισθείσας εθνικής αρχής.

Άρθρο 5

Συμμετοχή της Ένωσης στη σύμβαση

1.   Η συμμετοχή στη σύμβαση αποτελεί κοινή ευθύνη της Επιτροπής και των κρατών μελών, ιδιαίτερα όσον αφορά την τεχνική βοήθεια, την ανταλλαγή πληροφοριών και θέματα που αφορούν τη διευθέτηση διαφορών, τη συμμετοχή σε επικουρικά όργανα και τις ψηφοφορίες.

2.   Η Επιτροπή ενεργεί ως κοινή ορισθείσα αρχή για τα διοικητικά καθήκοντα που προβλέπει η σύμβαση σε σχέση με τη διαδικασία ΣΜΕ εξ ονόματος όλων των ορισθεισών εθνικών αρχών, σε στενή συνεργασία και διαβούλευση με τις ορισθείσες εθνικές αρχές των κρατών μελών.

Ειδικότερα, η Επιτροπή είναι αρμόδια για τα ακόλουθα:

α)

διαβίβαση των γνωστοποιήσεων εξαγωγής της Ένωσης σε μέρη της σύμβασης και άλλες χώρες σύμφωνα με το άρθρο 8·

β)

υποβολή στη Γραμματεία των κοινοποιήσεων των οριστικών ρυθμιστικών πράξεων σχετικά με χημικά προϊόντα που πληρούν τα κριτήρια γνωστοποίησης ΣΜΕ σύμφωνα με το άρθρο 11·

γ)

διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με άλλες οριστικές ρυθμιστικές πράξεις για χημικά προϊόντα που δεν πληρούν τα κριτήρια γνωστοποίησης ΣΜΕ, σύμφωνα με το άρθρο 12·

δ)

παραλαβή πληροφοριών από τη Γραμματεία, γενικότερα.

Η Επιτροπή καταθέτει επίσης στη Γραμματεία τις ενωσιακές απαντήσεις για τις εισαγωγές χημικών προϊόντων που υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ, σύμφωνα με το άρθρο 13.

Επιπλέον, η Επιτροπή συντονίζει τη συμβολή της Ένωσης σε όλα τα τεχνικά ζητήματα που αφορούν:

α)

τη σύμβαση·

β)

την προπαρασκευή της διάσκεψης των μερών που έχει θεσπιστεί με το άρθρο 18 παράγραφος 1 της σύμβασης·

γ)

την επιτροπή ανασκόπησης χημικών προϊόντων που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 18 παράγραφος 6 της σύμβασης (επιτροπή ανασκόπησης χημικών προϊόντων)·

δ)

άλλα επικουρικά όργανα της διάσκεψης των μερών.

3.   Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για την εξασφάλιση κατάλληλης εκπροσώπησης της Ένωσης στα διάφορα εκτελεστικά όργανα της σύμβασης.

Άρθρο 6

Καθήκοντα του Οργανισμού

1.   Ο Οργανισμός εκτελεί τα ακόλουθα καθήκοντα, επιπλέον εκείνων που ανατίθενται σε αυτόν βάσει των άρθρων 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14, 15, 18, 19, 20, 21, 22 και 25:

α)

συντήρηση, περαιτέρω ανάπτυξη και τακτική επικαιροποίηση βάσης δεδομένων για τις εξαγωγές και εισαγωγές επικίνδυνων χημικών προϊόντων («βάση δεδομένων»)·

β)

δημοσιοποίηση της βάσης δεδομένων στον δικτυακό τόπο του·

γ)

κατά περίπτωση και με την έγκριση της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη, παροχή βοήθειας, καθώς και τεχνικών και επιστημονικών οδηγιών και μέσων στη βιομηχανία, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού·

δ)

με την έγκριση της Επιτροπής, παροχή βοήθειας, καθώς και τεχνικών και επιστημονικών οδηγιών και μέσων στις ορισθείσες εθνικές αρχές των κρατών μελών, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού·

ε)

κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή εμπειρογνωμόνων της επιτροπής ανασκόπησης χημικών προϊόντων και στο πλαίσιο των διαθέσιμων πόρων, παροχή στοιχείων για τη σύνταξη των καθοδηγητικών εγγράφων απόφασης που αναφέρονται στο άρθρο 7 της σύμβασης και άλλων τεχνικών εγγράφων σχετικών με την εφαρμογή της σύμβασης·

στ)

παροχή τεχνικών και επιστημονικών στοιχείων καθώς και βοήθειας στην Επιτροπή, κατόπιν σχετικής αίτησης, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού·

ζ)

παροχή τεχνικών και επιστημονικών στοιχείων καθώς και βοήθειας στην Επιτροπή, κατόπιν σχετικής αίτησης, προκειμένου να διεκπεραιώνει τον ρόλο της ως κοινή ορισθείσα αρχή της Ένωσης.

2.   Τα καθήκοντα που ανατίθενται στον Οργανισμό δυνάμει του παρόντος κανονισμού εκτελούνται από τη Γραμματεία του.

Άρθρο 7

Χημικά προϊόντα που υπόκεινται σε γνωστοποίηση εξαγωγής, χημικά προϊόντα που ανταποκρίνονται στα κριτήρια γνωστοποίησης ΣΜΕ και χημικά προϊόντα που υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ

1.   Τα χημικά προϊόντα που υπόκεινται σε γνωστοποίηση εξαγωγής, τα χημικά προϊόντα που ανταποκρίνονται στα κριτήρια γνωστοποίησης ΣΜΕ και τα χημικά προϊόντα που υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ, αντίστοιχα, απαριθμούνται στο παράρτημα I.

2.   Τα χημικά προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα I εντάσσονται σε μία ή περισσότερες από τις τρεις ομάδες χημικών προϊόντων που παρατίθενται στο παράρτημα αυτό ως μέρη 1, 2 και 3.

Τα χημικά προϊόντα που απαριθμούνται στο μέρος 1 του παραρτήματος I υπόκεινται σε διαδικασία γνωστοποίησης εξαγωγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8, με παροχή λεπτομερών στοιχείων για την ταυτότητα της ουσίας, την κατηγορία και/ή υποκατηγορία χρήσης που υπόκειται σε περιορισμό, το είδος του περιορισμού και, όπου ενδείκνυται, συμπληρωματικών πληροφοριών, ιδίως σχετικά με τις εξαιρέσεις από την απαιτούμενη γνωστοποίηση εξαγωγής.

Τα χημικά προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα I μέρος 2, πέραν του ότι υπόκεινται στη διαδικασία γνωστοποίησης εξαγωγής βάσει του άρθρου 8, ανταποκρίνονται επίσης στα κριτήρια της διαδικασίας γνωστοποίησης ΣΜΕ που προβλέπεται στο άρθρο 11, με παροχή λεπτομερών στοιχείων για την ταυτότητα της ουσίας και την κατηγορία χρήσης.

Τα χημικά προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα I μέρος 3 υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ, με αναφορά της κατηγορίας χρήσης και, όπου ενδείκνυται, την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών, ειδικά για οποιεσδήποτε απαιτήσεις για γνωστοποίηση εξαγωγής.

3.   Οι κατάλογοι που ορίζονται στο παράρτημα I δημοσιοποιούνται μέσω της βάσης δεδομένων.

Άρθρο 8

Διαβίβαση γνωστοποιήσεων εξαγωγής σε μέρη της σύμβασης και άλλες χώρες

1.   Για τις ουσίες του παραρτήματος I μέρος 1 ή τα μείγματα που περιέχουν αυτές τις ουσίες σε συγκεντρώσεις τέτοιες ώστε να συνεπάγονται υποχρεώσεις επισήμανσης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 ανεξαρτήτως της παρουσίας άλλων ουσιών, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 έως 8 του παρόντος άρθρου ανεξάρτητα από τη σκοπούμενη χρήση του χημικού προϊόντος στο μέρος της σύμβασης ή άλλη χώρα εισαγωγής.

2.   Όταν ένας εξαγωγέας πρόκειται να εξαγάγει χημικό προϊόν αναφερόμενο στην παράγραφο 1 από την Ένωση σε μέρος της σύμβασης ή άλλη χώρα για πρώτη φορά κατά την ημερομηνία ή μετά την ημερομηνία υπαγωγής του εν λόγω προϊόντος στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, ο εξαγωγέας το γνωστοποιεί στην ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος («το κράτος μέλος του εξαγωγέα»), το αργότερο 35 ημέρες πριν από την αναμενόμενη ημερομηνία εξαγωγής του χημικού προϊόντος. Στη συνέχεια, ο εξαγωγέας γνωστοποιεί στην ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους την πρώτη εξαγωγή του συγκεκριμένου χημικού προϊόντος για κάθε ημερολογιακό έτος, το αργότερο 35 ημέρες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία εξαγωγής. Οι γνωστοποιήσεις ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις πληροφόρησης που ορίζονται στο παράρτημα II και τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής και των κρατών μελών μέσω της βάσης δεδομένων.

Η ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους του εξαγωγέα ελέγχει αν οι πληροφορίες είναι σύμφωνες με το παράρτημα II και, εάν η γνωστοποίηση είναι πλήρης, τη διαβιβάζει στον Οργανισμό το αργότερο 25 ημέρες πριν από την αναμενόμενη ημερομηνία εξαγωγής.

Ο Οργανισμός, εξ ονόματος της Επιτροπής, διαβιβάζει τη γνωστοποίηση στην ορισθείσα εθνική αρχή του μέρους εισαγωγής ή στην αρμόδια αρχή της άλλης χώρας εισαγωγής και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι αυτή έχει λάβει την εν λόγω γνωστοποίηση το αργότερο 15 ημέρες πριν από την πρώτη προβλεπόμενη εξαγωγή του χημικού προϊόντος και, στη συνέχεια, το αργότερο 15 ημέρες πριν από την πρώτη εξαγωγή του για κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος.

Ο Οργανισμός καταχωρίζει κάθε γνωστοποίηση εξαγωγής και αποδίδει σε αυτή αριθμό αναφοράς στη βάση δεδομένων, ενώ θέτει επίσης στη διάθεση του κοινού και των ορισθεισών εθνικών αρχών των κρατών μελών, κατά περίπτωση, επικαιροποιημένο κατάλογο των σχετικών χημικών προϊόντων και των μερών και άλλων χωρών εισαγωγής για κάθε ημερολογιακό έτος μέσω της βάσης δεδομένων.

3.   Εάν ο Οργανισμός δεν λάβει από το μέρος της σύμβασης ή την άλλη χώρα εισαγωγής απόδειξη παραλαβής της πρώτης γνωστοποίησης εξαγωγής μετά την ένταξη του χημικού προϊόντος στο παράρτημα I μέρος 1 εντός 30 ημερών από την αποστολή της γνωστοποίησης, αποστέλλει δεύτερη γνωστοποίηση εξ ονόματος της Επιτροπής. Ο Οργανισμός, εξ ονόματος της Επιτροπής, καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για να εξασφαλίσει τη λήψη της δεύτερης γνωστοποίησης από την ορισθείσα εθνική αρχή του μέρους εισαγωγής ή από την αρμόδια αρχή της άλλης χώρας εισαγωγής.

4.   Για τις εξαγωγές ουσιών που πραγματοποιούνται μετά την έναρξη ισχύος των τροποποιήσεων της νομοθεσίας της Ένωσης σχετικά με την εμπορία, τη χρήση ή την επισήμανση των εν λόγω ουσιών ή όποτε η σύνθεση των εν λόγω μειγμάτων μεταβάλλεται με αποτέλεσμα να αλλάζει η επισήμανσή τους, γίνεται νέα γνωστοποίηση εξαγωγής σύμφωνα με την παράγραφο 2. Η νέα γνωστοποίηση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις πληροφόρησης που ορίζονται στο παράρτημα II και αναφέρει ότι πρόκειται για αναθεώρηση προηγούμενης γνωστοποίησης.

5.   Όταν η εξαγωγή χημικού προϊόντος έχει σχέση με κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κατά την οποία κάθε καθυστέρηση μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία ή το περιβάλλον στο μέρος της σύμβασης ή άλλη χώρα εισαγωγής, η ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους του εξαγωγέα έχει τη διακριτική ευχέρεια να παράσχει, πλήρη ή μερική εξαίρεση από τις απαιτήσεις των παραγράφων 2, 3 και 4, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος του εξαγωγέα ή του μέρους της σύμβασης ή άλλης χώρας εισαγωγής και μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή, την οποία επικουρεί ο Οργανισμός. Η απόφαση επί του αιτήματος θεωρείται ότι έχει ληφθεί κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή εάν δεν υπάρχει αποκλίνουσα απάντηση από την Επιτροπή εντός 10 ημερών στην ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους που της στέλνει λεπτομερή στοιχεία του αιτήματος.

6.   Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 19 παράγραφος 2, οι υποχρεώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου παύουν να ισχύουν όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το χημικό προϊόν έχει υπαχθεί στη διαδικασία ΣΜΕ,

β)

η χώρα εισαγωγής που αποτελεί μέρος της σύμβασης έχει απαντήσει στη Γραμματεία, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 της σύμβασης, αν συναινεί ή όχι στην εισαγωγή του χημικού προϊόντος, και

γ)

η Επιτροπή έχει ενημερωθεί από τη Γραμματεία σχετικά με την απάντηση αυτή και έχει διαβιβάσει τις σχετικές πληροφορίες στα κράτη μέλη και στον Οργανισμό.

Παρά το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι υποχρεώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου δεν παύουν να ισχύουν στις περιπτώσεις όπου η χώρα εισαγωγής είναι μέρος της σύμβασης και απαιτεί ρητά τη συνέχιση της γνωστοποίησης εξαγωγής από τα μέρη εξαγωγής, π.χ. μέσω των αποφάσεων για τις εισαγωγές ή με άλλον τρόπο.

Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που επιβάλλει το άρθρο 19 παράγραφος 2, οι υποχρεώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου παύουν επίσης να ισχύουν όταν πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η ορισθείσα εθνική αρχή του μέρους εισαγωγής ή η αρμόδια αρχή της άλλης χώρας εισαγωγής έχει παραιτηθεί από την απαίτηση γνωστοποίησης πριν από την εξαγωγή του χημικού προϊόντος, και

β)

η Επιτροπή έχει λάβει τις σχετικές πληροφορίες από τη Γραμματεία ή από την ορισθείσα εθνική αρχή του μέρους εισαγωγής ή από την αρμόδια αρχή της άλλης χώρας εισαγωγής και τις έχει διαβιβάσει στα κράτη μέλη και στον Οργανισμό, ο οποίος τις έχει δημοσιοποιήσει μέσω της βάσης δεδομένων στον οικείο δικτυακό τόπο.

7.   Η Επιτροπή, οι ορισθείσες εθνικές αρχές των κρατών μελών, ο Οργανισμός και οι εξαγωγείς παρέχουν κατόπιν αιτήσεως στα μέρη της σύμβασης και στις άλλες χώρες εισαγωγής διαθέσιμες συμπληρωματικές πληροφορίες για τα εξαγόμενα χημικά προϊόντα,.

8.   Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν, με διαφανή τρόπο, συστήματα που επιβάλλουν στους εξαγωγείς την υποχρέωση καταβολής διοικητικών τελών για κάθε γνωστοποίηση εξαγωγής και για κάθε αίτηση ρητής συναίνεσης, ανάλογα με τις δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται για τη διεκπεραίωση των διαδικασιών που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 4 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 14 παράγραφοι 6 και 7.

Άρθρο 9

Γνωστοποιήσεις εξαγωγών που λαμβάνονται από μέρη της σύμβασης και άλλες χώρες

1.   Οι γνωστοποιήσεις εξαγωγών τις οποίες λαμβάνει ο Οργανισμός από την ορισθείσα εθνική αρχή μέρους της σύμβασης ή από την αρμόδια αρχή άλλης χώρας, για την εξαγωγή στην Ένωση χημικού προϊόντος του οποίου η παρασκευή, η χρήση, ο χειρισμός, η κατανάλωση, η μεταφορά ή η πώληση απαγορεύεται ή υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς βάσει της νομοθεσίας του εν λόγω μέρους της σύμβασης ή άλλης χώρας, δημοσιοποιούνται μέσω της βάσης δεδομένων εντός 15 ημερών από την παραλαβή παρόμοιας γνωστοποίησης από τον Οργανισμό.

Ο Οργανισμός, εξ ονόματος της Επιτροπής, βεβαιώνει τη λήψη της πρώτης γνωστοποίησης εξαγωγής που λαμβάνει για κάθε χημικό προϊόν από κάθε μέρος της σύμβασης ή άλλη χώρα.

Η ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους προς το οποίο πραγματοποιείται η εισαγωγή λαμβάνει αντίγραφο κάθε γνωστοποίησης που λαμβάνει ο Οργανισμός, εντός 10 ημερών από την παραλαβή της, συνοδευόμενο από όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες. Τα υπόλοιπα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα να λάβουν αντίγραφα, κατόπιν αίτησης.

2.   Όταν η Επιτροπή ή οι ορισθείσες εθνικές αρχές των κρατών μελών λάβουν γνωστοποιήσεις εξαγωγών, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από τις ορισθείσες εθνικές αρχές μερών ή από τις αρμόδιες αρχές άλλων χωρών, διαβιβάζουν αμέσως τις γνωστοποιήσεις αυτές στον Οργανισμό, συνοδευόμενες από όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες.

Άρθρο 10

Πληροφορίες για την εξαγωγή και εισαγωγή χημικών προϊόντων

1.   Κάθε εξαγωγέας μίας ή περισσοτέρων των ακόλουθων κατηγοριών:

α)

ουσιών του παραρτήματος I,

β)

μειγμάτων που περιέχουν αυτές τις ουσίες σε συγκεντρώσεις τέτοιες ώστε να συνεπάγονται υποχρεώσεις επισήμανσης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008, ανεξαρτήτως της παρουσίας άλλων ουσιών, ή

γ)

αντικειμένων που περιέχουν ουσίες του παραρτήματος I μέρος 2 ή 3 σε μορφή που δεν έχει αντιδράσει ή μειγμάτων που περιέχουν αυτές τις ουσίες σε συγκεντρώσεις τέτοιες ώστε να συνεπάγονται υποχρεώσεις επισήμανσης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008, ανεξαρτήτως της παρουσίας άλλων ουσιών,

ενημερώνει την ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους του εξαγωγέα, κατά το πρώτο τρίμηνο κάθε έτους, για τις ποσότητες του χημικού προϊόντος που απέστειλε, ως ουσία και ως συστατικό μειγμάτων ή αντικειμένων, σε κάθε μέρος της σύμβασης ή άλλη χώρα κατά το προηγούμενο έτος. Οι πληροφορίες αυτές συνοδεύονται από κατάλογο με τα ονόματα και τις διευθύνσεις όλων των φυσικών ή νομικών προσώπων που είναι εισαγωγείς χημικού προϊόντος, σε συμβαλλόμενο μέρος ή άλλο κράτος προς το οποίο έγινε αποστολή κατά την ίδια χρονική περίοδο. Στις πληροφορίες αυτές καταγράφονται χωριστά οι εξαγωγές σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 7.

Κάθε εισαγωγέας στο εσωτερικό της Ένωσης παρέχει ισοδύναμες πληροφορίες για τις ποσότητες που εισήγαγε στην Ένωση.

2.   Κατόπιν αίτησης της Επιτροπής, η οποία επικουρείται από τον Οργανισμό, ή της ορισθείσας εθνικής αρχής του οικείου κράτους μέλους, ο εξαγωγέας ή εισαγωγέας παρέχει κάθε συμπληρωματική πληροφορία σχετικά με τα χημικά προϊόντα η οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

3.   Κάθε κράτος μέλος παρέχει ετησίως στον Οργανισμό συγκεντρωτικές πληροφορίες σύμφωνα με το παράρτημα III. Ο Οργανισμός συνοψίζει τις πληροφορίες αυτές σε ενωσιακό επίπεδο και δημοσιοποιεί όσες δεν είναι εμπιστευτικές μέσω της βάσης δεδομένων.

Άρθρο 11

Γνωστοποίηση χημικών προϊόντων απαγορευμένων ή υποκειμένων σε αυστηρούς περιορισμούς δυνάμει της σύμβασης

1.   Η Επιτροπή γνωστοποιεί εγγράφως στη Γραμματεία τα χημικά προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα I μέρος 2 τα οποία ανταποκρίνονται στα κριτήρια γνωστοποίησης ΣΜΕ.

2.   Σε περίπτωση όπου και άλλα χημικά προϊόντα προστίθενται στο παράρτημα I μέρος 2 σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, η Επιτροπή γνωστοποιεί τα εν λόγω χημικά προϊόντα στη Γραμματεία. Η γνωστοποίηση ΣΜΕ αυτή υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατόν μετά την έκδοση της σχετικής οριστικής ρυθμιστικής πράξης στο επίπεδο της Ένωσης με την οποία επιβάλλεται απαγόρευση ή αυστηρός περιορισμός στο χημικό προϊόν, το αργότερο δε 90 ημέρες μετά την ημερομηνία κατά την οποία πρόκειται να εφαρμοστεί η οριστική ρυθμιστική πράξη.

3.   Η γνωστοποίηση ΣΜΕ παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που απαιτούνται από το παράρτημα IV.

4.   Κατά τον καθορισμό προτεραιοτήτων για τις γνωστοποιήσεις, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη αν το χημικό προϊόν περιλαμβάνεται ήδη στο παράρτημα I μέρος 3, σε ποιο βαθμό πληρούνται οι απαιτήσεις για πληροφορίες του παραρτήματος IV και τη σοβαρότητα του κινδύνου που ενέχει το χημικό προϊόν, ιδιαίτερα για τις αναπτυσσόμενες χώρες.

Όταν ένα χημικό προϊόν ανταποκρίνεται στα κριτήρια γνωστοποίησης ΣΜΕ, αλλά οι πληροφορίες είναι ανεπαρκείς για την τήρηση των απαιτήσεων του παραρτήματος IV, οι συγκεκριμένοι εξαγωγείς ή εισαγωγείς παρέχουν, κατόπιν αίτησης της Επιτροπής, όλες τις σχετικές πληροφορίες που διαθέτουν, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αντλούνται από άλλα εθνικά ή διεθνή προγράμματα ελέγχου χημικών προϊόντων, εντός 60 ημερών από την αίτηση.

5.   Σε περίπτωση τροποποίησης οριστικής ρυθμιστικής πράξης η οποία έχει γνωστοποιηθεί βάσει της παραγράφου 1 ή 2, η Επιτροπή ενημερώνει εγγράφως τη Γραμματεία το ταχύτερο δυνατόν μετά την έκδοση της νέας οριστικής ρυθμιστικής πράξης, το αργότερο δε 60 ημέρες μετά την ημερομηνία κατά την οποία πρόκειται να εφαρμοστεί η νέα οριστική ρυθμιστική πράξη.

Η Επιτροπή παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που δεν ήταν διαθέσιμες κατά τον χρόνο της αρχικής γνωστοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2, αντίστοιχα.

6.   Κατόπιν αίτησης μέρους της σύμβασης ή της Γραμματείας, η Επιτροπή παρέχει συμπληρωματικές πληροφορίες για το χημικό προϊόν ή για την οριστική ρυθμιστική πράξη, εφόσον είναι πρακτικά δυνατόν.

Τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός, εφόσον τους ζητηθεί, επικουρούν την Επιτροπή στη συγκέντρωση των πληροφοριών, ανάλογα με τις ανάγκες.

7.   Η Επιτροπή διαβιβάζει αμέσως στα κράτη μέλη και στον Οργανισμό τις πληροφορίες που λαμβάνει από τη Γραμματεία σχετικά με τις γνωστοποιήσεις χημικών προϊόντων που έχουν απαγορευθεί ή υπαχθεί σε αυστηρούς περιορισμούς από άλλα μέρη της σύμβασης.

Όπου ενδείκνυται, η Επιτροπή εκτιμά, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη και τον Οργανισμό, την ανάγκη πρότασης μέτρων σε ενωσιακό επίπεδο, προκειμένου να προληφθούν μη αποδεκτοί κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον στο εσωτερικό της Ένωσης.

8.   Σε περίπτωση όπου ένα κράτος μέλος θεσπίσει εθνική οριστική ρυθμιστική πράξη σύμφωνα με τη σχετική ενωσιακή νομοθεσία, για την επιβολή απαγόρευσης ή αυστηρού περιορισμού σε χημικό προϊόν, υποβάλλει στην Επιτροπή τις σχετικές πληροφορίες. Η Επιτροπή θέτει τις πληροφορίες αυτές στη διάθεση των κρατών μελών. Εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη λήψη των πληροφοριών αυτών, τα κράτη μέλη μπορούν να στείλουν στην Επιτροπή και στο κράτος μέλος που υπέβαλε την εθνική οριστική ρυθμιστική πράξη παρατηρήσεις σχετικά με ενδεχόμενη γνωστοποίηση ΣΜΕ, συμπεριλαμβάνοντας ιδίως πληροφορίες για την εθνική ρυθμιστική θέση τους έναντι του συγκεκριμένου χημικού προϊόντος. Αφού εξετάσει τις παρατηρήσεις, το εν λόγω κράτος μέλος πληροφορεί την Επιτροπή ότι αυτή πρέπει να:

α)

προβεί σε γνωστοποίηση ΣΜΕ στη Γραμματεία σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ή

β)

καταθέσει τις πληροφορίες στη Γραμματεία, σύμφωνα με το άρθρο 12.

Άρθρο 12

Πληροφορίες που πρέπει να διαβιβάζονται στη Γραμματεία σχετικά με απαγορευμένα ή υποκείμενα σε αυστηρούς περιορισμούς χημικά προϊόντα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια γνωστοποίησης ΣΜΕ

Σε περίπτωση χημικών προϊόντων που περιλαμβάνονται μόνο στον κατάλογο του παραρτήματος I μέρος 1 ή μετά τη λήψη πληροφοριών εκ μέρους κράτους μέλους για τους σκοπούς του άρθρου 11 παράγραφος 8 στοιχείο β), η Επιτροπή παρέχει στη Γραμματεία πληροφορίες για τις σχετικές οριστικές ρυθμιστικές πράξεις, ώστε οι πληροφορίες αυτές να μπορούν να διαδοθούν σε άλλα μέρη της σύμβασης, κατά περίπτωση.

Άρθρο 13

Υποχρεώσεις όσον αφορά την εισαγωγή χημικών προϊόντων

1.   Η Επιτροπή διαβιβάζει αμέσως στα κράτη μέλη και στον Οργανισμό όλα τα καθοδηγητικά έγγραφα απόφασης που λαμβάνει από τη Γραμματεία.

Η Επιτροπή εκδίδει, μέσω εκτελεστικής πράξης, απόφαση εισαγωγής, με τη μορφή τελικής ή προσωρινής απάντησης για την εισαγωγή εξ ονόματος της Ένωσης, η οποία αφορά τις μελλοντικές εισαγωγές του εκάστοτε χημικού προϊόντος. Η εκτελεστική πράξη αυτή εκδίδεται με τη διαδικασία συμβουλευτικής επιτροπής του άρθρου 27 παράγραφος 2. Η Επιτροπή ανακοινώνει την απόφαση στη Γραμματεία το ταχύτερο δυνατόν, το αργότερο δε εννέα μήνες μετά την ημερομηνία αποστολής του καθοδηγητικού εγγράφου απόφασης από τη Γραμματεία.

Εάν ένα χημικό προϊόν υπόκειται σε πρόσθετους ή τροποποιημένους περιορισμούς βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας, η Επιτροπή αναθεωρεί, μέσω εκτελεστικής πράξης, την απόφαση εισαγωγής. Η εκτελεστική πράξη αυτή εκδίδεται με τη διαδικασία συμβουλευτικής επιτροπής του άρθρου 27 παράγραφος 2. Η Επιτροπή ανακοινώνει την αναθεωρημένη απόφαση εισαγωγής στη Γραμματεία.

2.   Στις περιπτώσεις χημικών προϊόντων απαγορευμένων ή υποκείμενων σε αυστηρούς περιορισμούς σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την πληροφορία αυτή στην οικεία απόφαση εισαγωγής, εφόσον το ζητήσουν εγγράφως τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

3.   Η απόφαση εισαγωγής που λαμβάνεται βάσει της παραγράφου 1 αφορά την ή τις κατηγορίες που καθορίζονται για το χημικό προϊόν στο καθοδηγητικό έγγραφο απόφασης.

4.   Κατά την ανακοίνωση της απόφασης εισαγωγής στη Γραμματεία, η Επιτροπή παρέχει περιγραφή του νομοθετικού ή διοικητικού μέτρου στο οποίο αυτή βασίζεται.

5.   Κάθε ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους θέτει τις αποφάσεις εισαγωγής που λαμβάνονται βάσει της παραγράφου 1 στη διάθεση των ενδιαφερομένων που υπάγονται στην αρμοδιότητά της, σύμφωνα με τις οικείες νομοθετικές ή διοικητικές διατάξεις. Ο Οργανισμός δημοσιοποιεί τις αποφάσεις εισαγωγής που λαμβάνονται βάσει της παραγράφου 1 μέσω της βάσης δεδομένων.

6.   Όπου ενδείκνυται, η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη και τον Οργανισμό, εκτιμά την ανάγκη υποβολής πρότασης για την εφαρμογή μέτρων σε ενωσιακό επίπεδο, ώστε να προλαμβάνονται μη αποδεκτοί κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον στο εσωτερικό της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που περιέχει το καθοδηγητικό έγγραφο απόφασης.

Άρθρο 14

Υποχρεώσεις όσον αφορά τις εξαγωγές χημικών προϊόντων, εκτός των απαιτήσεων σχετικά με τη γνωστοποίηση εξαγωγής

1.   Η Επιτροπή διαβιβάζει αμέσως στα κράτη μέλη, στον Οργανισμό και στις ευρωπαϊκές ενώσεις βιομηχανιών τις πληροφορίες που λαμβάνει, είτε με τη μορφή εγκυκλίων είτε με άλλο τρόπο, από τη Γραμματεία σχετικά με χημικά προϊόντα που υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ, καθώς και τις αποφάσεις μερών εισαγωγής για τους όρους εισαγωγής των εν λόγω χημικών προϊόντων. Διαβιβάζει επίσης αμέσως στα κράτη μέλη και στον Οργανισμό πληροφορίες για τις περιπτώσεις έλλειψης απάντησης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 της σύμβασης. Ο Οργανισμός αποδίδει σε κάθε απόφαση εισαγωγής αριθμό αναφοράς και διατηρεί όλες τις πληροφορίες για τις αποφάσεις εισαγωγής διαθέσιμες στο κοινό μέσω της βάσης δεδομένων, και παρέχει τις πληροφορίες αυτές σε κάθε ενδιαφερόμενο, κατόπιν αίτησής του.

2.   Η Επιτροπή ταξινομεί κάθε χημικό προϊόν του παραρτήματος I βάσει της συνδυασμένης ονοματολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ταξινομήσεις αυτές αναθεωρούνται όταν το καθιστούν αναγκαίο οι ενδεχόμενες μεταβολές της ονοματολογίας του εναρμονισμένου συστήματος του Παγκόσμιου Οργανισμού Τελωνείων ή της συνδυασμένης ονοματολογίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα σχετικά χημικά προϊόντα.

3.   Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί τις πληροφορίες και τις αποφάσεις που διαβιβάζει η Επιτροπή βάσει της παραγράφου 1 στους ενδιαφερόμενους που υπάγονται στη δικαιοδοσία του.

4.   Οι εξαγωγείς συμμορφώνονται με τις αποφάσεις εισαγωγής, το αργότερο έξι μήνες μετά την πρώτη ενημέρωση της Επιτροπής από τη Γραμματεία σχετικά με τις εν λόγω αποφάσεις, σύμφωνα με την παράγραφο 1.

5.   Η Επιτροπή, επικουρούμενη από τον Οργανισμό, και τα κράτη μέλη συμβουλεύουν και συνδράμουν τα μέρη εισαγωγής, κατόπιν αίτησής τους και όπου ενδείκνυται, στη συγκέντρωση περαιτέρω πληροφοριών τις οποίες χρειάζονται για να απαντήσουν στη Γραμματεία σχετικά με την εισαγωγή δεδομένου χημικού προϊόντος.

6.   Οι ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I μέρος 2 ή 3 ή τα μείγματα που περιέχουν αυτές τις ουσίες σε συγκεντρώσεις τέτοιες ώστε να συνεπάγονται υποχρεώσεις επισήμανσης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 ανεξαρτήτως της παρουσίας άλλων ουσιών και ανεξαρτήτως της σκοπούμενης χρήσης από το μέρος εισαγωγής ή άλλη χώρα εισαγωγής, εξάγονται μόνο εφόσον πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο εξαγωγέας έχει ζητήσει και λάβει ρητή συναίνεση για την εισαγωγή, μέσω της ορισθείσας εθνικής αρχής του κράτους μέλους του εξαγωγέα κατόπιν διαβουλεύσεων με την Επιτροπή, επικουρούμενη από τον Οργανισμό, και της ορισθείσας εθνικής αρχής του μέρους εισαγωγής ή αρμόδιας αρχής της άλλης χώρας εισαγωγής·

β)

προκειμένου για χημικά προϊόντα του παραρτήματος I μέρος 3, στην τελευταία εγκύκλιο που έχει εκδοθεί από τη Γραμματεία κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 αναφέρεται ότι το μέρος εισαγωγής έχει συναινέσει στην εισαγωγή.

Σε περίπτωση όπου χημικά προϊόντα του παραρτήματος I μέρος 2 προορίζονται για εξαγωγή σε χώρες του ΟΟΣΑ, η ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους του εξαγωγέα μπορεί να αποφασίσει, κατόπιν αίτησης του εξαγωγέα, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή και κατά περίπτωση, ότι δεν απαιτείται ρητή συναίνεση, εάν το χημικό προϊόν έχει αποτελέσει αντικείμενο έγκρισης, καταχώρισης ή χορήγησης άδειας κατά τον χρόνο εισαγωγής στη χώρα του ΟΟΣΑ.

Εφόσον έχει ζητηθεί ρητή συναίνεση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχείο α), εάν ο Οργανισμός δεν λάβει απάντηση στην αίτηση εντός 30 ημερών, αποστέλλει εξ ονόματος της Επιτροπής υπόμνηση, εκτός εάν η Επιτροπή ή η ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους του εξαγωγέα έχει λάβει απάντηση την οποία έχει διαβιβάσει στον Οργανισμό. Ελλείψει απάντησης εντός νέας προθεσμίας 30 ημερών, ο Οργανισμός μπορεί να αποστείλει περαιτέρω υπομνήσεις, κατά περίπτωση και εάν είναι απαραίτητο.

7.   Στην περίπτωση χημικών προϊόντων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I μέρη 2 ή 3, η ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους του εξαγωγέα μπορεί να αποφασίσει, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή, η οποία επικουρείται από τον Οργανισμό, κατά περίπτωση και υπό τους όρους του δευτέρου εδαφίου, ότι η εξαγωγή μπορεί να πραγματοποιηθεί, εάν δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία από επίσημες πηγές από τα οποία προκύπτει ότι το μέρος εισαγωγής ή άλλη χώρα δεν εξέδωσε τελική ρυθμιστική πράξη για την απαγόρευση ή την υπαγωγή σε αυστηρούς περιορισμούς της χρήσης του χημικού προϊόντος και εάν αφού καταβλήθηκε κάθε εύλογη προσπάθεια, δεν ελήφθη απάντηση σε αίτηση ρητής συναίνεσης κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6 στοιχείο α), εντός 60 ημερών και πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία από επίσημες πηγές του μέρους της σύμβασης ή άλλης χώρας εισαγωγής, από τα οποία προκύπτει ότι το χημικό προϊόν έχει αποτελέσει αντικείμενο έγκρισης, καταχώρισης ή χορήγησης άδειας· ή

β)

η δηλωθείσα στη γνωστοποίηση εξαγωγής σκοπούμενη χρήση και επικυρωθείσα γραπτώς από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εισαγωγέας του χημικού προϊόντος σε ένα συμβαλλόμενο μέρος ή άλλο κράτος, δεν είναι στην κατηγορία για την οποία το χημικό προϊόν καταγράφεται στο παράρτημα I μέρος 2 ή 3και υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία από επίσημες πηγές ότι το χημικό προϊόν, κατά την τελευταία πενταετία, χρησιμοποιήθηκε ή εισήχθη στο μέρος της σύμβασης ή άλλη οικεία χώρα.

Στην περίπτωση χημικών προϊόντων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I μέρος 3, εξαγωγή με βάση την πλήρωση των κριτηρίων που ορίζονται στο στοιχείο β) μπορεί να μην πραγματοποιηθεί εάν το χημικό προϊόν έχει ταξινομηθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 ως καρκινογόνο κατηγορίας 1Α ή 1Β, ή μεταλλαξιογόνο κατηγορίας 1Α ή 1Β, ή τοξικό για την αναπαραγωγή κατηγορίας 1Α ή 1Β ή το χημικό προϊόν πληροί τα κριτήρια του παραρτήματος XIII του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 επειδή είναι ανθεκτικό, βιοσυσσωρεύσιμο και τοξικό ή άκρως ανθεκτικό και άκρως βιοσυσσωρεύσιμο.

Η ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους του εξαγωγέα, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή, η οποία επικουρείται από τον Οργανισμό, εξετάζει κατά τη λήψη απόφασης για την εξαγωγή χημικών προϊόντων του παραρτήματος I μέρος 3 τις πιθανές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου και στο περιβάλλον από τη χρήση του χημικού προϊόντος στο μέρος της σύμβασης ή την άλλη χώρα εισαγωγής και υποβάλλει τη σχετική τεκμηρίωση στον Οργανισμό, ώστε να είναι διαθέσιμη μέσω της βάσης δεδομένων στον δικτυακό του τόπο.

8.   Η ισχύς κάθε ρητής συναίνεσης βάσει της παραγράφου 6 στοιχείο α) ή απόφασης να πραγματοποιηθεί η εξαγωγή χωρίς ρητή συναίνεση βάσει της παραγράφου 7 επανεξετάζεται περιοδικά από την Επιτροπή σε συνεννόηση με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, ως εξής:

α)

για κάθε ρητή συναίνεση βάσει της παραγράφου 6 στοιχείο α), απαιτείται νέα ρητή συναίνεση το αργότερο στο τέλος του τρίτου ημερολογιακού έτους μετά την παροχή της, εκτός αντίθετων όρων της εν λόγω συναίνεσης·

β)

εάν δεν ληφθεί εν τω μεταξύ απάντηση σε αίτηση, κάθε απόφαση να πραγματοποιηθεί η εξαγωγή χωρίς ρητή συναίνεση βάσει της παραγράφου 7 ισχύει για δώδεκα μήνες κατ’ ανώτατο όριο, μετά την πάροδο των οποίων απαιτείται ρητή συναίνεση.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου, οι εξαγωγές μπορούν να συνεχίζονται και μετά τη λήξη της αντίστοιχης περιόδου, μέχρι να ληφθεί απάντηση σε νέα αίτηση ρητής συναίνεσης, για επιπρόσθετη περίοδο δώδεκα μηνών.

9.   Ο Οργανισμός καταχωρίζει στη βάση δεδομένων όλες τις αιτήσεις ρητής συναίνεσης, τις λαμβανόμενες απαντήσεις και τις αποφάσεις να πραγματοποιηθεί η εξαγωγή χωρίς ρητή συναίνεση, περιλαμβανομένης της τεκμηρίωσης που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της παραγράφου 7. Κάθε ρητή συναίνεση που εξασφαλίζεται ή αποτελεί αντικείμενο εξαίρεσης λαμβάνει αριθμό αναφοράς και εγγράφεται σε πίνακα, συνοδευόμενη από όλες τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με τους τυχόν συναρτημένους όρους, όπως ημερομηνίες ισχύος. Οι μη εμπιστευτικές πληροφορίες δημοσιοποιούνται μέσω της βάσης δεδομένων του Οργανισμού.

10.   Κανένα χημικό προϊόν δεν εξάγεται πέραν των έξι μηνών πριν από την ημερομηνία λήξης του, όπου αυτή υπάρχει ή απορρέει από την ημερομηνία παραγωγής, εκτός εάν οι εγγενείς ιδιότητες του προϊόντος το καθιστούν πρακτικά ανεφάρμοστο. Ειδικότερα, στην περίπτωση των φυτοφαρμάκων, οι εξαγωγείς εξασφαλίζουν το βέλτιστο μέγεθος και συσκευασία των δοχείων των φυτοφαρμάκων, ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος δημιουργίας αποθεμάτων παρωχημένων προϊόντων.

11.   Κατά την εξαγωγή φυτοφαρμάκων, οι εξαγωγείς εξασφαλίζουν ότι η επισήμανση περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες για τις συνθήκες αποθήκευσης και τη σταθερότητα κατά την αποθήκευση στις κλιματικές συνθήκες του μέρους της σύμβασης ή της άλλης χώρας εισαγωγής. Επιπλέον, εξασφαλίζουν ότι τα εξαγόμενα φυτοφάρμακα ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές καθαρότητας που καθορίζονται στην ενωσιακή νομοθεσία.

Άρθρο 15

Εξαγωγές ορισμένων χημικών προϊόντων και αντικειμένων

1.   Τα αντικείμενα υπόκεινται στη διαδικασία γνωστοποίησης εξαγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 8, εάν περιέχουν ένα από τα ακόλουθα:

α)

ουσίες του παραρτήματος I μέρος 2 ή 3 σε μορφή που δεν έχει αντιδράσει·

β)

μείγματα που περιέχουν αυτές τις ουσίες σε συγκεντρώσεις τέτοιες ώστε να συνεπάγονται υποχρεώσεις επισήμανσης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008, ανεξαρτήτως της παρουσίας άλλων ουσιών.

2.   Τα χημικά προϊόντα και τα αντικείμενα των οποίων η χρήση απαγορεύεται στην Ένωση για λόγους προστασίας της ανθρώπινης υγείας ή του περιβάλλοντος και τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα V, δεν εξάγονται.

Άρθρο 16

Πληροφορίες για την κυκλοφορία υπό καθεστώς διαμετακόμισης

1.   Ο κατάλογος των μερών της σύμβασης που απαιτούν να ενημερώνονται για την κυκλοφορία υπό καθεστώς διαμετακόμισης χημικών προϊόντων τα οποία υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ, καθώς και οι πληροφορίες που ζητά κάθε μέρος της σύμβασης, μέσω της Γραμματείας, παρατίθενται στο παράρτημα VI.

2.   Όταν χημικό προϊόν περιλαμβανόμενο στο παράρτημα I μέρος 3 μεταφέρεται μέσω της επικράτειας μέρους της σύμβασης περιλαμβανόμενου στο παράρτημα VI, ο εξαγωγέας παρέχει στην ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους του εξαγωγέα, εφόσον είναι πρακτικά δυνατόν, τις πληροφορίες που απαιτούνται από το μέρος της σύμβασης σύμφωνα με το παράρτημα VI, το αργότερο 30 ημέρες πριν από την πρώτη διαμετακόμιση και το αργότερο 8 ημέρες πριν από κάθε επόμενη διαμετακόμιση.

3.   Η ορισθείσα εθνική αρχή του κράτους μέλους του εξαγωγέα διαβιβάζει στην Επιτροπή, με κοινοποίηση στον Οργανισμό, τις πληροφορίες που λαμβάνει από τον εξαγωγέα βάσει της παραγράφου 2, καθώς και κάθε διαθέσιμη συμπληρωματική πληροφορία.

4.   Η Επιτροπή διαβιβάζει τις λαμβανόμενες βάσει της παραγράφου 3 πληροφορίες στις ορισθείσες εθνικές αρχές των μερών της σύμβασης που τις ζήτησαν, καθώς και κάθε διαθέσιμη συμπληρωματική πληροφορία, το αργότερο 15 ημέρες πριν από την πρώτη διαμετακόμιση και πριν από κάθε επόμενη διαμετακόμιση.

Άρθρο 17

Πληροφορίες που πρέπει να συνοδεύουν τα εξαγόμενα χημικά προϊόντα

1.   Τα χημικά προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγή υπόκεινται στις διατάξεις για τη συσκευασία και επισήμανση που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, την οδηγία 98/8/ΕΚ και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 ή σε άλλη σχετική ενωσιακή νομοθεσία ή θεσπίζονται βάσει αυτών.

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται εκτός εάν οι εν λόγω διατάξεις έρχονται σε αντίθεση με τυχόν ειδικές απαιτήσεις των μερών εισαγωγής ή άλλων χωρών.

2.   Όπου ενδείκνυται, αναγράφονται στην ετικέτα η ημερομηνία λήξης και η ημερομηνία παραγωγής των χημικών προϊόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή περιλαμβάνονται στο παράρτημα I, ενώ, εάν είναι αναγκαίο, παρατίθενται ημερομηνίες λήξης για διάφορες κλιματικές ζώνες.

3.   Όταν εξάγονται χημικά προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συνοδεύονται από δελτίο δεδομένων ασφαλείας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006. Ο εξαγωγέας αποστέλλει το σχετικό δελτίο δεδομένων ασφαλείας σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εισαγωγέας χημικού προϊόντος σε συμβαλλόμενο μέρος ή άλλο κράτος.

4.   Οι πληροφορίες στην ετικέτα και στο δελτίο δεδομένων ασφαλείας παρέχονται, εφόσον είναι πρακτικά δυνατόν, στις επίσημες γλώσσες, ή σε μία ή περισσότερες από τις κύριες γλώσσες, της χώρας προορισμού ή της περιοχής σκοπούμενης χρήσης.

Άρθρο 18

Υποχρεώσεις των αρχών των κρατών μελών όσον αφορά τον έλεγχο εισαγωγής και εξαγωγής

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει τις αρχές, όπως οι τελωνειακές, οι οποίες έχουν την ευθύνη του ελέγχου των εισαγωγών και εξαγωγών χημικών προϊόντων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I, εκτός εάν το έχει ήδη πράξει πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Η Επιτροπή, επικουρούμενη από τον Οργανισμό, και τα κράτη μέλη ενεργούν με επικεντρωμένο και συντονισμένο τρόπο κατά τον έλεγχο της συμμόρφωσης των εξαγωγέων με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Για τον συντονισμό του δικτύου των αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού αξιοποιείται το φόρουμ ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τον έλεγχο της εφαρμογής, το οποίο έχει συσταθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006.

3.   Κάθε κράτος μέλος, στις τακτικές εκθέσεις για τη λειτουργία των διαδικασιών, που υποβάλλει σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1, συμπεριλαμβάνει λεπτομέρειες των δραστηριοτήτων των αρχών του στο συγκεκριμένο πεδίο.

Άρθρο 19

Περαιτέρω υποχρεώσεις των εξαγωγέων

1.   Οι εξαγωγείς χημικών προϊόντων που υπόκεινται στις υποχρεώσεις του άρθρου 8 παράγραφοι 2 και 4 αναγράφουν τους ισχύοντες αριθμούς αναφοράς στις οικείες διασαφήσεις εξαγωγής (θέση 44 του ενιαίου διοικητικού εγγράφου ή αντίστοιχο στοιχείο δεδομένων στην ηλεκτρονική διασάφηση εξαγωγής) οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 161 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92.

2.   Οι εξαγωγείς χημικών προϊόντων που απαλλάσσονται, βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 5, από τις υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλουν οι παράγραφοι 2 και 4 του εν λόγω άρθρου ή οι εξαγωγείς χημικών προϊόντων για τα οποία οι υποχρεώσεις αυτές έχουν παύσει να υφίστανται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 6, λαμβάνουν ειδικό αριθμό αναφοράς μέσω της βάσης δεδομένων και αναγράφουν τον εν λόγω αριθμό αναφοράς στις οικείες διασαφήσεις εξαγωγής.

3.   Οι εξαγωγείς χρησιμοποιούν τη βάση δεδομένων, όταν αυτός το ζητεί, για την υποβολή των πληροφοριών που απαιτούνται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους οι οποίες απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 20

Ανταλλαγή πληροφοριών

1.   Η Επιτροπή, επικουρούμενη από τον Οργανισμό, και τα κράτη μέλη διευκολύνουν, κατά περίπτωση, την παροχή επιστημονικών, τεχνικών, οικονομικών και νομικών πληροφοριών σχετικά με τα χημικά προϊόντα που υπάγονται στον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων τοξικολογικών και οικοτοξικολογικών πληροφοριών, καθώς και πληροφοριών για την ασφάλεια.

Η Επιτροπή, όπου χρειάζεται με την υποστήριξη των κρατών μελών και του Οργανισμού, εξασφαλίζει τα ακόλουθα:

α)

την παροχή διαθέσιμων στο κοινό πληροφοριών για ρυθμιστικές πράξεις σχετικές με τους στόχους της σύμβασης·

β)

την παροχή πληροφοριών σε μέρη της σύμβασης και άλλες χώρες, απευθείας ή μέσω της Γραμματείας, σχετικά με τις πράξεις που περιορίζουν σημαντικά μία ή περισσότερες χρήσεις χημικού προϊόντος.

2.   Η Επιτροπή, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός προστατεύουν όλες τις εμπιστευτικές πληροφορίες που λαμβάνουν από μέρος της σύμβασης ή άλλη χώρα, κατά τα αμοιβαίως συμφωνηθέντα.

3.   Όσον αφορά τη διαβίβαση πληροφοριών στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού και με την επιφύλαξη της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες (21), δεν θεωρούνται εμπιστευτικές τουλάχιστον οι ακόλουθες πληροφορίες:

α)

οι πληροφορίες που καθορίζονται στα παραρτήματα II και IV·

β)

οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα αναφερόμενα στο άρθρο 17 παράγραφος 3 δελτία δεδομένων ασφαλείας·

γ)

η ημερομηνία λήξης των χημικών προϊόντων·

δ)

η ημερομηνία παραγωγής των χημικών προϊόντων·

ε)

οι πληροφορίες για μέτρα προφύλαξης, μεταξύ των οποίων η ταξινόμηση επικινδυνότητας, το είδος του κινδύνου και οι σχετικές υποδείξεις ασφαλείας·

στ)

τα συνοπτικά αποτελέσματα των τοξικολογικών και οικοτοξικολογικών δοκιμών·

ζ)

οι πληροφορίες για τη μεταχείριση της συσκευασίας αφού απομακρυνθούν τα χημικά προϊόντα.

4.   Ο Οργανισμός συγκεφαλαιώνει ανά διετία τις διαβιβαζόμενες πληροφορίες.

Άρθρο 21

Τεχνική βοήθεια

Η Επιτροπή οι ορισθείσες εθνικές αρχές των κρατών μελών και ο Οργανισμός, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις ανάγκες των αναπτυσσόμενων χωρών και των χωρών με οικονομία σε μεταβατικό στάδιο, συνεργάζονται στην παροχή τεχνικής βοήθειας, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης, με σκοπό την ανάπτυξη της υποδομής, της ικανότητας και της ειδίκευσης που απαιτούνται για την ορθή διαχείριση των χημικών προϊόντων σε όλη τη διάρκεια ζωής τους.

Ειδικότερα, και για να καταστούν οι εν λόγω χώρες ικανές να εφαρμόσουν τη σύμβαση, προωθείται τεχνική βοήθεια που συνίσταται στην παροχή τεχνικών πληροφοριών για τα χημικά προϊόντα, στην προώθηση της ανταλλαγής εμπειρογνωμόνων, στη στήριξη της σύστασης ή διατήρησης των ορισθεισών εθνικών αρχών και στην παροχή τεχνικής ειδίκευσης για τον εντοπισμό πολύ επικίνδυνων σκευασμάτων φυτοφαρμάκων και για την κατάρτιση των γνωστοποιήσεων προς τη Γραμματεία.

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη συμμετέχουν ενεργά στις διεθνείς δραστηριότητες που αφορούν τη δημιουργία ικανότητας διαχείρισης χημικών προϊόντων, με την παροχή πληροφοριών σχετικά με τα έργα που στηρίζουν ή χρηματοδοτούν για τη βελτίωση της διαχείρισης των χημικών προϊόντων στις αναπτυσσόμενες χώρες και στις χώρες με οικονομία σε μεταβατικό στάδιο. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εξετάζουν επίσης το ενδεχόμενο στήριξης μη κυβερνητικών οργανώσεων.

Άρθρο 22

Παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων

1.   Τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός διαβιβάζουν ανά τριετία στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία των διαδικασιών που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων των τελωνειακών ελέγχων, των παραβάσεων, των κυρώσεων και των διορθωτικών μέτρων, κατά περίπτωση. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη η οποία καθορίζει εκ των προτέρων κοινό υπόδειγμα για την υποβολή των πληροφοριών. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που μνημονεύεται στο άρθρο 27 παράγραφος 2.

2.   Η Επιτροπή συντάσσει ανά τριετία έκθεση σχετικά με την εκτέλεση των προβλεπόμενων στον παρόντα κανονισμό καθηκόντων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της και την ενσωματώνει σε συγκεφαλαιωτική έκθεση, στην οποία συμπεριλαμβάνει τις πληροφορίες που παρέχονται από τα κράτη μέλη και από τον Οργανισμό σύμφωνα με την παράγραφο 1. Σύνοψη της έκθεσης αυτής, η οποία δημοσιεύεται στο διαδίκτυο, διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

3.   Όσον αφορά τις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, η Επιτροπή, τα κράτη μέλη και ο Οργανισμός συμμορφώνονται με τις σχετικές υποχρεώσεις προστασίας του απορρήτου και της κυριότητας των δεδομένων.

Άρθρο 23

Επικαιροποίηση των παραρτημάτων

1.   Η Επιτροπή επανεξετάζει τον κατάλογο χημικών προϊόντων του παραρτήματος I τουλάχιστον ετησίως, με βάση τις εξελίξεις στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου και της σύμβασης.

2.   Για να προσδιοριστεί αν μια οριστική ρυθμιστική πράξη σε ενωσιακό επίπεδο συνιστά απαγόρευση ή αυστηρό περιορισμό, εκτιμώνται οι επιδράσεις της πράξης αυτής στο επίπεδο των υποκατηγοριών των κατηγοριών «φυτοφάρμακα» και «βιομηχανικά χημικά προϊόντα». Εάν η οριστική ρυθμιστική πράξη απαγορεύει ή περιορίζει αυστηρά τη χρήση ενός χημικού προϊόντος σε οποιαδήποτε υποκατηγορία, τότε αυτό εντάσσεται στο παράρτημα I μέρος 1.

Για να προσδιοριστεί αν μια οριστική ρυθμιστική πράξη σε ενωσιακό επίπεδο συνιστά απαγόρευση ή αυστηρό περιορισμό που συνεπάγεται ότι το εξεταζόμενο χημικό προϊόν ανταποκρίνεται στα κριτήρια γνωστοποίησης ΣΜΕ σύμφωνα με το άρθρο 11, εκτιμώνται οι επιδράσεις της πράξης αυτής στο επίπεδο των κατηγοριών «φυτοφάρμακα» και «βιομηχανικά χημικά προϊόντα». Εάν η οριστική ρυθμιστική πράξη απαγορεύει ή περιορίζει αυστηρά τη χρήση χημικού προϊόντος σε οποιαδήποτε κατηγορία, τότε αυτό εντάσσεται επίσης στο παράρτημα I μέρος 2.

3.   Η απόφαση να συμπεριληφθούν χημικά προϊόντα στο παράρτημα I ή να τροποποιηθεί η καταχώρισή τους, κατά περίπτωση, λαμβάνεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

4.   Για να προσαρμόζεται ο παρών κανονισμός στην τεχνική πρόοδο, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 26, όσον αφορά τα ακόλουθα μέτρα:

α)

ένταξη χημικού προϊόντος στο παράρτημα I μέρη 1 ή 2 σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου μετά από οριστική ρυθμιστική πράξη σε ενωσιακό επίπεδο και τροποποιήσεις του παραρτήματος I, συμπεριλαμβανομένων λοιπών αλλαγών σε υφιστάμενες καταχωρίσεις·

β)

ένταξη χημικού προϊόντος που εμπίπτει στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 850/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τους έμμονους οργανικούς ρύπους (22) στο παράρτημα V μέρος 1·

γ)

ένταξη χημικού προϊόντος που υπόκειται ήδη σε απαγόρευση εξαγωγής σε ενωσιακό επίπεδο στο παράρτημα V μέρος 2·

δ)

τροποποιήσεις υφιστάμενων καταχωρίσεων στο παράρτημα V·

ε)

τροποποιήσεις των παραρτημάτων II, ΙΙΙ, IV και VΙ.

Άρθρο 24

Προϋπολογισμός του Οργανισμού

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα έσοδα του Οργανισμού προέρχονται από:

α)

επιδότηση από την Ένωση, η οποία εγγράφεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (τμήμα «Επιτροπή»)·

β)

εθελοντικές συνεισφορές των κρατών μελών.

2.   Τα έσοδα και οι δαπάνες για τις δραστηριότητες δυνάμει του παρόντος κανονισμού διαχωρίζονται από εκείνα που αφορούν δραστηριότητες δυνάμει άλλων κανονισμών μέσω της εγγραφής τους σε διαφορετικά τμήματα του προϋπολογισμού του Οργανισμού.

Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 έσοδα του Οργανισμού χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

3.   Εντός πέντε ετών από την 1η Μαρτίου 2014, η Επιτροπή εξετάζει τη σκοπιμότητα της επιβολής τελών από τον Οργανισμό για τις παρεχόμενες στους εξαγωγείς υπηρεσίες και, εάν είναι απαραίτητο, υποβάλλει σχετική πρόταση.

Άρθρο 25

Υποδείγματα και λογισμικό για την υποβολή στοιχείων στον Οργανισμό

Για την υποβολή στοιχείων στον Οργανισμό, ο τελευταίος καθορίζει υποδείγματα και πακέτα λογισμικού, τα οποία διαθέτει δωρεάν μέσω του οικείου δικτυακού τόπου. Τα κράτη μέλη και τα λοιπά μέρη που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό χρησιμοποιούν τα εν λόγω υποδείγματα και πακέτα λογισμικού, όταν υποβάλλουν στοιχεία στον Οργανισμό κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 26

Άσκηση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων

1.   Η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 23 παράγραφος 4 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από την 1η Μαρτίου 2014. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 4 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

4.   Η Επιτροπή, μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο

5.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 23 παράγραφος 4 τίθεται σε ισχύ μόνο εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 27

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή που έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 133 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 28

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες με τον επιδιωκόμενο σκοπό και αποτρεπτικές. Εάν δεν το έχουν ήδη πράξει πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν τις σχετικές διατάξεις στην Επιτροπή, το αργότερο την 1η Μαρτίου 2014, και την ενημερώνουν, χωρίς καθυστέρηση, για κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση που θίγει τις εν λόγω διατάξεις.

Άρθρο 29

Μεταβατική περίοδος για την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των χημικών προϊόντων

Οι παραπομπές που ο παρών κανονισμός κάνει στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 ερμηνεύονται, κατά περίπτωση, ως παραπομπές στη νομοθεσία της Ένωσης που ισχύει δυνάμει του άρθρου 61 του εν λόγω κανονισμού και σύμφωνα με το εκεί οριζόμενο χρονοδιάγραμμα.

Άρθρο 30

Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 689/2008 καταργείται από την 1η Μαρτίου 2014.

Οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 689/2008 θεωρούνται παραπομπές στον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που παρατίθεται στο παράρτημα VII.

Άρθρο 31

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Μαρτίου 2014.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 4 Ιουλίου 2012.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Α. Δ. ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ


(1)  ΕΕ C 318 της 29.10.2011, σ. 163.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Μαΐου 2012 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2012.

(3)  ΕΕ L 204 της 31.7.2008, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 63 της 6.3.2003, σ. 29.

(5)  ΕΕ L 63 της 6.3.2003, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 353 της 31.12.2008, σ. 1.

(8)  ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13.

(9)  ΕΕ L 22 της 26.1.2005, σ. 1.

(10)  ΕΕ L 159 της 29.6.1996, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3.

(12)  ΕΕ L 134 της 29.5.2009, σ. 1.

(13)  ΕΕ L 165 της 30.4.2004, σ. 1.

(14)  ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1.

(15)  ΕΕ L 106 της 17.4.2001, σ. 1.

(16)  ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67.

(17)  ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 1.

(18)  ΕΕ L 309 της 24.11.2009, σ. 1.

(19)  ΕΕ L 123 της 24.4.1998, σ. 1.

(20)  ΕΕ L 302 της 19.10.1992, σ. 1.

(21)  ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 26.

(22)  ΕΕ L 158 της 30.4.2004, σ. 7.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

(αναφερόμενος στο άρθρο 7)

ΜΕΡΟΣ 1

Κατάλογος χημικών προϊόντων που υπόκεινται στη διαδικασία γνωστοποίησης εξαγωγής

(αναφερόμενος στο άρθρο 8)

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στην περίπτωση όπου χημικά προϊόντα περιλαμβανόμενα στο παρόν μέρος του παραρτήματος υπόκεινται στη διαδικασία ΣΜΕ, οι υποχρεώσεις γνωστοποίησης εξαγωγής που επιβάλλει το άρθρο 8 παράγραφοι 2, 3 και 4 δεν ισχύουν, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 8 παράγραφος 6 στοιχεία β) και γ). Τα εν λόγω χημικά προϊόντα, που σημειώνονται με το σύμβολο # στον κατάλογο που ακολουθεί, περιλαμβάνονται και στο μέρος 3 του παρόντος παραρτήματος για ευκολία παραπομπής.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, στην περίπτωση όπου χημικά προϊόντα περιλαμβανόμενα στο παρόν μέρος του παραρτήματος ανταποκρίνονται στα κριτήρια γνωστοποίησης ΣΜΕ, λόγω του χαρακτήρα της οριστικής ρυθμιστικής πράξης της Ένωσης, τα εν λόγω χημικά προϊόντα περιλαμβάνονται και στο μέρος 2 του παρόντος παραρτήματος και σημειώνονται με το σύμβολο + στον κατάλογο που ακολουθεί.

Χημικό προϊόν

Αριθ. CAS

Αριθ. Einecs

Κωδικός ΣΟ

Υποκατηγορία (1)

Περιορισμοί χρήσης (2)

Χώρες για τις οποίες δεν απαιτείται γνωστοποίηση

1,1,1-Τριχλωροαιθάνιο

71-55-6

200-756-3

2903 19 10

i(2)

b

 

1,2-Διβρωμοαιθάνιο (αιθυλενοδιβρωμίδιο) (6)

106-93-4

203-444-5

2903 31 00

p(1)-p(2)

b-b

Βλέπε εγκύκλιο ΣΜΕ στον δικτυακό τόπο www.pic.int/

1,2-Διχλωροαιθάνιο (αιθυλενοδιχλωρίδιο) (6)

107-06-2

203-458-1

2903 15 00

p(1)-p(2)

b-b

Βλέπε εγκύκλιο ΣΜΕ στον δικτυακό τόπο www.pic.int/

i(2)

b

Cis-1,3-διχλωροπροπένιο [(1Z)-1,3-διχλωροπροπέν-1-ιο]

10061-01-5

233-195-8

2903 29 00

p(1)-p(2)

b-b

 

1,3-διχλωροπροπένιο (3)  (7)

542-75-6

208-826-5

2903 29 00

p(1)

b

 

2-αμινοβουτάνιο

13952-84-6

237-732-7

2921 19 80

p(1)-p(2)

b-b

 

2-ναφθυλαμίνη (ναφθαλιν-2-αμίνη) και τα άλατά της (7)

91-59-8, 553-00-4, 612-52-2 και λοιποί

202-080-4, 209-030-0, 210-313-6 και λοιποί

2921 45 00

i(1)

b

 

i(2)

b

2-Ναφθυλοξυοξικό οξύ

120-23-0

204-380-0

2918 99 90

p(1)

b

 

2,4,5-T και τα άλατα και εστέρες του (6)

93-76-5 και λοιποί

202-273-3 και λοιποί

2918 91 00

p(1)-p(2)

b-b

Βλέπε εγκύκλιο ΣΜΕ στον δικτυακό τόπο www.pic.int/

4-αμινοδιφαινύλιο (διφαινυλ-4-αμίνη) και τα άλατά του (7)

92-67-1, 2113-61-3 και λοιποί

202-177-1 και λοιποί

2921 49 80

i(1)

b

 

i(2)

b

4-νιτροδιφαινύλιο (7)

92-93-3

202-204-7

2904 20 00

i(1)

b

 

i(2)

b

Acephate (7)

30560-19-1

250-241-2

2930 90 85

p(1)-p(2)

b-b

 

Acifluorfen

50594-66-6

256-634-5

2916 39 00

p(1)-p(2)

b-b

 

Alachlor (7)

15972-60-8

240-110-8

2924 29 95

p(1)

b

 

Aldicarb (7)

116-06-3

204-123-2

2930 90 85

p(1)-p(2)

sr-b

 

Ametryn

834-12-8

212-634-7

2933 69 80

p(1)-p(2)

b-b

 

Αμιτράζη (Amitraz) (7)

33089-61-1

251-375-4

2925 29 00

p(1)-p(2)

b-b

 

Ανθρακινόνη (7)