ISSN 1977-0669

doi:10.3000/19770669.L_2012.124.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

55ό έτος
11 Μαΐου 2012


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 398/2012 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 2012, για τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 492/2010 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές κυκλαμικού νατρίου, καταγωγής, μεταξύ άλλων, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας

1

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 399/2012 της Επιτροπής, της 7ης Μαΐου 2012, σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη ορισμένων εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία

11

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 400/2012 της Επιτροπής, της 7ης Μαΐου 2012, σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη ορισμένων εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία

13

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 401/2012 της Επιτροπής, της 7ης Μαΐου 2012, σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη ορισμένων εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία

15

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 402/2012 της Επιτροπής, της 10ης Μαΐου 2012, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές θερμαντικών σωμάτων αλουμινίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας

17

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 403/2012 της Επιτροπής, της 10ης Μαΐου 2012, για την 170η τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 881/2002 του Συμβουλίου για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με το δίκτυο της Αλ Κάιντα

32

 

 

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 404/2012 της Επιτροπής, της 10ης Μαΐου 2012, για καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

34

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2012/16/ΕΕ της Επιτροπής, της 10ης Μαΐου 2012, για την τροποποίηση της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με σκοπό την καταχώριση του υδροχλωρικού οξέος ως δραστικής ουσίας στο παράρτημα I ( 1 )

36

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

 

2012/250/ΕΕ

 

*

Εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής, της 8ης Μαΐου 2012, για την τροποποίηση της απόφασης 2008/855/ΕΚ σχετικά με μέτρα ελέγχου της υγείας των ζώων όσον αφορά την κλασική πανώλη των χοίρων στη Γερμανία [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2012) 2992]  ( 1 )

39

 

 

III   Λοιπές πράξεις

 

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

 

*

Απόφαση της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ αριθ. 35/10/COL, της 3ης Φεβρουαρίου 2010, που τροποποιεί για 80ή φορά τους διαδικαστικούς και ουσιαστικούς κανόνες στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων με την εισαγωγή ενός νέου κεφαλαίου σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση

40

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 392/2012 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 2012, που συμπληρώνει την οδηγία 2010/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την επισήμανση της κατανάλωσης ενέργειας των οικιακών στεγνωτηρίων ρούχων (ΕΕ L 123 της 9.5.2012)

56

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

11.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/1


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 398/2012 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 7ης Μαΐου 2012

για τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 492/2010 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές κυκλαμικού νατρίου, καταγωγής, μεταξύ άλλων, Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) («βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 4 και το άρθρο 11 παράγραφοι 3, 5 και 6,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής («Επιτροπή»), η οποία υποβλήθηκε έπειτα από διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.1.   Ισχύοντα μέτρα

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 435/2004 (2) το Συμβούλιο επέβαλε, ύστερα από τη διενέργεια έρευνας αντιντάμπινγκ, οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές κυκλαμικού νατρίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας («ΛΔΚ» ή «υπό εξέταση χώρα») και Ινδονησίας («αρχική έρευνα»). Ύστερα από επανεξέταση ενόψει λήξης της ισχύος των μέτρων, το Συμβούλιο, με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 492/2010 (3), επέβαλε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ για περαιτέρω περίοδο πέντε ετών. Τα μέτρα καθορίστηκαν στο επίπεδο ντάμπινγκ και συνίστανται σε ειδικούς δασμούς αντιντάμπινγκ. Το ύψος του δασμού για την ΛΔΚ κυμαίνεται μεταξύ 0 και 0,11 ευρώ ανά χιλιόγραμμο για τους κινέζους παραγωγούς που αναφέρονται ονομαστικά, ενώ ο εναπομένων δασμολογικός συντελεστής που επιβλήθηκε στις εισαγωγές των λοιπών παραγωγών («ισχύοντες δασμοί») ανέρχεται σε 0,26 ευρώ ανά χιλιόγραμμο.

1.2.   Αίτημα επανεξέτασης

(2)

Το αίτημα για μερική ενδιάμεση επανεξέταση («παρούσα επανεξέταση») σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού υποβλήθηκε από την εταιρεία Productos Aditivos SA, τον μοναδικό ενωσιακό παραγωγό κυκλαμικού νατρίου («καταγγέλλων»). Το αίτημα αφορά αποκλειστικά την εξέταση της πρακτικής ντάμπινγκ και την εταιρεία Golden Time Enterprise (Shenzhen) Co. Ltd. («GT Enterprise» ή «υπό εξέταση εταιρεία»), μέλος του ομίλου Rainbow Rich («υπό εξέταση όμιλος εταιρειών», «όμιλος Rainbow» ή «Rainbow»), που ήταν ένας από τους Κινέζους παραγωγούς που αναφέρθηκαν ονομαστικά στην αρχική έρευνα. Ο δασμός αντιντάμπινγκ που επιβάλλεται στις εισαγωγές προϊόντων που παράγονται από την GT Enterprise είναι 0,11 ευρώ το χιλιόγραμμο και ο δασμός που επιβάλλεται στις εισαγωγές από τις άλλες εταιρείες παραγωγής στο πλαίσιο του ομίλου εταιρειών είναι 0,26 ευρώ το χιλιόγραμμο (δηλαδή ο εναπομένων δασμολογικός συντελεστής).

(3)

Ο καταγγέλλων υπέβαλε αποδεικτικά εκ πρώτης όψεως στοιχεία ότι τα υφιστάμενα μέτρα δεν επαρκούν πλέον για να αντισταθμίσουν το ζημιογόνο ντάμπινγκ.

1.3.   Έναρξη μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης

(4)

Αφού διαπίστωσε, κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή, ότι υπάρχουν εκ πρώτης όψεως επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έναρξη μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (4), στις 17 Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την έναρξη διαδικασίας μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, που περιορίζεται στην εξέταση της πρακτικής ντάμπινγκ όσον αφορά την GT Enterprise.

1.4.   Υπό εξέταση προϊόν και ομοειδές προϊόν

(5)

Το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο επανεξέτασης είναι το κυκλαμικό νάτριο καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας («υπό εξέταση προϊόν»), που υπάγεται επί του παρόντος στον κωδικό ΣΟ ex 2929 90 00.

(6)

Όπως και από τις προηγούμενες έρευνες, από την παρούσα έρευνα προέκυψε ότι το υπό εξέταση προϊόν που παράγεται στην ΛΔΚ και πωλείται στην Ένωση είναι πανομοιότυπο, όσον αφορά τα φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά του και τις χρήσεις του, με το προϊόν που παράγεται και πωλείται στην εγχώρια αγορά της Ινδονησίας που χρησιμοποιήθηκε ως ανάλογη χώρα στην τρέχουσα επανεξέταση. Συνεπώς, εξάγεται το συμπέρασμα ότι τα προϊόντα που πωλούνται στην εγχώρια αγορά της Ινδονησίας και πωλούνται από τον υπό εξέταση όμιλο εταιρειών στην αγορά της Ένωσης είναι πανομοιότυπα προϊόντα, κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

1.5.   Ενδιαφερόμενα μέρη

(7)

Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσημα τον καταγγέλλοντα, την υπό εξέταση εταιρεία και τους εκπροσώπους της υπό εξέταση χώρας για την έναρξη της τρέχουσας επανεξέτασης. Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσης τους παραγωγούς της Ινδονησίας για την έναρξη της διαδικασίας, επειδή η Ινδονησία είχε προταθεί ως πιθανή ανάλογη χώρα.

(8)

Τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση εντός της προθεσμίας που προβλεπόταν στην ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας. Σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία υπέβαλαν σχετική αίτηση και απέδειξαν ότι είχαν ιδιαίτερους λόγους να τύχουν ακρόασης, δόθηκε η δυνατότητα ακρόασης.

(9)

Για να λάβει όλες τις απαιτούμενες για την έρευνά της πληροφορίες, η Επιτροπή έστειλε ερωτηματολόγιο στην υπό εξέταση εταιρεία και έλαβε απαντήσεις από πέντε εταιρείες του ομίλου Rainbow εντός της προθεσμίας που ορίστηκε για το σκοπό αυτό. (Επειδή ο όμιλος Rainbow αποτελείται τώρα από δύο εταιρείες παραγωγής (η μία είναι η GT Enterprise), έναν προμηθευτή πρώτων υλών, μία εταιρεία που προηγουμένως είχε ασχοληθεί με το υπό εξέταση προϊόν, αλλά που τώρα είναι αδρανής, και έναν έμπορο στο Χονγκ Κονγκ, η επανεξέταση συμπεριέλαβε τις δραστηριότητες ολόκληρου του ομίλου). Η Επιτροπή έστειλε επίσης ερωτηματολόγια στους παραγωγούς της Ινδονησίας. Ένας παραγωγός στην Ινδονησία φάνηκε πρόθυμος να υποβάλει πληροφορίες στην τρέχουσα επανεξέταση και απάντησε εν μέρει στο ερωτηματολόγιο.

(10)

Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που θεώρησε αναγκαίες για την ανάλυση του καθεστώτος οικονομίας της αγοράς και την ατομική μεταχείριση και τον καθορισμό του ντάμπινγκ. Η Επιτροπή διενήργησε επιτόπιες επισκέψεις στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων μελών του υπό εξέταση ομίλου εταιρειών:

Golden Time Enterprises (Shenzhen) Co. Ltd., Shenzhen, ΛΔΚ, (GT Enterprise),

Jintian Enterprises (Nanjing) Co. Ltd, Nanjing, ΛΔΚ,

Golden Time Chemical (Jiangsu) Co. Ltd., Jiangsu, ΛΔΚ,

Nanjing Jinzhang Industrial Co. Ltd., Nanjing, ΛΔΚ,

Rainbow Rich Ltd., Χονγκ Κονγκ.

1.6.   Περίοδος της έρευνας επανεξέτασης

(11)

Η έρευνα για την πρακτική ντάμπινγκ κάλυψε την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2010 έως την 31η Δεκεμβρίου 2010 («περίοδος έρευνας της επανεξέτασης» ή «ΠΕΕ»).

2.   ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

2.1.   Καθεστώς οικονομίας αγοράς (ΚΟΑ)

(12)

Στις έρευνες αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές καταγωγής ΛΔΚ η κανονική αξία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 1 έως 6 του βασικού κανονισμού για τους παραγωγούς που μπορούν να αποδείξουν ότι πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ). Εν συντομία και για ενδεικτικούς μόνο λόγους, τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού, την ικανοποίηση των οποίων πρέπει να αποδεικνύουν οι αιτούσες εταιρείες, συνοψίζονται ως εξής:

οι επιχειρηματικές αποφάσεις λαμβάνονται σε συνάρτηση με τις συνθήκες της αγοράς και χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση και το κόστος των σημαντικότερων εισροών εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τις τιμές στην αγορά,

η λογιστική καταγραφή υπόκειται σε ανεξάρτητο έλεγχο σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα ελέγχου και ακολουθείται σε κάθε περίπτωση,

δεν υπάρχουν μείζονες στρεβλώσεις προερχόμενες από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς,

η ασφάλεια δικαίου και η σταθερότητα διασφαλίζεται από τη νομοθεσία περί πτωχεύσεως και ιδιοκτησιακού καθεστώτος,

οι συναλλαγματικές ισοτιμίες καθορίζονται με τιμές αγοράς.

(13)

Ο υπό εξέταση όμιλος εταιρειών ζήτησε ΚΟΑ σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού και υπέβαλε έντυπα αίτησης για τέσσερις παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε στις εγκαταστάσεις των εταιρειών όλες τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν στα έντυπα αίτησης των εταιρειών και θεωρήθηκαν απαραίτητες.

(14)

Από την τρέχουσα επανεξέταση προέκυψε ότι η κατάσταση της υπό εξέταση εταιρείας άλλαξε στο διάστημα που μεσολάβησε από την αρχική έρευνα. Διαπιστώθηκε ότι η GT Enterprise δεν καλύπτει πλέον όλα τα κριτήρια χορήγησης ΚΟΑ. Επιπλέον, σε σύγκριση με την αρχική έρευνα ο όμιλος Rainbow διευρύνθηκε και αναδιαρθρώθηκε. Οι άλλες εταιρείες του ομίλου που υπέβαλαν έντυπα αίτησης δεν μπορούσαν να αποδείξουν ότι πληρούν όλα τα κριτήρια χορήγησης ΚΟΑ.

(15)

Όσον αφορά το κριτήριο 1 σχετικά με τις επιχειρηματικές αποφάσεις και την κρατική παρέμβαση, διαπιστώθηκε ότι η τοπική κυβέρνηση έχει την αρμοδιότητα να παρεμβαίνει στην πρόσληψη και απόλυση προσωπικού σε μια εταιρεία του ομίλου. Επιπλέον, η τοπική κυβέρνηση είναι σημαντικός μέτοχος της εταιρείας που παράγει πρώτες ύλες. Διαπιστώθηκε σημαντική κρατική παρέμβαση στην προμήθεια πρώτων υλών (ηλεκτρικού ρεύματος και νερού) προς την εταιρεία και από την εταιρεία προς τις συνδεδεμένες εταιρείες της, στο εργασιακό κόστος και στις πράξεις και στη λήψη αποφάσεων της εν λόγω εταιρείας. Ενδεικτικά, ο κρατικός μέτοχος διέθεσε προσωπικό στον παραγωγό πρώτων υλών υπό όρους τους οποίους η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει. Επιπλέον, η εταιρεία ήταν συνεχώς ζημιογόνα εξαιτίας της πώλησης στις συνδεδεμένες εταιρείες της πρώτων υλών σε ασυνήθιστα χαμηλές τιμές χωρίς κάποια άλλη αντιστάθμιση π.χ. με τη συμμετοχή στα κέρδη. Λόγω της συσσώρευσης αυτών των ζημιών, ο κρατικών συμφερόντων παραγωγός πρώτων υλών ασκούσε επιρροή στις αποφάσεις των συνδεδεμένων εταιρειών όσον αφορά την αγορά πρώτων υλών για την παραγωγή κυκλαμικού νατρίου. Τέλος, διαπιστώθηκε παρέμβαση και άσκηση επιρροής στις χρηματοδοτικές και επενδυτικές αποφάσεις μιας άλλης εταιρείας του ίδιου ομίλου από μια υπηρεσία της τοπικής αρχής.

(16)

Όσον αφορά το κριτήριο 2 σχετικά με τη λογιστική, η έρευνα έδειξε ότι οι λογιστικές καταγραφές όλων των μελών του υπό εξέταση ομίλου εταιρειών δεν ευθυγραμμίζονταν με τα διεθνή πρότυπα ελέγχου, επειδή εντοπίστηκαν σημαντικές λογιστικές ελλείψεις και σφάλματα που δεν δηλώθηκαν στους ελεγκτές.

(17)

Όσον αφορά το κριτήριο 3, διαπιστώθηκαν στρεβλώσεις που προέρχονται από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς, μέσω της δωρεάν παροχής επενδύσεων σε υποδομή σε μια εταιρεία του ομίλου. Η ίδια εταιρεία επωφελήθηκε από ευνοϊκούς όρους μίσθωσης της γης που χρησιμοποιεί. Οι υπόλοιπες εταιρείες του ομίλου δεν ήταν σε θέση να αποδείξουν ότι απέκτησαν τα οικεία δικαιώματα χρήσης γης έναντι αμοιβής ή/και ότι η τιμή που ζητήθηκε εξέφραζε την αξία της αγοράς. Τέλος μια εταιρεία δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι ορισμένα στοιχεία ενεργητικού μεταφέρθηκαν σε αυτήν έναντι αμοιβής ή με κάποιο άλλο τρόπο σε τιμές που αντικατοπτρίζουν την αξία της αγοράς.

(18)

Τέλος, όσον αφορά τα κριτήρια 4 και 5, διαπιστώθηκε ότι οι εταιρείες κάλυπταν τα κριτήρια, επειδή υπόκεινται στη νομοθεσία περί πτωχεύσεως και ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Οι μετατροπές νομίσματος πραγματοποιήθηκαν με βάση την επίσημη ισοτιμία που δημοσιεύει η Τράπεζα της Κίνας.

(19)

Ο υπό εξέταση όμιλος εταιρειών και ο καταγγέλλων είχαν τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με τα προαναφερθέντα πορίσματα. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις αλλά ο υπό εξέταση όμιλος εταιρειών πρόβαλε αντιρρήσεις για διάφορους λόγους. Ορισμένες από τις παρατηρήσεις αυτές διατυπώθηκαν εκ νέου μετά την τελική γνωστοποίηση των περιστατικών και των κριτηρίων βάσει των οποίων προτάθηκε η επιβολή των οριστικών μέτρων. Οι σημαντικότερες από τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν παρουσιάζονται στις αιτιολογικές σκέψεις που ακολουθούν.

(20)

Ο όμιλος Rainbow καταρχάς δήλωσε ότι η Επιτροπή επέβαλε παράνομα την υποχρέωση εκ νέου χορήγησης ΚΟΑ, επειδή στον όμιλο είχε αναγνωριστεί ΚΟΑ και στην αρχική έρευνα και στην επανεξέταση λόγω λήξης ισχύος των μέτρων και ότι κατά τον τρόπο αυτό παραβιάστηκε η εκ του νόμου υποχρέωση εφαρμογής της ίδιας μεθοδολογίας στην επανεξέταση και στην αρχική έρευνα. Υποστήριξε επίσης ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι μεταβλήθηκαν οι συνθήκες δραστηριότητας της εν λόγω εταιρείας σε βαθμό που να αιτιολογεί μια διαφορετική μέθοδο από εκείνη που ακολουθήθηκε στην αρχική έρευνα. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα αρκετά από τα ζητήματα που εντοπίστηκαν από την Επιτροπή υπήρχαν ήδη κατά την αρχική έρευνα και, επομένως, οι νέες διαπιστώσεις της Επιτροπής δεν συνδέονται με νέες συνθήκες, αλλά αποτελούν απλά και μόνο διαφορετική ερμηνεία των ίδιων συνθηκών.

(21)

Πρέπει να σημειωθεί ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζει ο καταγγέλλων, εφαρμόστηκε η ίδια μεθοδολογία στην αρχική έρευνα και στην τρέχουσα επανεξέταση, ενώ λήφθηκε δεόντως υπόψη το γεγονός ότι ορισμένες συνθήκες είχαν μεταβληθεί στο διάστημα που μεσολάβησε από την αρχική έρευνα. Ακόμη και αν τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος είναι ορθά σε σχέση με ορισμένα περιστατικά, που ήταν όντως τα ίδια κατά την αρχική και τρέχουσα έρευνα, δηλαδή όσον αφορά τη συμφωνία δικαιωμάτων χρήσης γης της GT Enterprise, μπορούν να σημειωθούν τα ακόλουθα. Από την τρέχουσα επανεξέταση προέκυψαν επιπρόσθετα περιστατικά τα οποία - αν και υπήρχαν ήδη στην αρχική έρευνα - δεν είχαν γνωστοποιηθεί τότε από την GT Enterprise, όπως η αρμοδιότητα της τοπικής αρχής να εγκρίνει την πρόσληψη και απόλυση του προσωπικού της συγκεκριμένης εταιρείας. Τέλος, οι συνθήκες της εταιρείας μεταβλήθηκαν μετά την αρχική έρευνα όσον αφορά το κριτήριο 2. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην τρέχουσα επανεξέταση διαπιστώθηκε ότι κατά την ΠΕΕ η GT Enterprise δεν διέθετε ένα σαφές σύνολο λογιστικών καταγραφών που να είχε υποβληθεί σε ανεξάρτητο έλεγχο βάσει των διεθνών προτύπων ελέγχου και να είχε ακολουθηθεί με συνέπεια.

(22)

Ο καταγγέλλων εξήγησε ότι θεώρησε ότι, υποβάλλοντας για την τρέχουσα επανεξέταση το καταστατικό της εταιρείας που είχε υποβάλει και για την αρχική έρευνα, είχε γνωστοποιήσει την αρμοδιότητα της τοπικής αρχής σε θέματα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού της. Ωστόσο, η μετάφραση του εν λόγω εγγράφου που υπέβαλε ο καταγγέλλων τόσο για την αρχική όσο και για την τρέχουσα έρευνα ήταν ελλιπής, επειδή δεν γνωστοποιούσε τις αρμοδιότητες που παραχωρούνταν στην τοπική αρχή με το καταστατικό της εταιρείας.

(23)

Ο όμιλος Rainbow υποστήριξε στη συνέχεια ότι το καθεστώς οικονομίας της αγοράς θεσπίστηκε για χώρες με μεταβατική οικονομία, δηλαδή για χώρες που περνούν από το προηγούμενο σύστημα χωρίς οικονομία της αγοράς σε μία οικονομία της αγοράς. Θα ήταν επομένως παράλογο να απαιτείται από μια εταιρεία που είχε προηγουμένως χαρακτηριστεί ως επιλέξιμη για τη χορήγηση ΚΟΑ να πρέπει να υποβάλει εκ νέου επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, στο πλαίσιο μιας ενδιάμεσης επανεξέτασης, ότι εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις για χορήγηση ΚΟΑ. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει καμία διάταξη στον βασικό κανονισμό που να υποστηρίζει μια τέτοια ερμηνεία και που να μην επιτρέπει την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού, στο πλαίσιο επανεξέτασης που διενεργείται βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού. Επομένως, το επιχείρημα αυτό έπρεπε να απορριφθεί.

(24)

Ο όμιλος Rainbow επικαλέστηκε επίσης τη διαδικαστική απαίτηση του άρθρου 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ), σύμφωνα με την οποία η απόφαση για τη χορήγηση ΚΟΑ λαμβάνεται εντός τριμήνου μετά την έναρξη της έρευνας. Ο ίδιος ο όμιλος Rainbow αναγνωρίζει ότι η μη τήρηση της προθεσμίας δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή λόγο για την αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων της έρευνας, αλλά υπογραμμίζει ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν ήδη στη διάθεσή τους όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ, όταν κοινοποιήθηκαν τα πορίσματα για το ΚΟΑ. Στην επιχειρηματολογία του ωστόσο ο όμιλος Rainbow φαίνεται να αγνοεί το γεγονός ότι αν και η Επιτροπή ζήτησε, για λόγους διοικητικής αποτελεσματικότητας, και επαλήθευσε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες από τον υπό εξέταση όμιλο εταιρειών ταυτόχρονα, δεν είχε στη διάθεσή της τις πληροφορίες για την ανάλογη χώρα προκειμένου να μπορέσει να καθορίσει το περιθώριο ντάμπινγκ σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος υπαγωγής σε ΚΟΑ. Πράγματι, η Επιτροπή έλαβε τις πληροφορίες για την κανονική αξία στην ανάλογη χώρα μόνο αφού γνωστοποιήθηκαν στον όμιλο Rainbow τα πορίσματα όσον αφορά το καθεστώς ΚΟΑ. Επομένως, το χρονοδιάγραμμα για τον καθορισμό του ΚΟΑ δεν μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενό του. Βάσει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός απορρίπτεται.

(25)

Όσον αφορά το κριτήριο 1, διατυπώθηκε η γενική παρατήρηση ότι η θεωρητική πιθανότητα κρατικής επιρροής ή κρατικού ελέγχου δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει πραγματική και σημαντική κρατική παρέμβαση κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ). Ο όμιλος Rainbow έχει κατ’ επανάληψη αναφερθεί σε απόφαση του Πρωτοδικείου (5) προκειμένου να υποστηρίξει τη θέση του ότι ο κρατικός έλεγχος δεν πρέπει να ισοδυναμεί με σημαντική κρατική παρέμβαση, επειδή κάτι τέτοιο «οδηγεί στον αποκλεισμό, καταρχήν, των εταιρειών που ελέγχονται από το κράτος από το ευεργέτημα της υπαγωγής στο καθεστώς χώρας με οικονομία της αγοράς, ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου πραγματικού, νομικού και οικονομικού πλαισίου στο οποίο λειτουργούν.». Ο όμιλος Rainbow υποστηρίζει, επίσης, ότι η υποχρέωση απόδειξης ότι είναι αδύνατον να υπάρξει πιθανότητα κρατικής παρέμβασης στις επιχειρηματικές αποφάσεις θα επέβαλε αδικαιολόγητο φόρτο απόδειξης στους αιτούντες καθεστώτος οικονομίας της αγοράς. Υποστηρίζει επίσης ότι για να αποδειχθεί ότι δεν πληροί το κριτήριο 1, η κρατική παρέμβαση θα πρέπει να καθιστά τις αποφάσεις της εταιρείας ασύμβατες με τα κριτήρια της αγοράς.

(26)

Αντίθετα με τους παραπάνω ισχυρισμούς του ομίλου Rainbow, η τρέχουσα έρευνα διαπίστωσε ειδική και σημαντική κρατική παρέμβαση στις δραστηριότητες διαφόρων εταιρειών του ομίλου. Στην περίπτωση της εταιρείας του ομίλου στην οποία η πρόσληψη και απόλυση προσωπικού υπόκειται στην έγκριση της τοπικής αρχής, πρόκειται για τους κανόνες εσωτερικής λειτουργίας της εταιρείας, δηλαδή για το καταστατικό της, που παρέχουν σαφώς στο κράτος την εξουσία να παρεμβαίνει στις επιχειρηματικές της αποφάσεις. Στην περίπτωση άλλης εταιρείας του ομίλου, διαπιστώθηκε ότι ο κρατικός εταίρος ασκεί επιρροή στην εταιρεία κατά τρόπο ασύμβατο με τα κριτήρια αγοράς και σ’ αυτό συντελούν διάφοροι παράγοντες. Πρώτον, ο κρατικός εταίρος είχε συνεισφέρει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου της συγκεκριμένης εταιρείας χωρίς αυτό να αντικατοπτρίζεται στο μερίδιο της εταιρείας που του ανήκει. Δεύτερον, οι πράξεις της εταιρείας ήταν πάντα ζημιογόνες, πράγμα που ήταν κατά κύριο λόγο αρνητικό για τον κρατικό εταίρο λόγω του κεφαλαίου που είχε επενδύσει. Τρίτον, ο κρατικός εταίρος ζημιωνόταν συνεχώς, επειδή παρείχε στον όμιλο εταιρειών νερό και ηλεκτρικό κάτω από τις τιμές της αγοράς και χωρίς κατάλληλο αποδεικτικό πληρωμής.

(27)

Όσον αφορά το συμπέρασμα για την κρατική παρέμβαση στις χρηματοδοτικές και επενδυτικές αποφάσεις ενός άλλου μέλους του υπό εξέταση ομίλου εταιρειών, διαπιστώθηκε ότι τα πραγματικά πορίσματα της Επιτροπής για το δάνειο και τις συνθήκες χορήγησής του ήταν ανακριβή. Η Επιτροπή, ωστόσο, κατά τη διαδικασία επαλήθευσης συγκέντρωσε αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η εταιρεία είχε λάβει εντολή από μια υπηρεσία της τοπικής αρχής να προβεί σε δανειοληπτική πράξη που δεν είχε σχέση με τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι οι χρηματοπιστωτικές αποφάσεις είχαν το χαρακτήρα εξυπηρέτησης προς τη συγκεκριμένη κρατική υπηρεσία και όχι υποχρέωσης και ότι η εν λόγω συναλλαγή δεν συνεπαγόταν κάποιον άλλο κίνδυνο για την εταιρεία εφόσον είχε τη δυνατότητα να αντισταθμίσει τυχόν ζημία μέσω της μη πληρωμής των τιμολογίων για υπηρεσίες κοινής ωφελείας που εκδόθηκαν από τη συγκεκριμένη υπηρεσία. Τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε η Επιτροπή δείχνουν ότι το δικαίωμα χρήσης γης της εταιρείας χρησιμοποιείται έμμεσα ως ασφάλεια για τη σχετική χρηματοπιστωτική συναλλαγή, επομένως η εταιρεία αντιμετωπίζει σημαντικό κίνδυνο. Το δικαίωμα χρήσης γης ως τέτοιο αποκτήθηκε μέσω της ίδιας κρατικής υπηρεσίας στην οποία η εταιρεία υποστηρίζει ότι παρείχε μόνο εξυπηρέτηση. Ο ισχυρισμός ότι θα ήταν δυνατή η αντιστάθμιση μέσω της μη πληρωμής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας καταδεικνύει μια βασική παρανόηση των βασικών λογιστικών προτύπων (αντιστάθμιση) και αντιφάσκει με τον περαιτέρω ισχυρισμό της εταιρείας ότι η επιρροή σε χρηματοπιστωτικές πράξεις αυτές καθαυτές δεν συνεπάγονται επιρροή σε «επιχειρηματικές αποφάσεις για τιμές, κόστος και εισροές», όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ). Επιπλέον, οι επενδυτικές αποφάσεις επηρεάζονται σαφώς και σε σημαντικό βαθμό από την κρατική υπηρεσία, επειδή στη συμφωνία της εταιρείας για το δικαίωμα χρήσης γης προβλέπονται απαιτήσεις που αφορούν ειδικά την εταιρεία σχετικά με τις επενδύσεις που πρέπει να γίνουν· οι απαιτήσεις αυτές υπερβαίνουν τις τοπικές κανονιστικές ρυθμίσεις σε θέματα χρήσης γης, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η εταιρεία. Επομένως, απορρίπτεται ο ισχυρισμός ότι η κρατική παρέμβαση στις χρηματοπιστωτικές και επενδυτικές αποφάσεις δεν ισοδυναμούν με παρέμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ).

(28)

Όσον αφορά την εταιρεία του ομίλου που παράγει μια από τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κυκλαμικού νατρίου υποστηρίχθηκε ότι τυχόν ελλείψεις σχετικά με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας έχουν πολύ περιορισμένο αντίκτυπο, επειδή η πρώτη ύλη που παράγεται από την εταιρεία αυτή αντιπροσωπεύει μόνο το 10 % περίπου του κόστους παραγωγής κυκλαμικού νατρίου. Επειδή η Επιτροπή ήταν σε θέση να υπολογίσει τη διαφορά μεταξύ της επικερδούς τιμής πώλησης και της πραγματικής τιμής πώλησης της πρώτης ύλης, η εταιρεία υποστηρίζει ότι θα ήταν πιο ενδεδειγμένο να προσαρμοστεί μάλλον το κόστος της πρώτης ύλης που αποκτήθηκε σε χαμηλές τιμές παρά να απορριφθεί το αίτημα χορήγησης ΚΟΑ. Ωστόσο ο σκοπός της αξιολόγησης των κριτηρίων ΚΟΑ είναι να διασφαλιστεί ότι οι εισροές αντικατοπτρίζουν τις τιμές της αγοράς και ότι οι επιχειρηματικές αποφάσεις λαμβάνονται με βάση τα μηνύματα της αγοράς. Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού προβλέπει ρητά το κόστος των σημαντικότερων εισροών να εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τις τιμές στην αγορά προκειμένου να καλύπτονται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή στο ΚΟΑ και δεν γίνεται αναφορά στη δυνατότητα προσαρμογής του κόστους των σημαντικότερων εισροών που έχει υποστεί στρέβλωση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί.

(29)

Ο ισχυρισμός της εταιρείας για τις αντικανονικά χαμηλές τιμές που πλήρωνε για το νερό και το ηλεκτρικό και το εργασιακό κόστος —σύμφωνα με τον οποίο δεν αντιστοιχούν σε σημαντικές εισροές αφού αντιπροσωπεύουν συνολικά περίπου το 14 % του συνολικού κόστους παραγωγής των πρώτων υλών— έπρεπε να απορριφθεί, επειδή θεωρείται τόσο σε ατομικό όσο και συγκεντρωτικό επίπεδο αρκετά σημαντικό στοιχείο του κόστους που επηρεάζει το συνολικό κόστος της εταιρείας. Στην περίπτωση του κόστους εργατικού δυναμικού αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθούν πλήρως τα στοιχεία αυτά, επειδή η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να υποβάλει συμβάσεις ή άλλα σχετικά έγγραφα. Επομένως δεν μπορεί να εξακριβωθεί με βεβαιότητα ότι το κόστος αυτό εκφράζει τις τιμές της αγοράς.

(30)

Όσον αφορά το κριτήριο 2 υποστηρίχτηκε ότι η Επιτροπή αγνοούσε την αρχή της σημαντικότητας, σύμφωνα με την οποία παραλείψεις ή σφάλματα στοιχείων είναι σημαντικά μόνο στο βαθμό που μπορούν να επηρεάσουν τις οικονομικές αποφάσεις που λαμβάνουν οι χρήστες με βάση τις οικονομικές καταστάσεις και ότι τέτοιες μη σημαντικές ελλείψεις δεν χρειάζεται να αναφέρονται ούτε από τον ελεγκτή.

(31)

Αντίθετα με τον ισχυρισμό του ομίλου, υπήρχαν σημαντικές ελλείψεις στη λογιστική των εταιρειών όσον αφορά τις βασικές λογιστικές αρχές (για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε την επόμενη παράγραφο). Δεύτερον, ο στόχος της υποχρέωσης υποβολής μιας σαφούς σειράς λογιστικών καταγραφών για τους σκοπούς της υπαγωγής στο ΚΟΑ δεν αφορά την παροχή της δυνατότητας στο χρήστη να λαμβάνει οικονομικές αποφάσεις, αλλά τη διασφάλιση ότι οι οικονομικές καταστάσεις παρέχουν μια επακριβή εικόνα των εισοδημάτων, του κόστους κ.λπ. Ο στόχος της έρευνας ΚΟΑ είναι να εξακριβωθεί εάν οι λογαριασμοί τηρούνται και ελέγχονται σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα ελέγχου.

(32)

Ο όμιλος Rainbow αμφισβήτησε ότι οι εταιρείες του δεν τήρησαν τους κανόνες των διεθνών προτύπων ελέγχου (ΔΠΕ) και τις πρακτικές λογιστικής που αναφέρονται στην αξιολόγηση ΚΟΑ, όπως η αρχή των δεδουλευμένων τόκων στα έσοδα και έξοδα, η αρχή της ακριβοδίκαιης παρουσίασης των συναλλαγών και οι πολιτικές αντιστάθμισης των συναλλαγματικών ισοτιμιών, η αρχή της συνεχούς λειτουργίας, η ορθή κατάταξη των στοιχείων των ισολογισμών, η αναγνώριση των ζημιών, το γεγονός ότι στους λογαριασμούς περιλαμβάνονται μόνο οι συναλλαγές και καταγραφές που αφορούν επιχειρηματικές δραστηριότητες, η ορθή κατάταξη και απαξίωση των δαπανών, η τήρηση των ΔΠΕ ή/και των κινεζικών λογιστικών αρχών για την αναγνώριση της αξίας και την απαξίωση του ενεργητικού. Οι προαναφερόμενες παραβιάσεις των διεθνών προτύπων ελέγχου διαπιστώθηκαν από τις πληροφορίες που υπέβαλε ο όμιλος στο έντυπο αίτησης για υπαγωγή στο ΚΟΑ και όλα τα θέματα αποτέλεσαν αντικείμενο εξακρίβωσης στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων. Τα επιχειρήματα που πρόβαλαν οι εταιρείες για τα θέματα αυτά μετά την κοινοποίηση των πορισμάτων για το ΚΟΑ δεν ήταν αρκετά ώστε να αλλάξει το συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τα εν λόγω θέματα, οι εταιρείες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του κριτηρίου 2.

(33)

Όσον αφορά το κριτήριο 3, ο όμιλος Rainbow υποστηρίζει ότι η δωρεάν παροχή επενδύσεων υποδομής σε μία εταιρεία αποτελεί κανονική δραστηριότητα η οποία λαμβάνει χώρα και σε οικονομίες της αγοράς προκειμένου να προσελκυστούν επενδύσεις και ότι η επίπτωση αυτής της χορήγησης επιδοτήσεων είναι αμελητέα για τη χρηματοοικονομική κατάσταση της εταιρείας κατά την ΠΕΕ. Ωστόσο, το γεγονός ότι μια εταιρεία αποφεύγει πληρωμές για την ανάπτυξη υποδομής και ταυτόχρονα επωφελείται από πολύ χαμηλό μίσθωμα για την ίδια γη δεν εκφράζει μια κανονική κατάσταση σε μια οικονομία αγοράς. Από την άλλη πλευρά η ωφέλεια αυτή είχε άμεση επίπτωση στη χρηματοοικονομική θέση της εταιρείας παραγωγής και στην ικανότητά της να λαμβάνει αποφάσεις με βάση τα μηνύματα της αγοράς.

(34)

Η Επιτροπή έκανε δεκτά τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος όσον αφορά το δικαίωμα χρήσης γης της GT Enterprise, όπως επεξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 21. Τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν σχετικά με το δικαίωμα χρήσης γης από τις άλλες εταιρείες δεν ήταν αρκετά για να αντικρούσουν τα πορίσματα, επειδή η ίδια η εταιρεία αναγνωρίζει ότι δεν είχε πληρώσει το συμφωνημένο ποσό για το δικαίωμα χρήσης γης σε μία περίπτωση. Στην περίπτωση μιας άλλης χρήσης γης ο όμιλος Rainbow υποστηρίζει ότι οι τιμές της γης στην εν λόγω περιοχή είχαν αυξηθεί απότομα και επομένως ήταν φυσιολογικό η γη να ανατιμηθεί σημαντικά λίγα χρόνια μετά την ημερομηνία απόκτησης. Ωστόσο, τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε η εταιρεία αναφέρονταν σε ανατιμήσεις κατοικιών στην περιοχή και επομένως ήταν άνευ αντικειμένου. Ο όμιλος Rainbow στο τέλος ισχυρίστηκε ότι η προσέγγιση που ακολουθεί η Επιτροπή με την οποία ζητά επιπρόσθετα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η τιμή που κατέβαλε η εταιρεία αντικατοπτρίζει αξία της αγοράς επιβάλλει αδικαιολόγητο βάρος απόδειξης. Ωστόσο, το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού προβλέπεται ρητά ότι ο ισχυρισμός για ΚΟΑ πρέπει να «δίδει επαρκείς αποδείξεις ότι ο παραγωγός λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς». Επομένως το επιχείρημα αυτό απορρίπτεται

(35)

Ο όμιλος Rainbow αμφισβητεί το πόρισμα για τα στοιχεία ενεργητικού που μεταφέρθηκαν σε μια εταιρεία χωρίς οικονομικό ή άλλου είδους αντιστάθμισμα που να εκφράζει τις τιμές της αγοράς επειδή η εν λόγω εταιρεία είχε σταματήσει την παραγωγή κατά την ΠΕΕ. Πράγματι η εταιρεία σταμάτησε την παραγωγή. Ωστόσο η εταιρεία εξακολούθησε να πωλεί τα προϊόντα που είχε παραγάγει προηγουμένως στην εγχώρια αγορά. Συνεπώς η αξιολόγηση ΚΟΑ έπρεπε να γίνει και για την εν λόγω εταιρεία προκειμένου να εξακριβωθεί εάν δεν υπήρχαν σημαντικές στρεβλώσεις προερχόμενες από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς και που μπορούσαν να επηρεάσουν τις τιμές.

(36)

Θεωρείται επομένως ότι η GT Enterprise παρέλειψε να καλύψει το πρώτο και δεύτερο κριτήριο για την υπαγωγή σε ΚΟΑ, η Jintian Industrial (Nanjing) Ltd. παρέλειψε να καλύψει το δεύτερο και τρίτο κριτήριο, η Golden Time Chemical (Jiangsu) Ltd. το πρώτο, δεύτερο και τρίτο κριτήριο και η Nanjing Jinzhang Industrial Ltd. παρέλειψε να καλύψει το πρώτο, δεύτερο και τρίτο κριτήριο. Αν για μια συνδεδεμένη εταιρεία που σχετίζεται με την παραγωγή και την πώληση του υπό εξέταση προϊόντος δεν αναγνωρίζεται ΚΟΑ, δεν μπορεί να αναγνωριστεί ΚΟΑ ούτε στον όμιλο των συνδεδεμένων εταιρειών. Επομένως, επειδή όλες οι εταιρείες που αξιολογήθηκαν προκειμένου να υπαχθούν σε ΚΟΑ ατομικά δεν πέτυχαν να ανταποκριθούν στα σχετικά κριτήρια, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο όμιλος Rainbow δεν μπορεί να υπαχθεί σε καθεστώς οικονομίας της αγοράς. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ύστερα από γνωμοδότηση της συμβουλευτικής επιτροπής, απορρίφθηκε το αίτημα του υπό εξέταση ομίλου εταιρειών να υπαχθεί σε καθεστώς οικονομίας της αγοράς.

2.2.   Ατομική μεταχείριση (ΑΜ)

(37)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, καθορίζεται ενιαίος δασμός σε εθνική κλίμακα, κατά περίπτωση, για τις χώρες στις οποίες εφαρμόζεται αυτό το άρθρο, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες οι εταιρείες είναι σε θέση να αποδείξουν ότι πληρούν όλα τα κριτήρια του άρθρου 9 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού για τη χορήγηση ΑΜ. Εν συντομία, και για λόγους ευκολότερης αναφοράς και μόνον, τα εν λόγω κριτήρια παρατίθενται παρακάτω:

σε περίπτωση εταιρειών που ελέγχονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από αλλοδαπούς ή σε περίπτωση κοινών επιχειρήσεων, οι εξαγωγείς είναι ελεύθεροι να επαναπατρίζουν κεφάλαια και κέρδη,

οι τιμές εξαγωγής και οι ποσότητες των εξαγόμενων προϊόντων και οι όροι και προϋποθέσεις πώλησης καθορίζονται ελεύθερα,

η πλειοψηφία των μετοχών ανήκει σε ιδιώτες. Οι κρατικοί υπάλληλοι που έχουν καθήκοντα στο διοικητικό συμβούλιο ή κατέχουν βασικές διευθυντικές θέσεις πρέπει να αποτελούν μειονότητα ή να αποδεικνύεται ότι η εταιρεία είναι παρόλα αυτά επαρκώς ανεξάρτητη από κρατική παρέμβαση,

οι πράξεις μετατροπής συναλλάγματος πραγματοποιούνται σε τιμές της αγοράς και

η κρατική παρέμβαση δεν είναι τέτοια που να επιτρέπει την καταστρατήγηση των μέτρων αν χορηγηθούν στους επιμέρους εξαγωγείς διαφορετικοί δασμολογικοί συντελεστές.

(38)

Οι δύο παραγωγοί–εξαγωγείς του ομίλου που εξήγαγαν κυκλαμικό νάτριο κατά τη διάρκεια της ΠΕΕ ζήτησαν ΑΜ. Δεν ήταν αναγκαίο να γίνει αξιολόγηση της ΑΜ για τις υπόλοιπες εταιρείες του ομίλου Rainbow, επειδή δεν είναι εξαγωγείς του υπό εξέταση προϊόντος. Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες που επαληθεύτηκαν κατά τη διάρκεια επιτόπιων ελέγχων, διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω δύο παραγωγοί-εξαγωγείς πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού και επομένως θα μπορούσε να τους χορηγηθεί ΑΜ.

2.3.   Ντάμπινγκ

2.3.1.   Ανάλογη χώρα

(39)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, η κανονική αξία για τους παραγωγούς-εξαγωγείς στους οποίους δεν αναγνωρίστηκε ΚΟΑ πρέπει να υπολογίζεται βάσει της τιμής ή της κατασκευασμένης αξίας σε τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς (ανάλογη χώρα).

(40)

Στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέφρασε την πρόθεσή της να χρησιμοποιήσει την Ινδονησία (ανάλογη χώρα στην αρχική έρευνα) ως κατάλληλη ανάλογη χώρα για τον καθορισμό της κανονικής αξίας και κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά.

(41)

Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις για την επιλογή της ανάλογης χώρας.

(42)

Η Επιτροπή ζήτησε τη συνεργασία παραγωγών στην Ινδονησία. Οι επιστολές και τα σχετικά ερωτηματολόγια εστάλησαν σε όλες τις γνωστές επιχειρήσεις. Από τις εταιρείες που ειδοποιήθηκαν, μόνο ένας παραγωγός υπέβαλε τις αναγκαίες πληροφορίες για τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας και συμφώνησε να συνεργαστεί εν μέρει στην επανεξέταση. Επειδή η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να δεχθεί τη διεξαγωγή επίσκεψης εξακρίβωσης στις εγκαταστάσεις της, η Επιτροπή εξέτασε την αρτιότητα και συνοχή των πληροφοριών που της υποβλήθηκαν. Οι πληροφορίες θεωρήθηκαν επαρκείς και αξιόπιστες για τον καθορισμό της κανονικής αξίας και ο Ινδονήσιος παραγωγός έδωσε τις επεξηγήσεις που του ζήτησε η Επιτροπή. Οι πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν αντιπαραβλήθηκαν με τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν στο αίτημα επανεξέτασης.

(43)

Η έρευνα κατέδειξε ότι στην Ινδονησία υπάρχει ανταγωνιστική αγορά για το ομοειδές προϊόν.

(44)

Από την έρευνα προέκυψε επίσης ότι ο όγκος παραγωγής του συνεργαζόμενου παραγωγού στην Ινδονησία αντιστοιχεί σε ποσοστό που υπερβαίνει σημαντικά το 5 % του όγκου των κινεζικών εξαγωγών του υπό εξέταση προϊόντος προς την Ένωση, και για τον λόγο αυτό η παραγωγή ήταν αντιπροσωπευτική από άποψη όγκου. Ως προς την ποιότητα, τις τεχνικές προδιαγραφές και τα πρότυπα του ομοειδούς προϊόντος στην Ινδονησία, δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές γενικές διαφορές σε σύγκριση με τα κινεζικά προϊόντα. Συνεπώς, η αγορά την Ινδονησίας θεωρήθηκε επαρκώς αντιπροσωπευτική για τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας.

(45)

Σημειώνεται ότι από όσα γνωρίζει η Επιτροπή δεν υπάρχουν άλλες εγκαταστάσεις παραγωγής σε άλλο μέρος του κόσμου, εκτός από τους γνωστούς παραγωγούς στην Ισπανία, στη ΛΔΚ και στην Ινδονησία.

(46)

Με βάση τα ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι η Ινδονησία συνιστά κατάλληλη ανάλογη χώρα σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού.

2.3.2.   Καθορισμός της κανονικής αξίας

(47)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, η κανονική αξία καθορίστηκε βάσει των πληροφοριών που διαβίβασε ο παραγωγός από την ανάλογη χώρα, όπως εκτίθενται κατωτέρω. Σημειώνεται ότι ο παραγωγός στην Ινδονησία συμμετείχε σε προηγούμενη έρευνα που αφορούσε τις εισαγωγές κυκλαμικού νατρίου από την Ινδονησία (6). Τα στοιχεία που υπέβαλε η εταιρεία στο ερωτηματολόγιο που απάντησε θεωρήθηκαν αξιόπιστα σε γενικές γραμμές και ότι αποτελούσαν στέρεη βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας για τους σκοπούς της έρευνας. Πράγματι, οι μέσες τιμές πώλησης καθώς και το μέσο κόστος παραγωγής ακολούθησαν ανάλογη τάση σύμφωνα με την εξέλιξη του μέσου κόστους των πρώτων υλών. Επιπλέον, η τάση αυτή επιβεβαιώθηκε με μια ανάλογη εξέλιξη του μέσου κόστους των πρώτων υλών που παρατηρήθηκε στην αγορά της Ένωσης.

(48)

Οι εγχώριες πωλήσεις του παραγωγού από την Ινδονησία για το ομοειδές προϊόν διαπιστώθηκε ότι ήταν αντιπροσωπευτικές από άποψη όγκου σε σύγκριση με το υπό εξέταση προϊόν που εξάγεται στην Ένωση από τον υπό εξέταση όμιλο εταιρειών στη ΛΔΚ.

(49)

Στη συνέχεια, η Επιτροπή προσδιόρισε, μεταξύ των τύπων του προϊόντος που πωλούνται στην εγχώρια αγορά από τον παραγωγό της ανάλογης χώρας, εκείνους που ήταν πανομοιότυποι ή άμεσα συγκρίσιμοι με τους τύπους που πωλήθηκαν προς εξαγωγή στην Ένωση. Ο βασικός τύπος προϊόντος του παραγωγού στην Ινδονησία διαπιστώθηκε ότι ήταν άμεσα συγκρίσιμος.

(50)

Για το βασικό τύπο προϊόντος ο οποίος πωλήθηκε από τον παραγωγό της ανάλογης χώρας στην εγχώριο αγορά της και ο οποίος αποδείχθηκε ότι ήταν άμεσα συγκρίσιμος με τον τύπο του προϊόντος που πωλήθηκε προς εξαγωγή στην Ένωση, καθορίστηκε κατά πόσον οι εγχώριες πωλήσεις ήταν επαρκώς αντιπροσωπευτικές κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού. Οι εγχώριες πωλήσεις ενός ειδικού τύπου κυκλαμικού νατρίου θεωρούνταν αρκετά αντιπροσωπευτικές όταν, κατά την περίοδο της έρευνας, ο συνολικός όγκος των εγχώριων πωλήσεων του εν λόγω τύπου αντιπροσώπευε το 5 % ή περισσότερο του συνολικού όγκου πωλήσεων του συγκρίσιμου τύπου που εξήχθη στην Ένωση από τον υπό εξέταση όμιλο εταιρειών.

(51)

Εξετάστηκε επίσης κατά πόσον θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι εγχώριες πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, με τον προσδιορισμό για κάθε τύπο του προϊόντος της αναλογίας των επικερδών πωλήσεων σε ανεξάρτητους πελάτες στην εγχώρια αγορά, κατά την περίοδο της έρευνας. Επειδή ο όγκος των κερδοφόρων πωλήσεων του ομοειδούς προϊόντος ανά τύπο προϊόντος αντιστοιχούσε σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80 % του συνολικού όγκου πωλήσεων αυτού του τύπου ή η μέση σταθμισμένη τιμή του εν λόγω τύπου ήταν ίση ή ανώτερη από το κόστος παραγωγής, η κανονική τιμή βασίστηκε στην πραγματική εγχώρια τιμή, που υπολογίστηκε ως η μέση σταθμισμένη τιμή των τιμών όλων των εγχώριων πωλήσεων του ίδιου τύπου που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της ΠΕ, ανεξάρτητα από το εάν οι πωλήσεις αυτές ήταν επικερδείς ή όχι.

(52)

Κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας του τύπου προϊόντος που δεν είχε πωληθεί στην εγχώρια αγορά από τον παραγωγό της ανάλογης χώρας, χρησιμοποιήθηκε η σταθμισμένη μέση τιμή πωλήσεων όλων των πωλήσεων του βασικού τύπου προϊόντος, αφού προσαρμόστηκε ως προς τις διαφορές μεταξύ των δύο τύπων προϊόντος.

2.3.3.   Τιμή εξαγωγής

(53)

Όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς του υπό εξέταση ομίλου εταιρειών πραγματοποίησαν εξαγωγές στην ένωση μέσω της συνδεδεμένης τους εμπορικής εταιρείας που έχει την έδρα της εκτός της Ένωσης. Η τιμή εξαγωγής υπολογίστηκε με βάση τις τιμές του προϊόντος που πωλήθηκε από τις συνδεδεμένες εμπορικές εταιρείες στην Ένωση, δηλαδή σε ανεξάρτητο αγοραστή, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού, με βάση τις πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές.

2.3.4.   Σύγκριση

(54)

Η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής συγκρίθηκαν σε επίπεδο τιμών εκ του εργοστασίου. Με σκοπό την εξασφάλιση της δίκαιης σύγκρισης μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, ελήφθησαν δεόντως υπόψη υπό μορφή προσαρμογών οι διαφορές που επηρεάζουν την τιμή και τη συγκρισιμότητα των τιμών σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. Αντίστοιχα, έγιναν προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στο κόστος μεταφοράς, διεκπεραίωσης, φόρτωσης και στα παρεπόμενα έξοδα, στην πίστωση και στις προμήθειες, όπου αυτό κρίθηκε απαραίτητο με επαληθευμένα αποδεικτικά στοιχεία.

2.3.5.   Περιθώριο ντάμπινγκ

(55)

Το περιθώριο ντάμπινγκ καθορίστηκε με βάση τη σύγκριση μιας σταθμισμένης μέσης κανονικής αξίας με ένα σταθμισμένο μέσο όρο τιμών εξαγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 11 του βασικού κανονισμού.

(56)

Αυτή η σύγκριση έδειξε περιθώριο ντάμπινγκ 14,2 %, που εκφράσθηκε ως ποσοστό της τιμής CIF στα σύνορα, πριν από την επιβολή δασμού.

2.4.   Διαρκής χαρακτήρας της μεταβολής των συνθηκών

(57)

Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε κατά πόσο έχουν μεταβληθεί οι συνθήκες στις οποίες βασίστηκε το ισχύον περιθώριο ντάμπινγκ και εάν η μεταβολή αυτή έχει διαρκή χαρακτήρα.

(58)

Οι τρέχουσες διαπιστώσεις βασίζονται στην απόρριψη του αιτήματος υπαγωγής στο καθεστώς οικονομίας της αγοράς του υπό εξέταση ομίλου εταιρειών στην τρέχουσα επανεξέταση ενώ στο μέλος του ομίλου συνδεδεμένων εταιρειών που συμμετείχε στην αρχική έρευνα GT Enterprise είχε χορηγηθεί ΚΟΑ. Οι συνθήκες που οδήγησαν στο διαφορετικό συμπέρασμα οφείλονται καταρχάς στο γεγονός ότι στην τρέχουσα επανεξέταση συμμετείχαν στην έρευνα τέσσερις εταιρείες του ομίλου έναντι μόνο της GT Enterprise που συμμετείχε στην αρχική έρευνα. Ο όμιλος διευρύνθηκε πρόσφατα και αναδιοργανώθηκε με σημαντικές επενδύσεις και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η παρούσα κατάσταση θα μεταβληθεί στο άμεσο μέλλον. Δεύτερον, όσον αφορά την GT Enterprise, διαπιστώθηκε ότι η πρακτική της εταιρείας να μην τηρεί σαφή σειρά λογιστικών καταγραφών που να έχει ελεγχθεί σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα ελέγχου είναι παγιωμένη πρακτική και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι θα μπορούσε να αλλάξει στο μέλλον. Επίσης, το καταστατικό της που επιτρέπει την κρατική παρέμβαση βρίσκεται σε ισχύ εδώ και πολύ καιρό και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι θα τροποποιηθεί στο μέλλον. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρείται ότι η μη χορήγηση καθεστώτος ΚΟΑ στον όμιλο έχει μόνιμο χαρακτήρα.

(59)

Επιπλέον, όσον αφορά τις τιμές εξαγωγής, από την έρευνα προέκυψε ορισμένη σταθερότητα στις πολιτικές τιμολόγησης του υπό εξέταση ομίλου εταιρειών για μεγαλύτερη περίοδο εφόσον η τιμή του υπό εξέταση προϊόντος που επιβάλλεται στην Ένωση και σε άλλες τρίτες χώρες δεν μεταβλήθηκε σημαντικά και ακολούθησε την ίδια τάση στο διάστημα μεταξύ του 2007 και της ΠΕΕ. Το γεγονός αυτό ενισχύει το συμπέρασμα ότι το περιθώριο ντάμπινγκ που υπολογίστηκε πρόσφατα είναι πιθανό να έχει μόνιμο χαρακτήρα.

(60)

Επομένως, θεωρήθηκε ότι από την έρευνα προέκυψε ότι η διάρθρωση και η συμπεριφορά του υπό εξέταση ομίλου εταιρειών, συμπεριλαμβανομένων των περιστάσεων που οδήγησαν στην έναρξη της παρούσας επανεξέτασης, δεν προβλεπόταν να αλλάξουν στο άμεσο μέλλον κατά τρόπο που θα μπορούσε να επηρεάσει τα πορίσματα της παρούσας επανεξέτασης. Συνεπώς, εξήχθη το συμπέρασμα ότι η μεταβολή των περιστάσεων έχει μόνιμο χαρακτήρα και ότι η εφαρμογή του μέτρου στο σημερινό του επίπεδο δεν είναι πλέον επαρκής για την αντιστάθμιση του ντάμπινγκ.

3.   ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

(61)

Λαμβανομένων υπόψη των πορισμάτων για την αύξηση του ντάμπινγκ καθώς και για το μόνιμο χαρακτήρα των μεταβληθεισών συνθηκών, θεωρείται ότι τα υφιστάμενα μέτρα δεν επαρκούν πλέον για να αντισταθμίσουν το ζημιογόνο ντάμπινγκ. Τα μέτρα που υποβλήθηκαν με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 492/2010 για τις εισαγωγές κυκλαμικού νατρίου, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας πρέπει επομένως να τροποποιηθούν όσον αφορά την GT Enterprise και ο ίδιος δασμός πρέπει να επιβληθεί και στους άλλους παραγωγούς-εξαγωγείς του ομίλου μέσω της κατάλληλης τροποποίησης του εν λόγω κανονισμού.

(62)

Επειδή η τρέχουσα επανεξέταση αφορά αποκλειστικά την εξέταση του ντάμπινγκ δεν μπορεί να καθοριστεί κανένα ατομικό περιθώριο ζημίας όσον αφορά την GT Enterprise και τις συνδεδεμένες της εταιρείες στον όμιλο. Επομένως, το περιθώριο ντάμπιγκ που καθορίζεται στην τρέχουσα επανεξέταση συγκρίθηκε με το περιθώριο ζημίας, που είχε καθοριστεί στην αρχική έρευνα. Δεδομένου ότι το τελευταίο ήταν υψηλότερο από το περιθώριο ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε στην τρέχουσα επανεξέταση, θα πρέπει να επιβληθεί ένας οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ για τον υπό εξέταση όμιλο εταιρειών στο επίπεδο του περιθωρίου ζημίας που διαπιστώθηκε στην τρέχουσα επανεξέταση.

(63)

Όσον αφορά τη μορφή του μέτρου, θεωρήθηκε ότι ο τροποποιημένος δασμός αντιντάμπινγκ πρέπει να έχει την ίδια μορφή με τους δασμούς που επιβλήθηκαν με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 492/2010. Για να εξασφαλιστεί η επάρκεια των μέτρων και για να αποτραπεί η δόλια τροποποίηση των τιμών ήταν ενδεδειγμένο να επιβληθούν οι δασμοί υπό μορφή συγκεκριμένου ποσού ανά χιλιόγραμμο. Κατά συνέπεια, ο δασμός αντιντάμπινγκ που πρέπει να επιβληθεί στις εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος που παράγεται και πωλείται για εξαγωγή προς την Ένωση από τον υπό εξέταση όμιλο εταιρειών, υπολογισμένος βάσει του περιθωρίου ντάμπινγκ, όπως αυτό καταρτίστηκε στην τρέχουσα επανεξέταση και εκφρασμένος ως συγκεκριμένο ποσό ανά χιλιόγραμμο, θα πρέπει να είναι 0,23 ευρώ ανά χιλιόγραμμο.

4.   ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ

(64)

Ο υπό εξέταση όμιλος εταιρειών καθώς και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώθηκαν για τα ουσιώδη περιστατικά και κριτήρια με βάση τα οποία πρόκειται να προταθεί η τροποποίηση των ισχυόντων μέτρων αντιντάμπινγκ.

(65)

Ο όμιλος Rainbow υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με την τελική γνωστοποίηση. Οι εν λόγω παρατηρήσεις αφορούσαν, κατά κύριο λόγο, την ανάκληση, στο πλαίσιο της διεξαγόμενης έρευνας, της καταγγελίας σχετικά με τις εισαγωγές κυκλαμικού νατρίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας που περιοριζόταν σε δύο παραγωγούς-εξαγωγείς: την εταιρεία Fang Da Food Additive (Shen Zhen) Limited και την εταιρεία Fang Da Food Additive (Yang Quan) Limited («όμιλος Fang») («παράλληλες διαδικασίες») (7). Ο όμιλος Rainbow υποστήριξε ότι είναι λογικό και θεμιτό η ανάκληση της καταγγελίας στην παράλληλη διαδικασία να οδηγήσει στην περάτωση των μέτρων αντιντάμπινγκ κατά των άλλων παραγωγών στην ΛΔΚ ή, τουλάχιστον, στην περάτωση της τρέχουσας επανεξέτασης όσον αφορά τον όμιλο Rainbow.

(66)

Ο εν λόγω όμιλος ζήτησε την περάτωση των μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 492/2010 υποστηρίζοντας ότι εφόσον διαπιστώθηκε ότι οι εισαγωγές του ομίλου Fang Da δεν αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή/και ότι οι εισαγωγές του ομίλου Fang Da δεν προκαλούν ζημία, η αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης του άρθρου 9 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού επιβάλλει την περάτωση των επιβληθέντων μέτρων αντιντάμπινγκ. Σε υποστήριξη του επιχειρήματος αυτού ο όμιλος αναφέρθηκε σε προηγούμενους κανονισμούς του Συμβουλίου με τους οποίους είχαν περατωθεί ταυτόχρονες ενδιάμεσες έρευνες που αφορούσαν τις εισαγωγές ίδιων προϊόντων από άλλες χώρες [ΗΠΑΜ (8), πλατέα προϊόντα έλασης από σίδηρο ή μη κραματοποιημένος χάλυβας (9)]. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εν λόγω περιπτώσεις αφορούσαν έρευνες που είχαν ως αντικείμενο διάφορες χώρες και ότι εφαρμόστηκε η αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης για τις εισαγωγές από διαφορετικές χώρες. Δεύτερον, στις περιπτώσεις αυτές ο λόγος περάτωσης των μέτρων σε ορισμένες χώρες ήταν ότι δεν είχαν επιβληθεί μέτρα στις υπόλοιπες χώρες, επειδή το Συμβούλιο παρέλειψε να εγκρίνει την πρόταση εντός των προβλεπόμενων από το νόμο προθεσμιών (ΗΠΑΜ, πλατέα προϊόντα έλασης από σίδηρο ή μη κραματοποιημένος χάλυβας). Επομένως, μολονότι όντως κρίθηκε αναγκαία η περάτωση της διαδικασίας επιβολής μέτρων αντιντάμπινγκ στις παράλληλες διαδικασίες στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, ώστε να τηρηθεί η αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης, οι περιπτώσεις αυτές δεν φαίνεται να έχουν εφαρμογή στην τρέχουσα επανεξέταση. Μια άλλη αναφορά στην προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην περίπτωση γλουταμινικού νατρίου (10) αφορά μια περίπτωση κατά την οποία ο καταγγέλλων σκόπευε να ανακαλέσει την καταγγελία του όσον αφορά τις εισαγωγές Βραζιλίας παρόλο που είχε διαπιστωθεί ότι αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Στην περίπτωση αυτή είχε εξεταστεί το ενδεχόμενο να μην γίνει δεκτή η ανάκληση της καταγγελίας, επειδή είχε συναχθεί το συμπέρασμα ότι η λήψη μέτρων κατά άλλων χωρών θα συνιστούσε διακριτική μεταχείριση εάν δεν υφίσταντο μέτρα κατά της Βραζιλίας.

(67)

Επιπλέον, οι δύο αυτές καταστάσεις είναι αρκετά διαφορετικές. Στην παράλληλη διαδικασία, η καταγγελία ανακλήθηκε και συνήχθη το συμπέρασμα ότι η περάτωση δεν αντέβαινε στο ενωσιακό συμφέρον. Στην τρέχουσα επανεξέταση, το αίτημα παρέμεινε και διαπιστώθηκε ότι το ντάμπινγκ από τον όμιλο Rainbow είχε αυξηθεί. Επομένως, η αύξηση του δασμού για το συγκεκριμένο όμιλο δεν συνιστά διακριτική μεταχείριση.

(68)

Ο όμιλος Rainbow ζήτησε επίσης να συνδεθεί η ανάκληση της καταγγελίας με την περάτωση της τρέχουσας επανεξέτασης όσον αφορά τον όμιλο Rainbow, επειδή οι δύο διαδικασίες είχαν κινηθεί στη βάση του ίδιου διαδικαστικού εγγράφου, κάλυπταν την ίδια περίοδο έρευνας και στην καταγγελία ο καταγγέλλων αντιμετώπιζε τον όμιλο Fang Da και τον όμιλο Rainbow από κοινού για πρακτικούς λόγους.

(69)

Δεύτερον, ο υπό εξέταση όμιλος ισχυρίστηκε ότι παρά το γεγονός ότι η έρευνα κατά του ομίλου Fang Da είχε αρχίσει βάσει του άρθρου 5 του βασικού κανονισμού, η έρευνα που αφορά τις εισαγωγές του ομίλου Fang Da και η ενδιάμεση επανεξέταση σχετικά με τις εισαγωγές του ομίλου Rainbow αποτελούν από νομική άποψη και για διάφορους πρακτικούς λόγους την ίδια διαδικασία. Τέλος, δήλωσε ότι αφού γίνεται διάκριση μεταξύ των διαδικασιών και των ερευνών, η εφαρμογή του άρθρου 9 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού σημαίνει ότι πράγματι, ακόμη και εάν επιβάλλεται μηδενικός δασμολογικός συντελεστής σε συνέχεια της αρχικής έρευνας, ο όμιλος Fang Da εξακολουθεί να υπόκειται στη διαδικασία. Για τον λόγο αυτό, η ανάκληση της καταγγελίας όσον αφορά τις εισαγωγές του ομίλου Fang Da πρέπει, όσον αφορά τον όμιλο Rainbow, να οδηγήσει στην περάτωση και της τρέχουσας επανεξέτασης.

(70)

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι το έγγραφο που παρουσίασε ο καταγγέλλων αποτελείτο από την καταγγελία για την έρευνα αντιντάμπινγκ βάσει του άρθρου 5 του βασικού κανονισμού και από το αίτημα για την παρούσα ενδιάμεση επανεξέταση βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού. Υπέβαλε επίσης επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την αιτιολόγηση της κίνησης των δύο διαδικασιών ανεξάρτητα. Πράγματι η Επιτροπή ξεκίνησε την έρευνα του άρθρου 5 και την ενδιάμεση επανεξέταση με δύο διαφορετικές ανακοινώσεις για την κίνηση διαδικασίας. Επομένως τόσο από τυπική όσο και νομική άποψη, η έρευνα αντιντάμπινγκ βάσει του άρθρου 5 του βασικού κανονισμού και η ενδιάμεση επανεξέταση βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού είναι δύο διαφορετικές διαδικασίες.

(71)

Ο όμιλος Rainbow υπέβαλε περαιτέρω επιχειρήματα για τους πιθανούς λόγους ανάκλησης της καταγγελίας. Επειδή τα επιχειρήματα αυτά είναι υποθετικά και άσχετα δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και επομένως απορρίπτονται.

(72)

Τέλος, ο όμιλος Rainbow δήλωσε ότι η Επιτροπή παραβίασε προδήλως το δικαίωμά του να έχει προθεσμία δέκα ημερών για να υποβάλει παρατηρήσεις για την τελική γνωστοποίηση, επειδή του γνωστοποιήθηκε μια μη εμπιστευτική έκδοση της επιστολής ανάκλησης 7 ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή παρατηρήσεων.

(73)

Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 70, η έρευνα του άρθρου 5 στο πλαίσιο της οποίας ο όμιλος Rainbow έλαβε ενημερωτική επιστολή για την ανάκληση της καταγγελίας αποτελεί διαφορετική διαδικασία από την τρέχουσα επανεξέταση. Ο όμιλος Rainbow ήταν ενδιαφερόμενο μέρος στη διαδικασία επανεξέτασης του άρθρου 5 και μόνο για το λόγο αυτό ενημερώθηκε για την ανάκληση της καταγγελίας. Η εν λόγω ενημερωτική επιστολή δεν αποτελούσε μέρος της τελικής γνωστοποίησης στο πλαίσιο της τρέχουσας επανεξέτασης. Ο όμιλος Rainbow είχε 30 ημέρες για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του για την τελική γνωστοποίηση στην τρέχουσα διαδικασία. Επομένως, δεν παραβιάστηκε το δικαίωμά του να έχει επαρκή χρόνο για την υποβολή παρατηρήσεων.

(74)

Εν κατακλείδι, οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν δεν ήταν αρκετές για να μεταβάλουν το παραπάνω συμπέρασμα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο πίνακας στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 492/2010 του Συμβουλίου τροποποιείται με την αντικατάσταση των ακόλουθων σημείων:

Χώρα

Εταιρεία

Ύψος δασμού (EUR ανά χιλιόγραμμο)

Πρόσθετος κωδικός Taric

«Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας:

Golden Time Enterprise (Shenzhen) Co. Ltd, Shanglilang, Cha Shan Industrial Area, Buji Town, Shenzhen City, Guangdong Province, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

0,11

A473»

από τα ακόλουθα σημεία:

Χώρα

Εταιρεία

Ύψος δασμού (EUR ανά χιλιόγραμμο)

Πρόσθετος κωδικός Taric

«Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας:

Golden Time Enterprise (Shenzhen) Co. Ltd, Shanglilang, Cha Shan Industrial Area, Buji Town, Shenzhen City, Guangdong Province, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας· Golden Time Chemical (Jiangsu) Co. Ltd., No. 90-168, Fangshui Road, Chemical Industry Zone, Nanjing, Jiangsu Province, Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας

0,23

A473»

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 7 Μαΐου 2012.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

N. WAMMEN


(1)  ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 51.

(2)  ΕΕ L 72 της 11.3.2004, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 140 της 8.6.2010, σ. 2.

(4)  ΕΕ C 50 της 17.2.2011, σ. 6.

(5)  Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group Co. Ltd. κατά Συμβουλίου, υπόθεση T-498/04, Συλλογή 2009, σ. ΙΙ-1969, σκέψη 92.

(6)  Βλέπε εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 492/2010 (ΕΕ L 140 της 8.6.2010, σ. 2).

(7)  ΕΕ L 50 της 17.2.2011, σ. 9.

(8)  ΕΕ L 22 της 27.1.2000, σ. 1, αιτιολογικές σκέψεις 134 και 135.

(9)  ΕΕ L 294 της 17.9.2004, σ. 3.

(10)  ΕΕ L 264 της 29.9.1998, σ. 1.


11.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/11


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 399/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 7ης Μαΐου 2012

σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη ορισμένων εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που προσαρτάται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν μέτρα όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

(2)

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 προβλέπει τους γενικούς κανόνες για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (ΣΟ). Οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται επίσης σε κάθε άλλη ονοματολογία η οποία βασίζεται εν όλω ή εν μέρει στη ΣΟ ή προσθέτει σε αυτήν κάποια νέα υποδιαίρεση και θεσπίζεται με ειδικές διατάξεις της Ένωσης με σκοπό την εφαρμογή δασμολογικών και άλλων μέτρων σχετικά με τις εμπορευματικές συναλλαγές.

(3)

Κατ’ εφαρμογή αυτών των γενικών κανόνων, τα εμπορεύματα που περιγράφονται στη στήλη (1) του πίνακα που παρατίθεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να υπαχθούν στους κωδικούς ΣΟ που εμφαίνονται στη στήλη (2), για τους λόγους που αναφέρονται στη στήλη (3) του εν λόγω πίνακα.

(4)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι ο κάτοχος δεσμευτικών δασμολογικών πληροφοριών οι οποίες έχουν εκδοθεί από τις τελωνειακές αρχές κρατών μελών σχετικά με την κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία, αλλά δεν είναι σύμφωνες με τον παρόντα κανονισμό, μπορεί να συνεχίζει να τις επικαλείται επί τρίμηνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (2).

(5)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής Τελωνειακού Κώδικα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τα εμπορεύματα που περιγράφονται στη στήλη (1) του πίνακα που παρατίθεται στο παράρτημα κατατάσσονται στη Συνδυασμένη Ονοματολογία στους κωδικούς ΣΟ που αναφέρονται στη στήλη (2) του εν λόγω πίνακα.

Άρθρο 2

Οι δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες που εκδίδονται από τις τελωνειακές αρχές κρατών μελών και δεν είναι σύμφωνες με τον παρόντα κανονισμό, μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται για περίοδο τριών μηνών δυνάμει του άρθρου 12 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 7 Μαΐου 2012.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Algirdas ŠEMETA

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 302 της 19.10.1992, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Περιγραφή των εμπορευμάτων

Κατάταξη

(Κωδικός ΣΟ)

Αιτιολογία

(1)

(2)

(3)

Μη συναρμολογημένο είδος, (ονομαζόμενο «δίχτυ ασφαλείας για αναπηδητήρα» (τραμπολίνο)), το οποίο περιλαμβάνει:

δίχτυ με 6 σούστες για κλείσιμο,

6 άνω μεταλλικές ράβδους με κάλυψη από κυψελώδη πλαστική ύλη,

6 κάτω μεταλλικές ράβδους με κάλυψη από κυψελώδη πλαστική ύλη και συγκολλημένους βραχίονες συναρμολόγησης,

12 ταινίες καουτσούκ με άγκιστρα,

12 κοχλίες με περικόχλια ασφαλείας.

Κάθε άνω ράβδος μπορεί να συνδυάζεται με την κάτω ράβδο η οποία στη συνέχεια στερεώνεται στα πόδια του αναπηδητήρα με τους κοχλίες και τα περικόχλια ασφαλείας.

Το δίχτυ είναι ραμμένο σε σχήμα κυλίνδρου και σε μέγεθος που αναλογεί σε συγκεκριμένο αναπηδητήρα. Το δίχτυ έχει άνοιγμα εισόδου που μπορεί να κλείνει με φερμουάρ.

Οι σούστες στο άνω μέρος του διχτιού στερεώνονται στο άνω άκρο των μεταλλικών ράβδων.

Οι ταινίες καουτσούκ με τα άγκιστρα χρησιμοποιούνται για τη στερέωση του κάτω μέρους του δικτύου στο πλαίσιο του αναπηδητήρα.

9506 91 90

Η κατάταξη διέπεται από τους Γενικούς Κανόνες 1, 2(α) και 6 για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, τη Σημείωση 1 (ιθ) στο Τμήμα XI, τη Σημείωση 3 στο Κεφάλαιο 95 και το κείμενο των κωδικών ΣΟ 9506, 9506 91 και 9506 91 90.

Δεδομένου του σχήματος και των χαρακτηριστικών του, και ειδικότερα του γεγονότος ότι είναι έτοιμο προς εγκατάσταση σε συγκεκριμένο αναπηδητήρα εφόσον σε αυτό υπάρχουν οι μεταλλικές ράβδοι, οι κοχλίες, τα περικόχλια, οι σούστες και οι ταινίες καουτσούκ με άγκιστρα, το δίχτυ ασφαλείας είναι κατάλληλο προς χρήση μόνο με τον κατάλληλο αναπηδητήρα (βλ. Σημείωση 3 στο Κεφάλαιο 95). Επομένως, το δίχτυ ασφαλείας πρέπει να θεωρείται εξάρτημα είδους της κλάσης 9506, για τη φυσική αγωγή.

Η κατάταξη στην κλάση 5608 ως άλλα δίχτυα έτοιμα αποκλείεται, εφόσον τα είδη του Κεφαλαίου 95 αποκλείονται από το Τμήμα XI (βλ. Σημείωση 1 (ιθ στο Τμήμα XI).

Συνεπώς, το δίχτυ ασφαλείας για αναπηδητήρα πρέπει να καταταχθεί στον κωδικό ΣΟ 9506 91 90, ως άλλα είδη και υλικό για τη φυσική αγωγή, τη γυμναστική ή τον κλασικό αθλητισμό.


11.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/13


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 400/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 7ης Μαΐου 2012

σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη ορισμένων εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία το κοινό δασμολόγιο (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που προσαρτάται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν μέτρα όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

(2)

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 προβλέπει τους γενικούς κανόνες για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (ΣΟ). Οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται επίσης σε κάθε άλλη ονοματολογία η οποία βασίζεται εν όλω ή εν μέρει στη ΣΟ ή προσθέτει σε αυτήν κάποια νέα υποδιαίρεση και θεσπίζεται με ειδικές διατάξεις της Ένωσης με σκοπό την εφαρμογή δασμολογικών και άλλων μέτρων σχετικά με τις εμπορευματικές συναλλαγές.

(3)

Κατ’ εφαρμογή αυτών των γενικών κανόνων, τα εμπορεύματα που περιγράφονται στη στήλη (1) του πίνακα που παρατίθεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να υπαχθούν στους κωδικούς ΣΟ που εμφαίνονται στη στήλη (2), για τους λόγους που αναφέρονται στη στήλη (3) του εν λόγω πίνακα.

(4)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι ο κάτοχος δεσμευτικών δασμολογικών πληροφοριών οι οποίες έχουν εκδοθεί από τις τελωνειακές αρχές κρατών μελών σχετικά με την κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία, αλλά δεν είναι σύμφωνες με τον παρόντα κανονισμό, μπορεί να συνεχίζει να τις επικαλείται επί τρίμηνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (2).

(5)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής Τελωνειακού Κώδικα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τα εμπορεύματα που περιγράφονται στη στήλη (1) του πίνακα που παρατίθεται στο παράρτημα κατατάσσονται στη Συνδυασμένη Ονοματολογία στους κωδικούς ΣΟ που αναφέρονται στη στήλη (2) του εν λόγω πίνακα.

Άρθρο 2

Οι δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες που εκδίδονται από τις τελωνειακές αρχές κρατών μελών και δεν είναι σύμφωνες με τον παρόντα κανονισμό, επιτρέπεται να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται για περίοδο τριών μηνών δυνάμει του άρθρου 12 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 7 Μαΐου 2012.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Algirdas ŠEMETA

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 302 της 19.10.1992, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Περιγραφή των εμπορευμάτων

Κατάταξη

Περιγραφή των εμπορευμάτων

(1)

(2)

(3)

Προϊόν με τη μορφή σχεδόν τετράγωνου σχηματοποιημένου ελέφαντα, διαστάσεων 32 × 48 × 24 cm περίπου, που αποτελείται από δύο ημικελύφη κατασκευασμένα από καλουπωμένη άκαμπτη πλαστική ύλη. Διαθέτει τέσσερις τροχούς και αφαιρούμενο ιμάντα ώμου που μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την έλξη του προϊόντος.

Τα δύο ημικελύφη συγκρατούνται μεταξύ τους με συνεχή συρραφωτή συνάρθρωση στο κάτω μέρος και με δύο μανδάλους ασφαλείας σε αντιδιαμετρικά άκρα, οι οποίοι καθιστούν αδύνατο να ανοίξει αμέσως το κέλυφος καθόλο το μήκος. Η συνάρθρωση επιτρέπει να είναι πλήρως οριζοντιωμένα τα δύο ημικελύφη μετά το άνοιγμα.

Το ένα ημικέλυφος είναι εφοδιασμένο με δύο ιμάντες από υφαντική ύλη που σχηματίζουν Χ όταν συνδέονται με θηλύκωμα (κλιπ). Διαθέτει επίσης μικρή επίπεδη υφασμάτινη τσέπη στερεωμένη στο εσωτερικό του. Το άλλο ημικέλυφος είναι εφοδιασμένο με διαχωριστικό πέτασμα από υφαντική ύλη και περιλαμβάνει τσέπη με φερμουάρ. Το διαχωριστικό πέτασμα είναι μόνιμα στερεωμένο στην πλευρά της συρραφωτής συνάρθρωσης και μπορεί να αγκιστρωθεί στη αντίθετη πλευρά του ημικελύφους.

(βαλίτσα)

(Βλ. φωτογραφίες αριθ. 660 A και B) (1)

4202 12 50

Η κατάταξη διέπεται από τους γενικούς κανόνες 1 και 6 για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (ΣΟ), από τη σημείωση 1 στοιχείο δ) του κεφαλαίου 95 και από το κείμενο των κωδικών ΣΟ 4202, 4202 12 και 4202 12 50.

Το προϊόν έχει τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των βαλιτσών της κλάσης 4202, για παράδειγμα καλουπωμένη άκαμπτη πλαστική ύλη, συνάρθρωση, σύστημα κλεισίματος, ιμάντες, διαχωριστικό πέτασμα και τσέπες, τροχούς και το γεγονός ότι έχει σχήμα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως περιέκτης που ανοίγει σαν τυπική βαλίτσα με συνάρθρωση. Λόγω αυτών των χαρακτηριστικών το προϊόν πρέπει να θεωρείται βαλίτσα και όχι τροχοφόρο παιχνίδι. Επομένως, αποκλείεται η κατάταξη ως τροχοφόρο παιχνίδι παρόμοιο με ποδοκίνητο αυτοκίνητο της κλάσης 9503.

Συνεπώς, το προϊόν πρέπει να καταταχθεί ως βαλίτσα από καλουπωμένη πλαστική ύλη στον κωδικό ΣΟ 4202 12 50.


Image

Image


(1)  Οι φωτογραφίες έχουν μόνο πληροφοριακό χαρακτήρα.


11.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/15


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 401/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 7ης Μαΐου 2012

σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη ορισμένων εμπορευμάτων στη Συνδυασμένη Ονοματολογία

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που προσαρτάται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν μέτρα όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων που αναφέρονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

(2)

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 προβλέπει τους γενικούς κανόνες για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας (ΣΟ). Οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται επίσης σε κάθε άλλη ονοματολογία η οποία βασίζεται εν όλω ή εν μέρει στη ΣΟ ή προσθέτει σε αυτήν κάποια νέα υποδιαίρεση και θεσπίζεται με ειδικές διατάξεις της Ένωσης με σκοπό την εφαρμογή δασμολογικών και άλλων μέτρων σχετικά με τις εμπορευματικές συναλλαγές.

(3)

Κατ’ εφαρμογή αυτών των γενικών κανόνων, τα εμπορεύματα που περιγράφονται στη στήλη (1) του πίνακα που παρατίθεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να υπαχθούν στους κωδικούς ΣΟ που εμφαίνονται στη στήλη (2), για τους λόγους που αναφέρονται στη στήλη (3) του εν λόγω πίνακα.

(4)

Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι ο κάτοχος δεσμευτικών δασμολογικών πληροφοριών οι οποίες έχουν εκδοθεί από τις τελωνειακές αρχές κρατών μελών σχετικά με την κατάταξη εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία, αλλά δεν είναι σύμφωνες με τον παρόντα κανονισμό, μπορεί να συνεχίζει να τις επικαλείται επί τρίμηνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (2).

(5)

H Επιτροπής Τελωνειακού Κώδικα δεν γνωμοδότησε επί των μέτρων εντός της προθεσμίας που όρισε ο πρόεδρός της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τα εμπορεύματα που περιγράφονται στη στήλη (1) του πίνακα που παρατίθεται στο παράρτημα κατατάσσονται στη Συνδυασμένη Ονοματολογία στους κωδικούς ΣΟ που αναφέρονται στη στήλη (2) του εν λόγω πίνακα.

Άρθρο 2

Οι δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες που εκδίδονται από τις τελωνειακές αρχές κρατών μελών και δεν είναι σύμφωνες με τον παρόντα κανονισμό, μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται για περίοδο τριών μηνών δυνάμει του άρθρου 12 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 7 Μαΐου 2012.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Algirdas ŠEMETA

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 302 της 19.10.1992, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Περιγραφή των εμπορευμάτων

Κατάταξη

(Κωδικός ΣΟ)

Αιτιολογία

(1)

(2)

(3)

Αντικείμενο κωνικού σχήματος (ύψους περίπου 40 cm), κατασκευασμένο με ραφή 2 τριγωνικών μη υφασμένων τεμαχίων ερυθρού υφάσματος, με λευκή διακόσμηση στη βάση και με λευκό θύσανο στην κορυφή.

(κάλυμμα κεφαλής)

(Βλ. φωτογραφία αριθ. 658) (1)

6505 00 90

Η κατάταξη διέπεται από τους Γενικούς Κανόνες 1 και 6 για την ερμηνεία της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και από το κείμενο των κωδικών ΣΟ 6505 και 6505 00 90.

Εκτός από τα είδη πιλοποιίας που έχουν το χαρακτήρα παιχνιδιών για παιδιά, όπως τα καπέλα για κούκλες και τα είδη καρναβαλιού (κεφάλαιο 95), καπέλα και άλλα καλύμματα κεφαλής όλων των ειδών, ανεξαρτήτως του υλικού από το οποίο είναι κατασκευασμένα και της προβλεπόμενης χρήσης τους, κατατάσσονται στο Κεφάλαιο 65 (βλ. επίσης τις Επεξηγηματικές Σημειώσεις Εναρμονισμένου Συστήματος στο κεφάλαιο 65, Γενικά, πρώτη παράγραφος).

Καλύμματα κεφαλής κατασκευασμένα από δαντέλες, πιλήματα ή άλλα υφαντουργικά προϊόντα σε τεμάχια κατατάσσονται στην κλάση 6505 (βλ. επίσης τις Επεξηγηματικές Σημειώσεις Εναρμονισμένου Συστήματος στην κλάση 65.05 πρώτη παράγραφος).

Με βάση τη σημείωση 1 (ιδ) στο Τμήμα XI (υφαντικές ύλες και τεχνουργήματα από αυτές τις ύλες), τα καλύμματα κεφαλής του Κεφαλαίου 65 αποκλείονται από αυτό το Τμήμα.

Υφαντουργικά είδη με χρηστική λειτουργία αποκλείονται από το κεφάλαιο 95, ακόμη και όταν έχουν σχεδιαστεί για γιορτές (βλ. επίσης τις Επεξηγηματικές Σημειώσεις Εναρμονισμένου Συστήματος στην κλάση 9505, σημείο (A), τελευταία παράγραφος). Συνεπώς αποκλείεται η κατάταξη στη διάκριση 9505 10 90 στα άλλα είδη για τις γιορτές Χριστουγέννων.

Το υπόψη είδος έχει εμφανώς τα χαρακτηριστικά καλύμματος κεφαλής και προορίζεται να φοριέται ως κάλυμμα κεφαλής.

Συνεπώς το είδος πρέπει να καταταχθεί στον κωδικό ΣΟ 6505 00 90 ως κάλυμμα κεφαλής.

Image


(1)  Η φωτογραφία έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα.


11.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/17


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 402/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 10ης Μαΐου 2012

για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές θερμαντικών σωμάτων αλουμινίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας («ο βασικός κανονισμός») (1), και ιδίως το άρθρο 7,

Έπειτα από διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

Α.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.   Έναρξη

(1)

Στις 12 Αυγούστου 2011 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, (η «Επιτροπή») με ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  (2) («ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας»), ανήγγειλε την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές στην Ένωση θερμαντικών σωμάτων αλουμινίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας («ΛΔΚ»).

(2)

Η διαδικασία κινήθηκε έπειτα από καταγγελία που υποβλήθηκε από την International Association of Aluminium Radiator Manufacturers Limited Liability Consortium (AIRAL Scrl) («ο καταγγέλλων») εξ ονόματος παραγωγών που αντιπροσωπεύουν μεγάλο ποσοστό, στην προκειμένη περίπτωση άνω του 25 %, της συνολικής παραγωγής θερμαντικών σωμάτων αλουμινίου της Ένωσης. Η καταγγελία περιλαμβάνει εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ για το εν λόγω προϊόν και ως προς τη σημαντική ζημία που προέκυψε από την πρακτική αυτή, τα οποία θεωρήθηκαν επαρκή για να δικαιολογήσουν την έναρξη έρευνας.

2.   Μέρη που αφορά η διαδικασία

(3)

Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσημα τον καταγγέλλοντα, άλλους γνωστούς παραγωγούς της Ένωσης, τους παραγωγούς-εξαγωγείς στη ΛΔΚ, τους παραγωγούς στην ανάλογη χώρα, τους εισαγωγείς, τους διανομείς, και άλλα μέρη που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται και τους αντιπροσώπους της ΛΔΚ για την έναρξη της διαδικασίας. Δόθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη η ευκαιρία να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση εντός της προθεσμίας που καθορίστηκε στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας.

(4)

Ο καταγγέλλων, άλλοι παραγωγοί της Ένωσης, οι παραγωγοί-εξαγωγείς στη ΛΔΚ, οι εισαγωγείς και οι διανομείς κοινοποίησαν τις απόψεις τους. Δόθηκε η δυνατότητα ακρόασης σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία υπέβαλαν σχετική αίτηση και απέδειξαν ότι είχαν ιδιαίτερους λόγους να τύχουν ακρόασης.

(5)

Λόγω του εμφανώς μεγάλου αριθμού παραγωγών, εισαγωγέων, και παραγωγών-εξαγωγέων της Ένωσης, στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας προβλέφθηκε η διενέργεια δειγματοληψίας, σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού. Για να μπορέσει η Επιτροπή να αποφασίσει αν η δειγματοληψία θα είναι απαραίτητη και, σε καταφατική περίπτωση, να επιλέξει δείγμα, ζητήθηκε από τους εισαγωγείς και τους παραγωγούς-εξαγωγείς να αναγγελθούν στην Επιτροπή και να προσκομίσουν βασικά στοιχεία σχετικά με τις δραστηριότητές τους όσον αφορά το υπό εξέταση προϊόν (όπως ορίζεται στο τμήμα 3 κατωτέρω) κατά την περίοδο από τον Ιούλιο του 2010 έως τον 31 Ιούνιο του 2011, όπως ορίζεται στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας.

(6)

Για να επιτρέψει στους παραγωγούς-εξαγωγείς να υποβάλουν, αν το επιθυμούσαν, αίτηση για αναγνώριση καθεστώτος οικονομίας της αγοράς («ΚΟΑ») ή για ατομική μεταχείριση («ΑΜ»), η Επιτροπή απέστειλε έντυπα αίτησης προς τους γνωστούς ως ενδιαφερόμενους κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς, καθώς και στις αρχές της ΛΔΚ. Μόνο ένας όμιλος εταιρειών, ο όμιλος των εταιρειών Sira (Tianjin) Aluminium Products Co. Ltd και Sira Group (Tianjin) Heating Radiators Co. Ltd (ο «όμιλος Sira»), αναγγέλθηκε και ζήτησε ΚΟΑ. Αιτήσεις για ΑΜ ελήφθησαν από τις εταιρείες Zhejiang Flyhigh Metal Products Co., Ltd. και Metal Group Co., Ltd.

(7)

Όσον αφορά τους παραγωγούς της Ένωσης και, όπως εξηγείται δεόντως στην αιτιολογική σκέψη 24 κατωτέρω, οκτώ παραγωγοί της Ένωσης προσκόμισαν τις πληροφορίες που ζητήθηκαν και συμφώνησαν να συμπεριληφθούν σε δείγμα. Βάσει των πληροφοριών που έλαβε από τους συνεργασθέντες παραγωγούς της Ένωσης, η Επιτροπή επέλεξε δείγμα τεσσάρων παραγωγών της Ένωσης, με βάση τις πωλήσεις / τον όγκου παραγωγής, το μέγεθος και τη γεωγραφική θέση τους στην Ένωση.

(8)

Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 27 κατωτέρω, μόνο τρεις μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς προσκόμισαν τις πληροφορίες που ζητήθηκαν και συμφώνησαν να συμπεριληφθούν στο δείγμα. Ωστόσο, δύο από τους εν λόγω εισαγωγείς δεν εισήγαν/προμηθεύονταν το υπό εξέταση προϊόν. Ως εκ τούτου, λόγω του περιορισμένου αριθμού συνεργασθέντων εισαγωγέων, κρίθηκε ότι η δειγματοληψία δεν ήταν πλέον αναγκαία.

(9)

Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 28 κατωτέρω, 18 παραγωγοί-εξαγωγείς στη ΛΔΚ προσκόμισαν τις πληροφορίες που ζητήθηκαν και συμφώνησαν να συμπεριληφθούν στο δείγμα. Η Επιτροπή, βάσει των πληροφοριών που έλαβε από τους εν λόγω παραγωγούς-εξαγωγείς, επέλεξε δείγμα δύο παραγωγών-εξαγωγέων με τον μεγαλύτερο όγκο εξαγωγών στην Ένωση.

(10)

Η Επιτροπή έστειλε ερωτηματολόγια σε όλα τα μέρη που είναι γνωστό ότι ενδιαφέρονται και σε όλες τις άλλες εταιρείες που αναγγέλθηκαν εντός των προθεσμιών που ορίστηκαν στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας, και συγκεκριμένα στους παραγωγούς-εξαγωγείς στη ΛΔΚ, στους τέσσερις παραγωγούς της Ένωσης που περιελήφθησαν στο δείγμα, στους συνεργασθέντες εισαγωγείς της Ένωσης και στην ευρωπαϊκή οργάνωση καταναλωτών BEUC, με το αίτημα να στείλουν το ερωτηματολόγιο των χρηστών στις συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις.

(11)

Ελήφθησαν απαντήσεις από οι δύο παραγωγούς-εξαγωγείς της ΛΔΚ που περιελήφθησαν στο δείγμα, από τους τέσσερις παραγωγούς της Ένωσης που περιελήφθησαν στο δείγμα και από έναν μη συνδεδεμένο εισαγωγέα. Κανένας από τους χρήστες δεν απάντησε στο ερωτηματολόγιο.

(12)

Επιπλέον, ελήφθη μία αίτηση για την ατομική εξέταση, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, από έναν όμιλο συνδεδεμένων παραγωγών-εξαγωγέων. Η εξέταση των αιτήσεων αυτών στο προσωρινό στάδιο θα ήταν υπερβολικά επαχθής. Απόφαση για το αν θα χορηγηθεί ατομική εξέταση στον συγκεκριμένο όμιλο εταιρειών θα ληφθεί στο οριστικό στάδιο.

(13)

Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που έκρινε απαραίτητες για τον προσωρινό προσδιορισμό του ντάμπινγκ, της ζημίας που προέκυψε και του συμφέροντος της Ένωσης. Πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις επαλήθευσης στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εταιρειών:

 

Παραγωγοί της Ένωσης

Armatura Krakow SA, UL. Zakopianska 72, 30-418 Κρακοβία, Πολωνία·

Fondital S.p.A., via Cerreto 40, 25079 Vobarno, Brescia, Ιταλία·

Global Srl, via Rondinera 51, 24060 Rogno, Bergamo, Ιταλία·

Radiatori 2000 S.p.A., via Francesca 54/A, 24040 Ciserano, Bergamo, Ιταλία.

 

Εισαγωγείς στην Ένωση

Hydroland Chorobik Gawęda Malec Wojtycza Sp.j., Jawornik 658, 32-400 Myślenice, Πολωνία.

 

Παραγωγοί-εξαγωγείς στη ΛΔΚ

Zhejiang Flyhigh Metal Products Co., Ltd. («Zhejiang Flyhigh»), Jinyun

Metal Group Co., Ltd., Wuyi

3.   Περίοδος έρευνας

(14)

Η έρευνα για την πρακτική ντάμπινγκ και τη ζημία κάλυψε την περίοδο από την 1η Ιουλίου 2010 έως τις 30 Ιουνίου 2011 («περίοδος έρευνας» ή «ΠΕ»). Η εξέταση των τάσεων σχετικά με την εκτίμηση της ζημίας κάλυψε την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2008 έως το τέλος της ΠΕ («υπό εξέταση περίοδος»).

Β.   ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ

1.   Υπό εξέταση προϊόν

(15)

Το υπό εξέταση προϊόν είναι θερμαντικά σώματα αλουμινίου και τα στοιχεία ή τμήματα από τα οποία απαρτίζονται, ανεξάρτητα από το αν τα εν λόγω στοιχεία συναρμολογούνται σε ενότητες, με εξαίρεση τα θερμαντικά σώματα και στοιχεία τους ηλεκτρικού τύπου («το υπό εξέταση προϊόν»). Το υπό εξέταση προϊόν κατατάσσεται σήμερα στους κωδικούς ΣΟ ex 7615 10 10, ex 7615 10 90, ex 7616 99 10 και ex 7616 99 90.

(16)

Ο ορισμός του προϊόντος αμφισβητήθηκε από τον όμιλο Sira με βάση μια εικαζόμενη διαφορά μεταξύ των δύο παραγωγικών διαδικασιών που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των θερμαντικών σωμάτων. Στην ομάδα Sira υπάρχουν δύο κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς, ο ένας από τους οποίους χρησιμοποιούσε την τεχνική παραγωγής με χύτευση υπό πίεση, ενώ η δεύτερη εταιρεία χρησιμοποιούσε τη μέθοδο της εξώθησης. Ο όμιλος Sira ισχυρίστηκε ότι η μέθοδος της εξώθησης θα πρέπει να μην συμπεριληφθεί στον ορισμό του υπό εξέταση προϊόντος, λόγω εικαζόμενων διαφορών ως προς τα φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά, τις πρώτες ύλες, το κόστος παραγωγής και τις τιμές πώλησης, καθώς και λόγω του ότι η τεχνική της εξώθησης δεν είναι συνήθης στην ΕΕ και στη ΛΔΚ.

(17)

Ένας άλλος κινεζικός φορέας, το Εμπορικό Επιμελητήριο της Κίνας για τις εισαγωγές και εξαγωγές μηχανημάτων και ηλεκτρονικών προϊόντων («CCCME») ζήτησε διευκρινίσεις σχετικά με το θέμα αυτό, λόγω των διαφορών στο κόστος και στις τιμές των θερμαντικών σωμάτων που κατασκευάζονται με τις δύο τεχνικές παραγωγής.

(18)

Εν προκειμένω, μολονότι υπάρχουν κάποιες μικρές διαφορές, είναι σαφές ότι τα θερμαντικά σώματα που παράγονται και με τις δύο μεθόδους έχουν τα ίδια βασικά φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά και τις ίδιες χρήσεις. Τα θερμαντικά σώματα που παράγονται και με τις δύο μεθόδους είναι δυνατόν, σε μεγάλο βαθμό, να υποκαθιστούνται αμοιβαία. Τα βασικά αυτά χαρακτηριστικά είναι, κατά κύριο λόγο, το μικρό βάρος, η χαμηλή θερμική αδράνεια και η υψηλή αγωγιμότητα της θερμότητας. Οι διαφορές του κόστους και των τιμών και το γεγονός ότι η τεχνική της εξώθησης μπορεί να περιλαμβάνει τη χρήση ελαφρώς διαφορετικού κράματος αλουμινίου δεν αλλάζουν τα εν λόγω βασικά χαρακτηριστικά. Όσον αφορά τις συγκρίσεις των τιμών, λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι τυχόν διαφορές στο σύστημα σύγκρισης της δομής του τύπου του προϊόντος που χρησιμοποιείται στην παρούσα έρευνα («σύστημα PCN»), πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να γίνονται μόνο συγκρίσεις ομοειδών μεγεθών.

(19)

Επιπλέον, τα θερμαντικά σώματα αλουμινίου θα πρέπει να θεωρούνται ως ένα ενιαίο προϊόν, ανεξάρτητα από το ποια είναι η διαδικασία κατασκευής τους, διότι πωλούνται μέσω των ίδιων διαύλων πωλήσεων και διότι η αντίληψη των τελικών χρηστών και των καταναλωτών γι’ αυτά είναι ότι είναι κατασκευασμένα από αλουμίνιο (με γνωστά χαρακτηριστικά, όπως αναφέρεται ανωτέρω) και δεν διαφοροποιείται με βάση τη μέθοδο παραγωγής. Κατά συνέπεια, βάσει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται.

(20)

Το CCCME αμφισβήτησε επίσης το γεγονός ότι τα θερμαντικά σώματα από χάλυβα ή ακόμη και από χυτοσίδηρο δεν περιλαμβάνονται στο πεδίο κάλυψης του προϊόντος. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω προϊόντα έχουν παρόμοιες χρήσεις, έχουν διαφορετικά βασικά φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά, αφού η βασική πρώτη ύλη (κράμα αλουμινίου) αντικαθίσταται από χάλυβα ή σίδηρο, που έχουν διαφορετικά φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά ως προς το βάρος, τη θερμική αδράνεια και την αγωγιμότητα. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται.

(21)

Το CCCME διατύπωσε περαιτέρω παρατηρήσεις σχετικά με την καταγγελία για τις πωλήσεις μέσω διαδικασιών διαγωνισμών. Οι παρατηρήσεις αυτές αποκάλυψαν ότι η καταγγελία αναφερόταν σε δημόσιες συμβάσεις. Ωστόσο, οι διαδικασίες διαγωνισμών στις οποίες αναφερόταν η καταγγελία σχετίζονταν με τη συνήθη επιχειρηματική πρακτική βάσει της οποίας ένας αγοραστής θερμαντικών σωμάτων της ΕΕ ζητεί από τους δυνητικούς προμηθευτές να αναφέρουν τιμές πριν γίνουν παραγγελίες. Καμία από τις κινεζικές εισαγωγές που χρησιμοποιήθηκαν στους υπολογισμούς δεν έλαβαν μέρος σε διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων.

(22)

Το CCCME διατύπωσε επίσης παρατηρήσεις σχετικά με τις αναφορές στην καταγγελία για τα θερμαντικά σώματα σχεδιαστών, δηλ. σχετικά με το ότι τα εν λόγω σώματα δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό του προϊόντος. Και πάλι, αυτές οι παρατηρήσεις βασίζονταν σε παρανόηση, αφού ο ορισμός του προϊόντος δεν αποκλείει τα εν λόγω σώματα. Επομένως, οι παρατηρήσεις αυτές απορρίφθηκαν.

2.   Ομοειδές προϊόν

(23)

Η έρευνα κατέδειξε ότι τα θερμαντικά σώματα αλουμινίου που παράγονται στη ΛΔΚ και εξάγονται από αυτήν και τα θερμαντικά σώματα αλουμινίου που παράγονται και πωλούνται στην Ένωση από τους παραγωγούς της Ένωσης παρουσιάζουν τα ίδια βασικά φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά καθώς και τις ίδιες βασικές χρήσεις και, συνεπώς, θεωρούνται ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

Γ.   ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑ

1.   Δειγματοληψία των παραγωγών της Ένωσης

(24)

Λόγω του εμφανώς μεγάλου αριθμού παραγωγών της Ένωσης, στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας προβλεπόταν η διενέργεια δειγματοληψίας για τον καθορισμό της ζημίας, σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού.

(25)

Στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι είχε επιλέξει προσωρινά ένα δείγμα παραγωγών της Ένωσης. Αυτό το δείγμα αποτελούνταν από τέσσερις εταιρείες, από τους οκτώ παραγωγούς της Ένωσης που ήταν γνωστό ότι παρήγαν το ομοειδές προϊόν πριν από την έναρξη της έρευνας, οι οποίες επελέγησαν με βάση τον όγκο των πωλήσεων, το μέγεθός τους και τη γεωγραφική θέση τους στην Ένωση. Αυτές αντιπροσώπευαν το 66 % της συνολικής εκτιμώμενης παραγωγής της Ένωσης κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Τα ενδιαφερόμενα μέρη κλήθηκαν να εξετάσουν τον φάκελο που προοριζόταν για έλεγχο από τα ενδιαφερόμενα μέρη και να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την καταλληλότητα της επιλογής αυτής εντός 15 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της ανακοίνωσης για την έναρξη της διαδικασίας. Ένα ενδιαφερόμενο μέρος ζήτησε να ληφθεί επίσης υπόψη για την επιλογή του δείγματος ο όγκος παραγωγής. Έγινε δεκτό να αλλάξει το δείγμα αναλόγως. Κανένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν αντιτάχθηκε στο τελικό δείγμα που αποτελούνταν από τέσσερις εταιρείες.

2.   Δειγματοληψία των μη συνδεδεμένων εισαγωγέων

(26)

Λόγω του δυνητικά μεγάλου αριθμού εισαγωγέων που συμμετείχαν στη διαδικασία, στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας προβλεπόταν η διενέργεια δειγματοληψίας για τους εισαγωγείς, σύμφωνα με το άρθρο 17 του βασικού κανονισμού.

(27)

Μόνο τρεις μη συνδεδεμένοι εισαγωγείς προσκόμισαν τις πληροφορίες που ζητήθηκαν και συμφώνησαν να συνεργαστούν. Δεδομένου ότι οι δύο από τους εν λόγω εισαγωγείς δεν ανέφεραν εισαγωγές ή προμήθειες του υπό εξέταση προϊόντος, κρίθηκε ότι η δειγματοληψία δεν ήταν πλέον αναγκαία.

3.   Δειγματοληψία των παραγωγών-εξαγωγέων

(28)

Συνολικά 18 παραγωγοί-εξαγωγείς της ΛΔΚ προσκόμισαν τις πληροφορίες που ζητήθηκαν και συμφώνησαν να συμπεριληφθούν σε δείγμα. Αυτές οι εταιρείες εξήγαν περίπου 5 εκατομμύρια στοιχεία (3) ή ελαφρώς λιγότερο από το 50 % των κινεζικών εξαγωγών στην αγορά της ΕΕ κατά την ΠΕ. Βάσει των πληροφοριών που ελήφθησαν από τα εν λόγω μέρη, η Επιτροπή επέλεξε δείγμα δύο παραγωγών-εξαγωγέων με τον μεγαλύτερο αντιπροσωπευτικό όγκο παραγωγής, πωλήσεων και εξαγωγών, για τον οποίο θα μπορούσε εύλογα να διεξαχθεί έρευνα εντός του διαθέσιμου χρόνου. Οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς, Zhejiang Flyhigh Metal Products Co., Ltd. και Metal Group Co., Ltd., αντιπροσώπευαν περίπου το 62 % του όγκου των πωλήσεων των 18 παραγωγών-εξαγωγέων που προσκόμισαν στοιχεία για τη διαδικασία δειγματοληψίας.

(29)

Ένας όμιλος παραγωγών-εξαγωγέων (ο όμιλος Sira) αμφισβήτησε τη μη συμπερίληψή του στο δείγμα με βάση το γεγονός ότι κατασκευάζει έναν ορισμένο τύπο θερμαντικών σωμάτων (χρησιμοποιώντας τη μέθοδο παραγωγής με εξώθηση) και ότι, κατά συνέπεια, η συμπερίληψή του στο δείγμα θα αύξανε την αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος. Ωστόσο, δεν απαιτούνταν η προσθήκη ενός επιπλέον ομίλου, αφού το δείγμα που είχε επιλεγεί αρχικά αντιπροσώπευε περισσότερο από το 60 % των εξαγωγών που αναφέρθηκαν από τις συνεργασθείσες εταιρείες. Επιπλέον, δεν είναι αναγκαίο να καλύψει το δείγμα όλους τους τύπους του υπό εξέταση προϊόντος. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός περί συμπερίληψης του ομίλου Sira απορρίφθηκε και επιβεβαιώθηκε το αρχικό δείγμα.

Δ.   ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

1.   Καθεστώς οικονομίας της αγοράς και ατομική μεταχείριση

1.1.   Καθεστώς οικονομίας της αγοράς (ΚΟΑ)

(30)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, στις έρευνες αντιντάμπινγκ σχετικά με εισαγωγές καταγωγής ΛΔΚ, η κανονική αξία καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 6 του εν λόγω άρθρου για τους παραγωγούς-εξαγωγείς που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ) του βασικού κανονισμού.

(31)

Ωστόσο, οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα ζήτησαν μόνο ατομική μεταχείριση («ΑΜ»). Ως εκ τούτου, δεν εξετάστηκαν τα κριτήρια ΚΟΑ.

1.2.   Ατομική μεταχείριση («ΑΜ»)

(32)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, επιβάλλεται ενδεχομένως δασμός σε επίπεδο χώρας για τις χώρες που υπάγονται στο εν λόγω άρθρο, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες οι εταιρείες είναι σε θέση να αποδείξουν ότι πληρούν όλα τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού. Εν συντομία, και για λόγους ευκολότερης αναφοράς και μόνο, τα εν λόγω κριτήρια παρατίθενται κατωτέρω:

σε περίπτωση εταιρειών ή κοινών επιχειρήσεων που ελέγχονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από αλλοδαπούς, οι εξαγωγείς είναι ελεύθεροι να επαναπατρίζουν κεφάλαια και κέρδη·

οι τιμές εξαγωγής και οι ποσότητες των εξαγόμενων προϊόντων καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις πώλησης καθορίζονται ελεύθερα·

η πλειονότητα των μετοχών ανήκει σε ιδιώτες. Οι κρατικοί υπάλληλοι που έχουν καθήκοντα στο διοικητικό συμβούλιο ή κατέχουν βασικές διευθυντικές θέσεις πρέπει να αποτελούν μειονότητα, ή διαφορετικά πρέπει να αποδειχθεί ότι η εταιρεία είναι παρ’ όλα αυτά επαρκώς ανεξάρτητη από κρατική παρέμβαση·

οι μετατροπές των νομισμάτων πραγματοποιούνται με τις τιμές μετατροπής της αγοράς· και

η κρατική παρέμβαση δεν είναι τέτοια που να επιτρέπει την καταστρατήγηση των μέτρων αν χορηγηθούν στους επιμέρους εξαγωγείς διαφορετικοί δασμολογικοί συντελεστές.

(33)

Και οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα ζήτησαν ΑΜ. Οι ισχυρισμοί αυτοί εξετάστηκαν. Η έρευνα κατέδειξε ότι οι εταιρείες που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού.

(34)

Ως εκ τούτου, χορηγήθηκε ΑΜ και στους δύο παραγωγούς-εξαγωγείς που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα.

2.   Ανάλογη χώρα

(35)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, η κανονική αξία για τους παραγωγούς-εξαγωγείς στους οποίους δεν χορηγήθηκε ΚΟΑ θα καθοριστεί με βάση τις εγχώριες τιμές ή την κατασκευασμένη κανονική αξία σε ανάλογη χώρα.

(36)

Στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας, η Επιτροπή είχε εκφράσει την πρόθεσή της να χρησιμοποιήσει τη Ρωσία ως ανάλογη χώρα για τον καθορισμό της κανονικής αξίας όσον αφορά τη ΛΔΚ και είχε καλέσει τα ενδιαφερόμενα μέρη να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την επιλογή της χώρας αυτής.

(37)

Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις όσον αφορά τη Ρωσία ως προτεινόμενη ανάλογη χώρα. Κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν πρότεινε παραγωγούς του ομοειδούς προϊόντος εναλλακτικής ανάλογης χώρας πέρα από αυτούς που αναφέρθηκαν στην καταγγελία κατά τη διάρκεια της έρευνας.

(38)

Δεν προσφέρθηκε συνεργασία από τη Ρωσία, μολονότι η Επιτροπή ήλθε επανειλημμένα σε επαφή με όλους τους γνωστούς ρώσους παραγωγούς κατά τη διάρκεια της έρευνας και τους έστειλε τα ερωτηματολόγια που αφορούν την ανάλογη χώρα.

(39)

Η Επιτροπή, μέσω δικών της ερευνών, προσπάθησε να εντοπίσει τυχόν πρόσθετους παραγωγούς σε τρίτες χώρες.

(40)

Κατά συνέπεια, εστάλησαν επιστολές και ερωτηματολόγια σε όλους τους γνωστούς παραγωγούς σε άλλες τρίτες χώρες (δηλαδή την Τουρκία, το Ιράν, την Κροατία, την Ινδία, τη Νότια Αφρική και την Ελβετία). Ωστόσο, παρά τις ενέργειες που ακολούθησαν, δεν προσφέρθηκε τελικά συνεργασία.

(41)

Όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 38, 39 και 40 ανωτέρω, η έρευνα δεν αποκάλυψε καμία άλλη τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ανάλογη χώρα στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπήρξε τέτοια τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς, συνήχθη προσωρινά το συμπέρασμα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού, ότι δεν ήταν δυνατόν να καθορισθεί η κανονική αξία για τους παραγωγούς που συμπεριελήφθηκαν στο δείγμα με βάση τις εγχώριες τιμές ή την κατασκευασμένη κανονική αξία σε μια τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς ή την τιμή από μια τέτοια τρίτη χώρα σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ένωσης, και ότι, ως εκ τούτου, ήταν αναγκαίο να καθορισθεί η κανονική αξία με οποιαδήποτε άλλη εύλογη βάση, στην προκειμένη δε περίπτωση με βάση τις πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές στην Ένωση για το ομοειδές προϊόν. Αυτό θεωρήθηκε κατάλληλο λόγω της απουσίας συνεργασίας, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και λόγω του μεγέθους της αγοράς της ΕΕ, της ύπαρξης εισαγωγών και του έντονου εσωτερικού ανταγωνισμού στην αγορά της ΕΕ για το εν λόγω προϊόν.

3.   Κανονική αξία

(42)

Αφού δεν ζητήθηκε ΚΟΑ από τις δύο εταιρείες που συμπεριελήφθηκαν στο δείγμα, η κανονική αξία για όλους τους κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς καθορίστηκε, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 41 ανωτέρω, με βάση τις πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές στην Ένωση για το ομοειδές προϊόν. Μετά την επιλογή των καταβληθεισών ή καταβλητέων τιμών στην Ένωση, υπολογίστηκε η κανονική αξία με βάση στοιχεία που επαληθεύτηκαν στις εγκαταστάσεις των παραγωγών της Ένωσης που συμπεριελήφθηκαν στο δείγμα οι οποίοι απαριθμούνται στην αιτιολογική σκέψη 13 ανωτέρω.

(43)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε πρώτα κατά πόσον οι πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος σε ανεξάρτητους πελάτες στην ΕΕ ήταν αντιπροσωπευτικές. Διαπιστώθηκε ότι οι πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος από τους παραγωγούς της Ένωσης ήταν αντιπροσωπευτικές σε σύγκριση με τις εξαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος στην Ένωση από τους παραγωγούς-εξαγωγείς που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα.

(44)

Εν συνεχεία, η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον οι εν λόγω πωλήσεις μπορούσαν να θεωρηθούν ότι πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Αυτό έγινε με τον καθορισμό του ποσοστού των κερδοφόρων πωλήσεων της ΕΕ προς ανεξάρτητους πελάτες. Οι συναλλαγές των πωλήσεων της ΕΕ θεωρήθηκαν κερδοφόρες στις περιπτώσεις στις οποίες η τιμή μονάδας ήταν ίση ή μεγαλύτερη από το κόστος παραγωγής. Επομένως, καθορίστηκε το κόστος παραγωγής στην αγορά της Ένωσης κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Η ανάλυση αυτή κατέδειξε ότι οι πωλήσεις της ΕΕ ορισμένων τύπων προϊόντος ήταν επικερδείς, δηλ. οι καθαρές τιμές πώλησης ανά μονάδα προϊόντος ήταν πάνω από το υπολογισθέν κόστος παραγωγής της μονάδας.

(45)

Η κανονική αξία κάθε τύπου του προϊόντος υπολογίστηκε με βάση την πραγματική τιμή πώλησης (εκ του εργοστασίου) για επικερδείς πωλήσεις και σε μια κατασκευασμένη κανονική αξία για μη επικερδείς πωλήσεις.

(46)

Η κανονική αξία κατασκευάστηκε με την προσθήκη των γενικών και διοικητικών εξόδων και του κέρδους στο κόστος παραγωγής του κλάδου παραγωγής της Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού, τα ποσά για τα γενικά και διοικητικά έξοδα και το κέρδος ύψους 4,43 % καθορίστηκαν με βάση τα πραγματικά στοιχεία που αφορούν την παραγωγή και τις πωλήσεις κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις για το ομοειδές προϊόν των παραγωγών της ΕΕ.

4.   Τιμές εξαγωγής

(47)

Εφόσον οι παραγωγοί-εξαγωγείς που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα έλαβαν ΑΜ και πραγματοποίησαν εξαγωγές απευθείας σε ανεξάρτητους πελάτες στην Ένωση, οι τιμές εξαγωγής καθορίστηκαν με βάση τις πράγματι καταβληθείσες ή καταβλητέες τιμές για το υπό εξέταση προϊόν, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού.

5.   Σύγκριση

(48)

Η σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής πραγματοποιήθηκε σε επίπεδο τιμών εκ του εργοστασίου. Για να εξασφαλιστεί δίκαιη σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, πραγματοποιήθηκαν οι δέουσες προσαρμογές ώστε να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που επηρεάζουν τις τιμές και τη συγκρισιμότητα των τιμών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. Έγιναν οι κατάλληλες προσαρμογές για τους έμμεσους φόρους, τα έξοδα μεταφοράς, τα έξοδα ασφάλισης, τις δαπάνες συσκευασίας, χειρισμού και τα έξοδα πίστωσης σε όλες τις περιπτώσεις όπου θεωρήθηκαν εύλογες, ακριβείς και τεκμηριωμένες με επαληθευμένα στοιχεία.

(49)

Για έναν από τους παραγωγούς-εξαγωγείς διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία δεν είχε ταξινομήσει το υπό εξέταση προϊόν σωστά κατά τη χρησιμοποίηση του συστήματος, όπως απαιτούνταν από το ερωτηματολόγιο. Μία από τις προδιαγραφές του υπό εξέταση προϊόντος σχετιζόταν με τη θερμική ισχύ των θερμαντικών σωμάτων. Ωστόσο, η εταιρεία δεν διέθετε στοιχεία για να υποστηριχθεί η θερμική ισχύς που αναφερόταν για τα εξαγόμενα μοντέλα της. Η θερμική ισχύς που αναφερόταν δεν ήταν σωστή και δεν αντιστοιχούσε σε άλλες προδιαγραφές, όπως το βάρος και οι διαστάσεις. Ως εκ τούτου, ήταν αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν μόνο οι υπόλοιπες προδιαγραφές για σκοπούς σύγκρισης.

(50)

Από τη χρήση του συστήματος PCN για την ταξινόμηση των τύπων του προϊόντος προέκυψε ότι υπήρχε υψηλός βαθμός ευθυγράμμισης για έναν από τους παραγωγούς-εξαγωγείς που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα. Ωστόσο, για τους υπόλοιπους παραγωγούς-εξαγωγείς του δείγματος χρησιμοποιήθηκε μια παρόμοια τεχνική, επειδή δεν εντοπίστηκαν στοιχεία άμεσης ευθυγράμμισης. Όπου χρησιμοποιήθηκε η παρόμοια τεχνική, οι λεπτομέρειες γνωστοποιήθηκαν στο ενδιαφερόμενο μέρος.

6.   Περιθώρια ντάμπινγκ

(51)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 11 και 12 του βασικού κανονισμού, το περιθώριο ντάμπινγκ για τους παραγωγούς-εξαγωγείς που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα προσδιορίστηκε με βάση τη σύγκριση της σταθμισμένης μέσης κανονικής αξίας με τη σταθμισμένη μέση τιμή εξαγωγής, εκφρασμένο ως ποσοστό επί τοις εκατό της τιμής CIF στα σύνορα της Ένωσης, πριν από την καταβολή του δασμού.

(52)

Υπολογίστηκε ένας σταθμισμένος μέσος όρος των εν λόγω δύο περιθωρίων ντάμπινγκ για τις συνεργασθείσες εταιρείες που δεν συμπεριελήφθησαν στο δείγμα.

(53)

Δεδομένου ότι ο βαθμός συνεργασίας από τη ΛΔΚ ήταν χαμηλός (μικρότερος από 50 %), θεωρείται σκόπιμο ότι το περιθώριο ντάμπινγκ σε επίπεδο χώρας που εφαρμόζεται σε όλους τους υπόλοιπους εξαγωγείς στη ΛΔΚ θα πρέπει να βασιστεί στις συναλλαγές με το υψηλότερο επίπεδο ντάμπινγκ σε συγκεκριμένο πελάτη των συνεργασθέντων εξαγωγέων.

(54)

Ως εκ τούτου, τα προσωρινά περιθώρια ντάμπινγκ, εκφρασμένα ως ποσοστό της τιμής CIF στα σύνορα της Ένωσης, πριν από την καταβολή του δασμού, καθορίζονται ως εξής:

Πίνακας 1

Επωνυμία εταιρείας

Κατάσταση

Περιθώριο ντάμπινγκ

Zhejiang Flyhigh

IT

23,0 %

Metal Group Co. Ltd.

IT

70,8 %

Άλλες συνεργασθείσες εταιρίες

 

32,5 %

Εθνικό περιθώριο ντάμπινγκ

 

76,6 %

Ε.   ΖΗΜΙΑ

1.   Συνολική παραγωγή της Ένωσης

(55)

Όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τους παραγωγούς της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που παρέχονται στην καταγγελία, τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από τους παραγωγούς της Ένωσης πριν και μετά την έναρξη της έρευνας καθώς και οι επαληθευθείσες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο από τους παραγωγούς Ένωσης οι οποίοι συμπεριελήφθησαν στο δείγμα, χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό της συνολικής παραγωγής της Ένωσης κατά την υπό εξέταση περίοδο.

(56)

Θερμαντικά σώματα αλουμινίου κατασκευάστηκαν από οκτώ παραγωγούς της Ένωσης κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τους παραγωγούς της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που παρέχονται στην καταγγελία, και τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από τους παραγωγούς της Ένωσης πριν και μετά την έναρξη της έρευνας χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό της συνολικής παραγωγής της Ένωσης κατά τη διάρκεια της ΠΕ.

(57)

Σ’ αυτή τη βάση, η συνολική παραγωγή της Ένωσης, σε αριθμό στοιχείων, εκτιμήθηκε σε περίπου 64 εκατ. ευρώ κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Δεδομένου ότι οι παραγωγοί της Ένωσης που υποστήριξαν την καταγγελία αντιπροσώπευαν το σύνολο της παραγωγής της Ένωσης, αποτελούν τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 και του άρθρου 5 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, οπότε και θα καλούνται εφεξής «κλάδος παραγωγής της Ένωσης».

2.   Κατανάλωση της Ένωσης

(58)

Οι στατιστικές εισαγωγών της Eurostat δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα έρευνα, αφού οι κωδικοί ΣΟ που καλύπτουν τα θερμαντικά σώματα αλουμινίου περιλαμβάνουν και άλλα προϊόντα αλουμινίου, όπως τα ηλεκτρικά θερμαντικά σώματα.

(59)

Έτσι, η κατανάλωση της Ένωσης προσδιορίστηκε με βάση τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην καταγγελία όσον αφορά ιδίως τον όγκο των πωλήσεων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης και των εισαγωγών που πραγματοποιήθηκαν από τους παραγωγούς-εξαγωγείς στη ΛΔΚ. Τα στοιχεία αυτά διασταυρώθηκαν με τις απαντήσεις στα ερωτηματολόγια της δειγματοληψίας και με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν και επαληθεύτηκαν στις εγκαταστάσεις των παραγωγών της Ένωσης που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα και των παραγωγών-εξαγωγέων της ΛΔΚ.

(60)

Με βάση τα ανωτέρω, διαπιστώθηκε ότι η κατανάλωση της Ένωσης εξελίχθηκε ως εξής:

Πίνακας 2

 

2008

2009

2010

IP

Κατανάλωσης της Ένωσης (στοιχεία)

46 000 000

40 500 000

39 000 000

44 246 066

Δείκτης (2009 = 100)

114

100

96

109

Πηγή: Στοιχεία της καταγγελίας και απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(61)

Η συνολική κατανάλωση στην αγορά της ΕΕ μειώθηκε κατά 3,8 % κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Μεταξύ 2008 και 2009 σημειώθηκε μείωση κατά περίπου 12 %, στο πλαίσιο των παγκόσμιων επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης, μετά την οποία η κατανάλωση μειώθηκε κατά 3,7 %. Ωστόσο, ανέκαμψε από το 2010 έως την ΠΕ, οπότε αυξήθηκε κατά 13,5 %, αλλά δεν έφθασε στο αρχικό επίπεδο του 2008. Ο ανωτέρω πίνακας δείχνει επίσης ότι η κατανάλωση αυξήθηκε κατά 9 % κατά την περίοδο από το 2009 έως την ΠΕ.

3.   Εισαγωγές από την υπό εξέταση χώρα

(62)

Οι εισαγωγές στην Ένωση από τη ΛΔΚ εξελίχθηκαν ως εξής κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου:

Πίνακας 3

 

2008

2009

2010

IP

Όγκος εισαγωγών από τη ΛΔΚ (στοιχεία)

6 000 000

7 000 000

8 000 000

10 616 576

Δείκτης (2009 = 100)

86

100

114

152

Μερίδιο αγοράς

13,0 %

17,3 %

20,5 %

24,0 %

Δείκτης (2009 = 100)

75

100

119

139

Πηγή: Στοιχεία της καταγγελίας και απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(63)

Παρά την εξέλιξη της κατανάλωσης, ο όγκος των εισαγωγών από τη ΛΔΚ αυξήθηκε σημαντικά κατά 77 % κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Η αύξηση ήταν συνεχής και σημείωσε τη μεγαλύτερη τιμή της μεταξύ του 2010 και της ΠΕ (+ 33 %). Ομοίως, το μερίδιο αγοράς που κατέχουν οι κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς σημείωσε σταθερή ανοδική τάση κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, από 13 % το 2008 σε 24 % κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Αυτή η τάση θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της συνολικής μείωσης της κατανάλωσης κατά 3,8 % κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου.

3.1.   Τιμές των εισαγωγών και πωλήσεις σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές της Ένωσης

Πίνακας 4

Εισαγωγές από τη ΛΔΚ

2008

2009

2010

IP

Μέση τιμή σε ευρώ/στοιχεία

4,06

3,25

4,07

4,02

Δείκτης (2009 = 100)

125

100

125

123

Πηγή: Στοιχεία της καταγγελίας και απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(64)

Ο ανωτέρω πίνακας δείχνει ότι η μέση τιμή εισαγωγής από τη ΛΔΚ παρουσίασε ελαφρά μείωση κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Σε πρώτη φάση, μεταξύ 2008 και 2009, μειώθηκε σημαντικά κατά 20 %, και εν συνεχεία αυξήθηκε κατά 25 % μεταξύ 2009 και 2010. Κατόπιν, μειώθηκε εκ νέου κατά το τέλος της υπό εξέταση περιόδου.

(65)

Από την έρευνα προέκυψε επίσης ότι οι τιμές εισαγωγής από τη ΛΔΚ παρέμειναν σταθερά χαμηλότερες από τις τιμές πώλησης του κλάδου παραγωγής της Ένωσης κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Το 2009 η μείωση των τιμών συνέπεσε με την απότομη αύξηση του κινεζικού μεριδίου αγοράς από 13 % σε 17,3 % της αγοράς της Ένωσης, και οι συνεχείς πωλήσεις σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές της Ένωσης αποτελούν εξήγηση για τη σταθερή αύξηση του μεριδίου αγοράς που κατείχαν οι κινέζοι παραγωγοί-εξαγωγείς ιδίως μεταξύ του 2009 και της ΠΕ.

(66)

Για να προσδιοριστούν οι πωλήσεις σε τιμές πωλήσεις σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές της Ένωσης κατά τη διάρκεια της ΠΕ, πραγματοποιήθηκε σύγκριση μεταξύ των σταθμισμένων μέσων τιμών πώλησης κάθε τύπου προϊόντος από τους παραγωγούς της Ένωσης που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα προς μη συνδεδεμένους πελάτες στην αγορά της Ένωσης, προσαρμοσμένων στις τιμές «εκ του εργοστασίου», και των αντίστοιχων σταθμισμένων μέσων τιμών εισαγωγής από τους συνεργασθέντες κινέζους παραγωγούς στον πρώτο ανεξάρτητο πελάτη στην αγορά της Ένωσης, που καθορίστηκαν σε επίπεδο CIF κατάλληλα προσαρμοσμένο για να ληφθούν υπόψη οι υφιστάμενοι δασμοί και τα έξοδα μετά την εισαγωγή.

(67)

Η σύγκριση των τιμών πραγματοποιήθηκε για κάθε τύπο προϊόντος για συναλλαγές στο ίδιο επίπεδο εμπορίου, έπειτα από αναπροσαρμογή, όπου χρειάστηκε, και αφού αφαιρέθηκαν οι μειώσεις και οι εκπτώσεις. Το αποτέλεσμα της σύγκρισης, εκφραζόμενο ως ποσοστό του κύκλου εργασιών των παραγωγών της Ένωσης που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα κατά τη διάρκεια της ΠΕ, έδειξε ένα σταθμισμένο μέσο περιθώριο πώλησης σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές της Ένωσης της τάξης του 6,1 % από τους κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς.

4.   Οικονομική κατάσταση του κλάδου παραγωγής της Ένωσης

4.1.   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

(68)

Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 24 και 25 ανωτέρω, χρησιμοποιήθηκε η δειγματοληπτική μέθοδος για την εξέταση της πιθανής ζημίας που υπέστη ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ένας από τους παραγωγούς της Ένωσης που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα άρχισε να παράγει θερμαντικά σώματα αλουμινίου μόλις το 2009. Για να επιτευχθεί μια συνεπής ανάλυση της τάσης για την υπό εξέταση περίοδο, θεωρήθηκε σκόπιμο να οριστεί το 2009 ως έτος αναφοράς για την ανάλυση της ζημίας, δηλαδή δείκτης 100. Για λόγους πληρότητας, ορίστηκε επίσης ένας δείκτης για το 2008, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία.

(69)

Τα στοιχεία που παρασχέθηκαν και επαληθεύτηκαν από τις τέσσερις παραγωγούς της ΕΕ που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό των μικροοικονομικών δεικτών, όπως η τιμή ανά μονάδα, το κόστος μονάδας, η αποδοτικότητα, οι ταμειακές ροές, οι επενδύσεις, η απόδοση των επενδύσεων, η ικανότητα άντλησης κεφαλαίων και τα αποθέματα. Ο δείκτης για το 2008 καθορίστηκε με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία για τους τρεις παραγωγούς που υπήρχαν το 2008 σε σύγκριση με τα διαθέσιμα στοιχεία για τους ίδιους τρεις παραγωγούς το 2009 (δείκτης 100).

(70)

Τα στοιχεία που παρασχέθηκαν για τους οκτώ παραγωγούς θερμαντικών σωμάτων αλουμινίου της ΕΕ χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό των μακροοικονομικών δεικτών, όπως η παραγωγή του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, η παραγωγική ικανότητα, η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας, ο όγκος των πωλήσεων, το μερίδιο αγοράς και η απασχόληση. Ο δείκτης για το 2008 καθορίστηκε με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία για τους επτά παραγωγούς που υπήρχαν το 2008 σε σύγκριση με τα διαθέσιμα στοιχεία για τους ίδιους επτά παραγωγούς το 2009 (δείκτης 100).

(71)

Στο πλαίσιο του άρθρου 3 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, η εξέταση της οικονομικής κατάστασης του κλάδου παραγωγής της Ένωσης κατά την υπό εξέταση περίοδο περιλαμβάνει αξιολόγηση όλων των σχετικών οικονομικών παραγόντων που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.

4.2.   Παραγωγή, παραγωγική ικανότητα και ποσοστό χρησιμοποίησής της

Πίνακας 5

 

2008

2009

2010

IP

Όγκο της παραγωγής (στοιχεία)

 

55 533 555

60 057 377

64 100 484

Δείκτης (2009 = 100)

116

100

108

115

Παραγωγική ικανότητα (στοιχεία)

 

93 426 855

95 762 788

107 218 125

 

 

100

103

115

Χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας

70 %

59 %

63 %

60 %

Δείκτης (2009 = 100)

119

100

106

101

Πηγή: Στοιχεία της καταγγελίας και απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(72)

Όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τους παραγωγούς της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που παρέχονται στην καταγγελία, τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από τους παραγωγούς της Ένωσης πριν και μετά την έναρξη της έρευνας καθώς και οι επαληθευθείσες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο των παραγωγών της Ένωσης που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό της συνολικής παραγωγής της Ένωσης κατά την υπό εξέταση περίοδο.

(73)

Από τον ανωτέρω πίνακα συνάγεται ότι η παραγωγή μειώθηκε κατά την υπό εξέταση περίοδο. Ακολουθώντας τη μείωση της ζήτησης, η παραγωγή μειώθηκε κατακόρυφα το 2009, ενώ, στη συνέχεια, ανέκαμψε κατά το 2010 και κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Η παραγωγή παρέμεινε σχετικά σταθερή μεταξύ του 2009 και της ΠΕ, παρά την αύξηση της κατανάλωσης κατά 9 %. Το επίπεδο παραγωγής εξαρτάται επίσης από την εξαγωγική δραστηριότητα του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, η οποία παρέμεινε σε σημαντικά επίπεδα κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου.

(74)

Παρά την περιορισμένη μείωση της κατανάλωσης, η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας μειώθηκε από 70 % το 2008 σε 60 % κατά την ΠΕ. Παρέμεινε σχετικά σταθερή κατά την περίοδο μεταξύ του 2009 και της ΠΕ.

4.3.   Όγκος πωλήσεων και μερίδιο αγοράς

Πίνακας 6

 

2008

2009

2010

IP

Όγκος πωλήσεων (στοιχεία)

40 000 000

33 500 000

31 000 000

33 629 490

Δείκτης (2009 = 100)

119

100

93

100

Μερίδιο αγοράς

87 %

82,7 %

79,5 %

76 %

Δείκτης (2009 = 100)

105

100

96

92

Πηγή: Στοιχεία της καταγγελίας και απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(75)

Ο όγκος των πωλήσεων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης μειώθηκε κατά 16 % κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου και το μερίδιο αγοράς του μειώθηκε συνεχώς από 87 % το 2008 σε 76 % κατά την ΠΕ. Το 2009 ο όγκος των πωλήσεων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης μειώθηκε κατά 16 %, με αποτέλεσμα να απολέσει περισσότερο από τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες μεριδίου αγοράς. Το 2010 ο όγκος των πωλήσεων μειώθηκε περαιτέρω κατά 7 % και το μερίδιο αγοράς του μειώθηκε από 82,7 % σε 79,5 %. Κατά την ΠΕ, σ’ ένα πλαίσιο αυξανόμενης κατανάλωσης (+ 13,5 %), το μερίδιο αγοράς του κλάδου παραγωγής της Ένωσης μειώθηκε περαιτέρω σε 76 %. Επομένως, δεν ήταν σε θέση να επωφεληθεί από την αυξανόμενη κατανάλωση και να επανακτήσει μέρος του μεριδίου αγοράς που είχε προηγουμένως απολέσει.

4.4.   Ανάπτυξη

(76)

Κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου διαπιστώθηκε ότι η κατανάλωση της Ένωσης μειώθηκε ελαφρώς κατά 3,8 %, ενώ ο όγκος των πωλήσεων και το μερίδιο αγοράς του κλάδου παραγωγής της Ένωσης μειώθηκε σημαντικά, κατά 15,9 % και κατά 12,6 % αντίστοιχα, κατά την ίδια περίοδο. Παράλληλα, οι εισαγωγές από τη ΛΔΚ αυξήθηκαν σημαντικά κατά 76,9 % κατά την υπό εξέταση περίοδο. Κατά συνέπεια, το μερίδιο αγοράς του κλάδου παραγωγής της Ένωσης μειώθηκε κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες κατά την ίδια περίοδο.

4.5.   Απασχόληση

Πίνακας 7

 

2008

2009

2010

IP

Αριθμός απασχολουμένων

 

1 598

1 642

1 641

Δείκτης (2009 = 100)

102

100

103

103

Παραγωγικότητα (μονάδα/απασχολούμενο)

Δείκτης (2009 = 100)

114

100

105

112

Πηγή: Στοιχεία της καταγγελίας και απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο

(77)

Ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε ελαφρώς κατά την υπό εξέταση περίοδο, αλλά αυτό με τη σειρά του οδήγησε σε μείωση της παραγωγικότητας. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ανοδική τάση όσον αφορά την απασχόληση είναι οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι μία από τις εταιρείες που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα, η μικρότερη του δείγματος, ξεκίνησε την παραγωγή της το 2009. Διαφορετικά, η τάση της απασχόλησης θα ήταν αρνητική.

(78)

Η παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, εκφραζόμενη ως όγκος παραγωγής ανά απασχολούμενο ετησίως, μειώθηκε ελαφρώς κατά την του υπό εξέταση περίοδο. Έφθασε το χαμηλότερο επίπεδό της το 2009, μετά το οποίο άρχισε να ανακάμπτει προς την ΠΕ, χωρίς όμως να φθάσει τα αρχικά επίπεδά της. Μεταξύ του 2009 και της ΠΕ η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 12 %.

4.6.   Μέσες μοναδιαίες τιμές στην Ένωση και κόστος παραγωγής

Πίνακας 8

 

2008

2009

2010

IP

Τιμή μονάδας στην ΕΕ σε μη συνδεδεμένους πελάτες

(ευρώ ανά στοιχείο)

 

5,31

5,47

5,62

Δείκτης (2009 = 100)

113

100

103

106

Μοναδιαίο κόστος σε ευρώ ανά στοιχείο

 

4,92

5,34

5,61

Δείκτης (2009 = 100)

113

100

109

114

Πηγή:

Απαντήσεις που έδωσαν στο ερωτηματολόγιο οι παραγωγοί που συμμετείχαν στο δείγμα

(79)

Η τάση των μέσων τιμών πώλησης σημείωσε σημαντική μείωση κατά 6 % κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Κατά την περίοδο από το 2009 έως την ΠΕ, παράλληλα με την αυξανόμενη κατανάλωση και την ανάκαμψη της αγοράς, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 6 %, αλλά δεν έφθασαν το επίπεδο του 2008.

(80)

Παράλληλα, το σχετικό κόστος παραγωγής και πώλησης του ομοειδούς προϊόντος μειώθηκε ελαφρώς κατά την υπό εξέταση περίοδο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν σε θέση να επιτρέψει στον κλάδο παραγωγής της ένωσης να παραμείνει κερδοφόρος το 2010 και κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Αν, το 2009, η κατά 11 % μείωση του κόστους συνοδεύθηκε από μείωση κατά 11,5 % των τιμών πώλησης, το 2010 και κατά τη διάρκεια της ΠΕ ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης υπέστη κατακόρυφη αύξηση του κόστους και κατόρθωσε μόνο να αυξήσει ελαφρώς τις τιμές του ώστε να καλύψει το επιπλέον κόστος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω απώλεια της αποδοτικότητας και του μεριδίου αγοράς, αφού οι τιμές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης ήταν συνεχώς υψηλότερες από ό,τι οι τιμές των εισαγωγών από την Κίνα.

4.7.   Αποδοτικότητα, ταμειακές ροές, επενδύσεις, απόδοση επενδύσεων και ικανότητα άντλησης κεφαλαίων

Πίνακας 9

 

2008

2009

2010

IP

Αποδοτικότητα των πωλήσεων της ΕΕ (% των καθαρών πωλήσεων)

7,4 %

7,5 %

2,4 %

0,2 %

Δείκτης (2009 = 100)

99

100

32

2

Ταμειακές ροές

 

27 712 871

14 228 145

843 570

Δείκτης (2009 = 100)

112

100

51

3

Επενδύσεις (ευρώ)

25 404 161

15 476 164

12 072 057

8 945 470

Δείκτης (2009 = 100)

165

100

78

58

Απόδοση επενδύσεων

36 %

49 %

21 %

2 %

Δείκτης (2009 = 100)

73

100

43

4

Πηγή: Απαντήσεις που έδωσαν στο ερωτηματολόγιο οι παραγωγοί της ΕΕ που συμμετείχαν στο δείγμα

(81)

Η αποδοτικότητα του κλάδου παραγωγής της Ένωσης προσδιορίστηκε με την έκφραση του καθαρού κέρδους από τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος πριν από την καταβολή των φόρων ως ποσοστού του κύκλου εργασιών των εν λόγω πωλήσεων. Κατά την υπό εξέταση περίοδο, καθώς και κατά την περίοδο από το 2009 έως την ΠΕ, η αποδοτικότητα του κλάδου παραγωγής της Ένωσης μειώθηκε κατακόρυφα και έφθασε οριακά το νεκρό σημείο.

(82)

Η τάση των ταμειακών ροών, οι οποίες εκφράζουν την ικανότητα του κλάδου παραγωγής να αυτοχρηματοδοτεί τις δραστηριότητές του, ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό την αρνητική τάση της αποδοτικότητας. Το χαμηλότερο επίπεδο σημειώθηκε κατά την ΠΕ. Ομοίως, η απόδοση των επενδύσεων μειώθηκε από 36 % το 2008 σε 2 % κατά την ΠΕ.

(83)

Η εξέλιξη της αποδοτικότητας, των ταμειακών ροών και της απόδοσης των επενδύσεων κατά την υπό εξέταση περίοδο περιόρισε την ικανότητα του κλάδου παραγωγής της Ένωσης να επενδύσει στις δραστηριότητές του και επηρέασε αρνητικά την ανάπτυξή του. Ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης κατόρθωσε να επενδύσει σε μεγάλο βαθμό στην αρχή της υπό εξέταση περιόδου και να εκσυγχρονίσει τα μηχανήματά, έτσι ώστε να παράγει αποτελεσματικότερα, αλλά, στη συνέχεια, οι επενδύσεις σημείωσαν σταθερή μείωση κατά 64,7 % κατά το υπόλοιπο διάστημα της υπό εξέταση περιόδου.

4.8.   Αποθέματα

Πίνακας 10

 

2008

2009

2010

IP

Τελικό απόθεμα του κλάδου παραγωγής της Ένωσης Δείκτης (2009 = 100)

137

100

131

299

Πηγή:

Απαντήσεις που έδωσαν στο ερωτηματολόγιο οι παραγωγοί της ΕΕ που συμμετείχαν στο δείγμα

(84)

Το επίπεδο των αποθεμάτων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης που συμπεριλήφθη στο δείγμα αυξήθηκε σημαντικά κατά την υπό εξέταση περίοδο. Το 2009 το επίπεδο του τελικού αποθέματος μειώθηκε κατά 27 %· στη συνέχεια, το 2010 και κατά την ΠΕ αυξήθηκε κατά 30,8 % και 128,4 % αντίστοιχα.

5.   Μέγεθος του πραγματικού περιθωρίου ντάμπινγκ

(85)

Τα περιθώρια ντάμπινγκ προσδιορίζονται ανωτέρω στο τμήμα για το ντάμπινγκ. Όλα τα καθορισθέντα περιθώρια βρίσκονται αισθητά πάνω από το ελάχιστο επίπεδο. Επιπλέον, λόγω του όγκου και των τιμών των εισαγωγών με ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ, ο αντίκτυπος του πραγματικού περιθωρίου ντάμπινγκ στην αγορά της ΕΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέος.

6.   Συμπέρασμα σχετικά με τη ζημία

(86)

Η έρευνα κατέδειξε ότι οι περισσότεροι δείκτες ζημίας που σχετίζονται με την οικονομική κατάσταση του κλάδου παραγωγής της Ένωσης επιδεινώθηκαν ή δεν εξελίχθηκαν σύμφωνα με την κατανάλωση κατά την υπό εξέταση περίοδο. Η παρατήρηση αυτή ισχύει ιδιαίτερα για την περίοδο από το 2009 έως το τέλος της ΠΕ.

(87)

Κατά την υπό εξέταση περίοδο, στο πλαίσιο μιας φθίνουσας κατανάλωσης, ο όγκος των εισαγωγών από τη ΛΔΚ αυξήθηκε σταθερά και σημαντικά. Ταυτόχρονα, ο όγκος των πωλήσεων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης μειώθηκε κατά 16 % και το μερίδιο αγοράς του μειώθηκε από 87 % το 2008 σε 76 % κατά την ΠΕ. Ακόμη και όταν η κατανάλωση ανέκαμψε κατά 9 %, από το 2009 έως την ΠΕ, το μερίδιο αγοράς του κλάδου παραγωγής της Ένωσης εξακολούθησε να μειώνεται. Ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης δεν μπόρεσε να ανακτήσει το μερίδιο αγοράς που είχε προηγουμένως απολέσει, δεδομένης της σημαντικής αύξησης των εισαγωγών με τιμές ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ στην αγορά της ΕΕ. Οι εισαγωγές με ντάμπινγκ αυξήθηκε σταθερά κατά την υπό εξέταση περίοδο, με τιμές σταθερά χαμηλότερες από τις τιμές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης.

(88)

Επιπλέον, οι δείκτες ζημίας που σχετίζονται με την οικονομική απόδοση του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, όπως οι ταμειακές ροές και η αποδοτικότητα, επηρεάστηκαν σημαντικά. Αυτό σημαίνει ότι μειώθηκε η ικανότητα άντλησης κεφαλαίου του κλάδου παραγωγής της Ένωσης.

(89)

Βάσει των ανωτέρω, συμπεραίνεται ότι ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης υπέστη σημαντική ζημία κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού.

ΣΤ.   ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ

1.   Εισαγωγή

(90)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 6 και 7 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε αν οι εισαγωγές από τη ΛΔΚ που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ έχουν προκαλέσει τέτοια ζημία στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης ώστε να μπορεί να θεωρηθεί σημαντική ζημία. Επίσης, εξετάστηκαν άλλοι γνωστοί παράγοντες εκτός των εισαγωγών με τιμές ντάμπινγκ που θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει ζημία στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τυχόν προκληθείσα ζημία από αυτούς τους άλλους παράγοντες δεν αποδόθηκε στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

2.   Επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ

(91)

Η έρευνα κατέδειξε ότι η κατανάλωση της Ένωσης μειώθηκε κατά 3,8 % κατά την υπό εξέταση περίοδο ενώ, παράλληλα, ο όγκος των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ αυξήθηκε σημαντικά κατά περίπου 77 % και το μερίδιο αγοράς τους αυξήθηκε από 13 % το 2008 σε 24 % κατά την ΠΕ. Παράλληλα, ο όγκος των πωλήσεων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης μειώθηκε κατά 16 % και το μερίδιο αγοράς του μειώθηκε από 87 % το 2008 σε 76 % κατά την ΠΕ.

(92)

Κατά την περίοδο από το 2009 έως την ΠΕ η κατανάλωση στην Ένωση αυξήθηκε κατά 9 %, ενώ το μερίδιο αγοράς του κλάδου παραγωγής της Ένωσης μειώθηκε και πάλι, σε αντίθεση με μια ετήσια αύξηση των εισαγωγών με ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ κατά 52 % κατά την εν λόγω περίοδο.

(93)

Όσον αφορά την πίεση των τιμών, θα πρέπει να τονιστεί ότι το 2009 οι μέσες τιμές των εισαγωγών από τη ΛΔΚ μειώθηκαν κατά 20 %, αναγκάζοντας έτσι τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης να μειώσει σημαντικά τις τιμές πώλησης κατά περίπου 11,5 %. Το 2010 και κατά τη διάρκεια της ΠΕ ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης προσπάθησε να αυξήσει τις τιμές του λόγω της αύξησης του κόστους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια περαιτέρω απώλεια μεριδίου αγοράς, δεδομένου ότι οι τιμές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης ήταν συνεχώς υψηλότερες από τις τιμές των εισαγωγών με τιμές ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ. Η κατάσταση αυτή οδήγησε ειδικότερα σε σημαντική επιδείνωση της αποδοτικότητας, του όγκου των πωλήσεων και του μεριδίου αγοράς του κλάδου παραγωγής της Ένωσης.

(94)

Οι τιμές των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ μειώθηκαν κατά την υπό εξέταση περίοδο. Ακόμη και αν, κατά την περίοδο από το 2009 έως την ΠΕ, οι τιμές των εισαγωγών από τη ΛΔΚ αυξήθηκαν κατά 23 %, παρέμειναν σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές πώλησης του κλάδου παραγωγής της Ένωσης κατά την υπό εξέταση περίοδο και ιδίως κατά την ΠΕ, διατηρώντας συνεπώς την τιμή του υπό εξέταση προϊόντος στην αγορά της Ένωσης.

(95)

Με βάση τα ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η μαζική αύξηση των εισαγωγών με ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ σε τιμές σταθερά χαμηλότερες των τιμών του κλάδου παραγωγής της Ένωσης αποτέλεσαν καθοριστικό παράγοντα της σημαντικής ζημίας που υπέστη ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης, η οποία αντανακλάται ιδίως στην κακή οικονομική του κατάσταση, στη σημαντική μείωση του όγκου των πωλήσεων και του μεριδίου αγοράς του και στην επιδείνωση των περισσότερων δεικτών ζημίας.

3.   Επιπτώσεις άλλων παραγόντων

3.1.   Εισαγωγές από τρίτες χώρες

(96)

Όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 58 ανωτέρω, οι στατιστικές εισαγωγών της Eurostat δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα έρευνα, αφού οι κωδικοί ΣΟ που καλύπτουν τα θερμαντικά σώματα αλουμινίου και τα στοιχεία και τμήματά τους περιλαμβάνουν όλα τα είδη προϊόντων αλουμινίου. Ελλείψει άλλων αξιόπιστων πληροφοριών, διαπιστώθηκε με βάση την καταγγελία ότι, εκτός από τη ΛΔΚ, δεν υπάρχει άλλη χώρα που δεν είναι μέλος της ΕΕ η οποία παρήγε και εξήγε θερμαντικά σώματα αλουμινίου κατά την υπό εξέταση περίοδο.

3.2.   Οικονομική κρίση

(97)

Η οικονομική κρίση εξηγεί εν μέρει τη μείωση της κατανάλωσης στην Ένωση, ιδίως κατά τα έτη 2009 και 2010. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι σε μια κατάσταση μειωνόμενης κατανάλωσης κατά την υπό εξέταση περίοδο και σε μια κατάσταση αυξανόμενης κατανάλωσης κατά την περίοδο μεταξύ του 2009 και της ΠΕ, ο όγκος των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ σε τιμές που ήταν χαμηλότερες από τις τιμές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης εξακολούθησε να αυξάνεται στην αγορά της Ένωσης.

(98)

Οι επιδόσεις των εισαγωγών με ντάμπινγκ σε χαμηλές τιμές έρχεται σε αντίθεση με αντίθεση με αυτές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης. Πράγματι, η έρευνα κατέδειξε ότι από το 2009 και έως την ΠΕ, ακόμη και αν η κατανάλωση στην Ένωση αυξήθηκε σύμφωνα με τη γενική οικονομική ανάκαμψη, το μερίδιο αγοράς του κλάδου παραγωγής της Ένωσης εξακολούθησε να μειώνεται. Ακόμη και αν ο όγκος της παραγωγής είχε αυξητική τάση, υπήρχε πλεόνασμα που έπρεπε να ενταχθεί στα αποθέματα.

(99)

Υπό κανονικές οικονομικές συνθήκες και εν τη απουσία ισχυρής πίεσης επί των τιμών και αύξησης των εισαγωγών με τιμές ντάμπινγκ, ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης μπορεί να είχε κάποια δυσκολία να αντεπεξέλθει στη μείωση της κατανάλωσης και την αύξηση του σταθερού κόστους παραγωγής ανά μονάδα λόγω της μείωσης της χρησιμοποίησης της παραγωγικής ικανότητας που υπέστη. Ωστόσο, η έρευνα δείχνει σαφώς ότι οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ έχουν εντείνει τις επιπτώσεις της οικονομικής ύφεσης. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της γενικής οικονομικής ανάκαμψης, ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης δεν μπόρεσε να ανακάμψει και να ανακτήσει τον όγκο των πωλήσεων και το μερίδιο αγοράς που είχε απολέσει κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου.

(100)

Συνεπώς, μολονότι η οικονομική κρίση μπορεί να έχει συμβάλει στην ανεπαρκή επίδοση του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, αυτό δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε τέτοιο αντίκτυπο ώστε να διασπάσει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της ζημιογόνου κατάστασης του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, ιδίως κατά τη διάρκεια της ΠΕ.

3.3.   Εξέλιξη του κόστους παραγωγής του κλάδου παραγωγής της Ένωσης

(101)

Η έρευνα κατέδειξε ότι το κόστος παραγωγής θερμαντικών σωμάτων αλουμινίου συνδέεται άμεσα με την εξέλιξη της τιμής του αλουμινίου, της κύριας πρώτης ύλης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή του εν λόγω προϊόντος. Ακόμη και αν, όπως φαίνεται στον πίνακα 8 ανωτέρω, το κόστος παραγωγής του κλάδου παραγωγής της Ένωσης μειώθηκε σημαντικά το 2009, οι τιμές πώλησης μειώθηκαν με τον ίδιο ρυθμό. Το 2010 και κατά τη διάρκεια της ΠΕ το κόστος αυξήθηκε περισσότερο από τις τιμές πώλησης και, κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατή η ανάκτηση, ιδίως της αποδοτικότητας του κλάδου παραγωγής της Ένωσης. Η κατάσταση αυτή συνέβη όταν οι τιμές εισαγωγής των προϊόντων που εισάγονται από τη ΛΔΚ ήταν σημαντικά χαμηλότερες από τις τιμές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης.

(102)

Σε μια οικονομία της αγοράς, θα μπορούσε να αναμένεται ότι οι τιμές της αγοράς θα αναπροσαρμόζονται τακτικά ώστε να αντανακλούν την εξέλιξη των διαφόρων συστατικών στοιχείων του κόστους παραγωγής. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη. Η έρευνα επιβεβαίωσε ότι οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ με τιμές χαμηλότερες από τις τιμές του κλάδου παραγωγής της Ένωσης εξακολούθησαν να πιέζουν προς τα κάτω τις τιμές της αγοράς της Ένωσης, πράγμα που δεν επέτρεψε στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης να διατηρήσει το μερίδιο αγοράς του και να αναπροσαρμόσει τις τιμές του, ώστε να καλύψει το κόστος του και να επιτύχει ένα εύλογο επίπεδο κέρδους, ιδίως κατά τη διάρκεια της ΠΕ.

(103)

Κατά συνέπεια, η αύξηση των τιμών των πρώτων υλών δεν ήταν τέτοια ώστε να διασπάσει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της σημαντικής ζημίας που υπέστη ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης, ιδίως κατά τη διάρκεια της ΠΕ.

3.4.   Εξαγωγική επίδοση του κλάδου παραγωγής της Ένωσης που περιελήφθη στο δείγμα

Πίνακας 11

 

2008

2009

2010

IP

Εξαγωγικές πωλήσεις σε στοιχεία

 

18 280 847

20 245 515

17 242 607

Δείκτης (2009 = 100)

126

100

111

94

Πηγή: Απαντήσεις που έδωσαν στο ερωτηματολόγιο οι παραγωγοί της ΕΕ που συμμετείχαν στο δείγμα

(104)

Η εξαγωγική δραστηριότητα του κλάδου παραγωγής της Ένωσης αποτελούσε σημαντικό μερίδιο των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Οι βασικές αγορές εξαγωγών του κλάδου παραγωγής της Ένωσης ήταν κυρίως η Ρωσία και τις άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου τα προϊόντα που πωλήθηκαν ήταν σχετικά χαμηλότερης ποιότητας και, κατά συνέπεια, φθηνότερα σε σύγκριση με τα θερμαντικά σώματα αλουμινίου που πωλήθηκαν στην αγορά της Ένωσης.

(105)

Ο ανωτέρω πίνακας δείχνει ότι ο κύκλος εργασιών των εξαγωγών του κλάδου παραγωγής της Ένωσης μειώθηκε κατά την υπό εξέταση περίοδο. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία, αυξανόμενοι όγκοι εξαγωγών θερμαντικών σωμάτων αλουμινίου από τη ΛΔΚ αλουμινίου ήταν επίσης παρόντες στις εν λόγω εξαγωγικές αγορές.

(106)

Ωστόσο, είναι σαφές ότι η εξαγωγική δραστηριότητα επέτρεψε στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης να επιτύχει οικονομίες κλίμακας και, με τον τρόπο αυτό, να μειώσει το συνολικό του κόστος παραγωγής. Ως εκ τούτου, είναι λογικό να θεωρείται ότι η εξαγωγική δραστηριότητα του κλάδου παραγωγής της Ένωσης δεν μπορούσε να είναι μια πιθανή αιτία της σημαντικής ζημίας που υπέστη, ιδίως κατά τη διάρκεια της ΠΕ. Ο τυχόν αρνητικός αντίκτυπος της μείωσης των εξαγωγικών πωλήσεων για τον κλάδο παραγωγής της Ένωσης δεν μπορεί να είναι τέτοιος που θα μπορούσε να διασπάσει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας και των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ σε χαμηλές τιμές από την Κίνα.

4.   Συμπέρασμα σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια

(107)

Η ανωτέρω ανάλυση κατέδειξε ότι υπήρξε σημαντική αύξηση του όγκου και του μεριδίου αγοράς των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ καταγωγής ΛΔΚ κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου καθώς και από το 2009 έως την ΠΕ. Διαπιστώθηκε ότι αυτές οι εισαγωγές ήταν σταθερά με τιμές χαμηλότερες από τις τιμές που χρέωνε ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης στην αγορά της Ένωσης, ιδίως κατά τη διάρκεια της ΠΕ.

(108)

Αυτή η αύξηση σε όγκο και μερίδιο αγοράς των εισαγωγών σε χαμηλές τιμές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ ήταν συνεχής και συνέπεσε με την αρνητική εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης του κλάδου παραγωγής της Ένωσης. Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε κατά την ΠΕ, όταν ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης δεν μπόρεσε να ανακτήσει το μερίδιο αγοράς που είχε απολέσει και την αποδοτικότητα, και οι υπόλοιποι οικονομικοί δείκτες άλλους όπως οι ταμειακές ροές και η απόδοση των επενδύσεων έφθασαν τα χαμηλότερα επίπεδά τους.

(109)

Η ανάλυση των άλλων γνωστών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής κρίσης, κατέδειξε ότι οποιοσδήποτε αρνητικός αντίκτυπος των εν λόγω παραγόντων δεν μπορεί είναι τέτοιος που θα μπορούσε να διασπάσει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ και της ζημίας που υπέστη ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης.

(110)

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, με την οποία διακρίθηκαν και διαχωρίστηκαν σαφώς οι επιπτώσεις όλων των γνωστών παραγόντων στην κατάσταση του κλάδου παραγωγής της Ένωσης από τις ζημιογόνες επιπτώσεις των εξαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, συνάχθηκε προσωρινά το συμπέρασμα ότι οι εξαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ προκάλεσαν σημαντική ζημία στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού.

Ζ.   ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

1.   Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

(111)

Σύμφωνα με το άρθρο 21 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε, παρά το προσωρινό συμπέρασμα σχετικά με το επιζήμιο ντάμπινγκ, κατά πόσον υπήρξαν επιτακτικοί λόγοι που θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι προς το συμφέρον της Ένωσης η λήψη μέτρων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ανάλυση του συμφέροντος της Ένωσης βασίστηκε σε εκτίμηση του συμφέροντος όλων των φορέων, συμπεριλαμβανομένων του κλάδου παραγωγής της Ένωσης, των εισαγωγέων και των χρηστών του υπό εξέταση προϊόντος.

2.   Συμφέρον του κλάδου παραγωγής της Ένωσης

(112)

Ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης υπέστη σημαντική ζημία εξ αιτίας των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ από τη ΛΔΚ. Υπενθυμίζεται ότι οι περισσότεροι δείκτες ζημίας παρουσίασαν αρνητικές τάσεις κατά την υπό εξέταση περίοδο. Αν δεν ληφθούν μέτρα, φαίνεται αναπόφευκτη η περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του κλάδου παραγωγής της Ένωσης.

(113)

Αναμένεται ότι η επιβολή προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ θα αποκαταστήσει τις αποτελεσματικές συνθήκες εμπορίου στην αγορά της Ένωσης και θα επιτρέψει στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης να ευθυγραμμίσει τις τιμές του υπό εξέταση προϊόντος, έτσι ώστε να αντανακλούν το κόστος των διαφόρων συστατικών στοιχείων και τις συνθήκες της αγοράς. Αναμένεται επίσης ότι η επιβολή προσωρινών μέτρων θα επιτρέψει στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης να ανακτήσει τουλάχιστον ένα μέρος του μεριδίου αγοράς που απώλεσε κατά την υπό εξέταση περίοδο, με πρόσθετες θετικές συνέπειες στην αποδοτικότητα και τη συνολική οικονομική κατάστασή του.

(114)

Αν δεν επιβληθούν μέτρα, μπορούν να αναμένονται περαιτέρω απώλειες στο μερίδιο αγοράς και ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης θα παραμείνει ζημιογόνος. Αυτό δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί μεσοπρόθεσμα ούτε μακροπρόθεσμα. Αν ληφθούν υπόψη οι ζημίες και το υψηλό επίπεδο των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν στην παραγωγή στην αρχή της υπό εξέταση περιόδου, μπορεί να αναμένεται ότι οι περισσότεροι παραγωγοί της Ένωσης δεν θα μπορέσουν να αποσβέσουν τις επενδύσεις τους αν δεν επιβληθούν μέτρα.

(115)

Επομένως, συνάγεται προσωρινά το συμπέρασμα ότι η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ θα ήταν προς το συμφέρον του κλάδου παραγωγής της Ένωσης.

3.   Συμφέρον των χρηστών και των εισαγωγέων

(116)

Δεν υπήρξε συνεργασία από μέρους των χρηστών στην παρούσα έρευνα.

(117)

Όσον αφορά τους εισαγωγείς, μόνο ένας εισαγωγέας εγκατεστημένος στην Πολωνία συνεργάστηκε σ’ αυτή την έρευνα απαντώντας στο ερωτηματολόγιο και αποδεχόμενος επιτόπια επαλήθευση. Ο εν λόγω εισαγωγέας είχε μικρές απώλειες για το υπό εξέταση προϊόν κατά την ΠΕ. Ωστόσο, οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που αφορούν το υπό εξέταση προϊόν είναι σχετικά περιορισμένες σε σχέση με το σύνολο των δραστηριοτήτων της επιχείρησης. Ως εκ τούτου, η επιβολή μέτρων δεν είναι πιθανό να έχει σημαντικό αντίκτυπο στα συνολικά κέρδη της.

4.   Συμπέρασμα σχετικά με το συμφέρον της Ένωσης

(118)

Με βάση τα ανωτέρω, συνάγεται προσωρινά το συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με το συμφέρον της Ένωσης, δεν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι για τη μη επιβολή προσωρινών μέτρων στις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος καταγωγής ΛΔΚ.

Η.   ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΜΕΤΡΑ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

1.   Επίπεδο εξάλειψης της ζημίας

(119)

Με βάση τα συμπεράσματα που συνάχθηκαν όσον αφορά το ντάμπινγκ, τη ζημία, την αιτιώδη συνάφεια και το συμφέρον της Ένωσης, πρέπει να επιβληθούν προσωρινά μέτρα αντιντάμπινγκ, ώστε να αποτραπεί η περαιτέρω ζημία σε βάρος του κλάδου παραγωγής της Ένωσης από τις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

(120)

Για να καθοριστεί το επίπεδο των μέτρων αυτών, ελήφθησαν υπόψη τα περιθώρια ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν και το ποσό του δασμού που είναι αναγκαίο για την εξάλειψη της ζημίας που υπέστη ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης, χωρίς υπέρβαση των περιθωρίων ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν.

(121)

Κατά τον υπολογισμό του ποσού του δασμού που απαιτείται για την εξάλειψη των επιπτώσεων του ζημιογόνου ντάμπινγκ, κρίθηκε ότι τα μέτρα θα πρέπει να επιτρέψουν στον κλάδο παραγωγής της Ένωσης να καλύψει το κόστος παραγωγής και να πραγματοποιήσει κέρδος πριν από την καταβολή των φόρων το οποίο θα μπορούσε λογικά να επιτευχθεί από μια βιομηχανία αυτού του τύπου στον εν λόγω τομέα υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού, δηλαδή χωρίς εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, από τις πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος στην Ένωση. Εκτιμάται ότι το κέρδος που θα μπορούσε να επιτευχθεί αν δεν υπήρχαν εισαγωγές με τιμές ντάμπινγκ θα πρέπει να βασιστεί στο μέσο περιθώριο κέρδους προ φόρων των παραγωγών της Ένωσης που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα, για το 2008. Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι ένα περιθώριο κέρδους της τάξης του 7, 4 % του κύκλου εργασιών θα μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλο ελάχιστο, το οποίο ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης θα προσδοκούσε να επιτύχει σε περίπτωση απουσίας της ζημιογόνου πρακτικής ντάμπινγκ.

(122)

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, υπολογίστηκε μια μη ζημιογόνος τιμή την οποία θα μπορεί να εφαρμόσει ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης για το ομοειδές προϊόν. Η μη ζημιογόνος τιμή προέκυψε από την προσαρμογή των τιμών πώλησης των παραγωγών της Ένωσης που συμπεριελήφθησαν στο δείγμα, ώστε να ληφθούν υπόψη οι πραγματικές ζημίες/κέρδη κατά την ΠΕ και από την προσθήκη του προαναφερόμενου περιθωρίου κέρδους.

(123)

Κατόπιν, καθορίστηκε η αναγκαία αύξηση της τιμής βάσει σύγκρισης μεταξύ της σταθμισμένης μέσης τιμής εισαγωγής των συνεργασθέντων παραγωγών-εξαγωγέων στη ΛΔΚ, όπως προσδιορίστηκε για τον υπολογισμό των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες των τιμών της Ένωσης, και της μη ζημιογόνου τιμής των προϊόντων που πώλησε ο κλάδος παραγωγής της Ένωσης στην αγορά της Ένωσης κατά την ΠΕ. Οι τυχόν διαφορές που προέκυψαν από την εν λόγω σύγκριση εκφράστηκαν στη συνέχεια ως ποσοστό της μέσης συνολικής αξίας εισαγωγής CIF.

2.   Προσωρινά μέτρα

(124)

Με βάση τα ανωτέρω, κρίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, θα πρέπει να επιβληθούν προσωρινά μέτρα αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές καταγωγής ΛΔΚ στο επίπεδο των χαμηλότερων περιθωρίων ντάμπινγκ και ζημίας, σύμφωνα με τον κανόνα του χαμηλότερου δασμού.

(125)

Βάσει των ανωτέρω, καθορίστηκαν οι συντελεστές του δασμού αντιντάμπινγκ μετά τη σύγκριση των περιθωρίων εξάλειψης της ζημίας και των περιθωρίων ντάμπινγκ. Κατά συνέπεια, οι προτεινόμενοι δασμοί αντιντάμπινγκ είναι οι ακόλουθοι:

Εταιρεία

Περιθώριο ντάμπινγκ

Περιθώριο ζημίας %

Προσωρινός δασμός

Zhejiang Flyhigh Metal Products Co., Ltd

23,0 %

12,6 %

12,6 %

Metal Group Co. Ltd.

70,8 %

56,2 %

56,2 %

Άλλες συνεργασθείσες εταιρίες

32,5 %

21,2 %

21,2 %

Εθνικό περιθώριο ντάμπινγκ

76,6 %

61,4 %

61,4 %

(126)

Οι χωριστοί για κάθε εταιρεία δασμολογικοί συντελεστές αντιντάμπινγκ που προσδιορίζονται στον παρόντα κανονισμό καθορίστηκαν βάσει των διαπιστώσεων της παρούσας έρευνας. Συνεπώς, αντικατοπτρίζουν την κατάσταση που διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια της έρευνας όσον αφορά τις εν λόγω εταιρείες. Ως εκ τούτου, αυτοί οι δασμολογικοί συντελεστές (σε αντίθεση με τον δασμό σε επίπεδο χώρας που εφαρμόζεται σε «όλες τις άλλες εταιρείες») εφαρμόζονται αποκλειστικά στις εισαγωγές προϊόντων καταγωγής ΛΔΚ που παράγονται από τις εταιρείες αυτές και, συνεπώς, από τα αναφερόμενα συγκεκριμένα νομικά πρόσωπα. Τα εισαγόμενα προϊόντα που παράγονται από κάθε άλλη εταιρεία, η οποία δεν αναφέρεται ρητώς στο διατακτικό του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων που συνδέονται με τις εταιρείες που αναφέρονται ρητώς, δεν μπορούν να επωφεληθούν από τους εν λόγω συντελεστές και υπόκεινται στον δασμολογικό συντελεστή που εφαρμόζεται σε «όλες τις άλλες εταιρείες».

(127)

Οποιοδήποτε αίτημα για την εφαρμογή των εν λόγω ατομικών συντελεστών δασμών αντιντάμπινγκ για μεμονωμένες εταιρείες (π.χ. κατόπιν αλλαγής της επωνυμίας του φορέα ή μετά τη δημιουργία νέου φορέα παραγωγής ή πωλήσεων) πρέπει να απευθύνεται αμελλητί στην Επιτροπή (4) μαζί με όλες τις σχετικές πληροφορίες, ιδίως οποιαδήποτε αλλαγή των δραστηριοτήτων της εταιρείας που σχετίζεται με την παραγωγή και τις εγχώριες ή τις εξαγωγικές πωλήσεις και που συνδέεται π.χ. με την εν λόγω αλλαγή επωνυμίας ή με την αλλαγή των φορέων παραγωγής και πωλήσεων. Εάν κρίνεται σκόπιμο, ο κανονισμός θα τροποποιείται αναλόγως, με την επικαιροποίηση του καταλόγου των εταιρειών οι οποίες επωφελούνται από ατομικούς δασμολογικούς συντελεστές.

I.   ΤΕΛΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ

(128)

Για λόγους χρηστής διοίκησης, πρέπει να ταχθεί προθεσμία εντός της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη που αναγγέλθηκαν εντός της προθεσμίας που καθοριζόταν στην ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας θα μπορούν να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση. Επιπλέον, θα πρέπει να επισημανθεί ότι τα συμπεράσματα σχετικά με την επιβολή δασμών, που συνάγονται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, είναι προσωρινά και ότι μπορεί να χρειαστεί να αναθεωρηθούν ενόψει της επιβολής οριστικών μέτρων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1.   Επιβάλλεται προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές θερμαντικών σωμάτων αλουμινίου και τα στοιχεία ή τμήματα από τα οποία απαρτίζονται τα σώματα αυτά, ανεξάρτητα από το αν τα εν λόγω στοιχεία συναρμολογούνται σε ενότητες, με εξαίρεση τα θερμαντικά σώματα και στοιχεία τους ηλεκτρικού τύπου, που κατατάσσεται σήμερα στους κωδικούς ΣΟ ex 7615 10 10, ex 7615 10 90, ex 7616 99 10 και ex 7616 99 90 (κωδικοί TARIC 7615101010, 7615109010, 7616991091, 7616999001 και 7616999091), καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας.

2.   Ο συντελεστής του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή «ελεύθερο στα σύνορα της Ένωσης», πριν από την επιβολή δασμού, για το προϊόν που περιγράφεται στην παράγραφο 1 και παράγεται από τις εταιρείες που απαριθμούνται κατωτέρω, καθορίζεται ως εξής:

Εταιρεία

Δασμός (%)

Πρόσθετος κωδικός TARIC

Zhejiang Flyhigh Metal Products Co., Ltd

12,6

B272

Metal Group Co. Ltd.

56,2

B273

Jinyun Shengda Industry Co., Ltd..

21,2

B274

Ningbo Ephriam Radiator Equipment Co.,Ltd

21,2

B275

Ningbo Everfamily Radiator Co., Ltd

21,2

B276

Ningbo Ningshing Kinhil Industrial Co. Ltd.

21,2

B277

Ningbo Ninhshing Kinhil International Co., Ltd.

21,2

B278

Sira (Tianjin) Aluminium Products Co., Ltd

21,2

B279

Sira Group (Tianjin) Heating Radiators Co., Ltd.

21,2

B280

Yongkang Jinbiao Machine Electric Co., Ltd

21,2

B281

Yongkang Sanghe Radiator Co., Ltd.

21,2

B282

Zhejiang Aishuibao Piping Systems Co.,Ltd

21,2

B283

Zhejiang Botai Tools Co., Ltd

21,2

B284

Zhejiang East Industry Co., Ltd

21,2

B285

Zhejiang Guangying Machinery Co.,Ltd

21,2

B286

Zhejiang Kangfa Industry & Trading Co., Ltd.

21,2

B287

Zhejiang Liwang Industrial and Trading Co., Ltd.

21,2

B288

Zhejiang Ningshuai Industry Co., Ltd

21,2

B289

Zhejiang Rongrong Industrial Co., Ltd.

21,2

B290

Zhejiang Yuanda Machinery & Electrical Manufacturing Co., Ltd

21,2

B291

Όλες οι άλλες εταιρείες

61,4

B999

3.   Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ένωσης του προϊόντος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπόκειται στη σύσταση εγγύησης, η οποία ισοδυναμεί με το ποσό του προσωρινού δασμού.

4.   Εκτός αν ορίζεται αλλιώς, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους τελωνειακούς δασμούς.

Άρθρο 2

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 20 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009, τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να ζητήσουν τη γνωστοποίηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και των εκτιμήσεων βάσει των οποίων εκδόθηκε ο παρών κανονισμός, να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση από την Επιτροπή εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

2.   Δυνάμει του άρθρου 21 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1225/2009, τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται για περίοδο έξι μηνών.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 10 Μαΐου 2012.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 51.

(2)  ΕΕ C 236 της 12.8.2011, σ. 18.

(3)  Γενικά, ένα θερμαντικό σώμα αλουμινίου παρουσιάζεται ως μια σειρά πανομοιότυπων και συναρμολογήσιμων στοιχείων. Τα στοιχεία μπορούν να συναρμολογηθούν καθέτως ή οριζοντίως, έτσι ώστε να συνθέσουν ένα σώμα κατά κύριο λόγο οριζόντιο ή κατά κύριο λόγο κάθετο.

(4)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Εμπορίου, Διεύθυνση H, 1049 Βρυξέλλες.


11.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/32


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 403/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 10ης Μαΐου 2012

για την 170η τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 881/2002 του Συμβουλίου για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με το δίκτυο της Αλ Κάιντα

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 881/2002 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με το δίκτυο της Αλ Κάιντα (1), και ιδίως το άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 7α παράγραφος 5,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 881/2002 απαριθμεί τα πρόσωπα, τις ομάδες και τις οντότητες που αφορά η βάσει του εν λόγω κανονισμού δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων.

(2)

Στις 30 Απριλίου 2012 και στις 3 Μαΐου 2012, η Επιτροπή Κυρώσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε να αφαιρέσει τρία φυσικά πρόσωπα από τον κατάλογο προσώπων, ομάδων και οντοτήτων που αφορά η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων, αφού εξέτασε τα αιτήματα διαγραφής από τον πίνακα που υπέβαλαν αυτά τα άτομα και τις λεπτομερείς εκθέσεις του διαμεσολαβητή που καταρτίστηκαν σύμφωνα με την απόφαση 1904(2009) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

(3)

Κατά συνέπεια, το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 881/2002 πρέπει να επικαιροποιηθεί αναλόγως.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 881/2002 τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 10 Μαΐου 2012.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μέσων Εξωτερικής Πολιτικής


(1)  ΕΕ L 139 της 29.5.2002, σ. 9.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 881/2002 τροποποιείται ως εξής:

(1)

Διαγράφονται οι ακόλουθες καταχωρίσεις υπό τον τίτλο «Φυσικά πρόσωπα»:

«Sa’d Abdullah Hussein Al-Sharif (γνωστός και ως Sa’d al-Sharif). Ημερομηνία γέννησης: 11.2.1964. Τόπος γέννησης: Al-Medinah, Σαουδική Αραβία. Υπηκοότητα: Σαουδαραβική. Αριθ. διαβατηρίου: α) B 960789, β) G 649385 (εκδοθέν στις 8.9.2006, λήγει στις 17.7.2011). Άλλες πληροφορίες: Κουνιάδος και στενός συνεργάτης του Οσάμα Μπιν Λάντεν. Φημολογείται ότι είναι επικεφαλής της οικονομικής οργάνωσης του Οσάμα Μπιν Λάντεν. Ημερομηνία καταχώρησης που αναφέρεται στο άρθρο 2α παράγραφος 4 στοιχείο β): 25.1.2001.»

(2)

«Mounir Ben Habib Ben Al-Taher Jarraya (γνωστός και ως α) Mounir Jarraya, β) Yarraya). Διεύθυνση: α) Via Mirasole 11, Bologna, Ιταλία, β) Via Ariosto 8, Casalecchio di Reno (Bologna), Ιταλία. Ημερομηνία γέννησης: α) 25.10.1963, β) 15.10.1963. Τόπος γέννησης: α) Σφαξ, Τυνησία, β) Τυνησία. Υπηκοότητα: Τυνήσιος. Αριθ. διαβατηρίου: L065947 (τυνησιακό διαβατήριο εκδοθέν στις 28.10.1995 που έληξε στις 27.10.2000). Ημερομηνία καταχώρησης που αναφέρεται στο άρθρο 2α παράγραφος 4 στοιχείο β): 25.6.2003.»

(3)

«Fethi Ben Al-Rabei Ben Absha Mnasri (άλλως α) Mnasri Fethi ben Rebai, β) Mnasri Fethi ben al-Rabai, γ) Mnasri Fethi ben Rebaj, δ) Fethi Alic, ε) Amor, στ) Abu Omar, ζ) Omar Tounsi, η) Amar). Διεύθυνση: Birmingham, Ηνωμένο Βασίλειο. Ημερομηνία γέννησης: α) 6.3.1969, β) 6.3.1963, γ) 3.6.1969. Τόπος γέννησης: α) Al-Sanadil Farm, Nefza, Governorate of Baja, Τυνησία β) Τυνησία, γ) Αλγερία. Υπηκοότητα: τυνησιακή. Αριθ. διαβατηρίου: L497470 (τυνησιακό διαβατήριο που εκδόθηκε στις 3.6.1997 και έληξε στις 2.6.2002). Άλλες πληροφορίες: Όνομα μητρός: Fatima Balayish. Ημερομηνία καταχώρισης που αναφέρεται στο άρθρο 2α παράγραφος 4 στοιχείο β): 25.6.2003.»


11.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/34


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 404/2012 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 10ης Μαΐου 2012

για καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (1),

Έχοντας υπόψη τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 543/2011 της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2011, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τους τομείς των οπωροκηπευτικών και των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (2), και ιδίως το άρθρο 136 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 543/2011 προβλέπει, κατ’ εφαρμογή των αποτελεσμάτων των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, τα κριτήρια για τον καθορισμό από την Επιτροπή των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής από τρίτες χώρες, για τα προϊόντα και τις περιόδους που ορίζονται στο παράρτημα XVI μέρος A του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Η κατ’ αποκοπή τιμή εισαγωγής υπολογίζεται κάθε εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 136 παράγραφος 1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011, λαμβανομένων υπόψη των ημερήσιων μεταβλητών στοιχείων. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Οι κατ’ αποκοπή τιμές εισαγωγής που αναφέρονται στο άρθρο 136 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2011 καθορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 10 Μαΐου 2012.

Για την Επιτροπή, εξ ονόματος του Προέδρου,

José Manuel SILVA RODRÍGUEZ

Γενικός Διευθυντής Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης


(1)  ΕΕ L 299 της 16.11.2007, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 157 της 15.6.2011, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Οι κατ’ αποκοπή τιμές εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου ορισμένων οπωροκηπευτικών

(ευρώ/100 kg)

Κωδικός ΣΟ

Κωδικός τρίτων χωρών (1)

Κατ’ αποκοπή τιμή εισαγωγής

0702 00 00

AL

143,3

MA

74,0

TN

124,7

TR

116,2

US

39,7

ZZ

99,6

0707 00 05

JO

200,0

TR

123,3

ZZ

161,7

0709 93 10

JO

225,1

TR

119,8

ZZ

172,5

0805 10 20

EG

46,0

IL

60,9

MA

41,9

TR

44,3

ZZ

48,3

0805 50 10

TR

81,6

ZZ

81,6

0808 10 80

AR

111,2

BR

88,9

CL

119,9

CN

97,1

MA

85,1

MK

29,3

NZ

132,7

US

132,6

UY

85,3

ZA

91,1

ZZ

97,3


(1)  Ονοματολογία των χωρών που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1833/2006 της Επιτροπής (ΕΕ L 354 της 14.12.2006, σ. 19). Ο κωδικός «ZZ» αντιπροσωπεύει «άλλες χώρες καταγωγής».


ΟΔΗΓΙΕΣ

11.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/36


ΟΔΗΓΊΑ 2012/16/ΕΕ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 10ης Μαΐου 2012

για την τροποποίηση της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με σκοπό την καταχώριση του υδροχλωρικού οξέος ως δραστικής ουσίας στο παράρτημα I

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (1), και ιδίως το άρθρο 16 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1451/2007 της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 2007, σχετικά με τη δεύτερη φάση του δεκαετούς προγράμματος εργασιών που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (2), θεσπίστηκε κατάλογος δραστικών ουσιών που πρέπει να αξιολογηθούν με σκοπό την ενδεχόμενη καταχώρισή τους στο παράρτημα I ή IA ή IB της οδηγίας 98/8/ΕΚ. Στον κατάλογο αυτό περιλαμβάνεται το υδροχλωρικό οξύ.

(2)

Κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1451/2007, το υδροχλωρικό οξύ αξιολογήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 της οδηγίας 98/8/ΕΚ για χρήση στον τύπο προϊόντων 2, απολυμαντικά για ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους και άλλα βιοκτόνα προϊόντα, που ορίζεται στο παράρτημα V της ίδιας οδηγίας.

(3)

Το κράτος μέλος που ορίστηκε ως εισηγητής είναι η Λετονία, η οποία, στις 16 Οκτωβρίου 2009, υπέβαλε στην Επιτροπή την έκθεση της αρμόδιας αρχής, συνοδευόμενη από σύσταση, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφοι 4 και 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1451/2007.

(4)

Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή εξέτασαν την έκθεση της αρμόδιας αρχής. Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1451/2007, οι διαπιστώσεις της εξέτασης ενσωματώθηκαν σε έκθεση αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνιμης επιτροπής για τα βιοκτόνα προϊόντα, στις 9 Δεκεμβρίου 2011.

(5)

Από τις διενεργηθείσες αξιολογήσεις συνάγεται ότι τα βιοκτόνα που χρησιμοποιούνται ως απολυμαντικά για ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους και άλλα βιοκτόνα προϊόντα, σύμφωνα με τον εν λόγω τύπο προϊόντων 2, και περιέχουν υδροχλωρικό οξύ, αναμένεται να ικανοποιούν τις απαιτήσεις του άρθρου 5 της οδηγίας 98/8/ΕΚ Είναι επομένως σκόπιμο να καταχωριστεί το υδροχλωρικό οξύ στο παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας.

(6)

Δεν αξιολογήθηκαν σε ενωσιακό επίπεδο όλες οι πιθανές χρήσεις. Ενδείκνυται, επομένως, να αξιολογούν τα κράτη τις χρήσεις ή τα σενάρια έκθεσης, καθώς και τους κινδύνους για τους ανθρώπινους πληθυσμούς και τα στοιχεία του περιβάλλοντος που δεν έχουν καλυφθεί αντιπροσωπευτικά από την εκτίμηση κινδύνων σε ενωσιακό επίπεδο, και κατά την έγκριση των προϊόντων, να εξασφαλίζουν τη λήψη των κατάλληλων μέτρων ή την επιβολή ειδικών όρων για τον περιορισμό των εντοπισμένων κινδύνων ώστε να φθάσουν σε αποδεκτά επίπεδα.

(7)

Λαμβανομένων υπόψη της διαβρωτικότητας της ουσίας και των προσδιορισθέντων μέτρων με τα οποία είναι δυνατόν να μετριαστεί ο σχετικός κίνδυνος, είναι σκόπιμο να απαιτείται η ελαχιστοποίηση της έκθεσης κατά τη χρήση, πλην της επαγγελματικής χρήσης, μέσω του σχεδιασμού της συσκευασίας, εκτός εάν η αίτηση έγκρισης του προϊόντος καταδεικνύει ότι είναι εφικτός ο περιορισμός των κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία σε αποδεκτά επίπεδα με άλλα μέσα.

(8)

Για να εξασφαλιστεί η ισότιμη αντιμετώπιση στην ενωσιακή αγορά των βιοκτόνων που περιέχουν τη δραστική ουσία υδροχλωρικό οξύ και να διευκολυνθεί, γενικότερα, η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς βιοκτόνων, οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να εφαρμοστούν ταυτόχρονα σε όλα τα κράτη μέλη.

(9)

Πρέπει να προβλέπεται ένα εύλογο χρονικό διάστημα πριν από την καταχώριση δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι της οδηγίας 98/8/ΕΚ, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα, αφενός στα κράτη μέλη και στα ενδιαφερόμενα μέρη να προετοιμάζονται για την ικανοποίηση των συνεπαγόμενων νέων απαιτήσεων και, αφετέρου, στους αιτούντες που έχουν καταρτίσει φακέλους, να επωφελούνται πλήρως από τη δεκαετή περίοδο προστασίας των δεδομένων η οποία αρχίζει από την ημερομηνία καταχώρισης, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο ii) της εν λόγω οδηγίας.

(10)

Μετά την καταχώριση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν εύλογα χρονικά περιθώρια για να εφαρμόσουν το άρθρο 16 παράγραφος 3 της οδηγίας 98/8/ΕΚ.

(11)

Κατά συνέπεια, θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως η οδηγία 98/8/ΕΚ.

(12)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για τα βιοκτόνα προϊόντα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα I της οδηγίας 98/8/ΕΚ τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 2

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο έως τις 30 Απριλίου 2013, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από την 1η Μαΐου 2014.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 3

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 4

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 10 Μαΐου 2012.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

José Manuel BARROSO


(1)  ΕΕ L 123 της 24.4.1998, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 325 της 11.12.2007, σ. 3.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Στο παράρτημα Ι της οδηγίας 98/8/ΕΚ προστίθεται η ακόλουθη εγγραφή:

Αριθ.

Κοινή ονομασία

Ονομασία IUPAC

Αριθμοί αναγνώρισης

Ελάχιστη καθαρότητα της δραστικής ουσίας στο βιοκτόνο, όπως διατίθεται στην αγορά

Ημερομηνία καταχώρισης

Προθεσμία συμμόρφωσης με το άρθρο 16 παράγραφος 3 (στην περίπτωση των προϊόντων που περιέχουν περισσότερες της μιας δραστικές ουσίες, η προθεσμία συμμόρφωσης με το άρθρο 16 παράγραφος 3 είναι εκείνη που καθορίζεται στην τελευταία από τις αποφάσεις καταχώρισης των δραστικών ουσιών τους)

Ημερομηνία λήξης της καταχώρισης

Τύπος προϊόντων

Ειδικές διατάξεις (1)

«56

υδροχλωρικό οξύ

υδροχλωρικό οξύ

Αριθ. CAS: δεν έχει εφαρμογή

Αριθ. ΕΚ: 231-595-7

999 g/kg

1η Μαΐου 2014

30 Απριλίου 2016

30 Απριλίου 2024

2

Κατά την εξέταση των αιτήσεων έγκρισης προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 5 και το παράρτημα VI, τα κράτη μέλη αξιολογούν, εφόσον έχει σημασία για το συγκεκριμένο προϊόν, τις χρήσεις ή τα σενάρια έκθεσης, καθώς και τους κινδύνους για τους ανθρώπινους πληθυσμούς και τα στοιχεία του περιβάλλοντος που δεν έχουν καλυφθεί αντιπροσωπευτικά από την εκτίμηση κινδύνων σε ενωσιακό επίπεδο.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εγκρίσεις προϊόντων για μη επαγγελματική χρήση υπόκεινται στον σχεδιασμό της συσκευασίας κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιείται η έκθεση του χρήστη, εκτός εάν η αίτηση έγκρισης του προϊόντος καταδεικνύει ότι είναι εφικτός ο περιορισμός των κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία σε αποδεκτά επίπεδα με άλλα μέσα.»


(1)  Για την τήρηση των κοινών αρχών του παραρτήματος VI, το περιεχόμενο και τα συμπεράσματα των εκθέσεων αξιολόγησης διατίθενται στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής: http://ec.europa.eu/comm/environment/biocides/index.htm


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

11.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/39


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΉ ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 8ης Μαΐου 2012

για την τροποποίηση της απόφασης 2008/855/ΕΚ σχετικά με μέτρα ελέγχου της υγείας των ζώων όσον αφορά την κλασική πανώλη των χοίρων στη Γερμανία

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2012) 2992]

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2012/250/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (1), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 4,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (2), και ιδίως το άρθρο 10 παράγραφος 4,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Στην απόφαση 2008/855/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με μέτρα ελέγχου της υγείας των ζώων όσον αφορά την κλασική πανώλη των χοίρων σε ορισμένα κράτη μέλη (3), θεσπίζονται ορισμένα μέτρα ελέγχου που αφορούν την κλασική πανώλη των χοίρων στα κράτη μέλη ή σε περιφέρειές τους που παρατίθενται στο παράρτημα της εν λόγω απόφασης. Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει τμήματα του εδάφους των ομόσπονδων κρατιδίων της Ρηνανίας-Παλατινάτου και της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας στη Γερμανία.

(2)

Η Γερμανία πληροφόρησε την Επιτροπή σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις όσον αφορά την κλασική πανώλη των χοίρων στους αγριόχοιρους στις περιοχές των ομόσπονδων κρατιδίων της Ρηνανίας-Παλατινάτου και της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας που παρατίθενται στο παράρτημα της απόφασης 2008/855/ΕΚ.

(3)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, η κλασική πανώλη των χοίρων στους αγριόχοιρους στα ομόσπονδα κρατίδια της Ρηνανίας-Παλατινάτου και της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας έχει εκριζωθεί. Ως εκ τούτου, τα μέτρα που προβλέπονται στην απόφαση 2008/855/ΕΚ δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται πλέον στις εν λόγω περιοχές και η εγγραφή που αφορά τη Γερμανία θα πρέπει να διαγραφεί από τον κατάλογο του μέρους I του παραρτήματος της εν λόγω απόφασης.

(4)

Κατά συνέπεια, η απόφαση 2008/855/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(5)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης επιτροπής για την τροφική αλυσίδα και την υγεία των ζώων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Στο παράρτημα της απόφασης 2008/855/ΕΚ διαγράφεται το σημείο 1 του μέρους I.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 8 Μαΐου 2012.

Για την Επιτροπή

John DALLI

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 395 της 30.12.1989, σ. 13.

(2)  ΕΕ L 224 της 18.8.1990, σ. 29.

(3)  ΕΕ L 302 της 13.11.2008, σ. 19.


III Λοιπές πράξεις

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

11.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/40


ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΫΟΥΣΑΣ ΑΡΧΉΣ ΤΗΣ ΕΖΕΣ

αριθ. 35/10/COL

της 3ης Φεβρουαρίου 2010

που τροποποιεί για 80ή φορά τους διαδικαστικούς και ουσιαστικούς κανόνες στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων με την εισαγωγή ενός νέου κεφαλαίου σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση

Η ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΖΕΣ (1),

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (2), και ιδίως τα άρθρα 61 έως 63 και το πρωτόκολλο 26,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη συμφωνία μεταξύ των κρατών ΕΖΕΣ για τη σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου (3), και ιδίως το άρθρο 24 και το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β),

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Βάσει του άρθρου 24 της συμφωνίας περί εποπτείας και Δικαστηρίου, η Αρχή θέτει σε εφαρμογή τις διατάξεις της συμφωνίας για τον ΕΟΧ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις,

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β) της συμφωνίας περί εποπτείας και Δικαστηρίου, η Αρχή εκδίδει ανακοινώσεις και κατευθυντήριες γραμμές για θέματα τα οποία άπτονται της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, εφόσον τούτο προβλέπεται ρητά από την εν λόγω συμφωνία ή από τη συμφωνία περί εποπτείας και Δικαστηρίου ή εφόσον το κρίνει αναγκαίο η Αρχή,

Οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί κανόνες στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων θεσπίστηκαν από την Αρχή στις 19 Ιανουαρίου 1994 (4),

Στις 27 Οκτωβρίου 2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εφεξής «η Επιτροπή») εξέδωσε Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση (5),

Η ανακοίνωση της Επιτροπής παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,

Πρέπει να διασφαλισθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων του ΕΟΧ για τις κρατικές ενισχύσεις σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,

Σύμφωνα με το σημείο ΙΙ του τμήματος «ΓΕΝΙΚΑ» στο τέλος του παραρτήματος ΧV της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, η Αρχή εκδίδει, κατόπιν διαβουλεύσεων με την Επιτροπή, πράξεις αντίστοιχες με αυτές που εκδίδει η Επιτροπή,

Η Αρχή διεξήγαγε διαβουλεύσεις με την Επιτροπή και με τα κράτη ΕΖΕΣ με επιστολές σχετικά με το εξεταζόμενο θέμα της 26ης Ιανουαρίου 2010 (Αριθμοί αναφοράς 543973, 543974 και 543997),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Οι κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις τροποποιούνται με την εισαγωγή ενός νέου κεφαλαίου σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Το νέο κεφάλαιο περιέχεται στο παράρτημα της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 2

Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό.

Βρυξέλλες, 3 Φεβρουαρίου 2010.

Για την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ

Per SANDERUD

Πρόεδρος

Kurt JÄGER

Μέλος του Σώματος


(1)  Εφεξής «η Αρχή».

(2)  Εφεξής «η συμφωνία για τον ΕΟΧ».

(3)  Εφεξής «η συμφωνία περί εποπτείας και Δικαστηρίου».

(4)  Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή και ερμηνεία των άρθρων 61 και 62 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 3 της Συμφωνίας περί εποπτείας και Δικαστηρίου, οι οποίες εγκρίθηκαν και εκδόθηκαν από την Αρχή στις 19 Ιανουαρίου 1994, δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΕΕ») L 231 της 3.9.1994, σ. 1 και στο συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 32 της 3.9.1994, σ. 1 (εφεξής «κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις»). Η επίκαιρη έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις είναι δημοσιευμένη στο διαδικτυακό τόπο της Αρχής: http://www.eftasurv.int/fieldsofwork/fieldstateaid/state_aid_guidelines.

(5)  ΕΕ C 257 της 27.10.2009, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ  (1)

1.   Εισαγωγή και πεδίο εφαρμογής

(1)

Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα. Η κατάργηση των μονοπωλίων, η εμφάνιση νέων ανταγωνιστών και οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις μετέβαλαν ουσιαστικά το ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η τηλεοπτική μετάδοση αποτελούσε παραδοσιακά δραστηριότητα με περιορισμένη πρόσβαση και εξαρχής ασκήθηκε κατά κύριο λόγο από δημόσιες επιχειρήσεις με μονοπωλιακό καθεστώς, κυρίως λόγω του περιορισμένου αριθμού διαθέσιμων ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων και των σημαντικών φραγμών εισόδου.

(2)

Τη δεκαετία του 1970, ωστόσο, οι οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις παρείχαν όλο και μεγαλύτερη δυνατότητα στα κράτη ΕΖΕΣ να χορηγούν και σε άλλους φορείς άδειες ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων. Τα κράτη ΕΖΕΣ αποφάσισαν έτσι να ανοίξουν την αγορά στον ανταγωνισμό, γεγονός που προσέφερε περισσότερες επιλογές στους καταναλωτές, αφού είχαν πλέον στη διάθεσή τους πολύ περισσότερους σταθμούς και νέες υπηρεσίες. Αυτό συνέβαλε επίσης στην εμφάνιση και την επέκταση ισχυρών ευρωπαϊκών φορέων, στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, αλλά και σε μεγαλύτερη πολυφωνία στον τομέα, στοιχείο με πολύ μεγαλύτερη σημασία από την απλή ύπαρξη περισσότερων σταθμών και υπηρεσιών. Ανοίγοντας την αγορά στον ανταγωνισμό, τα κράτη ΕΖΕΣ θεώρησαν ότι πρέπει να διατηρηθεί η δημόσια ραδιοτηλεόραση προκειμένου να διασφαλιστεί η κάλυψη ορισμένων περιοχών και η ικανοποίηση αναγκών και στόχων δημόσιας πολιτικής που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα καλύπτονταν απαραίτητα στον επιθυμητό βαθμό.

(3)

Παράλληλα, ο αυξημένος ανταγωνισμός και η παρουσία χρηματοδοτούμενων από το κράτος φορέων ενέτειναν τον προβληματισμό όσον αφορά τις ισότιμες συνθήκες ανταγωνισμού, στοιχείο που επισήμαναν οι ιδιωτικοί φορείς στην Αρχή. Υποβάλλονται καταγγελίες ότι παραβιάζονται τα άρθρα 59 και 61 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ όσον αφορά την κρατική χρηματοδότηση των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.

(4)

Το προηγούμενο κεφάλαιο των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση (2) όρισε καταρχάς το πλαίσιο της κρατικής χρηματοδότησης στη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Αποτέλεσε τη σωστή βάση για να μπορέσει η Αρχή να χειριστεί υποθέσεις κρατικής χρηματοδότησης δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών.

(5)

Εν τω μεταξύ, οι τεχνολογικές αλλαγές μετέβαλαν ουσιαστικά τις αγορές των ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων και των οπτικοακουστικών μέσων. Έχουν πολλαπλασιαστεί οι πλατφόρμες και οι τεχνολογίες διανομής, όπως η ψηφιακή τηλεόραση, η τηλεόραση μέσω ΙΡ, η κινητή TV και το βίντεο κατ’ αίτηση. Η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί ο ανταγωνισμός με την είσοδο νέων φορέων στην αγορά, όπως οι επιχειρήσεις δικτύου και οι εταιρείες του Διαδικτύου. Οι τεχνολογικές εξελίξεις επέτρεψαν επίσης την εμφάνιση νέων υπηρεσιών στον τομέα των οπτικοακουστικών μέσων, όπως οι υπηρεσίες επιγραμμικής πληροφόρησης και οι μη γραμμικές υπηρεσίες ή οι υπηρεσίες κατ’ αίτηση. Η παροχή οπτικοακουστικών υπηρεσιών εμφανίζει σύγκλιση, καθώς αυξάνονται οι δυνατότητες των καταναλωτών να λαμβάνουν πολλαπλές υπηρεσίες σε μια ενιαία πλατφόρμα ή συσκευή ή να λαμβάνουν οποιαδήποτε δεδομένη υπηρεσία σε πολλαπλές πλατφόρμες ή συσκευές. Η αυξανόμενη ποικιλία των επιλογών πρόσβασης των καταναλωτών σε περιεχόμενο οπτικοακουστικών μέσων οδήγησε στον πολλαπλασιασμό των προσφερόμενων οπτικοακουστικών υπηρεσιών και τον κατακερματισμό των ακροατηρίων. Οι νέες τεχνολογίες συνέβαλαν στη βελτίωση της συμμετοχής του καταναλωτή. Το παραδοσιακό μοντέλο παθητικής κατανάλωσης έχει σταδιακά μετατραπεί σε ενεργό συμμετοχή και έλεγχο του περιεχομένου από τους καταναλωτές. Για να συμβαδίσουν με τις νέες προκλήσεις, τόσο οι δημόσιοι όσο και οι ιδιωτικοί ραδιοτηλεοπτικοί φορείς διαφοροποίησαν τις δραστηριότητές τους, στρεφόμενοι σε νέες πλατφόρμες διανομής και επεκτείνοντας το φάσμα των υπηρεσιών τους. Πιο πρόσφατα, αυτή η διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης που χρηματοδοτούνται με κρατικούς πόρους (όπως το επιγραμμικό περιεχόμενο και οι θεματικοί σταθμοί) πυροδότησε σειρά καταγγελιών εκ μέρους άλλων παραγόντων της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των εκδοτών.

(6)

Στην απόφαση Altmark  (3) του 2003, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «το Δικαστήριο») καθόρισε τις προϋποθέσεις με τις οποίες η αντιστάθμιση της παροχής δημόσιας υπηρεσίας δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Το 2005, η Αρχή εξέδωσε ένα νέο Κεφάλαιο για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας (4) και το περιέλαβε στις κατευθυντήριες γραμμές της για τις κρατικές ενισχύσεις. Ακόμη, το 2006, η απόφαση 2005/842/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Νοεμβρίου 2005, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 86 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας που χορηγούνται σε ορισμένες επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (5) ενσωματώθηκε στη συμφωνία για τον ΕΟΧ ως πράξη που αναφέρεται στο σημείο 1 η) του παραρτήματος XV της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, όπως προσαρμόστηκε με το πρωτόκολλο 1 (εφεξής «απόφαση 2005/842/ΕΚ») (6). Τα κράτη ΕΖΕΣ είναι σε φάση ενσωμάτωσης της οδηγίας 2007/65/ΕΚ (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων) (7) που επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για τον οπτικοακουστικό τομέα στον ΕΟΧ σε νέες υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων.

(7)

Αυτές οι αλλαγές στην αγορά και στο νομικό πλαίσιο κατέστησαν αναγκαία την επικαιροποίηση του κεφαλαίου σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Στο σχέδιο δράσης 2005 για τις κρατικές ενισχύσεις (8) ανακοινώθηκε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εφεξής «η Επιτροπή») θα «επανεξετάσει την ανακοίνωσή της για την εφαρμογή των κανόνων κρατικών ενισχύσεων στις δημόσιες υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων. Στον τομέα των δραστηριοτήτων δημόσιας ραδιοτηλεόρασης έχουν προκύψει νέα ζητήματα, ιδίως με την ανάπτυξη των νέων ψηφιακών τεχνολογιών και των υπηρεσιών που συνδέονται με το Διαδίκτυο».

(8)

Το 2008 και το 2009, η Αρχή και τα κράτη ΕΖΕΣ έλαβαν μέρος στις δημόσιες διαβουλεύσεις της Επιτροπής για την αναθεώρηση της ανακοίνωσης του 2001 σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση (9). Το παρόν κεφάλαιο εδραιώνει την πρακτική της Επιτροπής και της Αρχής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων με προσανατολισμό στο μέλλον, βάσει των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν κατά τη δημόσια διαβούλευση. Αποσαφηνίζει τις αρχές που ακολουθεί η Αρχή κατά την εφαρμογή των άρθρων 61 και 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ όσον αφορά τη δημόσια χρηματοδότηση των οπτικοακουστικών υπηρεσιών στον τομέα των ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων (10), συνεκτιμώντας τις τελευταίες εξελίξεις στην αγορά και τις πρόσφατες νομικές εξελίξεις. Το παρόν κεφάλαιο εκδίδεται με την επιφύλαξη της εφαρμογής των κανόνων της εσωτερικής αγοράς και των θεμελιωδών ελευθεριών που ισχύουν στον τομέα των ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων.

2.   Ο ρόλος της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης

(9)

Η δημόσια ραδιοτηλεόραση, μολονότι έχει σαφή οικονομική σημασία, δεν μπορεί να συγκριθεί με τις δημόσιες υπηρεσίες άλλων οικονομικών τομέων. Δεν υπάρχει άλλη υπηρεσία που να διαθέτει ταυτόχρονα τόσο ευρεία πρόσβαση στον πληθυσμό, να του παρέχει τόσο μεγάλο όγκο πληροφοριών και περιεχομένου και, με τον τρόπο αυτό, να εκφράζει και να επηρεάζει τόσο τις προσωπικές απόψεις όσο και την κοινή γνώμη.

(10)

Επιπλέον, η ραδιοτηλεόραση εκλαμβάνεται εν γένει ως ιδιαίτερα αξιόπιστη πηγή πληροφοριών και αντιπροσωπεύει, για ένα μη αμελητέο τμήμα του πληθυσμού, την κύρια πηγή ενημέρωσης. Εμπλουτίζει έτσι τη δημόσια συζήτηση και εν τέλει μπορεί να διασφαλίσει τη δίκαιη συμμετοχή όλων των πολιτών στη δημόσια ζωή. Σχετικά με το θέμα αυτό, έχουν θεμελιώδη σημασία οι εγγυήσεις ως προς την ανεξαρτησία των ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, σύμφωνα με τη γενική αρχή της ελευθερίας της έκφρασης, όπως έχει περιληφθεί στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, μια γενική αρχή δικαίου την τήρηση της οποίας διασφαλίζει το Δικαστήριο (11).

(11)

Ο ρόλος της δημόσιας υπηρεσίας (12) αναγνωρίζεται εν γένει από τη συμφωνία για τον ΕΟΧ, και ιδίως το άρθρο 59 παράγραφος 2, που αναφέρει τα ακόλουθα:

«Οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας συμφωνίας, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει, εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων, την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον των συμβαλλομένων μερών.»

(12)

Η σημασία της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας για την κοινωνική, δημοκρατική και πολιτιστική ζωή επιβεβαιώθηκε εκ νέου στην Πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 33 του παραρτήματος XI της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (Ψήφισμα του Συμβουλίου και των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών που συνήλθαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου της 25ης Ιανουαρίου 1999 σχετικά με τις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες)  (13), όπως προσαρμόστηκε με το πρωτόκολλο 1 του ψηφίσματος (εφεξής «ψήφισμα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση») (14). Όπως αναφέρει το ψήφισμα για τις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες, «η ευρεία πρόσβαση του κοινού, χωρίς διακρίσεις και βάσει ισότητος ευκαιριών, σε διάφορα κανάλια και υπηρεσίες αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση προκειμένου να εκπληρωθεί η ειδική υποχρέωση της παροχής δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών». Επιπλέον, η δημόσια ραδιοτηλεόραση πρέπει «να επωφελείται της τεχνολογικής προόδου», να μεταφέρει «στο κοινό τα οφέλη των νέων οπτικοακουστικών και ενημερωτικών υπηρεσιών και των νέων τεχνολογιών» και να αναλάβει «την ανάπτυξη και την διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων στην ψηφιακή εποχή της τεχνολογίας». Τέλος, «οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν ευρύ φάσμα προγραμμάτων σύμφωνα με την αποστολή τους, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη, ώστε να απευθύνονται σε ολόκληρη την κοινωνία· στο πλαίσιο αυτό νομιμοποιούνται οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί να στοχεύουν σε ένα ευρύ κοινό».

(13)

Ο ρόλος της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στην προώθηση της πολιτιστικής πολυμορφίας αναγνωρίστηκε και από τη Σύμβαση της UNESCO του 2005 για την προστασία και την προώθηση της πολυμορφίας της πολιτιστικής έκφρασης (15). Στη σύμβαση αναφέρεται ότι κάθε μέρος μπορεί να υιοθετήσει «μέτρα που προορίζονται να προστατεύουν και να προάγουν την πολυμορφία της πολιτιστικής έκφρασης στο έδαφός του». Αυτά τα μέτρα μπορεί, μεταξύ άλλων, να περιλαμβάνουν: «μέτρα που στοχεύουν στην προαγωγή της πολυμορφίας των μέσων ενημέρωσης, και μέσω των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων» (16).

(14)

Οι αξίες αυτές της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης είναι εξίσου σημαντικές στο ταχέως μεταβαλλόμενο νέο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης. Αυτό τονίζεται επίσης στις συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την πολυφωνία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και την ποικιλομορφία του περιεχομένου των μέσων (17), καθώς και την αποστολή των μέσων ενημέρωσης δημόσιας υπηρεσίας στην κοινωνία της πληροφορίας (18). Η τελευταία σύσταση καλεί τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να «εξασφαλίσουν δημόσιες υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων (…) με διαφάνεια και υπευθυνότητα» και να «διευκολύνουν τη δημόσια ραδιοτηλεόραση να ανταποκριθεί πλήρως και αποτελεσματικά στις προκλήσεις της κοινωνίας της πληροφορίας, σεβόμενη τη διττή δημόσια/ιδιωτική διάρθρωση του ευρωπαϊκού τοπίου των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και μεριμνώντας για τα ζητήματα αγοράς και ανταγωνισμού».

(15)

Παράλληλα και με την επιφύλαξη των ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εμπορικοί ραδιοτηλεοπτικοί φορείς, ορισμένοι από τους οποίους υπόκεινται στην υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην εκπλήρωση των στόχων του ψηφίσματος σχετικά με τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, στο μέτρο που συμβάλλουν στην πολυφωνία, εμπλουτίζουν τη συζήτηση για πολιτιστικά και πολιτικά θέματα και διευρύνουν την επιλογή προγραμμάτων. Εξάλλου, οι εκδότες εφημερίδων και άλλων έντυπων μέσων είναι επίσης σημαντικοί εγγυητές της αντικειμενικής ενημέρωσης του κοινού και της δημοκρατίας. Δεδομένου ότι οι εν λόγω φορείς ανταγωνίζονται σήμερα με τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς στο Διαδίκτυο, οι δυνητικές αρνητικές συνέπειες που θα είχαν ενδεχομένως οι κρατικές ενισχύσεις προς τη δημόσια ραδιοτηλεόραση στην ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών προτύπων αφορούν όλους αυτούς τους ιδιωτικούς παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων. Όπως αναφέρει η οδηγία 2007/65/ΕΚ (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων), «η συνύπαρξη ιδιωτικών και δημόσιων παρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων αποτελεί στοιχείο που διακρίνει την ευρωπαϊκή αγορά οπτικοακουστικών μέσων.» Πράγματι, είναι προς το κοινό συμφέρον η διατήρηση της πολυφωνίας των δημόσιων και ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης για να υπάρχει ισορροπημένη προσφορά στο σημερινό δυναμικό περιβάλλον των μέσων.

3.   Το νομικό πλαίσιο

(16)

Κατά την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών στοιχείων. Η αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων βασίζεται στο άρθρο 61 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ για τις κρατικές ενισχύσεις και στο άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και των κανόνων ανταγωνισμού ειδικότερα σε υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Το πρωτόκολλο 3 της συμφωνίας περί εποπτείας και Δικαστηρίου (εφεξής «πρωτόκολλο 3») θέσπισε τους διαδικαστικούς κανόνες στις υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων.

(17)

Η συμφωνία για τον ΕΟΧ δεν περιέχει διάταξη παρόμοια με το άρθρο 167 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΣΛΕΕ») (πρώην άρθρο 151 της Συνθήκης ΕΚ) σχετικά με τον πολιτισμό ούτε «πολιτιστική εξαίρεση» για ενισχύσεις που αποσκοπούν στην προώθηση του πολιτισμού παρόμοια με αυτήν που προβλέπει το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της ΣΛΕΕ [πρώην άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της Συνθήκης ΕΚ]. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η εξαίρεση για παρόμοια μέτρα. Όπως έχει αποδεχθεί η Αρχή σε προηγούμενες υποθέσεις, τα εν λόγω μέτρα στήριξης θα μπορούσαν να εγκριθούν για πολιτιστικούς λόγους βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (19).

(18)

Το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τις «υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων» συντονίζεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο από την οδηγία 2007/65/ΕΚ (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων). Οι απαιτήσεις δημοσιονομικής διαφάνειας που αφορούν τις δημόσιες επιχειρήσεις ρυθμίζονται από την πράξη που αναφέρεται στο σημείο 1 α) του παραρτήματος XV της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (Οδηγία 2006/111/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2006, για τη διαφάνεια των χρηματοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων καθώς και για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια εντός ορισμένων επιχειρήσεων)  (20), όπως προσαρμόστηκε με το πρωτόκολλο 1 (εφεξής «οδηγία 2006/111/ΕΚ (οδηγία περί διαφάνειας)») (21).

(19)

Οι κανόνες αυτοί υπόκεινται στην ερμηνεία του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ στο πλαίσιο του «πυλώνα ΕΖΕΣ» και του Δικαστηρίου στο πλαίσιο του «πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Η Αρχή έχει επίσης εκδώσει διάφορες σειρές κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις που αντιστοιχούν σε παρόμοιες κατευθυντήριες γραμμές με αυτές που εξέδωσε η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, το 2005, η Αρχή εξέδωσε το κεφάλαιο για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για παροχή δημόσιας υπηρεσίας και το 2006 ενσωματώθηκε στη συμφωνία για τον ΕΟΧ η απόφαση 2005/842/ΕΚ που διασαφηνίζει τις απαιτήσεις του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται επίσης και στον τομέα της ραδιοτηλεόρασης, εφόσον πληρούνται οι όροι του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της απόφασης 2005/842/ΕΚ (22).

4.   Εφαρμογή του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

4.1.   Ο χαρακτήρας κρατικής ενίσχυσης της χρηματοδότησης δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων

(20)

Σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, η έννοια της κρατικής ενίσχυσης περιλαμβάνει τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) πρέπει να πρόκειται για παρέμβαση εκ μέρους του κράτους ή μέσω κρατικών πόρων· β) η παρέμβαση πρέπει να επηρεάζει το μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών εμπόριο· γ) ο δικαιούχος πρέπει να αντλεί πλεονέκτημα από αυτήν· δ) πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (23). Η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης πρέπει να αξιολογείται αντικειμενικά, με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ.

(21)

Βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, το καθοριστικό στοιχείο κάθε αξιολόγησης του περιεχομένου κρατικής ενίσχυσης είναι το αποτέλεσμα της κρατικής παρέμβασης και όχι ο σκοπός της. Συνήθως, η δημόσια ραδιοτηλεόραση χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό ή από εισφορά που επιβάλλεται στους κατόχους τηλεοπτικών συσκευών. Σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, το κράτος συνεισφέρει κεφάλαια ή παραγράφει χρέη των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων. Τα χρηματοδοτικά μέτρα αυτού του είδους απορρέουν συνήθως από τις δημόσιες αρχές και συνεπάγονται τη μεταφορά κρατικών πόρων (24).

(22)

Η χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης από το κράτος μπορεί επίσης εν γένει να θεωρηθεί ότι επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Όπως παρατηρεί το Δικαστήριο «όταν μια κρατική ενίσχυση ή ενίσχυση μέσω κρατικών πόρων ενισχύει τη θέση μιας επιχείρησης σε σχέση με άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, θεωρείται ότι οι επιχειρήσεις αυτές επηρεάζονται από την ενίσχυση» (25). Αυτό ισχύει σαφώς στην περίπτωση της αγοράς και πώλησης δικαιωμάτων μετάδοσης που συχνά πραγματοποιείται σε διεθνές επίπεδο. Επίσης η διαφήμιση, στην περίπτωση δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων στους οποίους επιτρέπεται να πωλούν διαφημιστικό χώρο, έχει διασυνοριακές επιπτώσεις, ιδιαίτερα στις ομοιογενείς γλωσσικές ζώνες που εκτείνονται και στις δύο πλευρές των εθνικών συνόρων. Ακόμη, η μετοχική σύνθεση των εμπορικών ραδιοτηλεοπτικών φορέων μπορεί να επεκτείνεται σε περισσότερα κράτη ΕΖΕΣ. Επιπλέον, οι υπηρεσίες που παρέχονται στο Διαδίκτυο έχουν κατά κανόνα παγκόσμια εμβέλεια.

(23)

Όσον αφορά την ύπαρξη πλεονεκτήματος, το Δικαστήριο διευκρίνισε στην υπόθεση Altmark ότι οι αντισταθμίσεις για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις εφόσον πληρούνται σωρευτικά τέσσερα κριτήρια. Πρώτον, η δικαιούχος επιχείρηση πρέπει να είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, και η υποχρέωση αυτή πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένη. Δεύτερον, οι βασικές παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση πρέπει να έχουν προσδιορισθεί προηγουμένως αντικειμενικά και με διαφάνεια. Τρίτον, η αντιστάθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που είναι αναγκαίο για την κάλυψη όλων ή μέρους των δαπανών που προκύπτουν από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων καθώς και ενός εύλογου κέρδους. Τέλος, όταν η επιλογή της επιχείρησης στην οποία πρόκειται να ανατεθεί η εκπλήρωση υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας σε συγκεκριμένη περίπτωση δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας σύναψης δημοσίας σύμβασης, η οποία προσφέρει τη δυνατότητα επιλογής του υποψηφίου που είναι σε θέση να παράσχει τις σχετικές υπηρεσίες με το χαμηλότερο για το κοινωνικό σύνολο κόστος, το επίπεδο της απαραίτητης αντιστάθμισης πρέπει να καθορίζεται βάσει ανάλυσης των δαπανών στις οποίες θα προέβαινε μια μέση επιχείρηση με χρηστή διαχείριση και κατάλληλο εξοπλισμό, ώστε να μπορεί να πληροί τις απαιτήσεις δημόσιας υπηρεσίας, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις αυτές.

(24)

Στο μέτρο που η χρηματοδότηση δεν πληροί τους ανωτέρω όρους, θεωρείται ότι ευνοεί επιλεκτικά ορισμένους μόνο ραδιοτηλεοπτικούς φορείς και, κατά συνέπεια, ότι νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.

4.2.   Χαρακτήρας των ενισχύσεων: οι υφιστάμενες ενισχύσεις σε αντιδιαστολή με τις νέες ενισχύσεις

(25)

Τα καθεστώτα χρηματοδότησης που ισχύουν σήμερα στα περισσότερα κράτη ΕΖΕΣ θεσπίστηκαν πριν από πολλά χρόνια. Συνεπώς, η Αρχή πρέπει να ελέγξει προηγουμένως αν τα καθεστώτα αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως «υφιστάμενες ενισχύσεις» κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 του μέρους Ι του πρωτοκόλλου 3. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, σε συνεργασία με τα κράτη ΕΖΕΣ, εξετάζει διαρκώς όλα τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά. Τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη ή η λειτουργία της συμφωνίας για τον ΕΟΧ».

(26)

Σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο β) σημείο i) μέρους ΙΙ του πρωτοκόλλου 3 νοούνται ως υφιστάμενες ενισχύσεις «… όλες οι ενισχύσεις οι οποίες υφίσταντο πριν από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας για τον ΕΟΧ στο οικείο κράτος μέλος της ΕΖΕΣ, δηλ. συστήματα ενισχύσεων και καθεστώτα ατομικών ενισχύσεων που είχαν τεθεί σε εφαρμογή πριν και εφαρμόζονται ακόμη και μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας για τον ΕΟΧ».

(27)

Σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο β) σημείο v) του μέρους ΙΙ του πρωτοκόλλου 3, θεωρείται υφιστάμενη ενίσχυση και «κάθε ενίσχυση που μπορεί να αποδειχθεί ότι όταν τέθηκε σε εφαρμογή δεν συνιστούσε ενίσχυση, αλλά στη συνέχεια έγινε ενίσχυση λόγω της εξέλιξης του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και χωρίς να μεταβληθεί από το κράτος ΕΖΕΣ».

(28)

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (26), η Αρχή πρέπει να ελέγχει αν το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο χορηγήθηκε η ενίσχυση έχει αλλάξει μετά την έγκρισή του. Η Αρχή πιστεύει ότι η πλέον ενδεδειγμένη είναι η κατά περίπτωση προσέγγιση (27), η οποία λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που συνδέονται με το ραδιοτηλεοπτικό σύστημα του συγκεκριμένου κράτους ΕΖΕΣ.

(29)

Σύμφωνα με την νομολογία στην υπόθεση Γιβραλτάρ  (28), δεν πρέπει να θεωρείται ότι κάθε μεταβολή υφιστάμενης ενίσχυσης μετατρέπει την υφιστάμενη ενίσχυση σε νέα ενίσχυση. Σύμφωνα με το Γενικό Δικαστήριο, «μόνο στην περίπτωση που η τροποποίηση επηρεάζει την ίδια την ουσία του αρχικού καθεστώτος μεταβάλλεται το καθεστώς αυτό σε νέο καθεστώς ενισχύσεων. Όμως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για τέτοια ουσιώδη τροποποίηση, όταν το νέο στοιχείο μπορεί σαφώς να αποσπαστεί από το αρχικό καθεστώς».

(30)

Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, στην πρακτική της για τη λήψη αποφάσεων η Αρχή εξετάζει εν γένει: α) εάν το αρχικό καθεστώς χρηματοδότησης για δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς συνιστά υφιστάμενη ενίσχυση σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στις παραγράφους 26 και 27 ανωτέρω· β) εάν οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις επηρεάζουν την πραγματική ουσία του αρχικού μέτρου (δηλ. τον χαρακτήρα του πλεονεκτήματος ή την πηγή της χρηματοδότησης, τον σκοπό της ενίσχυσης, τους δικαιούχους ή το πεδίο εφαρμογής των δραστηριοτήτων των δικαιούχων) ή αν οι τροποποιήσεις αυτές έχουν μάλλον καθαρά τυπικό ή διοικητικό χαρακτήρα· και γ) στην περίπτωση που οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις είναι ουσιώδεις, εάν μπορούν να διαχωριστούν από το αρχικό μέτρο, και στην περίπτωση αυτή μπορούν να εκτιμηθούν χωριστά, ή εάν δεν μπορούν να διαχωριστούν από το αρχικό μέτρο οπότε το αρχικό μέτρο μετατρέπεται στο σύνολό του σε νέα ενίσχυση.

5.   Αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των κρατικών ενισχύσεων βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 3 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

(31)

Παρά το γεγονός ότι η αντιστάθμιση για την παροχή δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας αξιολογείται συνήθως βάσει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, οι εξαιρέσεις του άρθρου 61 παράγραφος 3 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ μπορούν καταρχήν να εφαρμοστούν και στον τομέα των ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.

(32)

Η συμφωνία για τον ΕΟΧ δεν περιέχει διάταξη που να αντιστοιχεί στο άρθρο 167 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ το οποίο υποχρεώνει την Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη τις πολιτιστικές πτυχές στις δράσεις της δυνάμει άλλων διατάξεων της ΣΛΕΕ, αποβλέποντας ειδικότερα στο σεβασμό και στην προώθηση της πολυμορφίας των πολιτισμών της. Ούτε προβλέπει εξαίρεση σε θέματα πολιτισμού ανάλογη με αυτήν του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της ΣΛΕΕ, η οποία δίνει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να κρίνει συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά τις κρατικές ενισχύσεις που προωθούν τον πολιτισμό, εφόσον αυτές δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών και του ανταγωνισμού στην Κοινότητα κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η εφαρμογή των διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων δεν παρέχει καμία δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη τα ζητήματα του πολιτισμού. Το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου 31 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ αναγνωρίζει επίσης την ανάγκη ενίσχυσης της πολιτιστικής συνεργασίας. Ως προς αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι η Αρχή θέσπισε στο πλαίσιο της πρακτικής της κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών και συναφών με τις ταινίες δραστηριοτήτων ότι θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά κατ’ εφαρμογή του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ μέτρα υπέρ της παραγωγής κινηματογραφικών και οπτικοακουστικών προϊόντων, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα κριτήρια που καθόρισε η Επιτροπή και ότι η σχετική προσέγγιση δεν παρεκκλίνει από την πρακτική που εφάρμοζε η Επιτροπή πριν από τη θέσπιση του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της ΣΛΕΕ (29).

(33)

Η Αρχή είναι αρμόδια να αποφασίζει για την εφαρμογή κάθε διάταξης για εξαίρεση βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 3 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και για το πώς πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πολιτιστικές πτυχές. Πρέπει να υπενθυμισθεί ότι οι διατάξεις σχετικά με τις εξαιρέσεις από την απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο περιοριστικό. Συνεπώς, η Αρχή εκτιμά ότι η εξαίρεση για τα θέματα του πολιτισμού μπορεί να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που το πολιτιστικό προϊόν είναι σαφώς προσδιορισμένο ή προσδιορίσιμο (30). Ακόμη, η Αρχή εκτιμά ότι η έννοια του πολιτισμού πρέπει να εφαρμόζεται στο περιεχόμενο και τη φύση του εξεταζόμενου προϊόντος και όχι στο μέσο ή στην καθαυτό διανομή του (31). Επιπλέον, πρέπει να γίνεται διάκριση ανάμεσα στις εκπαιδευτικές και δημοκρατικές ανάγκες ενός κράτους ΕΖΕΣ και στην προβολή του πολιτισμού (32).

(34)

Οι κρατικές ενισχύσεις σε δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς δεν κάνουν συνήθως διάκριση ανάμεσα στις πολιτιστικές, δημοκρατικές και εκπαιδευτικές ανάγκες της κοινωνίας. Μια ενίσχυση δεν μπορεί καταρχήν να εγκριθεί ως ενίσχυση στον πολιτισμό βάσει του άρθρου 61 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, εκτός εάν η χρηματοδότηση αποσκοπεί ειδικά στην προώθηση πολιτιστικών στόχων. Οι κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση παρέχονται εν γένει με τη μορφή αντιστάθμισης για την εκπλήρωση της εντολής παροχής δημόσιας υπηρεσίας και αξιολογούνται σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, με βάση τα κριτήρια που θεσπίζονται στο παρόν κεφάλαιο.

6.   Αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των κρατικών ενισχύσεων βάσει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ

(35)

Σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ: «οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας συμφωνίας, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει, εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων, την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον των συμβαλλομένων μερών.»

(36)

Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα αποφανθεί ότι το άρθρο 106 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΚ), που αντιστοιχεί στο άρθρο 59 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, προβλέπει παρέκκλιση και συνεπώς πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά. Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, για να λάβει ένα μέτρο αυτή την παρέκκλιση, είναι αναγκαίο να πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

πρέπει να πρόκειται για υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος και να ορίζεται σαφώς ως τέτοια υπηρεσία από το κράτος μέλος (ορισμός) (33)·

ii)

η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας (ανάθεση) πρέπει να έχει ανατεθεί ρητά στην εν λόγω επιχείρηση από το κράτος μέλος (34)·

iii)

η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης (στην περίπτωση αυτή, η απαγόρευση χορήγησης κρατικών ενισχύσεων) πρέπει να εμποδίζει την πραγματοποίηση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στην επιχείρηση και η απαλλαγή από τους εν λόγω κανόνες δεν πρέπει να επηρεάζει την ανάπτυξη των συναλλαγών σε βαθμό αντίθετο με το συμφέρον της Κοινότητας (κριτήριο αναλογικότητας) (35).

(37)

Στην ειδική περίπτωση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, η ανωτέρω προσέγγιση πρέπει να προσαρμοσθεί με βάση το ψήφισμα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, το οποίο αναφέρεται στην «εκπλήρωση του στόχου της δημόσιας υπηρεσίας, έτσι όπως την έχει θεσμοθετήσει, οριοθετήσει και οργανώσει κάθε κράτος μέλος» (ορισμός και ανάθεση), ώστε να παρέχεται εξαίρεση από τους κανόνες της συνθήκης για την χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης «εφόσον η χρηματοδότηση αυτή παρέχεται σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς για την εκπλήρωση του στόχου της δημόσιας υπηρεσίας, (…) και (…) δεν επηρεάζει τις συνθήκες του εμπορίου και του ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας σε βαθμό αντιβαίνοντα στο κοινό συμφέρον, ενώ λαμβάνεται υπόψη και η πραγματοποίηση του στόχου που εξυπηρετεί αυτή η δημόσια υπηρεσία» (αναλογικότητα).

(38)

Η Αρχή είναι αρμόδια να αξιολογεί, με βάση τα στοιχεία που παρέχουν τα κράτη ΕΖΕΣ, αν πληρούνται τα εν λόγω κριτήρια. Όσον αφορά τον ορισμό της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας, ο ρόλος της Αρχής είναι να ελέγχει αν υπάρχουν προφανή σφάλματα (βλ. τμήμα 6.1). Η Αρχή ελέγχει επίσης αν υπάρχει ρητή ανάθεση και αποτελεσματική εποπτεία όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας (βλ. τμήμα 6.2).

(39)

Κατά την εφαρμογή του κριτηρίου της αναλογικότητας, η Αρχή εκτιμά αν η νόθευση του ανταγωνισμού που ενδεχομένως προκύπτει από την αντιστάθμιση της παροχής δημόσιας υπηρεσίας δικαιολογείται από την ανάγκη παροχής αυτής της υπηρεσίας και εξασφάλισης της χρηματοδότησής της. Η Αρχή εκτιμά, ιδίως βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που οφείλουν να προσκομίζουν τα κράτη ΕΖΕΣ, αν υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις ότι θα αποτραπούν οι δυσανάλογες επιπτώσεις της δημόσιας χρηματοδότησης, η υπεραντιστάθμιση και η διεπιδότηση και ότι οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί θα τηρήσουν τους όρους της αγοράς κατά τις εμπορικές τους δραστηριότητες (βλ. τμήματα 6.3 και επόμενα).

(40)

Η ανάλυση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις για τις κρατικές ενισχύσεις πρέπει να βασίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε εθνικού συστήματος. Η Αρχή γνωρίζει τις διαφορές ανάμεσα στα εθνικά συστήματα ραδιοτηλεόρασης και στα λοιπά χαρακτηριστικά των αγορών μέσων ενημέρωσης των κρατών ΕΖΕΣ. Συνεπώς, η αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των κρατικών ενισχύσεων στη δημόσια ραδιοτηλεόραση βάσει του άρθρου 59 παράγραφος 2 γίνεται για κάθε περίπτωση χωριστά, σύμφωνα με την πρακτική της Επιτροπής και της Αρχής (36), και είναι σύμφωνη με τις βασικές αρχές που εκτίθενται στα επόμενα τμήματα.

(41)

Η Αρχή θα λάβει επίσης υπόψη τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν ορισμένα κράτη ΕΖΕΣ όσον αφορά τη συλλογή των απαιτούμενων κεφαλαίων, αν το κόστος της δημόσιας υπηρεσίας ανά κάτοικο είναι, με αμετάβλητα τα λοιπά δεδομένα, υψηλότερο (37), συνεκτιμώντας εξίσου τα δυνητικά προβλήματα άλλων μέσων ενημέρωσης σε αυτά τα κράτη μέλη.

(42)

Όπως συνάγεται από την πρακτική της Επιτροπής και της Αρχής, ένα μέτρο που δεν πληροί όλα τα κριτήρια Altmark θα πρέπει να αναλύεται με βάση το άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ και το αντίστοιχο άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (38).

6.1.   Ορισμός της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας

(43)

Για να ικανοποιείται η προϋπόθεση που αναφέρεται ανωτέρω στο σημείο 36 (i) για την εφαρμογή του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί επίσημος ορισμός της εντολής παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Μόνο τότε θα μπορεί η Αρχή να αξιολογεί αν ισχύει η εξαίρεση του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, με επαρκή ασφάλεια δικαίου για τις αποφάσεις της.

(44)

Ο ορισμός της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών ΕΖΕΣ, τα οποία μπορούν να αποφασίζουν σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, σύμφωνα με την εθνική έννομη τάξη τους. Σε γενικές γραμμές, κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η έννοια των «υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος» (εφεξής «ΥΓΟΣ»).

(45)

Ο ορισμός της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας από τα κράτη ΕΖΕΣ πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ακριβέστερος. Δεν πρέπει να αφήνει περιθώρια αμφιβολίας σχετικά με το αν κάποια δραστηριότητα του εντολοδόχου φορέα θεωρείται από το κράτος ΕΖΕΣ ότι περιλαμβάνεται στην ανάθεση δημόσιας υπηρεσίας ή όχι. Χωρίς σαφή και ακριβή ορισμό των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, η Αρχή δεν μπορεί να επιτελέσει το έργο της βάσει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και, συνεπώς, δεν μπορεί να χορηγεί καμία απαλλαγή βάσει της διάταξης αυτής.

(46)

Ο σαφής προσδιορισμός των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από την αποστολή δημόσιας υπηρεσίας είναι επίσης σημαντικός για τους μη κρατικούς φορείς, προκειμένου να μπορούν να προγραμματίζουν τις δραστηριότητές τους. Επιπλέον, οι όροι της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας πρέπει να είναι αρκούντως ακριβείς, ώστε οι αρχές των κρατών ΕΖΕΣ να μπορούν να παρακολουθούν αποτελεσματικά την τήρησή τους, όπως περιγράφονται στα ακόλουθα κεφάλαια.

(47)

Παράλληλα, λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα του ραδιοτηλεοπτικού τομέα και της ανάγκης να διαφυλαχθεί η δημοσιογραφική ανεξαρτησία των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων, ένας ποιοτικός ορισμός, που αναθέτει σε συγκεκριμένο ραδιοτηλεοπτικό φορέα την υποχρέωση να παρέχει ευρύ φάσμα προγραμμάτων και ισορροπημένη και διαφοροποιημένη προσφορά εκπομπών, θεωρείται εν γένει θεμιτός, σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ (39). Ο ορισμός αυτός θεωρείται εν γένει σύμφωνος με τον στόχο εκπλήρωσης των δημοκρατικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών μιας συγκεκριμένης κοινωνίας και τη διασφάλιση της πολυφωνίας, καθώς και της πολιτισμικής και γλωσσικής πολυμορφίας. Όπως έχει αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο, η νομιμότητα των ευρέως προσδιοριζόμενων υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας στηρίζεται στην ύπαρξη ποιοτικών απαιτήσεων για τις υπηρεσίες που παρέχει ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας (40). Ο ορισμός της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας μπορεί επίσης να αντανακλά την ανάπτυξη και διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων στην ψηφιακή εποχή και να περιλαμβάνει οπτικοακουστικές υπηρεσίες σε όλες τις πλατφόρμες διανομής.

(48)

Όσον αφορά τον ορισμό της δημόσιας υπηρεσίας στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, ο ρόλος της Αρχής περιορίζεται στον έλεγχο προφανών παραβάσεων. Η Αρχή δεν έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει ποια προγράμματα πρέπει να παρέχονται και να χρηματοδοτούνται ως υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, ούτε να αμφισβητεί τον χαρακτήρα ή την ποιότητα κάποιου προϊόντος. Ο ορισμός της εντολής δημόσιας υπηρεσίας θα ήταν, ωστόσο, προδήλως λανθασμένος αν περιλάμβανε δραστηριότητες που δεν θα μπορούσαν, λογικά, να θεωρηθούν ότι ανταποκρίνονται στις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες κάθε κοινωνίας. Αυτό κατά κανόνα θα ίσχυε στην περίπτωση της διαφήμισης, του ηλεκτρονικού εμπορίου, της τηλεαγοράς, της χρήσης κλήσεων προστιθέμενου τέλους σε εμπορικά τυχερά παίγνια (41), της χορηγίας ή της τεχνικής πωλήσεων (merchandising). Εξάλλου, πρόδηλο σφάλμα θα μπορούσε να προκύψει στην περίπτωση που οι κρατικές ενισχύσεις χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων που δεν έχουν προστιθέμενη αξία για τους πολίτες όσον αφορά την εξυπηρέτηση των κοινωνικών, δημοκρατικών και πολιτιστικών αναγκών της κοινωνίας.

(49)

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι η αποστολή δημόσιας υπηρεσίας περιγράφει τις υπηρεσίες που παρέχονται στο κοινό προς το γενικό συμφέρον. Το θέμα του ορισμού της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας δεν πρέπει να συγχέεται με το ζήτημα του χρηματοδοτικού μηχανισμού που επιλέγεται για την παροχή των υπηρεσιών αυτών. Συνεπώς, μολονότι η δημόσια ραδιοτηλεόραση μπορεί να ασκεί εμπορικές δραστηριότητες, όπως η πώληση διαφημιστικού χρόνου για την απόκτηση εσόδων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι δραστηριότητες αυτού του είδους αποτελούν μέρος της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας (42).

6.2.   Ανάθεση καθηκόντων και εποπτεία

(50)

Για να τύχει απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, η εντολή δημόσιας υπηρεσίας πρέπει να ανατίθεται σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις με επίσημη πράξη (π.χ. νομοθετικά, με σύμβαση ή με δεσμευτικούς όρους αναφοράς).

(51)

Η/οι πράξη(εις) ανάθεσης θα πρέπει να καθορίζει(-ουν) τον ακριβή χαρακτήρα των υποχρεώσεων της δημόσιας υπηρεσίας σύμφωνα με το τμήμα 6.1 ανωτέρω, και να ορίζει τους όρους για την παροχή αντιστάθμισης, καθώς και τις ρυθμίσεις για την αποφυγή και την επιστροφή τυχόν υπεραντιστάθμισης.

(52)

Όταν το εύρος της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας επεκτείνεται για να καλύψει και νέες υπηρεσίες, ο ορισμός και η/οι πράξη(-εις) ανάθεσης πρέπει να τροποποιούνται αναλόγως εντός των ορίων του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Για να παρέχεται στη δημόσια ραδιοτηλεόραση η δυνατότητα να αντιδρά ταχέως στις νέες τεχνολογικές εξελίξεις, τα κράτη ΕΖΕΣ μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι η ανάθεση μιας νέας υπηρεσίας παρέχεται μετά από την αξιολόγηση που αναφέρεται στο τμήμα 6.7 κατωτέρω, πριν παγιωθεί επισήμως η αρχική ανάθεση.

(53)

Δεν αρκεί, ωστόσο, να έχει ανατεθεί επίσημα σε ένα δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα η παροχή σαφώς καθορισμένης δημόσιας υπηρεσίας. Πρέπει επίσης η δημόσια υπηρεσία να παρέχεται όπως προβλέπεται στην επίσημη συμφωνία μεταξύ του κράτους και της εντολοδόχου επιχείρησης. Συνεπώς, η εφαρμογή της πρέπει να παρακολουθείται με διαφάνεια και αποτελεσματικότητα από μια αρμόδια αρχή ή έναν ειδικά εξουσιοδοτημένο οργανισμό. Η ανάγκη ύπαρξης μιας τέτοιας αρχής ή οργανισμού που θα ασκεί την εποπτεία είναι πρόδηλη στην περίπτωση των ποιοτικών κριτηρίων που επιβάλλονται στον εντολοδόχο φορέα. Η Αρχή δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει αν πληρούνται τα ποιοτικά πρότυπα: πρέπει να βασίζεται στο ότι τα κράτη ΕΖΕΣ επιβλέπουν τη συμμόρφωση του ραδιοτηλεοπτικού φορέα με την εντολή της παροχής δημόσιας υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των ποιοτικών προδιαγραφών που αναφέρονται στην εντολή αυτή (43).

(54)

Τα κράτη ΕΖΕΣ έχουν αρμοδιότητα να επιλέγουν τους μηχανισμούς που θα εξασφαλίζουν την αποτελεσματική εποπτεία όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, παρέχοντας έτσι στην Αρχή τη δυνατότητα να διεκπεραιώνει τα καθήκοντά της σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Η εποπτεία αυτή θα είναι αποτελεσματική μόνον αν ασκείται από ένα εξωτερικό όργανο ανεξάρτητο από τη διοίκηση του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, το οποίο διαθέτει την εξουσία και την αναγκαία ικανότητα και τους πόρους να πραγματοποιεί τακτικά εποπτεία και το οποίο οδηγεί στην επιβολή των ενδεδειγμένων μέσων αποκατάστασης στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη εξασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας.

(55)

Αν δεν υπάρχουν επαρκείς και αξιόπιστες ενδείξεις ότι η δημόσια υπηρεσία παρέχεται με βάση τη σχετική εντολή, η Αρχή δεν θα έχει τη δυνατότητα να ασκεί τα καθήκοντά της δυνάμει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και, συνεπώς, δεν θα μπορεί να χορηγήσει απαλλαγή δυνάμει του άρθρου αυτού.

6.3.   Επιλογή χρηματοδότησης των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων

(56)

Τα καθήκοντα δημόσιας υπηρεσίας μπορεί να είναι ποσοτικά, ποιοτικά ή και τα δύο. Ανεξάρτητα από τη μορφή τους, δικαιολογούν αντιστάθμιση, εφόσον συνεπάγονται συμπληρωματικό κόστος το οποίο δεν θα επιβάρυνε κανονικά τον ραδιοτηλεοπτικό φορέα.

(57)

Τα καθεστώτα χρηματοδότησης μπορούν να διαιρεθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: της «ενιαίας χρηματοδότησης» και της «μικτής χρηματοδότησης». Η κατηγορία της «ενιαίας χρηματοδότησης» περιλαμβάνει τα συστήματα στα οποία η χρηματοδότηση των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων προέρχεται μόνο από κρατικούς πόρους, ανεξάρτητα από τη μορφή τους. Τα συστήματα «μικτής χρηματοδότησης» περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα συστημάτων χρηματοδότησης των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών με διάφορους συνδυασμούς κρατικών πόρων και εσόδων από εμπορικές δραστηριότητες ή δραστηριότητες δημόσιας υπηρεσίας, όπως η πώληση διαφημιστικού χρόνου ή προγραμμάτων και η παροχή υπηρεσιών έναντι πληρωμής.

(58)

Όπως αναφέρει το ψήφισμα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση: «Οι διατάξεις της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ισχύουν υπό την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών να μεριμνούν για τη χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας (…)». Η Αρχή δεν έχει συνεπώς καταρχήν αντίρρηση όσον αφορά την επιλογή ενός χρηματοδοτικού καθεστώτος μεικτής χρηματοδότησης έναντι ενός καθεστώτος ενιαίας χρηματοδότησης.

(59)

Παρότι τα κράτη ΕΖΕΣ είναι ελεύθερα να επιλέγουν τα μέσα χρηματοδότησης της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, η Αρχή πρέπει να επαληθεύει, βάσει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, αν η κρατική χρηματοδότηση δεν επηρεάζει τον ανταγωνισμό στον ΕΟΧ με τρόπο δυσανάλογο, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 37 ανωτέρω.

6.4.   Απαιτήσεις διαφάνειας για την αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων

(60)

Η αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων από την Αρχή απαιτεί σαφή και ακριβή ορισμό της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας, καθώς και σαφή και κατάλληλο διαχωρισμό δραστηριοτήτων μεταξύ δημόσιας και μη δημόσιας υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένου του σαφούς διαχωρισμού των λογαριασμών.

(61)

Ο διαχωρισμός των λογαριασμών μεταξύ δραστηριοτήτων δημόσιας και μη δημόσιας υπηρεσίας απαιτείται ήδη κατά κανόνα σε εθνικό επίπεδο, διότι είναι ουσιώδης για τη διασφάλιση της διαφάνειας και του καταλογισμού της ευθύνης κατά τη χρησιμοποίηση κρατικών πόρων. Η τήρηση χωριστών λογαριασμών παρέχει ένα εργαλείο για την εξέταση εικαζόμενης διεπιδότησης και για την προάσπιση της καταβολής δικαιολογημένων αντισταθμίσεων για υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Μόνο βάσει της κατάλληλης κατανομής των δαπανών και των εσόδων μπορεί να διευκρινιστεί αν η δημόσια χρηματοδότηση περιορίζεται πραγματικά στο καθαρό κόστος της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας και είναι συνεπώς αποδεκτή βάσει του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

(62)

Η οδηγία 2006/111/ΕΚ (οδηγία για τη διαφάνεια) επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα διαφάνειας για τις επιχειρήσεις στις οποίες παρέχονται ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα ή ανατίθεται η διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος και οι οποίες λαμβάνουν αντιστάθμιση δημόσιας υπηρεσίας οιασδήποτε μορφής σε σχέση με την εν λόγω υπηρεσία και ασκούν και άλλες δραστηριότητες, δηλαδή δραστηριότητες μη δημόσιας υπηρεσίας. Οι απαιτήσεις διαφάνειας είναι: α) να τηρούνται χωριστοί εσωτερικοί λογαριασμοί για τις διαφορετικές δραστηριότητες, δηλ. δραστηριότητες δημόσιας και μη δημόσιας υπηρεσίας· β) όλα τα έξοδα και τα έσοδα να καταλογίζονται ή να κατανέμονται ορθά με βάση τις αρχές αναλυτικής λογιστικής που εφαρμόζονται με συνέπεια και δικαιολογούνται αντικειμενικά· γ) να καθορίζονται σαφώς οι αρχές της αναλυτικής λογιστικής σύμφωνα με τις οποίες τηρούνται χωριστοί λογαριασμοί (44).

(63)

Αυτές οι γενικές απαιτήσεις διαφάνειας εφαρμόζονται και στους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, στο μέτρο που τους ανατίθεται το καθήκον παροχής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, λαμβάνουν δημόσια αντιστάθμιση σε σχέση με την εν λόγω υπηρεσία και επίσης ασκούν και άλλες μη δημόσιες δραστηριότητες.

(64)

Στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, ο διαχωρισμός των λογαριασμών δεν θέτει ιδιαίτερο πρόβλημα όσον αφορά τα έσοδα. Για το σκοπό αυτό, η Αρχή εκτιμά ότι, όσον αφορά τα έσοδα, οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς οφείλουν να τηρούν αναλυτικούς λογαριασμούς σχετικά με τις πηγές και τα ποσά όλων των εσόδων που προέρχονται από την άσκηση δραστηριοτήτων δημόσιας και μη δημόσιας υπηρεσίας.

(65)

Όσον αφορά το κόστος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι δαπάνες που βαρύνουν την εκπλήρωση της υποχρέωσης δημόσιας υπηρεσίας. Όταν η επιχείρηση ασκεί δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της δημόσιας υπηρεσίας, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνο οι δαπάνες που συνδέονται με τη δημόσια υπηρεσία. Η Αρχή αναγνωρίζει ότι, στον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό τομέα, ο διαχωρισμός των λογαριασμών ενδέχεται να είναι δυσκολότερος από την άποψη του κόστους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, ιδίως στους παραδοσιακούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, τα κράτη ΕΖΕΣ μπορεί να θεωρούν ότι το σύνολο των προγραμμάτων ενός φορέα καλύπτεται από την αποστολή δημόσιας υπηρεσίας, ενώ ταυτόχρονα να επιτρέπουν την εμπορική εκμετάλλευσή του. Με άλλα λόγια, οι δραστηριότητες δημόσιας και μη δημόσιας υπηρεσίας ενδέχεται σε μεγάλο βαθμό να μοιράζονται τα ίδια έσοδα, ενώ το κόστος μπορεί να μην είναι πάντοτε διαχωρισμένο ανάλογα.

(66)

Δαπάνες που αφορούν ειδικά δραστηριότητες μη δημόσιας υπηρεσίας (π.χ. το διαφημιστικό κόστος εμπορίας) πρέπει πάντοτε να προσδιορίζονται σαφώς και να κοστολογούνται χωριστά. Επιπλέον, οι δαπάνες των συντελεστών παραγωγής που έχουν σκοπό να εξυπηρετήσουν την ταυτόχρονη ανάπτυξη δραστηριοτήτων στον τομέα δημόσιων και μη δημόσιων υπηρεσιών πρέπει να κατανέμονται αναλογικά στις δραστηριότητες δημόσιας και μη δημόσιας υπηρεσίας αντίστοιχα, εφόσον αυτό είναι ευλόγως δυνατό.

(67)

Σε άλλες περιπτώσεις, όταν οι ίδιοι πόροι χρησιμοποιούνται για την άσκηση καθηκόντων δημόσιας και μη δημόσιας υπηρεσίας, οι κοινές δαπάνες των συντελεστών παραγωγής θα πρέπει να κατανέμονται βάσει της διαφοράς των συνολικών δαπανών της επιχείρησης όταν συνυπολογίζονται και όταν δεν συνυπολογίζονται οι δραστηριότητες μη δημόσιας υπηρεσίας (45). Στις περιπτώσεις αυτές, οι δαπάνες που είναι πλήρως αποδοτέες σε δραστηριότητες δημόσιας υπηρεσίας, μολονότι ωφελούν και δραστηριότητες μη δημόσιας υπηρεσίας, δεν είναι απαραίτητο να κατανέμονται μεταξύ των δύο και μπορούν να καταλογίζονται πλήρως στη δραστηριότητα δημόσιας υπηρεσίας. Αυτή η διαφορά σε σχέση με την προσέγγιση που εν γένει ακολουθείται σε άλλους τομείς κοινής ωφέλειας μπορεί να αποδοθεί στις ιδιαιτερότητες του τομέα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Στον τομέα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, τα καθαρά κέρδη των εμπορικών δραστηριοτήτων που συνδέονται με τις δραστηριότητες δημόσιας υπηρεσίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του καθαρού κόστους δημόσιας υπηρεσίας και συνεπώς να μειώνουν το επίπεδο αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας. Με αυτό τον τρόπο μειώνεται ο κίνδυνος διεπιδότησης μέσω του καταλογισμού των κοινών δαπανών στις δραστηριότητες δημόσιας υπηρεσίας.

(68)

Το κυριότερο παράδειγμα για την κατάσταση που περιγράφεται στην προηγούμενη παράγραφο είναι το κόστος παραγωγής προγραμμάτων στο πλαίσιο της εντολής δημόσιας υπηρεσίας του ραδιοτηλεοπτικού φορέα. Τα προγράμματα αυτά εξυπηρετούν τόσο την εκπλήρωση της εντολής παροχής δημόσιας υπηρεσίας όσο και τη δημιουργία τηλεθέασης για την πώληση διαφημιστικού χρόνου. Ωστόσο, είναι σχεδόν αδύνατο να υπολογιστεί ποσοτικά με επαρκή ακρίβεια το ποσοστό τηλεθέασης που πληροί την εντολή δημόσιας υπηρεσίας και το ποσοστό τηλεθέασης που παράγει διαφημιστικά έσοδα. Για το λόγο αυτό, η κατανομή του κόστους των προγραμμάτων μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων ενδέχεται να είναι αυθαίρετη και άσκοπη.

(69)

Η Αρχή εκτιμά ότι ο κατάλληλος διαχωρισμός ανάμεσα σε δραστηριότητες δημόσιας και μη δημόσιας υπηρεσίας στο επίπεδο της οργάνωσης της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης μπορεί να επιφέρει μεγαλύτερη χρηματοοικονομική διαφάνεια. Ο λειτουργικός ή δομικός διαχωρισμός κατά κανόνα συμβάλλει εξαρχής στην αποφυγή της διεπιδότησης των εμπορικών δραστηριοτήτων και στη διασφάλιση των τιμών μεταβίβασης καθώς και στην τήρηση της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού. Συνεπώς, η Αρχή καλεί τα κράτη ΕΖΕΣ να λάβουν ως παράδειγμα βέλτιστης πρακτικής τον λειτουργικό ή δομικό διαχωρισμό σημαντικών και διαχωρίσιμων εμπορικών δραστηριοτήτων.

6.5.   Αρχή καθαρού κόστους και υπεραντιστάθμιση

(70)

Καταρχήν, αφού η υπεραντιστάθμιση δεν είναι αναγκαία για την παροχή της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, συνιστά μη συμβιβάσιμη κρατική ενίσχυση που πρέπει να επιστραφεί στο κράτος με την επιφύλαξη των διευκρινίσεων που παρέχονται στο παρόν τμήμα σχετικά με τη δημόσια ραδιοτηλεόραση.

(71)

Η Αρχή έχει ως αφετηρία την εκτίμηση ότι η κρατική χρηματοδότηση είναι συνήθως αναγκαία για να επιτελέσει η επιχείρηση τα καθήκοντα παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Για να ικανοποιείται, ωστόσο, το κριτήριο της αναλογικότητας, είναι κατά κανόνα απαραίτητο το ποσό της δημόσιας αντιστάθμισης να μην υπερβαίνει το καθαρό κόστος της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη και άλλων άμεσων ή έμμεσων εσόδων που απορρέουν από την αποστολή δημόσιας υπηρεσίας. Για τον σκοπό αυτό, κατά τον καθορισμό του καθαρού κόστους δημόσιας υπηρεσίας θα λαμβάνεται υπόψη το καθαρό κέρδος από όλες τις εμπορικές δραστηριότητες που συνδέονται με τη δραστηριότητα δημόσιας υπηρεσίας.

(72)

Οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν αντιστάθμιση για την εκτέλεση της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας μπορεί, εν γένει, να έχουν εύλογο κέρδος. Το κέρδος αυτό συνίσταται στο ποσοστό απόδοσης των ιδίου κεφαλαίων, λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου, ή της απουσίας κινδύνου, που διατρέχει η επιχείρηση. Στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα, η αποστολή δημόσιας υπηρεσίας εκτελείται συνήθως από μη κερδοσκοπικούς ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς ή από φορείς που δεν είναι υποχρεωμένοι να αποζημιώσουν το χρησιμοποιηθέν κεφάλαιο και δεν επιτελούν καμία άλλη δραστηριότητα πέραν της παροχής της δημόσιας υπηρεσίας. Η Αρχή εκτιμά ότι, στις περιπτώσεις αυτές, δεν είναι εύλογο να περιλαμβάνεται στοιχείο κέρδους στο ποσό της αντιστάθμισης για την εκπλήρωση της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας (46). Σε άλλες, ωστόσο, περιπτώσεις, για παράδειγμα όταν ειδικές υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας ανατίθενται σε επιχειρήσεις που αναπτύσσουν εμπορικές δραστηριότητες, οι οποίες οφείλουν να αποζημιώνουν το επενδυθέν σε αυτές κεφάλαιο, ενδέχεται να κριθεί εύλογο ένα στοιχείο κέρδους το οποίο να αντιπροσωπεύει τη δίκαιη αποζημίωση του κεφαλαίου λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου, εφόσον δικαιολογείται δεόντως και με την προϋπόθεση ότι κρίνεται αναγκαίο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της δημόσιας υπηρεσίας.

(73)

Η δημόσια ραδιοτηλεόραση μπορεί να παρακρατεί ετησίως την αντιστάθμιση που υπερβαίνει το καθαρό κόστος της δημόσιας υπηρεσίας (ως «αποθεματικά δημόσιας υπηρεσίας»), στο μέτρο που αυτό κρίνεται αναγκαίο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας. Σε γενικές γραμμές, η Αρχή εκτιμά ότι ένα ανώτατο ποσοστό 10 % των ετήσιων δαπανών του προϋπολογισμού της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας μπορεί να κριθεί αναγκαίο για την αντιμετώπιση των διακυμάνσεων κόστους και εσόδων. Κατά κανόνα, το ποσό της υπεραντιστάθμισης πέραν του ορίου αυτού πρέπει να επιστρέφεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

(74)

Κατ’ εξαίρεση, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, μπορεί να επιτρέπεται στη δημόσια ραδιοτηλεόραση να παρακρατεί ποσό μεγαλύτερο από το 10 % των ετήσιων δαπανών του προϋπολογισμού της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας. Αυτό είναι αποδεκτό μόνον εφόσον τα κεφάλαια διατηρούνται σε ειδικό αποθεματικό δημόσιας υπηρεσίας ο ειδικός προορισμός του οποίου έχει καθοριστεί εκ των προτέρων και με δεσμευτικό τρόπο για τον σκοπό έκτακτων, σημαντικών δαπανών αναγκαίων για την εκπλήρωση της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας (47). Η χρήση των έκτακτων αυτών αποθεματικών θα πρέπει επίσης να είναι σαφώς περιορισμένη από χρονική άποψη ανάλογα με τον τρόπο διάθεσής τους.

(75)

Για να μπορεί η Αρχή να επιτελεί τα καθήκοντά της, τα κράτη ΕΖΕΣ οφείλουν να καθορίσουν τους όρους με τους οποίους οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί μπορούν να χρησιμοποιούν την προαναφερόμενη υπεραντιστάθμιση.

(76)

Η προαναφερθείσα υπεραντιστάθμιση πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων δημόσιας υπηρεσίας. Η διεπιδότηση εμπορικών δραστηριοτήτων δεν δικαιολογείται και συνιστά μη συμβιβάσιμη κρατική ενίσχυση.

6.6.   Μηχανισμοί δημοσιονομικού ελέγχου

(77)

Τα κράτη ΕΖΕΣ πρέπει να θεσπίσουν τους κατάλληλους μηχανισμούς που θα αποκλείουν το ενδεχόμενο υπεραντιστάθμισης, με την επιφύλαξη των διατάξεων των σκέψεων 72 έως 76 ανωτέρω. Οφείλουν να διασφαλίζουν τον τακτικό και αποτελεσματικό έλεγχο της χρησιμοποίησης της δημόσιας χρηματοδότησης, ώστε να αποτρέπεται η υπεραντιστάθμιση και η διεπιδότηση και να ελέγχονται διεξοδικά το επίπεδο και η χρήση των «αποθεματικών δημόσιας υπηρεσίας». Υπάγεται στην αρμοδιότητα των κρατών ΕΖΕΣ να επιλέγουν τους καταλληλότερους και αποτελεσματικότερους μηχανισμούς ελέγχου των εθνικών τους συστημάτων ραδιοτηλεόρασης, συνεκτιμώντας επίσης την ανάγκη να διασφαλιστεί η συνοχή με τους μηχανισμούς που έχουν θεσπιστεί για την εποπτεία της εκπλήρωσης της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας.

(78)

Αυτοί οι ελεγκτικοί μηχανισμοί θα είναι αποτελεσματικοί μόνο αν εφαρμόζονται από εξωτερικό φορέα ανεξάρτητο από τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, σε τακτά χρονικά διαστήματα, κατά προτίμηση σε ετήσια βάση. Τα κράτη ΕΖΕΣ πρέπει να διασφαλίζουν τη θέσπιση αποτελεσματικών μέτρων για την ανάκτηση της υπεραντιστάθμισης που παραβαίνει τις διατάξεις του τμήματος 6.5, καθώς και της διεπιδότησης.

(79)

Η δημοσιονομική κατάσταση των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών πρέπει να υπόκειται σε διεξοδική εξέταση στο τέλος κάθε δημοσιονομικής περιόδου, όπως προβλέπουν τα εθνικά συστήματα ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων των κρατών ΕΖΕΣ, ή κατά κανόνα ανά διαστήματα το πολύ τεσσάρων ετών. Τα «αποθεματικά δημόσιας υπηρεσίας» που υφίστανται ενδεχομένως στο τέλος της δημοσιονομικής περιόδου, ή της προαναφερόμενης ισοδύναμης περιόδου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των δημοσιονομικών αναγκών του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα για την επόμενη περίοδο. Εάν τα «αποθεματικά δημόσιας υπηρεσίας» υπερβαίνουν συχνά το 10 % των ετήσιων δαπανών δημόσιας υπηρεσίας, τα κράτη ΕΖΕΣ θα πρέπει να επανεξετάζουν τις πραγματικές χρηματοδοτικές ανάγκες της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.

6.7.   Διαφοροποίηση των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών

(80)

Τα τελευταία έτη σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στις αγορές οπτικοακουστικών μέσων, οι οποίες οδήγησαν στη συνεχιζόμενη ανάπτυξη και διαφοροποίηση της προσφοράς ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Η εξέλιξη αυτή εγείρει νέα ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων για τις κρατικές ενισχύσεις οι οποίες υπερβαίνουν το πεδίο των παραδοσιακών ραδιοτηλεοπτικών δραστηριοτήτων.

(81)

Ως προς αυτό, η Αρχή εκτιμά ότι οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν, προς όφελος της κοινωνίας, τις ευκαιρίες που παρέχουν η ψηφιοποίηση και η διαφοροποίηση των πλατφορμών διανομής σε τεχνολογικά ουδέτερη βάση. Για να διασφαλίσουν τον θεμελιώδη ρόλο τους στο νέο ψηφιακό περιβάλλον, οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί μπορούν να χρησιμοποιούν κρατικές ενισχύσεις για να παρέχουν οπτικοακουστικές υπηρεσίες σε νέες πλατφόρμες διανομής, ικανοποιώντας το ευρύ κοινό αλλά και ειδικά ενδιαφέροντα, υπό τον όρο ότι αυτά ανταποκρίνονται στις ίδιες δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες της συγκεκριμένης κοινωνίας και δεν συνεπάγονται δυσανάλογες επιπτώσεις για την αγορά, οι οποίες δεν είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας.

(82)

Παράλληλα με τη ραγδαία εξέλιξη των αγορών των ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, αλλάζουν και τα επιχειρηματικά μοντέλα των ραδιοτηλεοπτικών φορέων. Οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς στρέφονται όλο και περισσότερο σε νέες πηγές χρηματοδότησης, όπως η επιγραμμική διαφήμιση ή η παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (οι επονομαζόμενες συνδρομητικές υπηρεσίες, όπως η πρόσβαση σε αρχεία με καταβολή τέλους, οι συνδρομητικοί θεματικοί τηλεοπτικοί σταθμοί, η πρόσβαση σε κινητές υπηρεσίες με καταβολή εφάπαξ ποσού, η ετεροχρονισμένη πρόσβαση σε τηλεοπτικά προγράμματα έναντι τέλους, η επιγραμμική φόρτωση περιεχομένου έναντι πληρωμής κτλ.). Το στοιχείο της εισφοράς στις συνδρομητικές υπηρεσίες μπορεί να αφορά, για παράδειγμα, την καταβολή τελών δικτύου διανομής ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας από τους τηλεοπτικούς φορείς (για παράδειγμα αν οι υπηρεσίες σε κινητές πλατφόρμες παρέχονται έναντι πληρωμής τέλους κινητής διανομής).

(83)

Μολονότι η πρόσβαση στις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες ήταν ανέκαθεν ελεύθερη, η Αρχή θεωρεί ότι η επιβολή άμεσης εισφοράς για τις υπηρεσίες αυτές, αν και έχει αντίκτυπο στην πρόσβαση των τηλεθεατών (48), δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν αποτελούν καταφανώς μέρος της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας, υπό τον όρο ότι το στοιχείο της καταβολής τέλους δεν υπονομεύει τον διακριτό χαρακτήρα της δημόσιας υπηρεσίας από την άποψη ότι αυτή εξυπηρετεί τις κοινωνικές, δημοκρατικές και πολιτιστικές ανάγκες των πολιτών, στοιχείο που διαχωρίζει τις δημόσιες υπηρεσίες από τις καθαρά εμπορικές δραστηριότητες (49). Το θέμα της εισφοράς είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν αποφασίζεται αν οι υπηρεσίες αυτές θα συμπεριληφθούν στην αποστολή δημόσιας υπηρεσίας, διότι ενδέχεται να επηρεάσουν την καθολικότητα και τον συνολικό σχεδιασμό της παρεχόμενης υπηρεσίας, καθώς και τις επιπτώσεις της στην αγορά. Εφόσον η παρεχόμενη με πληρωμή υπηρεσία ικανοποιεί τις κοινωνικές, δημοκρατικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας, χωρίς να οδηγεί σε δυσανάλογες επιπτώσεις για τον ανταγωνισμό και το διασυνοριακό εμπόριο, τα κράτη ΕΖΕΣ μπορούν να αναθέτουν στους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς ανάλογη υπηρεσία στο πλαίσιο της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας.

(84)

Όπως προαναφέρθηκε, οι κρατικές ενισχύσεις στους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς μπορούν να χρησιμοποιούνται για τη διανομή οπτικοακουστικών υπηρεσιών σε όλες τις πλατφόρμες, εφόσον πληρούνται οι ουσιαστικές απαιτήσεις του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη ΕΖΕΣ πρέπει να εκτιμήσουν, μέσω διαδικασίας εκ των προτέρων αξιολόγησης που θα βασίζεται σε ανοικτή δημόσια διαβούλευση, αν οι σημαντικές νέες οπτικοακουστικές υπηρεσίες που προβλέπουν οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, δηλαδή αν εξυπηρετούν τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας, λαμβάνοντας παράλληλα δεόντως υπόψη τις δυνητικές επιπτώσεις τους στους όρους του εμπορίου και του ανταγωνισμού.

(85)

Τα κράτη ΕΖΕΣ έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν, συνεκτιμώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την εξέλιξη της αγοράς ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, καθώς και το φάσμα των υπηρεσιών που ήδη παρέχει η δημόσια ραδιοτηλεόραση, τι θα πρέπει να χαρακτηρίζουν ως «σημαντική νέα υπηρεσία». Ο «νέος» χαρακτήρας μιας δραστηριότητας μπορεί να εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το περιεχόμενό της καθώς και από τους τρόπους της κατανάλωσης (50). Η «σημασία» της υπηρεσίας μπορεί για παράδειγμα να λαμβάνει υπόψη τους χρηματοδοτικούς πόρους που απαιτούνται για την ανάπτυξή της και τον αναμενόμενο αντίκτυπο στη ζήτηση. Οι σημαντικές τροποποιήσεις στις υφιστάμενες υπηρεσίες θα πρέπει να υπόκεινται στην ίδια αξιολόγηση όπως και οι σημαντικές νέες υπηρεσίες.

(86)

Τα κράτη ΕΖΕΣ έχουν αρμοδιότητα να επιλέγουν τον καταλληλότερο μηχανισμό που θα διασφαλίζει τη συμμόρφωση των οπτικοακουστικών υπηρεσιών με τους ουσιώδεις όρους του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, συνεκτιμώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εθνικών ραδιοτηλεοπτικών συστημάτων τους και την ανάγκη διασφάλισης της συντακτικής ανεξαρτησίας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.

(87)

Προς όφελος της διαφάνειας και για να λαμβάνονται όλες οι σχετικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη λήψη ισορροπημένης απόφασης, τα ενδιαφερόμενα μέρη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εκφράζουν την άποψή τους σχετικά με την προβλεπόμενη σημαντική νέα υπηρεσία στο πλαίσιο ανοικτής διαβούλευσης. Η έκβαση της διαβούλευσης, η αξιολόγησή της, καθώς και οι λόγοι που οδήγησαν στη λήψη της απόφασης, θα πρέπει να δημοσιεύονται.

(88)

Για διασφαλιστεί ότι η δημόσια χρηματοδότηση σημαντικών νέων οπτικοακουστικών υπηρεσιών δεν νοθεύει το εμπόριο και τον ανταγωνισμό σε βαθμό που να αντίκειται στο κοινό συμφέρον, τα κράτη ΕΖΕΣ πρέπει να αξιολογούν, βάσει των αποτελεσμάτων της ανοικτής διαβούλευσης, τον συνολικό αντίκτυπο μιας νέας υπηρεσίας στην αγορά, συγκρίνοντας την κατάσταση σε περίπτωση παρουσίας και απουσίας της προγραμματιζόμενης νέας υπηρεσίας. Κατά την αξιολόγηση του αντίκτυπου στην αγορά πρέπει να συνεκτιμώνται, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη παρόμοιων ή εναλλακτικών προσφορών περιεχομένου, ο ανταγωνισμός στο επίπεδο των προγραμμάτων, η διάρθρωση της αγοράς, η θέση του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα στην αγορά, το επίπεδο ανταγωνισμού και οι δυνητικές επιπτώσεις σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Αυτός ο αντίκτυπος πρέπει να αντισταθμίζεται με την αξία αυτών των υπηρεσιών για την κοινωνία. Εάν οι συνέπειες για την αγορά είναι κατά κύριο λόγο αρνητικές, η κρατική χρηματοδότηση σε οπτικοακουστικές υπηρεσίες κρίνεται αναλογική μόνο αν δικαιολογείται από την προστιθέμενη αξία σε όρους εξυπηρέτησης των κοινωνικών, δημοκρατικών και πολιτιστικών αναγκών της κοινωνίας (51), λαμβανομένης επίσης υπόψη της υφιστάμενης συνολικής προσφοράς δημόσιας υπηρεσίας.

(89)

Η αξιολόγηση αυτή θα ήταν αντικειμενική μόνο αν την ασκούσε ένας οργανισμός πραγματικά ανεξάρτητος από τη διοίκηση του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, και όσον αφορά τον διορισμό και την παύση των μελών του, ο οποίος να διαθέτει επαρκή ικανότητα και πόρους για την άσκηση των καθηκόντων του. Τα κράτη ΕΖΕΣ πρέπει να μπορούν να θεσπίζουν διαδικασία ανάλογη με το μέγεθος της αγοράς και τη θέση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στην αγορά.

(90)

Οι ανωτέρω εκτιμήσεις δεν εμποδίζουν τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς να δοκιμάζουν καινοτόμες νέες υπηρεσίες (π.χ. με τη μορφή πιλοτικών σχεδίων) σε περιορισμένη κλίμακα (π.χ. από άποψη χρόνου και ακροατηρίου) και με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών ως προς τη σκοπιμότητα της προβλεπόμενης υπηρεσίας και την προστιθέμενη αξία της, στο μέτρο που το δοκιμαστικό αυτό στάδιο δεν ισοδυναμεί με την καθιέρωση μιας πλήρως ανεπτυγμένης, σημαντικής νέας οπτικοακουστικής υπηρεσίας.

(91)

Η Αρχή εκτιμά ότι η ανωτέρω αξιολόγηση σε εθνικό επίπεδο θα συμβάλει στη διασφάλιση της τήρησης των κανόνων του ΕΟΧ για τις κρατικές ενισχύσεις. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Αρχής και της Επιτροπής να ελέγχουν αν τα κράτη ΕΖΕΣ τηρούν τις διατάξεις της συμφωνίας για τον ΕΟΧ και με την επιφύλαξη του δικαιώματός τους να δρουν, εφόσον παρίσταται ανάγκη, βάσει καταγγελιών ή αυτεπαγγέλτως.

6.8.   Αναλογικότητα και εμπορική συμπεριφορά

(92)

Σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς δεν πρέπει να επιδίδονται σε δραστηριότητες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσανάλογες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και οποίες δεν είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας. Παραδείγματος χάρη, η απόκτηση περιεχομένου υψηλής ζήτησης στο πλαίσιο της συνολικής αποστολής δημόσιας υπηρεσίας των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων θεωρείται εν γένει θεμιτή. Ωστόσο, θα δημιουργούνταν δυσανάλογες στρεβλώσεις στην αγορά, εάν οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς διατηρούσαν αποκλειστικά δικαιώματα περιεχομένου υψηλής ζήτησης χωρίς να τα χρησιμοποιούν ή να εκχωρούν σχετική άδεια με τρόπο έγκαιρο και διαφανή. Συνεπώς, η Αρχή καλεί τα κράτη ΕΖΕΣ να διασφαλίσουν την τήρηση εκ μέρους των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών της αρχής της αναλογικότητας, και όσον αφορά την απόκτηση δικαιωμάτων περιεχομένου υψηλής ζήτησης, και να θεσπίσουν κανόνες για την εκχώρηση της άδειας αχρησιμοποίητων αποκλειστικών δικαιωμάτων περιεχομένου υψηλής ζήτησης από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση.

(93)

Κατά την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, η δημόσια ραδιοτηλεόραση οφείλει να τηρεί τις αρχές της αγοράς και, όταν ενεργεί μέσω εμπορικών θυγατρικών, πρέπει να διατηρεί αποστάσεις από τις θυγατρικές αυτές. Τα κράτη ΕΖΕΣ πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς σέβονται την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, πραγματοποιούν τις εμπορικές τους επενδύσεις σύμφωνα με την αρχή του επενδυτή σε οικονομία αγοράς και δεν επιδίδονται σε πρακτικές αντιανταγωνιστικές όσον αφορά τους ανταγωνιστές τους στηριζόμενοι στην κρατική χρηματοδότησή τους.

(94)

Παράδειγμα αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς μπορεί να είναι η πρακτική των υποτιμολογήσεων. Ένας δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός θα επιχειρούσε ενδεχομένως να μειώσει τις τιμές της διαφήμισης ή να προσφέρει άλλες δραστηριότητες μη δημόσιας υπηρεσίας (όπως π.χ. εμπορικές συνδρομητικές υπηρεσίες) κάτω από το επίπεδο τιμών που μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στους όρους της αγοράς, για να μειώσει τα έσοδα των ανταγωνιστών, εφόσον η μείωση των εσόδων του καλύπτεται από τη δημόσια αντιστάθμιση. Η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί εγγενής της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας που έχει ανατεθεί στον ραδιοτηλεοπτικό φορέα και, σε κάθε περίπτωση επηρεάζει τους όρους του εμπορίου και τον ανταγωνισμό στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο σε βαθμό που αντίκειται στο κοινό συμφέρον και, συνεπώς, συνιστά παράβαση του άρθρου 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

(95)

Δεδομένου ότι οι συνθήκες της αγοράς διαφέρουν, η τήρηση των αρχών της αγοράς από τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς, και ιδίως τα ερωτήματα αν οι εν λόγω φορείς εφαρμόζουν υποτιμολογήσεις κατά την εμπορική προσφορά τους ή αν τηρούν την αρχή της αναλογικότητας όσον αφορά την απόκτηση δικαιωμάτων περιεχομένου υψηλής ζήτησης (52), πρέπει να αξιολογούνται σε κάθε περίπτωση χωριστά, συνεκτιμώντας τις ιδιαιτερότητες της κάθε αγοράς και υπηρεσίας.

(96)

Η Αρχή εκτιμά ότι κατά κύριο λόγο εναπόκειται στις εθνικές αρχές να διασφαλίσουν την τήρηση των αρχών της αγοράς εκ μέρους της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη ΕΖΕΣ πρέπει να διαθέτουν τους κατάλληλους μηχανισμούς που θα επιτρέπουν την αποτελεσματική αξιολόγηση κάθε δυνητικής καταγγελίας σε εθνικό επίπεδο.

(97)

Κατά παρέκκλιση της προηγούμενης παραγράφου, εάν είναι αναγκαίο, η Αρχή μπορεί να αναλάβει δράση βάσει των άρθρων 53, 54, 59 και 61 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

7.   Χρονική εφαρμογή

(98)

Το παρόν κεφάλαιο τίθεται σε εφαρμογή την ημέρα της έκδοσής του από την Αρχή. Αντικαθιστά το προηγούμενο κεφάλαιο των κατευθυντήριων γραμμών της Αρχής για τις κρατικές ενισχύσεις σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση.

(99)

Σύμφωνα με το κεφάλαιο για τους εφαρμοστέους κανόνες στην αξιολόγηση παράνομης κρατικής ενίσχυσης (53), σε περίπτωση μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων, η Αρχή εφαρμόζει τα ακόλουθα:

α)

το παρόν κεφάλαιο, αν η ενίσχυση χορηγήθηκε μετά την δημοσίευσή του·

β)

το προηγούμενο κεφάλαιο σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση που εκδόθηκε στις 23 Απριλίου 2004, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.


(1)  Το κεφάλαιο αυτό αντιστοιχεί στην Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση (ΕΕ C 257 της 27.10.2009, σ. 1).

(2)  Εκδόθηκε με την απόφαση αριθ. 90/04/COL της 23ης Απριλίου 2004 για τεσσαρακοστή έκτη τροποποίηση των διαδικαστικών και ουσιωδών κανόνων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων με εισαγωγή νέου κεφαλαίου 24Γ: Η εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση (ΕΕ L 327 της 13.12.2007, σ. 21 και συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 59 της 13.12.2007, σ. 1).

(3)  Υπόθεση C-280/00 Altmark Trans GmbH και Regierungspräsidium Magdeburg κατά Nahverkehrsgesellschaft Altmark GmbH («Altmark») Συλλογή 2003, σ. I-7747.

(4)  ΕΕ L 109 της 26.4.2007, σ. 44 και συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 20 της 26.4.2007, σ. 1, που είναι επίσης διαθέσιμο στον διαδικτυακό τόπο της Αρχής: http://www.eftasurv.int/?1=1&showLinkID=16997&1=1.

(5)  ΕΕ L 312 της 29.11.2005, σ. 67.

(6)  Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής αριθ. 91/2006 (ΕΕ L 289 της 19.10.2006, σ. 31 και συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 52 της 19.10.2006, σ. 24), που τέθηκε σε ισχύ στις 8 Ιουλίου 2006.

(7)  Οδηγία 2007/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ για το συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 332 της 18.12.2007, σ. 27).

(8)  COM(2005) 107 τελικό.

(9)  ΕΕ C 320 της 15.11.2001, σ. 5. Η ανακοίνωση αυτή αντιστοιχεί στο προηγούμενο κεφάλαιο σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στη δημόσια ραδιοτηλεόραση που εξέδωσε η Αρχή στις 23 Απριλίου 2004, βλ. υποσημείωση 2 ανωτέρω.

(10)  Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, η έννοια «οπτικοακουστική(ές) υπηρεσία(ες)» παραπέμπει στη γραμμική ή/και τη μη γραμμική διανομή ακουστικού ή/και οπτικοακουστικού περιεχομένου και άλλων παραπλήσιων υπηρεσιών, όπως οι επιγραμμικές υπηρεσίες πληροφόρησης σε μορφή κειμένου. Αυτή η έννοια των «οπτικοακουστικών υπηρεσιών» δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη στενότερη έννοια της/των «υπηρεσίας(ιών) οπτικοακουστικών μέσων», όπως ορίζεται στο άρθρο 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2007/65/ΕΚ (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων).

(11)  Υπόθεση C-260/89 ΕΡΤ, Συλλογή 1991, σ. Ι-2925.

(12)  Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ο όρος «δημόσια υπηρεσία» πρέπει να θεωρείται ότι αναφέρεται στον όρο «υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 59 παράγραφος 2 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ.

(13)  ΕΕ C 30 της 5.2.1999, σ. 1.

(14)  Το ψήφισμα σχετικά με τις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις ενσωματώθηκε στη συμφωνία για τον ΕΟΧ ως πράξη την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη θα λαμβάνουν υπόψη με την απόφαση αριθ. 118/1999 [ΕΕ L 325 της 21.12.2000, σ. 33 και συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 60 της 21.12.2000, σ. 423 (Ισλανδία) και σ. 424 (Νορβηγία)], που τέθηκε σε ισχύ την 1.10.1999.

(15)  Η Σύμβαση της UNESCO για την προστασία και την προώθηση της πολυμορφίας της πολιτιστικής έκφρασης υπογράφηκε στο Παρίσι στις 20.10.2005. Στη συνέχεια επικυρώθηκε από τη Νορβηγία και έγινε αποδεκτή από την Ισλανδία.

(16)  Άρθρο 6 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 στοιχείο η) της Σύμβασης της UNESCO για την προστασία και την προώθηση της πολυμορφίας της πολιτιστικής έκφρασης.

(17)  Σύσταση CM/Rec(2007)2 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη σχετικά με την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης και την ποικιλομορφία του περιεχομένου των μέσων, η οποία εκδόθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2007 κατά την 985η σύνοδο των αναπληρωτών υπουργών.

(18)  Σύσταση CM/Rec(2007)3 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης προς τα κράτη μέλη σχετικά με την αποστολή των μέσων ενημέρωσης δημόσιας υπηρεσίας στην κοινωνία της πληροφορίας, η οποία εκδόθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2007 κατά την 985η συνεδρίαση των αναπληρωτών υπουργών.

(19)  Παραδείγματος χάρη, η απόφαση της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ αριθ. 180/09/COL της 31ης Μαρτίου 2009 σχετικά με τα καθεστώτα ενισχύσεων για οπτικοακουστικές παραγωγές και την ανάπτυξη σεναρίων εκπαιδευτικών μέτρων, ΕΕ C 236 της 1.10.2009, σ. 5 και συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 51 της 1.10.2009, σ. 17. Βλ. επίσης το κεφάλαιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις σε κινηματογραφικά και άλλα οπτικοακουστικά έργα των κατευθυντήριων γραμμών της Αρχής σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, που εγκρίθηκε με την απόφαση της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ αριθ. 788/08/COL της 17ης Δεκεμβρίου 2008 για την τροποποίηση, για 67η φορά, των διαδικαστικών και ουσιαστικών κανόνων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων με την τροποποίηση των υφιστάμενων κεφαλαίων σχετικά με τα επιτόκια αναφοράς και προεξόφλησης και τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται με τη μορφή εγγυήσεων και με την καθιέρωση ενός νέου κεφαλαίου σχετικά με την ανάκτηση παράνομων και ασυμβίβαστων κρατικών ενισχύσεων, τις κρατικές ενισχύσεις για τα κινηματογραφικά και άλλα οπτικοακουστικά έργα και τις κρατικές ενισχύσεις για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, η οποία δεν έχει δημοσιευτεί ακόμα και είναι διαθέσιμη στο διαδικτυακό τόπο της Αρχής: http://www.eftasurv.int/?1=1&showLinkID=15643&1=1.

(20)  ΕΕ L 318 της 17.11.2006, σ. 17.

(21)  Απόφαση της Μεικτής Επιτροπής αριθ. 55/2007 (ΕΕ L 266 της 11.10.2007, σ. 15 και συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 48 της 11.10.2007, σ. 12), που τέθηκε σε ισχύ στις 9.6.2007.

(22)  Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της απόφασης 2005/842/ΕΚ, εφαρμόζεται στις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή «αντισταθμίσεων για παροχή δημόσιας υπηρεσίας που χορηγούνται σε επιχειρήσεις με μέσο ετήσιο κύκλο εργασιών προ φόρων, για όλες τις δραστηριότητές τους, μικρότερο των 100 εκατομμυρίων ευρώ κατά τις δύο χρήσεις που προηγούνται της ανάθεσης της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, και εφόσον το ετήσιο ύψος της αντιστάθμισης για την εν λόγω υπηρεσία παραμένει μικρότερο των 30 εκατομμυρίων ευρώ».

(23)  Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-309/04, T-317/04, T-329/04 και T-336/04 TV2/Δανία κατά Επιτροπής (TV2), σκέψη 156, Συλλογή 2008, σ.ΙΙ-2935.

(24)  Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της χρηματοδότησης του τέλους αδείας ως κρατικών πόρων, βλ. προμνημονευθείσα απόφαση TV2, σκέψεις 158-159.

(25)  Υποθέσεις C-730/79, Philip Morris Holland κατά Επιτροπής, σκέψη 11, Συλλογή 1980, σ. 2671· C-303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 27, Συλλογή 1991, σ. I-1433· C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 33, Συλλογή 2000, σ. I-6857.

(26)  Υπόθεση C-44/93, Namur-Les Assurances du Crédit SA κατά Office National du Ducroire και του βελγικού κράτους, Συλλογή 1994, σ. I-3829.

(27)  Βλ. για παράδειγμα τις αποφάσεις της Επιτροπής στις ακόλουθες υποθέσεις: E 8/06, Κρατική χρηματοδότηση προς τον φλαμανδικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό VRT (ΕΕ C 143 της 10.6.2008, σ. 7), E 4/05, Κρατική ενίσχυση για τη χρηματοδότηση της RTE και της TNAG (TG4) (ΕΕ C 121 της 17.5.2008, σ. 5), E 9/05, Πληρωμές τέλους αδείας στη RAI (ΕΕ C 235 της 23.9.2005, σ. 3), E 10/2005, Πληρωμές τέλους αδείας από τη Γαλλία στη France 2 και τη France 3 (ΕΕ C 240 της 30.9.2005, σ. 20), E 8/05, Ισπανική εθνική ραδιοτηλεόραση RTVE (ΕΕ C 239 της 4.10.2006, σ. 17), C 2/04, Ad hoc χρηματοδότηση της ολλανδικής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης (ΕΕ L 49 της 22.2.2008, σ. 1), C 60/99 Απόφαση της Επιτροπής της 10ης Δεκεμβρίου 2003 σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που εφάρμοσε η Γαλλία υπέρ των France 2 και France 3 (ΕΕ L 361 της 8.12.2004, σ. 21), C 62/99, Απόφαση της Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με τα μέτρα που έθεσε σε εφαρμογή η Ιταλία υπέρ της RAI SpA (ΕΕ L 119 της 23.4.2004, σ. 1), NN 88/98, Χρηματοδότηση ειδησεογραφικού σταθμού εικοσιτετράωρης μετάδοσης χωρίς διαφημίσεις με τέλος αδειοδότησης εκ μέρους του BBC (ΕΕ C 78 της 18.3.2000, σ. 6) και NN 70/98, Κρατική ενίσχυση στους κρατικούς τηλεοπτικούς σταθμούς Kinderkanal και Phoenix (ΕΕ C 238 της 21.8.1999, σ. 3).

(28)  Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-195/01 και T-207/01 Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ κατά Επιτροπής (Γιβραλτάρ), Συλλογή 2002, σ. II-2309.

(29)  Βλ. π.χ. απόφαση αριθ. 32/02/COL της 20ής Φεβρουαρίου 2002, απόφαση αριθ. 169/02/COL της 18ης Σεπτεμβρίου 2002, απόφαση αριθ.186/03 της 29ης Οκτωβρίου 2003, απόφαση αριθ. 179/05/COL της 15ης Ιουλίου 2005 και απόφαση αριθ. 342/06/COL της 14ης Νοεμβρίου 2006. Βλ. επίσης Κεφάλαιο των κατευθυντήριων γραμμών της Αρχής για τις κρατικές ενισχύσεις για κινηματογραφικά και άλλα οπτικοακουστικά έργα.

(30)  Παραδείγματος χάρη, προμνημονευθείσες αποφάσεις της Επιτροπής NN 88/98 BBC 24-ώρες, ΕΕ C 78 της 18.3.2000 σ. 6 και NN 70/98, Kinderkanal και Phoenix.

(31)  Παραδείγματος χάρη, απόφαση της Επιτροπής N 458/2004, Κρατική ενίσχυση προς την Espacio Editorial Andaluza Holding sl., βλ. ΕΕ C 131 της 29ης Μαΐου 2005, σ. 12.

(32)  NN 70/98, Kinderkanal και Phoenix, προμνημονευθείσα.

(33)  Υπόθεση 172/80 Zuechner, Συλλογή 1981, σ. 2021.

(34)  Υπόθεση C-242/95 GT-Link, Συλλογή 1997, σ. 4449.

(35)  Υπόθεση C-159/94 EDF και GDF, Συλλογή 1997, σ. I-5815.

(36)  Βλ. παραδείγματος χάρη τις αποφάσεις της Επιτροπής στις ακόλουθες υποθέσεις: E 8/06, Κρατική χρηματοδότηση προς τη δημόσια φλαμανδική ραδιοτηλεόραση VRT (ΕΕ C 143 της 10.6.2008, σ. 7), E 4/05, Κρατική ενίσχυση για τη χρηματοδότηση της RTE και της TNAG (TG4) (ΕΕ C 121 της 17.5.2008, σ. 5), E 3/05, Ενισχύσεις στους γερμανικούς δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς (ΕΕ C 185 της 8.8.2007, σ. 1), E 9/05, Καταβολή τελών αδειοδότησης στη RAI (ΕΕ C 235 της 23.9.2005, σ. 3), E 10/05, Καταβολή τελών αδειοδότησης στη France 2 και France 3 (ΕΕ C 240 της 30.9.2005, σ. 20), Ενίσχυση Ε8/05, Ισπανικός εθνικός δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός RTVE (ΕΕ C 239 της 4.10.2006, σ. 17), C 2/04, Ad hoc χρηματοδότηση των ολλανδικών ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών (ΕΕ L 49 της 22.2.2008, σ. 1). Βλ. επίσης απόφαση της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ αριθ. 306/09/COL της 8ης Ιουλίου 2009 σχετικά με τον Νορβηγικό Οργανισμό Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, η οποία δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της Αρχής http://www.eftasurv.int/?1=1&showLinkID=16906&1=1.

(37)  Παρόμοιες δυσκολίες μπορούν επίσης να προκύψουν όταν η δημόσια ραδιοτηλεόραση απευθύνεται σε γλωσσικές μειονότητες ή καλύπτει τοπικές ανάγκες.

(38)  Απόφαση της Επιτροπής C 62/1999, RAI, σκέψη 99 και C 85/2001, RTP, σκέψη 158.

(39)  Υπόθεση T-442/03, SIC κατά Επιτροπής, σκέψη 201, Συλλογή 2008, σ. ΙΙ-1161, και προμνημονευθείσα απόφαση TV2, σκέψεις 122 έως 124.

(40)  Σύμφωνα με το Γενικό Δικαστήριο, «οι εν λόγω ποιοτικές προδιαγραφές αποτελούν τον λόγο ύπαρξης της ΥΓΟΣ της ραδιοτηλεόρασης σε εθνικό επίπεδο». «Δεν δικαιολογείται να εξακολουθεί η κρατική χρηματοδότηση της συγκεκριμένης ΥΓΟΣ στο ύψος που θα επέβαλλε η τήρηση των προδιαγραφών αυτών, σε περίπτωση που η υπηρεσία αυτή, αν και έχει οριστεί κατά τρόπο ευρύ, θυσιάζει εντούτοις τις εν λόγω ποιοτικές προδιαγραφές, προκειμένου να ακολουθήσει μια εμπορική επιχειρηματική συμπεριφορά». Τ-441/03, SIC κατά Επιτροπής, σκέψη 221.

(41)  Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό, βάσει της οδηγίας 2007/65/ΕΚ (οδηγία για τα οπτικοακουστικά μέσα), των τυχερών παιγνίων, περιλαμβανομένης της απευθείας κλήσεως ειδικών τηλεφωνικών αριθμών όπως στην περίπτωση τηλεαγοράς ή διαφήμισης, βλ. υπόθεση C- 195/06 Österreichischer Rundfunk (ORF, Συλλογή 2007, σ I-8817.

(42)  Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση TV2, σκέψεις 107-108

(43)  Βλ. προμνημονευθείσα απόφαση SIC κατά Επιτροπής, σκέψη 212.

(44)  Άρθρο 4 της οδηγίας 2006/111/ΕΚ (οδηγία για τη διαφάνεια).

(45)  Αυτό παραπέμπει στην υποθετική κατάσταση κατά την οποία θα διακόπτονταν οι δραστηριότητες μη δημόσιας υπηρεσίας: το κόστος το οποίο θα εξοικονομείτο με τον τρόπο αυτό αντιστοιχεί στο ποσό των κοινών δαπανών που πρέπει να κατανεμηθούν σε δραστηριότητες μη δημόσιας υπηρεσίας.

(46)  Ασφαλώς, η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς να αποκομίζουν κέρδη από τις εμπορικές τους δραστηριότητες πέραν της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας.

(47)  Αυτά τα ειδικά αποθεματικά μπορούν να δικαιολογούνται για σημαντικές τεχνολογικές επενδύσεις (όπως η ψηφιοποίηση) οι οποίες προβλέπεται να πραγματοποιηθούν σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας ή για σημαντικά διαρθρωτικά μέτρα αναγκαία για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας ενός δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα εντός αυστηρά καθορισμένων χρονικών ορίων.

(48)  Όπως αναφέρει το Συμβούλιο της Ευρώπης στη σύστασή του σχετικά με την αποστολή της δημόσιας υπηρεσίας μέσων μαζικής ενημέρωσης στην κοινωνία της πληροφορίας: «(…) τα κράτη μέλη μπορεί να εξετάσουν το ενδεχόμενο συμπληρωματικών χρηματοδοτικών λύσεων, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα θέματα αγοράς και ανταγωνισμού. Ειδικότερα, στην περίπτωση των νέων εξατομικευμένων υπηρεσιών, τα κράτη μέλη μπορεί να επιτρέψουν στα δημόσια μέσα ενημέρωσης να εισπράττουν εισφορές (…). Ωστόσο, καμία από τις λύσεις αυτές δεν θα πρέπει να θέτει σε κίνδυνο την αρχή της καθολικότητας των δημόσιων μέσων ενημέρωσης ή να οδηγεί σε διακρίσεις μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων (…) Κατά την ανάπτυξη νέων συστημάτων χρηματοδότησης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη φύση του προσφερόμενου περιεχομένου προς όφελος του κοινού και του κοινού συμφέροντος.».

(49)  Παραδείγματος χάρη, η Αρχή εκτιμά ότι η παροχή, με χρέωση ανά θέαση ή με συνδρομή, χωριστής προσφοράς εξειδικευμένου περιεχομένου υψηλής ζήτησης, που δεν εντάσσεται στο ισορροπημένο και διαφοροποιημένο πρόγραμμα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, χαρακτηρίζεται κατά κανόνα ως εμπορική δραστηριότητα. Από την άλλη πλευρά, η Αρχή εκτιμά, για παράδειγμα, ότι η χρέωση τελών απλής μετάδοσης για τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση σε νέες πλατφόρμες, όπως οι κινητές συσκευές, δεν μετατρέπει την προσφορά σε εμπορική δραστηριότητα.

(50)  Για παράδειγμα, η Αρχή θεωρεί ότι ορισμένες μορφές γραμμικής μετάδοσης, όπως η ταυτόχρονη μετάδοση των βραδινών τηλεοπτικών ειδήσεων σε άλλες πλατφόρμες (π.χ. διαδίκτυο, κινητά), δεν μπορεί να χαρακτηριστούν ως «νέες» για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου. Εναπόκειται στα κράτη ΕΖΕΣ να αποφασίσουν αν άλλες μορφές αναμετάδοσης των προγραμμάτων δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων σε άλλες πλατφόρμες συνιστούν σημαντικές νέες υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά των εν λόγω υπηρεσιών.

(51)  Βλέπε επίσης υποσημείωση 40 σχετικά με την αιτιολόγηση μιας ΥΓΟΣ (υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος) της ραδιοτηλεόρασης.

(52)  Για παράδειγμα, ένα από τα σχετικά ζητήματα μπορεί να είναι το να εξετασθεί κατά πόσον οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί υποβάλλουν παγίως υψηλότερες προσφορές για δικαιώματα προγραμμάτων υψηλής ζήτησης κατά τρόπο που υπερβαίνει τις ανάγκες της αποστολής δημόσιας υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί και προκαλεί δυσανάλογες στρεβλώσεις στην αγορά.

(53)  Εγκρίθηκε με την απόφαση αριθ. 154/07/COL της 3ης Μαΐου 2007 για την 63η τροποποίηση των κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις, με την επικαιροποίηση και ενσωμάτωση ενός νέου κεφαλαίου για τους εφαρμοστέους κανόνες στις παράνομες ενισχύσεις (ΕΕ L 73 της 19.3.2009, σ. 23 και συμπλήρωμα ΕΟΧ αριθ. 15 της 19.3.2009, σ. 1), διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο της Αρχής: http://www.eftasurv.int/?1=1&showLinkID=15119&1=1.


Διορθωτικά

11.5.2012   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 124/56


Διορθωτικό στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 392/2012 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 2012, που συμπληρώνει την οδηγία 2010/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την επισήμανση της κατανάλωσης ενέργειας των οικιακών στεγνωτηρίων ρούχων

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 123 της 9ης Μαΐου 2012 )

Στην σελίδα 3, στο άρθρο 8:

αντί:

«29 Μαΐου 2012»,

διάβαζε:

«29 Μαΐου 2013»,

στην σελίδα 3, στο άρθρο 9 παράγραφος 1:

αντί:

«29 Σεπτεμβρίου 2012»,

διάβαζε:

«29 Σεπτεμβρίου 2013»,

στην σελίδα 3, στο άρθρο 9 παράγραφος 2:

αντί:

«29 Μαΐου 2012»,

διάβαζε:

«29 Μαΐου 2013»,

στην σελίδα 3, στο άρθρο 9 παράγραφος 3:

αντί:

«29 Μαΐου 2012»,

διάβαζε:

«29 Μαΐου 2013»,

στην σελίδα 3, στο άρθρο 10 παράγραφος 2:

αντί:

«2.   Εφαρμόζεται από τις 29 Μαΐου 2012. Ωστόσο, το άρθρο 3 στοιχεία δ) και ε) και το άρθρο 4 στοιχεία β), γ) και δ) εφαρμόζονται από τις 29 Σεπτεμβρίου 2012.»,

διάβαζε:

«2.   Εφαρμόζεται από τις 29 Μαΐου 2013. Ωστόσο, το άρθρο 3 στοιχεία δ) και ε) και το άρθρο 4 στοιχεία β), γ) και δ) εφαρμόζονται από τις 29 Σεπτεμβρίου 2013.».