ISSN 1977-0669

doi:10.3000/19770669.L_2012.181.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 181

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

55ό έτος
12 Ιουλίου 2012


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2012 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2012, για την επαλήθευση των εκθέσεων που αφορούν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και τα τονοχιλιόμετρα και για τη διαπίστευση των ελεγκτών σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 1 )

1

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 601/2012 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2012, για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 1 )

30

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

12.7.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 181/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 600/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 21ης Ιουνίου 2012

για την επαλήθευση των εκθέσεων που αφορούν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και τα τονοχιλιόμετρα και για τη διαπίστευση των ελεγκτών σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 15 τέταρτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Για να εξασφαλιστεί ότι οι εκθέσεις των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών στο πλαίσιο του ενωσιακού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, που υποβάλλονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2012, για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), επαληθεύονται από ελεγκτές που διαθέτουν την τεχνική ικανότητα να εκτελούν το καθήκον που τους ανατίθεται με ανεξαρτησία και αμεροληψία και σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τις αρχές του παρόντος κανονισμού, είναι απαραίτητο ένα γενικό πλαίσιο κανόνων διαπίστευσης ελεγκτών.

(2)

Με την οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (3) θεσπίστηκε ένα γενικό πλαίσιο με σκοπό να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών και παρόχων υπηρεσιών στην Ένωση, με ταυτόχρονη διατήρηση υψηλής ποιότητας για τις υπηρεσίες. Η εναρμόνιση, σε ενωσιακό επίπεδο, των κανόνων διαπίστευσης και επαλήθευσης που σχετίζονται με το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής της Ένωσης αναμένεται να συμβάλει σε μια ανταγωνιστική αγορά για τους ελεγκτές, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη διαφάνεια και την πληροφόρηση για τους φορείς εκμετάλλευσης και τους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

(3)

Κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί η συνέργεια μεταξύ του συνολικού πλαισίου για τη διαπίστευση που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 του Συμβουλίου (4), και των συναφών διατάξεων της απόφασης αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων και για την κατάργηση της απόφασης 93/465/ΕΟΚ του Συμβουλίου (5), αφενός, και των ειδικών χαρακτηριστικών του ενωσιακού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου και των απαιτήσεων που έχουν ουσιώδη σημασία για την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, αφετέρου. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται στις πτυχές της διαπίστευσης των ελεγκτών οι οποίες δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Ειδικότερα, θα πρέπει να εξασφαλιστεί ότι στις περιπτώσεις που, λόγω των εσωτερικών πρακτικών κράτους μέλους, εφαρμόζεται εναλλακτική διαδικασία αντί για τη διαπίστευση, και συγκεκριμένα η πιστοποίηση των ελεγκτών που είναι φυσικά πρόσωπα από εθνική αρχή την οποία ορίζει το οικείο κράτος μέλος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008, το εν λόγω κράτος μέλος παρέχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η υπόψη αρχή ανταποκρίνεται σε βαθμό αξιοπιστίας ανάλογο με εκείνον των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης που έχουν υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, την οποία οργάνωσε ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του εν λόγω κανονισμού φορέας.

(4)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1221/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, περί της εκούσιας συμμετοχής οργανισμών σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS) και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 761/2001 και των αποφάσεων της Επιτροπής 2001/681/ΕΚ και 2006/193/ΕΚ (6) προβλέπει ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο σύστημα διαπίστευσης ή αδειοδότησης για τους περιβαλλοντικούς ελεγκτές. Για λόγους συνέπειας και με σκοπό τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης των κρατών μελών και των οικονομικών φορέων, είναι σκόπιμο να ληφθούν υπόψη οι συνέργειες μεταξύ του ως άνω κανονισμού και του παρόντος.

(5)

Το σύστημα επαλήθευσης και διαπίστευσης θα πρέπει να αποτρέπει την άσκοπη αναπαραγωγή διαδικασιών και οργάνων που έχουν συσταθεί βάσει άλλων ενωσιακών νομοθετικών πράξεων, η οποία θα συνεπαγόταν μεγαλύτερη επιβάρυνση των κρατών μελών ή των οικονομικών φορέων. Επομένως, είναι σκόπιμο να αξιοποιηθούν οι βέλτιστες πρακτικές που προκύπτουν από την εφαρμογή εναρμονισμένων προτύπων τα οποία εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης με βάση εντολή που εκδίδει η Επιτροπή σύμφωνα με την οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (7), όπως το εναρμονισμένο πρότυπο σχετικά με τις γενικές απαιτήσεις για τους φορείς διαπίστευσης που διαπιστεύουν φορείς εκτίμησης της συμμόρφωσης και το εναρμονισμένο πρότυπο σχετικά με τις απαιτήσεις για τους φορείς επικύρωσης και επαλήθευσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προς χρήση στη διαπίστευση ή σε άλλες μορφές αναγνώρισης, των οποίων τα στοιχεία έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το Έγγραφο EA-6/03 και άλλα τεχνικά έγγραφα που εκπονούνται από την Ευρωπαϊκή Συνεργασία για τη Διαπίστευση (EA) ή από άλλους φορείς.

(6)

Κατά τον καθορισμό εναρμονισμένων κανόνων για την επαλήθευση των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών και για τη διαπίστευση των ελεγκτών, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι η επιβάρυνση των φορέων εκμετάλλευσης που εκπέμπουν μικρότερες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα (CO2) ετησίως ή των φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών που θεωρούνται μικροί πρόξενοι εκπομπών κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, καθώς και των διαθέσιμων πόρων των κρατών μελών δεν είναι δυσανάλογη με τους επιδιωκόμενους στόχους.

(7)

Το άρθρο 27 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαιρούν μικρές εγκαταστάσεις, υπό την επιφύλαξη ισοδύναμων μέτρων, από το ενωσιακό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι αναφερόμενοι στο εν λόγω άρθρο όροι. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται άμεσα στις εγκαταστάσεις που εξαιρούνται δυνάμει του άρθρου 27 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, εκτός αν το κράτος μέλος αποφασίσει ότι ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται.

(8)

Σύμφωνα με τις αρχές του παραρτήματος V της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, ο ελεγκτής οφείλει να εφαρμόζει προσέγγιση βάσει κινδύνων για να καταλήξει σε γνωμάτευση επαλήθευσης, η οποία αναφέρει με εύλογη βεβαιότητα ότι οι συνολικές εκπομπές ή τονοχιλιόμετρα δεν έχουν δηλωθεί με ουσιώδεις ανακρίβειες και ότι η έκθεση μπορεί να κριθεί ικανοποιητική. Ο βαθμός βεβαιότητας θα πρέπει να σχετίζεται με τη διεξοδικότητα και τον βαθμό λεπτομέρειας των δραστηριοτήτων που ασκούνται κατά την επαλήθευση και από τη διατύπωση της γνωμάτευσης επαλήθευσης. Με βάση τις διαπιστώσεις και τα στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά τη διαδικασία επαλήθευσης, ο ελεγκτής θα πρέπει να υποχρεούται να προσαρμόζει μία ή περισσότερες δραστηριότητας της εν λόγω διαδικασίας, ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις της επίτευξης εύλογης βεβαιότητας.

(9)

Για να αποφευχθεί η εμπλοκή μεταξύ των ρόλων της αρμόδιας αρχής και του ελεγκτή, θα πρέπει να καθοριστούν επακριβώς οι αρμοδιότητες του ελεγκτή κατά τη διενέργεια επαληθεύσεων. Ο ελεγκτής θα πρέπει να χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς το σχέδιο παρακολούθησης που εγκρίνεται από την αρμόδια αρχή και να εκτιμά αν το εν λόγω σχέδιο και οι διαδικασίες που περιγράφονται σε αυτό έχουν εφαρμοστεί σωστά ή όχι. Όταν ο ελεγκτής διαπιστώνει έλλειψη συμμόρφωσης με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012, θα πρέπει να είναι υπεύθυνος να το αναφέρει στην έκθεση επαλήθευσης.

(10)

Για την πραγματική επαλήθευση των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαραίτητη η πλήρης κατανόηση των δραστηριοτήτων των φορέων αυτών. Οι ελεγκτές θα πρέπει να ασκούν τις αιτούμενες επαληθευτικές δραστηριότητες μόνο αφού έχουν βεβαιωθεί, μετά από προκαταρτική αξιολόγηση, ότι διαθέτουν τις αναγκαίες για τον σκοπό αυτό ικανότητες. Καθώς επιδιώκεται υψηλό ποιοτικό επίπεδο των επαληθευτικών δραστηριοτήτων, θα πρέπει να διατυπωθούν εναρμονισμένοι κανόνες για τη διενέργεια προκαταρτικής αξιολόγησης προκειμένου να διαπιστώνεται αν ο ελεγκτής είναι ικανός, ανεξάρτητος και αμερόληπτος, ώστε να ασκεί τις αιτούμενες επαληθευτικές δραστηριότητες σύμφωνα με τους κανόνες και τις αρχές του παρόντος κανονισμού.

(11)

Η ανταλλαγή κατάλληλων πληροφοριών μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και του ελεγκτή είναι θεμελιώδους σημασίας σε όλα τα τμήματα της διαδικασίας επαλήθευσης, ιδίως στο στάδιο πριν από τη σύναψη της σύμβασης, κατά τη διεξαγωγή στρατηγικής ανάλυσης από τον ελεγκτή και σε όλη τη διάρκεια της επαλήθευσης. Είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένα σύνολο εναρμονισμένων απαιτήσεων στις οποίες θα πρέπει να υπόκειται διαρκώς η εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και του ελεγκτή.

(12)

Όλες οι δραστηριότητες της διαδικασίας επαλήθευσης είναι αλληλένδετες και θα πρέπει να ολοκληρώνονται με την έκδοση έκθεσης επαλήθευσης από τον ελεγκτή, η οποία να περιέχει δήλωση επαλήθευσης ανάλογη με το αποτέλεσμα της επαλήθευσης. Θα πρέπει να θεσπιστούν εναρμονισμένες απαιτήσεις για τις εκθέσεις επαλήθευσης και την άσκηση των επαληθευτικών δραστηριοτήτων, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι εν λόγω εκθέσεις και δραστηριότητες πληρούν τα ίδια πρότυπα στα διάφορα κράτη μέλη.

(13)

Η ανάλυση της τάσης των δηλούμενων δεδομένων προς ανακρίβειες, ενδεχομένως ουσιώδεις, αποτελεί βασικό τμήμα της διαδικασίας επαλήθευσης και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ο ελεγκτής θα πρέπει να ασκεί τις επαληθευτικές δραστηριότητες. Συνεπώς, κάθε στοιχείο της διαδικασίας επαλήθευσης συνδέεται στενά με το αποτέλεσμα της ανάλυσης αυτού του κινδύνου ανακριβειών.

(14)

Θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις για την επαλήθευση των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών και των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων που διέπονται από στην οδηγία 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς και για την τροποποίηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2000/60/ΕΚ, 2001/80/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2006/12/ΕΚ και 2008/1/ΕΚ, και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 (8).

(15)

Η ακριβής και πραγματική δήλωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών στις σχετικές εκθέσεις είναι θεμελιώδους σημασίας για την εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της διαδικασίας παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων, η συνεχής βελτίωση των επιδόσεων του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών θα πρέπει να εντάσσεται στις επαληθευτικές δραστηριότητες του ελεγκτή.

(16)

Οι επαληθευτικές δραστηριότητες και η έκδοση των εκθέσεων επαλήθευσης θα πρέπει να εκτελούνται μόνο από ελεγκτές και μέλη του προσωπικού τους που διαθέτουν τις κατάλληλες ικανότητες. Οι ελεγκτές θα πρέπει να καθορίζουν και να βελτιώνουν συνεχώς εσωτερικές διαδικασίες που εγγυώνται ότι το σύνολο του προσωπικού το οποίο μετέχει στις επαληθευτικές δραστηριότητες είναι ικανό να εκτελεί τα καθήκοντα που του ανατίθενται. Τα κριτήρια διαπίστωσης της ικανότητας των ελεγκτών θα πρέπει να είναι τα ίδια σε όλα τα κράτη μέλη και, επίσης, να είναι επαληθεύσιμα, αντικειμενικά και διαφανή.

(17)

Θα πρέπει να εξουσιοδοτείται ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που έχει ιδρυθεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 να διαπιστεύει και να εκδίδει επίσημες δηλώσεις σχετικά με την ικανότητα των ελεγκτών να ασκούν τις επαληθευτικές δραστηριότητες βάσει του παρόντος κανονισμού, να λαμβάνει διοικητικά μέτρα και να εποπτεύει τους ελεγκτές.

(18)

Τα κράτη μέλη που δεν το θεωρούν σκόπιμο ή βιώσιμο από οικονομικής πλευράς να ιδρύσουν εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ή να αναλάβουν δραστηριότητες διαπίστευσης θα πρέπει να προσφεύγουν στις υπηρεσίες του εθνικού οργανισμού διαπίστευσης άλλου κράτους μέλους. Μόνο εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης που έχουν υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, την οποία οργάνωσε ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας, θα πρέπει να επιτρέπεται να ασκούν τις δραστηριότητες διαπίστευσης βάσει του παρόντος κανονισμού.

(19)

Οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης που αποδεικνύουν τη συμμόρφωσή τους με τον παρόντα κανονισμό και έχουν ήδη υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, την οποία οργάνωσε ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας, θα πρέπει να θεωρείται ότι, κατά τεκμήριο, πληρούν τις διαδικαστικές απαιτήσεις που επιβάλλονται στους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης —όπως εκείνες που αφορούν τη δομή τους, τον καθορισμό διαδικασίας διασφάλισης ικανότητας, τον καθορισμό των αναγκαίων διαδικασιών και διαχειριστικού συστήματος και τις ρυθμίσεις για τη διαφύλαξη της εμπιστευτικότητας των αποκτώμενων πληροφοριών— και να απαλλάσσονται από την υποχρέωση υποβολής σε νέα αξιολόγηση από ομότιμους κριτές μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Σύμφωνα με την οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (9), θα πρέπει να δημοσιοποιούνται, με την επιφύλαξη ορισμένων απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, οι περιβαλλοντικές πληροφορίες που περιέχονται σε επαληθευμένες εκθέσεις φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών, τις οποίες έχουν στην κατοχή τους οι δημόσιες αρχές, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια.

(20)

Η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης, ή κατά περίπτωση, άλλων εθνικών αρχών, και των αρμοδίων αρχών είναι θεμελιώδους σημασίας για τη σωστή λειτουργία του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου και την εποπτεία της ποιότητας των επαληθεύσεων. Για λόγους διαφάνειας, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης, ή κατά περίπτωση, άλλες εθνικές αρχές, και οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν αποτελεσματικά μέσα ανταλλαγής πληροφοριών. Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών, καθώς και μεταξύ αυτών και των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης ή άλλων εθνικών αρχών, θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρότατες εγγυήσεις προστασίας του εμπιστευτικού χαρακτήρα και του επαγγελματικού απορρήτου και να είναι σύμφωνη με την εφαρμοστέα εθνική και ενωσιακή νομοθεσία.

(21)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής κλιματικών μεταβολών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Με τον παρόντα κανονισμό θεσπίζονται διατάξεις για την επαλήθευση των εκθέσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ, καθώς και για τη διαπίστευση και εποπτεία των ελεγκτών.

Ο παρών κανονισμός καθορίζει επίσης, με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, τις διατάξεις σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των ελεγκτών και την αξιολόγηση των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης από ομότιμους κριτές, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην επαλήθευση των δεδομένων για τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και τα τονοχιλιόμετρα που προκύπτουν από την 1η Ιανουαρίου 2013, τα οποία δηλώνονται σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, επιπλέον των ορισμών του άρθρου 3 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «κίνδυνος του εντοπισμού»: ο κίνδυνος να μην εντοπίσει ο ελεγκτής ουσιώδη ανακρίβεια·

2)   «διαπίστευση»: βεβαίωση από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ότι ένας ελεγκτής πληροί τις απαιτήσεις που έχουν επιβληθεί με εναρμονισμένα πρότυπα, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, και τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, για να εκτελεί την επαλήθευση των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

3)   «ελεγκτής»: νομικό πρόσωπο ή άλλη νομική οντότητα που ασκεί επαληθευτικές δραστηριότητες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και έχει διαπιστευτεί από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και του παρόντος κανονισμού ή φυσικό πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί κατ’ άλλο τρόπο, με την επιφύλαξη του άρθρου 5 παράγραφος 2 του ως άνω κανονισμού, κατά τον χρόνο έκδοσης της έκθεσης επαλήθευσης·

4)   «επαλήθευση»: οι δραστηριότητες που εκτελεί ο ελεγκτής, προκειμένου να εκδώσει έκθεση επαλήθευσης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

5)   «ουσιώδης ανακρίβεια»: ανακρίβεια η οποία, κατά τη γνώμη του ελεγκτή, υπερβαίνει τον βαθμό σπουδαιότητας ή θα μπορούσε να επηρεάσει την αντιμετώπιση της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών από την αρμόδια αρχή, εξεταζόμενη μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες·

6)   «έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών»: η ετήσια έκθεση για τις εκπομπές, την οποία οφείλουν να υποβάλλουν οι φορείς εκμετάλλευσης ή φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, ή η έκθεση για τα τονοχιλιόμετρα, την οποία οφείλουν να υποβάλλουν οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών προκειμένου να ζητήσουν την κατανομή δικαιωμάτων σύμφωνα με τα άρθρα 3ε και 3στ της εν λόγω οδηγίας·

7)   «έκταση της διαπίστευσης»: οι αναφερόμενες στο παράρτημα I δραστηριότητες ως προς τις οποίες ζητείται ή χορηγήθηκε διαπίστευση·

8)   «ικανότητα»: η ικανότητα αξιοποίησης γνώσεων και δεξιοτήτων για την άσκηση μιας δραστηριότητας·

9)   «βαθμός σπουδαιότητας»: το ποσοτικό κατώτατο όριο ή σημείο αποκοπής (cut-off point), πάνω από το οποίο ο ελεγκτής θεωρεί τις ανακρίβειες ουσιώδεις, εξεταζόμενες μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες·

10)   «σύστημα ελέγχου»: η εκτίμηση κινδύνων από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και το πλήρες σύνολο δραστηριοτήτων ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της συνεχούς διαχείρισής τους, που έχουν καθοριστεί, τεκμηριωθεί, εφαρμόζονται και διατηρούνται από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με το άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

11)   «δραστηριότητες ελέγχου»: πράξεις του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών ή μέτρα που αυτός εφαρμόζει για τον μετριασμό των εγγενών κινδύνων·

12)   «έλλειψη συμμόρφωσης»: ένα από τα εξής:

13)   «χώρος εγκαταστάσεων»: για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, οι χώροι καθορισμού και διαχείρισης της διαδικασίας παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των χώρων ελέγχου και αποθήκευσης των σχετικών δεδομένων και πληροφοριών·

14)   «περιβάλλον ελέγχου»: το περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί το σύστημα εσωτερικού ελέγχου και τα συνολικά μέτρα που λαμβάνει η διοίκηση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για να διασφαλίσει την ενημερότητα σχετικά με το εν λόγω σύστημα·

15)   «εγγενής κίνδυνος»: η τάση παραμέτρων της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών προς ανακρίβειες οι οποίες, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες, ενδέχεται να είναι ουσιώδεις, πριν ληφθεί υπόψη το αποτέλεσμα των σχετικών δραστηριοτήτων ελέγχου·

16)   «κίνδυνος του ελέγχου»: η τάση παραμέτρων της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών προς ανακρίβειες οι οποίες, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες, ενδέχεται να είναι ουσιώδεις και τις οποίες δεν προλαμβάνει ή δεν εντοπίζει και δεν διορθώνει εγκαίρως το σύστημα ελέγχου·

17)   «κίνδυνος της επαλήθευσης»: ο κίνδυνος να μη συντάξει ο ελεγκτής την ενδεδειγμένη γνωμάτευση επαλήθευσης, όταν η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες, κίνδυνος ο οποίος αποτελεί συνάρτηση του εγγενούς κινδύνου, του κινδύνου του ελέγχου και του κινδύνου του εντοπισμού·

18)   «εύλογη βεβαιότητα»: υψηλός βαθμός βεβαιότητας, όχι όμως απόλυτη βεβαιότητα, που εκφράζεται με θετικές κρίσεις στη γνωμάτευση επαλήθευσης, για το κατά πόσον η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών η οποία υποβλήθηκε για επαλήθευση είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες·

19)   «αναλυτικές διαδικασίες»: ανάλυση των διακυμάνσεων και των τάσεων των δεδομένων, η οποία περιλαμβάνει ανάλυση των σχέσεων που δεν συμβιβάζονται με άλλες συναφείς πληροφορίες ή αποκλίνουν από προβλεπόμενες ποσότητες·

20)   «εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης»: το σύνολο της εσωτερικής τεκμηρίωσης την οποία συντάσσει ο ελεγκτής για να καταγράψει όλα τα αποδεικτικά και τα δικαιολογητικά των δραστηριοτήτων που εκτελούνται για την επαλήθευση των εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

21)   «επικεφαλής ελεγκτής του ΣΕΔΕ της ΕΕ»: ο ελεγκτής του ΣΕΔΕ της ΕΕ ο οποίος αναλαμβάνει τη διεύθυνση και την επίβλεψη της ομάδας επαλήθευσης και είναι υπεύθυνος για τη διεξαγωγή της επαλήθευσης των εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και την υποβολή σχετικής έκθεσης·

22)   «ελεγκτής του ΣΕΔΕ της ΕΕ»: μεμονωμένο μέλος της ομάδας επαλήθευσης, πλην του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ, που είναι υπεύθυνο για την επαλήθευση των εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

23)   «τεχνικός εμπειρογνώμονας»: πρόσωπο που προσφέρει βαθιά γνώση και πείρα σε συγκεκριμένο θέμα, η οποία είναι αναγκαία για την άσκηση δραστηριοτήτων επαλήθευσης για τους σκοπούς του κεφαλαίου ΙΙΙ και δραστηριοτήτων διαπίστευσης για τους σκοπούς του κεφαλαίου V·

24)   «βαθμός βεβαιότητας»: ο βαθμός βεβαιότητας τον οποίο εκφράζει ο ελεγκτής στην έκθεση επαλήθευσης, με βάση τον στόχο περιορισμού του κινδύνου της επαλήθευσης ανάλογα με τις περιστάσεις της ανάληψης επαληθευτικής υποχρέωσης·

25)   «αξιολογητής»: πρόσωπο στο οποίο ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αναθέτει να αξιολογήσει ελεγκτή, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, είτε μόνος είτε ως μέλος ομάδας αξιολόγησης·

26)   «επικεφαλής αξιολογητής»: ο αξιολογητής στον οποίο ανατίθεται η συνολική ευθύνη της αξιολόγησης ελεγκτή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

27)   «ανακρίβεια»: παράλειψη, παραποίηση ή σφάλμα στα δεδομένα της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, εξαιρουμένης της επιτρεπτής αβεβαιότητας βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

Άρθρο 4

Τεκμήριο συμμόρφωσης

Όταν ελεγκτής αποδεικνύει ότι πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, ή σε μέρη αυτών, τα στοιχεία των οποίων έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις των κεφαλαίων ΙΙ και ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού, εφόσον τα εφαρμοστέα εναρμονισμένα πρότυπα καλύπτουν τις απαιτήσεις αυτές.

Άρθρο 5

Γενικό πλαίσιο διαπίστευσης

Όταν δεν προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ειδικές διατάξεις σχετικά με τη σύνθεση των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης ή τις δραστηριότητες και τις απαιτήσεις που συνδέονται με τη διαπίστευση, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗ

Άρθρο 6

Αξιοπιστία της επαλήθευσης

Η επαληθευμένη έκθεση εκπομπών είναι αξιόπιστη για τους χρήστες. Η εν λόγω έκθεση αποδίδει πιστά αυτά τα οποία είτε επιδιώκεται να αποδίδει είτε μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι αποδίδει.

Η διαδικασία επαλήθευσης των εκθέσεων για τις εκπομπές αποτελεί αποτελεσματικό και αξιόπιστο εργαλείο υποστήριξης των διαδικασιών διασφάλισης της ποιότητας και ποιοτικού ελέγχου, παρέχοντας πληροφορίες βάσει των οποίων ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί να ενεργήσει έτσι ώστε να βελτιώσει τις επιδόσεις του στην παρακολούθηση των εκπομπών και στην υποβολή σχετικών εκθέσεων.

Άρθρο 7

Γενικές υποχρεώσεις του ελεγκτή

1.   Ο ελεγκτής εκτελεί την επαλήθευση και τις δραστηριότητες που απαιτούνται βάσει του παρόντος κεφαλαίου, με στόχο να συντάξει έκθεση επαλήθευσης η οποία να καταλήγει με εύλογη βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες.

2.   Ο ελεγκτής προγραμματίζει και διεξάγει την επαλήθευση με επαγγελματική επιφυλακτικότητα, αναγνωρίζοντας ότι ενδέχεται να υπάρχουν περιστάσεις εξαιτίας των οποίων τα στοιχεία που περιέχει η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρουσιάζουν ουσιώδεις ανακρίβειες.

3.   Ο ελεγκτής πρέπει να εκτελεί την επαλήθευση προς το δημόσιο συμφέρον, ανεξάρτητα από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την οδηγία 2003/87/ΕΚ.

4.   Κατά την επαλήθευση, ο ελεγκτής εκτιμά αν:

α)

η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι πλήρης και ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παραρτήματος X του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

β)

ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών ενήργησε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της άδειας εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και του σχεδίου παρακολούθησης που εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή, προκειμένου για επαλήθευση των σχετικών με τις εκπομπές εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης, και σύμφωνα με τις απαιτήσεις του σχεδίου παρακολούθησης που εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή, προκειμένου για επαλήθευση των σχετικών με τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

γ)

τα δεδομένα που περιέχει η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαλλαγμένα από ουσιώδεις ανακρίβειες·

δ)

υπάρχει δυνατότητα παροχής πληροφοριών για την τεκμηρίωση των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων, του συστήματος ελέγχου και των σχετικών διαδικασιών που εφαρμόζει ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών με στόχο να βελτιώσει τις επιδόσεις της εκ μέρους του παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) της παρούσας παραγράφου, ο ελεγκτής λαμβάνει από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σαφή και αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία για την τεκμηρίωση των συγκεντρωτικών δεδομένων που δηλώθηκαν σχετικά με τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα άλλα στοιχεία της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

5.   Σε περίπτωση που ο ελεγκτής διαπιστώσει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν τηρεί τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012, αναφέρει την παρατυπία αυτή στην έκθεση επαλήθευσης, έστω και αν το σχέδιο παρακολούθησης έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.

6.   Εφόσον το σχέδιο παρακολούθησης δεν έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, είναι ελλιπές ή έχει υποστεί, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, σημαντικές τροποποιήσεις, αναφερόμενες στο άρθρο 15 παράγραφος 3 ή 4 του εν λόγω κανονισμού, οι οποίες δεν εγκρίθηκαν αναλόγως από την αρμόδια αρχή, ο ελεγκτής συνιστά στον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών να λάβει την αναγκαία έγκριση της αρμόδιας αρχής.

Μετά την έγκριση της αρμόδιας αρχής, ο ελεγκτής συνεχίζει, επαναλαμβάνει ή προσαρμόζει αναλόγως τις επαληθευτικές δραστηριότητες.

Εάν η έγκριση δεν ληφθεί πριν από την έκδοση της έκθεσης επαλήθευσης, ο ελεγκτής το αναφέρει στην εν λόγω έκθεση.

Άρθρο 8

Υποχρεώσεις πριν από τη σύναψη της σύμβασης

1.   Πριν αποδεχθεί την ανάληψη επαληθευτικής υποχρέωσης, ο ελεγκτής διαμορφώνει σωστή αντίληψη για τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και κρίνει αν μπορεί να αναλάβει την επαλήθευση. Για τον σκοπό αυτό, ο ελεγκτής προβαίνει τουλάχιστον στις ακόλουθες ενέργειες:

α)

αξιολογεί τους κινδύνους που ενέχει η ανάληψη της επαλήθευσης της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β)

εξετάζει τις πληροφορίες που παρέχει ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών ώστε να προσδιορίσει το εύρος της επαλήθευσης·

γ)

εκτιμά αν η ανάληψη της υποχρέωσης καλύπτεται από την έκταση της διαπίστευσής του·

δ)

εκτιμά αν διαθέτει την ικανότητα, το προσωπικό και τους πόρους που απαιτούνται για να συγκροτήσει μια ομάδα επαλήθευσης ικανή να αντιμετωπίσει την πολυπλοκότητα της εγκατάστασης ή των δραστηριοτήτων και του στόλου του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, καθώς και την ικανότητα να ολοκληρώσει με επιτυχία τις επαληθευτικές δραστηριότητες εντός του απαιτούμενου χρονικού διαστήματος·

ε)

εκτιμά αν είναι σε θέση να εξασφαλίσει ότι η δυνητική ομάδα επαλήθευσης που θα έχει στη διάθεσή του διαθέτει όλες τις ικανότητες και τα πρόσωπα που απαιτούνται για την εκτέλεση επαληθευτικών δραστηριοτήτων με αντικείμενο τον συγκεκριμένο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

στ)

για κάθε αιτούμενη ανάληψη επαληθευτικής υποχρέωσης, καθορίζει τον χρόνο που πρέπει να διατεθεί για την ορθή εκτέλεση της επαλήθευσης.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρέχει στον ελεγκτή όλες τις κατάλληλες πληροφορίες που επιτρέπουν στον τελευταίο να εκτελέσει τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 δραστηριότητες.

Άρθρο 9

Διάθεση χρόνου

1.   Κατά τον καθορισμό του αναφερόμενου στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο στ) χρόνου που πρέπει να διατεθεί για την ανάληψη επαληθευτικής υποχρέωσης, ο ελεγκτής λαμβάνει υπόψη τουλάχιστον:

α)

την πολυπλοκότητα της εγκατάστασης ή των δραστηριοτήτων και του στόλου του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

β)

το επίπεδο των στοιχείων και την πολυπλοκότητα του σχεδίου παρακολούθησης που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή·

γ)

τον απαιτούμενο βαθμό σπουδαιότητας·

δ)

την πολυπλοκότητα και την πληρότητα των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων και του συστήματος ελέγχου του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

ε)

τη γεωγραφική θέση των πληροφοριών και δεδομένων που αφορούν τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου ή τα τονοχιλιόμετρα.

2.   Ο ελεγκτής εξασφαλίζει ότι στη σύμβαση επαλήθευσης προβλέπεται η δυνατότητα καταλογισμού της διάθεσης πρόσθετου χρόνου σε σύγκριση με το χρονικό διάστημα που είχε αρχικά συμφωνηθεί στη σύμβαση, όταν από τη στρατηγική ανάλυση, την ανάλυση κινδύνων ή άλλες επαληθευτικές δραστηριότητες προκύπτει ότι χρειάζεται πρόσθετος χρόνος. Στις περιπτώσεις στις οποίες ενδέχεται να απαιτηθεί πρόσθετος χρόνος περιλαμβάνεται τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες:

α)

στη διάρκεια της επαλήθευσης, όταν παρατηρείται ότι οι δραστηριότητες ροής δεδομένων, οι δραστηριότητες ελέγχου ή η εφοδιαστική του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι πιο πολύπλοκες έναντι των αρχικών προβλέψεων·

β)

όταν ο ελεγκτής εντοπίζει στη διάρκεια της επαλήθευσης ανακρίβειες, έλλειψη συμμόρφωσης, ανεπαρκή δεδομένα ή σφάλματα στα σύνολα δεδομένων.

3.   Ο ελεγκτής τεκμηριώνει τον χρόνο που διέθεσε στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης.

Άρθρο 10

Παροχή πληροφοριών από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών

1.   Πριν από τη στρατηγική ανάλυση και σε άλλα χρονικά σημεία της επαλήθευσης, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρέχει στον ελεγκτή όλα τα ακόλουθα:

α)

την οικεία άδεια εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, προκειμένου για επαλήθευση της σχετικής με τις εκπομπές έκθεσης φορέα εκμετάλλευσης·

β)

την τελευταία έκδοση του σχεδίου παρακολούθησης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, καθώς και κάθε άλλη σημαντική έκδοση του σχεδίου παρακολούθησης που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένου αποδεικτικού της έγκρισης·

γ)

περιγραφή των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

δ)

την αναφερόμενη στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 εκτίμηση κινδύνων του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, καθώς και συνοπτική περιγραφή του συνολικού συστήματος ελέγχου·

ε)

τις διαδικασίες που αναφέρονται στο εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή σχέδιο παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τις δραστηριότητες ροής δεδομένων και τις δραστηριότητες ελέγχου·

στ)

την ετήσια έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα·

ζ)

κατά περίπτωση, το οικείο σχέδιο δειγματοληψίας που αναφέρεται στο άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, όπως εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή·

η)

σε περίπτωση τροποποίησης του σχεδίου παρακολούθησης κατά την περίοδο αναφοράς, αρχείο όλων των σχετικών τροποποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

θ)

κατά περίπτωση, την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 69 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

ι)

την έκθεση επαλήθευσης του προηγούμενου έτους, εάν ο ελεγκτής δεν ήταν αυτός που διενήργησε την επαλήθευση ως προς τον συγκεκριμένο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών το προηγούμενο έτος·

ια)

όλη τη συναφή αλληλογραφία με την αρμόδια αρχή, ιδίως τις πληροφορίες που αφορούν την κοινοποίηση των τροποποιήσεων του σχεδίου παρακολούθησης·

ιβ)

πληροφορίες σχετικά με τις βάσεις και τις πηγές δεδομένων που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανήκουν στον Eurocontrol·

ιγ)

όταν η επαλήθευση αφορά τη σχετική με τις εκπομπές έκθεση εγκατάστασης αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς που έχει αδειοδοτηθεί βάσει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ, το σχέδιο παρακολούθησης που απαιτεί η εν λόγω οδηγία και τις εκθέσεις που απαιτεί το άρθρο 14 της ίδιας οδηγίας, οι οποίες καλύπτουν τουλάχιστον την περίοδο αναφοράς της σχετικής με τις εκπομπές έκθεσης που πρόκειται να επαληθευτεί·

ιδ)

κατά περίπτωση, την έγκριση, από την αρμόδια αρχή, της μη διεξαγωγής επισκέψεων στον χώρο των εγκαταστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1·

ιε)

κάθε άλλη συναφή πληροφορία που είναι απαραίτητη για τον προγραμματισμό και την εκτέλεση της επαλήθευσης.

2.   Πριν από την έκδοση της έκθεσης επαλήθευσης από τον ελεγκτή, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών του παρέχει την τελική εγκεκριμένη και εσωτερικά επικυρωμένη έκθεσή του.

Άρθρο 11

Στρατηγική ανάλυση

1.   Στην αρχή της επαλήθευσης, ο ελεγκτής εκτιμά το είδος, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επαληθευτικών εργασιών, διεξάγοντας στρατηγική ανάλυση όλων των δραστηριοτήτων της εγκατάστασης ή του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

2.   Για την κατανόηση των δραστηριοτήτων της εγκατάστασης ή του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, ο ελεγκτής συγκεντρώνει και εξετάζει τις αναγκαίες πληροφορίες για να κρίνει ότι η ομάδα επαλήθευσης είναι αρκούντως ικανή να εκτελέσει την επαλήθευση και ότι ο αναφερόμενος στη σύμβαση χρόνος που πρόκειται να διατεθεί έχει καθοριστεί σωστά, καθώς και για να εξασφαλίσει ότι είναι σε θέση να διενεργήσει την απαραίτητη ανάλυση κινδύνων. Στις πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα εξής:

α)

οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1·

β)

ο απαιτούμενος βαθμός σπουδαιότητας·

γ)

εφόσον η επαλήθευση από τον ελεγκτή αφορά τον ίδιο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, τα στοιχεία που προέκυψαν από την επαλήθευση κατά τα προηγούμενα έτη.

3.   Κατά την εξέταση των αναφερόμενων στην παράγραφο 2 πληροφοριών, ο ελεγκτής αξιολογεί τουλάχιστον τα εξής:

α)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης της σχετικής με τις εκπομπές έκθεσης φορέα εκμετάλλευσης, την αναφερόμενη στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 κατηγορία της εγκατάστασης και τις δραστηριότητές της·

β)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης της σχετικής με τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα έκθεσης φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, το μέγεθος και το είδος του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, την κατανομή των πληροφοριών σε διαφορετικές γεωγραφικές θέσεις, καθώς και το πλήθος και τον τύπο των πτήσεων·

γ)

το σχέδιο παρακολούθησης που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μεθοδολογίας παρακολούθησης που προβλέπεται στο εν λόγω σχέδιο·

δ)

το είδος, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των πηγών εκπομπών και των ροών πηγής, καθώς και τον εξοπλισμό και τις διαδικασίες από τα οποία προέκυψαν τα δεδομένα για τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα, συμπεριλαμβανομένων του εξοπλισμού μετρήσεων που περιγράφεται στο σχέδιο παρακολούθησης, της προέλευσης και της εφαρμογής συντελεστών υπολογισμού και άλλων πρωτογενών πηγών δεδομένων·

ε)

τις δραστηριότητες ροής δεδομένων, το σύστημα ελέγχου και το περιβάλλον ελέγχου.

4.   Κατά τη διεξαγωγή της στρατηγικής ανάλυσης, ο ελεγκτής εξακριβώνει τα εξής:

α)

αν το σχέδιο παρακολούθησης που του υποβλήθηκε είναι η τελευταία έκδοση που εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή·

β)

αν το σχέδιο παρακολούθησης τροποποιήθηκε κατά την περίοδο αναφοράς·

γ)

αν οι τροποποιήσεις αυτές κοινοποιήθηκαν στην αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 ή το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 ή εγκρίθηκαν από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 12

Ανάλυση κινδύνων

1.   Ο ελεγκτής προσδιορίζει και αναλύει τα ακόλουθα στοιχεία για να σχεδιάσει, να προγραμματίσει και να εκτελέσει μια αποτελεσματική επαλήθευση:

α)

τους εγγενείς κινδύνους·

β)

τις δραστηριότητες ελέγχου·

γ)

εφόσον εφαρμόζονται οι αναφερόμενες στο στοιχείο β) δραστηριότητες ελέγχου, τους κινδύνους του ελέγχου που συνδέονται με την αποτελεσματικότητα των εν λόγω δραστηριοτήτων.

2.   Κατά τον προσδιορισμό και την ανάλυση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 στοιχείων, ο ελεγκτής λαμβάνει τουλάχιστον υπόψη:

α)

τις διαπιστώσεις της στρατηγικής ανάλυσης που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1·

β)

τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 και στο άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο γ)·

γ)

τον βαθμό σπουδαιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο β).

3.   Εάν ο ελεγκτής διαπιστώσει ότι ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν εντόπισε τους σχετικούς εγγενείς κινδύνους και κινδύνους του ελέγχου στην οικεία εκτίμηση κινδύνων, ενημερώνει σχετικά τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

4.   Εφόσον είναι σκόπιμο, ανάλογα με τα στοιχεία που συγκεντρώνονται κατά την επαλήθευση, ο ελεγκτής αναθεωρεί την ανάλυση κινδύνων και τροποποιεί ή επαναλαμβάνει τις εκτελεστέες επαληθευτικές δραστηριότητες.

Άρθρο 13

Σχέδιο επαλήθευσης

1.   Ο ελεγκτής καταρτίζει σχέδιο επαλήθευσης, το οποίο είναι ανάλογο με τα στοιχεία που συγκεντρώνονται και με τους κινδύνους που εντοπίζονται κατά τη στρατηγική ανάλυση και την ανάλυση κινδύνων και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

α)

πρόγραμμα επαλήθευσης, στο οποίο περιγράφονται το είδος και το εύρος των επαληθευτικών δραστηριοτήτων, καθώς και ο προβλεπόμενος χρόνος και τρόπος εκτέλεσής τους·

β)

σχέδιο δοκιμασίας, στο οποίο παρατίθενται το εύρος και οι μέθοδοι δοκιμασίας των δραστηριοτήτων ελέγχου και των σχετικών διαδικασιών·

γ)

σχέδιο δειγματοληψίας δεδομένων, όπου παρατίθενται το εύρος και οι μέθοδοι δειγματοληψίας δεδομένων για τα σημεία δεδομένων στα οποία βασίστηκαν τα συγκεντρωτικά δεδομένα για τις εκπομπές, που περιέχει η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για τις εκπομπές, ή τα συγκεντρωτικά τονοχιλιομετρικά δεδομένα, που περιέχει η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για τα τονοχιλιόμετρα.

2.   Ο ελεγκτής καταρτίζει το σχέδιο δοκιμασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατόν να προσδιορίσει τον βαθμό στον οποίο οι σχετικές δραστηριότητες ελέγχου είναι αξιόπιστες για τους σκοπούς της εκτίμησης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του άρθρου 7 παράγραφος 4 στοιχείο β).

Κατά τον καθορισμό της έκτασης της δειγματοληψίας και των δραστηριοτήτων δειγματοληψίας για τη δοκιμασία των δραστηριοτήτων ελέγχου, ο ελεγκτής λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τους εγγενείς κινδύνους·

β)

το περιβάλλον ελέγχου·

γ)

τις σχετικές δραστηριότητες ελέγχου·

δ)

την απαιτούμενη κατάληξη σε γνωμάτευση επαλήθευσης με εύλογη βεβαιότητα.

3.   Κατά τον καθορισμό της έκτασης της δειγματοληψίας και των δραστηριοτήτων δειγματοληψίας για τη δειγματοληψία δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), ο ελεγκτής λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τους εγγενείς κινδύνους και τους κινδύνους του ελέγχου·

β)

τα αποτελέσματα των αναλυτικών διαδικασιών·

γ)

την απαιτούμενη κατάληξη σε γνωμάτευση επαλήθευσης με εύλογη βεβαιότητα·

δ)

τον βαθμό σπουδαιότητας·

ε)

τη σπουδαιότητα του μεριδίου ενός μεμονωμένου στοιχείου δεδομένων στο σύνολο δεδομένων.

4.   Ο ελεγκτής καταρτίζει και εφαρμόζει το σχέδιο επαλήθευσης κατά τρόπο ώστε ο κίνδυνος της επαλήθευσης να περιορίζεται σε αποδεκτό επίπεδο για να συναχθεί με εύλογη βεβαιότητα ότι η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες.

5.   Όταν ο ελεγκτής εντοπίζει κατά την επαλήθευση πρόσθετους κινδύνους που πρέπει να περιοριστούν ή όταν οι πραγματικοί κίνδυνοι είναι μικρότεροι από τους αρχικά αναμενόμενους, ο ελεγκτής επικαιροποιεί την ανάλυση κινδύνων και το σχέδιο επαλήθευσης και προσαρμόζει τις επαληθευτικές δραστηριότητες.

Άρθρο 14

Επαληθευτικές δραστηριότητες

Ο ελεγκτής εφαρμόζει το σχέδιο επαλήθευσης και, βασιζόμενος στην ανάλυση κινδύνων, ελέγχει την εφαρμογή του σχεδίου παρακολούθησης που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.

Για τον σκοπό αυτό, ο ελεγκτής διεξάγει τουλάχιστον ουσιαστικές δοκιμασίες, οι οποίες συνίστανται σε αναλυτικές διαδικασίες, επαλήθευση δεδομένων και έλεγχο της μεθοδολογίας παρακολούθησης και ελέγχει τα εξής:

α)

τις δραστηριότητες ροής δεδομένων και τα συστήματα που χρησιμοποιούνται στη ροή δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων της τεχνολογίας πληροφοριών·

β)

την κατάλληλη τεκμηρίωση, εφαρμογή και διατήρηση των δραστηριοτήτων ελέγχου του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, καθώς και την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων αυτών ως προς τον μετριασμό των εγγενών κινδύνων·

γ)

την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών που περιλαμβάνονται στο σχέδιο παρακολούθησης ως προς τον μετριασμό των εγγενών κινδύνων και των κινδύνων του ελέγχου, καθώς και την εφαρμογή, επαρκή τεκμηρίωση και σωστή διατήρηση των διαδικασιών αυτών.

Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου στοιχείο α), ο ελεγκτής ανιχνεύει τη ροή δεδομένων, μελετώντας την αλληλουχία και την αλληλεπίδραση των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων, από τα δεδομένα πρωτογενούς πηγής μέχρι τη σύνταξη της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

Άρθρο 15

Αναλυτικές διαδικασίες

1.   Ο ελεγκτής χρησιμοποιεί αναλυτικές διαδικασίες για να εκτιμήσει την ευλογοφάνεια και την πληρότητα των δεδομένων, όταν ο εγγενής κίνδυνος, ο κίνδυνος του ελέγχου και η καταλληλότητα των δραστηριοτήτων ελέγχου του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών δείχνουν ότι οι εν λόγω αναλυτικές διαδικασίες είναι αναγκαίες.

2.   Κατά τη χρήση των αναλυτικών διαδικασιών της παραγράφου 1, ο ελεγκτής αξιολογεί τα δεδομένα που έχουν δηλωθεί στην έκθεση για να εντοπίσει πιθανά πεδία κινδύνου και, έπειτα, να επικυρώσει και να προσαρμόσει τις προγραμματισμένες επαληθευτικές δραστηριότητες. Ο ελεγκτής προβαίνει τουλάχιστον στις ακόλουθες ενέργειες:

α)

εκτιμά την ευλογοφάνεια των διακυμάνσεων και των τάσεων με την πάροδο του χρόνου ή μεταξύ συγκρίσιμων αντικειμένων·

β)

εντοπίζει άμεσες έκτοπες τιμές, απροσδόκητα δεδομένα και κενά των δεδομένων.

3.   Κατά την εφαρμογή των αναλυτικών διαδικασιών της παραγράφου 1, ο ελεγκτής διεκπεραιώνει τις ακόλουθες διαδικασίες:

α)

προκαταρτικές αναλυτικές διαδικασίες με αντικείμενο τα συγκεντρωτικά δεδομένα, πριν προχωρήσει στις αναφερόμενες στο άρθρο 14 δραστηριότητες, για να κατανοήσει το είδος, την πολυπλοκότητα και τη συνάφεια των δεδομένων που δηλώθηκαν στην έκθεση·

β)

ουσιαστικές αναλυτικές διαδικασίες με αντικείμενο τα συγκεντρωτικά δεδομένα και τα σημεία δεδομένων στα οποία αυτά βασίζονται, για να εντοπίσει πιθανά δομικά σφάλματα και άμεσες έκτοπες τιμές·

γ)

τελικές αναλυτικές διαδικασίες με αντικείμενο τα συγκεντρωτικά δεδομένα για να εξασφαλίσει την κατάλληλη διόρθωση όλων των σφαλμάτων που εντοπίστηκαν κατά τη διαδικασία επαλήθευσης.

4.   Όταν ο ελεγκτής εντοπίζει έκτοπες τιμές, διακυμάνσεις, τάσεις, κενά δεδομένων ή δεδομένα που δεν συμβιβάζονται με άλλες συναφείς πληροφορίες ή διαφέρουν σημαντικά από τις αναμενόμενες ποσότητες ή αναλογίες, ζητεί εξηγήσεις από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και συμπληρωματικά σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που να τις υποστηρίζουν.

Με βάση τις εξηγήσεις και τα συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία που παρέχονται, ο ελεγκτής εκτιμά τις επιπτώσεις στο σχέδιο επαλήθευσης και στις εκτελεστέες επαληθευτικές δραστηριότητες.

Άρθρο 16

Επαλήθευση δεδομένων

1.   Ο ελεγκτής επαληθεύει τα δεδομένα που περιέχει η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών με ενδελεχή δοκιμασία των δεδομένων, μεταξύ άλλων με ιχνηλάτηση των δεδομένων μέχρι την πρωτογενή πηγή τους, διασταύρωση με εξωτερικές πηγές δεδομένων, ελέγχους συμφωνίας, ελέγχους των κατωτάτων ορίων σχετικά με τα κατάλληλα δεδομένα και επαναλήψεις υπολογισμών.

2.   Στο πλαίσιο της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 επαλήθευσης των δεδομένων και λαμβάνοντας υπόψη το εγκεκριμένο σχέδιο παρακολούθησης, καθώς και τις διαδικασίες που περιγράφονται στο σχέδιο αυτό, ο ελεγκτής εξακριβώνει:

α)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης, τα όρια της εγκατάστασης·

β)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης, την πληρότητα όσον αφορά τις ροές πηγής και τις πηγές εκπομπών που περιγράφονται στο σχέδιο παρακολούθησης το οποίο έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή·

γ)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές και τα τονοχιλιόμετρα εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, την πληρότητα όσον αφορά τις πτήσεις που καλύπτονται από δραστηριότητα αεροπορικών μεταφορών του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και για τις οποίες είναι υπεύθυνος ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών, καθώς και την πληρότητα των δεδομένων που αφορούν τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα, αντίστοιχα·

δ)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές και τα τονοχιλιόμετρα εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, τη συνέπεια των δεδομένων που έχουν δηλωθεί στην έκθεση με την τεκμηρίωση της μάζας και του ισοζυγίου μάζας·

ε)

για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, τη συνέπεια των συγκεντρωτικών δεδομένων για την κατανάλωση καυσίμου με τα δεδομένα που αφορούν τον εφοδιασμό με καύσιμο, μέσω αγοράς ή με άλλον τρόπο, του αεροσκάφους το οποίο εκτελεί τη δραστηριότητα αεροπορικών μεταφορών·

στ)

τη συνέπεια των συγκεντρωτικών δεδομένων που έχουν δηλωθεί στην έκθεση φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών με τα δεδομένα πρωτογενούς πηγής·

ζ)

σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει μεθοδολογία βασιζόμενη σε μετρήσεις, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 21 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, τις μετρηθείσες τιμές, με τη βοήθεια των αποτελεσμάτων των υπολογισμών που έχει εκτελέσει ο φορέας εκμετάλλευσης σύμφωνα με το άρθρο 46 του εν λόγω κανονισμού·

η)

την αξιοπιστία και την ορθότητα των δεδομένων.

3.   Για την εξακρίβωση της αναφερόμενης στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) πληρότητας όσον αφορά τις πτήσεις, ο ελεγκτής χρησιμοποιεί τα δεδομένα φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για την εναέρια κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων που έχουν ληφθεί από τον Eurocontrol ή άλλους συναφείς οργανισμούς οι οποίοι είναι σε θέση να επεξεργάζονται στοιχεία για την εναέρια κυκλοφορία, όπως εκείνα που έχει στη διάθεσή του ο Eurocontrol.

Άρθρο 17

Επαλήθευση της ορθής εφαρμογής της μεθοδολογίας παρακολούθησης

1.   Ο ελεγκτής εξακριβώνει την ορθή εφαρμογή και χρήση της μεθοδολογίας παρακολούθησης, όπως εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή στο σχέδιο παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των ιδιαίτερων λεπτομερειών της.

2.   Για τους σκοπούς της επαλήθευσης των σχετικών με τις εκπομπές εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης, ο ελεγκτής εξακριβώνει την ορθή εφαρμογή και εκτέλεση του σχεδίου δειγματοληψίας που αναφέρεται στο άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, όπως εγκρίθηκε από την αρμόδια αρχή.

3.   Σε περίπτωση μεταφοράς CO2 σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 49 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 και μέτρησης του μεταφερόμενου CO2 τόσο από την εγκατάσταση μεταφοράς, όσο και από την εγκατάσταση παραλαβής, ο ελεγκτής εξακριβώνει αν οι διαφορές μεταξύ των τιμών που μετρήθηκαν στις δύο εγκαταστάσεις δικαιολογούνται από την αβεβαιότητα των συστημάτων μετρήσεων και αν στις εκθέσεις των δύο εγκαταστάσεων σχετικά με τις εκπομπές χρησιμοποιήθηκε ο ορθός αριθμητικός μέσος όρος των τιμών που μετρήθηκαν.

Σε περίπτωση που οι διαφορές μεταξύ των τιμών που μετρήθηκαν στις δύο εγκαταστάσεις δεν δικαιολογούνται από την αβεβαιότητα των συστημάτων μετρήσεων, ο ελεγκτής εξακριβώνει αν έγιναν προσαρμογές για την εξομάλυνση των διαφορών μεταξύ των τιμών που μετρήθηκαν και κατά πόσον οι προσαρμογές αυτές ήταν συντηρητικές και είχαν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.

4.   Στις περιπτώσεις που το άρθρο 12 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης να συμπεριλαμβάνουν στο σχέδιο παρακολούθησης πρόσθετα στοιχεία, τα οποία έχουν σημασία για την τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 24 παράγραφος 1 της απόφασης 2011/278/ΕΕ της Επιτροπής (10), ο ελεγκτής εξακριβώνει την ορθή εφαρμογή και διεκπεραίωση των διαδικασιών του άρθρου 12 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, ο ελεγκτής εξακριβώνει επίσης αν ο φορέας εκμετάλλευσης υπέβαλε στην αρμόδια αρχή, έως τις 31 Δεκεμβρίου της περιόδου αναφοράς, πληροφορίες σχετικά με προγραμματισμένες ή επελθούσες μεταβολές της παραγωγικής ικανότητας, του επιπέδου δραστηριότητας και της λειτουργίας της εγκατάστασης.

Άρθρο 18

Επαλήθευση των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για τα κενά δεδομένων

1.   Σε περίπτωση που έχουν χρησιμοποιηθεί μέθοδοι προβλεπόμενες στο εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή σχέδιο παρακολούθησης, για τη συμπλήρωση κενών των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ο ελεγκτής εξακριβώνει την καταλληλότητα των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγκεκριμένη περίπτωση και την ορθή εφαρμογή τους.

Στις περιπτώσεις που ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών έχει λάβει έγκριση από την αρμόδια αρχή να χρησιμοποιήσει μεθόδους διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ο ελεγκτής εξακριβώνει την ορθή εφαρμογή και κατάλληλη τεκμηρίωση της εγκεκριμένης προσέγγισης.

Στις περιπτώσεις που ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν είναι σε θέση να λάβει εγκαίρως την εν λόγω έγκριση, ο ελεγκτής εξακριβώνει αν η προσέγγιση που χρησιμοποιεί ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών για τη συμπλήρωση κενών των δεδομένων, αφενός, εξασφαλίζει ότι δεν υποεκτιμώνται οι εκπομπές, και, αφετέρου, δεν συνεπάγεται ουσιώδεις ανακρίβειες.

2.   Ο ελεγκτής εξακριβώνει την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων ελέγχου του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που αποσκοπούν στην πρόληψη των κενών των δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 65 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

Άρθρο 19

Εκτίμηση αβεβαιότητας

1.   Στις περιπτώσεις που ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 601/2012 επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης να αποδεικνύουν την τήρηση των κατωτάτων ορίων αβεβαιότητας για τα δεδομένα δραστηριότητας και τους συντελεστές υπολογισμού, ο ελεγκτής επιβεβαιώνει την εγκυρότητα των χρησιμοποιηθέντων στοιχείων για τον υπολογισμό των βαθμών αβεβαιότητας που καθορίζονται στο εγκεκριμένο σχέδιο παρακολούθησης.

2.   Σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει μεθοδολογία παρακολούθησης μη βασιζόμενη σε βαθμίδες, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ο ελεγκτής εξακριβώνει όλα τα εξής:

α)

αν ο φορέας εκμετάλλευσης διενήργησε εκτίμηση και ποσοτικό προσδιορισμό της αβεβαιότητας, με τα οποία αποδεικνύεται η τήρηση του γενικού κατωτάτου ορίου αβεβαιότητας για τις ετήσιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σύμφωνα με το άρθρο 22 στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού·

β)

αν είναι έγκυρα τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την εκτίμηση και τον ποσοτικό προσδιορισμό της αβεβαιότητας·

γ)

αν η γενική προσέγγιση που χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση και τον ποσοτικό προσδιορισμό της αβεβαιότητας είναι σύμφωνη με το άρθρο 22 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού·

δ)

αν παρέχονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού για τη μεθοδολογία παρακολούθησης.

3.   Στις περιπτώσεις που ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 601/2012 επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών να αποδεικνύουν ότι δεν σημειώνεται υπέρβαση των απαιτούμενων βαθμών αβεβαιότητας, ο ελεγκτής εξακριβώνει την εγκυρότητα των στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για να αποδειχθεί ότι δεν υπήρξε υπέρβαση των εφαρμοστέων βαθμών αβεβαιότητας που καθορίζονται στο εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή σχέδιο παρακολούθησης.

Άρθρο 20

Δειγματοληψία

1.   Κατά τον έλεγχο της συμμόρφωσης των δραστηριοτήτων και διαδικασιών ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 14 στοιχεία β) και γ) ή κατά τη διεξαγωγή των ελέγχων που αναφέρονται στα άρθρα 15 και 16, ο ελεγκτής μπορεί να χρησιμοποιεί ειδικές μεθόδους δειγματοληψίας για τον φορέα εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων ή αεροσκαφών, εφόσον η δειγματοληψία δικαιολογείται με βάση την ανάλυση κινδύνου.

2.   Σε περίπτωση που κατά τη δειγματοληψία ο ελεγκτής εντοπίσει έλλειψη συμμόρφωσης ή ανακρίβεια, ζητεί από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών να εξηγήσει τα κύρια αίτια της έλλειψης συμμόρφωσης ή της ανακρίβειας, ώστε να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της στα δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση. Με βάση το αποτέλεσμα της εκτίμησης αυτής, ο ελεγκτής κρίνει αν χρειάζονται συμπληρωματικές επαληθευτικές δραστηριότητες, αν πρέπει να αυξηθεί η έκταση της δειγματοληψίας και ποιο τμήμα του πληθυσμού των δεδομένων πρέπει να διορθωθεί από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

3.   Ο ελεγκτής τεκμηριώνει στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης το αποτέλεσμα των ελέγχων που αναφέρονται στα άρθρα 14, 15, 16 και 17, συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερειών που αφορούν τα συμπληρωματικά δείγματα.

Άρθρο 21

Επιτόπιες επισκέψεις

1.   Σε μία ή περισσότερες κατάλληλες χρονικές στιγμές κατά τη διαδικασία επαλήθευσης, ο ελεγκτής επισκέπτεται τους χώρους των εγκαταστάσεων για να αξιολογήσει τη λειτουργία των οργάνων μέτρησης και των συστημάτων παρακολούθησης, να πάρει συνεντεύξεις, να εκτελέσει τις δραστηριότητες που απαιτούνται βάσει του παρόντος κεφαλαίου και να συγκεντρώσει επαρκείς πληροφορίες και αποδεικτικά στοιχεία, με τη βοήθεια των οποίων θα είναι σε θέση να συμπεράνει κατά πόσον η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρέχει στον ελεγκτή πρόσβαση στους χώρους των εγκαταστάσεών του.

3.   Για τους σκοπούς της επαλήθευσης εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης σχετικά με τις εκπομπές, ο ελεγκτής χρησιμοποιεί επίσης τις επιτόπιες επισκέψεις για να εκτιμήσει τα όρια των εγκαταστάσεων, καθώς και την πληρότητα όσον αφορά τις ροές πηγής και τις πηγές εκπομπών.

4.   Για τους σκοπούς της επαλήθευσης εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης σχετικά με τις εκπομπές, ο ελεγκτής αποφασίζει, με βάση την ανάλυση κινδύνου, αν χρειάζονται επισκέψεις και σε άλλους χώρους, μεταξύ άλλων σε περίπτωση που σχετικά τμήματα των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων και των δραστηριοτήτων ελέγχου εκτελούνται σε άλλους χώρους, π.χ. στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας ή σε άλλα γραφεία εκτός των εγκαταστάσεων.

Άρθρο 22

Αντιμετώπιση των ανακριβειών και της έλλειψης συμμόρφωσης

1.   Όταν ο ελεγκτής εντοπίζει ανακρίβειες ή έλλειψη συμμόρφωσης στο πλαίσιο της επαλήθευσης, ενημερώνει εγκαίρως τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και ζητεί τις σχετικές διορθώσεις.

Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών διορθώνει κάθε κοινοποιηθείσα ανακρίβεια και έλλειψη συμμόρφωσης.

2.   Ο ελεγκτής τεκμηριώνει στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης και σημειώνει με την ένδειξη «Επιλύθηκε» κάθε ανακρίβεια και έλλειψη συμμόρφωσης που διορθώνεται από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών κατά η διάρκεια της επαλήθευσης.

3.   Σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν διορθώσει ανακρίβεια ή έλλειψη συμμόρφωσης την οποία του κοινοποίησε ο ελεγκτής σύμφωνα με την παράγραφο 1, πριν εκδώσει την έκθεση επαλήθευσης, ο τελευταίος ζητεί από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών να εξηγήσει τα κύρια αίτια της έλλειψης συμμόρφωσης ή της ανακρίβειας, ώστε να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της στα δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση.

Ο ελεγκτής κρίνει κατά πόσον οι ανακρίβειες που δεν διορθώθηκαν έχουν ουσιώδη επίδραση, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες, στις συνολικές εκπομπές ή τονοχιλιομετρικά δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση. Κατά την εκτίμηση της σπουδαιότητας των ανακριβειών, ο ελεγκτής λαμβάνει υπόψη την έκταση και το είδος τους, καθώς και τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες προέκυψαν.

Ο ελεγκτής κρίνει κατά πόσον η έλλειψη συμμόρφωσης που δεν διορθώθηκε έχει επιπτώσεις, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες καταστάσεις έλλειψης συμμόρφωσης, στα δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση και αν αυτό συνεπάγεται ουσιώδεις ανακρίβειες.

Ο ελεγκτής ενδέχεται να θεωρήσει τις ανακρίβειες ουσιώδεις, έστω και αν δεν υπερβαίνουν, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες, τον βαθμό σπουδαιότητας που ορίζεται στο άρθρο 23, όταν αυτό δικαιολογείται από την έκταση και το είδος τους, καθώς και από τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες προέκυψαν.

Άρθρο 23

Βαθμός σπουδαιότητας

1.   Ο βαθμός σπουδαιότητας ισούται με το 5 % των συνολικών εκπομπών που δηλώθηκαν στην έκθεση για την περίοδο αναφοράς προς επαλήθευση, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

εγκαταστάσεις κατηγορίας Α που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 και εγκαταστάσεις κατηγορίας Β που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού·

β)

φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών με ετήσιες εκπομπές που δεν υπερβαίνουν τους 500 χιλιότονους CO2 ορυκτής προέλευσης.

2.   Ο βαθμός σπουδαιότητας ισούται με το 2 % των συνολικών εκπομπών που δηλώθηκαν στην έκθεση για την περίοδο αναφοράς προς επαλήθευση, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

εγκαταστάσεις κατηγορίας Γ που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

β)

φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών με ετήσιες εκπομπές που υπερβαίνουν τους 500 χιλιότονους CO2 ορυκτής προέλευσης.

3.   Για τους σκοπούς της επαλήθευσης των εκθέσεων των φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών σχετικά με τα τονοχιλιόμετρα, ο βαθμός σπουδαιότητας ισούται με το 5 % των συνολικών τονοχιλιομετρικών δεδομένων που δηλώθηκαν στην έκθεση για την περίοδο αναφοράς προς επαλήθευση.

Άρθρο 24

Πορίσματα σχετικά με τις διαπιστώσεις της επαλήθευσης

Όταν ο ελεγκτής ολοκληρώνει την επαλήθευση και συνεκτιμά τα στοιχεία που συγκέντρωσε στη διάρκειά της:

α)

ελέγχει τα τελικά δεδομένα του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που διορθώθηκαν με βάση στοιχεία τα οποία συγκεντρώθηκαν κατά την επαλήθευση·

β)

εξετάζει τους λόγους στους οποίους αποδίδει ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών τυχόν διαφορές μεταξύ των τελικών και των προγενέστερων δεδομένων·

γ)

εξετάζει το αποτέλεσμα της εκτίμησης που διενήργησε προκειμένου να κρίνει αν εφαρμόστηκε σωστά το εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή σχέδιο παρακολούθησς, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών που περιγράφονται σε αυτό·

δ)

εκτιμά αν το επίπεδο του κινδύνου της επαλήθευσης είναι χαμηλό σε αποδεκτό βαθμό ώστε να καθιστά δυνατή την έκφραση εύλογης βεβαιότητας·

ε)

εξασφαλίζει ότι έχουν συγκεντρωθεί επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να είναι σε θέση να συντάξει γνωμάτευση επαλήθευσης η οποία να αναφέρει με εύλογη βεβαιότητα ότι η έκθεση είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες·

στ)

εξασφαλίζει ότι η διαδικασία επαλήθευσης είναι πλήρως τεκμηριωμένη στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης και ότι είναι δυνατόν να εκφραστεί τελική κρίση στην έκθεση επαλήθευσης.

Άρθρο 25

Ανεξάρτητη εξέταση

1.   Πριν από την έκδοση της έκθεσης επαλήθευσης, ο ελεγκτής υποβάλλει την εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης και την έκθεση επαλήθευσης σε ανεξάρτητο εξεταστή.

2.   Ο ανεξάρτητος εξεταστής δεν έχει εκτελέσει καμία από τις επαληθευτικές δραστηριότητες που υποβάλλονται σε αυτόν για εξέταση.

3.   Η έκταση της ανεξάρτητης εξέτασης καλύπτει το σύνολο της διαδικασίας επαλήθευσης που περιγράφεται στο παρόν κεφάλαιο και έχει καταγραφεί στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης.

Ο ανεξάρτητος εξεταστής εκτελεί την εξέταση κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι η διαδικασία επαλήθευσης διεξάγεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ότι οι αναφερόμενες στο άρθρο 40 διαδικασίες για τις επαληθευτικές δραστηριότητες διεκπεραιώθηκαν σωστά και ότι επιδείχθηκε η δέουσα επαγγελματική επιμέλεια και κρίση.

Ο ανεξάρτητος εξεταστής εκτιμά επίσης αν τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν επαρκούν ώστε να είναι σε θέση ο ελεγκτής να εκδώσει έκθεση επαλήθευσης με εύλογη βεβαιότητα.

4.   Σε περίπτωση ενδεχόμενων αλλαγών στην έκθεση επαλήθευσης μετά την εξέταση, ο ανεξάρτητος εξεταστής εξετάζει και τις αλλαγές αυτές, καθώς και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.

5.   Ένα πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο από τον εξεταστή θεωρεί την έκθεση επαλήθευσης, με βάση τα πορίσματα του ανεξάρτητου εξεταστή και τα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχει η εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης.

Άρθρο 26

Εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης

1.   Ο ελεγκτής καταρτίζει εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης, η οποία περιέχει τουλάχιστον:

α)

τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων επαλήθευσης·

β)

τη στρατηγική ανάλυση, την ανάλυση κινδύνων και το σχέδιο επαλήθευσης·

γ)

επαρκή στοιχεία για την υποστήριξη της γνωμάτευσης επαλήθευσης, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η αιτιολόγηση των κρίσεων για το κατά πόσον οι εντοπισθείσες ανακρίβειες έχουν ή όχι ουσιώδη επίδραση στις εκπομπές ή στα τονοχιλιομετρικά δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση.

2.   Η εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 συντάσσεται κατά τρόπο ώστε ο αναφερόμενος στο άρθρο 25 ανεξάρτητος εξεταστής και ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης να μπορούν να εκτιμήσουν αν η επαλήθευση διεξήχθη σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Μετά τη θεώρηση της έκθεσης επαλήθευσης σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 5, ο ανεξάρτητος εξεταστής συμπεριλαμβάνει τα αποτελέσματα της ανεξάρτητης εξέτασης στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης.

3.   Κατόπιν αιτήματος, ο ελεγκτής παρέχει στην αρμόδια αρχή πρόσβαση στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης, προκειμένου να διευκολύνει την αξιολόγηση της επαλήθευσης από την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 27

Έκθεση επαλήθευσης

1.   Βασιζόμενος στα στοιχεία που συγκέντρωσε κατά την επαλήθευση, ο ελεγκτής χορηγεί στο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών έκθεση επαλήθευσης για κάθε σχετική με τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα έκθεση που υποβλήθηκε προς επαλήθευση. Η έκθεση επαλήθευσης περιλαμβάνει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις:

α)

η έκθεση κρίνεται ικανοποιητική·

β)

η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών περιέχει ουσιώδεις ανακρίβειες που δεν διορθώθηκαν πριν εκδοθεί η έκθεση επαλήθευσης·

γ)

το πεδίο της επαλήθευσης ήταν πολύ περιορισμένο σύμφωνα με το άρθρο 28 και ο ελεγκτής δεν μπορούσε να συγκεντρώσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να είναι σε θέση να συντάξει γνωμάτευση επαλήθευσης η οποία να αναφέρει με εύλογη βεβαιότητα ότι η έκθεση είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες·

δ)

λόγω έλλειψης συμμόρφωσης η οποία, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες καταστάσεις έλλειψης συμμόρφωσης, έχει ως αποτέλεσμα ανεπαρκή σαφήνεια, ο ελεγκτής αδυνατεί να δηλώσει με εύλογη βεβαιότητα ότι η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), η έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί να κριθεί ικανοποιητική μόνο εάν είναι απαλλαγμένη από ουσιώδεις ανακρίβειες.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών υποβάλλει την έκθεση επαλήθευσης στην αρμόδια αρχή, συνοδευόμενη από την έκθεσή του την οποία αφορά η έκθεση επαλήθευσης.

3.   Η έκθεση επαλήθευσης περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

το όνομα του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που υποβλήθηκε σε έλεγχο·

β)

τους στόχους της επαλήθευσης·

γ)

το πεδίο της επαλήθευσης·

δ)

παραπομπή στην έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που επαληθεύτηκε·

ε)

τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για την επαλήθευση της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, μεταξύ των οποίων την άδεια λειτουργίας, κατά περίπτωση, και τις εγκεκριμένες από την αρμόδια αρχή εκδόσεις του σχεδίου παρακολούθησης, καθώς και την περίοδο ισχύος κάθε σχεδίου παρακολούθησης·

στ)

συγκεντρωτικά δεδομένα για τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα ανά δραστηριότητα του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, καθώς και ανά φορέα εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων ή αεροσκαφών·

ζ)

την περίοδο αναφοράς προς επαλήθευση·

η)

τις αρμοδιότητες του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, της αρμόδιας αρχής και του ελεγκτή·

θ)

τη γνωμάτευση επαλήθευσης·

ι)

περιγραφή των ανακριβειών και της έλλειψης συμμόρφωσης που ενδεχομένως εντοπίστηκαν και οι οποίες δεν διορθώθηκαν πριν εκδοθεί η έκθεση επαλήθευσης·

ια)

τις ημερομηνίες των επισκέψεων στους χώρους των εγκαταστάσεων και την ταυτότητα του προσώπου που τις πραγματοποίησε·

ιβ)

πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενες εξαιρέσεις από τις επισκέψεις στους χώρους των εγκαταστάσεων, καθώς και τους λόγους που υπαγόρευσαν τις εξαιρέσεις αυτές·

ιγ)

τυχόν ζητήματα μη συμμόρφωσης με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012 που έγιναν πρόδηλα κατά την επαλήθευση·

ιδ)

στις περιπτώσεις που δεν είναι εφικτή η έγκαιρη έγκριση, από την αρμόδια αρχή, της μεθόδου που χρησιμοποιείται για τη συμπλήρωση κενών των δεδομένων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 παράγραφος 1 τελευταίο εδάφιο, επιβεβαίωση του ότι η χρησιμοποιούμενη μέθοδος είναι συντηρητική και του ότι συνεπάγεται ή δεν συνεπάγεται ουσιώδεις ανακρίβειες·

ιε)

εφόσον ο ελεγκτής παρατήρησε μεταβολές της παραγωγικής ικανότητας, του επιπέδου δραστηριότητας και της λειτουργίας της εγκατάστασης, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν επίπτωση στην κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής στην εγκατάσταση και δεν δηλώθηκαν στην αρμόδια αρχή έως τις 31 Δεκεμβρίου της περιόδου αναφοράς σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 της απόφασης 2011/278/ΕΕ, περιγραφή των εν λόγω μεταβολών και σχετικές παρατηρήσεις·

ιστ)

κατά περίπτωση, συστάσεις για βελτιώσεις·

ιζ)

τα ονόματα του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ, του ανεξάρτητου εξεταστή και, κατά περίπτωση, του ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ και του τεχνικού εμπειρογνώμονα που συμμετείχαν στην επαλήθευση της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

ιη)

ημερομηνία και υπογραφή εξουσιοδοτημένου προσώπου εξ ονόματος του ελεγκτή, καθώς και το όνομά του.

4.   Στην έκθεση επαλήθευσης ο ελεγκτής περιγράφει τις ανακρίβειες και την έλλειψη συμμόρφωσης με επαρκείς λεπτομέρειες, ώστε τόσο ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών, όσο και η αρμόδια αρχή, να μπορούν να αντιληφθούν τα εξής:

α)

την έκταση και το είδος των ανακριβειών ή της έλλειψης συμμόρφωσης·

β)

τους λόγους για τους οποίους η ανακρίβεια έχει ή όχι ουσιώδη επίδραση·

γ)

το στοιχείο της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που αφορά η ανακρίβεια ή το στοιχείο του σχεδίου παρακολούθησης που αφορά η έλλειψη συμμόρφωσης.

5.   Εάν ένα κράτος μέλος απαιτεί από τον ελεγκτή να υποβάλλει πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία επαλήθευσης επιπλέον των στοιχείων της παραγράφου 3, οι οποίες δεν είναι απαραίτητες για την κατανόηση της γνωμάτευσης επαλήθευσης, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί, για λόγους αποτελεσματικότητας, να υποβάλλει στην αρμόδια αρχή τις συμπληρωματικές αυτές πληροφορίες χωριστά από την έκθεση επαλήθευσης, σε άλλη ημερομηνία, το αργότερο όμως στις 15 Μαΐου του ίδιου έτους.

Άρθρο 28

Περιορισμός του πεδίου

Ο ελεγκτής μπορεί να συμπεράνει ότι το πεδίο της επαλήθευσης, που αναφέρεται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχείο γ), είναι πολύ περιορισμένο, σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

υπάρχουν κενά στα δεδομένα, τα οποία εμποδίζουν τον ελεγκτή να συγκεντρώσει τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για τη μείωση του κινδύνου της επαλήθευσης στο αναγκαίο επίπεδο ώστε να επιτευχθεί εύλογος βαθμός βεβαιότητας·

β)

το σχέδιο παρακολούθησης δεν έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή·

γ)

το σχέδιο παρακολούθησης δεν παρέχει επαρκές πεδίο ή σαφήνεια για να καταλήξει η επαλήθευση σε συμπέρασμα·

δ)

ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν παρέσχε επαρκή στοιχεία για να είναι ο ελεγκτής σε θέση να εκτελέσει την επαλήθευση.

Άρθρο 29

Αντιμετώπιση εκκρεμών καταστάσεων επουσιώδους έλλειψης συμμόρφωσης

1.   Ο ελεγκτής εξακριβώνει αν ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών έχει διορθώσει τις καταστάσεις έλλειψης συμμόρφωσης που αναφέρονται στην έκθεση επαλήθευσης σχετικά με την προηγούμενη περίοδο παρακολούθησης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης το άρθρο 69 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, κατά περίπτωση.

Σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν έχει διορθώσει τις εν λόγω καταστάσεις έλλειψης συμμόρφωσης σύμφωνα με το άρθρο 69 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ο ελεγκτής εξετάζει αν η παράλειψη αυτή αυξάνει ή ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο ανακριβειών.

Ο ελεγκτής αναφέρει στην έκθεση επαλήθευσης το κατά πόσον ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών επέλυσε τα συγκεκριμένα προβλήματα έλλειψης συμμόρφωσης.

2.   Ο ελεγκτής καταγράφει λεπτομερώς στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης τον χρόνο και τον τρόπο επίλυσης των εντοπισθέντων προβλημάτων έλλειψης συμμόρφωσης από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών κατά τη διάρκεια της επαλήθευσης.

Άρθρο 30

Βελτίωση της διαδικασίας παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων

1.   Όταν ο ελεγκτής εντοπίζει περιθώρια βελτίωσης των επιδόσεων του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών ως προς τα στοιχεία α) έως δ) της παρούσας παραγράφου, συμπεριλαμβάνει στην έκθεση επαλήθευσης συστάσεις για βελτίωση που αφορούν τις επιδόσεις του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών στα συγκεκριμένα σημεία:

α)

εκτίμηση κινδύνων από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

β)

ανάπτυξη, τεκμηρίωση, εφαρμογή και διατήρηση δραστηριοτήτων ροής δεδομένων και δραστηριοτήτων ελέγχου και αξιολόγηση του συστήματος ελέγχου·

γ)

διαμόρφωση, τεκμηρίωση, εφαρμογή και διατήρηση διαδικασιών για τις δραστηριότητες ροής δεδομένων και τις δραστηριότητες ελέγχου, καθώς και άλλων διαδικασιών που οφείλει να καθορίζει ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012·

δ)

παρακολούθηση των εκπομπών ή των τονοχιλιομέτρων και υποβολή σχετικών εκθέσεων, σε σχέση, μεταξύ άλλων, με την επίτευξη υψηλότερων βαθμίδων, τη μείωση των κινδύνων και την αύξηση της αποτελεσματικότητας της παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων.

2.   Κατά την επαλήθευση που έπεται του έτους διατύπωσης των συστάσεων για βελτίωση στην έκθεση επαλήθευσης, ο ελεγκτής εξακριβώνει αν και με ποιον τρόπο ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών εφάρμοσε τις εν λόγω συστάσεις.

Σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν εφάρμοσε τις εν λόγω συστάσεις ή τις εφάρμοσε με λανθασμένο τρόπο, ο ελεγκτής εκτιμά τις επιπτώσεις αυτού του γεγονότος στον κίνδυνο ανακριβειών και έλλειψης συμμόρφωσης.

Άρθρο 31

Απλουστευμένη επαλήθευση για τις εγκαταστάσεις

1.   Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 21 παράγραφος 1, ο ελεγκτής μπορεί να αποφασίζει, με την επιφύλαξη της έγκρισης της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, να μην επισκεφθεί χώρους εγκαταστάσεων, βασιζόμενος στο αποτέλεσμα της ανάλυσης κινδύνων και αφού βεβαιωθεί ότι έχει δυνατότητα πρόσβασης εξ αποστάσεως σε όλα τα σχετικά δεδομένα και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχει καθορίσει η Επιτροπή για τη μη διενέργεια επισκέψεων στους χώρους των εγκαταστάσεων. Ο ελεγκτής ενημερώνει σχετικά τον φορέα εκμετάλλευσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει αίτηση στην αρμόδια αρχή, με την οποία της ζητεί να εγκρίνει την απόφαση του ελεγκτή να μην επισκεφθεί τους χώρους της εγκατάστασης.

Η αρμόδια αρχή αποφασίζει σχετικά με την αίτηση που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης για την έγκριση της απόφασης του ελεγκτή να μην επισκεφθεί τους χώρους της εγκατάστασης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τις πληροφορίες που παρέχει ο ελεγκτής για το αποτέλεσμα της ανάλυσης κινδύνων·

β)

την πληροφορία ότι υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης εξ αποστάσεως στα σχετικά δεδομένα·

γ)

στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν έχουν εφαρμογή στην εγκατάσταση οι απαιτήσεις της παραγράφου 3·

δ)

στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις τις οποίες έχει καθορίσει η Επιτροπή για τη μη διενέργεια επισκέψεων στους χώρους των εγκαταστάσεων.

2.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 έγκριση της αρμόδιας αρχής δεν απαιτείται για τη μη διενέργεια επισκέψεων στους χώρους των εγκαταστάσεων με χαμηλά επίπεδα εκπομπών που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

3.   Ο ελεγκτής επισκέπτεται οπωσδήποτε τους χώρους των εγκαταστάσεων στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν πρόκειται για την πρώτη επαλήθευση έκθεσης για τις εκπομπές του φορέα εκμετάλλευσης από τον ελεγκτή·

β)

όταν ελεγκτής δεν επισκέφθηκε τους χώρους της εγκατάστασης κατά τις δύο περιόδους αναφοράς που προηγούνται αμέσως της τρέχουσας περιόδου αναφοράς·

γ)

όταν, κατά την περίοδο αναφοράς, το σχέδιο παρακολούθησης υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 ή 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

Άρθρο 32

Απλουστευμένη επαλήθευση για τους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών

1.   Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 21 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, ο ελεγκτής μπορεί να αποφασίσει να μην επισκεφθεί τους χώρους των εγκαταστάσεων μικρού πρόξενου εκπομπών που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, εάν έχει συμπεράνει, βασιζόμενος στην ανάλυση κινδύνων που διενήργησε, ότι έχει δυνατότητα πρόσβασης εξ αποστάσεως σε όλα τα σχετικά δεδομένα.

2.   Εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών χρησιμοποιεί τα απλουστευμένα εργαλεία που αναφέρονται στο άρθρο 54 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012 για να προσδιορίσει την κατανάλωση καυσίμου και τα δεδομένα που δηλώθηκαν στην έκθεση προέκυψαν με τη χρήση των εργαλείων αυτών, ανεξάρτητα από εισαγωγές δεδομένων από ίδιο, ο ελεγκτής μπορεί να αποφασίσει, βασιζόμενος στην ανάλυση κινδύνων που διενήργησε, να μην εκτελέσει τους ελέγχους που αναφέρονται στα άρθρα 14 και 16, στο άρθρο 17 παράγραφοι 1 και 2 και στο άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 33

Απλουστευμένα σχέδια επαλήθευσης

Όταν ο ελεγκτής χρησιμοποιεί απλουστευμένο σχέδιο επαλήθευσης, καταγράφει στην εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης την αιτιολόγηση της χρήσης τους, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που αποδεικνύουν την τήρηση των όρων χρήσης απλουστευμένων σχεδίων επαλήθευσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΕΓΚΤΕΣ

Άρθρο 34

Κλαδική έκταση διαπίστευσης

Ο ελεγκτής χορηγεί έκθεση επαλήθευσης μόνο σε φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που ασκεί δραστηριότητα η οποία καλύπτεται από το πεδίο δραστηριότητας που αναφέρεται στο παράρτημα I για το οποίο ο ελεγκτής έχει διαπιστευτεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 35

Διαδικασία διασφάλισης διαρκούς ικανότητας

1.   Ο ελεγκτής καθορίζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί μια διαδικασία διασφάλισης ικανότητας, ώστε να εξασφαλίζει ότι το σύνολο του προσωπικού στο οποίο ανατίθενται επαληθευτικές δραστηριότητες είναι ικανό να εκτελεί τα καθήκοντα που αναλαμβάνει.

2.   Στο πλαίσιο της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 διαδικασίας διασφάλισης ικανότητας, ο ελεγκτής καθορίζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί τουλάχιστον τα εξής:

α)

γενικά κριτήρια ικανότητας για το σύνολο του προσωπικού που αναλαμβάνει επαληθευτικές δραστηριότητες·

β)

ειδικά κριτήρια ικανότητας για κάθε θέση προσωπικού του ελεγκτή που αναλαμβάνει επαληθευτικές δραστηριότητες, ιδίως για τον ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ, τον επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ, τον ανεξάρτητο εξεταστή και τον τεχνικό εμπειρογνώμονα·

γ)

μέθοδο που εξασφαλίζει τη διαρκή ικανότητα και την τακτική αξιολόγηση των επιδόσεων του συνόλου του προσωπικού που αναλαμβάνει επαληθευτικές δραστηριότητες·

δ)

διαδικασία που εξασφαλίζει τη συνεχή κατάρτιση του προσωπικού το οποίο αναλαμβάνει επαληθευτικές δραστηριότητες·

ε)

διαδικασία με την οποία εκτιμάται αν η ανάληψη επαληθευτικής υποχρέωσης καλύπτεται από την έκταση της διαπίστευσης του ελεγκτή και αν αυτός διαθέτει την ικανότητα, το προσωπικό και τους πόρους που απαιτούνται για να συγκροτήσει την ομάδα επαλήθευσης και να ολοκληρώσει με επιτυχία τις επαληθευτικές δραστηριότητες εντός του απαιτούμενου χρονικού διαστήματος.

Τα κριτήρια ικανότητας που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) είναι εξειδικευμένα ανά πεδίο διαπίστευσης εντός του οποίου τα πρόσωπα αυτά εκτελούν επαληθευτικές δραστηριότητες.

Όταν ο ελεγκτής αξιολογεί την ικανότητα του προσωπικού σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), βασίζεται στα κριτήρια ικανότητας που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

Η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο στοιχείο ε) διαδικασία εμπεριέχει επίσης διαδικασία με την οποία εκτιμάται αν η ομάδα επαλήθευσης διαθέτει όλες τις ικανότητες και τα πρόσωπα που απαιτούνται για την εκτέλεση επαληθευτικών δραστηριοτήτων με αντικείμενο συγκεκριμένο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

Ο ελεγκτής διαμορφώνει γενικά και ειδικά κριτήρια ικανότητας τα οποία είναι σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 36 παράγραφος 4 και των άρθρων 37, 38 και 39.

3.   Σε τακτά διαστήματα, ο ελεγκτής παρακολουθεί τις επιδόσεις όλων των μελών του προσωπικού που αναλαμβάνουν επαληθευτικές δραστηριότητες, με σκοπό την επιβεβαίωση της διαρκούς ικανότητάς τους.

4.   Σε τακτά διαστήματα, ο ελεγκτής επανεξετάζει την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 διαδικασία διασφάλισης ικανότητας, ώστε να εξασφαλίζει:

α)

τη διαμόρφωση των κριτηρίων ικανότητας της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού που αφορούν την ικανότητα·

β)

την αντιμετώπιση όλων των ζητημάτων που ενδέχεται να προκύψουν σε σχέση με τον καθορισμό γενικών και ειδικών κριτηρίων ικανότητας κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β)·

γ)

την επικαιροποίηση και διατήρηση όλων των απαιτήσεων της διαδικασίας διασφάλισης ικανότητας.

5.   Ο ελεγκτής διαθέτει σύστημα καταγραφής των αποτελεσμάτων των δραστηριοτήτων που υλοποιούνται στο πλαίσιο της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 διαδικασίας διασφάλισης ικανότητας.

6.   Η ικανότητα και οι επιδόσεις του ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ και του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ αξιολογούνται από έναν επαρκώς ικανό αξιολογητή.

Για τον σκοπό αυτό, ο ικανός αξιολογητής παρακολουθεί τους ελεγκτές όταν επαληθεύουν την έκθεση φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών στις εγκαταστάσεις του τελευταίου, για να διαπιστώσει αν πληρούν τα κριτήρια ικανότητας.

7.   Όταν δεν αποδεικνύεται ότι ένα μέλος του προσωπικού ικανοποιεί πλήρως τα κριτήρια ικανότητας για συγκεκριμένο καθήκον που του έχει ανατεθεί, ο ελεγκτής προσδιορίζει και οργανώνει πρόσθετη κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας με επίβλεψη για το εν λόγω άτομο και το παρακολουθεί μέχρι να πειστεί ότι πληροί τα κριτήρια ικανότητας.

Άρθρο 36

Ομάδες επαλήθευσης

1.   Για κάθε ανάληψη συγκεκριμένης επαληθευτικής υποχρέωσης, ο ελεγκτής συγκροτεί ομάδα επαλήθευσης ικανή να εκτελέσει τις επαληθευτικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο κεφάλαιο II.

2.   Η ομάδα επαλήθευσης απαρτίζεται τουλάχιστον από έναν επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ και, όταν το επιβάλλουν τα πορίσματα του ελεγκτή μετά την εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και τη στρατηγική ανάλυση, από κατάλληλο αριθμό ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ και τεχνικών εμπειρογνωμόνων.

3.   Για την ανεξάρτητη εξέταση των επαληθευτικών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την ανάληψη συγκεκριμένης επαληθευτικής υποχρέωσης, ο ελεγκτής ορίζει ανεξάρτητο εξεταστή ο οποίος δεν είναι μέλος της ομάδας επαλήθευσης.

4.   Κάθε μέλος της ομάδας:

α)

έχει σαφή αντίληψη του ρόλου του στη διαδικασία επαλήθευσης·

β)

είναι σε θέση να επικοινωνεί ουσιαστικά στη γλώσσα που είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των συγκεκριμένων καθηκόντων του.

5.   Η ομάδα επαλήθευσης περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα πρόσωπο το οποίο διαθέτει την απαιτούμενη τεχνική ικανότητα και αντίληψη για την εκτίμηση των ειδικών τεχνικών πτυχών της παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων που σχετίζονται με τις δραστηριότητες του παραρτήματος I οι οποίες ασκούνται από τον φορέα εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων ή αεροσκαφών, καθώς και ένα πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να επικοινωνεί στη γλώσσα που απαιτείται για την επαλήθευση της έκθεσης φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών στο κράτος μέλος όπου ο ελεγκτής διενεργεί την επαλήθευση αυτή.

6.   Όταν η ομάδα επαλήθευσης αποτελείται από ένα μόνο πρόσωπο, το πρόσωπο αυτό πληροί όλες τις απαιτήσεις για την ικανότητα των ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ και των επικεφαλής ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ, καθώς και τις απαιτήσεις των παραγράφων 4 και 5.

Άρθρο 37

Απαιτήσεις για την ικανότητα των ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ και των επικεφαλής ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ

1.   Οι ελεγκτές του ΣΕΔΕ της ΕΕ διαθέτουν την ικανότητα εκτέλεσης της επαλήθευσης. Προς τούτο, έχουν τουλάχιστον:

α)

γνώση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012, του παρόντος κανονισμού, των σχετικών προτύπων και άλλων σχετικών νομοθετημάτων, των εφαρμοστέων κατευθυντήριων γραμμών, καθώς και των συναφών κατευθυντήριων γραμμών και νομοθετημάτων που έχουν εκδοθεί στο κράτος μέλος όπου ο ελεγκτής διενεργεί επαλήθευση·

β)

γνώσεις και πείρα όσον αφορά τον έλεγχο δεδομένων και πληροφοριών, όπου συμπεριλαμβάνονται:

i)

οι μέθοδοι ελέγχου δεδομένων και πληροφοριών, καθώς και η εφαρμογή του βαθμού σπουδαιότητας και η εκτίμηση της σπουδαιότητας των ανακριβειών,

ii)

η ανάλυση των εγγενών κινδύνων και των κινδύνων του ελέγχου,

iii)

οι τεχνικές δειγματοληψίας σε σχέση με τη δειγματοληψία δεδομένων και την εξακρίβωση των δραστηριοτήτων ελέγχου,

iv)

η αξιολόγηση συστημάτων δεδομένων και πληροφοριών, συστημάτων τεχνολογίας πληροφοριών, δραστηριοτήτων ροής δεδομένων, δραστηριοτήτων ελέγχου, συστημάτων ελέγχου και διαδικασιών για δραστηριότητες ελέγχου·

γ)

την ικανότητα εκτέλεσης των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την επαλήθευση εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, όπως επιβάλλει το κεφάλαιο ΙΙ·

δ)

γνώσεις και πείρα όσον αφορά τις ειδικές κατά κλάδο τεχνικές πτυχές της παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων που έχουν σημασία για το πεδίο δραστηριοτήτων του παραρτήματος I εντός του οποίου ο ελεγκτής του ΣΕΔΕ της ΕΕ διενεργεί επαλήθευση.

2.   Οι επικεφαλής ελεγκτές του ΣΕΔΕ της ΕΕ πληρούν τις απαιτήσεις για την ικανότητα των ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ και διαθέτουν αποδεδειγμένα την ικανότητα να ηγούνται ομάδων επαλήθευσης και να αναλαμβάνουν την ευθύνη της διεξαγωγής των επαληθευτικών δραστηριοτήτων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 38

Απαιτήσεις για την ικανότητα των ανεξάρτητων εξεταστών

1.   Ο ανεξάρτητος εξεταστής έχει την κατάλληλη αρμοδιότητα για την εξέταση του σχεδίου έκθεσης επαλήθευσης και της εσωτερικής τεκμηρίωσης της επαλήθευσης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 25.

2.   Ο ανεξάρτητος εξεταστής πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 37 παράγραφος 2 για την ικανότητα των επικεφαλής ελεγκτών του ΣΕΔΕ της ΕΕ.

3.   Ο ανεξάρτητος εξεταστής διαθέτει την απαραίτητη ικανότητα ανάλυσης των παρεχόμενων στοιχείων για την επιβεβαίωση της πληρότητας και της αρτιότητάς τους, αμφισβήτησης των ελλειπόντων ή αντιφατικών στοιχείων και ελέγχου των αποτυπωμάτων των δεδομένων, για να εκτιμά αν η εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης είναι πλήρης και παρέχει επαρκείς πληροφορίες για την υποστήριξη του σχεδίου έκθεσης επαλήθευσης.

Άρθρο 39

Αξιοποίηση τεχνικών εμπειρογνωμόνων

1.   Κατά την άσκηση επαληθευτικών δραστηριοτήτων, ο ελεγκτής μπορεί να ζητεί από τεχνικούς εμπειρογνώμονες να προσφέρουν λεπτομερείς γνώσεις και πείρα σε συγκεκριμένο θέμα, οι οποίες χρειάζονται για την υποστήριξη των επαληθευτικών δραστηριοτήτων του ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ και του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ.

2.   Σε περίπτωση που ο ανεξάρτητος εξεταστής δεν διαθέτει την ικανότητα αξιολόγησης συγκεκριμένου θέματος της διαδικασίας εξέτασης, ο ελεγκτής ζητεί τη βοήθεια τεχνικού εμπειρογνώμονα.

3.   Ο τεχνικός εμπειρογνώμονας διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα και ειδίκευση για την αποτελεσματική στήριξη του ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ και του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ, ή του ανεξάρτητου εξεταστή όταν είναι αναγκαίο, σχετικά με το θέμα για το οποίο ζητούνται οι γνώσεις και η πείρα του εν λόγω εμπειρογνώμονα. Επιπλέον, ο τεχνικός εμπειρογνώμονας έχει επαρκή αντίληψη των θεμάτων που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ).

4.   Ο τεχνικός εμπειρογνώμονας αναλαμβάνει καθορισμένα καθήκοντα, υπό τη διεύθυνση και την πλήρη ευθύνη του επικεφαλής ελεγκτή του ΣΕΔΕ της ΕΕ της ομάδας επαλήθευσης στο πλαίσιο της οποίας ενεργεί ή του ανεξάρτητου εξεταστή.

Άρθρο 40

Διαδικασίες για τις επαληθευτικές δραστηριότητες

1.   Ο ελεγκτής καθορίζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί μία ή περισσότερες διαδικασίες για τις επαληθευτικές δραστηριότητες που περιγράφονται στο κεφάλαιο II, καθώς και τις διαδικασίες που απαιτούνται βάσει του παραρτήματος II. Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των διαδικασιών αυτών, ο ελεγκτής εκτελεί τις δραστηριότητες σύμφωνα με το εναρμονισμένο πρότυπο που αναφέρεται στο παράρτημα II.

2.   Ο ελεγκτής σχεδιάζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί σύστημα διαχείρισης της ποιότητας, ώστε να διασφαλίζει τη συνεπή διαμόρφωση, εφαρμογή, βελτίωση και επανεξέταση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 διαδικασιών σύμφωνα με το εναρμονισμένο πρότυπο που αναφέρεται στο παράρτημα II.

Άρθρο 41

Τήρηση αρχείων και επικοινωνία

1.   Ο ελεγκτής τηρεί αρχεία, μεταξύ άλλων για την ικανότητα και την αμεροληψία του προσωπικού, προκειμένου να αποδεικνύει τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Ο ελεγκτής παρέχει τακτικά πληροφορίες στον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και σε άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με το εναρμονισμένο πρότυπο που αναφέρεται στο παράρτημα II.

3.   Ο ελεγκτής διαφυλάσσει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που λαμβάνει κατά την επαλήθευση, σύμφωνα με το εναρμονισμένο πρότυπο που αναφέρεται στο παράρτημα II.

Άρθρο 42

Αμεροληψία και ανεξαρτησία

1.   Ο ελεγκτής είναι ανεξάρτητος από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και ασκεί με αμεροληψία τις επαληθευτικές του δραστηριότητες.

Προς τούτο, ο ελεγκτής και οποιοδήποτε τμήμα της ίδιας νομικής οντότητας δεν είναι φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών, δεν είναι ιδιοκτήτης φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών ούτε ανήκει στην ιδιοκτησία τέτοιου φορέα και δεν έχει σχέσεις με τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του. Ο ελεγκτής είναι επίσης ανεξάρτητος από φορείς που εμπορεύονται δικαιώματα εκπομπής στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου που έχει θεσπιστεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 19 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

2.   Η οργάνωση του ελεγκτή είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζει την αντικειμενικότητα, την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται οι σχετικές απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα II.

3.   Ο ελεγκτής δεν ασκεί επαληθευτικές δραστηριότητες με αντικείμενο φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών ο οποίος δημιουργεί μη αποδεκτό κίνδυνο για την αμεροληψία του ή κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων γι’ αυτόν. Ο ελεγκτής δεν χρησιμοποιεί μέλη του προσωπικού ή συμβασιούχους για την επαλήθευση εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που συνεπάγονται πραγματική ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων. Ο ελεγκτής εξασφαλίζει επίσης ότι οι δραστηριότητες του προσωπικού ή οργανισμών δεν θίγουν την εμπιστευτικότητα, την αντικειμενικότητα, την ανεξαρτησία και την αμεροληψία της επαλήθευσης.

Μη αποδεκτός κίνδυνος για την αμεροληψία ή σύγκρουση συμφερόντων, κατά το πρώτο εδάφιο πρώτη φράση, θεωρείται ότι υπάρχει σε μία από τις παρακάτω περιπτώσεις, μεταξύ άλλων:

α)

όταν ο ελεγκτής ή οποιοδήποτε τμήμα της ίδιας νομικής οντότητας παρέχει υπηρεσίες συμβουλευτικής για τη διαμόρφωση μέρους της διαδικασίας παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων που περιγράφεται στο εγκεκριμένο από την αρμόδια αρχή σχέδιο παρακολούθησης, όπου συμπεριλαμβάνονται η ανάπτυξη της μεθοδολογίας παρακολούθησης, η σύνταξη της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και η κατάρτιση του σχεδίου παρακολούθησης·

β)

όταν ο ελεγκτής ή οποιοδήποτε τμήμα της ίδιας νομικής οντότητας παρέχει τεχνική συνδρομή στην ανάπτυξη ή συντήρηση του συστήματος που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση των εκπομπών ή των τονοχιλιομετρικών δεδομένων και την υποβολή σχετικών εκθέσεων.

4.   Στις σχέσεις μεταξύ ελεγκτή και φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, θεωρείται ότι συντρέχει σύγκρουση συμφερόντων στο πρόσωπο του ελεγκτή σε μία από τις παρακάτω περιπτώσεις, μεταξύ άλλων:

α)

όταν η σχέση του ελεγκτή με τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών βασίζεται σε κοινή ιδιοκτησία, κοινή διοίκηση, διαχείριση ή προσωπικό, κοινούς πόρους, κοινά οικονομικά και από κοινού σύναψη συμβάσεων ή προώθηση στην αγορά·

β)

όταν στον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών έχουν παρασχεθεί υπηρεσίες συμβουλευτικής που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) ή τεχνική συνδρομή που αναφέρεται στο στοιχείο β) της εν λόγω παραγράφου από εταιρεία συμβούλων, εταιρεία τεχνικής συνδρομής ή άλλο οργανισμό που έχει σχέσεις με τον ελεγκτή και απειλεί την αμεροληψία του.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), η αμεροληψία του ελεγκτή θεωρείται ότι κλονίζεται όταν οι σχέσεις του με την εταιρεία συμβούλων, την εταιρεία τεχνικής συνδρομής ή τον άλλο οργανισμό βασίζεται σε κοινή ιδιοκτησία, κοινή διοίκηση, διαχείριση ή προσωπικό, κοινούς πόρους, κοινά οικονομικά, από κοινού σύναψη συμβάσεων ή προώθηση στην αγορά και από κοινού καταβολή προμήθειας επί των πωλήσεων ή άλλου οικονομικού κινήτρου για την παραπομπή νέων πελατών.

5.   Ο ελεγκτής δεν αναθέτει σε τρίτους την ανεξάρτητη εξέταση και την έκδοση της έκθεσης επαλήθευσης. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, κατά την ανάθεση επαληθευτικών δραστηριοτήτων σε τρίτους, ο ελεγκτής ανταποκρίνεται στις σχετικές απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα II.

Ωστόσο, η σύναψη συμβάσεων με άτομα για την εκτέλεση επαληθευτικών δραστηριοτήτων δεν συνιστά ανάθεση σε τρίτους για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, εφόσον ο ελεγκτής, κατά τη σύναψη συμβάσεων με τα εν λόγω άτομα, ανταποκρίνεται στις σχετικές απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα II.

6.   Ο ελεγκτής καθορίζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί διαδικασία που εξασφαλίζει τη διαρκή αμεροληψία και ανεξαρτησία του ελεγκτή, των τμημάτων της ίδιας με αυτόν νομικής οντότητας, των άλλων οργανισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 4, καθώς και όλων των μελών του προσωπικού και συμβασιούχων που μετέχουν στην επαλήθευση. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει μηχανισμό διασφάλισης της αμεροληψίας και της ανεξαρτησίας του ελεγκτή και ανταποκρίνεται στις σχετικές απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα II.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΣΗ

Άρθρο 43

Διαπίστευση

Ο ελεγκτής που χορηγεί έκθεση επαλήθευσης σε φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών είναι διαπιστευμένος για το πεδίο δραστηριοτήτων του παραρτήματος I ως προς το οποίο ο ελεγκτής επαληθεύει έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

Άρθρο 44

Στόχοι της διαπίστευσης

Κατά τη διαδικασία διαπίστευσης και την παρακολούθηση των διαπιστευμένων ελεγκτών, κάθε εθνικός οργανισμός διαπίστευσης εκτιμά αν ο ελεγκτής και το προσωπικό του που αναλαμβάνει επαληθευτικές δραστηριότητες:

α)

είναι ικανοί να διεκπεραιώσουν την επαλήθευση των εκθέσεων του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β)

επαληθεύουν τις εκθέσεις του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

γ)

πληρούν τις απαιτήσεις του κεφαλαίου ΙΙΙ.

Άρθρο 45

Αίτηση διαπίστευσης

1.   Κάθε νομικό πρόσωπο ή άλλη νομική οντότητα μπορεί να ζητήσει διαπίστευση σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

Η αίτηση περιέχει τουλάχιστον τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

2.   Επιπλέον των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και πριν αρχίσει η αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 44, ο αιτών κοινοποιεί στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης τα εξής:

α)

όλες τις πληροφορίες που ζητεί ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης·

β)

τις διαδικασίες και τις σχετικές με αυτές πληροφορίες, που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1, και πληροφορίες για το σύστημα διαχείρισης της ποιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 2·

γ)

τα κριτήρια ικανότητας που αναφέρονται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), τα αποτελέσματα της διαδικασίας διασφάλισης ικανότητας που αναφέρεται στο άρθρο 35, καθώς και άλλη συναφή τεκμηρίωση της ικανότητας του συνόλου του προσωπικού που μετέχει σε επαληθευτικές δραστηριότητες·

δ)

πληροφορίες σχετικά με την αναφερόμενη στο άρθρο 42 παράγραφος 6 διαδικασία εξασφάλισης διαρκούς αμεροληψίας και ανεξαρτησίας, συμπεριλαμβανομένων αρχείων που αφορούν την αμεροληψία και την ανεξαρτησία του αιτούντος και του οικείου προσωπικού·

ε)

πληροφορίες σχετικά με τους τεχνικούς εμπειρογνώμονες και το βασικό προσωπικό που μετέχει στην επαλήθευση εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

στ)

το σύστημα και τη διαδικασία που εξασφαλίζουν κατάλληλη εσωτερική τεκμηρίωση της επαλήθευσης·

ζ)

άλλα συναφή αρχεία που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 1.

Άρθρο 46

Προετοιμασία για αξιολόγηση

1.   Κατά την προπαρασκευή της αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 44, κάθε εθνικός οργανισμός διαπίστευσης λαμβάνει υπόψη την πολυπλοκότητα του πεδίου για το οποίο ζητεί διαπίστευση ο αιτών, καθώς και του συστήματος διαχείρισης της ποιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 2, τις διαδικασίες και τις σχετικές με αυτές πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1 και τις γεωγραφικές περιοχές όπου ο αιτών διενεργεί ή έχει προγραμματίσει επαληθεύσεις.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ανταποκρίνεται στις ελάχιστες απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 47

Αξιολόγηση

1.   Για τους σκοπούς της αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 44, η αναφερόμενη στο άρθρο 57 ομάδα αξιολόγησης εκτελεί τουλάχιστον τις ακόλουθες δραστηριότητες:

α)

εξέταση όλων των σχετικών εγγράφων και αρχείων που αναφέρονται στο άρθρο 45·

β)

επίσκεψη στις εγκαταστάσεις του αιτούντος με σκοπό την εξέταση αντιπροσωπευτικού δείγματος της εσωτερικής τεκμηρίωσης της επαλήθευσης και την αξιολόγηση της εφαρμογής του συστήματος διαχείρισης της ποιότητας και των διαδικασιών του αιτούντος, που αναφέρονται στο άρθρο 40·

γ)

αυτοψία αντιπροσωπευτικού μέρους του πεδίου δραστηριοτήτων για το οποίο ζητείται διαπίστευση, καθώς και των επιδόσεων και της ικανότητας αντιπροσωπευτικού αριθμού μελών του προσωπικού του αιτούντος που μετέχει στην επαλήθευση των εκθέσεων φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, ώστε να εξασφαλίζεται ότι το εν λόγω προσωπικό ενεργεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Κατά την εκτέλεση των δραστηριοτήτων αυτών, η ομάδα αξιολόγησης ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

2.   Η ομάδα αξιολόγησης αναφέρει στον αιτούντα τις διαπιστώσεις και την έλλειψη συμμόρφωσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III, και του ζητά να απαντήσει σε αυτά σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις.

3.   Ο αιτών λαμβάνει διορθωτικά μέτρα για να αντιμετωπίσει κάθε αναφερθείσα σύμφωνα με την παράγραφο 2 έλλειψη συμμόρφωσης και, στην απάντησή του για τις διαπιστώσεις της ομάδας αξιολόγησης και την έλλειψη συμμόρφωσης που αυτή εντόπισε, αναφέρει τα μέτρα που έλαβε ή προτίθεται να λάβει, εντός προθεσμίας που ορίζει ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης, για να επιλύσει τα εντοπισθέντα προβλήματα έλλειψης συμμόρφωσης.

4.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης εξετάζει τις απαντήσεις που υποβάλλει ο αιτών σχετικά με τις διαπιστώσεις και την έλλειψη συμμόρφωσης σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Εάν θεωρήσει την απάντηση του αιτούντος ανεπαρκή ή ατελέσφορη, ζητεί από τον αιτούντα περαιτέρω πληροφορίες ή μέτρα. Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί επίσης να ζητήσει στοιχεία που αποδεικνύουν την αποτελεσματική εφαρμογή των ληφθέντων μέτρων ή να διενεργήσει αξιολόγηση μεταπαρακολούθησης για να εκτιμήσει την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής των διορθωτικών μέτρων.

Άρθρο 48

Απόφαση σχετικά με τη διαπίστευση και πιστοποιητικό διαπίστευσης

1.   Όταν ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης προετοιμάζει και λαμβάνει την απόφασή του σχετικά με τη διαπίστευση ή την επέκταση ή ανανέωση της διαπίστευσης αιτούντος, λαμβάνει υπόψη τις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

2.   Εφόσον ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης έχει αποφασίσει να διαπιστεύσει αιτούντα ή να επεκτείνει ή να ανανεώσει τη διαπίστευσή του, χορηγεί στον εν λόγω αιτούντα πιστοποιητικό διαπίστευσης.

Το πιστοποιητικό διαπίστευσης περιέχει τουλάχιστον τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

Το πιστοποιητικό διαπίστευσης ισχύει για μέγιστο χρονικό διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσής του από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης.

Άρθρο 49

Εποπτεία

1.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης εποπτεύει με ετήσια επιθεώρηση κάθε ελεγκτή στον οποίο χορηγεί πιστοποιητικό διαπίστευσης.

Η επιθεώρηση εποπτείας περιλαμβάνει τουλάχιστον:

α)

επίσκεψη στις εγκαταστάσεις του ελεγκτή με σκοπό την εκτέλεση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

β)

αυτοψία των επιδόσεων και της ικανότητας αντιπροσωπευτικού αριθμού μελών του προσωπικού του ελεγκτή κατά την εργασία τους, σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

2.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης διενεργεί την πρώτη επιθεώρηση εποπτείας ελεγκτή σύμφωνα με την παράγραφο 1 το αργότερο μετά 12 μήνες από την ημερομηνία χορήγησης του πιστοποιητικού διαπίστευσης στον συγκεκριμένο ελεγκτή.

3.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης καταρτίζει το οικείο σχέδιο για την εποπτεία κάθε ελεγκτή κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση αντιπροσωπευτικών δειγμάτων της έκτασης της διαπίστευσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

4.   Με βάση τα αποτελέσματα της αναφερόμενης στην παράγραφο 1 εποπτείας, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αποφασίζει αν θα επικυρώσει ή όχι την παράταση της διαπίστευσης.

5.   Όταν ένας ελεγκτής διενεργεί επαλήθευση σε άλλο κράτος μέλος, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που τον έχει διαπιστεύσει μπορεί να ζητήσει από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης του κράτους μέλους όπου διενεργείται η επαλήθευση να αναλάβει δραστηριότητες εποπτείας εξ ονόματός του και υπό την ευθύνη του.

Άρθρο 50

Επαναξιολόγηση

1.   Πριν λήξει η ισχύς του πιστοποιητικού διαπίστευσης, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης επαναξιολογεί τον ελεγκτή στον οποίο έχει χορηγήσει το εν λόγω πιστοποιητικό, προκειμένου να κρίνει αν είναι δυνατόν να παραταθεί η ισχύς του.

2.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης καταρτίζει το οικείο σχέδιο για την επαναξιολόγηση κάθε ελεγκτή κατά τρόπο ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση αντιπροσωπευτικών δειγμάτων της έκτασης της διαπίστευσης. Κατά τον προγραμματισμό και τη διεξαγωγή της εποπτείας, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 51

Έκτακτη αξιολόγηση

1.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί ανά πάσα στιγμή να υποβάλλει τον ελεγκτή σε έκτακτη αξιολόγηση, ώστε να εξασφαλίζεται ότι ο ελεγκτής ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Προκειμένου να είναι ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης σε θέση να εκτιμήσει την ανάγκη έκτακτης αξιολόγησης, ο ελεγκτής τον ενημερώνει πάραυτα για κάθε σημαντική μεταβολή οποιασδήποτε πτυχής του καθεστώτος ή της λειτουργίας του, η οποία είναι συναφής με τη διαπίστευσή του. Στις σημαντικές μεταβολές περιλαμβάνονται οι αναφερόμενες στο εναρμονισμένο πρότυπο του παραρτήματος III.

Άρθρο 52

Επέκταση

Μετά από αίτηση ελεγκτή για επέκταση διαπίστευσης που του έχει χορηγηθεί, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αναλαμβάνει τις απαραίτητες δραστηριότητες για να διαπιστώσει αν ο ελεγκτής ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 44, όσον αφορά την αιτούμενη επέκταση της διαπίστευσής του.

Άρθρο 53

Διοικητικά μέτρα

1.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί να αναστείλει τη διαπίστευση ελεγκτή, να την ανακαλέσει ή να περιορίσει την έκτασή της, εφόσον ο ελεγκτής δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αναστέλλει τη διαπίστευση ελεγκτή, την ανακαλεί ή περιορίζει την έκτασή της, εφόσον το ζητήσει ο ελεγκτής.

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης καθορίζει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί διαδικασία για την αναστολή, την ανάκληση και τον περιορισμό της έκτασης των διαπιστεύσεων.

2.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αναστέλλει τη διαπίστευση ή περιορίζει την έκτασή της, σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

ο ελεγκτής διέπραξε σοβαρή παράβαση των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού·

β)

συστηματικά και επανειλημμένα, ο ελεγκτής δεν συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

γ)

ο ελεγκτής παραβίασε άλλους ειδικούς όρους και προϋποθέσεις του εθνικού οργανισμού διαπίστευσης.

3.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ανακαλεί τη διαπίστευση, σε περίπτωση που:

α)

ο ελεγκτής δεν διορθώσει την κατάσταση εξαιτίας της οποίας ελήφθη απόφαση αναστολής του πιστοποιητικού διαπίστευσης·

β)

ανώτερο διοικητικό στέλεχος του ελεγκτή έχει κριθεί ένοχο για απάτη·

γ)

ο ελεγκτής έχει παράσχει εσκεμμένα ανακριβείς πληροφορίες.

4.   Η απόφαση εθνικού οργανισμού διαπίστευσης για αναστολή, ανάκληση ή περιορισμό της έκτασης της διαπίστευσης, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3, υπόκειται σε προσφυγή.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διαδικασίες για την εξέταση των προσφυγών αυτών.

5.   Η απόφαση εθνικού οργανισμού διαπίστευσης για αναστολή, ανάκληση ή περιορισμό της έκτασης της διαπίστευσης τίθεται σε ισχύ με την κοινοποίησή της στον ελεγκτή.

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης παύει την αναστολή πιστοποιητικού διαπίστευσης, εφόσον λάβει ικανοποιητικές πληροφορίες και πειστεί για τη συμμόρφωση του ελεγκτή με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΣΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΣΗ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΤΟΥ ΣΕΔΕ

Άρθρο 54

Εθνικός οργανισμός διαπίστευσης

1.   Τα καθήκοντα που αφορούν τη διαπίστευση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό εκτελούνται από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

2.   Όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να επιτρέψει την πιστοποίηση ελεγκτών που είναι φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, τα καθήκοντα που αφορούν την πιστοποίηση των εν λόγω ελεγκτών ανατίθενται σε εθνική αρχή διαφορετική από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

3.   Όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 2, εξασφαλίζει ότι η συγκεκριμένη εθνική αρχή ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων του άρθρου 70, και παρέχει τα αναγκαία έγγραφα στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

4.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης συμμετέχει ως μέλος στον φορέα που αναγνωρίζεται βάσει του άρθρου 14 του εν λόγω κανονισμού.

5.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης επιφορτίζεται με τη διαπίστευση ως δραστηριότητα δημόσιας αρχής και αναγνωρίζεται επίσημα από το κράτος μέλος, σε περίπτωση που οι δημόσιες αρχές δεν αναλαμβάνουν απευθείας τη διαπίστευση.

6.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 55

Διασυνοριακή διαπίστευση

Όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι δεν είναι σκόπιμο ή βιώσιμο από οικονομικής πλευράς να ορίσει εθνικό οργανισμό διαπίστευσης ή να παρέχει υπηρεσίες διαπίστευσης κατά την έννοια του άρθρου 15 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, το εν λόγω κράτος μέλος προσφεύγει στις υπηρεσίες του εθνικού οργανισμού διαπίστευσης άλλου κράτους μέλους.

Το οικείο κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.

Άρθρο 56

Ανεξαρτησία και αμεροληψία

1.   Η οργάνωση του εθνικού οργανισμού διαπίστευσης είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζει την πλήρη ανεξαρτησία του από τους ελεγκτές που αξιολογεί και την αμεροληψία του κατά την εκτέλεση των οικείων δραστηριοτήτων διαπίστευσης.

2.   Προς τούτο, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης δεν προσφέρει ούτε παρέχει δραστηριότητες ή υπηρεσίες που παρέχει ελεγκτής ή υπηρεσίες συμβουλευτικής ούτε έχει μετοχές ή άλλου είδους οικονομικό ή διαχειριστικό συμφέρον σε ελεγκτή.

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 54 παράγραφος 2, η δομή, οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του εθνικού οργανισμού διαπίστευσης διακρίνονται σαφώς από εκείνα της αρμόδιας αρχής και των άλλων εθνικών αρχών.

4.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης λαμβάνει όλες τις τελικές αποφάσεις που αφορούν τη διαπίστευση των ελεγκτών.

Ωστόσο, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί να αναθέτει υπεργολαβικά ορισμένες δραστηριότητες, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων του εναρμονισμένου προτύπου που αναφέρεται στο παράρτημα III.

Άρθρο 57

Ομάδα αξιολόγησης

1.   Για κάθε συγκεκριμένη αξιολόγηση, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ορίζει ομάδα αξιολόγησης.

2.   Η ομάδα αξιολόγησης απαρτίζεται από έναν επικεφαλής αξιολογητή και, όταν είναι αναγκαίο, από κατάλληλο αριθμό αξιολογητών ή τεχνικών εμπειρογνωμόνων για συγκεκριμένη έκταση διαπίστευσης.

Η ομάδα αξιολόγησης περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα πρόσωπο το οποίο διαθέτει τις γνώσεις όσον αφορά την παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012 που έχουν σημασία για την έκταση της διαπίστευσης και διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα και αντίληψη για την αξιολόγηση των επαληθευτικών δραστηριοτήτων που αφορούν τον φορέα εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων ή αεροσκαφών ως προς την έκταση αυτή, και τουλάχιστον ένα πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τα σχετικά εθνικά νομοθετήματα και κατευθύνσεις.

Άρθρο 58

Απαιτήσεις για την ικανότητα των αξιολογητών

1.   Οι αξιολογητές διαθέτουν την ικανότητα να εκτελούν τις δραστηριότητες που απαιτούνται βάσει του κεφαλαίου IV, όταν αξιολογούν τους ελεγκτές. Προς τούτο:

α)

ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του εναρμονισμένου προτύπου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 που αναφέρεται στο παράρτημα IΙΙ·

β)

γνωρίζουν την οδηγία 2003/87/ΕΚ, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012, τον παρόντα κανονισμό, τα σχετικά πρότυπα και άλλα σχετικά νομοθετήματα, καθώς και τις εφαρμοστέες κατευθυντήριες γραμμές·

γ)

διαθέτουν γνώσεις σχετικά με τον έλεγχο δεδομένων και πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, τις οποίες έχουν αποκτήσει με κατάρτιση ή μέσω πρόσβασης σε πρόσωπο με γνώσεις και πείρα όσον αφορά τα εν λόγω δεδομένα και πληροφορίες.

2.   Οι επικεφαλής αξιολογητές πληρούν τις απαιτήσεις για την ικανότητα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, διαθέτουν αποδεδειγμένα την ικανότητα να ηγούνται ομάδων αξιολόγησης και είναι υπεύθυνοι για τη διεξαγωγή των αξιολογήσεων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

3.   Οι εσωτερικοί εξεταστές και τα πρόσωπα που αποφασίζουν σχετικά με τη διαπίστευση και την επέκταση ή ανανέωση των διαπιστεύσεων διαθέτουν, επιπλέον των απαιτήσεων για την ικανότητα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, επαρκείς γνώσεις και πείρα για την αξιολόγηση της διαπίστευσης.

Άρθρο 59

Τεχνικοί εμπειρογνώμονες

1.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης μπορεί να συμπεριλαμβάνει στη σύνθεση της ομάδας αξιολόγησης τεχνικούς εμπειρογνώμονες, προκειμένου να προσφέρουν λεπτομερείς και ειδικές γνώσεις σε συγκεκριμένο θέμα οι οποίες χρειάζονται για την υποστήριξη των δραστηριοτήτων αξιολόγησης που αναλαμβάνει ο επικεφαλής αξιολογητής ή ο αξιολογητής.

2.   Ο τεχνικός εμπειρογνώμονας διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα για την αποτελεσματική στήριξη του επικεφαλής αξιολογητή και του αξιολογητή σχετικά με το θέμα για το οποίο ζητούνται οι γνώσεις και η ειδίκευση του εν λόγω εμπειρογνώμονα. Επιπλέον, ο τεχνικός εμπειρογνώμονας:

α)

γνωρίζει την οδηγία 2003/87/ΕΚ, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012, τον παρόντα κανονισμό, τα σχετικά πρότυπα και άλλα σχετικά νομοθετήματα, καθώς και τις εφαρμοστέες κατευθυντήριες γραμμές·

β)

κατανοεί επαρκώς τις επαληθευτικές δραστηριότητες.

3.   Ο τεχνικός εμπειρογνώμονας αναλαμβάνει καθορισμένα καθήκοντα, υπό τη διεύθυνση και την πλήρη ευθύνη του επικεφαλής αξιολογητή της οικείας ομάδας αξιολόγησης.

Άρθρο 60

Διαδικασίες

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

Άρθρο 61

Καταγγελίες

Σε περίπτωση υποβολής καταγγελίας σχετικά με τον ελεγκτή στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης από την αρμόδια αρχή, τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών ή από άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος:

α)

αποφαίνεται σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας·

β)

εξασφαλίζει ότι παρέχεται στον ενδιαφερόμενο ελεγκτή η δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του·

γ)

λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την εξέταση της καταγγελίας·

δ)

καταγράφει την καταγγελία και τα μέτρα που έλαβε και

ε)

απαντά στον καταγγέλλοντα.

Άρθρο 62

Τήρηση αρχείων και τεκμηρίωση

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης τηρεί αρχεία για κάθε πρόσωπο που μετέχει στη διαδικασία διαπίστευσης. Τα εν λόγω αρχεία περιλαμβάνουν αρχεία για τα σχετικά προσόντα, την κατάρτιση, την πείρα, την αμεροληψία και την ικανότητα που είναι αναγκαία για να αποδεικνύεται η τήρηση του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 63

Πρόσβαση σε πληροφορίες και εμπιστευτικότητα

1.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης δημοσιοποιεί και επικαιροποιεί τακτικά τις πληροφορίες που συγκεντρώνει κατά τη διάρκεια των οικείων δραστηριοτήτων διαπίστευσης.

2.   Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης προβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 8 σημείο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, σε επαρκείς ρυθμίσεις ώστε να διασφαλίζεται, κατά περίπτωση, το απόρρητο των αποκτώμενων πληροφοριών.

Άρθρο 64

Αξιολόγηση από ομότιμους κριτές

1.   Οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης υποβάλλονται σε τακτική αξιολόγηση από ομότιμους κριτές.

Η αξιολόγηση από ομότιμους κριτές οργανώνεται από τον αναγνωρισμένο βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέα.

2.   Ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας εφαρμόζει κατάλληλα κριτήρια, καθώς και αποτελεσματική και ανεξάρτητη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, προκειμένου να εκτιμήσει αν:

α)

ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που αποτελεί το αντικείμενο της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές ασκεί τις δραστηριότητες διαπίστευσης σύμφωνα με το κεφάλαιο IV·

β)

ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που αποτελεί το αντικείμενο της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου.

Τα κριτήρια περιλαμβάνουν απαιτήσεις για την ικανότητα των ομότιμων κριτών και των ομάδων αξιολόγησης από ομότιμους κριτές, οι οποίες είναι ειδικές για το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου που έχει θεσπιστεί με την οδηγία 2003/87/ΕΚ.

3.   Ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας δημοσιεύει το αποτέλεσμα της αξιολόγησης εθνικού οργανισμού διαπίστευσης από ομότιμους κριτές και το ανακοινώνει στην Επιτροπή, στις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης στα κράτη μέλη, καθώς και στην αρμόδια αρχή των κρατών μελών ή στο αναφερόμενο στο άρθρο 69 παράγραφος 2 εστιακό κέντρο.

4.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, εφόσον ένας εθνικός οργανισμός διαπίστευσης έχει ήδη υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές, την οποία οργάνωσε ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής σε νέα αξιολόγηση από ομότιμους κριτές μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, εάν μπορεί να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τον παρόντα κανονισμό.

Προς τούτο, ο ενδιαφερόμενος εθνικός οργανισμός διαπίστευσης υποβάλλει αίτημα και την απαραίτητη τεκμηρίωση στον αναγνωρισμένο βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέα.

Ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας αποφαίνεται αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις απαλλαγής.

Η απαλλαγή ισχύει για μέγιστη περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης.

5.   Η εθνική αρχή στην οποία ανατίθενται, σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2, τα καθήκοντα πιστοποίησης των ελεγκτών που είναι φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, ανταποκρίνεται σε βαθμό αξιοπιστίας ανάλογο με εκείνον των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης που έχουν υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές.

Προς τούτο, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, αμέσως μετά τη λήψη των αποφάσεών του με τις οποίες εξουσιοδοτεί την εθνική αρχή να διενεργεί πιστοποιήσεις, παρέχει στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη όλα τα σχετικά έγγραφα στοιχεία. Καμία εθνική αρχή δεν πιστοποιεί ελεγκτές για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού πριν από την παροχή των σχετικών έγγραφων στοιχείων από το κράτος μέλος.

Το οικείο κράτος μέλος επανεξετάζει περιοδικά τη λειτουργία της εθνικής αρχής για να εξασφαλίσει ότι εξακολουθεί να ανταποκρίνεται στον προαναφερόμενο βαθμό αξιοπιστίας και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Άρθρο 65

Λήψη διορθωτικών μέτρων

1.   Τα κράτη μέλη παρακολουθούν σε τακτά διαστήματα τους οικείους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης για να εξασφαλίσουν ότι πληρούν αδιάλειπτα τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της αξιολόγησης από ομότιμους κριτές που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 64.

2.   Όταν ένας εθνικός οργανισμός διαπίστευσης δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει αυτού, το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα ή εξασφαλίζει τη λήψη των εν λόγω διορθωτικών μέτρων και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

Άρθρο 66

Αμοιβαία αναγνώριση ελεγκτών

1.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν την ισοδυναμία των υπηρεσιών που παρέχουν οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης οι οποίοι έχουν υποβληθεί με επιτυχία σε αξιολόγηση από ομότιμους κριτές. Αποδέχονται τα πιστοποιητικά διαπίστευσης των ελεγκτών που έχουν διαπιστευτεί από τους εν λόγω εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης και σέβονται το δικαίωμα των ελεγκτών να διενεργούν επαληθεύσεις εντός της έκτασης της διαπίστευσής τους.

2.   Σε περίπτωση που η διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους κριτές δεν έχει ολοκληρωθεί για έναν εθνικό οργανισμό διαπίστευσης πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2014, τα κράτη μέλη αποδέχονται τα πιστοποιητικά διαπίστευσης των ελεγκτών που έχουν διαπιστευτεί από τον εν λόγω εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, υπό τον όρο ότι ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας έχει αρχίσει την αξιολόγησή του από ομότιμους κριτές και δεν έχει διαπιστώσει μη συμμόρφωσή του με τον παρόντα κανονισμό.

3.   Σε περίπτωση που οι ελεγκτές έχουν πιστοποιηθεί από εθνική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη αποδέχονται το πιστοποιητικό που εκδίδει η εν λόγω αρχή και σέβονται το δικαίωμα των πιστοποιημένων ελεγκτών να διενεργούν επαληθεύσεις εντός της έκτασης της διαπίστευσής τους.

Άρθρο 67

Παρακολούθηση των παρεχόμενων υπηρεσιών

Όταν ένα κράτος μέλος διαπιστώνει, κατά τη διάρκεια επιθεώρησης την οποία διενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 4 της οδηγίας 2006/123/ΕΚ, ότι ο ελεγκτής δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, η οικεία αρμόδια αρχή ή ο οικείος εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ενημερώνει τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που έχει διαπιστεύσει τον ελεγκτή.

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που έχει διαπιστεύσει τον ελεγκτή θεωρεί την κοινοποίηση των σχετικών στοιχείων ως καταγγελία κατά την έννοια του άρθρου 61 του παρόντος κανονισμού, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα και απαντά στην αρμόδια αρχή ή στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 68

Ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων και χρήση αυτόματων συστημάτων

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν στους ελεγκτές την υποχρέωση να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά πρότυπα (template) ή συγκεκριμένους μορφότυπους αρχείων για τις εκθέσεις επαλήθευσης, σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

2.   Είναι δυνατόν να διατεθούν τυποποιημένα ηλεκτρονικά πρότυπα ή προδιαγραφές μορφότυπου αρχείων για την υποβολή των εκθέσεων επαλήθευσης και για άλλα είδη επικοινωνίας μεταξύ φορέα εκμετάλλευσης, φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, ελεγκτή, αρμόδιας αρχής και εθνικού οργανισμού διαπίστευσης, σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 601/2012.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 69

Ανταλλαγή πληροφοριών και εστιακά κέντρα

1.   Το κράτος μέλος θεσμοθετεί αποτελεσματική ανταλλαγή κατάλληλων πληροφοριών και αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ του οικείου εθνικού οργανισμού διαπίστευσης, ή κατά περίπτωση, της εθνικής αρχής στην οποία έχει ανατεθεί η πιστοποίηση των ελεγκτών, και της αρμόδιας αρχής.

2.   Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος έχει ορίσει περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, μία από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές εξουσιοδοτείται από το κράτος μέλος να λειτουργεί ως εστιακό κέντρο για την ανταλλαγή πληροφοριών, τον συντονισμό της συνεργασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και τις δραστηριότητες του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 70

Πρόγραμμα εργασιών διαπίστευσης και διαχειριστική έκθεση

1.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης καταθέτει πρόγραμμα εργασιών διαπίστευσης στην αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους, το οποίο περιλαμβάνει τον κατάλογο των ελεγκτών που έχει διαπιστεύσει ο συγκεκριμένος εθνικός οργανισμός διαπίστευσης και οι οποίοι του έχουν κοινοποιήσει, σύμφωνα με το άρθρο 76, την πρόθεσή τους να διενεργήσουν επαληθεύσεις στα εν λόγω κράτη μέλη. Το πρόγραμμα εργασιών διαπίστευσης περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με κάθε ελεγκτή:

α)

τον προβλεπόμενο χρόνο και τόπο επαλήθευσης·

β)

πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες που έχει προγραμματίσει ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ως προς τον συγκεκριμένο ελεγκτή, ιδίως τις δραστηριότητες εποπτείας και επαναξιολόγησης·

γ)

τις ημερομηνίες των προβλεπόμενων αυτοψιών που θα διενεργήσει ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης για να αξιολογήσει τον ελεγκτή κατά την εργασία του, καθώς και τη διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών, των οποίων τις εγκαταστάσεις θα επισκεφθεί ο οργανισμός στο πλαίσιο των αυτοψιών·

δ)

το κατά πόσον ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης έχει ζητήσει από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης του κράτους μέλους όπου διενεργείται η επαλήθευση από τον ελεγκτή να αναλάβει δραστηριότητες εποπτείας.

2.   Μετά την υποβολή του προγράμματος εργασιών διαπίστευσης σύμφωνα με την παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή παρέχει στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης όλες τις σχετικές πληροφορίες, ιδίως τα τυχόν συναφή εθνικά νομοθετήματα ή κατευθυντήριες γραμμές.

3.   Έως την 1η Ιουνίου κάθε έτους, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης καταθέτει διαχειριστική έκθεση στην αρμόδια αρχή. Η διαχειριστική έκθεση περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με κάθε ελεγκτή που έχει διαπιστεύσει ο συγκεκριμένος εθνικός οργανισμός διαπίστευσης:

α)

τα στοιχεία της διαπίστευσης των ελεγκτών που διαπιστεύτηκαν πρόσφατα από τον εν λόγω εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, συμπεριλαμβανημένης της έκτασης των αντίστοιχων διαπιστεύσεων·

β)

τις ενδεχόμενες μεταβολές της έκτασης της διαπίστευσης των εν λόγω ελεγκτών·

γ)

σύνοψη των αποτελεσμάτων των δραστηριοτήτων εποπτείας και επαναξιολόγησης από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης·

δ)

σύνοψη των αποτελεσμάτων των έκτακτων αξιολογήσεων που διενεργήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των λόγων που υπαγόρευσαν τη διενέργειά τους·

ε)

τις καταγγελίες εις βάρος του ελεγκτή που ενδεχομένως υποβλήθηκαν μετά την τελευταία διαχειριστική έκθεση και τα μέτρα που έλαβε ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης.

Άρθρο 71

Ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα διοικητικά μέτρα

Όταν ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης επιβάλλει σε ελεγκτή διοικητικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 53 ή όταν η αναστολή πιστοποιητικού διαπίστευσης παύει ή μια απόφαση επί προσφυγής ανατρέπει την απόφασή του να επιβάλει διοικητικά μέτρα του άρθρου 53, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης ενημερώνει τα ακόλουθα μέρη:

α)

την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι διαπιστευμένος ο ελεγκτής·

β)

την αρμόδια αρχή και τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης κάθε κράτους μέλους στο οποίο ο ελεγκτής διενεργεί επαληθεύσεις.

Άρθρο 72

Ανταλλαγή πληροφοριών από την αρμόδια αρχή

1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου διενεργείται η επαλήθευση από τον ελεγκτή κοινοποιεί ετησίως στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που έχει διαπιστεύσει τον συγκεκριμένο ελεγκτή τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα σχετικά αποτελέσματα του ελέγχου της έκθεσης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και των εκθέσεων επαλήθευσης, ιδίως την ενδεχομένως διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση του ελεγκτή με τον παρόντα κανονισμό·

β)

τα αποτελέσματα της επιθεώρησης του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, εφόσον αυτά έχουν σημασία για τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, σε σχέση με τη διαπίστευση και την εποπτεία του ελεγκτή, ή περιλαμβάνουν τη διαπίστωση μη συμμόρφωσης του εν λόγω ελεγκτή με τον παρόντα κανονισμό·

γ)

τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της εσωτερικής τεκμηρίωσης της επαλήθευσης του συγκεκριμένου ελεγκτή, εφόσον η αρμόδια αρχή έχει αξιολογήσει την τεκμηρίωση αυτή σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 3·

δ)

τις καταγγελίες εις βάρος του εν λόγω ελεγκτή που υποβλήθηκαν στην αρμόδια αρχή.

2.   Σε περίπτωση που από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 πληροφορίες προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή διαπίστωσε μη συμμόρφωση του ελεγκτή με τον παρόντα κανονισμό, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης θεωρεί την κοινοποίηση των πληροφοριών αυτών ως καταγγελία της αρμόδιας αρχής εις βάρος του συγκεκριμένου ελεγκτή κατά την έννοια του άρθρου 61.

Ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την εξέταση των ανωτέρω πληροφοριών και απαντά στην αρμόδια αρχή εντός τριμήνου από τη λήψη τους. Στην απάντησή του προς την αρμόδια αρχή, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης την ενημερώνει σχετικά με τις ενέργειές του και, κατά περίπτωση, τα διοικητικά μέτρα που επιβλήθηκαν στον ελεγκτή.

Άρθρο 73

Ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την εποπτεία

1.   Όταν ζητείται από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης του κράτους μέλους στο οποίο ο ελεγκτής διενεργεί επαληθεύσεις να αναλάβει δραστηριότητες εποπτείας, σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 5, ο εν λόγω εθνικός οργανισμός διαπίστευσης αναφέρει τις διαπιστώσεις του στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που έχει διαπιστεύσει τον ελεγκτή, εκτός αντίθετης συμφωνίας μεταξύ των δύο εθνικών οργανισμών διαπίστευσης.

2.   Όταν ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που έχει διαπιστεύσει τον ελεγκτή εκτιμά αν ο τελευταίος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, λαμβάνει υπόψη τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 διαπιστώσεις.

3.   Σε περίπτωση που από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 διαπιστώσεις προκύπτει ότι ο ελεγκτής δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης που τον έχει διαπιστεύσει λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και ενημερώνει τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που άσκησε δραστηριότητες εποπτείας σχετικά με:

α)

τα μέτρα που έλαβε·

β)

τον τρόπο με τον οποίο ο ελεγκτής επέλυσε τα προβλήματα που αφορούσαν οι διαπιστώσεις, κατά περίπτωση·

γ)

τα διοικητικά μέτρα που επιβλήθηκαν στον ελεγκτή, κατά περίπτωση.

Άρθρο 74

Ανταλλαγή πληροφοριών με το κράτος μέλος εγκατάστασης του ελεγκτή

Στην περίπτωση της διαπίστευσης ελεγκτή από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος, το πρόγραμμα εργασιών διαπίστευσης και η διαχειριστική έκθεση που αναφέρονται στο άρθρο 70 καθώς και οι αναφερόμενες στο άρθρο 71 πληροφορίες υποβάλλονται και στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εγκατάστασης του ελεγκτή.

Άρθρο 75

Βάσεις δεδομένων για τους διαπιστευμένους ελεγκτές

1.   Οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης ή, κατά περίπτωση, οι εθνικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 54 παράγραφος 2 δημιουργούν και διαχειρίζονται βάση δεδομένων και επιτρέπουν σε άλλους εθνικούς οργανισμούς διαπίστευσης, εθνικές αρχές, ελεγκτές, φορείς εκμετάλλευσης, φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών και αρμόδιες αρχές να έχουν πρόσβαση σε αυτή.

Ο αναγνωρισμένος βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 φορέας διευκολύνει και εναρμονίζει την πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική και οικονομικά συμφέρουσα επικοινωνία μεταξύ εθνικών οργανισμών διαπίστευσης, εθνικών αρχών, ελεγκτών, φορέων εκμετάλλευσης, φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών και αρμοδίων αρχών, και μπορεί να διευθετήσει το περιεχόμενό τους σε μια ενιαία, κεντρική βάση δεδομένων.

2.   Η βάση δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

ονόματα και διευθύνσεις όλων των ελεγκτών που έχει διαπιστεύσει ο συγκεκριμένος εθνικός οργανισμός διαπίστευσης·

β)

τα κράτη μέλη στα οποία οι ελεγκτές διενεργούν επαληθεύσεις·

γ)

την έκταση της διαπίστευσης κάθε ελεγκτή·

δ)

την ημερομηνία χορήγησης και την ημερομηνία λήξης της διαπίστευσης·

ε)

πληροφορίες σχετικά με τυχόν διοικητικά μέτρα που επιβλήθηκαν στον ελεγκτή.

Τα στοιχεία δημοσιοποιούνται.

Άρθρο 76

Κοινοποίηση από τους ελεγκτές

1.   Για να είναι σε θέση ο εθνικός οργανισμός διαπίστευσης να συντάσσει το πρόγραμμα εργασιών διαπίστευσης και τη διαχειριστική έκθεση που αναφέρονται στο άρθρο 70, ο ελεγκτής κοινοποιεί, έως τις 15 Νοεμβρίου κάθε έτους, τις ακόλουθες πληροφορίες στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης που τον έχει διαπιστεύσει:

α)

τον προγραμματισμένο χρόνο και τόπο διεξαγωγής των επαληθεύσεων που πρόκειται να διενεργηθούν από τον ελεγκτή·

β)

τη διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας των φορέων εκμετάλλευσης ή φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών, των οποίων η έκθεση για τις εκπομπές ή τα τονοχιλιόμετρα πρόκειται να επαληθευτεί από τον ελεγκτή.

2.   Σε περίπτωση μεταβολής των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 πληροφοριών, ο ελεγκτής γνωστοποιεί τις αλλαγές στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης εντός προθεσμίας που συμφωνείται μεταξύ τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 77

Μεταβατικές διατάξεις

Τα δεδομένα εκπομπών και, κατά περίπτωση, τα δεδομένα δραστηριότητας που έχουν προκύψει πριν από την 1η Ιανουαρίου 2013 επαληθεύονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της απόφασης 2007/589/ΕΚ της Επιτροπής (11).

Άρθρο 78

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2013.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 21 Ιουνίου 2012.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 275 της 25.10.2003, σ. 32.

(2)  Βλέπε σελίδα 30 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(3)  ΕΕ L 376 της 27.12.2006, σ. 36.

(4)  ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30.

(5)  ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 82.

(6)  ΕΕ L 342 της 22.12.2009, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 204 της 21.7.1998, σ. 37.

(8)  ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 114.

(9)  ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 26.

(10)  ΕΕ L 130 της 17.5.2011, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 229 της 31.8.2007, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Έκταση της διαπίστευσης των ελεγκτών

Η έκταση της διαπίστευσης των ελεγκτών αναγράφεται στο πιστοποιητικό διαπίστευσης με τη βοήθεια των ακόλουθων ομάδων δραστηριοτήτων του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και άλλων δραστηριοτήτων που υπάγονται στα άρθρα 10α και 24 της εν λόγω οδηγίας. Οι διατάξεις αυτές ισχύουν και για τους ελεγκτές που έχουν πιστοποιηθεί από εθνική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

Ομάδα δραστηριοτήτων αριθ.

Έκταση της διαπίστευσης

Καύση καυσίμων σε εγκαταστάσεις, όταν χρησιμοποιούνται μόνο τυπικά καύσιμα του εμπορίου, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 601/2012, ή όταν χρησιμοποιείται φυσικό αέριο σε εγκαταστάσεις κατηγορίας Α ή Β

Καύση καυσίμων σε εγκαταστάσεις, χωρίς περιορισμούς

2

Διύλιση ορυκτελαίων

3

Παραγωγή οπτάνθρακα

Φρύξη ή πυροσυσσωμάτωση μεταλλευμάτων (συμπεριλαμβανομένων των θειούχων ενώσεων), συμπεριλαμβανομένης της σφαιροσυσσωμάτωσης

Παραγωγή χυτοσιδήρου ή χάλυβα (πρωτογενής ή δευτερογενής τήξη), συμπεριλαμβανομένης της συνεχούς χύτευσης

4

Παραγωγή ή επεξεργασία σιδηρούχων μετάλλων (συμπεριλαμβανομένων των σιδηροκραμάτων)

Παραγωγή δευτερογενούς αλουμινίου

Παραγωγή ή επεξεργασία μη σιδηρούχων μετάλλων, όπου συμπεριλαμβάνεται η παραγωγή κραμάτων

5

Παραγωγή πρωτογενούς αλουμινίου (εκπομπές CO2 και υπερφθορανθράκων)

6

Παραγωγή κλίνκερ τσιμέντου

Παραγωγή ασβέστου ή πύρωση δολομίτη ή μαγνησίτη

Παραγωγή γυαλιού, συμπεριλαμβανομένων των ινών γυαλιού

Παραγωγή κεραμικών προϊόντων με ψήσιμο

Παραγωγή ορυκτοβάμβακα

Ξήρανση ή πύρωση γύψου ή παραγωγή γυψοσανίδων και άλλων προϊόντων γύψου

7

Παραγωγή χαρτοπολτού από ξυλεία ή άλλα ινώδη υλικά

Παραγωγή χαρτιού ή χαρτονιού

8

Παραγωγή αιθάλης

Παραγωγή αμμωνίας

Παραγωγή χύδην οργανικών χημικών προϊόντων με πυρόλυση, αναμόρφωση, μερική ή πλήρη οξείδωση ή με παρόμοιες διεργασίες

Παραγωγή υδρογόνου (H2) και αερίου σύνθεσης με αναμόρφωση ή μερική οξείδωση

Παραγωγή ανθρακικού νατρίου (Na2CO3) και διττανθρακικού νατρίου (NaHCO3)

9

Παραγωγή νιτρικού οξέος (εκπομπές CO2 και N2O)

Παραγωγή αδιπικού οξέος (εκπομπές CO2 και N2O)

Παραγωγή γλυοξάλης και γλυοξυλικού οξέος (εκπομπές CO2 και N2O)

Παραγωγή καπρολακτάμης

10

Δέσμευση αερίων θερμοκηπίου από εγκαταστάσεις που καλύπτονται από την οδηγία 2003/87/ΕΚ με σκοπό τη μεταφορά και αποθήκευση σε γεωλογικό σχηματισμό δυνάμει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ

Μεταφορά αερίων θερμοκηπίου με αγωγούς για αποθήκευση σε γεωλογικό σχηματισμό δυνάμει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ

11

Αποθήκευση αερίων θερμοκηπίου σε γεωλογικό σχηματισμό δυνάμει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ

12

Δραστηριότητες αεροπορικών μεταφορών (εκπομπές και τονοχιλιομετρικά δεδομένα)

98

Άλλες δραστηριότητες κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10α της οδηγίας 2003/87/ΕΚ

99

Άλλες δραστηριότητες, τις οποίες έχει εντάξει κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 24 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και οι οποίες εξειδικεύονται στο πιστοποιητικό διαπίστευσης


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Απαιτήσεις για τους ελεγκτές

Όσον αφορά τις απαιτήσεις για τους ελεγκτές, εφαρμόζεται το εναρμονισμένο πρότυπο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 ως προς τις απαιτήσεις για τους φορείς επικύρωσης και επαλήθευσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προς χρήση στη διαπίστευση ή σε άλλες μορφές αναγνώρισης. Επιπλέον, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διαδικασίες και ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1:

α)

διαδικασία και πολιτική επικοινωνίας με τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και άλλα σχετικά μέρη·

β)

κατάλληλες ρυθμίσεις για τη διαφύλαξη της εμπιστευτικότητας των αποκτώμενων πληροφοριών·

γ)

διαδικασία αντιμετώπισης προσφυγών·

δ)

διαδικασία αντιμετώπισης καταγγελιών (συμπεριλαμβανομένου ενδεικτικού χρονοδιαγράμματος)·

ε)

διαδικασία για την έκδοση αναθεωρημένης έκθεσης επαλήθευσης, στις περιπτώσεις που εντοπίζεται σφάλμα στην έκθεση αυτή ή στην έκθεση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών μετά τη χορήγηση της έκθεσης επαλήθευσης από τον ελεγκτή στον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για μετέπειτα υποβολή στην αρμόδια αρχή·

στ)

διαδικασία για την ανάθεση επαληθευτικών δραστηριοτήτων σε τρίτους οργανισμούς.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Ελάχιστες απαιτήσεις για τη διαδικασία διαπίστευσης και απαιτήσεις για τους οργανισμούς διαπίστευσης

Όσον αφορά τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη διαπίστευση και τις απαιτήσεις για τους οργανισμούς διαπίστευσης, εφαρμόζεται το εναρμονισμένο πρότυπο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 ως προς τις γενικές απαιτήσεις για τους οργανισμούς διαπίστευσης που διαπιστεύουν οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης.


12.7.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 181/30


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 601/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 21ης Ιουνίου 2012

για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 14 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η πλήρης παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου με συνέπεια, διαφάνεια και ακρίβεια, σύμφωνα με τις εναρμονισμένες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, είναι θεμελιώδους σημασίας για την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, που θεσπίστηκε με την οδηγία 2003/87/ΕΚ. Κατά τον δεύτερο κύκλο συμμόρφωσης στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, ο οποίος καλύπτει τα έτη 2008 έως 2012, οι βιομηχανικές επιχειρήσεις, οι αεροπορικές επιχειρήσεις, οι ελεγκτές και οι αρμόδιες αρχές απέκτησαν πείρα στην παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων σύμφωνα με την απόφαση 2007/589/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 2007, περί θεσπίσεως κατευθυντηρίων γραμμών για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2). Οι κανόνες για την τρίτη περίοδο εμπορίας του ενωσιακού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, η οποία αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2013, και για τις επόμενες περιόδους εμπορίας θα πρέπει να στηριχτούν στην πείρα αυτή.

(2)

Ο ορισμός της βιομάζας που περιλαμβάνεται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να συνάδει με τον ορισμό των όρων «βιομάζα», «βιορευστά» και «βιοκαύσιμα» που αναφέρονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (3), ιδίως εφόσον η προτιμησιακή μεταχείριση όσον αφορά τις υποχρεώσεις παράδοσης δικαιωμάτων στο πλαίσιο του ενωσιακού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου βάσει της οδηγίας 2003/87/ΕΚ αποτελεί «καθεστώς στήριξης» κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο ια) και κατ’ ακολουθία χρηματοδοτική υποστήριξη κατά την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2009/28/ΕΚ.

(3)

Για λόγους συνέπειας, θα πρέπει να εφαρμόζονται στον παρόντα κανονισμό οι ορισμοί που περιέχονται στην απόφαση 2009/450/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 2009, σχετικά με τη λεπτομερή ερμηνεία των αεροπορικών δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και στην οδηγία 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς και για την τροποποίηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2000/60/ΕΚ, 2001/80/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2006/12/ΕΚ και 2008/1/ΕΚ, και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 (5).

(4)

Για να βελτιστοποιηθεί η λειτουργία του συστήματος παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων, τα κράτη μέλη που ορίζουν περισσότερες της μιας αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι εν λόγω αρμόδιες αρχές συντονίζουν τις εργασίες τους σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(5)

Το σχέδιο παρακολούθησης, το οποίο περιλαμβάνει λεπτομερή και πλήρη τεκμηρίωση, με διαφάνεια, της μεθοδολογίας παρακολούθησης που εφαρμόζει συγκεκριμένος φορέας εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων ή αεροσκαφών, θα πρέπει να αποτελεί βασικό στοιχείο του συστήματος που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό. Θα πρέπει να απαιτούνται τακτικές επικαιροποιήσεις του σχεδίου, τόσο ως επακόλουθο των διαπιστώσεων του ελεγκτή όσο και με πρωτοβουλία του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών. Την κύρια ευθύνη για την εφαρμογή της μεθοδολογίας παρακολούθησης, μέρη της οποίας εξειδικεύονται με διαδικασίες που απαιτεί ο παρών κανονισμός, θα πρέπει να εξακολουθήσει να υπέχει ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

(6)

Είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι βασικές μεθοδολογίες παρακολούθησης με στόχο την ελαχιστοποίηση της επιβάρυνσης των φορέων εκμετάλλευσης και των φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών και τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σύμφωνα με την οδηγία 2003/87/ΕΚ. Οι εν λόγω μεθοδολογίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις βασικές μεθοδολογίες υπολογισμού και μέτρησης. Οι μεθοδολογίες υπολογισμού θα πρέπει να διαφοροποιούνται περαιτέρω σε τυπική μεθοδολογία και σε μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας. Θα πρέπει να προβλέπεται ευελιξία, ώστε να καθίσταται δυνατός ο συνδυασμός μεθοδολογιών μέτρησης, τυπικής μεθοδολογίας υπολογισμού και μεθοδολογίας ισοζυγίου μάζας στην ίδια εγκατάσταση, υπό την προϋπόθεση ότι ο φορέας εκμετάλλευσης διασφαλίζει ότι δεν σημειώνονται παραλείψεις ή διπλοεγγραφές.

(7)

Για την περαιτέρω ελαχιστοποίηση της επιβάρυνσης των φορέων εκμετάλλευσης και των φορέων εκμετάλλευσης αεροσκαφών, θα πρέπει να προβλεφθεί απλούστευση όσον αφορά την απαίτηση εκτίμησης αβεβαιότητας χωρίς μείωση της ακρίβειας. Θα πρέπει να εφαρμόζονται σημαντικά μειωμένες απαιτήσεις όσον αφορά την εκτίμηση αβεβαιότητας όταν τα όργανα μέτρησης χρησιμοποιούνται υπό συνθήκες συμμόρφωσης προς τύπο, ιδίως όταν τα όργανα μέτρησης υπόκεινται σε εθνικό νόμιμο μετρολογικό έλεγχο.

(8)

Είναι αναγκαίο να οριστούν συντελεστές υπολογισμού, οι οποίοι μπορούν είτε να έχουν προκαθορισμένη τιμή είτε να προσδιορίζονται με ανάλυση. Οι απαιτήσεις για την ανάλυση θα πρέπει να διατηρήσουν την προτίμηση στη χρησιμοποίηση εργαστηρίων διαπιστευμένων κατά το εναρμονισμένο πρότυπο «Γενικές απαιτήσεις για την ικανότητα των εργαστηρίων δοκιμών και διακριβώσεων» (EN ISO/IEC 17025) για τις σχετικές αναλυτικές μεθόδους και να καθιερώσουν πιο ρεαλιστικές απαιτήσεις για την απόδειξη ισχυρής ισοδυναμίας στην περίπτωση μη διαπιστευμένων εργαστηρίων, μεταξύ άλλων και σύμφωνα με το εναρμονισμένο πρότυπο «Συστήματα διαχείρισης της ποιότητας» (EN ISO/IEC 9001) ή με άλλα σχετικά πιστοποιημένα συστήματα διαχείρισης της ποιότητας.

(9)

Θα πρέπει να προβλεφθεί ένας πιο διαφανής και συνεπής τρόπος προσδιορισμού του αδικαιολόγητου κόστους.

(10)

Η βασιζόμενη σε μετρήσεις μεθοδολογία θα πρέπει να έχει ισότιμη αντιμετώπιση με τη βασιζόμενη σε υπολογισμούς μεθοδολογία, προκειμένου να αναγνωριστεί η αυξημένη εμπιστοσύνη στα συστήματα συνεχούς παρακολούθησης εκπομπών και στη διασφάλιση ποιότητας στην οποία στηρίζονται. Αυτό σημαίνει απαιτήσεις σε μεγαλύτερο βαθμό σύμφωνες με την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά τις διασταυρώσεις με τους υπολογισμούς, καθώς και αποσαφήνιση των απαιτήσεων σχετικά με τη διαχείριση δεδομένων και λοιπών απαιτήσεων διασφάλισης ποιότητας.

(11)

Η επιβολή δυσανάλογης προσπάθειας παρακολούθησης σε εγκαταστάσεις με χαμηλότερες, λιγότερο σημαντικές ετήσιες εκπομπές θα πρέπει να αποφεύγεται, εξασφαλίζοντας παράλληλα ότι διατηρείται αποδεκτό επίπεδο ακριβείας. Από την άποψη αυτή, θα πρέπει να διαμορφωθούν ειδικές προϋποθέσεις για τις εγκαταστάσεις που θεωρείται ότι έχουν χαμηλές εκπομπές και για τους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών που θεωρούνται μικροί πρόξενοι εκπομπών.

(12)

Το άρθρο 27 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαιρούν τις μικρές εγκαταστάσεις, με την επιφύλαξη της λήψης ισοδύναμων μέτρων, από το ενωσιακό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται ευθέως σε αυτές τις εγκαταστάσεις που εξαιρούνται δυνάμει του άρθρου 27 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, εκτός εάν το κράτος μέλος αποφασίσει ότι πρέπει να εφαρμοστεί ο παρών κανονισμός.

(13)

Για να καλυφθούν ενδεχόμενα νομικά κενά που συνδέονται με τη μεταφορά εγγενούς ή καθαρού CO2, οι μεταφορές αυτές θα πρέπει να επιτρέπονται μόνο υπό πολύ ειδικές προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι να μεταφέρεται εγγενές CO2 μόνο σε άλλες εγκαταστάσεις ενταγμένες στο ΣΕΔΕ της ΕΕ και η μεταφορά καθαρού CO2 να έχει ως μόνο σκοπό την αποθήκευση εντός γεωλογικού σχηματισμού σύμφωνα με το ενωσιακό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, η οποία επί του παρόντος αποτελεί τη μόνη μορφή μόνιμης αποθήκευσης CO2 που γίνεται δεκτή στο πλαίσιο του ενωσιακού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Οι εν λόγω προϋποθέσεις δεν θα πρέπει, ωστόσο, να αποκλείουν τη δυνατότητα μελλοντικών καινοτομιών.

(14)

Θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές για τις αεροπορικές μεταφορές διατάξεις σχετικά με τα σχέδια παρακολούθησης και την παρακολούθηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Μια διάταξη θα πρέπει να προβλέπει τον προσδιορισμό της πυκνότητας με μέτρηση επί του αεροσκάφους και με βάση τα τιμολόγια καυσίμων, ως ισοδύναμες επιλογές. Μια άλλη διάταξη θα πρέπει να προβλέπει αύξηση του ορίου, κάτω του οποίου ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών θεωρείται μικρός πρόξενος εκπομπών, από 10 000 τόνους εκπομπών CO2 ετησίως σε 25 000 τόνους CO2 ετησίως.

(15)

Η εκτίμηση των ελλειπόντων δεδομένων θα πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερη συνέπεια, με υποχρέωση χρήσης των διαδικασιών συντηρητικής εκτίμησης που αναγνωρίζονται στο σχέδιο παρακολούθησης ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, με έγκριση της αρμόδιας αρχής και ένταξη κατάλληλης διαδικασίας στο σχέδιο παρακολούθησης.

(16)

Θα πρέπει να ενισχυθεί η εφαρμογή της αρχής της βελτίωσης, η οποία επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης να επανεξετάζουν τακτικά τη μεθοδολογία παρακολούθησης με σκοπό τη βελτίωσή της και να λαμβάνουν υπόψη τις συστάσεις που διατυπώνουν οι ελεγκτές στο πλαίσιο της διαδικασίας επαλήθευσης. Όταν χρησιμοποιείται μεθοδολογία που δεν βασίζεται σε βαθμίδες ή όταν δεν επιτυγχάνεται η εφαρμογή των μεθοδολογιών της ανώτατης βαθμίδας, οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν για την εφαρμογή μεθοδολογίας παρακολούθησης βασιζόμενης στο σύστημα των βαθμίδων και για την άνοδο στην απαιτούμενη ανώτατη βαθμίδα.

(17)

Οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορούν, δυνάμει του άρθρου 3ε παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, να υποβάλουν αίτηση δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής για τις αεροπορικές δραστηριότητες του παραρτήματος I της εν λόγω οδηγίας, βάσει επαληθευμένων τονοχιλιομετρικών δεδομένων. Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας, όταν ένας φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών αδυνατεί αντικειμενικά να υποβάλει επαληθευμένα τονοχιλιομετρικά δεδομένα εντός της σχετικής προθεσμίας, λόγω σοβαρών και απρόβλεπτων περιστάσεων που εκφεύγουν από τον έλεγχό του, ο εν λόγω φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τα καλύτερα διαθέσιμα τονοχιλιομετρικά δεδομένα, υπό την προϋπόθεση θέσπισης των αναγκαίων διασφαλίσεων.

(18)

Θα πρέπει να προωθηθεί η χρήση τεχνολογίας πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων σχετικά με τους μορφότυπους ανταλλαγής δεδομένων και τη χρήση αυτοματοποιημένων συστημάτων, και επομένως θα πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους οικονομικούς φορείς τη χρήση των συστημάτων αυτών. Θα πρέπει επίσης να επιτραπεί στα κράτη μέλη να καταρτίζουν ηλεκτρονικά πρότυπα (templates) και προδιαγραφές μορφότυπου αρχείων, τα οποία όμως θα πρέπει να συμμορφώνονται προς τα ελάχιστα πρότυπα που δημοσιεύονται από την Επιτροπή.

(19)

Η απόφαση 2007/589/ΕΚ θα πρέπει να καταργηθεί. Ωστόσο, τα αποτελέσματα των διατάξεών της θα πρέπει να διατηρηθούν για την παρακολούθηση, την υποβολή εκθέσεων και την επαλήθευση των εκπομπών και των δεδομένων δραστηριότητας που σημειώνονται κατά την πρώτη και τη δεύτερη περίοδο εμπορίας του ενωσιακού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου.

(20)

Θα πρέπει να δοθεί στα κράτη μέλη επαρκής χρόνος για να εκδώσουν τα αναγκαία μέτρα και να θεσπίσουν το κατάλληλο εθνικό θεσμικό πλαίσιο, για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ισχύει από την ημερομηνία έναρξης της τρίτης περιόδου εμπορίας.

(21)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής κλιματικών μεταβολών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Αντικείμενο και ορισμοί

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Με τον παρόντα κανονισμό θεσπίζονται κανόνες για την παρακολούθηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και των δεδομένων δραστηριότητας και την υποβολή σχετικών εκθέσεων δυνάμει της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, κατά την περίοδο εμπορίας του ενωσιακού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2013 και κατά τις επόμενες περιόδους εμπορίας.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων για τις εκπομπές των αερίων θερμοκηπίου τα οποία καθορίζονται σε σχέση με τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και για τα δεδομένα δραστηριότητας, από σταθερές εγκαταστάσεις και από αεροπορικές δραστηριότητες, καθώς και στην παρακολούθηση και την υποβολή τονοχιλιομετρικών δεδομένων που αφορούν αεροπορικές δραστηριότητες.

Εφαρμόζεται στις εκπομπές και στα δεδομένα δραστηριότητας που σημειώνονται από την 1η Ιανουαρίου 2013.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)   «δεδομένα δραστηριότητας»: τα δεδομένα σχετικά με την ποσότητα καυσίμων ή υλικών που καταναλώνονται ή παράγονται με διεργασία σημαντική για τη βασιζόμενη σε υπολογισμούς μεθοδολογία παρακολούθησης, σε terajoule, σε τόνους μάζας ή, προκειμένου για αέρια, σε κανονικά κυβικά μέτρα όγκου, κατά περίπτωση·

2)   «περίοδος εμπορίας»: η οκταετής περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ·

3)   «τονοχιλιόμετρο»: ένας τόνος ωφέλιμου φορτίου που μεταφέρεται σε απόσταση ενός χιλιομέτρου·

4)   «ροή πηγής»: οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

5)   «πηγή εκπομπών»: διακριτό τμήμα εγκατάστασης ή διεργασία στο εσωτερικό εγκατάστασης, από τα οποία εκπέμπονται αντίστοιχα αέρια θερμοκηπίου ή, προκειμένου για αεροπορικές δραστηριότητες, μεμονωμένο αεροσκάφος·

6)   «αβεβαιότητα»: παράμετρος η οποία συνδέεται με το αποτέλεσμα του προσδιορισμού ενός μεγέθους και χαρακτηρίζει τη διασπορά των τιμών που θα μπορούσε εύλογα να αποδοθεί στο συγκεκριμένο μέγεθος, συμπεριλαμβανομένων των επιδράσεων τόσο των συστηματικών όσο και των τυχαίων παραγόντων· η παράμετρος αυτή εκφράζεται σε ποσοστό επί τοις εκατό και περιγράφει διάστημα εμπιστοσύνης περί τη μέση τιμή το οποίο περικλείει το 95 % των προκυπτουσών τιμών, λαμβανομένης υπόψη της τυχόν ασύμμετρης κατανομής των τιμών·

7)   «συντελεστές υπολογισμού»: κατώτερη θερμογόνος δύναμη, συντελεστής εκπομπών, προκαταρκτικός συντελεστής εκπομπών, συντελεστής οξείδωσης, συντελεστής μετατροπής, περιεκτικότητα σε άνθρακα ή κλάσμα βιομάζας·

8)   «βαθμίδα»: συγκεκριμένη απαίτηση που εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό των δεδομένων δραστηριότητας, συντελεστών υπολογισμού, ετήσιων εκπομπών και ετήσιων μέσων ωριαίων εκπομπών, καθώς και για τον προσδιορισμό του ωφέλιμου φορτίου·

9)   «εγγενής κίνδυνος»: η τάση παραμέτρων της ετήσιας έκθεσης για τις εκπομπές ή της έκθεσης τονοχιλιομετρικών δεδομένων προς ανακρίβειες οι οποίες, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες, ενδέχεται να είναι ουσιώδεις, πριν ληφθεί υπόψη το αποτέλεσμα των σχετικών ελεγκτικών δραστηριοτήτων·

10)   «κίνδυνος του ελέγχου»: η τάση παραμέτρων της ετήσιας έκθεσης για τις εκπομπές ή της έκθεσης τονοχιλιομετρικών δεδομένων προς ανακρίβειες οι οποίες, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλες ανακρίβειες, ενδέχεται να είναι ουσιώδεις και τις οποίες δεν προλαμβάνει ή δεν εντοπίζει και δεν διορθώνει εγκαίρως το σύστημα ελέγχου·

11)   «εκπομπές καύσης»: οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατά την εξώθερμη αντίδραση καυσίμου με οξυγόνο·

12)   «περίοδος αναφοράς»: ένα ημερολογιακό έτος στη διάρκεια του οποίου πρέπει να παρακολουθούνται οι εκπομπές και να υποβάλλονται σχετικές εκθέσεις ή, προκειμένου για τονοχιλιομετρικά δεδομένα, το έτος παρακολούθησης που αναφέρεται στα άρθρα 3ε και 3στ της οδηγίας 2003/87/ΕΚ·

13)   «συντελεστής εκπομπών»: το μέσο ποσοστό εκπομπών θερμοκηπιακού αερίου ως προς τα δεδομένα δραστηριότητας μιας ροής πηγής, με την παραδοχή πλήρους οξείδωσης στην περίπτωση της καύσης και πλήρους μετατροπής στην περίπτωση όλων των άλλων χημικών αντιδράσεων·

14)   «συντελεστής οξείδωσης»: ο λόγος του άνθρακα που οξειδώνεται προς CO2 συνεπεία καύσης προς τον συνολικό άνθρακα που περιέχεται στο καύσιμο, εκφρασμένος ως κλάσμα, με την παραδοχή ότι το CO που εκπέμπεται στην ατμόσφαιρα είναι το γραμμομοριακό ισοδύναμο του CO2·

15)   «συντελεστής μετατροπής»: ο λόγος του άνθρακα που εκπέμπεται υπό μορφή CO2 προς τον συνολικό άνθρακα που περιέχεται στη ροή πηγής πριν από τη διεργασία που προκαλεί τις εκπομπές, εκφρασμένος ως κλάσμα, με την παραδοχή ότι το μονοξείδιο του άνθρακα (CO) που εκπέμπεται στην ατμόσφαιρα είναι το γραμμομοριακό ισοδύναμο του CO2·

16)   «ακρίβεια»: η εγγύτητα της συμφωνίας μεταξύ του αποτελέσματος μέτρησης και της αληθούς τιμής του αντίστοιχου μεγέθους ή μιας τιμής αναφοράς που έχει προσδιοριστεί εμπειρικά, με τη χρήση διεθνώς αποδεκτών και ιχνηλάσιμων υλικών διακρίβωσης/βαθμονόμησης και πρότυπων μεθόδων, λαμβανομένων υπόψη τόσο των τυχαίων όσο και των συστηματικών σφαλμάτων·

17)   «διακρίβωση/βαθμονόμηση»: σύνολο εργασιών με τις οποίες αποδεικνύονται, σε συγκεκριμένες συνθήκες, οι σχέσεις μεταξύ των τιμών των ενδείξεων οργάνου ή συστήματος μετρήσεων ή των τιμών που παριστά ένα υλικό μέτρο ή υλικό αναφοράς και των αντίστοιχων τιμών που προκύπτουν για το μετρούμενο μέγεθος με πρότυπο αναφοράς·

18)   «επιβάτες»: τα πρόσωπα που επιβαίνουν στο αεροσκάφος κατά την πτήση, εξαιρουμένων των μελών του πληρώματός του που εκτελούν υπηρεσία·

19)   «συντηρητική»: με τον όρο αυτό νοείται ότι έχει καθοριστεί σειρά παραδοχών, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο υποεκτίμησης των ετήσιων εκπομπών ή υπερεκτίμησης των τονοχιλιομέτρων·

20)   «βιομάζα»: το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα προϊόντων, αποβλήτων και καταλοίπων βιολογικής προέλευσης από τη γεωργία (συμπεριλαμβανομένων των φυτικών και των ζωικών ουσιών), τη δασοκομία και τους συναφείς κλάδους, συμπεριλαμβανομένης της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, καθώς και το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα των βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων· συμπεριλαμβάνονται τα βιορευστά και τα βιοκαύσιμα·

21)   «βιορευστά»: υγρά καύσιμα για ενεργειακούς σκοπούς, εκτός από κίνηση, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και της ψύξης, τα οποία παράγονται από βιομάζα·

22)   «βιοκαύσιμα»: υγρά ή αέρια καύσιμα κίνησης τα οποία παράγονται από βιομάζα·

23)   «νόμιμος μετρολογικός έλεγχος»: ο έλεγχος των λειτουργιών μέτρησης που αφορούν το πεδίο εφαρμογής του οργάνου μετρήσεων, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, δημόσιας υγείας, δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας, προστασίας του περιβάλλοντος, είσπραξης φόρων και δασμών, προστασίας των καταναλωτών και θεμιτών εμπορικών συναλλαγών·

24)   «μέγιστο επιτρεπτό σφάλμα»: το σφάλμα μέτρησης που επιτρέπεται, όπως ορίζεται στο παράρτημα I και στα ειδικά κατά όργανο παραρτήματα της οδηγίας 2004/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) ή στην εθνική νομοθεσία για τον νόμιμο μετρολογικό έλεγχο, κατά περίπτωση·

25)   «δραστηριότητες ροής δεδομένων»: δραστηριότητες σχετικές με τη συγκέντρωση, την επεξεργασία και τη διαχείριση των δεδομένων που χρειάζονται για τη σύνταξη έκθεσης για τις εκπομπές από δεδομένα πρωτογενούς πηγής·

26)   «τόνοι CO2(e)»: μετρικοί τόνοι CO2 ή CO2(e)·

27)   «CO2(e)»: κάθε αέριο θερμοκηπίου, εκτός του CO2, απαριθμούμενο στο παράρτημα II της οδηγίας 2003/87/ΕΚ με ισοδύναμο με το CO2 δυναμικό υπερθέρμανσης του πλανήτη·

28)   «σύστημα μετρήσεων»: πλήρες σύνολο οργάνων μετρήσεων και λοιπού εξοπλισμού, όπως εξοπλισμός δειγματοληψίας και επεξεργασίας δεδομένων, το οποίο χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό μεταβλητών των εκπομπών CO2, όπως τα δεδομένα δραστηριότητας, η περιεκτικότητα σε άνθρακα, η θερμογόνος δύναμη και ο συντελεστής εκπομπών·

29)   «κατώτερη θερμογόνος δύναμη» (NCV): η συγκεκριμένη ποσότητα ενέργειας που ελευθερώνεται υπό μορφή θερμότητας, όταν ένα καύσιμο ή υλικό υποβάλλεται σε πλήρη καύση με οξυγόνο υπό κανονικές συνθήκες, μειωμένη κατά τη θερμότητα εξάτμισης του νερού που ενδεχομένως σχηματίζεται·

30)   «εκπομπές διεργασίας»: οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου πλην των εκπομπών καύσης, οι οποίες προκύπτουν ως αποτέλεσμα εκούσιων και ακούσιων αντιδράσεων μεταξύ ουσιών ή του μετασχηματισμού τους, όπου συμπεριλαμβάνονται η χημική ή ηλεκτρολυτική αναγωγή μεταλλευμάτων, η θερμική διάσπαση ουσιών και ο σχηματισμός ουσιών προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως προϊόν ή υλικό τροφοδοσίας·

31)   «τυπικό καύσιμο του εμπορίου»: τα διεθνώς τυποποιημένα καύσιμα του εμπορίου, των οποίων η θερμογόνος δύναμη, σύμφωνα με τις προδιαγραφές τους, παρουσιάζει διάστημα εμπιστοσύνης 95 % που δεν υπερβαίνει το 1 % και στα οποία συμπεριλαμβάνονται το πετρέλαιο ντίζελ, το ελαφρύ μαζούτ, η βενζίνη, το φωτιστικό πετρέλαιο, η κηροζίνη, το αιθάνιο, το προπάνιο, το βουτάνιο, η κηροζίνη αεριωθουμένων (jet A1 ή jet A., η βενζίνη αεριωθουμένων (jet B) και η βενζίνη αεροπλάνων (AvGas)·

32)   «παρτίδα»: ποσότητα καυσίμου ή υλικού από την οποία έχει ληφθεί αντιπροσωπευτικό δείγμα και η οποία χαρακτηρίζεται και μεταφέρεται είτε ως ένα ενιαίο φορτίο ή συνεχώς σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο·

33)   «μεικτό καύσιμο»: καύσιμο το οποίο περιέχει και άνθρακα βιομάζας και άνθρακα ορυκτής προέλευσης·

34)   «μεικτό υλικό»: υλικό το οποίο περιέχει και άνθρακα βιομάζας και άνθρακα ορυκτής προέλευσης·

35)   «προκαταρκτικός συντελεστής εκπομπών»: ο τεκμαρτός ολικός συντελεστής εκπομπών μεικτού καυσίμου ή υλικού, βασιζόμενος στη συνολική περιεκτικότητα σε άνθρακα, η οποία απαρτίζεται από το κλάσμα βιομάζας και το ορυκτό κλάσμα, πριν από τον πολλαπλασιασμό της επί το ορυκτό κλάσμα για να προκύψει ο συντελεστής εκπομπών·

36)   «ορυκτό κλάσμα»: ο λόγος του άνθρακα ορυκτής προέλευσης προς τη συνολική περιεκτικότητα σε άνθρακα ενός καυσίμου ή υλικού, εκφρασμένος ως κλάσμα·

37)   «κλάσμα βιομάζας»: ο λόγος του άνθρακα που προέρχεται από βιομάζα προς τη συνολική περιεκτικότητα σε άνθρακα ενός καυσίμου ή υλικού, εκφρασμένος ως κλάσμα·

38)   «μέθοδος ενεργειακού ισοζυγίου»: μέθοδος εκτίμησης της ποσότητας ενέργειας που χρησιμοποιείται ως καύσιμο σε λέβητα και υπολογίζεται ως το άθροισμα της ωφέλιμης θερμικής ενέργειας και όλων των σημαντικών απωλειών ενέργειας με ακτινοβολία, με μεταφορά και μέσω των απαερίων·

39)   «συνεχής μέτρηση εκπομπών»: σύνολο εργασιών με στόχο τον προσδιορισμό της τιμής ενός μεγέθους με περιοδικές μετρήσεις, με την εφαρμογή είτε διαδικασιών μέτρησης στην καπνοδόχο είτε διαδικασιών εξαγωγής με την τοποθέτηση οργάνου μετρήσεων κοντά στην καπνοδόχο· εξαιρούνται οι μέθοδοι μετρήσεων που βασίζονται στη συλλογή μεμονωμένων δειγμάτων από την καπνοδόχο·

40)   «εγγενές CO2»: το CO2 που αποτελεί μέρος καυσίμου·

41)   «άνθρακας ορυκτής προέλευσης»: ανόργανος και οργανικός άνθρακας που δεν είναι βιομάζα·

42)   «σημείο μέτρησης»: η πηγή εκπομπών για τη μέτρηση των οποίων χρησιμοποιούνται συστήματα συνεχούς μέτρησης εκπομπών (CEMS) ή η διατομή συστήματος αγωγών για το οποίο η ροή CO2 προσδιορίζεται με τη χρήση συστημάτων συνεχούς μέτρησης·

43)   «τεκμηρίωση της μάζας και ζυγοστάθμισης»: τα έγγραφα τεκμηρίωσης που προβλέπονται στα διεθνή ή εθνικά μέτρα εφαρμογής των προτύπων και των συνιστώμενων πρακτικών (SARP) του παραρτήματος 6 της σύμβασης για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία, η οποία υπεγράφη στο Σικάγο στις 7 Δεκεμβρίου 1944, καθώς και τα προβλεπόμενα στο παράρτημα III τμήμα I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3922/91 του Συμβουλίου (7) ή σε ισοδύναμους εφαρμοστέους διεθνείς κανονισμούς·

44)   «απόσταση»: η απόσταση ορθοδρομίας μεταξύ του αεροδρομίου αναχώρησης και του αεροδρομίου άφιξης, συν έναν πάγιο συντελεστή 95km·

45)   «αεροδρόμιο αναχώρησης»: το αεροδρόμιο όπου αρχίζει μια πτήση η οποία συνιστά αεροπορική δραστηριότητα περιλαμβανόμενη στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ·

46)   «αεροδρόμιο άφιξης»: το αεροδρόμιο όπου καταλήγει μια πτήση η οποία συνιστά αεροπορική δραστηριότητα περιλαμβανόμενη στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ·

47)   «ωφέλιμο φορτίο»: η συνολική μάζα φορτίου, ταχυδρομείου, επιβατών και αποσκευών που μεταφέρει αεροσκάφος κατά τη διάρκεια πτήσης·

48)   «διαφεύγουσες εκπομπές»: παράτυπες ή ακούσιες εκπομπές από πηγές που δεν είναι εντοπισμένες ή είναι εξαιρετικά ποικίλες ή μικρές ώστε να παρακολουθούνται μεμονωμένα·

49)   «ζεύγος αεροδρομίων»: ζεύγος απαρτιζόμενο από το αεροδρόμιο αναχώρησης και το αεροδρόμιο άφιξης·

50)   «κανονικές συνθήκες»: οι συνθήκες θερμοκρασίας 273,15 Κ και πίεσης 101 325 Pa, βάσει των οποίων ορίζεται το κανονικό κυβικό μέτρο (Nm3

51)   «δέσμευση CO2»: η δραστηριότητα δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα (CO2) από ροές αερίων που ειδάλλως θα εκλυόταν, με σκοπό τη μεταφορά και την αποθήκευσή του σε τόπο αποθήκευσης εντός γεωλογικού σχηματισμού, αδειοδοτημένο βάσει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ·

52)   «μεταφορά CO2»: η μεταφορά CO2 με αγωγούς για την αποθήκευσή του σε τόπο αποθήκευσης εντός γεωλογικού σχηματισμού, αδειοδοτημένο βάσει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ·

53)   «απαγόμενες εκπομπές»: εκπομπές που ελευθερώνονται σκόπιμα από την εγκατάσταση από καθορισμένο σημείο εκπομπής·

54)   «ενισχυμένη ανάκτηση υδρογονανθράκων»: η ανάκτηση υδρογονανθράκων επιπλέον εκείνων που εξάγονται με έγχυση νερού ή με άλλο τρόπο·

55)   «δεδομένα υποκατάστασης»: ετήσιες τιμές οι οποίες τεκμηριώνονται εμπειρικά ή προκύπτουν από αποδεκτές πηγές και τις οποίες χρησιμοποιεί ο φορέας εκμετάλλευσης αντί των δεδομένων δραστηριότητας ή των συντελεστών υπολογισμού για να εξασφαλίζεται η υποβολή πλήρων εκθέσεων, όταν δεν είναι δυνατό να παραχθούν όλα τα απαιτούμενα δεδομένα δραστηριότητας ή συντελεστές υπολογισμού με την εφαρμοστέα μεθοδολογία παρακολούθησης.

Επιπλέον, για τον παρόντα κανονισμό ισχύουν οι ορισμοί των όρων «πτήση» και «αεροδρόμιο» που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της απόφασης 2009/450/ΕΚ, καθώς και οι ορισμοί των σημείων 1, 2, 3, 5, 6 και 22 του άρθρου 3 της οδηγίας 2009/31/ΕΚ.

ΤΜΗΜΑ 2

Γενικές αρχές

Άρθρο 4

Γενική υποχρέωση

Οι φορείς εκμετάλλευσης και οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την παρακολούθηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και την υποβολή σχετικών εκθέσεων δυνάμει της οδηγίας 2003/87/ΕΚ σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στα άρθρα 5 έως 9.

Άρθρο 5

Πληρότητα

Η παρακολούθηση και η υποβολή εκθέσεων πρέπει να είναι πλήρεις και να καλύπτουν όλες τις εκπομπές διεργασίας και καύσης από όλες τις πηγές εκπομπών και ροές πηγής που ανήκουν σε δραστηριότητες οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και άλλες συναφείς δραστηριότητες οι οποίες εντάσσονται δυνάμει του άρθρου 24 της ίδιας οδηγίας, καθώς και όλα τα αέρια θερμοκηπίου που έχουν καθοριστεί σε σχέση με τις εν λόγω δραστηριότητες, ταυτόχρονα δε να αποτρέπουν τις διπλοεγγραφές.

Οι φορείς εκμετάλλευσης και οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών εφαρμόζουν τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή κενών στα δεδομένα κατά την περίοδο αναφοράς.

Άρθρο 6

Συνέπεια, συγκρισιμότητα και διαφάνεια

1.   Η παρακολούθηση και η υποβολή εκθέσεων πρέπει να γίνονται με συνέπεια και να είναι συγκρίσιμες διαχρονικά. Προς τούτο, οι φορείς εκμετάλλευσης και οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών χρησιμοποιούν τις ίδιες μεθοδολογίες παρακολούθησης και τα ίδια σύνολα δεδομένων, με την επιφύλαξη αλλαγών και παρεκκλίσεων που εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή.

2.   Οι φορείς εκμετάλλευσης και οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών λαμβάνουν, καταγράφουν, συγκεντρώνουν, αναλύουν και τεκμηριώνουν τα δεδομένα παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των παραδοχών, βιβλιογραφικών παραπομπών, δεδομένων δραστηριότητας, συντελεστών εκπομπών, συντελεστών οξείδωσης και συντελεστών μετατροπής, με διαφανή τρόπο που επιτρέπει την αναπαραγωγή του προσδιορισμού των εκπομπών από τον ελεγκτή και την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 7

Ακρίβεια

Οι φορείς εκμετάλλευσης και οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών εξασφαλίζουν ότι ο προσδιορισμός των εκπομπών δεν είναι συστηματικά ούτε ενσυνείδητα ανακριβής.

Εντοπίζουν και μειώνουν κάθε πηγή ανακριβειών στο μέτρο του δυνατού.

Επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια, ώστε ο υπολογισμός και η μέτρηση των εκπομπών να εμφανίζουν τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια.

Άρθρο 8

Αρτιότητα της μεθοδολογίας

Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών καθιστά δυνατή την έκφραση εύλογης βεβαιότητας ως προς την αρτιότητα των αναφερόμενων δεδομένων για τις εκπομπές. Προσδιορίζουν τις εκπομπές με χρήση των κατάλληλων μεθοδολογιών παρακολούθησης που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Στα αναφερόμενα δεδομένα για τις εκπομπές και στα συναφή κοινοποιούμενα στοιχεία δεν υπάρχουν ουσιώδεις ανακρίβειες, αποφεύγεται η μεροληπτική επιλογή και παρουσίαση πληροφοριών και παρέχεται αξιόπιστη και ισόρροπη περιγραφή των εκπομπών της εγκατάστασης ή του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

Κατά την επιλογή μεθοδολογίας παρακολούθησης, οι βελτιώσεις που απορρέουν από την ενισχυμένη ακρίβεια σταθμίζονται έναντι του πρόσθετου κόστους. Η παρακολούθηση και η υποβολή εκθέσεων για τις εκπομπές στοχεύει στη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, εκτός εάν αυτό δεν είναι τεχνικά εφικτό ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος.

Άρθρο 9

Συνεχής βελτίωση

Οι φορείς εκμετάλλευσης και οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών λαμβάνουν υπόψη τις συστάσεις των εκθέσεων επαλήθευσης που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ κατά την εκ μέρους τους μετέπειτα παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων.

Άρθρο 10

Συντονισμός

Εάν ένα κράτος μέλος ορίσει περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, συντονίζει τις εργασίες των εν λόγω αρχών που εκτελούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΣΧΕΔΙΟ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικοί κανόνες

Άρθρο 11

Γενική υποχρέωση

1.   Κάθε φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρακολουθεί τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου βάσει σχεδίου παρακολούθησης που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 12, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη λειτουργία της εγκατάστασης ή της αεροπορικής δραστηριότητας, την οποία αφορά η παρακολούθηση.

Το σχέδιο παρακολούθησης συμπληρώνεται με γραπτές διαδικασίες, τις οποίες ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών καθιερώνει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί για τις δραστηριότητες που υπάγονται στο σχέδιο παρακολούθησης, ανάλογα με την περίπτωση.

2.   Το σχέδιο παρακολούθησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παρέχει τις οδηγίες προς τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών με λογικό και απλό τρόπο, χωρίς επανάληψη των προσπαθειών και με συνεκτίμηση των συστημάτων που ήδη υπάρχουν στην εγκατάσταση ή χρησιμοποιούνται από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

Άρθρο 12

Περιεχόμενο και υποβολή του σχεδίου παρακολούθησης

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών υποβάλλει προς έγκριση σχέδιο παρακολούθησης στην αρμόδια αρχή.

Το σχέδιο παρακολούθησης συνίσταται σε λεπτομερή και πλήρη τεκμηρίωση, με διαφάνεια, της μεθοδολογίας παρακολούθησης που εφαρμόζει ο συγκεκριμένος φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης ή αεροσκαφών και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα I.

Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών συνυποβάλλει με το σχέδιο παρακολούθησης όλα τα ακόλουθα δικαιολογητικά έγγραφα:

α)

για κάθε ροή πηγής και πηγή εκπομπών, στοιχεία που αποδεικνύουν την τήρηση των ορίων αβεβαιότητας για τα δεδομένα δραστηριότητας και τους συντελεστές υπολογισμού, κατά περίπτωση, που αφορούν τις εφαρμοζόμενες βαθμίδες, όπως ορίζονται στα παραρτήματα II και ΙΙΙ·

β)

τα αποτελέσματα εκτίμησης κινδύνου που αποδεικνύουν ότι οι προτεινόμενες ελεγκτικές δραστηριότητες και διαδικασίες για τις ελεγκτικές δραστηριότητες είναι ανάλογες προς τους εγγενείς κινδύνους και τους κινδύνους του ελέγχου που έχουν εντοπιστεί.

2.   Στις περιπτώσεις που το παράρτημα I αναφέρεται σε διαδικασία, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών καθιερώνει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί τη διαδικασία αυτή χωριστά από το σχέδιο παρακολούθησης.

Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών συνοψίζει τις διαδικασίες στο σχέδιο παρακολούθησης με τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τον τίτλο της διαδικασίας·

β)

έναν ιχνηλάσιμο και επαληθεύσιμο αριθμό αναφοράς για την αναγνώριση της διαδικασίας·

γ)

στοιχεία αναγνώρισης της θέσης ή του τμήματος που είναι αρμόδιο για την εφαρμογή της διαδικασίας και για τα δεδομένα τα οποία παράγονται από τη διαδικασία ή των οποίων η διαχείριση γίνεται στο πλαίσιο της διαδικασίας·

δ)

σύντομη περιγραφή της διαδικασίας η οποία επιτρέπει στον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, στην αρμόδια αρχή και στον ελεγκτή να κατανοήσουν τις βασικές παραμέτρους και τις εργασίες που εκτελούνται·

ε)

τη θέση των σχετικών αρχείων και πληροφοριών·

στ)

την ονομασία του συστήματος πληροφορικής που χρησιμοποιείται, εάν υπάρχει·

ζ)

κατάλογο των προτύπων EN ή άλλων προτύπων που εφαρμόζονται, κατά περίπτωση.

Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών θέτει την έγγραφη τεκμηρίωση των διαδικασιών στη διάθεση της αρμόδιας αρχής, κατόπιν αιτήσεως, και την καθιστά επίσης διαθέσιμη για τους σκοπούς της επαλήθευσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2012 της Επιτροπής (8).

3.   Εκτός των στοιχείων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν να συμπεριλαμβάνονται στο σχέδιο παρακολούθησης εγκαταστάσεων περαιτέρω στοιχεία για την κάλυψη των απαιτήσεων του άρθρου 24 παράγραφος 1 της απόφασης 2011/278/ΕΕ της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 2011, σχετικά με τον καθορισμό ενωσιακών μεταβατικών κανόνων για την εναρμονισμένη δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10α της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), μεταξύ των οποίων και συνοπτική περιγραφή διαδικασίας που εξασφαλίζει τα ακόλουθα:

α)

ο φορέας εκμετάλλευσης ελέγχει τακτικά αν οι πληροφορίες που αφορούν προγραμματισμένες ή πραγματικές μεταβολές της παραγωγικής ικανότητας, του επιπέδου δραστηριότητας και της λειτουργίας μιας εγκατάστασης είναι συναφείς ως προς την εν λόγω απόφαση·

β)

οι πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο α) υποβάλλονται από τον φορέα εκμετάλλευσης στην αρμόδια αρχή έως τις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους.

Άρθρο 13

Τυποποιημένα και απλουστευμένα σχέδια παρακολούθησης

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στους φορείς εκμετάλλευσης και στους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών να χρησιμοποιούν τυποποιημένα ή απλουστευμένα σχέδια παρακολούθησης, με την επιφύλαξη του άρθρου 12 παράγραφος 3.

Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να δημοσιεύουν ηλεκτρονικά πρότυπα (templates) για τα εν λόγω σχέδια παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής των διαδικασιών ροής δεδομένων και ελέγχου που αναφέρονται στα άρθρα 57 και 58, τα οποία βασίζονται στα ηλεκτρονικά πρότυπα και στις κατευθυντήριες γραμμές που δημοσιεύονται από την Επιτροπή.

2.   Πριν από την έγκριση απλουστευμένου σχεδίου παρακολούθησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή διενεργεί απλουστευμένη εκτίμηση κινδύνου, με αντικείμενο το κατά πόσον οι προτεινόμενες ελεγκτικές δραστηριότητες και διαδικασίες για τις ελεγκτικές δραστηριότητες είναι ανάλογες προς τους εγγενείς κινδύνους και τους κινδύνους του ελέγχου που έχουν εντοπιστεί και δικαιολογούν τη χρησιμοποίηση του απλουστευμένου σχεδίου παρακολούθησης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών να διενεργήσει ο ίδιος την κατά το προηγούμενο εδάφιο εκτίμηση κινδύνου, κατά περίπτωση.

Άρθρο 14

Τροποποιήσεις του σχεδίου παρακολούθησης

1.   Κάθε φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών ελέγχει τακτικά αν το σχέδιο παρακολούθησης αντικατοπτρίζει τη φύση και τη λειτουργία της εγκατάστασης ή της αεροπορικής δραστηριότητας σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και κατά πόσον η μεθοδολογία παρακολούθησης επιδέχεται βελτίωση.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών τροποποιεί το σχέδιο παρακολούθησης σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

σημειώνονται νέες εκπομπές λόγω της διεξαγωγής νέων δραστηριοτήτων ή της χρησιμοποίησης νέων καυσίμων ή υλικών που δεν έχουν ακόμη περιληφθεί στο σχέδιο παρακολούθησης·

β)

η αλλαγή των διαθέσιμων δεδομένων, λόγω της χρήσης νέων τύπων οργάνων μετρήσεων, μεθόδων δειγματοληψίας ή αναλυτικών μεθόδων ή για άλλους λόγους, έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη ακρίβεια στον προσδιορισμό των εκπομπών·

γ)

τα δεδομένα που προκύπτουν από τη μεθοδολογία παρακολούθησης που εφαρμοζόταν προηγουμένως αποδείχθηκαν εσφαλμένα·

δ)

η τροποποίηση του σχεδίου παρακολούθησης βελτιώνει την ακρίβεια των αναφερόμενων δεδομένων, εκτός εάν η τροποποίηση δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος·

ε)

το σχέδιο παρακολούθησης δεν είναι σύμφωνο με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και η αρμόδια αρχή ζητεί την τροποποίησή του από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

στ)

είναι αναγκαία η ανταπόκριση στις υποδείξεις βελτίωσης του σχεδίου παρακολούθησης που περιέχονται σε έκθεση επαλήθευσης.

Άρθρο 15

Έγκριση τροποποιήσεων του σχεδίου παρακολούθησης

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών γνωστοποιεί αμελλητί στην αρμόδια αρχή τυχόν προτάσεις τροποποίησης του σχεδίου παρακολούθησης.

Ωστόσο, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει στον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών να γνωστοποιεί, έως τις 31 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, τις τροποποιήσεις του σχεδίου παρακολούθησης που δεν είναι σημαντικές κατά την έννοια της παραγράφου 3.

2.   Κάθε σημαντική τροποποίηση του σχεδίου παρακολούθησης κατά την έννοια των παραγράφων 3 και 4 υπόκειται στην έγκριση της αρμόδιας αρχής.

Εάν η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι μια τροποποίηση δεν είναι σημαντική, ενημερώνει αμελλητί τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

3.   Στις σημαντικές τροποποιήσεις του σχεδίου παρακολούθησης μιας εγκατάστασης περιλαμβάνονται οι ακόλουθες:

α)

αλλαγή κατηγορίας της εγκατάστασης·

β)

κατά παρέκκλιση του άρθρου 47 παράγραφος 8, αλλαγές ως προς το κατά πόσον η εγκατάσταση θεωρείται εγκατάσταση με χαμηλά επίπεδα εκπομπών·

γ)

μεταβολές στις πηγές εκπομπών·

δ)

αντικατάσταση της βασιζόμενης σε υπολογισμούς μεθοδολογίας που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό των εκπομπών με τη βασιζόμενη σε μετρήσεις και αντιστρόφως·

ε)

αλλαγή της βαθμίδας που εφαρμόζεται·

στ)

εισαγωγή νέων ροών πηγής·

ζ)

αλλαγή στην κατάταξη των ροών πηγής - σε μείζονες, ελάσσονες ή αμελητέες ροές πηγής·

η)

αλλαγή της προκαθορισμένης τιμής ενός συντελεστή υπολογισμού, εάν η τιμή πρέπει να προβλέπεται στο σχέδιο παρακολούθησης·

θ)

καθιέρωση νέων διαδικασιών σχετικά με τις δειγματοληψίες, την ανάλυση ή τη βαθμονόμηση, εάν οι αλλαγές στις εν λόγω διαδικασίες έχουν άμεση επίπτωση στην ακρίβεια των δεδομένων για τις εκπομπές·

ι)

εφαρμογή ή αναπροσαρμογή της μεθοδολογίας ποσοτικού προσδιορισμού των εκπομπών από διαρροές σε τόπους αποθήκευσης.

4.   Στις σημαντικές τροποποιήσεις των σχεδίων παρακολούθησης φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών περιλαμβάνονται:

α)

όσον αφορά το σχέδιο παρακολούθησης των εκπομπών:

i)

αλλαγή βαθμίδων σε σχέση με την κατανάλωση καυσίμων·

ii)

μεταβολή των τιμών του συντελεστή εκπομπών που προβλέπονται στο σχέδιο παρακολούθησης·

iii)

αλλαγή μεταξύ μεθόδων υπολογισμού όπως προβλέπεται στο παράρτημα ΙΙΙ·

iv)

εισαγωγή νέων ροών πηγής·

v)

αλλαγή στην κατάταξη των ροών πηγής, όταν μια ελάσσων ροή πηγής μετατρέπεται σε μείζονα·

vi)

αλλαγές στην ιδιότητα του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών ως μικρού προξένου εκπομπών κατά την έννοια του άρθρου 54 παράγραφος 1·

β)

όσον αφορά το σχέδιο παρακολούθησης των τονοχιλιομετρικών δεδομένων:

i)

αλλαγή μεταξύ μη εμπορικού και εμπορικού χαρακτήρα των παρεχόμενων υπηρεσιών αερομεταφορών·

ii)

αλλαγή του αντικειμένου των υπηρεσιών αερομεταφορών, ήτοι επιβατών, εμπορευμάτων ή ταχυδρομείου.

Άρθρο 16

Εφαρμογή και τήρηση αρχείων τροποποιήσεων

1.   Πριν λάβει την έγκριση ή την ενημέρωση σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί να εκτελεί την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων χρησιμοποιώντας το τροποποιημένο σχέδιο παρακολούθησης, όταν μπορεί ευλόγως να υποθέσει ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν είναι σημαντικές ή όταν η παρακολούθηση με βάση το αρχικό σχέδιο παρακολούθησης θα είχε ως αποτέλεσμα ελλιπή δεδομένα για τις εκπομπές.

Σε περίπτωση αμφιβολίας ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών εκτελεί την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων στο σύνολό τους και, στο διάστημα που μεσολαβεί, την τεκμηρίωση χρησιμοποιώντας παράλληλα τόσο το τροποποιημένο, όσο και το αρχικό σχέδιο παρακολούθησης.

2.   Αφότου λάβει την έγκριση ή την ενημέρωση σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών χρησιμοποιεί μόνο τα δεδομένα που σχετίζονται με το τροποποιημένο σχέδιο παρακολούθησης και εκτελεί την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων στο σύνολό τους χρησιμοποιώντας μόνο το τροποποιημένο σχέδιο παρακολούθησης.

3.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών τηρεί αρχεία για όλες τις τροποποιήσεις του σχεδίου παρακολούθησης. Σε κάθε αρχείο περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

περιγραφή, με διαφάνεια, της τροποποίησης·

β)

αιτιολογία της τροποποίησης·

γ)

ημερομηνία γνωστοποίησης της τροποποίησης στην αρμόδια αρχή·

δ)

ημερομηνία του αποδεικτικού παραλαβής από την αρμόδια αρχή της γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, εάν υπάρχει, και ημερομηνία της έγκρισης ή της ενημέρωσης που αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2·

ε)

ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του τροποποιημένου σχεδίου παρακολούθησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

ΤΜΗΜΑ 2

Τεχνική εφικτότητα και αδικαιολόγητο κόστος

Άρθρο 17

Τεχνική εφικτότητα

Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών ισχυρίζεται ότι η εφαρμογή συγκεκριμένης μεθοδολογίας παρακολούθησης δεν είναι τεχνικά εφικτή, η αρμόδια αρχή εκτιμά την τεχνική εφικτότητα λαμβάνοντας υπόψη την αιτιολογία του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών. Η εν λόγω αιτιολογία βασίζεται στο κατά πόσον ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών διαθέτει τεχνικούς πόρους ικανούς να καλύψουν τις ανάγκες του προτεινόμενου συστήματος ή την προτεινόμενη απαίτηση, οι οποίοι μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή κατά τον απαιτούμενο χρόνο για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Οι τεχνικοί αυτοί πόροι περιλαμβάνουν τη διαθεσιμότητα των απαιτούμενων τεχνικών και τεχνολογίας.

Άρθρο 18

Αδικαιολόγητο κόστος

1.   Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών ισχυρίζεται ότι η εφαρμογή συγκεκριμένης μεθοδολογίας παρακολούθησης συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος, η αρμόδια αρχή αξιολογεί τον αδικαιολόγητο χαρακτήρα του κόστους λαμβάνοντας υπόψη την αιτιολογία του φορέα εκμετάλλευσης.

Η αρμόδια αρχή θεωρεί το κόστος αδικαιολόγητο, εάν η εκτίμηση του κόστους υπερβαίνει το όφελος. Για τον σκοπό αυτό, το όφελος υπολογίζεται ως το γινόμενο ενός συντελεστή βελτίωσης επί μια τιμή αναφοράς 20 ευρώ ανά δικαίωμα και το κόστος περιλαμβάνει κατάλληλη περίοδο απόσβεσης, με βάση τη διάρκεια ωφέλιμης ζωής του εξοπλισμού.

2.   Κατά την αξιολόγηση του αδικαιολόγητου χαρακτήρα του κόστους σε σχέση με την επιλογή βαθμίδων για τα δεδομένα δραστηριότητας, η αρμόδια αρχή χρησιμοποιεί ως συντελεστή βελτίωσης της παραγράφου 1 τη διαφορά μεταξύ της αβεβαιότητας που έχει επιτευχθεί τη στιγμή εκείνη και του ορίου αβεβαιότητας της βαθμίδας που αναμένεται να επιτευχθεί χάρη στη βελτίωση, πολλαπλασιαζόμενη επί τις μέσες ετήσιες εκπομπές που προκλήθηκαν από τη συγκεκριμένη ροή πηγής κατά τα τρία τελευταία έτη.

Ελλείψει των μέσων ετήσιων εκπομπών που προκλήθηκαν από αυτή τη ροή πηγής κατά τα τρία τελευταία έτη, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρέχει συντηρητική εκτίμηση των ετήσιων μέσων εκπομπών, εξαιρουμένου του CO2 που προέρχεται από βιομάζα και πριν από την αφαίρεση του μεταφερόμενου CO2. Για τα όργανα μετρήσεων που υπόκεινται σε εθνικό νόμιμο μετρολογικό έλεγχο, η αβεβαιότητα που έχει επιτευχθεί τη στιγμή εκείνη μπορεί να αντικαθίσταται από το μέγιστο επιτρεπτό σφάλμα κατά τη λειτουργία το οποίο επιτρέπεται από τη σχετική εθνική νομοθεσία.

3.   Κατά την αξιολόγηση του αδικαιολόγητου χαρακτήρα του κόστους σε σχέση με τα μέτρα που βελτιώνουν ποιοτικά τις αναφερόμενες στις εκθέσεις εκπομπές, χωρίς όμως να επιδρούν άμεσα στην ακρίβεια των δεδομένων δραστηριότητας, η αρμόδια αρχή χρησιμοποιεί συντελεστή βελτίωσης ίσο με το 1 % των μέσων ετήσιων εκπομπών των αντίστοιχων ροών πηγής των τελευταίων τριών περιόδων αναφοράς. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν:

α)

μετάβαση από τις προκαθορισμένες τιμές στις αναλύσεις για τον προσδιορισμό των συντελεστών υπολογισμού·

β)

αύξηση του αριθμού αναλύσεων ανά ροή πηγής·

γ)

όταν η συγκεκριμένη εργασία μέτρησης δεν εμπίπτει στον εθνικό νόμιμο μετρολογικό έλεγχο, αντικατάσταση των οργάνων μετρήσεων με όργανα που πληρούν τις σχετικές απαιτήσεις του νόμιμου μετρολογικού ελέγχου του κράτους μέλους σε παρόμοιες εφαρμογές ή με όργανα μετρήσεων σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2004/22/ΕΚ ή της οδηγίας 2009/23/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10)·

δ)

σύντμηση των διαστημάτων διακρίβωσης/βαθμονόμησης και συντήρησης των οργάνων μετρήσεων·

ε)

βελτιώσεις στις δραστηριότητες ροής δεδομένων και ελέγχου οι οποίες μειώνουν σημαντικά τον εγγενή κίνδυνο ή τον κίνδυνο του ελέγχου.

4.   Τα μέτρα που σχετίζονται με τη βελτίωση της μεθοδολογίας παρακολούθησης μιας εγκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 69 δεν θεωρείται ότι συνεπάγονται αδικαιολόγητο κόστος μέχρι συνολικού ποσού 2 000 ευρώ ανά περίοδο αναφοράς. Για τις εγκαταστάσεις με χαμηλά επίπεδα εκπομπών το όριο αυτό είναι 500 ευρώ ανά περίοδο αναφοράς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΣΤΑΘΕΡΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 19

Κατάταξη των εγκαταστάσεων και των ροών πηγής

1.   Για τους σκοπούς της παρακολούθησης των εκπομπών και του προσδιορισμού των ελάχιστων απαιτήσεων για τις βαθμίδες, κάθε φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει την κατηγορία της εγκατάστασής του σύμφωνα με την παράγραφο 2 και, κατά περίπτωση, κάθε ροής πηγής σύμφωνα με την παράγραφο 3.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης κατατάσσει κάθε εγκατάσταση σε μια από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α)

εγκατάσταση κατηγορίας Α, εάν οι μέσες επαληθευμένες ετήσιες εκπομπές της αμέσως προηγούμενης της τρέχουσας περιόδου εμπορίας, εξαιρουμένου του CO2 που προέρχεται από βιομάζα και πριν από την αφαίρεση του μεταφερόμενου CO2, είναι ίσες ή χαμηλότερες από 50 000 τόνους CO2(e)·

β)

εγκατάσταση κατηγορίας Β, εάν οι μέσες επαληθευμένες ετήσιες εκπομπές της αμέσως προηγουμένης της τρέχουσας περιόδου εμπορίας, εξαιρουμένου του CO2 που προέρχεται από βιομάζα και πριν από την αφαίρεση του μεταφερόμενου CO2, υπερβαίνουν τους 50 000 τόνους CO2(e) και είναι ίσες ή χαμηλότερες από 500 000 τόνους CO2(e)·

γ)

εγκατάσταση κατηγορίας Γ, εάν οι μέσες επαληθευμένες ετήσιες εκπομπές της αμέσως προηγουμένης της τρέχουσας περιόδου εμπορίας, εξαιρουμένου του CO2 που προέρχεται από βιομάζα και πριν από την αφαίρεση του μεταφερόμενου CO2, υπερβαίνουν τους 500 000 τόνους CO2(e).

3.   Ο φορέας εκμετάλλευσης κατατάσσει κάθε ροή πηγής, συγκρίνοντας τη ροή πηγής με το άθροισμα όλων των απόλυτων τιμών CO2 ορυκτής προέλευσης και CO2(e) που αντιστοιχούν στο σύνολο των ροών πηγής οι οποίες περιλαμβάνονται σε βασιζόμενες σε υπολογισμούς μεθοδολογίες και όλων των εκπομπών από τις πηγές εκπομπών που παρακολουθούνται με τη χρήση βασιζόμενων σε μετρήσεις μεθοδολογιών, πριν από την αφαίρεση του μεταφερόμενου CO2, σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α)

ελάσσονες ροές πηγής, εάν οι ροές πηγής που έχουν επιλεγεί από τον φορέα εκμετάλλευσης αντιστοιχούν από κοινού σε ποσότητα μικρότερη από 5 000 τόνους CO2 ορυκτής προέλευσης ετησίως ή σε ποσοστό κάτω του 10 %, με μέγιστο συνολικό μερίδιο 100 000 τόνους CO2 ορυκτής προέλευσης ετησίως, αναλόγως του ποια είναι η μεγαλύτερη απόλυτη τιμή·

β)

αμελητέες (de minimis) ροές πηγής, εάν οι ροές πηγής που έχουν επιλεγεί από τον φορέα εκμετάλλευσης αντιστοιχούν από κοινού σε ποσότητα μικρότερη από 1 000 τόνους CO2 ορυκτής προέλευσης ετησίως ή σε ποσοστό κάτω του 2 %, με μέγιστο συνολικό μερίδιο 20 000 τόνους CO2 ορυκτής προέλευσης ετησίως, αναλόγως του ποια είναι η μεγαλύτερη απόλυτη τιμή·

γ)

μείζονες ροές πηγής, εάν οι ροές πηγής δεν κατατάσσονται σε καμία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και Β.

4.   Εάν οι μέσες επαληθευμένες ετήσιες εκπομπές της αμέσως προηγούμενης της τρέχουσας περιόδου εμπορίας της εγκατάστασης δεν είναι διαθέσιμες ή είναι ανακριβείς, ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί συντηρητική εκτίμηση των ετήσιων μέσων εκπομπών, εξαιρουμένου του CO2 που προέρχεται από βιομάζα και πριν από την αφαίρεση του μεταφερόμενου CO2, για να προσδιορίσει την κατηγορία της εγκατάστασης.

Άρθρο 20

Όρια παρακολούθησης

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης καθορίζει τα όρια παρακολούθησης κάθε εγκατάστασης.

Εντός των ορίων αυτών, ο φορέας εκμετάλλευσης συμπεριλαμβάνει όλες τις εκπομπές των σχετικών αερίων θερμοκηπίου από όλες τις πηγές εκπομπών και τις ροές πηγής που ανήκουν σε δραστηριότητες της συγκεκριμένης εγκατάστασης οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, καθώς και από τις δραστηριότητες και τα αέρια θερμοκηπίου που έχει εντάξει το κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 24 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

Ο φορέας εκμετάλλευσης συμπεριλαμβάνει επίσης τις εκπομπές που οφείλονται τόσο στην κανονική λειτουργία όσο και σε απρόβλεπτα συμβάντα, συμπεριλαμβανομένων της εκκίνησης και διακοπής λειτουργίας και των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης κατά την περίοδο αναφοράς, με εξαίρεση τις εκπομπές των κινητών μηχανών που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές.

2.   Κατά τον καθορισμό της διαδικασίας παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων, ο φορέας εκμετάλλευσης συμπεριλαμβάνει τις ειδικές κατά τομείς απαιτήσεις που προβλέπονται στο παράρτημα IV.

3.   Όταν διαπιστώνονται διαρροές από συγκρότημα αποθήκευσης σύμφωνα με την οδηγία 2009/31/ΕΚ, οι οποίες οδηγούν σε εκπομπές, ή έκλυση CO2 στη στήλη ύδατος, θεωρούνται πηγές εκπομπών της αντίστοιχης εγκατάστασης και παρακολουθούνται σύμφωνα με το παράρτημα IV τμήμα 23 του παρόντος κανονισμού.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει να εξαιρεθεί η διαρροή ως πηγή εκπομπής από τη διαδικασία παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων, όταν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα με βάση το άρθρο 16 της οδηγίας 2009/31/ΕΚ και δεν είναι πλέον δυνατόν να ανιχνευθεί εκπομπή ή έκλυση στη στήλη ύδατος εξαιτίας της διαρροής αυτής.

Άρθρο 21

Επιλογή της μεθοδολογίας παρακολούθησης

1.   Για την παρακολούθηση των εκπομπών μιας εγκατάστασης, ο φορέας εκμετάλλευσης επιλέγει να εφαρμόσει είτε μεθοδολογία βασιζόμενη σε υπολογισμούς είτε μεθοδολογία βασιζόμενη σε μετρήσεις, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

Η βασιζόμενη σε υπολογισμούς μεθοδολογία συνίσταται στον προσδιορισμό των εκπομπών από ροές πηγής με βάση δεδομένα δραστηριότητας που λαμβάνονται με τη βοήθεια συστημάτων μετρήσεων και συμπληρωματικές παραμέτρους που προκύπτουν από εργαστηριακές αναλύσεις ή προκαθορισμένες τιμές. Η βασιζόμενη σε υπολογισμούς μεθοδολογία μπορεί να εφαρμοστεί είτε μέσω της τυπικής μεθοδολογίας που προβλέπεται στο άρθρο 24 είτε μέσω της μεθοδολογίας ισοζυγίου μάζας που προβλέπεται στο άρθρο 25.

Η βασιζόμενη σε μετρήσεις μεθοδολογία συνίσταται στον προσδιορισμό των εκπομπών από μια πηγή με συνεχή μέτρηση, αφενός της συγκέντρωσης του αντίστοιχου αερίου θερμοκηπίου στα απαέρια και, αφετέρου, της ροής απαερίων, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς CO2 μεταξύ εγκαταστάσεων όπου μετρώνται η συγκέντρωση CO2 και η ροή του μεταφερόμενου αερίου.

Όταν εφαρμόζεται η βασιζόμενη σε υπολογισμούς μεθοδολογία, ο φορέας εκμετάλλευσης ορίζει στο σχέδιο παρακολούθησης, για κάθε ροή πηγής, αν χρησιμοποιείται η τυπική μεθοδολογία ή η μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας, συμπεριλαμβάνοντας τις σχετικές βαθμίδες σύμφωνα με το παράρτημα II.

2.   Με την επιφύλαξη έγκρισης από την αρμόδια αρχή, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να συνδυάζει την τυπική μεθοδολογία, τη μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας και μεθοδολογίες βασιζόμενες σε μετρήσεις για διαφορετικές πηγές εκπομπών και ροές πηγής που ανήκουν στην ίδια εγκατάσταση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν σημειώνονται κενά ή διπλοεγγραφές όσον αφορά τις εκπομπές.

3.   Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης δεν επιλέξει μεθοδολογία βασιζόμενη σε μετρήσεις, επιλέγει τη μεθοδολογία που απαιτείται από το αντίστοιχο τμήμα του παραρτήματος IV, εκτός εάν προσκομίσει στις αρμόδιες αρχές στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η χρήση της εν λόγω μεθοδολογίας δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος ή ότι άλλη μεθοδολογία οδηγεί σε μεγαλύτερη συνολική ακρίβεια των δεδομένων για τις εκπομπές.

Άρθρο 22

Μεθοδολογία παρακολούθησης που δεν βασίζεται σε βαθμίδες

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 21 παράγραφος 1, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να χρησιμοποιεί μεθοδολογία παρακολούθησης που δεν βασίζεται σε βαθμίδες (εφεξής «εφεδρική μεθοδολογία») σε επιλεγμένες ροές πηγής ή πηγές εκπομπών, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η εφαρμογή τουλάχιστον της βαθμίδας 1 στο πλαίσιο της βασιζόμενης σε υπολογισμούς μεθοδολογίας, για μία ή περισσότερες μείζονες ή ελάσσονες ροές πηγής, και μεθοδολογίας βασιζόμενης σε μετρήσεις για μία τουλάχιστον πηγή εκπομπών που σχετίζεται με τις ίδιες ροές πηγής δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος·

β)

ο φορέας εκμετάλλευσης εκτιμά και προσδιορίζει ποσοτικά κάθε έτος την αβεβαιότητα όσον αφορά όλες τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των ετήσιων εκπομπών, σύμφωνα με τον Οδηγό του ISO για την Έκφραση της Αβεβαιότητας των Μετρήσεων (JCGM 100:2008) ή άλλο ισοδύναμο διεθνώς αποδεκτό πρότυπο, και συμπεριλαμβάνει τα αποτελέσματα στην ετήσια έκθεση για τις εκπομπές·

γ)

ο φορέας εκμετάλλευσης αποδεικνύει ικανοποιητικά κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής, ότι με την εφαρμογή της εν λόγω εφεδρικής μεθοδολογίας παρακολούθησης τα γενικά όρια αβεβαιότητας για τις ετήσιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου του συνόλου της εγκατάστασης δεν υπερβαίνουν ποσοστό 7,5 % για τις εγκαταστάσεις κατηγορίας Α, 5,0 % για τις εγκαταστάσεις κατηγορίας Β και 2,5 % για τις εγκαταστάσεις κατηγορίας Γ.

Άρθρο 23

Προσωρινές αλλαγές στη μεθοδολογία παρακολούθησης

1.   Όταν, για τεχνικούς λόγους, δεν είναι εφικτή προσωρινά η εφαρμογή της βαθμίδας του σχεδίου παρακολούθησης για τα δεδομένα δραστηριότητας ή για κάθε συντελεστή υπολογισμού μιας ροής καυσίμου ή υλικού, όπως έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή, ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει την ανώτερη εφικτή βαθμίδα έως ότου αποκατασταθούν οι συνθήκες εφαρμογής της βαθμίδας που έχει εγκριθεί στο σχέδιο παρακολούθησης.

Ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την άμεση αποκατάσταση της βαθμίδας του σχεδίου παρακολούθησης που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.

2.   Ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης γνωστοποιεί αμελλητί στην αρμόδια αρχή την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 προσωρινή αλλαγή στη μεθοδολογία παρακολούθησης, αναφέροντας:

α)

τους λόγους της απόκλισης από τη βαθμίδα·

β)

λεπτομερώς την προσωρινή μεθοδολογία παρακολούθησης, την οποία χρησιμοποιεί για τον προσδιορισμό των εκπομπών έως ότου αποκατασταθούν οι συνθήκες εφαρμογής της βαθμίδας που προβλέπεται στο σχέδιο παρακολούθησης·

γ)

τα μέτρα που λαμβάνει για την αποκατάσταση των συνθηκών εφαρμογής της βαθμίδας του σχεδίου παρακολούθησης που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή·

δ)

την προβλεπόμενη χρονική στιγμή, κατά την οποία θα αρχίσει και πάλι η εφαρμογή της βαθμίδας που έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.

ΤΜΗΜΑ 2

Βασιζόμενη σε υπολογισμούς μεθοδολογία

Υποτμήμα 1

Γενικά

Άρθρο 24

Υπολογισμός των εκπομπών βάσει της τυπικής μεθοδολογίας

1.   Βάσει της τυπικής μεθοδολογίας, ο φορέας εκμετάλλευσης υπολογίζει τις εκπομπές καύσης ανά ροή πηγής, πολλαπλασιάζοντας τα δεδομένα δραστηριότητας που σχετίζονται με την ποσότητα καιόμενων καυσίμων, εκφραζόμενα σε terajoules με βάση την κατώτερη θερμογόνο δύναμη (NCV), επί τον αντίστοιχο συντελεστή εκπομπών, εκφραζόμενο σε τόνους CO2 ανά terajoule (t CO2/TJ), όπως συνάδει με τη χρήση της NCV, και επί τον αντίστοιχο συντελεστή οξείδωσης.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει τη χρήση συντελεστών εκπομπών για καύσιμα εκφραζόμενων σε t CO2/t ή t CO2/Nm3. Στην περίπτωση αυτή, ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τις εκπομπές καύσης, πολλαπλασιάζοντας τα δεδομένα δραστηριότητας που σχετίζονται με την ποσότητα καιόμενων καυσίμων εκφραζόμενη σε τόνους ή σε κανονικά κυβικά μέτρα, επί τον αντίστοιχο συντελεστή εκπομπών και επί τον αντίστοιχο συντελεστή οξείδωσης.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τις εκπομπές διεργασίας ανά ροή πηγής, πολλαπλασιάζοντας τα δεδομένα δραστηριότητας που σχετίζονται με την κατανάλωση υλικών, τη διακίνηση υλικών ή την πραγματική παραγωγή εκφραζόμενη σε τόνους ή κανονικά κυβικά μέτρα, επί τον αντίστοιχο συντελεστή εκπομπών, εκφραζόμενο σε t CO2/t ή t CO2/Nm3, και επί τον αντίστοιχο συντελεστή μετατροπής.

3.   Όταν ο συντελεστής εκπομπών βαθμίδας 1 ή βαθμίδας 2 εμπεριέχει ήδη την επίδραση ατελών χημικών αντιδράσεων, ο συντελεστής οξείδωσης ή ο συντελεστής μετατροπής ορίζεται ίσος με 1.

Άρθρο 25

Υπολογισμός των εκπομπών βάσει της μεθοδολογίας ισοζυγίου μάζας

1.   Βάσει της μεθοδολογίας ισοζυγίου μάζας, ο φορέας εκμετάλλευσης υπολογίζει την ποσότητα CO2 που αντιστοιχεί σε κάθε ροή πηγής η οποία περιλαμβάνεται στο ισοζύγιο μάζας, πολλαπλασιάζοντας τα δεδομένα δραστηριότητας που σχετίζονται με την ποσότητα υλικού η οποία εισέρχεται ή εξέρχεται των ορίων του ισοζυγίου μάζας επί το γινόμενο της περιεκτικότητας του υλικού σε άνθρακα επί 3 664 t CO2/t C, εφαρμόζοντας το τμήμα 3 του παραρτήματος II.

2.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 49, οι εκπομπές της όλης διεργασίας που καλύπτεται από το ισοζύγιο μάζας ισούνται με το άθροισμα των ποσοτήτων CO2 που αντιστοιχούν σε όλες τις ροές πηγής οι οποίες καλύπτονται από το ισοζύγιο μάζας. Οι εκπομπές μονοξειδίου του άνθρακα (CO) στην ατμόσφαιρα υπολογίζονται στο ισοζύγιο μάζας ως εκπομπές του γραμμομοριακού ισοδυνάμου του CO2.

Άρθρο 26

Εφαρμοστέες βαθμίδες

1.   Κατά τον ορισμό των σχετικών βαθμίδων σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1, για τον προσδιορισμό των δεδομένων δραστηριότητας και κάθε συντελεστή υπολογισμού, κάθε φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει τα ακόλουθα:

α)

τουλάχιστον τις βαθμίδες που απαριθμούνται στο παράρτημα V, στην περίπτωση εγκατάστασης κατηγορίας Α ή όταν απαιτείται συντελεστής υπολογισμού για ροή πηγής που είναι τυπικό καύσιμο του εμπορίου·

β)

στις λοιπές περιπτώσεις πλην εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο α), την ανώτατη βαθμίδα, όπως ορίζεται στο παράρτημα II.

Ωστόσο, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να εφαρμόζει βαθμίδα κατά ένα επίπεδο χαμηλότερη από την απαιτούμενη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο για τις εγκαταστάσεις κατηγορίας Γ και βαθμίδα έως και κατά δύο επίπεδα χαμηλότερη για τις εγκαταστάσεις κατηγορίας Α και Β, με κατώτατο όριο τη βαθμίδα 1, εάν αποδείξει ικανοποιητικά κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής ότι η απαιτούμενη βαθμίδα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος.

Η αρμόδια αρχή μπορεί, για μεταβατική περίοδο μέχρι τριών ετών, να επιτρέψει στον φορέα εκμετάλλευσης να εφαρμόζει χαμηλότερες βαθμίδες από τις αναφερόμενες στο δεύτερο εδάφιο, με κατώτατο όριο τη βαθμίδα 1, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις, σωρευτικά:

α)

ο φορέας εκμετάλλευσης αποδεικνύει ικανοποιητικά κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής ότι η απαιτούμενη βαθμίδα σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος·

β)

ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει σχέδιο βελτίωσης στο οποίο αναφέρεται με ποιον τρόπο και πότε θα επιτευχθεί η άνοδος τουλάχιστον στη βαθμίδα που απαιτείται δυνάμει του δευτέρου εδαφίου.

2.   Για τα δεδομένα δραστηριότητας και κάθε συντελεστή υπολογισμού που αφορούν ελάσσονες ροές πηγής, ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει την ανώτατη βαθμίδα που είναι τεχνικά εφικτή και δεν συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος, με κατώτατο όριο τη βαθμίδα 1.

3.   Για τα δεδομένα δραστηριότητας και κάθε συντελεστή υπολογισμού που αφορούν αμελητέες ροές πηγής, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να προσδιορίζει τα δεδομένα δραστηριότητας και κάθε συντελεστή υπολογισμού χρησιμοποιώντας συντηρητικές εκτιμήσεις αντί βαθμίδων, εκτός εάν η οριζόμενη βαθμίδα μπορεί να επιτευχθεί χωρίς πρόσθετη προσπάθεια.

4.   Για τους συντελεστές οξείδωσης και μετατροπής, ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει τουλάχιστον τις κατώτατες βαθμίδες που απαριθμούνται στο παράρτημα II.

5.   Στις περιπτώσεις που η αρμόδια αρχή έχει επιτρέψει τη χρήση συντελεστών εκπομπών εκφραζόμενων σε t CO2/t ή t CO2/Nm3 για τα καύσιμα και για τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται ως εισροή διεργασίας ή σε ισοζύγια μάζας σύμφωνα με το άρθρο 25, η κατώτερη θερμογόνος δύναμη μπορεί να παρακολουθείται με τη χρήση βαθμίδων χαμηλότερων από την ανώτατη βαθμίδα που ορίζεται στο παράρτημα II.

Υποτμήμα 2

Δεδομένα δραστηριότητας

Άρθρο 27

Προσδιορισμός των δεδομένων δραστηριότητας

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τα δεδομένα δραστηριότητας μιας ροής πηγής με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α)

βάσει συνεχούς μέτρησης στη διεργασία η οποία προκαλεί τις εκπομπές·

β)

βάσει άθροισης των μετρήσεων ποσοτήτων που παραδίδονται χωριστά, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές μεταβολές αποθεμάτων.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), η ποσότητα καυσίμου ή υλικού που χρησιμοποιήθηκε σε διεργασία κατά την περίοδο αναφοράς υπολογίζεται ως η ποσότητα καυσίμου ή υλικού που αγοράστηκε κατά την περίοδο αναφοράς, μείον την ποσότητα καυσίμου ή υλικού που εξήχθη από την εγκατάσταση, συν την ποσότητα καυσίμου ή υλικού που βρισκόταν στα αποθέματα στην αρχή της περιόδου αναφοράς, μείον την ποσότητα καυσίμου ή υλικού που βρισκόταν στα αποθέματα στο τέλος της περιόδου αναφοράς.

Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός των ποσοτήτων που βρίσκονται στα αποθέματα με άμεση μέτρηση δεν είναι τεχνικά εφικτός ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να υπολογίζει κατ’ εκτίμηση τις ποσότητες αυτές με βάση ένα από τα ακόλουθα:

α)

δεδομένα προηγουμένων ετών, τα οποία συσχετίζει με τις εκροές κατά την περίοδο αναφοράς·

β)

τεκμηριωμένες διαδικασίες και αντίστοιχα δεδομένα προερχόμενα από ελεγμένες λογιστικές καταστάσεις που καλύπτουν την περίοδο αναφοράς.

Όταν ο προσδιορισμός δεδομένων δραστηριότητας για ολόκληρο το ημερολογιακό έτος δεν είναι τεχνικά εφικτός ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να επιλέξει την επόμενη καταλληλότερη ημέρα για να διαχωρίσει ένα έτος αναφοράς από το επόμενο και να προσαρμόσει αναλόγως τα στοιχεία προς το απαιτούμενο ημερολογιακό έτος. Οι συνακόλουθες αποκλίσεις που αφορούν μία ή περισσότερες ροές πηγής καταγράφονται επακριβώς, αποτελούν τη βάση μιας αντιπροσωπευτικής για το ημερολογιακό έτος τιμής και λαμβάνονται με συνέπεια υπόψη για το επόμενο έτος.

Άρθρο 28

Συστήματα μετρήσεων υπό τον έλεγχο του φορέα εκμετάλλευσης

1.   Για τον προσδιορισμό των δεδομένων δραστηριότητας σύμφωνα με το άρθρο 27, ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί αποτελέσματα μετρήσεων από συστήματα μετρήσεων υπό τον έλεγχό του στην εγκατάσταση, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο φορέας εκμετάλλευσης υποχρεούται να διενεργεί εκτίμηση αβεβαιότητας και διασφαλίζει την τήρηση του ορίου αβεβαιότητας της αντίστοιχης βαθμίδας·

β)

ο φορέας εκμετάλλευσης υποχρεούται να διασφαλίζει ότι, τουλάχιστον μία φορά ετησίως και μετά από κάθε διακρίβωση/βαθμονόμηση των οργάνων μετρήσεων, τα αποτελέσματα της διακρίβωσης/βαθμονόμησης, πολλαπλασιαζόμενα επί ένα συντελεστή συντηρητικής προσαρμογής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλη χρονοσειρά προηγούμενων διακριβώσεων/βαθμονομήσεων του ίδιου ή ομοειδών οργάνων μετρήσεων, για να ληφθεί υπόψη η επίδραση της αβεβαιότητας κατά τη λειτουργία, συγκρίνονται με τα αντίστοιχα όρια αβεβαιότητας.

Σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων κάθε βαθμίδας που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 12 ή διαπίστωσης ότι ο εξοπλισμός δεν ανταποκρίνεται σε άλλες απαιτήσεις, ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει αμελλητί διορθωτικά μέτρα και ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης προσκομίζει στην αρμόδια αρχή την εκτίμηση αβεβαιότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) όταν γνωστοποιεί νέο σχέδιο παρακολούθησης ή όταν η εκτίμηση αυτή είναι συναφής ως προς την τροποποίηση του εγκεκριμένου σχεδίου παρακολούθησης.

Η εκτίμηση περιλαμβάνει την αβεβαιότητα των χρησιμοποιούμενων οργάνων μετρήσεων σύμφωνα με τις προδιαγραφές τους, την αβεβαιότητα που συνδέεται με τη βαθμονόμηση και κάθε επιπλέον αβεβαιότητα που συνδέεται με τον τρόπο χρήσης των οργάνων μετρήσεων στην πράξη. Η αβεβαιότητα που σχετίζεται με τις μεταβολές αποθεμάτων περιλαμβάνεται στην εκτίμηση αβεβαιότητας, εάν οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης έχουν χωρητικότητα τουλάχιστον ίση με το 5 % της ετήσιας χρησιμοποιούμενης ποσότητας του συγκεκριμένου καυσίμου ή υλικού. Κατά τη διενέργεια της εκτίμησης, ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι δηλούμενες τιμές που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό των ορίων αβεβαιότητας κάθε βαθμίδας του παραρτήματος II αναφέρονται στην αβεβαιότητα για μία πλήρη περίοδο αναφοράς.

Ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να απλουστεύσει την εκτίμηση αβεβαιότητας, χρησιμοποιώντας την παραδοχή ότι τα μέγιστα επιτρεπτά σφάλματα κατά τη λειτουργία που προβλέπονται στις προδιαγραφές του οργάνου μετρήσεων ή η αβεβαιότητα που προκύπτει από τη διακρίβωση/βαθμονόμηση, εφόσον είναι χαμηλότερη, πολλαπλασιαζόμενα επί ένα συντελεστή συντηρητικής προσαρμογής για να ληφθεί υπόψη η επίδραση της αβεβαιότητας κατά τη λειτουργία, θεωρούνται ως η αβεβαιότητα για το σύνολο της περιόδου αναφοράς, η οποία απαιτείται βάσει των ορισμών των βαθμίδων στο παράρτημα II, υπό την προϋπόθεση ότι τα όργανα μετρήσεων είναι εγκατεστημένα σε περιβάλλον κατάλληλο για τις προδιαγραφές χρήσης τους.

3.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει στον φορέα εκμετάλλευσης να χρησιμοποιεί αποτελέσματα μετρήσεων από συστήματα μετρήσεων υπό τον έλεγχό του στην εγκατάσταση, εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα χρησιμοποιούμενα όργανα μετρήσεων υπόκεινται στον σχετικό εθνικό νόμιμο μετρολογικό έλεγχο.

Για τον σκοπό αυτό, επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως τιμή αβεβαιότητας, χωρίς την παροχή περαιτέρω αποδείξεων, το μέγιστο επιτρεπτό σφάλμα κατά τη λειτουργία το οποίο επιτρέπεται από τη σχετική εθνική νομοθεσία περί νόμιμου μετρολογικού ελέγχου για την αντίστοιχη εργασία μέτρησης.

Άρθρο 29

Συστήματα μετρήσεων εκτός του ελέγχου του φορέα εκμετάλλευσης

1.   Εάν, βάσει απλουστευμένης εκτίμησης αβεβαιότητας, η χρήση συστημάτων μετρήσεων εκτός του ελέγχου του φορέα εκμετάλλευσης, σε σύγκριση με τη χρήση συστημάτων υπό τον έλεγχο του φορέα εκμετάλλευσης σύμφωνα με το άρθρο 28, επιτρέπει στον φορέα εκμετάλλευσης να τηρεί τουλάχιστον εξίσου υψηλή βαθμίδα, οδηγεί σε πλέον αξιόπιστα αποτελέσματα και ενέχει μικρότερους κινδύνους ελέγχου, ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τα δεδομένα δραστηριότητας από συστήματα μετρήσεων εκτός του ελέγχου του.

Προς τούτο, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να επανέλθει σε μια από τις ακόλουθες πηγές δεδομένων:

α)

τις ποσότητες που αναγράφονται σε τιμολόγια τα οποία εκδίδονται από εμπορικό εταίρο, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει εμπορική συναλλαγή μεταξύ δύο ανεξάρτητων εμπορικών εταίρων·

β)

τις άμεσες ενδείξεις των συστημάτων μετρήσεων.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης διασφαλίζει την τήρηση της εφαρμοστέας βαθμίδας σύμφωνα με το άρθρο 26.

Για τον σκοπό αυτό, επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως αβεβαιότητα, χωρίς την παροχή περαιτέρω αποδείξεων, το μέγιστο επιτρεπτό σφάλμα κατά τη λειτουργία το οποίο επιτρέπεται από τη σχετική νομοθεσία περί εθνικού νόμιμου μετρολογικού ελέγχου για την αντίστοιχη εμπορική συναλλαγή.

Εάν οι εφαρμοστέες απαιτήσεις στο πλαίσιο του εθνικού νόμιμου μετρολογικού ελέγχου είναι λιγότερο αυστηρές από την εφαρμοστέα βαθμίδα σύμφωνα με το άρθρο 26, ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την εφαρμοστέα αβεβαιότητα από τον εμπορικό εταίρο που είναι υπεύθυνος για το σύστημα μετρήσεων.

Υποτμήμα 3

Συντελεστές υπολογισμού

Άρθρο 30

Προσδιορισμός των συντελεστών υπολογισμού

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τους συντελεστές υπολογισμού είτε ως προκαθορισμένες τιμές είτε ως τιμές βάσει ανάλυσης, ανάλογα με την εφαρμοστέα βαθμίδα.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει και αναφέρει τους συντελεστές υπολογισμού με συνέπεια προς την κατάσταση που χρησιμοποιήθηκε για τα συναφή δεδομένα δραστηριότητας, ήτοι την κατάσταση στην οποία το καύσιμο ή το υλικό αγοράζεται ή χρησιμοποιείται στη διεργασία που προκαλεί τις εκπομπές, πριν ξηρανθεί ή υποβληθεί σε άλλη κατεργασία για εργαστηριακή ανάλυση.

Όταν η προσέγγιση αυτή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος ή όταν μπορεί να επιτευχθεί μεγαλύτερη ακρίβεια, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να αναφέρει συστηματικά τα δεδομένα δραστηριότητας και τους συντελεστές υπολογισμού για την κατάσταση στην οποία εκτελούνται οι εργαστηριακές αναλύσεις.

Άρθρο 31

Προκαθορισμένες τιμές για τους συντελεστές υπολογισμού

1.   Όταν ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τους συντελεστές υπολογισμού ως προκαθορισμένες τιμές, χρησιμοποιεί μία από τις ακόλουθες τιμές, σύμφωνα με την απαίτηση της εφαρμοστέας βαθμίδας, όπως προβλέπεται στα παραρτήματα II και VI:

α)

τους πρότυπους συντελεστές και τους στοιχειομετρικούς συντελεστές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα VΙ·

β)

τους πρότυπους συντελεστές που χρησιμοποιούνται από το κράτος μέλος για τον εθνικό κατάλογο απογραφής τον οποίο υποβάλλει στη Γραμματεία της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος·

γ)

τις τιμές της βιβλιογραφίας που έχουν συμφωνηθεί με την αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων των πρότυπων συντελεστών που δημοσιεύονται από την αρμόδια αρχή, οι οποίες είναι συμβατές με τους συντελεστές που αναφέρονται στο στοιχείο β), αλλά είναι αντιπροσωπευτικές ειδικότερων πηγών ροών καυσίμου·

δ)

τις τιμές τις οποίες ορίζει και εγγυάται ο προμηθευτής ενός υλικού, εάν ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να αποδείξει ικανοποιητικά κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής ότι η περιεκτικότητα σε άνθρακα παρουσιάζει διάστημα εμπιστοσύνης 95 % που δεν υπερβαίνει το 1 %·

ε)

τις τιμές που βασίζονται σε αναλύσεις του παρελθόντος, εάν ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να αποδείξει ικανοποιητικά κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής ότι οι τιμές αυτές είναι αντιπροσωπευτικές για τις μελλοντικές παρτίδες του ίδιου υλικού.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης αναφέρει σαφώς στο σχέδιο παρακολούθησης όλες τις προκαθορισμένες τιμές που χρησιμοποιούνται.

Εάν οι προκαθορισμένες τιμές μεταβάλλονται σε ετήσια βάση, ο φορέας εκμετάλλευσης αναφέρει σαφώς στο σχέδιο παρακολούθησης την επίσημη εφαρμοστέα πηγή της εκάστοτε τιμής.

3.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να εγκρίνει αλλαγή των προκαθορισμένων τιμών για έναν συντελεστή υπολογισμού στο σχέδιο παρακολούθησης σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2, μόνον εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης παρέχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η νέα προκαθορισμένη τιμή οδηγεί σε ακριβέστερο προσδιορισμό των εκπομπών.

4.   Μετά από αίτηση του φορέα εκμετάλλευσης, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει να προσδιορίζονται η κατώτερη θερμογόνος δύναμη και οι συντελεστές εκπομπών των καυσίμων με τη χρήση των βαθμίδων που απαιτούνται για τα τυπικά καύσιμα του εμπορίου, υπό την προϋπόθεση ότι ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει, τουλάχιστον ανά τριετία, στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το διάστημα 1 % για τη θερμογόνο δύναμη κατά τις προδιαγραφές επιτεύχθηκε κατά την τελευταία τριετία.

Άρθρο 32

Συντελεστές υπολογισμού βασιζόμενοι σε αναλύσεις

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης διασφαλίζει ότι οι αναλύσεις, δειγματοληψίες, διακριβώσεις / βαθμονομήσεις και επικυρώσεις για τον προσδιορισμό των συντελεστών υπολογισμού διεξάγονται με την εφαρμογή μεθόδων βασισμένων στα αντίστοιχα πρότυπα EN.

Εάν δεν υπάρχουν τα εν λόγω πρότυπα, οι μέθοδοι βασίζονται στα κατάλληλα πρότυπα ΙSO ή εθνικά πρότυπα. Ελλείψει δημοσιευμένων εφαρμοστέων προτύπων, χρησιμοποιούνται κατάλληλα σχέδια προτύπων, κατευθυντήριες γραμμές βέλτιστης βιομηχανικής πρακτικής ή άλλες επιστημονικά αποδεδειγμένες μεθοδολογίες, που περιορίζουν τα συστηματικά σφάλματα δειγματοληψίας και μέτρησης.

2.   Όταν χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των εκπομπών αεριοχρωματογράφοι ή αναλυτές αερίων —με ή χωρίς εξαγωγή— επί της γραμμής, ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει έγκριση από την αρμόδια αρχή για τη χρήση του εν λόγω εξοπλισμού. Ο εξοπλισμός αυτός χρησιμοποιείται μόνον όσον αφορά τα δεδομένα σύστασης για αέρια καύσιμα και υλικά. Ως ελάχιστο μέτρο διασφάλισης ποιότητας, ο φορέας εκμετάλλευσης μεριμνά ώστε να διενεργείται αρχική επικύρωση του οργάνου, η οποία επαναλαμβάνεται ετησίως.

3.   Το αποτέλεσμα κάθε ανάλυσης χρησιμοποιείται μόνο για την περίοδο παραδόσεων ή την παρτίδα του καυσίμου ή υλικού για την οποία ελήφθησαν τα δείγματα και της οποίας επιδιώχθηκε να είναι αντιπροσωπευτικά.

Για τον προσδιορισμό συγκεκριμένης παραμέτρου, ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα του συνόλου των αναλύσεων που έχουν διενεργηθεί σε σχέση με την εν λόγω παράμετρο.

Άρθρο 33

Σχέδιο δειγματοληψίας

1.   Όταν οι συντελεστές υπολογισμού προσδιορίζονται μέσω αναλύσεων, ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει προς έγκριση στην αρμόδια αρχή, για κάθε καύσιμο ή υλικό, σχέδιο δειγματοληψίας με τη μορφή γραπτής διαδικασίας, το οποίο περιλαμβάνει πληροφορίες για τις μεθοδολογίες προετοιμασίας των δειγμάτων, μεταξύ των οποίων πληροφορίες σχετικά με τις αρμοδιότητες, τις τοποθεσίες, τις συχνότητες και τις ποσότητες, καθώς και για τις μεθοδολογίες αποθήκευσης και μεταφοράς των δειγμάτων.

Ο φορέας εκμετάλλευσης διασφαλίζει ότι τα λαμβανόμενα δείγματα είναι αντιπροσωπευτικά της αντίστοιχης παρτίδας ή περιόδου παραδόσεων και απαλλαγμένα από συστηματικά σφάλματα. Τα σχετικά στοιχεία του σχεδίου δειγματοληψίας συμφωνούνται με το εργαστήριο που εκτελεί την ανάλυση για το αντίστοιχο καύσιμο ή υλικό και στο σχέδιο συμπεριλαμβάνονται αποδεικτικά στοιχεία για την εν λόγω συμφωνία. Ο φορέας εκμετάλλευσης καθιστά το σχέδιο διαθέσιμο για τους σκοπούς της επαλήθευσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2012.

2.   Κατόπιν συμφωνίας με το εργαστήριο που εκτελεί την ανάλυση για το αντίστοιχο καύσιμο ή υλικό και με την επιφύλαξη της έγκρισης της αρμόδιας αρχής, ο φορέας εκμετάλλευσης, προσαρμόζει τα στοιχεία του σχεδίου δειγματοληψίας, όταν από τα αποτελέσματα των αναλύσεων προκύπτει ότι η ανομοιογένεια του καυσίμου ή του υλικού διαφέρει σημαντικά σε σχέση με τα στοιχεία για την ανομοιογένεια στα οποία βασίστηκε το αρχικό σχέδιο δειγματοληψίας για το συγκεκριμένο καύσιμο ή υλικό.

Άρθρο 34

Χρήση εργαστηρίων

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης εξασφαλίζει ότι τα εργαστήρια που χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή των αναλύσεων προσδιορισμού των συντελεστών υπολογισμού είναι διαπιστευμένα κατά EN ISO/IEC 17025 για τις σχετικές αναλυτικές μεθόδους.

2.   Εργαστήρια μη διαπιστευμένα κατά EN ISO/IEC 17025 μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό των συντελεστών υπολογισμού, μόνον εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να αποδείξει ικανοποιητικά κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής ότι η πρόσβαση στα εργαστήρια της παραγράφου 1 δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος και ότι το μη διαπιστευμένο εργαστήριο ανταποκρίνεται σε απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες του προτύπου EN ISO/IEC 17025.

3.   Η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι ένα εργαστήριο ανταποκρίνεται σε απαιτήσεις ισοδύναμες με εκείνες του προτύπου EN ISO/IEC 17025 κατά την έννοια της παραγράφου 2, εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης παρέχει, στο μέτρο του δυνατού, με τη μορφή και τον βαθμό λεπτομέρειας που απαιτούνται για τις διαδικασίες κατά το άρθρο 12 παράγραφος 2, αποδείξεις σύμφωνα με το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Όσον αφορά τη διαχείριση της ποιότητας, ο φορέας εκμετάλλευσης προσκομίζει διαπιστευμένη πιστοποίηση του εργαστηρίου κατά EN ISO/IEC 9001 ή άλλα πιστοποιημένα συστήματα διαχείρισης της ποιότητας, τα οποία καλύπτουν το εργαστήριο. Εάν δεν υπάρχουν τα εν λόγω πιστοποιημένα συστήματα διαχείρισης της ποιότητας, ο φορέας εκμετάλλευσης παρέχει άλλες κατάλληλες αποδείξεις από τις οποίες προκύπτει ότι το εργαστήριο είναι ικανό να διαχειρίζεται το προσωπικό, τις διαδικασίες, τα έγγραφα και τα καθήκοντά του με αξιόπιστο τρόπο.

Όσον αφορά την τεχνική ικανότητα, ο φορέας εκμετάλλευσης παρέχει αποδείξεις, από τις οποίες προκύπτει η ικανότητα του εργαστηρίου να παράγει έγκυρα από τεχνικής πλευράς αποτελέσματα χρησιμοποιώντας τις σχετικές αναλυτικές διαδικασίες. Οι εν λόγω αποδείξεις καλύπτουν τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

διαχείριση της ικανότητας του προσωπικού για τα συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται·

β)

καταλληλότητα των συνθηκών στέγασης και περιβάλλοντος·

γ)

επιλογή αναλυτικών μεθόδων και σχετικών προτύπων·

δ)

κατά περίπτωση, διαχείριση των δειγματοληψιών και της προετοιμασίας των δειγμάτων, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου της ακεραιότητας των δειγμάτων·

ε)

κατά περίπτωση, ανάπτυξη και επικύρωση νέων αναλυτικών μεθόδων ή εφαρμογή μεθόδων που δεν καλύπτονται από διεθνή ή εθνικά πρότυπα·

στ)

εκτίμηση αβεβαιότητας·

ζ)

διαχείριση του εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών διακρίβωσης / βαθμονόμησης, ρύθμισης, συντήρησης και επισκευής του εξοπλισμού, καθώς και τήρησης των σχετικών αρχείων·

η)

διαχείριση και έλεγχος δεδομένων, εγγράφων και λογισμικού·

θ)

διαχείριση των ειδών που χρησιμοποιούνται στη διακρίβωση/βαθμονόμηση και των υλικών αναφοράς·

ι)

διασφάλιση ποιότητας όσον αφορά τα αποτελέσματα της διακρίβωσης/βαθμονόμησης και των δοκιμών, μεταξύ άλλων με την τακτική συμμετοχή σε συστήματα δοκιμών ικανότητας, την εφαρμογή των αναλυτικών μεθόδων σε πιστοποιημένα υλικά αναφοράς ή τη σύγκριση με διαπιστευμένο εργαστήριο·

ια)

διαχείριση των διαδικασιών που ανατίθενται σε τρίτους·

ιβ)

διαχείριση αναθέσεων, αντιμετώπιση παραπόνων πελατών και έγκαιρη λήψη διορθωτικών μέτρων.

Άρθρο 35

Συχνότητες αναλύσεων

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει τις ελάχιστες συχνότητες αναλύσεων για τα αντίστοιχα καύσιμα και υλικά που απαριθμούνται στο παράρτημα VII. Το παράρτημα VII επανεξετάζεται τακτικά και για πρώτη φορά μετά 2 έτη, το αργότερο, από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

2.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει στον φορέα εκμετάλλευσης να χρησιμοποιεί διαφορετική συχνότητα από την αναφερόμενη στην παράγραφο 1, στις περιπτώσεις που δεν προβλέπονται ελάχιστες συχνότητες ή που ο φορέας εκμετάλλευσης αποδεικνύει ένα από τα κατωτέρω:

α)

βάσει ιστορικών δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων αναλυτικών τιμών για τα αντίστοιχα καύσιμα ή υλικά κατά την αμέσως προηγούμενη της τρέχουσας περίοδο αναφοράς, η μεταβλητότητα των αναλυτικών τιμών για το αντίστοιχο καύσιμο ή υλικό δεν υπερβαίνει το 1/3 της τιμής αβεβαιότητας την οποία οφείλει να τηρεί ο φορέας εκμετάλλευσης, όσον αφορά τον προσδιορισμό των δεδομένων δραστηριότητας του συγκεκριμένου καυσίμου ή υλικού·

β)

η χρησιμοποίηση της απαιτούμενης συχνότητας συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος.

Υποτμήμα 4

Ειδικοί συντελεστές υπολογισμού

Άρθρο 36

Συντελεστές εκπομπών για το CO2

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει ειδικούς κατά δραστηριότητα συντελεστές εκπομπών για τις εκπομπές CO2.

2.   Οι συντελεστές εκπομπών για τα καύσιμα, ακόμη και όταν αυτά χρησιμοποιούνται ως εισροή διεργασίας, εκφράζονται σε t CO2/TJ.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει στον φορέα εκμετάλλευσης να χρησιμοποιεί συντελεστή εκπομπών για καύσιμο εκφραζόμενο σε t CO2/t ή t CO2/Nm3 όσον αφορά τις εκπομπές καύσης, όταν η χρήση συντελεστή εκπομπών εκφραζόμενου σε t CO2/TJ συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος ή όταν μπορεί να επιτευχθεί τουλάχιστον ισοδύναμη ακρίβεια των υπολογιζόμενων εκπομπών με τη χρήση συντελεστή εκπομπών του είδους αυτού.

3.   Για τη μετατροπή της περιεκτικότητας σε άνθρακα στην αντίστοιχη τιμή συντελεστή εκπομπών CO2 ή αντιστρόφως, ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί τον συντελεστή 3 664 t CO2/t C.

Άρθρο 37

Συντελεστές οξείδωσης και μετατροπής

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί τουλάχιστον τη βαθμίδα 1 για τον προσδιορισμό των συντελεστών οξείδωσης ή μετατροπής. Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί τιμή 1 για τον συντελεστή οξείδωσης ή μετατροπής, όταν ο συντελεστής εκπομπών εμπεριέχει την επίδραση ατελούς οξείδωσης ή μετατροπής.

Ωστόσο, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιβάλει στους φορείς εκμετάλλευσης να χρησιμοποιούν πάντοτε τη βαθμίδα 1.

2.   Εάν σε μια εγκατάσταση χρησιμοποιούνται διάφορα καύσιμα και πρέπει να χρησιμοποιείται η βαθμίδα 3 για τον ειδικό συντελεστή οξείδωσης, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να ζητήσει την έγκριση της αρμόδιας αρχής για ένα από τα ακόλουθα ή και τα δύο:

α)

τον προσδιορισμό αθροιστικού συντελεστή οξείδωσης για την όλη διαδικασία καύσης και την εφαρμογή του σε όλα τα καύσιμα·

β)

τον καταλογισμό της ατελούς οξείδωσης σε μία μείζονα ροή πηγής και τη χρήση της τιμής 1 για τον συντελεστή οξείδωσης των υπολοίπων ροών πηγής.

Όταν χρησιμοποιούνται βιομάζα ή μεικτά καύσιμα, ο φορέας εκμετάλλευσης παρέχει αποδείξεις από τις οποίες προκύπτει ότι η εφαρμογή του στοιχείου α) ή του στοιχείου Β. του παρόντος σημείου 2 δεν οδηγεί σε υποεκτίμηση των εκπομπών.

Υποτμήμα 5

Αντιμετώπιση της βιομάζας

Άρθρο 38

Ροές πηγής βιομάζας

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να προσδιορίζει τα δεδομένα δραστηριότητας ροών πηγής βιομάζας χωρίς να χρησιμοποιεί βαθμίδες και χωρίς να παρέχει αναλυτικά στοιχεία σχετικά με την περιεκτικότητα σε βιομάζα, εάν η εν λόγω ροή πηγής συνίσταται αποκλειστικά σε βιομάζα και ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να διασφαλίσει ότι δεν υπάρχει πρόσμειξη με άλλα υλικά ή καύσιμα.

2.   Ο συντελεστής εκπομπών για τη βιομάζα είναι μηδέν.

Ο συντελεστής εκπομπών για μεικτό καύσιμο ή υλικό υπολογίζεται και αναφέρεται στις εκθέσεις ως το γινόμενο του προκαταρκτικού συντελεστή εκπομπών που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 30 επί το ορυκτό κλάσμα του καυσίμου ή του υλικού.

3.   Η τύρφη, ο ξυλίτης και τα ορυκτά κλάσματα των μεικτών καυσίμων ή υλικών δεν θεωρούνται βιομάζα.

4.   Όταν το κλάσμα βιομάζας μεικτών καυσίμων ή υλικών είναι ίσο ή μεγαλύτερο από 97 % ή όταν, λόγω της ποσότητας των εκπομπών που συνδέονται με το ορυκτό κλάσμα του καυσίμου ή υλικού, η ροή πηγής χαρακτηρίζεται ως αμελητέα, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει στον φορέα εκμετάλλευσης να εφαρμόζει μεθοδολογίες χωρίς βαθμίδες, συμπεριλαμβανομένης της μεθόδου ενεργειακού ισοζυγίου, για τον προσδιορισμό των δεδομένων δραστηριότητας και των σχετικών συντελεστών υπολογισμού, εκτός εάν η αντίστοιχη τιμή πρόκειται να χρησιμοποιείται για την αφαίρεση του προερχόμενου από βιομάζα CO2 από εκπομπές που προσδιορίζονται με συνεχή μέτρηση.

Άρθρο 39

Προσδιορισμός του κλάσματος βιομάζας και του ορυκτού κλάσματος

1.   Εάν, ανάλογα με την απαιτούμενη βαθμίδα και τη διαθεσιμότητα κατάλληλων προκαθορισμένων τιμών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 1, το κλάσμα βιομάζας συγκεκριμένου καυσίμου ή υλικού προσδιορίζεται μέσω αναλύσεων, ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει το εν λόγω κλάσμα βιομάζας βάσει σχετικού προτύπου και των αναλυτικών μεθόδων που προβλέπονται σε αυτό και εφαρμόζει το πρότυπο μόνον εάν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.

2.   Εάν ο προσδιορισμός του κλάσματος βιομάζας μεικτού καυσίμου ή υλικού μέσω ανάλυσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν είναι τεχνικά εφικτός ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος, ο φορέας εκμετάλλευσης βασίζει τον υπολογισμό του στους πρότυπους συντελεστές εκπομπών και τις τιμές κλάσματος βιομάζας για μεικτά καύσιμα και υλικά, καθώς και στις μεθόδους εκτίμησης που δημοσιεύονται από την Επιτροπή.

Ελλείψει των εν λόγω πρότυπων συντελεστών και τιμών, ο φορέας εκμετάλλευσης είτε χρησιμοποιεί ως παραδοχή την απουσία ποσοστού βιομάζας είτε υποβάλλει στην αρμόδια αρχή προς έγκριση μέθοδο εκτίμησης για τον προσδιορισμό του κλάσματος βιομάζας. Στην περίπτωση καυσίμων ή υλικών που προέρχονται από παραγωγική διεργασία με καθορισμένες και ιχνηλάσιμες ροές εισροής, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να βασίζει την εν λόγω εκτίμηση σε ισοζύγιο μάζας του άνθρακα ορυκτής προέλευσης και του άνθρακα βιομάζας που εισέρχεται στη διεργασία και εξέρχεται από αυτή.

3.   Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 και 2 και του άρθρου 30, όταν η εγγύηση προέλευσης έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο ι) και το άρθρο 15 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ για βιοαέριο που εγχέεται σε δίκτυο αερίου και στη συνέχεια απομακρύνεται από αυτό, ο φορέας εκμετάλλευσης δεν χρησιμοποιεί αναλύσεις για τον προσδιορισμό του κλάσματος βιομάζας.

ΤΜΉΜΑ 3

Μεθοδολογία βασιζόμενη σε μετρήσεις

Άρθρο 40

Χρήση της βασιζόμενης σε μετρήσεις μεθοδολογίας παρακολούθησης

Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί μεθοδολογίες βασιζόμενες σε μετρήσεις για όλες τις εκπομπές υποξειδίου του αζώτου (N2O), όπως προβλέπεται στο παράρτημα IV, και για τον ποσοτικό προσδιορισμό του μεταφερόμενου CO2 σύμφωνα με το άρθρο 49.

Επιπλέον, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να χρησιμοποιεί μεθοδολογίες βασιζόμενες σε μετρήσεις για τις πηγές εκπομπών CO2, εφόσον μπορεί να αποδείξει ότι για κάθε πηγή εκπομπών τηρούνται οι βαθμίδες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 41.

Άρθρο 41

Απαιτούμενες βαθμίδες

1.   Για κάθε πηγή εκπομπών η οποία εκπέμπει περισσότερους από 5 000 τόνους CO2(e) ετησίως ή συμμετέχει με ποσοστό άνω του 10 % στις συνολικές ετήσιες εκπομπές της εγκατάστασης, αναλόγως του ποια είναι η υψηλότερη απόλυτη τιμή εκπομπών, ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει την ανώτατη βαθμίδα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα VIII τμήμα 1. Για όλες τις άλλες πηγές εκπομπών, ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει τουλάχιστον την αμέσως χαμηλότερη από την ανώτατη βαθμίδα.

2.   Μόνον εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να αποδείξει ικανοποιητικά κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής ότι η εφαρμογή της απαιτούμενης κατά την παράγραφο 1 βαθμίδας δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος και ότι η εφαρμογή μεθοδολογίας υπολογισμού με χρήση των βαθμίδων που απαιτούνται από το άρθρο 26 δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος, επιτρέπεται να χρησιμοποιείται η επόμενη χαμηλότερη βαθμίδα για τη σχετική πηγή εκπομπών, με κατώτατο όριο τη βαθμίδα 1.

Άρθρο 42

Πρότυπα και εργαστήρια μετρήσεων

1.   Όλες οι μετρήσεις πραγματοποιούνται με την εφαρμογή μεθόδων βασιζόμενων στα πρότυπα EN 14181 «Εκπομπές σταθερών πηγών — διασφάλιση ποιότητας αυτοματοποιημένων συστημάτων μέτρησης», EN 15259 «Ποιότητα του αέρα — Μέτρηση εκπομπών σταθερών πηγών — Απαιτήσεις για τα τμήματα και τους χώρους μετρήσεων και για το στόχο, το σχέδιο και την έκθεση της μέτρησης» και σε άλλα αντίστοιχα πρότυπα EN.

Εάν δεν υπάρχουν τα εν λόγω πρότυπα, οι μέθοδοι βασίζονται στα κατάλληλα πρότυπα ΙSO, σε πρότυπα που δημοσιεύονται από την Επιτροπή ή σε εθνικά πρότυπα. Ελλείψει δημοσιευμένων εφαρμοστέων προτύπων, χρησιμοποιούνται κατάλληλα σχέδια προτύπων, κατευθυντήριες γραμμές βέλτιστης βιομηχανικής πρακτικής ή άλλες επιστημονικά αποδεδειγμένες μεθοδολογίες, οι οποίες περιορίζουν τα συστηματικά σφάλματα δειγματοληψίας και μέτρησης.

Ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές πτυχές του συστήματος συνεχούς μέτρησης, μεταξύ των οποίων τη θέση του εξοπλισμού, τη διακρίβωση/βαθμονόμηση, τη μέτρηση, τη διασφάλιση ποιότητας και τον ποιοτικό έλεγχο.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης εξασφαλίζει ότι τα εργαστήρια που εκτελούν μετρήσεις, βαθμονομήσεις και συναφείς αξιολογήσεις εξοπλισμού για τα συστήματα συνεχούς μέτρησης εκπομπών (ΣΣΜΕ) είναι διαπιστευμένα κατά EN ISO/IEC 17025 για τις σχετικές αναλυτικές μεθόδους ή δραστηριότητες διακρίβωσης/βαθμονόμησης.

Εάν το εργαστήριο δεν διαθέτει τη διαπίστευση αυτή, ο φορέας εκμετάλλευσης εξασφαλίζει ότι πληρούνται οι ισοδύναμες απαιτήσεις του άρθρου 34 παράγραφοι 2 και 3.

Άρθρο 43

Προσδιορισμός των εκπομπών

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τις ετήσιες εκπομπές μιας πηγής εκπομπών κατά την περίοδο αναφοράς, αθροίζοντας στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς όλες τις ωριαίες τιμές της μετρούμενης συγκέντρωσης αερίων θερμοκηπίου, πολλαπλασιασμένες επί τις ωριαίες τιμές της ροής απαερίων, όπου οι ωριαίες τιμές αποτελούν τον μέσο όρο του συνόλου των αποτελεσμάτων των ατομικών μετρήσεων της αντίστοιχης ώρας λειτουργίας.

Στην περίπτωση των εκπομπών CO2, ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τις ετήσιες εκπομπές βάσει της εξίσωσης 1 του παραρτήματος VIII. Το μονοξείδιο του άνθρακα (CO) που εκπέμπεται στην ατμόσφαιρα αντιμετωπίζεται ως το γραμμομοριακό ισοδύναμο του CO2.

Στην περίπτωση του υποξειδίου του αζώτου (N2O), ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τις ετήσιες εκπομπές βάσει της εξίσωσης του παραρτήματος IV τμήμα 16 σημείο Β.1.

2.   Όταν σε εγκατάσταση υπάρχουν διάφορες πηγές εκπομπών οι οποίες δεν μπορούν να μετρηθούν ως μία πηγή μόνο, ο φορέας εκμετάλλευσης μετρά τις εκπομπές από τις πηγές αυτές χωριστά και αθροίζει τα αποτελέσματα για να προκύψουν οι συνολικές εκπομπές του συγκεκριμένου αερίου κατά την περίοδο αναφοράς.

3.   Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τη συγκέντρωση αερίων θερμοκηπίου στα απαέρια με συνεχή μέτρηση σε αντιπροσωπευτικό σημείο με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α)

άμεση μέτρηση·

β)

σε περίπτωση υψηλής συγκέντρωσης στα απαέρια, υπολογισμό της συγκέντρωσης με έμμεση μέτρηση της συγκέντρωσης και εφαρμογή της εξίσωσης 3 του παραρτήματος VIII, λαμβάνοντας υπόψη τις μετρούμενες τιμές συγκέντρωσης όλων των υπόλοιπων συστατικών της ροής αερίων, όπως προβλέπεται στο σχέδιο παρακολούθησης του φορέα εκμετάλλευσης.

4.   Κατά περίπτωση, ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει χωριστά τις ποσότητες CO2 που προέρχεται από βιομάζα, χρησιμοποιώντας βασιζόμενες σε υπολογισμούς μεθοδολογίες παρακολούθησης, και τις αφαιρεί από το σύνολο των μετρούμενων εκπομπών CO2.

5.   Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τη ροή απαερίων για τον υπολογισμό σύμφωνα με την παράγραφο 1 με μια από τις ακόλουθες μεθόδους:

α)

υπολογισμό με τη βοήθεια κατάλληλου ισοζυγίου μάζας, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις σημαντικές παραμέτρους από πλευράς εισροών, συμπεριλαμβανομένων, όσον αφορά τις εκπομπές CO2, τουλάχιστον των φορτίων υλικού εισροής, της ροής αέρα εισροής και της απόδοσης της διεργασίας, καθώς και από πλευράς εκροών, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον της παραγωγής προϊόντων και της συγκέντρωσης O2, SO2 και NOx·

β)

προσδιορισμό με συνεχή μέτρηση της ροής σε αντιπροσωπευτικό σημείο.

Άρθρο 44

Παραγωγή συγκεντρωτικών δεδομένων

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης υπολογίζει ωριαίες μέσες τιμές για κάθε παράμετρο που έχει σημασία για τον προσδιορισμό των εκπομπών, συμπεριλαμβανομένων των συγκεντρώσεων και της ροής απαερίων, με την εφαρμογή μεθοδολογίας βασιζόμενης σε μετρήσεις, χρησιμοποιώντας όλα τα σημεία δεδομένων που είναι διαθέσιμα για τη συγκεκριμένη ώρα.

Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να παράγει δεδομένα για βραχύτερες περιόδους αναφοράς χωρίς πρόσθετο κόστος, χρησιμοποιεί αυτές τις περιόδους για τον προσδιορισμό των ετήσιων εκπομπών σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 1.

2.   Εάν ο εξοπλισμός συνεχούς μέτρησης μιας παραμέτρου βρίσκεται εκτός ελέγχου, εκτός κλίμακας μετρήσεων ή εκτός λειτουργίας για τμήμα της ώρας ή της περιόδου αναφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο φορέας εκμετάλλευσης υπολογίζει τη σχετική ωριαία μέση τιμή κατ’ αναλογία προς τα εναπομένοντα σημεία δεδομένων για τη συγκεκριμένη ώρα ή βραχύτερη περίοδο αναφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμο τουλάχιστον το 80 % του μέγιστου αριθμού σημείων δεδομένων για μια παράμετρο. Εάν είναι διαθέσιμο λιγότερο από το 80 % του μέγιστου αριθμού σημείων δεδομένων για μια παράμετρο, εφαρμόζεται το άρθρο 45 παράγραφοι 2 έως 4.

Άρθρο 45

Ελλείποντα δεδομένα

1.   Εάν ένα τεμάχιο εξοπλισμού μέτρησης που ανήκει στο σύστημα συνεχούς παρακολούθησης εκπομπών βρίσκεται εκτός λειτουργίας για διάστημα μεγαλύτερο των πέντε συναπτών ημερών στη διάρκεια οποιουδήποτε ημερολογιακού έτους, ο φορέας εκμετάλλευσης ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή και προτείνει τα κατάλληλα μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας του θιγόμενου συστήματος συνεχούς παρακολούθησης εκπομπών.

2.   Σε περίπτωση αδυναμίας παροχής έγκυρης ώρας ή βραχύτερης περιόδου αναφοράς δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 1, για μία ή περισσότερες παραμέτρους της βασιζόμενης σε μετρήσεις μεθοδολογίας, επειδή ο εξοπλισμός βρισκόταν εκτός ελέγχου, εκτός κλίμακας μετρήσεων ή εκτός λειτουργίας, ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει υποκατάστατες τιμές για κάθε ελλείπουσα ώρα δεδομένων.

3.   Σε περίπτωση αδυναμίας παροχής έγκυρης ώρας ή βραχύτερης περιόδου αναφοράς δεδομένων για παράμετρο που μετράται απευθείας ως συγκέντρωση, ο φορέας εκμετάλλευσης υπολογίζει υποκατάστατη τιμή, η οποία αποτελεί το άθροισμα της μέσης συγκέντρωσης και του διπλασίου της τυπικής απόκλισης που συνδέεται με την εν λόγω μέση τιμή, χρησιμοποιώντας την εξίσωση 4 του παραρτήματος VIII.

Εάν η περίοδος αναφοράς δεν έχει εφαρμογή για τον προσδιορισμό των εν λόγω υποκατάστατων τιμών, λόγω σημαντικών τεχνικών αλλαγών στην εγκατάσταση, ο φορέας εκμετάλλευσης συμφωνεί με την αρμόδια αρχή αντιπροσωπευτικό χρονικό διάστημα για τον προσδιορισμό της μέσης τιμής και της τυπικής απόκλισης, εάν είναι δυνατόν διάστημα ενός έτους.

4.   Σε περίπτωση αδυναμίας παροχής έγκυρης ώρας δεδομένων για άλλη παράμετρο πλην της συγκέντρωσης, ο φορέας εκμετάλλευσης υπολογίζει υποκατάστατες τιμές της εν λόγω παραμέτρου με τη βοήθεια κατάλληλου μοντέλου ισοζυγίου μάζας ή ενεργειακού ισοζυγίου της διεργασίας. Ο φορέας εκμετάλλευσης επικυρώνει τα αποτελέσματα χρησιμοποιώντας τις υπόλοιπες μετρηθείσες παραμέτρους της βασιζόμενης σε μετρήσεις μεθοδολογίας και δεδομένα που προέκυψαν υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας, λαμβάνοντας υπόψη χρονικό διάστημα ίσο με εκείνο του κενού των δεδομένων.

Άρθρο 46

Επιβεβαίωση των εκπομπών με υπολογισμό

Ο φορέας εκμετάλλευσης επιβεβαιώνει τις εκπομπές που έχουν προσδιοριστεί με βασιζόμενη σε μετρήσεις μεθοδολογία, εξαιρουμένων των εκπομπών υποξειδίου του αζώτου (N2O) από την παραγωγή νιτρικού οξέος και των αερίων θερμοκηπίου που μεταφέρονται σε δίκτυο μεταφοράς ή τόπο αποθήκευσης, υπολογίζοντας τις ετήσιες εκπομπές κάθε εξεταζόμενου αερίου θερμοκηπίου για τις ίδιες πηγές εκπομπών και ροές πηγής.

Δεν απαιτείται η χρήση μεθοδολογιών με βαθμίδες.

ΤΜΗΜΑ 4

Ειδικές διατάξεις

Άρθρο 47

Εγκαταστάσεις με χαμηλά επίπεδα εκπομπών

1.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει στον φορέα εκμετάλλευσης να υποβάλει απλουστευμένο σχέδιο παρακολούθησης σύμφωνα με το άρθρο 13, υπό τον όρο ότι εκμεταλλεύεται εγκατάσταση με χαμηλά επίπεδα εκπομπών.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις εγκαταστάσεις όπου ασκούνται οι δραστηριότητες για τις οποίες περιλαμβάνεται στα καλυπτόμενα αέρια θερμοκηπίου το N2O δυνάμει του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

2.   Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, μια εγκατάσταση θεωρείται εγκατάσταση με χαμηλά επίπεδα εκπομπών, εφόσον πληρούται τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι μέσες ετήσιες εκπομπές της εν λόγω εγκατάστασης που αναφέρθηκαν στις επαληθευμένες εκθέσεις εκπομπών κατά την αμέσως προηγούμενη της τρέχουσας περίοδο εμπορίας, εξαιρουμένου του CO2 που προέρχεται από βιομάζα και πριν από την αφαίρεση του μεταφερόμενου CO2, ήσαν χαμηλότερες από 25 000 τόνους CO2(e) ετησίως·

β)

οι μέσες ετήσιες εκπομπές του στοιχείου α) δεν αναφέρθηκαν ή δεν έχουν πλέον εφαρμογή, λόγω αλλαγών στα όρια της εγκατάστασης ή στις συνθήκες λειτουργίας της, αλλά οι ετήσιες εκπομπές της εν λόγω εγκατάστασης για την επόμενη πενταετία, εξαιρουμένου του CO2 που προέρχεται από βιομάζα και πριν από την αφαίρεση του μεταφερόμενου CO2, θα είναι, βάσει μεθόδου συντηρητικής εκτίμησης, χαμηλότερες από 25 000 τόνους CO2(e) ετησίως.

3.   Ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης με χαμηλά επίπεδα εκπομπών δεν υποχρεούται να υποβάλλει τα δικαιολογητικά έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο και απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής εκθέσεων βελτίωσης, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 69 παράγραφος 4.

4.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 27, ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης με χαμηλά επίπεδα εκπομπών μπορεί να προσδιορίζει την ποσότητα καυσίμου ή υλικού χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα και τεκμηριωμένα αρχεία προμηθειών και τις εκτιμώμενες μεταβολές αποθεμάτων. Ο φορέας εκμετάλλευσης απαλλάσσεται επίσης από την υποχρέωση προσκόμισης στην αρμόδια αρχή της εκτίμησης αβεβαιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 2.

5.   Ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης με χαμηλά επίπεδα εκπομπών απαλλάσσεται από την υποχρέωση του άρθρου 28 παράγραφος 2 να προσδιορίζει δεδομένα αποθεμάτων στην αρχή και στο τέλος της περιόδου αναφοράς, εάν οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης έχουν χωρητικότητα τουλάχιστον ίση με το 5 % της ετήσιας κατανάλωσης καυσίμου ή υλικού στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, προκειμένου να συμπεριλάβει τη σχετική αβεβαιότητα σε εκτίμηση αβεβαιότητας.

6.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 26 παράγραφος 1, ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης με χαμηλά επίπεδα εκπομπών μπορεί να εφαρμόζει τουλάχιστον τη βαθμίδα 1 για τον προσδιορισμό των δεδομένων δραστηριότητας και των συντελεστών υπολογισμού για όλες τις ροές πηγής, εκτός εάν μπορεί να επιτευχθεί μεγαλύτερη ακρίβεια χωρίς πρόσθετη προσπάθεια του φορέα εκμετάλλευσης, χωρίς να παρέχει αποδείξεις ως προς το ότι η εφαρμογή υψηλότερων βαθμίδων δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος.

7.   Για τον προσδιορισμό των συντελεστών υπολογισμού μέσω αναλύσεων σύμφωνα με το άρθρο 32, ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης με χαμηλά επίπεδα εκπομπών μπορεί να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε εργαστήριο διαθέτει τεχνική ικανότητα, καθώς και την ικανότητα να παράγει έγκυρα από τεχνικής πλευράς αποτελέσματα χρησιμοποιώντας τις σχετικές αναλυτικές διαδικασίες, και παρέχει αποδείξεις για τα μέτρα διασφάλισης της ποιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 3.

8.   Εάν μια εγκατάσταση με χαμηλά επίπεδα εκπομπών που υπόκειται σε απλουστευμένη παρακολούθηση υπερβεί το όριο της παραγράφου 2 στη διάρκεια οποιουδήποτε ημερολογιακού έτους, ο οικείος φορέας εκμετάλλευσης γνωστοποιεί αμελλητί το γεγονός στην αρμόδια αρχή.

Ο φορέας εκμετάλλευσης υποβάλλει αμελλητί τις σημαντικές τροποποιήσεις του σχεδίου παρακολούθησης κατά την έννοια του άρθρου 15 παράγραφος 3 στοιχείο β) στην αρμόδια αρχή προς έγκριση.

Ωστόσο, η αρμόδια αρχή επιτρέπει στον φορέα εκμετάλλευσης να συνεχίσει την απλουστευμένη παρακολούθηση, υπό τον όρο ότι ο φορέας εκμετάλλευσης αποδεικνύει ικανοποιητικά κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής ότι δεν έχει ήδη σημειωθεί υπέρβαση του ορίου της παραγράφου 2 κατά τις πέντε τελευταίες περιόδους αναφοράς και ότι δεν θα υπάρξει υπέρβαση από την επόμενη περίοδο αναφοράς και εφεξής.

Άρθρο 48

Εγγενές CO2

1.   Το εγγενές CO2 που μεταφέρεται σε εγκατάσταση, συμπεριλαμβανομένου εκείνου που περιέχεται στο φυσικό αέριο ή σε απαέρια, μεταξύ των οποίων αέριο υψικαμίνου ή αέριο κλιβάνου οπτανθρακοποίησης, περιλαμβάνεται στον συντελεστή εκπομπών για το καύσιμο αυτό.

2.   Εάν το εγγενές CO2 προέρχεται από δραστηριότητες που υπάγονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ ή εντάσσονται δυνάμει του άρθρου 24 της ίδιας οδηγίας και στη συνέχεια μεταφέρεται εκτός της εγκατάστασης, ως μέρος καυσίμου, σε άλλη εγκατάσταση και δραστηριότητα υπαγόμενη στην εν λόγω οδηγία, δεν προσμετράται στις εκπομπές της εγκατάστασης από την οποία προέρχεται.

Ωστόσο, το εγγενές CO2 που εκπέμπεται ή μεταφέρεται εκτός της εγκατάστασης σε οντότητες που δεν υπάγονται στην εν λόγω οδηγία, προσμετράται στις εκπομπές της εγκατάστασης από την οποία προέρχεται.

3.   Οι φορείς εκμετάλλευσης μπορούν να προσδιορίζουν τις ποσότητες εγγενούς CO2 που μεταφέρονται εκτός της εγκατάστασης τόσο στην εγκατάσταση μεταφοράς, όσο και στην εγκατάσταση παραλαβής. Στην περίπτωση αυτή, οι ποσότητες εγγενούς CO2 που μεταφέρονται και παραλαμβάνονται, αντίστοιχα, πρέπει να είναι ίσες.

Εάν οι ποσότητες εγγενούς CO2 που μεταφέρονται και παραλαμβάνονται δεν είναι ίσες, ο αριθμητικός μέσος όρος των δύο μετρούμενων τιμών χρησιμοποιείται στις εκθέσεις εκπομπών τόσο της εγκατάστασης μεταφοράς όσο και της εγκατάστασης παραλαβής, εφόσον η απόκλιση μεταξύ των τιμών μπορεί να δικαιολογηθεί από την αβεβαιότητα των συστημάτων μετρήσεων. Στην περίπτωση αυτή, η έκθεση για τις εκπομπές αναφέρεται στην ευθυγράμμιση της τιμής αυτής.

Εάν η απόκλιση μεταξύ των τιμών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το εγκεκριμένο εύρος αβεβαιότητας των συστημάτων μετρήσεων, οι φορείς εκμετάλλευσης των εγκαταστάσεων μεταφοράς και παραλαβής ευθυγραμμίζουν τις τιμές εφαρμόζοντας συντηρητικές προσαρμογές, εγκεκριμένες από την αρμόδια αρχή.

Άρθρο 49

Μεταφερόμενο CO2

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης αφαιρεί από τις εκπομπές της εγκατάστασης κάθε ποσότητα CO2 προερχόμενη από άνθρακα ορυκτής προέλευσης στις δραστηριότητες που υπάγονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, η οποία δεν εκπέμπεται από την εγκατάσταση, αλλά μεταφέρεται εκτός αυτής σε ένα από τα ακόλουθα:

α)

σε εγκατάσταση δέσμευσης με σκοπό τη μεταφορά και μακροχρόνια αποθήκευση σε τόπο αποθήκευσης εντός γεωλογικού σχηματισμού, αδειοδοτημένο βάσει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ·

β)

σε δίκτυο μεταφοράς με σκοπό τη μακροχρόνια αποθήκευση σε τόπο αποθήκευσης εντός γεωλογικού σχηματισμού, αδειοδοτημένο βάσει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ·

γ)

σε τόπο αποθήκευσης αδειοδοτημένο βάσει της οδηγίας 2009/31/ΕΚ, με σκοπό τη μακροχρόνια αποθήκευση εντός γεωλογικού σχηματισμού.

Για κάθε άλλη μεταφορά CO2 εκτός της εγκατάστασης, δεν επιτρέπεται αφαίρεση CO2 από τις εκπομπές της εγκατάστασης.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης της εγκατάστασης, εκτός της οποίας μεταφέρεται το CO2, αναφέρει στην ετήσια έκθεσή του σχετικά με τις εκπομπές τον αναγνωριστικό κωδικό της εγκατάστασης παραλαβής, που έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1193/2011 της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 2011, περί σύστασης ενωσιακού μητρώου για το σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ, για την περίοδο εμπορίας από 1ης Ιανουαρίου 2013 και τις επόμενες, δυνάμει της οδηγίας 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της απόφασης αριθ. 280/2004/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και περί τροποποίησης των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2216/2004 και (ΕΕ) αριθ. 920/2010 (11).

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στην εγκατάσταση παραλαβής όσον αφορά τον αναγνωριστικό κωδικό της εγκατάστασης μεταφοράς.

3.   Για τον προσδιορισμό της ποσότητας CO2 που μεταφέρεται από μια εγκατάσταση σε άλλη, ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει μεθοδολογία βασιζόμενη σε μετρήσεις, σύμφωνα και με τα άρθρα 43, 44 και 45. Η πηγή εκπομπών αντιστοιχεί στο σημείο μέτρησης και οι εκπομπές εκφράζονται σε ποσότητα μεταφερόμενου CO2.

4.   Για τον προσδιορισμό της ποσότητας CO2 που μεταφέρεται από μια εγκατάσταση σε άλλη, ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει τη βαθμίδα 4, όπως ορίζεται στο παράρτημα VIII τμήμα 1.

Ωστόσο, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να εφαρμόζει την αμέσως χαμηλότερη βαθμίδα, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύει ότι η εφαρμογή της βαθμίδας 4, όπως ορίζεται στο παράρτημα VIII τμήμα 1, δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος.

5.   Οι φορείς εκμετάλλευσης μπορούν να προσδιορίζουν τις ποσότητες CO2 που μεταφέρονται εκτός της εγκατάστασης τόσο στην εγκατάσταση μεταφοράς, όσο και στην εγκατάσταση παραλαβής. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 48 παράγραφος 3.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΚΑΙ ΤΟΝΟΧΙΛΙΟΜΕΤΡΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ

Άρθρο 50

Γενικές διατάξεις

1.   Κάθε φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρακολουθεί τις εκπομπές από αεροπορικές δραστηριότητες και υποβάλλει σχετικές εκθέσεις για όλες τις πτήσεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και εκτελούνται από τον εν λόγω φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών κατά την περίοδο αναφοράς και για τις οποίες είναι ο ίδιος υπεύθυνος.

Για τον σκοπό αυτό, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών καταλογίζει όλες τις πτήσεις στο ημερολογιακό έτος ανάλογα με την ώρα αναχώρησης, μετρούμενη σε συντονισμένη παγκόσμια ώρα (UTC).

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών που προτίθεται να υποβάλει αίτηση δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής δυνάμει του άρθρου 3ε ή 3στ της οδηγίας 2003/87/ΕΚ παρακολουθεί επίσης τα τονοχιλιομετρικά δεδομένα για τις ίδιες πτήσεις στη διάρκεια των αντίστοιχων ετών παρακολούθησης.

3.   Για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του μοναδικού φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών κατά το άρθρο 3 στοιχείο ιε) της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την πτήση, χρησιμοποιείται το χαρακτηριστικό κλήσης που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας. Το χαρακτηριστικό κλήσης είναι ένα από τα ακόλουθα:

α)

ο κωδικός ICAO που αναγράφεται στο τετραγωνίδιο 7 του σχεδίου πτήσης·

β)

εάν δεν υπάρχει κωδικός ICAO του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, το σήμα νηολόγησης του αεροσκάφους.

4.   Εάν δεν είναι γνωστή η ταυτότητα του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, η αρμόδια αρχή θεωρεί ως φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών τον ιδιοκτήτη του αεροσκάφους, εκτός εάν αυτός αποδείξει την ταυτότητα του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών που είναι υπεύθυνος.

Άρθρο 51

Υποβολή σχεδίων παρακολούθησης

1.   Το αργότερο τέσσερις μήνες πριν ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών αρχίσει να ασκεί αεροπορικές δραστηριότητες που υπάγονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, υποβάλλει στην αρμόδια αρχή σχέδιο παρακολούθησης για την παρακολούθηση των εκπομπών και την υποβολή σχετικών εκθέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 12.

Κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών που αρχίζει να ασκεί αεροπορική δραστηριότητα υπαγόμενη στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ η οποία δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί τέσσερις μήνες πριν από την έναρξή της, υποβάλλει αμελλητί σχέδιο παρακολούθησης στην αρμόδια αρχή, το αργότερο δε έξι εβδομάδες μετά τη διεξαγωγή της εν λόγω δραστηριότητας. Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών αιτιολογεί επαρκώς στην αρμόδια αρχή την αδυναμία υποβολής σχεδίου παρακολούθησης τέσσερις μήνες πριν από την έναρξη της δραστηριότητας.

Εάν το εντεταλμένο κράτος μέλος που αναφέρεται στο άρθρο 18α της οδηγίας 2003/87/ΕΚ δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών υποβάλλει αμελλητί το σχέδιο παρακολούθησης όταν γίνει γνωστή η αρμόδια αρχή του εντεταλμένου κράτους μέλους.

2.   Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προτίθεται να υποβάλει αίτηση δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής δυνάμει του άρθρου 3ε ή 3στ της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, υποβάλλει επίσης σχέδιο παρακολούθησης για την παρακολούθηση και υποβολή τονοχιλιομετρικών δεδομένων. Το εν λόγω σχέδιο παρακολούθησης υποβάλλεται το αργότερο τέσσερις μήνες πριν από την αρχή ενός από τα ακόλουθα:

α)

του έτους παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 3ε παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, για τις αιτήσεις που υποβάλλονται δυνάμει του εν λόγω άρθρου·

β)

του δεύτερου ημερολογιακού έτους της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 3γ παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, για τις αιτήσεις που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 3στ της εν λόγω οδηγίας.

Άρθρο 52

Μεθοδολογία παρακολούθησης για τις εκπομπές από αεροπορικές δραστηριότητες

1.   Κάθε φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προσδιορίζει τις ετήσιες εκπομπές CO2 από αεροπορικές δραστηριότητες πολλαπλασιάζοντας την ετήσια κατανάλωση κάθε καυσίμου, εκφραζόμενη σε τόνους, επί τον αντίστοιχο συντελεστή εκπομπών.

2.   Κάθε φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προσδιορίζει την κατανάλωση καυσίμου για κάθε πτήση και κάθε καύσιμο, συμπεριλαμβανομένου του καυσίμου που καταναλώνεται από τη βοηθητική μονάδα παραγωγής ισχύος. Προς τούτο, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών χρησιμοποιεί μία από τις μεθόδους που προβλέπονται στο παράρτημα III τμήμα 1. Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών επιλέγει τη μέθοδο που προσφέρει τα πιο πλήρη και επίκαιρα δεδομένα σε συνδυασμό με τη μικρότερη αβεβαιότητα, χωρίς να συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος.

3.   Κάθε φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προσδιορίζει την ποσότητα ανεφοδιασμού σε καύσιμα που αναφέρεται στο παράρτημα III τμήμα 1 με βάση ένα από τα ακόλουθα:

α)

τη μέτρηση από τον προμηθευτή καυσίμων, όπως αυτή τεκμηριώνεται στα δελτία παράδοσης ή τα τιμολόγια καυσίμου για κάθε πτήση·

β)

τα δεδομένα των συστημάτων μέτρησης επί του αεροσκάφους, τα οποία καταγράφονται στην τεκμηρίωση της μάζας και ζυγοστάθμισης ή στο τεχνικό ημερολόγιο του αεροσκάφους ή διαβιβάζονται ηλεκτρονικά από το αεροσκάφος στον φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

4.   Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προσδιορίζει τα καύσιμα που περιέχουν οι δεξαμενές χρησιμοποιώντας τα δεδομένα των συστημάτων μέτρησης επί του αεροσκάφους, τα οποία καταγράφονται στην τεκμηρίωση της μάζας και ζυγοστάθμισης ή στο τεχνικό ημερολόγιο του αεροσκάφους ή διαβιβάζονται ηλεκτρονικά από το αεροσκάφος στον φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών.

5.   Οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών εφαρμόζουν τη βαθμίδα 2 που καθορίζεται στο παράρτημα III τμήμα 2.

Ωστόσο, οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών που ανέφεραν, κατά την αμέσως προηγούμενη της τρέχουσας περίοδο εμπορίας, μέσες ετήσιες εκπομπές ίσες με 50 000 τόνους CO2 ορυκτής προέλευσης ή χαμηλότερες μπορούν να εφαρμόζουν τουλάχιστον τη βαθμίδα 1, όπως ορίζεται στο παράρτημα III τμήμα 2. Όλοι οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορούν να εφαρμόζουν τουλάχιστον τη βαθμίδα 1, όπως ορίζεται στο παράρτημα III τμήμα 2, για ροές πηγής που αντιστοιχούν από κοινού σε ποσότητα μικρότερη από 5 000 τόνους CO2 ορυκτής προέλευσης ετησίως ή σε ποσοστό κάτω του 10 %, με μέγιστο μερίδιο 100 000 τόνους CO2 ορυκτής προέλευσης ετησίως, αναλόγως του ποια είναι η υψηλότερη απόλυτη τιμή. Εάν, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, δεν έχουν αναφερθεί εκπομπές ή δεν έχει πλέον εφαρμογή η αναφορά τους, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί να χρησιμοποιήσει συντηρητική εκτίμηση ή πρόβλεψη για τον προσδιορισμό των μέσων ετήσιων εκπομπών.

6.   Εάν η ποσότητα εφοδιασμού με καύσιμο ή η ποσότητα καυσίμου που απομένει στις δεξαμενές του αεροσκάφους προσδιορίζεται σε μονάδες όγκου, εκφραζόμενη σε λίτρα, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μετατρέπει την ποσότητα αυτή από όγκο σε μάζα χρησιμοποιώντας τις τιμές πραγματικής πυκνότητας. Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προσδιορίζει την πραγματική πυκνότητα χρησιμοποιώντας τα ακόλουθα, διαζευκτικά:

α)

τα συστήματα μέτρησης επί του αεροσκάφους·

β)

την πυκνότητα που μετράται από τον προμηθευτή καυσίμων κατά τον ανεφοδιασμό με καύσιμα και καταγράφεται στο τιμολόγιο ή το δελτίο παράδοσης καυσίμου.

Η πραγματική πυκνότητα εκφράζεται σε kg/λίτρο και προσδιορίζεται στην εφαρμοστέα θερμοκρασία για τη συγκεκριμένη μέτρηση.

Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχουν τιμές πραγματικής πυκνότητας, εφαρμόζεται συντελεστής τυπικής πυκνότητας 0,8 kg/λίτρο, μετά από έγκριση της αρμόδιας αρχής.

7.   Για τον υπολογισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών χρησιμοποιεί τους προκαθορισμένους συντελεστές εκπομπών που παρατίθενται στον πίνακα 2 του παραρτήματος III.

Για την υποβολή εκθέσεων, η προσέγγιση αυτή θεωρείται βαθμίδα 1. Για τα καύσιμα που δεν περιλαμβάνονται στον εν λόγω πίνακα, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προσδιορίζει τον συντελεστή εκπομπών σύμφωνα με το άρθρο 32, θεωρούμενο βαθμίδα 2. Για τα καύσιμα αυτά, η κατώτερη θερμογόνος δύναμη προσδιορίζεται και αναφέρεται ως στοιχείο προς υπόμνηση.

8.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 7, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί, μετά από έγκριση της αρμόδιας αρχής, να συνάγει τον συντελεστή εκπομπών ή την περιεκτικότητα σε άνθρακα, που αποτελεί τη βάση του συντελεστή εκπομπών, ή την κατώτερη θερμογόνο δύναμη για τα καύσιμα του εμπορίου από τα αρχεία προμηθειών του εκάστοτε καυσίμου που παρέχει ο προμηθευτής καυσίμων, υπό τον όρο ότι η τιμή αυτή έχει προκύψει με βάση διεθνώς αποδεκτά πρότυπα και ότι οι συντελεστές εκπομπών που περιλαμβάνονται στον πίνακα 2 του παραρτήματος III δεν μπορούν να εφαρμοστούν.

Άρθρο 53

Ειδικές διατάξεις σχετικά με τη βιομάζα

Το άρθρο 39 εφαρμόζεται αναλόγως στον προσδιορισμό του κλάσματος βιομάζας μεικτών καυσίμων.

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 39 παράγραφος 2, η αρμόδια αρχή επιτρέπει τη χρήση μεθοδολογίας που εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη για τον προσδιορισμό του κλάσματος βιομάζας, ανάλογα με την περίπτωση.

Στο πλαίσιο της μεθοδολογίας αυτής, το κλάσμα βιομάζας, η κατώτερη θερμογόνος δύναμη και ο συντελεστής εκπομπών ή η περιεκτικότητα σε άνθρακα του καυσίμου που χρησιμοποιείται σε αεροπορική δραστηριότητα του ΣΕΔΕ της ΕΕ, περιλαμβανόμενη στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, προσδιορίζεται με τη χρήση των αρχείων προμηθειών καυσίμων.

Η μεθοδολογία βασίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδει η Επιτροπή για να διευκολύνει τη συνεπή εφαρμογή της σε όλα τα κράτη μέλη.

Η χρήση βιοκαυσίμων στις αεροπορικές μεταφορές αποτελεί αντικείμενο εκτίμησης σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ.

Άρθρο 54

Μικροί πρόξενοι εκπομπών

1.   Οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών που εκτελούν λιγότερες από 243 πτήσεις ανά περίοδο επί τρεις διαδοχικές τετράμηνες περιόδους και οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών που εκτελούν πτήσεις με συνολικές ετήσιες εκπομπές χαμηλότερες από 25 000 τόνους CO2 ετησίως θεωρούνται μικροί πρόξενοι εκπομπών.

2.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 52, οι μικροί πρόξενοι εκπομπών επιτρέπεται να υπολογίζουν την κατανάλωση καυσίμου χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που εφαρμόζει ο Eurocontrol ή άλλος συναφής οργανισμός, με τα οποία είναι δυνατή η επεξεργασία όλων των σχετικών πληροφοριών εναέριας κυκλοφορίας, αντίστοιχων με αυτές που διαθέτει ο Eurocontrol, και η αποφυγή της υποεκτίμησης των εκπομπών.

Τα εφαρμοζόμενα εργαλεία επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνον εφόσον εγκριθούν από την Επιτροπή, συμπεριλαμβάνεται δε σε αυτά η εφαρμογή διορθωτικών συντελεστών για την αντιστάθμιση τυχόν ανακριβειών των μεθόδων μοντελοποίησης.

3.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 12, ο μικρός πρόξενος εκπομπών που προτίθεται να χρησιμοποιήσει κάποιο από τα εργαλεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου μπορεί να υποβάλλει μόνο τις ακόλουθες πληροφορίες στο σχέδιο παρακολούθησης εκπομπών:

α)

τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει του παραρτήματος I τμήμα 2 σημείο 1·

β)

αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι τηρούνται τα όρια που καθορίζονται για τους μικρούς προξένους εκπομπών στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·

γ)

το όνομα ή μνεία του εργαλείου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και το οποίο θα χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της κατανάλωσης καυσίμου.

Ο μικρός πρόξενος εκπομπών απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής των δικαιολογητικών εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο.

4.   Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών χρησιμοποιεί ένα από τα εργαλεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και υπερβεί τα όρια της παραγράφου 1 στη διάρκεια ενός έτους αναφοράς, γνωστοποιεί αμελλητί το γεγονός στην αρμόδια αρχή.

Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών υποβάλλει αμελλητί στην αρμόδια αρχή προς έγκριση τις σημαντικές τροποποιήσεις του σχεδίου παρακολούθησης κατά την έννοια του άρθρου 15 παράγραφος 4 στοιχείο α) σημείο vi).

Ωστόσο, η αρμόδια αρχή επιτρέπει στον φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών να εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί εργαλείο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, υπό τον όρο ότι ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών αποδεικνύει ικανοποιητικά κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής ότι δεν έχει ήδη σημειωθεί υπέρβαση των ορίων της παραγράφου 1 κατά τις πέντε τελευταίες περιόδους αναφοράς και ότι δεν θα υπάρξει υπέρβαση από την επόμενη περίοδο αναφοράς και εφεξής.

Άρθρο 55

Πηγές αβεβαιότητας

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών αναφέρει τις πηγές αβεβαιότητας και τις αντίστοιχες στάθμες αβεβαιότητας και λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες αυτές κατά την επιλογή της μεθοδολογίας παρακολούθησης σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 2.

2.   Όταν ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προσδιορίζει τις ποσότητες ανεφοδιασμού με καύσιμα σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 3 στοιχείο α), δεν υποχρεούται να προσκομίσει άλλο αποδεικτικό στοιχείο για την αντίστοιχη στάθμη αβεβαιότητας.

3.   Όταν χρησιμοποιούνται τα συστήματα επί του αεροσκάφους για τη μέτρηση των ποσοτήτων ανεφοδιασμού με καύσιμα ή των ποσοτήτων καυσίμου που περιέχονται στις δεξαμενές σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 3 στοιχείο β), η στάθμη αβεβαιότητας για τις μετρήσεις καυσίμου βασίζεται στα ακόλουθα, σωρευτικά:

α)

στις προδιαγραφές του κατασκευαστή του αεροσκάφους όπου καθορίζονται οι στάθμες αβεβαιότητας των συστημάτων μέτρησης καυσίμου επί του αεροσκάφους·

β)

στα αποδεικτικά στοιχεία για τη διεξαγωγή τακτικών εξακριβώσεων της ικανοποιητικής λειτουργίας των συστημάτων μέτρησης καυσίμου επί του αεροσκάφους.

4.   Κατά παρέκκλιση των παραγράφων 2 και 3, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί να βασίζει τις αβεβαιότητες όσον αφορά όλες τις άλλες συνιστώσες της μεθοδολογίας παρακολούθησης στη συντηρητική κρίση εμπειρογνώμονα, λαμβανομένου υπόψη του εκτιμώμενου πλήθους πτήσεων κατά την περίοδο αναφοράς.

5.   Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών διενεργεί τακτικά κατάλληλους ελέγχους, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται διασταυρώσεις της ποσότητας ανεφοδιασμού με καύσιμο, όπως προκύπτει από τα τιμολόγια, με την ποσότητα ανεφοδιασμού με καύσιμο που προσδιορίζεται με μέτρηση επί του αεροσκάφους, και λαμβάνει διορθωτικά μέτρα, εφόσον διαπιστωθούν αισθητές αποκλίσεις.

Άρθρο 56

Προσδιορισμός τονοχιλιομετρικών δεδομένων

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών που προτίθεται να υποβάλει αίτηση δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής δυνάμει του άρθρου 3ε ή 3στ της οδηγίας 2003/87/ΕΚ παρακολουθεί τα τονοχιλιομετρικά δεδομένα για όλες τις πτήσεις που υπάγονται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ κατά τα έτη παρακολούθησης που αφορούν οι αιτήσεις.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών υπολογίζει τα τονοχιλιομετρικά δεδομένα πολλαπλασιάζοντας την απόσταση, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα III τμήμα 4 και εκφράζεται σε χιλιόμετρα (km), επί το ωφέλιμο φορτίο, το οποίο υπολογίζεται ως το άθροισμα της μάζας φορτίου, ταχυδρομείου, επιβατών και ελεγμένων αποσκευών και εκφράζεται σε τόνους (t).

3.   Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προσδιορίζει τη μάζα φορτίου και ταχυδρομείου με βάση την πραγματική ή τυπική μάζα που περιέχεται στην τεκμηρίωση της μάζας και ζυγοστάθμισης για τις αντίστοιχες πτήσεις.

Οι φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών που δεν υποχρεούνται να διαθέτουν τεκμηρίωση της μάζας και ζυγοστάθμισης, προτείνουν στο σχέδιο παρακολούθησης κατάλληλη μεθοδολογία προσδιορισμού της μάζας φορτίου και ταχυδρομείου, η οποία δεν περιλαμβάνει το απόβαρο όλων των παλετών και εμπορευματοκιβωτίων που δεν συνιστούν ωφέλιμο φορτίο ούτε τη μάζα του αεροσκάφους.

4.   Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προσδιορίζει τη μάζα των επιβατών χρησιμοποιώντας μια από τις ακόλουθες βαθμίδες:

α)

βαθμίδα 1: συνίσταται σε προκαθορισμένη τιμή 100 kg για κάθε επιβάτη και τις ελεγμένες αποσκευές του·

β)

βαθμίδα 2: συνίσταται στη μάζα επιβατών και ελεγμένων αποσκευών που περιέχεται στην τεκμηρίωση της μάζας και ζυγοστάθμισης για κάθε πτήση.

Ωστόσο, η επιλεγόμενη βαθμίδα εφαρμόζεται σε όλες τις πτήσεις κατά τα έτη παρακολούθησης που αφορούν οι αιτήσεις οι οποίες υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 3ε ή 3στ της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Άρθρο 57

Δραστηριότητες ροής δεδομένων

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών καθιερώνει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί γραπτές διαδικασίες όσον αφορά τις δραστηριότητες ροής δεδομένων για την παρακολούθηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και την υποβολή σχετικών εκθέσεων και εξασφαλίζει ότι η ετήσια έκθεση για τις εκπομπές που προκύπτει από τις δραστηριότητες ροής δεδομένων δεν περιέχει ανακρίβειες και είναι σύμφωνη με το σχέδιο παρακολούθησης, τις εν λόγω γραπτές διαδικασίες και τον παρόντα κανονισμό.

Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προτίθεται να υποβάλει αίτηση δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής δυνάμει του άρθρου 3ε ή 3στ της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται επίσης στην παρακολούθηση και υποβολή τονοχιλιομετρικών δεδομένων.

2.   Η περιγραφή των γραπτών διαδικασιών για τις δραστηριότητες ροής δεδομένων στο σχέδιο παρακολούθησης καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 2·

β)

ταυτοποίηση των πηγών πρωτογενών δεδομένων·

γ)

κάθε στάδιο της ροής δεδομένων από τα πρωτογενή δεδομένα έως τις ετήσιες εκπομπές ή τα τονοχιλιομετρικά δεδομένα, με τρόπο που αντικατοπτρίζει την αλληλουχία και την αλληλεπίδραση μεταξύ των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων·

δ)

τα σχετικά στάδια επεξεργασίας που αφορούν κάθε συγκεκριμένη δραστηριότητα ροής δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των μαθηματικών τύπων και των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για των προσδιορισμό των εκπομπών ή των τονοχιλιομετρικών δεδομένων·

ε)

τα σχετικά ηλεκτρονικά συστήματα επεξεργασίας και αποθήκευσης δεδομένων που χρησιμοποιούνται, καθώς και την αλληλεπίδραση μεταξύ των εν λόγω συστημάτων και άλλων εισαγωγών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των μη αυτόματων·

στ)

τον τρόπο με τον οποίο καταγράφονται τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων.

Άρθρο 58

Σύστημα ελέγχου

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών καθιερώνει, τεκμηριώνει, εφαρμόζει και διατηρεί αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου, ώστε να εξασφαλίζει ότι η ετήσια έκθεση για τις εκπομπές και, κατά περίπτωση, η έκθεση τονοχιλιομετρικών δεδομένων, που προκύπτουν από τις δραστηριότητες ροής δεδομένων, δεν περιέχουν ανακρίβειες και είναι σύμφωνες με το σχέδιο παρακολούθησης και τον παρόντα κανονισμό.

2.   Το σύστημα ελέγχου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αποτελείται από τα ακόλουθα:

α)

εκτίμηση του φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για τους εγγενείς κινδύνους και τους κινδύνους του ελέγχου·

β)

γραπτές διαδικασίες για τις ελεγκτικές δραστηριότητες με τις οποίες πρόκειται να μετριαστούν οι εντοπισμένοι κίνδυνοι.

3.   Οι σχετικές με τις ελεγκτικές δραστηριότητες γραπτές διαδικασίες, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο Β., περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

α)

διασφάλιση ποιότητας του εξοπλισμού μετρήσεων·

β)

διασφάλιση ποιότητας του συστήματος τεχνολογίας πληροφοριών που χρησιμοποιείται για τις δραστηριότητες ροής δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της τεχνολογίας ηλεκτρονικού ελέγχου διεργασιών·

γ)

διαχωρισμό καθηκόντων μεταξύ δραστηριοτήτων ροής δεδομένων και ελεγκτικών δραστηριοτήτων, καθώς και διαχείριση των αναγκαίων ικανοτήτων·

δ)

εσωτερική εξέταση και επικύρωση δεδομένων·

ε)

διορθώσεις και διορθωτικά μέτρα·

στ)

έλεγχο των διεργασιών που ανατίθενται σε τρίτους·

ζ)

τήρηση αρχείων και τεκμηρίωση, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των εκδόσεων των εγγράφων.

4.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα του συστήματος ελέγχου, μεταξύ άλλων διενεργώντας εσωτερική εξέταση και λαμβάνοντας υπόψη τις διαπιστώσεις του ελεγκτή κατά την επαλήθευση των ετήσιων εκθέσεων για τις εκπομπές και, κατά περίπτωση, των εκθέσεων τονοχιλιομετρικών δεδομένων, η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2012.

Στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι το σύστημα ελέγχου είναι αναποτελεσματικό ή δυσανάλογο σε σχέση με τους κινδύνους που εντοπίζονται, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μεριμνά για τη βελτίωση του συστήματος ελέγχου και επικαιροποιεί αναλόγως το σχέδιο παρακολούθησης ή τις υποκείμενες γραπτές διαδικασίες για τις δραστηριότητες ροής δεδομένων, εκτιμήσεις κινδύνου και ελεγκτικές δραστηριότητες.

Άρθρο 59

Διασφάλιση ποιότητας

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 58 παράγραφος 3 στοιχείο α), ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών εξασφαλίζει ότι όλος ο σχετικός εξοπλισμός μετρήσεων βαθμονομείται, ρυθμίζεται και ελέγχεται σε τακτά διαστήματα, καθώς και πριν από τη χρήση του, και ότι ελέγχεται με βάση πρότυπα μετρήσεων προερχόμενα από διεθνή πρότυπα μετρήσεων, εφόσον υπάρχουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και ανάλογα με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί.

Στις περιπτώσεις που κατασκευαστικά στοιχεία των συστημάτων μετρήσεων δεν είναι δυνατόν να βαθμονομηθούν, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών τα προσδιορίζει στο σχέδιο παρακολούθησης και προτείνει εναλλακτικές ελεγκτικές δραστηριότητες.

Όταν διαπιστώνεται ότι ο εξοπλισμός δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις επιδόσεων, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών λαμβάνει αμέσως τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα.

2.   Όσον αφορά τα συστήματα συνεχούς μέτρησης εκπομπών, ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει διασφάλιση ποιότητας με βάση το πρότυπο «Διασφάλιση ποιότητας αυτοματοποιημένων συστημάτων μέτρησης» (EN 14181), μεταξύ άλλων με παράλληλες μετρήσεις σύμφωνα με πρότυπες μεθόδους αναφοράς τουλάχιστον μία φορά ετησίως, οι οποίες εκτελούνται από προσωπικό που διαθέτει τις σχετικές ικανότητες.

Όταν η διασφάλιση ποιότητας απαιτεί οριακές τιμές εκπομπών (ELV) ως αναγκαίες παραμέτρους για τη διακρίβωση/βαθμονόμηση και τους ελέγχους επιδόσεων, χρησιμοποιείται η ετήσια μέση ωριαία συγκέντρωση του αερίου θερμοκηπίου ως υποκατάστατο των εν λόγω ELV. Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης διαπιστώσει έλλειψη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις διασφάλισης ποιότητας, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης κατά την οποία χρειάζεται να επαναληφθεί η διακρίβωση/βαθμονόμηση, αναφέρει το γεγονός αυτό στην αρμόδια αρχή και λαμβάνει διορθωτικά μέτρα αμελλητί.

Άρθρο 60

Διασφάλιση ποιότητας του συστήματος τεχνολογίας πληροφοριών

Για τους σκοπούς του άρθρου 58 παράγραφος 3 στοιχείο Β., ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών εξασφαλίζει ότι το σύστημα τεχνολογίας πληροφοριών σχεδιάζεται, αποτελεί αντικείμενο τεκμηρίωσης, υποβάλλεται σε δοκιμές, χρησιμοποιείται, ελέγχεται και συντηρείται κατά τρόπο ώστε να μπορεί να επεξεργάζεται αξιόπιστα, ακριβή και επίκαιρα δεδομένα ανάλογα με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο α).

Ο έλεγχος του συστήματος τεχνολογίας πληροφοριών περιλαμβάνει έλεγχο της πρόσβασης, έλεγχο των εφεδρικών αντιγράφων, ανάκτηση, κατάρτιση σχεδίου συνέχειας λειτουργιών και ασφάλεια.

Άρθρο 61

Διαχωρισμός καθηκόντων

Για τους σκοπούς του άρθρου 58 παράγραφος 3 στοιχείο γ), ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών ορίζει υπευθύνους για όλες τις δραστηριότητες ροής δεδομένων και όλες τις ελεγκτικές δραστηριότητες, κατά τρόπο ώστε να διαχωρίζονται τα συγκρουόμενα καθήκοντα. Ελλείψει άλλων ελεγκτικών δραστηριοτήτων, εξασφαλίζει, για όλες τις δραστηριότητες ροής δεδομένων ανάλογα με τους εγγενείς κινδύνους που έχουν εντοπιστεί, ότι όλες οι συναφείς πληροφορίες και δεδομένα επιβεβαιώνονται από ένα τουλάχιστον πρόσωπο, το οποίο δεν έχει συμμετοχή στον προσδιορισμό και την καταγραφή των εν λόγω πληροφοριών ή δεδομένων.

Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών διαχειρίζεται τις αναγκαίες ικανότητες για τις σχετικές αρμοδιότητες, συμπεριλαμβανομένων της κατάλληλης ανάθεσης αρμοδιοτήτων, της επιμόρφωσης και της εξέτασης επιδόσεων.

Άρθρο 62

Εσωτερική εξέταση και επικύρωση δεδομένων

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 58 παράγραφος 3 στοιχείο δ) και βάσει των εγγενών κινδύνων και των κινδύνων του ελέγχου που προσδιορίζονται στην εκτίμηση κινδύνων η οποία αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο α), ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών εξετάζει και επικυρώνει τα δεδομένα που προκύπτουν από τις αναφερόμενες στο άρθρο 57 δραστηριότητες ροής δεδομένων.

Η εν λόγω εξέταση και επικύρωση των δεδομένων περιλαμβάνει τουλάχιστον:

α)

έλεγχο πληρότητας των δεδομένων·

β)

σύγκριση των δεδομένων τα οποία ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών έχει συγκεντρώσει, παρακολουθήσει και αναφέρει στη διάρκεια περισσότερων του ενός ετών·

γ)

σύγκριση των δεδομένων και των τιμών που προκύπτουν από διαφορετικά συστήματα συλλογής δεδομένων λειτουργίας, η οποία περιλαμβάνει, κατά περίπτωση:

i)

σύγκριση δεδομένων που αφορούν την προμήθεια καυσίμου ή υλικού με δεδομένα για τις μεταβολές των αποθεμάτων και με δεδομένα κατανάλωσης για τις ισχύουσες ροές πηγής·

ii)

σύγκριση των συντελεστών υπολογισμού που έχουν προσδιοριστεί με ανάλυση, υπολογιστεί ή ληφθεί από τον προμηθευτή του καυσίμου ή υλικού με εθνικούς ή διεθνείς συντελεστές αναφοράς για συγκρίσιμα καύσιμα ή υλικά·

iii)

σύγκριση μεταξύ των εκπομπών που προκύπτουν από βασιζόμενες σε μετρήσεις μεθοδολογίες και των αποτελεσμάτων του επιβεβαιωτικού υπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 46·

iv)

σύγκριση μεταξύ συγκεντρωτικών και ανεπεξέργαστων δεδομένων.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών εξασφαλίζει, στο μέτρο του δυνατού, ότι τα κριτήρια απόρριψης δεδομένων στο πλαίσιο της εξέτασης και επικύρωσης είναι γνωστά εκ των προτέρων. Για τον σκοπό αυτό τα κριτήρια απόρριψης δεδομένων περιλαμβάνονται στην τεκμηρίωση των σχετικών γραπτών διαδικασιών.

Άρθρο 63

Διορθώσεις και διορθωτικά μέτρα

1.   Όταν διαπιστώνεται ότι τμήμα των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 57 ή των ελεγκτικών δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 58 δεν λειτουργεί αποτελεσματικά ή λειτουργεί εκτός των ορίων που καθορίζονται στην τεκμηρίωση των διαδικασιών για τις εν λόγω δραστηριότητες ροής δεδομένων και ελέγχου, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προβαίνει στις ενδεδειγμένες διορθώσεις και διορθώνει τα απορριφθέντα δεδομένα, αποφεύγοντας όμως την υποεκτίμηση των εκπομπών.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προβαίνει τουλάχιστον σε όλες τις ακόλουθες ενέργειες:

α)

αξιολόγηση της εγκυρότητας των αποτελεσμάτων των εφαρμοστέων σταδίων των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 57 ή των ελεγκτικών δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 58·

β)

προσδιορισμό του αιτίου της δυσλειτουργίας ή του σφάλματος·

γ)

εφαρμογή κατάλληλων διορθωτικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της διόρθωσης των προβληματικών δεδομένων στην έκθεση για τις εκπομπές ή στην έκθεση τονοχιλιομετρικών δεδομένων, κατά περίπτωση.

3.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών προβαίνει στις διορθώσεις και λαμβάνει τα διορθωτικά μέτρα δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται στους εγγενείς κινδύνους και στους κινδύνους του ελέγχου που προσδιορίζονται στην αναφερόμενη στο άρθρο 58 εκτίμηση κινδύνων.

Άρθρο 64

Εξωτερική ανάθεση διαδικασιών

Όταν ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών αναθέτει σε τρίτους μία ή περισσότερες δραστηριότητες ροής δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 57 ή ελεγκτικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 58, προβαίνει σε όλες τις ακόλουθες ενέργειες:

α)

ελέγχει την ποιότητα των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων και ελέγχου που έχουν ανατεθεί σε τρίτους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β)

καθορίζει τις ενδεδειγμένες απαιτήσεις για τα αποτελέσματα των διαδικασιών που ανατίθενται σε τρίτους και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στις εν λόγω διαδικασίες·

γ)

ελέγχει την ποιότητα των αποτελεσμάτων και των μεθόδων που αναφέρονται στο στοιχείο Β. του παρόντος άρθρου·

δ)

διασφαλίζει ότι οι δραστηριότητες που έχουν ανατεθεί σε τρίτους ασκούνται κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται στους εγγενείς κινδύνους και στους κινδύνους του ελέγχου που προσδιορίζονται στην αναφερόμενη στο άρθρο 58 εκτίμηση κινδύνων.

Άρθρο 65

Αντιμετώπιση κενών των δεδομένων

1.   Εάν λείπουν δεδομένα που έχουν σημασία για τον προσδιορισμό των εκπομπών μιας εγκατάστασης, ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί κατάλληλη μέθοδο εκτίμησης για τον προσδιορισμό συντηρητικών υποκατάστατων δεδομένων για την αντίστοιχη χρονική περίοδο και την ελλείπουσα παράμετρο.

Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης δεν έχει συμπεριλάβει τη μέθοδο εκτίμησης σε γραπτή διαδικασία, καθορίζει την εν λόγω γραπτή διαδικασία και υποβάλλει προς έγκριση στην αρμόδια αρχή κατάλληλη τροποποίηση του σχεδίου παρακολούθησης σύμφωνα με το άρθρο 15.

2.   Εάν λείπουν δεδομένα που έχουν σημασία για τον προσδιορισμό των εκπομπών φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών για μία ή περισσότερες πτήσεις, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών χρησιμοποιεί υποκατάστατα δεδομένα για την αντίστοιχη χρονική περίοδο, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με την εναλλακτική μέθοδο που ορίζεται στο σχέδιο παρακολούθησης.

Εάν δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν υποκατάστατα δεδομένα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι εκπομπές για τη συγκεκριμένη ή τις συγκεκριμένες πτήσεις επιτρέπεται να υπολογίζονται κατ’ εκτίμηση από τον φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών με βάση την κατανάλωση καυσίμου, η οποία προσδιορίζεται με τη χρήση εργαλείου που αναφέρεται στο άρθρο 54 παράγραφος 2.

Άρθρο 66

Τήρηση αρχείων και τεκμηρίωση

1.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών τηρεί αρχεία όλων των συναφών δεδομένων και πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που απαριθμούνται στο παράρτημα IX, επί δέκα τουλάχιστον έτη.

Τα τεκμηριωμένα και αρχειοθετημένα δεδομένα παρακολούθησης πρέπει να επιτρέπουν την επαλήθευση της ετήσιας έκθεσης για τις εκπομπές ή της έκθεσης τονοχιλιομετρικών δεδομένων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2011. Τα δεδομένα που έχουν αναφερθεί από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και περιέχονται σε ηλεκτρονικό σύστημα υποβολής και διαχείρισης δεδομένων που έχει δημιουργηθεί από την αρμόδια αρχή, μπορεί να θεωρηθεί ότι διατηρούνται από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, εάν αυτός έχει πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα.

2.   Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μεριμνά ώστε τα σχετικά έγγραφα να είναι διαθέσιμα όποτε και όπου χρειάζονται για την άσκηση των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων και ελέγχου.

Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών θέτει, κατόπιν αιτήσεως, τα εν λόγω έγγραφα στη διάθεση της αρμόδιας αρχής, καθώς και του ελεγκτή που επαληθεύει την έκθεση για τις εκπομπές ή την έκθεση τονοχιλιομετρικών δεδομένων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2011.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΝ

Άρθρο 67

Χρόνος και υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων

1.   Έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών υποβάλλει στην αρμόδια αρχή έκθεση σχετικά με τις εκπομπές, η οποία καλύπτει τις ετήσιες εκπομπές της περιόδου αναφοράς και επαληθεύεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2011.

Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτήσουν από τους φορείς εκμετάλλευσης ή φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών να υποβάλλουν την επαληθευμένη ετήσια έκθεση για τις εκπομπές πριν από τις 31 Μαρτίου, όχι όμως νωρίτερα από τις 28 Φεβρουαρίου.

2.   Εάν φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών επιλέξει να υποβάλει αίτηση δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής δυνάμει του άρθρου 3ε ή 3στ της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, υποβάλλει στην αρμόδια αρχή, έως τις 31 Μαρτίου του έτους που ακολουθεί το έτος παρακολούθησης το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 3ε ή 3στ της ίδιας οδηγίας, έκθεση τονοχιλιομετρικών δεδομένων, η οποία καλύπτει τα τονοχιλιομετρικά δεδομένα του έτους παρακολούθησης και επαληθεύεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2012.

3.   Οι ετήσιες εκθέσεις για τις εκπομπές και οι εκθέσεις τονοχιλιομετρικών δεδομένων περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα X.

Άρθρο 68

Ανωτέρα βία

1.   Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών αδυνατεί να υποβάλει επαληθευμένα τονοχιλιομετρικά δεδομένα στην αρμόδια αρχή εντός της σχετικής προθεσμίας, σύμφωνα με το άρθρο 3ε παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, λόγω σοβαρών και απρόβλεπτων περιστάσεων που διαφεύγουν από τον έλεγχό του, υποβάλλει στην αρμόδια αρχή, για τους σκοπούς της εν λόγω διάταξης, τα καλύτερα διαθέσιμα υπό τις περιστάσεις τονοχιλιομετρικά δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων που βασίζονται σε αξιόπιστες εκτιμήσεις, εάν είναι απαραίτητο.

2.   Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, το κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή, για τους σκοπούς της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 3ε παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, τα δεδομένα που έχει λάβει σε σχέση με τον ενδιαφερόμενο φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, συνοδευόμενα από εξήγηση των περιστάσεων που οδήγησαν στην απουσία έκθεσης επαληθευμένης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2012.

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τα δεδομένα αυτά για τους σκοπούς του άρθρου 3ε παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

3.   Όταν το κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή δεδομένα που έχει λάβει σε σχέση με φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μεριμνά για την επαλήθευση των υποβληθέντων τονοχιλιομετρικών δεδομένων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2012 το συντομότερο δυνατόν και, οπωσδήποτε, μόλις παύσουν να υφίστανται οι περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών υποβάλλει αμελλητί τα επαληθευμένα δεδομένα στην αρμόδια αρχή.

Η οικεία αρμόδια αρχή μειώνει κατάλληλα τα δωρεάν δικαιώματα και δημοσιεύει την αναθεωρημένη κατανομή δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπής όσον αφορά τον φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σύμφωνα με το άρθρο 3ε παράγραφος 4 της οδηγίας 2003/87/ΕΚ. Η σχετική κατανομή δεν αυξάνεται. Κατά περίπτωση, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών επιστρέφει τυχόν δικαιώματα που έχει λάβει καθ’ υπέρβαση σύμφωνα με το άρθρο 3ε παράγραφος 5 της ίδιας οδηγίας.

4.   Η αρμόδια αρχή εφαρμόζει αποτελεσματικά μέτρα που διασφαλίζουν ότι ο ενδιαφερόμενος φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών τηρεί τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της παραγράφου 3.

Άρθρο 69

Υποβολή εκθέσεων σχετικά με βελτιώσεις της μεθοδολογίας παρακολούθησης

1.   Κάθε φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών ελέγχει τακτικά αν η εφαρμοζόμενη μεθοδολογία παρακολούθησης επιδέχεται βελτίωση.

Ο φορέας εκμετάλλευσης εγκατάστασης υποβάλλει προς έγκριση στην αρμόδια αρχή έκθεση, η οποία περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ή 3, κατά περίπτωση, τηρώντας τις ακόλουθες προθεσμίες:

α)

για εγκατάσταση κατηγορίας Α, έως τις 30 Ιουνίου ανά τετραετία·

β)

για εγκατάσταση κατηγορίας Β, έως τις 30 Ιουνίου ανά διετία·

γ)

για εγκατάσταση κατηγορίας Γ, έως τις 30 Ιουνίου κάθε έτους.

Ωστόσο, η αρμόδια αρχή μπορεί να καθορίσει εναλλακτική ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής της έκθεσης, όχι όμως μεταγενέστερη της 30ής Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.

2.   Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης δεν εφαρμόζει τουλάχιστον τις βαθμίδες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο και το άρθρο 41 παράγραφος 1, αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η εφαρμογή των απαιτούμενων βαθμίδων δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος.

Ωστόσο, εφόσον διαπιστωθεί ότι τα μέτρα που χρειάζονται για την επίτευξη των εν λόγω βαθμίδων έχουν καταστεί τεχνικώς εφικτά και δεν συνεπάγονται πλέον αδικαιολόγητο κόστος, ο φορέας εκμετάλλευσης κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή τις κατάλληλες τροποποιήσεις του σχεδίου παρακολούθησης σύμφωνα με το άρθρο 15 και υποβάλλει προτάσεις για την εφαρμογή των σχετικών μέτρων και το χρονοδιάγραμμά της.

3.   Εάν ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει την εφεδρική μεθοδολογία παρακολούθησης που αναφέρεται στο άρθρο 22, αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η εφαρμογή τουλάχιστον της βαθμίδας 1 για μία ή περισσότερες μείζονες ή ελάσσονες ροές πηγής δεν είναι τεχνικά εφικτή ή συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος.

Ωστόσο, εφόσον διαπιστωθεί ότι τα μέτρα που χρειάζονται για την επίτευξη τουλάχιστον της βαθμίδας 1 για τις εν λόγω ροές πηγής έχουν καταστεί τεχνικώς εφικτά και δεν συνεπάγονται πλέον αδικαιολόγητο κόστος, ο φορέας εκμετάλλευσης κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή τις κατάλληλες τροποποιήσεις του σχεδίου παρακολούθησης σύμφωνα με το άρθρο 15 και υποβάλλει προτάσεις για την εφαρμογή των σχετικών μέτρων και το χρονοδιάγραμμά της.

4.   Όταν στην έκθεση επαλήθευσης που συντάσσεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2012 αναφέρονται εκκρεμείς καταστάσεις έλλειψης συμμόρφωσης ή διατυπώνονται συστάσεις για βελτιώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 27, 29 και 30 του εν λόγω κανονισμού, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών υποβάλλει προς έγκριση στην αρμόδια αρχή έκθεση, έως τις 30 Ιουνίου του έτους έκδοσης της έκθεσης επαλήθευσης από τον ελεγκτή. Στην εν λόγω έκθεση αναφέρονται ο τρόπος και ο χρόνος κατά τον οποίο ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών διόρθωσε ή σκοπεύει να διορθώσει την έλλειψη συμμόρφωσης που εντόπισε ο ελεγκτής και να υλοποιήσει τις συνιστώμενες βελτιώσεις.

Η έκθεση αυτή μπορεί να συνδυαστεί, κατά περίπτωση, με την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Εάν οι συνιστώμενες βελτιώσεις δεν οδηγούν σε βελτίωση της μεθοδολογίας παρακολούθησης, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών αιτιολογεί την άποψη αυτή. Εάν οι συνιστώμενες βελτιώσεις συνεπάγονται αδικαιολόγητο κόστος, ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών υποβάλλει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον αδικαιολόγητο χαρακτήρα του κόστους.

Άρθρο 70

Προσδιορισμός των εκπομπών από την αρμόδια αρχή

1.   Η αρμόδια αρχή προβαίνει σε συντηρητική εκτίμηση των εκπομπών φορέα εκμετάλλευσης εγκατάστασης ή αεροσκαφών στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών δεν υπέβαλε επαληθευμένη ετήσια έκθεση σχετικά με τις εκπομπές εντός της απαιτούμενης προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 1·

β)

η επαληθευμένη ετήσια έκθεση σχετικά με τις εκπομπές, που αναφέρεται στο άρθρο 67 παράγραφος 1, δεν είναι σύμφωνη με τον παρόντα κανονισμό·

γ)

η έκθεση φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών σχετικά με τις εκπομπές δεν έχει επαληθευθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2012.

2.   Εάν ο ελεγκτής αναφέρει, στην έκθεση επαλήθευσης που έχει συντάξει σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2012, την ύπαρξη επουσιωδών ανακριβειών οι οποίες δεν διορθώθηκαν από τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών πριν από την έκδοση της δήλωσης επαλήθευσης, η αρμόδια αρχή αξιολογεί τις εν λόγω ανακρίβειες και προβαίνει σε συντηρητική εκτίμηση των εκπομπών του φορέα εκμετάλλευσης εγκατάστασης ή αεροσκαφών, ανάλογα με την περίπτωση. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών αν απαιτούνται διορθώσεις στην έκθεση εκπομπών και ποιες. Ο φορέας εκμετάλλευσης ή φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών θέτει τις σχετικές πληροφορίες στη διάθεση του ελεγκτή.

3.   Τα κράτη μέλη καθιερώνουν αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες για την έγκριση των σχεδίων παρακολούθησης και των αρχών που είναι αρμόδιες για την αποδοχή των ετήσιων εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές.

Άρθρο 71

Πρόσβαση σε πληροφορίες

Η αρμόδια αρχή δημοσιοποιεί τις σχετικές με τις εκπομπές εκθέσεις που έχει στην κατοχή της, με την επιφύλαξη των εθνικών κανόνων που θεσπίζονται σύμφωνα με την οδηγία 2003/4/ΕΚ. Όσον αφορά την εφαρμογή της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της ίδιας οδηγίας, οι φορείς εκμετάλλευσης ή φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορούν να υποδεικνύουν στην έκθεσή τους τις πληροφορίες που θεωρούν εμπορικά ευαίσθητες.

Άρθρο 72

Στρογγυλοποίηση δεδομένων

1.   Οι συνολικές ετήσιες εκπομπές αναφέρονται ως στρογγυλοποιημένοι τόνοι CO2 ή CO2(e).

Τα τονοχιλιόμετρα αναφέρονται ως στρογγυλοποιημένες τιμές τονοχιλιομέτρων.

2.   Όλες οι μεταβλητές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των εκπομπών στρογγυλοποιούνται ώστε να περιλαμβάνουν όλα τα σημαντικά ψηφία για τον υπολογισμό και την αναφορά των εκπομπών.

3.   Όλα τα δεδομένα ανά πτήση στρογγυλοποιούνται ώστε να περιλαμβάνουν όλα τα σημαντικά ψηφία για τον υπολογισμό της απόστασης και του ωφέλιμου φορτίου σύμφωνα με το άρθρο 56, καθώς και για την υποβολή των τονοχιλιομετρικών δεδομένων.

Άρθρο 73

Εξασφάλιση συνέπειας με άλλες εκθέσεις

Κάθε δραστηριότητα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και ασκείται από φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών επισημαίνεται με τη χρήση των κωδικών από τα ακόλουθα συστήματα υποβολής εκθέσεων, κατά περίπτωση:

α)

κοινός μορφότυπος υποβολής εκθέσεων για τα εθνικά συστήματα απογραφής αερίων θερμοκηπίου, που έχει εγκριθεί από τα αντίστοιχα όργανα της σύμβασης πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την αλλαγή του κλίματος·

β)

αναγνωριστικός αριθμός της εγκατάστασης στο ευρωπαϊκό μητρώο έκλυσης και μεταφοράς ρύπων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 166/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12)·

γ)

δραστηριότητα IPPC του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 166/2006·

δ)

κωδικός NACE σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Άρθρο 74

Μορφότυποι ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλουν στους φορείς εκμετάλλευσης και στους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών να χρησιμοποιούν ηλεκτρονικά πρότυπα (templates) ή συγκεκριμένους μορφότυπους αρχείων για την υποβολή, αφενός των σχεδίων παρακολούθησης και των τροποποιήσεών τους και, αφετέρου, των ετήσιων εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές, των εκθέσεων τονοχιλιομετρικών δεδομένων, των εκθέσεων επαλήθευσης και των εκθέσεων βελτίωσης.

Τα εν λόγω ηλεκτρονικά πρότυπα ή προδιαγραφές μορφότυπου αρχείων που καθορίζονται από τα κράτη μέλη περιέχουν τουλάχιστον τις πληροφορίες οι οποίες περιέχονται στα ηλεκτρονικά πρότυπα ή στις προδιαγραφές μορφότυπου αρχείων που δημοσιεύονται από την Επιτροπή.

2.   Για τον καθορισμό των ηλεκτρονικών προτύπων ή των προδιαγραφών μορφότυπου αρχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν μία από τις ακόλουθες εναλλακτικές δυνατότητες ή και τις δύο:

α)

προδιαγραφές μορφότυπου αρχείων που χρησιμοποιούν τυποποιημένη γλώσσα ηλεκτρονικής υποβολής στοιχείων (στο εξής «γλώσσα των εκθέσεων του ΣΕΔΕ της ΕΕ») με βάση την XML προς χρήση σε συνδυασμό με προηγμένα αυτοματοποιημένα συστήματα·

β)

ηλεκτρονικά πρότυπα δημοσιευόμενα σε μορφή που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το σύνηθες λογισμικό γραφείου, συμπεριλαμβανομένων των λογιστικών φύλλων και των αρχείων επεξεργαστών κειμένου.

Άρθρο 75

Χρήση αυτοματοποιημένων συστημάτων

1.   Εάν ένα κράτος μέλος επιλέξει τη χρήση αυτοματοποιημένων συστημάτων για την ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών με βάση τη γλώσσα των εκθέσεων του ΣΕΔΕ της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 2 στοιχείο α), τα εν λόγω συστήματα διασφαλίζουν με οικονομικά συμφέροντα τρόπο, μέσω της εφαρμογής μέτρων τελευταίας τεχνολογίας:

α)

την αρτιότητα των δεδομένων, αποτρέποντας την τροποποίηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων κατά τη διαβίβασή τους·

β)

την εμπιστευτικότητα των δεδομένων, με τη χρήση τεχνικών ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών κρυπτογράφησης, ώστε να έχει πρόσβαση στα δεδομένα μόνο το πρόσωπο για το οποίο προορίζονται και να μην υπάρχει δυνατότητα υποκλοπής δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα·

γ)

τη γνησιότητα των δεδομένων, ώστε να είναι γνωστή η ταυτότητα τόσο του αποστολέα όσο και του παραλήπτη των δεδομένων και να μπορεί να εξακριβωθεί·

δ)

τη μη αποκήρυξη των δεδομένων, ώστε να μη μπορεί να αρνηθεί το ένα μέρος της συναλλαγής τη λήψη των δεδομένων και το άλλο την αποστολή τους, με την εφαρμογή μεθόδων όπως οι τεχνικές υπογραφής ή ο ανεξάρτητος έλεγχος των διασφαλίσεων του συστήματος.

2.   Τα αυτοματοποιημένα συστήματα με βάση τη γλώσσα ων εκθέσεων του ΣΕΔΕ της ΕΕ, που χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη για την επικοινωνία μεταξύ αρμόδιας αρχής και φορέα εκμετάλλευσης ή φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, καθώς και μεταξύ ελεγκτή και οργανισμού διαπίστευσης κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2012, πληρούν τις ακόλουθες μη λειτουργικές απαιτήσεις, μέσω της εφαρμογής μέτρων τελευταίας τεχνολογίας:

α)

έλεγχο πρόσβασης, ώστε να έχουν πρόσβαση στο σύστημα μόνο τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και να μην είναι δυνατή η ανάγνωση, εγγραφή ή ενημέρωση δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα, μέσω της εφαρμογής τεχνολογικών μέτρων με στόχο να επιτευχθούν τα ακόλουθα:

i)

ο περιορισμός της φυσικής πρόσβασης στο υλικό υπολογιστών που χρησιμοποιείται για τη λειτουργία των αυτοματοποιημένων συστημάτων, με την παρεμβολή φυσικών φραγμών·

ii)

ο περιορισμός της λογικής πρόσβασης στα αυτοματοποιημένα συστήματα, με τη χρήση τεχνολογίας αναγνώρισης, ελέγχου ταυτότητας και εξουσιοδότησης·

β)

διαθεσιμότητα, ώστε να διασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης στα δεδομένα, ακόμη και μετά την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος και την ενδεχόμενη εγκατάσταση νέου λογισμικού·

γ)

διαδρομή ελέγχου, ώστε να διασφαλίζεται ότι υπάρχει πάντοτε δυνατότητα εντοπισμού και εκ των υστέρων ανάλυσης των μεταβολών των δεδομένων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 76

Κατάργηση της απόφασης 2007/589/ΕΚ και μεταβατικές διατάξεις

1.   Καταργείται η απόφαση 2007/589/ΕΚ.

2.   Οι διατάξεις της απόφασης 2007/589/ΕΚ εξακολουθούν να εφαρμόζονται στην παρακολούθηση, την αναφορά και την επαλήθευση των εκπομπών και, κατά περίπτωση, των δεδομένων δραστηριότητας που έχουν προκύψει πριν από την 1η Ιανουαρίου 2013.

Άρθρο 77

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2013.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 21 Ιουνίου 2012.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 275 της 25.10.2003, σ. 32.

(2)  ΕΕ L 229 της 31.8.2007, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 16.

(4)  ΕΕ L 149 της 12.6.2009, σ. 69.

(5)  ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 114.

(6)  ΕΕ L 135 της 30.4.2004, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 373 της 31.12.1991, σ. 4.

(8)  Βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(9)  ΕΕ L 130 της 17.5.2011, σ. 1.

(10)  ΕΕ L 122 της 16.5.2009, σ. 6.

(11)  ΕΕ L 315 της 29.11.2011, σ. 1.

(12)  ΕΕ L 33 της 4.2.2006, σ. 1.

(13)  ΕΕ L 393 της 30.12.2006, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Ελάχιστο περιεχόμενο των σχεδίων παρακολούθησης (άρθρο 12 παράγραφος 1)

1.   Ελάχιστο περιεχόμενο των σχεδίων παρακολούθησης για εγκαταστάσεις

Το σχέδιο παρακολούθησης για εγκατάσταση περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

1.

γενικές πληροφορίες σχετικά με την εγκατάσταση:

α)

περιγραφή της εγκατάστασης και των δραστηριοτήτων της που θα παρακολουθούνται, η οποία περιλαμβάνει κατάλογο των πηγών εκπομπών και ροών πηγής που θα παρακολουθούνται, για κάθε δραστηριότητα της εγκατάστασης, και πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

i)

η περιγραφή πρέπει να επαρκεί για να αποδειχθεί η απουσία κενών στα δεδομένα και διπλοεγγραφών όσον αφορά τις εκπομπές·

ii)

πρέπει να προστίθεται ένα απλό διάγραμμα των πηγών εκπομπών, των ροών πηγής, των σημείων δειγματοληψίας και του εξοπλισμού μετρήσεων, εάν το ζητήσει η αρμόδια αρχή ή εάν το εν λόγω διάγραμμα διευκολύνει την περιγραφή της εγκατάστασης ή την αναφορά των πηγών εκπομπών, των ροών πηγής, του εξοπλισμού μετρήσεων και άλλων τμημάτων της εγκατάστασης που έχουν σημασία για τη μεθοδολογία παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων ροής δεδομένων και ελέγχου·

β)

περιγραφή της διαδικασίας που θα χρησιμοποιείται για τη διαχείριση, αφενός της ανάθεσης αρμοδιοτήτων παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων στην εγκατάσταση και, αφετέρου, των ικανοτήτων του αρμόδιου προσωπικού·

γ)

περιγραφή της διαδικασίας που θα χρησιμοποιείται για την τακτική αξιολόγηση της καταλληλότητας του σχεδίου παρακολούθησης, η οποία πρέπει να καλύπτει τα ακόλουθα:

i)

έλεγχο του καταλόγου των πηγών εκπομπών και ροών πηγής ώστε να εξασφαλίζεται ότι είναι πλήρεις και ότι όλες οι συναφείς μεταβολές του είδους και της λειτουργίας της εγκατάστασης θα συμπεριλαμβάνονται στο σχέδιο παρακολούθησης·

ii)

αξιολόγηση της τήρησης των ορίων αβεβαιότητας για τα δεδομένα δραστηριότητας και τις λοιπές παραμέτρους, κατά περίπτωση, που αφορούν τις εφαρμοζόμενες βαθμίδες, για κάθε ροή πηγής και πηγή εκπομπών·

iii)

αξιολόγηση πιθανών μέτρων βελτίωσης της εφαρμοζόμενης μεθοδολογίας παρακολούθησης·

δ)

περιγραφή των γραπτών διαδικασιών για τις δραστηριότητες ροής δεδομένων, βάσει του άρθρου 57, συνοδευόμενη από διάγραμμα, όπου ενδείκνυται για διευκρινιστικούς λόγους·

ε)

περιγραφή των γραπτών διαδικασιών για τις ελεγκτικές δραστηριότητες, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 58·

στ)

κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με την κατάλληλη σύνδεση με δραστηριότητες που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος οικολογικής διαχείρισης και ελέγχου (EMAS), το οποίο θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1221/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1), συστημάτων τα οποία καλύπτονται από το εναρμονισμένο πρότυπο ISO 14001:2004 και άλλων συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης, καθώς και πληροφορίες για διαδικασίες και ελέγχους που έχουν σχέση με την παρακολούθηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και την υποβολή σχετικών εκθέσεων·

ζ)

τον αριθμό της έκδοσης του σχεδίου παρακολούθησης·

2.

αναλυτική περιγραφή των βασιζόμενων σε υπολογισμούς μεθοδολογιών, εφόσον εφαρμόζονται, η οποία συνίσταται στα ακόλουθα:

α)

αναλυτική περιγραφή της βασιζόμενης σε υπολογισμούς μεθοδολογίας, η οποία περιλαμβάνει κατάλογο των εισαγόμενων δεδομένων και των μαθηματικών τύπων που χρησιμοποιούνται για τους υπολογισμούς, κατάλογο των βαθμίδων που εφαρμόζονται στα δεδομένα δραστηριότητας και κάθε άλλο σχετικό συντελεστή υπολογισμού, για κάθε ροή πηγής που θα παρακολουθείται·

β)

κατά περίπτωση και εφόσον ο φορέας εκμετάλλευσης επιθυμεί να κάνει χρήση της απλούστευσης που προβλέπεται για τις ελάσσονες και τις αμελητέες (de minimis) ροές πηγής, κατάταξη των ροών πηγής σε μείζονες, ελάσσονες και αμελητέες·

γ)

περιγραφή των συστημάτων μετρήσεων και αναφορά της κλίμακας μετρήσεων, της αβεβαιότητας σύμφωνα με τις προδιαγραφές και της ακριβούς θέσης των οργάνων μετρήσεων τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για κάθε ροή πηγής που θα παρακολουθείται·

δ)

κατά περίπτωση, προκαθορισμένες τιμές που θα χρησιμοποιούνται για τους συντελεστές υπολογισμού, με ένδειξη της πηγής του συντελεστή ή της συναφούς πηγής από την οποία θα αντλείται κατά περιόδους ο συντελεστής προκαθορισμένης τιμής, για κάθε ροή πηγής·

ε)

κατά περίπτωση, κατάλογο των αναλυτικών μεθόδων που θα χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της τιμής των σχετικών συντελεστών υπολογισμού, για κάθε ροή πηγής, καθώς και περιγραφή των γραπτών διαδικασιών για τις αντίστοιχες αναλύσεις·

στ)

κατά περίπτωση, περιγραφή της διαδικασίας που υποστηρίζει το σχέδιο δειγματοληψίας για τη λήψη των δειγμάτων των προς ανάλυση υλικών και καυσίμων, καθώς και της διαδικασίας που θα χρησιμοποιείται για την επανεξέταση της καταλληλότητας του σχεδίου δειγματοληψίας·

ζ)

κατά περίπτωση, κατάλογο των εργαστηρίων στα οποία θα ανατεθεί η διεκπεραίωση των σχετικών αναλυτικών διαδικασιών και, εάν τα εργαστήρια δεν είναι διαπιστευμένα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 1, περιγραφή των διαδικασιών που θα χρησιμοποιούνται για να αποδεικνύεται η συμμόρφωση με ισοδύναμες απαιτήσεις σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 34·

3.

εφόσον εφαρμόζεται εφεδρική μεθοδολογία σύμφωνα με το άρθρο 22, αναλυτική περιγραφή της εφαρμοζόμενης μεθοδολογίας παρακολούθησης για όλες τις ροές πηγής ή πηγές εκπομπών για τις οποίες δεν θα χρησιμοποιείται μεθοδολογία βαθμίδων, καθώς και περιγραφή της γραπτής διαδικασίας που θα χρησιμοποιείται για τη διεξαγωγή της σχετικής ανάλυσης αβεβαιότητας·

4.

αναλυτική περιγραφή των βασιζόμενων σε υπολογισμούς μεθοδολογιών, εφόσον εφαρμόζονται, η οποία συνίσταται στα ακόλουθα:

α)

περιγραφή της μεθόδου μετρήσεων, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφές όλων των γραπτών διαδικασιών που αφορούν τις μετρήσεις, καθώς και τα ακόλουθα:

i)

τους μαθηματικούς τύπους υπολογισμού που ενδεχομένως θα χρησιμοποιούνται για την εξαγωγή συγκεντρωτικών δεδομένων και για τον προσδιορισμό των ετήσιων εκπομπών από κάθε πηγή·

ii)

τη μέθοδο με την οποία θα κρίνεται αν είναι δυνατόν να υπολογιστούν έγκυρες ώρες ή συντομότερα χρονικά διαστήματα αναφοράς για κάθε παράμετρο και θα προσδιορίζονται υποκατάστατες τιμές για ελλείποντα δεδομένα, σύμφωνα με το άρθρο 45·

β)

κατάλογο όλων των σχετικών σημείων εκπομπών κατά την κανονική λειτουργία, καθώς και κατά τις περιοριστικές και μεταβατικές φάσεις, συμπεριλαμβανομένων των περιόδων βλάβης ή έναρξης λειτουργίας, ο οποίος συμπληρώνεται από διάγραμμα διεργασίας, εάν το ζητήσει η αρμόδια αρχή·

γ)

σε περίπτωση που η ροή απαερίων προκύπτει από υπολογισμό, περιγραφή της γραπτής διαδικασίας που αφορά τον υπολογισμό αυτό, για κάθε πηγή εκπομπών η οποία θα παρακολουθείται με τη βοήθεια μεθοδολογίας βασιζόμενης σε μετρήσεις·

δ)

κατάλογο του σχετικού εξοπλισμού, με ένδειξη της συχνότητας μέτρησης, του εύρους λειτουργίας και της αβεβαιότητάς του·

ε)

κατάλογο των εφαρμοζόμενων προτύπων και των ενδεχόμενων αποκλίσεων από τα πρότυπα αυτά·

στ)

περιγραφή της γραπτής διαδικασίας για την εκτέλεση των επιβεβαιωτικών υπολογισμών σύμφωνα με το άρθρο 46, κατά περίπτωση·

ζ)

περιγραφή της μεθόδου με την οποία θα προσδιορίζεται το CO2 που προέρχεται από βιομάζα και θα αφαιρείται από τις μετρούμενες εκπομπές CO2, καθώς και της γραπτής διαδικασίας που θα χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό, κατά περίπτωση.

5.

Επιπλέον των στοιχείων του σημείου 4, σε περίπτωση παρακολούθησης των εκπομπών N2O, αναλυτική περιγραφή της μεθοδολογίας παρακολούθησης, εάν είναι σκόπιμο με τη μορφή περιγραφής των εφαρμοζόμενων γραπτών διαδικασιών, η οποία περιλαμβάνει περιγραφή:

α)

της μεθόδου και των παραμέτρων που θα χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της ποσότητας υλικών η οποία χρησιμοποιείται στη διεργασία παραγωγής και της μέγιστης ποσότητας υλικών η οποία χρησιμοποιείται σε συνθήκες πλήρους δυναμικότητας·

β)

της μεθόδου και των παραμέτρων που θα χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της ποσότητας παραγόμενου προϊόντος ως ωριαίας εκροής, εκφραζόμενης σε νιτρικό οξύ (100 %), αδιπικό οξύ (100 %), καπρολακτάμη, γλυοξάλη και γλυοξυλικό οξύ ανά ώρα, αντιστοίχως·

γ)

της μεθόδου και των παραμέτρων που θα χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της συγκέντρωσης N2O στα απαέρια από κάθε πηγή εκπομπών, του εύρους λειτουργίας και της αβεβαιότητάς της, καθώς και λεπτομερή περιγραφή τυχόν εναλλακτικών μεθόδων που πρόκειται να εφαρμόζονται όταν οι συγκεντρώσεις δεν εμπίπτουν στο εύρος λειτουργίας και των καταστάσεων κατά τις οποίες μπορεί να συμβεί αυτό·

δ)

της μεθόδου υπολογισμού που θα χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό των εκπομπών N2O από περιοδικές πηγές χωρίς μείωση κατά την παραγωγή νιτρικού οξέος, αδιπικού οξέος, καπρολακτάμης, γλυοξάλης και γλυοξυλικού οξέος·

ε)

του τρόπου με τον οποίο ή του βαθμού στον οποίο η εγκατάσταση λειτουργεί με μεταβλητά φορτία και του τρόπου επιχειρησιακής διαχείρισης·

στ)

της μεθόδου και, ενδεχομένως, των μαθηματικών τύπων υπολογισμού που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των ετήσιων εκπομπών N2O από κάθε πηγή εκπομπών και των αντίστοιχων τιμών CO2(e)·

ζ)

των συνθηκών διεργασίας που αποκλίνουν από τις κανονικές συνθήκες λειτουργίας, με ένδειξη της πιθανής συχνότητας και διάρκειας αυτών των συνθηκών, καθώς και ένδειξη της ποσότητας των εκπομπών N2O στις αποκλίνουσες συνθήκες διεργασίας, όπως λόγου χάριν η κακή λειτουργία του εξοπλισμού μείωσης·

6.

εφόσον παρακολουθούνται οι εκπομπές υπερφθορανθράκων από την παραγωγή πρωτογενούς αλουμινίου, αναλυτική περιγραφή της μεθοδολογίας παρακολούθησης, εάν είναι σκόπιμο με τη μορφή περιγραφής των εφαρμοζόμενων γραπτών διαδικασιών, η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α)

κατά περίπτωση, τις ημερομηνίες των μετρήσεων που εκτελούνται με σκοπό τον προσδιορισμό των ειδικών κατά εγκατάσταση συντελεστών εκπομπών SEFCF4 ή OVC και FC2F6, καθώς και πρόγραμμα μελλοντικών επαναλήψεων του προσδιορισμού αυτού·

β)

κατά περίπτωση, το πρωτόκολλο στο οποίο περιγράφεται η χρησιμοποιούμενη διαδικασία για τον προσδιορισμό των ειδικών κατά εγκατάσταση συντελεστών εκπομπών για το CF4 και το C2F6 και από το οποίο προκύπτει επίσης ότι το χρονικό διάστημα εκτέλεσης μετρήσεων ήταν και θα είναι επαρκές για τη σύγκλιση των μετρούμενων τιμών, είναι δε τουλάχιστον 72 ώρες·

γ)

κατά περίπτωση, τη μεθοδολογία προσδιορισμού της απόδοσης συλλογής όσον αφορά τις διαφεύγουσες εκπομπές των εγκαταστάσεων παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου·

δ)

περιγραφή του τύπου ηλεκτρολυτικής λεκάνης και του τύπου ανόδου·

7.

σε περίπτωση μεταφοράς εγγενούς CO2 που αποτελεί μέρος καυσίμου, σύμφωνα με το άρθρο 48, ή μεταφοράς CO2 σύμφωνα με το άρθρο 49, αναλυτική περιγραφή της μεθοδολογίας παρακολούθησης, εάν είναι σκόπιμο με τη μορφή περιγραφής των εφαρμοζόμενων γραπτών διαδικασιών, η οποία περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α)

κατά περίπτωση, τη θέση του εξοπλισμού μέτρησης της θερμοκρασίας και της πίεσης στο δίκτυο μεταφοράς·

β)

κατά περίπτωση, τις διαδικασίες για την πρόληψη, την ανίχνευση και τον ποσοτικό προσδιορισμό των συμβάντων διαρροής από δίκτυα μεταφοράς·

γ)

για τα δίκτυα μεταφοράς, τις διαδικασίες με τις οποίες εξασφαλίζεται όντως η μεταφορά CO2 μόνο σε εγκαταστάσεις με έγκυρη άδεια εκπομπής αερίων θερμοκηπίου ή στις οποίες οι εκπομπές CO2 όντως παρακολουθούνται και καταλογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 49·

δ)

ταυτοποίηση των εγκαταστάσεων παραλαβής και μεταφοράς με τον αναγνωριστικό κωδικό εγκατάστασης που έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1193/2011·

ε)

κατά περίπτωση, περιγραφή των συστημάτων συνεχούς μέτρησης που χρησιμοποιούνται στα σημεία μεταφοράς CO2 μεταξύ εγκαταστάσεων μεταφοράς CO2 σύμφωνα με το άρθρο 48 ή 49·

στ)

κατά περίπτωση, περιγραφή της μεθόδου συντηρητικής εκτίμησης που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του κλάσματος βιομάζας του μεταφερόμενου CO2 σύμφωνα με το άρθρο 48 ή 49·

ζ)

κατά περίπτωση, τις μεθόδους ποσοτικού προσδιορισμού των εκπομπών ή της έκλυσης CO2 στη στήλη ύδατος από πιθανές διαρροές, καθώς και τις εφαρμοζόμενες και ενδεχομένως προσαρμοσμένες μεθόδους ποσοτικού προσδιορισμού των πραγματικών εκπομπών ή της έκλυσης CO2 στη στήλη ύδατος από διαρροές, όπως καθορίζεται στο παράρτημα IV τμήμα 23.

2.   Ελάχιστο περιεχόμενο των σχεδίων παρακολούθησης των εκπομπών των αεροπορικών μεταφορών

1.

Το σχέδιο παρακολούθησης περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες για όλους τους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών:

α)

ταυτοποίηση του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών, χαρακτηριστικό κλήσης ή άλλο μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας, στοιχεία επικοινωνίας του φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών και του εξουσιοδοτημένου εντολοδόχου του, διεύθυνση επικοινωνίας, εντεταλμένο κράτος μέλος και αρμόδια αρχή του εντεταλμένου κράτους μέλους·

β)

αρχικό κατάλογο των τύπων αεροσκαφών του στόλου του που εκτελούσαν πτήσεις κατά τον χρόνο υποβολής του σχεδίου παρακολούθησης και πλήθος αεροσκαφών ανά τύπο, καθώς και ενδεικτικό κατάλογο άλλων τύπων αεροσκαφών που αναμένεται να χρησιμοποιηθούν, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον διατίθενται, των εκτιμήσεων του πλήθους αεροσκαφών ανά τύπο και των ροών πηγής (είδη καυσίμων) για κάθε τύπο αεροσκάφους·

γ)

περιγραφή των χρησιμοποιούμενων διαδικασιών και συστημάτων και των αρμοδιοτήτων για την επικαιροποίηση της πληρότητας του καταλόγου των πηγών εκπομπών κατά το έτος παρακολούθησης, ώστε να εξασφαλίζεται η πληρότητα της παρακολούθησης και της αναφοράς των εκπομπών των ιδιόκτητων και των μισθωμένων αεροσκαφών·

δ)

περιγραφή των διαδικασιών που χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της πληρότητας του καταλόγου των πτήσεων οι οποίες εκτελούνται με μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό ανά ζεύγος αεροδρομίων, καθώς και των διαδικασιών που χρησιμοποιούνται για να κριθεί αν οι πτήσεις καλύπτονται από το παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, ώστε να εξασφαλίζεται η πληρότητα όσον αφορά τις πτήσεις και να αποφεύγονται οι διπλοεγγραφές·

ε)

περιγραφή της διαδικασίας που χρησιμοποιείται για τη διαχείριση και την ανάθεση αρμοδιοτήτων παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων, καθώς και για τη διαχείριση των ικανοτήτων του αρμόδιου προσωπικού·

στ)

περιγραφή της διαδικασίας που χρησιμοποιείται για την τακτική αξιολόγηση της καταλληλότητας του σχεδίου παρακολούθησης, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει τα πιθανά μέτρα βελτίωσης της μεθοδολογίας παρακολούθησης και των σχετικών διαδικασιών που εφαρμόζονται·

ζ)

περιγραφή των γραπτών διαδικασιών για τις δραστηριότητες ροής δεδομένων, οι οποίες απαιτούνται βάσει του άρθρου 57, συνοδευόμενη από διάγραμμα, όπου ενδείκνυται για διευκρινιστικούς λόγους·

η)

περιγραφή των γραπτών διαδικασιών για τις ελεγκτικές δραστηριότητες, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 58·

θ)

κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με την κατάλληλη σύνδεση με δραστηριότητες που έχουν αναληφθεί στο πλαίσιο του συστήματος EMAS, συστημάτων τα οποία καλύπτονται από το εναρμονισμένο πρότυπο ISO 14001:2004 και άλλων συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης, καθώς και πληροφορίες για διαδικασίες και ελέγχους που έχουν σχέση με την παρακολούθηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και την υποβολή σχετικών εκθέσεων·

ι)

τον αριθμό της έκδοσης του σχεδίου παρακολούθησης.

2.

Το σχέδιο παρακολούθησης περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες για τους φορείς εκμετάλλευσης αεροσκαφών που δεν είναι μικροί πρόξενοι εκπομπών, σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 1, ή δεν προτίθενται για χρησιμοποιήσουν το εργαλείο για τους μικρούς προξένους εκπομπών σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2:

α)

περιγραφή της γραπτής διαδικασίας που θα ακολουθείται για τον καθορισμό της μεθοδολογίας παρακολούθησης για τους επιπλέον τύπους αεροσκαφών που προβλέπει να χρησιμοποιήσει ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών·

β)

περιγραφή των γραπτών διαδικασιών για την παρακολούθηση της κατανάλωσης καυσίμου σε κάθε αεροσκάφος, η οποία περιλαμβάνει:

i)

τη μέθοδο (A ή B) που επιλέχθηκε για τον υπολογισμό της κατανάλωσης καυσίμου και, σε περίπτωση που δεν εφαρμόζεται η ίδια μέθοδος για όλους τους τύπους αεροσκαφών, αιτιολόγηση της μεθοδολογίας αυτής και κατάλογο που προσδιορίζει ποια μέθοδος χρησιμοποιείται και υπό ποιους όρους·

ii)

τις διαδικασίες μέτρησης του εφοδιασμού με καύσιμο και του καυσίμου στις δεξαμενές, καθώς και τις βαθμίδες που επιλέχθηκαν, περιγραφή των χρησιμοποιούμενων οργάνων μετρήσεων και τις διαδικασίες καταγραφής, ανάκτησης, διαβίβασης και αποθήκευσης πληροφοριών σχετικών με τις μετρήσεις, κατά περίπτωση·

iii)

τη μέθοδο που επιλέχθηκε για τον προσδιορισμό της πυκνότητας, κατά περίπτωση·

iv)

τη διαδικασία με την οποία εξασφαλίζεται ότι η συνολική αβεβαιότητα των μετρήσεων καυσίμου ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της επιβεβλημένης βαθμίδας, με παραπομπή, εάν είναι δυνατόν, στην εθνική νομοθεσία, σε ρήτρες συμβάσεων πελατών ή σε πρότυπα ακριβείας των προμηθευτών καυσίμου·

γ)

κατάλογο αποκλίσεων από τη γενική μεθοδολογία παρακολούθησης που αναφέρεται στο στοιχείο β), για συγκεκριμένα αεροδρόμια, σε περίπτωση που ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών αδυνατεί, λόγω ειδικών περιστάσεων, να υποβάλει όλα τα απαιτούμενα δεδομένα για την απαιτούμενη μεθοδολογία παρακολούθησης·

δ)

όταν έχει σημασία, τις διαδικασίες μέτρησης της πυκνότητας που χρησιμοποιούνται για τον εφοδιασμό με καύσιμο και το καύσιμο στις δεξαμενές, καθώς και περιγραφή των χρησιμοποιούμενων οργάνων μέτρησης ή, εάν η μέτρηση δεν είναι εφικτή, την πρότυπη τιμή που χρησιμοποιείται και αιτιολόγηση της μεθοδολογίας αυτής·

ε)

τους συντελεστές εκπομπών που χρησιμοποιούνται για κάθε τύπο καυσίμου ή, στην περίπτωση των εναλλακτικών καυσίμων, τις μεθόδους προσδιορισμού των συντελεστών εκπομπών, καθώς και τη μεθοδολογία δειγματοληψίας, τις μεθόδους ανάλυσης και περιγραφή των χρησιμοποιούμενων εργαστηρίων και της διαπίστευσής τους ή/και των οικείων διαδικασιών διασφάλισης της ποιότητας·

στ)

περιγραφή της μεθόδου που θα χρησιμοποιείται με σκοπό τον προσδιορισμό υποκατάστατων τιμών για τη συμπλήρωση κενών των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 2.

3.   Ελάχιστο περιεχόμενο των σχεδίων παρακολούθησης για τονοχιλιομετρικά δεδομένα

Το σχέδιο παρακολούθησης για τονοχιλιομετρικά δεδομένα περιέχει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα στοιχεία που απαριθμούνται στο τμήμα 2 σημείο 1 του παρόντος παραρτήματος·

β)

περιγραφή των γραπτών διαδικασιών που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των τονοχιλιομετρικών δεδομένων ανά πτήση, η οποία περιλαμβάνει:

i)

τις διαδικασίες, τις αρμοδιότητες, τις πηγές δεδομένων και τους μαθηματικούς τύπους υπολογισμού για τον προσδιορισμό και την καταγραφή της απόστασης ανά ζεύγος αεροδρομίων·

ii)

τη βαθμίδα που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της μάζας επιβατών και των ελεγμένων αποσκευών τους· για τη βαθμίδα 2, πρέπει να παρέχεται περιγραφή της διαδικασίας εύρεσης της μάζας επιβατών και αποσκευών·

iii)

περιγραφή των διαδικασιών που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της μάζας φορτίου και ταχυδρομείου, κατά περίπτωση·

iv)

περιγραφή των οργάνων μέτρησης της μάζας επιβατών, φορτίου και ταχυδρομείου, κατά περίπτωση.


(1)  ΕΕ L 342 της 22.12.2009, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Όρια βαθμίδας για βασιζόμενες σε υπολογισμούς μεθοδολογίες που αφορούν εγκαταστάσεις (άρθρο 12 παράγραφος 1)

1.   Ορισμός των βαθμίδων για τα δεδομένα δραστηριότητας

Τα όρια αβεβαιότητας που εμφαίνονται στον πίνακα 1 ισχύουν για τις βαθμίδες που αφορούν τα απαιτούμενα δεδομένα δραστηριότητας, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 1 στοιχείο α), το άρθρο 29 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο και το παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού. Τα όρια αβεβαιότητας ερμηνεύονται ως μέγιστες επιτρεπτές αβεβαιότητες του προσδιορισμού ροών πηγής στη διάρκεια περιόδου αναφοράς.

Εάν κάποια δραστηριότητα του παραρτήματος I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα 1 και εφόσον δεν εφαρμόζεται το ισοζύγιο μάζας, ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί για τη δραστηριότητα αυτή τις βαθμίδες που εμφαίνονται στον πίνακα 1 υπό «Καύση καυσίμων και χρήση καυσίμων ως εισροών διεργασίας».

Πίνακας 1

Βαθμίδες για τα δεδομένα δραστηριότητας (μέγιστη επιτρεπτή αβεβαιότητα ανά βαθμίδα)

Τύπος δραστηριότητας/ροής πηγής

Παράμετρος στην οποία εφαρμόζεται η αβεβαιότητα

Βαθμίδα 1

Βαθμίδα 2

Βαθμίδα 3

Βαθμίδα 4

Καύση καυσίμων και χρήση καυσίμων ως εισροών διεργασίας

Τυπικά καύσιμα του εμπορίου

Ποσότητα καυσίμου, σε [t] ή [Nm3]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Άλλα αέρια και υγρά καύσιμα

Ποσότητα καυσίμου, σε [t] ή [Nm3]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Στερεά καύσιμα

Ποσότητα καυσίμου, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Καύση σε πυρσό

Ποσότητα καιόμενου στον πυρσό αερίου, σε [Nm3]

± 17,5 %

± 12,5 %

± 7,5 %

 

Καθαρισμός σε πλυντρίδα: ανθρακικό άλας (μέθοδος Α)

Καταναλωθείσα ποσότητα ανθρακικού άλατος, σε [t]

± 7,5 %

 

 

 

Καθαρισμός σε πλυντρίδα: γύψος (μέθοδος Β.

Παραχθείσα ποσότητα γύψου, σε [t]

± 7,5 %

 

 

 

Διύλιση ορυκτελαίων

Αναγέννηση του καταλύτη σε μονάδες καταλυτικής πυρόλυσης (1)

Οι απαιτήσεις όσον αφορά την αβεβαιότητα ισχύουν χωριστά για κάθε πηγή εκπομπών

± 10 %

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

Παραγωγή υδρογόνου

Υδρογονάνθρακας τροφοδοσίας, σε [t]

± 7,5 %

± 2,5 %

 

 

Παραγωγή οπτάνθρακα

Μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας

Κάθε υλικό εισροής και εκροής, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Φρύξη και πυροσυσσωμάτωση μεταλλευμάτων

Εισροή ανθρακικού άλατος

Ανθρακικό υλικό εισροής και υπολείμματα διεργασιών, σε [t]

± 5 %

± 2,5 %

 

 

Μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας

Κάθε υλικό εισροής και εκροής, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Παραγωγή σιδήρου και χάλυβα

Καύσιμο ως εισροή σε διεργασία

Κάθε ροή μάζας προς και από την εγκατάσταση, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας

Κάθε υλικό εισροής και εκροής, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Παραγωγή κλίνκερ τσιμέντου

Βάσει των εισροών στην κάμινο (μέθοδος Α)

Κάθε σχετική εισροή στην κάμινο, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

 

Βάσει του παραγόμενου κλίνκερ (μέθοδος Β.

Παραγόμενο κλίνκερ, σε [t]

± 5 %

± 2,5 %

 

 

Σκόνη τσιμεντοκαμίνου (CKD)

CKD ή σκόνη του παροχετευτικού συστήματος [t]

δ.ε. (2)

± 7,5 %

 

 

Άνθρακας πλην ανθρακικών αλάτων

Κάθε πρώτη ύλη, σε [t]

± 15 %

± 7,5 %

 

 

Παραγωγή ασβέστου και πύρωση δολομίτη και μαγνησίτη

Ανθρακικά άλατα (μέθοδος Α)

Κάθε σχετική εισροή στην κάμινο, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

 

Οξείδια αλκαλικών γαιών (μέθοδος Β.

Παραγόμενη άσβεστος, σε [t]

± 5 %

± 2,5 %

 

 

Σκόνη ασβεστοκαμίνου (μέθοδος Β.

Σκόνη ασβεστοκαμίνου, σε [t]

δ.ε. (2)

± 7,5 %

 

 

Παραγωγή γυαλιού και ορυκτοβάμβακα

Ανθρακικά άλατα (εισροή)

Κάθε ανθρακική πρώτη ύλη ή πρόσθετο που συσχετίζεται με τις εκπομπές CO2, σε [t]

± 2,5 %

± 1,5 %

 

 

Παραγωγή κεραμικών προϊόντων

Εισροές άνθρακα (μέθοδος Α)

Κάθε ανθρακική πρώτη ύλη ή πρόσθετο που συσχετίζεται με τις εκπομπές CO2, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

 

Οξείδια αλκαλιμετάλλων (μέθοδος Β.

Μεικτή παραγωγή, στην οποία συμπεριλαμβάνονται τα απορριπτόμενα προϊόντα και το υαλόθραυσμα από τους κλιβάνους και τις αποστολές φορτίων, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

 

Καθαρισμός αερίων σε πλυντρίδα

Καταναλωθέν ξηρό CaCO3, σε [t]

± 7,5 %

 

 

 

Παραγωγή χαρτοπολτού και χαρτιού

Χημικές ουσίες αναπλήρωσης

Ποσότητα CaCO3 και Na2CO3, σε [t]

± 2,5 %

± 1,5 %

 

 

Παραγωγή αιθάλης

Μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας

Κάθε υλικό εισροής και εκροής, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Παραγωγή αμμωνίας

Καύσιμο ως εισροή σε διεργασία

Ποσότητα καυσίμου που χρησιμοποιήθηκε ως εισροή σε διεργασία, σε [t] ή [Nm3]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Παραγωγή υδρογόνου και αερίου σύνθεσης

Καύσιμο ως εισροή σε διεργασία

Ποσότητα καυσίμου που χρησιμοποιήθηκε ως εισροή σε διεργασία παραγωγής υδρογόνου, σε [t] ή [Nm3]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας

Κάθε υλικό εισροής και εκροής, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Παραγωγή χύδην οργανικών χημικών προϊόντων

Μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας

Κάθε υλικό εισροής και εκροής, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Παραγωγή ή επεξεργασία σιδηρούχων και μη σιδηρούχων μετάλλων, συμπεριλαμβανομένου του δευτερογενούς αλουμινίου

Εκπομπές διεργασίας

Κάθε υλικό εισροής ή υπόλειμμα διεργασίας που χρησιμοποιήθηκε ως υλικό εισροής στη διεργασία, σε [t]

± 5 %

± 2,5 %

 

 

Μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας

Κάθε υλικό εισροής και εκροής, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Παραγωγή πρωτογενούς αλουμινίου

Μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας

Κάθε υλικό εισροής και εκροής, σε [t]

± 7,5 %

± 5 %

± 2,5 %

± 1,5 %

Εκπομπές υπερφθορανθράκων (μέθοδος κλίσης παλινδρόμησης)

Παραγωγή πρωτογενούς αλουμινίου, σε [t], λεπτά ανοδικού φαινομένου, σε [πλήθος ανοδικών φαινομένων/ημέρα λειτουργίας λεκάνης] και [λεπτά ανοδικού φαινομένου/εμφάνιση]

± 2,5 %

± 1,5 %

 

 

Εκπομπές υπερφθορανθράκων (μέθοδος υπέρτασης)

Παραγωγή πρωτογενούς αλουμινίου, σε [t], ανοδική υπέρταση [mV] και απόδοση ρεύματος [-]

± 2,5 %

± 1,5 %

 

 

2.   Ορισμός των βαθμίδων για τους συντελεστές υπολογισμού που αφορούν εκπομπές καύσης

Οι φορείς εκμετάλλευσης παρακολουθούν τις εκπομπές CO2 από όλα τα είδη διεργασιών καύσης που περιλαμβάνονται σε όλες τις δραστηριότητες οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ ή εντάσσονται στο σύστημα της Ένωσης βάσει του άρθρου 24 της εν λόγω οδηγίας, χρησιμοποιώντας τις βαθμίδες που ορίζονται στο παρόν τμήμα. Για τη χρήση καυσίμων ως εισροών διεργασίας ισχύουν οι ίδιοι κανόνες όπως για τις εκπομπές καύσης. Στις περιπτώσεις που τα καύσιμα αποτελούν μέρος ισοζυγίου μάζας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ορισμοί βαθμίδων για το ισοζύγιο μάζας που παρατίθενται στο τμήμα 3 του παρόντος παραρτήματος.

Οι εκπομπές διεργασίας που οφείλονται στον καθαρισμό των σχετικών καυσαερίων σε πλυντρίδα παρακολουθούνται σύμφωνα με το παράρτημα IV τμήμα 1 σημείο Γ.

2.1.   Βαθμίδες για τους συντελεστές εκπομπών

Όταν προσδιορίζεται το κλάσμα βιομάζας για μεικτό καύσιμο ή υλικό, οι οριζόμενες βαθμίδες αναφέρονται στον προκαταρτικό συντελεστή εκπομπών. Στην περίπτωση των ορυκτών καυσίμων και υλικών, οι βαθμίδες αναφέρονται στον συντελεστή εκπομπών.

Βαθμίδα 1

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει τα ακόλουθα, διαζευκτικά:

α)

τους πρότυπους συντελεστές που παρατίθενται στο παράρτημα VI τμήμα 1·

β)

άλλες σταθερές τιμές, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχείο δ) ή ε), εάν το παράρτημα VI τμήμα 1 δεν περιλαμβάνει εφαρμοστέα τιμή.

Βαθμίδα 2α

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει ειδικούς κατά χώρα συντελεστές εκπομπών για το εκάστοτε καύσιμο ή υλικό, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ).

Βαθμίδα 2β

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης συνάγει συντελεστές εκπομπών για το καύσιμο με βάση ένα από τα ακόλουθα καθορισμένα υποκατάστατα, σε συνδυασμό με εμπειρική συσχέτιση, όπως προσδιορίζονται τουλάχιστον ετησίως, σύμφωνα με τα άρθρα 32 έως 35 και το άρθρο 39:

α)

μέτρηση της πυκνότητας συγκεκριμένων υγρών ή αερίων καυσίμων, συμπεριλαμβανομένων όσων χρησιμοποιούνται ευρέως στον κλάδο των διυλιστηρίων ή της χαλυβουργίας·

β)

κατώτερη θερμογόνος δύναμη για συγκεκριμένα είδη γαιανθράκων.

Ο φορέας εκμετάλλευσης εξασφαλίζει ότι η συσχέτιση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ορθής τεχνολογικής πρακτικής και ότι εφαρμόζεται μόνο σε τιμές του υποκατάστατου που περικλείονται στο εύρος για το οποίο αυτό καθορίστηκε.

Βαθμίδα 3

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τον συντελεστή εκπομπών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 32 έως 35.

2.2.   Βαθμίδες για την κατώτερη θερμογόνο δύναμη (NCV)

Βαθμίδα 1

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει τα ακόλουθα, διαζευκτικά:

α)

τους πρότυπους συντελεστές που παρατίθενται στο παράρτημα VI τμήμα 1·

β)

άλλες σταθερές τιμές, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχείο δ) ή ε), εάν το παράρτημα VI τμήμα 1 δεν περιλαμβάνει εφαρμοστέα τιμή.

Βαθμίδα 2α

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει ειδικούς κατά χώρα συντελεστές για το εκάστοτε καύσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχεία Β. και γ).

Βαθμίδα 2β

:

Για τα καύσιμα του εμπορίου, χρησιμοποιείται η κατώτερη θερμογόνος δύναμη η οποία λαμβάνεται από τα αρχεία προμηθειών του εκάστοτε καυσίμου που παρέχει ο προμηθευτής καυσίμων, υπό τον όρο ότι η τιμή αυτή έχει προκύψει με βάση αποδεκτά εθνικά ή διεθνή πρότυπα.

Βαθμίδα 3

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει την κατώτερη θερμογόνο δύναμη, σύμφωνα με τα άρθρα 32 έως 35.

2.3.   Βαθμίδες για τους συντελεστές οξείδωσης

Βαθμίδα 1

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει συντελεστή οξείδωσης ίσο με 1.

Βαθμίδα 2

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει συντελεστές οξείδωσης για το εκάστοτε καύσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχεία Β. και γ).

Βαθμίδα 3

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης συνάγει ειδικούς κατά δραστηριότητα συντελεστές για τα καύσιμα, με βάση την περιεκτικότητα σε άνθρακα των τεφρών, λυμάτων και άλλων αποβλήτων και παραπροϊόντων, καθώς και άλλων, μερικώς οξειδωμένων αέριων μορφών άνθρακα που εκπέμπονται, εκτός από το CO. Προσδιορίζονται δεδομένα σύστασης σύμφωνα με τα άρθρα 32 έως 35.

2.4.   Βαθμίδες για το κλάσμα βιομάζας

Βαθμίδα 1

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει μια από τις τιμές που έχουν δημοσιευθεί σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο ή τιμή που έχει προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο ή παράγραφος 3.

Βαθμίδα 2

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει ειδικούς συντελεστές σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 1.

3.   Ορισμός των βαθμίδων για τους συντελεστές υπολογισμού που αφορούν το ισοζυγιο μάζας

Όταν ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί ισοζύγιο μάζας σύμφωνα με το άρθρο 25, εφαρμόζει τις βαθμίδες που ορίζονται στο παρόν τμήμα.

3.1.   Βαθμίδες για την περιεκτικότητα σε άνθρακα

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει μία από τις βαθμίδες του παρόντος σημείου. Για τη συναγωγή της περιεκτικότητας σε άνθρακα από συντελεστή εκπομπών, ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί τις ακόλουθες εξισώσεις:

α)

:

όταν οι συντελεστές εκπομπών εκφράζονται σε t CO2/TJ

:

C = (EF × NCV)/f

β)

:

όταν οι συντελεστές εκπομπών εκφράζονται σε t CO2/t

:

C = EF/f

Στους ανωτέρω τύπους C είναι η περιεκτικότητα σε άνθρακα, εκφραζόμενη ως κλάσμα (τόνοι άνθρακα ανά τόνο προϊόντος), EF ο συντελεστής εκπομπών, NCV η κατώτερη θερμογόνος δύναμη και f ο συντελεστής που καθορίζεται στο άρθρο 36 παράγραφος 3.

Όταν προσδιορίζεται το κλάσμα βιομάζας για μεικτό καύσιμο ή υλικό, οι οριζόμενες βαθμίδες αναφέρονται στη συνολική περιεκτικότητα σε άνθρακα. Το κλάσμα βιομάζας του άνθρακα προσδιορίζεται με τη βοήθεια των βαθμίδων που ορίζονται στο σημείο 2.4 του παρόντος παραρτήματος.

Βαθμίδα 1

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει τα ακόλουθα, διαζευκτικά:

α)

την περιεκτικότητα σε άνθρακα η οποία προκύπτει από τους πρότυπους συντελεστές που παρατίθενται στο παράρτημα VI τμήματα 1 και 2·

β)

άλλες σταθερές τιμές, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχείο δ) ή ε), εάν το παράρτημα VI τμήματα 1 και 2 δεν περιλαμβάνει εφαρμοστέα τιμή.

Βαθμίδα 2α

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης συνάγει την περιεκτικότητα σε άνθρακα από ειδικούς κατά χώρα συντελεστές εκπομπών για το εκάστοτε καύσιμο ή υλικό, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ).

Βαθμίδα 2β

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης συνάγει την περιεκτικότητα σε άνθρακα από συντελεστές εκπομπών για το καύσιμο με βάση ένα από τα ακόλουθα καθορισμένα υποκατάστατα, σε συνδυασμό με εμπειρική συσχέτιση που προσδιορίζεται τουλάχιστον ετησίως, σύμφωνα με τα άρθρα 32 έως 35:

α)

μέτρηση της πυκνότητας συγκεκριμένων υγρών ή αερίων καυσίμων κοινής χρήσης, π.χ. στον κλάδο των διυλιστηρίων ή της χαλυβουργίας·

β)

κατώτερη θερμογόνος δύναμη για συγκεκριμένα είδη γαιανθράκων.

Ο φορέας εκμετάλλευσης εξασφαλίζει ότι η συσχέτιση ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ορθής τεχνολογικής πρακτικής και ότι εφαρμόζεται μόνο σε τιμές του υποκατάστατου που περικλείονται στο εύρος για το οποίο αυτό καθορίστηκε.

Βαθμίδα 3

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει την περιεκτικότητα σε άνθρακα σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 32 έως 35.

3.2.   Βαθμίδες για την κατώτερη θερμογόνο δύναμη

Χρησιμοποιούνται οι βαθμίδες που ορίζονται στο σημείο 2.2 του παρόντος παραρτήματος.

4.   Ορισμός των βαθμίδων για τους συντελεστές υπολογισμού που αφορούν εκπομπές διεργασίας από τη διάσπαση ανθρακικών αλάτων

Για όλες τις εκπομπές διεργασίας που παρακολουθούνται με την τυπική μεθοδολογία σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2, οι ακόλουθοι ορισμοί βαθμίδων για τον συντελεστή εκπομπών ισχύουν στην περίπτωση:

α)   της μεθόδου A: βάσει των εισροών — ο συντελεστής εκπομπών και τα δεδομένα δραστηριότητας αναφέρονται στην ποσότητα των εισροών υλικού στη διεργασία·

β)   της μεθόδου Β: βάσει των εκροών — ο συντελεστής εκπομπών και τα δεδομένα δραστηριότητας αναφέρονται στην ποσότητα των εκροών της διεργασίας.

4.1.   Βαθμίδες για τον συντελεστή εκπομπών όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος Α:

Βαθμίδα 1

:

Η ποσότητα ανθρακικών αλάτων που περιέχεται σε κάθε σχετικό υλικό εισροής προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 32 έως 35. Για τη μετατροπή των δεδομένων σύστασης σε συντελεστές εκπομπών πρέπει να χρησιμοποιούνται οι στοιχειομετρικές αναλογίες που παρατίθενται στο παράρτημα VI τμήμα 2.

4.2.   Βαθμίδες για τον συντελεστή μετατροπής όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος Α:

Βαθμίδα 1

:

Χρησιμοποιείται συντελεστής μετατροπής ίσος με 1.

Βαθμίδα 2

:

Τα ανθρακικά άλατα και οι λοιπές μορφές άνθρακα που εξέρχονται από τη διεργασία λαμβάνονται υπόψη με τη βοήθεια συντελεστή μετατροπής του οποίου η τιμή κυμαίνεται μεταξύ 0 και 1. Ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να χρησιμοποιεί παραδοχή πλήρους μετατροπής για μία ή περισσότερες εισροές και να καταλογίζει στις υπόλοιπες εισροές τα υλικά ή τις άλλες μορφές άνθρακα που δεν μετατρέπονται. Ο επιπλέον προσδιορισμός σχετικών χημικών παραμέτρων των προϊόντων εκτελείται σύμφωνα με τα άρθρα 32 έως 35.

4.3.   Βαθμίδες για τον συντελεστή εκπομπών όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος Β:

Βαθμίδα 1

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει τους πρότυπους συντελεστές που παρατίθενται στο παράρτημα VI τμήμα 2 πίνακας 3.

Βαθμίδα 2

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει ειδικό κατά χώρα συντελεστή εκπομπών, σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ).

Βαθμίδα 3

:

Η ποσότητα των σχετικών μεταλλικών οξειδίων που προέρχονται από τη διάσπαση ανθρακικών αλάτων του προϊόντος προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 32 έως 35. Για τη μετατροπή των δεδομένων σύστασης σε συντελεστές εκπομπών πρέπει να χρησιμοποιούνται οι στοιχειομετρικές αναλογίες που εμφαίνονται στο παράρτημα VI τμήμα 2 πίνακας 2, με την παραδοχή ότι το σύνολο των σχετικών μεταλλικών οξειδίων έχει προκύψει από τα αντίστοιχα ανθρακικά άλατα.

4.4.   Βαθμίδες για τον συντελεστή μετατροπής όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος Β:

Βαθμίδα 1

:

Χρησιμοποιείται συντελεστής μετατροπής ίσος με 1.

Βαθμίδα 2

:

Η ποσότητα των μη ανθρακικών ενώσεων των σχετικών μετάλλων που περιέχεται στις πρώτες ύλες, συμπεριλαμβανομένων της επανεισερχόμενης σκόνης, της ιπτάμενης τέφρας και άλλων ήδη πυρωμένων υλικών, εκφράζεται με τη βοήθεια συντελεστή μετατροπής του οποίου η τιμή κυμαίνεται μεταξύ 0 και 1, όπου η τιμή 1 αντιστοιχεί σε πλήρη μετατροπή των ανθρακικών αλάτων της πρώτης ύλης σε οξείδια. Ο επιπλέον προσδιορισμός σχετικών χημικών παραμέτρων των εισροών διεργασίας εκτελείται σύμφωνα με τα άρθρα 32 έως 35.


(1)  Στην περίπτωση της παρακολούθησης των εκπομπών από την αναγέννηση του καταλύτη στις μονάδες καταλυτικής πυρόλυσης (άλλες διεργασίες αναγέννησης καταλύτη και μονάδες τεχνολογίας Flexi Coker) σε διυλιστήρια ορυκτελαίων, η απαιτούμενη αβεβαιότητα αναφέρεται στη συνολική αβεβαιότητα όλων των εκπομπών από τη συγκεκριμένη πηγή.

(2)  Η ποσότητα [t] CKD ή σκόνης του παροχετευτικού συστήματος (κατά περίπτωση) που εξέρχεται από το σύστημα καμίνου στη διάρκεια περιόδου αναφοράς εκτιμάται με την εφαρμογή κατευθυντήριων γραμμών βέλτιστης πρακτικής του κλάδου.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Μεθοδολογίες παρακολούθησης για τις αεροπορικές μεταφορές (άρθρα 52 και 56)

1.   Υπολογιστικές μεθοδολογίες για τον προσδιορισμό των αερίων θερμοκηπίου στον τομεα των αεροπορικών μεταφορών

Μέθοδος A

Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί τον ακόλουθο τύπο:

Πραγματική κατανάλωση καυσίμου για κάθε πτήση [t] = Ποσότητα καυσίμου που περιέχουν οι δεξαμενές του αεροσκάφους μετά την ολοκλήρωση του ανεφοδιασμού με καύσιμο για την πτήση [t] – Ποσότητα καυσίμου που περιέχουν οι δεξαμενές του αεροσκάφους μετά την ολοκλήρωση του ανεφοδιασμού με καύσιμο για την επόμενη πτήση [t] + Ανεφοδιασμός με καύσιμο για την επόμενη αυτή πτήση [t].

Όταν δεν γίνεται ανεφοδιασμός με καύσιμο για την πτήση ή την επόμενη πτήση, η ποσότητα καυσίμου που περιέχουν οι δεξαμενές του αεροσκάφους υπολογίζεται κατά την έναρξη τροχοδρόμησης για την πτήση ή την επόμενη πτήση. Στην εξαιρετική περίπτωση που αεροσκάφος εκτελεί άλλες δραστηριότητες εκτός από πτήση, μεταξύ των οποίων η υποβολή του σε σοβαρές εργασίες συντήρησης που περιλαμβάνουν εκκένωση των δεξαμενών, μετά την πτήση για την οποία παρακολουθείται η κατανάλωση καυσίμου, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί να αντικαταστήσει το μέγεθος «Ποσότητα καυσίμου που περιέχουν οι δεξαμενές του αεροσκάφους μετά την ολοκλήρωση του ανεφοδιασμού με καύσιμο για την επόμενη πτήση + Ανεφοδιασμός με καύσιμο για την επόμενη αυτή πτήση» με το μέγεθος «Ποσότητα καυσίμου που απομένει στις δεξαμενές του αεροσκάφους κατά την έναρξη της επόμενης δραστηριότητάς του», όπως καταγράφεται στο τεχνικό ημερολόγιο.

Μέθοδος B

Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί τον ακόλουθο τύπο:

Πραγματική κατανάλωση καυσίμου για κάθε πτήση [t] = Ποσότητα καυσίμου που απομένει στις δεξαμενές του αεροσκάφους κατά τη στάθμευση στο τέλος της προηγούμενης πτήσης [t] + Ανεφοδιασμός με καύσιμο για την πτήση [t] – Ποσότητα καυσίμου που περιέχουν οι δεξαμενές του αεροσκάφους κατά τη στάθμευση στο τέλος της πτήσης [t]

Η στιγμή της στάθμευσης μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμη με τη στιγμή διακοπής της λειτουργίας του κινητήρα. Όταν αεροσκάφος δεν έχει εκτελέσει πτήση πριν από την πτήση για την οποία παρακολουθείται η κατανάλωση καυσίμου, ο φορέας εκμετάλλευσης αεροσκαφών μπορεί να αντικαταστήσει το μέγεθος «Ποσότητα καυσίμου που απομένει στις δεξαμενές του αεροσκάφους κατά τη στάθμευση στο τέλος της προηγούμενης πτήσης» με το μέγεθος «Ποσότητα καυσίμου που απομένει στις δεξαμενές του αεροσκάφους στο τέλος της προηγούμενης δραστηριότητάς του», όπως καταγράφεται στο τεχνικό ημερολόγιο.

2.   Βαθμίδες για την κατανάλωση καυσίμου

Πίνακας 1

Βαθμίδες για τα δεδομένα δραστηριότητας στην περίπτωση των εκπομπών από αεροπορικές μεταφορές

 

Βαθμίδες

Βαθμίδα 1

Βαθμίδα 2

Μέγιστη αβεβαιότητα ως προς τη συνολική ποσότητα καυσίμων, σε τόνους, που καταναλώνεται από φορέα εκμετάλλευσης αεροσκαφών κατά την περίοδο αναφοράς

± 5,0 %

± 2,5 %

3.   Συντελεστές εκπομπών για τυπικά καύσιμα

Πίνακας 2

Συντελεστές εκπομπών CO2 για αεροπορικά καύσιμα

Καύσιμο

Συντελεστής εκπομπών [t CO2/t καυσίμου]

Βενζίνη αεροπλάνων (AvGas)

3,10

Βενζίνη αεριωθουμένων (Jet B)

3,10

Κηροζίνη αεριωθουμένων (jet A1 ή jet A.

3,15

4.   Υπολογισμός της απόστασης ορθοδρομίας

Απόσταση [km] = απόσταση ορθοδρομίας [km] + 95 km

Η απόσταση ορθοδρομίας ορίζεται ως η βραχύτερη απόσταση μεταξύ δύο σημείων της επιφάνειας της Γης, η οποία υπολογίζεται κατά προσέγγιση με τη βοήθεια του συστήματος που αναφέρεται στο παράρτημα 15 άρθρο 3.7.1.1 της σύμβασης του Σικάγου (γεωδαιτικό σύστημα WGS 84).

Το γεωγραφικό πλάτος και μήκος των αεροδρομίων λαμβάνεται είτε από τα δεδομένα θέσης αεροδρομίου που έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα ενημέρωσης σε θέματα αεροναυτιλίας (AIP, από τα αρχικά των λέξεων Aeronautical Information Publications) σύμφωνα με το παράρτημα 15 της σύμβασης του Σικάγου, είτε από πηγή που χρησιμοποιεί δεδομένα των AIP.

Επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται οι αποστάσεις που έχουν υπολογιστεί με λογισμικό ή από τρίτο μέρος, υπό τον όρο ότι η μέθοδος υπολογισμού βασίζεται στον μαθηματικό τύπο του παρόντος παραρτήματος, στα δεδομένα των AIP και στις απαιτήσεις του WGS 84.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Ειδικές κατά δραστηριότητα μέθοδοι παρακολούθησης που αφορούν εγκαταστάσεις (άρθρο 20 παράγραφος 2)

1.   Ειδικοί κανόνες παρακολούθησης για τις εκπομπές από διεργασίες καύσης

A.   Πεδίο εφαρμογής

Οι φορείς εκμετάλλευσης παρακολουθούν τις εκπομπές CO2 από όλα τα είδη διεργασιών καύσης που περιλαμβάνονται σε όλες τις δραστηριότητες οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ ή εντάσσονται στο σύστημα της Ένωσης βάσει του άρθρου 24 της εν λόγω οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών διεργασιών καθαρισμού σε πλυντρίδα, τηρώντας τους κανόνες του παρόντος παραρτήματος. Οι ενδεχόμενες εκπομπές από τη χρήση καυσίμων ως εισροών διεργασίας εξομοιώνονται με τις εκπομπές καύσης σε ό,τι αφορά τις μεθοδολογίες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων, με την επιφύλαξη άλλων ταξινομήσεων που ισχύουν για τις εκπομπές.

Οι φορείς εκμετάλλευσης δεν παρακολουθούν ούτε αναφέρουν τις εκπομπές από κινητήρες εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές. Καταλογίζουν στην εγκατάσταση όλες τις εκπομπές από την καύση καυσίμων στην εγκατάσταση, ανεξαρτήτως των εξαγωγών θερμότητας ή ηλεκτρικής ενέργειας προς άλλες εγκαταστάσεις. Δεν καταλογίζουν στην εγκατάσταση εισαγωγής τις εκπομπές που συνδέονται με την παραγωγή θερμότητας ή ηλεκτρικής ενέργειας εισαγόμενης από άλλες εγκαταστάσεις.

Οι φορείς εκμετάλλευσης συνυπολογίζουν τουλάχιστον τις ακόλουθες πηγές εκπομπών: λέβητες, καυστήρες, στροβίλους, θερμαντήρες, κλιβάνους, αποτεφρωτήρες, καμίνους, πυριατήρια, ξηραντήρες/στεγνωτήρες, κινητήρες, πυρσούς καύσης, πλυντρίδες καθαρισμού αερίων (εκπομπές διεργασίας) και κάθε άλλο εξοπλισμό ή μηχάνημα στο οποίο χρησιμοποιείται καύσιμο, με εξαίρεση τον εξοπλισμό και τα μηχανήματα με κινητήρες καύσης που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές.

Β.   Ειδικοί κανόνες παρακολούθησης

Οι εκπομπές από διεργασίες καύσης υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1, εκτός εάν τα καύσιμα συμπεριλαμβάνονται σε ισοζύγιο μάζας σύμφωνα με το άρθρο 25. Εφαρμόζονται οι βαθμίδες που ορίζονται στο παράρτημα II τμήμα 2. Επιπλέον, παρακολουθούνται οι εκπομπές διεργασίας από τον καθαρισμό απαερίων σε πλυντρίδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου Γ.

Για τις εκπομπές από πυρσούς καύσης ισχύουν οι ειδικές απαιτήσεις που καθορίζονται στο σημείο Δ του παρόντος τμήματος.

Είναι δυνατόν να παρακολουθούνται οι διεργασίες καύσης σε τερματικούς σταθμούς επεξεργασίας αερίου, με τη βοήθεια ισοζυγίου μάζας σύμφωνα με το άρθρο 25.

Γ.   Καθαρισμός απαερίων σε πλυντρίδα

Οι εκπομπές CO2 διεργασίας από τη χρήση ανθρακικών αλάτων για την απομάκρυνση όξινου αερίου από τη ροή απαερίων υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2, με βάση το ανθρακικό άλας που καταναλώνεται (μέθοδος Α κατωτέρω) ή τον παραγόμενο γύψο (μέθοδος Β κατωτέρω).

Μέθοδος A:     Συντελεστής εκπομπών

Βαθμίδα 1

:

Ο συντελεστής εκπομπών προσδιορίζεται από τις στοιχειομετρικές αναλογίες που καθορίζονται στο παράρτημα VI τμήμα 2. Η ποσότητα CaCO3 και MgCO3 στο σχετικό υλικό εισροής προσδιορίζεται με τη χρήση κατευθυντήριων γραμμών βέλτιστης βιομηχανικής πρακτικής.

Μέθοδος Β:     Συντελεστής εκπομπών

Βαθμίδα 1

:

Ο συντελεστής εκπομπών ισούται με τη στοιχειομετρική αναλογία μεταξύ ξηρού γύψου (CaSO4.2H2O) και εκπεμπόμενου CO2: 0,2558 t CO2/t γύψου.

Δ.   Πυρσοί καύσης

Ο φορέας εκμετάλλευσης συμπεριλαμβάνει στον υπολογισμό των εκπομπών από πυρσούς καύσης την καύση καθημερινής πρακτικής και τη λειτουργική καύση (διακοπές, εκκίνηση και παύση λειτουργίας), καθώς και την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Συμπεριλαμβάνει επίσης το εγγενές CO2 σύμφωνα με το άρθρο 48.

Κατά παρέκκλιση του παραρτήματος II σημείο 2.1, οι βαθμίδες 1 και 2β για τον συντελεστή εκπομπών ορίζονται ως εξής:

Βαθμίδα 1

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί συντελεστή εκπομπών αναφοράς ίσο με 0,00393 t CO2/Νm3, ο οποίος προκύπτει από την καύση καθαρού αιθανίου που χρησιμοποιείται ως συντηρητικό υποκατάστατο των καιόμενων στον πυρσό αερίων.

Βαθμίδα 2β

:

Συνάγονται ειδικοί κατά εγκατάσταση συντελεστές εκπομπών από εκτίμηση του μοριακού βάρους της ροής πυρσού καύσης, με μοντελοποίηση διεργασίας βασιζόμενη σε τυπικά βιομηχανικά μοντέλα. Από τις σχετικές αναλογίες και τα μοριακά βάρη κάθε συνιστώσας της ροής, υπολογίζεται σταθμισμένη ετήσια μέση τιμή για το μοριακό βάρος του καιόμενου στον πυρσό αερίου.

Κατά παρέκκλιση του παραρτήματος II σημείο 2.3, στους πυρσούς καύσης εφαρμόζονται μόνο οι βαθμίδες 1 και 2 για τον συντελεστή οξείδωσης.

2.   Διύλιση ορυκτελαίων που αναφέρεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ

A.   Πεδίο εφαρμογής

Ο φορέας εκμετάλλευσης παρακολουθεί και αναφέρει όλες τις εκπομπές CO2 από τις διεργασίες καύσης και παραγωγής στα διυλιστήρια.

Ο φορέας εκμετάλλευσης συνυπολογίζει τουλάχιστον τις ακόλουθες δυνητικές πηγές εκπομπών CO2: λέβητες, βιομηχανικούς θερμαντήρες/συσκευές επεξεργασίας, κινητήρες εσωτερικής καύσης/στροβίλους, συσκευές καταλυτικής και θερμικής οξείδωσης, καμίνους πύρωσης οπτάνθρακα, πυροσβεστικές αντλίες, γεννήτριες έκτακτης ανάγκης/εφεδρικές, πυρσούς καύσης, αποτεφρωτήρες, μονάδες πυρόλυσης, μονάδες παραγωγής υδρογόνου, μονάδες Claus, αναγέννηση καταλύτη (από καταλυτική πυρόλυση και άλλες καταλυτικές διεργασίες) και μονάδες οπτανθρακοποίησης [flexi-coking, εξανθράκωση (delayed coking)].

Β.   Ειδικοί κανόνες παρακολούθησης

Η παρακολούθηση των δραστηριοτήτων διύλισης ορυκτελαίων διενεργείται σύμφωνα με το τμήμα 1 του παρόντος παραρτήματος και αφορά τις εκπομπές καύσης, συμπεριλαμβανομένου του καθαρισμού απαερίων σε πλυντρίδα. Ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να επιλέξει να χρησιμοποιεί τη μέθοδο του ισοζυγίου μάζας, σύμφωνα με το άρθρο 25, για το σύνολο του διυλιστηρίου ή για επιμέρους μονάδες διεργασιών, όπως οι μονάδες εξαερίωσης βαρέος μαζούτ ή πύρωσης. Σε περίπτωση χρησιμοποίησης συνδυασμών της τυπικής μεθοδολογίας και του ισοζυγίου μάζας, ο φορέας εκμετάλλευσης παρέχει στην αρμόδια αρχή στοιχεία που αποδεικνύουν την πληρότητα της κάλυψης των εκπομπών και την απουσία διπλοεγγραφών.

Κατά παρέκκλιση των άρθρων 24 και 25, οι εκπομπές από την αναγέννηση του καταλύτη στις μονάδες καταλυτικής πυρόλυσης, από άλλες διεργασίες αναγέννησης καταλύτη και τις μονάδες τεχνολογίας Flexi Coker παρακολουθούνται με τη βοήθεια ισοζυγίου μάζας, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης του αέρα εισροής και των απαερίων. Το σύνολο του CO των απαερίων λογίζεται ως CO2 με την εφαρμογή της σχέσης μαζών: t CO2 = t CO * 1,571. Στην ανάλυση του αέρα εισροής και των απαερίων και στην επιλογή βαθμίδων τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 32 έως 35. Η ειδική υπολογιστική μεθοδολογία πρέπει να εγκρίνεται από την αρμόδια αρχή.

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 24, οι εκπομπές από την παραγωγή υδρογόνου υπολογίζονται ως γινόμενο των δεδομένων δραστηριότητας (σε t υδρογονάνθρακα τροφοδοσίας) επί τον συντελεστή εκπομπών (σε t CO2/t υλικού τροφοδοσίας). Ορίζονται οι ακόλουθες βαθμίδες για τον συντελεστή εκπομπών:

Βαθμίδα 1

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί τιμή αναφοράς 2,9 t CO2 ανά t υλικού τροφοδοσίας που υποβλήθηκε σε επεξεργασία, η οποία είναι συντηρητική τιμή με βάση το αιθάνιο.

Βαθμίδα 2

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί ειδικό κατά δραστηριότητα συντελεστή εκπομπών που υπολογίζεται από την περιεκτικότητα του αερίου τροφοδοσίας σε άνθρακα, προσδιοριζόμενη σύμφωνα με τα άρθρα 32 έως 35.

3.   Παραγωγή οπτάνθρακα που αναφέρεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ

A.   Πεδίο εφαρμογής

Ο φορέας εκμετάλλευσης συνυπολογίζει τουλάχιστον τις ακόλουθες δυνητικές πηγές εκπομπών CO2: πρώτες ύλες (μεταξύ των οποίων γαιάνθρακας ή πετρελαϊκό κωκ), συμβατικά καύσιμα (συμπεριλαμβανομένου του φυσικού αερίου), αέρια διεργασιών (συμπεριλαμβανομένου του αερίου υψικαμίνου/BFG), άλλα καύσιμα και καθαρισμός απαερίων σε πλυντρίδα.

Β.   Ειδικοί κανόνες παρακολούθησης

Για την παρακολούθηση των εκπομπών από την παραγωγή οπτάνθρακα, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να επιλέξει να χρησιμοποιεί ισοζύγιο μάζας, σύμφωνα με το άρθρο 25 και το παράρτημα II τμήμα 3, ή την τυπική μεθοδολογία σύμφωνα με το άρθρο 24 και το παράρτημα II τμήματα 2 και 4.

4.   Φρύξη και πυροσυσσωμάτωση μεταλλευμάτων που αναφέρεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ

A.   Πεδίο εφαρμογής

Ο φορέας εκμετάλλευσης συνυπολογίζει τουλάχιστον τις ακόλουθες δυνητικές πηγές εκπομπών CO2: πρώτες ύλες (πύρωση ασβεστόλιθου, δολομίτη και ανθρακικών σιδηρομεταλλευμάτων, συμπεριλαμβανομένου του FeCO3), συμβατικά καύσιμα (μεταξύ των οποίων φυσικό αέριο και οπτάνθρακας/σκόνη οπτάνθρακα), αέρια διεργασιών (μεταξύ των οποίων αέριο κλιβάνου οπτανθρακοποίησης/COG και αέριο υψικαμίνου/BFG), υπολείμματα διεργασιών που χρησιμοποιούνται ως υλικό εισροής, μεταξύ των οποίων φιλτραρισμένη σκόνη από τη μονάδα πυροσυσσωμάτωσης, τον μετατροπέα και την υψικάμινο, άλλα καύσιμα και καθαρισμός απαερίων σε πλυντρίδα.

Β.   Ειδικοί κανόνες παρακολούθησης

Για την παρακολούθηση των εκπομπών από τη φρύξη, πυροσυσσωμάτωση ή πελλετοποίηση μεταλλευμάτων, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να επιλέξει να χρησιμοποιεί ισοζύγιο μάζας, σύμφωνα με το άρθρο 25 και το παράρτημα II τμήμα 3, ή την τυπική μεθοδολογία σύμφωνα με το άρθρο 24 και το παράρτημα II τμήματα 2 και 4.

5.   Παραγωγή χυτοσιδήρου και χάλυβα που αναφέρεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ

A.   Πεδίο εφαρμογής

Ο φορέας εκμετάλλευσης συνυπολογίζει τουλάχιστον τις ακόλουθες δυνητικές πηγές εκπομπών CO2: πρώτες ύλες (πύρωση ασβεστόλιθου, δολομίτη και ανθρακικών σιδηρομεταλλευμάτων, συμπεριλαμβανομένου του FeCO3), συμβατικά καύσιμα (μεταξύ των οποίων φυσικό αέριο, γαιάνθρακες και οπτάνθρακας), αναγωγικά μέσα (μεταξύ των οποίων οπτάνθρακας, γαιάνθρακες και πλαστικές ύλες), αέρια διεργασιών (αέριο κλιβάνου οπτανθρακοποίησης/COG, αέριο υψικαμίνου/BFG και αέριο καμίνου βασικού οξυγόνου/BOFG), κατανάλωση ηλεκτροδίων γραφίτη, άλλα καύσιμα και καθαρισμός απαερίων σε πλυντρίδα.

Β.   Ειδικοί κανόνες παρακολούθησης

Για την παρακολούθηση των εκπομπών από την παραγωγή χυτοσιδήρου και χάλυβα, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να επιλέξει να χρησιμοποιεί ισοζύγιο μάζας, σύμφωνα με το άρθρο 25 και το παράρτημα II τμήμα 3, ή την τυπική μεθοδολογία, σύμφωνα με το άρθρο 24 και το παράρτημα II τμήματα 2 και 4, τουλάχιστον για μέρος των ροών πηγής, αποφεύγοντας τα κενά στα δεδομένα και τις διπλοεγγραφές όσον αφορά τις εκπομπές.

Κατά παρέκκλιση του παραρτήματος II σημείο 3.1, η βαθμίδα 3 για την περιεκτικότητα σε άνθρακα ορίζεται ως εξής:

Βαθμίδα 3

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης συνάγει την περιεκτικότητα των ροών εισροής ή εκροής σε άνθρακα τηρώντας τα άρθρα 32 έως 35 όσον αφορά την αντιπροσωπευτική δειγματοληψία καυσίμων, προϊόντων και παραπροϊόντων και τον προσδιορισμό της περιεκτικότητας σε άνθρακα και του κλάσματος βιομάζας αυτών. Προσδιορίζει την περιεκτικότητα των προϊόντων ή ημιτελών προϊόντων σε άνθρακα με βάση ετήσιες αναλύσεις σύμφωνα με τα άρθρα 32 έως 35 ή συνάγει την περιεκτικότητα σε άνθρακα από μεσαίες τιμές σύστασης που καθορίζονται σε σχετικά διεθνή ή εθνικά πρότυπα.

6.   Παραγωγή ή επεξεργασία σιδηρούχων και μη σιδηρούχων μετάλλων που αναφέρεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ

A.   Πεδίο εφαρμογής

Ο φορέας εκμετάλλευσης δεν εφαρμόζει τις διατάξεις του παρόντος τμήματος στην παρακολούθηση και αναφορά των εκπομπών CO2 από την παραγωγή χυτοσιδήρου, χάλυβα και πρωτογενούς αλουμινίου.

Ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει υπόψη τουλάχιστον τις ακόλουθες δυνητικές πηγές εκπομπών CO2: συμβατικά καύσιμα, εναλλακτικά καύσιμα, μεταξύ των οποίων πλαστικές ύλες, κοκκοποιημένα υλικά από μονάδες ανάκτησης καταλοίπων τεμαχιστή, αναγωγικά μέσα, μεταξύ των οποίων κωκ, ηλεκτρόδια γραφίτη, πρώτες ύλες, μεταξύ των οποίων ασβεστόλιθος και δολομίτης, ανθρακούχα μεταλλεύματα και συμπυκνώματα μετάλλων και δευτερογενή υλικά τροφοδοσίας.

Β.   Ειδικοί κανόνες παρακολούθησης

Σε περίπτωση που άνθρακας προερχόμενος από τα καύσιμα ή τα υλικά εισροής τα οποία χρησιμοποιούνται στην εγκατάσταση παραμένει στα προϊόντα ή σε άλλες εκροές της παραγωγής, ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί ισοζύγιο μάζας σύμφωνα με το άρθρο 25 και το παράρτημα II τμήμα 3. Σε αντίθετη περίπτωση, υπολογίζει χωριστά τις εκπομπές καύσης και τις εκπομπές διεργασίας, χρησιμοποιώντας την τυπική μεθοδολογία σύμφωνα με το άρθρο 24 και το παράρτημα II τμήματα 2 και 4.

Όταν ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί ισοζύγιο μάζας, μπορεί να επιλέξει να συμπεριλαμβάνει σε αυτό τις εκπομπές από διεργασίες καύσης ή να εφαρμόζει την τυπική μεθοδολογία, σύμφωνα με το άρθρο 24 και το τμήμα 1 του παρόντος παραρτήματος, για μέρος των ροών πηγής, αποφεύγοντας τα κενά στα δεδομένα και τις διπλοεγγραφές όσον αφορά τις εκπομπές.

7.   Εκπομπές CO2 από την παραγωγή 'ή επεξεργασία πρωτογενούς αλουμινίου που αναφέρεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ

A.   Πεδίο εφαρμογής

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει τις διατάξεις του παρόντος τμήματος στην παρακολούθηση και αναφορά των εκπομπών CO2 από την παραγωγή ηλεκτροδίων για τήξη πρωτογενούς αλουμινίου, στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι αυτοτελείς βιομηχανικές μονάδες παραγωγής των εν λόγω ηλεκτροδίων.

Ο φορέας εκμετάλλευσης λαμβάνει υπόψη τουλάχιστον τις ακόλουθες δυνητικές πηγές εκπομπών CO2: καύσιμα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή θερμότητας ή ατμού, παραγωγή ηλεκτροδίων, αναγωγή Al2O3 κατά την ηλεκτρόλυση που συνδέεται με την κατανάλωση των ηλεκτροδίων και χρήση ανθρακικού νατρίου ή άλλων ανθρακικών αλάτων για καθαρισμό απαερίων σε πλυντρίδα.

Οι σχετικές εκπομπές υπερφθορανθράκων (PFC) που οφείλονται στα ανοδικά φαινόμενα και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι διαφεύγουσες εκπομπές, παρακολουθούνται σύμφωνα με το τμήμα 8 του παρόντος παραρτήματος.

Β.   Ειδικοί κανόνες παρακολούθησης

Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τις εκπομπές CO2 από την παραγωγή ή επεξεργασία πρωτογενούς αλουμινίου εφαρμόζοντας τη μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας σύμφωνα με το άρθρο 25. Στη μεθοδολογία ισοζυγίου μάζας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του άνθρακα των εισροών, αποθεμάτων, προϊόντων και λοιπών εξαγωγών ο οποίος προέρχεται από την ανάμειξη της πάστας, τη μορφοποίηση, την έψηση και την ανακύκλωση των ηλεκτροδίων, καθώς και από την κατανάλωση των ηλεκτροδίων κατά την ηλεκτρόλυση. Όταν χρησιμοποιούνται προψημένες άνοδοι, επιτρέπεται να εφαρμόζονται είτε χωριστά ισοζύγια μάζας για την παραγωγή και την κατανάλωση είτε ένα κοινό ισοζύγιο μάζας, στο οποίο συνεκτιμώνται τόσο η παραγωγή, όσο και η κατανάλωση ηλεκτροδίων. Στην περίπτωση των ηλεκτρολυτικών λεκανών τύπου Søderberg, ο φορέας εκμετάλλευσης οφείλει να χρησιμοποιεί ένα κοινό ισοζύγιο μάζας.

Για τις εκπομπές από διεργασίες καύσης, ο φορέας εκμετάλλευσης μπορεί να επιλέξει να τις συμπεριλαμβάνει στο ισοζύγιο μάζας ή να εφαρμόζει την τυπική μεθοδολογία, σύμφωνα με το άρθρο 24 και το τμήμα 1 του παρόντος παραρτήματος, τουλάχιστον για μέρος των ροών πηγής, αποφεύγοντας τα κενά στα δεδομένα και τις διπλοεγγραφές όσον αφορά τις εκπομπές.

8.   Εκπομπές PFC από την παραγωγή ή επεξεργασία πρωτογενούς αλουμινίου που αναφέρεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2003/87/ΕΚ

A.   Πεδίο εφαρμογής

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει τις κατωτέρω διατάξεις στις εκπομπές υπερφθορανθράκων (PFC) που οφείλονται στα ανοδικά φαινόμενα και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι διαφεύγουσες εκπομπές PFC. Όσον αφορά τις σχετικές εκπομπές CO2, συμπεριλαμβανομένων των εκπομπών από την παραγωγή ηλεκτροδίων, ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει το τμήμα 7 του παρόντος παραρτήματος.

B.   Προσδιορισμός των εκπομπών PFC

Οι εκπομπές PFC υπολογίζονται από τις εκπομπές που μπορούν να μετρηθούν σε αεραγωγό ή καπνοδόχο («εκπομπές σημειακής πηγής») και τις διαφεύγουσες εκπομπές, με εφαρμογή της απόδοσης συλλογής του αεραγωγού:

εκπομπές PFC (σύνολο) = εκπομπές PFC (αγωγός)/απόδοση συλλογής

Η απόδοση συλλογής μετράται κατά τον προσδιορισμό των ειδικών κατά εγκατάσταση συντελεστών εκπομπών. Προς τούτο, πρέπει να χρησιμοποιείται η πλέον πρόσφατη έκδοση των κατευθύνσεων που αναφέρονται στις κατευθυντήριες γραμμές της IPCC του 2006, σημείο 4.4.2.4, βαθμίδα 3.

Ο φορέας εκμετάλλευσης υπολογίζει τις εκπομπές CF4 και C2F6 μέσω αεραγωγού ή καπνοδόχου εφαρμόζοντας τις ακόλουθες μεθόδους, διαζευκτικά:

α)

τη μέθοδο Α, σύμφωνα με την οποία καταγράφεται η διάρκεια των ανοδικών φαινομένων, σε λεπτά, ανά ημέρα λειτουργίας ηλεκτρολυτικής λεκάνης·

β)

τη μέθοδο Β, σύμφωνα με την οποία καταγράφεται η ανοδική υπέρταση.

Μέθοδος υπολογισμού A —    Μέθοδος κλίσης παλινδρόμησης

Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί τις ακόλουθες εξισώσεις για τον προσδιορισμό των εκπομπών PFC:

εκπομπές CF4 [t] = AEM × (SEFCF4/1 000) × PrAl

εκπομπές C2F6 [t] = εκπομπές CF4 * FC2F6

όπου:

ΑΕΜ= Λεπτά ανοδικού φαινομένου/ημέρα λεκάνης

SEFCF4= Συντελεστής εκπομπών ως κλίση [(kg CF4/t παραγόμενου Al)/(λεπτά ανοδικού φαινομένου/ημέρα λεκάνης)]. Όταν χρησιμοποιούνται διαφορετικοί τύποι ηλεκτρολυτικής λεκάνης, επιτρέπεται να εφαρμόζονται διαφορετικοί SEF, όπως αρμόζει.

PrAl= Ετήσια παραγωγή πρωτογενούς αλουμινίου [t]

FC2F6= Κλάσμα βάρους του C2F6 (t C2F6/t CF4).

Ο όρος «λεπτά ανοδικού φαινομένου ανά ημέρα λεκάνης» δηλώνει το γινόμενο της συχνότητας των ανοδικών φαινομένων (πλήθος ανοδικών φαινομένων/ημέρα λειτουργίας λεκάνης) επί τη μέση διάρκειά τους (διάρκεια ανοδικού φαινομένου σε λεπτά/εμφάνιση):

AEM = συχνότητα × μέση διάρκεια.

Συντελεστής εκπομπών

:

Ο συντελεστής εκπομπών για το CF4 (συντελεστής εκπομπών ως κλίση, SEFCF4) δηλώνει την ποσότητα εκπομπών [kg] CF4 ανά τόνο παραγόμενου αλουμινίου ανά λεπτό ανοδικού φαινομένου ανά ημέρα λειτουργίας λεκάνης. Ο συντελεστής εκπομπών για το C2F6 (κλάσμα βάρους FC2F6) δηλώνει την αναλογία της ποσότητας εκπομπών [t] C2F6 προς την ποσότητα εκπομπών [t] CF4.

Βαθμίδα 1

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί ειδικούς κατά τεχνολογία συντελεστές εκπομπών, τους οποίους λαμβάνει από τον πίνακα 1 του παρόντος τμήματος.

Βαθμίδα 2

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί ειδικούς κατά εγκατάσταση συντελεστές εκπομπών για το CF4 και το C2F6, οι οποίοι καθορίζονται με συνεχείς ή διαλείπουσες επιτόπιες μετρήσεις. Για τον προσδιορισμό των εν λόγω συντελεστών εκπομπών, χρησιμοποιεί την πλέον πρόσφατη έκδοση των κατευθύνσεων που αναφέρονται στις κατευθυντήριες γραμμές της IPCC του 2006, σημείο 4.4.2.4, βαθμίδα 3 (1) και προσδιορίζει κάθε συντελεστή εκπομπών με μέγιστη αβεβαιότητα ± 15 %.

Ο φορέας εκμετάλλευσης προσδιορίζει τους συντελεστές εκπομπών τουλάχιστον ανά τριετία ή ανά συντομότερα χρονικά διαστήματα, εάν το επιβάλλουν συναφείς αλλαγές της εγκατάστασης. Στις συναφείς αλλαγές συγκαταλέγονται μεταβολές της κατανομής της διάρκειας των ανοδικών φαινομένων ή μεταβολές του αλγόριθμου ελέγχου που επηρεάζουν τον συνδυασμό των τύπων ανοδικών φαινομένων ή το είδος της ρουτίνας τερματισμού τους.

Πίνακας 1   Ειδικοί κατά τεχνολογία συντελεστές εκπομπών που σχετίζονται με τα δεδομένα δραστηριότητας για τη μέθοδο κλίσης παλινδρόμησης

Τεχνολογία

Συντελεστής εκπομπών για το CF4 (SEFCF4)

[(kg CF4/t Al)/(ΑΕΜ/ημέρα λεκάνης)]

Συντελεστής εκπομπών για το C2F6 (FC2F6)

[t C2F6/t CF4]

Διεργασία προέψησης με τροφοδοσία κεντρικού σημείου (Centre Worked Prebake/CWPB)

0,143

0,121

Διεργασία Søderberg κάθετων ράβδων (Vertical Stud Søderberg/VSS)

0,092

0,053

Μέθοδος υπολογισμού Β —    Μέθοδος υπέρτασης

Στις περιπτώσεις που μετράται η ανοδική υπέρταση, ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί τις ακόλουθες εξισώσεις για τον προσδιορισμό των εκπομπών PFC:

εκπομπές CF4 [t] = OVC × (AEO/CE) × PrAl × 0,001

εκπομπές C2F6 [t] = εκπομπές CF4 × FC2F6

όπου:

OVC= Συντελεστής υπέρτασης («συντελεστής εκπομπών»), εκφραζόμενος σε kg CF4 ανά τόνο παραγόμενου αλουμινίου ανά mV υπέρτασης

AEO= Ανοδική υπέρταση [mV] ανά ηλεκτρολυτική λεκάνη, προσδιοριζόμενη ως το πηλίκο του ολοκληρώματος (χρόνος × υπέρβαση της στοχευόμενης τάσης) διά του χρόνου (διάρκεια) συλλογής δεδομένων

CE= Μέση απόδοση ρεύματος στην παραγωγή αλουμινίου [%]

PrAl= Ετήσια παραγωγή πρωτογενούς αλουμινίου [t]

FC2F6= Κλάσμα βάρους του C2F6 (t C2F6/t CF4).

Ο όρος AEO/CE (ανοδική υπέρταση/απόδοση ρεύματος) δηλώνει το χρονικό ολοκλήρωμα της μέσης ανοδικής υπέρτασης [mV υπέρτασης] ανά μέση απόδοση ρεύματος [%].

Συντελεστής εκπομπών

:

Ο συντελεστής εκπομπών για το CF4 («συντελεστής υπέρτασης» – OVC) δηλώνει την ποσότητα εκπομπών [kg] CF4 ανά τόνο παραγόμενου αλουμινίου ανά millivolt υπέρτασης [mV]. Ο συντελεστής εκπομπών για το C2F6 (κλάσμα βάρους FC2F6) δηλώνει την αναλογία της ποσότητας εκπομπών [t] C2F6 προς την ποσότητα εκπομπών [t] CF4.

Βαθμίδα 1

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης εφαρμόζει ειδικούς κατά τεχνολογία συντελεστές εκπομπών, τους οποίους λαμβάνει από τον πίνακα 2 του παρόντος τμήματος.

Βαθμίδα 2

:

Ο φορέας εκμετάλλευσης χρησιμοποιεί ειδικούς κατά εγκατάσταση συντελεστές εκπομπών για το CF4 [(