ISSN 1977-0669

doi:10.3000/19770669.L_2011.306.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

54ό έτος
23 Νοεμβρίου 2011


Περιεχόμενα

 

I   Νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κανονισμός (EE) αριθ. 1173/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, για την αποτελεσματική επιβολή της δημοσιονομικής εποπτείας στη ζώνη του ευρώ

1

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1174/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με κατασταλτικά μέτρα για τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ευρωζώνη

8

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1175/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών

12

 

*

Κανονισμός (EE) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών

25

 

*

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1177/2011 του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 2011, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος

33

 

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

 

 

ΟΔΗΓΙΕΣ

 

*

Οδηγία 2011/85/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών

41

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


I Νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

23.11.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (EE) αριθ. 1173/2011 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 16ης Νοεμβρίου 2011

για την αποτελεσματική επιβολή της δημοσιονομικής εποπτείας στη ζώνη του ευρώ

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 136 σε συνδυασμό με το άρθρο 121 παράγραφος 6,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβιβάσεως του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ έχουν ιδιαίτερο συμφέρον και ευθύνη να εφαρμόζουν οικονομικές πολιτικές που προωθούν την εύρυθμη λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης και να αποφεύγουν πολιτικές που τη θέτουν σε κίνδυνο.

(2)

Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) επιτρέπει τη θέσπιση συγκεκριμένων μέτρων στη ζώνη του ευρώ, καθ’ υπέρβαση των εφαρμοστέων σε όλα τα κράτη μέλη διατάξεων, με σκοπό την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

(3)

Η πείρα που αποκτήθηκε και τα λάθη που έγιναν στην πρώτη δεκαετία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης καταδεικνύουν την ανάγκη να βελτιωθεί η οικονομική διακυβέρνηση στην Ένωση, που πρέπει να βασίζεται σε έναν αποφασιστικότερο εθνικό ενστερνισμό των κανόνων και πολιτικών που έχουν συμφωνηθεί από κοινού και σε ένα στιβαρότερο πλαίσιο σε επίπεδο Ένωσης για την εποπτεία των εθνικών οικονομικών πολιτικών.

(4)

Το βελτιωμένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να βασίζεται σε διάφορες αλληλοσυνδεόμενες και συνεκτικές πολιτικές για βιώσιμη ανάπτυξη και απασχόληση, οι οποίες θα στηρίζονται σε μια στρατηγική της Ένωσης για ανάπτυξη και απασχόληση, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην ανάπτυξη και την ενίσχυση της ενιαίας αγοράς, στην προώθηση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών και της ανταγωνιστικότητας, σε ένα Ευρωπαϊκό Εξάμηνο ενισχυμένης συνεργασίας των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών, σε ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση υπερβολικού δημόσιου ελλείμματος (σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης), σε ένα ισχυρό πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση μακροοικονομικών ανισορροπιών, σε ελάχιστες απαιτήσεις για τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, και σε μια ενισχυμένη ρύθμιση και εποπτεία της χρηματοπιστωτικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της μακροπροληπτικής εποπτείας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου.

(5)

Το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και το ολοκληρωμένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να συμπληρώνουν και να είναι συμβατά με μια ενωσιακή στρατηγική ανάπτυξης και απασχόλησης. Ωστόσο, αυτές οι αλληλοσυνδέσεις μεταξύ των διαφόρων πτυχών δεν θα πρέπει να προβλέπουν εξαιρέσεις στις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(6)

Η επίτευξη και διατήρηση μιας δυναμικής εσωτερικής αγοράς θα πρέπει να θεωρείται στοιχείο κατάλληλης και εύρυθμης λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

(7)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διαδραματίζει ισχυρότερο ρόλο στη διαδικασία ενισχυμένης εποπτείας, όσον αφορά τις αξιολογήσεις του κάθε κράτους μέλους, την παρακολούθηση, τις αποστολές επιτοπίως, τις συστάσεις και τις προειδοποιήσεις. Όταν λαμβάνει αποφάσεις περί κυρώσεων ο ρόλος του Συμβουλίου θα πρέπει να είναι περιορισμένος ενώ θα πρέπει να χρησιμοποιείται αντίστροφη ειδική πλειοψηφία.

(8)

Για να εξασφαλιστεί ένας μόνιμος διάλογος με τα κράτη μέλη προς επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να πραγματοποιεί αποστολές εποπτείας.

(9)

Η Επιτροπή θα πρέπει, σε τακτά διαστήματα, να προβαίνει σε εκτεταμένη αξιολόγηση του συστήματος οικονομικής διακυβέρνησης και, ειδικότερα, της αποτελεσματικότητας και επάρκειας των κυρώσεων. Οι αξιολογήσεις θα πρέπει εν ανάγκη να συνοδεύονται και από αντίστοιχες προτάσεις.

(10)

Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την τρέχουσα οικονομική κατάσταση των οικείων κρατών μελών.

(11)

Η ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να περιλαμβάνει στενότερη και πιο έγκαιρη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων.

(12)

Είναι δυνατόν να καθιερωθεί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διάλογος οικονομικού περιεχομένου, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στην Επιτροπή να δημοσιοποιεί τις αναλύσεις της και στον Πρόεδρο του Συμβουλίου, την Επιτροπή και, αν χρειασθεί, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή τον Πρόεδρο της Ευρωομάδας να συζητούν. Μια τέτοια δημόσια συζήτηση θα μπορούσε να αφορά τα δευτερογενή αποτελέσματα των εθνικών αποφάσεων και να επιτρέπει να ασκηθεί αμοιβαία πίεση μεταξύ των εταίρων. Ενώ αναγνωρίζεται ότι συνομιλητές με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του διαλόγου αυτού είναι τα οικεία θεσμικά όργανα της Ένωσης και οι εκπρόσωποί τους, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να επιτρέψει στο κράτος μέλος το οποίο αφορά απόφαση του Συμβουλίου σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5 και 6 του παρόντος κανονισμού, να συμμετάσχει σε ανταλλαγή απόψεων. Η συμμετοχή του κράτους μέλους στην εν λόγω ανταλλαγή είναι προαιρετική.

(13)

Είναι απαραίτητες πρόσθετες κυρώσεις για να καταστεί πιο αποτελεσματική η επιβολή της δημοσιονομικής επιτήρησης στη ζώνη του ευρώ. Οι κυρώσεις αυτές αναμένεται να ενισχύσουν την αξιοπιστία του πλαισίου δημοσιονομικής επιτήρησης της Ένωσης.

(14)

Οι κανόνες που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό αναμένεται να εξασφαλίσουν δίκαιους, έγκαιρους, κλιμακωτούς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς για τη συμμόρφωση με το προληπτικό και το διορθωτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ιδίως δε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (4) και με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (5), όπου η τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας εξετάζεται με βάση τα κριτήρια του δημοσίου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους.

(15)

Στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, οι κυρώσεις για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, οι οποίες θα βασίζονται στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, αναμένεται να δώσουν κίνητρα για την προσαρμογή και τη διατήρηση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου.

(16)

Προκειμένου να αποθαρρυνθεί η παραποίηση, εκ προθέσεως ή εκ βαρείας αμελείας, των στοιχείων του δημοσίου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, τα οποία αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία για το συντονισμό της οικονομικής πολιτικής στην Ένωση, θα πρέπει να επιβάλλεται πρόστιμο στο υπεύθυνο κράτος μέλος.

(17)

Για να συμπληρωθούν οι κανόνες υπολογισμού των προστίμων για παραποίηση στατιστικών στοιχείων καθώς και οι κανόνες για τη διαδικασία που θα ακολουθεί η Επιτροπή για τη διερεύνηση τέτοιων πράξεων, πρέπει να δοθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ βάσει λεπτομερών κριτηρίων που θα ορίζουν το ύψος του πρόστιμου και τον τρόπο με τον οποίο θα διεξάγει τις έρευνες η Επιτροπή. Έχει ιδιαίτερη σημασία να διεξάγει η Επιτροπή τις απαιτούμενες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια του προπαρασκευαστικού έργου της, συμπεριλαμβανομένων διαβουλεύσεων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Κατά την προπαρασκευή και την κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή πρέπει να μεριμνά ώστε τα σχετικά έγγραφα να διαβιβάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ταυτόχρονα, έγκαιρα και με κατάλληλο τρόπο.

(18)

Στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η προσαρμογή στον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο και η προσήλωση σε αυτόν θα πρέπει να διασφαλίζονται μέσω της υποχρέωσης πραγματοποίησης προσωρινής τοκοφόρου κατάθεσης που επιβάλλεται σε ένα κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ, το οποίο σημειώνει ανεπαρκή πρόοδο στο πεδίο της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Αυτό θα πρέπει να ισχύει όταν ένα κράτος μέλος, ακόμη και αν το έλλειμμά του είναι κάτω από την τιμή αναφοράς του 3 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), αποκλίνει σημαντικά από τον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή την ενδεδειγμένη πορεία προσαρμογής προς αυτόν και αδυνατεί να διορθώσει την απόκλιση αυτή.

(19)

Η τοκοφόρος κατάθεση που επιβάλλεται θα πρέπει να αποδεσμεύεται και να τίθεται εκ νέου στη διάθεση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους με τους δεδουλευμένους τόκους μόλις το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι έχει τερματιστεί η κατάσταση από την οποία προέκυψε η υποχρέωση της κατάθεσης.

(20)

Στο διορθωτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, οι κυρώσεις για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ θα πρέπει να έχουν τη μορφή μιας υποχρεωτικής άτοκης κατάθεσης, συνδεομένης με απόφαση του Συμβουλίου διαπιστωτική της ύπαρξης υπερβολικού ελλείμματος, εφόσον έχει ήδη επιβληθεί τοκοφόρος κατάθεση στο συγκεκριμένο κράτος μέλος στο προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης ή, σε περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρής παραβίασης των υποχρεώσεων δημοσιονομικής πολιτικής που προβλέπονται στο σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ή τη μορφή της υποχρέωσης καταβολής προστίμου σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με σύσταση του Συμβουλίου για τη διόρθωση υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος.

(21)

Για να αποφευχθεί η αναδρομική εφαρμογή των κυρώσεων δυνάμει του προληπτικού σκέλους του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό, οι εν λόγω κυρώσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε σχέση με αποφάσεις τις οποίες εγκρίνει το Συμβούλιο δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ομοίως, για να αποφευχθεί η αναδρομική εφαρμογή των κυρώσεων δυνάμει του διορθωτικού σκέλους του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό, οι εν λόγω κυρώσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε σχέση με συστάσεις και αποφάσεις για τη διόρθωση υπερβολικού δημοσιονομικού ελλείμματος τις οποίες εγκρίνει το Συμβούλιο μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(22)

Το ύψος της τοκοφόρου κατάθεσης, της άτοκης κατάθεσης και του προστίμου που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ορίζεται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται εύλογη κλιμάκωση των κυρώσεων στο προληπτικό και στο διορθωτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και να παρέχει επαρκή κίνητρα για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ ώστε να συμμορφώνονται με το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ένωσης. Το πρόστιμο κατά το άρθρο 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ, και όπως ορίζεται στο άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97, αποτελείται από μια σταθερή συνιστώσα που ισούται με 0,2 % του ΑΕΠ και από μια μεταβλητή συνιστώσα. Συνεπώς, η κλιμάκωση και η ισότιμη μεταχείριση των κρατών μελών εξασφαλίζονται εάν η τοκοφόρος κατάθεση, η άτοκη κατάθεση και το πρόστιμο που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό είναι ίσα με 0,2 % του ΑΕΠ, δηλαδή με το ύψος της σταθερής συνιστώσας του προστίμου που συνδέεται με το άρθρο 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ.

(23)

Θα πρέπει να δοθεί στο Συμβούλιο η δυνατότητα να μειώνει ή να ακυρώνει τις κυρώσεις που επιβάλλονται στα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, βάσει σύστασης της Επιτροπής ύστερα από αιτιολογημένο αίτημα του οικείου κράτους μέλους. Στο διορθωτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να συστήσει τη μείωση του ύψους μιας κύρωσης ή να την ακυρώσει λόγω έκτακτων οικονομικών περιστάσεων.

(24)

Η άτοκη κατάθεση θα πρέπει να αποδεσμεύεται όταν το υπερβολικό έλλειμμα, διορθωθεί ενώ οι τόκοι των καταθέσεων και τα εισπραττόμενα πρόστιμα θα πρέπει να διατίθενται στους μηχανισμούς σταθερότητας για την παροχή οικονομικής στήριξης οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί από τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ προς διασφάλιση της σταθερότητας στο σύνολο της ζώνης του ευρώ.

(25)

Θα πρέπει να δοθεί στο Συμβούλιο η εξουσία να εκδίδει μεμονωμένες αποφάσεις για την εφαρμογή των κυρώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Στο πλαίσιο του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών που διεξάγεται στο Συμβούλιο κατά το άρθρο 121 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, οι εν λόγω μεμονωμένες αποφάσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συνέχειας των μέτρων που θεσπίζει το Συμβούλιο σύμφωνα με τα άρθρα 121 και 126 της ΣΛΕΕ και τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1466/97 και (ΕΚ) αριθ. 1467/97.

(26)

Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός περιέχει γενικούς κανόνες για την αποτελεσματική επιβολή των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1466/97 και (ΕΚ) αριθ. 1467/97, θα πρέπει να εγκριθεί σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία του άρθρου 121 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ.

(27)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η δημιουργία ενός συστήματος κυρώσεων για να ενισχυθεί η εφαρμογή του προληπτικού και του διορθωτικού τμήματος του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς στο επίπεδο των κρατών μελών, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας που διατυπώνονται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου αυτού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει σύστημα κυρώσεων για την ενίσχυση της επιβολής του προληπτικού και του διορθωτικού σκέλους του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης στη ζώνη του ευρώ.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι εξής ορισμοί:

(1)

ως «προληπτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης» νοείται το σύστημα πολυμερούς εποπτείας, όπως θεσπίζεται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97·

(2)

ως «διορθωτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης» νοείται η διαδικασία αποφυγής υπερβολικού ελλείμματος των κρατών μελών, όπως ρυθμίζεται από το άρθρο 126 της ΣΛΕΕ και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97·

(3)

ως «έκτακτες οικονομικές περιστάσεις» νοούνται περιστάσεις όπου η υπέρβαση ενός δημοσιονομικού ελλείμματος σε σχέση με την τιμή αναφοράς θεωρείται έκτακτη κατά την έννοια του άρθρου 126 παράγραφος 2 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση της ΣΛΕΕ και όπως διευκρινίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Άρθρο 3

Οικονομικός διάλογος

Για να ενισχυθεί ο διάλογος ανάμεσα στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, και συγκεκριμένα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, και για να εξασφαλισθεί μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να καλεί τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, της Επιτροπής και, εφόσον κριθεί αναγκαίο, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή τον Πρόεδρο της Ευρωομάδας να εμφανισθούν ενώπιον της επιτροπής για συζητήσουν αποφάσεις που ελήφθησαν σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5 και 6 του παρόντος κανονισμού.

Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να προσφέρει την ευκαιρία στο κράτος μέλος το οποίο αφορούν οι ληφθείσες αποφάσεις να συμμετάσχει σε ανταλλαγή απόψεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΣΚΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Άρθρο 4

Τοκοφόρος κατάθεση

1.   Εάν το Συμβούλιο εγκρίνει απόφαση διά της οποίας διαπιστώνεται ότι κράτος μέλος δεν ανέλαβε δράση ανταποκρινόμενο στη σύσταση του Συμβουλίου κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97, η Επιτροπή συνιστά στο Συμβούλιο, εντός 20 ημερών από τη λήψη της απόφασης του Συμβουλίου, να επιβάλλει διά νέας αποφάσεώς του στο οικείο κράτος μέλος την πραγματοποίηση τοκοφόρου κατάθεσης στην Επιτροπή ίση προς το 0,2 % του ΑΕΠ του κατά το προηγούμενο έτος.

2.   Η απόφαση διά της οποίας απαιτείται η κατάθεση λογίζεται εγκριθείσα από το Συμβούλιο εκτός εάν αυτό αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να απορρίψει τη σύσταση μέσα σε δέκα ημέρες από την έγκρισή της από την Επιτροπή.

3.   Το Συμβούλιο αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μπορεί να τροποποιήσει τη σύσταση της Επιτροπής και να εγκρίνει το τροποποιημένο κείμενο ως απόφασή του.

4.   Η Επιτροπή, μετά από αιτιολογημένο αίτημα που θα απευθύνει το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή μέσα σε 10 ημέρες από την έγκριση της απόφασης του Συμβουλίου η οποία διαπιστώνει τη μη συμμόρφωση, ως αναφέρεται στην παράγραφο 1, μπορεί να συστήσει στο Συμβούλιο τη μείωση του ποσού της τοκοφόρου κατάθεσης ή την ακύρωσή της.

5.   Το επιτόκιο της τοκοφόρου κατάθεσης αντικατοπτρίζει τον πιστωτικό κίνδυνο της Επιτροπής και τη σχετική επενδυτική περίοδο.

6.   Εάν η κατάσταση που προκάλεσε τη σύσταση του Συμβουλίου κατά το άρθρο 6 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 δεν υφίσταται πλέον, το Συμβούλιο, βάσει νέας σύστασης της Επιτροπής, αποφασίζει ότι η κατάθεση και οι σχετικοί δεδουλευμένοι τόκοι επιστρέφονται στο οικείο κράτος μέλος. Το Συμβούλιο μπορεί να τροποποιεί τη νέα σύσταση της Επιτροπής αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΔΙΟΡΘΩΤΙΚΟ ΣΚΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Άρθρο 5

Άτοκη κατάθεση

1.   Εάν το Συμβούλιο αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ ότι υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα σε κράτος μέλος το οποίο έχει πραγματοποιήσει τοκοφόρο κατάθεση στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, ή εφόσον διαπιστωθεί από την Επιτροπή μια σοβαρή παραβίαση των υποχρεώσεων δημοσιονομικής πολιτικής που προβλέπονται στο σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η Επιτροπή συνιστά στο Συμβούλιο, εντός 20 ημερών από την έγκριση της απόφασής του, να υποχρεώσει με νέα του απόφαση το οικείο κράτος μέλος να προβεί σε άτοκη κατάθεση στην Επιτροπή, ύψους 0,2 % του ΑΕΠ του κατά το προηγούμενο έτος.

2.   Η απόφαση περί υποχρεωτικής κατάθεσης λογίζεται εγκριθείσα από το Συμβούλιο εκτός εάν αυτό αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να απορρίψει τη σύσταση εντός 10 ημερών από την έγκρισή της από την Επιτροπή.

3.   Το Συμβούλιο μπορεί με ειδική πλειοψηφία να τροποποιήσει τη σύσταση της Επιτροπής και να εγκρίνει το τροποποιημένο κείμενο ως απόφαση του Συμβουλίου.

4.   Η Επιτροπή, λόγω έκτακτων οικονομικών περιστάσεων ή μετά από αιτιολογημένο αίτημα που απευθύνει το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή εντός 10 ημερών από την έκδοση της απόφασης του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ, ως αναφέρεται στην παράγραφο 1, μπορεί να συστήσει στο Συμβούλιο τη μείωση του ποσού της άτοκης κατάθεσης ή την ακύρωσή της.

5.   H κατάθεση γίνεται στην Επιτροπή. Αν το κράτος μέλος έχει προβεί σε τοκοφόρο κατάθεση στην Επιτροπή κατά το άρθρο 4, η κατάθεση αυτή μετατρέπεται σε άτοκη.

Εάν το ύψος μιας έντοκης κατάθεσης που έγινε σύμφωνα με το άρθρο 4, και των δεδουλευμένων τόκων, υπερβαίνει το ύψος της απαιτούμενης κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου άτοκης κατάθεσης, το υπόλοιπο επιστρέφεται στο κράτος μέλος.

Εάν το ύψος της άτοκης κατάθεσης υπερβαίνει το ποσό μιας τοκοφόρας κατάθεσης που έγινε κατά το άρθρο 4, και των δεδουλευμένων τόκων, το κράτος μέλος υποχρεούται να συμπληρώσει το ελλείπον ποσό όταν διενεργεί την άτοκη κατάθεση.

Άρθρο 6

Πρόστιμο

1.   Αν το Συμβούλιο, αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 8 της ΣΛΕΕ, ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να διορθώσει το υπερβολικό του έλλειμμα, η Επιτροπή συνιστά στο Συμβούλιο εντός 20 ημερών από τη λήψη της απόφασης αυτής, την επιβολή προστίμου με νέα του απόφαση. Το πρόστιμο ανέρχεται σε 0,2 % του ΑΕΠ του οικείου κράτους μέλους κατά το προηγούμενο έτος

2.   Η απόφαση περί επιβολής προστίμου λογίζεται εγκριθείσα από το Συμβούλιο εκτός εάν αυτό αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να απορρίψει τη σύσταση της Επιτροπής εντός 10 ημερών από την έγκρισή της από την Επιτροπή.

3.   Το Συμβούλιο μπορεί να τροποποιεί τη σύσταση της Επιτροπής αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία και να εγκρίνει το τροποποιημένο κείμενο ως απόφαση του Συμβουλίου.

4.   Η Επιτροπή μπορεί, λόγω έκτακτων οικονομικών περιστάσεων ή μετά από αιτιολογημένο αίτημα που απευθύνει το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή εντός 10 ημερών από την έκδοση της απόφασης του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 8 της ΣΛΕΕ όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, να συστήσει στο Συμβούλιο τη μείωση του ποσού του προστίμου ή την ακύρωσή του.

5.   Εάν το κράτος μέλος έχει πραγματοποιήσει άτοκη κατάθεση στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 5, η άτοκη κατάθεση μετατρέπεται σε πρόστιμο.

Εάν το ύψος της πραγματοποιηθείσας σύμφωνα με το άρθρο 5 άτοκης κατάθεσης υπερβαίνει το ύψος του απαιτούμενου προστίμου, το υπόλοιπο επιστρέφεται στο κράτος μέλος.

Εάν το ύψος του προστίμου υπερβαίνει το ύψος της πραγματοποιηθείσας σύμφωνα με το άρθρο 5 άτοκης κατάθεσης, ή εάν δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία άτοκη κατάθεση, το κράτος μέλος συμπληρώνει το υπόλοιπο όταν καταβάλλει το πρόστιμο.

Άρθρο 7

Επιστροφή της άτοκης κατάθεσης

Εάν το Συμβούλιο αποφασίσει, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 12 της ΣΛΕΕ, να καταργήσει ορισμένες ή όλες τις αποφάσεις του, οποιαδήποτε άτοκη κατάθεση που έχει γίνει στην Επιτροπή επιστρέφεται στο οικείο κράτος μέλος ή κράτη μέλη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Άρθρο 8

Κυρώσεις για παραποίηση στατιστικών στοιχείων

1.   Το Συμβούλιο ενεργώντας βάσει σύστασης της Επιτροπής μπορεί να αποφασίσει να επιβάλει πρόστιμο σε ένα κράτος μέλος το οποίο εκ προθέσεως ή βαρείας αμέλειας παρουσιάζει ανακριβή στοιχεία για το έλλειμμα και το χρέος σ’ ό, τι αφορά την εφαρμογή των άρθρων 121 ή 126 της ΣΛΕΕ ή την εφαρμογή του πρωτοκόλλου για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που επισυνάπτεται στην ΣΕΕ και στην ΣΛΕΕ.

2.   Τα πρόστιμα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι αποτελεσματικά, αποτρεπτικά και ανάλογα με τη φύση, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παρουσίασης ανακριβών στοιχείων. Το ύψος του προστίμου δεν πρέπει να υπερβαίνει το 0,2 % του ΑΕΠ του οικείου κράτους μέλους.

3.   Για να εντοπισθεί η παρουσίαση ανακριβών στοιχείων κατά την παράγραφο 1 η Επιτροπή μπορεί να διεξάγει κάθε αναγκαία έρευνα. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να κινήσει έρευνα όταν κρίνει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων που ενδέχεται να στοιχειοθετούν παρουσίαση ανακριβών στοιχείων. Η Επιτροπή διερευνά τις υποτιθέμενες παρουσιάσεις ανακριβών στοιχείων λαμβάνοντας υπόψη οποιεσδήποτε παρατηρήσεις υποβάλλει το οικείο κράτος μέλος. Για να επιτελέσει το έργο της, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το κράτος μέλος να παράσχει στοιχεία, καθώς και να διεξαγάγει επιτόπιους ελέγχους και να έχει πρόσβαση στους λογαριασμούς όλων των δημόσιων φορέων σε επίπεδο κεντρικής, κρατικής, τοπικής διοίκησης καθώς και σε επίπεδο οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης. Εάν η εθνική νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους απαιτεί προηγουμένη δικαστική έγκριση των επιτοπίων ελέγχων, η Επιτροπή υποβάλλει τις σχετικές αιτήσεις.

Μόλις ολοκληρώσει την έρευνά της, και πριν υποβάλει οποιαδήποτε έρευνα στο Συμβούλιο, η Επιτροπή δίνει στο οικείο κράτος μέλος την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί των υπό έρευνα ζητημάτων. Η Επιτροπή βασίζει την πρότασή της στο Συμβούλιο μόνο επί γεγονότων επί των οποίων το εν λόγω κράτος μέλος είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί.

Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών γίνονται πλήρως σεβαστά από την Επιτροπή τα δικαιώματα υπεράσπισης του οικείου κράτους μέλους.

4.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 11 σχετικά με:

α)

ενδελεχή κριτήρια που ορίζουν το ύψος του πρόστιμου κατά την παράγραφο 1·

β)

ενδελεχείς κανόνες σχετικά με τη διαδικασία για τις έρευνες που ορίζονται στην παράγραφο 3, συνδεόμενα μέτρα και σύνταξη εκθέσεων σχετικά με τις έρευνες· καθώς και

γ)

ενδελεχείς διαδικαστικούς κανόνες με σκοπό την πλήρη διασφάλιση των δικαιωμάτων υπεράσπισης, της πρόσβασης στο φάκελο, της νομικής εκπροσώπησης, της εμπιστευτικότητας, των προσωρινών διατάξεων και της είσπραξης των προστίμων κατά την παράγραφο 1.

5.   Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία για τον έλεγχο των αποφάσεων διά των οποίων το Συμβούλιο επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα με την παράγραφο 1. Το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει, να μειώσει ή να αυξήσει το επιβληθέν πρόστιμο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΩΝ ΚΥΡΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗ ΤΟΚΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ

Άρθρο 9

Διοικητικός χαρακτήρας των κυρώσεων

Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 8 είναι διοικητικής φύσης.

Άρθρο 10

Διανομή των τόκων και των προστίμων

Οι τόκοι τους οποίους εισπράττει η Επιτροπή από καταθέσεις που έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 και τα πρόστιμα που εισπράττονται σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 8 αποτελούν «άλλα έσοδα», όπως αναφέρονται στο άρθρο 311 της ΣΛΕΕ, και διατίθενται στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας. Όταν δημιουργηθεί από τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ άλλος μηχανισμός σταθερότητας για την παροχή οικονομικής στήριξης προς διασφάλιση της σταθερότητας στο σύνολο της ζώνης του ευρώ, οι τόκοι και τα πρόστιμα θα διατίθενται σε αυτόν τον τελευταίο μηχανισμό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 11

Άσκηση των ανατιθέμενων αρμοδιοτήτων

1.   Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.   Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων του άρθρου 8 παράγραφος 4 ανατίθεται στην Επιτροπή από τις 13 Δεκεμβρίου 2011. Το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της τριετίας, η Επιτροπή εκπονεί έκθεση σχετικά με την εξουσιοδότηση. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο αντιταχθεί σε αυτήν την ανανέωση το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση κατά το άρθρο 8 παράγραφος 4 μπορεί να ανακαλείται ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που καθορίζεται στην απόφαση αυτή. Αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευση της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση οι οποίες ισχύουν ήδη.

4.   Η Επιτροπή, μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.   Κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 4 τίθεται σε ισχύ μόνο εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δεν έχει γνωστοποιήσει την αντίθεσή του εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν και τα δύο την Επιτροπή ότι δεν σκοπεύουν να διατυπώσουν αντιρρήσεις. Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες.

Άρθρο 12

Ψηφοφορία στο Συμβούλιο

1.   Για τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 4, 5, 6 και 8, ψηφίζουν μόνο τα μέλη του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύουν κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ και το Συμβούλιο ενεργεί χωρίς να λάβει υπόψη την ψήφο του μέλους του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύει το οικείο κράτος μέλος.

2.   Η ειδική πλειοψηφία των αναφερομένων στην παράγραφο 1 μελών του Συμβουλίου ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 238 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

Άρθρο 13

Επανεξέταση

1.   Μέχρι την 14η Δεκεμβρίου 2014 και εν συνεχεία ανά πενταετία, η Επιτροπή δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Η έκθεση αξιολογεί μεταξύ άλλων:

α)

την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένου του ενδεχόμενου να δοθούν τα μέσα στο Συμβούλιο και την Επιτροπή να δράσουν για να αντιμετωπίσουν καταστάσεις που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της νομισματικής ένωσης·

β)

την πρόοδο ως προς την εξασφάλιση στενότερου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών και συνεχούς σύγκλισης των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ.

2.   Εφόσον κριθεί σκόπιμο, η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από πρόταση με τροποποιήσεις του παρόντος κανονισμού.

3.   Η έκθεση διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

4.   Πριν από το τέλος του 2011 η Επιτροπή υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με το ενδεχόμενο καθιέρωσης τίτλων σε ευρώ.

Άρθρο 14

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Στρασβούργο, 16 Νοεμβρίου 2011.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

W. SZCZUKA


(1)  ΕΕ C 150 της 20.5.2011, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 218 της 23.7.2011, σ. 46.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2011.

(4)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 6.


23.11.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/8


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1174/2011 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 16ης Νοεμβρίου 2011

σχετικά με κατασταλτικά μέτρα για τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ευρωζώνη

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 136 σε συνδυασμό με το άρθρο 121 παράγραφος 6,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβιβάσεως του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το βελτιωμένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να βασίζεται σε διάφορες αλληλοσυνδεόμενες και συνεκτικές πολιτικές για βιώσιμη ανάπτυξη και απασχόληση, οι οποίες θα στηρίζονται σε μια στρατηγική της Ένωσης για ανάπτυξη και απασχόληση, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην ανάπτυξη και την ενίσχυση της ενιαίας αγοράς, στην προώθηση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών και της ανταγωνιστικότητας, σε ένα Ευρωπαϊκό Εξάμηνο ενισχυμένης συνεργασίας των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών, σε ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση υπερβολικού δημόσιου ελλείμματος (σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης), σε ένα ισχυρό πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση μακροοικονομικών ανισορροπιών, σε ελάχιστες απαιτήσεις για τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, και σε μια ενισχυμένη ρύθμιση και εποπτεία της χρηματοπιστωτικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της μακροπροληπτικής εποπτείας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου.

(2)

Τα αξιόπιστα στατιστικά δεδομένα αποτελούν τη βάση της εποπτείας των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Για την εξασφάλιση ορθών και ανεξάρτητων στατιστικών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν την επαγγελματική ανεξαρτησία των εθνικών στατιστικών αρχών, σύμφωνα με τον κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές (4). Επιπλέον, η διαθεσιμότητα ορθών δημοσιονομικών δεδομένων είναι επίσης σημαντική για την εποπτεία των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η απαίτηση αυτή θα πρέπει να διασφαλίζεται από τους οικείους κανόνες του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1173/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2011 σχετικά με την αποτελεσματική επιβολή της δημοσιονομικής εποπτείας στη ζώνη του ευρώ (5), ιδίως το άρθρο 8.

(3)

Ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών εντός της Ένωσης θα πρέπει να αναπτυχθεί στο πλαίσιο των γενικών προσανατολισμών για τις οικονομικές πολιτικές και τις πολιτικές απασχόλησης, όπως προβλέπει η συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και θα πρέπει να συνεπάγεται την τήρηση των κατευθυντήριων αρχών που συνιστούν η σταθερότητα των τιμών, τα υγιή και διατηρήσιμα δημόσια οικονομικά, οι υγιείς νομισματικές συνθήκες και το διατηρήσιμο ισοζύγιο πληρωμών.

(4)

Η πείρα που αποκτήθηκε και τα λάθη που έγιναν στην πρώτη δεκαετία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης καταδεικνύουν την ανάγκη να βελτιωθεί η οικονομική διακυβέρνηση στην Ένωση, που πρέπει να βασίζεται σε έναν αποφασιστικότερο εθνικό ενστερνισμό των κανόνων και πολιτικών που έχουν συμφωνηθεί από κοινού και σε ένα στιβαρότερο πλαίσιο σε επίπεδο Ένωσης για την εποπτεία των εθνικών οικονομικών πολιτικών.

(5)

Η επίτευξη και διατήρηση μιας δυναμικής εσωτερικής αγοράς θα πρέπει να θεωρείται στοιχείο κατάλληλης και εύρυθμης λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

(6)

Ειδικότερα, η εποπτεία των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών θα πρέπει να διευρυνθεί πέραν της δημοσιονομικής εποπτείας για να περιλάβει ένα πιο λεπτομερές και επίσημο πλαίσιο, προκειμένου να προλαμβάνονται οι υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες και να βοηθούνται τα κράτη μέλη που πλήττονται να καταρτίζουν διορθωτικά σχέδια προτού οι αποκλίσεις παγιωθούν και προτού οι οικονομικές και χρηματοπιστωτικές εξελίξεις πάρουν μόνιμη τροπή προς μια υπέρμετρα δυσμενή κατεύθυνση. Μία τέτοια διεύρυνση της εποπτείας των οικονομικών πολιτικών θα πρέπει να γίνει παράλληλα με την εμβάθυνση της δημοσιονομικής εποπτείας.

(7)

Για να βοηθηθεί η διόρθωση των εν λόγω υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών, είναι απαραίτητη μια νομοθετημένη λεπτομερής διαδικασία.

(8)

Ενδείκνυται να συμπληρωθεί η διαδικασία πολυμερούς εποπτείας των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 121 της ΣΛΕΕ με συγκεκριμένους κανόνες για την ανίχνευση των μακροοικονομικών ανισορροπιών καθώς και την πρόληψη και διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών εντός της Ένωσης. Έχει ουσιαστική σημασία να ενσωματωθεί η διαδικασία στον ετήσιο κύκλο πολυμερούς εποπτείας.

(9)

Η ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να περιλαμβάνει αυξημένη και πιο έγκαιρη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων. Ενώ αναγνωρίζεται ότι συνομιλητές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο πλαίσιο του διαλόγου είναι τα σχετικά θεσμικά όργανα της Ένωσης και οι εκπρόσωποί τους, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να επιτρέψει τη συμμετοχή σε μια ανταλλαγή απόψεων ενός κράτους μέλους το οποίο αποτελεί το αντικείμενο απόφασης του Συμβούλιου που επιβάλει τοκοφόρα κατάθεση ή ετήσιο πρόστιμο βάσει του παρόντος κανονισμού. Η συμμετοχή του κράτους μέλους σε αυτή την ανταλλαγή απόψεων είναι προαιρετική.

(10)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διαδραματίζει ισχυρότερο ρόλο στη διαδικασία ενισχυμένης εποπτείας, όσον αφορά τις αξιολογήσεις του κάθε κράτους μέλους, την παρακολούθηση, τις αποστολές επιτοπίως, τις συστάσεις και τις προειδοποιήσεις.

(11)

Η επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2011 για την πρόληψη και διόρθωση μακροοικονομικών ανισορροπιών (6) θα πρέπει να ενισχυθεί με τη θέσπιση τοκοφόρων καταθέσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τη σύσταση για λήψη διορθωτικών μέτρων. Οι καταθέσεις αυτές θα πρέπει να μετατρέπονται σε ετήσιο πρόστιμο στην περίπτωση επανειλημμένης μη συμμόρφωσης με τη σύσταση για αντιμετώπιση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας ανισορροπιών. Τα εν λόγω μέτρα επιβολής πρέπει να εφαρμόζονται στα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ.

(12)

Στην περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις συστάσεις του Συμβουλίου η τοκοφόρος κατάθεση ή το πρόστιμο θα πρέπει να επιβάλλονται, έως ότου το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι το κράτος μέλος έχει συντάξει σχέδιο διορθωτικών ενεργειών που ανταποκρίνεται επαρκώς στη σύστασή του.

(13)

Επιπλέον, η επανειλημμένη παράλειψη του κράτους μέλους να καταρτίσει σχέδιο διορθωτικών ενεργειών ανταποκρινόμενο στη σύσταση του Συμβουλίου θα πρέπει επίσης να τιμωρείται κατά κανόνα με ετήσιο πρόστιμο, έως ότου το Συμβούλιο διαπιστώσει ότι το κράτος μέλος έχει συντάξει σχέδιο διορθωτικών ενεργειών που ανταποκρίνεται επαρκώς στη σύστασή του.

(14)

Για να εξασφαλιστεί ισότιμη μεταχείριση των κρατών μελών, η τοκοφόρος κατάθεση και το πρόστιμο θα πρέπει να είναι ίδια για όλα τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ και να ισούνται με 0,1 % του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) του κράτους μέλους κατά το προηγούμενο έτος.

(15)

Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να μπορεί να συνιστά τη μείωση του ποσού της κύρωσης ή την ακύρωσή της λόγω εκτάκτων οικονομικών περιστάσεων.

(16)

Η διαδικασία επιβολής των κυρώσεων στα κράτη μέλη που δεν λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα για τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών θα πρέπει να διαμορφωθεί κατά τρόπο, ώστε η επιβολή των κυρώσεων στα κράτη μέλη να είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

(17)

Τα πρόστιμα του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να αποτελούν «άλλα έσοδα», όπως αναφέρονται στο άρθρο 311 της ΣΛΕΕ και να διατίθενται στους μηχανισμούς σταθερότητας για την παροχή οικονομικής στήριξης οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί από τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ προς διασφάλιση της σταθερότητας στο σύνολο της ζώνης του ευρώ.

(18)

Θα πρέπει να δοθεί στο Συμβούλιο η εξουσία να εκδίδει μεμονωμένες αποφάσεις για την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Στο πλαίσιο του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών που διεξάγεται στο Συμβούλιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 121 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, οι εν λόγω μεμονωμένες αποφάσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της συνέχειας των μέτρων που θεσπίζει το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 121 της ΣΛΕΕ και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011.

(19)

Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός περιέχει γενικούς κανόνες για την αποτελεσματική επιβολή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, θα πρέπει να εγκριθεί σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 121 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ.

(20)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, συγκεκριμένα η αποτελεσματική υλοποίηση της διόρθωσης των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ευρωζώνη, είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, λόγω των βαθιών εμπορικών και χρηματοοικονομικών διασυνδέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δευτερογενών επιπτώσεων των εθνικών οικονομικών πολιτικών για την Ένωση και την περιοχή του ευρώ συνολικά, και δύναται, συνεπώς, να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως καθορίζεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου αυτού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει σύστημα κυρώσεων για την αποτελεσματική διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών στη ζώνη του ευρώ.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζονται οι ορισμοί του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011.

Επιπλέον, εφαρμόζεται ο ακόλουθος ορισμός:

ως «έκτακτες οικονομικές περιστάσεις» νοούνται περιστάσεις όπου η υπέρβαση ενός δημοσιονομικού ελλείμματος σε σχέση με την τιμή αναφοράς θεωρείται έκτακτη, κατά την έννοια του στοιχείου α) της παραγράφου 2 του άρθρου 126 της ΣΛΕΕ και όπως διευκρινίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (7).

Άρθρο 3

Κυρώσεις

1.   Το Συμβούλιο, έπειτα από σύσταση της Επιτροπής, επιβάλλει με απόφασή του τοκοφόρο κατάθεση, εάν έχει εκδοθεί απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με διορθωτικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, διά της οποίας το Συμβούλιο αποφαίνεται ότι το οικείο κράτος μέλος δεν έλαβε τα διορθωτικά μέτρα που συνέστησε το Συμβούλιο.

2.   Το Συμβούλιο, έπειτα από σύσταση της Επιτροπής, επιβάλλει με απόφασή του ετήσιο πρόστιμο, εάν:

α)

έχουν εκδοθεί δύο διαδοχικές συστάσεις του Συμβουλίου στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας ανισορροπίας σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 και το Συμβούλιο κρίνει ότι το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών που υπέβαλε το κράτος μέλος είναι ανεπαρκές· ή

β)

έχουν εκδοθεί δύο διαδοχικές αποφάσεις του Συμβουλίου στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας ανισορροπίας διά των οποίων διαπιστώνεται η μη συμμόρφωση σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011. Στην περίπτωση αυτή, το πρόστιμο επιβάλλεται με μετατροπή της τοκοφόρου κατάθεσης που είχε επιβληθεί σε ετήσιο πρόστιμο.

3.   Οι αποφάσεις των παραγράφων 1 και 2 λογίζονται εγκριθείσες από το Συμβούλιο εκτός εάν αυτό αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να απορρίψει τη σύσταση εντός δέκα ημερών από την έγκρισή της από την Επιτροπή. Το Συμβούλιο μπορεί να τροποποιήσει τη σύσταση αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία.

4.   Η σύσταση της Επιτροπής για απόφαση του Συμβουλίου εκδίδεται εντός 20 ημερών από την εκπλήρωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 1 και 2.

5.   Η τοκοφόρος κατάθεση ή το ετήσιο πρόστιμο που συνιστά η Επιτροπή ανέρχονται σε 0,1 % του ΑΕΠ του οικείου κράτους μέλους κατά το προηγούμενο έτος.

6.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 5, η Επιτροπή μπορεί, λόγω εκτάκτων οικονομικών περιστάσεων ή έπειτα από αιτιολογημένο αίτημα που απευθύνει το οικείο κράτος μέλος στην Επιτροπή, εντός δέκα ημερών από την εκπλήρωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 1 και 2, να προτείνει μείωση ή ακύρωση της τοκοφόρου κατάθεσης ή του ετησίου προστίμου.

7.   Εάν ένα κράτος μέλος έχει πραγματοποιήσει τοκοφόρο κατάθεση ή έχει καταβάλει ετήσιο πρόστιμο για δεδομένο ημερολογιακό έτος και το Συμβούλιο συμπεράνει στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, ότι το κράτος μέλος έχει λάβει τα συνιστώμενα διορθωτικά μέτρα κατά το εν λόγω έτος, η κατάθεση για το εν λόγω έτος, μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους, ή το πρόστιμο που έχει καταβληθεί για το εν λόγω έτος, επιστρέφονται στο κράτος μέλος κατά χρονική αναλογία.

Άρθρο 4

Διάθεση των προστίμων

Τα πρόστιμα του άρθρου 3 του παρόντος κανονισμού αποτελούν «άλλα έσοδα» όπως αναφέρονται στο άρθρο 311 της ΣΛΕΕ και διατίθενται στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας. Όταν δημιουργηθεί από τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ άλλος μηχανισμός σταθερότητας για την παροχή οικονομικής στήριξης προς διασφάλιση της σταθερότητας στο σύνολο της ζώνης του ευρώ, τα πρόστιμα θα διατίθενται στον εν λόγω μηχανισμό.

Άρθρο 5

Ψηφοφορία στο Συμβούλιο

1.   Για τα μέτρα του άρθρου 3, ψηφίζουν μόνο τα μέλη του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύουν κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ και το Συμβούλιο ενεργεί χωρίς να λάβει υπόψη την ψήφο του μέλους του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύει το οικείο κράτος μέλος.

2.   Η ειδική πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 238 παράγραφος 3 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

Άρθρο 6

Οικονομικός διάλογος

Για να ενισχυθεί ο διάλογος μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ειδικότερα δε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, και να διασφαλισθεί μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να καλέσει τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, τον Πρόεδρο της Επιτροπής και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή τον Πρόεδρο της Ευρωομάδας, να προσέλθουν ενώπιον της επιτροπής για να συζητηθούν οι αποφάσεις που ελήφθησαν κατά το άρθρο 3.

Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να επιτρέψει στο κράτος μέλος το οποίο αφορούν οι ληφθείσες αποφάσεις να συμμετάσχει σε ανταλλαγή απόψεων.

Άρθρο 7

Επανεξέταση

1.   Μέχρι την 14η Δεκεμβρίου 2014 και εν συνεχεία ανά πενταετία, η Επιτροπή δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Η έκθεση αυτή αξιολογεί, μεταξύ άλλων:

α)

την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού,

β)

την πρόοδο στην εξασφάλιση στενότερου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών και συνεχούς σύγκλισης των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών, σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ.

2.   Εάν χρειάζεται, η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από πρόταση τροποποιήσεων του παρόντος κανονισμού.

3.   Η έκθεση και οιεσδήποτε συνοδευτικές προτάσεις αποστέλλονται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Άρθρο 8

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Στρασβούργο, 16 Νοεμβρίου 2011.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

W. SZCZUKA


(1)  ΕΕ C 150 της 20.5.2011, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 218 της 23.7.2011, σ. 53.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2011.

(4)  ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 164.

(5)  Βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(6)  Βλέπε σελίδα 25 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(7)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 6.


23.11.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/12


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1175/2011 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 16ης Νοεμβρίου 2011

που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 6,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβιβάσεως του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών εντός της Ένωσης, όπως προβλέπεται από τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), θα πρέπει να συνεπάγεται την τήρηση των κατευθυντήριων αρχών για σταθερές τιμές, υγιή δημόσια οικονομικά, υγιείς νομισματικές συνθήκες και διατηρήσιμο ισοζύγιο πληρωμών.

(2)

Το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) αποτελείτο αρχικά από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (3), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (4) καθώς και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 1997 για το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (5). Οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 1466/97 και (ΕΚ) αριθ. 1467/97 τροποποιήθηκαν το 2005 από τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1055/2005 (6) και (ΕΚ) αριθ. 1056/2005 (7) αντίστοιχα. Επιπλέον, εγκρίθηκε η έκθεση του Συμβουλίου της 20ής Μαρτίου 2005 με τίτλο «Βελτίωση της εφαρμογής του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης» (8).

(3)

Το ΣΣΑ βασίζεται στον στόχο για υγιή δημόσια οικονομικά ως μέσο για τη δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών σταθερότητας των τιμών και για ισχυρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη βασιζομένη σε χρηματοπιστωτική σταθερότητα, υποστηρίζοντας την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για διατηρήσιμη ανάπτυξη και απασχόληση.

(4)

Το προληπτικό σκέλος του ΣΣΑ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτύχουν και να διατηρούν ένα μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο και να υποβάλλουν για τον σκοπό αυτό προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης. Το προληπτικό σκέλος θα έχει αυστηρότερες μορφές εποπτείας ώστε να διασφαλιστεί η συνέπεια και η συμμόρφωση των κρατών μελών με το πλαίσιο δημοσιονομικού συντονισμού της Ένωσης.

(5)

Το περιεχόμενο των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης καθώς και η διαδικασία για την εξέτασή τους θα πρέπει να εξελίσσονται σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο με βάση την πείρα που αποκτάται κατά την εφαρμογή του ΣΣΑ.

(6)

Οι δημοσιονομικοί στόχοι των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης θα πρέπει να λαμβάνουν ρητά υπόψη τα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς οικονομικής πολιτικής, τις κατευθυντήριες γραμμές της πολιτικής των κρατών μελών και της Ένωσης για την απασχόληση και, γενικότερα, τα εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα.

(7)

Η υποβολή και η αξιολόγηση των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης θα πρέπει να γίνεται πριν τη λήψη σημαντικών αποφάσεων σχετικά με τους εθνικούς προϋπολογισμούς για τα επόμενα έτη. Θα πρέπει συνεπώς να καθοριστεί μια κατάλληλη τελική ημερομηνία για την υποβολή των προγραμμάτων αυτών. Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του οικονομικού έτους του Ηνωμένου Βασιλείου, χρειάζονται ειδικές διατάξεις όσον αφορά την ημερομηνία υποβολής των προγραμμάτων σύγκλισης της χώρας αυτής.

(8)

Η πείρα που αποκτήθηκε και τα λάθη που έγιναν στην πρώτη δεκαετία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης καταδεικνύουν την ανάγκη να βελτιωθεί η οικονομική διακυβέρνηση στην Ένωση, που πρέπει να βασίζεται σε έναν αποφασιστικότερο εθνικό ενστερνισμό των κανόνων και πολιτικών που έχουν συμφωνηθεί από κοινού και σε ένα στιβαρότερο πλαίσιο σε επίπεδο Ένωσης για την εποπτεία των εθνικών οικονομικών πολιτικών.

(9)

Το βελτιωμένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να βασίζεται σε διάφορες αλληλοσυνδεόμενες και συνεκτικές πολιτικές για βιώσιμη ανάπτυξη και απασχόληση, οι οποίες θα στηρίζονται σε μια στρατηγική της Ένωσης για ανάπτυξη και απασχόληση, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην ανάπτυξη και την ενίσχυση της ενιαίας αγοράς, στην προώθηση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών και της ανταγωνιστικότητας, σε ένα Ευρωπαϊκό Εξάμηνο ενισχυμένης συνεργασίας των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών (Ευρωπαϊκό Εξάμηνο), σε ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση υπερβολικού δημόσιου ελλείμματος (σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης), σε ένα ισχυρό πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση μακροοικονομικών ανισορροπιών, σε ελάχιστες απαιτήσεις για τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, και σε μια ενισχυμένη ρύθμιση και εποπτεία της χρηματοπιστωτικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της μακροπροληπτικής εποπτείας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου.

(10)

Το ΣΣΑ και το πλήρες πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης συμπληρώνουν και υποστηρίζουν τη στρατηγική της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Η αλληλοσύνδεση μεταξύ των διαφόρων πτυχών δεν θα πρέπει να επιτρέπει εξαιρέσεις από τις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(11)

Η ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να περιλαμβάνει στενότερη και πιο έγκαιρη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων. Ενώ αναγνωρίζεται ότι συνομιλητές με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του διαλόγου είναι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οι εκπρόσωποί τους, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να επιτρέψει στο κράτος μέλος στο οποίο το Συμβούλιο έχει απευθύνει σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, ή το άρθρο 10, παράγραφος 2, να συμμετάσχει σε ανταλλαγή απόψεων. Η συμμετοχή των κρατών μελών στην ανταλλαγή απόψεων είναι προαιρετική.

(12)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διαδραματίζει ισχυρότερο ρόλο στη διαδικασία ενισχυμένης εποπτείας, όσον αφορά τις αξιολογήσεις του κάθε κράτους μέλους, την παρακολούθηση, τις αποστολές επιτοπίως, τις συστάσεις και τις έγκαιρες προειδοποιήσεις.

(13)

Τα προγράμματα σταθερότητας ή σύγκλισης και τα εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα θα πρέπει να εκπονούνται με συνεκτικό τρόπο και θα πρέπει να υπάρχει ευθυγράμμιση ως προς την επιλογή της κατάλληλης χρονικής στιγμής για την υποβολή τους. Τα προγράμματα θα πρέπει να υποβάλλονται στο Συμβούλιο και την Επιτροπή και να δημοσιοποιούνται.

(14)

Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, ο κύκλος εποπτείας και συντονισμού της πολιτικής αρχίζει στις αρχές του έτους με οριζόντια επανεξέταση στο πλαίσιο της οποίας το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με βάση τη συμβολή της Επιτροπής και του Συμβουλίου, προσδιορίζει τις κύριες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Ένωση και το ευρώ και παρέχει στρατηγική καθοδήγηση για τις πολιτικές. Θα πραγματοποιείται συζήτηση και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην αρχή του ετήσιου κύκλου εποπτείας, εγκαίρως πριν από τη συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Τα κράτη μέλη αναμένεται να λαμβάνουν υπόψη την οριζόντια καθοδήγηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην κατάρτιση των προγραμμάτων σταθερότητας ή σύγκλισης και των εθνικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων τους.

(15)

Προκειμένου να ενισχυθεί η εθνική αποδοχή του ΣΣΑ, τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια θα πρέπει να ευθυγραμμιστούν πλήρως με τους στόχους της πολυμερούς εποπτείας στην Ένωση, και, ιδίως, με το ευρωπαϊκό εξάμηνο.

(16)

Σύμφωνα με τις νομικές και πολιτικές ρυθμίσεις κάθε κράτους μέλους, τα εθνικά κοινοβούλια συμμετέχουν δεόντως στο Ευρωπαϊκό εξάμηνο και στην προετοιμασία των προγραμμάτων σταθερότητας, των προγραμμάτων σύγκλισης και των εθνικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων, προκειμένου να αυξάνεται η διαφάνεια, η αποδοχή και η λογοδοσία σε σχέση με τις αποφάσεις που λαμβάνονται. Στο πλαίσιο του εξαμήνου διεξάγεται, αν είναι αναγκαίο, διαβούλευση με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής, την Επιτροπή Απασχόλησης και την Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας. Στο πλαίσιο του εξαμήνου, θα πρέπει να υπάρχει συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών, ιδίως των κοινωνικών εταίρων, για βασικά θέματα πολιτικής, αν είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΣΛΕΕ και τις εθνικές νομικές και πολιτικές ρυθμίσεις.

(17)

Η τήρηση του μεσοπρόθεσμου στόχου αναφορικά με τις δημοσιονομικές θέσεις θα πρέπει να παρέχει στα κράτη μέλη ένα περιθώριο ασφαλείας σχετικά με την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ προκειμένου να εξασφαλίσουν βιώσιμα δημόσια οικονομικά ή ταχεία πρόοδο προς τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, αφήνοντας συγχρόνως τα αναγκαία περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των αναγκών για δημόσιες επενδύσεις. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται τακτικά σύμφωνα με από κοινού συμπεφωνημένη μεθοδολογία που θα εκφράζει δεόντως τους κινδύνους των άμεσων και έμμεσων υποχρεώσεων για τα δημόσια οικονομικά, όπως έχουν ενσωματωθεί στους στόχους του ΣΣΑ.

(18)

Η υποχρέωση επίτευξης και διατήρησης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου θα πρέπει να υλοποιηθεί με τον καθορισμό των αρχών για την πορεία προσαρμογής προς την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου. Οι αρχές αυτές θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να διασφαλίζουν ότι τα έκτακτα έσοδα, συγκεκριμένα τα έσοδα που υπερβαίνουν τα συνήθως αναμενόμενα από την οικονομική ανάπτυξη, θα διοχετεύονται στη μείωση του χρέους.

(19)

Η υποχρέωση επίτευξης και διατήρησης του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου θα πρέπει να ισχύει για όλα τα κράτη μέλη.

(20)

Η επαρκής πρόοδος προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο πρέπει να αξιολογείται με συνολική αξιολόγηση με σημείο αναφοράς το διαρθρωτικό ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων. Εν προκειμένω, και όσο δεν επιτυγχάνεται ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος, ο ρυθμός αύξησης των δημόσιων δαπανών κανονικά δεν θα πρέπει να υπερβαίνει ένα μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ, ενώ τυχόν υπερβάσεις στις δαπάνες σε σχέση με τον κανόνα αυτό εξισορροπούνται με αυξήσεις διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των δημόσιων εσόδων και τυχόν μειώσεις διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων αντισταθμίζονται με μειώσεις στις δαπάνες. Το μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ θα πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με μια από κοινού συμφωνημένη μεθοδολογία. Η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιοποιεί τη μέθοδο υπολογισμού των προβολών αυτών και το προκύπτον ποσοστό. Η δυνητικά πολύ μεγάλη διακύμανση των δαπανών για επενδύσεις θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, ιδίως στην περίπτωση των μικρών κρατών μελών.

(21)

Ταχύτερη πορεία προσαρμογής προς τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους θα πρέπει να απαιτηθεί για τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν επίπεδο χρέους άνω του 60 % του ΑΕΠ ή έντονους κινδύνους όσον αφορά τη γενική διατηρησιμότητα του χρέους.

(22)

Προσωρινή απόκλιση από την πορεία προσαρμογής προς επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου πρέπει να επιτρέπεται για να διευκολυνθεί η οικονομική ανάκαμψη εάν οφείλεται σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική κατάσταση της ευρύτερης δημόσιας διοίκησής του ή σε περίπτωση σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή την Ένωση συνολικά, εφόσον κάτι τέτοιο δεν θέτει σε κίνδυνο τη μεσοπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών ώστε να διευκολυνθεί η ανάκαμψη. Η υλοποίηση μεγάλων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων πρέπει να συνυπολογίζεται όταν επιτρέπεται προσωρινή απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή την κατάλληλη προσαρμογή για την επίτευξή του, εφόσον διατηρείται περιθώριο ασφαλείας όσον αφορά την τιμή αναφοράς για το έλλειμμα. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί εν προκειμένω στις μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων, εάν η απόκλιση πρέπει να αντικατοπτρίζει το άμεσο επαυξητικό κόστος της εκτροπής των εισφορών από τον υπό δημόσια διαχείριση πυλώνα στον πυλώνα με πλήρη χρηματοδότηση. Μέτρα για την εκ νέου μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του πυλώνα με πλήρη χρηματοδότηση στον υπό δημόσια διαχείριση πυλώνα πρέπει να θεωρούνται έκτακτα και προσωρινά και, ως εκ τούτου, να εξαιρούνται από το διαρθρωτικό ισοζύγιο επί του οποίου βασίζεται η αξιολόγηση της προόδου προς επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου.

(23)

Σε περίπτωση σημαντικής απόκλισης από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, η Επιτροπή πρέπει να απευθύνει προειδοποίηση στο οικείο κράτος μέλος, την οποία θα ακολουθήσει, εντός μηνός, εξέταση της κατάστασης από το Συμβούλιο και σύσταση για τα απαραίτητα μέτρα προσαρμογής. Η σύσταση θα πρέπει να ορίζει προθεσμία πέντε μηνών για την αντιμετώπιση της απόκλισης. Το κράτος μέλος πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Αν το κράτος μέλος δεν αναλάβει την κατάλληλη δράση μέσα στην προθεσμία που έχει θέσει το Συμβούλιο, τότε το Συμβούλιο θα πρέπει να εκδώσει απόφαση διά της οποίας θα διαπιστώνεται ότι δεν ανελήφθη ουσιαστική δράση και να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Είναι σημαντικό να διαπιστώνεται εγκαίρως η μη ανάληψη κατάλληλης δράσης εκ μέρους κρατών μελών, ιδίως όταν αυτή η παράλειψη διαρκεί. Παράλληλα, η Επιτροπή μπορεί να συστήσει στο Συμβούλιο να εγκρίνει αναθεωρημένες συστάσεις. Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να καλέσει την ΕΚΤ να συμμετάσχει σε αποστολή εποπτείας για τα κράτη μέλη της ζώνης ευρώ και τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στη συμφωνία, της 16ης Μαρτίου 2006, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των εθνικών κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ για τη θέσπιση των λειτουργικών διαδικασιών του μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών κατά το τρίτο στάδιο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (9) (ΣΜ2), εάν είναι αναγκαίο. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με το αποτέλεσμα της αποστολής και να μπορεί να αποφασίσει, εάν είναι αναγκαίο, να ανακοινώσει δημοσίως τα πορίσματά της.

(24)

Η εξουσία έγκρισης μεμονωμένων αποφάσεων που διαπιστώνουν μη συμμόρφωση με τις συστάσεις που εκδίδει το Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 121, παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, με σκοπό τον ορισμό μέτρων πολιτικής όταν ένα κράτος μέλος αποκλίνει σημαντικά από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, θα πρέπει να μεταβιβαστεί στο Συμβούλιο. Στο πλαίσιο του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών που διεξάγεται στο Συμβούλιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 121 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, οι εν λόγω αποφάσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της συνέχειας των προαναφερθεισών συστάσεων που εγκρίνει το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 121, παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ. Τα δικαιώματα ψήφου των μελών του Συμβουλίου που εκπροσωπούν κράτη μέλη που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ θα πρέπει να αναστέλλονται όταν πρόκειται για την έγκριση απόφασης εκ μέρους του Συμβουλίου, διά της οποίας διαπιστώνεται μη συμμόρφωση προς τις συστάσεις που έχει απευθύνει το Συμβούλιο προς κράτος μέλος με νόμισμα το ευρώ, βάσει του άρθρου 121, παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ. Η αναστολή αυτή απορρέει άμεσα εκ του γεγονότος ότι η ως άνω απόφαση είναι αναπόσπαστο μέρος της εφαρμογής της σύστασης και του άρθρου 139, παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, κατά τα οποία δικαίωμα ψήφου στην περίπτωση αυτών των συστάσεων έχουν μόνο τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ.

(25)

Για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με το πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, θα πρέπει να θεσπιστεί ειδικός μηχανισμός επιβολής βάσει του άρθρου 136 της ΣΛΕΕ όταν παρατηρείται σημαντική απόκλιση από την πορεία προσαρμογής προς επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου.

(26)

Οι παραπομπές που υπάρχουν στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη νέα αρίθμηση των άρθρων της ΣΛΕΕ.

(27)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1466/97 θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί ανάλογα,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1466/97 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1

Ο παρών κανονισμός καθορίζει τους κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο, την υποβολή, την εξέταση και την παρακολούθηση των προγραμμάτων σταθερότητας και των προγραμμάτων σύγκλισης στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας από το Συμβούλιο και την Επιτροπή ώστε να αποτρέπεται εγκαίρως η εμφάνιση υπερβολικών δημόσιων ελλειμμάτων και να ενισχύεται η εποπτεία και ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών, υποστηρίζοντας με αυτόν τον τρόπο την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση.».

2)

Το άρθρο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 2

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:

α)

ως “συμμετέχοντα κράτη μέλη” νοούνται τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ·

β)

ως “μη συμμετέχοντα κράτη μέλη” νοούνται τα κράτη μέλη εκτός εκείνων των οποίων το νόμισμα είναι το ευρώ.».

3)

Προστίθεται το ακόλουθο τμήμα:

«ΤΜΗΜΑ 1-Α

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΞΑΜΗΝΟ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ

Άρθρο 2-α

1.   Προκειμένου να εξασφαλιστεί στενότερος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών και συνεχής σύγκλιση των οικονομικών επιδόσεων του κράτους μέλους, το Συμβούλιο ασκεί πολυμερή εποπτεία ως αναπόσπαστο τμήμα του Ευρωπαϊκού εξαμήνου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών, σύμφωνα με τους στόχους και τις απαιτήσεις που ορίζονται στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

2.   Το Ευρωπαϊκό εξάμηνο περιλαμβάνει:

α)

τη διατύπωση και εποπτεία της εφαρμογής των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Ένωσης (Γενικοί Προσανατολισμοί Οικονομικής Πολιτικής) σύμφωνα με το άρθρο 121, παράγραφος 2, της ΣΛΕΕ·

β)

τη διατύπωση και εξέταση της εφαρμογής κατευθυντήριων γραμμών για την απασχόληση που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 148, παράγραφος 2, της ΣΛΕΕ (Κατευθυντήριες Γραμμές για την Απασχόληση)·

γ)

την υποβολή και την αξιολόγηση των προγραμμάτων σταθερότητας ή σύγκλισης των κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

δ)

την υποβολή και την αξιολόγηση των εθνικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων των κρατών μελών που υποστηρίζουν τη στρατηγική της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση και καταρτίζονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που ορίζονται στα ανωτέρω στοιχεία α) και β) και με τη γενική καθοδήγηση προς τα κράτη μέλη που εκδίδουν η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην αρχή του ετήσιου κύκλου εποπτείας·

ε)

την εποπτεία για την πρόληψη και τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2011 σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών (10).

3.   Κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού εξαμήνου, για να παρασχεθούν εγκαίρως ολοκληρωμένες συμβουλές για τις προθέσεις της μακροδημοσιονομικής και μακροδιαρθρωτικής πολιτικής, το Συμβούλιο, κατά κανόνα, μετά την αξιολόγηση των προγραμμάτων αυτών με βάση τις συστάσεις της Επιτροπής, παρέχει καθοδήγηση στα κράτη μέλη κάνοντας πλήρη χρήση των νομικών μέσων που προβλέπονται στα άρθρα 121 και 148 της ΣΛΕΕ, και με βάση τον παρόντα κανονισμό και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη την καθοδήγηση που παρέχεται κατά τη διαμόρφωση των πολιτικών τους στους τομείς της οικονομίας, της απασχόλησης και του προϋπολογισμού, προτού λάβουν καίριες αποφάσεις για τους εθνικούς προϋπολογισμούς των επομένων ετών. Η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί την πρόοδο.

Η παράλειψη κράτους μέλους να ενεργήσει με βάση τις υποδείξεις μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα:

α)

περαιτέρω συστάσεις για τη λήψη ειδικών μέτρων·

β)

προειδοποίηση από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 121, παράγραφος 4, της ΣΛΕΕ·

γ)

μέτρα με βάση τον παρόντα κανονισμό, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1176/2011.

Η εφαρμογή των μέτρων υπόκειται στην ενισχυμένη παρακολούθηση εκ μέρους της Επιτροπής και ενδέχεται να περιλαμβάνει αποστολές εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο -11 του παρόντος κανονισμού.

4.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμετέχει δεόντως στο Εξάμηνο, προκειμένου να αυξάνεται η διαφάνεια, η αποδοχή και η λογοδοσία για τις αποφάσεις που λαμβάνονται, ιδίως μέσω του οικονομικού διαλόγου σύμφωνα με το άρθρο 2-αβ του παρόντος κανονισμού. Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού εξαμήνου διεξάγεται, όποτε είναι αναγκαίο, διαβούλευση με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής, την Επιτροπή Απασχόλησης και την Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας. Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού εξαμήνου, υπάρχει συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών, ιδίως των κοινωνικών εταίρων, για βασικά θέματα πολιτικής, όποτε είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΣΛΕΕ και τις εθνικές νομικές και πολιτικές ρυθμίσεις.

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου και η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 121, παράγραφος 5, της ΣΛΕΕ, και εάν είναι απαραίτητο ο πρόεδρος της Ευρωομάδας, υποβάλλουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ετήσιες εκθέσεις σχετικά με τα αποτελέσματα της πολυμερούς εποπτείας. Οι εκθέσεις θα πρέπει να αποτελούν στοιχείο του οικονομικού διαλόγου που αναφέρεται στο άρθρο 2-αβ του παρόντος κανονισμού.

4)

Προστίθεται το ακόλουθο τμήμα:

«ΤΜΗΜΑ 1-Αα

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Άρθρο 2-αβ

1.   Για να βελτιωθεί ο διάλογος μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ειδικότερα δε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, και να διασφαλισθεί μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να καλέσει τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, την Επιτροπή και, όποτε είναι απαραίτητο, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή τον Πρόεδρο της Ευρωομάδας ενώπιον της επιτροπής για να συζητήσουν:

α)

τις πληροφορίες που παρέσχε στην επιτροπή το Συμβούλιο σχετικά με τους γενικούς προσανατολισμούς οικονομικής πολιτικής κατ άρθρο 121, παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ·

β)

τη γενική καθοδήγηση προς τα κράτη μέλη που εκδίδει η Επιτροπή στην αρχή του ετήσιου κύκλου εποπτείας·

γ)

τυχόν συμπεράσματα στα οποία έχει καταλήξει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σχετικά με τους γενικούς προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου·

δ)

τα αποτελέσματα της πολυμερούς εποπτείας που ασκείται βάσει του παρόντος κανονισμού·

ε)

τυχόν συμπεράσματα στα οποία έχει καταλήξει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σχετικά με τις κατευθύνσεις και τα αποτελέσματα της οικονομικής πολιτικής·

στ)

τυχόν αναθεώρηση του τρόπου άσκησης της πολυμερούς εποπτείας στο τέλος του ευρωπαϊκού εξαμήνου·

ζ)

τις συστάσεις του Συμβουλίου προς τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 121, παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, σε περίπτωση σημαντικής απόκλισης και την έκθεση που υποβάλλει το Συμβούλιο στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, και στο άρθρο 10, παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

2.   Το Συμβούλιο αναμένεται, κατά κανόνα, να ακολουθήσει της συστάσεις και τις προτάσεις της Επιτροπής ή να εξηγήσει τη θέση του δημοσίως.

3.   Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να δώσει την ευκαιρία στο κράτος μέλος το οποίο αφορά η σύσταση του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, και το άρθρο 10, παράγραφος 2, να συμμετάσχει σε ανταλλαγή απόψεων.

4.   Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ενημερώνουν τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.».

5)

Το άρθρο 2α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 2α

Κάθε κράτος μέλος έχει διαφοροποιημένο μεσοπρόθεσμο στόχο για τη δημοσιονομική του θέση. Αυτοί οι ειδικοί ανά χώρα μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι ενδέχεται να αποκλίνουν από την απαίτηση για σχεδόν ισοσκελισμένη ή πλεονασματική θέση, ενώ παρέχουν περιθώριο ασφαλείας αναφορικά με το όριο δημοσιονομικού ελλείμματος του 3 % του ΑΕΠ. Οι μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι εξασφαλίζουν τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών ή ταχεία πρόοδο προς αυτήν ενώ αφήνουν περιθώρια δημοσιονομικών ελιγμών, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των αναγκών για δημόσιες επενδύσεις.

Λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων αυτών, για τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και για τα κράτη μέλη του ΣΜ2, οι ειδικοί ανά χώρα μεσοπρόθεσμοι δημοσιονομικοί στόχοι ορίζονται εντός καθορισμένου φάσματος μεταξύ -1 % του ΑΕΠ και ισοσκελισμού ή πλεονάσματος, σε κυκλικώς προσαρμοσμένους όρους, και χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και τα προσωρινά μέτρα.

Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος αναθεωρείται ανά τριετία. Ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός στόχος ενός κράτους μέλους μπορεί να αναθεωρηθεί εκ νέου σε περίπτωση εφαρμογής διαρθρωτικής μεταρρύθμισης που έχει μείζονα αντίκτυπο στη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Η τήρηση του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου περιλαμβάνεται στα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια, σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας του Συμβουλίου 2011/85/ΕΕ της 8ης Νοεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών (11).

6)

Το άρθρο 3 τροποποιείται ως ακολούθως:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Κάθε συμμετέχον κράτος μέλος υποβάλλει ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή τα αναγκαία στοιχεία για την άσκηση πολυμερούς εποπτείας δυνάμει του άρθρου 121 της ΣΛΕΕ, υπό μορφή προγράμματος σταθερότητας το οποίο παρέχει μια ουσιαστική βάση για τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών, η οποία συμβάλλει στη σταθερότητα των τιμών, στην επίτευξη ισχυρής διατηρήσιμης ανάπτυξης και στη δημιουργία απασχόλησης.»·

β)

στην παράγραφο 2, τα στοιχεία α), β) και γ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο και την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του στόχου αυτού για το κρατικό ισοζύγιο ως ποσοστό του ΑΕΠ, την προβλεπόμενη πορεία του δείκτη δημόσιου χρέους, την προβλεπόμενη πορεία εξέλιξης των δημόσιων δαπανών, συμπεριλαμβανομένης της αντίστοιχης διάθεσης πόρων για τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαίτερα τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της αύξησης των δαπανών σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1, την αναμενόμενη πορεία εξέλιξης των δημόσιων εσόδων με αμετάβλητες πολιτικές και έναν ποσοτικό προσδιορισμό των προβλεπόμενων μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων·

αα)

στοιχεία για τις τεκμαρτές υποχρεώσεις λόγω της δημογραφικής γήρανσης, και ενδεχόμενες υποχρεώσεις, όπως οι δημόσιες εγγυήσεις, που ενδέχεται να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στους γενικούς κρατικούς λογαριασμούς·

αβ)

στοιχεία σχετικά με τη συμβατότητα του προγράμματος σταθερότητας με τους γενικούς προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων·

β)

τις κυριότερες παραδοχές για τις αναμενόμενες οικονομικές εξελίξεις και τις σημαντικές οικονομικές μεταβλητές που σχετίζονται με την υλοποίηση του προγράμματος σταθερότητας, όπως είναι οι δαπάνες δημοσίων επενδύσεων, η αύξηση του ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους, η απασχόληση και ο πληθωρισμός·

γ)

ποσοτική εκτίμηση των δημοσιονομικών και άλλων μέτρων οικονομικής πολιτικής που λαμβάνονται ή προτείνονται για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος, με ανάλυση κόστους-ωφελείας των μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που επιφέρουν άμεσες μακροπρόθεσμες θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, μεταξύ άλλων με την αύξηση της δυνητικής βιώσιμης ανάπτυξης·»·

γ)

Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Το πρόγραμμα σταθερότητας βασίζεται στο πιθανότερο μακροδημοσιονομικό σενάριο ή σε ένα πιο επιφυλακτικό σενάριο. Οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις συγκρίνονται με τις πλέον επίκαιρες προγνώσεις της Επιτροπής και, ενδεχομένως, άλλων ανεξάρτητων οργάνων. Τυχόν σημαντικές διαφορές μεταξύ του επιλεγέντος μακροοικονομικού δημοσιονομικού σεναρίου και των προγνώσεων της Επιτροπής περιγράφονται συνοδευόμενες από σκεπτικό, ιδίως εάν το επίπεδο ή η ανάπτυξη με βάση εξωτερικές παραδοχές αφίσταται σημαντικά από τις τιμές που προκρίνει η Επιτροπή στις προγνώσεις της.

Η ακριβής φύση των πληροφοριών που αναφέρονται στα στοιχεία α), αα), β) και γ) της παραγράφου 2 καθορίζεται εντός ενός εναρμονισμένου πλαισίου που θα πρέπει να καταρτισθεί από την Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.»·

δ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα στοιχεία για την πορεία του κρατικού ισοζυγίου και του δείκτη δημόσιου χρέους, την εξέλιξη των δημόσιων δαπανών, την προβλεπόμενη εξέλιξη των δημόσιων εσόδων με αμετάβλητες πολιτικές, τα προβλεπόμενα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων με κατάλληλη ποσοτικοποίηση, και τις βασικές οικονομικές παραδοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και β) καταρτίζονται σε ετήσια βάση και καλύπτουν το προηγούμενο έτος, το τρέχον έτος και τουλάχιστον τα τρία επόμενα έτη.

4.   Κάθε πρόγραμμα περιλαμβάνει πληροφορίες για τη νομική θέση του στο πλαίσιο εθνικών διαδικασιών, που αφορούν κυρίως το κατά πόσον το πρόγραμμα υποβλήθηκε στο εθνικό κοινοβούλιο και κατά πόσον το εθνικό κοινοβούλιο είχε την ευκαιρία να συζητήσει τη γνώμη του Συμβουλίου σχετικά με το προηγούμενο πρόγραμμα ή, κατά περίπτωση, τυχόν σύσταση ή προειδοποίηση, και κατά πόσον υπήρξε κοινοβουλευτική έγκριση του προγράμματος.».

7)

Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 4

1.   Τα προγράμματα σταθερότητας υποβάλλονται ετησίως τον Απρίλιο, κατά προτίμηση έως τα μέσα του μήνα και όχι αργότερα από την 30ή Απριλίου.

2.   Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν τα προγράμματα σταθερότητας που καταρτίζουν.».

8)

Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 5

1.   Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, το Συμβούλιο εξετάζει, εντός του πλαισίου της πολυμερούς εποπτείας του άρθρου 121 της ΣΛΕΕ, το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο που παρουσιάζει το οικείο κράτος μέλος στο πρόγραμμα σταθερότητάς του, εκτιμά εάν οι οικονομικές παραδοχές στις οποίες βασίζεται το πρόγραμμα είναι ρεαλιστικές, εάν η πορεία προσαρμογής προς την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου είναι κατάλληλη, εξετάζοντας επίσης την παράλληλη πορεία του δείκτη χρέους, και εάν τα μέτρα που λαμβάνονται ή προτείνονται για την τήρηση της πορείας προσαρμογής επαρκούν για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου σε όλη τη διάρκεια του κύκλου.

Το Συμβούλιο και η Επιτροπή, όταν εκτιμούν την πορεία προσαρμογής προς την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, εξετάζουν αν το οικείο κράτος μέλος προβαίνει στην απαιτούμενη για το σκοπό αυτό ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού ισοζυγίου του, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα, το ενδεικτικό ύψος της οποίας ορίζεται σε 0,5 % του ΑΕΠ. Για τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν επίπεδο χρέους υψηλότερο του 60 % του ΑΕΠ ή σημαντικούς κινδύνους όσον αφορά τη γενικότερη βιωσιμότητα του χρέους, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν κατά πόσον η ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ισοζυγίου, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα, είναι σημαντικά υψηλότερη του 0,5 % του ΑΕΠ. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή λαμβάνουν υπόψη κατά πόσο καταβάλλεται μεγαλύτερη προσπάθεια προσαρμογής σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, ενώ η προσπάθεια μπορεί να είναι πιο περιορισμένη σε περιόδους δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Ιδιαίτερα λαμβάνονται υπόψη τα έκτακτα έσοδα και η υστέρηση εσόδων.

Η επαρκής πρόοδος προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο αξιολογείται βάσει συνολικής αξιολόγησης με σημείο αναφοράς το διαρθρωτικό ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων. Προς το σκοπό αυτό, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν αν η πορεία των δημόσιων δαπανών, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα των μέτρων που έχουν ληφθεί ή προβλέπεται να ληφθούν στο σκέλος των εσόδων, πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

για κράτη μέλη που έχουν επιτύχει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο τους, η ετήσια αύξηση των δαπανών δεν υπερβαίνει ένα μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ, εκτός εάν η υπέρβαση αντισταθμίζεται με μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων·

β)

για κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη επιτύχει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο τους, η ετήσια αύξηση των δαπανών δεν υπερβαίνει ένα ποσοστό χαμηλότερο από το μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ, εκτός εάν η υπέρβαση αντισταθμίζεται με μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων. Η διαφορά μεταξύ του ποσοστού αύξησης των δημόσιων δαπανών και του μεσοπρόθεσμου ποσοστού αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η κατάλληλη προσαρμογή για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου·

γ)

για τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμα επιτύχει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό τους στόχο, οι μειώσεις διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά ορισμένα στοιχεία των δημόσιων εσόδων αντισταθμίζονται είτε με μειώσεις των δαπανών είτε με αυξήσεις διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά άλλα στοιχεία των δημόσιων εσόδων είτε και με τις δύο μεθόδους συγχρόνως.

Στο γενικό σύνολο των δαπανών δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες για τους τόκους, οι δαπάνες για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και αλλαγές μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας.

Η αύξηση των δαπανών που υπερβαίνει το μεσοπρόθεσμο σημείο αναφοράς δεν θεωρείται παράβαση του πλαισίου αναφοράς αν αντισταθμίζεται πλήρως με αυξήσεις των εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου.

Το μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ υπολογίζεται βάσει μελλοντικών προβολών ή προβολών ανασκόπησης του παρελθόντος. Οι προβολές ενημερώνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τη μέθοδο υπολογισμού για τις προβολές αυτές και το προκύπτον μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ.

Όταν καθορίζουν την πορεία προσαρμογής προς επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, για τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη επιτύχει τον στόχο αυτό, και όταν επιτρέπουν προσωρινή απόκλιση από αυτόν, για τα κράτη μέλη που τον έχουν ήδη επιτύχει, εφόσον διατηρείται κατάλληλο περιθώριο ασφαλείας όσον αφορά την τιμή αναφοράς για το έλλειμμα και η δημοσιονομική κατάσταση αναμένεται να επανέλθει στον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο εντός της περιόδου του προγράμματος, το Συμβούλιο και η Επιτροπή λαμβάνουν υπόψη την εφαρμογή μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με άμεσες μακροπρόθεσμες θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, περιλαμβανομένης της αύξησης της δυνητικής βιώσιμης ανάπτυξης, και κατά συνέπεια έχουν επαληθεύσιμο αντίκτυπο στη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται σε μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων οι οποίες εισάγουν σύστημα πολλαπλών πυλώνων που περιλαμβάνει έναν υποχρεωτικό πυλώνα με πλήρη χρηματοδότηση. Στα κράτη μέλη που εφαρμόζουν τέτοιες μεταρρυθμίσεις επιτρέπεται να αποκλίνουν από την πορεία προσαρμογής προς επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου ή από τον ίδιο τον στόχο, εφόσον η απόκλιση αντικατοπτρίζει τις άμεσες επαυξητικές επιπτώσεις της μεταρρύθμισης στο κρατικό ισοζύγιο, εφόσον διατηρείται κατάλληλο περιθώριο ασφαλείας σε σχέση με την τιμή αναφοράς του ελλείμματος.

Το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν επίσης κατά πόσον το περιεχόμενο του προγράμματος σταθερότητας διευκολύνει την επίτευξη συνεχούς και πραγματικής σύγκλισης εντός της ζώνης του ευρώ, τον στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και κατά πόσον οι οικονομικές πολιτικές του οικείου κράτους μέλους είναι συνεπείς με τους γενικούς προσανατολισμούς οικονομικής πολιτικής και τις κατευθυντήριες γραμμές απασχόλησης των κρατών μελών και της Ένωσης.

Σε περίπτωση ασυνήθων περιστάσεων που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση ή σε περιόδους σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή την ΕΕ συνολικά, επιτρέπεται στα κράτη μέλη να αποκλίνουν προσωρινά από την πορεία προσαρμογής προς επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο, εφόσον δεν τίθεται σε κίνδυνο η διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα.

2.   Το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν το πρόγραμμα σύγκλισης το αργότερο εντός τριών μηνών από την υποβολή του. Βάσει σύστασης της Επιτροπής και ύστερα από διαβουλεύσεις με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, το Συμβούλιο, εφόσον απαιτείται, εκδίδει γνώμη επί του προγράμματος. Όταν το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 121 της ΣΛΕΕ, θεωρεί ότι οι στόχοι και το περιεχόμενο του προγράμματος πρέπει να ενισχυθούν, ιδίως όσον αφορά την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, το Συμβούλιο, στη γνώμη που εκδίδει, καλεί το οικείο κράτος μέλος να προσαρμόσει το πρόγραμμά του.».

9)

Το άρθρο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 6

1.   Στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρακολουθούν την εφαρμογή των προγραμμάτων σταθερότητας με βάση τα στοιχεία που γνωστοποιούν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, προκειμένου ιδίως να εντοπίσουν τις πραγματικές ή αναμενόμενες σημαντικές αποκλίσεις της δημοσιονομικής θέσης από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή από την κατάλληλη πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του.

2.   Αν παρατηρηθεί σημαντική απόκλιση από την πορεία προσαρμογής προς επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 5 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, και προκειμένου να αποφευχθεί η εμφάνιση υπερβολικού ελλείμματος, η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, απευθύνει προειδοποίηση στο οικείο κράτος μέλος.

Εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έκδοσης της προειδοποίησης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, το Συμβούλιο εξετάζει την κατάσταση και εγκρίνει σύσταση για τα απαραίτητα μέτρα πολιτικής, με βάση σύσταση της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ. Η σύσταση ορίζει προθεσμία πέντε μηνών το πολύ για την αντιμετώπιση της απόκλισης. Η προθεσμία μειώνεται στους τρεις μήνες αν η Επιτροπή κρίνει στην προειδοποίησή της ότι η κατάσταση είναι ιδιαίτερα σοβαρή και δικαιολογεί επείγουσα δράση. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, δημοσιοποιεί τη σύσταση.

Μέσα στην προθεσμία που ορίζει το Συμβούλιο στη σύστασή του σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, το οικείο κράτος μέλος υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο με θέμα τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατόπιν της προαναφερθείσας σύστασης.

Εάν το οικείο κράτος μέλος δεν αναλάβει την ενδεδειγμένη δράση εντός της προθεσμίας που ορίζεται σε σύσταση του Συμβουλίου βάσει του δεύτερου εδαφίου, η Επιτροπή συνιστά αμέσως στο Συμβούλιο να εγκρίνει, με ειδική πλειοψηφία, απόφαση που θα διαπιστώνει ότι δεν ανελήφθη καμία ουσιαστική δράση. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή μπορεί να συστήσει στο Συμβούλιο να εγκρίνει αναθεωρημένη σύσταση, δυνάμει του άρθρου 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, για τα απαραίτητα μέτρα πολιτικής.

Σε περίπτωση που το Συμβούλιο δεν εγκρίνει απόφαση κατόπιν της συστάσεως της Επιτροπής, διά της οποίας διαπιστώνει ότι δεν ανελήφθη καμία ουσιαστική δράση, και το οικείο κράτος μέλος συνεχίζει να μην αναλαμβάνει την ενδεδειγμένη δράση, η Επιτροπή, ένα μήνα μετά την αρχική σύστασή της, συνιστά στο Συμβούλιο να εγκρίνει απόφαση που διαπιστώνει ότι δεν ανελήφθη καμία ουσιαστική δράση. Η απόφαση πρέπει να λογίζεται εγκριθείσα από το Συμβούλιο, εκτός εάν αυτό αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να απορρίψει τη σύσταση εντός δέκα ημερών από την έγκρισή της από την Επιτροπή. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή μπορεί να συστήσει στο Συμβούλιο να εγκρίνει αναθεωρημένη σύσταση, δυνάμει του άρθρου 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, για τα απαραίτητα μέτρα πολιτικής.

Όταν λαμβάνει την απόφαση σχετικά με τη μη συμμόρφωση, που αναφέρεται στο τέταρτο και στο πέμπτο εδάφιο, ψηφίζουν μόνο τα μέλη του Συμβουλίου που εκπροσωπούν συμμετέχοντα κράτη μέλη και το Συμβούλιο ενεργεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ψήφος του μέλους του Συμβουλίου που εκπροσωπεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

Το Συμβούλιο υποβάλλει επίσημη έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σχετικά με τις αντίστοιχες ληφθείσες αποφάσεις.

3.   Η απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή την κατάλληλη πορεία προσαρμογής προς επίτευξή του αξιολογείται βάσει μιας συνολικής εκτίμησης με σημείο αναφοράς το διαρθρωτικό ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένης μιας ανάλυσης των δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1.

Για να εκτιμηθεί αν η απόκλιση είναι σημαντική λαμβάνονται ιδίως υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

Για κράτος μέλος που δεν έχει επιτύχει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, όταν εκτιμάται η μεταβολή στο διαρθρωτικό ισοζύγιο, κατά πόσον η απόκλιση ανέρχεται σε τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ σε ένα δεδομένο έτος ή τουλάχιστον 0,25 % του ΑΕΠ κατά μέσο όρο ετησίως σε δύο συνεχόμενα έτη·

β)

όταν εκτιμάται η εξέλιξη των δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων, κατά πόσον η απόκλιση έχει συνολικό αντίκτυπο στο ισοζύγιο της κυβέρνησης τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ σε μέσα σε ένα έτος ή σωρευτικά σε δύο συνεχόμενα έτη.

Η απόκλιση στην εξέλιξη των δαπανών δεν θεωρείται σημαντική εάν το οικείο κράτος μέλος έχει υπερβεί το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, λαμβανομένου υπόψη του ενδεχομένου σημαντικής υστέρησης εσόδων και εάν ο δημοσιονομικός προγραμματισμός που παρουσιάζεται στο πρόγραμμα σταθερότητας δεν θέτει σε κίνδυνο αυτό το στόχο κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα.

Η απόκλιση δύναται επίσης να μη ληφθεί υπόψη εάν οφείλεται σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση ή σε περίπτωση σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή την ΕΕ συνολικά, εφόσον κάτι τέτοιο δεν θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα.».

10)

Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Κάθε μη συμμετέχον κράτος μέλος υποβάλλει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή τα αναγκαία στοιχεία για την άσκηση πολυμερούς εποπτείας ανά τακτά χρονικά διαστήματα δυνάμει του άρθρου 121 της ΣΛΕΕ, υπό μορφή προγράμματος σύγκλισης το οποίο παρέχει μια ουσιαστική βάση για τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών, η οποία συμβάλλει στη σταθερότητα των τιμών, στην επίτευξη ισχυρής διατηρήσιμης ανάπτυξης και στη δημιουργία απασχόλησης.»·

β)

στην παράγραφο 2, τα στοιχεία α), β) και γ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο και την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του στόχου αυτού για το κρατικό ισοζύγιο ως ποσοστό του ΑΕΠ, την αναμενόμενη πορεία του δείκτη δημόσιου χρέους, την προβλεπόμενη πορεία εξέλιξης των δημόσιων δαπανών, συμπεριλαμβανομένης της αντίστοιχης διάθεσης πόρων για τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της αύξησης των δαπανών σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1, την προβλεπόμενη πορεία εξέλιξης των δημόσιων εσόδων με αμετάβλητες πολιτικές και έναν ποσοτικό προσδιορισμό των προβλεπόμενων μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων, τους μεσοπρόθεσμους στόχους νομισματικής πολιτικής, τη σχέση των στόχων αυτών με τη σταθερότητα των τιμών και της συναλλαγματικής ισοτιμίας και την επίτευξη συνεχούς σύγκλισης·

αα)

στοιχεία για τις τεκμαρτές υποχρεώσεις λόγω της δημογραφικής γήρανσης, και ενδεχόμενες υποχρεώσεις, όπως οι δημόσιες εγγυήσεις, που ενδέχεται να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στους γενικούς κρατικούς λογαριασμούς·

αβ)

στοιχεία σχετικά με τη συμβατότητα του προγράμματος σύγκλισης με τους γενικούς προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής και το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων·

β)

τις κυριότερες παραδοχές για τις αναμενόμενες οικονομικές εξελίξεις και τις σημαντικότερες οικονομικές μεταβλητές που σχετίζονται με την υλοποίηση του προγράμματος σύγκλισης, όπως είναι οι δαπάνες δημοσίων επενδύσεων, η αύξηση του ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους, η απασχόληση και ο πληθωρισμός·

γ)

ποσοτική εκτίμηση των δημοσιονομικών και άλλων μέτρων οικονομικής πολιτικής που λαμβάνονται ή προτείνονται για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος, με ανάλυση κόστους-ωφελείας των μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που επιφέρουν άμεσες μακροπρόθεσμες θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, μεταξύ άλλων με την αύξηση της δυνητικής βιώσιμης ανάπτυξης·»·

γ)

Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Το πρόγραμμα σύγκλισης βασίζεται στο πιθανότερο μακροδημοσιονομικό σενάριο ή σε ένα πιο επιφυλακτικό σενάριο. Οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις συγκρίνονται με τις πλέον επίκαιρες προγνώσεις της Επιτροπής και, ενδεχομένως, με τις προγνώσεις άλλων ανεξάρτητων οργάνων. Τυχόν σημαντικές διαφορές μεταξύ του επιλεγέντος μακροοικονομικού δημοσιονομικού σεναρίου και των προγνώσεων της Επιτροπής περιγράφονται συνοδευόμενες από σκεπτικό, ιδίως εάν το επίπεδο ή η ανάπτυξη με βάση εξωτερικές παραδοχές αφίσταται σημαντικά από τις τιμές που προκρίνει η Επιτροπή στις προγνώσεις της.

Η ακριβής φύση αυτών των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, στοιχεία α), αα), β), γ) και δ) καθορίζεται εντός ενός εναρμονισμένου πλαισίου που θα πρέπει να καταρτισθεί από την Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.»·

δ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα στοιχεία για την πορεία του ισοζυγίου και του δείκτη δημόσιου χρέους, την εξέλιξη των δημόσιων δαπανών, την προβλεπόμενη πορεία εξέλιξης των δημόσιων εσόδων με αμετάβλητες πολιτικές, τα προβλεπόμενα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων, με την κατάλληλη ποσοτικοποίηση, και τις βασικές οικονομικές παραδοχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και β) θα καταρτίζονται σε ετήσια βάση και θα καλύπτουν το προηγούμενο έτος, το τρέχον έτος και τουλάχιστον τα τρία επόμενα έτη.

4.   Κάθε πρόγραμμα περιλαμβάνει πληροφορίες για τη νομική θέση του στο πλαίσιο εθνικών διαδικασιών, που αφορούν κυρίως το κατά πόσον το πρόγραμμα υποβλήθηκε στο εθνικό κοινοβούλιο και κατά πόσον το εθνικό κοινοβούλιο είχε την ευκαιρία να συζητήσει τη γνώμη του Συμβουλίου σχετικά με το προηγούμενο πρόγραμμα ή, κατά περίπτωση, τυχόν σύσταση ή προειδοποίηση, και κατά πόσον υπήρξε κοινοβουλευτική έγκριση του προγράμματος.».

11)

Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 8

1.   Τα προγράμματα σύγκλισης υποβάλλονται ετησίως τον Απρίλιο, κατά προτίμηση έως τα μέσα του μήνα και όχι αργότερα από την 30ή Απριλίου.

2.   Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν τα προγράμματα σύγκλισης που καταρτίζουν.».

12)

Το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 9

1.   Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, το Συμβούλιο εξετάζει, εντός του πλαισίου της πολυμερούς εποπτείας του άρθρου 121 της ΣΛΕΕ, τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους που παρουσιάζουν τα οικεία κράτη μέλη στο πρόγραμμα σύγκλισης, εκτιμά εάν οι οικονομικές παραδοχές στις οποίες βασίζεται το πρόγραμμα είναι εύλογες, εάν η πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου είναι κατάλληλη, εξετάζοντας επίσης την παράλληλη πορεία του δείκτη χρέους, και εάν τα μέτρα που λαμβάνονται ή προτείνονται για την τήρηση της εν λόγω πορείας προσαρμογής επαρκούν για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου σε όλη τη διάρκεια του κύκλου και την επίτευξη συνεχούς σύγκλισης.

Το Συμβούλιο και η Επιτροπή, όταν εκτιμούν την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, λαμβάνουν υπόψη κατά πόσον καταβάλλεται μεγαλύτερη προσπάθεια προσαρμογής σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας, ενώ η προσπάθεια μπορεί να είναι πιο περιορισμένη σε περιόδους δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Ιδιαίτερα λαμβάνονται υπόψη τα έκτακτα έσοδα και η υστέρηση εσόδων. Για τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν επίπεδο χρέους υψηλότερο του 60 % του ΑΕΠ ή σημαντικούς κινδύνους όσον αφορά τη γενικότερη βιωσιμότητα του χρέους, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν κατά πόσον η ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ισοζυγίου, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα, είναι σημαντικά υψηλότερη του 0,5 % του ΑΕΠ. Για τα κράτη μέλη του ΣΜ2, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν εάν το οικείο κράτος μέλος προβαίνει σε κατάλληλη ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ισοζυγίου του, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και λοιπά προσωρινά μέτρα, η οποία απαιτείται για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού του στόχου· το ενδεικτικό ύψος της βελτίωσης ορίζεται σε 0,5 % του ΑΕΠ.

Η επαρκής πρόοδος προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο αξιολογείται βάσει συνολικής αξιολόγησης με σημείο αναφοράς το διαρθρωτικό ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων. Προς το σκοπό αυτό, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν αν η πορεία εξέλιξης των δημόσιων δαπανών, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα μέτρων που έχουν ληφθεί ή σχεδιάζεται να ληφθούν στο σκέλος των εσόδων, είναι σύμφωνη με τους ακόλουθους όρους:

α)

για κράτη μέλη που έχουν επιτύχει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο τους, η ετήσια αύξηση των δαπανών δεν υπερβαίνει ένα μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ, εκτός εάν η υπέρβαση αντισταθμίζεται με μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων·

β)

για κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη επιτύχει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο τους, η ετήσια αύξηση των δαπανών δεν υπερβαίνει ένα ποσοστό χαμηλότερο από το μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ, εκτός εάν η υπέρβαση αντισταθμίζεται με μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων. Η διαφορά μεταξύ του ποσοστού αύξησης των δημόσιων δαπανών και του μεσοπρόθεσμου ποσοστού αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ καθορίζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η κατάλληλη προσαρμογή για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου·

γ)

για κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη επιτύχει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο τους, οι μειώσεις διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά ορισμένα στοιχεία των δημόσιων εσόδων αντισταθμίζονται είτε με περικοπές των δαπανών είτε με αυξήσεις διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά άλλα στοιχεία των δημόσιων εσόδων είτε και με τις δύο μεθόδους συγχρόνως.

Στο γενικό σύνολο των δαπανών δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες για τους τόκους, οι δαπάνες για προγράμματα της Ένωσης που αναπληρώνονται στο σύνολό τους από ενωσιακά κονδύλια και αλλαγές μη διακριτικής ευχέρειας στη χρηματοδότηση των παροχών ανεργίας.

Η υπέρβαση της αύξησης των δαπανών άνω των μεσοπρόθεσμων τιμών αναφοράς δεν θα πρέπει να λογίζεται ως υπέρβαση της τιμής αναφοράς στο βαθμό που αντισταθμίζεται πλήρως με αυξήσεις εσόδων που είναι υποχρεωτικές διά νόμου.

Το μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ υπολογίζεται βάσει μελλοντικών προβολών ή προβολών ανασκόπησης του παρελθόντος. Οι προβολές ενημερώνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τη μέθοδο υπολογισμού των προβολών αυτών και το συνακόλουθο μεσοπρόθεσμο ποσοστό αναφοράς της δυνητικής αύξησης του ΑΕΠ.

Όταν καθορίζουν την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, για τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη επιτύχει τον στόχο αυτό, και όταν επιτρέπουν προσωρινή απόκλιση από αυτόν, για τα κράτη μέλη που τον έχουν ήδη επιτύχει, με την προϋπόθεση ότι διατηρείται κατάλληλο περιθώριο ασφαλείας όσον αφορά την τιμή αναφοράς για το έλλειμμα και ότι η δημοσιονομική κατάσταση αναμένεται να επανέλθει στον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο εντός της περιόδου του προγράμματος, το Συμβούλιο και η Επιτροπή λαμβάνουν υπόψη την εφαρμογή μειζόνων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που επιφέρουν άμεσες μακροπρόθεσμες θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις, περιλαμβανομένης της αύξησης της δυνητικής βιώσιμης ανάπτυξης, και κατά συνέπεια έχουν επαληθεύσιμο αντίκτυπο στη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

Ιδιαίτερη προσοχή δίδεται σε μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων οι οποίες εισάγουν σύστημα πολλαπλών πυλώνων που περιλαμβάνει έναν υποχρεωτικό πυλώνα με πλήρη χρηματοδότηση. Στα κράτη μέλη που εφαρμόζουν τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις επιτρέπεται να αποκλίνουν από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου ή από τον ίδιο τον στόχο, εφόσον η απόκλιση αντικατοπτρίζει τις άμεσες επαυξητικές επιπτώσεις της μεταρρύθμισης στο κρατικό ισοζύγιο, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται κατάλληλο περιθώριο ασφαλείας σε σχέση με την τιμή αναφοράς του ελλείμματος.

Το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν περαιτέρω αν το πρόγραμμα σύγκλισης διευκολύνει την επίτευξη συνεχούς και πραγματικής σύγκλισης στη ζώνη του ευρώ και, το στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και αν οι οικονομικές πολιτικές του οικείου κράτους μέλους είναι συνεπείς με τους γενικούς προσανατολισμούς οικονομικής πολιτικής και τις κατευθυντήριες γραμμές απασχόλησης των κρατών μελών και της Ένωσης. Επιπλέον, για τα κράτη μέλη του ΣΜ2, το Συμβούλιο εξετάζει εάν το περιεχόμενο του προγράμματος σύγκλισης εξασφαλίζει την ομαλή συμμετοχή στο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Σε περίπτωση ασυνήθων περιστάσεων που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση ή σε περιόδους σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή την ΕΕ συνολικά, επιτρέπεται στα κράτη μέλη να αποκλίνουν προσωρινά από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου στόχου που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο, με την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική διατηρησιμότητα.

2.   Το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξετάζουν το πρόγραμμα σύγκλισης το αργότερο εντός τριών μηνών από την υποβολή του. Βάσει σύστασης της Επιτροπής και ύστερα από διαβουλεύσεις με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή, το Συμβούλιο, εφόσον απαιτείται, εγκρίνει γνώμη επί του προγράμματος. Όταν το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 121 της ΣΛΕΕ, θεωρεί ότι οι στόχοι και το περιεχόμενο του προγράμματος πρέπει να ενισχυθούν, ιδίως όσον αφορά την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου, το Συμβούλιο, στη γνώμη που εκδίδει, καλεί το οικείο κράτος μέλος να προσαρμόσει το πρόγραμμά του.».

13)

Το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10

1.   Στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρακολουθούν την εφαρμογή των προγραμμάτων σύγκλισης με βάση τα στοιχεία που γνωστοποιούν τα κράτη μέλη με παρέκκλιση και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής και της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής, προκειμένου ιδίως να εντοπίσουν τις πραγματικές ή αναμενόμενες σημαντικές αποκλίσεις της δημοσιονομικής θέσης από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή από την κατάλληλη πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του.

Επιπλέον, το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρακολουθούν τις οικονομικές πολιτικές των μη συμμετεχόντων κρατών μελών, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους των προγραμμάτων σύγκλισης, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι πολιτικές τους είναι προσανατολισμένες προς τη σταθερότητα και να αποφευχθούν, κατ’ αυτό τον τρόπο, οι στρεβλώσεις των πραγματικών συναλλαγματικών ισοτιμιών και οι υπερβολικές διακυμάνσεις των ονομαστικών συναλλαγματικών ισοτιμιών.

2.   Σε περίπτωση που παρατηρείται σημαντική απόκλιση από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξη του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού στόχου που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 9 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, και προκειμένου να αποφευχθεί η εμφάνιση υπερβολικού ελλείμματος, η Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, απευθύνει προειδοποίηση στο οικείο κράτος μέλος.

Εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έκδοσης της προειδοποίησης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, το Συμβούλιο εξετάζει την κατάσταση και εγκρίνει σύσταση για τα απαραίτητα μέτρα πολιτικής, με βάση σύσταση της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ. Η σύσταση ορίζει προθεσμία πέντε μηνών το πολύ για την αντιμετώπιση της απόκλισης. Η προθεσμία μειώνεται στους τρεις μήνες αν η Επιτροπή κρίνει στην προειδοποίησή της ότι η κατάσταση είναι ιδιαίτερα σοβαρή και δικαιολογεί επείγουσα δράση. Το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, δημοσιοποιεί τη σύσταση.

Μέσα στην προθεσμία που ορίζει το Συμβούλιο στη σύστασή του σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, το οικείο κράτος μέλος υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο με θέμα τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατόπιν της σύστασης.

Εάν το οικείο κράτος μέλος δεν αναλάβει την ενδεδειγμένη δράση εντός της προθεσμίας που ορίζεται σε σύσταση του Συμβουλίου βάσει του δεύτερου εδαφίου, η Επιτροπή συνιστά αμέσως στο Συμβούλιο να εγκρίνει, με ειδική πλειοψηφία, απόφαση που θα ορίζει ότι δεν ανελήφθη καμία ουσιαστική δράση. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή μπορεί να συστήσει στο Συμβούλιο να εγκρίνει αναθεωρημένη σύσταση, δυνάμει του άρθρου 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, για τα απαραίτητα μέτρα πολιτικής.

Σε περίπτωση που το Συμβούλιο δεν εγκρίνει απόφαση κατόπιν της συστάσεως της Επιτροπής, διά της οποίας διαπιστώνεται ότι δεν ανελήφθη καμία ουσιαστική δράση, και το οικείο κράτος μέλος συνεχίζει να μην αναλαμβάνει την ενδεδειγμένη δράση, η Επιτροπή, ένα μήνα μετά την αρχική σύστασή της, συνιστά στο Συμβούλιο να εγκρίνει την απόφαση που ορίζει ότι δεν ανελήφθη καμία ουσιαστική δράση. Η απόφαση πρέπει να θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο, εκτός εάν αυτό αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να απορρίψει τη σύσταση εντός δέκα ημερών από την έγκρισή της από την Επιτροπή. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή μπορεί να συστήσει στο Συμβούλιο να εγκρίνει αναθεωρημένη σύσταση, δυνάμει του άρθρου 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, για τα απαραίτητα μέτρα πολιτικής.

Όταν λαμβάνει την απόφαση σχετικά με τη μη συμμόρφωση, που αναφέρεται στο τέταρτο και στο πέμπτο εδάφιο, το Συμβούλιο ενεργεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ψήφος του μέλους του Συμβουλίου που εκπροσωπεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

Το Συμβούλιο υποβάλλει επίσημη έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σχετικά με τις αντίστοιχες ληφθείσες αποφάσεις.

3.   Η απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ή την κατάλληλη πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του αξιολογείται βάσει μιας συνολικής εκτίμησης με σημείο αναφοράς το διαρθρωτικό ισοζύγιο, συμπεριλαμβανομένης μιας ανάλυσης των δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1.

Προκειμένου να εκτιμηθεί αν η απόκλιση είναι σημαντική λαμβάνονται ιδίως υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

Για κράτος μέλος που δεν έχει επιτύχει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, όταν εκτιμάται η μεταβολή στο διαρθρωτικό ισοζύγιο, κατά πόσον η απόκλιση είναι τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ μέσα σε ένα έτος ή τουλάχιστον 0,25 % του ΑΕΠ το έτος κατά μέσο όρο ετησίως για δύο συνεχόμενα έτη·

β)

όταν εκτιμάται η εξέλιξη των δαπανών χωρίς να υπολογίζονται τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων, κατά πόσον η απόκλιση έχει συνολικό αντίκτυπο στο ισοζύγιο της κυβέρνησης τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ σε μέσα σε ένα έτος ή σωρευτικά σε δύο συνεχόμενα έτη.

Η απόκλιση στην εξέλιξη των δαπανών δεν θεωρείται σημαντική εάν το οικείο κράτος μέλος έχει υπερβεί το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, λαμβανομένου υπόψη του ενδεχομένου σημαντικής υστέρησης εσόδων και εάν ο δημοσιονομικός προγραμματισμός που παρουσιάζεται στο πρόγραμμα σύγκλισης δεν θέτει σε κίνδυνο αυτό το στόχο κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα.

Η απόκλιση δύναται επίσης να μη ληφθεί υπόψη εάν οφείλεται σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση ή σε περίπτωση σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή την ΕΕ συνολικά, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο δεν θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα.».

14)

Προστίθεται το ακόλουθο τμήμα:

«ΤΜΗΜΑ 3Α

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ

Άρθρο 10α

Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η πολυμερής εποπτεία βασίζεται σε σωστές και ανεξάρτητες στατιστικές, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την επαγγελματική ανεξαρτησία των εθνικών στατιστικών αρχών, οι οποία είναι συμβατή με τον κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές (12). Για το σκοπό αυτό, πρέπει να πληρούνται οι εξής ελάχιστες απαιτήσεις:

α)

διαφανείς διαδικασίες πρόσληψης και απόλυσης, οι οποίες πρέπει να βασίζονται σε κριτήρια αποκλειστικώς επαγγελματικά·

β)

διάθεση κονδυλίων του προϋπολογισμού, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται σε ετήσια ή πολυετή βάση·

γ)

ημερομηνία δημοσίευσης των στατιστικών στοιχείων, η οποία πρέπει να ορίζεται πολύ νωρίτερα.

15)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο -11

1.   Η Επιτροπή διεξάγει συνεχή διάλογο με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με τους στόχους του παρόντος κανονισμού. Προς το σκοπό αυτό η Επιτροπή διεξάγει αποστολές προκειμένου να εξετάσει την οικονομική κατάσταση του κράτους μέλους και να εντοπίσει τυχόν κινδύνους ή δυσκολίες ως προς τη συμμόρφωση με τους στόχους του παρόντος κανονισμού.

2.   Η Επιτροπή μπορεί να αναλάβει αποστολή ενισχυμένης εποπτείας σε κράτη μέλη που αποτελούν αντικείμενο συστάσεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, ή το άρθρο 10, παράγραφος 2 για τους σκοπούς της επιτόπιας παρακολούθησης. Τα οικεία κράτη μέλη παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την προετοιμασία και τη διεξαγωγή της αποστολής.

3.   Όταν το οικείο κράτος μέλος είναι συμμετέχον κράτος μέλος ή κράτος μέλος που συμμετέχει στο ΣΜ2, η Επιτροπή μπορεί να καλέσει εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εάν είναι αναγκαίο, να συμμετάσχουν σε αποστολές εποπτείας.

4.   Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με το αποτέλεσμα της αποστολής που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και, εάν είναι αναγκαίο, μπορεί να ανακοινώσει δημοσίως τα πορίσματά της.

5.   Όταν η Επιτροπή διοργανώνει τις αποστολές που αναφέρονται στην παράγραφο 2, διαβιβάζει, στα οικεία κράτη μέλη τα προσωρινά της πορίσματα προς σχολιασμό.».

16)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 12α

1.   Μέχρι την 14η Δεκεμβρίου 2014 και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Η έκθεση αξιολογεί μεταξύ άλλων:

α)

την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού και συγκεκριμένα, κατά πόσο οι διατάξεις που διέπουν τη λήψη αποφάσεων έχουν αποδειχθεί αρκετά εύρωστες,

β)

την πρόοδο στην εξασφάλιση στενότερου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών και συνεχούς σύγκλισης των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ.

2.   Εφόσον ενδείκνυται, η έκθεση αυτή συνοδεύεται από πρόταση για τροπολογίες στον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων τροπολογιών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

3.   Η έκθεση διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.».

17)

Όλες οι παραπομπές στο «άρθρο 99 της συνθήκης» αντικαθίστανται, σε ολόκληρο τον κανονισμό, από παραπομπές στο «άρθρο 121 ΣΛΕΕ».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 16 Νοεμβρίου 2011.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

W. SZCZUKA


(1)  ΕΕ C 150 της 20.5.2011, σ. 1.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2011.

(3)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 6.

(5)  ΕΕ C 236 της 2.8.1997, σ. 1.

(6)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1055/2005 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 1).

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1056/2005 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 5).

(8)  Βλέπε έγγραφο 7423/05 στην ιστοσελίδα http://www.consilium.europa.eu/documents.aspx?lang=el.

(9)  ΕΕ C 73 της 25.3.2006, σ. 21.

(10)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 25.».

(11)  ΕΕ L 306 της 23.11.2011, σ. 41.».

(12)  ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 164.».


23.11.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/25


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (EE) αριθ. 1176/2011 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 16ης Νοεμβρίου 2011

σχετικά με την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 6,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβιβάσεως του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών εντός της Ένωσης θα πρέπει να αναπτύσσεται στο πλαίσιο των γενικών κατευθυντήριων γραμμών για την οικονομική πολιτική και την απασχόληση, που προβλέπει η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και πρέπει να συνεπάγεται τη συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες αρχές των σταθερών τιμών, των υγιών και βιώσιμων δημόσιων οικονομικών και νομισματικών συνθηκών και της βιωσιμότητας του ισοζυγίου πληρωμών.

(2)

Υπάρχει ανάγκη να αντληθούν διδάγματα από την πρώτη δεκαετία λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης και, ειδικότερα, χρειάζεται βελτιωμένη οικονομική διακυβέρνηση στην Ένωση, η οποία πρέπει να οικοδομηθεί με βάση μεγαλύτερο εθνικό ενστερνισμό.

(3)

Η επίτευξη και η διατήρηση μιας δυναμικής εσωτερικής αγοράς θα πρέπει να θεωρείται στοιχείο της ορθής και ομαλής λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

(4)

Το βελτιωμένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να βασίζεται σε διάφορες αλληλοσυνδεόμενες και συνεκτικές πολιτικές για βιώσιμη ανάπτυξη και απασχόληση, οι οποίες θα στηρίζονται σε μια στρατηγική της Ένωσης για ανάπτυξη και απασχόληση, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην ανάπτυξη και την ενίσχυση της ενιαίας αγοράς, στην προώθηση των διεθνών εμπορικών συναλλαγών και της ανταγωνιστικότητας, σε ένα Ευρωπαϊκό Εξάμηνο ενισχυμένης συνεργασίας των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών (Ευρωπαϊκό Εξάμηνο), σε ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση υπερβολικού δημόσιου ελλείμματος (σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης), σε ένα ισχυρό πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση μακροοικονομικών ανισορροπιών, σε ελάχιστες απαιτήσεις για τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, και σε μια ενισχυμένη ρύθμιση και εποπτεία της χρηματοπιστωτικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της μακροπροληπτικής εποπτείας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου.

(5)

Η ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να περιλαμβάνει στενότερη και πιο έγκαιρη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων. Ενώ αναγνωρίζεται ότι συνομιλητές με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του διαλόγου είναι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οι εκπρόσωποί τους, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να επιτρέψει στο κράτος μέλος στο οποίο το Συμβούλιο έχει απευθύνει σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, και το άρθρο 10, παράγραφος 2, να συμμετάσχει σε ανταλλαγή απόψεων. Η συμμετοχή των κρατών μελών στην ανταλλαγή απόψεων είναι προαιρετική.

(6)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διαδραματίζει ισχυρότερο ρόλο στη διαδικασία ενισχυμένης εποπτείας, όσον αφορά τις αξιολογήσεις του κάθε κράτους μέλους, την παρακολούθηση, τις αποστολές επιτοπίως, τις συστάσεις και τις προειδοποιήσεις.

(7)

Ειδικότερα, η εποπτεία των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών θα πρέπει να διευρυνθεί και πέραν της δημοσιονομικής εποπτείας, προκειμένου να συμπεριλάβει ένα περισσότερο λεπτομερές και επίσημο πλαίσιο ώστε να προλαμβάνονται οι υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες και να βοηθούνται τα πληττόμενα κράτη μέλη να καταρτίζουν διορθωτικά σχέδια προτού οι αποκλίσεις παγιωθούν. Η διεύρυνση της εποπτείας της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να συμβαδίζει με την εμβάθυνση της δημοσιονομικής εποπτείας.

(8)

Για να βοηθηθεί η διόρθωση των εν λόγω υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών, είναι απαραίτητη μια νομοθετημένη λεπτομερής διαδικασία.

(9)

Ενδείκνυται να συμπληρωθεί η διαδικασία πολυμερούς εποπτείας των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 121 της ΣΛΕΕ με συγκεκριμένους κανόνες για την ανίχνευση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, καθώς και την πρόληψη και τη διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών εντός της Ένωσης. Έχει ουσιαστική σημασία να ευθυγραμμιστεί η διαδικασία αυτή με τον ετήσιο κύκλο πολυμερούς εποπτείας.

(10)

H διαδικασία αυτή θα πρέπει να καθιερώσει μηχανισμό επαγρύπνησης για τον έγκαιρο εντοπισμό των νεοεμφανιζόμενων μακροοικονομικών ανισορροπιών. Θα πρέπει να βασίζεται στη χρήση ενός ενδεικτικού και διαφανούς πίνακα αποτελεσμάτων που θα περιλαμβάνει ενδεικτικά κατώτατα όρια σε συνδυασμό με οικονομικές κριτικές αναλύσεις. Η κριτική αυτή ανάλυση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την ονομαστική και πραγματική σύγκλιση εντός και εκτός της ευρωζώνης.

(11)

Για να μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως στοιχείο του μηχανισμού επαγρύπνησης ο πίνακας αποτελεσμάτων θα πρέπει να αποτελείται από μια περιορισμένη σειρά οικονομικών, χρηματοπιστωτικών και διαρθρωτικών δεικτών σχετικών με τον εντοπισμό μακροοικονομικών ανισορροπιών, με τα αντίστοιχα ενδεικτικά κατώτατα όρια Οι δείκτες και τα κατώτατα όρια θα πρέπει όπου κρίνεται απαραίτητο να προσαρμόζονται ώστε να επιτυγχάνεται προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες μακροοικονομικές ανισορροπίες οι οποίες οφείλονται, μεταξύ άλλων, στις εξελισσόμενες απειλές για τη μακροοικονομική σταθερότητα και για να λαμβάνεται υπόψιν μια μεγαλύτερη διαθεσιμότητα συναφών στατιστικών στοιχείων. Οι δείκτες δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως στόχοι της οικονομικής πολιτικής καθεαυτοί αλλά ως εργαλεία για να αντιμετωπισθούν οι εξελίξεις των μακροοικονομικών ανισορροπιών στην Ένωση.

(12)

Η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο κατά την κατάρτιση του πίνακα αποτελεσμάτων και της δέσμης μακροοικονομικών και μακροπρόθεσμων χρηματοπιστωτικών δεικτών για τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει προτάσεις για διατύπωση παρατηρήσεων στις αρμόδιες επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με σχέδια για τον καθορισμό και την προσαρμογή των δεικτών και των κατωτάτων ορίων. Η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με κάθε αλλαγή στους δείκτες και τα κατώτατα όρια και να εξηγήσει γιατί προτείνει τις αλλαγές.

(13)

Κατά την ανάπτυξη του πίνακα αποτελεσμάτων, θα πρέπει επίσης να δίνεται η δέουσα προσοχή στην πρόβλεψη για ετερογενείς οικονομικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων κάλυψης υστέρησης.

(14)

Η υπέρβαση ενός ή περισσότερων ενδεικτικών κατώτατων ορίων δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι εμφανίζονται μακροοικονομικές ανισορροπίες, δεδομένου ότι η χάραξη οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις διασυνδέσεις των μακροοικονομικών μεταβλητών. Δεν πρέπει να συνάγονται συμπεράσματα από μια αυτόματη ανάγνωση του πίνακα αποτελεσμάτων: η οικονομική κριτική ανάλυση θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι όλα τα στοιχεία πληροφοριών, είτε από τον πίνακα αποτελεσμάτων είτε όχι, θα τίθενται στη σωστή τους διάσταση και θα γίνονται μέρος μιας εμπεριστατωμένης ανάλυσης.

(15)

Με βάση τη διαδικασία πολυμερούς εποπτείας και το μηχανισμό επαγρύπνησης, ή σε περίπτωση σημαντικών και απρόβλεπτων οικονομικών εξελίξεων που απαιτούν επείγουσα ανάλυση για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να εντοπίζει τα κράτη μέλη που θα υποβληθούν σε εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Η εμπεριστατωμένη επισκόπηση πρέπει να διενεργηθεί χωρίς την υπόθεση ότι υφίσταται ανισορροπία και πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερή ανάλυση των πηγών των ανισορροπιών στο υπό εξέταση κράτος μέλος, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των οικονομικών συνθηκών και περιστάσεων, καθώς και μιας ευρύτερης δέσμης εργαλείων ανάλυσης, δεικτών και ποιοτικών πληροφοριών που είναι ειδικά ανά χώρα. Κατά τη διενέργεια της εμπεριστατωμένης επισκόπησης από την Επιτροπή, το κράτος μέλος θα πρέπει να συνεργάζεται ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στην Επιτροπή είναι όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένες και ορθές. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία, κατά τη γνώμη του κράτους μέλους, είναι σχετική και την οποία το κράτος μέλος έχει υποβάλει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

(16)

Για την εμπεριστατωμένη επισκόπηση θα πρέπει να γίνεται σχετική συζήτηση στο Συμβούλιο και στην Ευρωομάδα για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ. Στην εμπεριστατωμένη επισκόπηση θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ενδεχομένως, συστάσεις ή προσκλήσεις του Συμβουλίου που απευθύνονται στα υπό εξέταση κράτη μέλη και εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 121, 126 και 148 της ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 10 του παρόντος κανονισμού, και οι πολιτικές προθέσεις του υπό εξέταση κράτους μέλους, όπως αντικατοπτρίζονται στα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων, καθώς και οι διεθνείς βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά δείκτες και μεθοδολογίες. Όταν η Επιτροπή αποφασίζει να διενεργήσει εμπεριστατωμένη επισκόπηση σε περίπτωση σημαντικών και απρόβλεπτων οικονομικών εξελίξεων που απαιτούν επείγουσα ανάλυση, θα πρέπει να ενημερώνει το οικείο κράτος μέλος.

(17)

Κατά την αξιολόγηση των μακροοικονομικών ανισορροπιών θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητά τους και οι πιθανές αρνητικές οικονομικές και χρηματοπιστωτικές δευτερογενείς επιπτώσεις οι οποίες επιδεινώνουν την ευπάθεια της οικονομίας της Ένωσης και αποτελούν απειλή για την ομαλή λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Δράσεις για την αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών και αποκλίσεων ως προς την ανταγωνιστικότητα χρειάζονται σε όλα τα κράτη μέλη και ειδικότερα στην ευρωζώνη. Ωστόσο, η φύση, η σημασία και το επείγον των πολιτικών προκλήσεων ενδέχεται να διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τα εκάστοτε κράτη μέλη. Με δεδομένες τις ευπάθειες και την έκταση της απαιτούμενης προσαρμογής, η ανάγκη για δράση πολιτικής είναι ιδιαίτερα πιεστική στα κράτη μέλη που παρουσιάζουν σταθερά μεγάλα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών και απώλειες ανταγωνιστικότητας. Επιπλέον, τα κράτη μέλη που συσσωρεύουν μεγάλα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών θα πρέπει να στοχεύουν στην ταυτοποίηση και εφαρμογή μέτρων που βοηθούν την ενίσχυση της εσωτερικής τους ζήτησης και του αναπτυξιακού τους δυναμικού.

(18)

Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η ικανότητα οικονομικής προσαρμογής και το ιστορικό του οικείου κράτους μέλους όσον αφορά τη συμμόρφωση με προηγούμενες συστάσεις που είχαν εκδοθεί στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού και με άλλες συστάσεις που είχαν εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 121 της ΣΛΕΕ στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας, ιδίως με τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και της Ένωσης.

(19)

Μια διαδικασία για την παρακολούθηση και τη διόρθωση των δυσμενών μακροοικονομικών ανισορροπιών, με προληπτικά και διορθωτικά στοιχεία, θα χρειαστεί ενισχυμένα εργαλεία εποπτείας βασισμένα σε εκείνα που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία πολυμερούς εποπτείας. Σε αυτά θα μπορούσαν να περιληφθούν ενισχυμένες αποστολές εποπτείας στα κράτη μέλη από την Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ και τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στη συμφωνία της 16ης Μαρτίου 2006, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των εθνικών κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ για τη θέσπιση των λειτουργικών διαδικασιών του μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών κατά το τρίτο στάδιο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (4) (ΜΣΙ ΙΙ), και πρόσθετη υποβολή στοιχείων από το κράτος μέλος σε περίπτωση σοβαρών ανισορροπιών, συμπεριλαμβανομένων των ανισορροπιών που θέτουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Οι κοινωνικοί εταίροι και άλλοι ενδιαφερόμενοι κύκλοι συμφερόντων του κράτους μέλους θα πρέπει, κατά περίπτωση, να συμμετάσχουν στον διάλογο.

(20)

Εάν εντοπίζονται μακροοικονομικές ανισορροπίες, θα πρέπει να εκδίδονται, όπου κρίνεται σκόπιμο με τη συμμετοχή σχετικών επιτροπών, συστάσεις απευθυνόμενες στο οικείο κράτος μέλος, οι οποίες θα παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με τις κατάλληλες πολιτικές λύσεις. Η πολιτική ανταπόκριση του οικείου κράτους μέλους πρέπει να είναι έγκαιρη και να χρησιμοποιεί όλα τα διαθέσιμα στις δημόσιες αρχές μέσα πολιτικής. Όπου κρίνεται σκόπιμο, θα πρέπει επίσης να συμμετέχουν και οι σχετικοί ενδιαφερόμενοι φορείς συμφερόντων, περιλαμβανομένων των κοινωνικών εταίρων, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΣΛΕΕ και τις νομικές και πολιτικές διατάξεις του κράτους μέλους. Η πολιτική ανταπόκριση θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στο συγκεκριμένο περιβάλλον και τις περιστάσεις του οικείου κράτους μέλους και να καλύπτει τους κύριους τομείς της οικονομικής πολιτικής, όπου μπορεί να περιλαμβάνονται η δημοσιονομική και η μισθολογική πολιτική, οι αγορές εργασίας, οι αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και η κανονιστική ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί δυνάμει των συμφωνιών του ΜΣΙ ΙΙ.

(21)

Οι έγκαιρες προειδοποιήσεις και οι συστάσεις του ΕΣΣΚ προς τα κράτη μέλη ή την Ένωση αφορούν κινδύνους μακροχρηματοπιστωτικού χαρακτήρα. Θα πρέπει επίσης η Επιτροπή, όπου κρίνεται σκόπιμο, να δίδει σε αυτές την αρμόζουσα συνέχεια στο πλαίσιο της εποπτείας των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η ανεξαρτησία και το καθεστώς απορρήτου του ΕΣΣΚ θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά.

(22)

Εάν εντοπίζονται σοβαρές μακροοικονομικές ανισορροπίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που θέτουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, θα πρέπει να κινηθεί διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών που μπορεί να περιλαμβάνει την έκδοση συστάσεων προς το κράτος μέλος, τις ενισχυμένες απαιτήσεις εποπτείας και ελέγχου και, για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, τη δυνατότητα λήψης εκτελεστικών μέτρων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1174/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2011 για την επιβολή μέτρων διόρθωσης υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών στην ευρωζώνη (5) σε περίπτωση συνεχιζόμενης παράλειψης να ληφθούν διορθωτικά μέτρα.

(23)

Κάθε κράτος μέλος που αποτελεί αντικείμενο διαδικασίας υπερβολικών ανισορροπιών πρέπει να καταρτίζει σχέδιο διορθωτικής δράσης που θα καθορίζει τις λεπτομέρειες των πολιτικών του που αποσκοπούν στην εφαρμογή των συστάσεων του Συμβουλίου. Το σχέδιο θα πρέπει να περιλαμβάνει χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των προβλεπόμενων μέτρων. Πρέπει να εγκρίνεται από το Συμβούλιο μέσω συστάσεως. Η σύσταση θα πρέπει να διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

(24)

Η αρμοδιότητα για την έγκριση μεμονωμένων αποφάσεων διά των οποίων διαπιστώνεται η μη συμμόρφωση με τις συστάσεις τις οποίες ενέκρινε το Συμβούλιο στο πλαίσιο του σχεδίου διορθωτικής δράσης θα πρέπει να δοθεί στο Συμβούλιο. Ως μέρος του συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών που διεξάγεται στο Συμβούλιο, όπως ορίζεται στο άρθρο 121 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, οι εν λόγω μεμονωμένες αποφάσεις αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της συνέχειας των σχετικών συστάσεων που θεσπίζει το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ στο πλαίσιο σχεδίου διορθωτικής δράσης.

(25)

Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να σέβονται πλήρως το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων και των κοινωνικών εταίρων καθώς και τις διαφορές των εθνικών συστημάτων, όπως τα συστήματα διαμόρφωσης των μισθών.

(26)

Αν το Συμβούλιο θεωρήσει ότι ένα κράτος μέλος δεν πλήττεται πλέον από υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες, η διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών κλείνει εφόσον το Συμβούλιο ανακαλέσει τη σύσταση που εξέδωσε έπειτα από σύσταση της Επιτροπής. Η ανάκληση βασίζεται σε εμπεριστατωμένη ανάλυση της Επιτροπής που αποδεικνύει ότι το κράτος μέλος ενήργησε σύμφωνα με τις συστάσεις του Συμβουλίου και ότι τα βαθύτερα αίτια και οι συναφείς κίνδυνοι που είχαν εντοπισθεί στη σύσταση διά της οποίας εκινήθη η διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών δεν υφίστανται πλέον, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων υπόψη τις μακροοικονομικές προοπτικές εξελίξεων και τα δευτερογενή αποτελέσματα. Η περάτωση της διαδικασίας υπερβολικών ανισορροπιών θα πρέπει να δημοσιοποιείται.

(27)

Δεδομένου ότι ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για τον εντοπισμό μακροοικονομικών ανισορροπιών και την πρόληψη και τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, που αποτελεί το στόχο του παρόντος κανονισμού, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη λόγω των εκτεταμένων εμπορικών και χρηματοοικονομικών διασυνδέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δευτερογενών επιπτώσεων των εθνικών οικονομικών πολιτικών για την Ένωση και τη ζώνη του ευρώ συνολικά, ενώ μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Ο παρών κανονισμός θέτει λεπτομερείς κανόνες για τον εντοπισμό μακροοικονομικών ανισορροπιών, και για την πρόληψη και διόρθωση των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών εντός της Ένωσης.

2.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου όπως καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1175/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2011 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (6).

3.   Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού τηρείται πλήρως το άρθρο 152 της ΣΛΕΕ και οι συστάσεις που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού λαμβάνουν υπόψη τις πρακτικές και τους αρμόδιους οργανισμούς για τη διαμόρφωση των μισθών των κρατών μελών. Ο παρών κανονισμός τηρεί το άρθρο 28 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, κατ’ αναλογία, δεν θίγεται το δικαίωμα διαπραγμάτευσης, σύναψης και εφαρμογής συλλογικών συμβάσεων και το δικαίωμα εργατικών κινητοποιήσεων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και τις εθνικές πρακτικές.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού:

1)

ως «ανισορροπίες» νοείται οιαδήποτε τάση προκαλεί μακροοικονομικές εξελίξεις που επηρεάζουν δυσμενώς, ή μπορούν να επηρεάσουν δυσμενώς, την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας ενός κράτους μέλους ή της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, ή της Ένωσης συνολικά·

2)

ως «υπερβολικές ανισορροπίες» νοούνται οι σοβαρές ανισορροπίες, συμπεριλαμβανομένων των ανισορροπιών που θέτουν ή θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΙΩΝ

Άρθρο 3

Μηχανισμός επαγρύπνησης

1.   Θεσπίζεται μηχανισμός επαγρύπνησης ώστε να διευκολύνεται ο έγκαιρος εντοπισμός και η παρακολούθηση των ανισορροπιών. Η Επιτροπή εκπονεί ετήσια έκθεση που περιλαμβάνει ποιοτική οικονομική και χρηματοπιστωτική αξιολόγηση βασισμένη σε πίνακα αποτελεσμάτων που περιέχει μία δέσμη δεικτών, οι τιμές των οποίων συγκρίνονται με τα αντίστοιχα ενδεικτικά κατώτατα όρια, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4. Η ετήσια έκθεση μαζί με τις τιμές των δεικτών του πίνακα αποτελεσμάτων δημοσιοποιείται.

2.   Η ετήσια έκθεση της Επιτροπής περιέχει οικονομική και χρηματοπιστωτική αξιολόγηση που θέτει τις κινήσεις των δεικτών στις σωστές τους διαστάσεις, χρησιμοποιώντας, εάν χρειάζεται, στοιχεία από άλλους συναφείς οικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς δείκτες κατά την αξιολόγηση της εξέλιξης των ανισορροπιών. Δεν πρέπει να συνάγονται συμπεράσματα από μια μηχανική ανάγνωση των δεικτών του πίνακα αποτελεσμάτων. Η αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη των ανισορροπιών στην Ένωση και την ευρωζώνη. Η έκθεση αναφέρει επίσης εάν η υπέρβαση των κατώτατων ορίων σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη σημαίνει την πιθανή εμφάνιση ανισορροπιών. Η αξιολόγηση των κρατών μελών που παρουσιάζουν μεγάλα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να διαφέρει από αυτή των κρατών μελών που συσσωρεύουν μεγάλα πλεονάσματα τρεχουσών συναλλαγών.

3.   Η ετήσια έκθεση προσδιορίζει τα κράτη μέλη τα οποία η Επιτροπή θεωρεί ότι μπορεί να πλήττονται ή κινδυνεύουν να πληγούν από ανισορροπίες.

4.   Η Επιτροπή διαβιβάζει την ετήσια έκθεση εγκαίρως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

5.   Στο πλαίσιο της πολυμερούς εποπτείας σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο συζητά και πραγματοποιεί συνολική αξιολόγηση σχετικά με την ετήσια έκθεση της Επιτροπής. Η Ευρωομάδα συζητά την έκθεση στο βαθμό που αυτή αφορά τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ.

Άρθρο 4

Πίνακας αποτελεσμάτων

1.   Ο πίνακας αποτελεσμάτων που περιλαμβάνει τη δέσμη δεικτών χρησιμοποιείται ως εργαλείο για τη διευκόλυνση του έγκαιρου εντοπισμού και της παρακολούθησης των ανισορροπιών.

2.   Ο πίνακας αποτελεσμάτων αποτελείται από ένα μικρό αριθμό συναφών, πρακτικών, απλών, μετρήσιμων και διαθέσιμων μακροοικονομικών και μακροχρηματοπιστωτικών δεικτών για τα κράτη μέλη. Λαμβάνει υπόψη τον έγκαιρο εντοπισμό τόσο των μακροοικονομικών ανισορροπιών που προκύπτουν βραχυπρόθεσμα όσο και των ανισορροπιών που οφείλονται σε διαρθρωτικές και μακροπρόθεσμες τάσεις.

3.   Ο πίνακας αποτελεσμάτων περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και δείκτες χρήσιμους για τον έγκαιρο εντοπισμό των:

α)

εσωτερικών ανισορροπιών, περιλαμβανομένων και όσων προκύπτουν από την κατάσταση του χρέους τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα, από τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένου και του τομέα της στέγασης, την εξέλιξη της ροής των πιστώσεων του ιδιωτικού τομέα και την εξέλιξη της ανεργίας,

β)

εξωτερικών ανισορροπιών, περιλαμβανομένων και όσων προκύπτουν από την εξέλιξη των θέσεων τρεχουσών συναλλαγών και καθαρών επενδύσεων των κρατών μελών, των πραγματικών συναλλαγματικών ισοτιμιών, των μεριδίων αγοράς των εξαγωγών και των αλλαγών στις εξελίξεις τιμών και κόστους καθώς και της μη τιμολογιακής ανταγωνιστικότητας, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορετικές συνιστώσες παραγωγικότητας.

4.   Η Επιτροπή, κατά την από οικονομικής σκοπιάς ανάγνωση του πίνακα αποτελεσμάτων στον μηχανισμό επαγρύπνησης, πρέπει να λάβει δεόντως υπόψη τις εξελίξεις στην πραγματική οικονομία, περιλαμβανομένης της οικονομικής αύξησης, των επιδόσεων απασχόλησης και ανεργίας, της ονομαστικής και πραγματικής σύγκλισης εντός και εκτός της ευρωζώνης, των εξελίξεων της παραγωγικότητας και των σχετικών φορέων όπως είναι οι εγχώριες και εξωτερικές επενδύσεις και οι επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη, καθώς και των τομεακών εξελίξεων περιλαμβανομένου του τομέα της ενέργειας, που επηρεάζουν το ΑΕΠ και τις επιδόσεις των τρεχουσών συναλλαγών.

Στον πίνακα αποτελεσμάτων περιλαμβάνονται επίσης ενδεικτικά κατώτατα όρια για τους δείκτες αυτούς, τα οποία χρησιμεύουν ως όρια προειδοποίησης. Η επιλογή δεικτών και κατώτατων ορίων προάγει την ανταγωνιστικότητα στην Ένωση.

Ο πίνακας αποτελεσμάτων βάσει δεικτών έχει ανώτατα και κατώτατα όρια προειδοποίησης, εκτός αν δεν χρειάζεται, τα οποία διαφοροποιούνται για τα κράτη μέλη και μη μέλη της ευρωζώνης, εφόσον αυτό αιτιολογείται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της νομισματικής ένωσης και συναφείς οικονομικές περιστάσεις. Κατά την ανάπτυξη του πίνακα αποτελεσμάτων, πρέπει επίσης να δίνεται η δέουσα προσοχή στην πρόβλεψη για ετερογενείς οικονομικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων κάλυψης υστέρησης.

5.   Στον σχεδιασμό των δεικτών που σχετίζονται με τη σταθερότητα της χρηματοπιστωτικής αγοράς λαμβάνεται δεόντως υπόψη το έργο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου. Η Επιτροπή καλεί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου να διατυπώσει τις απόψεις του όσον αφορά τα σχέδια δεικτών που σχετίζονται με τη σταθερότητα της χρηματοπιστωτικής αγοράς.

6.   Η δέσμη δεικτών και τα κατώτατα όρια του πίνακα αποτελεσμάτων δημοσιοποιούνται από την Επιτροπή.

7.   Η καταλληλότητα του πίνακα αποτελεσμάτων, συμπεριλαμβανομένων της σύνθεσης των δεικτών, των ορισθέντων κατώτατων ορίων και της μεθοδολογίας που χρησιμοποιήθηκε, πρέπει να αξιολογείται ανά τακτά διαστήματα από την Επιτροπή και να προσαρμόζεται ή να τροποποιείται, όπου κρίνεται απαραίτητο. Οι αλλαγές στην υποκείμενη μεθοδολογία και στη σύνθεση του πίνακα αποτελεσμάτων καθώς και τα σχετικά κατώτατα όρια δημοσιοποιούνται από την Επιτροπή.

8.   Οι τιμές των δεικτών του πίνακα αποτελεσμάτων επικαιροποιούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση από την Επιτροπή.

Άρθρο 5

Εμπεριστατωμένη επισκόπηση

1.   Λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις συζητήσεις στο Συμβούλιο και την Ευρωομάδα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 5, ή, σε περίπτωση σημαντικών και απρόβλεπτων οικονομικών εξελίξεων που απαιτούν επείγουσα ανάλυση για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή διενεργεί εμπεριστατωμένη επισκόπηση για κάθε κράτος μέλος που θεωρεί ότι μπορεί να πλήττεται ή κινδυνεύει να πληγεί από ανισορροπίες.

Η εμπεριστατωμένη επισκόπηση βασίζεται σε λεπτομερείς αναλύσεις των ειδικών ανά χώρα συνθηκών και τις διαφορετικές θέσεις εκκίνησης των κρατών μελών· Εξετάζει ευρύ φάσμα οικονομικών μεταβλητών και προϋποθέτει τη χρήση εργαλείων ανάλυσης και ποιοτικών πληροφοριών ειδικών ανά χώρα. Αναγνωρίζει τις εθνικές ιδιαιτερότητες στις εργασιακές σχέσεις και στον κοινωνικό διάλογο.

Επιπλέον, η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία κατά τη γνώμη του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους είναι σχετική και την οποία έχει γνωστοποιήσει στην Επιτροπή.

Η επισκόπηση διενεργείται από την Επιτροπή σε συνδυασμό με τις αποστολές επιτήρησης στο οικείο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 13.

2.   Η εμπεριστατωμένη επισκόπηση από την Επιτροπή περιλαμβάνει εκτίμηση του κατά πόσον το εν λόγω κράτος μέλος πλήττεται από ανισορροπίες και κατά πόσον αυτές συνιστούν υπερβολικές ανισορροπίες. Εξετάζει την προέλευση των εντοπιζόμενων ανισορροπιών δεδομένων των οικονομικών περιστάσεων που επικρατούν, περιλαμβανομένων βαθιών εμπορικών και χρηματοοικονομικών διασυνδέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δευτερογενών επιπτώσεων των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών. Η επισκόπηση αναλύει συναφείς εξελίξεις που αφορούν τη στρατηγική της Ένωσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Λαμβάνει επίσης υπόψη τη σημασία των οικονομικών εξελίξεων στην Ένωση και τη ζώνη του ευρώ στο σύνολό της. Ειδικότερα, λαμβάνει υπόψη της τα εξής:

α)

οσάκις ενδείκνυται, τις συστάσεις ή τις προσκλήσεις του Συμβουλίου που απευθύνονται στα υπό εξέταση κράτη μέλη και εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 121, 126 και 148 της ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 10 του παρόντος κανονισμού·

β)

τις προθέσεις πολιτικής του υπό εξέταση κράτους μέλους, όπως αντικατοπτρίζονται στα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων και, ενδεχομένως, στο πρόγραμμα σταθερότητας και σύγκλισης·

γ)

τυχόν προειδοποιήσεις ή συστάσεις εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικών Κινδύνων για συστημικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει ή που αφορούν το υπό εξέταση κράτος μέλος. Τηρείται το καθεστώς απορρήτου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου.

3.   Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα της εμπεριστατωμένης επισκόπησης και τη δημοσιοποιεί.

Άρθρο 6

Προληπτική δράση

1.   Εάν, βάσει της εμπεριστατωμένης επισκόπησής που αναφέρεται στο άρθρο 5, η Επιτροπή θεωρήσει ότι ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει ανισορροπίες, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωομάδα. Το Συμβούλιο, έπειτα από σύσταση της Επιτροπής, μπορεί να απευθύνει τις απαραίτητες συστάσεις στο οικείο κράτος μέλος, με τη διαδικασία του άρθρου 121 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ.

2.   Το Συμβούλιο ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη σύσταση και τη δημοσιοποιεί.

3.   Στις συστάσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής τηρείται πλήρως το άρθρο 152 της ΣΛΕΕ και λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 28 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.   Το Συμβούλιο επανεξετάζει τη σύσταση ετησίως στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και μπορεί να την προσαρμόσει, εάν κριθεί απαραίτητο, σύμφωνα με την παράγραφο 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΩΝ ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΙΩΝ

Άρθρο 7

Κίνηση της διαδικασίας υπερβολικών ανισορροπιών

1.   Εάν, βάσει της εμπεριστατωμένης επισκόπησης που αναφέρεται στο άρθρο 5, η Επιτροπή θεωρήσει ότι το οικείο κράτος μέλος πλήττεται από υπερβολικές ανισορροπίες, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωομάδα.

Η Επιτροπή ενημερώνει επίσης τις σχετικές ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές και το ΕΣΣΚ. Το ΕΣΣΚ καλείται να προβεί στις ενέργειες που κρίνει απαραίτητες.

2.   Το Συμβούλιο, μετά από σύσταση της Επιτροπής, μπορεί να εγκρίνει σύσταση, σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ διά της οποίας διαπιστώνει την ύπαρξη υπερβολικής ανισορροπίας συνιστώντας στο οικείο κράτος μέλος να λάβει διορθωτικά μέτρα.

Η σύσταση του Συμβουλίου διευκρινίζει τη φύση και τις επιπτώσεις των ανισορροπιών και ορίζει μια δέσμη συστάσεων πολιτικής που πρέπει να ληφθούν υπόψη και την προθεσμία εντός της οποίας το οικείο κράτος μέλος πρέπει να υποβάλει σχέδιο διορθωτικών ενεργειών. Το Συμβούλιο δύναται, όπως προβλέπεται στο άρθρο 121 παράγραφος 4 της ΣΛΕΕ, να δημοσιοποιήσει τη σύστασή του.

Άρθρο 8

Σχέδιο διορθωτικών ενεργειών

1.   Κάθε κράτος μέλος έναντι του οποίου κινείται διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών υποβάλλει σχέδιο διορθωτικών ενεργειών στο Συμβούλιο και την Επιτροπή το οποίο βασίζεται στη σύσταση του Συμβουλίου, κατά το άρθρο 7 παράγραφος 2, και εντός της προθεσμίας που θέτει η σύσταση. Το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών ορίζει συγκεκριμένες ενέργειες πολιτικής τις οποίες το οικείο κράτος μέλος έχει εφαρμόσει ή σκοπεύει να εφαρμόσει και περιλαμβάνει χρονοδιάγραμμα ενεργειών. Το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών λαμβάνει υπόψη τον οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο αυτών των ενεργειών πολιτικής και τηρεί τις ευρείες κατευθυντήριες γραμμές των οικονομικών πολιτικών και τις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση.

2.   Μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή σχεδίου διορθωτικών ενεργειών και βάσει έκθεσης της Επιτροπής, το Συμβούλιο αξιολογεί το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών. Εάν το σχέδιο θεωρηθεί επαρκές από το Συμβούλιο με βάση τη σύσταση της Επιτροπής, το Συμβούλιο το εγκρίνει μέσω μιας σύστασης που απαριθμεί τις απαιτούμενες συγκεκριμένες ενέργειες και τις προθεσμίες για την ανάληψη τους και καταρτίζει χρονοδιάγραμμα για την εποπτεία, εφιστώντας ιδίως την προσοχή στους φορείς μετάδοσης και αναγνωρίζοντας ότι ενδέχεται να υπάρξουν μεγάλες καθυστερήσεις μεταξύ της έγκρισης των διορθωτικών ενεργειών και της πραγματικής επίλυσης των ανισορροπιών.

3.   Εάν, βάσει σύστασης της Επιτροπής, το Συμβούλιο θεωρεί ανεπαρκείς τις ενέργειες ή το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους όπως προβλέπεται στο σχέδιο διορθωτικών ενεργειών, εκδίδει σύσταση με την οποία καλεί το κράτος μέλος να υποβάλει, κατά κανόνα εντός δύο μηνών, νέο σχέδιο διορθωτικών ενεργειών. Το νέο σχέδιο διορθωτικών ενεργειών εξετάζεται από το Συμβούλιο με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου.

4.   Το σχέδιο διορθωτικών ενεργειών, η έκθεση της Επιτροπής και η σύσταση του Συμβουλίου που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 δημοσιοποιούνται.

Άρθρο 9

Παρακολούθηση των διορθωτικών ενεργειών

1.   Η Επιτροπή παρακολουθεί την εφαρμογή της σύστασης του Συμβουλίου που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 2. Για το σκοπό αυτό, το κράτος μέλος υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο και την Επιτροπή σε τακτά χρονικά διαστήματα υπό μορφή εκθέσεων προόδου των οποίων η συχνότητα ορίζεται από το Συμβούλιο στη σύσταση που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2.

2.   Το Συμβούλιο δημοσιοποιεί τις εκθέσεις προόδου των κρατών μελών.

3.   Η Επιτροπή δύναται να διενεργήσει ενισχυμένες αποστολές εποπτείας στο οικείο κράτος μέλος για να παρακολουθεί την εφαρμογή του σχεδίου διορθωτικών ενεργειών, σε συνδυασμό με την ΕΚΤ όταν αυτές οι αποστολές αφορούν κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ ή κράτη μέλη που συμμετέχουν στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ΙΙ. Οι κοινωνικοί εταίροι και άλλοι συμφεροντούχοι του κράτους μέλους θα πρέπει να συμμετέχουν, όπου κρίνεται σκόπιμο, στον διάλογο κατά τη διάρκεια των εν λόγω αποστολών μετά από πρόσκληση της Επιτροπής.

4.   Σε περίπτωση σχετικής σημαντικής μεταβολής των οικονομικών περιστάσεων, το Συμβούλιο, μετά από σύσταση της Επιτροπής, μπορεί να τροποποιήσει τις συστάσεις που εξέδωσε δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 2 σύμφωνα με τη διαδικασία του ιδίου άρθρου. Εφόσον κριθεί σκόπιμο, το οικείο κράτος μέλος καλείται από το Συμβούλιο να υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο διορθωτικών ενεργειών, το οποίο και αξιολογεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 8.

Άρθρο 10

Αξιολόγηση των διορθωτικών ενεργειών

1.   Βάσει έκθεσης της Επιτροπής, το Συμβούλιο αξιολογεί κατά πόσον το οικείο κράτος μέλος προέβη στις συνιστώμενες διορθωτικές ενέργειες σύμφωνα με τη σύσταση του Συμβουλίου που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 2.

2.   Η έκθεση της Επιτροπής δημοσιοποιείται.

3.   Το Συμβούλιο διενεργεί την αξιολόγησή του εντός της προθεσμίας που έχει θέσει το Συμβούλιο στις συστάσεις του που εγκρίθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 2.

4.   Όταν το Συμβούλιο εκτιμά ότι το κράτος μέλος δεν έχει προβεί στις συνιστώμενες διορθωτικές ενέργειες, εκδίδει, μετά από σύσταση της Επιτροπής, απόφαση με την οποία διαπιστώνεται η μη συμμόρφωση και μια σύσταση με την οποία ορίζονται νέες προθεσμίες για την ανάληψη διορθωτικών ενεργειών. Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και δημοσιοποιεί τα συμπεράσματα από τις αποστολές εποπτείας που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 3.

Η σύσταση της Επιτροπής διά της οποίας διαπιστώνεται η μη συμμόρφωση λογίζεται εγκριθείσα από το Συμβούλιο εκτός εάν αυτό αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία να απορρίψει τη σύσταση εντός δέκα ημερών από την έγκρισή της από την Επιτροπή. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει τη σύγκληση συνεδρίασης του Συμβουλίου εντός της περιόδου αυτής προκειμένου η εν λόγω απόφαση να τεθεί σε ψηφοφορία.

5.   Εφόσον το Συμβούλιο κρίνει, επί τη βάσει της κατά την παράγραφο 1 εκθέσεως της Επιτροπής, ότι το κράτος μέλος έχει προβεί στις συνιστώμενες κατά το άρθρο 8 παράγραφος 2 διορθωτικές ενέργειες, η διαδικασία υπερβολικών ανισορροπιών θεωρείται ότι προχωρά κανονικά και τίθεται σε αναστολή. Ωστόσο, η παρακολούθηση συνεχίζεται σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που εγκρίθηκε στις συστάσεις βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 2. Το Συμβούλιο δημοσιοποιεί τους λόγους για τους οποίους η διαδικασία ανεστάλη αναγνωρίζοντας τις διορθωτικές ενέργειες πολιτικής που ανελήφθησαν από το κράτος μέλος.

Άρθρο 11

Περάτωση της διαδικασίας υπερβολικών ανισορροπιών

Το Συμβούλιο έπειτα από σύσταση της Επιτροπής ανακαλεί τις συστάσεις που εξέδωσε δυνάμει των άρθρων 7, 8 ή 10, μόλις θεωρήσει ότι το οικείο κράτος μέλος δεν πλήττεται πλέον από υπερβολικές ανισορροπίες κατά τα οριζόμενα στη σύσταση που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, και προβαίνει σε δημόσια δήλωση σχετικά με αυτό το γεγονός.

Άρθρο 12

Ψηφοφορία στο Συμβούλιο

Όσον αφορά τα μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 7 έως 11, το Συμβούλιο ενεργεί χωρίς να λάβει υπόψη την ψήφο του μέλους του Συμβουλίου που αντιπροσωπεύει το οικείο κράτος μέλος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 13

Αποστολές εποπτείας

1.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει μόνιμο διάλογο με τις αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με τους στόχους του παρόντος κανονισμού. Προς τούτο, η Επιτροπή διενεργεί συγκεκριμένα αποστολές με σκοπό την αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης στο κράτος μέλος και τον εντοπισμό τυχόν κινδύνων ή δυσχερειών σε σχέση με τη συμμόρφωση προς τους στόχους του παρόντος κανονισμού.

2.   Η Επιτροπή δύναται να διενεργεί αποστολές ενισχυμένης εποπτείας για τα κράτη μέλη για τα οποία έχει εκδοθεί σύσταση όσον αφορά την ύπαρξη κατάστασης υπερβολικής ανισορροπίας σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 για τους σκοπούς της επιτόπιας παρακολούθησης.

3.   Όταν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι κράτος με νόμισμα το ευρώ ή συμμετέχει στο ΜΣΙ ΙΙ, η Επιτροπή δύναται να καλέσει εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εφόσον κριθεί σκόπιμο, για να συμμετάσχουν στις αποστολές εποπτείας.

4.   Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με την έκβαση των αποστολών και, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, μπορεί να αποφασίσει να δημοσιοποιήσει τα πορίσματά της.

5.   Κατά τη διοργάνωση των αποστολών που αναφέρονται στη παράγραφο 2, η Επιτροπή διαβιβάζει τα προσωρινά πορίσματά της στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ώστε να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

Άρθρο 14

Οικονομικός διάλογος

1.   Προκειμένου να ενισχυθεί ο διάλογος μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ειδικότερα δε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής και με στόχο να διασφαλισθεί μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να καλέσει τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, την Επιτροπή και, εφόσον κριθεί σκόπιμο, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ή τον Πρόεδρο της Ευρωομάδας να λάβουν τον λόγο ενώπιον της επιτροπής αυτής για την εξέταση:

α)

στοιχείων που παρέχει το Συμβούλιο για τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών σύμφωνα με το άρθρο 121, παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ·

β)

των γενικών κατευθυντήριων γραμμών προς τα κράτη μέλη που εξέδωσε η Επιτροπή στην αρχή του ετήσιου κύκλου εποπτείας·

γ)

τυχόν συμπερασμάτων που συνέταξε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για προσανατολισμούς οικονομικών πολιτικών στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου·

δ)

των αποτελεσμάτων της πολυμερούς εποπτείας που διεξήχθη δυνάμει του παρόντος κανονισμού·

ε)

τυχόν συμπερασμάτων που συνέταξε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σχετικά με τους προσανατολισμούς και τα αποτελέσματα της πολυμερούς εποπτείας·

στ)

οιασδήποτε επισκόπησης της πορείας της πολυμερούς εποπτείας στο τέλος του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου·

ζ)

των συστάσεων που διατυπώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2, το άρθρο 8 παράγραφος 2 και το άρθρο 10 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού·

2.   Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να προσφέρει την ευκαιρία συμμετοχής σε μια ανταλλαγή απόψεων στο κράτος μέλος το οποίο αποτελεί το αντικείμενο μιας σύστασης ή απόφασης του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2, το άρθρο 8 παράγραφος 2 ή το άρθρο 10, παράγραφος 4.

3.   Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ενημερώνουν τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 15

Ετήσια έκθεση

Η Επιτροπή συντάσσει ετήσια έκθεση εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, περιλαμβανομένης της ενημέρωσης του πίνακα αποτελεσμάτων του άρθρου 4 και υποβάλλει τα πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

Άρθρο 16

Επανεξέταση

1.   Έως την 14η Δεκεμβρίου 2014 και εν συνεχεία ανά πενταετία η Επιτροπή επανεξετάζει και δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Οι εκθέσεις αυτές αξιολογούν, μεταξύ άλλων:

α)

την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού·

β)

την πρόοδο ως προς την εξασφάλιση στενότερου συντονισμού των οικονομικών πολιτικών και συνεχούς σύγκλισης των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ.

Όταν κρίνεται σκόπιμο, οι εκθέσεις αυτές συνοδεύονται από πρόταση για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού.

2.   Η έκθεση της παραγράφου 1 διαβιβάζεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Άρθρο 17

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 16 Νοεμβρίου 2011.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. BUZEK

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

W. SZCZUKA


(1)  ΕΕ C 150 της 20.5.2011, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 218 της 23.7.2011, σ. 53.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2011.

(4)  ΕΕ C 73 της 25.3.2006, σ. 21.

(5)  Βλέπε σελ. 8 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(6)  Βλέπε σελίδα 12 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.


23.11.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/33


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1177/2011 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 8ης Νοεμβρίου 2011

που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 126 παράγραφος 14 δεύτερο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο συντονισμός των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών εντός της Ένωσης, όπως προβλέπεται από τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), θα πρέπει να ενέχει την τήρηση των κατευθυντήριων αρχών της σταθερότητας των τιμών, των υγιών δημοσίων οικονομικών, των υγιών νομισματικών συνθηκών και του διατηρήσιμου ισοζυγίου πληρωμών.

(2)

Το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης αποτελείτο αρχικά από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (3), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (4), και το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 1997 για το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (5). Οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 1466/97 και (ΕΚ) αριθ. 1467/97 τροποποιήθηκαν το 2005 με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1055/2005 (6) και (ΕΚ) αριθ. 1056/2005 (7) αντίστοιχα. Επιπλέον, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 20 Μαρτίου 2005 έκθεση για τη «βελτίωση της εφαρμογής του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης» (8).

(3)

Το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης βασίζεται στον στόχο για υγιή και βιώσιμα δημόσια οικονομικά ως μέσο για τη δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών σταθερότητας των τιμών και για ισχυρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη που στηρίζεται σε χρηματοπιστωτική σταθερότητα, υποστηρίζοντας με τον τρόπο αυτόν την επίτευξη των ενωσιακών στόχων για βιώσιμη ανάπτυξη και απασχόληση.

(4)

Η πείρα που αποκτήθηκε και τα λάθη που έγιναν στην πρώτη δεκαετία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης καταδεικνύουν την ανάγκη να βελτιωθεί η οικονομική διακυβέρνηση στην Ένωση, που πρέπει να βασίζεται σε έναν αποφασιστικότερο εθνικό ενστερνισμό των κανόνων και πολιτικών που έχουν συμφωνηθεί από κοινού και σε ένα στιβαρότερο πλαίσιο σε επίπεδο Ένωσης για την εποπτεία των εθνικών οικονομικών πολιτικών.

(5)

Το κοινό πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης χρειάζεται να αναβαθμισθεί, ιδίως να βελτιωθεί η δημοσιονομική εποπτεία, ώστε να αντιστοιχεί στον υψηλό βαθμό ενοποίησης μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα στη ζώνη του ευρώ.

(6)

Το βελτιωμένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να βασίζεται σε πολλές αλληλένδετες και συνεκτικές πολιτικές βιώσιμης ανάπτυξης και απασχόλησης, και οι οποίες βασίζονται ειδικότερα σε μια ενωσιακή στρατηγική ανάπτυξης και απασχόλησης, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη και την ενίσχυση της ενιαίας αγοράς, την προώθηση των διεθνών εμπορικών σχέσεων και της ανταγωνιστικότητας, σε ένα Ευρωπαϊκό Εξάμηνο ενισχυμένης συνεργασίας των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών, σε ένα ουσιαστικό πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης), σε ένα εύρωστο πλαίσιο για την πρόληψη και τη διόρθωση των μακροοικονομικών ανισορροπιών, στις ελάχιστες απαιτήσεις για τα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια και στην ενισχυμένη ρύθμιση και εποπτεία της χρηματοπιστωτικής αγοράς, συμπεριλαμβανομένης της προληπτικής εποπτείας σε μακροοικονομικό επίπεδο εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικών Κινδύνων.

(7)

Η επίτευξη και διατήρηση μιας δυναμικής εσωτερικής αγοράς θα πρέπει να θεωρείται στοιχείο κατάλληλης και εύρυθμης λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης

(8)

Το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης και το ολοκληρωμένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να συμπληρώνουν και να στηρίζουν μια ενωσιακή στρατηγική ανάπτυξης και απασχόλησης. Οι διασυνδέσεις των διαφόρων πτυχών δεν θα πρέπει να προβλέπουν εξαιρέσεις στις διατάξεις του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(9)

Η ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης θα πρέπει να περιλαμβάνει στενότερη και πιο έγκαιρη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων. Μολονότι αναγνωρίζεται ότι αντισυμβαλλόμενοι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο πλαίσιο του διαλόγου αυτού είναι τα οικεία ενωσιακά θεσμικά όργανα και οι εκπρόσωποί τους, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να παράσχει τη δυνατότητα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προς το οποίο το Συμβούλιο έχει απευθύνει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ, σύσταση σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 7 της ΣΛΕΕ, προειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ, ή απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ να συμμετάσχει σε ανταλλαγή απόψεων. Η συμμετοχή του κράτους μέλους στην ανταλλαγή απόψεων είναι σε εθελοντική βάση.

(10)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διαδραματίζει ισχυρότερο ρόλο στο πλαίσιο της διαδικασίας ενισχυμένης εποπτείας, όσον αφορά τις αξιολογήσεις που αφορούν κάθε κράτος μέλος ξεχωριστά, την παρακολούθηση, τις επιτόπιες αποστολές, τις συστάσεις και τις προειδοποιήσεις.

(11)

Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες και την οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση των ενδιαφερόμενων κρατών μελών.

(12)

Οι κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας θα πρέπει να ενισχυθούν, ιδιαίτερα προσδίδοντας μεγαλύτερη σημασία στο επίπεδο και την εξέλιξη του χρέους και στη συνολική διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Πρέπει επίσης να ενισχυθούν οι μηχανισμοί που αποβλέπουν στη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τους εν λόγω κανόνες και την επιβολή των κανόνων αυτών.

(13)

Η εφαρμογή της ισχύουσας διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, που βασίζεται τόσο στο κριτήριο του ελλείμματος όσο και στο κριτήριο του χρέους, προϋποθέτει ένα ενδεικτικό ποσοστό που θα λαμβάνει υπόψη τον επιχειρηματικό κύκλο, με βάση το οποίο αξιολογείται κατά πόσον ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) μειώνεται επαρκώς και πλησιάζει την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικό ρυθμό.

Θα πρέπει να καθιερωθεί μεταβατική περίοδος που θα επιτρέψει στα κράτη μέλη τα οποία υπόκεινται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος κατά την ημερομηνία έγκρισης του παρόντος κανονισμού, να προσαρμόσουν τις πολιτικές τους στο ενδεικτικό ποσοστό για τη μείωση του χρέους. Τούτο θα πρέπει να εφαρμόζεται και στα κράτη μέλη που έχουν ενταχθεί σε πρόγραμμα προσαρμογής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

(14)

Η μη συμμόρφωση με το ενδεικτικό ποσοστό για τη μείωση του χρέους δεν θα πρέπει να αρκεί για τη διαπίστωση υπερβολικού ελλείμματος, κατά την οποία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όλο το φάσμα των κρίσιμων παραγόντων που αναφέρει η Επιτροπή στην έκθεσή της βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα η εκτίμηση του αποτελέσματος του κύκλου και της σύνθεσης της προσαρμογής αποθεμάτων-ροών στην εξέλιξη του χρέους ενδέχεται να αρκεί ώστε να αποφευχθεί η διαπίστωση υπερβολικού ελλείμματος με βάση το κριτήριο του χρέους.

(15)

Κατά τη διαπίστωση της ύπαρξης υπερβολικού ελλείμματος με βάση το κριτήριο του ελλείμματος και στα στάδια που οδηγούν σε αυτήν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όλο το φάσμα των κρίσιμων παραγόντων που αναφέρονται στην έκθεση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, εάν ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ δεν υπερβαίνει την τιμή αναφοράς.

(16)

Όταν λαμβάνονται υπόψη οι μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων μεταξύ των κρίσιμων παραγόντων, θα πρέπει να εξετάζεται κυρίως κατά πόσον οι μεταρρυθμίσεις αυτές ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος στο σύνολό του, χωρίς να αυξάνουν τους κινδύνους για τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική κατάσταση.

(17)

Στην έκθεση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ θα πρέπει να εξετάζεται δεόντως η ποιότητα του εθνικού δημοσιονομικού πλαισίου, δεδομένου ότι διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη δημοσιονομική εξυγίανση και τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Η εξέταση θα πρέπει να αφορά, μεταξύ άλλων, τις ελάχιστες απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία 2011/85/ΕΕ του Συμβουλίου, της 8ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών (9), καθώς και άλλες επιθυμητές απαιτήσεις που έχουν συμφωνηθεί όσον αφορά τη δημοσιονομική πειθαρχία.

(18)

Προκειμένου να διευκολυνθεί ο έλεγχος της συμμόρφωσης με τις συστάσεις και τις ειδοποιήσεις του Συμβουλίου για διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, αυτές θα πρέπει να θέτουν ετήσιους δημοσιονομικούς στόχους ανάλογους με την απαιτούμενη βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού αποτελέσματος, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και τα προσωρινά μέτρα. Εν προκειμένω, το ετήσιο ενδεικτικό ποσοστό που συνίσταται στο 0,5 % του ΑΕΠ θα πρέπει να νοείται ως μέση ετήσια βάση.

(19)

Για να αξιολογείται καλύτερα η αποτελεσματικότητα της δράσης θα είναι χρήσιμο να λαμβάνεται υπόψη ως σημείο αναφοράς η επίτευξη των γενικών στόχων δαπανών του ευρύτερου δημοσίου τομέα, σε συνδυασμό με την εφαρμογή των ειδικών μέτρων που προβλέπονται στο σκέλος των εσόδων.

(20)

Κατά την αξιολόγηση της σκοπιμότητας παράτασης της προθεσμίας για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος θα πρέπει να λαμβάνεται ειδικότερα υπόψη η ύπαρξη σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή στην Ένωση συνολικώς, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο δεν θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα.

(21)

Είναι σκόπιμο να ενισχυθεί η εφαρμογή των οικονομικών κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ, ώστε να αποτελούν πραγματικό κίνητρο συμμόρφωσης με τις ειδοποιήσεις βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ.

(22)

Για να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ με το πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης, θα πρέπει να θεσπισθούν κυρώσεις βασιζόμενες σε κανόνες δυνάμει του άρθρου 136 της ΣΛΕΕ, που να εξασφαλίζουν δίκαιους, ταχείς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς συμμόρφωσης με τους κανόνες του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

(23)

Τα πρόστιμα που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό αποτελούν «άλλα έσοδα», όπως αναφέρονται στο άρθρο 311 της ΣΛΕΕ και θα πρέπει να καταλογίζονται σε μηχανισμούς σταθερότητας για την παροχή χρηματοοικονομικής βοήθειας, οι οποίοι δημιουργούνται από τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, προκειμένου να διαφυλάξουν τη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ συνολικώς.

(24)

Στις παραπομπές που περιλαμβάνει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/97 θα πρέπει να ληφθούν υπόψη η νέα αρίθμηση των άρθρων της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αντικατάσταση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3605/93 του Συμβουλίου (10) από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 479/2009 του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2009, για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (11).

(25)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/97 θα πρέπει επομένως να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/97 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει διατάξεις για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της διαδικασίας υπερβολικού αιτήματος. Η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος έχει ως σκοπό την αποφυγή υπερβολικών δημοσίων ελλειμμάτων και, όταν προκύπτουν παρόμοια ελλείμματα, την ταχεία διόρθωσή τους, κατά την οποία η τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας εξετάζεται με βάση τα κριτήρια του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως “συμμετέχοντα κράτη μέλη” νοούνται εκείνα των οποίων το νόμισμα είναι το ευρώ.».

2)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

Στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η υπέρβαση της τιμής αναφοράς για το δημοσιονομικό έλλειμμα θεωρείται έκτακτη, κατά την έννοια του άρθρου 126 παράγραφος 2 στοιχείο α) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) εάν οφείλεται σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του συγκεκριμένου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική του κατάσταση ή εάν οφείλεται σε σοβαρή οικονομική ύφεση.».

β)

Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ), εφόσον υπερβαίνει την τιμή αναφοράς, θεωρείται ότι μειώνεται επαρκώς και πλησιάζει την τιμή αναφοράς με ικανοποιητικό ρυθμό κατά την έννοια του άρθρου 126 παράγραφος 2 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, εάν η διαφορά σε σχέση με την τιμή αναφοράς μειώθηκε κατά την προηγούμενη τριετία σε μέσο ποσοστό ενός εικοστού κατ’ έτος που αποτελεί ενδεικτικό ποσοστό με βάση τις μεταβολές της προηγούμενης τριετίας για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Η απαίτηση βάσει του κριτηρίου του χρέους θεωρείται επίσης ότι πληρούται, εάν οι δημοσιονομικές προβλέψεις της Επιτροπής δείχνουν ότι η απαιτούμενη μείωση της διαφοράς θα σημειωθεί στη διάρκεια της τριετίας, η οποία περιλαμβάνει τη διετία που ακολουθεί μετά το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία. Για ένα κράτος μέλος το οποίο τελεί υπό διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος στις 8 Νοεμβρίου 2011 και για διάστημα τριών ετών από τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, η απαίτηση βάσει του κριτηρίου του χρέους θεωρείται ότι πληρούται εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σημειώνει επαρκή πρόοδο όσον αφορά την επίτευξη συμμόρφωσης, όπως αξιολογείται στη γνωμοδότηση του Συμβουλίου σχετικά με το πρόγραμμα σταθερότητας ή σύγκλισής του.

Κατά την εφαρμογή του ενδεικτικού ποσοστού προσαρμογής του λόγου χρέους πρέπει να προσεχθεί η επιρροή του κύκλου στον ρυθμό μείωσης του χρέους.».

γ)

Οι παράγραφοι 3 έως 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η Επιτροπή, όταν καταρτίζει την έκθεσή της σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, λαμβάνει υπόψη όλους τους κρίσιμους παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, στο μέτρο που επηρεάζουν σημαντικά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους με τα κριτήρια του ελλείμματος και του χρέους. Η έκθεση απεικονίζει κατάλληλα:

α)

την εξέλιξη της μεσοπρόθεσμης οικονομικής κατάστασης, ιδίως τη δυνητική ανάπτυξη, όπου περιλαμβάνονται οι διάφορες εισφορές που προέρχονται από την εργασία, τη συσσώρευση κεφαλαίου και τον δείκτη παραγωγικότητας του συνόλου των συντελεστών παραγωγής, τις κυκλικές εξελίξεις, και την καθαρή αποταμιευτική θέση του ιδιωτικού τομέα·

β)

την εξέλιξη των μεσοπρόθεσμων οικονομιών καταστάσεων, ειδικότερα τις επιδόσεις όσον αφορά την προσαρμογή στον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο, το επίπεδο του πρωτογενούς ισοζυγίου και των εξελίξεων στις πρωτογενείς δαπάνες, τόσο τις τρέχουσες όσο και κεφαλαιακές, την εφαρμογή πολιτικών στο πλαίσιο της πρόληψης και διόρθωσης των υπερβολικών μακροοικονομικών ανισορροπιών, την εφαρμογή πολιτικών στο πλαίσιο της κοινής αναπτυξιακής στρατηγικής για την Ένωση και τη συνολική ποιότητα των δημόσιων οικονομικών, ιδίως την αποτελεσματικότητα των εθνικών δημοσιονομικών πλαισίων·

γ)

την εξέλιξη της μεσοπρόθεσμης κατάστασης του δημόσιου χρέους, τη δυναμική και τη διατηρησιμότητά του και ειδικότερα τους παράγοντες κινδύνου, μεταξύ των οποίων η χρονολογική διάρθρωση λήξης του χρέους και το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται αυτό, την προσαρμογή αποθεμάτων-ροών και τη σύνθεσή της, τα συσσωρευμένα αποθεματικά και άλλα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία· τις εγγυήσεις, ιδίως τις συνδεόμενες με τον χρηματοπιστωτικό κλάδο· και τις τυχόν έμμεσες υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη δημογραφική γήρανση· και το ιδιωτικό χρέος, στον βαθμό που δύναται να αντιπροσωπεύει έμμεσες ενδεχόμενες υποχρεώσεις για τον δημόσιο τομέα.

Η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως και ρητώς υπόψη οποιονδήποτε άλλο παράγοντα ο οποίος, κατά τη γνώμη του οικείου κράτους μέλους, συμβάλλει στην ολοκληρωμένη ποιοτική αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια του ελλείμματος και του χρέους και τον οποίον το κράτος μέλος έχει προτείνει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. Εν προκειμένω, δίνεται ιδιαίτερη σημασία στις δημοσιονομικές προσπάθειες για την προαγωγή της διεθνούς αλληλεγγύης και την επίτευξη των στόχων της ενωσιακής πολιτικής, στο χρέος που απορρέει από διμερή και πολυμερή στήριξη μεταξύ κρατών μελών στο πλαίσιο της διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, και στο χρέος που συνδέεται με ενέργειες χρηματοπιστωτικής σταθεροποίησης κατά τη διάρκεια σοβαρών χρηματοπιστωτικών αναστατώσεων.

4.   Το Συμβούλιο και η Επιτροπή προβαίνουν σε ισόρροπη συνολική αξιολόγηση όλων των κρίσιμων παραγόντων και, ειδικότερα, του βαθμού στον οποίον επηρεάζουν, ως επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις, την εκτίμηση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια του ελλείμματος και/ή του χρέους. Κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με βάση το κριτήριο του ελλείμματος, εάν ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ υπερβαίνει την τιμή αναφοράς, οι παράγοντες αυτοί λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο πριν από τη λήψη της απόφασης για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος που προβλέπεται στο άρθρο 126 παράγραφοι 4, 5 και 6 της ΣΛΕΕ, μόνον εάν πληρούνται απολύτως και οι δύο προϋποθέσεις της θεμελιώδους αρχής —ότι, για να ληφθούν υπόψη οι κρίσιμοι παράγοντες, το έλλειμμα του ευρύτερου δημόσιου τομέα παραμένει πλησίον της τιμής αναφοράς και ότι η υπέρβαση της τιμής αυτής είναι προσωρινή.

Ωστόσο οι παράγοντες αυτοί λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο πριν από τη λήψη της απόφασης για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος προκειμένου να εκτιμηθεί η συμμόρφωση με βάση το κριτήριο του χρέους.

5.   Όταν το Συμβούλιο και η Επιτροπή αξιολογούν τη συμμόρφωση με το κριτήριο του ελλείμματος και του χρέους και κατά τα μετέπειτα στάδια της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, λαμβάνουν δεόντως υπόψη την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων του συνταξιοδοτικού συστήματος που εισάγουν σύστημα πολλαπλών πυλώνων το οποίο περιλαμβάνει έναν υποχρεωτικό, πλήρως χρηματοδοτούμενο πυλώνα καθώς και το καθαρό κόστος του υπό δημόσια διαχείριση πυλώνα. Εξετάζονται ειδικότερα τα χαρακτηριστικά του συνολικού συνταξιοδοτικού συστήματος ως διαμορφώνεται από τη μεταρρύθμιση, δηλαδή το κατά πόσον προάγεται η μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα χωρίς να αυξάνονται οι κίνδυνοι για τη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική κατάσταση.

6.   Αν το Συμβούλιο, ενεργώντας βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ, αποφασίζει ότι υπάρχει υπερβολικό έλλειμμα σε κράτος μέλος, το Συμβούλιο και η Επιτροπή λαμβάνουν υπόψη, στα επόμενα στάδια της διαδικασίας του άρθρου 126 της ΣΛΕΕ τους σχετικούς παράγοντες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, καθώς επηρεάζουν την κατάσταση του οικείου κράτους μέλους, μεταξύ άλλων όπως ορίζεται και στο άρθρο 3 παράγραφος 5 και στο άρθρο 5 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, ιδίως για τον καθορισμό προθεσμίας για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος και ενδεχομένως την παράτασή της. Ωστόσο, οι σχετικοί αυτοί παράγοντες δεν λαμβάνονται υπόψη για την απόφαση του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 12 της ΣΛΕΕ σχετικά με την κατάργηση ορισμένων ή όλων των αποφάσεών του δυνάμει των παραγράφων 6 έως 9 και 11 του άρθρου 126 της ΣΛΕΕ.

7.   Όσον αφορά τα κράτη μέλη στα οποία η υπέρβαση της τιμής αναφοράς για το έλλειμμα αντικατοπτρίζει την εφαρμογή μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος που εισάγει σύστημα πολλαπλών πυλώνων το οποίο περιλαμβάνει έναν υποχρεωτικό, πλήρως χρηματοδοτούμενο πυλώνα, το Συμβούλιο και η Επιτροπή λαμβάνουν υπόψη και το κόστος της μεταρρύθμισης, όταν αξιολογούν τις εξελίξεις των στοιχείων του ελλείμματος κατά τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, εφόσον το έλλειμμα δεν υπερβαίνει κατά πολύ ένα ορισμένο επίπεδο που μπορεί να θεωρηθεί πλησίον της τιμής αναφοράς, και ο λόγος του χρέους δεν υπερβαίνει την τιμή αναφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται γενικά η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Το καθαρό κόστος λαμβάνεται υπόψη και για την απόφαση του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 12 της ΣΛΕΕ σχετικά με την κατάργηση ορισμένων ή όλων των αποφάσεών του που αναφέρονται στις παραγράφους 6 έως 9 και 11 του άρθρου 126 της ΣΛΕΕ, εάν το έλλειμμα έχει μειωθεί ουσιαστικά και διαρκώς και έχει φθάσει σε ένα ορισμένο επίπεδο που προσεγγίζει την τιμή αναφοράς.».

3)

Προστίθεται το ακόλουθο τμήμα:

«ΤΜΗΜΑ 1Α

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Άρθρο 2α

1.   Προκειμένου να ενισχυθεί ο διάλογος μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ειδικότερα δε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, και προκειμένου να διασφαλισθεί μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να καλέσει τον πρόεδρο του Συμβουλίου, της Επιτροπής και, ανάλογα με την περίπτωση, τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή τον πρόεδρο της Ευρωομάδας να εμφανιστούν ενώπιον της επιτροπής για να συζητήσουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 6 της ΣΛΕΕ, τις συστάσεις του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της ΣΛΕΕ, τις προειδοποιήσεις δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ ή τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ.

Το Συμβούλιο αναμένεται, κατά κανόνα, να ακολουθήσει τις συστάσεις και τις προτάσεις της Επιτροπής ή να εξηγήσει δημόσια τη γνώμη του.

Η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να παράσχει τη δυνατότητα στα ενδιαφερόμενα από τέτοιες αποφάσεις, συστάσεις ή προειδοποιήσεις κράτη μέλη να συμμετάσχουν σε ανταλλαγή απόψεων.

2.   Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ενημερώνουν τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.».

4)

Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η Επιτροπή, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 1, και εφόσον κρίνει ότι υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα, απευθύνει στο Συμβούλιο γνώμη και πρόταση, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφοι 5 και 6 της ΣΛΕΕ και ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.».

β)

Στην παράγραφο 3, η παραπομπή στο «άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3605/93» αντικαθίσταται από παραπομπή στο «άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2009».

γ)

Οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Στις συστάσεις που απευθύνει δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο θέτει μέγιστη προθεσμία έξι μηνών, προκειμένου το συγκεκριμένο κράτος μέλος να λάβει αποτελεσματικά μέτρα. Όταν αυτό δικαιολογείται από τη σοβαρότητα της κατάστασης, η προθεσμία για ανάληψη αποτελεσματικής δράσης μπορεί να φθάσει τους τρεις μήνες. Το Συμβούλιο, με τη σύστασή του, θέτει επίσης προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, η οποία θα πρέπει να λήγει εντός του έτους που ακολουθεί εκείνο κατά το οποίο διαπιστώθηκε το υπερβολικό έλλειμμα, εκτός εάν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις. Στη σύστασή του το Συμβούλιο καλεί το κράτος μέλος να επιτύχει ετήσιους δημοσιονομικούς στόχους οι οποίοι, με βάση τις προβλέψεις στις οποίες βασίζεται η σύσταση, συνεπάγονται ελάχιστη ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού αποτελέσματός του κατά τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ, ως ενδεικτικό ποσοστό, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και προσωρινά μέτρα, ώστε να διασφαλισθεί η διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη σύσταση.

4α.   Εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 4, το συγκεκριμένο κράτος μέλος υποβάλλει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τα μέτρα που έλαβε ανταποκρινόμενο στη σύσταση του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 7 της ΣΛΕΕ. Στην έκθεση αναφέρονται οι στόχοι για τις δημόσιες δαπάνες και τα έσοδα και τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος τόσο των δαπανών όσο και των εσόδων, σύμφωνα με τη σύσταση του Συμβουλίου, και παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί και το είδος των μέτρων που σχεδιάζονται για την επίτευξη των στόχων. Η έκθεση αυτή δημοσιοποιείται από το κράτος μέλος.

5.   Εάν έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα σύμφωνα με τη σύσταση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της ΣΛΕΕ και μετά την έκδοση της σύστασης αυτής προκύψουν απρόβλεπτα αντίξοα οικονομικά συμβάντα με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει, με σύσταση της Επιτροπής, να εκδώσει αναθεωρημένη σύσταση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της ΣΛΕΕ. Με την αναθεωρημένη σύσταση, λαμβανομένων υπόψη των κρίσιμων παραγόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, δύναται ιδίως να παραταθεί η προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος κατά ένα έτος κατά κανόνα. Το Συμβούλιο εκτιμά κατά πόσον έχουν προκύψει απρόβλεπτα αντίξοα οικονομικά συμβάντα με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά σε σχέση με τις οικονομικές προβλέψεις που περιλαμβάνονται στη σύστασή του. Σε περίπτωση σοβαρής ύφεσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή στην ΕΕ συνολικώς, το Συμβούλιο μπορεί επίσης να αποφασίσει, κατόπιν συστάσεως της Επιτροπής, να εκδώσει αναθεωρημένη σύσταση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της ΣΛΕΕ, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο δεν θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα.».

5)

Στο άρθρο 4 οι παράγραφοι 1 και 2 τροποποιούνται ως εξής:

«1.   Κάθε απόφαση του Συμβουλίου, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 8 της ΣΛΕΕ, να δημοσιοποιήσει τις συστάσεις του, όταν διαπιστωθεί ότι δεν έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα, λαμβάνεται αμέσως μετά την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 3 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού.

2.   Το Συμβούλιο, προκειμένου να εκτιμήσει εάν έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα κατ’ εφαρμογή των συστάσεων δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 7 της ΣΛΕΕ, βασίζεται στην έκθεση που υποβάλλει το συγκεκριμένο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4α του παρόντος κανονισμού και την εφαρμογή της καθώς και στις αποφάσεις που έχει εξαγγείλει δημοσίως η κυβέρνηση του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

Όταν το Συμβούλιο διαπιστώνει, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 8 της ΣΛΕΕ, ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα, υποβάλλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.».

6)

Το άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2 τροποποιείται ως εξής:

«1.   Η απόφαση με την οποία το Συμβούλιο ειδοποιεί το συγκεκριμένο συμμετέχον κράτος μέλος να λάβει μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ λαμβάνεται εντός δύο μηνών από την απόφαση με την οποία το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι δεν έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 8 της ΣΛΕΕ. Στην ειδοποίηση, το Συμβούλιο καλεί το κράτος μέλος να επιτύχει ετήσιους δημοσιονομικούς στόχους οι οποίοι, με βάση τις προβλέψεις στις οποίες βασίζεται η ειδοποίηση, συνεπάγονται ελάχιστη ετήσια βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού αποτελέσματός του κατά τουλάχιστον 0,5 % του ΑΕΠ, ως ενδεικτικό ποσοστό, χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα και προσωρινά μέτρα, ώστε να διασφαλισθεί η διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην ειδοποίηση. Το Συμβούλιο υποδεικνύει επίσης τα μέτρα που θα συνέβαλλαν στην επίτευξη των στόχων αυτών.

1α.   Μετά την ειδοποίηση στην οποία προβαίνει το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ, το συγκεκριμένο κράτος μέλος υποβάλλει στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τα μέτρα που έλαβε ανταποκρινόμενο στην ειδοποίηση του Συμβουλίου. Στην έκθεση αναφέρονται οι στόχοι για τις δημόσιες δαπάνες και τα έσοδα και για τα μέτρα διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος τόσο των δαπανών όσο και των εσόδων, και παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τις ειδικές συστάσεις του Συμβουλίου, ώστε να είναι το τελευταίο σε θέση να λάβει, εν ανάγκη, απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού. Η έκθεση δημοσιοποιείται από το κράτος μέλος.

2.   Εάν έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα σε συμμόρφωση με την ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ και μετά την έκδοση της ειδοποίησης αυτής προκύψουν απρόβλεπτα αντίξοα οικονομικά συμβάντα με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει, με σύσταση της Επιτροπής, να εκδώσει αναθεωρημένη ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ. Με την αναθεωρημένη ειδοποίηση, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών παραγόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, δύναται ιδίως να παραταθεί η προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος κατά ένα έτος κατά κανόνα. Το Συμβούλιο αξιολογεί την ύπαρξη απρόβλεπτων αντίξοων οικονομικών συμβάντων με μείζονες αρνητικές επιπτώσεις για τα δημόσια οικονομικά σε σχέση με τις οικονομικές προβλέψεις που περιλαμβάνονται στην ειδοποίησή του. Σε περίπτωση σοβαρής ύφεσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή στην Ένωση συνολικώς, το Συμβούλιο μπορεί επίσης να αποφασίσει, με σύσταση της Επιτροπής, να εκδώσει αναθεωρημένη ειδοποίηση δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ, με την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο δεν θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεσοπρόθεσμα.».

7)

Τα άρθρα 6 έως 8 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 6

1.   Το Συμβούλιο, προκειμένου να αξιολογήσει εάν έχουν ληφθεί αποτελεσματικά μέτρα κατ’ εφαρμογή της ειδοποίησής του βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ, βασίζεται στην έκθεση που υποβάλλει το εκάστοτε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1α του παρόντος κανονισμού και την εφαρμογή της καθώς και στις αποφάσεις που έχει εξαγγείλει δημοσίως η κυβέρνηση του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Λαμβάνονται υπόψη τα συμπεράσματα της αποστολής εποπτείας στην οποία προβαίνει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 10α του παρόντος κανονισμού.

2.   Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο αποφασίζει την επιβολή κυρώσεων σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο. Κάθε τέτοια απόφαση λαμβάνεται το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από την απόφαση με την οποία το Συμβούλιο ειδοποιεί το συγκεκριμένο συμμετέχον κράτος μέλος να λάβει μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ.

Άρθρο 7

Εάν ένα συμμετέχον κράτος μέλος δεν ενεργήσει σύμφωνα με τις διαδοχικές πράξεις του Συμβουλίου βάσει του άρθρου 126 παράγραφοι 7 και 9 της ΣΛΕΕ, η απόφαση του Συμβουλίου να επιβάλει κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ, λαμβάνεται κατά κανόνα εντός προθεσμίας δεκαέξι μηνών από τις ημερομηνίες υποβολής εκθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2009. Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 3 παράγραφος 5 ή του άρθρου 5 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, η προθεσμία των δεκαέξι μηνών τροποποιείται αντίστοιχα. Σε περίπτωση εσκεμμένου ελλείμματος που κρίνεται υπερβολικό από το Συμβούλιο, εφαρμόζεται ταχεία διαδικασία.

Άρθρο 8

Η απόφαση με την οποία το Συμβούλιο επιτείνει τις κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ, λαμβάνεται το αργότερο εντός διμήνου από τις ημερομηνίες γνωστοποίησης που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 479/2009. Η απόφαση με την οποία το Συμβούλιο καταργεί μερικές ή και όλες τις αποφάσεις του σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 12 της ΣΛΕΕ λαμβάνεται το συντομότερο και οπωσδήποτε εντός διμήνου από τις ημερομηνίες γνωστοποίησης που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 479/2009.».

8)

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 9, η παραπομπή στο «άρθρο 6» αντικαθίσταται από παραπομπή στο «άρθρο 6 παράγραφος 2».

9)

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρακολουθούν τακτικά την εκτέλεση των μέτρων τα οποία λαμβάνει:»·

β)

στην παράγραφο 3, η παραπομπή στον «κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3605/93» αντικαθίσταται από παραπομπή στον «κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 479/2009».

10)

Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 10α

1.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει μόνιμο διάλογο με τις αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με τους στόχους του παρόντος κανονισμού. Προς τον σκοπό αυτό ειδικότερα, η Επιτροπή διενεργεί αποστολές προκειμένου να αξιολογήσει την τρέχουσα οικονομική κατάσταση στο κράτος μέλος και να εντοπίσει οιουσδήποτε κινδύνους ή δυσκολίες σε σχέση με τη συμμόρφωση προς τους στόχους του παρόντος κανονισμού.

2.   Ενισχυμένη εποπτεία μπορεί να αναληφθεί για κράτη μέλη στα οποία έχουν αποσταλεί συστάσεις και προειδοποιήσεις που εκδόθηκαν βάσει απόφασης δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 8 και αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ για τους σκοπούς της επιτόπου εποπτείας. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την προετοιμασία και την πραγματοποίηση της αποστολής.

3.   Σε περίπτωση που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει νόμισμα το ευρώ ή συμμετέχει στη συμφωνία, της 16ης Μαρτίου 2006, μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των εθνικών κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ για τη θέσπιση των λειτουργικών διαδικασιών του μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών κατά το τρίτο στάδιο της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (12) (ΜΣΙ ΙΙ), η Επιτροπή μπορεί να καλέσει ενδεχομένως εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να συμμετάσχουν στις αποστολές εποπτείας στο κράτος μέλος αυτό.

4.   Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο σχετικά με το αποτέλεσμα της αποστολής που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και, εφόσον ενδείκνυται, δημοσιοποιεί τα πορίσματά της.

5.   Κατά τη διοργάνωση των αποστολών εποπτείας που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή διαβιβάζει τα προσωρινά πορίσματά της στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη προκειμένου να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

11)

Το άρθρο 11 και το άρθρο 12 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 11

Εάν το Συμβούλιο αποφασίσει να επιβάλει κυρώσεις σε συμμετέχον κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ, απαιτεί κατά κανόνα την καταβολή προστίμου. Το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει τη συμπλήρωση αυτού του προστίμου με άλλα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ.

Άρθρο 12

1.   Το ύψος του προστίμου περιλαμβάνει μια σταθερή συνιστώσα ίση με το 0,2 % του ΑΕΠ και μια μεταβλητή συνιστώσα. Η μεταβλητή συνιστώσα ανέρχεται στο ένα δέκατο της απόλυτης τιμής της διαφοράς μεταξύ του εκφρασμένου σε ποσοστό του ΑΕΠ υπολοίπου του προηγούμενου έτους και είτε της τιμής αναφοράς για το δημόσιο υπόλοιπο είτε, εάν η μη τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας περιλαμβάνει το κριτήριο του χρέους, του υπολοίπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα ως ποσοστού επί του ΑΕΠ που θα έπρεπε να έχει επιτευχθεί κατά το ίδιο έτος σύμφωνα με την ειδοποίηση βάσει του άρθρου 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ.

2.   Κάθε χρόνο μετά από εκείνον κατά τον οποίο επεβλήθη το πρόστιμο, και μέχρις ότου καταργηθεί η απόφαση σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος, το Συμβούλιο εκτιμά κατά πόσον το συγκεκριμένο συμμετέχον κράτος μέλος έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα ανταποκρινόμενο στην ειδοποίηση του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 9 της ΣΛΕΕ. Κατά την ετήσια αυτή εκτίμηση, εάν το συγκεκριμένο συμμετέχον μέλος δεν έχει συμμορφωθεί προς την ειδοποίηση του Συμβουλίου, το Συμβούλιο αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 11 της ΣΛΕΕ, να επιτείνει τις κυρώσεις. Εάν αποφασισθεί από το Συμβούλιο να επιβληθεί συμπληρωματικό πρόστιμο, αυτό υπολογίζεται κατά τον ίδιο τρόπο με τη μεταβλητή συνιστώσα του προστίμου της παραγράφου 1.

3.   Κανένα από τα πρόστιμα για τα οποία γίνεται λόγος στις παραγράφους 1 και 2 δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο του 0,5 % του ΑΕΠ.».

12)

Το άρθρο 13 καταργείται και η παραπομπή του άρθρου 15 σε αυτό αντικαθίσταται από παραπομπή στο «άρθρο 12».

13)

Το άρθρο 16 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 16

Τα πρόστιμα που εισπράττονται σύμφωνα με το άρθρο 12 αποτελούν “άλλα έσοδα”, όπως αναφέρονται στο άρθρο 311 της ΣΛΕΕ, και διατίθενται στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας. Όταν δημιουργηθεί από τα συμμετέχοντα κράτη μέλη άλλος μηχανισμός σταθερότητας για την παροχή οικονομικής στήριξης προς διασφάλιση της σταθερότητας στο σύνολο της ζώνης του ευρώ, τα πρόστιμα διατίθενται σε αυτόν τον μηχανισμό.».

14)

Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 17α

1.   Μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου 2014 και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Η έκθεση αξιολογεί μεταξύ άλλων:

α)

την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού·

β)

την πρόοδο όσον αφορά τον στενότερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και τη βιώσιμη σύγκλιση των οικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ.

2.   Ενδεχομένως, η έκθεση της παραγράφου 1 θα συνοδεύεται από πρόταση τροποποιήσεων στον κανονισμό.

3.   Η έκθεση διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.».

15)

Σε όλο τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97, όλες οι παραπομπές στο «άρθρο 104 της συνθήκης» αντικαθίστανται από παραπομπές στο «άρθρο 126 της ΣΛΕΕ».

16)

Στο σημείο 2 του παραρτήματος, οι παραπομπές της στήλης I στο «άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3605/93 του Συμβουλίου» αντικαθίστανται από παραπομπές στο «άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 479/2009 του Συμβουλίου.».

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 8 Νοεμβρίου 2011.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. VINCENT-ROSTOWSKI


(1)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ C 150 της 20.5.2011, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(4)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 6.

(5)  ΕΕ C 236 της 2.8.1997, σ. 1.

(6)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1055/2005 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 1).

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1056/2005 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2005, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 5).

(8)  Βλέπε έγγρ. 7423/05 στον δικτυακό τόπο http://www.consilium.europa.eu/documents.aspx?lang=el

(9)  Βλέπε σελίδα 41 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3605/93 του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 1993, για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 332 της 31.12.1993, σ. 7).

(11)  ΕΕ L 145 της 10.6.2009, σ. 1.

(12)  ΕΕ C 73 της 25.3.2006, σ. 21.».


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΟΔΗΓΙΕΣ

23.11.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 306/41


ΟΔΗΓΊΑ 2011/85/ΕΕ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 8ης Νοεμβρίου 2011

σχετικά με τις απαιτήσεις για τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 126 παράγραφος 14 τρίτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Είναι αναγκαίο να αξιοποιηθεί η πείρα που εκτήθη κατά την πρώτη δεκαετία λειτουργίας της οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Οι πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις έχουν θέσει την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής σε ολόκληρη την Ένωση αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις και κατέδειξαν την ανάγκη ενίσχυσης της εθνικής αποδοχής και ενιαίων απαιτήσεων όσον αφορά τους κανόνες και τις διαδικασίες που διαμορφώνουν τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί τι πρέπει να πράττουν οι εθνικές αρχές για να συμμορφώνονται με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 12 σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΤΕΕ) και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και ιδίως με το άρθρο 3.

(2)

Οι κυβερνήσεις των κρατών μελών και οι υποτομείς τους διαθέτουν δημόσια λογιστικά συστήματα που περιλαμβάνουν στοιχεία όπως τήρηση λογιστικών βιβλίων, εσωτερικό έλεγχο, χρηματοοικονομική αναφορά και λογιστικό έλεγχο. Τα συστήματα αυτά θα πρέπει να διακρίνονται από τα στατιστικά δεδομένα που αφορούν τα αποτελέσματα των δημόσιων οικονομικών βάσει στατιστικών μεθοδολογιών, και από τις προγνώσεις ή την κατάρτιση του προϋπολογισμού, που αφορούν τα μελλοντικά δημόσια οικονομικά.

(3)

Πλήρεις και αξιόπιστες πρακτικές δημόσιας λογιστικής για όλους τους υποτομείς του δημοσίου είναι προϋπόθεση για την παραγωγή στατιστικών υψηλής ποιότητας, οι οποίες θα είναι συγκρίσιμες μεταξύ των κρατών μελών. Ο εσωτερικός έλεγχος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι ισχύοντες κανόνες εφαρμόζονται σε όλους τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης. Ο ανεξάρτητος λογιστικός έλεγχος που διεξάγεται από δημόσια θεσμικά όργανα όπως Ελεγκτικά Συνέδρια ή ιδιωτικοί ελεγκτικοί φορείς θα πρέπει να ενθαρρύνει τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές.

(4)

Η διαθεσιμότητα δημοσιονομικών δεδομένων έχει καίρια σημασία για την ορθή λειτουργία του πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας στην Ένωση. Η τακτική διάθεση αξιόπιστων δημοσιονομικών δεδομένων εγκαίρως αποτελεί το βασικό στοιχείο της κατάλληλης παρακολούθησης στον σωστό χρόνο, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, παρέχει τη δυνατότητα για άμεσες ενέργειες, σε περίπτωση μη αναμενόμενων δημοσιονομικών εξελίξεων. Στοιχείο καίριας σημασίας για τη διασφάλιση της ποιότητας των δημοσιονομικών δεδομένων είναι η διαφάνεια, η οποία πρέπει να συνεπάγεται τακτική δημοσίευση των δεδομένων αυτών.

(5)

Όσον αφορά τις στατιστικές, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές (3) θεσπίστηκε νομοθετικό πλαίσιο για την παραγωγή ευρωπαϊκών στατιστικών, με σκοπό τη διαμόρφωση, την εφαρμογή, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των πολιτικών της Ένωσης. Στον εν λόγω κανονισμό καθορίστηκαν επίσης οι αρχές που διέπουν την ανάπτυξη, παραγωγή και διάδοση των ευρωπαϊκών στατιστικών: επαγγελματική ανεξαρτησία, αμεροληψία, αντικειμενικότητα, αξιοπιστία, στατιστικό απόρρητο και σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας, με επακριβή ορισμό εκάστης από αυτές τις βασικές αρχές. Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 479/2009 του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2009, για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (4), ενισχύθηκαν οι εξουσίες της Επιτροπής όσον αφορά την επαλήθευση των στατιστικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.

(6)

Οι ορισμοί των όρων «δημόσιος και δημοσιονομικός», «έλλειμμα» και «επένδυση» προσδιορίζονται στο πρωτόκολλο αριθ. 12 σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, με παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Ολοκληρωμένων Οικονομικών Λογαριασμών (ΕΣΟΛ), το οποίο αντικαταστάθηκε από το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας, όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1996, περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας (5), (ΕΣΟΛ 95).

(7)

Η διαθεσιμότητα και ποιότητα των δεδομένων του ΕΣΟΛ 95 έχει καθοριστική σημασία για την ορθή λειτουργία του πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας της ΕΕ. Το ΕΣΟΛ 95 βασίζεται σε πληροφορίες που παρέχονται σε βάση δεδουλευμένων. Ωστόσο, τα δημοσιονομικά στατιστικά δεδομένα που υπολογίζονται σε βάση δεδουλευμένων βασίζονται στην προηγούμενη συλλογή ταμειακών δεδομένων ή στις ισοδύναμες τιμές τους. Αυτά μπορούν να επιτελέσουν σημαντικό ρόλο ώστε να βελτιωθεί εγκαίρως η δημοσιονομική παρακολούθηση, προκειμένου να αποφεύγεται ο καθυστερημένος εντοπισμός σημαντικών δημοσιονομικών σφαλμάτων. Η διαθεσιμότητα χρονολογικών σειρών με ταμειακά δεδομένα για τις δημοσιονομικές εξελίξεις μπορεί να αποκαλύψει χαρακτηριστικά που να δικαιολογούν στενότερη εποπτεία. Τα προς δημοσιοποίηση δημοσιονομικά δεδομένα σε ταμειακή βάση (ή οι ισοδύναμες τιμές από τα δημόσια λογιστικά συστήματα αν τα δημοσιονομικά δεδομένα σε ταμειακή βάση δεν είναι διαθέσιμα) θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον συνολικό ισοζύγιο, συνολικά έσοδα και συνολικές δαπάνες. Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, π.χ. αν υπάρχει μεγάλος αριθμός τοπικών κρατικών οργανισμών, η έγκαιρη δημοσίευση δεδομένων μπορεί να στηριχθεί σε κατάλληλες τεχνικές υπολογισμού βάσει δείγματος οργανισμών, ενώ σε μεταγενέστερη αναθεώρηση θα χρησιμοποιούνται πλήρη δεδομένα.

(8)

Οι μεροληπτικές και μη ρεαλιστικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις μπορούν να υπονομεύσουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα του δημοσιονομικού σχεδιασμού και, κατά συνέπεια, να εμποδίσουν την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ η διαφάνεια και η συζήτηση των μεθοδολογιών πρόγνωσης είναι δυνατόν να αυξήσουν σημαντικά την ποιότητα των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προγνώσεων για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό.

(9)

Αποφασιστική για την εξασφάλιση της χρησιμοποίησης ρεαλιστικών προγνώσεων κατά την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής είναι η διαφάνεια, η οποία θα πρέπει να συνεπάγεται τη δημοσιοποίηση όχι μόνο της επίσημης μακροοικονομικής και δημοσιονομικής πρόγνωσης που έχει προετοιμαστεί για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό, αλλά και των μεθοδολογιών, των παραδοχών και των συναφών παραμέτρων επί των οποίων βασίσθηκαν οι προγνώσεις αυτές.

(10)

Αναλύσεις ευαισθησίας και αντίστοιχες δημοσιονομικές προβλέψεις, που συμπληρώνουν το πιθανότερο μακροοικονομικό δημοσιονομικό σενάριο, επιτρέπουν να αναλυθεί το πώς θα εξελίσσονταν οι κυριότερες δημοσιονομικές μεταβλητές υπό διαφορετικές παραδοχές για τους συντελεστές ανάπτυξης και τα επιτόκια και, επομένως, μειώνουν σημαντικά το ενδεχόμενο να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική πειθαρχία από σφάλματα πρόγνωσης.

(11)

Οι προγνώσεις της Επιτροπής και οι πληροφορίες σχετικά με τα μοντέλα επί των οποίων βασίζονται μπορούν να αποτελέσουν για τα κράτη μέλη χρήσιμο σημείο αναφοράς για το πιθανότερο μακροοικονομικό δημοσιονομικό τους σενάριο, ενισχύοντας το κύρος των προγνώσεων που χρησιμοποιούν για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό. Ωστόσο, ο βαθμός στον οποίο τα κράτη μέλη μπορεί να αναμένεται να συγκρίνουν τις προγνώσεις που χρησιμοποιούν για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό με τις προγνώσεις της Επιτροπής ποικίλλει ανάλογα με το χρονοδιάγραμμα της κατάρτισης των προγνώσεων και τη συγκρισιμότητα των μεθοδολογιών πρόγνωσης και των παραδοχών. Οι προγνώσεις άλλων ανεξάρτητων φορέων μπορούν επίσης να προσφέρουν χρήσιμους δείκτες επιδόσεων.

(12)

Σημαντικές διαφορές μεταξύ του μακροοικονομικού δημοσιονομικού σεναρίου που επελέγη και των προγνώσεων της Επιτροπής θα πρέπει να περιγράφονται κατά τρόπο τεκμηριωμένο, ιδίως εάν το επίπεδο ή η εξέλιξη των μεταβλητών των εξωτερικών παραδοχών αποκλίνουν σημαντικά από τις τιμές που περιλαμβάνονται στις προγνώσεις της Επιτροπής.

(13)

Δεδομένης της αλληλεξάρτησης των προϋπολογισμών των κρατών μελών και του προϋπολογισμού της Ένωσης, η Επιτροπή, για να υποστηρίζει τα κράτη μέλη κατά την προετοιμασία των δημοσιονομικών τους προγνώσεων, θα πρέπει να παρέχει προγνώσεις για τις δαπάνες της ΕΕ με βάση το επίπεδο δαπανών που έχει προγραμματιστεί στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.

(14)

Για να διευκολυνθεί η παραγωγή των προγνώσεων που χρησιμοποιούνται για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό και να αποσαφηνίζονται οι διαφορές μεταξύ των προγνώσεων της Επιτροπής και των κρατών μελών, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει κάθε έτος να έχει τη δυνατότητα να συζητεί με την Επιτροπή τις παραδοχές επί των οποίων στηρίζεται η προετοιμασία των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προγνώσεων.

(15)

Η ποιότητα των επίσημων μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων ενισχύεται καθοριστικά από την τακτική, αμερόληπτη και περιεκτική αξιολόγηση βασισμένη σε αντικειμενικά κριτήρια. Η διεξοδική αξιολόγηση περιλαμβάνει ενδελεχή έλεγχο των οικονομικών παραδοχών, σύγκριση με τις προγνώσεις που έχουν καταρτίσει άλλοι οργανισμοί και αξιολόγηση των επιδόσεων προηγουμένων προγνώσεων.

(16)

Δεδομένου ότι τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών που βασίζονται σε κανόνες είναι αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας για την ενίσχυση της αποδοχής από κάθε κράτος μέλος των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ και για την προώθηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, οι αυστηροί ανά χώρα αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες, συνεπείς με τους δημοσιονομικούς στόχους στο επίπεδο της Ένωσης, θα πρέπει να αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του ενισχυμένου πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης. Οι αυστηροί αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες θα πρέπει να διαθέτουν σαφώς διατυπωμένο καθορισμό στόχων καθώς και μηχανισμούς αποτελεσματικής και έγκαιρης παρακολούθησης. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να βασίζονται σε αξιόπιστη και ανεξάρτητη ανάλυση από ανεξάρτητους φορείς ή φορείς με λειτουργική αυτονομία έναντι των δημοσιονομικών αρχών των κρατών μελών. Επιπλέον, η πείρα από τις πολιτικές έχει δείξει ότι, για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά οι αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες, η μη συμμόρφωση πρέπει να επισύρει συνέπειες, έστω κι αν αυτό συνίσταται στο να αποκτήσει απλώς κακή φήμη ένα κράτος.

(17)

Δυνάμει του πρωτοκόλλου αριθ. 15 για ορισμένες διατάξεις που αφορούν το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας που επισυνάπτεται στην ΣΕΕ και στην ΣΛΕΕ, οι τιμές αναφοράς που αναφέρονται στο πρωτόκολλο αριθ. 12 σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, το οποίο επισυνάπτεται στις συνθήκες αυτές, δεν δεσμεύουν άμεσα το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν εφαρμόζεται κατά συνέπεια στο Ηνωμένο Βασίλειο η υποχρέωση των κρατών μελών να διαθέτουν αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες που προωθούν αποτελεσματικά τη συμμόρφωση με τις ειδικές τιμές αναφοράς για το υπερβολικό έλλειμμα ούτε η σχετική υποχρέωση να είναι σύμφωνοι οι πολυετείς στόχοι των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών πλαισίων προς τους κανόνες αυτούς.

(18)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφεύγουν φιλοκυκλικές δημοσιονομικές πολιτικές, οι δε προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης θα πρέπει να είναι εντονότερες σε ευνοϊκές οικονομικές περιόδους. Η σαφής διατύπωση των αριθμητικών δημοσιονομικών κανόνων συντελεί στην επίτευξη αυτών των στόχων και θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στην ετήσιο νόμο περί προϋπολογισμού των κρατών μελών.

(19)

Ο εθνικός δημοσιονομικός σχεδιασμός μπορεί να είναι συνεπής τόσο με το προληπτικό όσο και με το διορθωτικό σκέλος του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης μόνον εφόσον υιοθετεί μια πολυετή προοπτική και επιδιώκει, ειδικότερα, την επίτευξη των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων. Τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια συντελούν κατ’ εξοχήν στο να διασφαλιστεί ότι τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών συνάδουν με τη νομοθεσία της Ένωσης. Στο πνεύμα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών (6) και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1467/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997, για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (7), τα προληπτικά και τα διορθωτικά μέρη του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν θα πρέπει να εξετάζονται μεμονωμένα.

(20)

Μολονότι η έγκριση του ετήσιου νόμου περί προϋπολογισμού αποτελεί το βασικό στάδιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού κατά το οποίο λαμβάνονται σημαντικές δημοσιονομικές αποφάσεις στα κράτη μέλη, τα περισσότερα δημοσιονομικά μέτρα έχουν δημοσιονομικές συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ τον ετήσιο δημοσιονομικό κύκλο. Ως εκ τούτου, η μονοετής προοπτική δεν αποτελεί επαρκή βάση για ορθές δημοσιονομικές πολιτικές. Προκειμένου να ενσωματωθεί η πολυετής δημοσιονομική προοπτική του πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης, η κατάρτιση του ετήσιου νόμου περί προϋπολογισμού θα πρέπει να βασίζεται σε πολυετή δημοσιονομικό σχεδιασμό, που να απορρέει από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο.

(21)

Αυτό το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, προβλέψεις για κάθε σημαντικό στοιχείο δαπανών και εσόδων για το δημοσιονομικό έτος και πέραν αυτού σε βάση αμετάβλητης πολιτικής. Κάθε κράτος μέλος πρέπει να είναι σε θέση να ορίζει καταλλήλως τις αμετάβλητες πολιτικές και ο ορισμός πρέπει να δημοσιοποιείται μαζί με τις συναφείς παραδοχές, μεθοδολογίες και σχετικές παραμέτρους.

(22)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει καμία νέα κυβέρνηση κράτους μέλους να επικαιροποιεί το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο ώστε αυτό να αντανακλά τις νέες της πολιτικές προτεραιότητες. Στην περίπτωση αυτή, η νέα κυβέρνηση επισημαίνει τις διαφορές με το προηγούμενο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο.

(23)

Οι διατάξεις του πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας, που προβλέπεται στη ΣΛΕΕ, και ιδίως το σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ισχύουν για το δημόσιο στο σύνολό του που περιλαμβάνει τους υποτομείς «κεντρική διοίκηση», «διοίκηση ομόσπονδων κρατιδίων», «τοπική αυτοδιοίκηση» και «οργανισμοί κοινωνικής ασφάλισης», όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96.

(24)

Σημαντικός αριθμός κρατών μελών έχουν προβεί σε αξιοσημείωτη δημοσιονομική αποκέντρωση, με μεταβίβαση δημοσιονομικών εξουσιών σε υποεθνικό επίπεδο. Ο ρόλος των εν λόγω υποεθνικών κυβερνήσεων στη διασφάλιση της τήρησης του συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης έχει ήδη αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό, θα πρέπει δε να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη δέουσα υπαγωγή όλων των υποτομέων του δημοσίου στο πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων και των διαδικασιών που προβλέπονται στα εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στα προαναφερθέντα κράτη μέλη.

(25)

Για να προωθήσουν αποτελεσματικά τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών, τα δημοσιονομικά πλαίσια θα πρέπει να καλύπτουν συνολικά τα δημόσια οικονομικά. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής οι συναλλαγές των οργανισμών και ταμείων του δημοσίου που δεν αποτελούν μέρος των τακτικών προϋπολογισμών σε επίπεδο υποτομέα και οι οποίες έχουν άμεσο ή μεσοπρόθεσμο αντίκτυπο στις δημοσιονομικές θέσεις των κρατών μελών. Ο συνδυασμένος αντίκτυπός τους στα ισοζύγια γενικής κυβέρνησης και στο χρέος πρέπει να παρουσιάζεται στο πλαίσιο των ετήσιων δημοσιονομικών διαδικασιών και των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών σχεδίων.

(26)

Ομοίως, η ύπαρξη ενδεχόμενων υποχρεώσεων χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Ειδικότερα, οι ενδεχόμενες υποχρεώσεις περιλαμβάνουν πιθανές δεσμεύσεις που εξαρτώνται από το αν θα συμβεί κάποιο αβέβαιο μελλοντικό γεγονός ή παρούσες δεσμεύσεις όπου η πληρωμή δεν είναι πιθανή ή το ποσό μιας πιθανής πληρωμής δεν μπορεί να αποτιμηθεί με αξιοπιστία. Περιλαμβάνουν λόγου χάρη σχετικές πληροφορίες για κρατικές εγγυήσεις, μη εξυπηρετούμενα δάνεια και υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λειτουργία των δημόσιων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων, όπου κρίνεται σκόπιμο, της πιθανότητας εκτέλεσής τους και της ενδεχόμενης ημερομηνίας πραγματοποίησης της δαπάνης των ενδεχόμενων υποχρεώσεων. Ευαισθησίες της αγοράς θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη.

(27)

Η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί τακτικά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Πρέπει να εντοπίζονται και να ανταλλάσσονται βέλτιστες πρακτικές σχετικά με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν τις διάφορες πτυχές των εθνικών δημοσιονομικών πλαισίων.

(28)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, συγκεκριμένα η ομοιόμορφη συμμόρφωση με τη δημοσιονομική πειθαρχία, όπως απαιτείται βάσει της ΣΛΕΕ, είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύναται, συνεπώς, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(29)

Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (8), τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να καταρτίζουν προς ιδία χρήση, και προς όφελος της Ένωσης, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία της παρούσας οδηγίας με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΘΕΜΑ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Η παρούσα οδηγία καθορίζει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τα αναγκαία χαρακτηριστικά των δημοσιονομικών πλαισίων των κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα κράτη μέλη θα συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη ΣΛΕΕ όσον αφορά την αποφυγή υπερβολικών κρατικών ελλειμμάτων.

Άρθρο 2

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ορισμοί των όρων «δημόσιος και δημοσιονομικός», «έλλειμμα» και «επένδυση» που παρατίθενται στο άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 12 σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ. Εν προκειμένω ισχύει επίσης ο ορισμός των υποτομέων του δημοσίου, ως εκτίθεται στο σημείο 2.70 του παραρτήματος Α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2223/96.

Επιπλέον ισχύει ο ακόλουθος ορισμός:

ως «δημοσιονομικό πλαίσιο» νοείται ένα σύνολο ρυθμίσεων, διαδικασιών, κανόνων και θεσμικών οργάνων που αποτελούν τη βάση για την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής του δημοσίου, και ιδίως:

α)

συστήματα δημοσιονομικής λογιστικής και στατιστικής αναφοράς·

β)

κανόνες και διαδικασίες που διέπουν την κατάρτιση προγνώσεων για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό·

γ)

αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες ανά χώρα, οι οποίοι συμβάλλουν ώστε η άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής των κρατών μελών να είναι συνεπής με τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους βάσει της ΣΛΕΕ που εκφράζονται ως συνοπτικός δείκτης δημοσιονομικών επιδόσεων, όπως είναι το δημοσιονομικό έλλειμμα, ο δημόσιος δανεισμός, το δημόσιο χρέος ή μια σημαντική συνιστώσα τους·

δ)

δημοσιονομικές διαδικασίες οι οποίες περιλαμβάνουν διαδικαστικούς κανόνες που ρυθμίζουν όλα τα στάδια της διαδικασίας του προϋπολογισμού·

ε)

μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια, ως ειδικό σύνολο εθνικών δημοσιονομικών διαδικασιών που επεκτείνουν τον ορίζοντα χάραξης της δημοσιονομικής πολιτικής πέραν του ετήσιου δημοσιονομικού κύκλου και συνεπάγονται επίσης τον καθορισμό πολιτικών προτεραιοτήτων και μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων·

στ)

ρυθμίσεις για την ανεξάρτητη παρακολούθηση και ανάλυση, ώστε να ενισχυθεί η διαφάνεια των στοιχείων της διαδικασίας του προϋπολογισμού·

ζ)

μηχανισμοί και κανόνες που ρυθμίζουν τις δημοσιονομικές σχέσεις μεταξύ των δημόσιων αρχών στους υποτομείς του δημοσίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ

Άρθρο 3

1.   Όσον αφορά τα εθνικά δημόσια λογιστικά συστήματα, τα κράτη μέλη διαθέτουν δημόσια λογιστικά συστήματα τα οποία καλύπτουν συνολικά και συστηματικά όλους τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης και περιέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την παραγωγή δεδομένων δεδουλευμένων προκειμένου να εκπονηθούν δεδομένα βάσει του ΕΣΟΛ 95. Τα εν λόγω δημόσια λογιστικά συστήματα υπόκεινται σε εσωτερικό έλεγχο και ανεξάρτητο λογιστικό έλεγχο.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την έγκαιρη και τακτική δημοσίευση δημοσιονομικών δεδομένων για όλους τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2223/96. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη δημοσιεύουν:

α)

δημοσιονομικά δεδομένα σε ταμειακή βάση (ή την ισοδύναμη τιμή από τα δημόσια λογιστικά συστήματα αν τα δημοσιονομικά δεδομένα σε ταμειακή βάση δεν είναι διαθέσιμα) με την εξής συχνότητα:

ανά μήνα για την κεντρική διοίκηση, τη διοίκηση ομόσπονδων κρατιδίων και τους υποτομείς κοινωνικής ασφάλισης, πριν από το τέλος του επόμενου μήνα και

ανά τρίμηνο, για τον υποτομέα της τοπικής αυτοδιοίκησης, πριν το τέλος του επόμενου τριμήνου·

β)

λεπτομερή πίνακα αντιστοιχίας, όπου εμφαίνεται η μεθοδολογία μετάβασης από δεδομένα σε ταμειακή βάση (ή τις ισοδύναμες τιμές από τα δημόσια λογιστικά συστήματα αν τα δημοσιονομικά δεδομένα σε ταμειακή βάση δεν είναι διαθέσιμα) σε δεδομένα βάσει του ΕΣΟΛ 95.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΠΡΟΓΝΩΣΕΙΣ

Άρθρο 4

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο δημοσιονομικός σχεδιασμός να βασίζεται σε ρεαλιστικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις, χρησιμοποιώντας τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες. Ο δημοσιονομικός σχεδιασμός βασίζεται στο πιθανότερο μακροοικονομικό δημοσιονομικό σενάριο ή σε επιφυλακτικότερο σενάριο. Οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις συγκρίνονται με τις πλέον επικαιροποιημένες προγνώσεις της Επιτροπής και, ενδεχομένως, τις προγνώσεις άλλων ανεξάρτητων οργανισμών. Σημαντικές διαφορές μεταξύ του μακροοικονομικού δημοσιονομικού σεναρίου που επελέγη και των προγνώσεων της Επιτροπής πρέπει να περιγράφονται κατά τρόπο τεκμηριωμένο, ιδίως εάν το επίπεδο ή η εξέλιξη των μεταβλητών των εξωτερικών παραδοχών αποκλίνουν σημαντικά από τις τιμές που περιλαμβάνονται στις προγνώσεις της Επιτροπής.

2.   Η Επιτροπή προβαίνει σε δημοσιοποίηση των μεθοδολογιών, υποθέσεων και σχετικών παραμέτρων πάνω στις οποίες στηρίζονται οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις της.

3.   Η Επιτροπή, προκειμένου να υποστηρίζει τα κράτη μέλη κατά την προετοιμασία των δημοσιονομικών τους προγνώσεων, παρέχει προγνώσεις για τις δαπάνες της ΕΕ με βάση το επίπεδο δαπανών που έχει προγραμματιστεί στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.

4.   Στο πλαίσιο μιας ανάλυσης ευαισθησίας, οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις εξετάζουν την πορεία των κύριων δημοσιονομικών μεταβλητών υπό διαφορετικές παραδοχές για τους συντελεστές ανάπτυξης και τα επιτόκια. Το φάσμα των εναλλακτικών παραδοχών που χρησιμοποιούνται στις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις προσδιορίζεται με γνώμονα τις επιδόσεις των προηγούμενων προγνώσεων και επιδιώκει να λαμβάνει υπόψη σχετικά σενάρια κινδύνου.

5.   Τα κράτη μέλη διευκρινίζουν ποιο όργανο είναι αρμόδιο για την κατάρτιση των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προγνώσεων και δημοσιεύουν τις επίσημες μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις που καταρτίζονται για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό, συμπεριλαμβανομένων των μεθοδολογιών, παραδοχών και σχετικών παραμέτρων στις οποίες στηρίζονται οι εν λόγω προγνώσεις. Τουλάχιστον κάθε έτος τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διεξάγουν τεχνικό διάλογο σχετικά με τις παραδοχές στις οποίες στηρίζεται η προετοιμασία των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προγνώσεων.

6.   Οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό υποβάλλονται σε τακτική, αμερόληπτη και περιεκτική αξιολόγηση βάσει αντικειμενικών κριτηρίων συμπεριλαμβανομένης της εκ των υστέρων αξιολόγησης. Τα αποτελέσματα της εν λόγω αξιολόγησης δημοσιοποιούνται και λαμβάνονται δεόντως υπόψη στις μελλοντικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις. Εάν η αξιολόγηση εντοπίσει μια σημαντική μεροληπτική αντιμετώπιση που επηρεάζει τις μακροοικονομικές προγνώσεις για μια περίοδο τουλάχιστον τεσσάρων συναπτών ετών, το ενεχόμενο κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα και τα δημοσιοποιεί.

7.   Τα επίπεδα τριμήνου όσον αφορά το χρέος και το έλλειμμα των κρατών μελών δημοσιοποιούνται από την Επιτροπή (Eurostat) ανά τρίμηνο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

Άρθρο 5

Κάθε κράτος μέλος διαθέτει τους αντίστοιχους αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες που προωθούν αποτελεσματικά, σε ένα πολυετές πλαίσιο ολόκληρης της γενικής κυβέρνησης, τη συμμόρφωση προς τις αντίστοιχες εκ της ΣΛΕΕ υποχρεώσεις του στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής. Οι εν λόγω κανόνες προωθούν συγκεκριμένα:

α)

συμμόρφωση με τις τιμές αναφοράς για το έλλειμμα και το χρέος, οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ·

β)

την υιοθέτηση ενός ορίζοντα πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού, που συμπεριλαμβάνει την τήρηση των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων του κράτους μέλους.

Άρθρο 6

1.   Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της ΣΛΕΕ σχετικά με το πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας της Ένωσης, οι ανά χώρα αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες περιέχουν διευκρινίσεις για τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τον καθορισμό στόχου και πεδίου εφαρμογής των κανόνων·

β)

αποτελεσματική και έγκαιρη παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τους κανόνες βάσει αξιόπιστης και ανεξάρτητης ανάλυσης που να διενεργείται από ανεξάρτητους φορείς ή φορείς στους οποίους εξασφαλίζεται λειτουργική αυτονομία έναντι των δημοσιονομικών αρχών των κρατών μελών·

γ)

τις συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

2.   Σε περίπτωση που οι αριθμητικοί δημοσιονομικοί κανόνες περιέχουν ρήτρες διαφυγής, αυτές πρέπει να προβλέπουν περιορισμένο αριθμό ειδικών περιστάσεων που συνάδουν με τις υποχρεώσεις του κράτους μέλους που απορρέουν από τη ΣΛΕΕ στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής και αυστηρές διαδικασίες, στις οποίες επιτρέπεται προσωρινή μη συμμόρφωση με τον κανόνα.

Άρθρο 7

Ο ετήσιος νόμος περί προϋπολογισμού των κρατών μελών αντικατοπτρίζει τους ανά χώρα ισχύοντες αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες τους.

Άρθρο 8

Τα άρθρα 5 έως 7 δεν εφαρμόζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΑ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΠΛΑΙΣΙΑ

Άρθρο 9

1.   Τα κράτη μέλη διαμορφώνουν ένα αξιόπιστο, αποτελεσματικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο, το οποίο προβλέπει την υιοθέτηση δημοσιονομικού σχεδιασμού με χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον τριών ετών, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ότι ο εθνικός δημοσιονομικός σχεδιασμός εντάσσεται σε μια προοπτική πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού.

2.   Τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά πλαίσια περιλαμβάνουν διαδικασίες προκειμένου να καθορίζονται τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

συνολικοί και διαφανείς πολυετείς δημοσιονομικοί στόχοι ως προς το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, το δημόσιο χρέος και οιονδήποτε άλλον συνοπτικό δημοσιονομικό δείκτη, όπως οι δαπάνες, οι οποίοι διασφαλίζουν τη συνέπειά τους με τους ισχύοντες αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες, όπως προβλέπονται στο ισχύον κεφάλαιο IV·

β)

προβλέψεις για κάθε σημαντικό στοιχείο δαπανών και εσόδων της γενικής κυβέρνησης με περισσότερες διευκρινίσεις για το επίπεδο της κεντρικής διοίκησης και της κοινωνικής ασφάλισης, για το δημοσιονομικό έτος και πέραν αυτού, σε βάση αμετάβλητων πολιτικών·

γ)

περιγραφή των μεσοπρόθεσμα προβλεπόμενων πολιτικών που έχουν αντίκτυπο στα οικονομικά του δημοσίου, με ανάλυση ανά σημαντικό στοιχείο εσόδων και δαπανών, όπου καταδεικνύεται το πώς θα επιτευχθεί η προσαρμογή προς τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους, σε σύγκριση με τις προβλέψεις σε βάση αμετάβλητων πολιτικών·

δ)

αξιολόγηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι προβλεπόμενες πολιτικές, υπό το φως του άμεσου μακροπρόθεσμου αντικτύπου τους στα οικονομικά της γενικής κυβέρνησης, πρόκειται να επηρεάσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.

3.   Οι προβλέψεις που εγκρίνονται εντός των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών πλαισίων βασίζονται σε ρεαλιστικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις, σύμφωνα με το κεφάλαιο III.

Άρθρο 10

Ο ετήσιος νόμος περί προϋπολογισμού συνάδει με τις διατάξεις που απορρέουν από το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο. Ειδικότερα, οι προβλέψεις εσόδων και δαπανών και οι προτεραιότητες που καθορίζονται στο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2, αποτελούν τη βάση για την κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού. Για κάθε απόκλιση από τις εν λόγω διατάξεις δίνονται οι δέουσες επεξηγήσεις.

Άρθρο 11

Ουδεμία διάταξη της παρούσας οδηγίας εμποδίζει μια νέα κυβέρνηση κράτους μέλους να επικαιροποιεί το οικείο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο ώστε αυτό να αντανακλά τις νέες της πολιτικές προτεραιότητες, Στην περίπτωση αυτή η νέα κυβέρνηση επισημαίνει τις διαφορές με το προηγούμενο μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΥΡΟΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΑΙΣΙΩΝ

Άρθρο 12

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε όλα τα μέτρα που λαμβάνουν, προκειμένου να συμμορφωθούν με τα κεφάλαια II, III και IV, να εμφανίζουν συνέπεια μεταξύ όλων των υποτομέων του δημοσίου και να τους καλύπτουν συνολικά. Αυτό απαιτεί, ιδίως, συνέπεια των λογιστικών κανόνων και διαδικασιών και ακεραιότητα των συστημάτων συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων που στηρίζουν τους κανόνες και τις διαδικασίες.

Άρθρο 13

1.   Τα κράτη μέλη δημιουργούν κατάλληλους μηχανισμούς συντονισμού μεταξύ των υποτομέων του δημοσίου, ώστε να εξασφαλίζεται συνολική και συνεκτική κάλυψη όλων των υποτομέων του δημοσίου στον δημοσιονομικό σχεδιασμό, στους ανά χώρα αριθμητικούς δημοσιονομικούς κανόνες και στην κατάρτιση των δημοσιονομικών προγνώσεων, καθώς και στον καθορισμό του πολυετούς σχεδιασμού, όπως προβλέπεται ιδίως στο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.

2.   Για να προωθηθεί η υποχρέωση δημοσιονομικής λογοδοσίας, καθορίζονται σαφώς οι δημοσιονομικές ευθύνες των δημόσιων αρχών στους διάφορους υποτομείς του δημοσίου.

Άρθρο 14

1.   Όλοι οι οργανισμοί και τα ταμεία του δημοσίου που δεν αποτελούν μέρος των τακτικών προϋπολογισμών σε επίπεδο υποτομέα πρέπει να προσδιορίζονται και να παρουσιάζονται από τα κράτη μέλη μαζί με άλλες σχετικές πληροφορίες, στο πλαίσιο των ετήσιων δημοσιονομικών διαδικασιών. Ο συνδυασμένος αντίκτυπός των ανωτέρω οργανισμών και ταμείων στα ισοζύγια του δημοσίου και στο χρέος πρέπει να παρουσιάζονται στο πλαίσιο των ετήσιων δημοσιονομικών διαδικασιών και των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών σχεδίων.

2.   Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τον αντίκτυπο των φορολογικών δαπανών στα έσοδα.

3.   Για όλους τους υποτομείς της γενικής κυβέρνησης, τα κράτη μέλη δημοσιεύουν σχετικές πληροφορίες για τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις οι οποίες είναι πιθανό να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στους προϋπολογισμούς του δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών εγγυήσεων, των μη εξυπηρετούμενων δανείων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη λειτουργία των δημόσιων επιχειρήσεων, όπως και για την έκτασή τους. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν επίσης πληροφορίες για τις συμμετοχές της γενικής κυβέρνησης στο κεφάλαιο ιδιωτικών και δημόσιων επιχειρήσεων για σημαντικά από οικονομικής απόψεως ποσά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 15

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωσή τους προς την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2013. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων. Το Συμβούλιο παροτρύνει τα κράτη μέλη να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της Ένωσης, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία της παρούσας οδηγίας με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, και να τους δημοσιοποιούν.

2.   Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής προσδιορίζεται από τα κράτη μέλη.

3.   Η Επιτροπή καταρτίζει ενδιάμεση έκθεση προόδου σχετικά με την εφαρμογή των κυριότερων διατάξεων της παρούσας οδηγίας βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχονται από τα κράτη μέλη την οποία υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο το αργότερο στις 14 Δεκεμβρίου 2012.

4.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 16

1.   Μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου 2018, η Επιτροπή δημοσιεύει αξιολόγηση σχετικά με την καταλληλότητα της παρούσας οδηγίας.

2.   Στην αξιολόγηση αποτιμάται, μεταξύ άλλων η καταλληλότητα:

α)

των στατιστικών απαιτήσεων για όλους τους υποτομείς της κυβέρνησης·

β)

της σχεδίασης και της αποτελεσματικότητας των αριθμητικών δημοσιονομικών κανόνων στα κράτη μέλη·

γ)

του γενικού επιπέδου διαφάνειας των δημόσιων οικονομικών στα κράτη μέλη.

3.   Η Επιτροπή πρέπει να προβεί το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012 σε αξιολόγηση της καταλληλότητας των διεθνών λογιστικών προτύπων του δημόσιου τομέα για τα κράτη μέλη.

Άρθρο 17

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 18

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 8 Νοεμβρίου 2011.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. VINCENT-ROSTOWSKI


(1)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ C 150 της 20.5.2011, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 164.

(4)  ΕΕ L 145 της 10.6.2009, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 310 της 30.11.1996, σ. 1.

(6)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 209 της 2.8.1997, σ. 6.

(8)  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.